Ποίηση

Κυριακή Ψαρρού στις 3 Φεβρουαρίου 2013

Το ξέρω καλά: τον καλότυχο μονάχα
αγαπάνε.Τη δική του φωνή
ακούν ευχάριστα.Το δικό του πρόσωπο είναι ωραίο.
Το σακατεμένο δέντρο στην αυλή
δείχνει τη χέρσα γη, κι όμως
οι περαστικοί σακάτη το φωνάζουν.
Και με το δίκιο τους.
Τα πράσινα πλεούμενα και τα χαρούμενα πανιά του καναλιού
δεν τα βλέπω. Απ’ όλα
ξεχωρίζω μονάχα των ψαράδων το σκισμένο δίχτυ.
Γιατί μιλάω μόνο
για τη σαραντάρα νοικοκυρά που έχει καμπουριάσει;
Τα στήθια των κοριτσιών
είναι ζεστά όπως πάντα.
Μια ρίμα στο τραγούδι μου
σχεδόν αυθάδεια θα τη θεωρούσα.
Μέσα μου μάχονται
ο ενθουσιασμός για τη μηλιά που ανθίζει
και ο τρόμος από τα λόγια του μπογιατζή,
μα είναι το δεύτερο μονάχα
που στο γραφείο με καθίζει.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 3 Φεβρουαρίου 2013

Με την τοκογλυφία,
δεν φτιάχνουν σπίτια οι άνθρωποι γερά:
η κάθε πέτρα λαξεμένη και βαλμένη στη θέση της σωστά
να στρώσει απάνω ο σοβάς, να δέσει
ο σκελετός, να κάτσουν τα στολίδια.

Με την τοκογλυφία
δεν ζωγραφίζουν οι άνθρωποι
παράδεισους στις εκκλησίες
μετά βαΐων και κλάδων,
την παναγιά να δέχεται τον άγγελο εξ ουρανών
κι απάνω εκεί στο πρόχειρο μολύβωμα να λάμπει
το φωτοστέφανό της.

Με την τοκογλυφία
δεν αξιώνονται οι άνθρωποι Γκονζάγα,
κληρονόμους, παλλακίδες,
δεν φτιάχνονται οι εικόνες για ν’ αντέξουν
στον χρόνο και να μας αντέξουν
φτιάχνονται για να πουληθούν αμέσως
και πουλιούνται

Με την τοκογλυφία,
κρίμα μεγάλο κι άδικο ενάντια την φύση,
κάτι μπαγιάτικα αποφάγια το ψωμί σου
χάρτινο το ψωμί σου,
χωρίς το στάρι των βουνών και το σκληρό αλεύρι.

Με την τοκογλυφία χοντραίνει η μολυβιά.

Με την τοκογλυφία ξεχαλινώνονται οι γραμμές
κι οι άνθρωποι δεν βρίσκουν τόπο να φωλιάσουν.
Η πέτρα τρώει το λιθοξόο
κι ο αργαλειός τον υφαντή.

ΜΕ ΤΗΝ ΤΟΚΟΓΛΥΦΙΑ
δεν φτάνει το μαλλί στην αγορά
και δεν αφήνει κέρδος το κοπάδι με την τοκογλυφία.
Μάστιγα, μάστιγα μεγάλη αυτή η τοκογλυφία
στομώνει τη βελόνα στο χέρι της κυράς
και σταματά το ακούραστο αδράχτι.
Δεν γίνεται Πιέδρο Λομπάρδο
ούτε κρασί με την τοκογλυφία.
Ντούτσιο δεν γίνεται ούτε Πιερ ντελά Φρανσέσκα
και Χουάν Μπελίν και Λα Καλούνια
ζωγραφιστή με την τοκογλυφία.
Αντζέλικο δεν γίνεται, δεν γίνεται Αμπρότζιο Πρέντις,
ούτε εκκλησία πέτρινη,
κι απάνω από την πύλη σμιλεμένο: Αγαπάτε Αλλήλους.

Άγιο Τρόφιμο… όχι, ασφαλώς, με την τοκογλυφία.

Και Άγιο Ιλαρίωνα… όχι, βεβαίως, με την τοκογλυφία.

Σκουριάζει η σμίλη με την τοκογλυφία.
Σκουριάζει η τέχνη κι ο τεχνίτης,
τρώει το νήμα ο αργαλειός,
κανείς δεν ξέρει πια να κάνει τα χρυσοκεντητά ,
έχει λεκέδες το γαλάζιο, σκορπίζεται το κρεμεζί,
Μέμλινκ δεν βρίσκει πια το σμαραγδί.

Έσφαξε η τοκογλυφία μες τη μήτρα το παιδί,
στόμωσε του νέου την ορμή,
την άνοια, την παράλυση έφερε στο κρεβάτι,
πήγε και ξάπλωσε ανάμεσα στη νύφη
και τον γαμπρό της

ΠΑΡΑΦΥΣΗ

Έφεραν πόρνες στην Ελευσίνα,
σερβίρουν πτώματα…

έτσι προστάζει η τοκογλυφία.

Mετάφραση Γιώργος Μπλάνας  Aπό το symvanta

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 3 Φεβρουαρίου 2013

Αποσπάσματα

Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου. Τι φεγγάρι απόψε!
Είναι καλό το φεγγάρι, – δε θα φαίνεται
που άσπρισαν τα μαλλιά μου. Το φεγγάρι
θα κάνει πάλι χρυσά τα μαλλιά μου. Δε θα καταλάβεις.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Όταν έχει φεγγάρι, μεγαλώνουν οι σκιές μες στο σπίτι,
αόρατα χέρια τραβούν τις κουρτίνες,
ένα δάχτυλο αχνό γράφει στη σκόνη του πιάνου
λησμονημένα λόγια – δε θέλω να τ’ ακούσω. Σώπα.

Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου
λίγο πιο κάτου, ως τη μάντρα του τουβλάδικου,
ως εκεί που στρίβει ο δρόμος και φαίνεται
η πολιτεία τσιμεντένια κι αέρινη, ασβεστωμένη με φεγγαρόφωτο,
τόσο αδιάφορη κι αϋλη,
τόσο θετική σαν μεταφυσική
που μπορείς επιτέλους να πιστέψεις πως υπάρχεις και δεν υπάρχεις
πως ποτέ δεν υπήρξες, δεν υπήρξε ο χρόνος κ’ η φθορά του.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Θα καθίσουμε λίγο στο πεζούλι, πάνω στο ύψωμα,
κι όπως θα μας φυσάει ο ανοιξιάτικος αέρας
μπορεί να φαντάζουμε κιόλας πως θα πετάξουμε,
γιατί, πολλές φορές, και τώρα ακόμη, ακούω το θόρυβο του φουστανιού μου,
σαν το θόρυβο δυο δυνατών φτερών που ανοιγοκλείνουν,
κι όταν κλείνεσαι μέσα σ’ αυτόν τον ήχο του πετάγματος
νιώθεις κρουστό το λαιμό σου, τα πλευρά σου, τη σάρκα σου,
κι έτσι σφιγμένος μες στους μυώνες του γαλάζιου αγέρα,
μέσα στα ρωμαλέα νεύρα του ύψους,
δεν έχει σημασία αν φεύγεις ή αν γυρίζεις
ούτε έχει σημασία που άσπρισαν τα μαλλιά μου,
(δεν είναι τούτο η λύπη μου – η λύπη μου είναι που δεν ασπρίζει κ’ η καρδιά μου).
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Το ξέρω πως καθένας μοναχός πορεύεται στον έρωτα,
μοναχός στη δόξα και στο θάνατο.
Το ξέρω. Το δοκίμασα. Δεν ωφελεί.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Κάποτε υπήρξε νέα κι αυτή, – όχι η φωτογραφία που κοιτάς με τόση δυσπιστία –
λέω για την πολυθρόνα, πολύ αναπαυτική,μπορούσες ώρες ολόκληρες να κάθεσαι
και με κλεισμένα μάτια να ονειρεύεσαι ό,τι τύχει
_ μιαν αμμουδιά στρωτή, νοτισμένη, στιλβωμένη από φεγγάρι,
πιο στιλβωμένη απ’ τα παλιά λουστρίνια μου που κάθε μήνα τα
δίνω στο στιλβωτήριο της γωνιάς,
ή ένα πανί ψαρόβαρκας που χάνεται στο βάθος λικνισμένο απ’ την ίδια του ανάσα,
τριγωνικό πανί σα μαντίλι διπλωμένο λοξά μόνο στα δυο
σα να μην είχε τίποτα να κλείσει ή να κρατήσει
ή ν’ ανεμίσει διάπλατο σε αποχαιρετισμό. Πάντα μου είχα μανία με τα μαντήλια,
όχι για να κρατήσω τίποτα δεμένο,
τίποτα σπόρους λουλουδιών ή χαμομήλι μαζεμένο στους αγρούς με το λιόγερμα
ή να το δέσω τέσσερις κόμπους σαν το σκουφί που φοράνε οι εργάρες στο αντικρινό γιαπί
ή να σκουπίσω τα μάτια μου, – διατήρησα καλή την όρασή μου
ποτέ μου δεν φόρεσα γυαλιά. Μια απλή ιδιοτροπία τα μαντίλια.

Τώρα τα διπλώνω στα τέσσερα, στα οχτώ, στα δεκάξι
ν’ απασχολώ τα δάχτυλα μου. Και τώρα θυμήθηκα
πως έτσι μετρούσα τη μουσική σαν πήγαινα στο Ωδείο
με μπλε ποδιά κι άσπρο γιακά, με δυο ξανθές πλεξούδες -8, 16, 32, 64-
κρατημένη απ’ το χέρι μιας μικρής φίλης μου ροδακινιάς όλο φως και ροζ λουλούδια,
(συγχώρεσέ μου αυτά τα λόγια – κακή συνήθεια) – 32, 64 – και οι δικοί μου στήριζαν
μεγάλες ελπίδες στο μουσικό μου τάλαντο. Λοιπόν σου ‘λεγα για τη πολυθρόνα-
ξεκοιλιασμένη – φαίνονται οι σκουριασμένες σούστες, τα άχερα –
έλεγα να την πάω δίπλα στο επιπλοποιείο,
μα που καιρός και λεφτά και διάθεση – τι να πρωτοδιορθώσεις; –
έλεγα να ρίξω ένα σεντόνι πάνω της, – φοβήθηκα
τ’ άσπρο σεντόνι σε τέτοιο φεγγαρόφωτο. Εδώ κάθισαν
άνθρωποι που ονειρεύθηκαν μεγάλα όνειρα, όπως κι εσύ κι όπως κι εγώ άλλωστε,
και τώρα ξεκουράζονται κάτω απ’ το χώμα δίχως να ενοχλούνται απ’ τη βροχή ή το φεγγάρι.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Θα σταθούμε λιγάκι στην κορφή της μαρμάρινης σκάλας τ’ Αι Νικόλα,
ύστερα εσύ θα κατηφορίσεις κι εγώ θα γυρίσω πίσω
έχοντας στ’ αριστερό πλευρό μου τη ζέστα απ’ το τυχαίο άγγιγμα του σακακιού σου
κι ακόμη μερικά τετράγωνα φώτα από μικρά συνοικιακά παράθυρα
κι αυτή την πάλλευκη άχνα απ’ το φεγγάρι που ‘ναι σα μια μεγάλη συνοδεία ασημένιων κύκνων–
και δε φοβάμαι αυτή την έκφραση, γιατί εγώ
πολλές ανοιξιάτικες νύχτες συνομίλησα άλλοτε με το Θεό που μου εμφανίστηκε
ντυμένος την αχλύ και τη δόξα ενός τέτοιου σεληνόφωτος,
και πολλούς νέους, πιο ωραίους κι από σένα ακόμη, του εθυσίασα,
έτσι λευκή κι απρόσιτη ν’ ατμίζομαι μες στη λευκή μου φλόγα, στη λευκότητα του σελην’οφωτος,
πυρπολημένη απ’ τα’ αδηφάγα μάτια των αντρών κι απ’ την δυσταχτικήν έκσταση των εφήβων,

πολιορκημένη από εξαίσια, ηλιοκαμένα σώματα,
άλκιμα μέλη γυμνασμένα στο κολύμπι, στο κουπί, στο στίβο,
στο ποδόσφαιρο (που έκανα πως δεν τα ‘βλεπα)
μέτωπα, χείλη και λαιμοί, γόνατα, δάχτυλα και μάτια,
στέρνα και μπράτσα και μηροί (κι αλήθεια δεν τα ‘βλεπα)
_ξέρεις, καμιά φορά, θαυμάζοντας, ξεχνάς ό,τι θαυμάζεις, σου φθάνει ο θαυμασμός σου
θέ μου, τι μάτια πάναστρα, κι ανυψωνόμουν σε μιαν αποθέωση αρνημένων άστρων
γιατί, έτσι πολιορκημένη απ’ έξω κι από μέσα,
άλλος δε μου ‘μενε παρά μονάχα προς τα πάνω ή προς τα κάτω. – Όχι δεν φτάνει
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Μαρία Ανδρεάδου στις 2 Φεβρουαρίου 2013
Δευτέρα
Σήμερα βγήκα να τραγουδήσω τη θάλασσα. Ήταν μεγάλη μέρα για μένα.
Τρίτη
Άνοιξα το παράθυρο να χαιρετίσω δυο άσπρα σύννεφα. Κάποιος με είδε και χαμογέλασε.
Τετάρτη
Σήμερα θα συλλογιστώ τα παιδιά μου. Σταλαγματιές χρυσής βροχής μέσα στην απεραντοσύνη του χρόνου.
Πέμπτη
Θα συμφιλιώσω τον Τοξότη με τον Κριό.
Παρασκευή
Άκουσα την καμπάνα του δειλινού. Θυμάμαι το νησί της μητέρας μου. Πεύκα και κυπαρίσσια και μάρμαρα.
Σάββατο
Λίγο νερό, λίγο κρασί, λίγο ζαχαροκάλαμο – κι ανοίγει αμέσως η ψυχή το σκοτεινό της θάλαμο.
Κυριακή
Αύριο αρχίζει μια καινούρια βδομάδα. Καλή αντάμωση, φίλοι μου.

απόσπασμα από ημερολόγιο του Νίκου Γκάτσου

http://animusanimus.blogspot.gr/2009_05_01_archive.html

Μαρία Ανδρεάδου στις 22 Ιανουαρίου 2013

Μ. Γκανάς, Προσωπικό

Επειδή η ζωή μας μοιάζει να φυραίνει
μέρα τη μέρα, δε θα πει πως η ζωή
δεν αξίζει τον κόπο.

Επειδή σ’ αγάπησα και σ’ αγαπώ ακόμη
κι ας μην είναι όπως παλιά,
δε θα πει πως πέθανε η αγάπη,
κουράστηκε ίσως, σαν καθετί που ανασαίνει.

Επειδή περνάς δύσκολες μέρες
σκυμμένη σε χαρτιά και γκρεμούς
που δεν κλείνουν, κι εγώ πηδάω
τις νύχτες επί κοντώ λαχανιάζοντας,
δε θα πει πως δεν έχουμε
μοίρα στον ήλιο, έχουμε
τη δική μας μοίρα.

Επειδή πότε είσαι άνθρωπος
και πότε πουλί, φέρνεις στο σπίτι μας
ψωμάκια μικρά της αποδημίας
κι ελπίζουνε τα παιδιά μας
σε καλύτερες μέρες.

Επειδή λες όχι και ναι κι ύστερα όχι
και δεν παραιτείσαι, ντρέπομαι
για τα ίσως, τα μπορεί τα δικά μου,
μα δεν αλλάζω, όπως δεν αλλάζεις κι εσύ,
αν αλλάζαμε θα ‘μαστε πάλι
δυο άγνωστοι και θ’ αρχίζαμε
απ’ το άλφα.

Τώρα ξέρουμε πού πονάς
πού σωπαίνω πότε γίνεται παύση,
διακοπή αίματος και κρυώνουν
τα σώματα, ώσπου μυστικό δυναμό
να φορτίσει πάλι τα μέλη
με δύναμη κι έλξη και δέρμα ζεστό.

Επειδή είναι δύσκολο ν’ αγαπάς
και δυσκολότερο ν’ αγαπάς τον ίδιο άνθρωπο
για καιρό, κάνοντας σχέδια και παιδιά
και καβγάδες, εκδρομές, έρωτα, χρέη
κι αρρώστιες, Χριστούγεννα, Κυριακές
και Δευτέρες, νόστιμα φαγητά
και καμένα, θέλοντας ο καθένας
να ‘ναι ο άλλος γεφύρι και δέντρο
και πηγή, κατά τις περιστάσεις
ή και όλα μαζί στην ανάγκη,
δε θα πει πως εγώ δε μπορώ
να γίνω κάτι απ’ όλα αυτά ή και όλα μαζί,
κι αν είναι να περάσω
μια ζωή στη σκλαβιά –έτσι κι αλλιώς–
ας είμαι, λέω, σκλάβος της αγάπης.

 

Μαρία Ανδρεάδου στις 22 Ιανουαρίου 2013

Έτσι που σε φαντάστηκα
και διαπέρασες τον κόσμο μου
κομήτης
χαραγμένος με ερωτόλογα.
Έτσι που σε άγγιξα
κι άνθισες
στο χάσιμο ενός χαδιού
από κυκλάμινα.
Έτσι θα σ’ αγαπώ
βιολί ξεστρατισμένο από ορχήστρα συμφωνική
όνειρο κοιμισμένου βιβλικού θεού
άμαξα που χρέωσε τα άλογα
με ελευθερία.

Ανέστης Μελιδώνης, Κυματισμοί

 

Μαρία Ανδρεάδου στις 22 Ιανουαρίου 2013

Κάποιος είπε στο σύμπαν:
«Σύμπαν, υπάρχω!»
«Όμως», απάντησε το σύμπαν,
«Αυτό δεν μου δημιουργεί
Κανένα αίσθημα  υποχρέωσης».

S  t  e  p  h  e  n   C  r  a  n  e

 

Μαρία Ανδρεάδου στις 22 Ιανουαρίου 2013

Θα’ρθεί καιρός που θ’ αλλάξουν τα πράματα.
Να το θυμάσαι Μαρία
Θυμάσαι Μαρία στα διαλείμματα εκείνο το παιχνίδι
που τρέχαμε κρατώντας τη σκυτάλη
– μη βλέπεις εμένα – μην κλαις. Εσύ είσ’ η ελπίδα
άκου θά’ρθει καιρός
που τα παιδιά θα διαλέγουνε γονιούς
δε θα βγαίνουν στην τύχη
Δε θα υπάρχουν πόρτες κλειστές
με γερμένους απέξω
Και τη δουλειά
θα τη διαλέγουμε
δε θά `μαστε άλογα να μας κοιτάνε στα δόντια.
Οι άνθρωποι – σκέψου! – θα μιλάνε με χρώματα
κι άλλοι με νότες
Να φυλάξεις μοναχά
σε μια μεγάλη φιάλη με νερό
λέξεις κι έννοιες σαν κι αυτές
απροσάρμοστοι καταπίεση μοναξιά τιμή κέρδος εξευτελισμός
για το μάθημα της ιστορίας.
Είναι Μαρία – δε θέλω να λέω ψέματα –
δύσκολοι καιροί.
Και θάρθουνε κι άλλοι.
Δεν ξέρω – μην περιμένεις κι από μένα πολλά –
τόσα έζησα τόσα έμαθα τόσα λέω
κι απ’ όσα διάβασα ένα κρατάω καλά:
«Σημασία έχει να παραμένεις άνθρωπος».
Θα την αλλάξουμε τη ζωή!
Παρ’ όλα αυτά Μαρία.

Κατερίνα Γώγου

Μαρία Ανδρεάδου στις 22 Ιανουαρίου 2013

Να ‘ναι σα να μας σπρώχνει ένας αέρας μαζί
προς έναν δρόμο φιδωτό που σβεί στα χάη,
και σένα του καπέλου σου πλατειά και φανταιζί
κάποια κορδέλα του, τρελά να χαιρετάει.

Και ναν’ σαν κάτι να μου λες, κάτι ωραίο κοντά
γι’ άστρα, τη ζώνη που πηδάν των νύχτιων φόντων,
κι αυτός ο άνεμος τρελά-τρελά να μας σκουντά
όλο προς τη γραμμή των οριζόντων.

Κι όλο να λες, να λες, στα βάθη της νυκτός
για ένα – με γυάλινα πανιά – πλοίο που πάει,
όλο βαθιά, όλο βαθιά, όσο που πέφτει εκτός
έξω απ’ τον κύκλο των νερών – στα χάη.

Κι όλο να πνέει, να μας ωθεί αυτός ο άνεμος μαζί
περ’ από τόπους και καιρούς, έως ότου – φως μου –
(καθώς τρελά θα χαιρετάει κείν’ η κορδέλα η φανταιζί)
βγούμε απ’ την τρικυμία αυτού του κόσμου.

Γιάννης Σκαρίμπας. ”Φαντασία”. 1936/

Κυριακή Ψαρρού στις 14 Ιανουαρίου 2013

Πῆγαν τὰ ποτάμια
παραπονεμένα
κι εἶπαν τῆς θαλάσσης:
Φέρνομε σ᾿ ἐσένα
ὅλα μας τὰ πλούτη,
ὅλη τη χαρά μας,
ὅλη τη ζωή μας,
ὅλα τὰ νερά μας.
Καὶ γιὰ πληρωμή μας
σὺ τί μᾶς χαρίζεις;
Παίρνεις τὰ νερά μας
καὶ μᾶς τ᾿ ἁρμυρίζεις!

Καὶ τοὺς εἶπ᾿ ἐκείνη:
Πῶς μπορῶ ν᾿ ἀλλάξω;
Τὰ γλυκὰ νερά σας
πῶς νὰ τὰ φυλάξω;
Εἶμ᾿ ἀπὸ τὴ φύση
ἁρμυρὴ πλασμένη
Κι ἁρμυρὸ κοντά μου
κάθε τί θὰ γένει.
Τὰ παράπονά σας
πάνε στὰ χαμένα.
Θέτε τὸ καλὸ σάς;
φεύγετ᾿ ἀπὸ μένα.

Κυριακή Ψαρρού στις 14 Ιανουαρίου 2013

Τι λοιπόν; Της ζωής μας το σύνορο
θα το δείχνει ένα ορθό κυπαρίσσι;
Κι απ’ ό,τι είδαμε, ακούσαμε, αγγίξαμε
τάφου γη θα μας έχει χωρίσει;

Ό,τι αγγίζουμε, ακούμε και βλέπουμε,
τούτο μόνο Ζωή μας το λέμε;
Κι αυτό τρέμουμε μήπως το χάσουμε
και χαμένο στους τάφους το κλαίμε;

Σ’ ό,τι αγγίζουμε, ακούμε και βλέπουμε
της ζωής μας ο κόσμος τελειώνει;
Τίποτε άλλο; Στερνό μας απόρριμα
το κορμί που σκορπιέται και λιώνει;

Κάτι ανέγγιχτο, ανάκουστο, αθώρητο
μήπως κάτω απ’ τους τάφους ανθίζει
κι ό,τι μέσα μας κρύβεται αγνώριστο
μήπως πέρ’ απ’ το θάνατο αρχίζει;

Μήπως ό,τι θαρρούμε βασίλεμα
γλυκοχάραμ’ αυγής είναι πέρα
κι αντί να ‘ρθει μια νύχτ’ αξημέρωτη
ξημερώνει μι’ αβράδιαστη μέρα;

Μήπως είν’ η αλήθεια στο θάνατο
κι η ζωή μήπως κρύβει την πλάνη;
¨Ο,τι λέμε πως ζει μήπως πέθανε
κι είν’ αθάνατο ό,τι έχει πεθάνει;

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 13 Ιανουαρίου 2013

Ίσως, να μείνουμε εδώ,
μα ίσως και να το σκάσουμε.
Ίσως να βρούμε νερό,
μα ίσως και να διψάσουμε.

Ίσως και να χαθούμε,
μα ίσως να ξανά σμίξουμε.
Ίσως και να σωθούμε,
μα ίσως να ναυαγήσουμε.

Ίσως μια μέρα
να πάμε πιο πέρα,
πιο πέρα απ’ την νύχτα,
μέχρι την αυγή.

Ίσως μια μέρα
να πάμε πιο πέρα
πιο πέρα απ’το τέλος,
μέχρι την αρχή

Ίσως να αναστηθούμε,
μα ίσως να μην αντέξουμε.
Ίσως να μην μπορούμε,
μα ίσως και να μη θέλουμε

Ίσως ποιος φταίει να βρούμε,
μα ίσως και να μην ψάξουμε.
Ίσως να φοβηθούμε,
ναι ίσως πως πρέπει να αλλάξουμε.

Ίσως μια μέρα
να πάμε πιο πέρα
πιο πέρα απ’ την νύχτα,
μέχρι την αυγή.

Ίσως μια μέρα
να πάμε πιο πέρα
πιο πέρα απ’το τέλος,
μέχρι την αρχή

Νίκος Πορτοκάλογλου

Κυριακή Ψαρρού στις 12 Ιανουαρίου 2013

Κυλούσαν τα νερά στου φεγγαριού τις στέγες.Πάνω στο τραπέζι

σκόρπια τα τραπουλόχαρτα της πεθαμένης.Στους τοίχους

λέπια ψαριών και μικρές λάμψεις.Η κουβέντα των

πέντε περιστρεφόταν σε παλιές κρίσιμες μέρες.Εκείνος

ευγενικός και αμίλητος.(Πιθανόν κάτω απ τη σιωπή του

νά’ κρυβε κάποια απελπισία ανομολόγητη

κι ίσως ν’ αποδεχόταν ήσυχος το πιο βαθύ και δυσανάγνωστο). Στο πρόσωπό του

φως υπαινικτικό διαχεόταν.Κι άξαφνα

εκεί που όλοι μιλούσαν για τον πόλεμο ανήσυχοι ,

νιώσαμε ν ακουμπάει στον ώμο μας το χέρι της η μουσική.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 8 Ιανουαρίου 2013

Εὐτυχισμένος ἂν στὸ ξεκίνημα, ἔνιωθε γερὴ τὴν ἁρμα-
τωσιὰ μιᾶς ἀγάπης, ἁπλωμένη μέσα στὸ κορμί του,
σὰν τὶς φλέβες ὅπου βουίζει τὸ αἷμα.

Μιᾶς ἀγάπης μὲ ἀκατέλυτο ρυθμό, ἀκατανίκητης σάν τὴ
μουσικὴ καὶ παντοτινῆς
γιατὶ γεννήθηκε ὅταν γεννηθήκαμε καὶ σὰν πεθαίνουμε,
ἂν πεθαίνει, δὲν τὸ ξέρουμε οὔτε ἐμεῖς οὔτε ἄλλος
κανείς.

Παρακαλῶ τὸ θεὸ νὰ μὲ συντρέξει νὰ πῶ, σὲ μιὰ στιγμὴ
μεγάλης εὐδαιμονίας, ποιὰ εἶναι αὐτὴ ἡ ἀγάπη·
κάθομαι κάποτε τριγυρισμένος ἀπὸ τὴν ξενιτιά, κι ἀκούω
τὸ μακρινὸ βούισμά της, σὰν τὸν ἀχὸ τῆς θάλασσας
ποὺ ἔσμιξε μὲ τὸ ἀνεξήγητο δρολάπι.

Καὶ παρουσιάζεται μπροστά μου, πάλι καὶ πάλι, τὸ φάν-
τασμα τοῦ Ὀδυσσέα, μὲ μάτια κοκκινισμένα ἀπὸ τοῦ
κυμάτου τὴν ἁρμύρα
κι ἀπὸ τὸ μεστωμένο πόθο νὰ ξαναδεῖ τὸν καπνὸ ποὺ
βγαίνει ἀπὸ τὴ ζεστασιὰ τοῦ σπιτιοῦ του καὶ τὸ σκυλί
του ποὺ γέρασε προσμένοντας στὴ θύρα.

Στέκεται μεγάλος, ψιθυρίζοντας ἀνάμεσα στ᾿ ἀσπρισμένα
του γένια, λόγια τῆς γλώσσας μας, ὅπως τὴ μιλοῦσαν
πρὶν τρεῖς χιλιάδες χρόνια.
Ἁπλώνει μία παλάμη ροζιασμένη ἀπὸ τὰ σκοινιὰ καὶ τὸ
δοιάκι, μὲ δέρμα δουλεμένο ἀπὸ τὸ ξεροβόρι ἀπὸ τὴν
κάψα κι ἀπὸ τὰ χιόνια.

Θἄ ῾λεγες πὼς θέλει νὰ διώξει τὸν ὑπεράνθρωπο Κύκλωπα
ποὺ βλέπει μ᾿ ἕνα μάτι, τὶς Σειρῆνες ποὺ σὰν τὶς ἀ-
κούσεις ξεχνᾶς, τὴ Σκύλλα καὶ τὴ Χάρυβδη ἀπ᾿ ἀνά-
μεσό μας·
τόσο περίπλοκα τέρατα, ποὺ δὲν μᾶς ἀφήνουν νὰ στοχα-
στοῦμε πὼς ἦταν κι αὐτὸς ἕνας ἄνθρωπος ποὺ πά-
λεψε μέσα στὸν κόσμο, μὲ τὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα.

Εἶναι ὁ μεγάλος Ὀδυσσέας· ἐκεῖνος ποὺ εἶπε νὰ γίνει τὸ
ξύλινο ἄλογο καὶ οἱ Ἀχαιοὶ κερδίσανε τὴν Τροία.
Φαντάζομαι πῶς ἔρχεται νὰ μ᾿ ἀρμηνέψει πῶς νὰ φτιάξω
κι ἐγὼ ἕνα ξύλινο ἄλογο γιὰ νὰ κερδίσω τὴ δική μου
Τροία.

Γιατὶ μιλᾶ ταπεινὰ καὶ μὲ γαλήνη, χωρὶς προσπάθεια,
λὲς μὲ γνωρίζει σὰν πατέρας
εἴτε σὰν κάτι γέρους θαλασσινούς, ποὺ ἀκουμπισμένοι στὰ
δίχτυα τους, τὴν ὥρα ποὺ χειμώνιαζε καὶ θύμωνε ὁ
ἀγέρας,

μοῦ λέγανε, στὰ παιδικά μου χρόνια, τὸ τραγούδι τοῦ
Ἐρωτόκριτου, μὲ τὰ δάκρυα στὰ μάτια·
τότες ποὺ τρόμαζα μέσα στὸν ὕπνο μου ἀκούγοντας τὴν
ἀντίδικη μοίρα τῆς Ἀρετῆς νὰ κατεβαίνει τὰ μαρμα-
ρένια σκαλοπάτια.

Μοῦ λέει τὸ δύσκολο πόνο νὰ νιώθεις τὰ πανιὰ τοῦ καρα-
βιοῦ σου φουσκωμένα ἀπὸ τὴ θύμηση καὶ τὴν ψυχή
σου νὰ γίνεται τιμόνι.
Καὶ νἄ ῾σαι μόνος, σκοτεινὸς μέσα στὴ νύχτα καὶ ἀκυβέρ-
νητος σὰν τ᾿ ἄχερο στ᾿ ἁλώνι.

Τὴν πίκρα νὰ βλέπεις τοὺς συντρόφους σου καταποντι-
σμένους μέσα στὰ στοιχεῖα, σκορπισμένους: ἕναν-
ἕναν.
Καὶ πόσο παράξενα ἀντρειεύεσαι μιλώντας μὲ τοὺς πεθα-
μένους, ὅταν δὲ φτάνουν πιὰ οἱ ζωντανοὶ ποὺ σοῦ
ἀπομέναν.

Μιλᾶ… βλέπω ἀκόμη τὰ χέρια του ποὺ ξέραν νὰ δοκιμά-
σουν ἂν ἦταν καλὰ σκαλισμένη στὴν πλώρη ἡ γορ-
γόνα
νὰ μοῦ χαρίζουν τὴν ἀκύμαντη γαλάζια θάλασσα μέσα
στὴν καρδιὰ τοῦ χειμῶνα.


Λίγο ἀκόμα

Λίγο ἀκόμα θὰ ἰδοῦμε
τὶς ἀμυγδαλιὲς ν᾿ ἀνθίζουν.

Λίγο ἀκόμα θὰ ἰδοῦμε
τὰ μάρμαρα νὰ λάμπουν,
νὰ λάμπουν στὸν ἥλιο
κι ἡ θάλασσα νὰ κυματίζει.

Λίγο ἀκόμα, νὰ σηκωθοῦμε
λίγο ψηλότερα.


 

 

Μαρία Ανδρεάδου στις 2 Ιανουαρίου 2013

«Ζήσε», κραυγάζει. «Οι νόμοι θα πεθάνουν, οι ηγεσίες θα χαθούν, τα έθνη θα παρακμάσουν, τα σύνορα θα παραβιαστούν αλλά η ζωή…αυτήν δεν μπορεί να σου την πάρει κανείς, ούτε ακόμα κι ο χρόνος, ο τελικός, ο πιο σκληρός αντίπαλος. Η ζωή σου, όλα αυτά που έζησες, οι μικρές αδιάφορες στιγμές ηδονής κι απόλαυσης θα διαποτίσουν τον χρόνο και την ιστορία, θα την υπερβούν, θα παραμείνουν αμετακίνητες κι αδιάβλητες στο πέρασμα των αιώνων και θα ορίσουν υπαρξιακά το μέλλον όταν όλοι οι κανόνες θα έχουν καταρρεύσει κι όλες οι θυσίες θα έχουν ξεχαστεί…».

Ίσμήνη/Γιάννης Ρίτσος