Ποίηση
Ἄν ἕνα παιδί ζεῖ μέσα στήν ντροπή: Μαθαίνει νά αἰσθάνεται ἔνοχο.
Ἄν ἕνα παιδί ζεῖ μέσα στή δικαιοσύνη: Μαθαίνει νά εἶναι δίκαιο.
|
|||||||
“Το έθνος να λυπάστε αν φέρει ένδυμα που δεν το ύφανε.Ψωμί αν τρώει αλλά όχι από την σοδειά του. Κρασί αν πίνει, αλλά όχι από το πατητήρι του.
Το έθνος να λυπάστε που δεν υψώνει φωνή, παρά μονάχα στην πομπή της κηδείας. Που δεν συμφιλιώνεται παρά μονάχα μες τα ερείπιά του. Που δεν επαναστατεί παρά μονάχα σαν βρεθεί ο λαιμός ανάμεσα στο σπαθί και την πέτρα.
Το έθνος να λυπάστε που έχει αλεπού για πολιτικό, απατεώνα για φιλόσοφο, μπαλώματα και απομιμήσεις που είναι η Τέχνη του.
Το έθνος να λυπάσαι που έχει σοφούς από χρόνια βουβαμένους”
Αλήθεια, σκέφτομαι… που είναι οι σοφοί μας; γιατί βουβάθηκαν;
Τα ανώτερα μαθηματικά μου τα έκανα στο Σχολείο της θάλασσας. Ιδού μερικές πράξεις για παράδειγμα:
(1) Εάν αποσυνδέσεις την Ελλάδα, στο τέλος θα δεις να σου απομένουν μια ελιά, ένα αμπέλι κι ένα καράβι. Που σημαίνει: με άλλα τόσα την ξαναφτιάχνεις.
(2) Το γινόμενο των μυριστικών χόρτων επί την αθωότητα δίνει πάντοτε το σχήμα κάποιου Ιησού Χριστού.
(3) Η ευτυχία είναι η ορθή σχέση ανάμεσα στις πράξεις (σχήματα) και στα αισθήματα (χρώματα). Η ζωή μας κόβεται, και οφείλει να κόβεται, στα μέτρα που έκοψε τα χρωματιστά χαρτιά του ο Matisse.
(4) Όπου υπάρχουν συκιές υπάρχει Ελλάδα. Όπου προεξέχει το βουνό από τη λέξη του υπάρχει ποιητής. Η ηδονή δεν είναι αφαιρετέα.
(5) Ένα δειλινό στο Αιγαίο περιλαμβάνει τη χαρά και τη λύπη σε τόσο ίσες δόσεις που δεν μένει στο τέλος παρά η αλήθεια.
(6) Κάθε πρόοδος στο ηθικό επίπεδο δεν μπορεί παρά να είναι αντιστρόφως ανάλογη προς την ικανότητα που έχουν η δύναμη και ο αριθμός να καθορίζουν τα πεπρωμένα μας.
(7) Ένας “Αναχωρητής” για τους μισούς είναι, αναγκαστικά, για τους άλλους μισούς ένας “Ερχόμενος”.
XXIII
Σίγουρα θα πρέπει νά’ ταν μια σταγόνα καθαρού νερού στην παιδική του ηλικία ο ήλιος. Από κει ο τρόπος που λάμπει στα ματοτσίνορα και το δρόσο που κρατά στους τοίχους με τις αγιογραφίες, Ιούλιο μήνα, το καταμεσήμερο.Αφήνω τη διαφάνεια. Που έτσι και το φέρει η τύχη ν΄ αγαπήσεις μια κοπέλα, βλέπεις μέσα της: όπως στα ποιήματα.
άν υπάρχει ένας τρόπος να πεθάνεις χωρίς ν΄ αφανίζεσαι – είναι αυτός: μια διαφάνεια όπου τα ύστατα συστατικά σου – δρόσος, φωτιά- όντας ορατά για όλους, έτσι και αλλιώς, θα υπάρχεις και εσύ εσαεί.
Άρης Ψωμάς Σπύρος Μπρίκος
Ο δρόμος για τα όνειρα
είναι αυτός
που περπατάς πρώτος
πρωτοπορία όχι πεπατημένη
γεμάτος με ζωή
που σώζει άλλες ζωές
που χάνει άλλες ζωές
κάθε στιγμή που πεθαίνει
αφήνει μια ανάμνηση
κι ένας Χριστός την κουβαλάει
σαν σταυρό στην ανηφόρα
όπως η μάνα κουβαλάει το παιδι
ο πατέρας το ψωμί
ο σύντροφος την Αλήθεια
κι η καρδιά μια εικόνα
1
Στο φως της πανηγυρικής αυτής ημέρας
Φρουροί ασάλευτοι προσμένουν διαταγές
Και αν μερικοί συμπολιτεύονται με τους ολέθρους
Και άλλοι κοιτάζουν τ’άλογα στα δόντια
Μάχεται τους ολέθρους ο αιγίπαν
Κι ενώ κροτούν επίμονα τα τύμπανα
Γύφτοι χαλκεύουν το μέλλον των καιρών.
Και το μεγάλο πανηγύρι αρχίζει.
Συν γυναιξί και τέκνοις
Οι κάτοικοι των πόλεων ξεχύνονται στα ξέφωτα
Γιατί τα τύμπανα αντηχούν στα ηλιακά των πλέγματα
Και οι κραδασμοί μέσ’ απ’ τη γη ξεχύνονται
Σπάργωσιν φέρνοντας στα σώματα και τις ψυχές.
– 2-
Και το μεγάλο πανηγύρι συνεχίζεται.
Κούροι λιγνοί σηκώνουν τους αλτήρες
Άλλοι παλεύουν παίζοντας στα χώματα
Πίδακες αναπηδούν από τη γη
Επιταχύνειται η έκκρισις των σιελογόνων
Τα ντέφια των αθιγγανίδων πάλλονται
Όσον και οι μαστοί των όταν
Σαν αυροφίλητες μπρατσέρες βολτατζάρουν
Στα κύματα των χορευτικών στροβίλων
Δίνοντας σάρκα και οστά στους μύθους
Δίνοντας σάρκα και οστά στους ζωντανούς ρυθμούς
Με όρθιες τις ρώγες στους αρσενικούς ανέμους
Με όρθιους τους στημόνες των μυστικών ανθέων
Κάτω απ’ το σέλας των πλατυγύρων φορεμάτων
Όταν τ’ αγόρια ορθώνονται με την ψυχή στο στόμα
Και ο Σείριος καλεί την Ανδρομέδα
Κι οι γύφτοι χαλκεύουν το μέλλον των καιρών.
– 3 –
Τι κι αν δε φαίνονται του στερεώματος τ’ αστέρια
Στο φως της πανηγυρικής αυτής ημέρας
Ακούονται οι φωνές των ουρανίων σωμάτων
Και πάλλεται ο αήρ και αντιβοούν της πανηγύρεως τα πλήθη
Και ενώ με λόγια αστράπτοντα ξεσπούν οι χρησμοί
Εκθλίβεται απ’ τους κορμούς των δένδρων το ρετσίνι
Ευφραίνονται μες στο τριφύλλι οι μόσχοι
Και χρεμετίζουν τ’ άλογα καθώς
Κούροι λιγνοί σηκώνουν τους αλτήρες
Και σείονται οι αθιγγανίδες
Και αγαλλιούν μπρος στους γυμνούς μαστούς τ’ αγόρια
Ολίγος κόσμος έμεινες στις πόλεις
Μες στις αυλές στους δρόμους στις πλατείες
Οι απομένοντες καρατομούν τα βλοσυρά του παρελθόντος χρόνια
Διότι οι μοίρες γράψαν στα ντουβάρια
– 4 –
Τα ριζικά των νέων εποχών
Κι αίφνης παντού όπου τα δέντρα υψώνονται
Σε κήπους σε δενδροστοιχίες
Και ας είναι ο μήνας Μάριτος
Σαν προανάκρουσμα του επερχομένου θέρους
Εκστατικές ξεσπούν οι συνηχήσεις
Των δονουμένων τζιτζικιών.
Κι αίφνης κοντά στης πανηγύρεως τον χώρο
Μέσα από σπήλαιον βαθύ προβαίνει
Ως άνθρωπος Νεαντερντάλειος
Ως άνθρωπος απόλυτος οριστικώς erectus
Πολύ πριν ακουσθή η κλαγγή των λεγεώνων
Πρωτόκλητος και αρχέτυπος προβαίνει
Στο φως της πανηγυρικής αυτής ημέρας
Ως μέγας αναμάρτητος Αδάμ
Μ’ ένα λαλίστατον ειρηνικό πουλί στον ώμο
Ως άρχων της γης μοιραίος προβαίνει
Αναζητών λαόν πιστόν και αγέλας καλιμμάστων νεανίδων
Βαρύγδουπος κισσοστεφής προβαίνει
Θανάτω θάνατον πατήσας
Ο νέος αιών.
~Τρείς “ποιητές” μαζί : Σεφέρης,Bach,Gould
The Art of Fugue – Contrapunctus l – Glenn Gould
κι επειδή Φούγκα σημαίνει Φυγή :
Φυγή/
Δεν ήταν άλλη η αγάπη μας
έφευγε ξαναγύριζε και μας έφερνε
ένα χαμηλωμένο βλέφαρο πολύ μακρινό
ένα χαμόγελο μαρμαρωμένο, χαμένο
μέσα στο πρωινό χορτάρι
ένα παράξενο κοχύλι που δοκίμαζε
να το εξηγήσει επίμονα η ψυχή μας.
H αγάπη μας δεν ήταν άλλη ψηλαφούσε
σιγά μέσα στα πράγματα που μας τριγύριζαν
να εξηγήσει γιατί δε θέλουμε να πεθάνουμε
με τόσο πάθος.
Κι αν κρατηθήκαμε από λαγόνια κι αν αγκαλιάσαμε
με όλη τη δύναμή μας άλλους αυχένες
κι αν σμίξαμε την ανάσα μας με την ανάσα
εκείνου του ανθρώπου
κι αν κλείσαμε τα μάτια μας, δεν ήταν άλλη
μονάχα αυτός ο βαθύτερος καημός να κρατηθούμε
μέσα στη φυγή.
Γιώργος Σεφέρης/
Δύσκολα τα σπίτια που ‘χουν παρελθόν˙
ψιθύρους και σιωπές
κλεψύδρες που καταλήγουν
Κείνο που πετάς
βρίσκει τον τόπο του στη μνήμη
Κάποτε καίγονται
ελπίζοντας να τ’ αγαπήσεις
..Συμμετέχουμε στὴν ὑπόθεση τοῦ φωτός.
Ἐνῶ φτιάχνουν ἐκεῖνοι, πουλοῦν, διακινοῦν
ὅπου γῆς κι ὅπου ἄνθρωποι ὅπλα
κι ἀποθηκεύουν αἷμα σκοτώνοντας ὄνειρα
ἐμεῖς προσπαθοῦμε:
Νὰ φτιάξουμε
ἕναν οὐρανὸ μὲ λίγες λέξεις.
Aπόκριση/Νικηφόρος Βρεττάκος
Η μπαλάντα του αβέβαιου εραστή.
Για το βιβλίο, εκτός από τους συγγραφείς, θα μιλήσει
βιβλιοπωλείο πορθμός, Κακαρά 12, Χαλκίδα, τηλ.: 22210 62626
και Κριτικής της Λογοτεχνίας στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών.
στο ευτελές, ολιγόζωο πολίτευμα των, προς στιγμήν, επιζώντων. Και πως η τέχνητελικά γίνεται από τους νεκρούς για τους νεκρούς (οποτεδήποτε εκείνοι αναλάβουν τις υποχρεώσεις αυτής της τελευταίας τους και διαρκούς ιδιότητας).
ΜΑΝΟΣ ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ
” Ήταν ωραίο το Σούνιο τη μέρα εκείνη του Ευαγγελισμού ”
πάλι με την άνοιξη.
Λιγοστά πράσινα φύλλα γύρω στις σκουριασμένες πέτρες
το κόκκινο χώμα και οι ασπάλαθοι
δείχνοντας έτοιμα τα μεγάλα τους βελόνια
και τους κίτρινους ανθούς.
Απόμερα οι αρχαίες κολόνες,χορδές μιας άρπας που αντηχούν
ακόμη…
Γαλήνη
-Τι μπορεί να μου θύμισε τον Αρδιαίο εκείνον;
Μια λέξη στον Πλάτωνα θαρρώ,χαμένη στου μυαλού
τ’αυλάκια.
τ΄όνομα του κίτρινου θάμνου
δεν άλλαξε από κείνους τους καιρούς.
Το βράδυ βρήκα την περικοπή:
“τον έδεσαν χειροπόδαρα” μας λέει
“τον έριξαν χάμω και τον έγδαραν
τον έσυραν παράμερα τον καταξέσκισαν
απάνω στους αγκαθερούς ασπάλαθους
και πήγαν και τον πέταξαν στον Τάρταρο κουρέλι”.
Έτσι στον κάτω κόσμο πλέρωνε τα κρίματά του
Ο Παμφύλιος ο Αρδιαίος ο πανάθλιος Τύραννος
Γ.Σεφέρης / “Επί Ασπαλάθων..” / 31 του Μάρτη 1971
| Tης αγάπης αίματα | * | με πορφύρωσαν |
| Kαι χαρές ανείδωτες | * | με σκιάσανε |
| Oξειδώθηκα μες στη | * | νοτιά |
| * | των ανθρώπων | |
| Mακρινή Mητέρα | * | Pόδο μου Aμάραντο |
| Στ’ ανοιχτά του πέλαγου | * | με καρτέρεσαν |
| Mε μπομπάρδες τρικάταρτες | * | και μου ρίξανε |
| Aμαρτία μου νά ’χα | * | κι εγώ |
| * | μιαν αγάπη | |
| Mακρινή Mητέρα | * | Pόδο μου Aμάραντο |
| Tον Iούλιο κάποτε | * | μισανοίξανε |
| Tα μεγάλα μάτια της | * | μες στα σπλάχνα μου |
| Tην παρθένα ζωή μια | * | στιγμή |
| * | να φωτίσουν | |
| Mακρινή Mητέρα | * | Pόδο μου Aμάραντο |
| Kι από τότε γύρισαν | * | καταπάνω μου |
| Tων αιώνων όργητες | * | ξεφωνίζοντας |
| “O που σ’ είδε, στο αίμα | * | να ζει |
| * | και στην πέτρα” | |
| Mακρινή Mητέρα | * | Pόδο μου Aμάραντο |
| Tης πατρίδας μου πάλι | * | ομοιώθηκα |
| Mες στις πέτρες άνθισα | * | και μεγάλωσα |
| Των φονιάδων το αίμα | * | με φως |
| * | ξεπληρώνω | |
| Mακρινή Mητέρα | * | Pόδο μου Aμάραντο |
Aπό την ΑΝΔΡΙΑΝΑ
Μετά την απόφαση
-τίνος;-
να μεταφερθεί παραπλεύρως
στην ισόγεια μνήμη του θανάτου
το όνομά σου
σείστηκε το διατηρητέο νόημα
του παλιού σπιτιού
σα χαλασμένο δόντι έτοιμο να πέσει
κουνιόντουσαν οι τοίχοι
άδειαζαν τα κάδρα
ένας πανικός μαδούσε
τα ανοιξιάτικα τοπία
ψυχραιμία παρακαλώ ψυχραιμία
συμβούλευε η νεκρή τους φύση
εκκενώνστε το ταβάνι, βυθίζεται
ειδοποιούσα τις απλανείς μας εκεί πάνω
αναχωρήσεις
και μεταφερθήκαμε παραπλεύρως
ακριβώς
δυο τρία σπίτια παρά κει
πολύ κοντά
πιο μακριά ο άνθρωπος
από αυτό που φτιάχτηκε
δεν πάει
κι έτσι δεν απομακρύνθηκα
κάθε πρωί να βλέπω
της βυσσινί ρόμπας σου
το λιωμένο χέρι
ν’ ανοίγει της συνήθειας το παλιό παράθυρο
κι όλο κάθε πρωί να λέω: έλιωσε πάει
να θυμηθώ αύριο εξάπαντος
κάθε πρωί το ίδιο λιωμένο χέρι
της ρόμπας σου
κι όλο αρνούμαι, αναβάλλω
να αντικαταστήσω
αυτή την παλιά εφθαρμένη οδύνη
με μια καινούργια
βλέπεις τόσο μόνο, έως παραπλεύρως
λίγο πριν την αλήθεια.
Πιο πέρα
δειλιάζει ο άνθρωπος δε μεταφέρεται



