Ποίηση

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 22 Φεβρουαρίου 2015

Η συλλογή ποιημάτων ” ΤΕΡΤΣΙΝΕΣ” του Νίκου Καζαντζάκη δεν είναι ευρέως γνωστή. Μου δώρησε αυτή την συλλογή στα 18 μου χρόνια ένας αγαπημένος μου φίλος και τον ευχαριστώ γι αυτό!

Γιάννα

Ο ίδιος ο Καζαντζάκης στην εισαγωγή του, σχετικά με τους αναγνώστες στους οποίους απευθύνεται:

“Σήμερα δημοσιεύω τα τραγούδια αυτά. Από τους ανθρώπους που γνώρισα, ψυχανεμίζουμαι πως εφτά ή οχτώ θα νιώσουν χαρά διαβάζοντάς τα▪ οι άλλοι θα τα πετάξουν με δυσφορία. Η γλώσσα τους, ο στίχος, ο ρυθμός, ο “Αόρατος Μονάρχης’ που τα κυβερνάει, ο χαρούμενος, άπληστος, ανέλπιδος τρόπος που αντικρίζω την ατομική και την παγκόσμια περιπέτεια, πάνω από κάθε φόβο, όλα θα τους είναι ανυπόφορα.

 

Τους παρακαλώ να με συμπαθήσουν▪ δεν έκαμα καμιάν προσπάθεια να τους αρέσω. Μα κι αν έκανα, πάλι δε τα κατάφερνα. Η μοναξιά μ’ έχει λίγο τραχύνει, κι η χαρά που νιώθω δημιουργώντας είναι τόσο μεγάλη που άλλη αμοιβή δεν είναι δίκιο να θέλω.”

 

Στίχοι 145-181 (τέλος)

 

Φύσηξε αγέρι δροσερό της χάρης

και σαν μαγνάδι ξομπλιαστό σηκώθη

και μετεωρίστη ο νους ο καβαλλάρης:

 

Θρόνο σμαράγδι και ζαφείρι νιώθει

να κατεβαίνει από τον ήλιο λάβρος,

να τον τραβούν οι πιο βαθιοί μας πόθοι-

 

λιοντάρι, αιτός, αρχάγγελος και ταύρος.

Στου νου το μυστικό το ρόδο ανοίγει,

λάμπει όλο φως ο θάνατος ο μαύρος,

 

φωνή απαλή τα σπλάχνα του τυλίγει,

και με αναγάλλιαση κρυφή και φρίκη

θωράει τα ιερά θεριά με φως μαστίγι

 

βαρώντας τα, σαν πονεμένη νίκη,

μεγαλομάτα, αγέλαστη, όλο βέλη

να κατεβαίνει απάνου του η Βεατρίκη.

 

Χιλιοτριαντάφυλλο ο ουρανός, κι οι αγγέλοι

τρυγούν, αργατικοί σαν τα μελίσσια,

της σκοτεινής αθανασιάς το μέλι.

 

Ασπρα στη γης σαλέψαν κυπαρίσσια,

το φλογαμάξι εστάθη, κι όλο γλύκα

φωνούλα αηδονολάλησε αγγελίσια,

 

που όλο τον πόνο της ζωής ενίκα,

κι έλιωνε ο νους σαν χιόνι μες τον ήλιο:

“Φίλε ακριβέ, χίλια καλώς σε βρήκα!’

 

Γοργά τις φούχτες του έβαλεν αντήλιο,

χαμογελάει στην αγαπώ, και βρύση

τα κλάματά του τρέχουν, κι αντιστύλιο

 

μοχτάει στης γης τα χέρια ν’ ακουμπήσει

και λόγια τρυφερά να βρει στα σπλάχνα,

γλυκά πολύ, να την καλωσορίσει.

 

Μα τ’ άγια μάτια της καλής του αδράχνα,

σα δίχτυα γαληνά σε ονειροφάντη

βυθό, κορμί και νου του δίχως άχνα.

 

Ανοίγει η νύχτα αγάλια το αστρομάντι,

σμίξαν σταυρό του άγριου αθλητή τα χέρια▪

κι οι παζαρίτες βρήκαν πια το Ντάντη

 

νεκρό, τα πρώτα ως πρόβαλλαν αστέρια.

 

 

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 22 Φεβρουαρίου 2015

Με κεντρικό σύνθημα «Δικαίωμα στην ανάγνωση! για να υποδεχθεί χιλιάδες βιβλιόφιλους, γυναίκες, άντρες, έφηβους και παιδιά.

Η συνάντηση αναγνωστριών/ών  και βιβλίων  πραγματοποιείται στην Πλατεία Κοτζιά (Εθνικής Αντίστασης) τού Δήμου Αθηναίων, με θέα το νεοκλασικό Δημαρχείο της Πόλης.

Η Μεγάλη Τέντα του Βιβλίου, μοντέρνα, ζεστή και φιλική, θα  υποδεχθεί τις /τους μεγάλες/ους και μικρές/ούς επισκέπτες με τα ξύλινα σπιτικά της πατώματα.

Οι πάγκοι τους δεν θα’ ναι “μουντοί”, καθώς είναι κατασκευασμένοι από φωτεινό διαφανές βιομηχανικό υλικό. Έτσι, η αίσθηση που θα αποκομίσει το βιβλιόφιλο κοινό, είναι ότι βρίσκεται στο δικό του φιλικό βιβλιοπωλείο.

Στο φετινό 19ο Παζάρι του Βιβλίου, σ’ ένα από τα πιο δυνατά περάσματα της πρωτεύουσας, οι τιμές θα πέσουν έως και 70% και θα έχουν σημείο εκκίνησης το μισό ευρώ (0,50).

Είναι, αν θέλετε, η λαϊκή πολιτική του Συνδέσμου Εκδοτών Βιβλίου και του Συλλόγου Εκδοτών Βιβλίου Αθηνών, για να βρεθεί το βιβλίο σε κάθε αθηναϊκό – και γιατί όχι; – σε κάθε ελληνικό ράφι βιβλιοθήκης.

Στο ξεφύλλισμα των βιβλίων, αναδύεται το κοινό τους άρωμα που είναι η ειρηνική συνύπαρξη του επιφανειακά διαφορετικού και ασύμπτωτου: ο ξεχασμένος τίτλος συναντά τον καινούργιο, ο σπάνιος τον ευπώλητο, ο πανεπιστημιακός τον εκλαϊκευτικό.

 

 

Σ

 

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 15 Φεβρουαρίου 2015

Να ταξιδέψω; Για να ταξιδέψω φτάνει να υπάρχω: πηγαίνω από μέρα σε μέρα, σαν από σταθμό σε σταθμό στο σιδηρόδρομο του κορμιού μου ή του πεπρωμένου μου, σκυμμένος πάνω από τους δρόμους και τις πλατείες, πάνω από τα πρόσωπα και τις χειρονομίες, πάντα ίδια και πάντα διαφορετικά, όπως τελικά είναι και τα τοπία. Εάν φαντάζομαι, βλέπω. Τι παραπάνω κάνω ταξιδεύοντας; Μόνο μια αδυναμία ακραία της φαντασίας δικαιολογεί τη μετακίνηση σαν μέσο πλήρωσης των αισθήσεων. «Κάθε δρόμος, μέχρι κι αυτός ο δρόμος του Έντεπφουλ, θα σε οδηγήσει στην άκρη του κόσμου». Αλλά η άκρη του κόσμου, από τότε που ο κόσμος εξαντλήθηκε όταν τον φέραμε όλον βόλτα, είναι το ίδιο το Έντεπφουλ απ’ όπου έφυγες. Στην πραγματικότητα η άκρη του κόσμου, όπως και η αρχή του, είναι η προσωπική μας σύλληψη του κόσμου. Μέσα μας είναι που τα τοπία έχουν τοπίο. Γι’ αυτό όταν τα φαντάζομαι, τα δημιουργώ. Αν τα δημιουργώ υπάρχουν, και εφόσον υπάρχουν, τα βλέπω όπως βλέπω και τ’ άλλα. Γιατί να ταξιδέψω; Στη Μαδρίτη, στο Βερολίνο, στην Περσία, στην Κίνα, στον καθένα από τους δύο Πόλους, πού αλλού θα βρισκόμουνα παρά μέσα σε μένα τον ίδιο, με τη δική μου ιδιαιτερότητα και το δικό μου τρόπο να αισθάνομαι. Η ζωή είναι αυτό που εμείς την κάνουμε να είναι. Τα ταξίδια είναι οι ταξιδιώτες. Αυτό που βλέπουμε δεν είναι αυτό που βλέπουμε, είναι αυτό που είμαστε.

[Πηγή: www.doctv.gr]

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 10 Φεβρουαρίου 2015

Περπατώ και νυχτώνει.
Αποφασίζω και νυχτώνει.

Όχι δεν είμαι λυπημένη.
 
Υπήρξα περίεργη και μελετηρή.
Ξέρω απ’ όλα. Λίγο απ’ όλα.
Τα ονόματα των λουλουδιών όταν μαραίνονται,
πότε πρασινίζουν οι λέξεις και πότε κρυώνουμε.
Πόσο εύκολα γυρίζει η κλειδαριά των αισθημάτων
μ’ ένα οποιοδήποτε κλειδί της λησμονιάς.

Όχι δεν είμαι λυπημένη.
 
Πέρασα μέρες με βροχή,
εντάθηκα πίσω απ΄αυτό
το συρματόπλεγμα το υδάτινο
υπομονετικά κι απαρατήρητα,
όπως ο πόνος των δέντρων
όταν το ύστατο φύλλο τους φεύγει
κι όπως ο φόβος των γενναίων.

Όχι, δεν είμαι λυπημένη.
 
Πέρασα από κήπους, στάθηκα σε συντριβάνια
και είδα πολλά αγαλματίδια να γελούν
σε αθέατα αίτια χαράς.
Και μικρούς ερωτιδείς, καυχησιάρηδες.
Τα τεντωμένα τόξα τους
βγήκανε μισοφέγγαρο σε νύχτες μου και ρέμβασα.
Είδα πολλά και ωραία όνειρα
και είδα να ξεχνιέμαι.

Όχι, δεν είμαι λυπημένη.
 
Περπάτησα πολύ στα αισθήματα,
τα δικά μου και των άλλων,
κι έμενε πάντα χώρος ανάμεσά τους
να περάσει ο πλατύς χρόνος.
Πέρασα από ταχυδρομεία και ξαναπέρασα.
Έγραψα γράμματα και ξαναέγραψα
και στο θεό της απαντήσεως προσευχήθηκα άκοπα.
Έλαβα κάρτες σύντομες:
εγκάρδιο αποχαιρετιστήριο από την Πάτρα
και κάτι χαιρετίσματα
από τον Πύργο της Πίζας που γέρνει.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη που γέρνει η μέρα.
 
Μίλησα πολύ. Στους ανθρώπους,
στους φανοστάτες, στις φωτογραφίες.
Και πολύ στις αλυσίδες.
Έμαθα να διαβάζω χέρια
και να χάνω χέρια.

Όχι, δεν είμαι λυπημένη.
 
Ταξίδεψα μάλιστα.
Πήγα κι από ‘δω, πήγα κι από΄κει…
Παντού έτοιμος να γεράσει ο κόσμος.
Έχασα κι από΄δω, έχασα κι από΄κει.
Κι από την προσοχή μου μέσα έχασα
κι απ’ την απροσεξία μου.
Πήγα και στη θάλασσα.
Μου οφειλόταν ένα πλάτος. Πες πως το πήρα.
Φοβήθηκα τη μοναξιά
και φαντάστηκα ανθρώπους.
Τους είδα να πέφτουν
απ’ το χέρι μιας ήσυχης σκόνης,
που διέτρεχε μιαν ηλιαχτίδα
κι άλλους από τον ήχο μιας καμπάνας ελάχιστης.
Και ηχήθηκα σε κωδωνοκρουσίες
ορθόδοξης ερημίας.

Όχι, δεν είμαι λυπημένη.
 
Έπιασα και φωτιά και σιγοκάηκα.
Και δεν μου ΄λειψε ούτε των φεγγαριών η πείρα.
Η χάση τους πάνω από θάλασσες κι από μάτια,
σκοτεινή, με ακόνισε.

Όχι, δεν είμαι λυπημένη.
 
Όσο μπόρεσα έφερ’ αντίσταση σ’ αυτό το ποτάμι
όταν είχε νερό πολύ, να μη με πάρει,
κι όσο ήταν δυνατόν φαντάστηκα νερό
στα ξεροπόταμα
και παρασύρθηκα.
 

Όχι, δεν είμαι λυπημένη
Σε σωστή ώρα νυχτώνει

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 1 Φεβρουαρίου 2015

“ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ” ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ

Μα τι γυρεύουν οι ψυχές μας ταξιδεύοντας

πάνω σε καταστρώματα κατελυμένων καραβιών

στριμωγμένες με γυναίκες κίτρινες και μωρά που κλαίνε

χωρίς να μπορούν να ξεχαστούν ούτε με τα χελιδονόψαρα

ούτε με τ’ άστρα που δηλώνουν στην άκρη τα κατάρτια.

Τριμμένες από τους δίσκους των φωνογράφων

δεμένες άθελα μ’ ανύπαρχτα προσκυνήματα

μουρμουρίζοντας σπασμένες σκέψεις από ξένες γλώσσες.

 

Μα τι γυρεύουν οι ψυχές μας ταξιδεύοντας

πάνω στα σαπισμένα θαλάσσια ξύλα

από λιμάνι σε λιμάνι;

 

Μετακινώντας τσακισμένες πέτρες, ανασαίνοντας

τη δροσιά του πεύκου πιο δύσκολα κάθε μέρα,

κολυμπώντας στα νερά τούτης της θάλασσας

κι εκείνης της θάλασσας,

χωρίς αφή

χωρίς ανθρώπους

μέσα σε μια πατρίδα που δεν είναι πια δική μας

ούτε δική σας.

 

Το ξέραμε πως ήταν ωραία τα νησιά

κάπου εδώ τριγύρω που ψηλαφούμε

λίγο πιο χαμηλά ή λίγο πιο ψηλά

ένα ελάχιστο διάστημα.

 

“ΗΜΟΝΑΞΙΑ” ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΓΩΓΟΥ

Η μοναξιά…

δεν έχει το θλιμένο χρώμα στα μάτια

της συννεφένιας γκόμενας.

Δεν περιφέρεται νωχελικά κι αόριστα

κουνώντας τα γοφιά της στις αίθουσες συναυλιών

και στα παγωμένα μουσεία.

Δεν είναι κίτρινα κάδρα παλαιών «καλών» καιρών

και ναφθαλίνη στα μπαούλα της γιαγιάς

μενεξελιές κορδέλες και ψάθινα πλατύγυρα.

Δεν ανοίγει τα πόδια της με πνιχτά γελάκια

βοϊδίσο βλέμα κοφτούς αναστεναγμούς

κι ασορτί εσώρουχα.

Η μοναξιά.

Έχει το χρώμα των Πακιστανών η μοναξιά

και μετριέται πιάτο-πιάτο

μαζί με τα κομμάτια τους

στον πάτο του φωταγωγού.

Στέκεται υπομονετικά όρθια στην ουρά

Μπουρνάζι – Αγ. Βαρβάρα – Κοκκινιά

Τούμπα – Σταυρούπολη – Καλαμαριά

Κάτω από όλους τους καιρούς

με ιδρωμένο κεφάλι.

Εκσπερματώνει ουρλιάζοντας κατεβάζει μ’ αλυσίδες τα τζάμια

κάνει κατάληψη στα μέσα παραγωγής

βάζει μπουρλότο στην ιδιοχτησία

είναι επισκεπτήριο τις Κυριακές στις φυλακές

ίδιο βήμα στο προαύλιο ποινικοί κι επαναστάτες

πουλιέται κι αγοράζεται λεφτό λεφτό ανάσα ανάσα

στα σκλαβοπάζαρα της γης – εδώ κοντά είναι η Κοτζιά

ξυπνήστε πρωί.

Ξυπνήστε να τη δείτε.

Είναι πουτάνα στα παλιόσπιτα

το γερμανικό νούμερο στους φαντάρους

και τα τελευταία

ατελείωτα χιλιόμετρα ΕΘΝΙΚΗ ΟΔΟΣ-ΚΕΝΤΡΟΝ

στα γατζωμένα κρέατα από τη Βουλγαρία.

Κι όταν σφίγγει το αίμα της και δεν κρατάει άλλο

που ξεπουλάν τη φάρα της

χορεύει στα τραπέζια ξυπόλυτη ζεμπέκικο

κρατώντας στα μπλαβιασμένα χέρια της

ένα καλά ακονισμένο τσεκούρι.

Η μοναξιά

η μοναξιά μας λέω. Για τη δική μας λέω

είναι τσεκούρι στα χέρια μας

που πάνω από τα κεφάλια σας γυρίζει γυρίζει γυρίζει γυρίζει.

 

 

“ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ” ΓΙΑΝΝΗΣ ΑΓΓΕΛΑΚΑΣ

 

Είμαι φτηνός, πολύ φτηνός, είμαι φτηνός για λίγα ψίχουλα μπορώ να γίνω δούλος καθενός.

Είμαι φριχτός, πολύ φριχτός, είμαι φριχτός την καταδίκη σας αξίζω να υπομένω διαρκώς.

Είμαι φτωχός, πολύ φτωχός, είμαι φτωχός για την αρρώστια μου αυτή δε θα βρεθεί ποτέ γιατρός

. Θεέ μου που μας ορίζεις κι όλους μας βλέπεις ένα δεν είναι όπως νομίζεις δεν είναι όλα όπως νομίζεις εδώ κάτω μοιρασμένα δεν είναι όλα, δεν είναι όλα, δεν είναι όλα μοιρασμένα.

Μα εσύ που μας φροντίζεις σαν πρόβατα σφαγμένα στείλε μου αν θέλεις λίγη, μόνο λίγη, τόση δα, δικαιοσύνη και για μένα.

Είμαι μικρός, πολύ μικρός, είμαι μικρός και μες στα μάτια σου φαντάζω κάθε μέρα πιο μικρός.

Είμαι νεκρός, σχεδόν νεκρός, είμαι νεκρός τη θεραπεία σας αντέχω να υπομένω διαρκώς.

Είμαι ζεστός, πολύ ζεστός, είμαι ζεστός μέσα απ’ τα στήθια μου φυσάει ένας άνεμος καυτός.

Θεέ μου που μας ορίζεις κι όλους μας βλέπεις ένα δεν είναι όπως νομίζεις, δεν είναι όλα όπως νομίζεις εδώ κάτω μοιρασμένα δεν είναι όλα, δεν είναι όλα, δεν είναι όλα μοιρασμένα.

Μα εσύ που μας φροντίζεις σαν πρόβατα σφαγμένα στείλε μου αν θέλεις λίγη μόνο λίγη, τόση δα, δικαιοσύνη και για μένα..

 

 

“ΔΙΝΩ ΤΟ ΧΕΡΙ ΣΤΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ” ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

Μέρα στιλπνή αχιβάδα της φωνής που μ’ έπλασες γυμνόν να περπατώ στις καθημερινές μου Κυριακές ανάμεσ’ από των γιαλών τα καλωσόρισες φύσα τον πρωτογνώριστο άνεμο.

Άπλωσε μια πρασιά στοργής για να κυλήσει ο ήλιος το κεφάλι του.

Ν’ ανάψει με τα χείλια του τις παπαρούνες, τις παπαρούνες που θα δρέψουν οι περήφανοι άνθρωποι για να μην είναι άλλο σημάδι στο γυμνό τους στήθος.

Από το αίμα της αψηφισιάς που ξέγραψε τη θλίψη φτάνοντας ως τη μνήμη της ελευθερίας.

Είπα τον έρωτα την υγεία του ρόδου, την αχτίδα, που μονάχη ολόισα βρίσκει την καρδιά.

Την Ελλάδα που με σιγουριά πατάει στη θάλασσα.

Την Ελλάδα που με ταξιδεύει πάντοτε σε γυμνά χιονόδοξα βουνά.

Δίνω το χέρι στη δικαιοσύνη, διάφανη κρήνη κορυφαία πηγή.

Ο ουρανός μου είναι βαθύς κι ανάλλαχτος. Ό,τι αγαπώ γεννιέται αδιάκοπα.

Ό,τι αγαπώ βρίσκεται στην αρχή του πάντα

 

 

 

 

 

Κυριακή Ψαρρού στις 30 Ιανουαρίου 2015

Γυαλιστερό κι ωραίο το κουκούλι

Τι κρύβεται κει μέσα αγνοώ

Μ’ ένα ψαλίδι απαλά θα χειρουργήσω

Κλωστή κλωστή να φτιάξω το στιχάριον

Άσπρο ν’ αστράφτει με τον ήλιο

Μαύρο με το φως του φεγγαριού.

Κι ύστερα τίποτα – σιωπή

Αναμονή ως την κατάλληλη στιγμή

Η πεταλούδα σαν θα βγει

Να ‘ναι ψυχή.

από το poiein.gr

Στιχάρι, Αθήνα, Γαβριηλίδης, 2014, σ.15.

Κυριακή Ψαρρού στις 21 Ιανουαρίου 2015

«Το τελευταίο φράγκο
τ’ άλλαξα στο ταξί.
-Πότε φεύγουμε για τη Μασσαλία;-
Τρέχει
το Παρίσι
στο μεταξύ
αποχαιρετώντας με
μ’ όλη του τη μαγεία.
Κύμα του αποχαιρετισμού
έλα
στα μάτια μου υγρό
και με συναισθηματισμό
γέμισέ μου την καρδιά.
Να ζήσω θα ‘θελα
και να πεθάνω
εδώ,
αν δεν υπήρχε
η Μόσχα
να με καρτερά.»

www.itzikas.wordpress.com

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 25 Δεκεμβρίου 2014

Περιοχή:  Κυκλάδες

Άρχοντες καλησπερίζω
και λαμβάνω την τιμήν
να σας χαιρετίσω τώρα
με την πρέπουσαν τιμήν.

Αυτή είναι η ημέρα
όπου ήρθε ο Λυτρωτής
από Μαριάμ μητέρα
εκ Παρθένου γεννηθείς.

Άναρχος αρχήν λαμβάνει
και σαρκούται ο Θεός
ο Αγέννητος γεννάται
εις τη φάτνην ταπεινός.

Άγγελοι το νέον λέγουν
εις ποιμένας και βοσκούς
ο Αστήρ το θαύμα δείχνει
εις τους μάγους και σοφούς.

 

 

Περιοχή:  Δυτική Θράκη

Χριστός γεννάται, χαρά στον κόσμο,
χαρά στον κόσμο, στα παλληκάρια

Σαράντα μέρες, σαράντα νύχτες
κι ή Παναγιά μας κοιλοπονούσε

Κι η Παναγιά μας κοιλοπονούσε
κοιλοπονούσε παρακαλούσε

Κοιλοπονούσε παρακαλούσε
όλους τους άγιους τους άι Αποστόλους

Όλους τους άγιους τους άι Αποστόλους
τρεις αποστόλοι μαμμή γυρεύουν

Τρεις αποστόλοι μαμμή γυρεύουν
μαμμή γυρεύουν για μήλο τρέχουν

Οι άι Αποστόλοι για μήλο τρέχουν
ώσπου να πάνε κι ώσπου να έρθουν

Η Παναγιά μας ξελευτερώθει
μέσα στις δάφνες μεσ’ στα λουλούδια

Μέσα στις δάφνες μέσ’ στα λουλούδια
κάνει τον ήλιο και το φεγγάρι

Κάνει τον ήλιο και το φεγγάρι
σαν ήλιος λάμπει σαν νιό φεγγάρι

Σαν ήλιος λάμπει σαν νιό φεγγάρι
σ’ αυτό το σπίτι του νοικοκύρη

Σ’ αυτό το σπίτι του νοικοκύρη
στη φαμελιά του και στα παιδιά του

 

 

Περιοχή:  Κυκλάδες

Για σένα κόρη όμορφη
ήρθαμε να τα πούμε,
και τα καλά Χριστούγεννα
για να σου ευχηθούμε.

Φέρτε μας κρασί να πιούμε
και του χρόνου να σας πούμε,
και του χρόνου να σας πούμε
φέρτε μας κρασί να πιούμε.

Αν έχεις κόρη όμορφη
βάλε τη στο τσιμπίδι,
και κρέμασε την αψηλά
να μην τη φαν οι ψύλλοι.

Φέρτε μας κρασί να πιούμε
και του χρόνου να σας πούμε,
και του χρόνου να σας πούμε
φέρτε μας κρασί να πιούμε.

Σ’ αυτό το σπίτι που ‘ρθαμε
καράβια `ν’ ασημένια,
του χρόνου σαν και σήμερα
να ‘ναι μαλαματένια.

Φέρτε μας κρασί να πιούμε
και του χρόνου να σας πούμε,
και του χρόνου να σας πούμε
φέρτε μας κρασί να πιούμε.

Για σένα κόρη όμορφη
ήρθαμε να τα πούμε,
και τα καλά Χριστούγεννα
για να σου ευχηθούμε.

Φέρτε μας κρασί να πιούμε
και του χρόνου να σας πούμε,
και του χρόνου να σας πούμε
φέρτε μας κρασί να πιούμε.

 

 

Χριστός γεννιέται, χαρά στον κόσμο,
χαρά στον κόσμο, στα παλληκάρια.
Σαράντα μέρες, σαράντα νύχτες,
η Παναγιά μας κοιλοπονούσε.
Κοιλοπονούσε, παρακαλούσε,
τους αρχαγγέλους , τους ιεράρχες.
-Σεις αρχαγγέλοι και ιεράρχες,
στη Σμύρνη πηγαίν΄τε , μαμμές να φέρ΄τε.
Άγια Μαρίνα, άγια Κατερίνα,
στη Σμύρνη πάνε , μαμμές να φέρουν.
Όσο να πάνε κι όσο να έρθουν,
η Παναγιά μας ηληυτηρώθη.
Στην κούνια τό ΄βαλαν και το κουνούσαν,
και το κουνούσαν , το τραγουδούσαν.
Σαν ήλιος λάμπει ,σα νιο φεγγάρι,
σα νιο φεγγάρι, το παλληκάρι.
Φέγγει σε τούτον το νοικοκύρη,
με τα καλά του, με τα παιδιά του,
με την καλή τη νοικοκυρά του…

 

 

Αυτή είναι η ημέρα όπου ήλθ’ ο Λυτρωτής
από Μαριάμ Μητέρα εκ Παρθένου γεννηθείς. (2)

Άναρχος αρχήν λαμβάνει και σαρκούται ο θεός
Αγέννητος γεννάται εις την φάτνην ταπεινός. (2)

Άγγελοι το νέο λέγουν εις ποιμένας και βοσκούς
ο Αστήρ το θαύμα δείχνει εις τους μάγους και σοφούς. (2)

Οι τρεις μάγοι ξεκινάνε τ” άστρο έχουν βοηθό
τη σπηλιά ψάχνουν να βρούνε με τον άγιο θεό. (2)

Λίβανο χρυσό και σμύρνα να του παν’ επιθυμούν
τη μικρή γλυκιά μορφή του σκύβουν και την προσκυνούν. (2)

Όσοι έχετε στα ξένα να δεχτείτε με καλό ευτυχία να σας δίνει το Θεό παρακαλώ. (2)

Κυριακή Ψαρρού στις 24 Δεκεμβρίου 2014

Όπως κυλάει ο χρόνος
θα ρθει ένα βράδυ
που θα βγεις στο μπαλκόνι όπως κι άλλα βράδια
και μια μπουγάδα θα σε ξαφνιάσει με τη μυρωδιά της
θα κοιτάξεις ψηλά τον ουρανό
και θα πεις
έτσι όμορφα μυρίζουν τ άστρα
κι όλη η ζωή τελικά μια μπουγάδα είναι
που την πρώτη του Νοέμβρη μυρίζει για μια στιγμή άστρα
κι όλα στην πόλη είναι τακτοποιημένα
κι η ανάσα μια υπόσχεση παντοτινή
πως δε θα ξεχάσουμε ποτέ πως ζεσταίνονται οι καρδιές μας

stixoi.info

Μαρία Ανδρεάδου στις 21 Δεκεμβρίου 2014

Ό,τι κι αν κάμης,
όπου να δράμης,
απ’ όποιο γένος,
δικός μου ή ξένος,
του κάκου! Εμπρός σου
πάντα θα μ’ έχης,
πίσω μου τρέχεις·
το τρέξιμό σου
να μην το βιάζης,
και λαχανιάζεις.
Να με θυμάσαι,
τέτοιος ο νόμος:
Ο πεζοδρόμος
μιας έγνοιας θάσαι,
κι εγώ μιας χάρης
ο καβαλλάρης

πηγη : http://www.myriobiblos.gr/texts/greek/petropoulos_palamas.html

Με αφορμή τα 70 χρόνια από την λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, 14 σύγχρονοι ποιητές και ποιήτριες, επιλέγουν και διαβάζουν από τα βιβλία “Αμοργός” του Νίκου Γκάτσου, “Μπολιβάρ” του Νίκου Εγγονόπουλου, “Ursa Minor” του Τάκη Παπατσώνη και “Ακριτικά” του Άγγελου Σικελιανού. Η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί την Τετάρτη 10 Δεκεμβρίου 2014 και ώρα 7.30 μ.μ., στην Ελληνοαμερικανική Ένωση (Μασσαλίας 22, Κολωνάκι), και εντάσσεται στο πλαίσιο των ποιητικών συναντήσεων: Με τα λόγια (γίνεται).

Οι 14 συμμετέχοντες είναι:
Δημήτρης Άλλος, Ορφέας Απέργης, Άννα Γρίβα, Κατερίνα Ηλιοπούλου, Παναγιώτης Ιωαννίδης, Δήμητρα Κωτούλα, Παυλίνα Μάρβιν, Γιάννα Μπούκοβα, Ιορδάνης Παπαδόπουλος, Γιάννης Πατίλης, Αλεξάνδρα Πλαστήρα, Χρήστος Σιορίκης, Δανάη Σιώζιου και Μαρία Τοπάλη.

Από την Πύλη για την Ελληνική Γλώσσα

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 16 Νοεμβρίου 2014

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
δε θα πάψεις ούτε στιγμή ν’ αγωνίζεσαι για την ειρήνη και για το δίκιο.
Θα βγεις στους δρόμους, θα φωνάξεις, τα χείλια σου θα ματώσουν απ’ τις φωνές
το πρόσωπό σου θα ματώσει από τις σφαίρες μα ούτε βήμα πίσω.
Κάθε κραυγή σου μια πετριά στα τζάμια των πολεμοκάπηλων
κάθε χειρονομία σου σαν να γκρεμίζεις την αδικία.
Και πρόσεξε: μη ξεχαστείς ούτε στιγμή. 
Έτσι λίγο να θυμηθείς τα παιδικά σου χρόνια
αφήνεις χιλιάδες παιδιά να κομματιάζονται την ώρα που παίζουν ανύποπτα στις πολιτείες 
μια στιγμή αν κοιτάξεις το ηλιοβασίλεμα
αύριο οι άνθρωποι θα χάνονται στην νύχτα του πολέμου
έτσι και σταματήσεις μια στιγμή να ονειρευτείς
εκατομμύρια ανθρώπινα όνειρα θα γίνουν στάχτη κάτω απ’τις οβίδες.
Δεν έχεις καιρό
δεν έχεις καιρό για τον εαυτό σου
αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
μπορεί να χρειαστεί ν’ αφήσεις τη μάνα σου, την αγαπημένη ή το παιδί σου.
Δε θα διστάσεις.
Θ’ απαρνηθείς την λάμπα σου και το ψωμί σου
θ’ απαρνηθείς τη βραδινή ξεκούραση στο σπιτικό κατώφλι
για τον τραχύ δρόμο που πάει στο αύριο.
Μπροστά σε τίποτα δε θα δειλιάσεις και ούτε θα φοβηθείς.
Το ξέρω, είναι όμορφο ν’ ακούς μια φυσαρμόνικα το βράδυ, να κοιτάς εν’ άστρο, να ονειρεύεσαι
είναι όμορφο σκυμμένος πάνω απ’ το κόκκινο στόμα της αγάπης σου
να την ακούς να λεει τα όνειρα της για το μέλλον.
Μα εσύ πρέπει να τ’ αποχαιρετήσεις όλ’ αυτά και να ξεκινήσεις 
γιατί εσύ είσαι υπεύθυνος για όλες τις φυσαρμόνικες του κόσμου, για όλα τ’ άστρα, για όλες τις λάμπες και για όλα τα όνειρα
αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος. 

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος 
μπορεί να χρειαστεί να σε κλείσουν φυλακή για είκοσι ή και περισσότερα χρόνια
μα εσύ και μες στη φυλακή θα θυμάσαι πάντοτε την άνοιξη, τη μάνα σου και τον κόσμο.
Εσύ και μες απ’ το τετραγωνικό μέτρο του κελιού σου
θα συνεχίζεις το δρόμο σου πάνω στη γη.
Κι όταν μες στην απέραντη σιωπή, τη νύχτα 
θα χτυπάς τον τοίχο του κελιού σου με το δάχτυλο 
απ’ τ’ άλλο μέρος του τοίχου θα σου απαντάει η Ισπανία. 
Εσύ, κι ας βλέπεις να περνάν τα χρόνια σου και ν’ ασπρίζουν τα μαλλιά σου
δε θα γερνάς.
Εσύ και μες στη φυλακή κάθε πρωί θα ξημερώνεσαι πιο νέος
αφού όλο και νέοι αγώνες θ’ αρχίζουμε στον κόσμο
αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
θα πρέπει να μπορείς να πεθάνεις ένα οποιοδήποτε πρωινό.
Αποβραδίς στην απομόνωση θα γράψεις ένα μεγάλο τρυφερό γράμμα στη μάνα σου
θα γράψεις στον τοίχο την ημερομηνία, τ’ αρχικά του ονόματός σου και μια λέξη: Ειρήνη
σα νάγραφες όλη την ιστορία της ζωής σου.
Να μπορείς να πεθάνεις ένα οποιοδήποτε πρωινό 
να μπορείς να σταθείς μπροστά στα έξη ντουφέκια 
σα να στεκόσουνα μπροστά σ’ ολάκερο το μέλλον.
Να μπορείς, απάνω απ’ την ομοβροντία που σε σκοτώνει
εσύ ν’ ακούς τα εκατομμύρια των απλών ανθρώπων που τραγουδώντας πολεμάνε για την ειρήνη.
Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος

Κυριακή Ψαρρού στις 15 Νοεμβρίου 2014

Έτσι
χωρίς ποτέ να μου διαβάσεις παραμύθια
όπως χωρίς σε μεγαλώσανε και σένα
σπαρτιάτικα – ενώ καλοπερνούν τα ψέματα
και ψέμα ότι τρέφονται με μέλανα ζωμό.
Τρέφονται με τις ανάγκες μας
ανώτερες κι από βασιλικό πολτό.
Σε νυχτωμένο δάσος σε άφησε ο ποιός
και συ δεν ρώτησες ποτέ κανένα παραμύθι
πως να διαφύγεις και από που.
Και μόνο φόβοι
δίνανε στους φόβους σου κουράγιο
εκεί αμετακίνητη να μένεις
στου ανέμου τα μουγκρίσματα
τη νύχτα όσο ξέσκιζε των δέντρων τα κλαδιά
τα ώτα και τα χρόνια.
Έτσι ακριβώς μεγάλωσες και μένα,
σπαρτιάτικα, με νυχτωμένου δάσους
τον μέλανα ζωμό
δε μ΄έστειλες ποτέ σε παραμύθι
να διαφύγω από που.
Κι εγώ όπως εσύ ποτέ δε διανοήθηκα
σπιτάκι φωτισμένο στο βάθος να διακρίνω
ποτέ δεν μπήκα στης Χιονάτης τη δανεική οδό
δε χώθηκα ποτέ σε ξένη σούπα
να κοιμηθώ
ούτε ξεπαγιασμένη καταβρόχθισα
μικρόσωμο κρεβάτι με νάνους σκεπασμένο
για να κρατιέται ζεστουλό.
Μάνα, λες να είναι
κληρονομική η πραγματικότης;
www.withingme.blogspot.gr
από την Πετρούλα
Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 14 Νοεμβρίου 2014

Μανώλης Αναγνωστάκης

 

Φοβάμαι

 

Φοβάμαι

τους ανθρώπους που εφτά χρόνια

έκαναν πως δεν είχαν πάρει χαμπάρι

και μια ωραία πρωία –μεσούντος κάποιου Ιουλίου–

βγήκαν στις πλατείες με σημαιάκια κραυγάζοντας

«Δώστε τη χούντα στο λαό».

Φοβάμαι τους ανθρώπους

που με καταλερωμένη τη φωλιά

πασχίζουν τώρα να βρουν λεκέδες στη δική σου.

Φοβάμαι τους ανθρώπους

που σου ‘κλειναν την πόρτα

μην τυχόν και τους δώσεις κουπόνια

και τώρα τους βλέπεις στο Πολυτεχνείο

να καταθέτουν γαρίφαλα και να δακρύζουν.

Φοβάμαι τους ανθρώπους

που γέμιζαν τις ταβέρνες

και τα ‘σπαζαν στα μπουζούκια

κάθε βράδυ

και τώρα τα ξανασπάζουν

όταν τους πιάνει το μεράκι της Φαραντούρη

και έχουν και «απόψεις».

Φοβάμαι τους ανθρώπους

που άλλαζαν πεζοδρόμιο όταν σε συναντούσαν

και τώρα σε λοιδορούν

γιατί, λέει, δεν βαδίζεις στον ίσιο δρόμο.

Φοβάμαι, φοβάμαι πολλούς ανθρώπους.

Φέτος φοβήθηκα ακόμα περισσότερο.

Γιάννης Ρίτσος – 16 και 17 Νοέμβρη 1973

Αθήνα 16 Νοεμβρίου 1973

Ωραία παιδιά, με τα μεγάλα μάτια σαν εκκλησίες χωρίς στασίδια.
Ωραία παιδιά, δικά μας, με τη μεγάλη θλίψη των αντρείων,
Αψήφιστοι, όρθιοι στα προπύλαια, στον πέτρινο αέρα,
Έτοιμο χέρι, έτοιμο μάτι, – πως μεγαλώνει
το μπόι, το βήμα και η παλάμη του ανθρώπου;

17 Νοεμβρίου

Βαρειά σιωπή, διάτρητη απ’ τους πυροβολισμούς,
πικρή πολιτεία,
αίμα, φωτιά, η πεσμένη πόρτα, ο καπνός, το ξύδι-
ποιος θα πει : περιμένω απ’ το μέσα μαύρο;
Μικροί σκοινοβάτες με τα μεγάλα παπούτσια
μ΄ έναν επίδεσμο φωτιά στο κούτελο
κόκκινο σύρμα, κόκκινο πουλί,
και το μοναχικό σκυλί στ’ αποκλεισμένα προάστια
ενώ χαράζει η χλωμότερη μέρα πίσω
απ’ τα καπνισμένα αγάλματα
κι ακούγεται ακόμη η τελευταία κραυγή διαλυμένη
στις λεωφόρους.
Πάνω απ’ τα τανκς, μέσα στους σκόρπιους πυροβολισμούς
πώς μπορείτε λοιπόν να κοιμάστε;

Το αγόρι και η πόρτα

ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟΥ

Εκεί που έπεσε
είναι μια κόκκινη λίμνη,
ένα κόκκινο δέντρο,
ένα κόκκινο πουλί.
Σηκώθηκε όρθια
η πεσμένη καγκελόπορτα-
χιλιάδες άλογα.
Λαός καβαλίκεψε.
Κομνηνέ! – φωνάξαμε.
Γύρισε και μας κοίταξε
δε φορούσε επίδεσμο
ούτε στεφάνι.
’σπρα άλογα, κόκκινα άλογα
και μαύρα, πιο μαύρα-
καλπασμός, – η ιστορία

 

 

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 9 Νοεμβρίου 2014

Μη μιλάς κι άκου
ξέρω δε θα το πιστέψεις
τώρα ειδικά μες στην κρίση, εγώ
ξέρω δε θα το πιστέψεις
έχω κάτι ωραίο να σου πω
κάτι που μ’ έχει βοηθήσει
μήπως και σένα σε πείσει
κάτι που μ’ έχει βοηθήσει.

Ναι, πριν η μαυρίλα με κλείσει
βρήκα ένα σπίτι καινούργιο φτηνό
κάτω στο κέντρο με θέα
αυτό που ήθελα πάντα
ο πρώην κύκλος να κλείσει
κάτι που μ’ έχει βοηθήσει
στο λέω μ’ έχει βοηθήσει

Όσο κι αν αφήνω πίσω τα παλιά
όσο κι αν μου λείπουν οι δικοί μου
τώρα είμαι γεμάτη δώρα και φιλιά
μες στη φρίκη φτιάχνω την ζωή μου.

Μετακόμιση τώρα, 
μες στην άγρια μπόρα
μια λιακάδα μου αξίζει
παίρνω θάρρος και φόρα
μετακόμιση τώρα.

Μετακόμιση τώρα
ναι, σου λέω προχώρα
διάλεξε με ποιους θα `σαι
την πιο δύσκολη ώρα
μετακόμιση τώρα.

Πάτα γκάζι, μόνο γκάζι, τέρμα γκάζι
Μετακόμιση τώρα.

Άκου, πρέπει σου λέω να πιστέψεις
λες να μην ξέρω τι είναι αυτοί οι καιροί
μα θέλει πείσμα ν’ αντέξεις
να `ρθει μαζί σου ν’ αλλάξει η εποχή
σελίδα στα παρακάτω
να πεταχτούμε απ’ τον πάτο
να πάμε στα παρακάτω.

Μονάχα εύκολο δεν είναι όλο αυτό, 
μα πίστεψε με δεν υπάρχει άλλος δρόμος
πως να νιώσω αλλιώς ότι χρειάζομαι
πως να μπει στη θέση του ο τρόμος;

Μετακόμιση τώρα, 
μες στην άγρια μπόρα
μια λιακάδα μου αξίζει
παίρνω θάρρος και φόρα
μετακόμιση τώρα.

Μετακόμιση τώρα
ναι, σου λέω προχώρα
διάλεξε με ποιους θα `σαι
την πιο δύσκολη ώρα
μετακόμιση τώρα.

Πάτα γκάζι, μόνο γκάζι, τέρμα γκάζι
Μετακόμιση τώρα.

Πες μου τι άλλο υπάρχει
πιο πολύ απ’ αυτό
πιο πολύ απ’ το τώρα

Μετακόμιση τώρα
Στης καρδιάς μου τη χώρα
Μια λιακάδα μου αξίζει
Παίρνω θάρρος και φόρα
Μετακόμιση τώρα

Η καρδιά το ξέρει, η ψυχή το θέλει, 
το μυαλό συμφωνεί
Μετακόμιση τώρα

ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΑΣ