Ποίηση

Μαρία Ανδρεάδου στις 2 Ιανουαρίου 2013

Πατήσαμε χωρίς έλεος στα μεγαλύτερα “γιατί όχι’ και τα στραγγαλίσαμε. Ακλόνητοι στυλοβάτες ενός πλασαρισμένου ονείρου έτσι για να καυχιόμαστε και μεις πως μαθητεύσαμε στα δύσκολα. Για να’ χουμε και μεις μερίδιο στις επευφημίες, τα καλογυαλισμένα σαλόνια και στις δωδεκάποντες ανασφάλειες.
Για ποιες ευρώπες, οξφόρδες και αμέρικες με ζαλίζεις. Εγώ με την αλητεία φλέρταρα σαν έκλεινα τα μάτια. Μ’ αυτήν έχω χρωστούμενα είκοσι πέντε παρά κάτι χρόνια συνεπείας. Η ζωή είναι εκεί έξω αγόρι μου. Όχι μέσα σε βάσεις δεδομένων, ανεξάντλητες ευρυζωνικές και συναισθηματικές επιδειξιομανίες τύπου “ζωή ντεκαφεϊνέ’. Ίσως έτσι τη γλιτώσεις από τον ψυχίατρο με τα οχτώ χιλιάδες και τρία citations που με το γαμημένο εκκρεμές θα σε γυρίζει είκοσι χρόνια πριν, την ώρα που πίνατε σπιτική λεμονάδα στο μπαλκόνι χαϊδεύοντας της τα μάγουλα και που όλος ο κόσμος χωρούσε σε απόσταση ενός βλέμματος.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 31 Δεκεμβρίου 2012
Ευτυχία, επαγγελματική επιτυχία…
είναι τα πέντε που σου εύχομαι
από τα 2013!!!
Για τη χρονιά που έρχεται
ευχή χαράς θα κάνω
η μοίρα να σκορπά χαρές
να περπατείς επάνω.
Το καραβάνι τση χαράς,
στο σπίτι σου να φτάξει,
Όταν ο χρόνος ο παλιός
με τον καινούργιο αλλάξει.
Εύχομαι για τον χρόνο αυτό
μόνο χαρές να ζήσεις
τόσο πολλές που να μπορεί
και σ’ άλλους να χαρίσεις.
Τις μέρες της Πρωτοχρονιάς
χίλιες ευχές χαρίζω,
σε φίλους που τους αγαπώ
και τους υπολογίζω.
Χρόνε που πέμπεις σήμερα
στη γη την πρώτη αχτίδα
κάθε σου μέρα μια γιορτή,
κάθε λεπτό σου ελπίδα.
Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά,
χίλιες ευχές χαρίζω
σ’ ανθρώπους που τους αγαπώ
και τους υπολογίζω.
Όσα μπορεί ο άνθρωπος
αστέρια να μετρήσει
τόσα καλά σου εύχομαι
κανείς μην στα στερήσει.
Να ‘τανε κήπος η ζωή
χαρές να τη φυτέψω
τον νέο χρόνο σε γνωστούς
και φίλους να τσι πέψω.
Ο Νέος χρόνος που ‘φτασε
τόσα να σου χαρίσει
όσα δεν πρόλαβε ο παλιός
εκείνος να σ’ αφήσει.
Χαρές μεγάλες της ζωης,
τον χρόνο αυτό να ζήσεις,
τόσες πολλές που να μπορείς
και σ’ άλλους να χαρίσεις.
Σου εύχομαι χιλιες χαρές
να φέρει ο νέος χρόνος,
για να μην βρίσκει αφορμές
να σου σημώνει ο πόνος.
Ό,τι στον κόσμο επιθυμείς
και πλάθεις με τον νου σου,
να σου τα φέρει η χρονιά
στη πόρτα του σπιτιού σου
Ο νεος χρόνος που ‘φτασε
χαρές πολλές να δώσει
κι αν ήταν λίγες του παλιού
να σου τις συμπληρώσει.
Θεέ μου και κάνε τις ευχές
όλου του κόσμου πράξη
και η ζωή του καθενός
προς το καλό να αλλάξει.
Με την καινούργια τη χρονια
μόνο χαρές να ‘ριθουνε
κι όλες οι δύσκολες στιγμές
με μιας να ξεχαστούνε.
Δυο πράγματα σας εύχομαι
για τον καινούργιο χρόνο…
πάμπλουτοι να στε στη χαρά
και πάμφτωχοι στον πόνο!!!
Όσα λουλούδια ανθίζουνε
στην Κρήτη κάθε χρόνο
τόσες ευχές σας εύχομαι
για τον καινούργιο χρόνο.
Την πόρτα να έχετε ανοιχτή
για τον καινούργιο χρόνο
να μπαινοβγαίνει η χαρά που
‘ναι γιατρός στον πόνο.
Μην κάνεις μόνο όνειρα
κι ήσυχος να κοιμάσαι
Στο Νέο έτος ξυπνητός
έμπα και μη φοβάσαι.
Δυο χιλιάδες και δεκατρείς ευχές
και πάλι είναι λίγες,
για να σου γίνουνε χαρές,
όνειρα και ελπίδες.
Ηρθες καινούργιε χρόνε μας
και εύχομαι να μπορέσεις
δικούς και φίλους
π’ αγαπώ να μη στεναχωρέσεις.
Κυριακή Ψαρρού στις 31 Δεκεμβρίου 2012

 

Τὴν ἅγια νύχτα τὴ Χριστουγεννιάτικη λυγοῦν τὰ πόδια

καὶ προσκυνοῦν γονατιστὰ στὴ φάτνη τους τ’ ἄδολα βόδια.

Κι ὁ ζευγολάτης ξάγρυπνος θωρώντας τα σταυροκοπιέται

καὶ λέει μὲ πίστη ἀπ’ τῆς ψυχῆς τ’ ἀπόβαθα, Χριστὸς γεννιέται!

Τὴν ἅγια νύχτα τὴ Χριστουγεννιάτικη κάποιοι ποιμένες

ξυπνοῦν ἀπὸ φωνὲς ὕμνων μεσούρανες στὴ γῆ σταλμένες.

Κι ἀκούοντας τὰ Ὡσαννὰ ἀπ’ ἀγγέλων στόματα στὸ σκόρπιο ἀέρα,

τὰ διαλαλοῦν σὲ χειμαδιὰ λιοφώτιστα μὲ τὴ φλογέρα.

Τὴν ἅγια νύχτα τὴ Χριστουγεννιάτικη – ποιὸς δὲν τὸ ξέρει; –

τῶν Μάγων κάθε χρόνο τὰ μεσάνυχτα λάμπει τ’ ἀστέρι.

Κι ὅποιος τὸ βρεῖ μὲσ’ στ’ ἄλλα ἀστέρια ἀνάμεσα καὶ δὲν τὸ χάσει

σὲ μιὰ ἄλλη Βηθλεὲμ ἀκολουθώντας το μπορεῖ νὰ φτάσει.

Κυριακή Ψαρρού στις 31 Δεκεμβρίου 2012

 

Κάθεται μόνος
καὶ καθαρίζει τ’ ὅπλο του δίπλα στὸ τζάκι.

Κανεὶς δὲ θὰ ’ρθει καὶ τὸ ξέρει,

κλείσαν οἱ δρόμοι ἀπὸ τὸ χιόνι, σὰν πέρυσι,

σὰν πρόπερσι, Χριστούγεννα καὶ πάλι

καὶ τὰ ποτὰ κρυώνουν στὸ ντουλάπι.

Τὸ τσίπουρο στυφό, τὸ οὖζο γάλα

καὶ τὸ κρασὶ ραγίζει τὰ μπουκάλια.

Ἐκείνη τρία χρόνια πεθαμένη.

Κάθεται μόνος του δίπλα στὸ τζάκι,

δὲν πίνει, δὲν καπνίζει, δὲ μιλάει.

Στὴν τηλεόραση χιονίζει,

τὸ στρώνει ἀργὰ στὸ πάτωμα καὶ στὸ τραπέζι

καὶ στὶς παλιὲς φωτογραφίες,

γνώριμα μάτια τῶν νεκρῶν,

ποὺ τὸν κοιτάζουν ἀπ’ τὸ μέλλον.

Ἐκείνη τρία χρόνια πεθαμένη

καὶ μόνο τὸ δικό της βλέμμα

ἔρχεται ἀπὸ τὰ περασμένα.

Κοντεύουνε μεσάνυχτα

καὶ καθαρίζει τ’ ὅπλο του ἀπ’ τὸ πρωί.

Πῶς νὰ τοῦ πῶ «Καλὰ Χριστούγεννα»,

εὐχὲς δὲ φθάνουν ὡς ἐδῶ,

δρόμοι κλεισμένοι, τηλέφωνα κομμένα,

ἡ σκέψη ἁρπάζεται ἀπ’ τὸ κλαδὶ τῆς μνήμης,

μὰ νὰ τρυπώσει δὲν μπορεῖ στὴ μοναξιά του.

Μία μοναξιὰ ποὺ χτίστηκε σιγὰ σιγὰ

μ’ ὅλα τὰ ὑλικὰ καὶ δίχως λόγια.

Κοντεύουνε ξημερώματα κι ἀκόμη

γυαλίζει τ’ ὅπλο του δίπλα στὸ τζάκι

μὲ ἀργὲς κινήσεις σὰ νὰ τὸ χαϊδεύει.

Μένει στὰ δάχτυλα τὸ λάδι

ἀλλὰ τὸ χάδι χάνεται.

Θυμᾶται κυνηγετικὲς σκηνὲς

μὲ ἀγριογούρουνα καὶ χιόνια ματωμένα,

πρὶν γίνει θήραμα κι ὁ ἴδιος

στὴν μποῦκα ἑνὸς κρυμμένου κυνηγοῦ,

ποὺ τὸν παραμονεύει ἀθέατος

ἀφήνοντας νὰ τὸν προδίδουν κάθε τόσο

πότε μιὰ λάμψη κάνης,

πότε μιὰ κίνηση στὶς κουμαριὲς

κι ἡ μυρωδιὰ ἀπ’ τὸ βαρὺ καπνό του.

Ξέρει καλὰ ὅτι κρατάει

μακρύκανο παλιὸ μπροστογεμὲς

γεμάτο σκάγια καὶ μπαροῦτι μαῦρο.

Ὅταν ἀποφασίσει νὰ τοῦ ρίξει

δὲ θὰ προλάβει πάλι νὰ τὸν δεῖ

πίσω ἀπ’ τὸ σύννεφο τῆς ντουφεκιᾶς του.

Ἂν σκέφτεται στ’ ἀλήθεια κάτι τέτοια,

καὶ δὲν τὸν τιμωρῶ ἐγὼ μ’ αὐτὲς τὶς σκέψεις,

πῶς νὰ πλαγιάσει καὶ νὰ κοιμηθεῖ.

Λέω νὰ γίνω πατέρας τοῦ πατέρα μου,

ἕνας πατέρας ποὺ τοῦ ἔτυχε

σιωπηλὸ καὶ δύστροπο παιδί,

καὶ νὰ τοῦ πῶ μιὰ ἱστορία

γιὰ νὰ τὸν πάρει ὁ ὕπνος.

Ὕπνε ποὺ παίρνεις τὰ παιδιὰ πάρε καὶ τὸν πατέρα…

Ὕπνε ποὺ παίρνεις τὰ παιδιὰ

πάρε καὶ τὸν πατέρα• ἀπ’ τὶς μασχάλες πιάσ’ τονε

σὰ νὰ ’ταν λαβωμένος. Ὅπου πηγαίνεις τὰ παιδιὰ

ἐκεῖ περπάτησέ τον, μὲ τὸ βαρὺ ἀμπέχωνο στὶς πλάτες του ν’ ἀχνίζει.

Δῶσ’ του κι ἕνα καλὸ σκυλὶ

καὶ τοὺς παλιούς του φίλους, καὶ ρῖξε χιόνι ὕστερα

ἄσπρο σὰν κάθε χρόνο. Νὰ βγαίνει ἡ μάνα νὰ κοιτᾶ

ἀπὸ τὸ παραθύρι, τὴν ἔγνοια της νὰ βλέπουμε

στὰ γαλανά της μάτια, κι ὅλοι νὰ τῆς τὸ κρύβουμε πὼς εἶναι πεθαμένη.

Ὕπνε ποὺ παίρνεις τὰ παιδιὰ

πάρε κι ἐμᾶς μαζί σου, μὲ τοὺς ἀνήλικους γονεῖς,

παιδάκια τῶν παιδιῶν μας. Σὲ στρωματσάδα ρῖξε μας

μιὰ νύχτα τοῦ χειμῶνα, πίσω ἀπ’ τὰ ματοτσίνορα

ν’ ἀκοῦμε τοὺς μεγάλους, νὰ βήχουν, νὰ σωπαίνουνε,

νὰ βλαστημοῦν τὸ χιόνι. Κι ἐμεῖς νὰ τοὺς λυπόμαστε

ποὺ γίνανε μεγάλοι καὶ νὰ βιαζόμαστε πολὺ

νὰ μοιάσουμε σ’ ἐκείνους, νὰ δοῦν πὼς μεγαλώσαμε νὰ παρηγορηθοῦνε.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 29 Δεκεμβρίου 2012

ΕΙΣ ΑΥΤΟ ΤΟ ΝΕΟΝ ΕΤΟΣ

Εις αυτό το νέον έτος, εις την πρώτη του μηνός
ήρθα να σας χαιρετήσω, δούλος σας ο ταπεινός.
Ο Βασίλειος ο Μέγας είναι πάντα θαυμαστός
και στην οικογένειά σας, να ’ναι πάντα βοηθός.

Τα παιδιά σας στο σχολείο να τα στέλνετε συχνά
να μαθαίνουν ιστορίες, της Ελλάδος τα καλά.
Έχω κι άλλα να σας πω, μα δεν έχω πια καιρό,
σας αφήνω καληνύχτα κι αύριο με το καλό.

                    Και του χρόνου.

ΑΡΧΙΝ,ΑΡΧΙΝ ΤΑ ΚΑΛΑΝΤΑ

 

Άρχιν, άρχιν τα κάλαντα κι άρχιν καλά χρόνια
τα πουλιά λαλούν και χερολόνια πάλι κράζνε. 
Άγιον Βασίλειον καλόν ζευγάρι λάμνει
καλόν εν’ αφέντη, καλόν κι ευλο(γ)ημένον.

Έχει και τα βόδια του, παραδείσου πουλίτσι
έχει και το τσίφτσι του πανώριον παλικάρι.
Έχει και τ’ αλέτιρι τ’ σ’ άγχου βουτημένο
έχει και το γύνι του σ’ ασήμι κονωμένο
έχει και το βέρκενι τ’ κιπριγιού καλέμι
έχει και τα ζεύγολα τ’ κουκιά μαργαριτάρια
έχει και τα ζεύγολα τ’ ξανά κλωστιά μετάξια
καλόν εν’ αφέντη, καλόν κι ευλο(γ)ημένον.

Σον ξερόν τον πέτρα έσπειρα πολύ φακουδίτσι
δώκεν ο Θεός κι εγένεν, εγένεν παρουρίτσι
ήρθεν ‘να πουλίτισι το ‘κα τσακωσα το κ(ου)ίτσι τ’
ήρθεν μαυρομάνα, κλαίγ’ και καμουρίτσει
ήρθεν μαυροκάκα, κλαίγ’ και καμουρίτσει.

Άκου τα μανίτσα μ’ αν κείσαι κι αν κοιμάσαι
άρι το καλέρι σου και σέβα στο κελάρι
σέβα στο κελάρι σ’ και φώτ΄σε το φενέρι σ’
φώτ’σε το φενέρ μας κι όλην τη γενιά μας,
φώτ’σε το φενέρ μας κι ας ‘σε φωτισταίος.

                    Και του χρόνου.

ΑΡΧΙΜΗΝΙΑ ΚΙ ΑΡΧΙΧΡΟΝΙΑ ΚΑΙ ΠΑΙΝΕΜΑΤΑ

 

Παινέματα για τον αφέντη

Μα σένα πρέπει αφέντη μου καρέκλα καρυδένια
για ν’ ακουμπάς τη μέση σου τη μαργαριταρένια.
Και πάλι ξαναπρέπει σου τρικούβερτο καράβι
να ’ναι η πλώρη μάλαμα κι η πρύμνη του λουβάρι
και τα πανιά και τα σκοινιά να ’ναι μαργαριτάρι.

Παινέματα για την κυρά

Επό ’παμε τ’αφέντη σας  να πούμε τσι κερά σας
κερά ψηλή, κερά λιγνή και καστανομαλλούσα
π’ όταν σε γέννα η μάνα σου όλα τα δέντρ’ ανθούσαν
κι όταν σε κοιλοπόνησε ήταν ημέρα σχόλη
και δώκανέ σου την ευχή οι δώδεκ’ αποστόλοι.

Παινέματα για τον γιό και την κόρη

Έχετε το γιό στα γράμματα και σέρνει το κοντύλι
να του τ’αξιώσει ο Θεός να βάλει πετραχήλι.
Επόπαμε τα και του γιου να πούμε και τση κόρης
έχετε κόρη όμορφη γραμματικός τη θέλει
μα αν είναι και γραμματικός πολλά προυκιά γυρεύει
γυρεύει αμπέλια ατρύγητα αμπέλια τρυγημένα
γυρεύει μύλους δώδεκα και μέσα οι μυλωνάδες
γυρεύγει και τη θάλασσα μ’ όλα τζι τα καράβια
γυρεύγει και τον κυρ Βοριά να τα καλαρμενίζει.

ΑΠΟ www.domnasamiou.gr


Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 10 Δεκεμβρίου 2012

“Να γράφεις, να τηλεφωνείς”

Ανοίγει διάπλατα η πόρτα μου όταν έρχεσαι
Και πλημμυρίζει μουσικές η κάμαρά μου
Τρέχουνε πίσω σου οι καρέκλες να μην στέκεσαι
Κι απ΄ το παράθυρο το σκάει η ερημιά μου

Τρελό κοκτέιλ σου σερβίρει το ποτήρι μου
Τα κρύα χείλη του γυρεύουν τα δικά σου
Τσιγάρο σκέτο σου προσφέρει το πακέτο μου
Κι όλα τα σπίρτα μου ανάβουν στο άγγιγμά σου

Να γράφεις να τηλεφωνείς και ας μη μένει εδώ κανείς
Αφού το ξέρω θα χαθείς τόση αγάπη δεν μπορείς
Να γράφεις να τηλεφωνείς και ας μη μένει εδώ κανείς

Κλείνουν αθόρυβα οι κουρτίνες όταν γδύνεσαι
και η κρεμάστρα μου τα ρούχα σου μαζεύει
Τα Φώτα παίζουνε την ώρα που μου δίνεσαι
Και το κρεβάτι μου άγριο χορό χορεύει

Μαντήλι κόκκινο σκουπίζει τον ιδρώτα σου
Και η μαύρη χτένα μου χαϊδεύει τα μαλλιά σου
Κρύβεται μες στο κομοδίνο το ρολόι μου
Για να κερδίζω δευτερόλεπτα κοντά σου

Να γράφεις να τηλεφωνείς…

Μια πάχνη πέφτει στον καθρέπτη μου όταν ντύνεσαι
Και μία πίκρα το δωμάτιο πλημμυρίζει
Εγώ κοιμάμαι να μη δω που απομακρύνεσαι
Και η ερημιά μου απ΄ το παράθυρο γυρίζει

“Eρωτικό (με μία πιρόγα)”

Με μια πιρόγα φεύγεις και γυρίζεις
τις ώρες που αγριεύει η βροχή
στη γη των Βησιγότθων αρμενίζεις
και σε κερδίζουν κήποι κρεμαστοί
μα τα φτερά σου σιγοπριονίζεις

Σκέπασε αρμύρα το γυμνό κορμί σου
σου `φερα απ΄ τους Δελφούς γλυκό νερό
στα δύο είπες πως θα κοπεί η ζωή σου
και πριν προλάβω τρις να σ΄ αρνηθώ
σκούριασε το κλειδί του παραδείσου

Το καραβάνι τρέχει μες στη σκόνη
και την τρελή σου κυνηγάει σκιά
πώς να ημερέψει ο νους μ΄ ένα σεντόνι
πώς να δεθεί η Μεσόγειος με σχοινιά
αγάπη που σε λέγαμ΄ Αντιγόνη

Ποια νυχτωδία το φως σου έχει πάρει
και σε ποιο γαλαξία να σε βρω
εδώ είναι Αττική φαιό νταμάρι
κι εγώ ένα πεδίο βολής φτηνό
που ασκούνται βρίζοντας ξένοι φαντάροι

Μαρία Ανδρεάδου στις 9 Δεκεμβρίου 2012

Μία εξαιρετική ιδέα !! Η Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών Ιδρύματος Ωνάση ( http://www.sgt.gr ) σε συνεργασία με το βιβλιοπωλείο Παπασωτηρίου ( Πανεπιστημίου 37 ) ,διοργανώνει Ανταλλακτική Βιβλιοθήκη για μία εβδομάδα !!

Μικροί-Μεγάλοι ελάτε να ανταλλάξουμε βιβλία και σκέψεις !

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 3 Δεκεμβρίου 2012

Ένα μωρό, μωρό παιδί χρόνια
έχει κρυφτεί στο σώμα μου
τρώει μπογιές, καρδιές, φωτιές, χιόνια
και την κολώνια μου

Μέρα νύχτα κλαίει
δε με θες μου λέει
τρέχει στην μπανιέρα γυμνό
λούζει τα μαλλιά μου
πλένει τα φιλιά μου
βγάζει απ΄ την ψυχή μου καπνό

Ένα μωρό, μωρό παιδί χρόνια
έχει κλειδιά απ΄ το σπίτι μου
κάνει ζημιές, βρωμιές, χαρές, ψώνια
κάτω απ΄ τη μύτη μου

Χρόνια μ΄ αρρωσταίνει
χρόνια μου γελά
μου `χες πει θα ζούμε καλά
μούρη μου σπασμένη
ρούχα μου απαλά
σου `χα πει θα ζούμε καλά

Ένα μωρό μωρό παιδί φως μου
για να με δεις το χτένισα
κι αν μ΄ αγαπάς
καιρό καιρό δώσ΄ μου
δώρο στο γέννησα

Χρόνια ερωτευμένο
παραμυθιασμένο
μ΄ ένα μυαλουδάκι γερό
που όταν λέει πεθαίνω
τρέχω του μαθαίνω
τι θα πει μωρό μου
Μπορώ !

 

Στίχοι Λίνα Νικολακοπούλου

Κυριακή Ψαρρού στις 2 Δεκεμβρίου 2012

Τ᾿ ἁπλὸ παιδί, ποὺ ἐγὼ ἀγαπῶ, δὲν ἔζησε στὰ πλούτη,
δὲν ἔχει τρόπους νὰ φερθεῖ καὶ μήτε νὰ ντυθεῖ,
-μά ῾ναι τὸ πιὸ καλὸ παιδί, ποὺ μὲς στὴν πλάση τούτη
μπορεῖ ν᾿ ἀπαντηθεῖ!

Δὲν ξέρει γράμματα πολλά, δὲν κάνει γιὰ σαλόνι,
τὰ ροῦχα του εἶναι τῆς δουλειᾶς, τριμμένα καὶ παλιά,
-μὰ τὸ μεγάλωσε τὸ φῶς, αὐτὸ ποὺ μεγαλώνει
τὰ ξένοιαστα πουλιά…

Κι ἄλλοτε μοῦ ῾τυχε ξανά, -στὸ διάβα κάποιου δρόμου,
νὰ περπατήσω συντροφιὰ μὲ διάφορα παιδιά,
-μ᾿ αὐτό, σεμνὸ καὶ ταπεινό, βαδίζει στὸ πλευρό μου,
σὰ μιὰ μικρὴ καρδιά…

Κι ὅταν τῶν ἄλλων τῶν παιδιῶν τὰ λοῦσα βλέπει πλάι
κι αὐτὸ δὲν ἔχει πιὸ καλὸ κοστούμι νὰ ντυθεῖ,
τότε γυρίζει τὴ ματιά -καὶ μοῦ χαμογελάει,
νὰ παρηγορηθεῖ…

Κι ὅταν κάποτε θὰ πρέπει νὰ διδάξεις

γιατὶ προσμένει νὰ τοῦ πεῖς, ἕνα παιδί,

ἢ γιατὶ ὁ ξένος σου

μπαίνει στῆς λάμπας σου τὸν κύκλο

σκοτεινιασμένος ἀπ᾿ τὴν ἄχνα τοῦ βραδιοῦ,

ἢ ποὺ τὸ βῆμα σου κάποτε ξαστοχᾶ

κι᾿ ὡσότου ξαναφέξει

πρέπει κι᾿ ἐσὺ σὲ φίλους νὰ σταθεῖς

ἢ ποὺ ἕνας φίλος περασμένος, ποὺ φοβᾶται

πὼς κλονίζεται ἡ φιλία πού ῾χε ἀρχίσει στὰ τυφλὰ

ἀπαιτώντας ἀπὸ σένα νὰ τοῦ γράψεις –

τότε πρέπει στὸν ἑαυτό σου νὰ τὸ πεῖς συνειδητὰ

τί σημαίνει «νὰ διδάσκεις»:

Μὲ λόγια ποὺ βαθιά σου τὰ γνωρίζεις

ἑκούσια νὰ πεῖς: ὑπάρχω ἐγώ.

Κι᾿ ἀκόμη πιὸ πολὺ

διδάσκω δὲν θὰ πεῖ: σὲ κάποιον

γιὰ τὴν σύμπτωση νὰ λὲς τῶν ἐποχῶν

πῶς συμβαίνει καὶ γιατί·

διδάσκω θὰ πεῖ: Γιὰ τὸν Ἕνα νὰ ρωτήσεις τὸν καθένα

ποὺ τοῦ μοιάζει στὴ σιωπή…

Κυριακή Ψαρρού στις 20 Νοεμβρίου 2012

― Προδίδετε πάλι τὴν Ποίηση, θὰ μοῦ πεῖς,

Τὴν ἱερότερη ἐκδήλωση τοῦ Ἀνθρώπου

Τὴν χρησιμοποιεῖτε πάλι ὡς μέσον, ὑποζύγιον

Τῶν σκοτεινῶν ἐπιδιώξεών σας

Ἐν πλήρει γνώσει τῆς ζημίας ποὺ προκαλεῖτε

Μὲ τὸ παράδειγμά σας στοὺς νεωτέρους.

― Τὸ τί δέν πρόδωσες ἐσὺ νὰ μοῦ πεῖς

Ἐσὺ κι οἱ ὅμοιοί σου, χρόνια καὶ χρόνια,

Ἕνα πρὸς ἕνα τὰ ὑπάρχοντά σας ξεπουλώντας

Στὶς διεθνεῖς ἀγορὲς καὶ τὰ λαϊκὰ παζάρια

Καὶ μείνατε χωρὶς μάτια γιὰ νὰ βλέπετε, χωρὶς αὐτιὰ

N’ ἀκοῦτε, μὲ σφραγισμένα στόματα καὶ δὲ μιλᾶτε.

Γιὰ ποιὰ ἀνθρώπινα ἱερά μᾶς ἐγκαλεῖτε;

Ξέρω: κηρύγματα καὶ ρητορεῖες πάλι, θὰ πεῖς.

Ἒ ναὶ λοιπόν! Κηρύγματα καὶ ρητορεῖες.

Σὰν πρόκες πρέπει νὰ καρφώνονται οἱ λέξεις

Νὰ μὴν τὶς παίρνει ὁ ἄνεμος.

Κυριακή Ψαρρού στις 20 Νοεμβρίου 2012

Ἡμερολόγιο ἥσυχο στὸν τοῖχο,

μιὰ ἡμερομηνία κι οἱ ἅγιοι σιωπηλοί,

χλωμοὶ κι ἀναμάρτητοι,

σημειωμένοι μόνο μὲ τὸ μικρό τους ὄνομα,

ὅπως τοὺς φώναζε ἡ μητέρα τους.

Κύριε, κανεὶς δὲν ἤθελε νὰ μεγαλώσει.

Μαρία Ανδρεάδου στις 16 Νοεμβρίου 2012

Αφιέρωμα-ταινία από το αρχείο της ΕΡΤ   :Μαρτυρίες – Πολυτεχνείο 1973

«Μικροί λαϊκοί αγωνιστές»: ποιητικές δοκιμές του Γ. Ρίτσου για το Πολυτεχνείο
του Δημήτρη Σκορδίλη

Ο Γ. Ρίτσος κατέταξε σε έναν τόμο, στον οποίο έδωσε τον τίτλο «Επικαιρικά», τις εξής συνθέσεις του: Οι γειτονιές του κόσμου, 1949-1951, Το υστερόγραφο της δόξας, 1945 (ποίημα για τον Άρη Βελουχιώτη), Ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο, 1952 (εκτέλεση Ν. Μπελογιάννη), Θρήνος του Μάη, 1963 (δολοφονία Γ. Λαμπράκη), Ο μαύρος άγιος(δολοφονία του αντιαποικιοκράτη ηγέτη του Κογκό Πατρίς Λουμούμπα), Ημερολόγια εξορίας, 1948-1950, Πέτρινος χρόνος, 1949, Η αρχιτεκτονική των δέντρων, 1958,Άνθρωποι και τοπία, 1958, Μαντατοφόρες, 1967-1969.

Πρόκειται για μεγάλες συνθέσεις που αποκρίνονται άμεσα στη συγκεκριμένη ιστορική πραγματικότητα. Άλλωστε έχει δηλώσει ο ίδιος ο ποιητής στην επιστολή του στη Χ. Προκοπάκη ότι το έργο του κινείται ανάμεσα σε «δύο αναγκαιότητες: το τώρα και το πάντα, της συγκεκριμένης ιστορικής πραγματικότητας και της ‘μυθικής’ πραγματικής ιστορίας του ανθρώπου που ξεπερνάει τα επείγοντα πλαίσια της δοσμένης στιγμής και προς τα μπρος (μέλλον) και προς τα πίσω (παρελθόν)». «Τα επικαιρικά είναι η άμεση ανταπόκριση στο γεγονός, ο ύμνος των ηρώων ή τα ημερολογιακά σημειώματα εξορίας. Η εν θερμώ καταγραφή του αγώνα, το χρονικό, μέρα με τη μέρα, με μόνη εξαίρεση τις Γειτονιές του κόσμου, 1949-1951, που εκτείνονται σε μια μεγάλη χρονική περίοδο, ανασυνθέτοντας ολόκληρη τη δεκαετία …»

Το 1973, τη χρονιά του Πολυτεχνείου, ο Ρίτσος ήταν 64 χρονών. Είχε προηγηθεί η σύλληψή του στις 21 Απριλίου, ημέρα έναρξης της Δικτατορίας, και η εξορία του στη Γυάρο. Τότε συλλαμβάνεται και η γυναίκα του και η δωδεκάχρονη κόρη του μένει με τον παππού της. Στις 30 Ιουνίου μετάγεται στο Παρθένι της Λέρου. Στη συνέχεια, βαριά άρρωστος, κάνει το δρομολόγιο Αθήνα- Σάμος στο Νοσοκομείο με υποψία όγκου, διαρκώς με συνοδεία χωροφύλακα. Αργότερα στη Σάμο βρίσκεται σε κατ’ οίκον περιορισμό. Ακολουθεί η καταστροφή των χειρογράφων με ατελή κατά τον ποιητή έργα ενόψει του πιθανολογούμενου τέλους του. Το 1970 αίρεται ο κατ’ οίκον περιορισμός και αργότερα η προληπτική λογοκρισία. Ακολουθεί το Φλεβάρη του 1973 η κατάληψη της Νομικής Σχολής. Στις 14 Νοεμβρίου αρχίζουν οι συνελεύσεις στο Πολυτεχνείο. Στις 15 παίρνει μέρος μαζί με εργάτες στη διαδήλωση. Στις 16 ακούει το ραδιοσταθμό του Πολυτεχνείου και τις 17 φεύγει για τη Σάμο. Τον Ιούλιο του 1974 αρχίζει η Κυπριακή Τραγωδία και ακολουθεί η πτώση της Χούντας.

Στα «επείγοντα πλαίσια της δοσμένης στιγμής», στη διάρκεια της τριετίας 1973-1976 ανταποκρίνεται ο ποιητής. Η σύνθεση Το ημερολόγιο μια εβδομάδας με ημερομηνία Αθήνα, 16 Νοεμβρίου 1973 γράφεται εν θερμώ σε έκταση πεντέμιση σελίδων (στον τόμο Ζ΄ με τον τίτλο Γίγνεσθαι, 129-134). Το 1974 γράφει το ποίημα Ύμνος και Θρήνος για την Κύπρο. Στο Πολυτεχνείο επιστρέφει το 1976 γράφοντας τη σύνθεση Το Σώμα και το Αίμα με τον υπότιτλο Ακόμη μια δοκιμή για ένα ποίημα του Πολυτεχνείου (Γίγνεσθαι). Αυτές οι ποιητικές συνθέσεις μπορούμε να πούμε ότι συγκροτούν μια δεύτερη ομάδα Επικαιρικών ποιημάτων.

Το Ημερολόγιο μιας εβδομάδας 1973 :

«Ωραία παιδιά με τα μεγάλα μάτια σαν εκκλησιές χωρίς στασίδια,
ωραία παιδιά, δικά μας, με τη μεγάλη θλίψη των αντρείων,
αψήφιστοι, όρθιοι στα προπύλαια, στον πέτρινο αέρα,
έτοιμο το χέρι, έτοιμο μάτι, – πώς μεγαλώνει
το μπόϊ, το βήμα κ’ η παλάμη του ανθρώπου»

Γίγνεσθαι, 129

Αυτό το «ποιητικό ημερολόγιο» αρχίζει στις 16 Νοεμβρίου και λήγει στις 22 του ίδιου μήνα, τρεις μέρες πριν την ανατροπή του δικτάτορα Παπαδόπουλου από τον αντικαταστάτη του τον Ιωαννίδη. Αποτελείται από εφτά ενότητες άνισης έκτασης, μια ενότητα για κάθε μέρα. Από τον πρώτο κιόλας στίχο δίνεται το ηλικιακό στίγμα των ηρώων-προσώπων του ποιήματος: ωραία παιδιά (πικρά απογεύματα παιδιών), κορίτσια, αγόρια, η αψήφιστη τόλμη και στύση του εφήβου (133). Αυτή η γενιά των νέων συνδέεται, σύμφωνα με τον ποιητή, με τον έρωτα διπλά: αφενός είναι καρπός έρωτα της δικής του γενιάς και αφετέρου είναι η ίδια η πηγή του ορμητικού έρωτα της νιότης:

«Εσείς ο ίδιος ο έρωτας […]
Ελένη, Μάρω, Δήμητρα, παιδιά μας παιδιά μας […]
έρωτές μας, παιδιά μας, σκοτωμένα παιδιά μας έρωτές μας»

Ο Τόπος και οι Περιστάσεις περιγράφονται λιτά και λακωνικά (οι πυροβολισμοί, η πεσμένη πόρτα, ο καπνός), καθώς και μια απόπειρα ανατομίας του ηρωισμού (133):

«οι πιο λυπημένοι είναι οι ήρωες-κι αυτοί λείπουν κρυμμένοι
κάτου απ’ την πράξη τους, βαμμένοι με το αίμα τους, -απ’ τα
πριν πεθαμένοι
σώζοντας μες στο φόβο τους το χαμόγελό τους για τους άλλους. Τα
κορίτσια κλαίνε,
ζητούν τυραννικά τον έρωτα των ωραίων νεκρών. Μαζί περνούν
την Πύλη
εκείνα με το στόμα τους σαρκώδες, σφραγισμένο μ’ ένα σβηστό
τσιγάρο
αυτές με μια τσατσάρα, μ’ ένα τσέρκι, με μια σκισμένη κάλτσα
και με μια χάρτινη σημαιούλα πεσμένη στα μικρά τους στήθη»

Αμέσως μετά ο ποιητής στρέφεται στους σιωπηλούς και αδρανείς πολίτες της Αθήνας:

«Κι ακούγεται ακόμη η τελευταία κραυγή διαλυμένη στις λεωφόρους
Πώς μπορείτε λοιπόν να κοιμάστε;»

στίχος που επαναλαμβάνεται στη σύνθεση (131).

Είναι τόση η ένταση της συγκίνησης και η αμηχανία του εξηνταπεντάρη αγωνιστή, ώστε να δηλώνεται η προσωρινή αμφιβολία του για τη δραστικότητα του ποιητικού λόγου:

«Ω, ανήμπορο ποίημα, ανήμπορο, ανήμπορο, ατελέσφορο,
επάνω από δυό στίχους σταυρωμένους σταυρώνω τα χέρια και σω-
παίνω»

Γίγνεσθαι, 130, Αθήνα, 19 Νοεμβρίου 1973

Ο ίδιος δέκα χρόνια αργότερα γράφει στο αφήγημα Αισθητικές μεταπλάσεις που ανήκει στοΕικονοστάσιο Ανωνύμων Αγίων: «…τι να σου κάνουν κι οι φουκαράδες οι στίχοι; Καλά το ’πε και κάποιος: Ω ανήμπορο ποίημα, ανήμπορο ανήμπορο, ατελέσφορο, οι νεκροί δεν ανασταίνονται, υπάρχουν […] . Ναι, ναι, μη μου πεις, πολύ βοηθάνε τα ποιήματα, δίνουν κουράγιο, συμβουλεύουν, ανοίγουν δρόμους, περπατάμε, περπατάει η ιστορία. […] Ακόμη κι αυτός που, ώρες βαριές, όταν έμπαιναν τα τανκς στο Πολυτεχνείο, είχε αποκαλέσει τα ποιήματα «ατελέσφορα»[…]»

Παρ΄ όλα αυτά η ποίησή του αποπνέει την προσδοκία:

«ΜΕ ΤΟΥΣ ΑΓΚΩΝΕΣ στηριγμένους στην ποίηση, με τα μάτια κλει-
σμένα στις παλάμες
Ακούω τη φωτιά. Ανεβαίνει»
Γίγνεσθαι, 131

Τρία χρόνια μετά τα γεγονότα του Πολυτεχνείου, από τις 17 Νοεμ. έως τις 19 Δεκ. του 1976, γράφει τη σύνθεση Το Σώμα και το Αίμα με τον υπότιτλο Ακόμη μια δοκιμή για ένα ποίημα του Πολυτεχνείου. Εδώ η επικαιρική συγκίνηση μορφοποιείται σε μια μεγάλης έκτασης επική αλλά και στοχαστική σύνθεση, που αποτελείται από 18 ενότητες. Τα βασικά θέματα που θίγονται στο Ημερολόγιο μιας βδομάδας εδώ αναπτύσσονται και προεκτείνονται, όπως στις γνώριμες μεγάλες συνθέσεις του.

Το εγκώμιο της νέας γενιάς και των ονείρων της:

[ …]
παιδιά αετώματα της πυρκαϊάς μ’ άλογα με μυστριά με πηλοφόρια
τόσο ψηλά στυλίτες του ακέριου καιρού της μέσα ιστορίας
καλημέρα φωνάξατε τρεις μέρες και τρεις νύχτες μες στα δακρυ-
γόνα [ …] 335-336, εν. Ι

[ …] παιδιά ξαφνικά ψηλωμένα γραμμένα ολόσωμα στο κόκκινο
μεγάλωσαν τα γένεια τα μαλλιά τα χέρια σε αδίστακτες χειρονο-
μίες [… ]

Ο τόπος, το ιστορικό κτίριο του Πολυτεχνείου, αποκτά ηρωικές διαστάσεις, από το κέντρο της Αθήνας εξακτινώνεται σε όλη την Ελλάδα:

ΠΑΛΙΟ χλωμό κτίριο με δυό ημικυκλικές μαρμάρινες σκάλες
είχε και φοινικόδεντρα άλλοτε μπορεί και τώρα δε φαίνονται
ένα μαντίλι μ’ αίμα και σπέρμα στο ξερό χορτάρι
άσπρη κουκκίδα στο κέντρο του κύκλου η περιφέρεια απέραντη
κυρίευε την πολιτεία τα προάστια τα μακρινά ξυλάδικα
Άνω Πατήσια Θυμαράκια Παγκράτι Γκύζη Καισαριανή Πετρά-
λωνα […]
πιο πέρα η φωνή του νεανικού ραδιόφωνου ανυπόμονη λάμψη ένα τσιγάρο
η θλίψη του θανάτου πιο πέρα […]
τα Μέγαρα απαντούν Θεσσαλονίκη Βόλος Πρέβεζα Ιωάννινα
Δράμα
Αρκάδι Μισολόγγι ο μπάρμπα Θόδωρος με την παλιά του περικε-
φαλαία
τι σύναξη μέσα στα κάγκελα έξω απ΄τα κάγκελα [ …] 338-339

Η απόπειρα συκοφάντησης που επιχειρεί η Τυραννική Εξουσία και οι Συνοδοιπόροι της μέσω του ραδιοφώνου και της τηλεόρασης κυρίως:

[ …]
πεσμένη μπρούμυτα η βιβλιοθήκη πορτραίτα φιλοσόφων στο δια-
δρομο σπασμένα τζάμια
εφημερίδες σβούρες κάλυκες μαλλιά σωληνάρια πετρέλαιο κιμω-
λίες
ιδού οι αποδείξεις είπαν κάλεσαν δημοσιογράφους και τούτο και
κείνο
να μαρτυρήσετε λέει αναρχία γενειάδες γκόμενες γαμήσια στα
σκαλοπάτια
αυτούς τους κουβάλησαν στην Ασφάλεια
αυτούς στα τμήματα
εκείνους στο νεκροτομείο [ …] 345

Ο έρωτας κι η επανάσταση στίζουν το σώμα της ποιητικής σύνθεσης:

«Ο ΕΝΑΣ γράφει συνθήματα στους στοίχους ο άλλος
φωνάζει συνθήματα πάνω απ’ τους δρόμους ο τρίτος
φοράει το παράθυρο τραγουδάει ανοιχτός Ρωμιοσύνη Ρωμιοσύνη
τους τραυματίες τους κουβάλησαν στη βιβλιοθήκη
μια παλάμη αμπελόφυλλου στο χτυπημένο γόνατο
αγάλματα λυπημένα μες στους καπνούς- πού τον ξεχάσατε τον
έρωτα
σπουδαστές οικοδόμοι πλακάτ ζητοκραυγές σημαίες
έρωτας είναι τ’ όνειρο έρωτας είναι ο κόσμος
χαμηλωμένο κούτελο του ταύρου έρχονται κι άλλοι κι άλλοι
μικρά μεγάλα σκολιαρόπαιδα με μια φούχτα στραγάλια με τσάντες
δυο κόκκινα πουλιά σταυρωτά ζωγραφισμένα στα τετράδιά τους
οι νεόνυμφοι βγήκαν απ’ το φωτογραφείο δένουν τις άσπρες ταινίες
στο κιγκλίδωμα […]
απόψε είναι ο καιρός για όλα λέει
απόψε η συνέχεια όλων λέει
αύριο για όλο τον άνθρωπο για όλο το μέλλον
έτσι είπε πάνω στη στέγη
κράταγε ένα μεγάλο αόρατο τιμόνι κ’ έστριβε την πολιτεία
κάτω απ’ την άσφαλτο ακουγόταν ο θόρυβος του κόσμου
ένα μαύρο σκυλί ένα καλάθι ένας μικρός καθρέφτης
δυο τεράστια παπούτσια του πικρού γελωτοποιού και το σπασμένο
ποτήρι
κ’ η μυρωδιά απ’ τη φουφού του καστανά μεγάλη σαν καράβι »

Το σώμα και το αίμα, 336-337, ΙΙ-ΙΙΙ

Στην δεύτερη αυτή ευρεία σύνθεση η «νέα», ας την ονομάσουμε, ποιητική μυθολογία συναντά και διαλέγεται με τη μυθολογία του προηγούμενου έργου του ποιητή: τα πρόσωπα-ήρωες της δικής του εποχής (Βαγγέλης, Αλέκος) με τους σκληρούς αγώνες της Ρωμιοσύνης που κουβαλάνε από τη δεκαετία του 1940-1950 διασταυρώνονται με τα αγόρια και κορίτσια του 1973, με αυτούς τους «μικρούς λαϊκούς αγωνιστές». Ο αφηγητής εντάσσεται στη γενιά των πατέρων και των παππούδων των δεκαοχτάχρονων, συνδέει τα όνειρα, τη μοίρα του με τη δική τους.

[…]
χνούδια από τις παλιές κουβέρτες των εξόριστων πάνω στ’ αγκάθια
[…] 337, εν. ΙΙΙ

[ …]
Σ’ ΑΥΤΗ την ιστορία πολλοί πήραν μέρος κι άλλοι που δε φανήκανε
διόλου
κρυμμένοι πίσω από τις αναμνήσεις ή πίσω από κάγκελα ή πίσω
από παλιά παντζούρια γδαρμένα απ’ τα νύχια του χρόνου […] 342

Στην έξοδο της σύνθεσης Το Σώμα και το Αίμα σε πρώτο πληθυντικό εκφέρεται η συνθηματική λέξη – επαναστατικό σύνθημα Γκραγκάντα, αναγραμματισμένη αυτή τη φορά:

«[ …]
τότε σηκωθήκαμε μεμιάς βγήκαμε μεσάνυχτα στο δρόμο
και γράψαμε στους τοίχους του φουρνάρικου του τσιμεντάδικου του
ανθοπωλείου
την ίδια εκείνη λέξη αναγραμματισμένη
ΑΤΝΑΓΚΑΡΓΚΑΤΝΑΓΚΑΡΓΚΑΤΝΑΓΚΑΡΓΚ
κι ακούστηκαν ξεκάθαρα πάνω μας οι βαθειές αναπνοές απ’ τις
κρυμμένες σημαίες
ΑΤΝΑΓΚΑΡΓΚ ΑΤΝΑΓΚΑΡΓΚΑΤΝΑΓΚΑΡΓΚ
αυτό το φώναζαν οι σημαίες»

Το σώμα και το αίμα, 356

Ο αναγραμματισμός της δεν φαίνεται να οφείλεται στη δήλωση «μιας παράνομης πράξης» αλλά μάλλον στο διαφορετικό πλαίσιο, στα καινούργια δεδομένα του Νοέμβρη, στους νέους πρωταγωνιστές.

Στο Πολυτεχνείο επανέρχεται ο ποιητής το 1977, τέσσερα χρόνια μετά τα γεγονότα, και προβληματισμένος εκφράζει το σκεπτικισμό του με ώριμη στοχαστικότητα για το ουσιαστικό αντίκρυσμα των συνθημάτων, των εορτών και των πανηγύρεων μέσα στη δίνη των θυελλωδών συζητήσεων και εντάσεων των πρώτων μεταπολιτευτικών χρόνων:

«τότε ήρθαν μέρες αόριστες πρόωρα κ’ υπερβολικά φωτεινές και σημαιοστολισμένες
ένα τεράστιο σεντόνι σαν εκείνο της τηλεοπτικής διαφήμισης ανεμιζε πάνω απ’ τις νέες διαδηλώσεις
κάτω απ’ τα μεγάλα στεφάνια πορεύονταν μοναχικά τα παπούτσια
των σκοτωμένων
ν’ αποφύγω τη συνθηματολογία και την πολυτεχνοκαπηλεία
να μη μοιάζω καθόλου αντιστασιακός
να μη βγάλω άχνα
ν’ αφήσω μόνο τα προλεταριακά πλακάτ να μιλήσουν
αργά το βράδυ μετά τις μουσικές και τις παρελάσεις
εκείνα τα πλακάτ χωρίς τους σημαιοφόρους μόνα ακουμπισμένα
στους τοίχους του νεκροταφείου
ή τους τοίχουςτης φάμπρικας ή στις μάντρες των λαϊκών προαστίων
λίγο χαλαρωμένα κρατημένα στα δυο ξύλινα πόδια τους
σαν τους καλούς φρουρούς που όρθιοι λαγοκοιμούνται με τεντωμένο
τ’ αυτί τους
σαν τους εργάτες που ένα δευτερόλεπτο χαμηλώνουν τα τσίνορα να
πάρουν δυνάμεις […]».

Τερατώδες Αριστούργημα: 378

Δ. Κ. Σκορδίλης
Κέρκυρα 15.11.2010

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 16 Νοεμβρίου 2012

Νικηφόρος  Βρεττάκος

 

Μικρός τύμβος

(17 Νοεμβρίου 1973)

Δίχως τουφέκι και σπαθί, με το ήλιο στο μέτωπο,

υπήρξατε ήρωες και ποιητές μαζί. Είστε το Ποίημα.

Απλώνοντας το χέρι μου δεν φτάνει ως εκεί

που ωραία λουλούδια τις μορφές σας

Λιτανεύει ο αέρας της αρετής. Ω παιδιά μου,

Μπροστά σ’ αυτό το ποίημα μετράει μόνο η σιωπή.

 Από την ενότητα «Παραλειπόμενα», Β’ τόμος των Απάντων του ποιητή, εκδ.Τρία φύλλα, 1981.

Μανώλης Αναγνωστάκης

Φοβάμαι

Φοβάμαι

τους ανθρώπους που εφτά χρόνια

έκαναν πως δεν είχαν πάρει χαμπάρι

και μια ωραία πρωία –μεσούντος κάποιου Ιουλίου–

βγήκαν στις πλατείες με σημαιάκια κραυγάζοντας

«Δώστε τη χούντα στο λαό».

Φοβάμαι τους ανθρώπους

που με καταλερωμένη τη φωλιά

πασχίζουν τώρα να βρουν λεκέδες στη δική σου.

Φοβάμαι τους ανθρώπους

που σου ‘κλειναν την πόρτα

μην τυχόν και τους δώσεις κουπόνια

και τώρα τους βλέπεις στο Πολυτεχνείο

να καταθέτουν γαρίφαλα και να δακρύζουν.

Φοβάμαι τους ανθρώπους

που γέμιζαν τις ταβέρνες

και τα ‘σπαζαν στα μπουζούκια

κάθε βράδυ

και τώρα τα ξανασπάζουν

όταν τους πιάνει το μεράκι της Φαραντούρη

και έχουν και «απόψεις».

Φοβάμαι τους ανθρώπους

που άλλαζαν πεζοδρόμιο όταν σε συναντούσαν

και τώρα σε λοιδορούν

γιατί, λέει, δεν βαδίζεις στον ίσιο δρόμο.

Φοβάμαι, φοβάμαι πολλούς ανθρώπους.

Φέτος φοβήθηκα ακόμα περισσότερο.

 Το ποίημα «Φοβάμαι» γράφτηκε τον Νοέμβρη του 1983

ΡΩΤΑΣ ΒΑΣΙΛΗΣ


Εδώ Πολυτεχνείο

Εδώ Πολυτεχνείο! Εδώ
Πολυτεχνείο! Εδώ καλώ
βοήθεια, πρόφτασε,λαέ,

βοήθεια, πρόφτασε,λαέ,
σκοτώνουν τα παιδιά σου, οϊμέ!

Τα νιάτα που έστησαν εδώ
του Αγώνα τραγικόν χορό
και τραγουδούν τη Λευτεριά,
σου τα σκοτώνουν τα παιδιά.
Της βίας ο δούλος ο μωρός
δουλέμπορος, φονιάς μιαρός,
σκοτώνει, λαέ, τα τέκνα σου,
τ’ αγόρια, τα κορίτσια σου.

Εδώ Πολυτεχνείο! Εδώ
τα νιάτα σέρνουνε χορό.
Της Επιστήμης τα παιδιά
και τραγουδάν τη Λευτεριά.
Εδώ της νιότης ο άξιος νους,
που χτίζει θέατρα, ναούς,
σκεδιάζει ιδέες και μηχανές
και δένει το αύριο με το χτες,
Εδώ Πολυτεχνείο! Εδώ
μέσα στης τέχνης το ιερό
σκοτώνει η βία τα παιδιά
που τραγουδούν τη Λευτεριά.

Εδώ Πολυτεχνείο! Εδώ
γίνεται ανήκουστο κακό!
Της βίας ο δούλος ο μωρός
του Χάρου μαύρος έμπορος,
σφάζει τα τέκνα του λαού.
τη νιότη, την ελπίδα του,
το άνθος του αύριο, τον καρπό
της τέχνης και της γνώσης, ω!

Εδώ Πολυτεχνείου κραυγή
καλούν το Χρέος κι η Τιμή
Λαέ μας, βοήθα τα παιδιά.
Ο αγώνας για τη Λευτεριά.

Από τον τόμο Αντιφασιστικά 67-74 (Γραμμή 1984).

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 11 Νοεμβρίου 2012

“Αγαπητοί φίλοι,
περίμενα πρώτα να τελειώσουν οι επίσημες γιορτές που προβλέπει η “Έβδομάδα
Νόμπελ” και ύστερα να ‘ρθω σ’ επαφή μαζί σας. Το έκανα γιατί ήθελα να νιώθω
ξένιαστος και ξεκούραστος. Ξεκούραστος βέβαια δεν είμαι.
Χρειάστηκε να βάλω τα δυνατά μου για να τα βγάλω πέρα με τις απαιτήσεις της
δημοσιότητας, τις συνεντεύξεις και τις τηλεοράσεις.
Αλλά ένιωθα κάθε στιγμή ότι δεν εκπροσωπούσα το ταπεινό μου άτομο αλλά
ολόκληρη τη χώρα μου. Κι έπρεπε να την βγάλω ασπροπρόσωπη. Δεν ξέρω αν το
κατάφερα. Δεν είμαι καμωμένος για τέτοια. Για τιμές και για δόξες.
Τη ζωή μου την πέρασα κλεισμένος μέσα σε 50 τετραγωνικά (μέτρα),
παλεύοντας με τη γλώσσα. Επειδή αυτό είναι στο βάθος ή ποίηση: μια πάλη
συνεχής με τη γλώσσα.
Τη γλώσσα την ελληνική που είναι η πιο παλιά και η πιο πλούσια γλώσσα του
κόσμου.
 *Ό,τι και να πει ένας ποιητής, μικρό ή μεγάλο, σημαντικό ή ασήμαντο, δεν
φέρνει αποτέλεσμα, θέλω να πω δεν γίνεται ποίηση αν δεν περάσει από την
κρησάρα της γλώσσας, αν δεν φτάσει στην όσο γίνεται πιο τέλεια έκφραση.
Ακόμα και οι πιο μεγάλες ιδέες, οι πιο ευγενικές, οι πιο επαναστατικές,
παραμένουν σκέτα άρθρα εάν δεν καταφέρει ο τεχνίτης να ταιριάσει σωστά τα
λόγια του.
Μόνον τότε μπορεί ένας στίχος να φτάσει στα χείλια των πολλών, να γίνει
κτήμα τους. Μόνον τότε μπορεί να ‘ρθει και ο συνθέτης να βάλει μουσική, να
γίνουν οι στίχοι τραγούδι. Και για ένα τραγούδι ζούμε, στο βάθος, όλοι μας.
Το τραγούδι που λέει τους καϋμούς και τους πόθους του καθενός μας. Τόσο
είναι αλήθεια ότι το μεγαλείο και η ταπεινοσύνη πάνε μαζί, ταιριάζουν.
  *Ταπεινά  εργάστηκα σ΄όλη μου τη ζωή. Και η μόνη ανταμοιβή που γνώρισα
πριν από τη σημερινή, ήταν ν’ ακούσω τους συμπατριώτες μου να με
τραγουδούν.
Να τραγουδούν το ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ που μου χρειάστηκε τεσσάρων χρόνων μοναξιά και
αδιάπτωτη προσπάθεια, για να το τελειώσω. Δεν το λέω για να περηφανευτώ.
Δεν έρχομαι σήμερα για να σας κάνω τον σπουδαίο. Κανείς δεν είναι σπουδαίος
από εμάς. Από εμάς, άλλος κάνει τη δουλειά του σωστά κι άλλος δεν την
κάνει.
Αυτό είναι όλο.
Όμως θέλω να μάθετε, όπως το έμαθα κι εγώ στα 68 μου χρόνια: μόνον αν
κάνεις σωστά τη δουλειά σου, ο κόπος δεν θα πάει χαμένος.
 Ξέρω, μαντεύω, ότι πολλοί από εσάς περίμεναν άλλα πράγματα από εμένα.
Τους ζητώ συγγνώμην που δεν θα τους ικανοποιήσω. Αν είχα το ταλέντο του
ομιλητή, του δάσκαλου, του ηγέτη, θα είχα ίσως αφιερωθεί στην πολιτική.
Τώρα δεν είμαι παρά ένας γραφιάς που πιστεύει σε ορισμένα πράγματα. Κι αυτά
τα πράγματα θέλει να τα γνωρίσει και στους άλλους, να τα βγάλει από μέσα
του, να τα κάνει έργο.
 Εμένα μου έλαχε ν’ αγαπήσω τον τόπο μου όπως τον αγαπάτε κι εσείς. Να τι
είναι που μας ενώνει απόψε όλους εδώ πέρα. Η αγάπη μας για την Ελλάδα.
Βέβαια, υπάρχουν πολλοί τρόποι ν’ αγαπά ένας λαός τη χώρα του. Αλλά για
τον ποιητή, πιστεύω, υπάρχει μόνον ένας: ν’ ανήκει σ’ ολόκληρο το λαό του.
Πάνω από τις διαιρέσεις και τις διχόνοιες, ο ποιητής να στέκει και ν’ αγαπά
όλον τον λαό του, ν’ ανήκει, το ξαναλέω, σ’ όλο τον λαό του. Δεν γίνεται
αλλιώς.
Η πατρίδα είναι μία. Ο καθένας στον τομέα του ας έρθει και ας κάνει κάτι,
όπως αυτός το νομίζει καλύτερα .Όμως ο πνευματικός άνθρωπος βλέπει το σύνολο. Θέλω να πιστεύω πως ίσως κι ο ξενητεμένος, το ίδιο. Για εμάς η Ελλάδα είναι αυτές οι στεριές οι καμένες στον ήλιο κι αυτά τα γαλάζια πέλαγα με τους αφρούς των κυμάτων. Είναι οι μελαχρινές ή καστανόξανθες κοπέλλες, είναι τ’ άσπρα σπιτάκια τ’ ασβεστωμένα
και τα ταβερνάκια και τα τραγούδια τις νύχτες με το φεγγάρι πλάι στην
ακροθαλασσιά ή κάτω από κάποιο πλατάνι.Είναι οι πατεράδες μας κι οι παππούδες μας με το τουφέκι στο χέρι, αυτοί που λευτερώσανε την πατρίδα μας και πιο πίσω, πιο παλιά, όλοι μας οι πρόγονοι που κι αυτοί ένα μονάχα είχανε στο νου τους -όπως κι εμείς σήμερα: τον αγώνα για τη λευτεριά.
  Είπε ένας Γάλλος ποιητής, ο Ρεμπώ, πως η πράξη για τον ποιητή είναι ο
λόγος του. Κι είχε δίκηο. Αυτό έκανε ο Σολωμός, που για να γράψει το
αθάνατο ποίημα του “‘Ελεύθεροι Πολιορκημένοι”, έσωσε και παράδωσε στη
φυλετική μας μνήμη το Μεσολόγγι και τους αγώνες του. Αυτό έκαναν ο Παλαμάς,
ο Σικελιανός, ο Σεφέρης. Στα φτωχά μου μέτρα το ίδιο πάσχισα να κάνω κι
εγώ.
Πάσχισα να κλείσω μέσα στην ψυχή μου, την ψυχή όλου του ελληνικού λαού.
 Να δω πόσο μοιάζανε όλοι οι αγώνες του, από την αρχαία εποχή ίσαμε σήμερα,
για το δίκηo και για τη λευτεριά.
Κι αυτό θα κάνω όσα χρόνια μου δώσει ο Θεός να ζήσω. Αυτή είναι η πράξη
μου. Και το γεγονός ότι έφτασαν να την αναγνωρίσουν οι ξένοι, είναι μια
νίκη.
Όχι δική μου νίκη. Δική σας.
Γι’ αυτό σας ευχαριστώ. Κι αν μου το συγχωρείτε να σας δώσω μια γνώμη –
ακούστε την: όσο καλά κι αν ζείτε σ’ αυτή τη φιλόξενη, την ευγενική χώρα,
όσο κι αν νιώθετε καλά και στεριώνετε, και κάνετε οικογένεια – μην ξεχνάτε
την πατρίδα μας,
και προ παντός, τη γλώσσα μας.
Πρέπει να ‘σαστε περήφανοι, να ‘μαστε όλοι περήφανοι, εμείς και τα παιδιά
μας για τη  γ λ ώ σ σ α   μ ας.
  *Είμαστε οι μόνοι σ’ ολόκληρη την Ευρώπη που έχουμε το προνόμιο να λέμε
τον ουρανό “ουρανό” και τη θάλασσα “θάλασσα” όπως την έλεγαν ο Όμηρος
και ο Πλάτωνας πριν δυόμισι χιλιάδες χρόνια.
Δεν είναι λίγο αυτό.
 Η γλώσσα δεν είναι μόνον ένα μέσον επικοινωνίας.
Κουβαλάει την ψυχή του λαού μας κι όλη του την ιστορία και όλη του την
ευγένεια.
Χαίρομαι κι αυτή τη στιγμή που σας μιλάω σ’ αυτή τη γλώσσα και σας χαιρετώ,
σας αποχαιρετώ μάλλον, αφού η στιγμή έφτασε να φύγω.Όμως ένα κομμάτι της ψυχής μου σας το αφήνω μαζί μ’ ένα μεγάλο ευχαριστώ που με ακούσατε.
Μακάρι να μπορούσε να σας μείνει, να το κρατήσετε, σαν ένα μικρό φυλαχτό
από την πατρίδα»