Ποίηση

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 31 Μαρτίου 2025

Η μάνα μου ανήκε σε εκείνα τα άτομα που περνούν από την άκρη της ζωής,
ταπεινά και αθόρυβα, όμως με έχουν χαράξει κάποια λόγια απίστευτης
ομορφιάς και εμβρίθειας, που σχεδόν στα καλά καθούμενα ξεστόμιζε,
συνήθως μονολογώντας. Ή στα γράμματα που μου έγραφε, γυναίκα. της Δ’ Δημοτικού κατά τα άλλα.
Εκεί που μιλούσε για τον καιρό,
για το ποιος πέθανε, ποιος γεννήθηκε, μπορούσε ξαφνικά, μέσα σε δυο
αράδες, να πει κάτι που με έκανε
να χάνομαι, να ψάχνομαι.
Μια μέρα την άκουσα να μονολογεί κοιτώντας απ’ το παράθυρο:
«Τα χρόνια περνούν, οι ώρες δεν περνούν». Έμεινα άναυδη, θα το ζήλευε νομίζω και ο Χάιντεγκερ, θα το ήθελε για μότο στο Είναι και ο Χρόνος.

Και άλλα τέτοια έλεγε, ουκ ολίγα,
που πιστεύω πως μαρτυρούν
μια σκέψη ιδιαίτερη, πέραν
της όποιας επίκτητης μόρφωσης,
και τα έχω περάσει λίγο-πολύ
στα βιβλία μου, φυσικά και σ’ αυτό
με τα όνειρα. Να προσθέσω ακόμη πως διέθετε μεγάλη φαντασία,
πολύ μεγάλη. Καμιά φορά ξεκινούσε να λέει κάτι ιστορίες που δεν ήξερες αν γίνανε ποτέ ή ήταν του μυαλού της. Υποτίθεται πως γύρευε ένα αυτί
να την ακούει, αλλά και μόνη
με τον εαυτό της τα ‘βγαζε πέρα
μια χαρά. Γι’ αυτό κάτι στιγμές σκέφτομαι πως αν αυτή η γυναίκα ζούσε υπό άλλες συνθήκες, ίσως
να ήταν και μια Βιρτζίνια Γουλφ του καιρού της

Ζυράννα Ζατέλη | Τετράδια ονείρων εκδόσεις Καστανιώτη

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 31 Μαρτίου 2025

Μ’ αυτό το τραγούδι θα καλωσορίσουμε την άνοιξη αντάμα… με τον έρωτα

“Πάντα ο ζωγράφος της αυγής
από το μαύρο αρχίζει
να βάφει τη θολή γραμμή
και να τηνε ροδίζει

Παίρνουν τα σύννεφα φωτιά
σαν ξεραμένα χόρτα
προβαίνει ο ήλιος βιαστικά
στ’ ς ανατολής την πόρτα

Σβήνουνε τ’ άστρα τ’ ουρανού
στης λίμνης τη γυαλάδα
σπαθί η αχτίνα και περνά
της πόρτας τη σχισμάδα

Κόβει στα δυο τον καναπέ
τα κάγκελα το στρώμα
αγγίζει χείλια και μαλλιά
στ’ ονειρεμένο σώμα”

Από τον Μανόλη Μπαρδάνη

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 16 Μαρτίου 2025

τη«Ήταν πολλά τα ταξίδια και πολλά τα σουβενίρ. Κάποιες φορές παραλήπτης τους δεν ήταν κανένας, παρά μόνο εγώ. Άλλες φορές ήσουν εσύ. Και κάποιες φορές, όλοι εμείς. Ήταν πάντα δύσκολο να βρω τα σωστά σουβενίρ. Γι’ αυτό κι εγώ τα τύλιξα στο χαρτί, τα δίπλωσα σε τρεις ενότητες και τα έκανα  τριάντα διαδρομές. Από αυτές που ξεκινάς να πας αλλά πάντα μπορείς να γυρίσεις· διαδρομή ή απλά σελίδα».

Από την ποιητική συλλογή ΣΟΥΒΕΝΙΡ της Μαρίας Μιραχτσή

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 8 Μαρτίου 2025

Το 1994, ο Στ.Καζαντζίδης στον δίσκο του «Και που Θεός» ερμήνευε σε μουσική του Τάκη Σούκα και στίχους του Νίκου Λουκά έναν ύμνο για τη γυναίκα.

Γυναίκα μάνα κι ερωμένη, χίλια κομμάτια μοιρασμένη,

γεμάτη αγάπη και στοργή,

γυναίκα μάνα κι ερωμένη, ακούραστη, βασανισμένη,

σ’ όλο το κόσμο είσ’ εσύ.

Είσαι ανάστασης καμπάνα,

όλου του κόσμου είσαι η μάνα, είσαι η ίδια η ζωή,

κάνεις θυσίες νύχτα μέρα, και η ζωή δε πάει πιο πέρα

αν λείψεις μόνο μια στιγμή.

Γυναίκα μάνα κι ερωμένη, μια θάλασσα γαληνεμένη,

είν’ η δική σου η αγκαλιά,

γυναίκα μάνα κι ερωμένη, ανώνυμη και πονεμένη,

που μένεις πάντα στη σκιά.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 25 Φεβρουαρίου 2025

Δε θέλει Φώτα η αλήθεια
να βαδίσει
δεν θέλει παρακάλια
να φανεί
είναι αυτό που οι δειλοί
φοβούνται

είναι φωνή χωρίς φωνή

κοιτάζει ίσια μες στα μάτια
και δεν μπορείς
να της κρυφτείς
όταν θελήσει να ρωτήσει
το πως το που
και το γιατί

Λουδοβίκος των Ανωγείων

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 15 Φεβρουαρίου 2025

Όταν γεράσεις κι ασπρίσεις και στον ύπνο βυθιστείς
Καθισμένη δίπλα στη φωτιά, μ’ ένα βιβλίο στο χέρι
Να το διαβάζεις αργά, ν’ αφήνεσαι στων ματιών τις θύμησες
Στο βλέμμα τους, στις χαρακιές σκιές τους

Τόσοι πολλοί αγαπήσανε τις ροδαλές στιγμές σου
Την ομορφιά σου αγάπησαν στ’ αλήθεια ή σαν ψέμα
Ένας, όμως, αγάπησε τη συντροφιά ψυχή σου
Τις παλλόμενες πτυχώσεις θλίψης στην όψη τη δική σου

Κι έτσι σκυμμένη στη σιδηρά εστία την πυρωμένη
Να ψιθυρίζεις, δίχως χαρά, πώς πέταξε η Αγάπη
Και δρασκελώντας τα βουνά, ένα έγινε με δαύτα
Το πρόσωπό του κρύβοντας ανάμεσα στα άστρα

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 1 Φεβρουαρίου 2025

Μόνη, ἐντελῶς μόνη,
περπατῶ στὸ δρόμο
καὶ πέφτω πάνω σὲ μεγάλα γεγονότα:
Ὁ ἥλιος σὰν ἐπειγόντως νὰ ἐκλήθη ἀπὸ τὴ Δύση
ἀφήνοντας ἡμιτελὲς τὸ δειλινό…

Σὲ λίγο ἡ νύχτα,
κρατώντας τοὺς ἀμφορεῖς τοῦ μυστηρίου,
τῶν ἰδιοτήτων της ἐπαίρετο,
ὅταν τὸ ρεμβῶδες μάτι της, τὸ φεγγάρι,
ἕνα ἀπρόδεκτο, λαθραῖο σύννεφο, πάτησε
καὶ τὴν τύφλωσε.

Τοῦ ἀτυχήματος τούτου
ἐπωφελήθηκε
κάποιος παράξενος κατάσκοπος
-τὸ μεσονύχτιο ὑποπτεύονται-
τὸ σύμπαν πυροβόλησε
καὶ τὸ ἄφησε ἀκίνητο…

Μετὰ ἀπὸ τέτοια γεγονότα,
τὸ γεγονὸς πὼς εἶμαι πάλι μόνη
παρελείφθη.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 24 Ιανουαρίου 2025

Προς την αγαπημένη του Μήτση (1939)

«Είσουν σαν μια σιγή που την διαπερά ο άνεμος. Το τραύμα σου όμως, το είχα επουλώσει και οι λέξεις που λέγαμε, μας πλησιάσανε τόσο, που και η σιγή και το διάκενο των ημερών πριν γνωρισθούμε, χάθηκαν ολοτελώς.

Στο γήπεδο της συναντήσεώς μας, που έγινε γήπεδο της αγάπης μας, δεν γειτνιάζουν άλλοι. Είσαι καλή και η καλλονή σου υπερβαίνει τα όρια της πολιτείας, και φθάνει ίσαμε τα κράσπεδα της χθεσινής σου μοναξιάς, που την κατέλυσες εσύ. Ναι, στο γήπεδον αυτό, δεν γειτνιάζουν άλλοι, είμαι κοντά σου εγώ και μένω μεσ’ στις ελπίδες σου, όπως μένεις εσύ μέσα στα βλέφαρά μου, όταν κοιμάμαι.

Οι λέξεις των άλλων δεν έχουν σημασία, γιατί χάσαν το ύφος που είχανε πριν γνωρισθούμε, και τα πρόσωπα των άλλων ήρχισαν να μοιάζουν με ξένα πρόσωπα, άγνωστα σε μένα και, ίσως, και σε σένα.
Ωστόσο, τι πειράζει. Το κέλυφος του παρελθόντος έσπασε, και βγήκες εσύ, γιομάτη, οριστική και με βελούδο που άφηνε ημίγυμνο το στήθος σου. […]Αγάπη μου, σε αγαπώ, και θάναι το ταξείδι μας, σαν ανοιξιάτικη πομπή των μύρων.”

Λιάζομαι μες στη συγκίνηση των ημερών του Νοέμβρη, που ξαναφέραμε μαζί. Μαζί το ζούμε και το θέλουμε το πηγαινέλα της φύσης – τις μυρουδιές του κρύου ανέμου, τα παγωμένα νίκελ της πόλης, τον κλειστό χώρο μες στην παγωνιά όταν αχνίζουν τα τζάμια. Ζωή μου, δίπλα σου βλέπω την αναπνοή και ακούω το καρδιοχτύπι όλων των πραγμάτων. Ζωή μου, δίπλα σου είναι η μέρα του ήλιου του μεσονυκτίου. Μακριά σου είναι η νύχτα του βορινού χειμώνα.»

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 12 Ιανουαρίου 2025

Τα Χαϊκού: είναι μικρά ποιήματα που πρωτοεμφανίστηκαν στην Ιαπωνία.

Περιγράφουν μια στιγμή του χρόνου, δημιουργούν μια εικόνα.Οι εποχές , τα χρώματα , η φύση κατέχουν σημαντική θέση.

Η εικόνα που δημιουργεί ένα Χαϊκού αποκαλύπτει πώς νιώθει ο δημιουργός του.

 

* Ο κλέφτης

μου τα άρπαξε όλα, εκτός

από το φεγγάρι στο παράθυρο μου”

 

“Δεν είναι χιόνι
λουλουδιών που στον κήπο
θύελλα μοιάζει

Είμαι εγώ που γερνώ
μέσα σ’ όμορφα ρούχα.”

 

“Μην αργείς άλλο
πήγε αργά η νύχτα
λαγοκοιμάμαι

Ώσπου έδυσε κι αυτό
κοίταγα το φεγγάρι.”

“Όλη τη νύχτα
κι αμέσως πριν χαράξει
μονήρεις σκέψεις

Κι η χαραμάδα ψυχρή
της κάμαρης και μαύρη.”

 

“Ένα μακρινό βουνό
δείχνει στο φως του ήλιου
σαν έρημο χωράφι.”

 

“(πλησιάζοντας στο χωριό μου)
Δεν ξέρω για τους ανθρώπους
αλλά όλα τα σκιάχτρα
είναι στραβά.”

 

“Πάπιες ανεβοκατεβαίνουν στο νερό
ελπίζουν κι απόψε
να σταθούν τυχερές;”

 

“Ήσυχα φορώ
της μιας μέρας
τ’ αχυρένια μου σανδάλια.”

 

“Απαλές συμβουλές –
τα φύλλα που πέφτουν
το ένα μετά το άλλο.”

 

“Δεν υπάρχουν σπίτια
για να ικετεύσεις –
τα σύννεφα καλύπτουν τα βουνά”

 

“Κοιμισμένος σ’ ένα απαλό
βαμβακερό στρώμα
ονειρεύομαι το χωριό μου”

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 12 Ιανουαρίου 2025

 

  • Τα Χαϊκού:
    • Είναι μικρά ποιήματα που πρωτοεμφανίστηκαν στην Ιαπωνία.
    • Περιγράφουν μια στιγμή του χρόνου, δημιουργούν μια εικόνα.
    • Οι εποχές , τα χρώματα , η φύση κατέχουν σημαντική θέση.
    • Η εικόνα που δημιουργεί ένα Χαϊκού αποκαλύπτει πώς νιώθει ο δημιουργός του.

Ο Σεφέρης είναι ένας από τους Έλληνες ποιητές που ασχολήθηκαν με τα Χαϊκού.

 

Α’

Στάξε στη λίμνημόνο μια στάλα κρασίκαι σβήνει ο ήλιος.

Β΄

Στον κάμπο ούτ’ ένατετράφυλλο τριφύλλι·ποιός φταίει απ’ τους τρεις;

Γ΄
Στον Κήπο του Μουσείου

Άδειες καρέκλεςτ’ αγάλματα γυρίσανστ’ άλλο μουσείο.

Δ΄

Να ’ναι η φωνήπεθαμένων φίλων μαςή φωνογράφος;

Ε΄

Τα δάχτυλά τηςστο θαλασσί μαντίλικοίτα: κοράλλια.

ΣΤ΄

Συλλογισμένοτο στήθος της βαρύμες στον καθρέφτη.

Ζ΄

Φόρεσα πάλιτη φυλλωσιά του δέντρουκι εσύ βελάζεις.

Η΄

Νύχτα, ο αγέραςο χωρισμός απλώνεικαι κυματίζει.

Θ΄
Νέα Μοίρα

Γυμνή γυναίκατο ρόδι που έσπασε ήτανγεμάτο αστέρια.

Ι΄

Τώρα σηκώνωμια νεκρή πεταλούδαχωρίς φτιασίδι.

ΙΑ΄

Πού να μαζεύειςτα χίλια κομματάκιατου κάθε ανθρώπου.

ΙΒ΄
Άγονος Γραμμή

Το δοιάκι τί έχει;Η βάρκα γράφει κύκλουςκι ούτε ένας γλάρος

ΙΓ΄
Άρρωστη Ερινύς

Δεν έχει μάτιατα φίδια που κρατούσετης τρων τα χέρια.

ΙΔ΄

Τούτη η κολόναέχει μια τρύπα, βλέπειςτην Περσεφόνη;

ΙΕ΄

Βουλιάζει ο κόσμοςκρατήσου, θα σ’ αφήσειμόνο στον ήλιο.

ΙΣΤ΄

Γράφεις·το μελάνι λιγόστεψεη θάλασσα πληθαίνει.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 30 Νοεμβρίου 2024

Όσο μπορείς, Νεότητα, απόφευγε την πείρα.

Είναι μια γριά ζηλότυπη, ανέραστη.
Μόνον ο χρόνος ο πολύς
την γλυκοκοιτάζει.

Εκ πείρας σας μιλώ.
Μην την εμπιστεύεστε.
Ειλικρινής δεν είναι. Σας φανερώνει μόνο
όσα έχασε και σας τρομοκρατεί.

Όμως, τα μεγάλα κέρδη που της έφεραν
τα ηδονικά της λάθη τ’ αποσιωπά.
Επιμελώς στη μνήμη της τα κρύβει
κι αναπολώντας τα ξανά ζει.

Εκ πείρας σας μιλώ.
Τις προσφορές της πείρας μη δεχτείτε.
Δόλιες είναι αποβλέπουν
στην κερδοφόρα ανταλλαγή:
ξερόχορτα σας δίνει και τον
ολάνθιστο αγρό σας αφαιρεί.

Κι όχι μόνο. Μες στην αναμπουμπούλα
που προκαλεί η κλέφτρα πάντα δοσοληψία

η πείρα κάθε τόσο αποσπά.
Όλο και μια φέτα χορταστική
απ’ την πανσέληνο σας

στην έκλειψη της ρίχνοντας τα βάρη.

Εκ πείρας σας μιλώ.
Σοφή δεν είναι η πείρα
απλώς έχασε τη δύναμη να σφάλλει.

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 30 Νοεμβρίου 2024

Βουβές οι νότες της ζωής,
μ’ ανακινούν τις λέξεις,
μνήμες να μας ξυπνήσουν,
για εποχές παλιές,
τότε, που ήχοι νιας πνοής,
καθέλκυαν τις σκέψεις,
ταξίδια να κινήσουν
γι’ άλλες ακρογιαλιές.
*
Σ’ ακρογιαλιές πλακόστρωτες,
χρόνων εφηβικών μας,
που σμίλεψαν , τα ένστικτα,
τα μάτια κι οι μιλιές
και παραμείναν άτρωτες,
κόντρα , των χωρισμών μας,
να καρτερούν , ανέφικτες
αγάπες κι αγκαλιές.
*
Μοιάζαμε , αρμενίζοντας,
στου Σύμπαντος τα πλάτη,
σαν φώτιζαν οι ίσκιοι μας,
στο φως, απ’ το φεγγάρι,
γίγαντες, που αγγίζοντας,
θα χτίζαμε παλάτι,
να βρούν ζωή οι μίσχοι μας,
στις ρίζες σου, Φανάρι.
*
Πελεκητά πλακόστρωτα,
κομμάτια της ψυχής μας,
θητεύσατε, αιωρούμενα
όνειρα εφηβικά
κι αν, χάσαμε τον έρωτα,
βαθιά στη θύμησή μας,
μείναν νιάτα, πλεούμενα,,
χάρτινα… παιδικά.

Από την Παρασκευή Μπαρδάνη

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 16 Νοεμβρίου 2024

“Όταν γεράσεις κι ασπρίσεις και στον ύπνο βυθιστείς
Καθισμένη δίπλα στη φωτιά, μ’ ένα βιβλίο στο χέρι
Να το διαβάζεις αργά, ν’ αφήνεσαι στων ματιών τις θύμησες
Στο βλέμμα τους, στις χαρακιές σκιές τους

Τόσοι πολλοί αγαπήσανε τις ροδαλές στιγμές σου
Την ομορφιά σου αγάπησαν στ’ αλήθεια ή σαν ψέμα
Ένας, όμως, αγάπησε τη συντροφιά ψυχή σου
Τις παλλόμενες πτυχώσεις θλίψης στην όψη τη δική σου

Κι έτσι σκυμμένη στη σιδηρά εστία την πυρωμένη
Να ψιθυρίζεις, δίχως χαρά, πώς πέταξε η Αγάπη
Και δρασκελώντας τα βουνά, ένα έγινε με δαύτα
Το πρόσωπό του κρύβοντας ανάμεσα στα άστρα

William  Yeats – When You Are Old

WHEN you are old and gray and full of sleep,
And nodding by the fire, take down this book,
And slowly read, and dream of the soft look
Your eyes had once, and of their shadows deep;

How many loved your moments of glad grace,
And loved your beauty with love false or true,
But one man loved the pilgrim soul in you,
And loved the sorrows of your changing face;

And bending down beside the glowing bars,
Murmur, a little sadly, how Love fled
And paced upon the mountains overhead
And hid his face among a crowd of stars.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 7 Νοεμβρίου 2024

ΜΠΟΛΙΒΑΡ απόσπασμα

Για τους μεγάλους, για τους ελεύθερους,
για τους γενναίους, τους δυνατούς
Αρμόζουν τα λόγια τα μεγάλα, τα ελεύθερα,
τα γενναία, τα δυνατά
Γι’ αυτούς η απόλυτη υποταγή κάθε στοιχείου, η σιγή,
γι’ αυτούς τα δάκρυα, γι’ αυτούς οι φάροι,
κι οι κλάδοι ελιάς, και τα φανάρια
Όπου χοροπηδούνε με το λίκνισμα των καραβιών και
γράφουνε στους σκοτεινούς ορίζοντες των λιμανιών,
[…]
Για ν’ αρματώσουνε καράβι, ν’ ανοιχτούν, να φύγουνε,
Όμοιοι με τραμ που ξεκινάει, άδειο κι ολόφωτο μέσ’ στη
νυχτερινή γαλήνη των μπαχτσέδων,
Μ’ ένα σκοπό του ταξειδιού: π ρ ο ς τ’ ά σ τ ρ α.

Το καράβι του δάσους

Ξέρω ότι
αν είχα
μια φορεσιά
ένα φράκο
χρώματος πράσινο ανοιχτό
με μεγάλα κόκκινα σκοτεινά λουλούδια
Αν στη θέση της
αόρατης
αιολικής άρπας που μου χρησιμεύει
για κεφάλι
είχα μια τετράγωνη πλάκα
πράσινο σαπούνι

Έτσι που ν’ ακουμπά
απαλά
η μια της άκρη
ανάμεσα στους δυο μου ώμους

Αν ήτανε δυνατό
ν’ αντικαταστήσω
τα ιερά σάβανα
της φωνής μου
με την αγάπη
που έχει
μια μεταφυσική μουσική κόρη
για τις μαύρες ομπρέλες της βροχής

Ίσως τότες
μόνο τότες
θα μπορούσα να πω
τα φευγαλέα οράματα
της χαράς
που είδα κάποτες
σαν ήμουνα παιδί
κοιτάζοντας ευλαβικά
μέσα στα στρογγυλά
μάτια
των πουλιών

Το λίκνον ο λύχνος

Πάντοτε αγαπούσα
-με πάθος-
κάθε εκδήλωση της ζωής
όμως δεν μ’ ένοιαζε
ο θάνατος

Τώρα που μ’ άφησες να ξαποσταίνω
πλάι στο λαμπρό φως
των ωραίων ματιών σου
τώρα αγαπώ ακόμη περισσότερο τη ζωή
και δε θα `θελα
να πεθάνω πια
ποτέ

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 2 Νοεμβρίου 2024

 

Δεν έχεις τι να χάσεις

Καλὰ τὰ βγάζει πέρα ἡ μοναξιὰ
φτωχικὰ ἀλλὰ τίμια.
Ἀλλοῦ κοιμᾶται αὐτὴ
κι ἀλλοῦ τὸ ἐγκρατὲς σκεπτικὸ ἐάν.

Μόνο καμιὰ φορὰ
σὲ πειραματισμοὺς τὴν παρασύρει
ἡ περιέργεια
– ὄφις προγενέστερος
καὶ πιὸ φανατικὸς
ἀπ᾿ τὸν νερόβραστον ἐκεῖνον τῆς μηλέας.

Δοκίμασε τῆς λέει, μὴ φοβᾶσαι
δὲν ἔχεις τί νὰ χάσεις

Προφυλάξεις

Όταν βρέχει δεν παίρνω ομπρέλα.
To θεωρώ δειλία να προφυλάσσομαι από το ξεκάθαρο.
Όταν δε βρέχει, όσο και αν ευτυχεί ο ουρανός όσο κι αν τον πιστεύω
ανοίγω την ομπρέλα μου δεν είναι ξεκάθαρη καιρική συνθήκη η ευτυχία.

Διάλογος ανάμεσα σε μένα και σε μένα

Σοῦ εἶπα:
– Λύγισα.
Καὶ εἶπες:
– Μὴ θλίβεσαι.
Ἀπογοητεύσου ἥσυχα.
Ἤρεμα δέξου νὰ κοιτᾷς
σταματημένο τὸ ρολόι.
Λογικὰ ἀπελπίσου
πῶς δὲν εἶναι ξεκούρδιστο,
ὅτι ἔτσι δουλεύει ὁ δικός σου χρόνος.
Κι ἂν αἴφνης τύχει
νὰ σαλέψει κάποιος λεπτοδείκτης,
μὴ ριψοκινδυνέψεις νὰ χαρεῖς.
Ἡ κίνηση αὐτὴ δὲν θά ῾ναι χρόνος.
Θά ῾ναι κάποιων ἐλπίδων ψευδορκίες.
Κατέβα σοβαρή,
νηφάλια αὐτοεκθρονίσου
ἀπὸ τὰ χίλια σου παράθυρα..
Γιὰ ἕνα μήπως τ᾿ ἄνοιξες.
Κι αὐτοξεχάσου εὔχαρις.
Ὅ,τι εἶχες νὰ πεῖς,
γιὰ τὰ φθινόπωρα, τὰ κύκνεια,
τὶς μνῆμες, ὑδροροὲς τῶν ἐρώτων,
τὴν ἀλληλοκτονία τῶν ὠρῶν,
τῶν ἀγαλμάτων τὴν φερεγγυότητα,
ὅ,τι εἶχες νὰ πεῖς
γι᾿ ἀνθώπους ποὺ σιγὰ-σιγὰ λυγίζουν,
τὸ εἶπες.
καὶ τὴν πείθει
νὰ κουλουριάζεται πνιχτὰ
νὰ τρίβεται σὰ γάτα ἀνεπαίσθητη
πάνω στὸν διαθέσιμο ἀέρα
ποῦ ἀφήνεις προσπερνώντας.

Ἀπόλαυση πολὺ μοναχικότερη
ἀπὸ τὴ στέρησή της.

Γεγονότα

Μόνη, ἐντελῶς μόνη,
περπατῶ στὸ δρόμο
καὶ πέφτω πάνω σὲ μεγάλα γεγονότα:
Ὁ ἥλιος σὰν ἐπειγόντως νὰ ἐκλήθη ἀπὸ τὴ Δύση
ἀφήνοντας ἡμιτελὲς τὸ δειλινό…

Σὲ λίγο ἡ νύχτα,
κρατώντας τοὺς ἀμφορεῖς τοῦ μυστηρίου,
τῶν ἰδιοτήτων της ἐπαίρετο,
ὅταν τὸ ρεμβῶδες μάτι της, τὸ φεγγάρι,
ἕνα ἀπρόδεκτο, λαθραῖο σύννεφο, πάτησε
καὶ τὴν τύφλωσε.

Τοῦ ἀτυχήματος τούτου
ἐπωφελήθηκε
κάποιος παράξενος κατάσκοπος
-τὸ μεσονύχτιο ὑποπτεύονται-
τὸ σύμπαν πυροβόλησε
καὶ τὸ ἄφησε ἀκίνητο…

Μετὰ ἀπὸ τέτοια γεγονότα,
τὸ γεγονὸς πὼς εἶμαι πάλι μόνη
παρελείφθη.

Γράμμα

Ὁ ταχυδρόμος,
σέρνοντας στὰ βήματά του τὴν ἐλπίδα μου
μοῦ ῾φερε καὶ σήμερα ἕνα φάκελο
μὲ τὴ σιωπή σου.
Τὸ ὄνομά μου γραμμένο ἀπ᾿ ἔξω μὲ λήθη.
Ἡ διεύθυνσή μου ἕνας ἀνύπαρκτος δρόμος.
Ὅμως ὁ ταχυδρόμος
τὸν βρῆκε ἀποσυρμένο στὴ μορφή μου,
κοιτώντας τὰ παράθυρα ποὺ ἔσκυβαν μαζί μου,
διαβάζοντας τὰ χέρια μου
ποὺ ἔπλαθαν κιόλας μιὰ ἀπάντηση.
Θὰ τὸν ἀνοίξω μὲ τὴν καρτερία μου
καὶ θὰ ξεσηκώσω μὲ τὴ μελαγχολία μου
τ᾿ ἄγραφά σου.
Κι αὔριο θὰ σοῦ ἀπαντήσω
στέλνοντάς σου μιὰ φωτογραφία μου.
Στὸ πέτο θὰ ἔχω σπασμένα τριφύλλια,
στὸ στῆθος σκαμμένο
τὸ μενταγιὸν τῆς συντριβῆς.
Καὶ στ᾿ αὐτιά μου θὰ κρεμάσω-συλλογίσου-
τὴ σιωπή.