Ποίηση

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 2 Ιανουαρίου 2021

Από την Μαρία

“Εκατό χιλιάδων χρόνων, θα έχω ακόμα τη δύναμη

Για να σε περιμένω, αύριο, λουσμένο από ελπίδα.

Ο χρόνος ένας γέρος λαβωμένος από τόσα πλήγματα
Μπορει να γογγύζει: νέος είναι το πρωί, νέος και τη νυχτιά.

Αλλά για πολλούς μήνες ζούμε την περασμένη μέρα
Ξενυχτάμε, φυλάμε το φως και την φωτιά,
Μιλάμε χαμηλόφωνα κι αφουγκραζόμαστε

Ο μεγάλος θόρυβος σβήστηκε γοργά και χάθηκε όπως στο παιχνίδι.
Αλλ ‘απ’ τα βάθη της νυχτιάς εξακολουθούμε να είμαστε μάρτυρες
του μεγαλείου της ημέρας και όλων της των δώρων

Αν δεν κοιμόμαστε είναι για να παραφυλάμε την αυγή
Που θα αποδείξει ότι επιτέλους ζούμε στο παρόν”

Ρομπέρ Ντεζνό

Από τον Dominique Lurcel
Στέλιος Μακρής και Dora Voutsadopoulou στη μεταφραστική προσπάθεια

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 20 Δεκεμβρίου 2020
ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το φως και η πρώτη
χαραγμένη στην πέτρα ευχή του ανθρώπου
η αλκή μες στο ζωο που οδηγεί τον ήλιο
το φυτό που κελάηδησε και βγήκε η μέραΗ στεριά που βουτά και υψώνει αυχένα
ένα λίθινο άλογο που ιππεύει ο πόντος
οι μικρές κυανές φωνές μυριάδες
η μεγάλη λευκή κεφαλή Ποσειδώνος

ΟΙ ΣΗΜΑΝΤΟΡΕΣ ΑΝΕΜΟΙ που ιερουργούνε
που σηκώνουν το πέλαγος σαν Θεοτόκο
που φυσούν και ανάβουνε τα πορτοκάλια
που σφυρίζουν στα όρη κι έρχονται

Οι αγένειοι δόκιμοι της τρικυμίας
οι δρομείς που διάνυσαν τα ουράνια μίλια
οι Ερμήδες με το μυτερό σκιάδι
και του μαύρου καπνού το κηρύκειο

Ο Μαϊστρος, ο Λεβάντες, ο Γαρμπής
ο Πουνέντες, ο Γραίγος, ο Σιρόκος
η Τραμουντάνα, η Όστρια

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το ξύλινο τραπέζι
το κρασί το ξανθό με την κηλίδα του ήλιου
του νερού τα παιχνίδια στο ταβάνι
στη γωνιά το φυλλόδεντρο που εφημερεύει

Οι λιθιές και τα κύματα χέρι με χέρι
μια πατούσα που σύναξε σοφία στην άμμο
ένας τζίτζικας που έπεισε χιλιάδες άλλους
η συνείδηση πάμφωτη σαν καλοκαίρι.

ΤΑ ΝΗΣΙΑ με το μίνιο και με το φούμο
τα νησιά με το σπόνδυλο καποιανού Δία
τα νησιά με τους έρημους ταρσανάδες
τα νησιά με τα πόσιμα γαλάζια ηφαίστεια

Στο μελτέμι τα ορτσάροντας με κόντρα φλόκο
Στο γαρμπή τ’ αρμενίζοντας πόντζα λαμπάντα
έως όλο το μάκρος τους τ’ αφρισμένα
με λιτρίδια μαβιά και με ηλιοτρόπια

Η Σίφνος, η Αμοργός, η Αλόννησος
η Θάσος, η Ιθάκη, η Σαντορίνη
η Κως, η Ίος, η Σίκινος

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ στο πέτρινο πεζούλι
αντίκρυ του πελάγους η Μυρτώ να στέκει
σαν ωραίο οκτώ ή σαν κανάτι
με την ψάθα του ήλιου στο ένα χέρι

Το πορώδες και άσπρο μεσημέρι
ένα πούπουλο ύπνου που ανεβαίνει
το σβησμένο χρυσάφι μες στους πυλώνες
και το κόκκινο άλογο που δραπετεύει

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ εορτάζοντας τη μνήμη
των Αγίων Κηρύκου και Ιουλίτης
ένα θαύμα να καίει στους ουρανούς τ’ αλώνια
ιερείς και πουλιά να τραγουδούν το χαίρε :

ΧΑΙΡΕ η Καιομένη και χαίρε η Χλωρή
Χαίρε η Αμεταμέλητη με το πρωραίο σπαθί

Χαίρε η που πατείς και τα σημάδια σβήνονται
Χαίρε η που ξυπνάς και τα θαύματα γίνονται

Χαίρε του παραδείσου των βυθών η Αγρία
Χαίρε της ερημίας των νήσων η Αγία

Χαίρε η Ονειροτόκος χαίρε η Πελαγινή
Χαίρε η Αγκυροφόρος και η Πενταστέρινη

Χαίρε με τα λυτά μαλλιά η χρυσίζοντας τον άνεμο
Χαίρε με την ωραία λαλιά η δαμάζοντας τον δαίμονα

Χαίρε που καταρτίζεις τα Μηναία των κήπων
Χαίρε που αρμόζεις τη ζωνη του Οφιούχου

Χαίρε η ακριβοσπάθιστη και σεμνή
Χαίρε η προφητικιά και δαιδαλική

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το χώμα που ανεβάζει
μιάν οσμή κεραυνού σαν από θειάφι
του βουνού ο πυθμένας όπου θάλλουν
οι νεκροί άνθη της αύριον

Μιας νυχτός Ιουνίου η νηνεμία
γιασεμιά και φουστάνια στο περιβόλι
το ζωάκι των άστρων που ανεβαίνει
της χαράς η στιγμή λίγο πριν κλάψει

ΤΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ η πόα της ουτοπίας
τα κορίτσια οι παραπλανημένες Πλειάδες
τα κορίτσια τ’ Αγγεία των Μυστηρίων
τα γεμάτα ως πάνω και τ’ απύθμενα

Τα στυφά στο σκοτάδι και όμως θαύμα
τα γραμμένα στο φως και όμως μαυρίλα
τα στραμμένα επάνω τους όπως οι φάροι
τα ηλιόβόρα και τα σεληνοβάμονα

Η Ερση, η Μυρτω, η Μαρινα
η Ελενη, η Ρωξανη, η Φωτεινη
η Αννα, η Αλεξανδρα, η Κυνθια

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το αναίτιο δάκρυ
ανατέλλοντας αργά στα ωραία μάτια
των παιδιών που κρατιούνται χέρι χέρι
των παιδιών που κοιτάζουνται και δε μιλιούνται
Των ερώτων το τραύλισμα πάνω στα βράχια
ένας φάρος που εκτόνωσεν αιώνων θλίψη
το τριζόνι το επίμονο καθώς η τύψη
και το μάλλινο έρημο μέσα στ’ αγιάζι

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το χέρι που επιστρέφει
από φόνο φριχτόν και τώρα ξέρει
ποιος αλήθεια ο κόσμος που υπερέχει
ποιό το “νυν” και ποιο το “αιέν” του κόσμου :

ΝΥΝ το αγρίμι της μυρτιάς Νυν η κραυγή του Μάη
ΑΙΕΝ η άκρα συνείδηση Αιέν η πλησιφάη

Νυν νυν η παραίσθηση και του ύπνου η μιμική
Αιέν αιέν ο λόγος και Τρόπις η αστρική

Νυν των λεπιδόπτερων το νέφος το κινούμενο
Αιέν των μυστηρίων το φως το περιιπτάμενο

Νυν το περίβλημα της Γης και η Εξουσία
Αιέν η βρωση της Ψυχής και η Πεμπτουσία

Νυν της Σελήνης το μελάγχρωμα το ανίατο
Αιέν το χρυσοκύανο του Γαλαξία σελάγισμα

Νυν των λαών το αμάλγαμα και ο μαύρος Αριθμός
Αιέν της Δίκης το άγαλμα και ο Μέγας Οφθαλμός

Νυν η ταπείνωση των Θεών
Νυν η σποδός του Ανθρώπου

Νυν Νυν το μηδέν

και ΑΙΕΝ Ο ΚΟΣΜΟΣ Ο ΜΙΚΡΟΣ, Ο ΜΕΓΑΣ !

Από το υπέροχο ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ του Οδ Ελύτη
Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 15 Νοεμβρίου 2020

Στη θλιμμένη μέρα η καρδιά μου πιο θλιμμένη απ’
τη μέρα…

Ηθικές και κοινωνικές υποχρεώσεις;
Πολυπλοκότητα καθηκόντων, συνεπειών;
Όχι, τίποτε..
Η θλιμμένη μέρα, η λίγη θέληση για τόσο. ..
Τίποτε…

Άλλοι ταξιδεύουν (κι εγώ ταξίδεψα), άλλοι είναι
στον ήλιο
(Κι εγώ ήμουν στον ήλιο, ή υπέθετα ότι ήμουν),
Όλοι έχουν δίκιο, ή ζωή, ή συμμετρική άγνοια, θάρρος, χαρά και κοινωνικότητα.
Και μεταναστεύουν για να γυρίσουν, ή να μη
γυρίσουν,
Με πλοίο που απλά τους μεταφέρουν, δεν νιώθουν πως υπάρχει θάνατος σε κάθε
αναχώρηση.
Μυστήριο σε κάθε επιστροφή,
Κάτι τρομακτικό σε κάθε τι το νέο…

Δεν νιώθουν: γι’ αυτό είναι βουλευτές και
επιχειρηματίες,
Χορεύουν και είναι εμπορικοί υπάλληλοι.
Πάνε σ’ όλα τα θέατρα και γνωρίζουν κόσμο…
Δεν νιώθουν: γιατί θα έπρεπε να νιώθουν;

Κοπάδι ντυμένο από τους στάβλους των θεών,
Άφησέ το να περάσει με τις γιρλάντες του για τη
θυσία
Κάτω απ’ τον ήλιο, τον πληθωρικό, ζωντανό,
ευχαριστημένο να νιώθει τον εαυτό του…
Αφήστε το να περάσει, μα αλί μου, πάω μαζί του
χωρίς γιρλάντα
Για το ίδιο πεπρωμένο!
Πάω μαζί του χωρίς τον ήλιο που νιώθω, χωρίς τη
ζωή που έχω,
Πάω μαζί του γνωρίζοντας…

Στη θλιμμένη μέρα η καρδιά μου πιο θλιμμένη απ’
τη μέρα..
Στη θλιμμένη μέρα όλες οι μέρες…
Στην τόσο θλιμμένη μέρα..

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 14 Νοεμβρίου 2020

Εδώ στου δρόμου τα μισά
έφτασε η ώρα να το πω
άλλα είναι εκείνα που αγαπώ
γι’ αλλού γι’ αλλού ξεκίνησα.

Στ’ αληθινά στα ψεύτικα
το λέω και τ’ ομολογώ.
Σαν να `μουν άλλος κι όχι εγώ
μες στη ζωή πορεύτηκα.

Όσο κι αν κανείς προσέχει
όσο κι αν το κυνηγά,
πάντα πάντα θα `ναι αργά
δεύτερη ζωή δεν έχει

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 18 Οκτωβρίου 2020

Οδυσσέας

Ο μέγας άνδρας γύρισε την πλάτη στο νησί.

Τώρα πια δεν θα πεθάνει στον παράδεισο

ούτε θ’ ακούσει ξανά

τα λαούτα του παραδείσου πλάι στις ελιές,

στις διαυγείς τις λίμνες κάτω απ’ τα κυπαρίσσια. Ο χρόνος

τώρα ξεκινά, και ακούει ξανά

εκείνον τον παλμό που είναι της θάλασσας

η αφήγηση, την αυγή, με το δυνατότερο τράβηγμα του νερού.

Ό,τι μας έφερε ως εδώ

μακριά θα μας πάρει – το καράβι μας

λικνίζεται στα μαύρα του λιμανιού τα νερά.

Το ξόρκι έχει λήξει.

Δώσ’ του πίσω τη ζωή του

Θάλασσα, εσύ που μόνον εμπρός προχωράς.

*

Τηλεσκόπιο

Υπάρχει μια στιγμή αφότου κινήσεις το μάτι σου

όπου ξεχνάς πού είσαι

γιατί έζησες, φαίνεται,

κάπου αλλού, στη σιγή του νυχτερινού ουρανού.

Σταμάτησες να βρίσκεσαι εδώ στον κόσμο.

Βρίσκεσαι κάπου αλλού,

όπου η ανθρώπινη ζωή δεν έχει αξία.

Δεν είσαι ένα ενσώματο πλάσμα.

Υπάρχεις όπως υπάρχουν τ’ αστέρια,

μετέχοντας στην ακινησία τους,

στην απεραντοσύνη τους.

Κι έπειτα είσαι στον κόσμο ξανά.

Νύχτα, σ’ έναν κρύο λόφο,

αποσυναρμολογώντας το τηλεσκόπιο.

Καταλαβαίνεις πια

πως δεν είναι η εικόνα ψευδής

μα ο συσχετισμός.

Βλέπεις ξανά πόσο μακριά

το κάθε τι βρίσκεται απ’ το άλλο.

*

Οκτώβριος (6)

Η λαμπρότητα της μέρας γίνεται

η λαμπρότητα της νύχτας·

η φωτιά γίνεται καθρέφτης.

Η φίλη μου η γη πικραμένη – νομίζω

το φως την απογοήτευσε.

Πικραμένη ή αποκαμωμένη, δύσκολο να διακρίνω.

Ανάμεσα σ’ εκείνην και τον ήλιο

κάτι έχει τελειώσει.

Θέλει πια την ησυχία της –

νομίζω πρέπει να σταματήσουμε

να ζητάμε την επιβεβαίωσή της.

Πάνω από τους αγρούς

πάνω από τις στέγες των σπιτιών του χωριού

η λαμπρότητα που έκανε τη ζωή υπαρκτή

γίνεται κρύα αστέρια.

Στάσου ακίνητος και δες –

τίποτα δεν δίνουν τίποτα δεν ζητούν.

Μέσ’ απ’ της γης

την πικρή την ντροπή, την παγωνιά και τη στειρότητα

η φίλη μου η σελήνη ανατέλλει –

είναι όμορφη, αλλά και πότε δεν ήταν;

*

Η άγρια ίριδα

Στο τέρμα του μαρτυρίου μου

υπήρχε μία πόρτα.

Ακούστε με – αυτό που λέτε θάνατο

θυμάμαι.

Ψιθύρους ψηλά και τα κλαριά του πεύκου ν’ αλλάζουν.

Έπειτα τίποτα. Ο αδύναμος ήλιος

τρεμόσβηνε στην ξερή επιφάνεια.

Απαίσιο να επιβιώνεις

συνείδηση

στη σκοτεινή τη γη θαμμένη.

Κι έπειτα τέλειωσε – αυτό που φοβάστε,

την ψυχή ανήμπορη

να μιλήσει, σβήνοντας απότομα, με την άκαμπτη γη

να λυγίζει για λίγο. Κι αυτό που νόμιζα πως ήταν

πουλιά που πετούσαν σε θάμνους χαμηλά.

Σ’ εσάς που δεν θυμάστε

το πέρασμα του άλλου κόσμου

λέω πως μπορούσα να μιλήσω ξανά – ό,τι

επιστρέφει από την λήθη επιστρέφει

για να βρει μια φωνή –

από το κέντρο της ζωής μου φάνηκε

η μεγάλη πηγή, μαβιές σκιές

στα γαλανά της θάλασσας νερά.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 13 Οκτωβρίου 2020

Aπό την Μαρία

Παγκόσμια μέρα Ψυχικής υγείας

.Ο διπλανός μου είναι ένας άνθρωπος που ταξιδεύει. Προτού πλαγιάσουμε στο θάλαμο για να κοιμηθούμε, βγάνει από τις τσέπες του ένα σωρό παλιόχαρτα και ατελείωτα κουβάρια σπάγγους, πακετάρει μεθοδικά το κρεβάτι του, τα ρούχα, τα παπούτσια του και μας λέει αντί για καληνύχτα «καλή αντάμωση». Ταξιδεύει, πάει στη Λειψία, στο Παρίσι, στο Βερολίνο, στην Αίγυπτο, Ινδίες, Μαρόκο… Επιτρέπεται ο πρώτος τυχών νοσοκομάκος με ένα σκούντημα να ξυπνάει και να ξαναφέρνει πάλι πίσω στο Δρομοκαΐτειο τον άνθρωπο που του δόθηκε με λίγα παλιόχορτα και κάτι σπάγγους να ταξιδεύει σαν το πουλί, να κάνει κάθε νύχτα κι από ένα θείο ταξίδι; Μια φορά που τον εξύπνησεν απότομα ο νοσοκόμος, του φώναξε απελπισμένα: -Άσε με, για το Θεό, χάνω το τρένο!
Είναι σύστημα αυτό, είναι κούρα αυτή, να παίρνουν τη μόνη ευτυχία που απομένει στον τρελό; Τον γιατρεύουμε, μας λένε. Μπράβο! Κι όταν γίνει καλά, θα ξανακάνει ποτέ του ταξίδι με ένα κομμάτι σπάγγο;”

Ρώμος Φιλύρας ,Ο Ποιητής του Ψυχιατρείου

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 19 Σεπτεμβρίου 2020

Από την Κυριακή

“Αν ο Χριστός χτυπήσει την πόρτα σας, θα τον αναγνωρίσετε;.

Θα έλθει ίσως σαν άλλοτε φτωχός.

Κι αποδιωγμένος.

Σαν ένας εργάτης,

Σαν ένας άεργος

Η ένας απεργός που αγωνίζεται σε δίκαιη απεργία.

Μπορεί να είναι ασφαλιστής

Κι ακόμη πωλητής ανεμιστήρων…

Θ’ ανεβαίνει, αδιάκοπα σκαλοπάτια,

Θα σταματά σε κεφαλόσκαλα

Μ΄ ένα χαμόγελο γλυκό

Στο θλιμμένο του πρόσωπο…

Μα το κατώφλι σας είναι τόσο σκοτεινό…

Άλλωστε, πως να δεις το χαμόγελο αυτών που διώχνεις!

«Δεν μ’ ενδιαφέρει…», θα πείτε,

πριν ακόμη τον ακούσετε.

Κι αν βγει η μικρή σας υπηρέτρια, θα επαναλάβει το μάθημά της:

«Η κυρία έχει τους φτωχούς της»

και θα βροντήξει την πόρτα

καταπρόσωπο στον Φτωχό

που είναι ο ίδιος ο Σωτήρας.

Μπορεί ακόμη να είναι πρόσφυγας,

Ένας από τα δεκαπέντε εκατομμύρια προσφύγων,

Με κάποιο διαβατήριο του Ο.Η.Ε. στο χέρι,

Ένας από αυτούς που κανείς δεν τους θέλει

Και που περιπλανιούνται σ’ αυτή την έρημο,

Τον Κόσμο,

Ένας από εκείνους που πρέπει να πεθάνουν,

«γιατί κανείς δεν ξέρει από που έρχονται
άνθρωποι σαν κι αυτούς…».

Μπορεί να είναι κάποιος μαύρος,

Στην Αμερική,

Ένας νέγρος, όπως τον λεν,

Που κατάκοπος ζητιανεύει άσυλο μες στα ξενοδοχεία της Νέας Υόρκη,

Σαν άλλοτε, στην Ναζαρέτ,

Η Παναγία.

Αν ο Χριστός χτυπήσει αύριο την πόρτα σας, θα τον αναγνωρίσετε;

Θα έχει όψη κουρασμένη,

Καθώς είναι εξαντλημένος,

Συντριμμένος,

Αφού πρέπει να βαστάζει

Όλα τα βάσανα της γης…

Πρόσεξε!…Κανείς δεν δίνει δουλειά

Σ’ έναν τόσο κουρασμένο…

Καθώς μάλιστα αν Τον ρωτήσεις:

«Τι ξέρεις να κάνης;»

Δεν μπορεί ν’ απαντήσει: όλα.

«Από που έρχεσαι;»

Δεν μπορεί να σου πει: από παντού.

«Τι θέλεις να κερδίσεις:»

Δεν μπορεί να πει: εσάς!

Έτσι, θα ξαναφύγει,

πιο κουρασμένος και συντριμμένος,

παίρνοντας μαζί Του, μες στα γυμνά Του χέρια,

την Ειρήνη.”

  1. Ραούλ Φολλερώ,Αν ο Χριστός αύριο χτυπήσει την πόρτα σας…θα τον αναγνωρίσετε;
Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 24 Ιουνίου 2020

Βιτωροκωστας εντεκα παιδια εκπροσωπος της πατρότητας μερα που ειναι

Γραφει στο γιο του που ηταν Αμερική αλλα αργούσε να στειλει γραμμα :

Από το μπαλκόνι μια βραδιά
Κοίταζα το φεγγάρι

και φάνηκε μου μια στιγμή
πως περπατάτε ομάδι

καθόρισε μια στιγμή
πες μου ακριβώς πιο βράδυ

να το κοιτάζομε και οι δυό
ομάδι το φεγγάρι

που ίσως αντανάκλαση
κείνη την ώρα γίνει
να δούμε ο γείς τον άλλο μας

Απάνω στη σελήνη

Από τον Λουδοβίκο

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 19 Ιουνίου 2020

Πώς είναι ο έρωτας γραμμένος στο πετσί μας.
Με γράμματα άραγε ή μαύρους αριθμούς;
Αίμα θηλάζει κι η Ελλάδα κι η ζωή μας
Και οι εχθροί είναι εραστές με εκβιασμούς.
Των δράκων γάλα πίνουν μόνο και φαρμάκι.
Κρίμα. Δεν γνώρισες τον Κώστα Καρυωτάκη.

Στους ουρανούς θ’ αναγνωρίσουνε ποιος ήσουν.
Ξέρουν αυτοί. Το φωτοστέφανο χρυσό.
Φώτιζες νύχτες των ανθρώπων που θα ζήσουν
κι έχουν και θάνατο και φως μισό μισό.
Όχι τσεκούρι και μπαλτάς. Μήτε και σφαίρα.
Μ’ ένα σουγιά που κόβει φλέβες στον αέρα.

Με του Μακμπέθ πήγες τις μάγισσες, κοντά τους
να βρεις πώς σμίγει το χρυσάφι με χαλκό
κυνηγημένος απ΄ το σώμα σου στους βάλτους
βρήκες ποιός δαίμονας ξορκίζει το κακό.
Δεν παραστάθηκαν Απόστολοι εκ περάτων
Κι ας πήραν όψη τα μυστήρια των πραγμάτων.

Τι συζητούσες στον Αγρό του Κεραμέως (1)
στους κήπους του αίματος σαν μια σταλαγματιά.
Για στρατηλάτης δεν σου πήγαινε γενναίος
μήτε τσιράκι στων τραμπούκων τη στρατιά.
Ω επαρχία, επαρχία, όλα τα σφάζεις.
Τα μαχαιρώνεις και λυσσάς κι όλο σπαράζεις.

Ο Γκρέκο εδώ, ο Λόρκα εκεί. Ποιος θα κερδίσει;
Τους ξέρεις άραγε να ρίξεις μια ματιά;
Και τώρα ποιος από τους δυο θα ζωγραφίσει
την ομορφιά σου, σαν την άγρια νυχτιά.
Σ’ άγγιξαν άραγε τα φίδια κι οι αράχνες.
Τι μυστικά σού είπε το φως μέσα στις πάχνες.

Αθώοι όλοι. Σε μια χώρα των αθώων.
Δεν σε γνωρίσαμε να πιούμε έναν καφέ,
δυο τρεις κουβέντες για τους άθλους των ηρώων
γι’ αυτούς που ζούνε συντροφιά μ’ έναν χαφιέ.
Λυσσούν να σ’ εύρουν τα σκυλιά. Λυσσούν οι σκύλοι.
Κι η ομερτά (2) στις καφετέριες καντήλι.

Πώς να σου γράψω, το λοιπόν, βιογραφία
αφού οι λέξεις μου είναι μόνο της βροχής.
Ποτέ το μπλε δεν το χωρά δικογραφία.
Θυμίζει σύλληψη κι εκτέλεση εποχής.
Είμαστε άρρωστοι βαριά από νοσταλγία.
Μας περιμένουν τα τσιγκέλια στα σφαγεία.

Στη μνήμη του Βαγγέλη Γιακουμάκη

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 31 Μαΐου 2020

.Φόβος ότι θα με πάρει ο ύπνος τη νύχτα.

Φόβος ότι δεν θα με πάρει ο ύπνος.

Φόβος ότι θα ξυπνήσει το παρελθόν.

Φόβος ότι θα χαθεί το παρόν.

Φόβος για το τηλέφωνο που χτυπάει μες στα μαύρα μεσάνυχτα.

Φόβος για τις καταιγίδες και τις αστραπές.

Φόβος για την καθαρίστρια που έχει ένα σημάδι στο μάγουλο!

Φόβος για τα σκυλιά για τα οποία μου λένε πως δεν δαγκώνουν.

Φόβος αγωνίας!

Φόβος ότι θα πρέπει να αναγνωρίσω το πτώμα ενός φίλου.

Φόβος ότι θα ξεμείνω από λεφτά.

Φόβος ότι θα έχω πάρα πολλά, παρόλο που κανείς δεν θα το πιστεύει αυτό.

Φόβος για τα ψυχολογικά προφίλ.

Φόβος μην αργήσω και φόβος μη φτάσω πριν απ’ όλους.

Φόβος για τον γραφικό χαρακτήρα των παιδιών μου στους φακέλους.

Φόβος ότι θα πεθάνουν πριν από μένα και ότι θα νιώθω ένοχος γι’ αυτό.

Φόβος ότι θα πρέπει να ζήσω με τη μάνα μου στα γεράματά της, και στα δικά μου. Φόβος σύγχυσης.

Φόβος ότι η μέρα σήμερα θα τελειώσει μ’ ένα άσχημο νέο.

Φόβος ότι θα ξυπνήσω και θα έχεις φύγει.

Φόβος ότι δεν αγαπάω και φόβος ότι δεν αγαπάω αρκετά.

Φόβος ότι αυτό που αγαπάω θα αποβεί ολέθριο για αυτούς που αγαπώ.

Φόβος για τον θάνατο.

Φόβος ότι θα ζήσω υπερβολικά πολύ.

Φόβος για τον θάνατο. Το είπα όμως αυτό.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 31 Μαΐου 2020

Πρέπει να το καταλάβουμε ότι ο ποιητής π ο ι ε ί. Εάν θέλει να βγάζει από μαύρο, μαύρο – λογαριασμός δικός του. Αναλαμβάνει το βάρος της ευθύνης που αναλογεί στην ψυχή του. Εμένα, όπως σας είπα και στην αρχή, μου αναλογεί το λ ε υ κ ό. Και σας εξομολογούμαι πως η κατεργασία του λευκού μέρους της ψυχής είναι πιο σκληρή κι από του μαρμάρου. Αλλά πώς να κάνω αλλιώς; Σε τι θα ωφελούσε να γίνω ένας απλός αναμεταδότης της ασχήμιας, με το δικαιολογητικό ότι υπάρχει στην πραγματικότητα; Είναι κάτι που το ξέρουμε και δεν υπάρχει λόγος να το επαναλαμβάνουμε. Τουλάχιστον εγώ αποβλέπω στην μεταμόρφωση.

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ, «Η ΥΠΕΡΒΑΣΗ ΚΑΙ Η ΓΕΩΜΕΤΡΗΣΗ»
περιοδικό «η λέξη», τ. 27

Ημέρα ένατη. Το αγαπημένο μου.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 28 Μαΐου 2020

«Mπορώ να γίνω ευτυχισμένος με τα πιο απλά πράγματα
και με τα πιο μικρά..
Και με τα καθημερινότερα των καθημερινών.
Μου φτάνει που οι εβδομάδες έχουν Κυριακές
Που οι χειμώνες έχουν πέτρινα, χιονισμένα σπίτια.
Που ξέρω ν’ ανακαλύπτω τα κρυμμένα πετροράδικα στις κρυψώνες τους.
Μου φτάνει που μ’ αγαπάνε τέσσερις άνθρωποι.
Πολύ…
Μου φτάνει που αγαπάω τέσσερις ανθρώπους.
Πολύ…
Που ξοδεύω τις ανάσες μου μόνο γι’ αυτούς.
Που δεν φοβάμαι να θυμάμαι.
Που δε με νοιάζει να με θυμούνται.
Που μπορώ και κλαίω ακόμα.
Και που τραγουδάω… μερικές φορές…
Που υπάρχουν μουσικές που με συναρπάζουν.
Και ευωδιές που με γοητεύουν…»

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

Μαρία Ανδρεάδου στις 1 Μαΐου 2020

Το φως σου

“Μακάρι νά μποροῦσα νά σοῦ δείξω,
ὅταν εἶσαι μοναχικός ἤ μέσα στό σκοτάδι,
τό Ἐκπληκτικό Φῶς
τῆς ἴδιας σου τῆς Ὑπάρξεως!”

Ο Χβαγιά Σαμσούντ—ντιν Μοχαμάντ Χαφέζ γεννήθηκε γύρω στο 1317 μ.Χ στο Σιράζ, όπου έζησε για όλη του τη ζωή, εκτός από ένα μικρό χρονικό διάστημα, όπου και πέθανε το 1392 μ.Π. Η κάθοδος των Μογγόλων κατέστρεψε, είναι γεγονός, τα πάντα στη γενέτειρα του ποιητή. Σιγά σιγά όμως τα πράγματα άρχισαν φαίνεται να ησυχάζουν.

Ο ίδιος ο Χαφέζ αναφέρεται στην ήσυχη εποχή που πέρασε η πόλη κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Σεΐχη Αμπού Ισάκ Ιντζού.
Ο Σεΐχη ήταν ο χορηγός των ποιητών. Καθαιρέθηκε όπως από το γιο του και διάδοχο Τζιαλαλουντίν Σαχ Σουγιά, ο οποίος βρισκότανε σε συνεχείς πολέμους με όλους τους γείτονες, ακόμη και με τον αδερφό του Μαχμούντ, Σάχη του Ισφαχάν. Ακολούθησαν άλλοι τρεις κυβερνήτες, ώσπου έφτασε η εποχή που ο Τιμούρ χτύπησε δύο φορές την πόρτα της επαρχίας Φαρς και έσπειρε τον τρόμο. Ο Χαφέζ, μολονότι έζησε αυτά τα γεγονότα, παραδόξως δεν τα περιγράφει στην ποιητική του συλλογή «Ντιβάν».
Κάποιος μύθος θέλει τον Χαφέζ να συνδιαλέγεται με τον Τιμούρ και να τον εντυπωσιάζει με την ευφυΐα του, κάτι που μάλλον είναι αδύνατο να έχει συμβεί, αφού ο Τιμούρ το 1393 δεν είχε καταλάβει το Σιράζ και Χαφέζ είχε πεθάνει το 1392.
Το πολιτιστικό επίπεδο του Σιράζ ήταν υψηλό, έτσι ο Χαφέζ έλαβε στη γενέτειρά του καλή μόρφωση. Ήταν μάλιστα κορυφαίος στα θρησκευτικά και στο Κοράνιο. Σ’ αυτό εξάλλου οφείλει και το όνομό του. Χαφέζ σημαίνει «αυτός που γνωρίζει το Κοράνι από μνήμης». Έγραψε θεολογικά έργα σε πρόζα, στην αραβική. Από μερικά μάλιστα συμπεραίνεται ότι ο ποιητής γνωρίζει και τουρκικά.
Ο Χαφέζ όπως συνηθιζόταν εκείνα τα χρόνια, εργάστηκε στην αυλή του Σάχη Σουτζά που ήταν και ίδιος ποιητής.
Σαν ποιητής του παλατιού τραγουδούσε ύμνους και επαίνους για τους εκάστοτε κυβερνήτες.
Τα πράγματα, όπως λέει ο μύθος, άλλαξαν στο παλάτι και, κατά το 1368-1369 μ.Χ., μια ομάδα κληρικών έπεισε το Σάχη ν’ απομακρύνει τον Χαφέζ από την αυλή του, πράγμα που έγινε. Ο Χαφέζ που είχε στο μεταξύ συνηθίσει στην καλοπέραση, παραπονείται σε πολλά από τα ποιήματά του για την κακή του μοίρα. Η θέση του επιδεινωνόταν συνεχώς, γι’ αυτό έφυγε. Πήγε στο Ισφαχάν και το Γιαζντ, όπου παρέμεινε από το 1372 έως το 1374 μ.Χ. Μετά όμως επέστρεψε στο Σιράζ και ικέτευσε τους πρώην χορηγούς του για βοήθεια.
Αυτή είναι η αλήθεια, αντίθετα με το μύθο που κυκλοφορεί ότι τάχα ο Χαφέζ δεν ενέδωσε σε καμία από τις δελεαστικές προτάσεις άλλων βασιλέων και κυβερνητών να επισκεφτεί τα παλάτια τους, και ότι έμεινε όλη του τη ζωή στο Σιράζ που αγαπούσε πολύ. Έφυγε, λένε, μόνο μια φορά για να επιστρέψει αμέσως. Μετά την επιστροφή του, δεν γνωρίζουμε ακριβώς ποιες ήταν οι σχέσεις του με τους εκάστοτε κυβερνήτες. Ξέρουμε μόνο πως στα τελευταία χρόνια της ζωής του ο ποιητής έχαιρε πάλι μεγάλης εκτίμησης, όπως και πριν. Σε μια αυτοβιογραφία του, που βρέθηκε στην Τασκένδη, ο Χαφέζ γράφει για τους δύσκολους καιρούς της ανέχειας, κατά τη διάρκεια της νιότης του. Εκτός από μερικά αποσπάσματα Γκετέ και Ρουμπαί, δύο Κασιντέ και δύο Μασναβί (ένα εκ των οποίων ονομάζεται Σαγκι-Ναμέ) η ανθολογία του Χαφέζ, το Ντιβάν, αποτελείται αποκλειστικά από Γκαζάλ, δηλαδή ωδές. Τα μυστικιστικά του κείμενα πολλαπλασιάζονται κατά την περίοδο που ο ποιητής πέφτει στη δυσμένεια του Σάχη Σουτζά.
Ο Χαφέζ ενταφιάστηκε στο Σιράζ όπου του έχουν χτίσει ωραιότατο μνημείο.

Χαίρε Σιράζ με τα ασύγκριτα περίχωρά σου.
Ω Κύριε, φύλαγέ το από κάθε κακό

πηγή: https://www.catisart.gr

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 26 Απριλίου 2020

Έχω ζήσει την αδυναμία,
την έχω στραγγίξει
από το ποτήρι μου γουλιά- γουλιά
την έχω αφήσει να κυλήσει στο αίμα μου
να ματώσει την καρδιά μου

Έχω γνωρίσει τον πόνο
τον έχω αφήσει να με κυριεύσει,
να με κάνει να σκύψω το κεφάλι,
να κλάψω τόσο πολύ που να νομίζω
ότι δεν έχω άλλα δάκρυα….

Έχω ζήσει την απώλεια, την εγκατάλειψη
το κενό βλέμμα, το δίχως όνειρα μέλλον
το τρέμουλο στο κορμί ουρλιάζοντας
Γιατί;

Έχω γνωρίσει τον εγκλωβισμό
τους άδειους τοίχους,
το ταβάνι που έρχεται να σε πλακώσει
την χωρίς αέρα ανάσα

Έχω ζήσει πως είναι να σέρνεσαι

σε ένα ερειπωμένο τώρα
κοιτάζοντας ένα σκοτεινό μέλλον…

Κι όμως….
Είμαι ακόμα εδώ…
στο τώρα μου
με όνειρα
με απαιτήσεις από τη Ζωή
με τη δύναμη να μην κάνω πια
ούτε συμβάσεις ούτε εκπτώσεις στα θέλω μου,
στις ανάσες μου,
στη ζωή μου…

Γι’ αυτό σου λέω “μη μασάς”, πάτα γερά…
ποια νομίζεις ότι είναι η απόσταση
της αδυναμίας από την δύναμη;
ένα κλικ…. ένα τόσο δα μικρούλη κλικ…

Σταμάτα να πιστεύεις ότι δεν μπορείς…
ότι δεν έχεις… δεν αξίζεις… ότι δεν…
και Άρπαξε τη Ζωή!!!!

Κάποια στιγμή θα το κάνεις έτσι ή αλλιώς…
όπως το έκανα εγώ…
όπως το έκαναν πολλοί από εμάς…
Απλά, Μην Χάνεις Χρόνο…

Aπό healingeffect

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 23 Απριλίου 2020

ΑΗ ΓΙΩΡΓΗΣ

Του αλόγου
τον πεταλισμό
Νύχτα στο καλντερίμι
Στου φεγγαριού
το ασήμι
Θυμούνται οι παλιοί

Να κατεβαίνει το Στενό να μπαίνει στο μειντάνι
Με κόκκινο στιβάνι
Και τσόχινη στολή

Έδενε στο καμπαναριό
το Αλογο του τ άσπρο
Σαν έφτανε απ το κάστρο
Αναβε ενα κερί

Άφηνε μες το ιερό
Αντίδωρο και νάμα
Γιατι το είχε τάμα
Να αλλάξουν οι καιροί

Μυρίζουνε τα γιασεμιά μυρίζει το λιβάνι
Καβαληκευει αρχοντικά βγαίνει απ το Μειντάνι

Μπαίνει τη μέση του χωριού περνά
το περαχώρι
Και μ ενα καλπασμό γλυκί
μισεύγει για τα όρη.ΑΗ ΓΙΩΡΓΗΣ

Από τον ΛΟΥΔΟΒΙΚΟ ΤΩΝ ΑΝΩΓΕΙΩΝ