Ποίηση
Δὲν εἶδαν, ἐπὶ αἰῶνας, τέτοια ὡραῖα δῶρα στοὺς Δελφοὺς
σὰν τοῦτα ποὺ ἐστάλθηκαν ἀπὸ τοὺς δυὸ τοὺς ἀδελφούς,
τοὺς ἀντιζήλους Πτολεμαίους βασιλεῖς. Ἀφοῦ τὰ πῆραν
ὅμως, ἀνησυχῆσαν οἱ ἱερεῖς γιὰ τὸν χρησμό. Τὴν πεῖραν
ὅλην των θὰ χρειασθοῦν τὸ πῶς μὲ ὀξύνοιαν νὰ συνταχθεῖ,
ποιὸς ἀπ’ τοὺς δυό, ποιὸς ἀπὸ τέτοιους δυὸ νὰ δυσαρεστηθεῖ.
Καὶ συνεδριάζουνε τὴν νύχτα μυστικὰ
καὶ συζητοῦν τῶν Λαγιδῶν τὰ οἰκογενειακά.
Ἀλλὰ ἰδοὺ οἱ πρέσβεις ἐπανῆλθαν. Χαιρετοῦν.
Στὴν Ἀλεξάνδρεια ἐπιστρέφουν, λέν. Καὶ δὲν ζητοῦν
χρησμὸ κανένα. Κ’ οἱ ἱερεῖς τ’ ἀκοῦνε μὲ χαρὰ
(ἐννοεῖται, ποὺ κρατοῦν τὰ δῶρα τὰ λαμπρά),
ἀλλ’ εἶναι καὶ στὸ ἔπακρον ἀπορημένοι,
μὴ νοιώθοντας τί ἡ ἐξαφνικὴ ἀδιαφορία αὐτὴ σημαίνει.
Γιατί ἀγνοοῦν ποὺ χθὲς στοὺς πρέσβεις ἦλθαν νέα βαρυά.
Στὴν Ρώμη δόθηκε ὁ χρησμός· ἒγιν’ ἐκεῖ ἡ μοιρασιά.
Ο πόνος που εκφράζουμε δεν είναι παρά
η σημασία που δίνουμε στη ζωή,
επιμένοντας στην ουσία της.
Αν υπήρχε μια δύναμη να μας κρίνει,
θα μας χάιδευε πριν απ’ τον ύπνο μας
τα μαλλιά, αναγνωρίζοντας πως
αγαπήσαμε το έργο της.
Η δίψα μου, το καθημερινό μου περπάτημα, το βήμα του ταχυδρόμου, η πατούσα του στρατολάτη.
Μόνος, ολομόναχος, αμίλητος, ανάλαφρος, πεταχτός, γρήγορος, ομοιοκατάληκτος, μηρυκαστικός, με τη φορά των δεικτών του μεγάλου ρολογιού ή ανάποδα με το «γύρο του ανεμόμυλου».
Όχι παρέες, κουβέντες, ομιλίες, κοψίματα και στάσεις. Όχι χειραψίες, φιλιά, κεράσματα και χαιρετίσματα. Τηλέφωνο κλειστό, βουβό, παρατημένο, πεταμένο. Έτσι ωφελεί, έτσι αποδίδει η βόλτα η απογευματινή. Το ταξίδι πάνω στη γη. Το σκάψιμο.
Περπατάμε, δε στεκόμαστε, δε σταλίζουμε, δεν αλληθωρίζουμε. Δε μας ενδιαφέρουν οι βιτρίνες, οι τιμές, οι εκπτώσεις, οι εκποιήσεις, το πλήθος, το θέαμα του κόσμου που παρελαύνει, χαζεύει και περνά. Μπροστά, εμπρός, πάντα εμπρός, ο ορίζοντας.
Περπατάμε, ασκόπως, σκοπίμως, με σκοπό. Γυμναζόμαστε, προχωράμε, σκεφτόμαστε, δουλεύουμε, χτίζουμε, γκρεμίζουμε, τελειοποιούμε μια σκέψη. Είμαστε σε ετοιμότητα. Έχουμε το σύνθημα, γνωρίζουμε το παρασύνθημα, τους μόνιμους, μονήρεις περιπατητές.
Ιδρώνουμε, στύβουμε, στρίβουμε, αλλάζουμε φανέλα, ιδέες, ρότα, παρέες, σχέδια, αγάπες, σπίτια, παγκάκια, κήπους, θάλασσες, πόλεις, κάστρα, σκαλοπάτια, στιχάκια, ρίμες, ρημαδιό, βηματισμό.
Με το περπάτημα του ταχυδρόμου, το επείγον, το σφύριγμα, τα παιδιά, τα σκυλιά, το έμβασμα, η χαρά, το πένθος.
Κι αν περπατάμε δίπλα με κάποιον που το θέλουμε και το μπορούμε, χρειάζεται άνεση, συγκρατημός, σιωπή και σεβασμός, ρυθμός κοινός, συγχρονισμός, φτέρνα, βήμα, τικ τακ, καρδιά, φλέβα, αρτηρία, παλμός. Δε μιλάμε, δε ρωτάμε, δε σταματάτε, δε χάνουμε καιρό. Κι ας βρέχει, κι ας χιονίζει κι ας αστράφτει. Κι αν κάποιος δεν μπορεί και μένει πίσω, αν κάποιος χάνει ανάσα, βήματα, κολλάει, βρίσκει, καθυστερεί και χάνεται, δε γυρνάμε, δεν κατεβαίνουμε, συνεχίσουμε, ανεβαίνουμε, προχωράμε. Αν είναι να φτάσει, θα φτάσει, θα μας προφτάσει, θα πιάσει κύμα, ανάσα και ρυθμό.
Περπατάμε, δεν σημειώνουμε. Όχι φωτογραφίες. Όχι μπλοκάκια, mp3,hands free, τραγούδια στα αυτιά, μηνύματα και κινητά.
Μετά, κατόπιν, στο τέλος, ό,τι αξίζει, ό,τι φτάσει, ό,τι καταλήξει, ό,τι μαζέψει η γούρνα, η στέρνα, ό,τι κυλήσει το λούκι, το αυλάκι, το χαντάκι, ό,τι βγάλει ο κουβάς, ό,τι ζήσει, ό,τι ανθίσει, ό, τι καρπίσει.
Ό, τι χάθηκε καλώς χάθηκε, ό, τι τέλειωσε, ό, τι έλιωσε, ό,τι έσταξε, ό, τι πήρε ο άνεμος, ό, τι μάζεψε το μυρμήγκι, ό, τι τραγούδησε ο τζίτζικας, ό, τι χύθηκε, ό, τι κύλησε, ό, τι ξεθώριασε, ό, τι έσπασε, ό, τι κρύφτηκε, καλώς, όταν θα είναι έτοιμο, ίσως φανερωθεί, ίσως αποκαλυφθεί, ίσως βρεθεί. Ό, τι έπεσε πάνω στην πέτρα, πάνω στην άσφαλτο, καλώς, ό, τι στο χώμα, με το καλό να έρθει.
Με ό, τι σου δίνεται. Εκείνο που περνά έχει το λόγο του.
στη διεύθυνση:http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.blog&id=29134
από τη Γεωργία
Το ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ . Λαϊκό Ορατόριο για συμφωνική ορχήστρα, χορωδία, μικρή λαϊκή ορχήστρα, βαρύτονο (ψάλτης), λαϊκό τραγουδιστή και αφηγητή.
Ποίηση: Οδυσσέας Ελύτης Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης .
Εδώ όλο το ΆΞΙΟΝ ΕΣΤΙ του Οδυσσέα Ελύτη : ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ ΕΛΥΤΗΣ (PDF) / Πηγή : http://www.uni-leipzig.de/~organik/giannis/Philosophie/Gedicht%2010.pdf
και εδώ ΆΞΙΟΝ ΕΣΤΙ : Θεοδωράκης_Μπιθικώτσης_Κατράκης_Ελύτης
Όλη η συναυλία που δόθηκε στο θέατρο Λυκαβητού το 1977.
Τραγούδι : ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΜΠΙΘΙΚΩΤΣΗΣ
Ψάλτης : ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΟΥΛΟΥΜΠΗΣ
Αφηγητής: ΜΑΝΟΣ ΚΑΤΡΑΚΗΣ
Μπουζούκι: ΚΩΣΤΑΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ – ΛΑΚΗΣ ΚΑΡΝΕΖΗΣ
Διεύθυνση: ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ
“…να μπορούσαν και τη σημασία των λαών να τη μετράνε όχι από το πόσα κεφάλια διαθέτουνε για μακέλεμα, όπως συμβαίνει στις μέρες μας, αλλά απ’ το πόση ευγένεια παράγουν, ακόμη και κάτω από τις πιο δυσμενείς και βάναυσες συνθήκες, όπως ο δικός μας ο λαός στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, όπου το παραμικρό κεντητό πουκάμισο, το πιο φτηνό βαρκάκι, το πιο ταπεινό εκκλησάκι, το τέμπλο, το κιούπι, το χράμι, όλα τους αποπνέανε μιαν αρχοντιά κατά τι ανώτερη των Λουδοβίκων.”
ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ
εἶχε πέσει στὸ δρόμο ἀπὸ τὸν οὐρανό,
ἕνα παιδὶ μὲ πράσινο κοντὸ βρακάκι καὶ μὲ μαχαίρι
ἔκοβε καὶ μοίραζε στὸν κόσμο γύρω,
ὅμως καὶ μία μικρή, ἕνας μικρὸς ἄσπρος ἄγγελος.
κι αὐτὴ μ᾿ ἕνα μαχαίρι ἔκοβε καὶ μοίραζε
κομμάτια γνήσιο οὐρανὸ
κι ὅλοι τώρα τρέχαν σ᾿ αὐτή, λίγοι πηγαῖναν στὸ ψωμί,
ὅλοι τρέχανε στὸν μικρὸν ἄγγελο ποὺ μοίραζε οὐρανό!
Ἂς μὴν τὸ κρύβουμε.
Ἄν ἄρχιζε ὁ Θεός μιὰ μέρα νά μετράει ὅσα ἔφτιαξε,
ἄστρα, πουλιά, σπόρους, βροχές, μητέρες, λόφους,
θά τέλειωνε ἴσως κάποτε. Ἐγώ κάθομαι ἐδῶ, ὁλομόναχος,
μέσα σέ τοῦτο τό ὑγρό ὑπόγειο, ἔξω βρέχει,
καί μετράω τά σφάλματα πού ἔκανα, τίς μάχες πού ἔδωσα,
τίς δίψες, τίς παραχωρήσεις,
μετράω τίς κακίες μου, κάποτε θαυμαστές, τίς καλωσύνες μου
συχνά ἐπηρμένες, μετράω, μετράω, δίχως ποτέ μου
νά τελειώνω ― ἄ, ἐσεῖς,
ἐσεῖς ταπεινώσεις, ἁλτῆρες τῆς ψυχῆς μου,
βαθύ, θρεπτικό ψωμί, αἰώνιε πόνε μου,
ὅλη ἡ δροσιά τοῦ μέλλοντος τραγουδάει μές στίς κλειδώσεις μου
τήν ἴδια ὥρα πού μοῦ στρίβει τό λαρύγγι ἡ πείνα χιλιάδων
φτωχῶν προγόνων,
κι ὦ ἧττες, συντρόφισσές μου, πού μέσα σέ μιὰ στιγμή
μέ λυτρώσατε ἀπ’ τούς αἰώνιους φόβους τῆς ἥττας.
Εἶμαι κι ἐγώ ἕνας Θεός μές στό δικό του σύμπαν, σέ τοῦτο
τό ὑγρό ὑπόγειο, ἔξω βρέχει,
ἕνα σύμπαν ἀνεξιχνίαστο κι ἀνεξάντλητο κι ἀπρόβλεπτο,
ἕνας Θεός καθόλου ἀθάνατος,
γι’ αὐτό καί τρέμοντας ἀπό ἔρωτα γιά κάθε συγκλονιστική
κι ἀνεπανάληπτη στιγμή του.
….Δὲ θέλω τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ μιλήσω ἁπλά, νὰ μοῦ δοθεῖ
ἐτούτη ἡ χάρη.
Γιατί καὶ τὸ τραγοῦδι τὸ φορτώσαμε μὲ τόσες μουσικὲς
ποὺ σιγά-σιγὰ βουλιάζει
καὶ τὴν τέχνη μας τὴ στολίσαμε τόσο πολὺ ποὺ φαγώθηκε
ἀπὸ τὰ μαλάματα τὸ πρόσωπό της
κι εἶναι καιρὸς νὰ ποῦμε τὰ λιγοστά μας λόγια γιατί ἡ
ψυχή μας αὔριο κάνει πανιά.
Ἂν εἶναι ἀνθρώπινος ὁ πόνος δὲν εἴμαστε ἄνθρωποι μόνο γιὰ νὰ πονοῦμε
γι’αὐτὸ συλλογίζομαι τόσο πολύ, τοῦτες τὶς μέρες, τὸ μεγάλο ποτάμι
αὐτὸ τὸ νόημα ποὺ προχωρεῖ ἀνάμεσα σὲ βότανα καὶ σὲ χόρτα
καὶ ζωντανὰ ποὺ βόσκουν καὶ ξεδιψοῦν κι ἀνθρώπους ποὺ σπέρνουν
καὶ ποὺ θερίζουν
καὶ σὲ μεγάλους τάφους ἀκόμη καὶ μικρὲς κατοικίες τῶν νεκρῶν…
από το miriobiblos.gr
Μόλις τ᾿ αὐγά της ζέστανε ἡ κλώσσα
καὶ τὰ μικρὰ ἑτοιμάστηκε νὰ βγάλει,
ἕνα πουλάκι ἐσήκωσε κεφάλι
μὲς τὸ τσόφλι μιλώντας τέτοια γλώσσα:
«Ὡς πότε ἐδῶ θὰ μ᾿ ἔχουνε κλεισμένο;
καθόλου δὲν μπορῶ νὰ περιμένω!
Πῶς; Ἔτσι τὸν καιρό μου ἐδῶ θὰ χάνω;
Ἐγὼ ἔχω κατορθώματα νὰ κάνω!
Κόκορας βέβαια θἆμαι δίχως ἄλλο,
λοφίο ψηλό, χρυσὰ φτερὰ θὰ βγάλω.
Τὴ μέρα καὶ τὴ νύχτα θὰ στολίσω,
θὰ φέρνω τὴν αὐγή, μόλις λαλήσω
στὸ φράχτη, στὴν αὐλή, σὲ κάθε μέρος
στρατεύματα τὶς κότες θὰ ὁδηγῶ».
Καὶ τοὖπε τότε ὁ κόκορας ὁ γέρος:
«Στάσου νὰ βγεῖς παιδάκι μου ἀπ᾿ τὸ αὐγό!»
Εις τον Θεόκριτο παραπονιούνταν
μια μέρα ο νέος ποιητής Ευμένης·
«Τώρα δυο χρόνια πέρασαν που γράφω
κ’ ένα ειδύλλιο έκαμα μονάχα.
Το μόνον άρτιόν μου έργον είναι.
Aλλοίμονον, είν’ υψηλή το βλέπω,
πολύ υψηλή της Ποιήσεως η σκάλα·
κι απ’ το σκαλί το πρώτο εδώ που είμαι
ποτέ δεν θ’ ανεβώ ο δυστυχισμένος.»
Είπ’ ο Θεόκριτος· «Aυτά τα λόγια
ανάρμοστα και βλασφημίες είναι.
Κι αν είσαι στο σκαλί το πρώτο, πρέπει
νάσαι υπερήφανος κ’ ευτυχισμένος.
Εδώ που έφθασες, λίγο δεν είναι·
τόσο που έκαμες, μεγάλη δόξα.
Κι αυτό ακόμη το σκαλί το πρώτο
πολύ από τον κοινό τον κόσμο απέχει.
Εις το σκαλί για να πατήσεις τούτο
πρέπει με το δικαίωμά σου νάσαι
πολίτης εις των ιδεών την πόλι.
Και δύσκολο στην πόλι εκείνην είναι
και σπάνιο να σε πολιτογραφήσουν.
Στην αγορά της βρίσκεις Νομοθέτας
που δεν γελά κανένας τυχοδιώκτης.
Εδώ που έφθασες, λίγο δεν είναι·
τόσο που έκαμες, μεγάλη δόξα.»
από τις “Βιολέτες για μια εποχή”:
…κι αν νικηθήκαμε δεν ήταν απ’ την τύχη ή τις αντιξοότητες, αλλά απ’ αυτό το πάθος μας για κάτι πιο μακρινό
“ΑΝΤΙΟ” από τις “ΒΙΟΛΕΤΕΣ ΓΙΑ ΜΙΑ ΕΠΟΧΗ”
“Τάσου Λειβαδίτη: Απάνθισμα”:
ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΑΡ. 1 (1957):
…και σμίγουν και χωρίζουν οι άνθρωποι
και δεν παίρνει τίποτα ο ένας απ’ τον άλλον. Γιατί ο έρωτας
είναι ο πιο δύσκολος δρόμος να γνωριστούν.
Γιατί οι άνθρωποι, σύντροφε, ζουν απ’ τη στιγμή που βρίσκουν μια θέση
στη ζωή των άλλων.
ΚΑΝΤΑΤΑ (1960):
“Αύριο”, λες,
και μέσα σ’ αυτήν τη μικρή αναβολή παραμονεύει ολόκληρο
το πελώριο ποτέ.
Να ‘σαι τόσο πρόσκαιρος, και να κάνεις όνειρα
τόσο αιώνια!
Ο ΤΥΦΛΟΣ ΜΕ ΤΟΝ ΛΥΧΝΟ (1983):
Ποτέ δε φανταζόμουν ότι τόσες πολλές μέρες κάνουν μια τόσο λίγη ζωή.
(Τα ψεύδη του ημερολογίου)
ΤΑ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΑ ΤΟΥ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ (1990):
η σιωπή κάνει τον κόσμο πιο μεγάλο, η θλίψη πιο δίκαιο
(Τραγούδι στο δρόμο)
κι ο έρωτας είναι η τρέλα μας μπροστά στο ανέφικτο να γνωρίσει ο ένας τον άλλον –
(Φύλλα ημερολογίου)
Ο κόσμος μόνο όταν τον μοιράζεσαι υπάρχει…
(Ερωτήματα)
Η ελπίδα που κάνει ακόμα πιο αβέβαιο τον κόσμο.
(Η ελπίδα)
Και μόνον όσοι πέθαναν νωρίς δεν έχασαν τον δρόμο.
(Ο δρόμος)
ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ “ΑΠΑΝΘΙΣΜΑ”
επιλογή ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΟΥΑΤΖΗΣ Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ
από το logomnimon.wordpress.com
Επειδή η ζωή μας μοιάζει να φυραίνει
μέρα τη μέρα, δε θα πει πως η ζωή
δεν αξίζει τον κόπο.
Επειδή σ’ αγάπησα και σ’ αγαπώ ακόμη
κι ας μην είναι όπως παλιά,
δε θα πει πως πέθανε η αγάπη,
κουράστηκε ίσως, σαν καθετί που ανασαίνει.
Επειδή περνάς δύσκολες μέρες
σκυμμένη σε χαρτιά και γκρεμούς
που δεν κλείνουν, κι εγώ πηδάω
τις νύχτες επί κοντώ λαχανιάζοντας,
δε θα πει πως δεν έχουμε
μοίρα στον ήλιο, έχουμε
τη δική μας μοίρα.
Επειδή πότε είσαι άνθρωπος
και πότε πουλί, φέρνεις στο σπίτι μας
ψωμάκια μικρά της αποδημίας
κι ελπίζουνε τα παιδιά μας
σε καλύτερες μέρες.
Επειδή λες όχι και ναι κι ύστερα όχι
και δεν παραιτείσαι, ντρέπομαι
για τα ίσως, τα μπορεί τα δικά μου,
μα δεν αλλάζω, όπως δεν αλλάζεις κι εσύ,
αν αλλάζαμε θα ‘μαστε πάλι
δυο άγνωστοι και θ’ αρχίζαμε
απ’ το άλφα.
Τώρα ξέρουμε πού πονάς
πού σωπαίνω πότε γίνεται παύση,
διακοπή αίματος και κρυώνουν
τα σώματα, ώσπου μυστικό δυναμό
να φορτίσει πάλι τα μέλη
με δύναμη κι έλξη και δέρμα ζεστό.
Επειδή είναι δύσκολο ν’ αγαπάς
και δυσκολότερο ν’ αγαπάς τον ίδιο άνθρωπο
για καιρό, κάνοντας σχέδια και παιδιά
και καβγάδες, εκδρομές, έρωτα, χρέη
κι αρρώστιες, Χριστούγεννα, Κυριακές
και Δευτέρες, νόστιμα φαγητά
και καμένα, θέλοντας ο καθένας
να ‘ναι ο άλλος γεφύρι και δέντρο
και πηγή, κατά τις περιστάσεις
ή και όλα μαζί στην ανάγκη,
δε θα πει πως εγώ δε μπορώ
να γίνω κάτι απ’ όλα αυτά ή και όλα μαζί,
κι αν είναι να περάσω
μια ζωή στη σκλαβιά –έτσι κι αλλιώς–
ας είμαι, λέω, σκλάβος της αγάπης.
Πάνω στα τετράδια του σχολείου
Πάνω στην άμμο και το χιόνι
Γράφω τ’ όνομά σου
Πάνω σ΄ όλες τις διαβασμένες σελίδες
Πάνω σ΄ όλες τις λευκές σελίδες
Στην πέτρα το αίμα το χαρτί τη στάχτη
Γράφω τ’ όνομά σου
Πάνω στις χρυσωμένες εικόνες
Στ΄ άρματα των πολεμιστών
Στην κορώνα των βασιλιάδων
Γράφω τ’ όνομά σου
Στη ζούγκλα και την έρημο
Στις φωλιές και τα σπαρτά
Στην ηχώ των παιδικών μου χρόνων
Γράφω τ’ όνομά σου
Πάνω στα θαύματα της νύχτας
Στο άσπρο ψωμί των ημερών
Στις μνηστευμένες εποχές
Πάνω σ΄ όλα τα γαλάζια κουρέλια μου
Στο μουχλιασμένο έλος του ήλιου
Στη ζωντανή λίμνη σελήνη
Γράφω τ’ όνομά σου
Στους αγρούς στον ορίζοντα
Στις φτερούγες των πουλιών
και στο μύλο των ίσκιων
Γράφω τ’ όνομά σου
Σε κάθε φύσημα της αυγής
Στη θάλασσα και τα πλοία
Πάνω στο τρελό βουνό
Γράφω τ’ όνομά σου
Στον αφρό απ΄ τα σύννεφα
Στους ιδρώτες της καταιγίδας
Στην βροχή την πυκνή και ανούσια
Γράφω τ’ όνομά σου
Πάνω στα σχήματα που σπιθίζουν
Στις καμπάνες των χρωμάτων
Πάνω στη φυσική αλήθεια
Γράφω τ’ όνομά σου
Στα μονοπάτια που ξύπνησαν
Στους δρόμους που ξεδιπλώθηκαν
Στις πλατείες που ξεχείλισαν
Γράφω τ’ όνομά σου
Στη λάμπα που ανάβει
Στη λάμπα που σβήνει
Στα ενωμένα μου σπίτια
Γράφω τ’ όνομά σου
Στο φρούτο το κομμένο στα δύο
Του καθρέφτη και της κάμαράς μου
Στο κρεβάτι μου άδειο κοχύλι
Γράφω τ’ όνομά σου
Στο λαίμαργο και τρυφερό σκύλο μου
Στα ορθωμένα αυτιά του
Στο αδέξιο πόδι του
Γράφω τ’ όνομά σου
Στο σκαλοπάτι της πόρτας μου
Στα γνώριμά μου αντικείμενα
στο κύμα της ευλογημένης φωτιάς
Γράφω τ’ όνομά σου
Σε κάθε σάρκα σύμφωνη
Στο μέτωπο των φίλων μου
Σε κάθε χέρι που προσφέρεται
Γράφω τ’ όνομά σου
Στο κρύσταλλο των εκπλήξεων
Στα προσεκτικά χείλια
Πολύ πιο πάνω απ΄ τη σιωπή
Γράφω τ’ όνομά σου
Στα χαλασμένα καταφύγιά μου
Στους γκρεμισμένους μου φάρους
Στους τοίχους της ανίας μου
Γράφω τ’ όνομά σου
Στην απουσία χωρίς πόθο
Στη γυμνή μοναξιά
Στα σκαλιά του θανάτου
Γράφω τ’ όνομά σου
Στην υγεία που ξανάρθε
Στον κίνδυνο που εξαφανίστηκε
Στην ελπίδα χωρίς ανάμνηση
Γράφω τ’ όνομά σου
Και με τη δύναμη της λέξης
Ξαναρχίζω τη ζωή μου
Γεννήθηκα για να σε γνωρίσω
Για να πω τ΄ όνομά σου
Ελευθερία!
Yπὲρ ἢ κατά;
Ἔστω ἀπαντεῖστε μ᾿ ἕνα ναὶ ἢ μ᾿ ἕνα ὄχι.
Τὸ ἔχετε τὸ πρόβλημα σκεφτεῖ
Πιστεύω ἀσφαλῶς πὼς σᾶς βασάνισε
Τὰ πάντα βασανίζουν στὴ ζωὴ
Παιδιὰ γυναῖκες ἔντομα
Βλαβερὰ φυτὰ χαμένες ὦρες
Δύσκολα πάθη χαλασμένα δόντια
Μέτρια φίλμς. Κι αὐτὸ σᾶς βασάνισε ἀσφαλῶς.
Μιλᾶτε ὑπεύθυνα λοιπόν. Ἔστω μὲ ναὶ ἢ ὄχι.
Σὲ σᾶς ἀνήκει ἡ ἀπόφαση.
Δὲ σᾶς ζητοῦμε πιὰ νὰ πάψετε
Τὶς ἀσχολίες σας νὰ διακόψετε τὴ ζωή σας
Τὶς προσφιλεῖς ἐφημερίδες σας· τὶς συζητήσεις
Στὸ κουρεῖο· τὶς Κυριακές σας στὰ γήπεδα.
Μιὰ λέξη μόνο. Ἐμπρὸς λοιπόν:
Εἶστε ὑπὲρ ἢ κατά;
Σκεφθεῖτε το καλά. Θὰ περιμένω.
Μας έλεγαν θα νικήσετε όταν αγαπήσετε.
Αγαπήσαμε και βρήκαμε τη στάχτη.
Μας έλεγαν θα νικήσετε όταν εγκαταλείψετε τη ζωή σας.
Εγκαταλείψαμε τη ζωή μας και βρήκαμε τη στάχτη …
Βρήκαμε τη στάχτη. Μένει να ξαναβρούμε τη ζωή μας,
τώρα που δεν έχουμε πια τίποτα.
Φαντάζομαι, εκείνος που θα ξανάβρει τη ζωή,
έξω από τόσα χαρτιά, τόσα συναισθήματα, τόσες διαμάχες και τόσες διδασκαλίες, θα είναι κάποιος σαν εμάς,
μόνο λιγάκι πιο σκληρός στη μνήμη.
Εμείς, δεν μπορεί, θυμόμαστε ακόμη τι δώσαμε.
Εκείνος θα θυμάται μονάχα τι κέρδισε από την κάθε του προσφορά.
Τι μπορεί να θυμάται μια φλόγα; Α θυμηθεί
λίγο λιγότερο απ’ ό,τι χρειάζεται, σβήνει· αν θυμηθεί λίγο
περισσότερο απ’ ό,τι χρειάζεται, σβήνει. Να μπορούσε
να μας διδάξει, όσο ανάβει, να θυμόμαστε σωστά.
Εγώ τελείωσα· να γινότανε τουλάχιστο να αρχίσει κάποιος άλλος από κει που τελείωσα εγώ.(…)
