Πεζογραφία
«Παραμύθια»;… Αϊ λοιπόν θα σας πω κι ένα παραμύθι, για να ξεκουραστείτε! Μια φορά κι έναν καιρό οι κλέφτες της πρώτης πολιτείας του κόσμου, αφού πλουτήνανε αρκετά, αποφασίσανε να ταχτοποιήσουνε τη ζωή τους. Μπλοκάρανε το λοιπόν τους φτωχούς της πολιτείας κι αφού τους μαζώξανε στην πλατέα, τους είπανε: “Ψηλά τα χέρια! Θέλουμε το καλό σας. Δε θα σας πάρουμε τα φκιάρια, τους κασμάδες, τα σκεπάρνια, τα δισάκια και τα ζεμπίλια σας με το ψωμοτύρι, τα τρύπια σας πουκάμισα με τις ψείρες και τις απάτωτες καλύβες σας, που κάνουνε νερά, σα βρέχει. Είσαστε λέφτεροι ! – ψηλά τα χέρια!). Λέφτεροι να ζείτε κατά το κέφι σας, να κερδίζετε, να κάνετε κομπόδεμα, να μεθάτε, να χορέβετε, να γεννοβολάτε και να πεθαίνετε. Εμείς θα σας μαθαίνουμε τις … αλήθειες! Θα σας δώσουμε πλούσια φαντασία κ’ αισθαντική καρδιά. Θα σας δώσουμε κι αθάνατη ψυχή. Κι όποιος από σας του γουστάρει, θα μπορεί να γράφει ποιήματα, να σκαρώνει θεωρίες και να δοξάζεται! Ο κυρίαρχος λαός θα σαστε εσείς! Εμείς μονάχα θα σας κουμαντάρουμε. Θα φροντίζουμε για την ασφάλεια της ζωής, της τιμής και της περιουσίας σας – μ’ ένα λόγο για τη λεφτεριά σας. Σεις θα δουλέβετε, καταπώς θέλετε κι ό,τι θέλετε κι όποτε θέλετε. Εμείς θα σας δίνουμε δουλειά, φτάνει να βρίσκεται, και σεις θα μας δίνετε τα κόπια σας. Και για να μη θαρρέψετε πως σας αδικούμε, θα πλερώνουμε κ’ εμείς το ίδιο δόσιμο στο Κράτος, – στον εαφτό μας!
“Κ’ εσείς κ’ εμείς θα χουμε πάνου από τα κεφάλια μας τους ίδιους θεούς, που θα προστάζουν εσάς να δουλέβετε και να μην τρώτε κ’ εμάς να καθόμαστε και να τρώμε. Κ’ εμείς κ’ εσείς θα χουμε πάνου από τα κεφάλια μας τους ίδιους νόμους, που εμείς θα σας τους δίνουμε κ’ εσείς θα τους ψηφίζετε σα βουλεφτάδες και θαν τους εφαρμόζετε σα δικαστάδες ενάντια στον εαφτό σας. Και για να μην πλακώνουν απ’ άλλες στεριές και θάλασσες κουρσάροι και κλέφτες ν’ αρπάζουνε το υστέρημά σας και να παίρνουνε σκλάβους κ’ εσάς και τις γυναίκες σας και τα παιδιά σας, θα σας αρματώνουμε, θα σας γυμνάζουμε, για να μπορείτε να διαφεντέβετε τους θεούς σας, τον εαφτό σας κ’ εμάς, δηλαδή την πατρίδα. Να σκοτώνεστε εσείς και να ζούμε εμείς. Κι’ επειδή μοναχοί σας δε θα μπορούσατε να σκεφτείτε το συφέρο σας και να φυλάξετε τον εαφτό σας, θα σας αναγκάζουμε με το ζόρι (ψηλά τα χέρια!). Ένα πράμα μοναχά σας απαγορέβουμε: να κλέβει ο ένας τον άλλονε. Γιατί μπορεί να κλέψετε κι εμάς“.
Έτσι λοιπόν ο λαός δούλευε λέφτερα και λέφτερα σκεφτότανε. Και τραγουδούσε χαρούμενα στις ταβέρνες σαν τον κότσυφα στο κλαρί (στο κλουβί!). Κι’ οι σωτήρες τους ξαπλωνόντανε τ’ ανάσκελα σε ζεστά παλάτια το χειμώνα και κάτου απ’ ανθισμένα δέντρα το καλοκαίρι – και σωρό γυναικούλες όμορφες τους ψειρίζανε το σβέρκο και τους χουχουλίζανε το ριζάφτι (πολύ συντελεί!). Κ’ η εφτυχία τους, είτανε δύναμη της πατρίδας κ’ η ξετσιπωσιά τους καθαρμός. Κι αν κάπου βαριεστίζοντας ο λαός τους έδιωχνε, ζητούσε αμέσως άλλους να τόνε κλέβουνε: δεν μπορούσε πια μήτε να ζήσει – μήτε να σκεφτεί χωρίς «σωτήρες».
Γελάτε και με το δίκιο σας, ω άντρες Αθηναίοι. Τέτια παράξενη πολιτεία μήτε γίνηκε μήτε θα γίνει ποτές! Παραμύθι, βλέπετε. Τώρα θα μου ζητάτε κ’ επιμύθιο! Που ναν το βρω;.. Μονάχα σας λέω: “Αλίμονο στον αφτόδουλο πολίτη, που φτασμένος στα έσχατα της απελπισιάς, παραδίνεται για να σωθεί, στο έλεος του Θεού και στους νόμους των κλεφτών“ >>.
(Από την «Αληθινή Απολογία του Σωκράτη» του Κώστα Βάρναλη)
-Έρμαν Έσσε, Ντέμιαν
” Όλοι μας ως το τέλος της ζωής μας κουβαλάμε τα υπολείμματα από τη γέννησή μας, τις μεμβράνες και το κέλυφος από τ’ αυγό ενός αρχέγονου κόσμου. Πολλοί δεν καταφέρνουν ποτέ να γίνουν άνθρωποι. Παραμένουν βάτραχοι, σαύρες, μυρμήγκια. Πολλοί είναι άνθρωποι από τη μέση κι απάνω και ψάρια από τη μέση και κάτω. Ο καθένας, ωστόσο, αντιπροσωπεύει μια προσπάθεια της φύσης να δημιουργήσει μια ανθρώπινη ύπαρξη. Οι ρίζες μας είναι κοινές. Όλοι προερχόμαστε από την ίδια μήτρα. Το κάθε άτομο ξεπετιέται από την ίδια άβυσσο, αγωνίζεται να πετύχει το σκοπό του. Καταλαβαίνουμε ο ένας τον άλλο, μα κάθε άνθρωπος μπορεί να εξηγήσει μόνο τον εαυτό του”
–“Σαν τα τρελά πουλιά” της Μαρίας Ιορδανίδου:
-Το κατάλαβα παιδάκι μου, αλλά ο νους μου δε το χωρεί. Μπρε Άννα, πόσα χρόνια πάνε από τότες που τελευταία είχαμε πόλεμο;
-Εικοσιέξι χρόνια στρογγυλά, μανούλα μου.
-Τι λες μπρε παιδί μου, για πότε πέρασαν τα χρόνια!
-Τα χρόνια δεν πέρασαν, μάνα μου, τα χρόνια δεν περνούνε.
Απλώνει το χέρι της και της χαϊδεύει το ρυτιδωμένο μάγουλο, τα κάτασπρα μαλλιά.-Τα χρόνια στέκουνται. Εμείς περνούμε.
-Μεγάλες Προσδοκίες
Κάρολος Ντίκενς
”Και αφού μπόρεσες να μου το πεις και τότε , δε θα διστάσεις να μου το πεις και τώρα- τωρα που η δυστυχία υπήρξε η πιο αποδοτική μαθητεία μου κι έχω διδαχθεί να καταλαβαινω τί ήταν η καρδιά σου. Έχω λυγισει και έχω τσακίσει αλλά- ελπίζω- έχω γίνει καλύτερη πια. Ας είσαι μαζί μου τόσο διακριτικός και τόσο καλός όσο ήσουν κι ας μου πεις πως είμαστε φίλοι! ‘Είμαστε φίλοι’ πήρα το χέρι της στο δικό μου και απομακρυνθήκαμε από το ερειπωμένο μέρος κι όπως σηκωνότανε η πρωινή καταχνιά , χρόνια πριν, ετσι και τωρα , η βραδινή καταχνιά σηκωνότανε. Και σ’όλη την ανοικτή απέραντη έκταση που μου έδειχνε , δεν έβλεπα πια πουθενά σκια άλλου χωρισμού μας. ”
Τοτε Που Κυνηγούσα τους Ανέμους του Μενέλαου Λουντέμη
-“Η αγάπη είναι σαν το νερό που τρέχει… τρέχει… ασυλλόγιστα στους γκρεμούς, που δε διαλέγει αυλάκι, δε ρωτά τα λουλούδια που ποτίζει, ούτε και τα χαλίκια που κατρακυλά. Δε ρωτά τίποτα, μόνο τρέχει. Να πεις “όχι” στην αγάπη είναι σαν να κατσουφιάζεις μπροστά σ’ ένα λουλούδι που ετοιμάζεται ν’ ανοίξει. Σαν να βρίζεις το φως που σου έδειξε τον κόσμο”.”
“Η αγάπη είναι μεγάλη όταν την περιμένουμε ή όταν την χάνουμε. Οταν την έχουμε μας ξεφεύγει. Χάνουμε την αίσθηση της. Και την ξαναποκτούμε μόνο ότν την χάσουμε. Κοίταξε να ζήσεις την αγάπη που έχασες. Να χαρείς την αγάπη που περιμένεις. Καν’την τραγούδια,ξενύχτια. Καν’την βιβλία, αταξίες. Μόνο μην την μοιρολογάς.Είναι σαν να την βρίζεις.Σαν να τη κλεινεις τον δρόμο να ξανάρθει.”
Ελεωνόρα Σταθοπούλου, ”Εκεινος”
”Σήμερα φέρνοντας -αναπάντεχα στο νου μου έναν αρχαίο μύθο-κατάλαβα τι μπορεί να είναι η αγάπη.
Το κατάλαβα από μια εικόνα πάνω σ’ ένα αγγείο: δείχνει τον Πηλέα, να έχει δέσει τα χέρια του γύρω από τη Θέτιδα και να την κραταει σφιχτά. Αγαπούσε τη Θέτιδα και ο Κένταυρος, που ήταν σοφός, του είχε προβλέψει: ”Η γυναίκα αυτή συνέχεια θα μεταμορφώνεται. Μην φοβηθείς και μη λύσεις ποτέ τα χέρια σου. Θα γίνεται φίδι και λύκαινα, φωτιά και πάγος. Πράγματα δηλαδή, που δύσκολα κρατάει κανείς χωρίς να ματώσουν,να καούν και να παγώσουν τα χέρια του. Εσύ όμως θα το κάνεις. Η αγάπη θα σου δίνει τη δύναμη ν’ αντέξεις, ό,τι χωρίς αυτή, θα σου προκαλούσε φρίκη και πόνο και αποστροφή. Και δεν θα χαλαρώσεις ποτέ το αγκάλιασμα, γιατί θα ξέρεις ότι πίσω απ’ όλ’ αυτά τα πρόσωπα κρύβεται η μορφή της αγαπημένης σου. Κρύβεται η ψυχή της”.
Αυτά είπε ο Κένταυρος κι ο Πηλέας τον άκουσε κι όσο κράταγε ο πόλεμος δεν έπαυε ν’ αγαπάει και ν’ αγκαλιάζει κάθε μορφή θηρίου που μπορεί να πάρει ο άνθρωπος. Κι ακόμα ήξερε, πως τα θηρία αυτά, είναι οι όψεις της τρέλας, του πόνου και της αρρώστιας που μπορεί να έχει ο καθένας μας. Όχι η αληθινή εικόνα του.
Και περίμενε το πλήρωμα του χρόνου, μέχρι να λιώσει η αγάπη του κάθε προσωπείο και κάθε αντίσταση, ώστε να δει επιτέλους την ομορφιά της Θέτιδας. Και την είδε. Επειδή δεν έλυσε ποτέ τα χέρια του, την είδε. Επειδή έβλεπε πέρα απ’ τη δύση, την ανατολή και πέρα απ’ το θηρίο, την θεότητα. Είδε και την αγάπη, πρόσωπο με πρόσωπο.”
Τόντα-Ράμπα, Ν. Καζαντζάκη, Εκδόσεις Καζαντζάκη (Πάτροκλος Σταύρου) 2005
“- Μου θυμίζετε το φτωχό φιλόσοφο της βάρκας. Λέει στο βαρκάρη του: «Γνωρίζεις φιλοσοφία; – Όχι. – Όχι; Τότε έχασες τη μισή ζωή σου.» Λίγο αργότερα σηκώνεται τρομερή τρικυμία. «Έ φιλόσοφε, φωνάζει ο βαρκάρης, ξέρεις να κολυμπάς; -Όχι. -Όχι; Έχασες αλάκερη τη ζωή σου!»”
Ντοστογιέφσκυ, Αδελφοι Καραμάζοβ
“…Μα η ενεργός αγάπη είναι κάτι πολύ πιο σκληρό και φοβερό από την αγάπη που περιορίζεται στα όνειρα. Η ονειροπόλα αγάπη διψάει για σύντομα κατορθώματα, ζητάει μια γρήγορη ικανοποίηση και το γενικό θαυμασμό. Στις τέτοιες περιπτώσεις μερικοί φτάνουν πραγματικά να θυσιάσουν και τη ζωή τους ακόμα, αρκεί να μην περιμένουν πολύ, μα να πραγματοποιηθεί γρήγορα τ’ όνειρό τους. Και να’ναι σα μια θεατρική παράσταση που να τη βλέπουν όλοι και να τη χειροκροτούν. Μα η ενεργός αγάπη χρειάζεται δουλειά κι επίμονη αυτοκυριαρχία και για μερικούς είναι ίσως-ίσως ολόκληρη επιστήμη. Μα σας προλέγω πως ακόμα και τη στιγμή που θα δείτε με φρίκη πως παρ’όλες σας οι προσπάθειες όχι μονάχα δεν πλησιάσατε τον σκοπό σας, μα αντίθετα ξεφύγατε απ’ αυτόν, εκείνην ακριβώς τη στιγμή, σας το προλέγω, θα ‘χετε φτάσει στο σκοπό…”
www.λεσχη.gr
Η Παγκόσμια Ημέρα Καλοσύνης (World Kindness Day) καθιερώθηκε το 2000 με πρωτοβουλία του Παγκοσμίου Κινήματος Καλοσύνης (World Kindness Movement), που συσπειρώνει εθνικές μη κυβερνητικές οργανώσεις – μέλη του Κινήματος. Η καλοσύνη είναι ένα θεμελιώδες μέγεθος της ανθρώπινης κατάστασης, που γεφυρώνει τις διαφορές φυλής, φύλου, θρησκείας και πολιτικής. Η Παγκόσμια Ημέρα Καλοσύνης γιορτάζεται κάθε χρόνο στις 13 Νοεμβρίου.
Δεν υπάρχει μεγαλείο εκεί που δεν υπάρχει απλότητα, καλοσύνη και αλήθεια». -Λέων Τολστόι
«Ξέχνα τις προσβολές, αλλά ποτέ μη ξεχνάς την καλοσύνη». -Κομφούκιος
«Οι καλύτερες καρδιές τυχαίνει καμιά φορά να είναι πολύ σκληρές». -Βίκτωρ Ουγκώ
«Η καλοσύνη όταν μιλάς δημιουργεί εμπιστοσύνη. Η καλοσύνη όταν σκέφτεσαι δημιουργεί βάθος. Η καλοσύνη όταν δίνεις δημιουργεί αγάπη». -Λάο Τσε
«Οι περισσότεροι γίνονται καλοί στην πορεία της ζωής, παρά από τη φύση». -Δημόκριτος
«Ο καλός άνθρωπος μπορεί να έχει τύψεις απέναντι και σ’ ένα σκυλί». -Άντον Τσέχωφ
«Η καλοσύνη είναι αρετή των δυνατών ανθρώπων». -Χαλίλ Γκιμπράν
«Και τώρα που δεν χρειάζεται πια να είσαι τέλειος, μπορείς να είσαι καλός». -Τζον Στάινμπεκ
«Η καλοσύνη είναι η ωραιότητα εν δράσει». -Ζαν Ζακ Ρουσσώ
«Όπου υπάρχει ένα ανθρώπινο πλάσμα, υπάρχει ευκαιρία για καλοσύνη». -Σενέκας
«Σ’ αυτόν τον κόσμο υπάρχει μόνο ένα πράγμα στο οποίο πρέπει να υποκλινόμαστε, η μεγαλοφυΐα, και ένα πράγμα στο οποίο πρέπει να πέφτουμε στα γόνατα, η καλοσύνη». -Βίκτωρ Ουγκώ
“Αν και η καλοσύνη έχει μεγαλύτερη έκταση από τη δικαιοσύνη, εν τούτοις είμαστε υποχρεωμένοι να τηρούμε τις προσταγές του νόμου και τους κανόνες της δικαιοσύνης εις τας συναλλαγάς μας μετά των ανθρώπων, ενώ τα αισθήματα της καλοσύνης και της αγαθοεργίας πηγάζουν από τα στήθη των καλών όπως από πλούσια πηγή». -Πλούταρχος
«Κανείς δεν μπορεί να είναι καλός για πολύ, αν δεν υπάρχει ζήτηση για καλοσύνη». Μπέρτολτ Μπρεχτ
«Ένας άνθρωπος που δίνει στο διψασμένο νερό ποτές δεν είναι κακός». -Μενέλαος Λουντέμης
«Κανείς δεν αξίζει να επαινεθεί για την καλοσύνη του αν δεν έχει τη δύναμη να είναι κακός. Κάθε άλλη καλοσύνη είναι συνήθως οκνηρία και αδύναμη θέληση». -Λα Ροσφουκώ
«Να είσαι καλός όποτε αυτό είναι δυνατό. Πάντα είναι δυνατό». -Δαλάι Λάμα
«Η καλοσύνη είναι η μόνη επένδυση που δεν αποτυχαίνει ποτέ». -Χένρι Ντέιβιντ Θορώ
«Η ζωή μάς έχει μάθει πως, καμιά φορά, για να είσαι καλός, θα πρέπει να σταματήσεις να είσαι τίμιος». -Χαθίτο Μπεναβέντε
«Πάνω απ’ όλα να είσαι καλός. Η καλοσύνη αφοπλίζει περισσότερο από καθετί άλλο τους ανθρώπους». -Ανρί Λακορντέρ
«Πόσο ωραία είναι η καλοσύνη όταν συνοδεύεται από τη σωφροσύνη». -Μένανδρος
(…)ΟΙ ΚΙΝΕΖΟΙ ΕΧΟΥΝ ΜΙΑ ΠΑΡΑΞΕΝΗ ΚΑΤΑΡΑ: «Την κατάρα μου να ‘χεις και να γεννηθείς σε μια ενδιαφέρουσα εποχή».
ΓΕΝΝΗΘΗΚΑΜΕ ΣΕ ΜΙΑ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΥΣΑ ΕΠΟΧΗ, γεμάτη αλλοπρόσαλλες απόπειρες, περιπέτειες και συγκρούσεις· συγκρούσεις όχι μονάχα, όπως άλλοτε, ανάμεσα στις αρετές και στις κακίες, παρά -κι αυτό ‘ναι το πιο τραγικό- ανάμεσα στις ίδιες τις αρετές. ΟΙ ΠΑΛΙΕΣ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΜΕΝΕΣ ΑΡΕΤΕΣ αρχίζουν να χάνουν το κύρος τους, δεν μπορούν πια να επαρκέσουν στο θρησκευτικό, ηθικό, πνευματικό, κοινωνικό αίτημα της σύγχρονης ψυχής. Θαρρείς κι η ψυχή του ανθρώπου μεγάλωσε και δε χωράει πια στα παλιά καλούπια. ΣΤΑ ΣΠΛΑΧΝΑ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΜΑΣ, στα σπλάχνα κάθε συγχρονισμένου ανθρώπου, είτε συνειδητά είτε ασύνειδα, ξέσπασε ένας εμφύλιος πόλεμος, χωρίς έλεος, ανάμεσα στον παλιό, παντοδύναμο άλλοτε μύθο, που ξεθύμανε μα πολεμάει απελπισμένα να ρυθμίσει ακόμα τη ζωή μας, και στο νέο μύθο, που μάχεται, αδέξια ακόμα κι ανοργάνωτα, να κυβερνήσει τις ψυχές μας.
ΓΙ’ ΑΥΤΟ ΚΑΘΕ ΖΩΝΤΑΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ σήμερα σπαράζεται από τη δραματική μοίρα του καιρού το(…)
Απόσπασμα από το βιβλίο του Νίκου Καζαντζάκη, Αναφορά στον Γκρέκο.
Και μόνοι με τον ορίζοντα. Τα κύματα έρχονται απ’ την αόρατη Ανατολή, ένα ένα, υπομονετικά. Φτάνουνε μέχρις εμάς και πάλι υπομονετικά φεύγουν προς την άγνωστη Δύση, ένα ένα. Ατέλειωτη πορεία που δεν άρχισε ούτε τελείωσε ποτέ… Ποτάμια μικρά και μεγάλα περνούν, η θάλασσα περνά και μένει. Έτσι θα ‘πρεπε ν’ αγαπώ, πιστά και φευγαλέα. Σμίγω με τη θάλασσα (…).
Μερικές νύχτες που η γλυκύτητά τους παρατείνεται, ναι, μπορούμε άφοβα να πεθάνουμε τότε, ξέροντας πως τούτες οι νύχτες θα ξανάρθουν ύστερα από μας πάνω στη γη και στη θάλασσα. Απέραντη θάλασσα, πάντα οργωμένη, πάντα παρθένα, η θρησκεία μου μαζί με τη νύχτα! Μας πλένει και μας χορταίνει στα στείρα αυλάκια της, μας ελευθερώνει και μας κρατάει ορθούς (…).
Σε κάθε κύμα μια υπόσχεση, πάντα η ίδια. Τι λέει το κύμα; Αν θα ‘πρεπε να πεθάνω περιστοιχισμένος από κρύα βουνά, αγνοημένος από τον κόσμο, δίχως την αγάπη των δικών μου, εξουθενωμένος τέλος, η θάλασσα, την ύστατη στιγμή, θα γέμιζε το κελί μου, θα ερχόταν να με συγκρατήσει πάνω από το είναι μου και να με βοηθήσει να πεθάνω χωρίς μίσος (…).
Ο χώρος και η σιωπή σμίγουν και γίνονται βάρος στην καρδιά. Μια ξαφνική αγάπη, ένα μεγάλο έργο, μια αποφασιστική πράξη, μια σκέψη που μεταμορφώνει προκαλούν σε ορισμένες στιγμές την ίδια ανυπόφορη αγωνία, ανάμεικτη μ’ ακαταμάχητα θέλγητρα. Γλυκιά υπαρξιακή αγωνία, εξαίσιο άγγιγμα ενός κινδύνου που δεν ξέρουμε τ’ όνομά του, το ότι ζω σημαίνει άραγε πως τρέχω προς το χαμό μου; Ας τρέξουμε πάλι χωρίς ανάπαυλα προς το χαμό μας. Είχα πάντα την αίσθηση πως ζούσα στο πέλαγος, σε κίνδυνο, στην καρδιά μιας μεγαλόπρεπης ευτυχίας (…).
Έκλεισα τα μάτια και φαντάστηκα «Όταν ήμουν μικρός μου άρεσε πολύ το τσίρκο, και στο τσίρκο μού άρεσαν πιο πολύ τα ζώα. Μου έκανε τρομερή εντύπωση ο ελέφαντας που, όπως έμαθα αργότερα, είναι το αγαπημένο ζώο όλων των παιδιών. Στην παράσταση, το θεόρατο ζώο έκανε επίδειξη του τεράστιου βάρους του, του όγκου και της δύναμής του.Όμως μετά την παράσταση και λίγο προτού επιστρέψει στη σκηνή, ο ελέφαντας στεκόταν δεμένος συνεχώς σ’ ένα μικρό ξύλο μπηγμένο στο έδαφος. Μια αλυσίδα κρατούσε φυλακισμένα τα πόδια του
Μολονότι η αλυσίδα ήταν χοντρή και δυνατή, μου φαινόταν ολοφάνερο ότι ένα ζώο που μπορούσε να ξεριζώνει δέντρα με τη δύναμή του, θα μπορούσε εύκολα να λυθεί και να φύγει. Το θεωρούσα αληθινό μυστήριο. Μα τι τον κρατάει; Γιατί δεν το σκάει; Όταν ήμουν έξι ετών πίστευα ακόμα στη σοφία των μεγάλων. Ρώτησα τότε κάποιον δάσκαλο ή τον πατέρα μου για το μυστήριο του ελέφαντα. Μου εξήγησαν ότι ο ελέφαντας είναι δαμασμένος. Έκανα τότε την προφανή ερώτηση: Κι αφού είναι δαμασμένος, γιατί τον αλυσοδένουν;
Δεν θυμάμαι να πήρα ικανοποιητική απάντηση. Με τον καιρό, ξέχασα το μυστήριο του ελέφαντα με το παλούκι, και το θυμόμουν μόνο όταν βρισκόμουν με κάποιους που είχαν αναρωτηθεί κάποτε πάνω στο ίδιο θέμα.
Πριν από μερικά χρόνια ανακάλυψα-ευτυχώς για μένα- ότι κάποιος είχε αρκετή σοφία ώστε ν’ ανακαλύψει την απάντηση. Ο ελέφαντας του τσίρκου δεν το σκάει γιατί τον έδεναν από τότε που ήταν πολύ, πολύ μικρός.
Έκλεισα τα μάτια και φαντάστηκα τον νεογέννητο ελέφαντα δεμένο στο παλούκι. Είμαι βέβαιος ότι τότε το ελεφαντάκι είχε σπρώξει, τραβήξει και ιδρώσει πασχίζοντας να λευτερωθεί. Μα, παρόλες τις προσπάθειές του, δεν τα είχε καταφέρει, γιατί το παλούκι ήταν πολύ γερό για τις δυνάμεις του. Φαντάστηκα ότι θα κοιμόταν εξαντλημένο και την επόμενη μέρα θα προσπαθούσε ξανά, και τη μεθεπόμενη το ίδιο… Ώσπου μια μέρα, μια φρικτή μέρα για την ιστορία του, το ζώο θα παραδεχόταν την αδυναμία του και θα υποτασσόταν στη μοίρα του.
Αυτός ο θεόρατος ελέφαντας που βλέπουμε στο τσίρκο δεν το σκάει γιατί νομίζει ότι δεν μπορεί, ο δυστυχής. Η ανάμνηση της αδυναμίας που ένιωσε λίγο μετά τη γέννησή του είναι χαραγμένη στη μνήμη του. Και το χειρότερο είναι ότι ποτέ δεν αμφισβήτησε σοβαρά αυτή την ανάμνηση. Ποτέ μα ποτέ δεν ξαναπροσπάθησε να δοκιμάσει τις δυνάμεις του.
– Έτσι είναι Ντέμιαν, όλοι είμαστε λίγο πολύ σαν τον ελέφαντα του τσίρκου. Περιδιαβαίνουμε τον κόσμο δεμένοι σε εκατοντάδες παλούκια που μας στερούν την ελευθερία. Ζούμε πιστεύοντας ότι δεν μπορούμε να κάνουμε ένα σωρό πράγματα, απλώς επειδή μια φορά, πριν από πολύ καιρό, όταν είμαστε μικροί, προσπαθήσαμε και δεν τα καταφέραμε. Πάθαμε το ίδιο με τον ελέφαντα. Χαράξαμε στη μνήμη μας αυτό το μήνυμα: Δεν μπορώ, δεν μπορώ και ποτέ δεν θα μπορέσω.
Ο Χόρχε έκανε μιά μεγάλη παύση. Ύστερα πλησίασε, κάθισε στο πάτωμα μπροστά μου και συνέχισε: Αυτό σου συμβαίνει, Ντέμι. Ζεις μέσα στα όρια της ανάμνησης ενός Ντέμιαν που δεν υπάρχει πια, εκείνου που δεν τα κατάφερε.
Ο ΜΟΝΑΔΙΚΟΣ ΤΡOΠΟΣ ΝΑ ΜΑΘΕΙΣ ΑΝ ΜΠΟΡΕΙΣ, ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΠΡΟΣΠΑΘΗΣΕΙΣ ΠΑΛΙ ΜΕ ΟΛΗ ΣΟΥ ΤΗ ΨΥΧΗ
Έμαθα ότι παίρνει χρόνια να οικοδομήσεις εμπιστοσύνη, και αρκούν μερικά δευτερόλεπτα για να την καταστρέψεις.
Έμαθα ότι δεν μπορείς να κάνεις κάποιον να σε αγαπήσει. Το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να είσαι άξιος να αγαπηθείς. Τα υπόλοιπα επαφύονται σ’ αυτόν.
Έμαθα ότι ανεξαρτήτως πόσο καλός φίλος είναι κάποιος, κάποιες φορές θα σε πληγώσει, και εσύ θα πρέπει να τον συγχωρήσεις.
Έμαθα ότι δεν έχει σημασία τι έχεις στη ζωή σου, αυτό που μετράει είναι ποιους έχεις στη ζωή σου. Έμαθα ότι δεν πρέπει ποτέ να καταστρέφεις μια συγγνώμη με μία δικαιολογία.
Έμαθα ότι δεν πρέπει να συγκρίνεις τον εαυτό σου, με ότι καλύτερο μπορούν οι άλλοι να κάνουν.
Έμαθα ότι αρκεί μια στιγμή για να κάνεις κάτι που θα σε στενοχωρεί όλη σου τη ζωή
Έμαθα ότι χρειάζεται πολύς χρόνος για να γίνεις αυτός που θέλεις να είσαι
Έμαθα ότι θα πρέπει πάντα να αποχωρίζεσαι τα αγαπημένα πρόσωπα με λόγια αγάπης. Μπορεί να είναι η τελευταία φορά που τα βλέπεις.
Έμαθα ότι είμαστε υπεύθυνοι για αυτό που κάνουμε, δεν έχει σημασία το πώς αισθανόμαστε για αυτό που κάνουμε.
Έμαθα ότι είτε μπορείς να ελέγχεις τη συμπεριφορά σου είτε θα σ’ ελέγχει αυτή.
Έμαθα ότι ανεξάρτητα από το πόσο θερμή είναι μια σχέση στην αρχή, το πάθος εξασθενίζει και πρέπει να υπάρχει κάτι άλλο να πάρει τη θέση του.
Έμαθα ότι ήρωες είναι αυτοί που κάνουν αυτό που πρέπει να γίνει, όταν χρειάζεται να γίνει, ανεξάρτητα από τις συνέπειες. Έμαθα ότι τα χρήματα είναι ένας άθλιος τρόπος να αξιολογείς την ζωή σου.
Έμαθα ότι μερικές φορές οι άνθρωποι που περιμένεις να σε κλωτσήσουν όταν είσαι στα κάτω σου, είναι αυτοί που θα σε βοηθήσουν να πάρεις τα πάνω σου.
Έμαθα ότι όταν είμαι θυμωμένος έχω το δικαίωμα να το δείχνω, αλλά αυτό δεν μου δίνει το δικαίωμα να γίνομαι σκληρός με τους άλλους.
Έμαθα ότι η αληθινή φιλία διατηρείται ακόμα και όταν υπάρχει μεγάλη απόσταση. Το ίδιο ισχύει και για την αληθινή αγάπη.
Έμαθα ότι μόνο και μόνο επειδή κάποιος δεν σε αγαπάει με τον τρόπο που θέλεις, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν σε αγαπάει όσο περισσότερο μπορεί.
Έμαθα ότι η ωριμότητα σχετίζεται περισσότερο με τις εμπειρίες που είχες καθώς και από τι έχεις μάθει από αυτές, και λιγότερο από το πόσα γενέθλια γιόρτασες.
Έμαθα ότι δεν πρέπει ποτέ να λες σ’ ένα παιδί ότι τα όνειρά του είναι εξωπραγματικά. Τι τραγωδία θα ήταν αν σε πίστευε.
Έμαθα ότι δεν είναι πάντα αρκετό να σε συγχωρέσουν οι άλλοι. Αρκετές φορές πρέπει να μπορούμε να συγχωρούμε οι ίδιοι τον εαυτό μας.
Έμαθα ότι δεν έχει σημασία πόσο άσχημα ράγισε η καρδιά σου, η ζωή δεν σταματά για να ξεπεράσεις τη θλίψη σου.
Έμαθα ότι οι περιστάσεις και οι συνθήκες μπορεί να έχουν επηρεάσει το ποιοι είμαστε, όμως είμαστε υπεύθυνοι για αυτό που έχουμε γίνει.
Έμαθα ότι πλούσιος δεν είναι αυτός που έχει τα περισσότερα, αλλά αυτός που χρειάζεται τα λιγότερα.
Έμαθα ότι μόνο και μόνο επειδή δύο άτομα μαλώνουν, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν αγαπούν ο ένας τον άλλο. Ισχύει και το αντίθετο, επειδή δεν μαλώνουν δεν σημαίνει ότι αγαπούν ο ένας τον άλλο
Έμαθα ότι δεν πρέπει να είμαστε τόσο πρόθυμοι να μάθουμε ένα μυστικό. Θα μπορούσε να αλλάξει τη ζωή μας για πάντα.
Έμαθα ότι δύο άνθρωποι μπορούν να κοιτούν ακριβώς το ίδιο πράγμα και να βλέπουν κάτι εντελώς διαφορετικό
Έμαθα ότι τα διαπιστευτήρια στον τοίχο, δεν σε κάνουν αξιοπρεπή άνθρωπο.
Έμαθα ότι οι άλλοι θα ξεχάσουν τι τους είπες, θα ξεχάσουν τι τους έκανες, αλλά δεν θα ξεχάσουν ποτέ πώς τους έκανες να αισθάνονται.
Omer B. Washington, Παλαιστίνιος δημοσιογράφος
Πώς αντέχεις να πεθάνεις χωρίς να γίνεις όλα όσα είσαι; Αυτό θα το πετύχεις, αν αποφασίσεις να το κάνεις. Είναι τόσο εύκολο. Έτσι γίνονται οι αλλαγές και η αλλαγή είναι πάντα δυνατή. Δεν αντέχω ν’ ακούω κουβέντες όπως… «Το γέρικο σκυλί δεν μαθαίνει καινούργιο κόλπα». Έχω διδάξει πολλά καινούργια κόλπα σε γέρικα σκυλιά. Μπορείς όμως να διαλέξεις. Η ζωή είναι επιλογή και είναι στα χέρια σου. Μπορείς να την ζήσεις χαρούμενα ή να την ζήσεις θλιβερά. Μπορείς να είσαι επιπόλαιος. Μπορεί να είσαι πολύ σοβαρός. Ανάλαβε όμως ολόκληρη την ευθύνη για την επιλογή που κάνεις. Αν πλήττεις, αν φοβάσαι, αν δεν σ’αρέσει το σκηνικό σου, άνοιξε την πόρτα και φύγε. Ποιος είπε, ότι πρέπει να μείνεις εδώ; Όσο η καρδιά και το μυαλό σου δουλεύουν και το ηθικό είναι ακμαίο, μπορείς να μπεις σε όποιο σκηνικό θελήσεις. Μπορείς να φτιάξεις το δικό σου. Να δημιουργήσεις ένα νέο. Από αύριο κιόλας τα πράγματα θα είναι διαφορετικά. Κάνε τα διαφορετικά, γιατί μόνο η πράξη αλλάζει. Οι κουβέντες είναι καλές μόνο στην αρχή. Η συνειδητοποίηση είναι μόνο η μισή λύση. Τα υπόλοιπα είναι πράξη. Διάλεξε το δρόμο της ζωής. Διάλεξε το δρόμο της αγάπης. Διάλεξε τον δρόμο του ενδιαφέροντος. Διάλεξε το δρόμο της ελπίδας. Διάλεξε το δρόμο της πίστης στο αύριο. Διάλεξε το δρόμο της εμπιστοσύνης. Διάλεξε το δρόμο της καλοσύνης. Από εσένα εξαρτάται. Εσύ θα διαλέξεις. Μπορείς να διαλέξεις την απελπισία, την δυστυχία. Μπορείς να κάνεις τη ζωή δύσκολη για τους άλλους. Μπορείς να διαλέξεις την θρησκοληψία. Γιατί όμως; Δεν έχει νόημα. Είναι και πάλι αυτο-μαστίγωμα. Σε προειδοποιώ όμως ότι, αν αποφασίσεις να πάρεις την πλήρη ευθύνη για τη ζωή σου, δεν πρόκειται να είναι εύκολο πράγμα και θα πρέπει να μάθεις ξανά να ρισκάρεις. Το ρίσκο -αυτό είναι το κλειδί για την αλλαγή. Η μεγαλύτερή σου υποχρέωση σου είναι να γίνεις όλα όσα είσαι, όχι μόνο για δικό σου όφελος, αλλά και για δικό μου.
Απόσπασμα από το βιβλίο του Λέο Μπουσκάλια, Να ζεις, ν’ αγαπάς και να μαθαίνεις, εκδόσεις Γλάρος.
…….. “Μάινα κόντρα-φλόκο! σβέλτα! Μάινα μπαμπαφίγκο! Μάινα όξου-φλόκο! Μπρούλια ράντα! μπρούλια μαίστρα! μπρούλια τρίγκο.
Τις θα το επίστευεν, ότι από ένα μικρόν αμυδρόν μαυράδι έμελλε να εξέλθη τόση τρικυμία; Πώς από μίαν μικράν κηλίδα, την οποία προθύμως παραβλέπουν εκάστοτε οι άνθρωποι, ρημάζουν υποθέσεις και ναυαγούν φιλοδοξίαι!
Ο ουρανός ήτον ως παμμεγίστη, άπειρος κανδήλα, ολίγω πρότερον. Η θάλασσα εκουφόβραζε, ως γιγαντιαία χύτρα επάνω εις σιγανήν φωτιάν. Πέραν εκεί, εις την άκρην όπου έφθανε το όμμα, ήσαν τα «θεμέλια» του ορίζοντος. Εκεί ήσαν μερικά «καθίσματα». Εκεί είχε φανεί κάτι θολόν και μαύρον. Ητον εκείνο το ρύγχος της τρικυμίας. Ο καπετάν Τζώνης το είδε, το διέκρινε, και την ανεγνώρισεν. Ολίγα λεπτά παρήλθον, και η τρικυμία ενεφανίσθη πάνοπλος, με όλους τους βρόντους και τας ηχούς της, με όλα τα ρίγη και τας φρικιάσεις των ανθρώπων και των κυμάτων.
-Μάινα γάμπιες! μάινα μέσα-φλόκο! αλέστα!… Τίρα μόλα!… Στα πόστα σας!
Από την κανδήλαν την αχανή εκείνην κατήλθεν η βοή, ο ροίβδος της λαίλαπος, και από το κουφόβρασμα το ύπουλον ανέβη ο ρόχθος της θαλάσσης, ζευχθέντα εις φοβερόν υμέναιον, προσοχθούντα επί της ελεεινής σανίδος, ήτον ως βέλασμα οιονεί από χιλιάδας και μυριάδας ερίφια-κύματα, χαιτήεντα, φριξότριχα, κερασφόρα· και ο Βορράς, ο χιονόμαλλος βασιλεύς των χειμώνων, τα έσπρωχνε και τα ήλαυνεν εμπρός, κατά τους βράχους πάντοτε και τας εσχατιάς· ζητούντα να εύρουν τέρμα και τέρμα δεν εύρισκον, ειμή την σανίδα την ταλαίπωρον· και την κατεπάτησαν, και την έκαμαν δρόμον, βόσκοντα την σκωρίαν της, λείχοντα τας πληγάς της, ροφώντα την δύναμίν της. Εν μέσω δε και υπεράνω όλης αυτής της πάλης και της βοής, την οποίαν συνετέλουν επαναβαίνοντα τ’ αχθοφόρα κύματα, αντήχει ως θρήνος οξύς το σφύριγμα των τροχαλιών όμοιον με την απηλπισμένην κραυγήν πτωχής ερημικής κόρης, σπαρασσομένης το δέμας, βιαζομένης την τιμήν, υπό φαύλων βιαστών εις έρημον τόπον, υπό το όμμα του πολυευσπλάχνου και παντοδυνάμου Κριτού του καθημένου επί των Χερουβίμ, του βλέποντας αβύσσους.
– Φίλα γάμπια! τιμόνι σοφράν!… Παίρνετε μπράτσα! ι-πόντα!
Από μπράτσο εις μπράτσο, από μαντάρι εις μαντάρι, επηδούσαν ακαταπαύστως οι ναύται, και ως αράχναι, ως μυίαι, εκολλούσαν στα διάφορα σχοινιά. Εν τοσοτούτω ο πλοίαρχος είχε διακρίνει μικρόν σημείον υφέσεως ήδη. Η φουρτούνα έμελλεν εξ άπαντος να «στρώσει». Θα ήτον ολιγώτερον σφοδρά και περισσότερον διαρκής.
-Πότζα-λα-μπάντα! Φίλα γάμπια! Τιμόνι σοφράν!… Μόλα γάμπια! μόλα μαίστρα!
Η φουρτούνα έγινεν οριστικώς στρωτή, και επήλθε μικρά ανάπαυλα. Οι σύντροφοι εσπόγγιζον τον ιδρώτα των, την άχνην, τους αφρούς του κύματος.
Το βρίκιον έπλεε με μεγάλην ταχύτητα. Κατάρτια και πινά έτριζαν φοβερώς. Εφαίνοντο ότι «τώρα θα πέσουν».
Ο καπετάν Τζώνης ήναψε την πίπαν του, κι εστάθη ακουμβών επάνω στο παραπέτο της πρύμνης.” …….
…. Η ΖΩΗ ΕΙΝΑΙ ΠΕΡΙΕΡΓΗ καθώς τη ζεις μονάχα μία φορά και την πληρώνεις δέκα. Έχεις μονάχα μία ευκαιρία για να βρεις την ιδανική συνταγή, μα αν την πετύχεις μία φορά σού είναι αρκετή. ΓΙΑ ΝΑ ΜΠΟΡΕΙΣ ΛΟΙΠΟΝ ΝΑ ΠΕΙΣ πως έφτασες στο τέρμα, πως είδες όσα ήθελες και έχεις πια χορτάσει… Πρέπει τουλάχιστον μία φορά να καεί η γλώσσα και η καρδιά σου. ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΓΡΑΤΖΟΥΝΙΣΤΟΥΝ ΤΑ ΓΟΝΑΤΑ μα και τα σχέδιά σου. Πρέπει να αποτύχεις για να επιτύχεις, γιατί όσοι δεν απέτυχαν είναι όσοι ποτέ δεν ρίσκαραν. ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΓΕΥΤΕΙΣ ΛΕΜΟΝΙ ΚΑΙ ΑΛΑΤΙ για να σε γλυκάνει μία σοκολάτα γάλακτος. ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΓΝΩΡΙΣΕΙΣ ΤΟΥΣ ΛΑΘΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ για να εκτιμήσεις την αξία της συντροφιάς, όταν βρεις επιτέλους τους σωστούς. ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΧΑΣΕΙΣ το πτυχίο γαλλικών, τη θέση στη σχολή που ονειρευόσουν από παιδί, ή έστω τα κλειδιά με το αγαπημένο σου μπρελόκ. ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΛΗΓΩΘΕΙΣ, μα πρέπει και να πληγώσεις. Να αποχωριστείς τον πρώτο σου έρωτα και να βρεις το αέναο πάθος της ζωής σου. Αφού το βρεις, όποιο κι αν είναι, πρέπει ολοκληρωτικά να του δοθείς. ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΞΥΠΝΗΣΕΙΣ ΕΝΑ ΠΡΩΙ και να αναρωτηθείς αν αντέχεις να υπομείνεις την ημέρα που ξεκινάει. ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΔΙΑΦΩΝΗΣΕΙΣ με τους γονείς σου και να επιμείνεις στη θέση σου ακόμη κι αν δεν μιλήσετε για μερικές ημέρες. Να σου κλέψουν πρέπει το πορτοφόλι, τη θέση parking, ή έστω τη σειρά στο ταμείο. Να κρυολογήσεις άσχημα επειδή δεν έβαλες ζακέτα. Να παρακοιμηθείς επειδή ζήτησες πέντε λεπτά ακόμη από το ξυπνητήρι σου. ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΙΕΙΣ ΓΙΑ ΝΑ ΞΕΧΑΣΤΕΙΣ και αντ’ αυτού να θυμηθείς γιατί αξίζει να ζεις. Να έρθει πρέπει η στιγμή που δεν θα ξέρεις τη σωστή απάντηση. Ή ακόμη και η στιγμή που δεν θα έχεις καν απάντηση. ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΠΙΛΕΞΕΙΣ το λάθος πακέτο τηλεφωνίας και τη λάθος κίνηση στο σκάκι. ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΔΟΚΙΜΑΣΕΙΣ ένα παντελόνι που δεν σου κουμπώνει και να σου κάνουν δώρο μια μπλούζα δυο νούμερα μεγάλη. ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΑΠΟΓΟΗΤΕΥΤΕΙΣ από φίλους, να γελάσεις με κρύα ανέκδοτα και να υπομείνεις βαρετές ταινίες μέχρι εκείνη που ασυναίσθητα θα σε αλλάξει για πάντα. ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΧΑΣΕΙΣ στα χαρτιά την ίδια μέρα που θα χάσεις και στην αγάπη. Να μην έχεις ούτε πίτα, ούτε σκύλο. Οι αντοχές σου πρέπει να σε εγκαταλείψουν πριν φτάσεις στη γραμμή του τερματισμού. ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΔΕΙΣ ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ λεωφορείο για τη θάλασσα να απομακρύνεται το πιο ζεστό μεσημέρι του καλοκαιριού. ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΒΡΕΙΣ ΕΝΑΝ ΑΝΘΡΩΠΟ για τον οποίο θα τα παρατούσες όλα και να αναγκαστείς να παρατήσεις την ιδέα του μαζί. ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΣΥΝΕΙΔΗΤΟΠΟΙΗΣΕΙΣ πως η ζωή σου πήρε έναν δρόμο που δεν διάλεξες εσύ. Να ευχηθείς να ήσουν για μια στιγμή αλλού, σε εκείνο το «εκεί» που τόσο σου έχει λείψει. Να έρθει η μέρα που δεν θα μπορέσεις να παραδεχθείς τα συναισθήματά σου, ούτε καν στον εαυτό σου. ΝΑ ΔΕΙΣ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΣΟΥ να καταρρέει τριγύρω μα και μέσα σου. Πρέπει να συνειδητοποιήσεις πως κάποια όνειρά σου δεν θα πραγματοποιηθούν ποτέ και ακόμη πως ποτέ δεν θα καταφέρεις να τα έχεις όλα. Πρέπει να αναγνωρίσεις, λόγω εμπειρίας και όχι θεωρίας, πως τα ωραιότερα πράγματα στη ζωή δεν είναι πράγματα, αφού επιθυμήσεις κάτι που δεν μπορείς να αγοράσεις. ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΧΑΣΕΙΣ ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ πριν βρεις το θάρρος να της εξηγήσεις. ΚΑΙ ΠΡΕΠΕΙ να πεθάνεις μερικές φορές, πριν μπορέσεις πραγματικά να ζήσεις…
… Εγώ σου έφερα τα συναισθήματα της ντροπής, σου έδειξα όλα τα μειονεκτήματα σου, τις ασχήμιες σου, τις ανοησίες σου, τα δυσάρεστα όλα. Εγώ σου κρέμασα την ταμπέλα «διαφορετικός» όταν σου είπα για πρώτη φορά στο αφτί ότι κάτι δεν πήγαινε εντελώς καλά σ’ εσένα (…).
Είμαι ο απρόσκλητος μουσαφίρης, ο ανεπιθύμητος επισκέπτης, και ωστόσο, είμαι πρώτος που ήρθα κι ο τελευταίος που θα φύγω. Έγινα ισχυρός με τον καιρό ακούγοντας τις συμβουλές των γονιών σου για το πώς να θριαμβεύσεις στη ζωή. Παρατηρώντας τις αντιλήψεις της θρησκείας σου, που σου λέει να τι να κάνεις και τι να μην κάνεις, για να σε δεχτεί ο Θεός στις αγκάλες του. Υποφέροντας απάνθρωπα αστεία των συντρόφων σου στο σχολείο όταν γελούσαν με τις δυσκολίες σου. Υπομένοντας τις ταπεινώσεις από τους ανώτερους σου. Παρατηρώντας την άχαρη μορφή σου στον καθρέφτη και συγκρίνοντας τη μετά με την εικόνα των «διασήμων» που βγαίνουν στην τηλεόραση.
Και τώρα, επιτέλους, έτσι όπως είμαι δυνατός, και για τον απλό λόγο ότι είμαι γυναίκα, ότι είμαι νέγρος, ότι είμαι Εβραίος, ότι είμαι ομοφυλόφιλος, ότι είμαι ανατολίτης, ότι είμαι ανάπηρος, ότι είμαι ψηλός, κοντός ή χοντρός… μπορώ να σε μεταμορφώσω σ’ ένα σωρό σκουπίδια, σε παλιοσίδερα, σε αποδιοπομπαίο τράγο, στον παγκόσμια υπεύθυνο, σ’ έναν καταραμένο μπάσταρδο μιας χρήσης. Γενεές και γενεές ανδρών και γυναικών με υποστηρίζουν .Δεν μπορείς να ξεφύγεις από μένα.
Η θλίψη που προξενώ είναι τόσο ανυπόφορη που για να με αντέξεις πρέπει να με μεταδόσεις στα παιδιά σου, ώστε εκείνα να με περάσουν στα δικά τους παιδιά, στους αιώνες των αιώνων. Για να βοηθήσω εσένα και τους απογόνους σου θα μεταμφιεστώ σε τελειομανία, σε υψηλά ιδανικά, σε αυτοκριτική, σε πατριωτισμό, σε ηθικές αξίες, σε καλές συνήθειες, σε αυτοέλεγχο. Η θλίψη που σου προξενώ είναι τόσο έντονη που αν θελήσεις να με αρνηθείς και, για αυτό, θα προσπαθήσεις να με κρύψεις πίσω από τα πρόσωπα σου, πίσω από τα ναρκωτικά, πίσω από τη μάχη σου για το χρήμα, πίσω από τις νευρώσεις σου, πίσω από την απρόσωπη σεξουαλικότητα σου. Δεν έχει σημασία τι κάνεις, όμως, δεν έχει σημασία που πηγαίνεις.
Εγώ θα είμαι πάντα εκεί, πάντοτε παρών. Γιατί ταξιδεύω μαζί σου μέρα και νύχτα, ακούραστα, δίχως όρια. Εγώ είμαι η βασική αιτία της εξάρτησης, της κτητικότητας, της πίεσης, της ανηθικότητας, του φόβου, της βίας, του εγκλήματος, της τρέλας. Εγώ σου δίδαξα το φόβο της απόρριψης κι εγώ περιόρισα την ύπαρξη σου σ’ αυτό το φόβο. Από εμένα εξαρτάται το αν θα εξακολουθήσεις να είσαι αυτό το άτομο που το γυρεύουν, το λατρεύουν, το χειροκροτούν, ο ευγενικός και ο ευχάριστος που είσαι σήμερα για τους άλλους. Από εμένα εξαρτάσαι, γιατί εγώ είμαι το μπαούλο όπου έχεις κρύψει εκείνα τα πιο δυσάρεστα πράγματα, τα πιο γελοία, τα λιγότερο επιθυμητά κι από σένα τον ίδιο. Χάρη σ’ εμένα έμαθες να συμβιβάζεσαι με αυτά που σου δίνει η ζωή, γιατί τελικά, οτιδήποτε και αν ζήσεις θα είναι πάντοτε παραπάνω απ’ αυτό που νομίζεις ότι αξίζεις. Το μάντεψες, έτσι δεν είναι; Είμαι το συναίσθημα της απόρριψης που νιώθεις για τον ίδιο σου τον εαυτό». Όλα άρχισαν εκείνη τη γκρίζα μέρα που αφέθηκες να πεις περήφανος «ΕΓΩ ΕΙΜΑΙ !» Και, ντροπιασμένος και φοβισμένος, κατέβασες το κεφάλι κι άλλαξες τα λόγια και τις πράξεις σου με ένα καλό συλλογισμό: «ΕΓΩ ΘΑ ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΗΜΟΥΝ” …
Τι παλιόκαιρος σήμερα… Βρέχει από το πρωί. Δεν ξέρω γιατί, αλλά η νοσταλγία έχει το άρωμα της βροχής…»
«Αυτός ο κόσμος ο κερατάς- μου ‘λεγε μια φορά η φίλη μου η Βιργινία – λες κι είναι καμωμένος μόνο γι’ αυτούς που ξέρουν να καταπατούν. Γι’ αυτούς που στήνουν ταμπέλες. Που κάνουν περιφράξεις και βάζουν μέσα άγρια σκυλιά για φύλακες. Αυτός ο κόσμος ο κερατάς λες κι είναι καμωμένος, μόνο για μπρατσωμένες ψυχές.»
«Τι θα ‘κανα χωρίς εσένα Νανώ… (Μου ‘γραφε κάποτε σ’ ένα σημείωμα). Τι αξία θα είχαν οι ακρογιαλιές της ψυχής μου, αν δεν στεκόσουνα εκεί, να με περιμένεις…»
«Τα κύματα σ’ οδηγούν εκεί που θέλουν να σε ξεβράσουν. Είναι να μη βρεθεί η ψυχή σου, άδειο κοχύλι, πεταμένη στο θυμό τους. Κάποιοι όμως είναι τυχεροί. Στ’ άδεια κοχύλια της ψυχής τους οι Γοργόνες κρύβουν τα τραγούδια τους. Κάποιοι… δε θα τους βρεις σε κάθε βήμα σου…»
«Το πιο όμορφο γαλάζιο της ψυχής μου το ξόδεψα προσπαθώντας να γλυκάνω το βλέμμα της απουσίας.»
«Συμβαίνει κι αυτό. Να ‘χεις ρίξει κάτω τον άλλον κι ύστερα να βγαίνεις στη ράχη του, να χοροπηδάς και να προσπαθείς να τον πείσεις (συχνά τον πείθεις) πως είναι ένοχος, γιατί η ράχη του έχει κόκκαλα και σου πληγώνουν τα βελούδινα ‘’πατουχάκια’’ σου…»
«Πάνω σ’ ένα ζουμπούλι, ξεψύχησε η Άνοιξη…»
«Αν δεις την ψυχή μου με ματωμένα γόνατα να τρέχει κοντά σου, μην τρομάξεις. Δεν είναι τίποτα καλέ. Από το παιχνίδι είναι. Όλα τ’ απογεύματα της ζωής τα πέρασα παίζοντας κυνηγητό με τα όνειρά μου.»
«Αυτό το ”απόλυτα εντάξει” πάντα με τρόμαζε. Μου δημιουργούσε μια αποστροφή κάτι σαν ναυτία. Κάτι μου ‘λεγε πως η αγάπη δε βολεύεται στην απόλυτη τάξη. Είναι στο λίγο, στο ελάχιστο φάλτσο. Στο αδιόρατα στραβό. Δεν είναι πουκάμισο κολλαριστό η αγάπη. Είναι ρούχο τσαλακωμένο. Φορεμένο. Με τα σημάδια του ιδρώτα να διακρίνονται πάνω του.»
«”Να ονειρεύεσαι …” μου ‘λεγε ένας φίλος που μ’ αγαπούσε και με ήξερε καλά.
Τα όνειρα, συνήθως προδίδουν.
Παραπλανούν.
Καμιά φορά και σκοτώνουν.
Όμως, δεν γίνεται να ζεις χωρίς να ονειρεύεσαι …
Δεν έχει νόημα.
Δεν έχει ουσία.
Να ονειρεύεσαι!
Κοίτα μόνο να ‘χεις σταμπάρει καλά την έξοδο κινδύνου από τα όνειρά σου.
Τότε σώζεσαι …
Και ποια είναι η έξοδος κινδύνου;
Τίποτα δεν είναι στη ζωή, το παν!
Έχει και παρακάτω …;
Έχει κι άλλο …
Προχώρα, λοιπόν, ξεκόλλα!
Αυτή είναι η έξοδος κινδύνου!»
«Καθένας έχει διαλέξει μόνος του το σταυρό του, άσχετα αν δεν το παραδέχεται, ή αν δεν το συνειδητοποιεί πολλές φορές.»
«-Εγώ την τρέλα μου την φοράω καπέλο, μεγάλε. Δεν την αφήνω να μου γίνει θηλιά. Κι όσο για την παράγκα μου, μόλις δω πως πιάνει κοριούς, ανάβω ένα σπίρτο και την καίω. Δεν το ‘χω για τίποτα. ‘’Πόσο κάνει;’’ Λέω στη μοίρα μου. Τι χρωστάω; Τόσο… Μου λέει. Παρ’ τα και δίνε του. Έχω ένα ραντεβουδάκι με την επόμενη μέρα…»
«Δε φοβήθηκα ποτέ μου τη βροχή. Φοβήθηκα πολλές φορές όμως αυτούς που μου φώναζαν να γυρίζω πίσω για να μου δώσουν μια ομπρέλα. »
«-Σκέφτομαι… Σκέφτομαι… Γιατί να μην έχουν οι άνθρωποι ουρά, Νανώ; Μη γελάς. Θα την κουνούσαν όπως τα σκυλιά και θα καταλαβαίναμε από μακριά τις προθέσεις τους. Σου είπα, μη γελάς…»
«Άσχετο, αλλά:
Ποτέ μου δεν αγάπησα τους θριαμβευτές. Τους τροπαιούχους.
Πάντα με φοβίζει το ποδοβολητό των καβαλάρηδων.
Αγάπησα τους μοναχικούς. Τους ορειβάτες. Τους κουρασμένους παλιάτσους.
Αγάπησα αυτούς που έχουν ένα στυφό χαμόγελο και ψάχνουν ένα ανθισμένο κλαδί, για να ενωθούν ξανά με τη ζωή.
Αυτούς που όταν γλιστρήσουν στη λακκούβα με τα λασπόνερα, γελάνε με το χάλι των ποδιών τους.
Καθόλου δε λυπάμαι που με πέταξε έξω από τη δεξίωση ο πορτιέρης, γιατί δε φορούσα το κατάλληλο ένδυμα.
Λυπάμαι μόνο που σπατάλησα πολύτιμο χρόνο, ψάχνοντας τις λάθος διευθύνσεις, που μου είχαν χώσει στην τσέπη διάφοροι επιτήδειοι.
Λυπάμαι μόνο που δεν μπορώ πια να φοράω κατάσαρκα το βλέμμα των ανθρώπων.»
«Θυμάμαι ακόμα εκείνο το γλάρο τον μοναχικό. Πετούσε γρήγορα προς την αντικρινή στεριά, σαν να ήθελε να γλυτώσει από το βλέμμα του Θεού. Θυμάμαι ακόμα εκείνη τη θάλασσα. Τόσο απόλυτα, τόσο αλαζονικά γαλάζια…»
Μια από τις μεγαλύτερες λαχτάρες της ζωής μου στάθηκε πάντα το ταξίδι΄ να δω,ν’αγγίξω άγνωρα χώματα,να μπω να κολυμπήσω σε άγνωρες θάλασσες,να γυρίσω τη γης,να βλέπω,να βλέπω και να μη χορταίνω καινούριες στεριές και θάλασσες κι ανθρώπους κι ιδέες και να τα βλέπω όλα για πρώτη φορά,να τα βλέπω όλα για τελευταία φορά,με μακρόσερτη ματιά,κι έπειτα να σφαλνώ τα μάτια και να νιώθω τα πλούτη να κατασταλάζουν μέσα μου ήσυχα,τρικυμιστά,όπως θέλουν,ωσότου να τα περάσει από την ψιλή κρισάρα ο καιρός,να κατασταλάξει απ’όλες τις χαρές και τις πίκρες το ξαθέρι-τούτη η αλχημεία της καρδιάς είναι,θαρρώ,μια μεγάλη,αντάξια του ανθρώπου ηδονή.
Και το φως ορκίστηκε να μην παραδοθεί, μα το ξέρει, σωτηρία δεν υπάρχει, δεν θα παραδοθεί, μα θα σβήσει.
Κάθε άνθρωπος άξιος να λέγεται γιος του ανθρώπου σηκώνει το σταυρό του κι ανεβαίνει το Γολγοθά του. Πολλοί, οι πιο πολλοί, φτάνουν στο πρώτο, στο δεύτερο σκαλοπάτι, λαχανιάζουν, σωριάζονται στη μέση της πορείας και δε φτάνουν στην κορφή του Γολγοθά –θέλω να πω στην
κορφή του χρέους τους– να σταυρωθούν, ν’ αναστηθούν, και να σώσουν την ψυχή τους. Λιποψυχούν, φοβούνται να σταυρωθούν, και δεν ξέρουν πως η σταύρωση είναι ο μόνος δρόμος της ανάστασης. Άλλον δεν έχει.
Δε ζυγιάζω, δε μετρώ, δε βολεύομαι! Ακολουθώ το βαθύ μου χτυποκάρδι.
Λίγα πράγματα καταλάβαινα από τα καινούρια τούτα συναξάρια, μα καταστάλαζε βαθιά στην ψυχή μου η ουσία. Άνοιγε το μυαλό μου και γέμιζε τώρα μεσαιωνικούς πύργους και ξωτικά τοπία και νησιά μυστηριώδη που μύριζαν μοσκοκάρφι και κανέλα. Έμπαιναν μέσα μου άγριοι, με κόκκινα φτερά, άναβαν πυρές, έψηναν ανθρώπους, χόρευαν, και τα νησιά γύρα τους χαμογελούσαν σα βρέφη. Κι οι καινούριοι ετούτοι άγιοι δε ζητιάνευαν· ό,τι ήθελαν το ’παιρναν με το σπαθί τους· να μπορούσε, λέει, να μπει κανείς έτσι, σαν τους ιππότες τούτους, καβαλάρης στην Παράδεισο! Ήρωας κι άγιος, να ο τέλειος άνθρωπος, συλλογίζουμουν.
Για να λυτρωθείς, θα πρέπει πρώτα να λυτρωθείς από την ιδέα της λύτρωσης.
Σε ποιόν να πω πόσες φορές σκαρφαλώνοντας, με τα πόδια, με τα χέρια, τον κακοτράχαλο ανήφορο του Θεού, γλίστρησα κι έπεσα, πόσες φορές σηκώθηκα, όλο αίματα, και ξανάρχισα ν’ ανηφορίζω; Πού να βρω μιάν ψυχή σαρανταπληγιασμένη κι απροσκύνητη, σαν την ψυχή μου, να της ξομολογηθώ;
Aὐτὸ θὰ πει ανθρωπος: νὰ πονας, ν’ ἀδικιέσαι, νὰ παλεύεις καὶ νὰ μὴν τὸ βάνεις κάτω.
Ο δημιουργός παλεύει με ουσία σκληρή, αόρατη, ανώτερη του, κι ο πιο μεγάλος νικητής βγαίνει νικημένος. Για πάντα το πιο βαθύ μας μυστικό, το μόνο που άξιζε να ειπωθεί, μένει ανείπωτο. Δεν υποτάσεται ποτέ αυτό στο υλικό περίγραμμα της τέχνης. Πλαντούμε στην κάθε λέξη, βλέπουμε ένα δέντρο ανθισμένο, έναν ήρωα, μια γυναίκα, το άστρο της αυγής και φωνάζουμε: Αχ! και τίποτ’ άλλο δεν μπορεί να χωρέσει τη χαρά μας. Όταν το Αχ! αυτό θελήσουμε, αναλύοντάς το να το μεταδώσουμε στους ανθρώπους, να το σώσουμε απο την ίδια μας τη φθορά, πως εξευτελίζεται σε λόγια αδιάντροπα, βαμμένα γεμάτα αέρα και φαντασία.
“Είσαι κατσίκα” έλεγα συχνά στην ψυχή μου και μάχουμουν να γελάσω,για να μην αρχίσω το θρήνο. “Είσαι κατσίκα, κακόμοιρη ψυχή μου. Πεινάς, κι αντί να φας κρέας και ψωμί και να πιεις κρασί, παίρνεις μια κόλλα άσπρο χαρτί και γράφεις: κρέας, ψωμί, κρασί. Και τρως το χαρτί.
Ο νους βολεύεται, έχει υπομονή, του αρέσει να παίζει μα η καρδιά αγριεύει, δεν καταδέχεται αυτή να παίξει, πλαντάει και χιμάει να ξεσκίσει το δίχτυ της ανάγκης.
Δεν ελπίζω τίποτα, δεν φοβούμαι τίποτα, λυτρώθηκα από το νου κι από την καρδιά, ανέβηκα πιο πάνω, είμαι λεύτερος.
Δεν υπάρχουν ιδέες – υπάρχουν μονάχα άνθρωποι που κουβαλούν τις ιδέες – κι αυτές παίρνουν το μπόι του ανθρώπου που τους κουβαλάει.
«Ε κακομοίρη άνθρωπε», είπε δυνατά, «μπορείς να μετακινήσεις βουνά, να κάμεις θάματα, κι εσύ να βουλιάζεις στην κοπριά, στην τεμπελιά και στην απιστία! Θεό έχεις μέσα σου, Θεό κουβαλάς και δεν το ξέρεις – το μαθαίνεις μονάχα την ώρα που πεθαίνεις, μα ‘ναι πολύ αργά. Ας ανασκουμπωθούμε εμείς που το ξέρουμε, ας σύρουμε μπορεί να μας ακούσουν!
Ερχόμαστε απο μία σκοτεινή άβυσσο. Καταλήγουμε σε μία σκοτεινή άβυσσο. Το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή. Ευθύς ως γεννηθούμε, αρχίζει και η επιστροφή, ταυτόχρονα το ξεκίνημα και ο γυρισμός. Κάθε στιγμή πεθαίνουμε. Γι’ αυτό πολλοί διαλάλησαν. Σκοπός της εφήμερης ζωής είναι η αθανασία.
Μπας και βρίσκεται στον πάτο της Κόλασης, Κύριε, η πόρτα του Παραδείσου;
Η καρδιά σμίγει ό,τι ο νους χωρίζει, ξεπερνάει την παλαίστρα της ανάγκης και μετουσιώνει το πάλεμα σε αγάπη.
Μαζεύω τα σύνεργά μου: Όραση, ακοή, γέψη, όσφρηση, αφή, μυαλό, βράδυασε πια, τελεύει το μεροκάματο, γυρίζω σαν τον τυφλοπόντικα σπίτι μου, στο χώμα. Όχι γιατί κουράστηκα να δουλεύω, δεν κουράστηκα, μα ο ήλιος βασίλεψε.
Χαρά στο νέο που θαρρεί πως έχει χρέος να ξαναδημιουργήσει τον κόσμο, να τον κάμει πιο σύμφωνο με την αρετή και τη δικαιοσύνη, πιο σύμφωνο με την καρδιά του, αλίμονο σε όποιον αρχίζει τη ζωή του χωρίς παραφροσύνη.
Πολύ συχνά δεν αντέχει ο άνθρωπος να κρατήσει αλάκερη του την ανθρωποσύνη, κουτσουρεύεται. Πότε θέλει ν’απαλλαχτεί απ’τη ψυχή του, πότε από το σώμα του και τα δύο μαζί να τα χαίρεται του πέφτει βαρύ. Μα εδώ στην Ελλάδα τα δύο αιώνια τούτα χαριτωμένα στοιχεία μπορούν να συγκεραστούν, να πάρει η ψυχή από το σώμα και το σώμα απο την ψυχή και να φιλιώσουν κι έτσι να μπορεί ο άνθρωπος στο Θείο αλώνι της Ελλάδας να ζει και να πορεύεται ακέραιος.
Μην καταδέχεσαι να ρωτάς: “Θα νικήσουμε; Θα νικηθούμε;” Πολέμα!
Έχεις ευθύνη. Δεν κυβερνάς πια μονάχα τη μικρή ασήμαντη ύπαρξή σου. Είσαι μια ζαριά όπου για μια στιγμή παίζεται η μοίρα του σογιού σου.
Ζούμε μόνοι, πεθαίνουμε μόνοι, το ενδιάμεσο φωτεινό σημείο το λέμε ζωή.
Αν δεν ξεχειλίσει η καρδιά του ανθρώπου από αγάπη ή από θυμό, τίποτα δεν μπορεί να γίνει στον κόσμο.
“Ξαναδιάβασα τα γράμματά σου από την αρχή. Σου γράφω “δύο λόγια αγάπης”. Ένα πράγμα αισθάνομαι πως είναι το δυσκολότερο να σου δώσω να καταλάβεις: πόσο σε νιώθω, πόσο σε παρακολουθώ κι από μια σου λέξη ακόμη, όπως άλλοτε από ένα παίξιμο του χεριού σου. Τώρα που ξανακοίταξα όλα αυτά τα χαρτιά, βρίσκω πάντα ένα φόβο μήπως δεν λες καλά ό,τι ήθελες να πεις, ένα δισταγμό μην τύχει και πεις πολλά, και προς το τέλος αρχίζεις κιόλας να γράφεις και να σκίζεις. Άφησε, χρυσή μου, τον εαυτό σου, είναι τόσο χαριτωμένος έτσι όπως είναι, άφησέ τον να μη μιλήσει όπως ξέρει αυτός. Θα μου πεις: “Εσύ μήπως δεν κάνεις το ίδιο;” Κι αν το κάνω, δεν υπάρχει κανένας λόγος να με μιμηθείς. Το κάνω, άλλωστε, τόσο άσχημα. Αν έχεις απελπισία, δώσε μου την απελπισία σου, όπως μου δίνεις τόσες φορές τη χαρά σου. Δώσε μου ό,τι έχεις κι ό,τι μπορείς. Μα κατάλαβε, επιτέλους, πως δεν γυρεύω τίποτε άλλο. Αν αργήσουμε τώρα να ιδωθούμε, θα πρέπει να προσπαθήσουμε μ’ αυτά τα λίγα και γλίσχρα μέσα που έχουμε, μ’ αυτό το χαρτί που μαυρίζουμε, να είμαστε όσο μπορούμε πιο κοντά, όχι να αποχωριζόμαστε και να πληγώνει ο ένας τον άλλον. Έτσι νομίζω. Αν με θέλεις ακόμη, έλα, χρυσή μου, να τα λέμε όλα χωρίς να σκεπτόμαστε ότι υπάρχουν πράγματα που δεν πρέπει. Ξέρεις, συλλογίζομαι ακόμη πως έτσι θα μπορούσαμε, όταν μας δοθεί να ιδωθούμε, να μην πούμε ούτε μια λέξη παρά να χαζεύει ο ένας τον άλλον. Και θα είναι τόσο ξεκουραστικό. Καληνύχτα, αγάπη. Όλη τη μέρα σήμερα γύρευα τη στοργή σου».
«Βιογραφικό σε πρώτο προσωπικό». Το έως τώρα άγνωστο κείμενο του Μάνου Χατζιδάκι, που έγραψε στη Μελβούρνη το 1980. Το κείμενο δημοσιεύεται στην ομογενειακή εφημερίδα Νέος Κόσμος, με την ευκαιρία της συμπλήρωσης 20 χρόνων από τον θάνατό του
“. ΓΕΝΝΗΘΗΚΑ ΣΤΙΣ 23 ΟΚΤΩΒΡΗ ΤΟΥ ’25 στην Ξάνθη τη διατηρητέα κι όχι την άλλη τη φριχτή, που χτίστηκε μεταγενέστερα από τους μεταπολεμικούς της ενδοχώρας μετανάστες. Η μητέρα μου ήταν από την Αδριανούπολη και ο πατέρας μου απ’ την Κρήτη. Με φέραν το ’31 στην Αθήνα απ’ όπου έλαβα την Αττική παιδεία – όταν ακόμη υπήρχε στον τόπο μας και Αττική και Παιδεία. ΕΙΜΑΙ ΛΟΙΠΟΝ ΓΕΝΝΗΜΑ ΘΡΕΜΜΑ ΔΥΟ ΑΝΘΡΩΠΩΝ που δεν συνεργάστηκαν ποτέ, εκτός απ’ τη στιγμή που αποφάσισαν την κατασκευή μου. Γι’ αυτό και περιέχω μέσα μου όλες τις δυσκολίες του Θεού και όλες τις αντιθέσεις. Όμως η αστική μου συνείδηση, μαζί με τη θητεία μου την ευρωπαϊκή, φέραν έν’ αποτέλεσμα εντυπωσιακό. Έγινα τόσο ομαλός, έτσι που οι γύρω μου να φαίνονται ως ανώμαλοι.
Η ΚΑΤΟΧΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΜΟΥ ΣΥΝΕΙΔΗΤΟΠΟΙΗΣΕ πως δεν χρειαζόμουν τα μαθήματα της Μουσικής, γιατί με καθιστούσαν αισθηματικά ανάπηρο και ύπουλα μ’ απομάκρυναν απ’ τους αρχικούς μου στόχους που ήταν: Να διοχετευθώ, να επικοινωνήσω και να εξαφανιστώ. Γι’ αυτό και τα σταμάτησα ευθύς μετά την κατοχή – σαν ήρθε η απελευθέρωση. Δεν σπούδασα σε Ωδείο και συνεπώς δεν μοιάζω φυσιογνωμικά με μέλος του γνωστού Πανελλήνιου Μουσικού Συλλόγου. ΤΑΞΙΔΕΨΑ ΠΟΛΥ. ΚΙ ΑΥΤΟ ΜΕ ΒΟΗΘΗΣΕ ΝΑ ΑΝΤΙΛΗΦΘΩ πως η βλακεία δεν ήταν μόνο προϊόν του τόπου μας αποκλειστικό, όπως περήφανα αποδεικνύουν συνεχώς οι Έλληνες σωβινιστές και οι ντόπιοι εθνικιστές. Έτσι ενισχύθηκε η έμφυτη ελληνικότητά μου και μίκραινε κατά πολύ ο ενθουσιασμός μου για τους αλλοδαπούς.
ΕΓΡΑΨΑ ΜΟΥΣΙΚΗ ΓΙΑ ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ, για τον Κινηματογράφο και τον Χορό. Παράλληλα έγραψα πολλά τραγούδια – δύο χιλιάδες μέχρι στιγμής, – μέσ’ απ’ τα οποία ξεχωρίζω όλα όσα περιέχει αυτή μου η συναυλία. TΟ 1996 ΒΡΕΘΗΚΑ ΣΤΗΝ ΑΜΕΡΙΚΗ, και επειδή χρωστούσα στην ελληνική εφορία κάπου τρεισήμισι εκατομμύρια δραχμές, αναγκάστηκα να κατοικήσω εκεί ώσπου να τα εξοφλήσω. Εξόφλησα τα χρέη μου το ’72 κι επέστρεψα στην Αθήνα, για να κατασκευάσω το καφενείο με το όνομα «Πολύτροπο». Ήρθε όμως ο τυφώνας που ονομάστηκε «Μεταπολίτευση», με τις σειρήνες των γηπέδων και των σφαιριστηρίων και τους χιλιάδες εκ των υστέρων αντιστασιακούς, που αγανακτισμένοι τραγουδούσαν τραγούδια ενάντια στη Δικτατορία, και που με αναγκάσανε να κλείσω το «Πολύτροπο», μ’ ένα παθητικό περίπου πάλι των τρεισήμισι εκατομμυρίων. Μοιραίος αριθμός.
ΚΙ ΕΤΣΙ ΤΟ ’75 ΑΡΧΙΖΕΙ ΜΙΑ ΔΙΑΣΗΜΗ «ΕΠΟΧΗ ΜΟΥ» που θα τη λέγαμε, για να την ξεχωρίσουμε, η υπαλληλική και που με κατέστησε πάλι διάσημο σ’ όλους τους απληροφόρητους συμπατριώτες μου και σ’ όσους πίστεψαν πως τοποθετήθηκα χαρακτηριστικά στις όποιες θέσεις της δημόσιας ζωής. Μέσα σ’ αυτή που λέτε την περίοδο, προσπάθησα ανεπιτυχώς, είναι αλήθεια, να πραγματοποιήσω «ακριβές καφενειακές ιδέες» πότε στην ΕΡΤ και πότε στο Υπουργείο Πολιτισμού. Και οι δύο ετούτοι οργανισμοί, βαθύτατα διαβρωμένοι και σαθροί από τη γέννησή τους, κατάφεραν ν’ αντισταθούν επιτυχώς ώσπου στο τέλος να με νικήσουν «κατά κράτος». Παρ’ όλα αυτά, μέσα σε τούτον τον καιρό, γεννήθηκε η φιλελεύθερη έννοια του ΤΡΙΤΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ και επιβλήθηκε σε ολόκληρο τον τόπο.
Και καταστάλαγμα μέχρι στιγμής του βίου μου είναι: ΑΔΙΑΦΟΡΩ ΓΙΑ ΤΗ ΔΟΞΑ. Με φυλακίζει στα όρια που εκείνη καθορίζει κι όχι εγώ. ΠΙΣΤΕΥΩ ΣΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ που μας αποκαλύπτει κι όχι σ’ αυτό που μας διασκεδάζει και μας κολακεύει εις τας βιαίως αποκτηθείσας συνήθειές μας.ΠΕΡΙΦΡΟΝΩ ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΣΤΟΧΕΥΟΥΝ ΣΤΗΝ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ και στην πνευματική νεότητα, τους εύκολα «επώνυμους» πολιτικούς και καλλιτέχνες, τους εφησυχασμένους συνομήλικους, τη σκοτεινή και ύποπτη δημοσιογραφία, την πάσα λογής χυδαιότητα καθώς και κάθε ηλίθιο του καιρού μου.
