Σχέσεις

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 25 Φεβρουαρίου 2018

Μερικές φορές νομίζουμε ότι θέλουμε να επιλύσουμε διαμάχες, αλλά οι μέθοδοί μας επιδεινώνουν την κατάσταση. Θυμώνουμε και φωνάζουμε, πιστεύοντας ότι έτσι θα αναγκάσουμε τον άλλον να πάει με τα νερά μας. Όμως η επίθεση, η κριτική και οι απειλές τιμωρίας γυρνούν μπούμερανγκ τόσο απέναντι στα παιδιά όσο και στους ενηλίκους. Οι αντιδράσεις θυμού κλιμακώνουν μια διαφωνία.

Γινόμαστε τρομοκράτες οι ίδιοι και δεν καταλαβαίνουμε ότι οι τρομοκράτες, στην ουσία, δεν είναι καθόλου δυνατοί. Αυτοί που συμπεριφέρονται με κακία και θυμό στο προαύλιο, στη δουλειά ή στις πολιτικές καμπάνιες είναι συνήθως οι πιο αδύναμοι και πιο ανασφαλείς.

Ο Μαχάτμα Γκάντι μού έμαθε ότι σημάδι πραγματικής δύναμης είναι η κατανόηση της άποψης των άλλων και η συγχώρεση. Ο Μαχάτμα Γκάντι μού εξήγησε ότι ξοδεύουμε πολύ χρόνο στο να χτίσουμε γερά και υγιή κορμιά, μα ελάχιστο χρόνο στο χτίσιμο ενός δυνατού και υγιή νου. Όταν δεν μπορούμε να ελέγχουμε τον νου μας, θυμώνουμε και ξεσπάμε και λέμε ή κάνουμε πράγματα για τα οποία έπειτα μετανιώνουμε.

Κάθε μέρα ίσως νιώθουμε δεκάδες φορές να μας κατακλύζει κύμα θυμού ή σύγχυσης και πρέπει να αποφασίζουμε πώς θα αντιδράσουμε. Ένας συνάδελφος στη δουλειά μάς λέει κάτι και απαντάμε κοφτά και απότομα, ή λαμβάνουμε ένα εκνευριστικό μήνυμα και κάνουμε αντεπίθεση χωρίς να σκεφτόμαστε. Αφήνουμε τον θυμό μας να πληγώνει ακόμα και ανθρώπους που αγαπάμε πολύ, τα παιδιά ή τους συντρόφους μας. Μας απογοητεύουν ή λένε κάτι με το οποίο διαφωνούμε, και ξεσπάμε πάνω τους.

Τα λόγια μπορούν να πληγώσουν ανεπανόρθωτα τους ανθρώπους που θα έπρεπε να αντιμετωπίζουμε με τρυφερότητα και αγάπη, και δεν συνειδητοποιούμε ότι ο θυμός πληγώνει ακόμα κι εμάς τους ίδιους. Σκεφτείτε πόσο άσχημα νιώθετε όταν προσβάλλετε ή συμπεριφέρεστε σκληρά σε κάποιον. Το σώμα σας σφίγγεται και το μυαλό σας μοιάζει να φλέγεται. Το ξέσπασμά σας σας απορροφά και δεν μπορείτε να συγκεντρωθείτε σε τίποτε άλλο. Ο θυμός στενεύει τα όρια του κόσμου σας έτσι ώστε το μόνο που βλέπετε είναι η προσβολή της στιγμής. Ίσως αργότερα ηρεμείτε και ζητάτε συγγνώμη, αλλά το κακό έχει ήδη γίνει.

Όταν αντιδρούμε απερίσκεπτα κι επιθετικά, είναι σαν να έχουμε εκτοξεύσει σφαίρες που δεν επιστρέφουν ξανά στο όπλο. Πρέπει να θυμόμαστε ότι έχουμε την επιλογή να αντιδρούμε διαφορετικά.

_______________________

    ~ Aπόσπασμα είναι από το βιβλίο «Το δώρο του θυμού – 11 μαθήματα ζωής από τον παππού μου Μαχάτμα Γκάντι» 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 3 Φεβρουαρίου 2018

… Το παραδέχομαι. Κλαίω όταν βλέπω ταινίες. Ή όταν διαβάζω βιβλία. Ή όταν ακούω μουσική. Επηρεασμένη πολλές φορές και από το επίπεδο των ορμονών μου, μπορεί να αρπάξω προληπτικά μερικά χαρτομάντιλα και να κάτσω να δω μια ταινία μόνη. Παρόλο που πολλοί άνθρωποι χαμογελάνε αυτάρεσκα όταν με βλέπουν να παρακολουθώ ταινίες κλαίγοντας, δεν έχω κανένα πρόβλημα με αυτό. Η αλήθεια να λέγεται, οι άνθρωποι που κλαίνε όταν βλέπουν ταινίες τείνουν να έχουν κάτι που πολλοί άλλοι δεν έχουν καλλιεργήσει: Ενσυναίσθηση. Μόνο ένα ιδιαίτερο είδος ανθρώπου έχει ενσυναίσθηση. Πολλοί άνθρωποι εκεί έξω, οι ναρκισσιστές και οι κοινωνιοπαθείς για παράδειγμα, έχουν γεννηθεί χωρίς αυτή και ζουν όλη τους τη ζωή χωρίς να έχουν βάλει ποτέ πραγματικά τον εαυτό τους στη θέση κάποιου άλλου. Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορούν να νιώσουν τους άλλους. Παρόλο που η απουσία ενσυναίσθησης θα μπορούσε να είναι ωφέλιμη για έναν πωλητή μεταχειρισμένων αυτοκινήτων, δεν είναι πάντα κάτι καλό. Στην πραγματικότητα, το να νοιάζεται κάποιος για την κατάσταση των άλλων θέλει δύναμη. Πολλή δύναμη. Η ζωή είναι σκληρή για κάποιους ανθρώπους και αν μπορείτε να μπείτε στη θέση τους και να νιώσετε τον πόνο που έχουν, τότε αυτό λέει κάτι για εσάς. Είστε αρκετά δυνατοί όταν νιώθετε αυτόν τον πόνο, αλλά παρόλα αυτά τον αντέχετε. Είστε αρκετά δυνατοί όταν είστε δυνατοί για τους άλλους ανθρώπους. Είστε δυνατοί μέχρι το σημείο που κατανοείτε από που προέρχεται αυτός ο πόνος και είστε ικανοί να νιώσετε αυτό που νιώθουν. Δεν είναι ποτέ αδυναμία το να νοιάζεστε για κάποιον άλλον, ακόμα και αν αυτός είναι ένας φανταστικός χαρακτήρας σε κάποια ταινία. Δείχνει ότι έχετε καρδιά και αυτή η καρδιά μπορεί να ραγίσει για τους άλλους. Παρόλο που μπορεί να ραγίσει μέχρι το τέλος της ταινίας, ξέρετε ότι θα επανέλθει γρήγορα. Το να είναι ικανοί να αναρρώνουν τόσο γρήγορα, λέει κάτι άλλο για τους ανθρώπους που κλαίνε κατά τη διάρκεια ταινιών. Μπορούν να ανακάμψουν όπως κανείς άλλος και είναι αρκετά δυνατοί και έξυπνοι ώστε να ξεχωρίζουν την πραγματικότητα από τη φαντασία. Φυσικά, αυτός δεν είναι ο μόνος λόγος που οι άνθρωποι κλαίνε όταν βλέπουν ταινίες. Υπάρχουν επίσης δάκρυα που κυλάνε στα μάγουλά σας επειδή έχετε πάει στο μέρος που βλέπετε στην ταινία. Δάκρυα αναμνήσεων που είναι οδυνηρές. Έχω διαπιστώσει πολλές φορές ότι λειτουργεί ως κάθαρση για μένα το ότι βλέπω ταινίες στις οποίες οι άνθρωποι έχουν περάσει τα ίδια που έχω περάσει και εγώ, απλά επειδή μου επιτρέπει να απελευθερώνω μερικά από τα συναισθήματά μου που είχα κρατήσει μέσα μου, με έναν υγιή τρόπο. Θα ήθελα να δω πώς θα μπορούσε να αμφιβάλλει κάποιος για τη δύναμη κάποιου άλλου όταν τελικά αντιμετωπίσει τα πράγματα που τον πόνεσαν στο παρελθόν. Έπειτα, υπάρχουν εκείνα τα δάκρυα που κυλάνε όταν είστε ενθουσιασμένοι με την καλλιτεχνική ευφυΐα μιας ταινίας. Δεν είναι κάτι που κάνουν επιδεικτικά οι άνθρωποι. Ονομάζεται Σύνδρομο του Stendhal σε μια πιο προχωρημένη του μορφή και σημαίνει ότι ένα καλλιτεχνικό έργο σας συγκίνησε τόσο ώστε να έχετε σωματικά και συναισθηματικά συμπτώματα. Έχοντάς το αφού είδα την ταινία Casshern, μπορώ να σας πω με ειλικρίνεια ότι χρειάζεται πολλή δύναμη για να απεμπλακείτε από αυτή την αίσθηση του δέους. Για εσάς που είστε υπερευαίσθητοι στον τρόπο με τον οποίο η τέχνη σας συγκινεί, το να δείτε μια καλή ταινία, το να ακούσετε ένα καλό σόου στο ράδιο ή το να διαβάσετε το σωστό κόμικ, μπορεί να είναι μια καλή δοκιμασία της ικανότητάς σας να διατηρείτε ένα σοβαρό, ανέκφραστο προσωπείο. Αυτό επίσης μπορεί να γίνει και με μια βόλτα στο τρενάκι του λούνα παρκ. Μια βόλτα που σας αναγκάζει να αντιμετωπίσετε και να αποδεχτείτε συναισθήματα που οι περισσότεροι επιλέγουν να κρύβουν. Αν με ρωτάτε, αυτό δείχνει ότι κάποιος έχει πολλή δύναμη. Ίσως δεν είναι το είδος της δύναμης που οι περισσότεροι έχουν στο μυαλό τους όταν σκέφτονται ένα δυνατό άτομο, αλλά είναι το πιο σημαντικό είδος συναισθηματικής δύναμης: Η ενσυναίσθηση.

Από tilestwra.gr

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 3 Φεβρουαρίου 2018

Τότε είναι που παρουσιάστηκε η αλεπού.

– Καλημέρα, είπε η αλεπού.

– Καλημέρα, αποκρίθηκε ευγενικά ο μικρός πρίγκιπας και γύρισε, μα δεν είπε τίποτα..

– Ποια είσαι; είπε ο μικρός πρίγκιπας. Μου φαίνεσαι πολύ όμορφη…

– Είμαι μια αλεπού, είπε η αλεπού.

– Έλα να παίξεις μαζί μου, της πρότεινε ο μικρός πρίγκιπας. Είμαι τόσο λυπημένος…

– Δεν μπορώ να παίξω μαζί σου, είπε η αλεπού. Δε μ’ έχουν ημερώσει.

– Α! με συγχωρείς, έκανε ο μικρός πρίγκιπας. Το σκέφτηκε όμως και πρόσθεσε:

– Τι πάει να πει «ημερώσει;»

– Εσύ δεν είσαι απ’ εδώ, είπε η αλεπού, τι γυρεύεις;

– Γυρεύω τους ανθρώπους, είπε ο μικρός πρίγκιπας. Τι πάει να πει «ημερώσει;»

– Οι άνθρωποι, είπε η αλεπού, έχουν τουφέκια και κυνηγούνε. Μεγάλος μπελάς! Ανατρέφουν όμως και κότες. Αυτό είναι το μόνο τους όφελος. Κότες γυρεύεις;

– Όχι, είπε ο μικρός πρίγκιπας. Γυρεύω φίλους. Τι πάει να πει «ημερώσει;»

– Είναι κάτι που παραμελήθηκε πολύ, είπε η αλεπού. Σημαίνει «να δημιουργείς δεσμούς…».

– Να δημιουργείς δεσμούς;

– Βέβαια, είπε η αλεπού. Για μένα, ακόμα δεν είσαι παρά ένα αγοράκι εντελώς όμοιο μ’ άλλα εκατό χιλιάδες αγοράκια. Και δε σ’ έχω ανάγκη. Μήτε κι εσύ μ’ έχεις ανάγκη. Για σένα, δεν είμαι παρά μια αλεπού όμοια μ’ εκατό χιλιάδες αλεπούδες. Αν όμως με ημερώσεις, ο ένας θα έχει την ανάγκη του άλλου. Για μένα εσύ θα είσαι μοναδικός στον κόσμο. Για σένα εγώ θα είμαι μοναδική στον κόσμο…

– Αρχίζω να καταλαβαίνω, είπε ο μικρός πρίγκιπας. Ξέρω ένα λουλούδι…νομίζω πως με ημέρωσε…

– Γίνεται, είπε η αλεπού. Βλέπει κανείς στη Γη τόσα περίεργα πράγματα…

– Ω! δεν είναι πάνω στη Γη, είπε ο μικρός πρίγκιπας.

Η αλεπού φάνηκε πολύ παραξενεμένη:

– Πάνω σ’ άλλο πλανήτη;

– Ναι.

– Έχει κυνηγούς σ’ αυτόν τον πλανήτη;

– Όχι.

– Πολύ ενδιαφέρον αυτό. Και κότες;

– Όχι.

– Τίποτα δεν είναι τέλειο, αναστέναξε η αλεπού. Ξαναγύρισε όμως στην ιδέα της:

– Η ζωή μου είναι μονότονη. Κυνηγάω τις κότες, οι άνθρωποι κυνηγούν εμένα. Όλες οι κότες μοιάζουν, κι όλοι οι άνθρωποι μοιάζουν. Γι’ αυτό λοιπόν βαριέμαι κάπως. Αν με ημερώσεις όμως, η ζωή μου θα είναι σαν ηλιόλουστη. Θα γνωρίσω έναν κρότο από πατήματα που θα είναι διαφορετικός απ’ όλους τους άλλους. Τ’ άλλα πατήματα με κάνουν να χώνομαι κάτω απ’ τη γη. Το δικό σου θα με κάνει να βγαίνω έξω απ’ τη φωλιά μου, σα μια μουσική. Κι ύστερα, κοίτα! Βλέπεις εκεί κάτω τα χωράφια με το στάρι; Εγώ δεν τρώω ψωμί. Το στάρι εμένα μου είναι άχρηστο. Τα χωράφια με το στάρι δε μου θυμίζουν τίποτα. Κι αυτό, είναι κρίμα! Εσύ όμως έχεις μαλλιά χρώμα χρυσαφένιο. Θα είναι λοιπόν θαυμάσια όταν θα μ’ έχεις ημερώσει! Το στάρι, που είναι χρυσαφένιο, θα με κάνει να σε θυμάμαι. Και θα μ’ αρέσει ν’ ακούω τον άνεμο μέσα στα στάχυα…

Σώπασε η αλεπού και κοίταξε πολλή ώρα το μικρό πρίγκιπα.

– Σε παρακαλώ…ημέρωσέ με, του είπε.

– Θέλω βέβαια, της αποκρίθηκε ο μικρός πρίγκιπας, μα δεν με παίρνει ο καιρός. Έχω ν’ ανακαλύψω φίλους και πολλά πράματα να γνωρίσω.

– Δε γνωρίζει κανείς παρά τα πράματα που ημερώνει, είπε η αλεπού. Οι άνθρωποι δεν έχουν πια καιρό να γνωρίσουν τίποτα. Τ’ αγοράζουν όλα έτοιμα στα εμπορικά. Καθώς όμως δεν υπάρχουν εμπορικά που πουλάνε φίλους, οι άνθρωποι δεν έχουν πια φίλους. Αν θες ένα φίλο, ημέρωσέ με!

– Τι πρέπει να κάνω; είπε ο μικρός πρίγκιπας.

– Πρέπει να έχεις μεγάλη υπομονή, αποκρίθηκε η αλεπού. Θα καθίσεις πρώτα κάπως μακριά μου, έτσι στο χορτάρι. Εγώ θα σε κοιτάζω με την άκρη του ματιού μου κι εσύ δε θα λες τίποτα. Τα λόγια είναι που κάνουν τις παρεξηγήσεις. Αλλά, κάθε μέρα, θα μπορείς να κάθεσαι λιγάκι πιο κοντά…

Την άλλη μέρα ήρθε πάλι ο μικρός πρίγκιπας.

– Θα ‘ταν πιο καλά να έρχεσαι πάντα την ίδια ώρα, είπε η αλεπού. Αν έρχεσαι λόγου χάρη, στις τέσσερις το απόγευμα, εγώ θ’ αρχίζω από τις τρεις να είμαι ευτυχισμένη. Όσο θα περνάει η ώρα, τόσο εγώ θα νιώθω και πιο ευτυχισμένη. Στις τέσσερις πια, δε θα μπορώ να καθίσω και θα τρώγομαι∙ θ’ ανακαλύψω την αξία της ευτυχίας. Αν έρχεσαι όμως όποτε και να’ ναι, δε θα ξέρω ποτέ ποια ώρα να φορέσω στην καρδιά μου τα καλά της…Σ’ όλα χρειάζεται κάποια τελετή.

– Τι είναι τελετή; είπε ο μικρός πρίγκιπας.

– Είναι κι αυτό κάτι που πολύ παραμελήθηκε, είπε η αλεπού. Είναι αυτό που κάνει τη μια μέρα να μη μοιάζει με τις άλλες, τη μια ώρα με τις άλλες ώρες. Οι κυνηγοί μου, λόγου χάρη, έχουν μια τελετή. Κάθε Πέμπτη χορεύουν με τις κοπέλες του χωριού. Γι’ αυτό η Πέμπτη είναι θαυμάσια μέρα! Μπορώ και κάνω μια βόλτα ως τ’ αμπέλι. Αν χόρευαν οι κυνηγοί όποτε και να ‘ναι, όλες οι μέρες θα μοιάζαν μεταξύ τους, κι εγώ δε θα είχα καθόλου διακοπές.

ΜΠ3

Έτσι ο μικρός πρίγκιπας ημέρωσε την αλεπού. Κι όταν κόντευε πια η ώρα που θα χωρίζανε:

– Αχ! είπε η αλεπού. Κλάμα που θα κάνω…

– Εσύ φταις, είπε ο μικρός πρίγκιπας, εγώ δεν ήθελα το κακό σου, μα εσύ θέλησες να σε ημερώσω…

– Ναι, σωστά, είπε η αλεπού.

– Μα τώρα θα κλάψεις! είπε ο μικρός πρίγκιπας.

– Ναι, σωστά, είπε η αλεπού.

– Και τότε τι κέρδισες;

– Κέρδισα, είπε η αλεπού, γιατί μου μένει το χρώμα του σταριού.

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 28 Ιανουαρίου 2018

ΤΑ ΠΑΙΔΙΚΑ ΜΟΥ ΧΡΟΝΙΑ ΤΑ ΠΕΡΑΣΑ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΕΝΑ ΜΕΓΑΛΟ ΒΟΥΝΟ-στα μάτια μου τότε πολύ μεγάλο, το δικό μου «Μαγικό Βουνό»-, σε μια επαρχία καμιά πενηνταριά χιλιόμετρα έξω από τη Θεσσαλονίκη, βορειοανατολικά, με το όνομα Σοχός. Οικοκυρά η μάνα μου, έμπορoς ο πατέρας μου. Το τοπίο ήταν αγροτικό, γενναιόδωρο, θυμάμαι στις ίδιες αναλογίες ανθρώπους και ζώα, σπίτια και χωράφια, πολλές καστανιές, πολλές καρυδιές, πολλά καπνοχώραφα, πολλές μπόρες, πολλές ξέρες. Αλλά και πολλές κινηματογραφικές ιστορίες, στην κυριολεξία, αφού ο πατέρας μου είχε σινεμά στην αγορά, από το 1952 έως τα μέσα της δεκαετίας του 1960. Μπορώ δηλαδή να πω άφοβα ότι τα παιδικά μου χρόνια μοιράστηκαν εξίσου ανάμεσα στον καθαρό αέρα του βουνού και σε εκείνη τη σκοτεινή «θαυματουργή» αίθουσα, όπου παρακολουθούσα με κατάvυξη όλα τα έργα της εποχής. Όσα μας φέρνανε τουλάχιστον. ..

.ΛΙΓΟ-ΠΟΛΥ ΟΛΗ Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΔΟΥΛΕΥΑΜΕ ΣΤΟ ΣΙΝΕΜΑ. Η μάνα μου αλάτιζε κι έψηνε τα σπόρια στο σπίτι, η μια αδελφή μου ήταν στο ταμείο, η άλλη εκτελούσε χρέη ταξιθέτριας, ο αδελφός μου βοηθούσε τον μηχανικό και πουλούσε τα σπόρια και τις λεμονάδες στα διαλείμματα κι εγώ βοηθούσα τον αδελφό μου. Το παρατσούκλι μου εκείνο τον καιρό ήταν «σινεματζού». Για παρατσούκλι μάλλον τιμητικό.

ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΟΥ ΗΜΟΥΝ Η ΜΙΚΡΟΤΕΡΗ, ΤΟ ΣΤΕΡΝΟΠΑΙΔΙ, κι αυτό μου έδινε κάποια προνόμια, υποτίθεται, ή με απάλλασσε από κάποιες υποχρεώσεις -όπως το να μη με παίρνουν στα χωράφια, να μην κάνω βαριές δουλειές- που εγώ όμως τότε το θεωρούσα ότι μάλλον δεν με υπολογίζουν. Σηκώνονταν, φέρειπείν, εκείνοι στις τρεις τη νύχτα να πάνε να μαζέψουν τα καπνά κι εγώ σηκωνόμουν από τις δύο και περίμενα σε μιαν άκρη στην αυλή, με καρδιοχτύπι, μπας και με πάρουν «κατά λάθος» μαζί τους. Συνήθως με ξαπόστελναν πάλι μέσα, μου λέγανε να τ’ αφήσω αυτά, αλλά καμιά φορά μού κάναν το χατίρι και με παίρνανε. Θυμάμαι εκείνες τις οδοιπορίες μες στη νύχτα, στο πρώτο πρώτο χάραμα, σαν κάτι συναρπαστικό, κάτι που μου έδινε αξία, με «γέμιζε», αν και για κείνους ήταν εξόντωμα να το κάνουν αυτό κάθε πρωί όλο το καλοκαίρι για χρόνια ολόκληρα. Περπατούσαν και σκουντουφλούσαν από τη νύστα, ενώ εγώ εκστασιαζόμουν με τις κραυγές της κουκουβάγιας ή με το πώς στεκόταν στα δυο πισινά της πόδια η vυφίτσα. Ο καθένας με τον πόνο του. Όταν μεγάλωσα λίγο βέβαια άρχισα να σκουντουφλώ κι εγώ πότε πότε.

ΣΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ, ΝΟΜΙΖΩ ΠΩΣ ΔΕΝ ΜΟΥ ΗΤΑΝ ΔΥΣΚΟΛΟ ΝΑ ΞΕΧΩΡΙΣΩ. Όχι επειδή ήμουν καμιά πεντάμορφη ή πανέξυπvη, μα επειδή… τι να πω; ήμουν μάλλον αφηρημένη και δεν με απασχολούσε -απ’ όσο μπορώ να ξέρω- ούτε το να ξεχωρίσω ούτε το να μην ξεχωρίσω. Τύχαινε να είμαι καλή σε κάποια πράγματα, π.χ. στις εκθέσειs που έγραφα σε δημοτικό και γυμνάσιο, αλλά ήμουν και πολύ «αδύνατη», ή απλώs τεμπέλα, σε κάποια άλλα, στην αριθμητική, στη γεωμετρία, στη φυσική. Πίστευα ότι αυτά είναι “ψυχρά” πράγματα, πως δεν έχουν να μου πουν πολλά. Αργότερα άλλαξα γνώμη και πλέον μου αρέσει πολύ να ακούω μαθηματικούς και φυσικούς και αστροφυσικούς να λένε τα δικά τους. Μπορεί να μην καταλαβαίνω τι ακριβώς ακούω, πάντως κάτι πιάνω από διαίσθηση. …

ΕΔΙΝΑ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΣΤΟ ΓΥΜΝΑΣΙΟ και στην ερώτηση του καθηγητή πόσα γραμμάρια έχει το χιλιόγραμμο πελάγωνα. Κι όσο πιo πολύ μού το τόνιζε και το συλλάβιζε -«Το χι-λι-ό-γραμ-μο, παιδί μου, πόσα γραμ-μά-ρι-α έχει»- τόσο πιο πολύ τα έχανα και κοίταζα απελπισμένη μια το πάτωμα, μια αυτόν, μια το ταβάνι. Όχι πως δεν σκέφθηκα να του πω και χίλια -εδώ του είχα πει τους πιο απίθανους αριθμούς-, μα μου φαινόταν πως είναι… πολύ εύκολο, δηλαδή παγίδα, πως το έκανε επίτηδες για να με μπερδέψει, να με δοκιμάσεΙ. Κάποια στιγμή βέβαια είπα και το «χίλια» κι ο άνθρωπος ανέπνευσε. «Άρα και n σαραvταπoδαρoύσα πόσα πόδια έχει;» με ρώτησε ως επιστέγασμα. «Σαράντα» τoυ είπα με την πρώτη. .

ΘΥΜΑΜΑΙ ΝΑ ΓΡΑΦΩ “ΠΡΑΜΑΤΑ” ΑΠ’ ΟΤΑΝ ΣΧΕΔΟΝ ΘΥΜΑΜΑΙ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΜΟΥ, έχω καθαρή την εικόνα εκείνη της παιδίσκης και αργότερα έφηβης να καταγίνεται σκυμμένη και με μυστικότητα πάνω από κάποιο χαρτί. Άλλωστε, έμειναν και κάποια τεκμήρια, μερικά μαθητικά τετράδιά μου από το 1958 έωs το 1963, εφτά ωs δώδεκα ετών τότε, όπου από την πίσω μεριά έγραφα τα δικά μου, κάτι φανταστικές ιστοριούλες. Εκείνο το φοβερό καλοκαίρι μάλιστα με τα παιδιά που πέθαιναν στην Μπιάφρα από τηv πείνα -1966 ήταν; 1967;-, εμένα με είχε πιάσει μεγάλη προκοπή. Κάτω από τη μεγάλη ασπρόμαυρη φωτογραφία ενός τέτοιου παιδιού που έκοψα από τον “Ταχυδρόμο” τηs εποχής και κόλλησα στον τοίχο -πελώρια και συγκλονιστικά τα μάτια του να με κοιτούν κατάματα, τα έχω ακόμα μπροστά μου-, έπιασα “στα σοβαρά” να γράψω ένα μυθιστόρημα! Γέμισα δυο πεvηvτάφυλλα σπιράλ τετράδια, που τα κρατάω ακόμη καταχωνιασμένα κάπου. Το μυθιστόρημα είχε να κάνει με παιδιά γενικότερα -αδέλφια και παραδέλφια από διάφορους γάμους- και με το ‘ξαφνικό” του θανάτου. Ήταν, ας πούμε, μια ναΐφ εκδοχή των “Λύκων” που θα άρχιζα να γράφω είκοσι χρόνια αργότερα, ένα θέμα παρμένο στη βάση του από την ίδια την οικογένειά μου, και δη εκείνη του παππoύ μου από τη μεριά του πατέρα μου.

ΤΑ ΤΕΤΡΑΔΙΑ ΤΑ ΑΝΟΙΞΑ ΜΙΑ-ΔΥΟ ΦΟΡΕΣ, ΕΡΙΞΑ ΜΙΑ ΠΕΡΙΦΟΒΗ ΜΑΤΙΑ και τα ξανάκλεισα, τα ξανακαταχώνιασα. Με πονούν να τα κοιτώ, αλλά και δεν μου κάνει καρδιά να τα πετάξω, γιατί η παιδική ηλικία όταν μεγαλώνουμε είναι ένας «παράδεισος» που δεν αντέχεται, μας πονάει με τρόπο μοναδικό παρά μας χαροποιεί. Mας μαχαιρώνουν ήσυχα αυτά που πέρασαν για πάντα, είτε καλά ήταν είτε κακά. Προς τι να ταράσσουμε μια τέτοια «ησυχία»; Κάνω το μαχαίρι πένα και πορεύομαι, αλλιώς δεν βγαίνουν πουλιά, όπως θα έλεγε κι ο πατέραs μου. Το βασικό το αίσθημα άλλωστε δεν περνάει, αλλάζει τον εαυτό του, μετασχnματίζεται, μεταμορφώνεται, μα σαν ουσία δεν περνάει, κι έχει πολύ να κάνει μ’ εκείνο που «πρωτογνωρίσαμε», Ο καθένας το αντανακλάει και το αναπαράγει με τον τρόπο του.

ΗΤΑΝ ΜΙΑ ΜΕΓΑΛΗ ΕΥΧΑΡΙΣΤΗΣΗ, ΜΙΑ ΗΔΟΝΗ ΝΑ ΓΡΑΦΩ, που ούτε ήξερα από πού έρχεται και πού με πάει. Κάπως σαν τα πουλιά που κελαηδούν στα δέντρα. Το συγγραφιλίκι άρχισα να το φαντάζομαι γύρω στα είκοσι πέντε μου, μετά την πρώτη μετανάστευσή μου στην αλλοδαπή, αλλά και πάλι δειλά, με κάποιο φόβο ή αμηχανία, κι αφού είχα γεμίσει ουκ ολίγα τεφτέρια με ιστορίες και διάφορα, που δεν έδειχνα σε κανέναν. Όλοι οι φίλοι μου τότε μυρίζονταν ότι με κάτι καταγίνομαι, κάτι γράφω -με λέγαν «μυρμήγκι»-, αλλά τι και πώς κανείς δεν ήξερε. Η μυστικoπάθειά μου ήταν σχεδόν παροιμιώδης. Κι όταν πια άρχισα να το παίρνω απόφαση ότι αυτός είναι ο δρόμος μου, για κάποιον λόγο δεν ήθελα να βγάλω βιβλίο πριν τα τριάντα τρία μου. Όπερ και συνέβη. Από μικρή στο «αμάρτημα», αλλά στην αγορά αφού μετάλαβα την πρώτη ωριμότητα.

ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΑ ΝΑ ΠΩ [ΟΤΙ ΜΟΥ ΑΡΕΣΕ ΝΑ ΠΑΡΑΤΗΡΩ] ΤΑ ΠΑΝΤΑ, ήμουν ακόρεστη σ’ αυτό, ήμουν και διακριτική ωστόσο. Βέβαια είχα, και έχω, τις προτιμήσεις μου, τις εμμονές μου, κι αυτές είναι για κείνα τα αδιόρατα που γλιστρούν απ’ το μάτι, ενώ τα έχουμε αιχμαλωτίσει, ή εκείνα που δεν τα πιάνει εύκολα η γλώσσα· αυτά -και οι προεκτάσεις τους- μ’ ενδιαφέρουν περισσότερο, με αυτά μοχθώ και αγάλλομαι. Συμφωνώ πάντως μ’ εκείνο που λέει ο Μαρκές ότι δεν υπάρχει τίποτα σ’ αυτόν ή στον άλλον κόσμο που να είναι άχρηστο για έναν συγγραφέα. Μια παροιμία λέει πως μπέης γίνεσαι, παλικάρι γεννιέσαι. Για τον συγγραφέα -ον μισομαγικό, μισομεθοδικό- θα έλεγα πως γεννιέται και γίνεται εξίσου.

ΥΠΗΡΞΑΝ ΤΡΕΙΣ «ΜΟΙΡΑΙΟΙ» ΔΑΣΚΑΛΟΙ [ΣΤΗ ΖΩΗ ΜΟΥ]. Η δεσποινίς Καλλιρρόη στην Α’ Δημοτικού, ο κύριος Αμπατζίδης στην τελευταία τάξη του Λυκείου, μα θα σταθώ τώρα στον τρίτο. Ήμουν δεκαπέντε ή δεκάξι ετών και στο πρώτο μαθητικό εξάμηνο πήρα στα μαθηματικά κάτω από τη βάση. Ανέκαθεν αδύνατη στα μαθηματικά, αλλά αυτό δεν είχε ξαναγίνει, να μην πιάσω ούτε τη βάση, και μου ήρθε πολύ βαρύ. Έφυγαν λοιπόν όλα τα παιδιά απ’ το σχολείο, έφυγαν και οι καθηγnτές, κι εγώ κάθισα σε μια γωνία στις σκάλες κι έβαλα τα κλάματα. Πώς θα πάω σπίτΙ, πώs θα πω, τι θα κάνω; Μαύρη απελπισία μ’ έδερνε. Ήρθε κοντά μου τότε ένας καθηγητής -είχε ξεμείνει φαίνεται- και με ρώτησε τι έχω. Του είπα, «Εσύ κλαις, βρε Αννούλα. που μας δίνεις τόση χαρά με τις εκθέσεις που γράφεις “μου είπε, “που κάvεις τις ωραίες σκέψεις και μας τις κοιvωvείς;». Με μάγεψε ο λόγos του, με αναπτέρωσε. Συνέχισα να κλαίω, αλλά από συγκίνηση. Άσε που δεν πίστευα ότι μπορούσε να μιλάει έτσι ένας ολόκληρος καθηγητής σε μια μαθήτρια. Έχω να τον δω και να τον ακούσω από ‘κείνα τα περίεργα κι αλησμόνητα χρόνια, το όνομά του Θανάσης Νικόλτσος, φιλόλογος. Εύχομαι να είναι πάντα καλά.

ΑΠΟ ΜΙΚΡΗ ΕΙΧΑ ΜΙΑ ΣΤΕΝΗ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΗΝ «ΚΡΥΜΜΕΝΗ ΖΩΗ» ΤΟΥ ΥΠΝΟΥ. Από ένστικτο, μα και χάρη σε μια υπερήλικη γιαγιά μου ή στην ίδια τη μάνα μου -κυρίως όταν γέρασε κι αυτή-, που συχνά με ρωτούσαν τι όνειρα είδα τη νύχτα που πέρασε. Τα άκουγαν σαν να τα διάβαζαν, σχολίαζαν κάτι ή και τίποτα, πάντως μου κληροδότησαν αυτή τη συμπάθεια ή το δέος για τα όνειρα. Ό,τι κι αν γίνει, έλεγα -και το λέω ακόμα-, εγώ το βράδυ θα ονειρευτώ, θα «φύγω». Είναι για μένα η πιο οικεία, η πιo προσφιλής terra incognita. Πολλές φορές, όταν έρχομαι σε αδιέξοδα, κυρίως αναφορικά με το γράψιμο, έχω την αίσθηση πωs θα βοηθηθώ -έμμεσα βέβαια, υπαινικτικά- από κάποιο όνειρο. Και σπανίως διαψεύδομαι. Επωφελούμαι από τους «τρόπους» του ονείρου, όπως επωφελείται κανείς από έναν καλό δάσκαλο που διαπρέπει στην αφάνεια. Εδώ που τα λέμε, είναι η πιo αναφαίρετη ταυτότητά μας.

[ΦΟΒΙΑ…]ΔΕΝ ΞΕΡΩ ΑΝ ΗΤΑΝ ΦΟΒΙΑ ΑΚΡΙΒΩΣ, ΜΑ ΚΑΙ ΤΙ ΑΛΛΟ ήταν δεν μπορώ να πω. Όταν ανέβαινα ή κατέβαινα εκείνη την ξύλινη μεγάλη σκάλα στο σπίτι μας, κυρίως από το σούρουπο και μετά. Πριν φτάσω στη μέση, όλα άλλαζαν, νόμιζα πωs μια «σκιά» με κυνηγάει και τσακιζόμουν να προλάβω ν’ ανέβω ή να κατέβω πριν με πιάσει! Κράτησε καιρό αυτό, ίσως και χρόνια. Απορώ ακόμα πώς δεν έσπασα τα μούτρα μου καμιά φορά, πώς τη γλίτωσα. Τη φέρνω στη σκέψη μου εκείνη τη σκιά όπως αν πρόκειται για κάποιο ζωντανό πρόσωπο. Δεν μου είναι πλέον καθόλου εχθρική ή απειλητική. Αλλά το ρίγος, ρίγος.

ΑΝ ΗΤΑΝ ΔΥΝΑΤΟΝ ΝΑ ΞΑΝΑΓΥΡΙΣΩ Σ’ ΕΚΕΙΝΗ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ, δεν θα ήθελα ν’ αλλάξω] παρακαλώ τίποτα. Ούτε και θα ήθελα ακριβώς να ξαναγυρίσω, δεν βρίσκω νόημα σε τέτοιες σκέψεις ή υποθέσεις. Φρονώ πως δεν υπάρχει «χρυσό ψαλίδι» για ό,τι ήταν όπως ήταν και μας μίλησε όπως μας μίλησε. Η «χρυσή πένα», αν υπάρχει, είναι μια άλλη ιστορία.

Yianna Το κείμενο είναι από συνομιλία της Ζυράννας Ζατέλη με την Ευγενία Φακίνου

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 14 Ιανουαρίου 2018

Ένας πανάρχαιος μύθος των ινδιάνων Σιου, λέει πως ήρθαν κάποτε στη σκηνή του γέρου μάγου της φυλής, πιασμένοι χέρι χέρι, ο Άγριος Ταύρος, ο πιο γενναίος και τιμημένος νέος πολεμιστής, και το Ψηλό Σύννεφο, η κόρη του αρχηγού, μια από τις ωραιότερες γυναίκες της φυλής.

“Αγαπιόμαστε” αρχίζει ο νέος.

“Και θα παντρευτούμε” λέει εκείνη.

“Και αγαπιόμαστε τόσο που φοβόμαστε…”

“Θα θέλαμε κάποιο μαγικό, ένα χαϊμαλί, ένα φυλαχτό…”

“Κάτι που θα μας εγγυάται ότι θα είμαστε για πάντα μαζί.”

“Που θα μας εξασφαλίσει ότι θα είμαστε ο ένας στο πλευρό του άλλου, ώσπου να συναντήσουμε τον Μανιτού, την ημέρα του θανάτου”.

“Σε παρακαλούμε” ικετεύουν, “πες μας τί μπορούμε να κάνουμε…”

Ο μάγος τους κοιτάζει και συγκινείται που τους βλέπει τόσο νέους, τόσο ερωτευμένους, να λαχταρούν τόσο μια του λέξη.

“Υπάρχει κάτι …” λέει τελικά ο σοφός μάγος μετά από αρκετή ώρα. “Αλλά δεν ξέρω…είναι ένα έργο πολύ δύσκολο και απαιτεί θυσίες.”

“Δεν μας πειράζει” λένε και οι δύο.

“Ό,τι και να’ ναι” επιβεβαιώνει ο Άγριος Ταύρος.

“Ωραία” λέει ο μάγος. “Ψηλό Σύννεφο, βλέπεις το βουνό που είναι βόρεια από το χωριό μας; Πρέπει να το ανέβεις μόνη σου, χωρίς τίποτα άλλο εκτός από ένα δίχτυ και τα χέρια σου, και να κυνηγήσεις το πιο όμορφο και δυνατό γεράκι του βουνού. Αν το πιάσεις, πρέπει να το φέρεις εδώ ζωντανό την τρίτη μέρα μετά την πανσέληνο. Κατάλαβες;”

Η νεαρή κοπέλα συγκατανεύει σιωπηλά.

“Κι εσύ Άγριε Ταύρε” συνεχίζει ο μάγος, “πρέπει να ανέβεις το βουνό του κεραυνού, κι όταν φτάσεις στην κορυφή, τον πιο άγριο απ’ όλους τους αετούς, και με τα χέρια σου μόνο κι ένα δίχτυ να τον πιάσεις χωρίς να τον τραυματίσεις και να τον φέρεις μπροστά μου, ζωντανό, την ίδια μέρα που θα έρθει και το Ψηλό Σύννεφο….Πηγαίνετε τώρα.”

Οι δυο νέοι κοιτάζονται με τρυφερότητα, κι ύστερα από ένα φευγαλέο χαμόγελο φεύγουν για να εκπληρώσουν την αποστολή που τους ανατέθηκε. Εκείνη πάει προς το βορρά, εκείνος προς το νότο…

Την καθορισμένη ημέρα, μπροστά στη σκηνή του μάγου, περιμένουν οι δυο νέοι, ο καθένας με μια πάνινη τσάντα, που περιέχει το πουλί που του ζητήθηκε.

Ο μάγος τους λέει να βγάλουν τα πουλιά από τις τσάντες με μεγάλη προσοχή. Οι νέοι κάνουν αυτό που τους λέει, και παρουσιάζουν στο γέρο για να τα εγκρίνει τα πουλιά που έπιασαν Είναι πανέμορφα, χωρίς αμφιβολία, τα καλύτερα του είδους τους.

“Πετούσαν ψηλά;” ρωτάει ο μάγος.

“Ναι, βέβαια. Κι εμείς, όπως μας ζητήσατε….Και τώρα;” ρωτάει ο νέος. “Θα τα σκοτώσουμε και θα πιούμε την τιμή από το αίμα τους;”

“Όχι” λέει ο γέρος.

“Να τα μαγειρέψουμε και να φάμε τη γενναιότητα από το κρέας τους;” προτείνει η νεαρή.

“Όχι” ξαναλέει ο γέρος. “Κάντε ότι σας λέω. Πάρτε τα πουλιά και δέστε τα μεταξύ τους από τα πόδια μ’ αυτές τις δερμάτινες λωρίδες…Αφού τα δέσετε, αφήστε τα να φύγουν, να πετάξουν ελεύθερα.”

Ο πολεμιστής και η νεαρή κοπέλα κάνουν ό,τι ακριβώς τους έχει πει ο μάγος, και στο τέλος ελευθερώνουν τα πουλιά.

Ο αετός και το γεράκι προσπαθούν να πετάξουν, αλλά το μόνο που καταφέρνουν είναι να στριφογυρίζουν και να ξαναπέφτουν κάτω. Σε λίγα λεπτά, εκνευρισμένα που δεν καταφέρνουν να πετάξουν, τα πουλιά επιτίθενται με τσιμπήματα το ένα εναντίον του άλλου, μέχρι που πληγώνονται.

“Αυτό είναι το μαγικό. Μην ξεχάσετε ποτέ αυτό που είδατε σήμερα. Τώρα, είστε κι εσείς ένας αετός κι ένα γεράκι. Αν δεθείτε ο ένας με τον άλλον, ακόμα κι αν το κάνετε από αγάπη, όχι μόνο θα σέρνεστε στη ζωή σας, αλλά επιπλέον, αργά ή γρήγορα, θα αρχίσετε να πληγώνετε ο ένας τον άλλον. Αν θέλετε η αγάπη σας να κρατήσει για πάντα, να πετάτε μαζί, αλλά ποτέ δεμένοι.”

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 14 Ιανουαρίου 2018

Για μια ακόμη χρονιά, με το ξεκίνημα του νέου έτους, αμέτρητοι άνθρωποι παίρνουν «ηρωικές» αποφάσεις ότι επιτέλους αυτή τη φορά θα κάνουν αυτό που πρέπει να κάνουν: να χάσουν κιλά, να τρώνε πιο υγιεινά, να πληρώσουν τα χρέη τους και να βάλουν χρήματα στην άκρη, να σταματήσουν το κάπνισμα και τόσα άλλα, ων ουκ έστι αριθμός. Το αν θα τηρήσουν τις υποσχέσεις στον εαυτό τους, αυτό είναι άλλο θέμα!

Μια νέα δειγματοληπτική έρευνα που έγινε από το Κολλέγιο Μάριστ της Νέας Υόρκης, αποκάλυψε ότι σχεδόν οι μισοί άνθρωποι (το 44%) έχουν ήδη πάρει ή σχεδιάζουν να πάρουν κάποια σημαντική απόφαση στην προσωπική ζωή τους το 2018.

Οι δύο συχνότερες αποφάσεις είναι «να γίνω καλύτερος άνθρωπος» (12%) και «να χάσω βάρος» (10%). Ακολουθούν (με 9% η κάθε μία) οι αποφάσεις «να τρώω πιο υγιεινά», «να ασκούμαι περισσότερο» και «να βρω κάποια καλύτερη δουλειά».

Ίσως όσοι σχεδιάζουν τρόπους για να αλλάξουν τη ζωή τους να μη το γνωρίζουν, αλλά οι σκέψεις τους εντάσσονται σε μια μακραίωνη ιστορική παράδοση, καθώς ήδη προ χιλιάδων ετών οι άνθρωποι υπόσχονταν -συνήθως φωναχτά- στους εαυτούς τους και στους γύρω τους διάφορα πράγματα με την αρχή κάθε νέας χρονιάς, όπως την αφοσίωσή τους στο βασιλιά, την πίστη τους στους θεούς ή το σεβασμό τους στους νόμους.

Στη σύγχρονη πιο ατομικιστική εποχή οι περισσότεροι άνθρωποι παίρνουν αποφάσεις που αφορούν την αυτοβελτίωσή τους. Μελέτες έχουν δείξει όμως ότι λιγότερο από ένας στους δέκα ανθρώπους (8%) καταφέρνει να τηρήσει τις υποσχέσεις στον εαυτό του για περισσότερους από λίγους μήνες.

Οι ψυχολόγοι γνωρίζουν πολύ καλά πόσο εύκολα οι άνθρωποι επιστρέφουν στις παλιές κακές συνήθειές τους. Όσο πιο φιλόδοξη είναι μια απόφαση, τόσο δυσκολότερο είναι να τηρηθεί, γι’ αυτό οι ειδικοί συμβουλεύουν τους ανθρώπους να θέτουν ρεαλιστικούς και άρα πιο επιτεύξιμους στόχους στην αρχή κάθε χρονιάς. Κι ακόμη, να εστιάζουν σε ένα μόνο πράγμα που θέλουν να αλλάξουν και όχι σε πολλά μαζί, γιατί τότε αυξάνει ο κίνδυνος ο εαυτός τους να τους προδώσει.

Δύο άλλες συμβουλές των ψυχολόγων είναι να ανακοινώνει κανείς την απόφασή τους σε άλλους (π.χ. συγγενείς ή φίλους) και να βρίσκει παρέα για συμπαράσταση στην αλλαγή της συνήθειάς του. Όταν κάποιος παίρνει μια σιωπηλή απόφαση και επιπλέον προσπαθεί μόνος του να την τηρήσει, χρειάζεται περισσότερη δύναμη θέλησης.

Παρόλο που όλα αυτά δεν ακούγονται ρόδινα, μελέτες έχουν δείξει ότι οι αποφάσεις της Πρωτοχρονιάς έχουν περίπου δεκαπλάσια πιθανότητα να υλοποιηθούν από ό,τι οι αποφάσεις που παίρνονται σε άλλες στιγμές του έτους. Συνεπώς αξίζει μια προσπάθεια!

Από ΑΝΤΙΚΛΕΙΔΙ

_______________________

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 14 Ιανουαρίου 2018

“ΚΑΠΟΤΕ ΟΤΑΝ ΑΚΟΥΓΑ ΠΕΡΙΕΡΓΑ ΤΥΠΑΚΙΑ να δηλώνουν ότι προτιμούν να περάσουν μόνοι τους την παραμονή των Χριστουγέννων και ακόμα χειρότερα της Πρωτοχρονιάς και μόνο με την ιδέα με έπιανε ένας φόβος ανείπωτος. Τώρα όχι πια. Νομίζω ότι έχω κάνει μεγάλα άλματα στο χρόνο και στο προσωπικό θέλω του άλλου για να αρνούμαι μετά βδελυγμίας την ανάγκη και επιθυμία σου να περάσεις αυτές τις μέρες όπως επιθυμείς. Καμιά φορά και χωρίς να επιθυμείς. ΚΙ ΑΝ ΕΙΧΑΜΕ ΜΝΗΜΕΣ από την παιδική μας ηλικία με μοσχοβολιστά γλυκά, ζεστασιά, στολισμένο δέντρο και δώρα από κάτω, τότε αυτή η ανάμνηση θα μας συντροφεύει σε όλη μας τη ζωή. Κι αν δεν είχαμε, είναι τόσο ισχυρή η εικόνα που πάλι μια πανομοιότυπη σκηνή στήνουμε στο μυαλό μας. ΜΟΝΟΣ ΣΟΥ, ΜΕ ΤΗΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΣΟΥ, ΜΕ ΦΙΛΟΥΣ ΚΑΛΟΥΣ, με παρέα -δεν τους γνωρίζεις όλους-, βρέθηκες μάλλον ξώφαλτσα την τελευταία στιγμή, σε σπίτι, σε μπαρ, σε πολύβουο κλαμπ, στο χωριό, στην πόλη, ίσως κοιμηθείς, ίσως παραπιείς, ίσως ερωτευτείς, ίσως χωρίσεις, ίσως συγχωρέσεις, ίσως αρχίσεις να ελπίζεις, ίσως ονειρευτείς, ίσως αφεθείς στην αγάπη των ημερών. ΓΙΑΤΙ ΑΝ ΤΟ ΚΑΛΟΣΚΕΦΤΕΙΣ πέρα από το γραφικό και το δυτικότροπο φολκλόρ των ημερών το μήνυμα είναι παντοδύναμο και περνάει ακόμα. Ευτυχώς! Κι αν σέρναμε φάτσες βλοσυρές και κουρασμένες όλη την προηγούμενη χρονιά, τούτο είναι το άλλοθι που ψάχνουμε, προτού ο χρόνος κόψει νήμα. Το δικό μας τέλειο, καλοστημένο άλλοθι. Τα πρόσωπα γλυκαίνουν, τα βλέμματα συναντιούνται, τα σώματα λύνονται, οι καρδιές ζεσταίνονται. ΧΑΜΟΓΕΛΑ. Λέξεις-ευχές κι ας πιάσουν τόπο για μια φορά, κάθε φορά τέτοιες μέρες. Δώρα όχι άδωρα, δώρα συμβολικά, κάτι από μένα για σένα, κάτι από σένα για μένα. ΕΛΑ ΝΑ ΣΤΟΛΙΣΟΥΜΕ ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ, να βάλουμε μπάλες, λαμπιόνια και αστέρι στην κορυφή και με τα φώτα κλειστά να το κοιτάμε όλη νύχτα όπως κάναμε μικροί. Έλα να βάλουμε δώρα από κάτω και να περιμένουμε με καρδιοχτύπι ανυπόμονα τη στιγμή που θα τα ανοίξουμε. ΕΛΑ ΝΑ ΦΤΙΑΞΟΥΜΕ ΓΛΥΚΑ, κουραμπιέδες και μελομακάρονα χωρίς να ξέρουμε και να πασαλειφτούμε με αλεύρι και ζάχαρη. Έλα να χορέψουμε, να αγκαλιαστούμε, να φιληθούμε χωρίς γκι. Έλα, τι περιμένεις! Κι αν μόνος σου θέλεις να είσαι γιατί δεν αντέχεις το επιβεβλημένο βάρος τούτων των ημερών, θα το καταλάβω. Και θα σου ετοιμάσω Χριστούγεννα μόνο για σένα μια ζεστή καλοκαιρινή νύχτα. ΝΑ ΠΕΡΑΣΕΙΣ ΟΠΩΣ ΕΠΙΘΥΜΕΙΣ. Κι ας είναι αυτή η ευχή μου για φέτος. Η σύντομη, η βραχυπρόθεσμη. Η εφικτή .

Από doctv.gr Δήμητρα Χατζημαγιόγλου

Μαρία Ανδρεάδου στις 9 Ιανουαρίου 2018
Καταλαβαίνεις αµέσως ότι κάτι δεν πάει καλά όταν ακούς από αμετροεπώς χαμογελαστά ζευγάρια σχόλια του τύπου: «Πήγαμε ένα υπέροχο φθινοπωρινό διήμερο στο εξοχικό μας στη Χ. Από τη χαρά του ο (σ.σ. τρίχρονος) Γιάννης δεν κοιμόταν πριν από τις 12 το βράδυ», «Ηταν πολύ ωραία στα εγκαίνια της έκθεσης ζωγραφικής του Χ. Εδωσα στη μικρή τη φρουτόκρεμα από νωρίς και κάθισε ήσυχη στο καρότσι. Οταν άρχισε τα ουρλιαχτά, φύγαμε» ή «Εχουμε σχεδόν μισό χρόνο να βγούμε οι δυο μας. Αλλά είναι τόσο χαριτωμένα όταν τα παρατηρείς να φτιάχνουν τα πρώτα τους σκραμπλ». Κάτι πολύ σάπιο υπάρχει στο βασίλειο της τέλειας πυρηνικής οικογένειας.
.
Eίναι η λαίλαπα της σημερινής παιδοκεντρικής φαμίλιας. Γονείς που δεν κάνουν απολύτως τίποτα χωρίς τα παιδιά ή τίποτα που να μην έχει σχέση με τα παιδιά. Οχι (απαραιτήτως) επειδή συντρέχουν πρακτικοί και οικονομικοί λόγοι (π.χ. «δεν έχουμε ποιος να το κρατήσει»), αλλά επειδή οι ίδιοι έχουν αναγάγει την ανατροφή των τέκνων τους στο ύψιστο, στο υπέρτατο, στο πανίερο και μοναδικό καθήκον τους απέναντι στον εαυτό τους και στην ανθρωπότητα. Το αποτέλεσμα; Γονείς παντελώς αποστραγγισμένοι από ενέργεια και προσωπικό χρόνο, χωρίς ψήγμα ιδιωτικότητας, που βρίσκουν ευκαιρία για ένα ποτήρι κρασί μόνο στο παιδικό πάρτι, που δεν θα διαβάσουν ποτέ ένα «ενήλικο» βιβλίο, που θα οργανώσουν ευλαβικά το τέλειο playdate αλλά ποτέ ένα boys’ ή ένα girls’ night out, που θα χύσουν αίμα για να μη χάσει ο μικρός τον αγώνα ποδοσφαίρου το πρωί της Κυριακής και ας έχουν γίνει οι ίδιοι μια θλιβερή, πλαδαρή σκιά του παλιού εαυτού τους (μπιροκοιλιά, παντελώς ασεξουαλική περιβολή μέσα και έξω από το σπίτι κ.ά.).
.
Ταξινοµούνται χονδρικά σε τέσσερις συνοµοταξίες. Στους ρέποντες προς τη συστηματική, ηδονική σχεδόν, αυτοθυματοποίηση: «Δεν έχω ποτέ χρόνο… Οι παππούδες μένουν μακριά…». Στους νέας κοπής new age, που θεωρούν ότι η μύηση στο «attachment parenting» («γονεϊκότητα της προσκόλλησης») είναι κάτι σαν PhD. Στους εθισμένους / οκνηρούς με το σταθερό, σιωπηρό μότο: «Εχω συνηθίσει πια να μη βγαίνω ποτέ έξω». Αυτοί έχουν, βέβαια, ένα ελαφρυντικό: τα πρώτα χρόνια που γίνεσαι γονιός είναι αναπόφευκτα δύσκολα, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι οφείλεις να απολέσεις διά παντός τον προ-του-τέκνου εαυτό σου και βίο σου. Και, τέταρτον, στους ανεπίδεκτους μαθήσεως, που συνειδητά επιλέγουν το παιδί αντί μιας κανονικής ζωής. Γι’ αυτούς η γονεϊκότητα έχει σχεδόν μετατραπεί στο τέλειο άλλοθι για την απουσία ενδιαφερόντων, σεξουαλικής ζωής, κοινωνικών συναθροίσεων κ.λπ. Και όταν έρθει η ώρα για την «άδεια φωλιά» (όταν δηλαδή το παιδί εγκαταλείψει την οικογενειακή εστία για σπουδές, εργασία ή σύντροφο), η κατάσταση είναι ήδη προκεχωρημένη: «Φωλιά του κούκου».
.
Οι έρευνες καταδεικνύουν πως όταν η γονεϊκότητα γίνεται αυτοσκοπός, η ψυχική υγεία ολισθαίνει. Εν έτει 2012, έρευνα του Πανεπιστημίου Μέρι Ουάσιγκτον της Βιρτζίνια σε γυναίκες ως επί το πλείστον της μεσαίας τάξης, ηλικίας 18-49 ετών, παντρεμένες ή σε μακροχρόνιες σχέσεις, επιβεβαίωσε ακριβώς αυτό.
.
Οι μητέρες που αντιμετωπίζουν τη μητρότητα ως μια κούρσα αντοχής, την οποία μόνο εκείνες μπορούν να φέρουν εις πέρας και από την οποία κανείς και τίποτα δεν πρέπει να τις αποσπά, είχαν πολύ μεγαλύτερες πιθανότητες να εμφανίσουν αγχώδεις διαταραχές και κατάθλιψη. Οι συντάκτες της έρευνας, η οποία δημοσιεύθηκε online στην επιθεώρηση «Journal of Child and Family Studies», κατέληξαν να διερωτηθούν: «Αν η υπερεντατική μητρότητα συνδέεται με τόσο αρνητικές για την ψυχική υγεία τους συνέπειες, τότε γιατί οι γυναίκες επιμένουν να την υιοθετούν;».
.
Oι γονείς της νέας χιλιετίας πνίγουν εαυτόν στον υπερβάλλοντα ζήλο τους να μεγαλώσουν μικροδιαχειριζόμενα, παραχαϊδεμένα, επιτυχημένα παιδιά. Δεν χρειάζονται όμως ενοχές, ούτε αυτομαστίγωμα για να διεκδικήσεις (και να πάρεις) ένα ρεπό. Οπως έγραφε προ μηνών η Λίντσεϊ Ρόμπερτς στην «Washington Post» (σε ένα άρθρο με τίτλο «Why self-care is an important part of parenting, and how to make time for it»): «Το να φροντίζεις τον εαυτό σου δεν είναι εγωιστικό· είναι ό,τι καλύτερο μπορείς να κάνεις για τα παιδιά σου».
πηγή : http://www.themamagers.gr
Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 17 Δεκεμβρίου 2017

Τον Νίκο τον γνώριζα από τότε που γεννήθηκε, ο μπαμπάς του Σαββας είναι καρδιακός μου φίλος  επί 25 χρόνια. Επέλεξε να φύγει από την ζωή..επέλεξε να φύγει στην θάλασσα που τόσο αγαπούσε…Πονάω για τον χαμό του…απύθμενος ο πόνος των γονιών του…Καλό ταξείδι Νίκο μου…

 

….”Ο Νίκος Χατζηνικολάου ήταν ένα πανέξυπνο παιδί που πέρασε τρίτος στο τμήμα εφαρμοσμένων μαθηματικών του Πολυτεχνείου και τις τελευταίες ημέρες βρισκόταν στη Ρόδο για να περάσει μαζί με την οικογένειά του τις ημέρες των γιορτών.

Ο φοιτητής αγνοείτο από τα ξημερώματα της Τρίτης καθώς είχε φύγει από το σπίτι του στην περιοχή Τριαντών Ρόδου με αυτοκίνητο. Βρέθηκε νεκρός μέσα στο αυτοκίνητό του στον πυθμένα της Καμείρου  ΣκΣκάλας.

Ο Νίκος Χατζηνικολάου ήταν γιος της Αντιδημάρχου Τουρισμού του Δήμου Ρόδου, Μαρίζας Χατζηλαζάρου και του Σάββα Χατζηνικολάου, που είναι δημιουργός του μεγάλου καταδυτικού κέντρου με την επωνυμία «Blutopia Marine Park».”…

 

Η “ΕΞΙΣΩΣΗ” ΜΕ ΤΟΝ ΑΓΝΩΣΤΟ Χ

ΤΖΙΝΑ ΔΑΒΙΛΑ (ΓΙΑ ΤΟΝ ΝΙΚΟ)

Γεννιέσαι και κλαις, γιατί βγήκες από την κοιλιά της μάνας σου.

Περπατάς και κλαίς, γιατί επιμένουν να σε κρατούν στα χέρια ή να σε κρατούν από το χέρι.

Πας στο σχολείο και κλαις, γιατί σε αφήνουν σύξυλο σ’ένα άγνωστο περιβάλλον που θέλει να σου επιβάλλει κανόνες και χρονόμετρα στο παιχνίδι, στα κινούμενα σχέδια, στη διασκέδαση της παιδικής χαράς.

Μπαίνεις στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και κλαις – κρυφά και φανερά – γιατί τελείωσαν τα ψέματα της παιδικής ασφάλειας και αφέλειας, τα ανέμελα όνειρα… πρέπει να μάθεις να σκέφτεσαι σαν «κανονικός» άνθρωπος, να ανταγωνίζεσαι, να προσπαθείς να είσαι ο καλύτερος σε όλα, να βάζεις τρικλοποδιές αν χρειαστεί για να γίνεις ο πρώτος των πρώτων

Μπαίνεις στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και αρχίζεις να σκέφτεσαι σαν κανονικός άνθρωπος… να πειραματιστείς σε ό,τι δεν πρόφτασες να γνωρίσεις καθώς γινόσουν ο «κανονικός» άνθρωπος που ήθελε η κοινωνία σου.

Αναμετριέσαι με τον εαυτό σου, τις αντοχές σου, τις ισχυρές εμμονές σου, την ματαιότητα και την ματαιοδοξία σου.

Αναμετριέσαι με τον ίδιο σου τον εαυτό. Τον πιο σκληρό, τίμιο και υπολήψιμο αντίπαλό σου.

Αναζητάς τις λύσεις στους δικούς σου γρίφους. Βάζεις τον ένα άγνωστο χ πλάϊ στον άλλο άγνωστο χ και ψάχνεις τη λύση.

Κι εσύ που έχεις λύσει άριστα όλες τις επίγειες εξισώσεις της Άλγεβρας και της Γεωμετρίας… να’σου και μια που υπολόγισες λάθος. Δεν σου βγήκε το αποτέλεσμα που περίμενες. Ο άγνωστος, αστάθμητος παράγοντας Χ που σου.. βγήκε με κόκκινο.

Απέτυχε η οργάνωση; Η προετοιμασία; Το αποτέλεσμα; Απλώς η εξίσωση δεν είχε τη λύση που υπολόγισες. Και έφυγες. Ποιος ξέρει ποιοι ήταν οι άγνωστοι χ και ψ; Ποιος μπορεί να βρει τη λύση και να πει με βεβαιότητα ότι ήταν αυτό ή το άλλο συμβαίνει.

Τους ανθρώπους, τους αγαπάμε και όταν φεύγουν μακρυά.

Είτε τους είδαμε να μεγαλώνουν, να γελούν, να δακρύζουν, να θυμώνουν, να ονειρεύονται  ότι σε όλα τα στοιχήματα της ζωής το κέρδος θα ήταν με το μέρος μας, είτε όχι.

Αιώνιο, ζεστό, γαλήνιο Φως, Νίκο, εκεί που γαληνεύει η ψυχούλα σου.

Στην άβυσσο του Καζαντζάκη, που εγώ λέω Φως.

Ταξίδι στο Φως ήταν η δική σου βουτιά στη θάλασσα, εκείνης της “εξίσωσης” που δεν σου βγήκε γιατί ένας Θεός ξέρει γιατί…. Που σου την έσκασε αυτός ο άγνωστος, μοιραίος, απρόβλεπτος συντελεστής χ όλων των μαθηματικών εξισώσεων.

Τα βαθιά και ειλικρινή μου συλλυπητήρια στη Μαρίζα, τον Σάββα, τον Λάζαρο, τον Χρήστο, στις γιαγιάδες και παππούδες.

Με μεγάλο σεβασμό και εκτίμηση υποκλίνομαι σε όλους όσους απέδειξαν ότι το παράστημά τους ωχριά μπρος στο μεγαλείο της ψυχής τους.

Εκείνοι ξέρουν.

 

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 16 Δεκεμβρίου 2017

Η αρρώστια, σου κόβει τη μαγκιά. Η δράση αλλάζει διαδρομή. Δεν τρέχεις προς έξω σου αλλά μέσα σου πισωγυρίζεις. Και σε ανακαλύπτεις, άλλες σου πτυχές, και παρασκευάζεις άλλη δύναμη και σε βλέπεις αλλιώς και σε γλυκοπονάς και σε νοιάζεσαι και σε συνοψίζεις και σε μελετάς, όσο δεν σε μελέτησες ποτέ

«Τα πάντα ρει» είπε ο Μιχάλης και χαμογέλασε ενθαρρυντικά. Στον Ηράκλειτο αποδίδουν τη φράση. Αλλά εγώ, από τον Μιχάλη την εμπέδωσα, γιατί την είπε τη σωστή μου στιγμή. (Πολλά ετούτες τις μέρες θα εμπέδωνα).

Κι έτσι, σε δευτερόλεπτα, δεν ήμουν εγώ και μια αρρώστια απέναντί μου, αλλά ήταν η ζωή μου εν ροή και μαζί οι σημαντικοί μου και το πόσο ωραία μεγαλώνουμε μαζί και τα ταξίδια που αξιωθήκαμε και τα άλλα που ονειρευόμαστε και οι μουσικές που μου μίλησαν κατάστηθα και με δάκρυσαν και οι σελίδες των βιβλίων που κοντοστάθηκα και με μολύβι κάτι υπογράμμισα και τα μεγάλα φιλιά και οι μεγάλες στιγμές και οι τοσοδούλικες και η αρρώστια που ήρθε κάτι για να μου πει και η θάλασσα που λατρεύω και με περιμένει και το χαμόγελο των ματιών και η σφιχτή αγκαλιά και εκείνη η γεύση και η άλλη κι εκείνη η συζήτηση που μου σπινθηροβόλησε σκέψεις και εκείνα τα μάτια του, τα δικά του, όταν, και τ΄ άλλα, όταν, και το βαθύ μουντό πορτοκαλί χρώμα των φύλλων και το πράσινο των δασών και οι αφίξεις και οι απουσίες και το κενό και το ολόκληρο και το σώμα στον έρωτα και η ποίηση και οι γιατροί (οι αληθινά ωραίοι!) και μια συνάντηση από το πουθενά και, και, και… Ζωή!

Δεν ήταν αίφνης αντίπαλός μου η αρρώστια που προέκυψε… Μπορεί, ένας σοφός συναγερμός στην ροή. Που τον «παρήγαγα», ερήμην μου και όχι. Γιατί γνωρίζω-υποψιάζομαι, ότι οι ψυχές μας παράγουν τις αρρώστιες μας. Νομίζω. Αυτό τον καιρό πολλά νομίζω. Και μ΄ αρέσει ότι νομίζω, ότι δηλαδή χρησιμοποιώ το μυαλό μου για να νομίζω. Ακόμα κι αυτό, ένα ταξίδι σε πρωτόγνωρα.

Για παράδειγμα, μαθαίνεις-μαθαίνεις (προσέξατε το διπλό «μαθαίνεις-μαθαίνεις») ότι δεν είσαι από σίδερο. Μη σε πονάς, ότι ήσουν αναιδής και σε θεωρούσες σιδερένια… Άνθρωποι, μωρέ! Μπορεί έτσι να παίζεται το παιχνίδι της ζωής. Ενώ το μόνο δεδομένο που έχουμε είναι ότι θα πεθάνουμε, ζούμε παρακάμπτοντάς το, παιδικά, γενναιόψυχα αστεία.

Αυτές τις μέρες ένοιωσα κι άλλα πρωτόγνωρα που θα ήθελα να σας μιλήσω. Το ένα είναι ο «φόβος» . Αλλά, άλλος φόβος, ετούτος ο φόβος. Τον ονόμασα «μαστίχα» μαστιχόδεντρου. Γιατί στάζει από μια αναγκαστική εσωτερική διεργασία. Ξέρετε, όλη μας τη ζωή ο φόβος ξετινάζει αντανακλαστικά. Λες, θα τρέξω, «θα κόψω πέρα» (λατρεύω τον τρόπο που το λέει η μάνα μου), θα φωνάξω… Δράση εξωστρεφής, δυναμική.

Ενώ ο φόβος που εκβράζει η αρρώστια… Δεν έχει τέτοια. Δεν έχει μαγκιές. Η αρρώστια, σου κόβει τη μαγκιά. Η δράση αλλάζει διαδρομή. Δεν τρέχεις προς έξω σου αλλά μέσα σου πισωγυρίζεις. Και σε ανακαλύπτεις, άλλες σου πτυχές, και παρασκευάζεις άλλη δύναμη και σε βλέπεις αλλιώς και σε γλυκοπονάς και σε νοιάζεσαι και σε συνοψίζεις και σε μελετάς, όσο δεν σε μελέτησες ποτέ.

Θέλετε κι άλλο πρωτόγνωρο; «Σε» αφήνεις να σε φροντίζουν ενώ γνώριζες κυρίως την ανάποδη διαδρομή. Κι ας κάνεις τον ζόρικο στην αρχή… Λατρεμένο μου Λιλάκι! Και επίσης ζεις… Αυτό σας βεβαιώνω είναι μαγευτικά σπουδαίο… Το… Πώς να σας το μεταφέρω αυτό; Ζεις στους άλλους, τον δισταγμό της βαθιάς αγάπης. Αυτόν, που θέλουν να σου εκδηλώσουν πολλά-πολλά-πολλά και δεν ξέρουν πώς; Και είναι αμήχανοι… Και είναι οι σιωπές τους λαλίστατες και τα μάτια άλλο τόσο. Και κάποτε ξεθαρρεύοντας, πιάνουν «δύσκολη διαδρομή».

Να, όπως ένα ουράνιο τόξο που μου έστειλε μια σημαντική μου και αναλώθηκε σε μια χαζοφλυαρία λογοτεχνίας, που έγραφε και έγραφε σοφίες και δανεικές φιλοσοφίες εμψύχωσης και στο τέλος, αφού δεν της απάντησα, το «έπιασε» και μου έγραψε «Τι σόι μαλακίες σου γράφω; Ήθελα να σου πω ότι σ’  αγαπάω». Και στον τόπο, ενός «σ’ αγαπάω», επιτέλους συνεννοηθήκαμε.

Αυτά μέχρι στιγμής, αγαπητοί μου αναγνώστες. Οχι, δεν είναι όλα «γλυκά». Εχει και άγρια. Και φοβιστερά. Και κάτι εσωτερικές κατηφόρες και κάτι ακραίες εμψυχώσεις από το τίποτα. Αλλά σήμερα ήθελα να ξεκινήσω απ’ αυτά. Τόσα χρόνια που «ήμαστε» μαζί… Τόσα χρόνια που με διαβάζετε άρα «με καταδιαβάζετε»… Ατιμος καταδότης η γραφή… Ηθελα να μοιραστώ αυτά. Και μην αναλωθούμε σε ερωτήσεις (ό,τι χειρότερο οι ερωτήσεις) και «περαστικά» με γνώμες και αναφορές σε παραπλήσια περιστατικά και, και, και. Είναι κι αυτό μέσα στα μαγικά. Τα αληθινά περαστικά τα νιώθεις χωρίς να χρειάζεσαι λέξεις. Τα πάντα ρει, λοιπόν. Και ναι, τελικά δεν ήμαστε από σίδερο

Από protagon.gr Ρένα Βιτάλη

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 6 Δεκεμβρίου 2017

“….Είμαι 91 ετών. Τι σημαίνει χρόνος; Ποια είναι η αίσθηση του χρόνου; Εδώ είναι θέμα αριθμών, όχι ρυθμών. 
Και λέω: «Στα ενενήντα περπατώ, στα εκατό θα φτάσω και τότε μόνο θα σκεφτώ αν πρέπει να γεράσω». Μόνον τα πόδια μου με έχουν κάνει να καταλάβω ότι γέρασα. Βλέπω στον ύπνο μου ότι τρέχω, ότι ανεβαίνω σκαλιά, ότι τρέχω πίσω από λεωφορεία για να τα προλάβω και ξυπνώ και συνειδητοποιώ ότι δεν μπορώ. Το μόνον που μου μένει είναι το μυαλό.

Ο χρόνος είναι για μένα οι στιγμές. Δεν υπάρχει χρόνος. Δεν μπορείς να πεις τι θα κάνεις. Η ευτυχία είναι θέμα στιγμών, όχι διαρκείας. Ξέρω ότι τώρα δεν είμαι ερωτεύσιμη, αλλά είμαι ερωτευμένη.
Τι θα πει χρόνος; Υπάρχει; Δεν υπάρχει. Είναι ένας αριθμός. Τι είναι τα γηρατειά; Να κάνεις από καθήκον αυτό που πριν έκανες από ευχαρίστηση. Κάποτε από το καράβι πήδαγα από το ψηλό κατάρτι. Ημουν μεγάλη κολυμβήτρια. Ο Σεφέρης γράφει κάπου για τα μπαστούνια, τα μπαστούνια και τα κατάρτια. Τώρα έχω το μπαστούνι.
Υπάρχει μια διαφορά. Οταν λες εσύ μυαλό και ψυχή, λέω εγώ μυαλό και καρδιά.Γιατί; Γιατί με την καρδιά ενδιαφέρεσαι για τους άλλους ενώ με την ψυχή, για τον εαυτό σου. Οταν ο Πλάτων γράφει «επιμελείσθαι της ψυχής», δεν το έλεγε για τους άλλους, είναι για τον εαυτό σου. Ενώ με την καρδιά, πάμε για τους άλλους. Εκεί που έχω φτάσει λοιπόν, με ενδιαφέρουν οι άλλοι.

Μια μέρα, οι δημοσιογράφοι ρώτησαν τους υπαλλήλους του Πανεπιστημίου: «Τα βγάζει πέρα η πρύτανις;». Κι εκείνοι τους απάντησαν: «Η πρύτανις είναι άνδρας». Κι έρχεται μια μέρα η Σιμόν Βέιλ και ξέρετε τι μου λέει; Οτι πρόκειται να με ανακηρύξουν «άνδρα της χρονιάς»….
Εγώ δεν είμαι υπέρ των γυναικών, είμαι υπέρ του ζευγαριού. Οταν οι δύο είναι μαζί καταφέρνουν να κάνουν κάτι που μπορεί να σε πάει πιο μπροστά. Είτε ένας άνδρας και μια γυναίκα, είτε ομοφυλόφιλοι. Σήμερα η γυναίκα έχει καταφέρει να μπορεί να κερδίσει τη ζωή της. Κι αυτό την έχει κάνει να έχει οικονομική ανεξαρτησία, την έχει κάνει «αυτοδέσποτη», ανεξάρτητη, αυτόνομη, να λέει εσύ κι εγώ, εγώ κι εσύ. Πριν ήταν μόνο εσύ, για τον άνδρα της. Αυτά ως προς τα εφόδιά της. Τώρα τι έχει κάνει με αυτά τα εφόδια, εκείνη ξέρει. Η κάθε μία ξεχωριστά. Δεν μου αρέσουν οι γενικότητες.
Παρά την παιδεία, την κατάρτιση, τα οικονομικά οφέλη, εξακολουθεί να υπάρχει ακόμα μεγάλη διαφορά, τεράστια διαφορά, στη Γαλλία τουλάχιστον που ξέρω, ανάμεσα στις γυναίκες και τους άνδρες. Στα ανώτατα συμβούλια των επιχειρήσεων υπάρχει σήμερα ένας παρά πολύ μικρός αριθμός γυναικών. Στο Πανεπιστήμιο, όταν έγινα εγώ πρύτανης ήταν 3% οι γυναίκες καθηγητές και σε ποσοστό 40% οι βοηθοί. Αρχιζαν λοιπόν να λένε ότι δεν μπορείς να είσαι και γυναίκα, και μάνα, και επαγγελματίας, κάτι δεν θα κάνεις καλά.
Ενώ έχουν τα πόδια στη γη, οι γυναίκες, δεν έχουν όλες τα μάτια στον ουρανό. Εγώ τα είχα. 

Οταν αποφασίσεις να κάνεις μια δουλειά, οι άνδρες αναλαμβάνουν τη δουλειά για να πάνε πιο πάνω. Οι γυναίκες, μέχρι στιγμής τουλάχιστον, παίρνουν τη δουλειά για να την κάνουν καλά. Εχει μεγάλη διαφορά.
Είδατε, κάναμε γυναίκα πρύτανη, είπε μια μέρα ο Μιτεράν, ενώ με σύστηνε. Του είπα ότι οι γυναίκες δεν έχουν το δικαίωμα να αποτύχουν. Γιατί αν αποτύχουν θα πάρουν και τις επόμενες στο 

…Ξέρετε κάτι, αν διευθύνουν οι ανίκανοι, φταίνε οι ικανοί. Κι αν διευθύνουν οι ανάξιοι, τότε φταίει η γενική απαξίωση

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 25 Νοεμβρίου 2017

Ένας κόσμος υπέροχος είναι το βλέμμα του ανθρώπου. Μέσα του ταξιδεύουν οι στιγμές του. Τα καρδιοχτύπια της ψυχής του. Η πίκρα και το παράπονό του. Μέσα του ταξιδεύουν οι άνθρωποι που έγιναν συνοδοιπόροι του στην αναζήτηση για τις μικρές Ιθάκες της ζωής του.

Μέσα στο βλέμμα του ανθρώπου είναι γραμμένες οι πιο όμορφες ιστορίες. Γραμμένες με συναισθήματα και με λόγια τρυφερά. Ζωγραφισμένες με έρωτα, με πάθος και με χαμόγελο. Χαραγμένες με την αγάπη.

Εκεί, μέσα στο βλέμμα του θ’ ανακαλύψεις την πιο γλυκιά αλήθεια του. Αρκεί να κοιτάξεις βαθιά και αποφασιστικά μέσα του και θα τη βρεις μέσα στην προσμονή να σε περιμένει. Κι αυτή η τόσο καλά φυλαγμένη αλήθεια, κρατά σφιχτά στον κόρφο της το παράπονο και την αγωνία της ζωής του. Μην τα προσπεράσεις. Μην τα απαξιώσεις. Κι από το χέρι τρυφερά κρατάει την αγάπη. Δες πώς καταλαγιάζει η αντάρα σου όταν την αντικρίζεις!

Στα μάτια να τον κοιτάζεις τον άνθρωπο. Στο βλέμμα του ν΄ αναζητάς το φως που σου έχουνε κλεμμένο. Μέσα τους θα βρεις και τη δική σου λησμονημένη αλήθεια. Βλέπεις, μοιάζουν τόσο πολύ οι ιστορίες των ανθρώπων. Και οι στιγμές τους είναι τόσο μοναδικές, αλλά και τόσο ίδιες.

Η ομορφιά δε βρίσκει τόπο για να κρυφτεί. Καθρεφτίζεται μέσα στο ανθρώπινο βλέμμα και επιμένει σε έναν κόσμο που να μοσχοβολά τρυφερότητα κι αγάπη. Γι’ αυτό κι εσύ μέσα στα μάτια του ανθρώπου να την αναζητάς την ομορφιά που λαχταρά η καρδιά σου. Θα την αναγνωρίσεις γιατί θα είναι μοναδική στα δικά σου μάτια.

Της Γεωργίας Ανδριώτου. Από anapnoes

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 18 Νοεμβρίου 2017

Ο γερό Maktoub κάθισε σε έναν βράχο στην έρημο του Γιουκατάν για να ξαποστάσει μαζί με τους φίλους του. Ο Μετράμπ, ο νεότερος της παρέας, σπάζοντας την σιωπή τον ρώτησε, «δάσκαλε τι είναι ο κύκλος και γιατί πρέπει να κλείνει;».

O Μάγος, πήρε ένα κλαδί που βρήκε κοντά του και επάνω στην άμμο σχημάτισε έναν κύκλο με τις δυο πλευρές του ανοιχτές. “Όλη η ισορροπία στο σύμπαν βασίζεται σε ενεργειακούς κύκλους, που για να είναι σε τροχιά ισορροπίας πρέπει να είναι κλειστοί. Αν για παράδειγμα ένας πλανήτης εκραγεί και σπάσει ο κύκλος, τότε θα καταστρέψει ολόκληρο το ηλιακό μας σύστημα, όπου η σταθερότητά του βασίζεται σε ισορροπημένους ομόκεντρους κύκλους.”

– Και όταν μιλούν οι άνθρωποι για κύκλους τι εννοούν, ρώτησε η Λάναρ.

“Οι άνθρωποι είναι μέρος μιας αλυσίδας που αποτελείται από κύκλους, είπε ο Μακτούμπ. Αν κάποιος δεν είναι κλειστός η κοινωνία των φίλων δεν μπορεί να λειτουργήσει σωστά!”

“Αν δύο άνθρωποι διαπιστώνουν ότι ο ενεργειακός κύκλος δεν είναι κλειστός, πρέπει να τον κλείσουν αμέσως γιατί εκτός του ότι κάνει κακό και στους δύο, κάνει κακό και στο περιβάλλον τους που δεν φταίει σε τίποτα. Το μόνο κακό είναι ότι δεν μπορεί να τον κλείσει μόνο ο ένας, πρέπει να τον κλείσουν και οι δύο μαζί. Ακόμα και αν πονάει. Είναι καλό για όλους και σύντομα θα είναι καλό και για τους δύο.”

“Παράξενα τα λόγια σου σήμερα γέροντα”, είπε ο Κάζαρ. “Δεν τα καταλαβαίνω…”.

“Παιδί μου”, είπε ο Μακτούμπ, “οι σχέσεις των ανθρώπων καμιά φορά είναι τόσο περίπλοκες, που δεν τις καταλαβαίνουν ούτε οι ίδιοι. Όταν δεν τις καταλαβαίνουν, πρέπει να μιλούν ανοιχτά και ειλικρινά, ώστε να κλείσουν τον κύκλο.”

“Αυτό είναι κάτι που δεν το καταλαβαίνεις, αλλά το νιώθεις. Κάνε υπομονή μέχρι να σου συμβεί. Σε όλους συμβαίνει στο ταξίδι της ζωής”. Πήρε και πάλι το κλαδί, στο κουρασμένο δεξί χέρι και έκλεισε τον κύκλο στην άμμο. Τότε στην θέα του κλειστού κύκλου, ένιωσαν όλοι τι εννόησε. Ο κλειστός κύκλος πάντα γαληνεύει.

Maktoub: The pilgrimage of The Mad Man

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 12 Νοεμβρίου 2017

Το χαμόγελο θέλει καλή καρδιά και ανοιχτωσιά για να υπάρξει, θέλει ψυχική ευγένεια και καλοσύνη για να ευδοκιμήσει, θέλει καλούς τρόπους, καλούς ανθρώπους… Μην περιμένουμε απ΄ το χαμόγελο να έρθει να μας βρει για να μας καταπραΰνει. Πρέπει εμείς να πάμε σε αυτό και να το καλέσουμε με καλή προαίρεση στη ζωή μας… Τότε αυτό θα μας δοθεί απλόχερα και θα μας προσφέρει όλα τα ευεργετικά συστατικά του: σαν παυσίπονο, σαν μυστικό της νεότητας, σαν χαρά της ζωής και αλατοπίπερο μιας σχέσης…

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 12 Νοεμβρίου 2017

doctv mag  «Δεν υπάρχει κανείς λόγος να πιστεύεις ότι κάποιος έχει ζήσει πολύ επειδή έχει άσπρα μαλλιά και ρυτίδες- δεν έζησε πολύ, απλώς και μόνο υπήρξε στη ζωή επί πολύ. Θα πίστευες μήπως ότι το ταξίδι κάποιου είχε μεγάλη διάρκεια επειδή ο άνθρωπος αυτός, αμέσως μόλις βγήκε από λιμάνι, έπεσε πάνω σε φοβερή θύελλα, η οποία τον πέταγε από το ένα μέρος στο άλλο, ενώ οι άνεμοι, που λυσσομανούσαν από διάφορες κατευθύνσεις, τον γυρόφερναν μέσα στον ίδιο κύκλο; Δεν ήταν μεγάλο το ταξίδι του, η ταλαιπωρία του ήταν μεγάλη. Οι άνθρωποι διαμορφώνουν στόχους με στήριγμά τους το απώτατο μέλλον, δεν υπάρχει όμως μεγαλύτερη απώλεια ζωής από την αναβολή. Τους στερεί την κάθε καινούρια μέρα και τους αναιρεί το παρόν με κάποια μελλοντική υπόσχεση. Το πιο μεγάλο εμπόδιο της ζωής είναι η αναμονή που στηρίζεται πάνω στο αύριο, καθώς χάνει το σήμερα. Ρυθμίζεις αυτό του βρίσκεται στα χέρια της τύχης και αφήνεις να φύγει εκείνο που βρίσκεται στα δικά σου. Τι κοιτάζεις; Ποιο στόχο έχεις βάλει μπροστά σου; Όλα όσα πρόκειται να έρθουν είναι αβέβαια• ζήσε το άμεσο! Σου φωνάζει ο μεγάλος εκείνος ποιητής και, με τη θεία έμπνευσή του, σου τραγουδάει τους σωτήριους εκείνους στίχους: “Η πιο καλή η μέρα τους στους δύστυχους ανθρώπους είναι που πρώτη χάνεται”. «Γιατί καθυστερείς», λέει αυτός, «γιατί παραμένεις αδρανής; Αν δεν πιάσεις την ημέρα, θα σου φύγει». Ακόμα όμως κι αν την πιάσεις, και πάλι θα σου φύγει- γι’ αυτό και στην ταχύτητα της χρήσης της θα πρέπει να συναγωνιστείς με την ταχύτητα του χρόνου και, όπως από ένα χείμαρρο  -που τρέχει ορμητικά, αλλά δεν θα τρέχει -τα πάντα -, πρέπει να πίνεις γρήγορα».