Ποίηση

Κυριακή Ψαρρού στις 26 Φεβρουαρίου 2012

 

Στο παιδί μου

Στο παιδί μου δεν άρεσαν ποτέ τα παραμύθια


και του μιλούσανε για Δράκους

και για το πιστό σκυλί

για τα ταξίδια της της Πεντάμορφης

και για τον άγριο λύκο

μα στο παιδί μου δεν άρεσαν ποτέ τα παραμύθια.
Τώρα τα βράδια, κάθομαι και του μιλώ

λέω το σκύλο σκύλο, το λύκο λύκο,

το σκοτάδι σκοτάδι

του δείχνω με το χέρι τους κακούς,

του μαθαίνω ονόματα σαν προσευχές,

του τραγουδώ τους νεκρούς μας.

Α, φτάνει πια!

Πρέπει να λέμε την αλήθεια στα παιδιά…


Μ. Αναγνωστάκης
Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 17 Φεβρουαρίου 2012

Δ Ε Ι Τ Ε  Ε Δ Ω :      PABLO_NERUDA

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 7 Φεβρουαρίου 2012

ΑΠΟ ΤΗΝ ΒΕΡΑ

“Τη μέρα εκείνη ο Χόρχε με περίμενε με ένα
παραμύθι:
Όταν μεγάλωσε ο πατέρας του του είπε:
« Παιδί μου, δε γεννιόμαστε όλοι με φτερά.
Μπορεί να μην είσαι υποχρεώμενος να
πετάξεις, νομίζω όμως πως είναι κρίμα να
μείνεις μόνο στο περπάτημα αφού έχεις τα
φτερά που ο καλός Θεός σου έδωσε.»
«Μα δεν ξέρω να πετάω» απάντησε ο γιος.
«Σωστά…» είπε ο πατέρας. Και περπατώντας,
τον πήγε ως το χείλος του γκρεμού, στο
βουνό.
«Βλέπεις γιε μου; Το κενό. Όταν θελήσεις να
πετάξεις, θα έρθεις εδώ θα πάρεις βαθιά
ανάσα, θα πηδήξεις στην άβυσσο και
απλώνοντας τα φτερά σου θα πετάξεις».
Ο γιος αμφέβαλλε.
«Κι αν πέσω;»
«Ακόμα κι αν πέσεις, δε θα σκοτωθείς. Οι
λίγες γρατζουνιές θα σε κάνουν πιο δυνατό
στην επόμενη προσπάθεια» αποκρίθηκε ο
πατέρας.
Το παιδί γύρισε στο χωριό να δει τους φίλους
του, τις παρέες του, όλους εκείνους που είχε
συντρόφους στην πορεία της ζωής του. Οι πιο
στενόμυαλοι του είπαν:
«Είσαι τρελός; Για ποιο λόγο; Ο πατέρας σου
είναι μισότρελος…Για ποιο λόγο να
πετάξεις; Τι σου χρειάζεται; Γιατί δεν
αφήνεις τις ανοησίες; Τι νόημα έχει να
πετάξεις;»
Οι καλύτεροι φίλοι του τον συμβούλεψαν:
«Κι αν είναι αλήθεια; Μα σίγουρα δεν είναι
επικίνδυνο; Γιατί δεν αρχίζεις σιγά-σιγά;
Δοκίμασε να πηδήξεις από μια σκάλα ή από την
κορυφή ενός δέντρου. Αλλά από τον γκρεμό,
βρε παιδί μου;…»
Ο νεαρός άκουσε τις συμβουλές όσων τον
αγαπούσαν. Ανέβηκε στην κορυφή του δέντρου
και, με όλο του το θάρρος, πήδηξε. Άνοιξε τα
φτερά του, τα κούνησε στον αέρα με όλη του τη
δύναμη αλλά, δυστυχώς, έπεσε στο έδαφος.
Μ’ένα καρούμπαλο στο κεφάλι συνάντησε τον
πατέρα του.
«Μου είπες ψέμματα! Δεν μπορώ να πετάξω. Το
δοκίμασα και κοίτα πως χτύπησα! Δεν είμαι
σαν κι εσένα. Τα φτερά μου είναι μόνο για
στολίδι.»
«Παιδί μου» είπε ο πατέρας, «για να
πετάξεις, πρέπει να έχεις τον απαραίτητο
ελεύθερο χώρο στον αέρα, ώστε τα φτερά σου
να ξεδιπλωθούν. Είναι σαν να πέφτεις με
αλεξίπτωτο: χρειάζεσαι κάποιο ελάχιστο
ύψος για να πηδήξεις.
Για να πετάξεις πρέπει να αρχίσεις να
ριψοκινδυνεύεις.
Αν δε θέλεις να το κάνεις, καλύτερα να
συμβιβαστείς και να αρκεστείς στο
περπάτημα.»
Από τον Jorce Bucay, Αργεντινός συγγραφέας

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 27 Ιανουαρίου 2012

Μέσα από τη θλίψη όλων των πραγμάτων
ακούω το σιγαλό τραγούδι της αιώνιας μητέρας
*
Εσύ είσαι η μεγάλη σταλαγματιά της δροσιάς κάτω από το φύλλο του λωτού
Εγώ είμαι η πιο μικρή στο απάνω μέρος του φύλλου
*
Ο καλλιτέχνης είναι ο εραστής της ζωής
γιαυτό είναι ο σκλάβος της, μαζί και ο αφέντης της
*
Τούτη η λαχτάρα είναι για κάτι που το αισθάνεται κάποιος στο σκοτάδι
μα δεν το βλέπει στο φως της ημέρας
*
Οι ρίζες είναι κλαδιά κάτω στη γη
Τα κλαδιά είναι ρίζες μες στον αέρα
*
Οι ανώνυμες ημέρες έχουν αφήσει το άγγιγμά τους απάνω στην καρδιά μου
σαν το μούσκλο στον κορμό του γέρικου δέντρου
*
Οι άνθρωποι πάνε μέσα στο πολυτάραχο πλήθος
για να πλίξουν την κραυγή της δικής τους σιωπής
*
Κουβαλώ στον ανθισμένο κόσμο μου
όλους τους κόσμους που δεν υπάρχουν πια
*
Το φύλλο γίνεται λουλούδι όταν αγαπά
Το λουλούδι γίνεται καρπός όταν η αγάπη του φτάνει στη λατρεία
*
Κοιτάζω τα δέντρα που σαλεύουν
και στοχάζομαι πόσο μεγάλος είναι ο κόσμος
*
Η μεγάλη δύναμη του Θεού
βρίσκεται μέσα στο απαλό αεράκι που φυσάει
κι όχι μέσα στην ανεμοζάλη
*
Ο μεγάλος περπατεί με τον μικρό χωρίς κανένα φόβο
ο μέτριος κρατιέται μακριά
*
Αγάπη, όταν έρχεσαι
κρατώντας στο χέρι σου το αναμμένο λυχνάρι της οδύνης
μπορώ να ξεχωρίσω το πρόσωπό σου
και να δω πόσο είσαι ευλογημένη από το Θεό
*
Το χαμόγελό σου ήταν τα λουλούδια από το δικό σου κήπο
τα λόγια σου ήταν το ψιθύρισμα του δικού σου δάσους
μα η καρδιά σου ήταν η γυναίκα που ξέραμε όλοι
*
Ο Θεός αγαπά τα λυχνάρια των ανθρώπων
περισσότερο από τα μεγάλα του αστέρια
*
Ότι είναι πολύ καλό
δεν έρχεται μόνο του
Στον ερχομό του το συνοδεύει το σύνολο
*
Η καρδιά μου σήμερα
νοσταλγεί να φτάσει στη μοναδική ευτυχισμένη ώρα
μέσα από τη θάλασσα των καιρών
*
Φοβισμένοι στοχασμοί, μη με φοβάστε εμένα
είμαι ποιητής
*Ραμπιντρανάθ Ταγκόρ, μετάφραση Κ. Καρθαίου,

Μαρία Ανδρεάδου στις 25 Ιανουαρίου 2012

Είμαι εναντίον της κάθε τιμητικής διάκρισης, απ΄ όπου και αν προέρχεται. Δεν υπάρχει πιο χυδαία φιλοδοξία, απ’ το να θέλουμε να ξεχωρίζουμε. Αυτό το απαίσιο «υπείροχον έμμεναι άλλων», που μας άφησαν οι αρχαίοι.

 

Είμαι εναντίον των βραβείων, γιατί μειώνουν την αξιοπρέπεια του ανθρώπου. Βραβεύω σημαίνει αναγνωρίζω την αξία κάποιου κατώτερου μου -και κάποτε θα πρέπει να απαλλαγούμε από την συγκατάβαση των μεγάλων. Παίρνω βραβείο σημαίνει παραδέχομαι πνευματικά αφεντικά -και κάποτε θα πρέπει να διώξουμε τα αφεντικά από τη ζωή μας.

 

Είμαι εναντίον των χρηματικών επιχορηγήσεων. Σιχαίνομαι τους φτωχοπρόδρομους που απλώνουν το χέρι τους για παραδάκι. Οι χορηγίες μεγαλώνουν την μανία μας για διακρίσεις και τη δίψα μας για λεφτά· ξεπουλάνε την ατομική ανεξαρτησία μας.

Είμαι εναντίον των λογοτεχνικών συντάξεων
. Προτιμώ να πεθάνω στην ψάθα, παρά να αρμέγω το υπουργείο -κι ας με άρμεξε το κράτος μια ολόκληρη ζωή. Γιατί να με ταΐζει το Δημόσιο επειδή έγραψα μερικά ποιήματα; Και γιατί να αφήσω το Κράτος να χωθεί ακόμη περισσότερο στη ζωή μου;

 

Είμαι εναντίον των σχέσεων με το κράτος και βρίσκομαι σε διαρκή αντιδικία μαζί του. Ποτέ μου δεν πάτησα σε υπουργείο και το καυχιέμαι. Η μόνη μου εξάρτηση από το κράτος είναι η εφορεία, που με γδέρνει.

 

Είμαι εναντίον των εφημερίδων. Χαντακώνουν αξίες, ανεβάζουν μηδαμινότητες, προβάλλουν ημετέρους, αποσιωπούν τους απροσκύνητους. Όλα τα μαγειρεύουν, όπως αυτές θέλουν. Δεξιές, αριστερές, κεντρώες -όλες το ίδιο σκατό.

 

Είμαι εναντίον των κλικών. Προωθούν τους δικούς τους· τους άλλους, όλους τους θάβουν. Όποιοι δεν τους παραδέχονται, καρατομούνται. Κυριαρχούν οι γλύφτηδες και οι τζουτζέδες. Δεν έχω καμμιά αμφιβολία πως το μέλλον ανήκει στα σκουπίδια.

 

Είμαι εναντίον των κουλτουριάρηδων. Όλα τ’ αμφισβήτησαν, εκτός από τις τρίχες τους. Τους έχω μάθει για καλά. χαλνούν τον κόσμο με την κριτική τους. Όλους τους βγάζουν σκάρτους και πουλημένους. Και μόλις πάρουν το πτυχίο, αμέσως διορίζονται στα υπουργεία· από παντού βυζαίνουν και ο ιδεαλισμός τους ξεφουσκώνει μέσ’ στα βολέματα του κατεστημένου.

 

Είμαι εναντίον κάθε ιδεολογίας, σε οποιαδήποτε απόχρωση και αν μας την πασέρνουν. Όσο πιο γοητευτικές και προοδευτικές είναι οι ιδέες, τόσο πιο τιποτένια ανθρωπάκια μπορεί να κρύβονται από πίσω τους. Όσο πιο όμορφα τα λόγια τους, τόσο πιο ύποπτα τα έργα τους. Όσο πιο υψηλοί οι στόχοι, τόσο πιο άνοστοι οι στίχοι.

 

Είμαι, προπάντων, εναντίον κάθε ατομικής φιλοδοξίας, που καθημερινά μας οδηγεί σε μικρούς και μεγάλους συμβιβασμούς. Αν σήμερα κυριαρχούν παραγοντίσκοι και τσανάκια, δεν φταίει μόνο το κωλοχανείο· φταίνε και οι δικές μας παραχωρήσεις και αδυναμίες. Αν πιάστηκε η μέση του οδοκαθαριστή, φταίμε και εμείς που πετάμε το τσιγάρο μας στον δρόμο. Κι αν η λογοτεχνία μας κατάντησε σκάρτη, μήπως δεν φταίει και η δική μας σκαρταδούρα;…

 

Περιοδικό «Διαγώνιος» (Τεύχος 1, Ιανουάριος-Απρίλιος, 1979)

πηγή : fitisis.gr

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 8 Ιανουαρίου 2012

Aπό την Ανδριάνα

Κ.Π.Καβάφη:
Εν μεγάλη Ελληνική αποικία, 200 π.Χ.(Γραμμένο
το 1928, αν και πολύ επίκαιρο)
Ότι τα πράγματα δεν βαίνουν κατ’ ευχήν στην
Αποικία
δεν μέν’ η ελαχίστη αμφιβολία,
και μ’ όλο που οπωσούν τραβούμ’ εμπρός,
ίσως, καθώς νομίζουν ουκ ολίγοι, να έφθασε ο
καιρός
να φέρουμε Πολιτικό Αναμορφωτή.

Όμως το πρόσκομμα κ’ η δυσκολία
είναι που κάμνουμε μια ιστορία
μεγάλη κάθε πράγμα οι Αναμορφωταί
αυτοί. (Ευτύχημα θα ήταν αν ποτέ δεν τους
χρειάζονταν κανείς). Για κάθε τί,
για το παραμικρό ρωτούνε κ’εξετάζουν,
κ’ ευθύς στον νου τους ριζικές
μεταρρυθμίσεις βάζουν,
με την απαίτησι να εκτελεσθούν άνευ
αναβολής.

Έχουνε και μια κλίσι στες θυσίες.
Παραιτηθείτε από την κτήσιν σας εκείνη,
η κατοχή σας είν’ επισφαλής:
η τέτοιες κτήσεις ακριβώς βλάπτουν τες
Αποικίες.
Παραιτηθείτε από την πρόσοδον αυτή,
κι από την άλληνα την συναφή,
κι από την τρίτη τούτην: ως συνέπεια φυσική.
είναι μεν ουσιώδεις, αλλά τί να γίνει;
σας δημιουργούν μια επιβλαβή ευθύνη.

Κι όσο στον έλεγχό τους προχωρούνε,
βρίσκουν και βρίσκουν περιττά, και να
παυθούν ζητούνε,
πράγματα που όμως δύσκολα τα καταργεί
κανείς.

Κι όταν, με το καλό, τελειώσουνε την
εργασία,
κι ορίσαντες και περικόψαντες το παν
λεπτομερώς,
απέλθουν, παίρνοντας και την δικαία
μισθοδοσία,
να δούμε τί απομένει πια, μετά
τόση δεινότητα χειρουργική.-

Ίσως δεν έφθασεν ακόμη ο καιρός.
Να μη βιαζόμεθα. Είν’ επικίνδυνον πράγμα η
βία.
Τα πρόωρα μέτρα φέρνουν μεταμέλεια.
έχει άτοπα πολλά, βεβαίως και δυστυχώς, η
Αποικία.
Όμως υπάρχει τί το ανθρώπινον χωρίς
ατέλεια;
Kαι τέλος πάντων, να, τραβούμ’ εμπρός.

Μαρία Ανδρεάδου στις 23 Δεκεμβρίου 2011

Οι ποιητές μας διασώζουν την αλήθεια του προσώπου μας. Στην εποχή της εικονικής πραγματικότητας μας καθαρίζουν την όραση από τις τρέχουσες επιχωματώσεις και μας κάνουν αισθητό το αίτημα για πραγματικότητα βίου εορταστική και πένθιμη συνάμα

«Εάν το Πάσχα είναι η λαμπροτάτη του Χριστιανισμού εορτή, τα Χριστούγεννα βεβαίως είναι η συγκινητικωτάτη» γράφει στην Εφημερίδα της 25ης Δεκεμβρίου του 1887 ο Αλέξανδρος ο Παπαδιαμάντης. Για τον πεζογράφο Παπαδιαμάντη διόλου τυχαία ο Μαλακάσης δήλωνε ότι είναι ο καλύτερος ποιητής που γνώρισε. Αλλά ο Παπαδιαμάντης έγραφε και ποιήματα. Ενα από αυτά αναφέρεται στον ναό της Γεννήσεως, τόσο απαράμιλλα εικονιζόμενο στο διήγημα «Στο Χριστό στο Κάστρο» (1892):

Με χρόνους με καιρούς και ήμισυ καιρού,

κάποιος αμαθής, αμαρτωλός χυδαίος,

καμμία γυναίκα του λαού πτωχή

σ’ ενθυμείται κι έρχεται να σου φέρ’

όχι χρυσόν, αλλά ολίγο λιβάνι,

ένα κερί, κι ολίγο λάδι στην μποτίλια/

σ’ εσέ που είσαι όλων ο δοτήρ.

Αν ο Παπαδιαμάντης (αλλά και ο Μωραϊτίδης) πηγάζουν από την υμνογραφία της εκκλησιαστικής λατρευτικής εμπειρίας και της βαθύρριζης απήχησής της στο συλλογικό σώμα, όμως και οι δύο διαπιστώνουν ότι η νεοελληνική συνθήκη διαμορφώνεται μέσα στα όρια του νεωτερικού κόσμου, απομακρυνόμενη από τον πυρήνα της Γιορτής, ως αναφοράς νοήματος. Πάντως στην πεζογραφία μας, και μάλιστα στη διηγηματογραφία, οι χριστουγεννιάτικες ιστορίες έχουν διαμορφώσει ολόκληρο ξεχωριστό είδος, με εξαιρετικά επιτεύγματα. Δειγματοληπτικά υπενθυμίζουμε εκτός από εκείνα των δύο παραπάνω συγγραφέων το «Θείον όραμα» του Ανδρέα Καρκαβίτσα (Λόγια της πλώρης, 1899), τα «Μεσολογγίτικα Χριστούγεννα της Πηνελόπης Δέλτα (Παραμύθια και άλλα, 1915), «Τα Χριστούγεννα του Αμερικάνου» του Αντώνη Τραυλαντώνη (1922), τον «Ξένο των Χριστουγέννων» του Στέφανου Δάφνη (1927).

* H δίψα για διάρκεια

Στην ποιητική επικράτεια οι χριστουγεννιάτικες αναφορές είναι εξίσου πλούσιες, αλλά ίσως και περισσότερο πολυσήμαντες. Στον καθρέφτη του ποιητικού αποτελέσματος, δηλαδή στα εκάστοτε μέσα στην ποιητική μας παράδοση μορφικά επιτεύγματα, τα πράγματα δεν μένουν μόνο στην αναπόληση ή στη νοσταλγία της παιδικής καθαρότητας κατά την πρόσληψη της γιορταστικής ατμόσφαιρας. Αλλά, μέσω της μεταμορφωτικής διαδικασίας, που επιτυγχάνεται με την αληθινή ποίηση, αναιρείται η χρονική απόσταση, και ο χρόνος λειτουργεί ως ενότητα βιώματος. Επιπλέον χαρτογραφείται η δίψα για διάρκεια, κι ας γίνεται τούτο πολλές φορές διά της αντιστροφής: με άλλα λόγια, μέσα από την αποκάλυψη της α-λογίας του ιστορικού χρόνου και των – συχνά – αιματηρών ή απάνθρωπων δεδομένων.

Ο Κωστής Παλαμάς στο αυτοβιογραφικό Τα χρόνια μου και τα χαρτιά μου εντάσσει δύο κείμενα με αντίστοιχα χριστουγεννιάτικα περιστατικά. Είναι ο περίφημος «Ταβάς»(1924) και το «Ο Λαμαρτίνος» ( 1922). Ωστόσο στην ποίησή του αλλού λάμπει το νόημα της γιορτής:

Μέσα μου λάμπουν ξάστεροι ουρανοί,

και το κορμί μου, φάτνη ταπεινή,

βλέπω κι αλλάζει, γίνεται ναός.

Ω! μέσα μου γεννιέται ένας Θεός.

Και αλλού το νόημα αναδεικνύεται διά των υλικών της απόλυτης απελπισίας ή των ανθρώπινων αντιφάσεων:

Είδωλα, δαίμονες, ξωθιές, φαντάσματα, στοιχειά,

της νύχτας μέσα μου ο λαός κυλιέται και κουνιέται,

και μέσα στη χιλιόδιπλη καρδιά μου μια σπηλιά,

κι ένας Χριστός γεννιέται.

(«Χριστούγεννα», 1928)

Στα εορταστικά σχολικά αναγνώσματα – και εκ τούτου διόλου περιφρονητέα – παραπέμπουν οι στίχοι του επιπόλαια υποτιμημένου Γεωργίου Δροσίνη («Νύχτα χριστουγεννιάτικη», 1935):

Την άγια νύχτα τη χριστουγεννιάτικη, / ποιος δεν το ξέρει;

Των μάγων κάθε χρόνο τα μεσάνυχτα / λάμπει τ’ αστέρι.

Κι όποιος το βρει μες’ στ’ άλλα αστέρια ανάμεσα / και δεν το χάσει σε μια άλλη Βηθλεέμ ακολουθώντας το / μπορεί να φτάσει.

Παρόμοια και ο Μιλτιάδης Μαλακάσης με τα ποιήματα «Χριστός»(1894) και «Χριστουγεννιάτικος» (1934) μιλάει για την παραμυθητική σημασία των Χριστουγέννων:

Κι όσο κι αν ματώνεις, ω ψυχή, στο γύρισμα άγιων ημερών

μόνο αυτό σου μένει

στις θύελλες μέσα της ζωής και στα παιχνίδια των καιρών

σκληρά παραδομένη.

* H βαθύτερη φλέβα

Ξανακερδίζουμε στις μέρες μας τον λόγο αυτών των ποιητών και νοούμε τις φωνές τους σαν κλαδιά ενός πλούσιου δέντρου – του σώματος της έμμετρης ποιητικής μας ιδιοπροσωπίας. Διαβάζοντας και μελετώντας τις κατακτήσεις τους, βρίσκουμε ρυθμούς που μπορούν να συγκραθούν με τους ήχους του παρόντος για τη δημιουργία νέων διόδων, στον αγώνα για μιαν έκφραση σύγχρονη αλλά με βάθος.

Υπάρχει και μια άλλη, θαλερή, φλέβα στην ποίησή μας όσον αφορά τις μεγάλες εκκλησιαστικές εορτές. Πρόκειται για τους ποιητές εκείνους οι οποίοι άσχετα από το αν ανήκουν στο ρεύμα του μοντερνισμού ή στην «παραδοσιακή» τεχνοτροπία – εκφράζουν μια μυστική βιωματική σχέση με το πρόσωπο του Χριστού, γενόμενοι αντηχεία μιας ολόκληρης συλλογικής ιδιοσυγκρασίας, καθώς διατυπώνουν ένα πλατύ (και παραθεωρημένο στη σύγχρονη μαζική πραγματικότητα) ανθρωπολογικό αίτημα. Εξέχουσα θέση μεταξύ τους κατέχει ο Αγγελος Σικελιανός με το ποίημα «H Γέννηση» (1919;) από το Πάσχα των Ελλήνων. Μέσα σε μια καυτή σαν χιόνι λυρική αύρα οι στίχοι του περιγράφουν την πορεία της Θεοτόκου προς το Σπήλαιο:

Απ’ όλα Εκείνη λόγιαζε τα πλάσματα πως σ’ Ενα

ποτάμια οι πόνοι ετρέχανε κι αστέρευτοι κρουνοί,

κι αν ήτανε τα σπλάχνα της ν’ ανοίξουν ματωμένα

πως ματωμένοι θ’ άνοιγαν μαζί τους κι οι ουρανοί.

* Νεωτερικές εκφράσεις

Ο ελληνικός μοντερνισμός και οι υψηλές – αξεπέραστες ως σήμερα, εν πολλοίς – κατακτήσεις του συχνά διαβάζονται μονότροπα ή παραναγιγνώσκονται. Ετσι, οι κατευθύνσεις του ταυτίζονται άστοχα με το χαμηλόφωνο και την αποτύπωση της κενότητας του μοντέρνου καθημερινού βίου. Βεβαίως «οι κρίκοι στην αλυσίδα του ιερού» φαίνονται στη νεωτερικότητα να έχουν σπάσει. Ωστόσο είναι μέσα σε αυτές τις συνθήκες όπου η έκφραση της δίψας για αγνότητα και για πλήρωμα νοήματος, ρητή ή διατυπούμενη ως αίτημα, αποτελεί μια κορυφαία μοντερνιστική αναζήτηση. Στα καθ’ ημάς, στεκόμαστε στον T. K. Παπατσώνη, πρωτοπόρο νεωτερικό, και θρησκευτικό, ποιητή, που με τα τρία του ποιήματα για τη γέννηση του Χριστού («Χριστουγεννιάτικη αγρυπνία», 1914, «Κατά την Γέννησιν του Κυρίου», 1915, «Τα Χριστούγεννα των δακρύων», 1962) μας έδωσε βαθιά κατανυκτικούς στίχους:

Δεν περιμένω την οσμή καμιάς σπανίας βοτάνης,

αλλά το Υπερουράνιο, που Θεέ μου, θα με ράνεις,

και θα φανώ Ποιμενικόν θαύμα, θα φανώ φάσμα,

που φέρνει το Αρχαγγελικό της νύχτας τούτης άσμα.

Συγκεκριμένη πνευματική στάση και οπτική συγκεφαλαιωτική της εκκλησιαστικότητας στην υπαρκτική περιπέτεια του σύγχρονου ανθρώπου καταθέτει η ουσιώδης Ζωή Καρέλλη με το ποίημα «Παραμονή της Γέννησης» (Πορεία, 1940):

Εκείνος που δεν γεννά, δεν γεννάται,

δεν αναγεννάται ποτέ, Κύριε,

της Γέννησης, «σκήνωσον εν εμοί»,

ενώ εφιαλτικός σκηνοποιός ο Μίλτος Σαχτούρης στους όχι λίγους «χριστουγεννιάτικους» στίχους του («Χριστούγεννα», 1948, «Ο νεκρός στις γιορτές», 1986, «Τα λυπημένα Χριστούγεννα», 1990), ενστικτώδης και διά της ομοιοπαθητικής μεθόδου, μεταμορφωτής ενός μηδενιστικού παρόντος, συνδέει αγχωτικά τη Γέννηση με τα γεγονότα του Εμφυλίου:

Σημαία / ακόμη / τα δόκανα στημένα στους δρόμους / τα μαγικά σύρματα / τα σταυρωτά / και τα σπίρτα καμένα / και πέφτει η

οβίδα στη φάτνη / του μικρού Χριστού / το αίμα το αίμα το αίμα.

(«Χριστούγεννα 1948»)

Ωστόσο το πλέον «χριστολογικό» ποίημα για τα Χριστούγεννα μας το έχει, κατά τη γνώμη μου χαρίσει ο Τάσος Λειβαδίτης στην ενότητα ποιημάτων του «Ο αδελφός Ιησούς». Εχει τίτλο «H Γέννηση»(1983):

Ενα άλλο βράδυ τον άκουσα να κλαίει δίπλα. Χτύπησα την πόρτα και μπήκα. Μου ‘δειξε πάνω στο κομοδίνο ένα μικρό ξύλινο σταυρό. «Είδες – μου λέει – γεννήθηκε η ευσπλαχνία». Εσκυψα τότε το κεφάλι κι έκλαψα κι εγώ.

Γιατί θα περνούσαν αιώνες και αιώνες και δε θα ‘χαμε να πούμε τίποτα ωραιότερο απ’ αυτό.

Οι ποιητές μας διασώζουν την αλήθεια του προσώπου μας. Στην εποχή της εικονικής πραγματικότητας μας καθαρίζουν την όραση από τις τρέχουσες επιχωματώσεις και μας κάνουν αισθητό το αίτημα για πραγματικότητα βίου εορταστική και πένθιμη συνάμα. Αφού, κατά το λόγιον εκείνο, «βίος ανεόρταστος, μακρά οδός απανδόκευτος». Ή για να θυμηθούμε τον Ελύτη:

Πολλά δε θέλει ο άνθρωπος/

να ‘ν’ ήμερος να ‘ναι άκακος/

λίγο φαΐ, λίγο κρασί/

Χριστούγεννα κι Ανάσταση.

Άρθρα/ΒΗΜΑ/Δημήτρης Κοσμόπουλος

Μαρία Ανδρεάδου στις 22 Δεκεμβρίου 2011

Κρύο ταξίδι κάναμε.Η χειρότερη εποχή του χρόνου για ταξίδι.
Και τι μακρύ ταξίδι.Οι δρόμοι αδιάπατοι, ο καιρός αψύς στην καρδιά
του χειμώνα.Και οι γκαμήλες ταλαίπωρες, κουτσές, δύστροπες,
έπεφταν κάτω στο λιωμένο χιόνι.Ήταν φορές που νοσταλγήσαμε
τα καλοκαιρινά παλάτια στις πλαγιές, τα περιβόλια, τα μεταξένια
κορίτσια που μας έφερναν δροσοστικά.Και οι αγωγιάτες έβριζαν,
γκρίνιαζαν και φεύγανε κρυφά για το κρασί και για το γλέντι.
Και οι φωτιές σβυστές, κι ούτε μια σκέπη.Οι πόλεις εχθρικές και τα
χωριά αφιλόξενα, τα σπίτια βρώμικα-μας έκλεβαν στο νοίκι-.
Σκληρό ταξίδι κάναμε. Στο τέλος προτιμούσαμε να ταξιδεύουμε
όλη νύχτα και να κοιμόμαστε κλεφτά.Και οι φωνές στ’ αυτιά μας
τραγουδούσαν κι έλεγαν πως όλα αυτά ήταν τρέλες.
Το ξημέρωμα φτάσαμε σε μια ήμερη πεδιάδα, χλωρή, βρεμμένη
παρακάτω από τα χιόνια, μ’ ένα ρυάκι που έτρεχε κι έναν νερόμυλο
που χτυπούσε στο σκοτάδι και τρία δέντρα στον χαμηλωμένον ουρανό
κι ένα άσπρο, γέρικο άλογο που κάλπαζε μες στο λειβάδι.
Ύστερα φτάσαμε σε μια ταβέρνα που την ίσκιωνε κληματαριά.
Έξι χέρια σε μια ανοιχτή πόρτα που γύρευαν ασήμι και πόδια που
κλωτσούσαν τ’ άδεια ασκιά.Μα κανένας δεν ήξερε τίποτε.
Έτσι τραβήξαμε και φτάσαμε νύχτα, την τελευταία ώρα βρήκαμε
τον τόπο, και ήταν, θα ‘λεγε κανείς, επιτυχία.
Αυτά είναι όλα παλαιές ιστορίες, παλαιές αναμνήσεις και θα πήγαινα
ξανά, μα ένα δεν ξέρω, ένα δεν ξέρω.Κάναμε τόσον δρόμο για γέννα
ή θάνατο; Βρήκαμε μια γέννα, αυτό είναι σίγουρο, άλλωστε ήξερα να
ξεχωρίζω.Θα πίστευα πως ήτανε άλλο πράμα.
Ήταν η γέννηση τούτη, σκληρή, πικρή αγωνία σα θάνατος.Σαν το
δικό μας θάνατο.
Γυρίσαμε στα παλάτια μας, σε τούτα τα βασίλεια, όχι πια
βολεμένοι στα παλιά προνόμια.Έναν ξένο λαό που λάτρευε τα είδωλά του.
Θα προτιμούσα άλλον έναν τέτοιο θάνατο.

 

“A cold coming we had of it,
Just the worst time of the year
For a journey, and such a long journey:
The road was deep and the weather sharp,
The very dead of winter.”
And the camels galled, sore-footed, refractory,
Lying down in the melting snow.
There were times we regretted
The summer palaces on slopes, the terraces,
And the silken girls bringing sherbet.
Then the camel men cursing and grumbling
And running away, and wanting their liquor and women,
And the night-fires gong out, and the lack of shelters,
And the cities hostile and the towns unfriendly
And the villages dirty, and charging high prices.:
A hard time we had of it.
At the end we preferred to travel all night,
Sleeping in snatches,
With the voices singing in our ears, saying
That this was all folly.

Then at dawn we came down to a temperate valley,
Wet, below the snow line, smelling of vegetation;
With a running stream and a water-mill beating the darkness,
And three trees on the low sky,
And an old white horse galloped away in the meadow.
Then we came to a tavern with vine-leaves over the lintel,
Six hands at an open door dicing for pieces of silver,
And feet kicking the empty wine-skins.
But there was no information, and so we continued
And arrived at evening, not a moment too soon
Finding the place; it was (you may say) satisfactory.

All this was a long time ago, I remember,
And I would do it again, but set down
This set down
This: were we lead all that way for
Birth or Death? There was a Birth, certainly,
We had evidence and no doubt. I have seen birth and death,
But had thought they were different; this Birth was
Hard and bitter agony for us, like Death, our death.
We returned to our places, these Kingdoms,
But no longer at ease here, in the old dispensation,
With an alien people clutching their gods.
I should be glad of another death.

 

Μαρία Ανδρεάδου στις 11 Δεκεμβρίου 2011

«Θέλουν να σας κάνουν καλά. Αλλοίμονο, εκεί φτάνει ο παραλογισμός των λογικών. Καλά, δηλαδή να γυρίσετε πίσω, έξω στην τέφρινη πραγματικότητα, να ξαναδήτε πίσω με την κρίσι του ακέραιου μυαλού την πιο αβάσταχτη, την πιο αρμολογημένη αλλόφρονη λογική της ζωής που σκοτώνει την ανθρώπινη καρδιά. […] Μα τι θα βάλετε στη θέση του οράματος εσείς οι λογικοί; […] Καλοπροαίρετοι γιατροί μου, αν επιμένετε να με γιατρέψετε από κάτι, γιατρέψτε με από την λογική».

Ρώμος Φιλύρας

Κυριακή Ψαρρού στις 7 Δεκεμβρίου 2011

Ἕνας γέροντας στὴν ἀκροποταμιά

Στὸν Νάνη Παναγιωτόπουλο

Κι ὅμως πρέπει νὰ λογαριάσουμε πῶς προχωροῦμε.
Νὰ αἰσθάνεσαι δὲ φτάνει μήτε νὰ σκέπτεσαι μήτε νὰ
κινεῖσαι
μήτε νὰ κινδυνεύει τὸ σῶμα σου στὴν παλιὰ πολεμίστρα,
ὅταν τὸ λάδι ζεματιστὸ καὶ τὸ λιωμένο μολύβι αὐλακώ-
νουνε τὰ τειχιά.

Κι ὅμως πρέπει νὰ λογαριάσουμε κατὰ ποῦ προχωροῦμε,
ὄχι καθὼς ὁ πόνος μας τὸ θέλει καὶ τὰ πεινασμένα παι-
διά μας
καὶ τὸ χάσμα τῆς πρόσκλησης τῶν συντρόφων ἀπὸ τὸν
ἀντίπερα γιαλὸ-
μήτε καθὼς τὸ ψιθυρίζει τὸ μελανιασμένο φῶς στὸ πρό-
χειρο νοσοκομεῖο,
τὸ φαρμακευτικὸ λαμπύρισμα στὸ προσκέφαλο τοῦ παλι-
καριοῦ ποὺ χειρουργήθηκε τὸ μεσημέρι-
ἀλλὰ μὲ κάποιον ἄλλο τρόπο, μπορεῖ  νὰ θέλω νὰ πῶ
καθὼς
τὸ μακρὺ ποτάμι ποὺ βγαίνει ἀπὸ τὶς μεγάλες λίμνες τὶς
κλειστὲς βαθιὰ στὴν  Ἀφρικὴ
καὶ ἤτανε κάποτε Θεὸς κι ἔπειτα γένηκε δρόμος καὶ δω-
ρητὴς καὶ δικαστὴς καὶ δέλτα-
ποὺ δὲν εἶναι ποτές του τὸ ἴδιο, κατὰ ποὺ δίδασκαν οἱ πά-
λαιοὶ γραμματισμένοι,
κι ὡστόσο μένει πάντα τὸ ἴδιο σῶμα, τὸ ἴδιο στρῶμα, καὶ
τὸ ἴδιο Σημεῖο,
ὁ ἴδιος προσανατολισμός.

Δὲ θέλω τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ μιλήσω ἁπλά, νὰ μοῦ δοθεῖ
ἐτούτη ἡ χάρη.
Γιατὶ καὶ τὸ τραγούδι τὸ φορτώσαμε μὲ τόσες μουσικὲς
ποὺ σιγὰ-σιγά, βουλιάζει
καὶ τὴν τέχνη μας τὴ στολίσαμε τόσο πολὺ ποὺ φαγώθηκε
ἀπὸ τὰ μαλάματα τὸ πρόσωπό της
κι εἶναι καιρὸς νὰ ποῦμε τὰ λιγοστά μας λόγια γιατὶ ἡ
ψυχή μας αὔριο κάνει πανιά.

Ἂν εἶναι ἀνθρώπινος ὁ πόνος δὲν εἴμαστε ἄνθρωποι μόνο
γιὰ νὰ πονοῦμε
γι᾿ αὐτὸ συλλογίζομαι τόσο πολύ, τοῦτες τὶς μέρες, τό με-
γάλο ποτάμι
αὐτὸ τὸ νόημα ποὺ προχωρεῖ ἀνάμεσα σὲ βότανα καὶ σὲ
χόρτα
καὶ ζωντανὰ ποὺ βόσκουν καὶ ξεδιψοῦν κι ἀνθρώπους ποὺ
σπέρνουν καὶ ποὺ θερίζουν
καὶ σὲ μεγάλους τάφους ἀκόμη καὶ μικρὲς κατοικίες τῶν
νεκρῶν.
Αὐτὸ τὸ ρέμα ποὺ τραβάει τὸ δρόμο του καὶ ποὺ δὲν εἶναι
τόσο διαφορετικὸ ἀπὸ τὸ αἷμα τῶν ἀνθρώπων
κι ἀπὸ τὰ μάτια τῶν αὐθρώπων ὅταν κοιτάζουν ἴσια-πέρα
χωρὶς τὸ φόβο μὲς στὴν καρδιά τους,
χωρὶς τὴν καθημερινὴ τρεμούλα γιὰ τὰ μικροπράματα ἢ
ἔστω καὶ γιὰ τὰ μεγάλα-
ὅταν κοιτάζουν ἴσια- πέρα καθὼς ὁ στρατοκόπος ποὺ συν-
ήθισε ν᾿ ἀναμετρᾶ τὸ δρόμο του μὲ τ᾿ ἄστρα,
ὄχι ὅπως ἐμεῖς, τὴν ἄλλη μέρα, κοιτάζοντας τὸ κλειστὸ
περιβόλι στὸ κοιμισμένο ἀράπικο σπίτι,
πίσω ἀπὸ τὰ καφασωτά, τὸ δροσερὸ περιβολάκι ν᾿ ἀλλά-
ζει σχῆμα, νὰ μεγαλώνει καὶ νὰ μικραίνει-
ἀλλάζοντας καθὼς κοιτάζαμε, κι ἐμεῖς, τὸ σχῆμα τοῦ πό-
θου μας καὶ τῆς  καρδιᾶς μας,
στὴ στάλα τοῦ μεσημεριοῦ, ἐμεῖς τὸ ὑπομονετικὸ ζυμάρι
ἑνὸς κόσμου ποὺ μᾶς διώχνει καὶ ποὺ μᾶς πλάθει,
πιασμένοι στὰ πλουμισμένα δίχτυα μιᾶς ζωῆς ποὺ ἤτανε
σωστὴ κι ἔγινε σκόνη καὶ βούλιαξε μέσα στὴν  ἄμμο
ἀφήνοντας πίσω της μονάχα ἐκεῖνο τὸ ἀπροσδιόριστο
λίκνισμα ποὺ μᾶς ζάλισε μιᾶς ἀψηλῆς φοινικιᾶς.

Κάϊρο, 20 Ἰουνίου ῾42

Κυριακή Ψαρρού στις 7 Δεκεμβρίου 2011

 

Ὅμως ὑπάρχουν ἀκόμα

λίγοι ἄνθρωποι

ποὺ δὲν εἶναι κόλαση

ἡ ζωή τους

ὑπάρχει τὸ μικρό πουλί ὁ κιτρινολαίμης

ἡ Fraulein Ramser

καὶ πάντοτε τοῦ ἥλιου οἱ ἀπομείναντες

οἱ ἐρωτευμένοι μὲ ἥλιο ἤ μὲ φεγγάρι

ψάξε καλά

βρές τους, Ποιητή!

κατάγραψέ τους προσεχτικά

γιατί ὅσο πάν καὶ λιγοστεύουν

λιγοστεύουν.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 6 Δεκεμβρίου 2011

Aπό την ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑ

Το έθνος να λυπάστε αν φορεί ένδυμα που δεν το ύφανε.
Ψωμί αν τρώει αλλά όχι απ’ τη σοδειά του.
Κρασί αν πίνει, αλλά όχι από το πατητήρι του.
Το έθνος να λυπάστε που δεν υψώνει τη φωνή παρά μονάχα στη πομπή της κηδείας.
Που δεν συμφιλιώνεται παρά μονάχα μες τα ερείπιά του.
Που δεν επαναστατεί παρά μονάχα σαν βρεθεί ο λαιμός του ανάμεσα στο σπαθί και την πέτρα.
Το έθνος να λυπάστε που έχει αλεπού για πολιτικό, απατεώνα για φιλόσοφο, μπαλώματα και απομιμήσεις είναι η τέχνη του.
Το έθνος να λυπάστε που έχει σοφούς από χρόνια βουβαμένους.”
Kαλίλ Γκιμπράν, “ο Κήπος του Προφήτη” – 1923

Μαρία Ανδρεάδου στις 3 Δεκεμβρίου 2011

…Ξέρεις,κάθε ταξίδι ανοίγεται στα περιστέρια
όλος ο κοσμος ακουμπάει στη θάλασσα και στη στεριά
θα πιάσουμε το σύννεφο θα βγούμε από τη συμφορά του χρόνου
από την άλλη όψη της κακοτυχιάς
θα παίξουμε τον ήλιο στα δάχτυλα
στις εξοχές της ανοιχτής καρδιάς
θα δούμε να ξαναγεννιέται ο κόσμoς…

Απόσπασμα / Οδυσσέας Ελύτης

photo Maria Andreadou

Μαρία Ανδρεάδου στις 19 Νοεμβρίου 2011

Το νησί με τους μικρούς πρίγκιπες

Ν. Λυγερός

 

Εσύ που δεν διάβασες
τον Antoine de Saint-Exupery
πως να φανταστείς ένα νησί
με μικρούς πρίγκιπες
να κοιτάζουν με το τηλεσκόπιο
τον άλλο πλανήτη
όπου το ηλιοβασίλεμα
έχει ακόμα την αξία του
στην καρδιά της μοναξιάς
που έχει μαζί της
μόνο ένα τριαντάφυλλο
το οποίο ακόμα και αν
δεν είναι μοναδικό
είναι η ουσία της ζωής.

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 16 Νοεμβρίου 2011
 

ποιήματα για το Πολυτεχνείο 

 

1050 ΧΙΛΙΟΚΥΚΛΟι
της Κωστούλας Μητροπούλου
“Εδώ Πολυτεχνείο, εδώ Πολυτεχνείο!”
Αυτή η φωνή που τρέμει στον αέρα,
δεν σούστειλε ένα μήνυμα μητέρα,
αυτή η φωνή δεν ήτανε του γιού σου,
ήταν φωνές χιλιάδες του λαού σου.

“Εδώ Πολυτεχνείο ,εδώ Πολυτεχνείο!”
Μιλάει ένα κορίτσι κι ένα αγόρι,
εκπέμπουνε τραγούδι μοιρολόι,
χίλιες πενήντα αντένες η λαχτάρα,
σε στόματα μανάδων η κατάρα.

Και τα κορίτσια και τ’ αγόρια που μιλούσαν,
τρεις μέρες και τρεις νύχτες δεν μετρούσαν,
δοκίμαζαν τις λέξεις με αγωνία,
κι αλλάζανε ρυθμό στην ιστορία.

“Εδώ Πολυτεχνείο, εδώ Πολυτεχνείο!”
Γραμμένα μένουν τα ονόματα στο αρχείο,
δεν αναφέρονται οι νεκροί που είναι στο ψυγείο,
λένε πως είναι τέσσερις κι είναι εκατό οι μανάδες,
πρώτα σκοτώθηκε η φωνή και σώπασαν χιλιάδες.

ΑΠΟ  alfavita .gr