Εφημερίδες

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 10 Νοεμβρίου 2014

Η γνώριμη εικόνα μιας σύγχρονης συμμετρίας: ανθρώπινα κεφάλια στην ίδια παρέα, σκυμμένα πάνω από τη φωτεινή οθόνη ενός «έξυπνου» κινητού. Λίγα αντικείμενα ενσωματώνουν καλύτερα την αμφισημία της τεχνολογικής προόδου. Απεριόριστες δυνατότητες διασύνδεσης, ενημέρωσης και εξυπηρέτησης μέσα στην παλάμη του χεριού, επισκιάζονται από τον κίνδυνο μιας εκτροχιασμένης σχέσης αφέντη-υπηρέτη: αγένεια, αντικοινωνικότητα, ψυχαναγκασμός, απομόνωση.

Ηταν η σκοτεινή πλευρά που ενέπνευσε το πρόσφατο πρότζεκτ του φωτογράφου δρόμου που ακούει στο καλλιτεχνικό ψευδώνυμο Babycakes Romero. Η σειρά των ασπρόμαυρων εικόνων τιτλοφορείται «Ο θάνατος της συζήτησης» (The death of conversation) και είναι σχεδόν όλες καρπός των καθημερινών του περιπλανήσεων στο Λονδίνο, την πόλη όπου γεννήθηκε, μεγάλωσε και ζει.

«Ηταν κάτι που παρατηρούσα ξανά και ξανά και, ενίοτε, βίωνα από πρώτο χέρι. Οπτικά, μου τράβηξε την προσοχή η συμμετρία αυτών των ανθρώπων, κλειδωμένοι καθώς ήταν ταυτόχρονα, αλλά και καθένας ξεχωριστά, στην ίδια πράξη», λέει σε συνέντευξη που παραχώρησε στην «Καθημερινή».

«Στην αρχή νόμιζα πως ο κόσμος χρησιμοποιούσε τα smartphones ως βοήθημα για να κρύψει την αμηχανία του, για να γεμίσει τις σιωπές. Αλλά καθώς συνέχισα να παρατηρώ και να καταγράφω το φαινόμενο, διαπίστωσα πως την αμηχανία και τη σιωπή τις προκαλούσαν στην πραγματικότητα οι ίδιες οι συσκευές. Βασικά κάνουν τους ανθρώπους να αποσύρονται αντί να αλληλοεπιδρούν».

Παραπονιέται πως οι καλοί τρόποι συμπεριφοράς όσον αφορά τη χρήση του τηλεφώνου μέσα στον κοινωνικό περίγυρο τείνουν προς εξαφάνιση. «Η συσκευή προηγείται του ατόμου που είναι παρόν και αυτό μου φαίνεται λάθος. Είναι ένα είδος απόρριψης, είναι μειωτικό».

Οι ειδικοί προειδοποιούν πως οι κακοί τρόποι δεν είναι καν το μεγαλύτερο πρόβλημα. Το email και τα μηνύματα, αλλά και εφαρμογές όπως το Facebook, το Twitter ή το Pinterest, διεκδικούν αδιάκοπα τον χρόνο και την προσοχή μας. Ερευνες έχουν δείξει πως κάθε φωτεινή ένδειξη για «νέο μήνυμα» προκαλεί «έκρηξη» ντοπαμίνης, της ίδιας νευροχημικής ουσίας που απελευθερώνεται στον εγκέφαλο με την κατανάλωση αλκοόλ ή ναρκωτικών. Σύμφωνα με πρόσφατη αμερικανική μελέτη, έξι στους δέκα νέους ασχολούνται κατά μέσο όρο ένα οκτάωρο την ημέρα με τα κινητά τους τηλέφωνα. Παράλληλα, ένας στους τρεις Αμερικανούς θεωρεί πως είναι εθισμένος στο «έξυπνό» του τηλέφωνο.

«Καθώς παρατηρούσα και φωτογράφιζα αυτούς τους ανθρώπους, μου έδιναν την εντύπωση πως δεν ήταν παρόντες στον πραγματικό κόσμο. Ηταν συνδεδεμένοι με έναν εικονικό κόσμο που ήταν δικό τους δημιούργημα», λέει ο φωτογράφος.

«Είναι τρελό, αλλά ο κόσμος επιλέγει την ψηφιακή επικοινωνία ενώ είναι με παρέα. Προτιμάει να συνδεθεί με κάποιον που είναι αλλού, παρά με κάποιον που βρίσκεται στον ίδιο χώρο».

Ολες οι φωτογραφίες του πρότζεκτ τραβήχτηκαν τον περασμένο χρόνο. O Babycakes Romero δεν βγήκε στον δρόμο αναζητώντας κάποια εικόνα, απλά τις συνάντησε μπροστά του: στην καφετέρια, στο εστιατόριο, στη στάση, στο λεωφορείο, στο πάρκο. Σημειώνει πως καμία δεν είναι σκηνοθετημένη. «Δεν στήνω φωτογραφίες, ποτέ. Δεν με ενδιαφέρει. Θέλω να παρουσιάζω τον κόσμο όπως τον βλέπω, όχι όπως θα ήθελα να είναι», λέει, αν και παραδέχεται πως η απορρόφηση των ανθρώπων έκανε τη δουλειά του κάπως πιο εύκολη.

Γιατί όμως ο κόσμος προτιμάει την online από την offline επικοινωνία; «Οταν προστατεύεσαι πίσω από μια οθόνη και είσαι οπλισμένος με ένα πληκτρολόγιο, δεν υποφέρεις από τις αγωνίες ή την αμηχανία που θα είχες πρόσωπο με πρόσωπο».

Είναι και η άνοδος του ναρκισσισμού. Οι περισσότεροι πλέον καταφεύγουν στον διαδικτυακό κόσμο για μια συναισθηματική ένεση, για μια δόση ανακούφισης ή επιβεβαίωσης, για κάτι που θα ταΐσει το «εγώ» τους. «Γνωρίζουν πως κάθε μήνυμα που φτάνει στη συσκευή τους κάπως τους αφορά, ενώ σε μια κανονική συζήτηση δεν θα είσαι πάντα το επίκεντρο. Είναι σαν να μην μπορούμε πια να επεξεργαστούμε τη ζωή κάποιου άλλου επειδή είμαστε υπερβολικά απασχολημένοι με τη δική μας».

Αν και δεν είναι κατά της τεχνολογίας, όπως λέει, ανησυχεί πως έχει αρχίσει να επηρεάζει την κοινωνική συνοχή. «Πρέπει να ξέρουμε πότε να κατεβάσουμε τον διακόπτη, διαφορετικά θα καταλήξουμε μόνιμα αποκλεισμένοι από τους άλλους».

Και σε περίπτωση που αναρωτιέται κανείς, όχι, δεν έχει smartphone. «Βλέπω πόσο απαιτητικό είναι και ξέρω πως μάλλον δεν θα τα κατάφερνα καλύτερα στο να περιορίζω τη χρήση του. Μου αρέσει να παρατηρώ τον κόσμο γύρω μου και φοβάμαι πως θα έχανα υπερβολικά πολλά αν όλη την ώρα έστρεφα το βλέμμα μου προς μια οθόνη».

Από την ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 27 Σεπτεμβρίου 2014

Οσο λες σε όλα «ναι», σε μια σχέση προβληματική, σε μια φιλία τοξική, σε μια δουλειά τυραννική, είναι μονόδρομος η ίδια η ύπαρξή σου να θεωρηθεί δεδομένη. Και όσων χρόνων και αν μαρτυρά η ταυτότητά σου ότι είσαι, στα μάτια όσων επωφελούνται από τα αναντίρρητα «ναι» που τους χαρίζεις, θα θεωρείσαι πάντα το παιδί για όλες τις δουλειές. Με το που θα καταφέρεις να πεις και να εννοείς το πρώτο σου «όχι», ανοίγεται μπροστά σου ο δρόμος του σεβασμού.
Αν το καλοσκεφτούμε, το «όχι» είναι ουσιαστικά μια πρώτης τάξεως ασπίδα ενάντια στην εκμετάλλευση – ένα εργαλείο για να ανακτήσεις τη χαμένη, ή έστω συρρικνωμένη, αξιοπρέπειά σου. Χρειάζεται θάρρος για να το ξεστομίσεις, και ούτε είναι εύκολο να το αποδεχτείς όταν κάποιος άλλος το λέει σε εσένα. Το «όχι» είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τον περίφημο φόβο της απόρριψης, από τον οποίο υποφέρουν εδώ και αιώνες οι δυτικές κοινωνίες. Ομως μόνο θέτοντας τα όριά σου νιώθεις πραγματικά ελεύθερος.
Ερχεται μια στιγμή στη ζωή σου που λες «μη με ξαναπάρεις ποτέ τηλέφωνο» και επιτέλους το εννοείς. Είναι τότε που επιστρέφεις το φαινομενικά γοητευτικό δώρο μιας φιλίας ή μιας ερωτικής σχέσης στον αποστολέα του, αφού κατάφερες τελικά να δεις τα αόρατα σχοινιά που ήταν δεμένα επάνω του και σιγά σιγά σου στερούσαν τον αέρα που αναπνέεις.

Οπως σε όλες τις μεγάλες αλλαγές που καλείσαι να κάνεις στη ζωή σου, έτσι και στη συγκεκριμένη, δεν χρειάζεται να τινάξεις τα πάντα στον αέρα. Τα «όχι» βγαίνουν σε πολλές εκφάνσεις και αποχρώσεις: δεν αποδέχεσαι ένα αίτημα φιλίας στο Facebook από κάποιον γνωστό σου ο οποίος και στην πραγματική ζωή σού φαίνεται αδιάφορος ή αντιπαθητικός. Επίσης, επιλέγεις να διαγράψεις από φίλο ή ακόμη και να μπλοκάρεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης κάποιον που κάνει κακό στην αισθητική ή στην ψυχολογία σου – σοκάροντας την παγκόσμια και τόσο καθωσπρέπει κοινότητα των social media, που θεωρεί το πάτημα του unfriend πράξη σχεδόν αναρχική. Απορρίπτεις ευγενικά κάποιον φίλο που σου ζητάει για πολλοστή φορά βοήθεια και κάθε φορά που το κάνει νιώθεις ότι κρέμεται από πάνω σου. Ακόμη και η απαίτηση του έφηβου γιου σου να είναι το φαγητό σερβιρισμένο στο τραπέζι ακριβώς τη στιγμή που πεινάει, λες και τον έχεις αφήσει νηστικό επί ημέρες, μπορεί να χαλιναγωγηθεί. Και κάπως έτσι, όταν αρχίσει να καταλαγιάζει η σκόνη που άφησε ο καλπασμός των πρώτων σου «όχι», ξεπροβάλλουν τα δικά σου σχέδια, ανάγκες και απωθημένα, που τόσον καιρό είχες αφήσει στο περιθώριο.
Μία καλή άσκηση είναι να αρχίσεις να αντιδράς σε συμπεριφορές ανθρώπων που δεν σημαίνουν τίποτα για σένα, που δεν πρόκειται να τους ξαναδείς. Θυμάμαι ότι όταν είχα αρχίσει να κάνω ψυχοθεραπεία, εκείνο που άκουγα συνέχεια είναι ότι φοβάμαι να μαλώνω με κοντινούς μου ανθρώπους, από φόβο μην τους χάσω. Και έτσι άρχισα να μαλώνω με ταξιτζήδες που θα μου έβαζαν τις φωνές επειδή ζητούσα να ανοίξω το πίσω παράθυρο ή επειδή δεν είχαν ρέστα από εικοσάευρο ή με άτομα που μιλούσαν δυνατά στο σινεμά. Ηταν μια καλή αρχή.

Πολλά μπορούν να ειπωθούν για το αντίπαλο δέος του «όχι», για την ολοφάνερη γοητεία του «ναι»: είναι πολύ δημοφιλές στην ποπ κουλτούρα, ή μάλλον σε κάθε κουλτούρα, καθώς έχει συνδυαστεί με το μαζικό ντοπάρισμα περί θετικής ενέργειας και ανεξίτηλου χαμόγελου. Σίγουρα, τα καλά του «ναι» δεν είναι λίγα: υποδηλώνει και προϋποθέτει θάρρος, σημαίνει ότι παίρνεις ρίσκο με ανοιχτή καρδιά και όλα αυτά δεν είναι διόλου ανάξια λόγου.
Το «όχι» όμως; Το «όχι» έχει μια σκοτεινή, ανυπέρβλητη γοητεία. Νιώθεις τους πόρους του κρανίου σου να διαστέλλονται και να σε συνεπαίρνει μια άγρια χαρά, λες και δεν είσαι εσύ που το έχεις μόλις ξεστομίσει. Το «όχι» έχει μεταλλικό ήχο. Είναι το ηχηρό χτύπημα της πόρτας που μέχρι πρότινος άφηνε την τυφλή επιρροή των άλλων να αλωνίζει στη ζωή σου. Ομως σπανίως πανηγυρίζουμε για τα «όχι» της ζωής μας. Συνήθως συνοδεύονται από φόβο ή από κάτι πολύ χειρότερο: από ενοχή. Το ότι ξέρεις να λες «όχι» τραβώντας τη διαχωριστική γραμμή δεν είναι από τις αρετές που διαλαλείς σε ένα τραπέζι με φίλους, σε μια συνέντευξη για δουλειά ή σε ένα πρώτο ραντεβού. Πολύ συχνά ούτε εμείς οι ίδιοι δεν συνειδητοποιούμε τη δύναμη που αντλούμε από τα «όχι» μας, επειδή η κοινή γνώμη, λανθασμένα, το συγχέει με τον αρνητισμό. Σε έναν κόσμο που το «σκέψου θετικά» είναι ψυχαναγκαστικό σλόγκαν τυπωμένο σε χιλιάδες μπλουζάκια, είναι δύσκολο να εξηγήσεις ότι υπάρχει και άλλος δρόμος προς την προσωπική ολοκλήρωση.
Η τεράστια διαφορά ανάμεσα στον αρνητισμό και στη «δύναμη του όχι» είναι ότι ο πρώτος συνιστά μια διαρκή συμπεριφορά και στάση ζωής, ενώ η δεύτερη είναι μια αναλαμπή αγνής και καθαρής προσωπικής επιλογής. Με άλλα λόγια: δεν έχει νόημα να λες «όχι» όλη την ώρα, αλλά όταν και όπου πρέπει.

Οπως επισημαίνει η Νέτη Φίλια, σύμβουλος ψυχικής υγείας και δημοσιογράφος, με ειδίκευση στη Γνωσιακή – Συμπεριφορική Θεραπεία, «το “όχι”, μια μικρή αλλά τόσο σημαντική λέξη, μοιάζει για μερικούς βαριά και εκτός προσωπικού ρεπερτορίου. Αν αρνηθούμε να ξαναδώσουμε εκείνα τα δανεικά – και για ακόμη μία φορά αγύριστα – που μας ζητάει ο φίλος μας, φοβόμαστε πως θα τον χάσουμε. Αν αρνηθούμε να φάμε Κυριακή μεσημέρι με τους γονείς ενώ έχουμε σχέδια με τον σύντροφό μας, θα υποστούμε την γκρίνια και τα μούτρα τους. Αν αρνηθούμε να εξυπηρετήσουμε εκείνη τη συνάδελφο την ώρα που σχολάμε ενώ έχουμε ήδη αργήσει στο ραντεβού μας, φοβόμαστε πως θα σκεφτεί κάτι κακό για εμάς. Και καταλήγουμε να λέμε “ναι” σε όλα, να συμφωνούμε σε κάτι που αρχικά δεν θέλαμε. Επειδή θα μας κακοχαρακτηρίσουν, θα μας θεωρήσουν αγενείς, εγωιστές, επιθετικούς. Και λέμε συνέχεια “ναι”, για να μας αποδεχτούν και να μας αγαπήσουν περισσότερο. Θα είμαστε τα καλά παιδιά, οι αγαπητοί φίλοι, οι δοτικοί σύντροφοι, οι εξυπηρετικοί συνάδελφοι. Αλλά θα είμαστε και πολύ θυμωμένοι».
Και συμπληρώνει: «Με την αυτοπεποίθηση σε θερμοκρασίες υπό το μηδέν, δυσκολευόμαστε να αρνηθούμε και ουσιαστικά να τοποθετηθούμε με ειλικρίνεια απέναντι στους άλλους και κυρίως απέναντι στον εαυτό μας. Ενώ το “ναι” επιβεβαιώνει πρόσκαιρα την πεποίθησή μας ότι παραμένουμε δημοφιλείς, το “όχι” μάς απελευθερώνει και μακροπρόθεσμα ενισχύει την αυτοεικόνα μας. Μας κάνει να νιώθουμε πιο ικανοί, συντονισμένοι με τις επιθυμίες μας και ότι επιτέλους οι άλλοι δεν μας επιβάλλονται. Τελικά, με τα “όχι” διώχνουμε τον φόβο της απόρριψης, ενώ με τα πιεσμένα μας “ναι” εντείνουμε τη δυσφορία και τον θυμό».
Πώς, όμως, μπορείς να ρισκάρεις να πεις «όχι», όταν σε όλα σχεδόν τα επίπεδα ζεις σε ένα καθεστώς διαρκούς ανασφάλειας; Φοβάσαι μη χάσεις τη δουλειά σου και μείνεις άφραγκος, φοβάσαι μη χάσεις τον σύντροφο και τους φίλους σου και μείνεις ολομόναχος. Το τίμημα φαντάζει μεγάλο. Αρχικά, όλοι σε αντιμετωπίζουν σαν τον τρελό του χωριού. Οι συνάδελφοι επειδή τολμάς να αντιμιλήσεις στον προϊστάμενο ενώ στην πραγματικότητα και εκείνοι του τα έχουν μαζεμένα. Οι φίλοι επειδή τους λες «δεν έχω όρεξη να βγω απόψε» χωρίς να σκαρφιστείς κάθε λογής δικαιολογίες. Και ο σύντροφος που ξαφνικά του ανακοινώνεις «δεν μου αρέσει ο τρόπος που μου φέρεσαι όταν είμαστε μπροστά σε τρίτους» ή «δεν με ικανοποιεί η ερωτική μας ζωή».
Και τελικά, ενώ τόσα χρόνια φοβόσουν ότι αν θέτεις τα όριά σου όλοι θα σε μισούν, προς μεγάλη σου έκπληξη συνειδητοποιείς ότι όχι μόνο αρχίζουν να σε σέβονται, αλλά και να σε θαυμάζουν για την τόλμη που οι ίδιοι δεν έχουν καταφέρει να εντοπίσουν μέσα τους. Η επιτυχία, σε οποιονδήποτε τομέα, είναι κάτι που δημιουργείται με τα «ναι». Δεν μπορείς να πας σε μια νέα δουλειά και με το καλημέρα να αρχίσεις να διαφωνείς με όσα σου αναθέτουν, χρειάζεται πρώτα να εδραιώσεις τη θέση σου, να αποδείξεις την αξία σου. Αλλά κατόπιν τούτου, η επιτυχία συντηρείται με τα «όχι». Οταν θα δηλώσεις την πρώτη σου ηχηρή άρνηση και θα συνειδητοποιήσεις ότι είτε σε επαγγελματικό είτε σε προσωπικό επίπεδο όλοι θα αρχίσουν να σε ακούν με μεγαλύτερη προσοχή, η αδρεναλίνη που θα εκκριθεί στο σώμα σου θα σε κρατάει σε εγρήγορση για πολλές ακόμη πτώσεις και πτήσεις, χωρίς το ντεμοντέ αλεξίπτωτο του «θέλω να τα έχω καλά με όλους».
Εξίσου σημαντικό, και ίσως ακόμη πιο δύσκολο, είναι το «όχι» που πρέπει να λέμε στον ίδιο μας τον εαυτό. Οταν θέλουμε να κάνουμε άλλο ένα «τελευταίο» τσιγάρο ενώ έχουμε πει ότι θα το κόψουμε. Οταν δεν πρέπει να ξανακυλήσουμε στην ίδια αδιέξοδη σχέση. Ή όταν είναι καλύτερα να κάνουμε, έστω προσωρινά, μια δουλειά εκτός του αντικειμένου μας, αφού όσες άλλες μάς έχουν προταθεί θα μας κάνουν με μαθηματική ακρίβεια να μισήσουμε αυτό για το οποίο είμαστε προορισμένοι.
Εχει ενδιαφέρον ότι μεγαλώνοντας ψελλίζουμε τα «όχι» στους άλλους, ενώ όταν ήμασταν παιδιά τα φωνάζαμε με όλη μας τη δύναμη. Το «όχι» είναι μια πολιτική πράξη που εξασκούμε σε καθημερινή βάση, αλλά εκείνο το άναρχο «όσι» που λέγαμε ως μπόμπιρες είναι η πρώτη διακήρυξη της ανεξαρτησίας ενός νεοαφιχθέντος ανθρώπου, απέναντι στα δεσμά του κόσμου όλου: όχι, δεν θα φάω τον πουρέ, δεν θα κοιμηθώ από τις οκτώ, δεν θα φύγουμε ακόμη από το πάρκο. Εγκαταλείποντας την κούνια, μπαίνεις σιγά σιγά στη φυλακή. Και αυτό επειδή αρχίζεις να φοβάσαι τους πάντες και τα πάντα.

Ενας μύθος που καταδιώκει το «όχι» είναι ότι δεν εμπεριέχει διαλλακτικότητα. Λάθος. Τα «όχι» σου μπορεί να είναι κεκαλυμμένα «ναι», να έχουν θετική χροιά. Αν, για παράδειγμα, πεις στον εργοδότη σου «δεν θέλω να ασχοληθώ με αυτό το κομμάτι δουλειάς επειδή δεν μου ταιριάζει, αλλά είμαι πολύ καλύτερος σε κάτι άλλο και μπορώ να δουλέψω διπλά και τριπλά για να το αποδείξω». Ή αν πεις σε έναν φίλο ή εραστή ενώ η σχέση σας περνάει κρίση: «Σου τα λέω όλα αυτά επειδή πραγματικά ενδιαφέρομαι για σένα και θέλω να το λύσουμε. Αλλιώς θα είχα φύγει». Περνάμε παραπάνω από το μισό της ζωής μας λέγοντας «ναι» για να αρέσουμε στους άλλους και ξαφνικά συνειδητοποιούμε ότι λέγοντας «όχι» επιτέλους αρέσουμε στον πιο αυστηρό κριτή όλων, τον εαυτό μας.
Η δυσμένεια της άρνησης εξηγείται και επιστημονικά: οι νευρολόγοι υποστηρίζουν ότι το «όχι» καταγράφεται στον σκληρό δίσκο του εγκεφάλου με ανεξίτηλο τρόπο. Ενα «ναι» μπορεί να ξεχαστεί. Ενα «όχι», ποτέ. Το ανθρώπινο μυαλό είναι ρυθμισμένο να αντιδρά πιο έντονα σε ένα αρνητικό, παρά σε ένα θετικό σήμα. Μια προσβολή ισοδυναμεί με δέκα κομπλιμέντα.
Οι προσκλήσεις του γάμου σου έχουν πάρει τον δρόμο του ταχυδρομείου, αλλά μια καταναγκαστική ένωση ισούται με κάτεργο και ποτέ δεν είναι αργά να την αποτρέψεις. Η δουλειά σου μοιάζει αξιοζήλευτη σε μια εποχή με τόση ανεργία, αλλά εσένα σου προκαλεί έναν αφόρητο κόμπο στο στομάχι. Οι γονείς σου έκαναν θυσίες για να σε σπουδάσουν, αλλά η Νομική δεν σε εκφράζει καθόλου και τώρα ήρθε η ώρα να ρητορεύσεις ενώπιον ενόρκων για εκείνο που πραγματικά θέλεις να κάνεις στη ζωή σου. Οταν βρίσκεις τον εαυτό σου σε λάθος δρόμο, το «όχι» είναι απαραίτητο αν δεν θέλεις να εκτροχιαστείς. Ολοι έχουμε ένα μικρό ανθρωπάκι μέσα μας που λέει «ναι» σε όλα, που πάσχει από το σύνδρομο της μαζορέτας και θέλει να είναι αρεστό σε όλους. Ηρθε η ώρα να κάνεις μια μεγάλη κουβέντα μαζί του. 

*Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino την Κυριακή 14 Σεπτεμβρίου 2014

Κυριακή Ψαρρού στις 22 Σεπτεμβρίου 2014

ΑΦΗΓΗΣΕΙΣ
Κυριακή 21.9

Τις Κυριακές Σεπτεμβρίου και Οκτωβρίου το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο διοργανώνει αφηγήσεις με την αρχαιολόγο Εύη Παπαδοπούλου. Συνοδεύει με αντίγραφο αρχαίας λύρας, σε πρωτότυπες συνθέσεις ο μουσικός Νίκος Ξανθούλης. Ωρα διεξαγωγής 11.30 π.μ. – 12.30 μ.μ. Πληροφορίες τηλ. 213-21.44.891.  Πατησίων 44
ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ
Δευτέρα 22.9

Συζήτηση με θέμα «Δικαίωμα στη λήθη vs Δικαίωμα στη μνήμη» διοργανώνει η Ελληνική Αρχειακή Εταιρεία στο αμφιθέατρο «Theo Angelopoulos» του Γαλλικού Ινστιτούτου Αθηνών. Θα μιλήσουν οι Jean-Philippe Legois, Εφη Αβδελά, Στράτος Δορδανάς κ.ά.  Ωρα έναρξης 6 μ.μ. Σίνα 31

Πέμπτη 25.9

Παρουσίαση του βιβλίου της Ιώς Τσοκώνα «Το Πέρα των Ελλήνων. Στην Κωνσταντινούπολη του χθες και του σήμερα» (εκδ. Μεταίχμιο) στο βιβλιοπωλείο Ιανός. Θα μιλήσουν οι Θωμάς Κοροβίνης και Κώστας Στοφόρος. Αποσπάσματα θα διαβάσει η ηθοποιός Δώρα Στυλλιανέση. Συντονίζει ο Νίκος Θρασυβούλου.  Ωρα έναρξης 8.30 μ.μ. Σταδίου 24

ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ
Τρίτη 23.9

Η έκθεση «Διαβατήρια, άδειες και πάσα» από τις συλλογές του ΕΛΙΑ παρουσιάζεται στο βιβλιοπωλείο του Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης. Η ελληνική ιστορία μέσα από ταξιδιωτικά έγγραφα. Εως τις 8 Νοεμβρίου.  Τσιμισκή 11, Θεσσαλονίκη

kathimerini.gr

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 11 Σεπτεμβρίου 2014

Η γονεϊκή εμμονή με τις ακαδημαϊκές επιδόσεις έχει αποστραγγίσει τα σημερινά παιδιά από τον ενθουσιασμό για την κατάκτηση της γνώσης58emailεκτύπωση  

Κάτι φαίνεται να πηγαίνει πολύ στραβά. Τα σημερινά παιδιά είναι τόσο επιβαρημένα με σχολικές υποχρεώσεις, οργανωμένες δραστηριότητες και βέβαια γονεϊκές προσδοκίες, που εμφανίζουν ήδη από τις πρώτες τάξεις του δημοτικού συμπτώματα burnout μεγαλοστελέχους πολυεθνικής. Εχουν σχεδόν σταματήσει να παίζουν, έχουν σταματήσει να έχουν χρόνο για κάτι που δεν είναι «δομημένο» και «χρήσιμο» για το επαγγελματικό μέλλον τους. 

Σύμφωνα με αμερικανική έρευνα για τον ελεύθερο χρόνο των παιδιών ηλικίας 6 έως 8 ετών, εν έτει 1997 τα παιδιά περνούσαν (σε σχέση με το 1981) 18% περισσότερο χρόνο στο σχολείο, 145% περισσότερο χρόνο διαβάζοντας για το σχολείο και 168% περισσότερο χρόνο κάνοντας ψώνια με τους γονείς τους! Αποτέλεσμα; Ο καθαρός χρόνος τους για παιχνίδι (συμπεριλαμβανομένου και του παιχνιδιού μπροστά σε μια οθόνη) περιορίζονταν (πάντα το 1997) σε μόλις 11 ώρες την εβδομάδα.
Τα παιδιά σήμερα μαθαίνουν με μοναδικό στόχο την επαγγελματική αποκατάσταση. Οπως μου έλεγε χαρακτηριστικά τις προάλλες ένας θορυβημένος μπαμπάς δύο εφήβων: «Eχεις ακούσει σήμερα κανένα παιδί να ονειρεύεται να γίνει κάτι; Να σου λέει “όταν θα μεγαλώσω θέλω να γίνω ωκεανολόγος ή κοινωνικός λειτουργός;”». Η παιδική ηλικία θυμίζει πλέον ένα εναγώνιο κυνήγι εκπαιδευτικών στόχων (με συνεχείς αξιολογήσεις, εξετάσεις κ.ο.κ.). Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι όλο και περισσότερα παιδιά ανά τον πλανήτη πάσχουν από το «άγχος των εξετάσεων» (test anxiety). Είναι τέτοια η εσωτερική πίεση να πετύχεις, που παραλύει το χέρι σου όταν πας να γράψεις. Σε περυσινό εκτενές άρθρο του με τίτλο «It’s Only a Test» το αμερικανικό «Time» εξέταζε την εν λόγω πανδημία «που μπορεί να έχει μακροπρόθεσμες συνέπειες στη ζωή του ατόμου. Κάποιος, π.χ., που αγχώνεται υπερβολικά με ένα διαγώνισμα μαθηματικών, μπορεί να αποφεύγει συγκεκριμένα μαθήματα επιλογής και να στερεί εαυτόν από πολλά υποσχόμενες επαγγελματικές επιλογές».
Οι ίδιοι οι γονείς, βέβαια, συμβάλλουν τα μάλα στο να παραγκωνιστεί το πάθος για μάθηση (και να υποδαυλιστεί η ψύχωση με το τέλειο βιογραφικό). Η μαμά πίνει φρέντο με τις φίλες της και μιλάει για το άριστα της κόρης της στη Γλώσσα της Γ΄ Δημοτικού ή για το open class του μπαλέτου, ο πατέρας ζει και αναπνέει για την ημέρα που ο γιος θα πάρει το Zertifikat B2 στα γερμανικά. Οι ειδικοί έχουν φθάσει πλέον στο σημείο να ζητούν από τους γονείς να απομακρύνουν την καυτή ανάσα τους από τον (μονίμως σκυμμένο) σβέρκο των παιδιών, να σταματήσουν αυτή την ευνουχιστική υπερεμπλοκή στην ακαδημαϊκή ζωή τους, να πάψουν επιτέλους να τα «βοηθούν» (συχνά με ουρλιαχτά και απειλές) στο διάβασμα. Δεν είναι τυχαίο ότι η πρώτη αυτού του είδους έρευνα (για την επίδραση δηλαδή της γονεϊκής ανάμειξης στις ακαδημαϊκές επιδόσεις των παιδιών) που είδε μέσα στο 2014 το φως της δημοσιότητας αιφνιδίασε τους ίδιους τους ενορχηστρωτές της. Ο Κιθ Ρόμπινσον, καθηγητής Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο του Τέξας και ο Εϊντζελ Χάρις, της αυτής ειδικότητος στο Πανεπιστήμιο Ντιούκ, διαπίστωσαν εμβρόντητοι (αφού πρώτα μελέτησαν 63 εκφάνσεις της γονεϊκής συμμετοχής, όπως π.χ. στενό τσεκάρισμα του καθημερινού homework, επικοινωνία με δασκάλους, μαραθώνιες συζητήσεις περί επαγγελματικού προσανατολισμού) πως όταν οι γονείς ανακατεύονται υπερβολικά οι επιδόσεις καταβαραθρώνονται.
Ισως στην Ελλάδα της κρίσης να μην είμαστε ακόμη έτοιμοι για μια επανάσταση à la japonaise, όπως ήταν το 2002 η περίφημη «yutori kyōiku» (εκπαίδευση χωρίς πιέσεις). Τουλάχιστον ας χαλαρώσουμε λίγο αυτό το απάνθρωπο σφίξιμο στα παιδιά. Για να μην πάρουν στα σοβαρά αυτό που έλεγε ο Μαρκ Τουέιν χαριτολογώντας: «Δεν επέτρεψα ποτέ στα σχολικά μου χρόνια να ανακατευτούν με την εκπαίδευσή μου». 

*Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino την Κυριακή 7 Σεπτεμβρίου 2014

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 31 Αυγούστου 2014

Εκτενέστατη βιβλιογραφία είναι διαθέσιμη. Πολλοί ειδικοί είναι πρόθυμοι να μιλήσουν για τη δημιουργικότητα. Οι περισσότεροι έχουμε μια ιδέα τού τι εννοούμε όταν αναφερόμαστε σε «δημιουργικούς ανθρώπους», από τον Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ ως τον Μπομπ Ντίλαν. Ωστόσο, μέσα σε όλα υπάρχει ένα παράδοξο: κανείς δεν μπορεί να πει με ακρίβεια τι είναι η δημιουργικότητα. Οι ψυχίατροι, οι ψυχολόγοι και οι νευροεπιστήμονες που μελετούν το θέμα δεν έχουν συμφωνήσει ως σήμερα σε κάποιον ορισμό.

«Δεν υπάρχει ορισμός. Η δημιουργικότητα είναι κάτι πολύ διαφορετικό σε κάθε άνθρωπο» σημειώνει η ψυχολόγος-ψυχοθεραπεύτρια Φαίη Γαλάνη, ειδικευμένη στην εικαστική θεραπεία, μια μορφή ψυχοθεραπείας που βασίζεται στη δημιουργική διαδικασία και ενθαρρύνει τη δημιουργικότητα. «Ελάχιστες περιοχές του εγκεφάλου έχουν αποκωδικοποιηθεί, αλλά γνωρίζουμε κάποια πράγματα για τις συνάψεις των νευρικών κυττάρων. Υπάρχει η δυνατότητα, με τη μέθοδο EMDR, η οποία φέρνει τον εγκέφαλο του ασθενούς σε κατάσταση αντίστοιχη με εκείνη που ορίζεται ως βαθύς ύπνος REM, να δούμε τι έχει γίνει λάθος στις συνάψεις που αντανακλούν ανθρώπινα βιώματα και με μια τεχνική που ονομάζεται διεστιακό ερέθισμα αρχίζουμε και καταλαβαίνουμε το πώς μπορεί κάποιος να “ξεμπλοκάρει”. Από το πρώτο τρίμηνο ζωής μας γίνονται διαρκώς συνδέσεις νευρικών κυττάρων στον εγκέφαλο, για τις οποίες δεν έχει αποδειχθεί το πότε σταματούν» καταλήγει.

Ωστόσο, εντός της επιστημονικής κοινότητας επικρατεί μια αντιμετώπιση του θέματος «δημιουργικότητα», την οποία το αμερικανικό περιοδικό «New Yorker» έχει χαρακτηρίσει ως «θα-το-αναγνωρίσω-μόλις-το-δω». «Η δημιουργικότητα είναι η διαδικασία και όχι το προϊόν» δήλωσε προσφάτως στο περιοδικό ο Μαρκ Μπίμαν, νευροεπιστήμονας στο Πανεπιστήμιο Νορθγουέστερν. «Δεν είναι όλοι οι καλλιτέχνες δημιουργικοί. Αντιθέτως, κάποιοι λογιστές είναι εξαιρετικά δημιουργικοί» κατέληξε.

Επομένως, ελλείψει κοινώς αποδεκτού ορισμού, ως δημιουργικότητα τείνει να χαρακτηρίζεται η ικανότητα κάποιου να παρουσιάζει με σχετική ευκολία νέες ιδέες, απόψεις και λύσεις σε προβλήματα.

 

Οι κύριες μέθοδοι προσέγγισης της δημιουργικότητας από τους επιστήμονες είναι δύο. Είτε μέσω τεστ ανοιχτών ερωτήσεων (τρόπος γνωστός ως «το μικρό c») είτε εξετάζοντας αντίστροφα ανθρώπους που θεωρούνται δημιουργικοί και προσπαθώντας να κατηγοριοποιήσουν τα κοινά τους (αντιστοίχως, «το μεγάλο C»).

Σε μια πρόσφατη μελέτη η οποία εντάσσεται στο «μικρό c», ο Μπίμαν, μαζί με τον συνεργάτη του, Τζέιμς Κούνιος, παρακολούθησαν τα βλέμματα των ανθρώπων που υποβάλλονταν σε τεστ RAT. Πρόκειται για το ψυχολογικό τεστ κατά τα οποίο ο «εξεταστής» δίνει στους υποβαλλόμενους κάρτες με τρεις ή περισσότερες λέξεις και εκείνοι καλούνται να αναζητήσουν μία άλλη λέξη η οποία να συνδέεται με όλες τις κάρτες. Οι δύο επιστήμονες ήθελαν να παρατηρήσουν αν η κατεύθυνση του βλέμματος και η συχνότητα με την οποία ανοιγόκλεινε τα βλέφαρα ο «εξεταζόμενος» μπορούσε να σημαίνει κάτι για την προσέγγιση και για την πιθανότητα επιτυχίας του στο τεστ. Πράγματι, παρατηρώντας τη συγκεκριμένη παράμετρο, φάνηκε ότι όταν το υποκείμενο κοίταζε ευθεία προς μία λέξη και εστίαζε σε αυτή – δηλαδή δεν ανοιγόκλεινε συχνά τα μάτια του, δείχνοντας έτσι υψηλό ποσοστό προσοχής – ήταν πιο πιθανό να σκέφτεται αναλυτικά και συγκεντρωμένα τις πιθανές λογικές απαντήσεις και να απορρίπτει συστηματικά όσες έμοιαζαν παράλογες.

Οταν ο υποβαλλόμενος στο τεστ σταματούσε να κοιτάζει την κάθε λέξη είτε μετατοπίζοντας το βλέμμα είτε ανοιγοκλείνοντας τα μάτια, ήταν πιο πιθανό να σκέφτεται ευρύτερες, πιο αφηρημένες συνδέσεις, που έχουν μεγαλύτερη σχέση με τη διορατικότητα. Με αυτή τη μέθοδο οι Μπίμαν και Κούνιος ισχυρίζονται ότι μπορούν να κατανοήσουν τον τρόπο με τον οποίο ένα άτομο θα λύσει κάποιο πρόβλημα.

 

Ακολουθώντας τον δρόμο του «μεγάλου C», ο ανθρωπολόγος Φράνσις Γκάλτον, εξάδελφος του Δαρβίνου, στο βιβλίο του «Κληρονομική ιδιοφυΐα», το 1869, δημοσίευσε εκτεταμένα στοιχεία προκειμένου να υποστηρίξει ότι η ιδιοφυΐα προσδιορίζεται σε μεγάλο βαθμό από γενετικούς παράγοντες: πάνω από 20 καλοί μουσικοί αποτελούσαν μέλη της οικογένειας Μπαχ, σημείωνε ο Γκάλτον. Εγραφε ακόμη για τις τρεις συγγραφείς – Εμιλι, Σαρλότ και Αν – της οικογένειας Μπροντέ κ.ά. Ηταν επίσης ο πρώτος ο οποίος μελέτησε σε βάθος τη σχετική συνεισφορά της φύσης και της ανατροφής στην ανάπτυξη της ιδιοφυΐας. Σύμφωνα με την έρευνα του Γκάλτον, περισσότεροι από τους μισούς συγγραφείς πρόζας και πάνω από το 40% των ποιητών ήταν ευθέως συνδεδεμένοι με άλλους μεγάλους της λογοτεχνίας. Το ίδιο και οι μουσικοί και οι ζωγράφοι, με ποσοστά 20% και 50% αντιστοίχως.

Καθώς η επιστήμη έχει εξελιχθεί έκτοτε, έχει γίνει σαφές ότι η θεώρηση του Γκάλτον είναι υπερβολικά απλοϊκή, κυρίως επειδή πλέον η δημιουργικότητα θεωρείται συνισταμένη πολλών παραγόντων, οι οποίοι τελικώς αλληλοσυμπληρώνονται με τον σωστό τρόπο στη σωστή στιγμή: ευφυΐα, συνδυαστική σκέψη, παρεκκλίνουσα σκέψη και κάποια χαρακτηριστικά της προσωπικότητας, όπως η τάση για ρίσκο και τα ιδιαίτερα ενδιαφέροντα. Οι συγκεκριμένοι παράγοντες είναι σε έναν βαθμό καθορισμένοι γενετικά και σε έναν άλλον επίκτητοι, ως επιρροή του περιβάλλοντος.

Μοιάζει σαφές ότι τουλάχιστον κάποια από τα συστατικά του δημιουργικού ταλέντου περνούν μέσα από την οικογένεια, αλλά σε καμία περίπτωση αυτό δεν αποτελεί «προαπαιτούμενο» της δημιουργικότητας. Ο γιος (Αλέξανδρος) Δουμάς έγινε συγγραφέας, αλλά η μητέρα του ήταν κόρη πανδοχέα και ο πατέρας του στρατιωτικός. Ο συγγραφέας Κίνγκσλεϊ Εϊμις μπορεί να ήταν πατέρας του επίσης συγγραφέα Μάρτιν Εϊμις, αλλά ο δικός του πατέρας ήταν ο κλητήρας ενός παραγωγού μουστάρδας – πριν από τον Κίνγκσλεϊ δεν υπήρχε πατρική ή μητρική «γραμμή» που να οδηγεί προς κάποια λογοτεχνική ή καλλιτεχνική κατεύθυνση. Η κόρη του Αρθουρ Μίλερ, Ρεμπέκα, μπορεί να ακολούθησε τον δρόμο του πατέρα της, ωστόσο οι δικοί του γονείς, πολωνοί μετανάστες, ασχολούνταν με την κλωστοϋφαντουργία.

 

Δεν αποτελεί πρωτοτυπία η δημιουργικότητα να συνδέεται με τις ψυχικές ασθένειες. Πέρα από τα άκομψα κλισέ περί «δημιουργικής τρέλας», η σχέση των δύο παραγόντων έχει απασχολήσει εκτενώς τους επιστήμονες. Η πρώτη σχετική μελέτη, από τον αμερικανό συμπεριφορικό γενετιστή Λέοναρντ Ιστον, το 1966, έδειξε ότι τα τέκνα σχιζοφρενών μητέρων είναι πιο πιθανό σε σχέση με τα υπόλοιπα παιδιά να ακολουθήσουν επαγγέλματα τα οποία θεωρούνται δημιουργικά.

Ακόμη και πιάνοντας το νήμα αντίστροφα, τα ευρήματα είναι διόλου αμελητέα. Ο Τζέιμς Τζόις είχε μια κόρη που υπέφερε από σχιζοφρένεια και ο ίδιος παρουσίαζε χαρακτηριστικά τα οποία τον τοποθετούσαν στο φάσμα της σχιζοφρένειας. Ο φιλόσοφος και μαθηματικός Μπέρτραντ Ράσελ είχε επίσης πολλά μέλη της οικογένειάς του που υπέφεραν από σχιζοφρένεια. Ο Αλφρεντ Αϊνστάιν είχε έναν γιο ο οποίος έπασχε από σχιζοφρένεια, ενώ ο ίδιος παρουσίαζε αδυναμίες στην κοινωνική και στη διαπροσωπική συμπεριφορά του. Εχοντας παρατηρήσει τα παραπάνω, η αμερικανίδα νευροεπιστήμονας του Κολεγίου Κάρβερ του Πανεπιστημίου της Αϊόβα, Νάνσι Κ. Αντρεάσεν, επιχείρησε αρχικώς να συνδέσει τη δημιουργικότητα με τη σχιζοφρένεια. Ωστόσο, σύντομα αντιλήφθηκε ότι είχε κάνει λάθος. Οπως εξιστορεί σε πρόσφατο τεύχος του περιοδικού «The Atlantic»: «Αν είχα δώσει περισσότερη προσοχή στους ποιητές Σύλβια Πλαθ και Ρόμπερτ Λόουελ, οι οποίοι έπασχαν από αυτό που σήμερα αποκαλούμε διαταραχή της διάθεσης, και λιγότερο στον Τζόις και στον Αϊνστάιν, μπορεί να το είχα παρατηρήσει. Ο ένας μετά τον άλλον, οι συγγραφείς τους οποίους μελετούσα έρχονταν στο γραφείο μου (σ.σ.: το πανεπιστήμιο γειτνιάζει με το παγκοσμίου φήμης Iowa Writers Workshop και η Αντρεάσεν είχε την ευκαιρία να συζητήσει με δεκάδες διάσημους συγγραφείς από το 1977, ανάμεσά τους ο Κερτ Βόνεγκατ, ο Τζον Τσίβερ και ο Ρίτσαρντ Γέιτς).

 

Περνούσαν από τρεις και πλέον ώρες ο καθένας αραδιάζοντάς μου ιστορίες της μάχης τους με τις διαταραχές της διάθεσης – συνήθως της κατάθλιψης και της διπολικής διαταραχής. Μάλιστα, αρχικώς εξεπλάγην που σχεδόν όλοι οι συγγραφείς τους οποίους προσέγγισα συμφωνούσαν με τέτοια προθυμία να συμμετάσχουν σε μελέτη μιας νεαρής και άγνωστης βοηθού καθηγητή. Σύντομα κατάλαβα γιατί έδειχναν τόσο ενδιαφέρον να μιλήσουν με έναν ψυχίατρο. Περί το 80% εξ αυτών είχε παρουσιάσει σχετική ενόχληση κάποια στιγμή».

Ενδεικτική της σχέσης την οποία διαπίστωσε η Αντρεάσεν είναι η περίπτωση του συγγραφέα του «Σφαγείου νούμερο πέντε», Κερτ Βόνεγκατ. Η μητέρα του υπέφερε από κατάθλιψη και αυτοκτόνησε ανήμερα τη γιορτή της μητέρας, όταν ο Κερτ ήταν 21 ετών και βρισκόταν στο σπίτι με άδεια από τον στρατό κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Ο γιος του Βόνεγκατ, Μαρκ, διαγνώστηκε με σχιζοφρένεια, αλλά ενδεχομένως να έπασχε από διπολική διαταραχή (αργότερα ο ίδιος έγραψε δύο βιβλία σχετικά με την εμπειρία του). Καθώς οι διανοητικές διαταραχές βρίσκονται εντός της πραγματικότητας της οικογένειας Βόνεγκατ, το ίδιο συμβαίνει και με τη δημιουργικότητα. Ο πατέρας του Κερτ ήταν ένας εξαιρετικός αρχιτέκτονας και ο μεγαλύτερος αδελφός του, ο Μπέρναρντ, ήταν ένας ταλαντούχος χημικός και εφευρέτης, κάτοχος 28 πατεντών. Ο Μαρκ είναι συγγραφέας ενώ και οι δύο κόρες του Κερτ είναι εικαστικοί.

 

Ο γνωστός γερμανός νευροβιολόγος Γκέραλντ Χίτερ, καθηγητής στην Ψυχιατρική Κλινική του Πανεπιστημίου του Γκέτινγκεν και συγγραφέας τριών βιβλίων για το ανθρώπινο μυαλό, συνέδεσε τη δημιουργικότητα με την παιδική ηλικία. «Αν αναρωτηθούμε πότε λειτούργησε πιο δημιουργικά ο εγκέφαλός μας, τότε για τους περισσότερους αυτό δεν ήταν στον προσανατολισμένο στα αποτελέσματα κόσμο των ενηλίκων. Η κατάσταση της κορυφαίας δημιουργικότητας για τους περισσότερους ήταν τότε που ούτε το υποπτευόμασταν: στην πρώιμη παιδική ηλικία». Ο Χίτερ υποστηρίζει ότι ο παιδικός εγκέφαλος σχηματίζεται με ιλιγγιώδη ταχύτητα και προσλαμβάνει τα πάντα ως νέα, χωρίς παλιές – καλές ή κακές – εμπειρίες ως μέτρο ή ως φραγμό. Γι’ αυτό και θεωρεί ότι η δημιουργικότητα εξαρτάται από όσα έζησε κάποιος ως παιδί, όταν υποδεχόταν κάθε εξέλιξη με πρωτόγνωρο, ενστικτώδη και απροσδόκητο τρόπο.

Ωστόσο, η δημιουργικότητα με αναφορές στην παιδική ηλικία επιβεβαιώνεται και από μια απροσδόκητη πηγή. «Πάντοτε με εξέπλησσε ότι το πουλί κατόρθωνε την καλύτερη καλλιτεχνική στιγμή του κελαηδήματός του ακριβώς στην ίδια βιολογική κατάσταση και διάθεση όπως και ο άνθρωπος, σε ενός είδους ψυχική ισορροπία, με κάποια απόσταση από τη σοβαρότητα της ζωής, με έναν αυθεντικά παιχνιδιάρικο τρόπο» έγραφε ο αυστριακός βραβευμένος με Νομπέλ ζωολόγος Κόνραντ Λόρεντς στον πέμπτο τόμο των «Τετραδίων για την ψυχολογία των ζώων». Και συνέχιζε: «Γνωρίζουμε ότι το κελάηδημα έχει σκοπό τον καθορισμό της περιοχής του κάθε πουλιού, την προσέλκυση των θηλυκών, τον εκφοβισμό των εισβολέων κ.ο.κ. Ωστόσο, γνωρίζουμε επίσης ότι όταν το τραγούδι των πουλιών φτάνει στο πιο τέλειο σημείο του και στην πιο πλούσια έκτασή του, αυτοί οι παράγοντες δεν διαδραματίζουν πια ρόλο».

 

Ο αμφιλεγόμενος ρόλος του καφέ

 

Για κάποιον λόγο, η σχέση του καφέ με τη δημιουργικότητα έχει απασχολήσει σε αξιοσημείωτο βαθμό την επιστημονική κοινότητα. Μάλιστα, τα ευρήματα των σχετικών ερευνών παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον, κυρίως λόγω της αναπάντεχης φύσης τους. Θα περίμενε κάποιος ότι η καφεΐνη, η οποία εν πολλοίς θεωρείται διεγερτική ουσία, θα διαδραμάτιζε θετικό ρόλο στη διαδικασία της δημιουργικότητας. Ωστόσο, ο καφές αποδεικνύεται επωφελής μόνο στην πρώιμη φάση της δημιουργικότητας, όπου απαιτείται η συγκέντρωση προκειμένου να υπάρξει μια λογική ανάλυση των παραμέτρων.

 

Η καφεΐνη «μπλοκάρει» τη λειτουργία της αδενοσίνης, μιας ουσίας η οποία περιορίζει την έκκριση διαφόρων χημικών προς τον εγκέφαλο και κατ’ αυτόν τον τρόπο μειώνει τα επίπεδα ενέργειας και προκαλεί το αίσθημα της νύστας. Βραχυπρόθεσμα, ο καφές ενισχύει την ενέργεια και μειώνει την κόπωση, επηρεάζει θετικά τη φυσική, γνωστική και κινητική απόδοση, βοηθώντας έτσι στη μνήμη, στην επίλυση των προβλημάτων, στη λήψη αποφάσεων και στη συγκέντρωση.

 

Ωστόσο η δημιουργικότητα, σύμφωνα με τις έρευνες, προκύπτει όταν το μυαλό σταματά να λειτουργεί προκειμένου να επιλύσει ένα συγκεκριμένο πρόβλημα και καταπιάνεται με κάτι άσχετο. Η καφεΐνη συμβάλλει προς την αντίθετη κατεύθυνση. Ενας ακόμη τρόπος με τον οποίο η καφεΐνη παρακωλύει τη δημιουργική δραστηριότητα είναι η επίδραση που έχει στην ποιότητα του ύπνου. Εχει φανεί από έρευνες ότι κατά τη διάρκεια της φάσης REM (βαθύς ύπνος) ο εγκέφαλος αφομοιώνει πολλές ασύνδετες πληροφορίες, με αποτέλεσμα, μετά την αφύπνιση, να είναι περισσότερο πιθανή η επίλυση προβλημάτων. Ομως περί τα 200 μιλιγκράμ καφεΐνης (μία με δύο κούπες καφέ) έχει αποδειχθεί ότι αυξάνουν τον χρόνο που χρειάζεται προκειμένου κάποιος να αποκοιμηθεί, ενώ υπάρχουν ενδείξεις ότι μειώνουν την ποιότητα του ύπνου και εντείνουν την αίσθηση κούρασης το πρωί. Ετσι, περιορίζεται η πρωινή δημιουργικότητα.

ΤΟ ΛΥΣΑΡΙ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΟΤΗΤΑΣ

 

Σύμφωνα με έρευνα του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας, τουλάχιστον το 20% της δημιουργικότητας ενός ανθρώπου μπορεί να αποδοθεί στη φύση.Σύμφωνα με έρευνα του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας, τουλάχιστον το 20% της δημιουργικότητας ενός ανθρώπου μπορεί να αποδοθεί στη φύση.

Σύμφωνα με την ίδια μελέτη, οι πολύ δημιουργικοί συγγραφείς τείνουν να έχουν υψηλότερη επίδοση στα τεστ ψυχοπαθολογικής συμπεριφοράς.

Ερευνες στο Πανεπιστήμιο της Ιντιάνα έδειξαν ότι οι υποβαλλόμενοι λύνουν με μεγαλύτερη ευκολία τα δημιουργικά τεστ όταν πληροφορηθούν ότι αυτά έχουν αναπτυχθεί σε έναν πολύ μακρινό τόπο.

Υπάρχουν ενδείξεις ότι το μπλε χρώμα ευνοεί την πιο χαλαρή σκέψη.

Σύμφωνα με τον αμερικανό ψυχολόγο Ερικ Μάιζελ, «η δημιουργία ως πρώτο πράγμα που κάνει κάποιος το πρωί ευνοεί την πρόοδο, καθώς και την αξιοποίηση της “σκέψης του ύπνου”».

Σύμφωνα με τον αμερικανό μουσικοσυνθέτη και παραγωγό Μπράιαν Ινο, βοηθάει πολύ να ξεκινάει κάποιος από το μηδέν. «Αρχικά, στο στούντιο απλώς πειραματίζομαι με τους ήχους ώσπου να αναπτυχθεί κάτι που να θυμίζει μοτίβο».

ΙQ επιπέδου περίπου 120 βαθμών, το οποίο μαρτυρά ότι κάποιος είναι πολύ αλλά όχι εξαιρετικά έξυπνος, γενικώς θεωρείται αρκετό για τις δημιουργικές ιδιοφυΐες.

AΠΟ ΤΟ BHMAGASINO (ΗΛΙΑΣ ΝΙΚΟΛΑΙΔΗΣ)

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 6 Αυγούστου 2014

Σε κάποια συγκεκριμένη φάση της ζωής τους οι άνθρωποι αρχίζουν να προβληματίζονται για τη σωτηρία της ψυχής τους.

 

Δυστυχώς αυτός ο προβληματισμός συνήθως έρχεται στους περισσότερους από εμάς με σημαντική καθυστέρηση ενώ, αν συνέβαινε το αντίθετο, μάλλον θα βοηθούσε στο να γίνει ο κόσμος μας καλύτερος.

 

Δεν χρειάζεται να είμαστε θρησκευόμενοι για να παραδεχτούμε και να συνειδητοποιήσουμε ότι αν είμαστε όλοι πιο τίμιοι στις σχέσεις μας με τους άλλους σε συναισθηματικό, κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο, η γαλήνη στην ψυχή μας θα ήταν εξασφαλισμένη εν ζωή και, για όσους το πιστεύουν, μετά θάνατον.

 

Ολες οι θρησκείες αναγνωρίζουν την ύπαρξη της ψυχής, αρκετοί φιλόσοφοι μάλιστα υποστηρίζουν ότι οι προϊστορικές αντιλήψεις περί επιβίωσης ενός αόρατου μέρους του ανθρώπου, μετά τον θάνατο, υπήρξε η γενεσιουργός αιτία της ίδιας της θρησκείας, αναφέροντας ότι η θρησκεία δημιουργήθηκε καθαρά με αφορμή την ψυχή ή πνεύμα, που σε συνδυασμό με το σώμα αποτελεί το σύνολο της ανθρώπινης ύπαρξης.

 

Σωκράτης, Πλάτων, Αριστοτέλης και άλλοι Ελληνες φιλόσοφοι μας άφησαν τις απόψεις τους περί άυλης και αθάνατης ψυχής επηρεάζοντας σημαντικά τους μετέπειτα στοχαστές.

 

Ο Σωκράτης μάλιστα, ως γνήσιος φιλόσοφος, επιθυμούσε να πεθάνει το σώμα του, ώστε να απελευθερωθεί η ψυχή του από τα απατηλά ερεθίσματα των υλικών αισθητηρίων και έτσι να κατακτήσει την πραγματική γνώση και σοφία, σε αντίθεση με άλλους που αρνούνταν τη μετά θάνατον επιβίωση της ψυχής.

 

Στα συγγράμματα του Πλάτωνα εμφανίζεται η άποψη ότι όλος ο υλικός κόσμος έχει αρχέτυπο τον άυλο κόσμο των ιδεών, όπου οι ιδέες είναι οι αιώνιοι τύποι, τα αιώνια πρότυπα όλων ανεξαιρέτως των όντων. Στο Συμπόσιο μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει η άποψη πως, όταν η ψυχή πρόκειται να ενσαρκωθεί, χωρίζεται σε δύο τμήματα που εισέρχονται σε δύο διαφορετικά σώματα. Εντούτοις, τα δύο μέρη της ψυχής έλκονται μεταξύ τους και έτσι εξηγείται το φαινόμενο του έρωτα. Στον Φαίδρο παρουσιάζεται η θεωρία ότι ο άνθρωπος έχει τρεις ψυχές: μία στο κεφάλι (έδρα της νόησης), μία στο στήθος (έδρα των συναισθημάτων) και μία στην κοιλιά (έδρα των σωματικών επιθυμιών). Στην Πολιτεία, όμως, η προσέγγιση αλλάζει, με σκοπό να ξεπεραστούν τα κενά των προηγούμενων θεωριών. Εκεί λοιπόν αναφέρεται ότι ο άνθρωπος έχει μία μόνο ψυχή αλλά τριμερή: τον νουν (νόηση), τον θυμόν (συναίσθημα) και το επιθυμητικόν (επιθυμία). Στον Τίμαιο, επιπρόσθετα, παρουσιάζεται η θεωρία της τριμερούς ψυχής που εφαρμόζεται και στην ψυχή του κόσμου, και αυτή η τριάδα των ιδιοτήτων είναι που εξασφαλίζει την κίνηση στα ουράνια σώματα.

 

Εκτός από την αρχαία Ελλάδα, η αθανασία της ψυχής έπαιζε σημαντικό ρόλο και σε άλλες περιοχές του πλανήτη, Κίνα, Αίγυπτο, Μεσοποταμία, Ινδία και σε όλο τον γνωστό αρχαίο κόσμο.

 

Οι διάφοροι τρόποι που αξιοποιεί ο σημερινός άνθρωπος τη λέξη ψυχή και τα παράγωγά της, συναντώνται συχνά στη μουσική, έχει δημιουργηθεί μάλιστα από αυτήν και ο όρος ψυχεδέλεια, για το γνωστό μουσικό κίνημα της δεκαετίας του ’60.

 

Για τη σωτηρία της ψυχής, που είναι ένα πράγμα για το οποίο θα πρέπει να ανησυχούν σχεδόν όλοι οι Ελληνες πολιτικοί, έγραψε ο Σταμάτης Κραουνάκης το ομώνυμο τραγούδι για την Αλκηστη Πρωτοψάλτη σε στίχους της Λίνας Νικολακοπούλου, το 1985.

 

10 χρόνια αργότερα, η Χάρις Αλεξίου ερμηνεύει το δικό της τραγούδι Ψυχές και Σώματα: Στην προηγούμενη ζωή μου είχα φτάσει να σ’ αγαπήσω, να σε νιώσω, να σε βρω κι ύστερα απ’ αυτό μ’ είχες καταδικάσει ώς την επόμενη ζωή να σ’ αγαπώ.

 

Ψυχές και σώματα στο χρόνο γυρνάνε, αλλάζουν ονόματα και πάλι απ’ την αρχή.

 

Τα Ησυχα βράδια είναι ένα από τα πιο ωραία τραγούδια του Λάκη Παπαδόπουλου, με εξαιρετικούς στίχους από τη Μαριανίνα Κριεζή και ερμηνεία από την Αρλέτα.

 

Ακόμα κι αν φύγεις για το γύρο του κόσμου θα ‘σαι πάντα δικός μου

 

θα ‘μαστε πάντα μαζί.

 

Και δε θα μου λείπεις γιατί θα ‘ναι η ψυχή μου το τραγούδι της ερήμου

 

που θα σ’ ακολουθεί.

 

Από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του Γιάννη Πουλόπουλου το Εκλαψα χθες από την ταινία του 1966, Οι θαλασσιές οι χάντρες. Στίχοι του Ακου Δασκαλόπουλου και μουσική από τον Μίμη Πλέσσα: Εκλαψα χθες σαν μέτρησα τις πίκρες της ψυχής μου

 

κι εσύ δεν ήσουν πλάι μου αστέρι της ζωής μου.

 

Αγγιγμα ψυχής, επιτυχία του Μιχάλη Χατζηγιάννη από το 1997 και Δεν μπορώ, ένα από τα καλύτερα τραγούδια του Αλκίνοου Ιωαννίδη από το 1995, με καταπληκτικούς στίχους και μουσική από τον Νίκο Ζούδιαρη: Να γλιστρούσες στο σκοτάδι,

 

να πετούσες σαν αερικό… θα πεθάνω αυτό το βράδυ, θα πεθάνω αν δε σε δω.

 

Με γλυκό κρασί θα γίνω αργοναύτης να ‘ρθω να σε βρω. Να σε ανταμώσω λίγο στης ψυχής μου το βυθό.

 

Ελα ψυχούλα μου (Το τραγούδι της Κάθριν) σε μουσική από τον ίδιο τον ερμηνευτή, που είναι ο Λαυρέντης Μαχαιρίτσας, σε στίχους του Ισαάκ Σούση (2001).

 

Η Ταξιδιάρα ψυχή από τις Τρύπες έχει συμπληρώσει ήδη 25 χρόνια ζωής και συνεχίζει να ταξιδεύει με τη μουσική του Γιώργου Καρρά και τους στίχους του Γιάννη Αγγελάκα στο αιώνιο ταξίδι των ψυχών.

 

 

Ο Κώστας Χατζής τραγουδούσε τις συχνά φιλοσοφημένες απόψεις της Σώτιας Τσώτου, όπως στο Μονολογούμε: Εγώ μιλώ με τη βροχή και με το κύμα στο γιαλό,

 

με όντα εγώ χωρίς ψυχή και με ανθρώπους δε μιλώ.

 

Μονολογούμε, μονολογούμε, τι λέν’ οι άλλοι ούτε που ακούμε. Τον ξένο πόνο δεν τον μπορούμε, μιλάμε έτσι για να μιλούμε.

 

Ενα κορμί χωρίς ψυχή τραγούδησε η Ελένη Τσαλιγοπούλου, και Φύσα ψυχή μου είναι η διασκευή που έκανε η Ελευθερία Αρβανιτάκη σε τραγούδι των Night Ark με στίχους του Μιχάλη Γκανά, ενώ σε ποίηση Κώστα Καρυωτάκη γράφτηκε το Είσαι ψυχή μου με τον Νίκο Ξυλούρη.

 

Στο λαϊκό τραγούδι, μεταξύ άλλων έχουμε τα Δεν κλαίω για τώρα του Ακη Πάνου με τη Βίκυ Μοσχολιού: Κλαίω την ώρα του γυρισμού με τα σημάδια του σπαραγμού κλαίω για την ώρα που δε θα ‘χω πια ψυχή να σου πω σ’ αγαπώ.

 

Ακου τα αηδόνια, του Γιώργου Ζαμπέτα: Στη σιγαλιά της χαραυγής, άκουσε τη φωνή μου σε τούτο το τραγούδι μου θ’ αφήσω την ψυχή μου.

 

Ενα τραγούδι πες μου ακόμα, του Τάκη Μουσαφίρη με τη Ρίτα Σακελλαρίου: Σε παρακαλώ απόψε την ψυχή μου βρες και κόψε, πάρε την αναπνοή μου, βάλε τέρμα στη ζωή μου.

 

Στο ελληνικό τραγούδι υπάρχουν δεκάδες ακόμα τραγούδια με αναφορά στην ψυχή, ενώ στο αγγλόφωνο, εκτός από τα άπειρα τραγούδια που αναφέρουν στους στίχους τους την ψυχή, έχουμε και το βασικό είδος μουσικής των μαύρων που με την ονομασία Soul θέλησαν να εκφράσουν τον τρόπο που τραγουδούν.

 

Στο ιταλικό τραγούδι, χαρακτηριστικό είναι το Bella Senz’ Anima του Ricardo Cocciante (1974) και το ναπολιτάνικο Anema e Core του 1950, που το 1953 έγινε πετυχημένο μιούζικαλ.

 

Ανεξάρτητα του αν πιστεύει κάποιος ότι κάθε ψυχή αντιστοιχεί στις ιδιότητες που έχει ένα ζωντανό ον (μορφή ή εντελέχεια), είτε πρόκειται για φυτό είτε για ζώο είτε για άνθρωπο και ότι, όπως οι ιδιότητες ενός αντικειμένου οφείλουν την υπόστασή τους στο ίδιο αντικείμενο έτσι και η ψυχή οφείλει την υπόστασή της στο υλικό σώμα, σίγουρα ένα μεγάλο μέρος των τραγουδιών οφείλει την ύπαρξή του στην ψυχή που έδωσε την έμπνευση στον στιχουργό τους.

 

Αλλωστε η ψυχή, ή όπως αλλιώς θέλει να την ονομάζει ο καθένας μας, είναι η πηγή για τα πάντα.

 

Από την ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ (  Κ,ωστας Ζουγρής)

 

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 11 Μαΐου 2014

Το Ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα σημειώνει χαμηλές επιδόσεις στις δεξιότητες των μαθηματικών, των Φυσικών Επιστημών και της Κατανόησης Κειμένου στο τεστ PISA και ούτε καν συμμετέχει στα άλλα δύο βασικά εργαλεία της μέτρησης, δηλαδή στα αμερικάνικα τεστ TIMSS (αξιολογεί τις επιδόσεις στα μαθηματικά και τα θετικής κατεύθυνσης μαθήματα στην 4η Δημοτικού και την Β’ Γυμνασίου) και PIRLS (αξιολογεί σε γενικές γραμμές τις γνωστικές δεξιότητες στην γλώσσα). Το γεγονός της μη συμμετοχής στις δύο αυτές αξιολογήσεις είναι από μόνο του επιβαρυντικό για την αξιολόγησή της ελληνικής εκπαίδευσης, στην τελική αποτίμηση της οποίας, η έρευνα Pearson – Economist προσμέτρησε, τελικά, παρεμφερείς παράγοντες.

 

Άρα, το πρώτο συμπέρασμα που θα μπορούσε αβίαστα να εξαχθεί για το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα –πριν από το εάν είναι καλό ή κακό- είναι πως παραμένει αποξενωμένο από κάποια διεθνή πρότυπα αξιολόγησης με ό,τι αυτό συνεπάγεται στην (αυτο)διάγνωση και επίλυση των προβλημάτων του. Και εάν δεν ξέρεις το πρόβλημα, αποκλείεται να το λύσεις.

 

Πέραν των τριών αυτών τεστ, η έκθεση λαμβάνει υπόψη της οικονομικά στοιχεία (δαπάνες για την Παιδεία ως ποσοστό του ΑΕΠ, ανά μαθητή κλπ) και ποιοτικά/ποσοτικά στατιστικά (ώρες διδασκαλίας, μαθητές ανά διδάσκοντα κλπ) αντλημένα κυρίως από τη βάση δεδομένων του ΟΟΣΑ.

 

Σημείωση: Ακόμη και σε αυτή τη βάση δεδομένων τα ελληνικά στατιστικά συχνά απουσιάζουν, καμιά φορά με συχνότητα τριτοκοσμικής χώρας. Θυμίζουμε ότι η Ελλάδα είναι ιδρυτικό μέλος του ΟΟΣΑ από το 1961 αλλά παραμένει, μακράν της δεύτερης, η χώρα με τα λιγότερα διαθέσιμα στατιστικά στοιχεία σε κάθε πεδίο έρευνας.

 

Βαριά, κόκκινη γραμμή

Τα συμπεράσματα της έκθεσης δείχνουν συντριπτική υπεροχή της Ασίας έναντι της Ευρώπης: Νότιος Κορέα, Ιαπωνία, Σιγκαπούρη, Χονγκ, Κονγκ (Κίνα) κατέλαβαν τις πρώτες θέσεις, αφήνοντας 5ους τους παραδοσιακά πρώτους Φινλανδούς (που διαβάζοντας, παρακάτω, το εκπαιδευτικό τους σύστημα μόνο μελαγχολία θα σας πιάσει κάνοντας συγκρίσεις με το δικό μας).

 

Αν υπάρχει μια βαριά κόκκινη γραμμή που χωρίζει τις δύο ηπείρους ως προς τα εκπαιδευτικά τους συστήματα σ΄αυτή είναι μάλλον χαραγμένη η λέξη «γονείς». Οι γονείς στις ευρωπαϊκές χώρες φαίνεται να αρκούνται στην κάπως μοιρολατρική αντίληψη του έξυπνου παιδιού που παίρνει τα γράμματα ή του παιδιού που δεν τα καταφέρνει.

 

Γεννιέσαι ή γίνεσαι καλός μαθητής;

Ακόμη και στη Βρετανία, το δεύτερο καλύτερο ευρωπαϊκό σύστημα, σύμφωνα με την έρευνα, οι γονείς τείνουν να θεωρούν ότι ο καλός μαθητής γεννιέται καλός. Μεγάλος αριθμός οικογενειών στη Βρετανία δεν πιστεύει ότι η σκληρή δουλειά από μόνη της μπορεί να φέρει καλούς βαθμούς, η έρευνα του Pearson διαπιστώνει ότι οι υψηλές επιδόσες είναι συνάρτηση της συμβολής των «υποστηρικτικών γονέων» και των τοπικών κοινωνιών με «κουλτούρα που ευνοεί την εκπαίδευση».

 

Ο γονέας – τίγρης και ο πολιτισμός της ευθύνης

Σύμφωνα με τον σερ Μάικλ Μπάρμπερ, διευθύνοντα σύμβουλο της εταιρείας που διεξήγαγε την έρευνα, οι προσδοκίες για καλές επιδόσεις είναι «πολύ υψηλές» στις χώρες της ανατολικής Ασίας όπου οι γονείς αναγκάζουν τα παιδιά τους να περνούν πολλές ώρες μέχρι και αργά το βράδυ διαβάζοντας τα μαθήματά τους, σε «έντονη αντίθεση με χώρες όπως η Βρετανία ή οι Ηνωμένες Πολιτείες, όπου οι γονείς δεν επιδεικνύουν τέτοιες συμπεριφορές καθώς «δεν πιστεύουν ότι η προσπάθεια ανταμείβεται», οπότε ελάχιστα μπορούν να γίνουν προκειμένου αυτά να ανέβουν επίπεδο, προσθέτει ο διευθύνων σύμβουλος.

 

Επιπλέον, στις χώρες της ανατολικής Ασίας είναι μια ιδιαίτερη «κουλτούρα ευθύνης» που, σύμφωνα με τους αναλυτές, κάνει καθηγητές και γονείς να αναλαμβάνουν τον δικό τους ιδιαίτερο ρόλο στην εκπαίδευση των παιδιών. «Είναι προφανές ότι οι γονεϊκές προσδοκίες έχουν αντίκτυπο στις επιδόσεις και το κίνητρο των μαθητών», λέει ο Μπάρμπερ. Η πίστη ότι η προσπάθεια ανταμείβεται είναι έντονη στις χώρες αυτές. Γι΄αυτό άλλωστε οι κινέζοι γονείς ξοδεύουν 13% του οικογενειακού εισοδήματος στην εκπαίδευση –το τρίτο μεγαλύτερο έξοδό τους μετά τη στέγαση και το φαγητό.

 

«Η πίεση από τους γονείς στους μαθητές σε συγκεκριμένα ασιατικά συστήματα προκειμένου να επιτύχουν στο σχολείο και να περνούν πολλές ώρες στο σπίτι διαβάζοντας είναι πολύ μεγάλη, κάποιοι θα μπορούσαν να πουν υπερβολικά μεγάλη», προσθέτει ο ίδιος.

 

Κι όλα αυτά τη στιγμή που στις δυτικές χώρες γνωρίζει όλο και μεγαλύτερη άνθιση η τάση του «Tiger Parenting», -όρος εμπνευσμένος από το βιβλίο της συγγραφέα και καθηγήτριας στη νομική σχολή του Γέιλ Έιμι Τσούα «Μητέρα Τίγρης»- σύμφωνα με την οποία μητέρες γεμίζουν τον «ελεύθερο χρόνο» των παιδιών τους με διάβασμα και ενισχυτική διδασκαλία, πιέζοντάς τα για καλύτερες επιδόσεις. Σύμφωνα με το «εγχειρίδιο» αυτού του τύπου ανατροφής τα παιδιά απαγορεύονται να παρακολουθούν τηλεόραση, να μελετούν λιγότερο από τρεις ώρες την ημέρα και να παίρνουν οποιονδήποτε βαθμό λιγότερο από άριστα στο σχολείο!

 

Αν και έχει προκαλέσει πολλές αντιδράσεις, καθώς πολλοί είναι αυτοί που υποστηρίζουν ότι η στρατιωτική πειθαρχία δεν μπορεί να αποτελεί τη λύση για καλύτερες επιδόσεις στο σχολείο, λίγοι διαφωνούν με την ανάγκη «αλλαγής κουλτούρας» σε πολλές δυτικές χώρες προκειμένου οι γονείς να παίξουν ανάλογα προεξέχοντα ρόλο στην εκπαίδευση των παιδιών τους. Πάνω σε αυτό οι Φινλανδοί γονείς κάτι έχουν να πουν.

 

Η «προσωπική ευθύνη» ο καλύτερος μαθητής της Φινλανδίας

Μπορεί να «έπεσε» 4 θέσεις σε σχέση με την προηγούμενη αξιολόγηση, που την έφερνε στην πρώτη θέση παγκοσμίως, ωστόσο η Φινλανδία εξακολουθεί να έχει ένα από τα καλύτερα εκπαιδευτικά συστήματα στον κόσμο και το πρώτο στην Ευρώπη. Χάρη στην σταθερή πρόοδο όσον αφορά στην εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, οι μαθητές της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης καταφέρνουν να επιτύχουν υψηλές βαθμολογίες στα τεστ PISA. Η διαφορά μεταξύ των υψηλότερων και των χαμηλότερων επιδόσεων στα σχολεία είναι πολύ μικρή, ενώ μικρή είναι και η διακύμανση μεταξύ διαφόρων σχολείων αλλά και μεταξύ μαθητών με διαφορετικό οικογενειακό υπόβαθρο.

 

Ένας από τους λόγους για την επιτυχία της Φινλανδίας είναι ο βαθμόςπροσωπικής ευθύνης τόσο των δασκάλων όσο και των μαθητών. Στις δεκαετίες του ’70 και του ’80 η διαχείριση του σχολικού συστήματος της Φινλανδίας αποκεντρώθηκε και οι παραδοσιακές ακαδημαϊκές δομές στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση αντικαταστάθηκαν από περισσότερο ευέλικτες δομές, δίνοντας στους μαθητές περισσότερες επιλογές στη μελέτη τους.

 

Ετσι:

 

Οι εκπαιδευτικοί είχαν την ελευθερία να σχεδιάσουν το πρόγραμμα σπουδών και να επιλέξουν αυτοί τα εγχειρίδια.Τα σχολεία στη Φινλανδία είναι το κέντρο της κοινότητας. Παρέχουν καθημερινά ένα ζεστό γεύμα σε κάθε μαθητή, υγειονομικές και οδοντιατρικές υπηρεσίες, ψυχολογική υποστήριξη και ένα ευρύ φάσμα άλλων υπηρεσιών για τους μαθητές και τις οικογένειές τους. Είναι, ως επί το πλείστον, μικρά σε μέγεθος, με ελάχιστα έξοδα διοικητικής λειτουργίας (χωρίς δεκάδες διοικητικούς ανευθυνουπεύθυνους…) ενώ χρηματοδοτούνται από τους δημοτικούς προϋπολογισμούς. Οι διευθυντές αναλαμβάνουν μέρος της διδασκαλίας ακόμη και στα μεγάλα σχολεία.Οι εκπαιδευτικοί έχουν την προσωπική και επαγγελματική υποχρέωση ειδικός δάσκαλος».

 

 

Βασικά στοιχεία

 

Η κοινωνία της Φινλανδίας είναι σχετικά ομοιογενής. Από τον πληθυσμό των 5,3 εκατομμυρίων κατοίκων, μόνο το 3,8% έχουν γεννηθεί στο εξωτερικό, ενώ ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ είναι στο 12,9%. Η Φινλανδία δαπανά 5,9% του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος της για την εκπαίδευση, ελαφρώς πάνω από το μέσο όσο του ΟΟΣΑ που είναι 5,2%.Η Φινλανδία προσλαμβάνει τους δασκάλους της από το 10% των κορυφαίων αποφοίτων της. Όλοι οι εκπαιδευτικοί, από την πρωτοβάθμια μέχρι το ανώτερο δευτεροβάθμιο επίπεδο, πρέπει να έχουν πτυχίο Master.Οι Φινλανδοί εκπαιδευτικοί δαπανούν 592 ώρες διδασκαλίας ανά έτος στη τάξη, πολύ λιγότερο (!) από το μέσο όρο του ΟΟΣΑ που είναι 703 ώρες. Αυτό όμως τους δίδει περισσότερο χρόνο για την υποστήριξη μαθητών με μαθησιακές δυσκολίες.

 

 

Αποτελέσματα:

Η Φινλανδία βρέθηκε στην κορυφή των τεστ PISA το 2000 και έκτοτε εμφανίζεται σταθερή μεταξύ των κορυφαίων. Το 2009, ο αριθμός των Φινλανδών μαθητών που έφτασαν στο υψηλότερο επίπεδο των επιδόσεων στον τομέα της επιστήμης ήταν τρεις φορές άνω του μέσου όρου του ΟΟΣΑ.

 

Οι μαθητές λυκείου σχεδιάζουν τα δικά τους ατομικά προγράμματα

 

Οσο για τη Νότιο Κορέα, δείτε εδώ πώς κατάφερε να αποκτήσει το καλύτερο εκπαιδευτικό σύστημα του κόσμου.

 

Επιμέλεια: Εύα Σεϊντή, Γεωργία Αρσενίου

Από ΤΟ ΕΘΝΟΣ

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 5 Μαΐου 2014
Πριν από λίγες ημέρες συμπληρώσαμε τέσσερα χρόνια Μνημονίου. Ηρθε η ώρα να δούμε τι ακριβώς μάθαμε από τη ζωή μέσα στην κρίση
 
H επιβίωση στο ελληνικό κράτος είναι ένας διαρκής αγώνας που εξαρτάται από τη λογική, την υπομονή, την αυτογνωσία και το θάρρος.

Η ελληνική οικογένεια, αν και δικαίως συκοφαντημένη για τα υπαρξιακά ζητήματα που γιγαντώνει, ήταν ένας από τους παράγοντες που περιόρισαν την κρίση.

Τα social media έμοιαζαν η λύση για μια νέα επικοινωνία. Τελικώς, αποδείχθηκαν ένα μοντέρνο καφενείο. Υπάρχει και σωστή διάδραση, αλλά, όπως σε μια συζήτηση, θα επικρατήσουν οι φωνακλάδες, οι attention whores και οι ματαιωμένες προσωπικότητες.

Η ποιότητα μιας κυβέρνησης φαίνεται από τον τρόπο με τον οποίο συμπεριφέρεται στους αδύναμους. Στους συνταξιούχους, στους μετανάστες, σε όσους δεν έχουν μέσα επιβίωσης. Καμία κεντρική ποιότητα δεν διαφάνηκε· μόνο ανθρωποφαγία.

Η φιλανθρωπία δεν είναι σπορ για λίγους. Η αλληλεγγύη μπορεί να θριαμβεύσει – ειδικά εκεί που δεν έχει κάμερες.

Δεν είναι δύσκολο να βρεις νέο ρόλο για τον εαυτό σου. Στην κρίση παρακολουθήσαμε πολλούς να βγάζουν το σακάκι του bon viveur για να βάλουν το Τ-shirt του διαδηλωτή. Το δύσκολο είναι να πείσεις πως το εννοείς. Kυρίως τον εαυτό σου.

Παρακολουθώντας την πολιτική, δεν χρειάζεται να τα παίρνεις όλα προσωπικά. Για την ακρίβεια, αν τα παίρνεις όλα προσωπικά, έχεις πρόβλημα.

Οι κοντινοί σου άνθρωποι ενίοτε δίνουν μια αποσπασματική, προστατευμένη και παραμορφωτική εικόνα της πραγματικότητας. Μια απόσταση από τον μικρόκοσμο πάντα κάνει καλό.

Οχι, ο χρυσαυγίτης δεν είναι «μέσα μας», όπως έλεγε η παλιά αφήγηση της «σοβαρής Ακροδεξιάς». Είναι εκεί έξω και πρέπει να τον απομονώνουμε.

Είναι πολύ πιο αποτελεσματικό να εξευτελίσεις, να περιγελάσεις, να ταπεινώσεις με τη λογική και το χιούμορ έναν φασίστα, παρά να τον αντιμετωπίσεις με την ίδια του τη βία.

Η ελληνική τηλεόραση ουδέποτε ήταν σοβαρή, για να σοβαρέψει με την κρίση.

Είναι εύκολο να υπερεκτιμήσεις τα άφθαρτα νιάτα ως «πολιτική λύση». Δεν έχουν πάντα τη σωστή λύση. Για την ακρίβεια, εκτός από θράσος, σπάνια την έχουν.

Το να έχεις startup δεν σημαίνει πως έχεις τις λύσεις για μια νέα Ελλάδα. Απλώς προσπαθείς να κάνεις καλύτερη τη ζωή σου. Δεν είναι κακό, αλλά δεν είναι και επανάσταση. Το να πλασάρεις το lifestyle ως επανάσταση, απέτυχε δύο γενιές πριν.

Ολα τα δεινά ξεκίνησαν από τις φοιτητικές κομματικές παρατάξεις στα πανεπιστήμια. Αν η κρίση έπρεπε να μας μάθει κάτι, αυτό θα έπρεπε να ήταν η εξόντωσή τους.

Η σκληρή δουλειά – θα έπρεπε, αλλά – δεν είναι πάντα η λύση.

Οι Ελληνες προτιμούν να γράφουν για την κρίση, παρά να διαβάζουν νηφάλια για αυτήν. Εκδόθηκαν χιλιάδες βιβλία, διαβάστηκαν ελάχιστα (το 59% των Ελλήνων διάβασε τουλάχιστον ένα βιβλίο τον τελευταίο χρόνο. Ο ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι 71%).

Αν πεις ένα καλά σκηνοθετημένο ψέμα, το πιο πιθανό είναι πως η ελληνική κοινωνία θα σε αποδεχθεί. Και αν δεν την ενοχλήσεις, θα σε σεβαστεί περισσότερο από το να πεις μια ενοχλητική αλήθεια.

Είναι πιο εύκολο να μισείς από το να σκέφτεσαι. Και ακόμη πιο εύκολο να μισείς τον εαυτό σου, από το να τον αγαπάς.

Μη διαβάζεις ποτέ τα σχόλια στα άρθρα στο Ιnternet. Συνήθως θα αποθαρρυνθείς για το ανθρώπινο είδος.

Ο,τι και να συμβεί, η ζωή συνεχίζεται.

Ενας Κλούνεϊ βοηθάει περισσότερο την εθνική υπερηφάνεια, από μια επίσκεψη σε ένα μουσείο. (Το 25% των Ελλήνων επισκέφθηκε ένα μουσείο τον χρόνο. Ο ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι 41%).

Τις περισσότερες συμπεριφορές της ελληνικής κρίσης τις έχουν διηγηθεί από το 1991 οι «Απαράδεκτοι».

Είναι διαφορετικό να κάνεις καταλήψεις και διαφορετικό να προσπαθήσεις να κυβερνήσεις.

Μην υποτιμάς ποτέ την ενίοτε όμορφη, αλλά και σκοτεινή, πολιτική και μπερλουσκονική δύναμη του ποδοσφαίρου.

Οσοι φωνάζουν πιο πολύ, είναι και οι πιο ύποπτοι.

Αν φωνάζεις, σπάνια πετυχαίνεις. Εκτός και αν είσαι ο Αδωνις Γεωργιάδης ή ο Γιώργος Τράγκας.

Το ελληνικό καλοκαίρι είναι η λύση στα περισσότερα προβλήματα.

*Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino την Κυριακή 4 Μαΐου 2014 (Δημήτρης Θεοδωρόπουλος)

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 23 Απριλίου 2014

 

Οι βαριά οπλισμένοι άντρες εισέβαλαν στον γυναικείο κοιτώνα μέσα στη νύχτα και «φόρτωσαν» 230 κορίτσια σε οχήματα. Αυτό συνέβη την Μ. Δευτέρα και, οκτώ ημέρες αργότερα, οι 190 από τις μαθήτριες που απήχθησαν από το Κυβερνητικό Γυμνάσιο Θηλέων, στην πόλη Τσιμπόκ της Νιγηρίας, αγνοούνται ακόμη.
 
Κανείς δεν γνωρίζει πού βρίσκονται αλλά το πιο ανησυχητικό είναι, σύμφωνα με το CNN, ότι κανείς δεν δείχνει ιδιαίτερα σοκαρισμένος. «Ολόκληρη η κοινότητα συμπάσχει με τους γονείς», είπε στο αμερικανικό κανάλι η διευθύντρια του σχολείου Ασάμπε Κουαμπούρα«Αλλά ο κόσμος στα χωριά δεν έχει εκπλαγεί».
 
Αυτή είναι η ζωή στην άναρχη νιγηριανή επαρχία Μπόρνο. Η πάμπτωχη αυτή γωνιά της Νιγηρίας, κοντά στα σύνορα με το Καμερούν, βιώνει συχνά παρόμοια περιστατικά βίας.
 
Τους τελευταίους 11 μήνες οι επαρχίες Μπόρνο, Γιόμπε και Ανταμάουα έχουν τεθεί σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης λόγω των επιθέσεων από την Μπόκο Χαράμ. Η ισλαμιστική αυτή οργάνωση τοποθετεί βόμβες σε εκκλησίες και τζαμιά, απαγάγει γυναίκες και παιδιά και δολοφονεί πολιτικούς και θρησκευτικούς ηγέτες. Τα θύματα των απαγωγών, οι οποίες έχουν γίνει συνηθισμένο φαινόμενο, συνήθως γίνονται σκλάβοι του σεξ ή μαγείρισσες και σπανίως δολοφονούνται.
 
Η βία της Μπόκο Χαράκ (που σημαίνει «Η δυτική παιδεία είναι αμαρτία» από το book _ βιβλίο _ και το χαράμι) προκάλεσε τον θάνατο 1.500 ατόμων τους τρεις πρώτους μήνες του 2014, κυρίως στη βόρεια Νιγηρία.
 
Στόχος της οργάνωσης είναι να επιβάλει τον νόμο της σαρία στη Νιγηρία, όπου ο βορράς είναι κυρίως μουσουλμανικός ενώ ο νότος χριστιανικός.
 
Ο νιγηριανός στρατός πολεμά την Μπόκο Χαράμ. Οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων κατηγορούν και τις δυο πλευρές: την Μπόκο Χαράμ για αδιάκριτες επιθέσεις και τον στρατό για εκτελέσεις με συνοπτικές διαδικασίες.
 
Σε προηγούμενες απαγωγές, τα θύματα εντοπίστηκαν να εργάζονται σε φάρμες. Πολλές κοπέλες ήταν έγκυοι ή είχαν αποκτήσει μωρά ως αποτέλεσμα βιασμού.
 
Το κύμα απαγωγών ξεκίνησε τον Μάιο του 2013 όταν ο ηγέτης της Μπόκο Χαράμ Αμπουμπακάρ Σεκάου ανακοίνωσε σε μαγνητοσκοπημένο του μήνυμα ότι οι απαγωγές θα αποτελούσαν μέρος της στρατηγικής του επειδή οι δυνάμεις ασφαλείας της Νιγηρίας αρπάζουν τις γυναίκες και τα παιδιά των μελών της οργάνωσης. Τα θύματα, πρόσθεσε, θα ξεκινούν μια νέα ζωή ως«δούλες».
 
Από ΤΟ ΒΗΜΑ
 
 
Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 16 Ιανουαρίου 2014

Το  Baba Gurgur («Ο Πατέρας της Φωτιάς») είναι μια περιοχή κοντά στην πόλη Κιρκούκ, στο Βόρειο Ιράκ, γνωστή για την αιώνια φωτιά που καίει εκεί αδιάλειπτα και εκτιμάται ότι αυτό συμβαίνει για πάνω από 4000 χρόνια.

Το πεδίο πετρελαίου Baba Gurgur περιγράφηκε ήδη από τον Ηρόδοτο (περ. 484-425 π.Χ. ) και ορισμένοι πιστεύουν ότι είναι το πύρινο καμίνι που αναφέρεται στο βιβλίο του Δανιήλ, της Παλαιάς Διαθήκης, όπου ο βασιλιάς της Βαβυλώνας Ναβουχοδονόσορ (630 – 562 π.Χ.) έριξε τρεις Εβραίους που αρνήθηκαν να προσκυνήσουν το χρυσό είδωλό του.

 
Οι φλόγες καίνε ασταμάτητα και έχουν σημαντική συμβολική αξία για τους κατοίκους του Κιρκούκ. Οι φλόγες είναι αποτέλεσμα του φυσικού αερίου που διαρρέει μέσω των ρωγμών στα πετρώματα της περιοχής, δημιουργώντας ένα εντυπωσιακό τοπίο. Θρύλοι και μύθοι ακολουθούν τις άσβεστες φλόγες ανά τους αιώνες, ενώ ολόκληρη η περιοχή αποτελεί ένα από τα σηματικότερα σημεία εξαγωγής πετρελαίου στο Ιράκ.
Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 13 Ιανουαρίου 2014

Το κρασί που περιείχε δηλητήριο από το φυτό ελλέβορο, είναι πιθανό να ευθύνεται για το θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου, όπως εκτιμά ο κορυφαίος νεοζηλανδός τοξικολόγου, δρ. Λίο Σκεπ, που μόλις δημοσιεύθηκε στο διεθνές περιοδικό κλινικής τοξικολογίας Clinical Toxicology.

Οι ερευνητές επιχειρούν εκ νέου να φωτίσουν το μυστήριο του θανάτου του Αλεξάνδρου, το οποίο απασχολεί τους ιστορικούς και τους επιστήμονες εδώ και τουλάχιστον 2.000 χρόνια. Μερικοί πιστεύουν ότι πέθανε από φυσικά αίτια και άλλοι ότι δολοφονήθηκε με δηλητήριο από τον περίγυρό του.

Ο θάνατός του επήλθε το 323 πΧ στο παλάτι του στη Βαβυλώνα, όταν ο Έλληνας βασιλιάς ήταν μόνο 32 ετών.

Ο Αλέξανδρος, σύμφωνα με το «βασιλικό ημερολόγιο» που πιστεύεται ότι διετηρείτο στην αυλή του, εμφάνισε σταδιακά αυξανόμενο πυρετό και μετά από μια ασθένεια 12 ημερών, κατά την οποία δεν μπορούσε πλέον να περπατήσει και να μιλήσει, πέθανε κληροδοτώντας μια απέραντη αυτοκρατορία στους διαδόχους του.

Μεταξύ των ιατρικών «σεναρίων» που έχουν κατά καιρούς προταθεί για τον θάνατό του, είναι η σωρευτική επίπτωση από προηγούμενα τραύματά του σε μάχες (με τελική συνέπειά την οριστική κατάρρευσή του), οι επιπλοκές από την υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ (που οδήγησαν σε ηπατίτιδα και οξεία παγκρεατίτιδα), η κατάθλιψη, κάποια οργανική ανωμαλία εκ γενετής, καθώς επίσης το ανθυγιεινό περιβάλλον της Βαβυλώνας, στο οποίο ήλθε να προστεθεί κάποια λοίμωξη λόγω ελονοσίας, τυφοειδούς πυρετού ή άλλης ασθένειας που οφειλόταν σε ιό ή παράσιτο.

Εκτός από τις ανωτέρω πιθανές φυσικές αιτίες, παραμένει πάντα η πιθανότητα της δηλητηρίασης. Ο δρ Σκεπ και οι συνεργάτες του από το Εθνικό Κέντρο Δηλητηρίων του πανεπιστημίου Οτάγκο της Νέας Ζηλανδίας και το πανεπιστήμιο του Μπέρμιγχαμ της Βρετανίας, θεωρούν αδύνατο να ευθύνεται κάποιο γνωστό δηλητήριο όπως το αρσενικό ή η στρυχνίνη, όπως υποστηρίζουν μερικές θεωρίες, γιατί τότε ο θάνατός του θα ήταν πολύ πιο γρήγορος.

Ως πιο πιθανό ένοχο θεωρούν ένα δηλητηριώδες φυτό (με την επιστημονική ονομασία Veratrum album), που ανήκει στην οικογένεια των κρίνων και είναι γνωστό ως λευκός ελλέβορος.

Το εν λόγω φυτό συχνά εχρησιμοποιείτο από τους αρχαίους Έλληνες ως βότανο κατά του εμετού και, επιπλέον, είναι σε θέση να επιφέρει ένα τόσο βραδύ θάνατο.

Ο Λίο Σκεπ αναφέρει ότι η δηλητηρίαση από ελλέβορο χαρακτηρίζεται από γαστρικούς πόνους, ναυτία, εμετούς, βραδυκαρδία, υπόταση και σοβαρή μυϊκή αδυναμία, συμπτώματα που ο Μέγας Αλέξανδρος εμφάνισε, σύμφωνα με τις περιγραφές (όπως του ιστορικού Διόδωρου) των τελευταίων ημερών της ζωής του.

Πάντως ο Νεοζηλανδός τοξικολόγος παραδέχτηκε ότι, παρά τη μεγάλη έρευνά του πάνω στο ζήτημα (μελετά την αιτία θανάτου του Μακεδόνα στρατηλάτη από το 2003), το συμπέρασμά του δεν μπορεί παρά να είναι μια ακόμα θεωρία, καθώς η πραγματική αιτία θανάτου σήμερα πια δεν μπορεί να αποδειχτεί. «Ποτέ δεν θα ξέρουμε σιγουριά», τόνισε.

Aπό το ΕΘΝΟΣ

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 7 Ιανουαρίου 2014
«Να συνεχίσω να κοιτάζω γύρω μου – περισσότερο όμως -, να παρατηρώ όχι μόνο τον εαυτό μου αλλά και τους άλλους και τα πάντα -, να τα δέχομαι για αυτό που είναι». «Πρέπει να καταβάλω μεγάλη προσπάθεια να “δουλέψω” τα σημερινά προβλήματα και τις φοβίες που έχουν προκύψει από το παρελθόν μου – κάνοντας πολύ πολύ πολύ μεγαλύτερη προσπάθεια στην ψυχανάλυσή μου. Και να είμαι εκεί πάντα στην ώρα μου – καμία δικαιολογία να αργώ». «Να προσπαθήσω να διασκεδάζω όποτε μπορώ… Ετσι και αλλιώς, θα είμαι αρκετά δυστυχισμένη». Αυτά έγραφε, μεταξύ άλλων, η 29χρονη Μέριλιν Μονρόε στη «θρυλική» δερματόδετη ατζέντα της τον χειμώνα του 1955 (σήμερα μπορεί κανείς να τα βρει μαζί με διάφορα άλλα «θραύσματα» ζωής της πιο εύθραυστης ξανθιάς του Χόλιγουντ στο βιβλίο «Fragments: Poems, Intimate Notes, Letters» που κυκλοφόρησε το 2010). Δεσμεύσεις για το μέλλον που λίγα χρόνια αργότερα πνίγηκαν σε ένα μπουκαλάκι βαρβιτουρικά.
 
Οπως έγραφαν πριν από καιρό οι «New York Times», όλες αυτές οι λίστες με τις αποφάσεις-αυτοδεσμεύσεις για την καινούργια χρονιά (οι λεγόμενες «New Year’s resolutions») είναι ό,τι πιο αισιόδοξο και ταυτόχρονα ό,τι πιο κυνικό μπορείς να επιβάλεις στον εαυτό σου. Πρωτίστως, διότι η υπόσχεση ότι αυτή τη φορά, ναι, θα αλλάξεις, μπορεί μεν να εκπηγάζει από την ασίγαστη πίστη στην ανθρώπινη αυτοβελτίωση (π.χ. «Εφέτος θα τα χάσω τα 15 κιλά» ή «Εφέτος θα προσπαθήσω να στρεσάρομαι λιγότερο στη δουλειά»), αλλά η «συσκευασία» που χρησιμοποιείς, η νοητική δηλαδή λίστα με όλα εκείνα που θα αλλάξεις, είναι τόσο τυραννική και εμπεριέχει τόσο σκεπτικισμό ως προς την αίσια έκβαση του εγχειρήματος, που συχνά οδηγεί στην αποτυχία («Ok, και 11 κιλά να καταφέρω να χάσω, μια χαρά θα είμαι» ή «Θα προσπαθήσω τουλάχιστον να μη στρεσάρομαι τόσο ώστε να φτάνω να έχω ιλίγγους και ταχυπαλμίες»).
 
Οι λίστες του νέου έτους είναι όπως οι άλλες, οι εξίσου φρούδες, που απαντά κανείς σε βιβλία, εγχειρίδια και εορταστικά τεύχη εντύπων ανά τον πλανήτη. Πόσα επεισόδια του «Breaking Bad» πρέπει να έχεις δει προτού πεθάνεις, 100 πράγματα που πρέπει να κάνεις προτού γεράσεις, 100 πράγματα που πρέπει να κάνεις προτού κλείσεις τα 16, 100 βιβλία που πρέπει να έχεις διαβάσει μέχρι να εκπνεύσει το 2013, 500 πράγματα που πρέπει να φας πριν να είναι πολύ αργά (και τα καλύτερα μέρη να τα φας), 150 θεατρικές παραστάσεις που πρέπει να έχεις δει για να μη θεωρούν όλοι ότι είσαι ένα αυτάρεσκο «σκουλήκι» που ζει μόνο μέσα από τα posts του στο Facebook.
 
Τον περασμένο Οκτώβριο ο Ρίτσαρντ Οσμαν έγραφε στον «Guardian» ότι αυτή η σύγχρονη εμμονή με τις λίστες αγγίζει τα όρια της παθολογίας. Και αυτό που δεν συνυπολογίζεται είναι η καθημερινή, φθοροποιός ζωή ανάμεσα στις… λίστες. «Ο μέσος άνθρωπος ζει 701.844 ώρες. Από αυτές, 233.600 ώρες θα κοιμάσαι (περισσότερες αν είσαι φαν του κρίκετ). Θα δουλεύεις 74.060 ώρες (λιγότερες αν είσαι ο Γιουσέιν Μπολτ) και θα περιμένεις τα παιδιά σου να κάνουν γρήγορα και να φορέσουν επιτέλους τα παπούτσια τους 11.850 ώρες». Ακόμη και όλα τα επεισόδια του «Breaking Bad» που σου λένε ότι πρέπει να δεις είναι πολύτιμος χρόνος: 61 ώρες, ήτοι το 0,000667% της υπόλοιπης ζωής σου.

Εντάξει, είναι σχεδόν «βιολογική ανάγκη να αποζητάς τον καλύτερό σου εαυτό κάθε 1η Ιανουαρίου, αλλά και μια γενετική ανικανότητα να τον αποκτήσεις». Αν ανήκεις στον μέσο όρο, δεν είσαι δηλαδή καλός στο να κάνεις τις λίστες σου «πραγματικότητα» (είναι παρηγορητικό, πάντως, το γεγονός ότι το 55% των Αμερικανών σήμερα δεν μπαίνουν καν στον κόπο να τις συντάξουν), μπορεί πάντα να αφήσεις την αλλαγή να έρθει μόνη της. Σιωπηρά, χωρίς μεγαλοστομίες και φανφάρες. Οπως έγραφε το 1960 η αμερικανίδα θεατρική συγγραφέας Λίλιαν Χέλμαν (στα «Παιχνίδια στη σοφίτα»): «Οι άνθρωποι αλλάζουν και ξεχνούν να το πουν ο ένας στον άλλον”
 
Από το ΒΗΜΑgasino
Λένα Παπαδημητρίου
Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 22 Δεκεμβρίου 2013

Δημήτρης Δημητριάδης: «Γράφω επειδή δεν μπορώ να αγαπηθώ»

Το έργο του συγγραφέα «Ο κυκλισμός του τετραγώνου» ήταν η ιδανική αφορμή για τη συνάντηση με τον παλιό του φίλο Γιώργο Βέλτσο
 
Η γραφή συνεπάγεται τη λύτρωση, κ. Δημητριάδη;

Δημήτρης Δημητριάδης: «Η γραφή είναι ένα τέλος. Η δέσμευση έχει διάρκεια. Οπως το σκοτάδι. Η νύχτα είναι το θέμα. Η λύτρωση είναι νύχτα».

Σκοτάδι, λύτρωση, ηδονή…

Γιώργος Βέλτσος: «Πέραν της αρχής της ηδονής, απλώνεται η νιρβάνα του θανάτου».

Δ.Δ.: «Η σχέση τους ισχύει· το “πέραν” που λέω εγώ. Το “πέραν” είναι η επιστροφή σε ένα κυτταρικό σημείο, στην αρχή της ζωής».

Ηδονή στη ζωή;

Δ.Δ.: «Αδηφάγα η γραφή, από τη στιγμή που γίνεται κατάσταση σωματικής λειτουργίας, δεν αφήνει περιθώριο στην ηδονή να περάσει στον χώρο της ζωής».

Γράφετε. Γιατί;

Γ.Β.: «Για να μ’ αγαπάνε. Δυστυχώς».

Δ.Δ.: «Επειδή δεν μπορώ να αγαπηθώ».

Γ.Β.: «Ενδεχομένως, δεν θέλεις».

Δ.Δ.: «Θέλω να διατηρήσω την αδυναμία μου να μην αγαπιέμαι».

Γ.Β.: «Κάνεις το αντίθετο από τον Καμύ, που έγραφε για να αποφύγει το έγκλημα· γράφεις για να εγκληματήσεις».
Δ.Δ.: «Για να το διαπράξω. Διατηρώ με κάθε τρόπο αυτή την κατάσταση».

Παίρνετε ρίσκο δεχόμενοι μία κοινή συνέντευξη;

Γ.Β.: «Κάθε συνέντευξη αυτού του τύπου συνιστά έναν ωραίο κίνδυνο, απαντώ ανατρέχοντας στον Φουκώ».

Προτού εμπλακείτε στον «ωραίο κίνδυνο», μία μνήμη. Παρίσι, 1968. Τι έγινε;

Γ.Β.: «Ο Γιάννης Τσαρούχης ήρθε ένα βράδυ σπίτι μου και έφερε και τον Δημήτρη. Ημασταν γείτονες εκεί, είμαστε και οι δύο Θεσσαλονικείς. Είχαμε μεγαλώσει σχεδόν στην ίδια γειτονιά, είχαμε δώσει στη Νομική και είχαμε περάσει, αλλά ποτέ δεν είχαμε συναντηθεί».

Δημιουργοί, συνομήλικοι, συντοπίτες, συνομιλητές, αλλά τα κείμενά σας έχουν βαθύτατες διαφορές.

Γ.Β.: «Ο Δημήτρης εμψυχώνει ένα θέατρο θανάτου, εγώ ένα θέατρο ζωής. Εκείνος βάζει τον θεατή στη θέση του εγκληματία, αλλά και στη θέση του θύματος, με μιαν εγκληματική χαρά όπως ο Σαντ, ενώ εγώ, όπου οι άλλοι είναι νεκροί, ως επιβιώσας, γράφω από τη σκοπιά τους. Η πένθιμη γραφή μου. Η γραφή του Δημήτρη είναι η λύτρωση, με μιαν εξωστρέφεια σε βαθμό υπερβολής, ενώ για μένα είναι η υγεία, γιατί δεν υπάρχει απόλαυση χωρίς υγεία και, για να επιβιώσω – γιατί περί αυτού πρόκειται – πρέπει να κρύβομαι».

Κοινό στοιχείο;

Γ.Β.: «Κοινό, αλλά διαφορετικά εκφρασμένο, η παραλληλία σώματος και γλώσσας. Σε έναν συλλογισμό διαζευκτικό, όπου το σώμα συγκαλύπτει μια κρυμμένη γλώσσα και η γλώσσα εμφανίζει ένα ένδοξο σώμα».

Και παραπέρα;

Γ.Β.: «Είμαι και αντάρτης. Δολιοφθορέας».

Δ.Δ.: «Εγώ δεν είμαι. Ο Γιώργος βάλλει εκ των έσω. Υπονομεύει το καθεστώς. Βάζει βόμβες στα υπόγεια της “Μεγάλης Βρεταννίας”!».

«Εγώ είναι άλλος» ή «εγώ είμαι ο άλλος», γνωστές ρήσεις. Αυτός που γράφει ποιος είναι;

Γ.Β.: «Αυτός που γράφει είναι πολλοί. Γράφουμε για τα ζώα που πεθαίνουν, λέει ο Μόρετζ».

Δ.Δ.: «Ανήκω στον εχθρό που πολιορκεί τη χώρα. Αυτός είναι ο άλλος, με την έννοια του είναι. Γιατί το εγώ, που είναι η χώρα, αντιστέκεται· δεν θέλει να αποδεχτεί τον άλλον. Δεν έγινα αποδεχτός, επειδή ήμουν πάντα ένας άλλος. Το αλλότριο είναι η περιοχή μου. Οι λέξεις που δεν υπάρχουν. Οι ανύπαρκτες λέξεις που πρέπει να βρω, πέρα από τα όρια της γλώσσας, προκειμένου να πω αυτό που ακόμη δεν υπάρχει και δεν έχει όνομα».

Γ.Β.: «Και από αυτό το σημείο αρχίζει η λογοτεχνία. Οποιος γράφει πρέπει να έχει μία γλώσσα άγνωστη, μία μη δική του γλώσσα. Η λογοτεχνία θέτει το ερώτημα της σχέσης του συγγραφέα με τον στοχαστή. Με τον στοχασμό, η λογοτεχνία καταστρέφεται. Χωρίς στοχασμό, μετατρέπεται σε ευπώλητα βιβλία· άρα, δεν μπορεί να υπάρξει. Το αδιέξοδο του συγγραφέα…».

Δ.Δ.: «Και η προϋπόθεση, συγχρόνως. Και να το πούμε ωμά: όσα λέμε καταργούν όλη τη νεοελληνική λογοτεχνία. Εκτός του Χειμωνά. Η λογοτεχνία αχρηστεύεται ενώπιον αυτής της δίκης, που είναι η Αλλη Γλώσσα. Αυτή κρίνει. Αυτό, το Μέγα Δικαστήριο. Το μέγα κριτήριο είναι οι Ανύπαρκτες Λέξεις».

2002. Γιώργος Βέλτσος, πρόεδρος της Επιτροπής Κρατικών Λογοτεχνικών Βραβείων. Απονείματε το βραβείο μυθιστορήματος στον Δημήτρη Δημητριάδη για το μη αναγνώσιμο έργο του, από πλευράς δυσκολίας, «Η ανθρωπωδία – Μία ατελής χιλιετία». Με ποιο σκεπτικό;

Γ.Β.: «Είχε όλα τα στοιχεία αυτού που πρέπει να είναι ένα έργο τέχνης· στοιχεία αν-αναγνωσιμότητας. Βλέπετε, η ίδια η πρόθεση που αφορά την ανά-γνωση, διπλασιαζόμενη, αφαιρεί το στοιχείο της ανάγνωσης! Εργο ενός συγγραφέα, ο οποίος δεν είναι μέσα σε έναν, αλλά την ίδια στιγμή δεν είναι και κανένας μέσα σε έναν, διότι ο καθένας μας είμαστε πολλοί. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, που παρευρίσκετο, είχε μείνει άφωνος».

Δ.Δ.: «Και ο εκδότης μου, ο οποίος δεν μου έδωσε καν το χέρι του. Είπε, με τον τρόπο του, “δεν σε αναγνωρίζω”. Υστερα από δύο χρόνια, το βιβλίο αναφέρθηκε ως παράδειγμα βραβευμένου, αλλά μη ευπώλητου!».

Τώρα, η Στέγη Γραμμάτων & Τεχνών σάς τιμά, κ. Δημητριάδη, με ένα αφιέρωμα, το οποίο είχε προηγηθεί στο Θέατρο Οντεόν, στο Παρίσι. Πώς νιώθετε;

Δ.Δ.: «Ο,τι αισθάνομαι δεν είναι χαρά, ευχαρίστηση, δεν είναι ικανοποίηση, δεν δίνει ένα είδος αυτοπεποίθησης και, συγχρόνως, με απογυμνώνει. Δεν ξέρω πώς ν’ ανταποκριθώ… Πώς να ξεσυνηθίσω το γεγονός ότι βαλλόμουν τόσα χρόνια και τώρα να νιώσω μη βαλλόμενος;».

Το έργο σας «Ο κυκλισμός του τετραγώνου». Ενα έργο που…

Δ.Δ.: «Αντιστρέφω τη φράση που έβαλαν ερήμην μου στη διαφήμισή του, ότι είναι μια παράσταση για όσους θέλουν να αγαπηθούν. Είναι μια παράσταση για όσους δεν μπορούν να αγαπηθούν».

Το θέατρό σας πώς το χαρακτηρίζετε;

Δ.Δ.: «Μεταθανάτιο, όπως είμαι κι εγώ, ήδη νεκρός. Δεν μπορεί να υπάρξει για μένα σκέψη, στοχασμός, ακόμη και σχόλιο, χωρίς τη συντελεσμένη κατάσταση του προσωπικού θανάτου. Αυτό, αν υποθέσουμε ότι σκέπτομαι, γιατί πιστεύω ότι δεν σκέπτομαι».

Τι εννοείτε;

Δ.Δ.: «Οτι όταν σκέπτομαι δεν σκέπτομαι εγώ, σκέπτεται η γραφή ή, αν προτιμάτε, μόνον όταν γράφω σκέπτομαι. Γι’ αυτό και σε αυτές τις συζητήσεις επαναλαμβάνομαι. Δεν παράγω σκέψη. Τώρα σκέπτομαι ότι χρησιμοποιώ λέξεις οι οποίες μιλούν για να πω ότι δεν σκέπτομαι».

Και το θέατρο του Γιώργου Βέλτσου;

Δ.Δ.: «Eγχείρημα που θέλει να μετατρέψει τον στοχασμό σε τέχνη, τη σκέψη σε ποίηση, τη διανοητική διαδικασία σε θέατρο. Και το ελληνικό θέατρο χρειάζεται έναν κλασικισμό που θα εμπεριέχει αυτή την τόσο στοχαστική πλευρά. Πρέπει να γίνει αντιληπτή – γιατί αποδεκτή δεν θα γίνει ποτέ – η επείγουσα αναγκαιότητα. Με την έννοια αυτή, ο Γιώργος γράφει ένα θέατρο άπαικτο, προς το παρόν, το οποίο έρχεται να δώσει δείγματα μιας πληρότητας, που το κενό του ελληνικού θεάτρου δεν έχει βρει ποτέ».

Γ.Β.: «Αυτού του είδους τα έργα ο Μαλαρμέ τα χαρακτηρίζει άυλα. Η θεατροποίηση του στοχασμού. Και έχω αίτημα για να παιχθεί το άυλο».

Τι ετοιμάζετε;

Γ.Β.: «Θ’ ανεβεί το τελευταίο έργο μου, “Αυτοκρατορία”, ένα θέατρο πολέμου, μια σύγχρονη υπόθεση, που περνά όμως από την Παλαιά Διαθήκη και που δείχνει πως για 3.000 χρόνια η αυτοκρατορία είναι ίδια… Δεν μπορώ να πω, προς το παρόν, περισσότερα».

Ποια είναι η έννοια του άπαικτου;

Δ.Δ.: «Του έργου που αντιστέκεται στη θεατρική πράξη ή στη σκηνική διαπραγμάτευση. Αυτά που παίζονται δεν έχουν πια σημασία».

Γ.Β.: «Η Κιτσοπούλου;».

Δ.Δ.: «Καλά λέει. Στο πρόγραμμα της Στέγης μίλησα για απουσία μηχανισμού μεταποίησης μέσα στο ελληνικό θέατρο και μου προέβαλαν την ένσταση ότι υπάρχει η Κιτσοπούλου. Δεν καταλαβαίνουν πώς χρησιμοποιείται η λέξη “μετουσίωση”. Μετουσιώνει το συγκεκριμένο θέατρο την πραγματικότητα; Τι κάνει; Αναπαράγει κάτι τρομερά παλιό, το οποίο δεν μιλά καθόλου για το παρόν. Είναι άκαιρο».

Το κοινό το σκέφτεστε;

Δ.Δ.: «Είναι ανέτοιμο».

Δεν σας πειράζει που τα λόγια σας προκαλούν ποικιλοτρόπως;

Γ.Β.: «Η γκροτέσκα σκιά του ψυχιάτρου έχει μπει στο δωμάτιο για να δει τη σχιζοφρένειά μας. Δεν φοβάμαι καθόλου να τη δείξω».

Δ.Δ.: «Κι εγώ είμαι έτοιμος, εξαιτίας του αφιερώματος, να εκτεθώ και να κρίνουν τα έργα μου· όχι εμένα τον ίδιο».

Γ.Β.: «Να τελειώνουμε με τους κριτικούς».

Δ.Δ.: «Η γνώμη των κριτικών, που αποκτά γενική ισχύ, είναι η διαστροφή της κριτικής».

Δεν τους στέλνετε βιβλία σας;

Γ.Β. και Δ.Δ.: «Οχι, βέβαια!».

Γ.Β.: «Κατ’ αρχήν, κριτικοί δεν υπάρχουν. Είναι ο Βαγγέλης Χατζηβασιλείου. Δεν μας έχει αναφέρει ποτέ. Δεν τους αναγνωρίζω και καλά κάνουν που δεν με αναγνωρίζουν».

Αν σας έγραφαν καλή κριτική, τα ίδια θα λέγατε;

Γ.Β.: «Μα, μου έχουν γράψει και εξαιρετικές κριτικές. Ο Δημήτρης Τσατσούλης και η Ματίνα Καλτάκη».

Ωστόσο, και οι δύο απευθύνεστε σε ένα κοινό.

Δ.Δ.: «Ο Γιώργος έχει κοινό».

Γ.Β.: «Κοινό του Βέλτσου, όχι του συγγραφέα. Κάτι που θα μπορούσα να το θεωρήσω μειονέκτημά μου, αδυναμία μου να απορρίψω το άλλοθι. Να, πάλι το εγώ μου και δεν ξέρω αν μπορώ να απαλλαγώ από αυτό».

Στο «εγώ» και η ερωτική ταυτότητα…

Γ.Β.: «Εγώ είμαι ομοφυλόφιλος και ο Δημητριάδης ετεροφυλόφιλος, διότι ο πόθος τον οποίο αναπτύσσω και οι εντάσεις είναι απολύτως διαστροφικές».

Δ.Δ.: «Δεν διαλαλώ, αλλά δεν ομολογώ συγχρόνως την ερωτική μου ταυτότητα, η οποία αποτελεί πυρήνα, ψυχή, αφετηρία, μήτρα. Γιατί μας αφορίζουν οι λέξεις. Γινόμαστε δέσμιοι, ακόμη και θύματά τους. Μας κάνουν να φερόμαστε με τέτοιον τρόπο ώστε να δώσουμε μιαν εξήγηση για την ύπαρξή τους. Αν τις αφαιρέσουμε, τι μένει;».

Γ.Β.: «Τώρα διασκεδάζουμε. Βλέπουμε τον εαυτό μας να κάνει αυτή τη συνομιλία! Ο ρόλος του αμαρτήματος, της παραβίασης, το “επιθυμώ δεν επιθυμώ” με βάση τον νόμο… Δεν μπορεί ο Δημήτρης να ζήσει αν δεν παραβεί τον όρο του Οίκου!».

Οι κανόνες ηθικής, κατασκευή του ανδρικού φύλου.

Δ.Δ.: «Δεν είναι έτσι. Από το θέμα του φύλου πρέπει να ξεκινήσουμε».

Η ανατομία δεν είναι το πεπρωμένο;

Γ.Β.: «Ο φαλλός είναι το πεπρωμένο, όχι το ανδρικό μόριο. Το ποιος έχει τον φαλλό. Ποιος ευνουχίζει ποιον. Πώς, στο παρελθόν, η παρουσία του Δημήτρη στη ζωή μου με είχε συμπλέξει ως προς τον ίδιο μου τον εαυτό. Υπάρχει πάντα ο ανταγωνισμός σε έναν αγώνα και ισχύουν οι αγώνες». 

Δ.Δ.: «Στην “Ορέστεια”, ποιος έχει τον φαλλό; Η Κλυταιμνήστρα. Στον μονόλογο που έγραψα, η Κλυταιμνήστρα λέει ότι, αν καταστραφεί ο κόσμος, θα είναι από τη γυναίκα. Η γυναίκα είναι το θηρίο. Είναι μια θηλυκότητα σε μορφή φαλλού».

Γ.Β.: «Ο,τι πιο τιμητικό. Οι φαλλικές θεές. Η αποκάλυψη της Ισιδος είναι η αποκάλυψη του φαλλού».

Σύμφωνοι, φαλλικές γυναίκες. Δεν εκφράζουν, όμως, και ηπιότητα;

Δ.Δ.: «Σε τι συνίσταται η ηπιότητα; Δεν υπάρχει τίποτα πιο θηριώδες από τη σύλληψη, την κύηση και τη γέννηση. Είναι τρομερό να παράγεις ζωή από το σώμα σου. Αυτό εννοώ θηριώδες. Και ναι, το φύλο είναι το πεπρωμένο. Είναι ανυπέρβλητο. Επιβάλλεται. Και με έχει απασχολήσει μέσα από τη σχέση του μονού, του διπλού, του ζεύγους, είτε είναι γυναίκα με άνδρα, είτε άνδρας με άνδρα, είτε γυναίκα με γυναίκα…».

ΑΠΟ ” ΤΟ ΒΗΜΑ”
Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 18 Δεκεμβρίου 2013

Έρευνα: «Εκτός πυλών» του κράτους οι νέοι Έλληνες
 
Αυτό έχει ως αποτέλεσμα η Ελλάδα να τοποθετείται στις πρώτες θέσεις εντός της «ΕΕ των 28» αναφορικά με τους NEETs.
 
 
 
Eκτός αγοράς εργασίας, εκπαίδευσης ή κατάρτισης, βρίσκεται το 16,9% των νέων έως 24 ετών στην Ελλάδα, σύμφωνα με έρευνα του Κέντρου Ανάπτυξης Εκπαιδευτικής Πολιτικής (ΚΑΝΕΠ) της ΓΣΕΕ και του Πανεπιστημίου Κρήτης, σε συνεργασία με την εταιρεία δημοσκοπήσεων Greek Public Opinion (GPO) και το Ινστιτούτο Ηλεκτρονικής Δομής και Λέιζερ (ΙΗΔΛ) του Ιδρύματος Τεχνολογίας και Έρευνας (ΙΤΕ), που παρουσιάστηκε σε ειδική εκδήλωση στον δήμο Ιλίου.

 Αυτό έχει ως αποτέλεσμα η Ελλάδα να τοποθετείται στις πρώτες θέσεις εντός της «ΕΕ των 28» αναφορικά με τους NEETs. Με τον όρο NEETs, (young people not in education, employment or training), περιγράφεται ο νεανικός πληθυσμός μίας χώρας, ηλικίας 15 έως 24 ετών, που απέχει από κάθε διαδικασία εκπαίδευσης, κατάρτισης και απασχόλησης, δηλαδή είναι «απών» από κάθε μείζονα θεσμική μέριμνα του κοινωνικού κράτους.

Όπως προκύπτει από τα ευρήματα και συμπεράσματα της έρευνας:

– Παρατηρείται αύξηση κατά 50% του ποσοστού των NEETs στη χώρα μας, κατά την περίοδο της κρίσης.

– Οι NEETs, αν και δεν αποτελούν νέο φαινόμενο, εντούτοις, τόσο η διακύμανσή τους (διόγκωση), όσο και η περιφερειακή συγκέντρωσή τους, που εντοπίζεται κυρίως στα κράτη μέλη του ευρωπαϊκού Νότου, καταδεικνύουν, σαφώς, την άμεση διασύνδεση του φαινομένου με τις δυσμενείς συνέπειες της πολυεπίπεδης κρίσης και με τις ακολουθούμενες μεθόδους δημοσιονομικής εξυγίανσης.

– Οι γυναίκες αποτελούν την πλειοψηφία των «αποκλεισμένων» ατόμων.

– Οι νέοι με χαμηλό ή μεσαίο μορφωτικό επίπεδο διατρέχουν υψηλό κίνδυνο να περιέλθουν σε κατάσταση NEET, καθώς, επίσης, οι νεαροί μετανάστες, τα άτομα με αναπηρία, οι νέοι με πολύ σοβαρά προβλήματα ψυχικής ή σωματικής υγείας και όσοι εμφανίζουν βεβαρημένο οικογενειακό background.

– H οικογένεια, ένας ζωτικός θεσμός της ελληνικής κοινωνίας, διαδραματίζει τον βασικότερο υποστηρικτικό ρόλο για τους NΕΕΤs, βοηθώντας τους οικονομικά και ψυχολογικά, ώστε να συνεχίσουν την προσπάθειά τους για εύρεση εργασίας, ενώ παράλληλα λειτουργεί ως «προστατευτικό πλαίσιο» που περιορίζει- ως ένα σημείο- συναισθηματικές εξάρσεις ακραίας μορφής που ενδέχεται να οδηγήσουν σε παραβατικές συμπεριφορές- κάτι που δεν φαίνεται να συμβαίνει σε άλλες χώρες της Ευρώπης, όπως π.χ. στην Αγγλία.

– Οι NEETs στην Ελλάδα εμφανίζονται εξαιρετικά δύσπιστοι απέναντι στο κοινωνικό κράτος και ταυτόχρονα εκφράζουν έντονη δυσφορία για το πολιτικό σύστημα.

– Τέλος, οι ΝΕΕΤs εξακολουθούν να θέτουν ως βασική προτεραιότητα την επανένταξή τους στην αγορά εργασίας και δευτερευόντως την επιστροφή τους σε κάποια μορφή μαθησιακής διαδικασίας, εκφράζοντας τις χαμηλές προσδοκίες τους για την αποτελεσματικότητα και τις ευκαιρίες που προσφέρει το υποσύστημα «εκπαίδευση- κατάρτιση- απασχόληση» από το οποίο απέχουν, κυρίως, λόγω στρεβλώσεων ή συρρίκνωσης του κοινωνικού κράτους και όχι από προσωπική βούληση.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 9 Δεκεμβρίου 2013
Μέσα στα 95 χρόνια της ζωής και της πορείας του Νέλσον Μαντέλα ο «Μαντίμπα» είπε λόγια σημαντικά, ορισμένα από τα οποία ακολουθούν παρακάτω:

«Από την πλευρά μου έχω κάνει την επιλογή μου. Δεν θα εγκαταλείψω τη Νότια Αφρική, ούτε θα παραιτηθώ. Μόνο μέσω κακουχιών, θυσιών και μαχητικής δράσης μπορεί θριαμβεύσει η ελευθερία. Ο αγώνας είναι η ζωή μου. Θα συνεχίσω να αγωνίζομαι για την ελευθερία μέχρι το τέλος των ημερών μου», είχε δηλώσει ο Νέλσον Μαντέλα στις 26 Ιουνίου 1961 στο Νοτιοαφρικανικό Εθνικό Κογκρέσο.

«Στη διάρκεια της ζωής μου έχω αφιερώσει τον εαυτό μου στον αγώνα του αφρικανικού λαού. Έχω αγωνιστεί εναντίον της κυριαρχίας των λευκών και έχω αγωνιστεί ενάντια στην κυριαρχία των μαύρων. Έχω στην καρδιά μου το ιδανικό μιας δημοκρατικής και ελεύθερης κοινωνίας στην οποία όλοι οι άνθρωποι θα συμβιώνουν αρμονικά με ίσες ευκαιρίες. Είναι ένα ιδανικό που ελπίζω να ζήσω αρκετά ώστε να το δω να υλοποιείται. Αλλά, Θεέ μου, αν χρειαστεί, είναι ένα ιδανικό για το οποίο είμαι έτοιμος να πεθάνω», είχε πει κατά τη διάρκεια της δίκης του στις 20 Απριλίου του 1964.

«Στέκομαι εδώ μπροστά σας όχι ως προφήτης αλλά ως ταπεινός υπηρέτης του λαού. Οι ακούραστες και οι ηρωικές σας θυσίες έχουν καταστήσει δυνατό για εμένα να βρίσκομαι εδώ σήμερα. Για τον λόγο αυτόν εναποθέτω τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής μου στα χέρια σας», είχε δηλώσεις στις 11 Φεβρουαρίου 1990 όταν απελευθερώθηκε από τη φυλακή.

«Η ώρα για την επούλωση των πληγών έχει έρθει… η στιγμή για να γεφυρωθεί το χάσμα που μας χωρίζει έχει έρθει. Η ώρα να χτίσουμε βρίσκεται στα χέρια μας», είχε πει κατά την ορκωμοσία του ως πρόεδρος της Νότιας Αφρικής στις 10 Μαΐου 1994.

«Κανείς δεν γεννιέται μισώντας τον πλησίον του εξαιτίας του χρώματος του δέρματός του ή του παρελθόντος ή της θρησκείας. Οι άνθρωποι πρέπει να μάθουν να μισούν κι αν μάθουν να μισούν, μπορούν να μάθουν και πώς να αγαπούν, γιατί η αγάπη έρχεται πιο φυσικά στην ανθρώπινη καρδιά από ότι το αντίθετό της», ανέφερε στην αυτοβιογραφία του με τίτλο Long Way To Freedom.

«Αυτό που έχει σημασία στη ζωή δεν είναι μόνο το γεγονός ότι έχουμε ζήσει. Η διαφορά έχουμε κάνει στις ζωές των άλλων είναι που καθορίζει τη σημασία της ζωής που ζούμε».

«Ζούμε σε ένα κόσμο όπου η γνώση και η πληροφόρηση έχουν κάνει τεράστια άλματα, αλλά εκατομμύρια παιδιά δεν έχουν την ευκαιρία στη μάθηση. Ζούμε σε ένα κόσμο όπου η πανδημία του AIDS απειλεί την ίδια τη δομή της ύπαρξής μας. Ωστόσο, εμείς ξοδεύουμε περισσότερα χρήματα για όπλα και όχι για τη θεραπεία και την υποστήριξη εκατομμυρίων ανθρώπων που έχουν μολυνθεί από τον ιό του HIV. Είναι ένας κόσμος όπου η ελπίδα και οι δυνατότητες μπορούν να θριαμβεύσουν. Είναι επίσης ένας κόσμος γεμάτος απελπισία, ασθένειες και πείνα», είχε πει κατά τη διάρκεια συναυλίας στο Γιοχάνεσμπουργκ στις 2 Ιουλίου 2005.

«Την τελευταία ημέρα της ζωή μου θέλω να ξέρω ότι όσοι αφήνω πίσω μου θα πουν : «Ο άνθρωπος που κείτεται εδώ έκανε το καθήκον του για τη χώρα και το λαό του», είχε δηλώσει το 1999.