Ποίηση

Μαρία Ανδρεάδου στις 9 Φεβρουαρίου 2020

Τη πρώτη νύχτα πλησιάζουνε
και κλέβουν ένα λουλούδι
από τον κήπο μας
και δε λέμε τίποτα.

Τη δεύτερη νύχτα δε κρύβονται πλέον
περπατούνε στα λουλούδια,
σκοτώνουν το σκυλί μας
και δε λέμε τίποτα.

Ώσπου μια μέρα την πιο διάφανη απ’ όλες-
μπαίνουν άνετα στο σπίτι μας
ληστεύουν το φεγγάρι μας
γιατί ξέρουνε το φόβο μας
που πνίγει τη φωνή στο λαιμό μας.

Κι επειδή δεν είπαμε τίποτα
πλέον δε μπορούμε να πούμε τίποτα.

Μαρία Ανδρεάδου στις 9 Φεβρουαρίου 2020

Σ’ ΕΝΑ ΠΑΙΔΑΚΙ

Στον Αλέξη

Παιδί μου, αυτές τις μέρες που γεννήθηκες,
κόλαση η ανθρωπότητα είναι κρύα,
λιωμένο ατσάλι βρέχει στον πλανήτη μας
κι οι άνθρωποι ντροπιάζουν τα θηρία.

Έτσι μπορεί μια μέρα κι ο πατέρας σου
πριν σε χαρεί και πριν τον αγαπήσεις,
μ’ έν’ αναμμένο βόλι μες στα στήθια του
να μη σου μείνει ουδέ στις αναμνήσεις.

Η ελευθερία κυβέρνησε τη μοίρα του,
αυτή που ζωογονεί και θανατώνει,
δεν έκανε κακό, μονάχα μίλησε,
που έχει μιλήσει λίγο μετανιώνει.

Ήταν στο βάθος άνθρωπος αδύνατος
και μέθαγε στο πιο εύκολο μεθύσι,
πολλά μπορούσε, τίποτα δεν έκανε
κι έζησε περιμένοντας να ζήσει.

Μα εσύ να ζήσεις άξια και περήφανα
να ζεις και για τη ζωή να μη σε νοιάζει,
μονάχα ό,τι πληρώνεται με θάνατο,
μονάχα αυτό σε ζει και σ’ ανεβάζει.

Ασημάκης Πανσέληνος, 1943

[πηγή: αναδημοσίευση από τη σελίδα του ποιητή Αλέξη Πανσέληνου, https://www.facebook.com/photo.php?fbid=2395639443892661&set=a.817943501662271&type=3&theater ]

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 8 Φεβρουαρίου 2020

“Μπορεί να έχετε ελαττώματα, να ζείτε ανήσυχοι και μερικές φορές να θυμώνετε, αλλά ποτέ να μην ξεχνάτε ότι η ζωή σας είναι η μεγαλύτερη επιχείρηση στον κόσμο. Και μπορείτε να τη διαφυλάξετε από την χρεωκοπία.

Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που σας χρειάζονται, σας θαυμάζουν και σας επευφημούν.

Εύχομαι να θυμάστε πάντα ότι το να είστε ευτυχισμένοι δεν προϋποθέτει έναν ουρανό χωρίς καταιγίδες, μονοπάτια χωρίς ατυχήματα, εργασία χωρίς κόπωση, σχέσεις χωρίς απογοήτευση.

Η ευτυχία είναι η εξεύρεση δύναμης στη συγχώρεση, η ελπίδα στις μάχες, η ασφάλεια στον φόβο, η αγάπη στις διαφωνίες.

Η ευτυχία δεν εκτιμά μόνο τα χαμόγελα, αλλά αντανακλάται και στη θλίψη.
Δεν είναι μόνο ο εορτασμός της επιτυχίας, αλλά και τα μαθήματα από τις αποτυχίες.
Όχι μόνο η χαρά του χειροκροτήματος, αλλά και η χαρά της ανωνυμίας.

Η ευτυχία αναγνωρίζει ότι τη ζωή αξίζει να τη ζείτε, παρά τις προκλήσεις, τις παρεξηγήσεις και τις περιόδους κρίσης.

Η ευτυχία σημαίνει πως πλέον δεν είστε θύμα των προβλημάτων και σας ζητά να γίνετε συγγραφείς της ίδιας της ιστορίας. Είναι πέρασμα από ερήμους που βρίσκονται έξω από τον εαυτό σας, ενώ είστε σε θέση να βρείτε μια όαση στο μυστικό της ψυχής σας.

Να ευχαριστείτε τον Θεό κάθε πρωί για το θαύμα της ζωής.

Ευτυχία είναι να μην φοβάστε τα συναισθήματά σας. Είναι να ξέρετε πώς να μιλήσετε στον εαυτό σας.
Είναι το θάρρος να ακούσετε το “Όχι” και να είστε γεμάτοι αυτοπεποίθηση αν λάβετε κριτική, αν και μερικές φορές μπορεί να είναι αναληθής.

Ευτυχία είναι να αφήσουμε το παιδί που ζει μέσα μας να ζει ελεύθερο, ευτυχισμένο και απλό.

Η ευτυχία έχει την απαιτούμενη ωριμότητα να πει «έκανα λάθος».
Έχει το βασικό θάρρος να πει “συγχωρέστε με”.
Έχει την απαραίτητη ευαισθησία να πει “σε χρειάζομαι”.
Είναι σε θέση να πει “σ ‘αγαπώ”.

Έχει την ταπεινότητα της δεκτικότητας.

Θέλω η ζωή να είναι μία εστία ευκαιριών και να είστε ευτυχισμένοι. Και όταν απομακρύνεστε, ξεκινήστε ξανά. Με αυτόν τον τρόπο, θα διαπιστώσετε ότι το να είστε ευτυχισμένοι δεν σημαίνει ότι πρέπει να έχετε τέλεια ζωή, αλλά πως αξιοποιώντας τα δάκρυα ποτίζετε την ανοχή.
Αξιοποιώντας τις απώλειες βελτιώνετε την υπομονή.
Αξιοποιώντας τις αποτυχίες προσεύχεστε.
Αξιοποιώντας τα εμπόδια ανοίγετε νέα παράθυρα του νου.

Ποτέ μην εγκαταλείπετε την ελπίδα.
Ποτέ μην εγκαταλείπετε τους ανθρώπους που αγαπάτε.
Ποτέ μην σταματάτε να είστε ευτυχισμένοι, γιατί η ζωή είναι ένα εμπόδιο χωρίς σταματημό, ακόμα κι αν σας δίνει δεκάδες λόγους για να κάνετε το αντίθετο.

Πέτρες στο δρόμο; Τις κρατώ όλες … μία μέρα θα χτίσω ένα κάστρο! ”

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 12 Ιανουαρίου 2020
Μὲ κατακρίνεις
ὅτι συμπεριφέρομαι λιπόψυχα, ἀργὰ
ὅπως κοντοστέκεται ἡ φοβία νὰ ἐντοπίσει
ποιὸς κίνδυνος ἀπὸ μακριὰ
φωνάζει τ᾿ ὄνομά της.Εἶμαι τρωτὴ, γι᾿ αὐτό.
Ὄχι στὴ φτέρνα μόνο,

τὸ ἐνιωσα
παρότι ἦταν ἀκόμα στὰ σκαριὰ
στὶς δοκιμὲς ἡ ἰδιοσυγκρασία.
Κι ὅμως ἐγὼ τὰ ἄκουσα τὰ λάδια
νοθευμένα
δὲ γράσωναν καλὰ τὴν ἄμυνά μου
-τί τὰ θὲς, τεχνίτες ἀνειδίκευτοι
οἱ ἀστερισμοί μας.

Μάνα, τὴν παρακάλεσα, πήγαινε στὴ Θέτιδα
γνωρίζεστε ἐξ αἵματος μάνες κι οἱ δυὸ
ἐβγάζατε ἀπὸ πάνω σας καὶ ξεπετούσατε
στὸ χῶμα τὰ βραχιόλια καὶ τὰ δαχτυλίδια
καὶ ζήτα της τὸ ἀθάνατο περίσσευμα
ἀπ᾿ τὴ θνητή ἐπάλειψη τοῦ γιοῦ της
τοῦ Ἀχιλλέα.

Ὄχι μὲ ἀθανασία
μὲ βεβαιότητα νὰ μὲ ἐπικαλύψεις.
Μοῦ χίμηξε
τὶ ἀθανασία τὶ βεβαιότης εἶπε
ἐξίσου ἄτρωτες οὐσίες καὶ οἱ δυό.
Καὶ μάθε ἀκόμα
πὼς τὸ περίσσευμα ἀπ᾿ τὸ παλιό του λάθος
κανεὶς δὲν τὸ χαρίζει σὲ κανέναν.
Βαθιὰ
μὲς στὶς ἀμετανόητες προθέσεις του τὸ κρύβει
νὰ ἐπαλείψει ἀθάνατο
καὶ τὸ ἑπόμενο προσφιλές του λάθος.

Τὸ κυριότερο
– συνέχισε ἡ μάνα μου μιλώντας
μὲ οἶκτο χλευαστῆ –
παιδὶ μου πῶς θὰ ζήσεις χωρὶς τρωτὰ σημεῖα
χωρὶς τῆς ἀγωνίας τὰ ἐφόδια
τὶ προκοπὴ θὰ κάνει ἡ άντοχὴ σου
χωρὶς εἰσόδημα πικρίας
πῶς θ᾿ ἀναθρέψεις τὴν ἀπώλεια
πῶς θ᾿ ἀντικρίσεις τοὺς ἐχθρούς σου.
Οἱ ἐνοχὲς σου τὶ θ᾿ ἀπογίνουν
ὅταν τοὺς κόψεις τὴ διατροφή
θ᾿ ἁγιάσουνε ὡς φτωχὲς μετὰ ἀπὸ τόσα πλούτη;
Θ᾿ ἀπαρνηθεῖς τὴν ἥττα;
Ἡ ἥττα εἶναι παράδοση
μιλιέται ἀπὸ σῶμα σὲ σῶμα διαιωνίζεται.
Εἶδες ποτὲ κανένα ὄνειρο
μεταμοντέρνας νίκης νὰ διαρκεῖ;

Ἂν δὲν τρωθεῖς
ποῦ θὰ σὲ βρεῖ ἡ ἀγάπη.
Τὸ βέλος θὰ τὴν ὁδηγήσει στὴν πληγὴ σου.
Γιὰ ποιὸν νομίζεις ξεκινάει ἀπὸ τὸ μακρινὸ
τὸ ἔρημο τὸ ἀβέβαιο ὄνομά της;
Ὄχι γιὰ τὸ ἀξέχαστο βλέμμα τοῦ τοξότη
στῆς ἕλξης τὸ φαρμάκι βουτηγμένο.
Γιὰ νὰ τραφεῖ ἀπ᾿ τὴν πληγὴ σου ξεκινάει
ἡ πεινασμένη ὕπαρξή της.

Ἀβέβαια ζῆσε.
Τίμα τὴν προέλευσή σου.

Κατάλαβέ το, ἐρχόμαστε ἀπὸ μιὰ
παροδικὴ ἀβεβαιότητα τοῦ θανάτου.
ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 5 Ιανουαρίου 2020

Από την Κυριακή

Αλλά σαν άκουσε που εκλαίγαν η γυναίκες
και για το χάλι του που τον θρηνούσαν,
με ανατολίτικες χειρονομίες η κερά,
κ’ η δούλες με τα ελληνικά τα βαρβαρίζοντα,
η υπερηφάνεια μες στην ψυχή του
σηκώθηκεν, αηδίασε το ιταλικό του αίμα,
και τον εφάνηκαν ξένα κι αδιάφορα
αυτά που ως τότε λάτρευε τυφλά –
όλ’ η παράφορη Αλεξανδρεινή ζωή του –
κ’ είπε «Να μην τον κλαίνε. Δεν ταιριάζουν τέτοια.
Μα να τον εξυμνούνε πρέπει μάλλον,
που εστάθηκε μεγάλος εξουσιαστής,
κι απέκτησε τόσ’ αγαθά και τόσα.
Και τώρα αν έπεσε, δεν πέφτει ταπεινά,
αλλά Ρωμαίος από Ρωμαίο νικημένος”
Κ. Π. Καβάφης

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 26 Δεκεμβρίου 2019

ΚΑΘΕ ΓΙΟΡΤΗ Η ΜΟΝΑΞΙΑ
ΝΤΥΝΕΤΑΙ ΤΑ ΚΑΛΑ ΤΗΣ
ΤΑ ΜΑΥΡΑ ΤΑ ΜΕΤΑΞΩΤΑ
Τ ΑΡΑΧΝΟΥΦΑΝΤΑ ΤΗΣ

ΚΑΘΕΤΑΙ ΜΕΣΑ ΣΤΟΥΣ
ΠΟΛΛΟΥΣ
ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΤΗ ΘΩΡΟΥΝΕ ΔΙΑΛΕΓΕΙ ΕΚΕΙΝΟΥΣ ΤΟΥΣ ΚΑΛΟΥΣ
ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΜΙΛΟΥΝΕ!

ΚΑΙ ΟΤΑΝ ΤΕΛΕΙΩΣΕΙ

Ο ΧΟΡΟΣ

ΤΟ ΠΕΠΛΟ ΤΗΣ ΦΟΡΑΕΟ

ΤΟΥΣ ΛΕΕΙ ΚΑΤΙ ΤΙΣ ΣΤΟ ΑΥΤΙ

ΚΑΙ ΠΑΕΙ ..

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 14 Δεκεμβρίου 2019

Στὸ Δροσίνη, ποὺ τὸ πρωτάκουσε.

Mέσα σ᾿ ἕνα περιβόλι, γύρω στὸν ἴσκιο μιᾶς φοινικιᾶς,
κάποια γαλανὰ λουλουδάκια, ἐδῶ κατάβαθα,
καὶ κεῖ πιὸ ἀνοιχτά, μιλούσανε.
Πέρασ᾿ ἕνας ποιητής, (ποὺ πέθανε τώρα),
καὶ ρύθμισε τὸ μίλημά τους ἔτσι:

Ὦ Φοινικιά, μᾶς ἔρριξεν ἐδῶ ἕνα χέρι·
τὸ χέρι τό ῾βαλε καταραμένη Μοῖρα;
τὸ πῆγε νοῦς καλοπροαίρετος; Ποιὸς ξέρει!
Ἀπὸ ἑνὸς ὕπνου κάτου τὸν καταποτήρα
ποιὰ ὁρμὴ μᾶς ἄδραξε καὶ ποιὸς μᾶς ἔχει φέρει;
Τάχ᾿ ἀπὸ χαλαστῆ γιὰ τάχ᾿ ἀπὸ Σωτῆρα;
Νά μας ἀσάλευτα στὸν ἴσκιο σου ἀποκάτου·
ὁ ἴσκιος σου εἶναι τῆς ζωῆς ἢ τοῦ θανάτου;

Τὰ καταχώνιαζε ὅλα γύρω τὸ λιοπύρι,
ἐδῶ κ᾿ ἐκεῖ ψάχνανε λαίμαργες ἀκρίδες,
κ᾿ ἦρθε βροχή· καὶ τ᾿ ἄνθια, ποὺ εἶχαν ἀχνογύρει,
ξυπνοῦνε καὶ ποτίζονται δροσοσταλίδες·
κ᾿ ὕστερ᾿ ἀκόμα πιὸ γλαυκὸ τὸ πανηγύρι
τοῦ ξάστερου οὐρανοῦ ξαναρχισμένο τὸ εἶδες·
τρικυμιστὴ μόνο ἡ κορφή σου ἀνάρια ἀνάρια
σταλοβολάει ἁδρὰ βροχομαργαριτάρια.

Λαμποκοπάει ἀνάσταση τὸ περιβόλι,
κάθε πουλὶ ὀνειρεύεται πὼς εἶναι ἀηδόνι,
μονάχα πέφτει ἀπὸ τὰ ὕψη σου σὰ βόλι
τὸ μαργαριταρένιο στάλαμα, καὶ ―ὢ πόνοι―!
ὅλων κορῶνα τοὺς φορεῖ τὸ δροσοβόλι,
ὅλα τὸ γάργαρο νερὸ τὰ μπαλσαμώνει·
γιατί σ᾿ ἐμᾶς ἡ θεία τῶν ὅλων καλωσύνη
γίνεται λάβωμα κι ἀρρώστια καὶ καμίνι;

Πόσο σκληρὰ χτυπάει τὸ βόλι τὸ δικό σου!
Κανέν᾿ αὐτὶ ψηλά, κανένα μάτι ἐμπρός μας.
Ζοῦμε στὸν ἴσκιο σου, ἕνας κόσμος ὁ κορμός σου,
τὸ στέμμα σου οὐρανὸς μὲ τ᾿ ἄστρα· ὁ οὐρανός μας.
Θεὸς ἀλύπητος ἂν εἶσαι, φανερώσου.
Ἂν ὄχι, γνέψε μας, καὶ μία γαλήνη δός μας,
καὶ μὴ σκοτώνῃς μας ἀγάλια ἀγάλια, ἢ δρᾶμε
καὶ ρῖξε μας νεροποντὴ μὲ μιᾶς νὰ πᾶμε!

Σὰν πληρωμὴ εἶν᾿ ὁ πόνος μας καὶ σὰ βρετήκι,
τῆς ἁρμονίας μας σφράγισεν ἡ χρυσὴ βούλλα,
ἐνῷ μᾶς ῾γγίζει ὁ Χάρος, μᾶς θεριεύει ἡ Νίκη,
τρέμομε, χαῖρε, τοῦ ρυθμοῦ ἱερὴ τρεμούλα!
Καταχωμένο ἀνήλιαγο ζῇ τὸ σκουλῆκι
γιὰ νὰ χαρῇ μεταξοφτέρουγη ψυχούλα
μίαν ὥρα τὴν ὡραία ζωή, καὶ νὰ πεθάνῃ.―
―Τὸ χάσμα τῆς πληγῆς γίνεται συντριβάνι.

Τὰ σταχτερά, τὰ διάφανα, τὰ χίλια μύρια
πράσινα, τ᾿ ἀναβρύσματα· καὶ τὰ μαμούδια
καὶ τὰ δετὰ τῆς γῆς· τ᾿ ἀνάερα τρεχαντήρια,
τὰ σκουληκάκια, οἱ μέλισσες, τὰ πεταλούδια,
λουλούδια, ὦ δισκοπότηρα καὶ θυμιατήρια!
Χάιδια τῆς χλόης, παντοῦ φιλιά, τοῦ μούσκλου χνούδια,
τοῦ κάτου κόσμου ἀχός, αἰθέρια μαντολίνα·
στὰ φύλλα μία λαχτάρα, λίγωμα στὰ κρίνα!

Ἄνθια, ὅσα ξέρετε, δὲν ξέρουν τὰ τρυγόνια,
ὡραίων ἐρώτων εἶστ᾿ ἐσεῖς τὰ διαλεμένα,
σαλέματα, φιλιά, ταιριάσματα στὰ κλώνια,
μιᾶς πλάσης εἶναι αὐγὴ τοῦ καθενὸς ἡ γέννα·
τῆς ἡδονῆς καὶ τῆς χαρᾶς τὰ παναιώνια
τὰ ξέρετε, ὦ λιγόζωα σεῖς καὶ ὦ δακρυσμένα!
Ἐμεῖς, ―ὢ τὰ χρυσά της ρίζας σου πλεμάτια!―
μοιάσαμε τὰ στοχαστικὰ καὶ τ᾿ ἄυλα μάτια.

Ἂς εἶστ᾿ ἐσεῖς, ἄπλεροι ἀνθοί, μεστὰ ἀνθοκλάδια,
ἀπὸ τὰ χρυσολούλουδα ὡς τὰ χαμομήλια,
σὰν ἀναμμένα κάρβουνα καὶ σὰν πετράδια,
σὰν τὰ παρθένα μάγουλα καὶ σὰν τὰ χείλια,
σὰ χέρια ἂς γλυκανοίγεστε, γιομάτα ἢ ἄδεια,
χαράματα κι ἂς εἶστε αὐγῆς, βραδιοῦ καντήλια,
τῆς νεράιδας δροσιᾶς ἂς εἶστε τὰ παλάτια·
τὰ μάτια εἴμαστ᾿ ἐμεῖς, εἴμαστ᾿ ἐμεῖς τὰ μάτια.

Σ᾿ ἐμᾶς, μικρά, κόσμο ξανοίγετε μεγάλο,
καὶ σύγνεφ᾿ ἀπὸ ἔγνοιες καὶ καημοὺς λαγκάδια,
καὶ τ᾿ οὐρανοῦ τ᾿ ἀσάλευτο σ᾿ ἐμᾶς, τὸ σάλο
τοῦ πέλαου γύρω στὰ καράβια πρὸς τὰ βράδια,
τὸ δάκρυ ἀκύλιστο, κι ἀξήγητο κάτι ἄλλο…
Ποιᾶς φυλακῆς νά ῾μαστ᾿ ἐμεῖς τὰ συγγενάδια;
Ἦρθε καὶ κλείστη μέσα μας, ―ποιὸς νὰ πιστέψῃ!―
μιὰ κολασμένη καὶ μία θεία· ἡ Σκέψη, ἡ Σκέψη!

T᾿ ἀνάστημα ἔχετε, τὸ παίξιμο, τὸ νάζι,
καὶ κάποιο ἀμίλητο περήφανο καμάρι,
καὶ κάποιο μάγεμα ποὺ ρίχνεται κι ἁρπάζει,
κι ἀπ᾿ τὴν πρωτόπλαστη ὀμορφάδα ἔχετε πάρει.
Σὰν εἴδωλα χλωμὰ σᾶς δείχνει τὸ μαράζι,
καὶ τὸ πουλὶ σᾶς δίνει κάποτε τὴ χάρη,
καὶ τὸν ἀέρα μία νεράϊδα ἀνεμοπόδα,
ὢ μὲ τὰ μύρια θεία χαμογέλια, ὢ ρόδα!

Τὸ πρόσταξε θεὸς Ἀπρίλης ἀνθομάλλης·
―ὦ μοσκοβόλισμα, ἄλλαξε καὶ λάμψη γίνε!
Γιὰ τοῦτο ἀμύριστα εἶστε, ρόδα τῆς Βεγγάλης,
ὅλων τῶν ἄλλων ἡ εὐωδιὰ σ᾿ ἐσᾶς φῶς εἶναι.
K᾿ ἐσὺ ποὺ στέκεις, τῶν ἀνθὼν ὡς νὰ εἶσαι ὁ κράλης,
ἀπὸ ποιὸν κόσμο παραστράτισες, ὦ κρῖνε;
Ἀπὸ τῆς εὐωδιᾶς τὴ μάννα, ἀπὸ τ᾿ ἀστέρι
τὸ πιὸ λευκόν;
Ὦ Φοινικιά, κ᾿ ἐμεῖς; Ποιὸς ξέρει!

Τῆς εὐωδιᾶς αἰθεροπόταμο, κρατήσου·
δὲν ἔτρεξες, δὲν πότισες τὴν ἄνθησή μας·
τῆς εὐωδιᾶς εἴπαμε: πάψε τὴν ὁρμή σου,
μὴ χύνεσαι ἀπὸ μᾶς, μὴ γίνεσαι πνοή μας,
βυθίσου μὲς στὰ φυλλοκάρδια μας, καὶ κλείσου
ἀκάτεχη ἀπ᾿ τὸ μύρισμα, μὲς στὴν ψυχή μας·
ψάξε νὰ βρῇς τὴ σκέψη μας, καὶ ὁμάδι ζῆσε.
Ἂς εἶναι ἡ μέλισσα, κ᾿ ἐσὺ τὸ μέλι ἂς εἶσαι!

Ἀπὸ τὸ βιὸς τοῦ ἥλιου ὅλα ἀραδιάστε τὰ ὄξω,
λουλούδια, ὅλα τὰ χρώματα, καὶ στολιστῆτε.
K᾿ εἴπαμε στ᾿ ἀδερφάκια μας: τὸ οὐράνιο τόξο
φορεματάκια κάμετέ το, καὶ ντυθῆτε!
K᾿ εἴπαμε τὸ καθένα μας: «Ψυχή, θὰ διώξω
κάθε λαμπράδα, μήτ᾿ ἡ αὐγή, καὶ ἡ δύση μήτε·
μοῦ φτάνει κάτι ἀπὸ τὴ θάλασσα, κι ἀκόμα
κάτι σὰ γέλιο, ποὺ γελᾷ τὸ οὐράνιο στόμα!»

Σύγνεφο γίνε, μίλα μὲ τ᾿ ἀστραποβόλι,
κορυδαλλός, καὶ λάλησε, Πόθε μεγάλε,
καὶ ὑψώσου πρὸς ἀστέρινο ἄλλο περιβόλι.
Ὅλη τη μουσικὴ μὲς στὴν ἀγάπη βάλε,
καὶ βάλε τῶν παιδιῶν τὴν ἀθῳότητα ὅλη,
καὶ βάλε κι ὅλη σου τὴν ὀμορφιά, καὶ πάλε
θά ῾χῃς τὸν ἴσκιο τῆς ἀγάπης· ὄχι ἐκείνη·
ἐκείνη λάμπει, καίει, φωτίζει καὶ δὲ σβήνει!

Ἀπὸ μία τρίδιπλη ψυχὴ τὸ περιβόλι,
συρτὴ καὶ ριζωτὴ καὶ φτερωμένη, πλέκει
τὸ εἶναι· ἡ κάμπια ὁλόβαθα χτίζει μία πόλη,
καὶ τὸ πουλὶ χτίζει ἕναν ἔρωτα παρέκει
πρὸς τὸν αἰθέρα· καὶ ἡ χλωράδα γύρω σου ὅλη
δὲν ἔχει νόημα, δὲν ὑπάρχει, ἢ γιὰ νὰ στέκῃ
καὶ νὰ εἶναι, ἀκροπρεπίδι σου, στὴ δούλεψή σου·
ὤ! πῶς ὑψώνεται στὸν ἥλιο τὸ κορμί σου!

Δὲ σταματάει κισσός, δὲν κόβει παρακλάδι
τοῦ κορμιοῦ σου χυτὴ κ᾿ ἐλεύτερη τὴ γύμνια·
ὅμως, γυμνή, μὲ ὀνειροΰφαντο μαγνάδι
σκεπάζεις τὰ χλωρὰ τοῦ κήπου στενορρύμια.
Λαμποκοπάει τῆς βασιλείας σου σημάδι
κορῶνα ἀχτίδων ἀπὸ σμάραγδα κι ἀσήμια
κρεμάμενη, τρεμάμενη ἀπὸ τὴν κορφή σου·
ὤ! τί ρυθμὸς ποὺ κυβερνάει τὸ θεῖο κορμί σου!

Ἔτσι δὲν εἶναι ὡραῖο τὸ νέο κυπαρίσσι
λιγώντας αὐροσάλευτο πρὸς τὸν αἰθέρα,
ἔτσι δὲν εἶναι ὡραία ἡ χλοϊσμένη βρύση
ποὺ ψέλνει σὰν ποιητὴς καὶ θρέφει σὰ μητέρα,
ἔτσι δὲν εἶν᾿ ἡ ἀνατολή, δὲν εἶναι ἡ δύση·
ἀπ᾿ τὴν κορφή σου κρέμεται ἄλλου κόσμου μέρα·
ἔτσι ὄμορφη δὲν εἶν᾿ ἡ ἀναπαμένη λίμνη·
στὰ πόδια σου οἱ θεοὶ κ᾿ οἱ θεολάλητοι ὕμνοι!

Ἀγγέλου φάντασμα στὴ σκήτη τοῦ ἐρημίτη,
στῆς νύχτας τὴ σιωπὴ τῆς ἁρμονίας τὸ στόμα,
ἡ σκέψη, ἐκεῖ ποὺ πρωτοστράφτει στοῦ τεχνίτη
τὸν πλατυμέτωπο οὐρανό, καὶ πρὶν ἀκόμα,
ὄνειρο ἀσκλάβωτο κι ἀπάρθενο, εὕρῃ σπίτι
καὶ γίνῃ λόγος, μουσική, μάρμαρο, χρῶμα,
σὰν τὴν ἰδέα σου δὲν εἶναι, καθὼς πέφτει
κι ἀντιχτυπάει στοῦ λογισμοῦ μας τὸν καθρέφτη.

Μέσα σου ρέει τὸ διάφανο, τ᾿ ἀθάνατο αἷμα,
ἢ ὁ χυμὸς ὁ ἀνήμπορος νὰ σὲ ξυπνήσῃ
ἀπό ῾ναν ὕπνο δίχως μίλημα καὶ βλέμμα
σὲ μιᾶς ἀθόλωτης ζωῆς τ᾿ ὡραῖο μεθύσι;
Τὸ στέμμα τῆς κορφῆς σου εἶν᾿ ἕνα ξένο ψέμα
ἢ τὰ μαλλιά σου, ποὺ ἡ πνοὴ σὰν τὰ χτυπήσῃ,
γίνονται λύρες γιὰ νὰ εἰποῦν ὁλόγυρά σου
τὴ συμφωνία τῶν ὅλων καὶ τῆς ὀμορφιᾶς σου;

Μήτε κλαδιά, μήτε μαλλιά. Φτερὰ εἶν᾿ ἐκεῖνα,
καὶ δοκιμάζεις τα καὶ τὰ τρεμοσαλεύεις.
Φτερά; δὲν εἶναι, γίνονται· σὲ τρώει μία πεῖνα,
καὶ σὲ μία πλάση ἀνώτερη νά ῾μπῃς παλεύεις.
Μιὰ πολιτεία, μίαν ἠλιοστάλαχτην Ἀθήνα
δεξιά, ζερβά, μακριά, στὰ ὕψη, ὅλο γυρεύεις,
καὶ στέκεσαι νὰ φύγῃς πρὸς τὰ μισουράνια
πετώντας μὲ τοὺς κύκνους καὶ μὲ τὰ γεράνια.

Λείψανο εἶσαι ἀπὸ νεκρὸ μεγάλο αἰῶνα,
ζωῆς, ποῦ γίνεται, εἶσαι ἡ πρώτη δροσεράδα;
Πότε ἀπὸ μέσα σου κοιτάει, τραβάει ἀγῶνα
γιὰ νὰ χυθῇ στὸ φῶς μία νύφη Ἀμαδρυάδα,
πότε σὰν τελευταῖα ὑψώνεσαι κολῶνα
ναοῦ, ποὺ κάποτ᾿ ἔστεκε σὲ μίαν Ἑλλάδα.
Τέλος ἢ ἀρχή, βραδιὰ ἢ πρωί, σὲ δένει κάτι
μὲ τοὺς ὁρίζοντες ποὺ χάνεται τὸ μάτι.

Ὡσαννὰ χύνουν οἱ βλαστοί σου καὶ τὰ βάγια
καὶ τὸ βασιλικὸ ὡσαννὰ τ᾿ ἀνάστημά σου
πρὸς ἄγνωστου θεοῦ διαβατικοῦ τὰ μάγια,
φανερωμένου πρῶτα πρῶτα στὴ ματιά σου.
Ἐσὺ ὡσαννά, ὡσαννὰ ἀποκρίνονται τὰ πλάγια.
Ὤ! ποιὰ τὰ ὁράματα καὶ ποιὰ τὰ μυστικά σου;
Σφάζει τὰ λυγερὰ λουλούδια καὶ τὰ φύλλα
ἀπὸ καινούργιους οὐρανοὺς ἀνατριχίλα.

K᾿ ἐμεῖς; Ἦρθε ὡς ἐμᾶς τὸ μακρινὸ πουλάκι,
τ᾿ ἀγεράκι μας ἄγγιξε μὲ τὰ φτερά του,
καὶ κονταστάθηκε τὸ βιαστικὸ τὸ ρυάκι,
καὶ τὸ παιδί μας ἔρριξε τ᾿ ἀνάβλεμμά του,
καὶ τὸ περήφανό μας ἔγνεψε ζαμπάκι,
καὶ τὸ φεγγάρι ἦρθε γιὰ μᾶς ὡς ἐδῶ κάτου,
κ᾿ εἶδε καθεὶς τ᾿ ἀπόξω μας, κανεὶς τὰ βάθη·
ὁ κόσμος γλίστρησεν ἀπάνω μας κ᾿ ἐχάθη.

Πορτοκαλλάνθια, τί σᾶς ρώτησαν τ᾿ ἀηδόνια;
Ὁ τζίτζικας τί θέλει ἀπὸ τὰ μεσημέρια;
Κι ὅσα βογγοῦνε σὰν ἀπὸ τὰ καταχθόνια,
κι ὅσα ἀνεβαίνουνε τραγούδια πρὸς τ᾿ ἀστέρια,
τοῦ σαρακιοῦ ἡ φωνή, τ᾿ ἀνήσυχα τριζόνια,
τ᾿ ἀρώματα, οἱ πνοές, τὰ ἕρμα καὶ τὰ ταίρια,
ὅσα πετοῦνε, σέρνονται, λιγιένται, σκύβουν,
κάτι γνωρίζουνε γιὰ σὲ καὶ μᾶς τὸ κρύβουν.

Μέσα μας μιὰ ψυχὴ ἀπὸ μπόρα κι ἀπὸ πίσσα
τὸ πονηρὸ γιὰ σὲ στὸ λογισμό μας βάζει.
Στὴ νυχτερίδα ὅλο γιὰ σὲ μιλοῦσε ἡ κίσσα
κ᾿ ἡ ἀκρίδα τὸ παινεύτηκε μ᾿ ἐσὲ πὼς μοιάζει,
κ᾿ ἡ σφῆκα ηὗρε χαρὰ στὴ σκέπη σου περίσσα,
κι ὁ νυχτοκόρακας μ᾿ ἐσένα ἀναγαλλιάζει·
μιὰ πλάση ―Ἐσὺ ποὺ ἀτάραχη τραβᾶς πρὸς τ᾿ ἄστρα,
παραμονεύει σὲ κακὴ κι ἀναγελάστρα!

Ὦ φυσημένη ἀπ᾿ τὴν καρδιὰ τοῦ πεύκου, Ὑγεία!
Πατᾷς, παντοῦ οἱ καρποὶ στ᾿ ἀγκάθια, στὰ τριφύλλια,
κυλᾷς μὲ τὰ νερά, καὶ λάμπουν τὰ στοιχεῖα,
γιὰ τ᾿ ἄδολο κρασὶ τρυγᾷς τὰ ὡραῖα σταφύλια,
ὅπου σταθῇς, θ᾿ ἀναστηθῇ μία πολιτεία,
πάντα ὁ μαστός σου γάλα ρέει, δροσιὰ τὰ χείλια.
Ὦ μάννα στρογγυλὴ καὶ καρπερὴ καὶ ἀκέρια,
μᾶς λυών᾿ ἡ ἀρρώστια· μοιάσαμε τὰ νεκροκέρια.

Κλαδιά, μαλλιά, φτερά. Ἴσκιοι, ποὺ ἡ θεία της χάρη
παίζει κι ἁπλώνει, πρῶτε, δεύτερε καὶ τρίτε,
ἀπὸ τὸ στοιχειωμένο τὸ σκληρὸ φεγγάρι
―μήτε κλαδιά, μήτε μαλλιά, καὶ φτερὰ μήτε!―
Προψὲς μίαν ὄψη τέταρτην εἴχατε πάρει·
σπαθιά! καὶ καρτερούσατε γιὰ νὰ χυθῆτε.
Νυχτοπετοῦσα πεταλούδα, ἔλεος κᾶμε·
ἀπάνω στὰ φτερά σου πᾶρε μας νὰ πᾶμε!

Ἡ ἀρρώστια μᾶς τυράγνησε μὲ τὴν ἀγρύπνια,
ὦ Φοινικιά, καὶ σὲ εἴδαμε νὰ κρυφογέρνῃς,
οἱ δρακοντιές, τὰ σκυλοβότανα, ὅλα ξύπνια,
νύχτα εἴταν, ἄμοιαστο χορὸ μ᾿ αὐτὰ νὰ σέρνῃς,
καὶ σ᾿ εἴδαμε ὄνειρο βαρὺ στὰ πρωτοΰπνια
μὲ φλόμους καὶ μὲ χαμαιλιοὺς νὰ παραδέρνῃς,
καὶ γύρω σ᾿ ἔπνιγαν ἀζώηρων περιβόλια,
κι ἀπὸ σκληρὲς ἀλόες λαὸς κι ἀπὸ τριβόλια.

K᾿ εἴσουνα, τῆς ζωῆς ὡς νὰ ζητοῦσες φόρο
αἱματοπότιστο, κι ὀλάγρια ἀντιχτύπα
πεῖνα στὸ εἶναι σου, καὶ κάποιο σαρκοβόρο
ηὗρε σ᾿ ἐσὲ καὶ φώλιασε, κ᾿ ἔσκαψε τρῦπα,
κ᾿ ἔγινε σπήλαιο τὸ κορμὶ τὸ φτεροφόρο,
καὶ τῆς κορφῆς σου γιὰ κορφὴ φόρεσες γύπα·
σὰ φλόγες καὶ σὰν κύματα καὶ σὰ λεπίδια
συρμένα ἀπὸ τὴ ρίζα ὡς τὴν κορφή σου φίδια.

Ποιὸς τὸ στοχάστηκε, ποιᾶς Μοίρας εἶναι τάμα,
ἀπὸ τὰ κακομύριστα καὶ τ᾿ ἀπορρίμια
νὰ ὑψώνωνται τὰ ὁλόχλωρα, καὶ ἁγνὸ τὸ θάμα
τοῦ Μάη κι Ἀπρίλη ἀπ᾿ τὴν ἀκάθαρτην ἀσκήμια;
Γι᾿ αὐτὸ γαλάζια μέσα μας καὶ μαῦρα ἀντάμα,
καὶ στὴν ψυχή μας ὠκεανοὶ καὶ στενορρύμια,
κ᾿ ἐκεῖ ποὺ ὁ νοῦς μὲ τὰ ὑπέρτατα παλεύει,
κάτι πανάθλιο μᾶς κρατεῖ καὶ μᾶς μολεύει.

Ἥλιε, τὰ μαῦρα ὀνείρατα πάρ᾿ τα καὶ πνίχ᾿ τα,
θολοὶ εἶν᾿ ἀχνοί, κ᾿ εἶναι κακόπραγα τελώνια.
Θρέψε τὰ ὡραῖα καὶ τ᾿ ἀγαθά, τὰ πάντα δεῖχ᾿ τα,
σὰν ἀχτιδοπαιξίματα καὶ σὰν ἀηδόνια.
K᾿ ἐσύ, φεγγάρι ξάπλωσε στὴν ἄγρια νύχτα
διάφανη σκέπη ἀπὸ καρδιὰ καὶ ψυχοπόνια,
τῆς Καλλονῆς παντοῦ κυμάτισε, ὢ πορφύρα,
κ᾿ ἡ πλάση ἂς γίνῃ ἀγάπη κι ἂς χτυπάῃ σὰ λύρα!

Ξημέρωσε. Τὸ φῶς χίλια σου σπέρνει μάτια,
γιὰ ν᾿ ἀγκαλιάζεις τὰ βουνὰ καὶ τὰ ρουμάνια,
στὰ δέντρα τὶς φωλιές, στὶς χῶρες τὰ παλάτια,
καὶ τὰ καράβια στ᾿ ἀνοιχτὰ καὶ στὰ λιμάνια.
Τὴ νύχτα ὡραῖα ξωτικὰ σὲ ἀχτίδων ἄτια
νὰ σὲ δουλέψουν ἔρχονται ἀπὸ τὰ οὐράνια.
Χέρια φυτρώνει ἡ λεῦκα καὶ στ᾿ ἁπλώνει πλείσια
σὲ νανουρίζουν ἥσυχα τὰ κυπαρίσσια.

Μιλᾷς μὲ τὸν ἀϊτὸ καὶ μὲ τὸν πελεκάνο,
ρουφᾷς τὴ μουσικὴ τοῦ κόσμου στάλα στάλα,
βλέπεις τὰ μακρινά, τὰ γύρω καὶ τ᾿ ἀπάνω,
τ᾿ ἀπέραντα καὶ τ᾿ ἄπιαστα καὶ τὰ μεγάλα,
ἀνταποκρίνεσαι μὲ κάθε ἀεροπλάνο,
μὲ ἀχτίδες, μὲ φτερά, μὲ τὴν παγκόσμια σκάλα.
K᾿ ἐμεῖς γυρτὰ στὴ γῆ, δαρμέν᾿ ἀπὸ μία λύπη,
ἀκούσαμε τῆς γῆς τὸ μέγα καρδιοχτύπι.

Ἀκούσαμε τῆς γῆς τὸ μέγα καρδιοχτύπι.
Νέο τραγούδι ἀφάνταστο ποὺ δὲν εἰπώθῃ,
ἦχος ποὺ τίποτ᾿ ἀπὸ μέσα του δὲ λείπει·
μέσα του ρυάζεται ἄγγελος ποὺ κεραυνώθη,
κι ὅλοι γλυκανασαίνουνε τ᾿ Ἀπρίλη οἱ κῆποι·
κρυφοὶ ἀναπάντεχοι μέσα του κλαῖνε πόθοι,
καὶ τρίζει μία φωτιά, ποὺ κόσμους θὰ χαλάῃ·
κάτι ποὺ μένει ἀξήγητο καὶ σὲ περνάει!

Πές μας τὴ φωτερὴ τ᾿ ἀέρινου ἱστορία,
τοῦ μαύρου θὰ σοῦ ποῦμ᾿ ἐμεῖς τὸ συναξάρι,
κ᾿ ἔλα νὰ τὰ ταιριάσουμε τὰ δυὸ στοιχεῖα,
τὴ δύναμή σου ἐσὺ μὲ τὴ δική μας χάρη.
Στ᾿ ἄφαντα, στὰ μικρά, στ᾿ ἀνήλιαγα, στὰ κρύα
ζοῦν ἕνας κόσμος δουλευτάδες καὶ κουρσάροι,
κ᾿ ἔχουν οἱ δρόμοι καὶ τὰ ἔργα τους καὶ οἱ μέρες
κι ὅσα δὲν ἔχουν τῶν ἀπέραντων οἱ αἰθέρες.

Τὴ ζωή του μᾶς εἶπε τὸ μελισσολόι
κι ἄστραψαν ὡς ἐμᾶς καινούργια νιάτα·
θάματ᾿ ἀνυποψίαστα σκεπάζ᾿ ἡ χλόη,
στὸ πλάϊ μας τὸ μυρμῆγκι ἀνοίγει βαθιὰ στράτα,
μιὰ σαύρα ἀργοσυρμένη μέσ᾿ ἀπὸ κατώι,
χωρῶν, ἐθνῶν, τεχνῶν ἔφερ᾿ ἐδῶ μαντάτα.
Μιὰ πεταλούδα, ποὺ ἔτρεχε γιὰ νὰ παντρέψη
τὰ λουλουδάκια, μᾶς ἐπλάτυνε τὴ σκέψη.

Ἀπάντρευτη, ἄκαρπη, κι ἀξήγητη καὶ ὡραῖα!
Παράξενη εἴταν ὥρα, ποιὸς θὰ τὸ πιστέψη;
Βουλήθη ὁ θεῖος κόσμος, κ᾿ ἔγινεν Ἰδέα,
καὶ στὴ δική μας φανερώθηκε τὴ σκέψη.
Τώρα σ᾿ αἰνίγματα καὶ σὲ σκοτάδια νέα
εἶν᾿ ἕτοιμη ἡ ζωούλα μας γιὰ νὰ μισέψῃ.
―Ὦ Φοινικιά, ἀποκρίσου· νά! φυλάει καρτέρι,
πρὶν πῇς τὸ λόγο τὸν ὑπέρτατο, ἕνα χέρι.

Ὦ Φοινικιά, μᾶς ἔσπειρεν ἐδῶ ἕνα χέρι,
καὶ θὰ ξαναπλωθῇ, καὶ θὰ μᾶς ξερριζώσῃ,
καὶ θὰ πεθάνουμε· τὸ κῦμα καὶ τ᾿ ἀγέρι
καὶ τὸ νερὸ ἀνελεήμονα θὰ μᾶς σαρώσῃ,
καὶ δὲ θὰ κλάψῃ μας τ᾿ ὁλόανθο καλοκαῖρι,
κ᾿ ἡ πλατιὰ πλάση τὸ χαμό μας δὲ θὰ νιώσῃ,
καὶ κάτου ἀπὸ τοῦ ἴσκιου σου τὰ μάγια πάλι
θ᾿ ἀναστηθῇ μοσκόπνοη μιὰ βλάστηση ἄλλη.
Καὶ μήτε θὰ βρεθῇ γιὰ μᾶς κανένα μνῆμα
τοῦ διάβα μας τὸ φάντασμα νὰ συγκρατήσῃ·
μονάχα ὁλόφωτο τριγύρω σου ἕνα ντύμα
μὲ νέα μία λάμψη ἀχάλαστη θὰ σὲ στολίσῃ,
καὶ θὰ εἶναι ἡ σκέψη μας κι ὁ λόγος μας καὶ ἡ ρίμα.
Καὶ θὰ φανῆς ἐσὺ στὴν ξαφνισμένη χτίση
σὰν ἕνα χρυσοπράσινο καινούργιο ἀστέρι.
Καὶ μήτ᾿ ἐσύ, μήτε κανεὶς δὲ θὰ μᾶς ξέρῃ

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 14 Δεκεμβρίου 2019

Από την ΚΥΡΙΑΚΗ

 

..κι ειδε καθεὶς τἀ απόξω μας, κανεὶς τὰ βάθη·

ὁ κόσμος εγλίστρησεν απάνω μας κι εχάθη.

Κ . Παλαμας, Φοινικιά

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 14 Δεκεμβρίου 2019

Aπό την Κυριακή

Επάνω του η Σφιγξ είναι πεσμένη
με δόντια και με νύχια τεντωμένα
και μ’ όλην της ζωής την αγριάδα.
Ο Οιδίπους έπεσε στην πρώτη ορμή της,
τον τρόμαξεν η πρώτη εμφάνισή της —
τέτοια μορφή και τέτοιαν ομιλία
δεν είχε φαντασθή ποτέ έως τότε.
Μα μ’ όλο που ακκουμπά τα δυο του πόδια
το τέρας στου Οιδίποδος το στήθος,
συνήλθε εκείνος γρήγορα — και διόλου
τώρα δεν την φοβάται πια, γιατί έχει
την λύσιν έτοιμη και θα νικήση.
Κι’ όμως δεν χαίρεται γι’ αυτήν την νίκη.
Το βλέμμα του μελαγχολία γεμάτο
την Σφίγγα δεν κυττάζει, βλέπει πέρα
τον δρόμο τον στενό που πάει στας Θήβας,
και που στον Κολωνό θ’ αποτελειώση.
Και καθαρά προαισθάνεται η ψυχή του
που η Σφιγξ εκεί θα τον μιλήση πάλι
με δυσκολώτερα και πιο μεγάλα
αινίγματα που απάντησι δεν έχουν.

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 26 Οκτωβρίου 2019

Δεν μπορώ να σου δώσω λύσεις
για όλα τα προβλήματα της ζωής σου,
ούτε έχω απαντήσεις
για τις αμφιβολίες και τους φόβους σου ˙
όμως μπορώ να σ’ ακούσω
και να τα μοιραστώ μαζί σου.

Δεν μπορώ ν’ αλλάξω
το παρελθόν ή το μέλλον σου.
Όμως όταν με χρειάζεσαι
θα είμαι εκεί μαζί σου.

Δεν μπορώ να αποτρέψω τα παραπατήματα σου.
Μόνο μπορώ να σου προσφέρω το χέρι μου
να κρατηθείς και να μη πέσεις.

Οι χαρές σου, οι θρίαμβοι και οι επιτυχίες σου
δεν είναι δικές μου.
Όμως ειλικρινά απολαμβάνω να σε βλέπω ευτυχισμένο.

Δεν μπορώ να περιορίσω μέσα σε όρια
αυτά που πρέπει να πραγματοποιήσεις,
όμως θα σου προσφέρω τον ελεύθερο χώρο
που χρειάζεσαι για να μεγαλουργήσεις.

Δεν μπορώ να αποτρέψω τις οδύνες σου
όταν κάποιες θλίψεις
σου σκίζουν την καρδιά,
όμως μπορώ να κλάψω μαζί σου
και να μαζέψω τα κομμάτια της
για να την φτιάξουμε ξανά πιο δυνατή.

Δεν μπορώ να σου πω ποιος είσαι
ούτε ποιος πρέπει να γίνεις.
Μόνο μπορώ
να σ’ αγαπώ όπως είσαι
και να είμαι φίλος σου.

Αυτές τις μέρες σκεφτόμουν
τους φίλους μου και τις φίλες μου,
δεν ήσουν πάνω
ή κάτω ή στη μέση.

Δεν ήσουν πρώτος
ούτε τελευταίος στη λίστα.
Δεν ήσουν το νούμερο ένα ούτε το τελευταίο.

Να κοιμάσαι ευτυχισμένος.
Να εκπέμπεις αγάπη.
Να ξέρεις ότι είμαστε εδώ περαστικοί.

Ας βελτιώσουμε τις σχέσεις με τους άλλους.

Να αρπάζουμε τις ευκαιρίες.
Να ακούμε την καρδιά μας.
Να εκτιμούμε τη ζωή.

Πάντως δεν έχω την αξίωση να είμαι
ο πρώτος, ο δεύτερος ή ο τρίτος
στη λίστα σου.

Μου αρκεί που με θέλεις για φίλο.
Ευχαριστώ που είμαι.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 6 Οκτωβρίου 2019

 

Από το μπαλκόνι μια βραδιά
κοίταζα το φεγγάρι
και φάνηκε μου μια στιγμή
πως περπατητε ομάδι

Καθόρισε μια στιγμή
πες μου ακριβώς πιο βράδυ
να το ξανοίγομαι ομάδι το φεγγάρι

Που ίσως αντανάκλαση
κείνη την ώρα γινει
να δούμε ο γεις τον άλλο μας απάνω στη Σελήνη

Βιτωροκωστας

Aπό Λουδοβίκος των Ανωγείων

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 5 Μαΐου 2019

«Bella Ciao»: O αντιφαστικός ύμνος που τραγουδάνε ακόμη και στα μπαρ

Ενα παραδοσιακό τραγούδι – που έγινε σύμβολο αντίστασης γυναικών, που πέρασε στα χείλη ανταρτών, που τραγουδήθηκε στα γήπεδα παραλλαγμένο, χορεύτηκε στα μπαρ παραλιακών μαγαζιών και τώρα γίνεται υπόκρουση προεκλογικών αγώνων

 

“Αντίο, όμορφη!

Ενα πρωί ξύπνησα

Ω! αντίο όμορφη, αντίο όμορφη, όμορφη αντίο, αντίο, αντίο
ένα πρωί ξύπνησα και βρήκα τον εισβολέα.

Ω! αντάρτη πάρε με μακριά
Ω! αντίο όμορφη, αντίο όμορφη, όμορφη αντίο, αντίο, αντίο
ω! αντάρτη πάρε με μακριά γιατί αισθάνομαι ότι θα πεθάνω
Και αν πεθάνω σαν αντάρτης
Ω! αντίο όμορφη, αντίο όμορφη, όμορφη αντίο, αντίο, αντίο
και αν πεθάνω σαν αντάρτης, εσύ πρέπει να με θάψεις
Να με θάψεις εκεί, στο βουνό
Ω! αντίο όμορφη, αντίο όμορφη, όμορφη αντίο, αντίο, αντίο
να με θάψεις εκεί στο βουνό
κάτω από τη σκιά ενός υπέροχου λουλουδιού
Και οι άνθρωποι που θα περνούν
Ω! αντίο όμορφη, αντίο όμορφη, όμορφη αντίο, αντίο, αντίο
και οι άνθρωποι που θα περνούν
θα λένε «ω! τι όμορφο λουλούδι!»
Αυτό εδώ είναι το λουλούδι του αντάρτη
Ω! αντίο όμορφη, αντίο όμορφη, όμορφη αντίο, αντίο, αντίο
αυτό εδώ είναι το λουλούδι του αντάρτη
που πέθανε για τη λευτεριά μας”

Το ακούσαμε σε πρόσφατες προεκλογικές εκδηλώσεις τόσο της Φώφης Γεννηματά όσο και του Αλέξη Τσίπρα. Το ακούμε στο εξωτερικό ως μουσική υπόκρουση σε εκδηλώσεις μιας μεγάλης γκάμας κομμάτων, το ακούμε και στα μπαρ – το «Bella Ciao», ο αντιφασιστικός ύμνος των ιταλών παρτιζάνων, έχει φθάσει σήμερα να χρησιμοποιείται ακόμα και από λαϊκιστικά και ξενοφοβικά κόμματα. Η μελωδία του γνωστή και ξεσηκωτική έρχεται από τις αρχές του 20ού αιώνα και ίσως και παλαιότερα. Ενα παραδοσιακό τραγούδι – που έγινε σύμβολο αντίστασης γυναικών, που πέρασε στα χείλη ανταρτών, που τραγουδήθηκε στα γήπεδα παραλλαγμένο, χορεύτηκε στα μπαρ παραλιακών μαγαζιών και τώρα γίνεται υπόκρουση προεκλογικών αγώνων. Τι έχουν πάθει όλοι και τραγουδάνε το «Bella Ciao»;

Θα μας βοηθήσει ο Φάουστο Τζιοβανάρντι, ιταλός μηχανικός που βρέθηκε το καλοκαίρι του 2006 ως τουρίστας στο Παρίσι. Μπαίνοντας σε δισκοπωλείο του Καρτιέ Λατέν είδε ένα CD με τίτλο «Κλέζμερ – εβραϊκή μουσική» – ήταν 20 κομμάτια παιγμένα από διάφορες ορχήστρες. Επειτα από λίγες εβδομάδες το άκουγε μέσα στο αυτοκίνητό του και ξαφνικά συνειδητοποίησε πως ήταν η μουσική του πασίγνωστου «Bella Ciao», γνωστού ως το τραγούδι των ιταλών παρτιζάνων. Εψαξε τα στοιχεία: «Κόιλεν» έγραφε. «Από τον Μίσκα Ζιγκανόφ, 1919».

Ας πάμε στις αρχές του 20ού αιώνα, τότε που στην Οδησσό η εβραϊκή κοινότητα ακολουθούσε τη μουσική παράδοση κλέζμερ. Ο καθηγητής Μουσικολογίας του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας Μάρτιν Σβαρτζ θεωρεί πως η μελωδία του Κόιλεν έχει ξεκάθαρα ρωσικό ήχο και μάλλον πρέπει να ήταν ένα παραδοσιακό «γίντις» τραγούδι. Στη Βρετανική Βιβλιοθήκη ο Μίσκα Ζιγκανόφ αναφέρεται ως Εβραίος από την Ανατολική Ευρώπη, πιθανώς τη Ρωσία, και το τραγούδι του Κόιλεν ως η εκδοχή του τραγουδιού των Ασκενάζι «Dus Zekele Koilen» (ένα σακί με κάρβουνα). Υπάρχουν τουλάχιστον δύο παλιές ηχογραφήσεις – του Αμπρααμ Μόσκοβιτς το 1921 και του Μόρις Γκόλντσταϊν το 1922 -, αλλά η πρώτη ήταν από τον Μίσκα Ζιγκανόφ τον Οκτώβριο του 1919 στη Νέα Υόρκη.

Ο Μίσκα φαίνεται από το επίθετό του ότι ήταν Τσιγγάνος. Οπως έγινε γνωστό, ήταν ένας χριστιανός τσιγγάνος ακορντεονίστας που γεννήθηκε στην Οδησσό και κάποια στιγμή μετανάστευσε στη Νέα Υόρκη και άνοιξε εστιατόριο, ενώ εργαζόταν και ως μουσικός της κλέζμερ – της μουσικής παράδοσης των Ασκενάζι. Θα χρειαστεί να περάσουν δύο δεκαετίες και άλλος ένας παγκόσμιος πόλεμος για να γίνει το «Bella Ciao» ο «ύμνος» της ιταλικής αντίστασης.

«Βέβαια, το “Bella Ciao” το τραγουδούσαν και πριν από το 1945 στην Ιταλία» εξηγεί ο Λουτσιάνο Γκρανόζι, καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Κατάνια. Προφανώς κάποιος ιταλός μετανάστης έφερε μαζί του εκείνο το δισκάκι της πρώτης ηχογράφησης επιστρέφοντας από τις ΗΠΑ και η μελωδία εξαπλώθηκε στην Ιταλία. Αρχικά στη Μόντενα και γύρω από την Μπολόνια. Το τραγουδούσαν οι γυναίκες που εργάζονταν στους ορυζώνες της Νοβάρα, εκφράζοντας τον πόνο τους για τα σκληρά αφεντικά και την ακόμα πιο σκληρή δουλειά στους αγρούς. Alla mattina appena alzata – περιγράφει τις δύσκολες συνθήκες υπό τις οποίες εργάζονταν οι γυναίκες στους ορυζώνες της επαρχίας Terre d’ Acqua, κοντά στην Μπολόνια. Μια κραυγή απέναντι στα αφεντικά, τα οποία «μ’ ένα ραβδί στο χέρι» παρακολουθούν τις εργάτριες να δουλεύουν ακατάπαυστα κάτω από τον καυτό ήλιο. Η μέρα της ελευθερίας όμως, τραγουδάνε, πλησιάζει.

Οταν ξεκινάει η ιταλική αντίσταση, το τραγούδι που αγαπούσαν οι παρτιζάνοι είχε τίτλο «Σφυρίγματα στον άνεμο». Ομως θεωρούνταν πολύ «κομμουνιστικό» καθώς ήταν γραμμένο πάνω στη μουσική του πασίγνωστου σοβιετικού τραγουδιού του 1938 «Κατιούσα». Αλλωστε και τα λόγια δεν άφηναν περιθώριο: «Ο άνεμος σφυρίζει / μαίνεται η καταιγίδα / κατέκτησε την κόκκινη άνοιξη / όπου υψώνεται ο ήλιος του μέλλοντος». Και τότε εμφανίζεται το «Bella Ciao» με στίχους που μιλούν για εισβολείς και αντάρτες. Ηταν ένα τραγούδι αποδεκτό από όλους – από τα κόμματα έως τις ένοπλες δυνάμεις. Αυτήν τη «νίκη» του «Bella Ciao» την έχει μελετήσει εκτενώς ο Τσέζαρε Μπερμάνι, συγγραφέας ενός πρωτοποριακού έργου για το κοινωνικό τραγούδι στην Ιταλία, που έκανε λόγο για την «εφεύρεση μιας παράδοσης».

Και τότε ήρθε η φωνή της Τζιοβάνα Νταφίνι για να καθαγιάσει τα πάντα. Ηταν «η φωνή της αγροτιάς» που στάθηκε μπροστά στο μικρόφωνο του εθνομουσικολόγου Ρομπέρτο Λεϊντί και τραγούδησε μια εκδοχή του «Bella Ciao» όπου δεν γινόταν αναφορά σε εισβολείς και αντάρτες αλλά σε μια σκληρή μέρα δουλειάς στους ορυζώνες. Είπε ότι το είχε μάθει στο Βερτσέλι και τη Νοβάρα και ήξερε ότι το σιγομουρμούριζαν οι εργάτριες πολύ πριν από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. «Το πρωί, μόλις σηκωθούμε / εκεί πέρα στους ορυζώνες πρέπει να πάμε» έλεγαν οι στίχοι. Οι ερευνητές σχεδόν δεν το πίστευαν, λέει ο καθηγητής Γκρανόζι. Είχαν βρει τη σύνδεση μεταξύ ενός ύμνου για τον αγώνα, μιας έκφρασης της αντιφασιστικής συνείδησης και ενός παλαιότερου τραγουδιού που ερχόταν από την αγροτιά, πριν από τον πόλεμο.

Οι αντάρτες

Πέρασε κι ο πόλεμος, πέρασε και η αντίσταση, οι αντάρτες παρέδωσαν τα όπλα τους και το «Bella Ciao» συνέχισε να τραγουδιέται πέρα και από τα σύνορα της Ιταλίας. Γνώρισε πολλές βερσιόν και προσαρμόστηκε σε πολλές συνθήκες. Το 2013 το τραγούδι ακούστηκε στις μεγάλες διαδηλώσεις της πλατείας Ταξίμ στην Κωνσταντινούπολη όταν οι αστυνομικές δυνάμεις διέλυσαν βίαια τους συγκεντρωμένους που αντιδρούσαν στην καταστροφή του πάρκου Γκεζί και στη μετατροπή του σε εμπορικό κέντρο.

Χωρίς να έχει ξεχαστεί ουσιαστικά ποτέ, γίνεται γνωστό στη νέα γενιά μέσα από μια ισπανική τηλεοπτική σειρά, το «Casa de Papel». Ο Professor, ο εγκέφαλος μιας ληστείας στο Νομισματοκοπείο της Μαδρίτης, το τραγουδά δίνοντας μια ταξική διάσταση στο θέμα, με τους χαρακτήρες να έρχονται αντιμέτωποι με ένα σάπιο σύστημα. Η σειρά ξεκίνησε να παίζεται στα τέλη του 2017 και το τραγούδι σύντομα βρέθηκε στα χείλη πολλών.

Τον Απρίλιο του 2018, στην Πορτογαλία, οι οπαδοί της Πόρτο τραγούδησαν μια διασκευή έπειτα από τη νίκη της ομάδας τους επί της Μπενφίκα, με τους στίχους να λένε «Penta Xau» (αντίο πέμπτο). Χλεύασαν έτσι τις ελπίδες των αντιπάλων τους να κερδίσουν για πέμπτη συνεχόμενη φορά το πορτογαλικό πρωτάθλημα. Το τραγούδι πέρασε και από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού και προσαρμόστηκε από βραζιλιάνους οπαδούς στη διάρκεια του περσινού Μουντιάλ για να κοροϊδέψουν την αποστολή της Αργεντινής και το ενδεχόμενο αποκλεισμού της από τον πρώτο γύρο, κάτι που τελικά δεν έγινε.

Κατά τη διάρκεια των εκλογών του 2018 στην Ιταλία, οι οπαδοί του Ματέο Σαλβίνι χρησιμοποίησαν μια άλλη βερσιόν του «Bella Ciao» στη διάρκεια πολιτικών εκδηλώσεων, γεγονός που προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων. Το τραγούδι που κάποτε ήταν αντιφασιστικός ύμνος έγινε εγκώμιο της ξενοφοβίας από τη Λέγκα.

Το καλοκαίρι του 2018 οι DJ Hardwell και Maddix πήραν το επαναστατικό τραγούδι και του έδωσαν χορευτικό ρυθμό – το «Bella Ciao» ανέβηκε στα μουσικά charts και χορεύτηκε από ημίγυμνους νέους σε παραλίες και beach bars, με τους περισσότερους εξ αυτών να μην έχουν ακούσει ποτέ ούτε για τον Μίσκα Ζιγκανόφ ούτε για τους ορυζώνες της Νοβάρα ούτε για τους ιταλούς παρτιζάνους.

 

Αντίο, όμορφη!

Ενα πρωί ξύπνησα

Ω! αντίο όμορφη, αντίο όμορφη, όμορφη αντίο, αντίο, αντίο
ένα πρωί ξύπνησα και βρήκα τον εισβολέα.

Ω! αντάρτη πάρε με μακριά
Ω! αντίο όμορφη, αντίο όμορφη, όμορφη αντίο, αντίο, αντίο
ω! αντάρτη πάρε με μακριά γιατί αισθάνομαι ότι θα πεθάνω
Και αν πεθάνω σαν αντάρτης
Ω! αντίο όμορφη, αντίο όμορφη, όμορφη αντίο, αντίο, αντίο
και αν πεθάνω σαν αντάρτης, εσύ πρέπει να με θάψεις
Να με θάψεις εκεί, στο βουνό
Ω! αντίο όμορφη, αντίο όμορφη, όμορφη αντίο, αντίο, αντίο
να με θάψεις εκεί στο βουνό
κάτω από τη σκιά ενός υπέροχου λουλουδιού
Και οι άνθρωποι που θα περνούν
Ω! αντίο όμορφη, αντίο όμορφη, όμορφη αντίο, αντίο, αντίο
και οι άνθρωποι που θα περνούν
θα λένε «ω! τι όμορφο λουλούδι!»
Αυτό εδώ είναι το λουλούδι του αντάρτη
Ω! αντίο όμορφη, αντίο όμορφη, όμορφη αντίο, αντίο, αντίο
αυτό εδώ είναι το λουλούδι του αντάρτη
που πέθανε για τη λευτεριά μαςΑπό ΤΑ ΝΕΑ

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 7 Απριλίου 2019

Βρες χρόνο να γελάς. Αυτό είναι η μουσική της ψυχής

Βρες χρόνο για δουλειά -αυτό είναι το τίμημα της επιτυχίας.


Βρες χρόνο για σκέψη -αυτό είναι η πηγή της δύναμης.

Βρες χρόνο για παιχνίδι -αυτό είναι το μυστικό της αιώνιας νιότης.

Βρες χρόνο για διάβασμα -αυτό είναι το θεμέλιο της γνώσης.

Βρες χρόνο να είσαι φιλικός -αυτός είναι ο δρόμος προς την ευτυχία.

Βρες χρόνο για όνειρα -αυτά θα τραβήξουν το όχημά σου ως τ΄αστέρια.

Βρες χρόνο ν΄αγαπάς και ν΄αγαπιέσαι -αυτό είναι το προνόμιο των Θεών.

Βρες χρόνο να κοιτάς ολόγυρά σου -είναι πολύ σύντομη η μέρα για να ΄σαι εγωιστής.

Βρες χρόνο να γελάς -αυτό είναι η μουσική της ψυχής.

Βρες χρόνο να είσαι παιδί -για να νιώθεις αυθεντικά ανθρώπινος.

Το όνειρο του παιδιού είναι η Ειρήνη.

Τ΄όνειρο της μάνας είναι η Ειρήνη.

Τα λόγια της αγάπης κάτω απ΄τα δέντρα είναι η Ειρήνη…

Ειρήνη είναι ένα ποτήρι ζεστό γάλα

κι ένα βιβλίο μπροστά στο παιδί που ξυπνάει.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 16 Φεβρουαρίου 2019

Ευτυχής που ποθεί και που νοιάζεται
Την πατρική γη να φυλάξει,
Το γενέθλιο αγέρι,
Στο χώμα του να ανασαίνει
Που με γάλα ή ξερό ψωμί τρέφεται
Και στους φίλους του πάει στολισμένος
Που τα δέντρα του καλοκαιριού
Του δίνουνε παχιά σκιά
Και φωτιά το χειμώνα.

Ευλογημένος που μπορεί χωρίς έγνοια να νιώθει
Ώρες, ημέρες και χρόνια,
Ότι φεύγουνε από πάνω του
Απαλά στο κορμί του υγεία αφήνοντας
Στο νου ειρήνη, τη μέρα γαλήνη
Βαθύ ύπνο τη νύχτα
Ξεκούραση και μελέτη
Πλάι πλάι πάντα σε τέρψη γλυκιά
Κι αγαθότητα που πιο πολύ ευφραίνει
Με της ζωής τη σπουδή αξεχώριστη
Πάντα αν είναι να ζήσω άγνωστος, απαρηγόρητος, και άκλαυτος μονάχος, να πεθάνω,
Από τον κόσμο μακριά, μα όχι πέτρινος, θα ποθούσα.

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 3 Φεβρουαρίου 2019

 

Κι ό,τι δεν ξέρεις είναι το μόνο πράγμα που ξέρεις

Κι ό,τι κατέχεις είναι αυτό που δεν κατέχεις

Κι εκεί που είσαι είναι εκεί που δεν είσαι.

Να το πω πάλι; Για να φτάσετε εκεί,
Για να φτάσετε εκεί που είστε, να φτάσετε από εκεί που δεν είστε,
Πρέπει να πάτε από ένα δρόμο όπου δεν υπάρχει έκσταση.
Για να φτάσετε σ’ αυτό που δεν γνωρίζετε
Πρέπει να πάτε από ένα δρόμο που είναι ο δρόμος της άγνοιας.
Για να κατέχετε αυτό που δεν κατέχετε
Πρέπει να πάτε από το δρόμο της στέρησης.
Για να φτάσετε σε αυτό που δεν είστε
Πρέπει να πάτε μέσω του δρόμου στον οποίο δεν είστε.
Και αυτό που δεν γνωρίζετε είναι το μόνο πράγμα που γνωρίζετε
Και αυτό που σας ανήκει είναι αυτό που δεν σας ανήκει
Και εκεί που είστε είναι εκεί που δεν είστε.