Πεζογραφία
Και μόνοι με τον ορίζοντα.
Τα κύματα έρχονται απ’ την αόρατη Ανατολή, ένα ένα, υπομονετικά. Φτάνουνε μέχρις εμάς και πάλι υπομονετικά φεύγουν προς την άγνωστη Δύση, ένα ένα. Ατέλειωτη πορεία που δεν άρχισε ούτε τελείωσε ποτέ…
Ποτάμια μικρά και μεγάλα περνούν, η θάλασσα περνά και μένει. Έτσι θα ‘πρεπε ν’ αγαπώ, πιστά και φευγαλέα. Σμίγω με τη θάλασσα (…). Μερικές νύχτες που η γλυκύτητά τους παρατείνεται, ναι, μπορούμε άφοβα να πεθάνουμε τότε, ξέροντας πως τούτες οι νύχτες θα ξανάρθουν ύστερα από μας πάνω στη γη και στη θάλασσα.
Απέραντη θάλασσα, πάντα οργωμένη, πάντα παρθένα, η θρησκεία μου μαζί με τη νύχτα! Μας πλένει και μας χορταίνει στα στείρα αυλάκια της, μας ελευθερώνει και μας κρατάει ορθούς (…). Σε κάθε κύμα μια υπόσχεση, πάντα η ίδια. Τι λέει το κύμα; Αν θα ‘πρεπε να πεθάνω περιστοιχισμένος από κρύα βουνά, αγνοημένος από τον κόσμο, δίχως την αγάπη των δικών μου, εξουθενωμένος τέλος, η θάλασσα, την ύστατη στιγμή, θα γέμιζε το κελί μου, θα ερχόταν να με συγκρατήσει πάνω από το είναι μου και να με βοηθήσει να πεθάνω χωρίς μίσος (…).
Ο χώρος και η σιωπή σμίγουν και γίνονται βάρος στην καρδιά. Μια ξαφνική αγάπη, ένα μεγάλο έργο, μια αποφασιστική πράξη, μια σκέψη που μεταμορφώνει προκαλούν σε ορισμένες στιγμές την ίδια ανυπόφορη αγωνία, ανάμεικτη μ’ ακαταμάχητα θέλγητρα. Γλυκιά υπαρξιακή αγωνία, εξαίσιο άγγιγμα ενός κινδύνου που δεν ξέρουμε τ’ όνομά του, το ότι ζω σημαίνει άραγε πως τρέχω προς το χαμό μου; Ας τρέξουμε πάλι χωρίς ανάπαυλα προς το χαμό μας.
Είχα πάντα την αίσθηση πως ζούσα στο πέλαγος, σε κίνδυνο, στην καρδιά μιας μεγαλόπρεπης ευτυχίας (…).
«ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΓΙΝΕΙΣ ΕΣΥ ΗΛΙΟΣ ΓΙΑ ΝΑ ΦΩΤΙΣΕΙΣ τους σβησμένους ήλιους των άλλων. Δεν υπάρχουν ιδέες, υπάρχουν μονάχα άνθρωποι που κουβαλούν τις ιδέες, κι αυτές παίρνουν το μπόι του ανθρώπου που τις κουβαλάει».
«ΔΕ ΖΥΓΙΑΖΩ, ΔΕ ΜΕΤΡΩ, ΔΕ ΒΟΛΕΥΟΥΜΑΙ! Ακολουθώ το βαθύ μου χτυποκάρδι…»
«ΝΑ ΜΗΝ ΑΡΝΙΕΣΑΙ ΤΗ ΝΙΟΤΗ ΣΟΥ ΩΣ ΤΑ ΒΑΘΙΑ ΓΕΡΑΜΑΤΑ, να μάχεσαι σε όλη σου τη ζωή να μετουσιώσεις σε κατάκαρπο δέντρο την εφηβική σου άνθηση, αυτός, θαρρώ, είναι ο δρόμος του ολοκληρωμένου ανθρώπου».
«ΕΧΟΥΝ ΝΑ ΠΟΥΝ ΠΩΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΖΩΟ που συλλογιέται το θάνατο. Όχι, σου λέω εγώ. Άνθρωπος είναι το ζώο που συλλογιέται την αθανασία».
«ΝΙΩΘΩ ΣΑΝ ΝΑ ΧΤΥΠΑΜΕ ΤΑ ΚΕΦΑΛΙΑ ΜΑΣ στα σίδερα. Πολλά κεφάλια θα σπάσουν. Μα κάποια στιγμή, θα σπάσουν και τα σίδερα».
«ΑΣΤΡΑ, ΠΟΥΛΙΑ, ΣΠΟΡΟΙ, ΟΛΑ ΥΠΑΚΟΥΟΥΝ. Και μόνο ο άνθρωπος σηκώνει κεφάλι και θέλει να παραβεί το νόμο και να μετατρέψει την υπακοή σε ελευτερία. Γι’ αυτό κι απ’ όλα τα πλάσματα του Θεού αυτός μονάχα μπορεί κι αμαρταίνει. Τι θα πει αμαρταίνει; χαλνάει την αρμονία»
«ΔΕ ΖΥΓΙΑΖΩ, ΔΕ ΜΕΤΡΩ, ΔΕ ΒΟΛΕΥΟΥΜΑΙ! Ακολουθώ το βαθύ μου χτυποκάρδι…»
«ΔΕΝ ΔΙΑΛΕΓΕΙΣ ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΠΙΣΤΕΥΕΙΣ. Αυτά διαλέγουν εσένα».
«ΠΙΣΤΕΥΩ ΣΤΑ ΑΝΑΡΙΘΜΗΤΑ, ΕΦΗΜΕΡΑ ΠΡΟΣΩΠΕΙΑ που πήρε ο Θεός στους αιώνες και ξεκρίνω, πίσω από την άπαυτη ροή του, την απόλυτη ενότητα».
«ΠΟΤΕ ΜΗΝ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΕΙΣ ΤΑ ΣΥΝΟΡΑ Τ’ ΑΝΘΡΩΠΟΥ, να σπας τα σύνορα! Ν’ αρνιέσαι ό,τι θωρούν τα μάτια σου».
«ΝΑ ΠΕΘΑΙΝΕΙΣ ΚΑΙ ΝΑ ΛΕΣ: Θάνατος δεν υπάρχει».
«ΕΝΑΣ ΔΡΟΜΟΣ, ΕΝΑΣ ΜΟΝΑΧΑ οδηγάει στον Θεό, ο ανήφορος».
«ΑΝ ΔΕ ΔΕΙ Ο ΘΕΟΣ ΧΕΡΙ ΑΝΘΡΩΠΟΥ, δε βάζει μήτε κι αυτός το δικό του».
«ΣΚΥΒΩ ΑΠΑΝΩ ΣΤΟ ΜΕΡΜΗΓΚΙ, θωρώ μέσα στο γυαλιστερό μαύρο μάτι του το πρόσωπο του Θεού».
«ΘΕΟΣ ΕΙΝΑΙ Η ΑΚΑΤΑΛΥΤΗ ΔΥΝΑΜΗ ΠΟΥ μεταμορφώνει την ύλη σε πνέμα. Κάθε άνθρωπος έχει μέσα του ένα κομμάτι από το θεϊκό αυτό στρόβιλο και γι’ αυτό κατορθώνει να μετουσιώνει το ψωμί και το νερό και το κρέας και να το κάνει στοχασμό και πράξη»
“ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΣΟΥ ΧΡΕΟΣ, ΕΚΤΕΛΩΝΤΑΣ ΤΗ ΘΗΤΕΙΑ ΣΟΥ στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους προγόνους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει». [
ΛYΠΑΜΑΙ, ΑΛΛΑ ΔΕΝ ΘΕΛΩ ΝΑ ΓΙΝΩ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑΣ. Δεν είναι δική μου υπόθεση. Δεν θέλω ούτε να βασιλέψω, ούτε να κατακτήσω κανέναν. Θα ήθελα να βοηθήσω όλο τον κόσμο, αν μπορούσα. Εβραίους, χριστιανούς, μαύρους, λευκούς.
ΟΛΟΙ ΕΠΙΘΥΜΟΥΜΕ ΤΗΝ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ, αυτή είναι η φύση των ανθρώπων. Να ζούμε με την ευτυχία των άλλων, και όχι με τη δυστυχία τους. Δεν θέλουμε ούτε να μισούμε, ούτε να περιφρονούμε. Περισσότερο κι από τις μηχανές, χρειαζόμαστε την ανθρωπιά…
ΑΚΟΜΑ ΚΙ ΑΥΤΗ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ, Η ΦΩΝΗ ΜΟΥ ΦΤΑΝΕΙ στα αυτιά εκατομμυρίων ανθρώπων, απελπισμένων γυναικών, παιδιών, που είναι θύματα ενός συστήματος που ξέρει μόνο να βασανίζει και να φυλακίζει αθώους ανθρώπους.
ΣΕ ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΜΕ ΑΚΟΥΝΕ, ΛΕΩ: ΜΗΝ ΑΠΕΛΠΙΖΕΣΤΕ. Η τωρινή μας δυστυχία δεν είναι παρά το πέρασμα της πλεονεξίας και της σκληρότητας εκείνων που φοβούνται την πρόοδο του ανθρώπου…
ΤΟ ΜΙΣΟΣ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΘΑ ΠΕΡΑΣΕΙ ΚΑΙ ΟΙ ΔΙΚΤΑΤΟΡΕΣ ΠΕΘΑΙΝΟΥΝ. Και η δύναμη που αφαίρεσαν από τον λαό θα επιστρέψει σε αυτόν ξανά. Όσο οι άνθρωποι πεθαίνουν, η ελευθερία δεν θα αφανιστεί ποτέ».
[Πηγή: www.doctv.gr]
«Πρέπει εσύ να αποτελείς την αλλαγή που θέλεις να δεις στον κόσμο.»
Εάν αλλάξεις τον εαυτό σου, θα αλλάξεις τον κόσμο σου. Εάν αλλάξεις τον τρόπο σκέψης σου, τότε θα αλλάξουν οι ενέργειές σου, αλλά και το πώς αισθάνεσαι. Και με αυτόν τον τρόπο ο κόσμος γύρω σου θα αλλάξει. Όχι μόνο γιατί πλέον θα βλέπεις το περιβάλλον σου μέσω νέων «φακών» σκέψης και συναισθημάτων, αλλά και γιατί η αλλαγή μέσα σου μπορεί να σου επιτρέψει να αναλάβεις δράση με τρόπους που δεν είχες ποτέ φανταστεί.
2. «Κανείς δεν μπορεί να με πειράξει χωρίς την άδειά μου»
Το τι νιώθεις και το πώς αντιδράς σε κάτι, είναι πάντα δική σου επιλογή. Μπορεί να υπάρχει ένας «κανονικός» ή ένας κοινός τρόπος αντίδρασης σε διαφορετικά πράγματα. Το σίγουρο είναι ότι μπορείς να επιλέξεις τις δικές σου σκέψεις, αντιδράσεις και συναισθήματα σχεδόν στα πάντα. Δεν χρειάζεται να πανικοβάλλεσαι, να αντιδράς υπερβολικά ή αρνητικά. Τουλάχιστον όχι κάθε φορά και όχι άμεσα. Μερικές φορές, αντιδρούμε αντανακλαστικά και όχι συνειδητά.
3. «Ο αδύναμος δεν μπορεί ποτέ να συγχωρήσει. Η συγχώρεση είναι το χαρακτηριστικό του ισχυρού»
«Το ‘οφθαλμόν αντί οφθαλμού’ μπορεί να οδηγήσει μόνο στο να τυφλωθεί όλος ο κόσμος»
Το να καταπολεμάς το κακό με κακό δε πρόκειται να σε βοηθήσει. Μπορείς πάντα να επιλέγεις τον τρόπο αντίδρασής σου στις καταστάσεις. Όταν ενσωματώσεις αυτόν τον τρόπο σκέψης στη ζωή σου, τότε θα μπορείς να αντιδράς με ένα τρόπο που θα είναι πιο χρήσιμος για εσένα και για τους άλλους. Έχεις συνειδητοποιήσει ότι με το να συγχωρείς και να ξεχνάς το παρελθόν, θα προσφέρεις σε εσένα και τους γύρω σου μία μεγάλη υπηρεσία; Το να σπαταλάς το χρόνο σου σε αρνητικές εμπειρίες, από τη στιγμή που έχεις πάρει όλα τα μαθήματα από αυτές, δεν θα σου προσφέρει τίποτα. Το πιο πιθανό θα είναι να προκαλέσεις στο εαυτό σου περισσότερο πόνο και να τον παραλύσεις καθιστώντας τον ανίκανο να αναλάβει δράση όταν θα πρέπει.
4. «Δεν θέλω να προβλέπω το μέλλον. Είμαι αφοσιωμένος στην παρούσα στιγμή. Ο Θεός δεν μου έδωσε τον έλεγχο της επόμενης στιγμής, αλλά αυτής»
Ο καλύτερος τρόπος για να ξεπεράσεις την εσωτερική αντίσταση που συχνά σε σταματά από την ανάληψη δράσης, είναι να μείνεις στο παρόν όσο το δυνατόν περισσότερο και να είσαι δεκτικός. Γιατί; Επειδή, όταν ζεις στο παρόν, δεν ανησυχείς για την επόμενη στιγμή που ούτως ή άλλως δεν μπορείς να ελέγξεις.
5. «Μια ουγκιά δράσης αξίζει περισσότερο από ένα τόνο διαδασκαλίας »
Χωρίς δράση δεν συμβαίνει τίποτα. Το αναλάβει όμως κανείς δράση είναι πολύ δύσκολο και συνήθως υπάρχει μεγάλη εσωτερική αντίσταση. Έτσι οι περισσότεροι άνθρωποι καταφεύγουν στη διδασκαλία και επαναπαύονται νομίζοντας ότι έτσι προοδεύουν. Τα βιβλία προσφέρουν γνώση, η δράση όμως την μεταφράζει σε κατανόηση..
6. «Είναι ανόητο να είσαι πολύ σίγουρος για την σοφία σου. Είναι υγιές να υπενθυμίζεις στον εαυτό σου ότι και οι ισχυρότεροι μπορεί να αποδυναμωθούν και οι σοφότεροι μπορεί να σφάλλουν»
Όταν θεοποιείς ανθρώπους -ακόμη κι αν έχουν καταφέρει εκπληκτικά πράγματα- κινδυνεύεις να αποστασιοποιηθείς από αυτούς. Συχνά αρχίζεις να αισθάνεσαι ότι εσύ δεν θα μπορούσες ποτέ να πετύχεις παρόμοια κατορθώματα. Είναι σημαντικό να θυμάσαι ότι κι αυτοί είναι ανθρώπινα πλάσματα όπως εσύ, άσχετα με το τι έχουν καταφέρει.
7. «Πρώτα θα σε αγνοήσουν, μετά θα γελάσουν με σένα, μετά θα σε πολεμήσουν, και τότε κέρδισες»
Να είσαι ανθεκτικός στα σαμποτάζ που σου στήνει ο ίδιος σου ο εαυτός. Μόνο τότε, η εσωτερική σου αντίσταση θα ασθενήσει και θα σε επισκέπτεται όλο και λιγότερο. Βρες αυτό που πραγματικά θέλεις να κάνεις και τότε θα βρεις και το εσωτερικό κίνητρο για να συνεχίσεις. Ένας λόγος που ο Γκάντι είχε τόσο μεγάλη επιτυχία με την μέθοδό της μη βίας, ήταν ότι ο ίδιος και οι οπαδοί του δεν παραιτήθηκαν ποτέ.
8. «Βλέπω μόνο τις αρετές των ανθρώπων. Αφού δεν είμαι αλάθητος, δεν θα αναλύσω τα λάθη των άλλων»
Όλοι έχουμε κάτι καλό μέσα μας. Αν στοχεύεις στη βελτίωση τότε είναι χρήσιμο να επικεντρώνεσαι στις καλές πλευρές των ανθρώπων. Όταν εστιάζεις στα θετικά στοιχεία των άλλων, έχεις ακόμα ένα κίνητρο για να τους βοηθήσεις. Με το να βοηθάς τους άλλους δεν κάνεις μόνο την δική τους ζωή καλύτερη. Με τον καιρό παίρνεις πίσω ότι έδωσες, ενώ οι άνθρωποι που βοήθησες τείνουν περισσότερο να βοηθήσουν άλλα άτομα. Έτσι, όλοι μαζί, δημιουργείτε μια θετική αλλαγή που δυναμώνει.
9. «Ευτυχία είναι όταν αυτά που σκέπτεσαι, αυτά που λες και αυτά που κάνεις, βρίσκονται σε αρμονία μεταξύ τους»
«Πάντα να στοχεύεις στην πλήρη αρμονία της σκέψης, των λόγων και των πράξεων. Πάντα να στοχεύεις στο να εξαγνίζεις τις σκέψεις σου και όλα θα είναι καλά».
Μία από τις καλύτερες συμβουλές για την βελτίωση των κοινωνικών δεξιοτήτων είναι να συμπεριφέρεσαι με συνέπεια και να επικοινωνείς με αυθεντικό τρόπο. Στους ανθρώπους αρέσει αυτό και ο νους γαληνεύει όταν οι σκέψεις, τα λόγια και οι πράξεις είναι απόλυτα ευθυγραμμισμένες. Όταν είσαι αληθινός δεν χρειάζεται να αποδείξεις τίποτα γιατί η γλώσσα του σώματός σου και ο τόνος της φωνής σου -τα οποία κάποιοι λένε ότι είναι το 90% της επικοινωνίας- είναι συντονισμένα με τις σκέψεις σου.
10. «Η συνεχής ανάπτυξη είναι ο νόμος της ζωής. Αυτός που προσπαθεί να διατηρήσει τα δόγματά του για να φαίνεται συνεπής στους άλλους, οδηγεί τον εαυτό του σε λάθος δρόμο»
Υπάρχουν φορές που είσαι ασυνεπής ή που δίνεις την εντύπωση πως δεν ξέρεις τι κάνεις. Αυτό είναι προτιμότερο από το να προσπαθείς να διατηρείς παλιές απόψεις που ξέρεις ότι είναι λανθασμένες από φόβο μην σε κρίνουν οι άλλοι. Μην το κάνεις. Επέλεξε να αναπτύξεις την σκέψη σου και να εξελιχθείς.
ΑΝ ΕΝΙΩΣΑ ΣΤΙΓΜΕΣ ΕΝΘΟΥΣΙΑΣΜΟΥ, αυτό το οφείλω στην τέχνη. Κι όμως, τι ματαιοδοξία κι αυτή η τέχνη! Να θέλεις να δώσεις ανθρώπινη μορφή σε έναν πέτρινο όγκο, ή να απεικονίσεις την ψυχή με λέξεις, τα αισθήματα με ήχους και τη φύση πάνω σ’ ένα μουσαμά! […]
ΑΛΛΕΣ ΦΟΡΕΣ, ΕΝΩ ΗΜΟΥΝ ΑΠΟΡΡΟΦΗΜΕΝΟΣ, από έργα μεγαλοφυή, δεμένος μ’ εκείνες τις αλυσίδες, που σε κρατούν μαζί τους, στο ξαφνικό μουρμούρισμα κάποιων φωνών, στο κολακευτικό ουρλιαχτό, σ’ αυτό το βουητό το χαριτωμένο, αναζητούσα με ζήλο τη μοίρα αυτών των ισχυρών αντρών που έχουν τη δύναμη να χειρίζονται το πλήθος σαν θήραμα και που το κάνουν να κλαίει, να στενάζει, να ποδοκροτά μ’ ενθουσιασμό. Πόσο ανοιχτή πρέπει να είναι η καρδιά σ’ εκείνους που γοητεύουν τους ανθρώπους και πόσο τούτη η ικανότητα έχει νεκρωθεί στη δική μου φύση! Πεπεισμένος για την αδυναμία και τη στειρότητά μου, κυριευόμουν από ένα ζηλόφθονο μίσος, έλεγα στον εαυτό μου πως όλα τούτα δεν ήταν τίποτα, πως η μοίρα είχε επιβάλει αυτή την κατάσταση.
ΕΡΙΧΝΑ ΛΑΣΠΗ ΣΕ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΑΝΩΤΕΡΑ που τα φθονούσα. Αψηφούσα τον Θεό, μπορούσα να χλευάζω τους ανθρώπους το ίδιο καλά. Εντούτοις αυτή η ζοφερή διάθεση ήταν περαστική και ξανάνιωθα αληθινή ευχαρίστηση καθώς παρατηρούσα το πνεύμα να λάμπει μέσα στις αίθουσες τέχνης σαν ένα μεγάλο λουλούδι που ανοίγει τον ευωδιαστό του ρόδακα στον καλοκαιρινό ήλιο.
Η ΤΕΧΝΗ -Η ΤΕΧΝΗ… ΟΜΟΡΦΟ ΠΡΑΓΜΑ αυτή η ματαιοδοξία! Αν υπάρχει κάτι πάνω στη γη, κι ανάμεσα στα άυλα, μια πίστη που όλοι προσκυνούν, αν υπάρχει κάποια άγια δύναμη, κάτι αγνό και μεγαλειώδες, κάτι συναφές με την απεριόριστη επιθυμία για το άπειρο και το ασαφές που ονομάζεται ψυχή, αυτό είναι η τέχνη.
ΚΑΙ ΟΠΟΙΑ ΜΕΤΡΙΟΤΗΣ! ΜΙΑ ΠΕΤΡΑ-μια λέξη-ένας ήχος, να ο συνδυασμός όλων αυτών που αποκαλούμε μεγαλείο. Θα επιθυμούσα κάτι που να μην είχε χρεία έκφρασης ή μορφής. Καθαρό σαν ένα άρωμα, δυνατό όπως η πέτρα, ασύλληπτο σαν μια ωδή· κάτι που να τα συνδυάζει όλα αυτά και να μην είναι τίποτα από αυτά συνάμα.
Η ΠΡΩΤΗ ΑΛΗΘΕΙΑ ΕΙΝΑΙ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ. Απομένει να μάθουμε ποια είναι η τελευταία. Η αίσθηση του «γυρισμού των πραγμάτων» μου είναι οικεία, ίδια καθώς το κύμα της Ποίησης που έλεγα πριν ότι τ’ αφήνω να χτυπά μακριά στην πρώτη μου νεότητα και να ξαναγυρίζει εκεί που περιμένω λιγοστεμένος κάθε φορά και περισσότερο, αλλ’ ορθός -καθώς το θέλησα
.EΝΑΣ ΑΜΕΤΑΝΟΗΤΑ ΕΡΩΤΕΥΜΕΝΟΣ· που πηγαίνω πάντα νωρίτερα στο σημείο το κρυφό της συνάντησης, με την ίδια λαχτάρα, το ίδιο σφίξιμο στο λαιμό, το ίδιο βημάτισμα επάνω-κάτω και περιμένω… Τι; Ίσως αυτό, θα έλεγα, που αν δεν ανέβει να γίνει δάκρυο, πήζει στο στήθος και βαραίνει και ο κόσμος όλος άξαφνα φαίνεται τόσο γλυκός και τόσο πικρός μαζί. Κάποτε είναι μια κοπέλα· κάποτε, πάλι, δυο-τρεις στίχοι· πολλές φορές, απλά και μόνον το καλοκαίρι.
ΤΑ ΠΙΟ ΑΝΕΠΑΙΣΘΗΤΑ ΣΗΜΑΔΙΑ, ΤΑ ΠΙΟ ΑΟΡΑΤΑ -ο τρόπος που γέρνει λίγο πιο λοξά ένα πουλί, που φωνάζει λίγο πιο δυνατά ο γιαουρτάς το δειλινό στον κατηφορικό δρόμο, που μπαίνει απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο αναπάντεχα μια μυρωδιά καμένου χόρτου (που βρέθηκε; από πού να ’ρχεται;), παίρνουν ολάκερη τη σημασία τους, λες κι έχουν αποστολή τους μοναδική να με πείσουν ότι, όπου να ’ναι, σήμανε ο ερχομός της αγαπημένης.
ΝΑ ΓΙΑΤΙ ΓΡΑΦΩ. ΓΙΑΤΙ Η ΠΟΙΗΣΗ ΑΡΧΙΖΕΙ από κει που την τελευταία λέξη δεν την έχει ο Θάνατος. Είναι η λήξη μιας ζωής και η έναρξη μιας άλλης, που είναι η ίδια με την πρώτη αλλά που πάει πολύ βαθιά, ως το ακρότατο σημείο που μπόρεσε να ανιχνεύσει η ψυχή, στα σύνορα των αντιθέτων, εκεί που ο Ήλιος κι ο Άδης αγγίζονται. Η ατελεύτητη φορά προς το φως το Φυσικό, που είναι ο Λόγος, και το φως το Άκτιστον, που είναι ο Θεός.
ΓΙ’ ΑΥΤΟ ΓΡΑΦΩ. ΓΙΑΤΙ ΜΕ ΓΟΗΤΕΥΕΙ ΝΑ ΥΠΑΚΟΥΩ σ’ αυτόν που δε γνωρίζω, που είναι ο εαυτός μου ολάκερος, όχι ο μισός -που ανεβοκατεβαίνει τους δρόμους και «φέρεται εγγεγραμμένος στα μητρώα αρρένων του Δήμου». Είναι σωστό να δίνουμε στο άγνωστο το μέρος που του ανήκει· να γιατί πρέπει να γράφουμε. Γιατί η Ποίηση μας ξεμαθαίνει από τον κόσμο, τέτοιον που τον βρήκαμε: τον κόσμο της φθοράς, που έρχεται κάποια στιγμή να δούμε ότι είναι η μόνη οδός για να υπερβούμε τη φθορά, με την έννοια που ο Θάνατος είναι η μόνη οδός για την Ανάσταση. Μιλώ, το καταλαβαίνω, σα να μην έχω το δικαίωμα, σα να ντρέπομαι σχεδόν που αγαπώ τη ζωή.
ΚΑΠΟΤΕ, ΕΙΝΑΙ Η ΑΛΗΘΕΙΑ, Μ’ ΕΞΑΝΑΓΚΑΣΑΝΕ και σ’ αυτό. Κανείς δεν ξέρει, δεν ανακάλυψε ποτέ, από πού κρατάει το πάθος του ανθρώπου να μισεί τη δυνατότητα της ίδιας του της σωτηρίας. Είναι που ίσως θα ήθελε να μην το ξέρει άλλα παρ’ όλ’ αυτά το ξέρει πως υπάρχει· και πως είναι αυτός η αιτία που δεν μπορεί μήτε να την πλησιάσει μήτε να την υπερβεί. Θέλουμε δε θέλουμε, είμαστε όλοι μας δέσμιοι μιας ευτυχίας, που από δικό μας λάθος αποστερούμαστε. Να από πού ξεπηδά η προαιώνια λύπη της αγάπης.
ΕΤΣΙ, ΑΝΑΜΕΣ’ ΑΠΟ ΤΟ ΑΔΙΑΦΟΡΟ «ΜΕΓΑΛΟ ΚΟΙΝΟΝ» και τις «εχθρικές Εξουσίες» πέρασα όπως ανάμεσ’ απ’ τις Συμπληγάδες. Κι ότι δεν υπάρχει χρυσόμαλλο δέρας είναι ψέματα· ο καθένας από μας είναι το χρυσόμαλλο δέρας του εαυτού του. Κι ότι δεν αφήνει ο θάνατος να το δούμε, και να τ’ αναγνωρίσουμε, είναι απάτη· πρέπει ν’ αδειάσουμε το θάνατο απ’ αυτά που τον έχουν παραγεμίσει, να τον φτάσουμε στην απόλυτη καθαρότητα, για ν’ αρχίσουν να ξεχωρίζουν μέσ’ απ’ αυτόν τ’ αληθινά βουνά και η αληθινή χλόη, ο γδικιωμένος κόσμος γιομάτος δροσοσταλίδες που λάμπουν καθαρότερες από τα πιο πολύτιμα δάκρυα.
ΝΑ ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΠΕΡΙΜΕΝΩ ΚΑΘΕ ΧΡΟΝΟ, με μια ρυτίδα περισσότερο στο μέτωπο, μια ρυτίδα λιγότερο στην ψυχή: την πλήρη αντιστροφή, την απόλυτη διαφάνεια.
Aπό το δοκίμιο “Ανοιχτά χαρτιά”
…..”Ο.κάθε άνθρωπος επάνω στον πλανήτη είναι ένα από τα θαύματα αυτού του κόσμου. Ο κάθε ένας από μας είναι ένας ήρωας, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο. Ο καθένας μας έχει τη δυνατότητα για εξαιρετικά κατορθώματα. Το μόνο που χρειάζεται είναι συνεχή μικρά βήματα προς την κατεύθυνση των ονείρων μας. Όπως το Τάζ Μαχάλ, έτσι και μια ζωή ξέχειλη από θαύματα μπορεί να κτιστεί μέρα με τη μέρα, κομμάτι-κομμάτι. Οι μικρές νίκες οδηγούν σε μεγάλες νίκες. Μικρές, προστιθέμενες αλλαγές και βελτιώσεις σαν αυτές που σου πρότεινα θα εδραιώσουν τελικά θετικές συνήθειες. Οι θετικές συνήθειες θα δημιουργήσουν θετικά αποτελέσματα. Και τα θετικά αποτελέσματα θα σε εμπνεύσουν να επιδιώξεις ακόμη μεγαλύτερη προσωπική αλλαγή. Άρχισε να ζεις την κάθε σου μέρα σαν να ήταν η τελευταία σου. Ξεκινώντας από σήμερα, μάθε περισσότερα, γέλα περισσότερο και κάνε αυτό που αληθινά αγαπάς να κάνεις” …..
ΑΝΑΡΩΤΙΕΜΑΙ ΜΕΡΙΚΕΣ ΦΟΡΕΣ: ΕΙΜΑΙ ΕΓΩ που σκέφτομαι καθημερινά πως η ζωή μου είναι μία; Όλοι οι υπόλοιποι το ξεχνούν; Ή πιστεύουν πως θα έχουν κι άλλες, πολλές ζωές, για να κερδίσουν τον χρόνο που σπαταλούν; ΜΟΥΤΡΑ. Ν’ ΑΝΤΙΚΡΙΖΕΙΣ ΤΗ ΖΩΗ ΜΕ ΜΟΥΤΡΑ. Τη μέρα, την κάθε σου μέρα. Να περιμένεις την Παρασκευή που θα φέρει το Σάββατο και την Κυριακή για να ζήσεις. Κι ύστερα να μη φτάνει ούτε κι αυτό, να χρειάζεται να περιμένεις τις διακοπές. Και μετά ούτε κι αυτές να είναι αρκετές. Να περιμένεις μεγάλες στιγμές. Να μην τις επιδιώκεις, να τις περιμένεις. Κι ύστερα να λες πως είσαι άτυχος και πως η ζωή ήταν άδικη μαζί σου. ΚΑΙ ΝΑ ΜΗ ΒΛΕΠΕΙΣ ΠΩΣ ΑΚΡΙΒΩΣ ΔΙΠΛΑ ΣΟΥ συμβαίνουν αληθινές δυστυχίες που η ζωή κλήρωσε σε άλλους ανθρώπους. Σ’ εκείνους που δεν το βάζουν κάτω και αγωνίζονται. Και να μη μαθαίνεις από το μάθημά τους. Και να μη νιώθεις καμία φορά ευλογημένος που μπορείς να χαίρεσαι τρία πράγματα στη ζωή σου, την καλή υγεία, δυο φίλους, μια αγάπη, μια δουλειά, μια δραστηριότητα που σε κάνει να αισθάνεσαι ότι δημιουργείς, ότι έχει λόγο η ύπαρξή σου. ΝΑ ΚΛΑΙΓΕΣΑΙ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΧΕΙΣ ΠΟΛΛΑ. Που κι αν τα είχες, θα ήθελες περισσότερα. Να πιστεύεις ότι τα ξέρεις όλα και να μην ακούς. Να μαζεύεις λύπες και απελπισίες, να ξυπνάς κάθε μέρα ακόμη πιο βαρύς. Λες και ο χρόνος σου είναι απεριόριστος. ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ ΠΡΟΣΠΑΘΩ ΝΑ ΜΠΩ ΣΤΗ ΘΕΣΗ ΣΟΥ. Κάθε μέρα αποτυγχάνω. Γιατί αγαπάω εκείνους που αγαπούν τη ζωή. Και που η λύπη τους είναι η δύναμή τους. Που κοιτάζουν με μάτια άδολα και αθώα, ακόμα κι αν πέρασε ο χρόνος αδυσώπητος από πάνω τους. Που γνωρίζουν ότι δεν τα ξέρουν όλα, γιατί δεν μαθαίνονται όλα. Που στύβουν το λίγο και βγάζουν το πολύ. Για τους εαυτούς τους και για όσους αγαπούν. Και δεν κουράζονται να αναζητούν την ομορφιά στην κάθε μέρα, στα χαμόγελα των ανθρώπων, στα χάδια των ζώων, σε μια ασπρόμαυρη φωτογραφία, σε μια πολύχρωμη μπουγάδα.
«Όσο κι αν κανείς προσέχει όσο κι αν το κυνηγά πάντα, πάντα θα ‘ναι αργά δεύτερη ζωή δεν έχει». (Από Το Παράπονο, του Οδ. Ελύτη)
[Πηγή: www.doctv.gr]
….ΔΥΟ ΦΩΝΕΣ ΜΕΣΑ ΜΟΥ ΠΑΛΕΥΟΥΝ. O νους: «Γιατί να χανόμαστε κυνηγώντας το αδύνατο;». Μέσα στον ιερό περίβολο των πέντε αιστήσεων χρέος μας ν’ αναγνωρίσουμε τα σύνορα του ανθρώπου. Μα μια άλλη μέσα μου φωνή, ας την πούμε έχτη δύναμη, ας την πούμε καρδιά, αντιστέκεται και φωνάζει: «Όχι! Όχι! Ποτέ μην αναγνωρίσεις τα σύνορα του ανθρώπου! Να σπας τα σύνορα! Ν’ αρνιέσαι ό,τι θωρούν τα μάτια σου! Να πεθαίνεις και να λες: Θάνατος δεν υπάρχει!» ΔΕ ΖΥΓΙΑΖΩ, ΔΕ ΜΕΤΡΩ, ΔΕ ΒΟΛΕΥΟΜΑΙ! Ακολουθώ το βαθύ μου χτυποκάρδι. Ρωτώ, ξαναρωτώ χτυπώντας το χάος: Ποιος μας φυτεύει στη γης ετούτη χωρίς να μας ζητήσει την άδεια; Ποιος μας ξεριζώνει από τη γης ετούτη χωρίς να μας ζητήσει την άδεια; ΝΑΙ, ΣΚΟΠΟΣ ΤΗΣ ΓΗΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ Η ΖΩΗ, δεν είναι ο άνθρωπος. Έζησε χωρίς αυτά, θα ζήσει χωρίς αυτά. Είναι σπίθες εφήμερες της βίαιης περιστροφής της. ΑΣ ΕΝΩΘΟΥΜΕ, ΑΣ ΠΙΑΣΤΟΥΜΕ ΣΦΙΧΤΑ, ΑΣ ΣΜΙΞΟΥΜΕ ΤΙΣ ΚΑΡΔΙΕΣ ΜΑΣ, ΑΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΣΟΥΜΕ ΕΜΕΙΣ, όσο βαστάει ακόμα η θερμοκρασία τούτη της Γης, όσο δεν έρχουνται σεισμοί, κατακλυσμοί, πάγοι, κομήτες να μας εξαφανίσουν, ας δημιουργήσουμε έναν εγκέφαλο και μιαν καρδιά στη Γης, ας δώσουμε ένα νόημα ανθρώπινο στον υπερανθρώπινον αγώνα! Ν’ ΑΓΑΠΑΣ ΤΗΝ ΕΥΘΥΝΗ. Να λες: Εγώ, εγώ μονάχος μου έχω χρέος να σώσω τη γης. Αν δε σωθεί, εγώ φταίω. Ν’ αγαπάς τον καθένα ανάλογα με τη συνεισφορά του στον αγώνα. Μη ζητάς φίλους. Να ζητάς συντρόφους! ΝΑ ‘ΣΑΙ ΑΝΗΣΥΧΟΣ, ΑΦΧΑΡΙΣΤΗΤΟΣ, ΑΠΡΟΣΑΡΜΟΣΤΟΣ ΠΑΝΤΑ. Όταν μια συνήθεια καταντήσει βολική, να τη συντρίβεις. Η μεγαλύτερη αμαρτία είναι η ευχαρίστηση. ΠΟΥ ΠΑΜΕ; ΘΑ ΝΙΚΗΣΟΥΜΕ ΠΟΤΕ; Προς τι όλη τούτη η μάχη; Σώπα! Οι πολεμιστές ποτέ δε ρωτούνε! ΣΚΥΒΩ ΚΙ ΑΦΟΥΓΚΡΑΖΟΜΑΙ ΤΗΝ ΠΟΛΕΜΙΚΗ ΤΟΥΤΗ ΚΡΑΥΓΗ ΣΤΑ ΣΩΘΙΚΑ ΜΟΥ. Αρχίζω και μαντεύω το πρόσωπο του Αρχηγού, ξεκαθαρίζω τη φωνή του, δέχουμαι με χαρά και με τρόμο τις σκληρές εντολές του. Η ΚΡΑΥΓΗ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΔΙΚΗ ΣΟΥ. Δε μιλάς εσύ, μιλούν αρίφνητοι πρόγονοι με το στόμα σου. ΔΕΝ ΕΙΣΑΙ ΛΕΥΤΕΡΟΣ. ΑΟΡΑΤΑ ΜΥΡΙΑΔΕΣ ΧΕΡΙΑ ΚΡΑΤΟΥΝ ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΣΟΥ και τα σαλεύουν. Όταν θυμώνεις, ένας προπάππος αφρίζει στο στόμα σου• όταν αγαπάς, ένας πρόγονος σπηλιώτης μουγκαλιέται• όταν κοιμάσαι, ανοίγουν οι τάφοι μέσα στη μνήμη και γιομώνει βουρκόλακες η κεφαλή σου. ΜΑ ΕΣΥ ΝΑ ΞΕΔΙΑΛΕΓΕΙΣ. Ποιος πρόγονος να γκρεμιστεί πίσω στα τάρταρα του αίματού σου και ποιος ν’ ανηφορίσει πάλι στο φως και στο χώμα. Κάθε σου πράξη αντιχτυπάει σε χιλιάδες μοίρες. Όπως περπατάς, ανοίγεις, δημιουργός την κοίτη όπου θα μπει και θα οδέψει ο ποταμός των απόγονων. ΌΤΑΝ ΦΟΒΑΣΑΙ, Ο ΦΟΒΟΣ ΔΙΑΚΛΑΔΩΝΕΤΑΙ ΣΕ ΑΝΑΡΙΘΜΗΤΕΣ ΓΕΝΕΕΣ και εξευτελίζεις αναρίθμητες ψυχές μπροστά και πίσω σου. Όταν υψώνεσαι σε μια γενναία πράξη, η ράτσα σου αλάκερη υψώνεται και αντρειεύει. ΚΟΙΤΑΞΕ ΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ, ΛΥΠΗΣΟΥ ΤΟΥΣ. Κοίταξε τον εαυτό σου ανάμεσα στους ανθρώπους, λυπήσου τον. Μέσα στο θαμπό σούρουπο της ζωής αγγίζουμε ο ένας τον άλλον, ψαχνόμαστε, ρωτούμε, αφουκραζόμαστε, φωνάζουμε βοήθεια! ΤΡΕΧΟΥΜΕ. ΞΕΡΟΥΜΕ ΠΩΣ ΤΡΕΧΟΥΜΕ ΝΑ ΠΕΘΑΝΟΥΜΕ μα δεν μπορούμε να σταματήσουμε. Τρέχουμε. Μια λαμπάδα κρατούμε και τρέχουμε. Το πρόσωπό μας, μια στιγμή, φωτίζεται. Μα βιαστικά παραδίνουμε τη λαμπάδα στο γιο μας κι ευτύς σβήνουμε, κατεβαίνουμε στον Άδη. Η ΚΑΡΔΙΑ ΣΜΙΓΕΙ Ο,ΤΙ Ο ΝΟΥΣ ΧΩΡΙΖΕΙ, ξεπερνάει την παλαίστρα της ανάγκης και μετουσιώνει το πάλεμα σε αγάπη. ΤΙ ΘΑ ΠΕΙ ΕΥΤΥΧΙΑ; Να ζεις όλες τις δυστυχίες. Τι θα πει φως; Να κοιτάς με αθόλωτο μάτι όλα τα σκοτάδια. …..
Θυμήθηκα
κάποιο πρωί,που είχα πετύχει
σ’ένα πεύκο ένα κουκούλι
πεταλούδας ,τη στιγμή που έσκαζε
το τσόφλι κι ετοιμάζουνταν η
μέσα ψυχή να προβάλει.
Περίμενα,αργούσε κι εγώ
βιαζόμουν. Έσκυψα τότε απάνω της
κι άρχισα να τη ζεσταίνω με την
ανάσα μου.Τη ζέσταινα ανυπόμονα,
και το θάμα άρχισε να
ξετυλίγεται μπροστά μου, με
γοργό ρυθμό. Το τσόφλι άνοιξε
όλο, η πεταλούδα πρόβαλε. Μα ποτέ
δε θα ξεχάσω τη φρίκη μου,τα
φτερά της έμεναν
σγουρά,αξεδίπλωτα όλο όλο της το
κορμάκι έτρεμε και μάχουνταν να
τα ξετυλίξει. Μα δεν μπορούσε,
μαχόμουν κι εγώ με την ανάσα μου
να την βοηθήσω.Του κάκου ,είχε
ανάγκη από υπομονετικό ωρίμασμα
και ξετύλιγμα μέσα στον ήλιο και
τώρα πια ήταν αργά. Η πνοή μου
είχε ζορίσει την πεταλούδα να
ξεπροβάλει πριν της ώρας,
ζαρωμένη κι εφταμηνίτικη. Βγήκε
αμέστωτη,κουνήθηκε απελπισμένη
και σε λίγο πέθανε στην παλάμη
μου.Το
πουπουλένιο κουφάρι αυτό της
πεταλούδας θαρρώ πως είναι το
μεγαλύτερο βάρος που έχω στη
συνείδησή μου. Και να, σήμερα
κατάλαβα βαθιά..
Είναι θανάσιμο
αμάρτημα να βιάζεις τους
αιώνιους νόμους, έχεις χρέος ν’
ακολουθείς τον αθάνατο ρυθμό μ’
εμπιστοσύνη.
Η μικρή
ετούτη πεταλούδα, που σκότωσα
γιατί παραβιάστηκα να την
αναστήσω,ας ήταν να πετούσε
πάντα μπροστά μου και να μου
δείχνει το δρόμο.Κι έτσι μια
πεταλούδα που πρόωρα πέθανε να
βοηθήσει μιαν αδερφή της,μιαν
ανθρώπινη ψυχή,να μη βιάζεται
και να προφτάσει να ξετυλίξει με
αργό ρυθμό τις φτερούγες!
Πρέπει, λοιπόν, νά εἴμαστε ἐρωτευμένοι μέ τή ζωή. Νά ζοῦμε τήν ὀμορφιά στήν κορύφωσή της, ἀλλά νά ἔχουμε πάντα ἐντός μας τό ἀναπόφευκτό τοῦ θανάτου. Μέ αὐτό τό δεδομένο ὀφείλουμε νά ζοῦμε τή ζωή μας χωρίς νά τήν εὐτελίζουμε. Γεννιέται τό ἐρώτημα: Ζοῦμε τή ζωή μας ἤ τήν εὐτελίζουμε; Ποῦ στοχεύουν οἱ δραστηριότητές μας; Κινούμαστε γύρω ἀπό ἕνα καί μόνο ἄξονα. Νά ἀποκτήσουμε οἰκονομική ὑπερεπάρκεια γιά νά εἴμαστε σέ θέση νά ἀπολαύσουμε ὅσο περισσότερα ἀγαθά μᾶς προσφέρει ἡ καταναλωτική κοινωνία. Μεταχειριζόμαστε κάθε λογῆς μέσα γιά νά πετύχουμε αὐτή τήν ὑπερεπάρκεια. Ἀκολουθώντας τό χρόνο πού τρέχει, εἴμαστε διαρκῶς ἀγχωμένοι. Δέν μᾶς μένει καιρός γιά στάση καί περισυλλογή. Νά δοῦμε τόν ἑαυτό μας, ἀλλά καί νά κοιτάξουμε τά μάτια τῶν ἄλλων ἀνθρώπων. Ἀδιαφοροῦμε γιά ὅσα ὁ ἄνθρωπος δημιούργησε, τήν ἱστορία του δηλαδή. Δέν πεινοῦμε οὔτε διψοῦμε γιά τήν αἰωνιότητα. Ἡ ζωή μας εἶναι λειψή, περιορισμένη στό τώρα. Εἴμαστε ἀδιάφοροι γιά τό πρίν καί ἀποδιώχνουμε τό μετά, τή συνέχεια δηλαδή τοῦ ἑαυτοῦ μας καί συνεκδοχικά τή συνέχεια τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης.
Εἶπα προηγουμένως πώς ὁ Ἀπρίλης εἶναι σκληρός, γιατί μᾶς ὑποχρεώνει νά ἀναμετρηθοῦμε μέ τό θάνατο. Αὐτή τήν ἀναμέτρηση τήν ἀποφεύγει ὁ ἄνθρωπος. Ἀλλά, εἴτε τό θέλουμε εἴτε ὄχι, ὁ θάνατος ὑπάρχει καί ἡ ἀναμέτρηση μ΄ αὐτόν εἶναι ἀναπόφευκτη. Ἡ ζωή μας τροχιοδρομεῖται μέ κατεύθυνση αὐτή τή βεβαιότητα. Μπορεῖ νά χτίζουμε προκλητικά σπίτια γιά νά μείνουμε ἀθάνατοι. Ἔτσι ὅμως δέν ἀθανατίζουμε τή ζωή μας ἀλλά τή στεγάζουμε ὁριστικά καί τελεσίδικα σ΄ αὐτές τίς ἐπίγειες οἰκοδομές. Ὁ Ἀπρίλης εἶναι σκληρός καί ὡραῖος, ἀλλά ταυτοχρόνως μᾶς θέτει μπροστά σ΄ ἕνα ἀδυσώπητο δίλλημα. Ἤ παίρνουμε τήν ὀμορφιά του σάν κορύφωση ζωῆς τελεσίδικης ἤ ὡς σωκρατική ἀλογόμυγα μᾶς κεντρίζει, ἀκριβῶς στήν ὕψιστη στιγμή, πώς ὑπάρχει ἕνα τέλος, τό ὁποῖον ὅμως μπορεῖ νά εἶναι ἡ ἀρχή, ἡ θύρα πού ὁδηγεῖ στήν αἰωνιότητα. Οἱ ἄλλες ἐποχές δέ θέτουν προκλητικά αὐτό τό δίλημμα. Ἔτσι, οὔτε εἶναι τόσο σκληρές οὔτε τόσο ὡραῖες.
…Το αγόρι εξακολουθούσε ν’ ακούει την καρδιά του, ενώ προχωρούσαν στην έρημο. Σιγά σιγά έμαθε τις πονηριές και τα κόλπα της, έμαθε να τη δέχεται όπως ήταν. Τότε το αγόρι έπαψε να φοβάται, γιατί ένα απόγευμα η καρδιά του του είπε ότι ήταν ευχαριστημένη.
“Μπορεί να διαμαρτύρομαι μερικές φορές”, έλεγε η καρδιά του , “επειδή είμαι μια καρδιά ανθρώπου και οι καρδιές των ανθρώπων είναι έτσι. Φοβούνται να πραγματοποιήσουν τα μεγαλύτερα τους όνειρα επειδή νομίζουν ότι δεν το αξίζουν η ότι δεν θα τα καταφέρουν. Εμείς οι καρδιές πεθαίνουμε από το φόβο μόνο και μόνο που σκεφτόμαστε αγάπες που έφυγαν για πάντα, στιγμές που θα μπορούσαν να είναι καλές και δεν ήταν, θησαυρούς που θα μπορούσαν να είχαν ανακαλυφθεί κ’ όμως έμειναν για πάντα θαμμένοι στην άμμο. Γιατί όταν κάτι τέτοιο συμβαίνει στο τέλος υποφέρουμε πολύ.”
-Η καρδιά μου φοβάται τον πόνο, είπε το αγόρι
-Πες της ότι ο φόβος του πόνου είναι χειρότερος και από τον ίδιο τον πόνο. Και ότι καμία καρδιά δεν υπέφερε ποτέ όταν ξεκίνησε να αναζητήσει τα όνειρα της, γιατί κάθε στιγμή αναζήτησης είναι μια στιγμή συνάντησης με την αιωνιότητα.”…
… «Αλλά από που ν’ αρχίσω; Ο κόσμος είναι τόσο τεράστιος, θ’ αρχίσω με τη χώρα που γνωρίζω καλύτερα, τη δική μου. Η χώρα μου όμως είναι τόσο μεγάλη! Θα ‘ταν καλύτερα ν’ αρχίσω με την πόλη μου. Η πόλη μου όμως είναι κι αυτή μεγάλη. Θα ‘ταν καλύτερα ν’ αρχίσω με το δρόμο που μένω. Όχι: με το σπίτι μου. Όχι: με την οικογένεια μου. Δεν πειράζει, θ’ αρχίσω με τον εαυτό μου».
WWW.SKALATIMES.COM
Την προσωπική σου ευτυχία δε θα βρεις υλικά να την φτιάξεις. Θα την ανακαλύψεις μόνος σου μέσα στην ξένη χαρά, στο ξένο τραγούδι. Πρέπει να συνηθίσεις να αγαπάς εκείνο που σου λείπει. Να συνηθίσεις να αντέχεις εκείνο που έχεις.
Αλλά τότε… Αν είναι έτσι όπως το λες, πως μπόρεσες, εσύ, χωρίς ευτυχία, να σύρεις ως εδώ την ύπαρξη σου; Σήμερα τελειώνει ένας αιώνας. Μήπως ανακάλυψες μέσα απ΄τα ρούμανια της ζωής, κανένα μονοπάτι που να μπορείς να το περάσεις χωρίς να ξεσκιστείς;
Όχι. Ανακάλυψες, όμως Κάτι άλλο: Τη μέθοδο να δίνεις λίγη ευτυχία στους άλλους. Τα λεξικά δεν τη γράφουν έτσι… Τη λένε μαρτύριο, αλλά ποιος ξέρει; -μπορεί αυτή να είναι η πραγματική- και η μόνη – Ευτυχία.
Μενέλαος Λουντέμης (1912 -22 Ιανουαρίου 1977), κατά κόσμον Δημήτριος (Τάκης) Βαλασιάδης, λογοτέχνης.
πηγη : http://www.thessalonikiartsandculture.gr
ι βροχοσταγόνες του μεγάλου συννεφόδεντρου γέμισαν όλο τον ουρανό με μικρά πράσινα λιόφυλλα*. Τα φύλλα τύλιξαν ολόγυρα τ’ αυτόματα και τα ντουφέκια και τα έκαναν σαν ανάλαφρα κλωνάρια δέντρων. Απ’ τις κάννες των όπλων, αντί για σφαίρες, μπαρούτι και καπνό, τινάζονται λουλούδια, πεταλούδες, λιμπελούλες* και μπομπόνια. Τα παιδιά της ομάδας Ζαρίν πυροβολούν την ομάδα Τακ όχι με σφαίρες, αλλά με μικρά μπουκέτα λουλούδια και πολύχρωμες πεταλούδες. Κι απ’ αντίκρυ, η ομάδα Τακ απαντάει με λιμπελούλες και μπομπόνια*. Ο αέρας έχει γεμίσει μυρωδιές απ’ τα λουλούδια κι απ’ τα μπομπόνια. Ήταν σαν μέρα Πρωτοχρονιάς ή σαν γιορτή των Αγίων Πάντων. Τα παιδιά των δύο αντίθετων μαχαλάδων* ξεσπούν σε γέλια και τα γέλια τους ανεβαίνουν ως τον έβδομο ουρανό*. Γέλια, γέλια, χαρές και αγάπες κυριεύουν τα πάντα. Ο Αλβάν, εκεί ψηλά, πλάι στο πελώριο δέντρο που οι ρίζες του είναι στον ουρανό και τα κλαδιά του σ’ όλον τον κόσμο, ο Αλβάν με τα χρωματιστά μπαλόνια του πετάει ανάλαφρα, πλημμυρισμένος από χαρά και νιώθει πως ο ήλιος και το φεγγάρι είναι δυο ρόδες στο δικό του ποδήλατο. Θέλει να πηδήσει στη σέλα των άστρων και κρατώντας το τιμόνι του ανέμου να φύγει μες στο άπειρο.
Άξαφνα, κάτω στη γη, ανάμεσα απ’ τους καπνούς και τα σκοτάδια, βλέπει ένα περιστέρι ν’ ανεβαίνει. Το περιστέρι είναι ο Ριπιδάτος, τ’ αγαπημένο περιστέρι του Μεϊλού. Λίγο πιο κει, η Τουλή κι η Σεκουλή, οι αδερφές του Σαλέμ, για δες, στους ώμους τους έχουν φυτρώσει κάτι μικρά χρυσά φτεράκια και φτερουγάνε πίσω απ’ το Ριπιδάτο κι έρχονται κοντά του. Ο Αλβάν απ’ την πολλή χαρά έγινε ανάλαφρος σαν πούπουλο. Το μυρωδάτο αεράκι περνάει απ’ το διάφανο βλέμμα του κι απ’ τ’ ολόδροσο χαμόγελο του.
Τούτη τη στιγμή, ο Σαλέμ, καβάλα σ’ ένα κίτρινο περιστέρι, πλησιάζει τον Αλβάν. Οι δυο φίλοι αναπήδησαν κι έδωσαν τα χέρια. Και τότε, όλα τα παιδιά, κι απ’ τις δυο ομάδες, πιάστηκαν χέρι χέρι σ’ ένα μεγάλο κύκλο χορού. Ο Αλβάν έτρεξε ίσα στο χαρταετό του τον Κοκκινολαίμη και πήρε το μεγάλο τηλεγράφημα κρεμασμένο στο σπάγκο του. Πάνω στο τηλεγράφημα βλέπει γραμμένη την έκθεση του που πρέπει να διαβάσει στην τάξη του σχολείου του τον επόμενο χρόνο. Όλα τα παιδιά τον παρακαλούν να τους τη διαβάσει. Ο Αλβάν πλησιάζει το χαρτί κοντά στα μάτια του κι αρχίζει να διαβάζει αργά αργά τις λέξεις και τις φράσεις γεμάτες φως. Έτσι που διαβάζει, είναι σαν να διαβάζει για τους ανθρώπους όλου του κόσμου, κι έτσι ψηλά που στέκεται μοιάζει σαν να ‘ναι η ψυχή όλων των παιδιών του κόσμου κι έχει να πει ένα παγκόσμιο μήνυμα.
Η έκθεσή του αρχίζει μ’ αυτά τα λόγια:
Τα όνειρά μου είναι όλο περιστέρια, χαρταετούς και πολύχρωμα μπαλόνια…

