Ποίηση

Γιάννα στις 28 Ιανουαρίου 2018

Τραγούδι (Eskimo)

Και ξαναθυμάμαι τις μικρές μου περιπέτειες. Όταν ξανοίχτηκα με ένα θαλασσινό άνεμο στο καγιάκ μου και νόμισα πως κινδύνευα. Οι φόβοι μου που θεωρούσα μεγάλους για όλα τα επίγεια που έπρεπε να βρω και να αποκτήσω. Κι όμως υπάρχει μόνο ένα μεγάλο πράγμα το σπουδαιότερο πράγμα: να ζήσω για να δω στα καλύβια και στα ταξίδια τη μεγάλη μέρα που ξημερώνει και το φως που γεμίζει τη γη.

Εκλιπαρώντας την ανάσα (Zuni)

Εκλιπαρώντας την ανάσα του θεού τη ζωοδότρα ανάσα του την αρχαία ανάσα του την ανάσα των νερών την ανάσα των σπόρων την ανάσα των αγαθών την ανάσα της γονιμότητας την ανάσα της δύναμης την ανάσα του δυνατού πνεύματος την ανάσα κάθε ευτυχίας ζητώντας την ανάσα του και μέσα στο ζεστό μου σώμα τραβώντας την ανάσα του τη φυσάω στην ανάσα σου ευτυχισμένες πάντα για να ζεις.

Φιλία (Aztec)

Σαν φτερό από κετζάλ*, σαν ευωδιαστό λουλούδι λάμπει η φιλία: σαν φτερά ερωδιού υφαίνεται γεμάτη στολίδια. Το τραγούδι μας είναι φωνή πουλιού σαν κουδουνάκι: Τι όμορφα που κάνεις κι αντηχεί! Εδώ, ανάμεσα στα λουλούδια που μας περικλείουν ανάμεσα στα ανθισμένα λουλούδια, τραγουδάς. * Σ.τ.μ.: Εξωτικό πουλί

Λόγια της μητέρας στο νεογέννητο γιο της την ώρα που κόβει τον ομφάλιο λώρο (Aztec)

Κόβω από την κοιλιά σου τον αφαλό: να ξέρεις πως ο τόπος που γεννήθηκες δεν είναι η πατρίδα σου, γιατί είσαι υπηρέτης και πολεμιστής, είσαι το πουλί που λέγεται κετζάλ, είσαι το πουλί που λέγεται ζακουάν, είσαι υπηρέτης και πολεμιστής Εκείνου που κατοικεί σε Όλους τους Τόπους. Το σπίτι που γεννήθηκες δεν είναι παρά η φωλιά σου. Είναι ένας σταθμός στο δρόμο σου. Είναι το σημείο εισόδου σου στον κόσμο. Εδώ ξεπήδησες, εδώ άνθισες. Εδώ αποχωρίζεσαι τη μάνα σου σαν το πελεκούδι που κόπηκε απ’ την πέτρα.

Σε μια αγαπημένη γυναίκα (Otomi)

Στον ουρανό ένα φεγγάρι· στο πρόσωπο σου ένα στόμα. Στον ουρανό πολλά άστρα· στο πρόσωπο σου μόνο δύο μάτια.

Τραγούδι ονείρου (Papago)

Εκεί που διασταυρώνονται τα βουνά. Στην κορυφή του βουνού, ούτε ξέρω που. Περιπλανήθηκα εκεί που το μυαλό και η καρδιά μου έμοιαζαν χαμένα. Έφυγα μακριά.

Γιάννα στις 1 Ιανουαρίου 2018

Το φίλτρο

Η νέα χρονιά ήρθε με δώρο

Αόρατο μπήκε
διάτρητο πλέγμα στην πόρτα

Οτι ειναι χοντρό μενει απ έξω

Οι λεπτές μόνο αισθήσεις διαπερνούν

Ο καινούργιος χρόνος
αφήνει την πόρτα ανοιχτή
σε όσους αδολα θελουν να μπουν
και για οσους οργισμένα
θέλουν να βγουν

Το φούσκωμα του εγώ
και άλλων παρόμοιων σκουπιδιών
Θα φυλάσσονται σε κάδο
άχρηστων συμπεριφορών

Δίνω όρκο μεγάλο
ότι με πληγώνει βαθιά
με ελαφριά την καρδιά
θα πω ευχαριστώ
δεν θα πάρω

Ανοιγομαι στο δυνατό , το αληθινό
το αυτονόητο…..και το μεγάλο

 

Του φίλου μου Μανώλη Γραμματικάκη

 

Γιάννα στις 3 Δεκεμβρίου 2017

Πάντα τη θάλασσα, άνθρωπε λεύτερε, θ’ αγαπάς!Αυτή είναι ο καθρέπτης σου κοιτάζεις τους βυθούς σουστο κύλισμα τ’ ατελείωτο του κύματος, κι ο νους σουκλείνει κι αυτός την πίκρα της αβύσσου, της βαθιάςΣ’ αρέσει να βυθίζεσαι στο πέλαο που σου μοιάζει’να κλείσεις στην αγκάλη σου θες τον ωκεανό,και της καρδιάς σου η τρικυμιά καμιά φορά ησυχάζει,τον άγριο του κι αδάμαστο ακούοντας στεναγμόΕίστε κι οι δυο σκοτεινοί κι απόκρυφοι’ κανείς,ω άνθρωπε, δε μέτρησε την άπατη άβυσσό σου’κανείς δεν ξέρει, ω θάλασσα, τον πλούτο τον κρυφό σου,τόσο με ζήλια κρύβετε τα μυστικά σας εσείς!Κι όμως, να που αναρίθμητους αιώνες στη ζωή,ο ένας τον άλλον άφοβα κι ανήλεα πολεμάτε,τόσο κι οι δυο σας τη σφαγή, το θάνατο αγαπάτε,ω πολέμαρχοι αιώνιοι, ω αμείλικτοι αδερφοί!

Γιάννα στις 3 Δεκεμβρίου 2017

Είμαστε οι κούφιοι άνθρωποι,
οι βαλσαμωμένοι άνθρωποι
σκύβοντας μαζί
κεφαλοκαύκι γεμισμένο άχυρο. Aλίμονο!
οι στεγνές φωνές μας όταν
ψιθυρίζουμε μαζί
είναι ήσυχες κι ανόητες
σαν άνεμος σε ξερό χορτάρι
ή πόδια ποντικών σε σπασμένο γυαλί
στο ξερό μας κελάρι

σχήμα χωρίς μορφή, σκιά χωρίς χρώμα,
παραλυμένη δύναμη, χειρονομία χωρίς κίνηση

αυτοί που πέρασαν
με ολόισια μάτια, στου θανάτου το άλλο βασίλειο
μας θυμούνται -αν καθόλου μας θυμούνται-
σαν κούφιους ανθρώπους
σα βαλσαμωμένους

μάτια δεν τολμώ να δω στα όνειρα
στου θανάτου το ονειρικό βασίλειο
αυτά δεν εμφανίζονται εκεί:
τα μάτια είναι
ηλιόφως σε μια σπασμένη κολώνα
εκεί, είναι ένα δέντρο χορεύοντας
και φωνές
στου ανέμου το τραγούδισμα
πιο μακρινές και πιο τελεστικές
από ένα μαραμένο αστέρι

ας είμαι όχι πιο κοντά
στου θανάτου το ονειρικό βασίλειο
ας φορέσω επίσης
τις μεταμφιέσεις
αρουραίου τρίχωμα, κοράκου δέρμα, κουρελούδες
σ” έναν αγρό
φερόμενος όπως φέρεται ο άνεμος
όχι πιο κοντά

όχι αυτή την τελική συνάντηση
στου λυκόφωτος το βασίλειο

αυτή είναι η νεκρή χώρα
αυτή είναι του κάκτου η χώρα
εδώ τα πέτρινα είδωλα
σηκώνονται, εδώ λαμβάνουν
την ικεσία ενός χεριού νεκρού ανθρώπου
κάτω απ” το σπίθισμα σβησμένου άστρου

αυτό είναι σαν αυτό
στου θανάτου το άλλο βασίλειο
ξυπνώντας μόνοι
την ώρα που είμαστε
τρέμοντας με τρυφερότητα
χείλη που θα φιλούσαν
κάνουν προσευχές σε τσακισμένες πέτρες

αόμματοι
αν δεν τα μάτια μας ξαναφανούν
όπως το αέναο άστρο
του πολύφυλλου ρόδου
στου θανάτου το λυκοφωτικό βασίλειο
η ελπίδα μόνο
των κενών ανθρώπων
των άδειων ανθρώπων

μεταξύ ιδέας
και πραγματικότητας
μεταξύ κίνησης
και δράσης
πέφτει η σκιά

μεταξύ αντίληψης
και δημιουργίας
πέφτει η σκιά

η ζωή είναι πολύ μακριά

μεταξύ πόθου
και σπασμού
μεταξύ δύναμης
και ύπαρξης
μεταξύ ουσίας
και πτώσης
πέφτει η σκιά
γιατί δικό σου είναι το βασίλειο

γιατί δική σου είναι η ζωή
γιατί η ζωή σου είναι δική σου
δική σου

αυτός είναι ο τρόπος που τελειώνει ο κόσμος
όχι μ” ένα πάταγο αλλά μ” ένα λυγμό

Γιάννα στις 25 Νοεμβρίου 2017

ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΙΩΝΙΑ ΛΑΜΨΗ ΤΟΥΣ, ΤΗΝ ΜΟΥΣΙΚΗ ΠΟΥ ΚΑΝΟΥΝ ΤΑ ΑΣΤΕΡΙΑ ΓΥΡΙΖΟΝΤΑΣ ΣΤΗΝ ΤΡΟΧΙΑ ΤΟΥΣ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΤΗΝ ΑΚΟΥΣΕΙ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΑΠΟΛΥΤΗ ΗΣΥΧΙΑ Ο ΕΝΘΕΟΣ ΝΟΥΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ.

«Το λέω για να τ’ ακούν οι νέοι, και να σκορπίσουν τα λαχεία τους κι αυτοί, όπου μπορέσουν κι όπου βρουν. Να μην τ’ αφήσουν κέρδος στους πολλούς. Έτσι τουλάχιστον, θα κατακτήσουμε τη δυνατότητα να μας φοβούνται. Ποιους; Εμάς, τους ποιητές. Μια και δεν είναι δυνατό να μας εντάξουν στα συρτάρια τους, σ’ ό,τι μπορούν να ελέγξουνε και να προβλέψουν οι ανερχόμενοι πολλοί. Τους φοβερίζει η άρνησή μας να δεχτούμε φάκελο, κατάταξη, τάξη κι αριθμό. Τους φοβερίζει η άρνησή μας να ενταχθούμε στις ομάδες αυτών που όταν κοιμούνται, τα χέρια τους είναι από μέσα ή απ΄ έξω από το πάπλωμα. Γιατί τα χέρια τα δικά μας την ώρα του ύπνου, ζωγραφίζουν ελεύθερα τους ανέμους, με χρώματα και με σχηματισμούς πτηνών, και μας τοποθετούν παντοτινά μες στους αιώνες, με την αθάνατη κι ερωτική μορφή του Λαχειοπώλη τ΄ Ουρανού».

Απόσπασμα από το βιβλίο του Μάνου Χατζιδάκι, Ta Σχόλια του Τρίτου

Γιάννα στις 18 Νοεμβρίου 2017

 

Για έναν ποιητή το θέμα δεν είναι να πει ότι βρέχει. Το θέμα είναι να δημιουργήσει τη βροχή! Paul Valery

ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ ΤΑ ΠΑΘΗ ΤΗΣ ΒΡΟΧΗΣ

Εν μέσω λογισμών και παραλογισμών
άρχισε κι η βροχή να λιώνει τα μεσάνυχτα
μ’ αυτόν τον πάντα νικημένο ήχο
σι, σι, σι.
Ήχος συρτός, συλλογιστός, συνέρημος,
ήχος κανονικός, κανονικής βροχής.
Όμως ο παραλογισμός
άλλη γραφή κι άλλην ανάγνωση
μού’ μαθε για τους ήχους.
Κι όλη τη νύχτα ακούω και διαβάζω τη βροχή,
σίγμα πλάι σε γιώτα, γιώτα κοντά στο σίγμα,
κρυστάλλινα ψηφία που τσουγκρίζουν
και μουρμουρίζουν ένα εσύ, εσύ, εσύ.Και κάθε σταγόνα κι ένα εσύ,
όλη τη νύχτα
ο ίδιος παρεξηγημένος ήχος,
αξημέρωτος ήχος,
αξημέρωτη ανάγκη εσύ,
βραδύγλωσση βροχή,
σαν πρόθεση ναυαγισμένη
κάτι μακρύ να διηγηθεί
και λέει μόνο εσύ, εσύ, εσύ,
νοσταλγία δισύλλαβη,
ένταση μονολεκτική,
το ένα εσύ σαν μνήμη,
το άλλο σαν μομφή
και σαν μοιρολατρία,
τόση βροχή για μια απουσία,
τόση αγρύπνια για μια λέξη,
πολύ με ζάλισε απόψε η βροχή
μ’ αυτή της τη μεροληψία
όλο εσύ, εσύ, εσύ,
σαν όλα τ’ άλλα νά’ ναι αμελητέα
και μόνο  εσύ, εσύ, εσύ

 

ΜΑΝΩΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ

[Άρχισε μια σιγανή βροχή…]

Έπεφτε μια κίτρινη παλιά βροχή…
Γ. Κ.
Άρχισε μια σιγανή βροχή αργά προς το βράδυ. Στις πολιτείες ο ουρανός φαίνεται μιαν απέραντη λασπωμένη πεδιάδαΚι η βροχή είναι μια καλοσύνη, όσο να πεις, δε μοιάζει διόλου με το θάνατο Μπορείς να βαδίζεις κάποτε χωρίς κανένα σκοπό ή με σκοπό —σου είναι αδιάφορο—Μιαν εποχή μακρινή και νεκρή σα μια βίαια σκισμένη πολυτέλεια. Εγώ συλλογίζομαι πώς και γιατί άραγε μια βροχή μπορεί να σου θυμίζει τόσα πράγματα— Χωρίς αμφιβολία είναι τόσο ανόητο να τα στοχάζεσαι όλα αυτά μια τέτοιαν ώρα— Συλλογίζομαι όμως στις ζεστές χειμωνιάτικες κάμαρες μιαν αλλιώτικη μυρουδιά Ύστερα από τις 6 με τα κλειστά παραθυρόφυλλα και τ’ αναμμένο φως. Ή μια γωνιά δίπλα στο τζάμι σ’ ένα μεγάλο καφενείο με τις αδιάφορες φωνές. Τα συλλογίζεσαι όλα αυτά με τον πιο απλούστερο τρόπο ολωσδιόλου παιδιάστικα Μπορείς να λησμονείς το κάθε τι, τί τάχα να γυρεύεις εδώ μια τέτοιαν ώρα. Εσύ, ο διπλανός σου, όλος αυτός ο κόσμος που πορεύεται δίπλα σου μες στο σκοτάδι. Αυτή η ανήσυχη σιωπή που πληγώνει περισσότερο κι απ’ το πιο κοφτερό λεπίδι. Να λησμονείς για μιαν ελάχιστη στιγμή πως ίσως δεν τέλειωσε ούτε και απόψε για σένανε το κάθε τι . Τόσο π’ αν τρίξει κάτι αναπάντεχα είναι να σου ξυπνήσει την ακριβήν υπόθεση μιας επιστροφής Τη χειμωνιάτικη ζεστή κάμαρα, το καφενείο με τις πολύχρωμες φωνές.

…Έτσι βρέχει λοιπόν μια κίτρινη βροχή χωρίς τέλος. Μια κίτρινη παλιά βροχή, τη νύχτα, σα μαστίγιο.

Γιάννα στις 27 Οκτωβρίου 2017

Άγρια των άστρων μουσική
μόλις νυχτώνει με ξυπνάς
Μέσα στην πιο βαθιά σιωπή
έρχεσαι και με τυραννάς

Άγρια των άστρων μουσική

στην ξεχασμένη σου φωτιά
ρίχνονται οι πιο κρυφοί καημοί
ψάχνοντας να “βρουν γιατρειά

Μ’ όσα φύγαν, μ’ όσα έχουν πια χαθεί
μ’ ό,τι μέσα μου έχω ως τώρα περισώσει
ξεκινάω κάθε μέρα απ’ την αρχή
τα μετράω και περιμένω να νυχτώσει

Άγρια των άστρων μουσική
μόλις νυχτώνει με ξυπνάς
Μέσα στην πιο βαθιά σιωπή
έρχεσαι και με τυραννάς

Με μεθάς με γελάς με χαϊδεύεις με χτυπάς με πονάς
Στην ανύπαρκτη πατρίδα των ονείρων μ’ οδηγάς
Με μεθάς με γελάς με χαϊδεύεις με χτυπάς με πονάς
Κι όταν φεύγεις το πρωί σαν παιδί με παρατάς

Άγρια των άστρων μουσική
έρχεσαι δίχως να ρωτάς
και μ’ ένα ξαφνικό φιλί
με καταπίνεις, με ρουφάς

Άγρια των άστρων μουσική
στην ξεχασμένη σου φωτιά
ρίχνονται οι πιο κρυφοί καημοί
ψάχνοντας να “βρουν γιατρειά

Με μεθάς με γελάς με χαϊδεύεις με χτυπάς με πονάς
Στην ανύπαρκτη πατρίδα των ονείρων μ’ οδηγάς
Με μεθάς με γελάς με χαϊδεύεις με χτυπάς με πονάς
Κι όταν φεύγεις το πρωί σαν παιδί με παρατάς…

 

Γιάννα στις 14 Οκτωβρίου 2017

Ρίτσος

Για το παιδί»: «Τα παιδιά θέλουν παπούτσια/ τα παιδιά θέλουν ψωμί/ θέλουνε και φάρμακα/ δούλεψε και συ/ Γέλα κλαίγε κι όλο λέγε/ το παιδί: ζωή./ Τίποτ’ άλλο, Ζωή./ Ζύμωνε στη σκάφη/ πρώτο σου ζυμάρι, πρώτο σου ψωμί/ ένα καλυβάκι μια μικρούλα αυλή/για το παιδί./ Ζύμωνε το χώμα/ με το δάκρυ δάκρυ/ φτιάξε ένα χωμάτινο πουλί/ να πετάει τη νύχτα/ και να κελαηδεί/ για το παιδί./ Τούτη είναι η ζωή μας/ τούτο το μεγάλο, τίποτ’ άλλο/ γέλα κλάψε, πες ό,τι θες/ Το παιδί ζωή: ζωή/ τίποτ’ άλλο.»!

Ειρήνη- Γ. Ρίτσο

Τ’ όνειρο του παιδιού είναι η ειρήνη
Τ’ όνειρο της μάνας είναι η ειρήνη
Τα λόγια της αγάπης κάτω απ’ τα δέντρα
είναι η ειρήνη. Ο πατέρας που γυρνάει τ’ απόβραδο
μ’ ένα φαρδύ χαμόγελο στα μάτια
μ’ ένα ζεμπίλι στα χέρια του γεμάτο φρούτα
και οι σταγόνες του ιδρώτα στο μέτωπό του
είναι όπως οι σταγόνες του σταμνιού
που παγώνει το νερό στο παράθυρο,
είναι η ειρήνη.
Όταν οι ουλές απ’ τις λαβωματιές
κλείνουν στο πρόσωπο του κόσμου
και μες στους λάκκους που ‘καψε η πυρκαγιά
δένει τα πρώτα της μπουμπούκια η ελπίδα
κι οι νεκροί μπορούν να γείρουν στον πλευρό τους
και να κοιμηθούν δίχως παράπονο
ξέροντας πως δεν πήγε το αίμα τους του κάκου,
είναι η ειρήνη.
Ειρήνη είναι η μυρουδιά του φαγητού το βράδυ,
τότε που το σταμάτημα του αυτοκινήτου στο δρόμο
δεν είναι φόβος,
τότε που το χτύπημα στην πόρτα
σημαίνει φίλος,
και το άνοιγμα του παραθύρου κάθε ώρα
σημαίνει ουρανός,
γιορτάζοντας τα μάτια μας
με τις μακρινές καμπάνες των χρωμάτων του,
είναι ειρήνη.
Ειρήνη είναι ένα ποτήρι ζεστό γάλα
κι ένα βιβλίο μπροστά στο παιδί που ξυπνάει,
τότε που τα στάχυα γέρνουν το ‘να στ’ άλλο λέγοντας:
το φως, το φως
και ξεχειλάει η στεφάνη του ορίζοντα φως,
είναι η ειρήνη.
Τότε που οι φυλακές επισκευάζονται να γίνουν βιβλιοθήκες,
τότε που ένα τραγούδι ανεβαίνει από κατώφλι σε κατώφλι τη νύχτα,
τότε που τ’ ανοιξιάτικο φεγγάρι βγαίνει απ’ το σύγνεφο
όπως βγαίνει απ’ το κουρείο της συνοικίας
φρεσκοξυρισμένος ο εργάτης το Σαββατόβραδο,
είναι η ειρήνη.
Τότε που η μέρα που πέρασε,
δεν είναι μια μέρα που χάθηκε,
μα είναι η ρίζα που ανεβάζει τα φύλλα της χαράς μέσα στο βράδυ
κι είναι μια κερδισμένη μέρα κι ένας δίκαιος ύπνος,
που νιώθεις πάλι ο ήλιος να δένει βιαστικά τα κορδόνια του
να κυνηγήσει τη λύπη απ’ τις γωνιές του χρόνου,
είναι η ειρήνη.
Ειρήνη είναι οι θημωνιές των αχτίνων στους κάμπους του καλοκαιριού
είναι τ’ αλφαβητάρι της καλοσύνης στα γόνατα της αυγής.
Όταν λες: αδελφές μου, – όταν λέμε: αύριο θα χτίσουμε.
όταν χτίζουμε και τραγουδάμε,
είναι η ειρήνη.
Η ειρήνη είναι τα σφιγμένα χέρια των ανθρώπων
είναι το ζεστό ψωμί στο τραπέζι του κόσμου
είναι το χαμόγελο της μάνας
Τίποτ’ άλλο δεν είναι η ειρήνη.
Και τ’ αλέτρια που χαράζουν βαθιές αυλακιές σ’ όλη τη γη,
ένα όνομα μονάχα γράφουν:
Ειρήνη.
Τίποτ’ άλλο. Ειρήνη.
Πάνω στις ράγες των στίχων μου
το τραίνο που προχωρεί στο μέλλον
φορτωμένο στάρι και τριαντάφυλλα,
είναι η ειρήνη.
Αδέρφια,
μες στην ειρήνη διάπλατα ανασαίνει όλος ο κόσμος
με όλα τα όνειρά μας
Δώστε τα χέρια αδέρφια μου,
αυτό ‘ναι η ειρήνη.

 

…Το ποίημα
μην το καταποντίζεις στα βαθιά πλατάνια
θρέψε το με το χώμα και το βράχο που έχεις.
Τα περισσότερα –
σκάψε στον ίδιο τόπο να τα βρεις.
Ο Γιώργος Σεφέρης συνθέτει ένα ποίημα «εις εαυτόν», για την αξία της αυτογνωσίας, η αλήθεια του οποίου λειτουργεί ως μήνυμα προς κάθε άνθρωπο και φυσικά προς τους ομοτέχνους του. Ο ποιητής αναγνωρίζει πως η πραγματική ουσία του ανθρώπου ενυπάρχει στα απλά πράγματα που συνθέτουν τη ζωή του και πως κάθε άνθρωπος οφείλει να γνωρίσει και να αποδεχτεί αυτό που πραγματικά είναι. Μόνο αν γνωρίσουμε την πραγματική μας υπόσταση, θα μπορέσουμε να αντλήσουμε τις απαντήσεις που γυρεύουμε.
Γιάννα στις 25 Μαρτίου 2017

. Εάν αποσυνθέσεις την Ελλάδα, στο τέλος θα δεις να σου απομένουν μια ελιά, ένα αμπέλι κι ένα καράβι. Που σημαίνει: με άλλα τόσα την ξαναφτιάχνεις.

2. Τα τρία Τ της επιτυχίας: Ταλέντο, Τόλμη, Τύχη.

3. Πιάσε το ΠΡΕΠΕΙ από το ιώτα και γδάρε το ίσαμε το πι.

4. Είναι διγαμία ν’ αγαπάς και να ονειρεύεσαι.

5. Την αλήθεια την φτιάχνει κανείς ακριβώς όπως φτιάχνει και το ψέμα.

6. Η λύπη ομορφαίνει επειδή της μοιάζουμε.

7. Το κενό υπάρχει όσο δεν πέφτεις μέσα του.

8. Κάνε άλμα πιο γρήγορο από τη φθορά.

9. Όταν ακούς τάξη, ανθρωπινό κρέας μυρίζει.

10. Βαρύς ο κόσμος να τον ζήσεις, όμως για λίγη περηφάνια το άξιζε.

11. Χαράξου κάπου με οποιονδήποτε τρόπο και μετά πάλι σβήσου με γενναιοδωρία…

12. Και η Ποίηση πάντοτε είναι μία όπως ένας είναι ο ουρανός. Το ζήτημα είναι από πού βλέπει κανείς τον ουρανό. Εγώ τον έχω δει από καταμεσίς της θάλασσας.

13. Για να πατάς στέρεα στη γη, πρέπει το ένα πόδι σου να είναι έξω από τη γη.

14. Όταν η συμφορά συμφέρει, λογάριαζέ την για πόρνη.

15. Αλλά με τις ξόβεργες μπορεί να πιάνεις πουλιά, δεν πιάνεις ποτέ το κελαηδητό τους. Χρειάζεται η άλλη βέργα, της μαγείας, και ποιος μπορεί να την κατασκευάσει αν δεν του ’χει από μιας αρχής δοθεί;

16. Από τον Θεό τραβιέται ο άνθρωπος όπως ο καρχαρίας από το αίμα.

17. Το άπειρο υπάρχει για μας όπως η γλώσσα για τον κωφάλαλο.

18. Αρκετά λατρέψαμε τον κίνδυνο κι είναι καιρός να μας το ανταποδώσει.

19. Μια νομοθεσία εντελώς άχρηστη για τις Εξουσίες θα ‘τανε αληθινή σωτηρία.

20. Τη μαγεία δεν την πιάνεις με την ερμηνεία της μαγείας, πόσο μάλλον με την περιγραφή της ερμηνείας της μαγείας. Ή κελαηδάς ή σωπαίνεις. Δε λες: αυτό που κάνω είναι κελαηδητό!

21. Δυστυχώς και η Γη με δικά μας έξοδα γυρίζει.

22. Η αλήθεια βγαίνει χυτή σαν το νιόκοπο άγαλμα, μόνον μέσ’ από τα καθάρια νερά της μοναξιάς· κι η μοναξιά της πένας είναι από τις πιο μεγάλες.

23. Ο Νόμος που είμαι δεν θα με υποτάξει.

24. Ένας Αναχωρητής για τους μισούς είναι, αναγκαστικά, για τους άλλους μισούς, ένας Ερχόμενος.

25. Φτασμένες οι προλήψεις σε μια καθαρότητα μαθηματική, μας οδηγούν στη βαθύτερη γνώση του κόσμου.

26. Αλλά κάτεχε ότι μονάχα κείνος που παλεύει το σκοτάδι μέσα του θα ‘χει μεθαύριο μερτικό δικό του στον ήλιο.

27. Ήρθαν ντυμένοι φίλοι αμέτρητες φορές οι εχθροί μου το παμπάλαιο χώμα πατώντας.

28. Ναι, ο Παράδεισος δεν ήταν μια νοσταλγία. Ούτε, πολύ περισσότερο, μια ανταμοιβή. Ήταν ένα δικαίωμα.

29. Κι έναν πόντο πιο ψηλά να πάτε, άνθρωποι, ευχαριστώ θα σας πει ο Θεός.

30. Τρώγε την πρόοδο και με τα φλούδια και με τα κουκούτσια της.

31. Ο ήλιος σκάει μέσα μας κι εμείς κρατάμε την παλάμη στο στόμα έντρομοι.

32. Στην κακή μοιρασιά πάντοτε ο Θεός ζημιώνεται.

33. Όπου ακούς αέρα είναι η γαλήνη που βρυκολάκιασε.

34. Ψαρεύοντας έρχεται η θάλασσα.

35. Θεέ μου τι μπλε ξοδεύεις για να μη σε βλέπουμε.

36. Τη γλώσσα μου έδωσαν Ελληνική. Το σπίτι φτωχικό στις αμμουδιές του Ομήρου.

37. Πριν απ’ τα μάτια μου ήσουν φως. Πριν απ’ τον Έρωτα έρωτας Κι όταν σε πήρε το φιλί, Γυναίκα.

38. Μέσα στη θλίψη της απέραντης μετριότητας, που μας πνίγει από παντού, παρηγοριέμαι ότι κάπου, σε κάποιο καμαράκι, κάποιοι πεισματάρηδες αγωνίζονται να εξουδετερώσουν τη φθορά.

39. Το ελάχιστο θέλησα και με τιμώρησαν με το πολύ.

40. Κείνο που σου προσάπτουνε τα χελιδόνια είναι η άνοιξη που δεν έφερες.

 

Γιάννα στις 25 Μαρτίου 2017

Ἀστεροσκοπεῖο – Μίλτος Σαχτούρης

Διαρρῆχτες τοῦ ἥλιου δὲν εἶδαν ποτέ τους πράσινο κλωνάρι δὲν ἄγγιξαν φλογισμένο στόμα δὲν ξέρουν τί χρῶμα ἔχει ὁ οὐρανὸς Σὲ σκοτεινὰ δωμάτια κλεισμένοι δὲν ξέρουν ἂν θὰ πεθάνουν, παραμονεύουν μὲ μαῦρες μάσκες καὶ βαριὰ τηλεσκόπια μὲ τ᾿ ἄστρα στὴν τσέπη τους βρωμισμένα μὲ ψίχουλα μὲ τὶς πέτρες τῶν δειλῶν στὰ χέρια παραμονεύου σ᾿ ἄλλους πλανῆτες τὸ φῶς. Νὰ πεθάνουν Νὰ κριθεῖ κάθε Ἄνοιξη ἀπὸ τὴ χαρά της ἀπὸ τὸ χρῶμα του τὸ κάθε λουλούδι ἀπὸ τὸ χάδι του τὸ κάθε χέρι ἀπ᾿ τ᾿ ἀνατρίχιασμά του τὸ κάθε φιλὶ

Ἕνα ἔρημο ἄνθος – Νίκος Καροῦζος

Βαθύτερο ἀπ᾿ τὴν ἀγάπη καὶ τὴν ταραχὴ ποὺ φέρνει μέσ᾿ στὸ στῆθος ἡ ἐπιθυμία ζεῖ στὸ θαλάσσιο βράχο ἕν᾿ ἄνθος ὁλομόναχο. Ποιὰ φωνὴ τὸ κυρίεψε καὶ μοιάζει σὰν νὰ δείχνει τὴν ἄγνωστη γαλήνη μὲ μικρὰ χρώματα… Εἶναι βγαλμένο στοὺς κινδύνους τῆς χαρᾶς ἀμέριμνο σὰν ἰδέα. Όταν μιαν άνοιξη -

Μανόλης Αναγνωστάκης

Όταν μιαν άνοιξη χαμογελάσει θα ντυθείς μια καινούργια φορεσιά και θα ‘ρθεις να σφίξεις τα χέρια μου παλιέ μου φίλε Κι ίσως κανείς δε σε προσμένει να γυρίσεις μα εγώ νιώθω τους χτύπους της καρδιάς σου κι ένα άνθος φυτρωμένο στην ώριμη, πικραμένη σου μνήμη Κάποιο τρένο, τη νύχτα, σφυρίζοντας, ή ένα πλοίο, μακρινό κι απροσδόκητο θα σε φέρει μαζί με τη νιότη μας και τα όνειρά μας Κι ίσως τίποτα, αλήθεια, δεν ξέχασες μα ο γυρισμός πάντα αξίζει περισσότερο από κάθε μου αγάπη κι αγάπη σου παλιέ μου φίλε

Άνοιξη – Κώστας Καρυωτάκης

Έφτασ’ η ώρια Άνοιξη -το λεν τα χελιδόνια- κι ο σκυθρωπός Χειμώνας εκίνησε να φύγει· του στέλνει κείνη λούλουδα, αυτός της ρίχνει χιόνια, και με τ’ αθώο γέλιο της τα δάκρυά του σμίγει. Στο γαλανό παλάτι του ο Φοίβος τριγυρίζει και, χύνοντας, αφόβιστα ολόχρυσες αχτίδες, σ’ ό,τι στο δρόμο του βρεθεί το χρώμα του χαρίζει κι αφήνει πίσω του χαρά και άσβεστες ελπίδες. Τα δέντρα πρασινίσανε και γιόμισαν λουλούδια· του πιστικού ακούγεται η γέρικη φλογέρα να σιγολέει άφταστα κάθε πρωί τραγούδια, και τα πουλιά να κελαηδούν τον ύμνο τους στη μέρα. Παντού ξεχύνετ’ η χαρά. Μόνον εσύ, μικρή μου, βλέπεις τις τόσες ομορφιές με μάτια δακρυσμένα. Έλα να βρεις παρηγοριά στ’ ολόθερμο φιλί μου! Επρόβαλε η Άνοιξη! Ξέχνα τα περασμένα! Ἄνοιξη μ.Χ. -

Γιῶργος Σεφέρης

Πάλι μὲ τὴν ἄνοιξη φόρεσε χρώματα ἀνοιχτὰ καὶ μὲ περπάτημα ἀλαφρὺ πάλι μὲ τὴν ἄνοιξη πάλι τὸ καλοκαίρι χαμογελοῦσε. Μέσα στοὺς φρέσκους ροδαμούς στῆθος γυμνὸ ὡς τὶς φλέβες πέρα ἀπ᾿ τὴ νύχτα τὴ στεγνὴ πέρα ἀπ᾿ τοὺς ἄσπρους γέροντες ποὺ συζητοῦσαν σιγανὰ τί θά ῾τανε καλύτερο νὰ παραδώσουν τὰ κλειδιὰ ἢ νὰ τραβήξουν τὸ σκοινὶ νὰ κρεμαστοῦνε στὴ θηλιὰ ν᾿ ἀφήσουν ἄδεια σώματα κεῖ ποὺ οἱ ψυχὲς δὲν ἄντεχαν ἐκεῖ ποὺ ὁ νοῦς δὲν πρόφταινε καὶ λύγιζαν τὰ γόνατα. Μὲ τοὺς καινούργιους ροδαμούς οἱ γέροντες ἀστόχησαν κι ὅλα τὰ παραδώσανε ἀγγόνια καὶ δισέγγονα καὶ τὰ χωράφια τὰ βαθιὰ καὶ τὰ βουνὰ τὰ πράσινα καὶ τὴν ἀγάπη καὶ τὸ βιός τὴ σπλάχνιση καὶ τὴ σκεπὴ καὶ ποταμοὺς καὶ θάλασσα καὶ φύγαν σὰν ἀγάλματα κι ἄφησαν πίσω τους σιγὴ ποὺ δὲν τὴν ἔκοψε σπαθὶ ποὺ δὲν τὴν πῆρε καλπασμός μήτε ἡ φωνὴ τῶν ἄγουρων κι ἦρθε ἡ μεγάλη μοναξιὰ κι ἦρθε ἡ μεγάλη στέρηση μαζὶ μ᾿ αὐτὴ τὴν ἄνοιξη καὶ κάθισε κι ἀπλώθηκε ὡσὰν τὴν πάχνη τῆς αὐγῆς καὶ πιάστη ἀπ᾿ τ᾿ ἀψηλὰ κλαδιὰ μέσ᾿ ἀπ᾿ τὰ δέντρα γλίστρησε καὶ τὴν ψυχή μας τύλιξε. Μὰ ἐκείνη χαμογέλασε φορώντας χρώματα ἀνοιχτὰ σὰν ἀνθισμένη ἀμυγδαλιὰ μέσα σε φλόγες κίτρινες καὶ περπατοῦσε ἀνάλαφρα ἀνοίγοντας παράθυρα στὸν οὐρανὸ ποὺ χαίρονταν χωρὶς ἐμᾶς τοὺς ἄμοιρους. Κι εἶδα τὸ στῆθος της γυμνὸ τὴ μέση καὶ τὸ γόνατο πῶς βγαίνει ἀπὸ τὴν παιδωμὴ νὰ πάει στὰ ἐπουράνια ὁ μάρτυρας ἀνέγγιχτος ἀνέγγιχτος καὶ καθαρός, ἔξω ἀπ᾿ τὰ ψιθυρίσματα τοῦ λαοῦ τ᾿ ἀξεδιάλυτα στὸν τσίρκο τὸν ἀπέραντο ἔξω ἀπ᾿ τὸ μαῦρο μορφασμὸ τὸν ἱδρωμένο τράχηλο τοῦ δήμιου π᾿ ἀγανάχτησε χτυπώντας ἀνωφέλευτα. Ἔγινε λίμνη ἡ μοναξιὰ ἔγινε λίμνη ἡ στέρηση ἀνέγγιχτη κι ἀχάραχτη.

Γιάννα στις 19 Μαρτίου 2017

Ζωγραφίστε πρώτα ένα κλουβί

με μια πόρτα ανοιχτή

ζωγραφίστε μετά

κάτι όμορφο

κάτι απλό

κάτι ωραίο

κάτι χρήσιμο

για το πουλί

βάλτε μετά το μουσαμά απάνω σ” ένα δέντρο

σ” ένα κήπο

σ” ένα πάρκο

ή σ” ένα δάσος

κρυφτείτε πίσω από το δέντρο

χωρίς μιλιά

τελείως ακίνητοι…

Κάποτε το πουλί έρχεται γρήγορα

μα μπορεί και να περιμένει χρόνια

πριν τ” αποφασίσει

Μην απογοητευτείτε

περιμένετε

περιμένετε αν χρειαστεί χρόνια ολόκληρα

το αν έρθει γρήγορα ή αργά το πουλί

δε θα “χει καμία σχέση

με την επιτυχία του πίνακα

Όταν φτάσει το πουλί

αν φτάσει

κρατήστε απόλυτη σιωπή

περιμένετε να μπει το πουλί στο κλουβί

κι όταν μπει

κλείστε απαλά την πόρτα με το πινέλο

μετά

σβήστε ένα ένα όλα τα σύρματα

προσέχοντας να μην αγγίξετε ούτε ένα φτερό του πουλιού

Ζωγραφίστε κατόπιν το δέντρο

διαλέγοντας το πιο ωραίο κλαδί του

για το πουλί

ζωγραφίστε ακόμη το πράσινο φύλλωμα και τη δροσιά του ανέμου

τη σκόνη του ήλιου

το σούρσιμο των ζώων στη χλόη μέσα στο κάμα του καλοκαιριού

και μετά περιμένετε ν” αποφασίσει το πουλί να τραγουδήσει

Αν δεν τραγουδά το πουλί

Είναι κακό σημάδι

σημάδι πως ο πίνακας είναι κακός

μ” αν τραγουδά είναι καλό σημάδι

σημάδι πως μπορείτε να υπογράψετε

Τραβάτε λοιπόν πολύ απαλά

ένα φτερό απ” το πουλί

και γράφετε τ” όνομά σας σε μια γωνία του πίνακα.

Γιάννα στις 19 Μαρτίου 2017

 

Μπροστά στην πόρτα του εργοστασίου

ο εργάτης σταματάει ξαφνικά

o ωραίος καιρός τον τράβηξε απ” το σακάκι

κι όπως γυρίζει

και τον ήλιο ατενίζει

όλον κόκκινο όλον στρογγυλό

να χαμογελάει μέσα στον ουρανό του από μόλυβδο

κλείνει το μάτι

με οικειότητα

Για πες λοιπόν σύντροφε Ήλιε

δε βρίσκεις

πως είναι μάλλον μαλακία

να δίνεις μία τέτοια ημέρα

σε ένα αφεντικό;

 

Ο ανθρώπινος μόχθος

 

Ο ανθρώπινος μόχθος

δεν είναι αυτός ο ωραίος νέος άνδρας ο χαμογελαστός

όρθιος πάνω στο πόδι του από γύψο

ή από πέτρα

που δίνει χάρη στα παιδαριώδη τεχνάσματα της γλυπτικής

στην ανόητη ψευδαίσθηση

της χαράς του χορού και της αγαλλίασης

υπενθυμίζοντας με το άλλο πόδι στον αέρα

τη γλυκύτητα του γυρισμού στο σπίτι.

Όχι

ο ανθρώπινος μόχθος δεν φέρει ένα μικρό παιδί στον δεξή ώμο

άλλο ένα στο κεφάλι

κι ένα τρίτο στον ώμο τον αριστερό

με τα εργαλεία στον αορτήρα

και τη νεαρή γυναίκα ευτυχισμένη να κρέμεται απ’ το μπράτσο του.

Ο ανθρώπινος μόχθος φέρει έναν επίδεσμο στην κήλη

και τις ουλές από τις μάχες

που ‘χουν παραδοθεί απ” την εργατική τάξη

ενάντια σ’ έναν κόσμο παράλογο και δίχως νόμους

Ο ανθρώπινος μόχθος δεν έχει σπίτι αληθινό

οσφραίνεται τη μυρωδιά της εργασίας του

και τον χτυπάει στα πνευμόνια

ο μισθός του κοκαλιάρης

τα παιδιά του επίσης,

δουλεύει σαν τον νέγρο,

κι ο νέγρος σαν αυτόν.

Ο ανθρώπινος μόχθος δεν έχει τρόπους

ο ανθρώπινος μόχθος δεν έχει την ηλικία της λογικής

ο ανθρώπινος μόχθος έχει την ηλικία των στρατώνων

την ηλικία των φυλακών και των κατέργων

την ηλικία των εκκλησιών και των εργοστασίων

την ηλικία των κανονιών

κι αυτός που έχει φυτέψει παντού όλους τους αμπελώνες

κι έχει κουρδίσει όλα τα βιολιά

τρέφεται από όνειρα άσχημα

και μεθάει με το άσχημο κρασί της παραίτησης

και σαν ένας μεγάλος σκίουρος μεθυσμένος

χωρίς σταματημό γυρνάει σε κύκλους

μες σ’ ένα σύμπαν εχθρικό

σκονισμένο και με ταβάνι χαμηλό

και ολοένα σφυρηλατεί την αλυσίδα

την αλυσίδα τη φρικτή όπου όλα είναι αλυσοδεμένα

η μιζέρια η πρόσοδος η δουλειά η θανάτωση

η θλίψη η δυστυχία η αϋπνία και η ανία

η τρομακτική αλυσίδα του χρυσού

του άνθρακα του σιδήρου και του χάλυβα

του κλίνκερ και της σκόνης

η περασμένη γύρω από τον λαιμό

ενός κόσμου σακατεμένου

η άθλια αλυσίδα

όπου έρχονται να γαντζωθούν

τα θεία γούρια

τα ιερά κειμήλια

οι σταυροί της τιμής οι σταυροί οι αγκυλωτοί

τα φυλαχτά-σκιουροπίθηκοι

τα μετάλλια των παλιών υπηρετών

τα μπιχλιμπίδια της κακοτυχίας

η μεγαλοπρεπής αίθουσα του μουσείου

το μέγα πορτρέτο του έφιππου

το μέγα πορτρέτο του βαδίζοντος

το μέγα πορτρέτο προσώπου προφίλ στο ένα πόδι

το μέγα πορτρέτο επιχρυσωμένο

το μέγα πορτρέτο του μεγάλου μάντη

το μέγα πορτρέτο του μεγάλου αυτοκράτορα

το μέγα πορτρέτο του μεγάλου στοχαστή

του μεγάλου άλτη

του μεγάλου ηθικολόγου

του αξιοπρεπούς και θλιβερού φαρσέρ

το κεφάλι του μεγάλου ταραξία

το κεφάλι του επιθετικού ειρηνοποιού

το αστυνομικό κεφάλι του μεγάλου απελευθερωτή

το κεφάλι του Αδόλφου Χίτλερ

το κεφάλι του κυρίου Θιέρσου

το κεφάλι του δικτάτορα

το κεφάλι του δημίου

όποιας και να ‘ναι χώρας

όποιου και να ‘ναι χρώματος

το απεχθές κεφάλι

το δυστυχές κεφάλι

το κεφάλι για χαστούκια

το κεφάλι για σφαγή

το επικεφαλής του φόβου.

 

 

Γιάννα στις 13 Φεβρουαρίου 2017

ΟΙ ΒΑΛΙΤΣΕΣ

Βγήκες στον δρόμο κι άρχισες να σκούζει και να λες
Πως γρήγορα κουράστηκες για `κει που `χες να πας
Μα οι βαλίτσες που φορτώθηκες είναι όλες αδειανές
Πες μου γιατί
πες μου γιατί
γιατί τις κουβαλάς

Στη πρώτη ανηφοριά κλατάρεις κι αρχινάς να κλαις
Δε γίνεται να φτάσεις λες `κει π’ αξίζεις να πας
Μα οι βαλίτσες που φορτώθηκες είναι όλες αδειανές
Πες μου γιατί
πες μου γιατί
γιατί τις κουβαλάς

 

ΟΛΑ ΤΕΛΙΚΑ ΞΑΝΑΓΥΡΝΑΝ Σ’ΕΜΑΣ

Δεν υπάρχει χαμένος καιρός, δεν υπάρχει
Οι ώρες που σκοτώνουμε επιζούν
Ένας θεός εκβιαστής τις συγκεντρώνει
κι όμηρους τις κρατάει
ώσπου τα λύτρα που ζητάει από μας να πληρωθούν
(Κι εμείς πληρώνουμε)

Όλα τελικά, όλα
Όλα τελικά ξαναγυρνάν σ’ εμάς

Τα δάκρυα σαν στεγνώνουν
δεν πεθαίνουν, δεν πεθαίνουν
Η θλίψη που σκορπάμε επιζεί
Σε δίχτυα αόρατα νεράιδες τη μαζεύουν
και περιμένουν την επόμενη αφορμή
(Που έτσι κι αλλιώς θα `ρθει)

Όλα τελικά, όλα
Όλα τελικά ξαναγυρνάν σ’ εμάς

Οι χαμένοι φίλοι
κι οι χαμένοι εχθροί,
τα παλιά παιχνίδια
κι η καινούρια σιωπή,
τα ταξίδια που ακυρώθηκαν,
τα γλέντια που αναβλήθηκαν,
οι ελπίδες που διαλύθηκαν,
τα λόγια που αγνοήθηκαν

Όλα τελικά, όλα
Όλα τελικά ξαναγυρνάν σ’ εμάς

 

ΣΙΓΑ ΜΗΝ ΚΛΑΨΩ

Μου λεν αν φύγω από τον κύκλο θα χαθώ
στα όρια του μοναχά να γυροφέρνω
και πως ο κόσμος είν’ ανήμερο θεριό
κι όταν δαγκώνει εγώ καλά είναι να σωπαίνω.Κι όταν φοβούνται πως μπορεί να τρελαθώ
μου λεν να πάω κρυφά κάπου να κλάψω
και να θυμάμαι πως αυτό το σκηνικό
είμαι μικρός, πολύ μικρός για να τ’ αλλάξω.Μα εγώ μ’ ένα άγριο περήφανο χορό
σαν αετός πάνω απ’ τις λύπες θα πετάξω.
Σιγά μην κλάψω, σιγά μη φοβηθώ,
σιγά μην κλάψω, σιγά μη φοβηθώ.

Θα πάω να χτίσω μια φωλιά στον ουρανό,
θα κατεβαίνω μόνο αν θέλω να γελάσω
Σιγά μην κλάψω, σιγά μη φοβηθώ,
σιγά μην κλάψω, σιγά μη φοβηθώ.

Μου λεν αν φύγω πιο ψηλά θα ζαλιστώ
καλύτερα στη λάσπη εδώ μαζί τους να κυλιέμαι
και πως αν θέλω περισσότερα να δω,
σ’ ένα καθρέφτη μοναχός μου να κοιτιέμαι.

Κι όταν φοβούνται πως μπορεί να τρελαθώ
μου λεν να πάω κρυφά κάπου να κλάψω.
Και να θυμάμαι πως αυτό το σκηνικό
είμαι μικρός πολύ μικρός για να τ’ αλλάξω.

Μα εγώ μ’ένα άγριο περήφανο χορό
σαν αετός πάνω απ’ τις λύπες θα πετάξω.
Σιγά μην κλάψω, σιγά μη φοβηθώ,
σιγά μην κλάψω, σιγά μη φοβηθώ

Θα πάω να χτίσω μια φωλιά στον ουρανό,
θα κατεβαίνω μόνο αν θέλω να γελάσω
Σιγά μην κλάψω, σιγά μη φοβηθώ,
σιγά μην κλάψω, σιγά μη φοβηθώ.

 

ΠΟΤΕ ΘΑ ΦΤΑΣΟΥΜΕ ΕΔΩ

Πότε θα φτάσουμε εδώ;
Πότε θα φτάσουμε εδώ;
Δεν έχει δρόμο πιο μακρύ,
πιο δύσκολο απ’ αυτό.Πότε θα φτάσουμε εδώ;
Πότε θα φτάσουμε εδώ;
Δεν έχει δρόμο πιο σκληρό,
πιο δύστροπο απ’ αυτό.

Μία στο μέλλον μας γυρνάει,
μία μας πετάει στο παρελθόν.
Πότε θα φτάσουμε λοιπόν;
Πότε θα φτάσουμε εδώ;

Πότε θα φτάσουμε λοιπόν;
Πότε θα φτάσουμε εδώ;

Πότε θα φτάσουμε εδώ;
Πότε θα φτάσουμε εδώ;

 

ΤΟ ΞΕΡΟΥΝ ΤΑ ΠΟΤΑΜΙΑ

Το ξέρουν τα ποτάμια, το ξέρουν και τα πέλαγα μα δε μιλούν
Το ξέρουν τα ελάφια, τα δέντρα και τα σύννεφα κι αυτά σιωπούν
Το ξέρουν τα φεγγάρια, τ’ αστέρια και οι πλανήτες κι όλο γυρνούν
Το ξέρουνε οι άγγελοι, το ξέρουν κι οι αλήτες μ’ αυτό μεθούν
Το ξέρουν οι νεράιδες, το ξέρουν και οι σάτυροι κι όλο γελούν
Το ξέρουν οι χαράδρες, το ξέρουν κι οι άνθρωποι μα δεν τολμούν
Το ξέρουνε τα κτίρια, το ξέρουν οι φονιάδες και τα μικρά παιδιά
Το ξέρουνε κι οι φύλακες, το ξέρουν κι οι παπάδες
και κρύβουν τη φωτιά…