Πεζογραφία

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 3 Μαΐου 2016

…μα το θυμάμαι,τότε ακουμπούσα τις κούκλες μου σε χέρια μικρών άλλων,δεν φοβόμουν μήπως γλυστρίσουν εύθραυστα…τώρα γιατί το παιχνίδι της ψυχής να μη μοιράζεται αυθόρμητα με άλλους..φόβοι κ μια εσωστρέφεια μήπως ο άλλος σε δει και τρομάξει από το αίμα που κρύβεις μέσα σου,το τόσο πηχτό..λες και δεν έχουμε όλοι αίμα..το δικό μου είναι πιο κόκκινο συλλογίζεσαι εγωκεντρικά..αυτό το τόνο βλέπει ο καθείς για τις ουσίες του..το πιο κόκκινο,το πιο φοβισμένο,το πιο απεγνωσμένο..ανακαλώ την αύρα την παιδική -ή έστω μιμούμαι του σκύλου μου-μιας και η πρώτη έχει κ΄αυτή τα κοκκινάδια της..ξετρυπώνω νω τότε σκηνές χωρίς ροή πολύ αργές κ βουβές..μια ύπαρξη μόνη μ΄ένα άσπρο φορεματάκι κ ένα μπαλόνι σομόν για συντροφιά..όλη η γύρω αρμονία σε αυτοδιάθεση φωτός με άρωμα σαν νυχτολούλουδο..χαριτωμένη κ χαρούμενη η παρουσία ψάχνει για παρ-Ουσία στα μάτια των άλλοτε γνώριμων ή και ανθρώπινα νέων..κυττάει μόνο στα μάτια με λαχτάρα κ ισοτιμία..πόσο όμορφα είναι τα μάτια,το βλέμμα,και τι ομηλιτικό!κάθε ήχος του φανερώνει κ΄ένα πίνακα συναισθημάτων με τα πιο απαλα χρώματα!..μάτια με μάτια χωρίς αντιθέσεις όλα γύρω από την ροζ τους προδιάθεση να αποδέχονται τη σχέση της ζωής με την ουσία…χεράκια που απλώνουν σαν φτερούγες για να σκεπάσουν κάτι και να σκεπαστούν..καμιά διάκριση καμιά εξαίρεση…όλοι μαζί,διαφορετικά όμορφοι,με καθαρότητα ίδια και μοναδικότητα εν ΖΩΗ!

 

Προχτες επιασε το αφτι μου μια μελωδια κλασσικη…ξαφνικα ηθελα να κλαψω,να κλαψω πολύ…κατι από παλια μιλουσε μεσα μου..μαζι του υπηρχαν μυρωδιες όπως το σπιτι της γιαγιας σε μερες γιορτης,το καλο αρωμα της μαμας μου και η κουβερτα που με τοση αγαπη μου ειχε ραψει εκεινη καποτε..σκεψεις παιδικες…μιας αλλης διάστασής μου..ομως η μουσικη γιατι να με γυρναει τοσο πισω;…σχεδον αυτοματα η μελωδια αυτή αρχισε να περνει και μορφη…..ενα ξυλινο μικρο κουτακι με ένα αρκουδι μεσα, ηταν η πρωτη υλη της…και μπαμ το συναισθημα της απωλειας.κατι ειχα χασει;κατι μου ειχε αφερεθει;δεν θυμομουν…όμως οσο η πλανωδια μουσικη συνεχιζοταν εγω μπορουσα ισως να βρω με τι με συνδεει….μετα από λιγο η μουσικη δεν εφτανε σε μενα αν και μαλλον συνεχιζοταν….τα ματια μου ειχαν γεμισει δακρυα κ η μνημη ειχε σκαλισει αδεξια την ψυχη μου…το μουσικο μου κουτι……ΑΥΤΟ αναπλαθετε εντος μου τοση ωρα!!!.Ηταν αυτό, το αγαπημενο δωρο που ειχα λαβει σε κατι γεννεθλια αναμεσα στα 7 και τα 8 μου…το μουσικο κουτι με τον αρκουδο, τον λαλαλό που τον ειχα ονομασει….απωλεια το ειχα νιωσει αν και τωρα που το ξανασκεφτομαι για ομορφια μου μοιαζει…τοχε δωσει η μαμα μου σε ένα παιδακι που το ηθελε πολύ το οποιο εμοιαζε να μην εχει και πολλα αλλα…πιο αναγκαια…αλλα για μενα τοτε να μην ηταν αραγε αυτό το μουσικο κουτι ολες οι αναγκες μου συμπηκνομενες…παιδι σου λεει…

Alafroiskioti.blogspot

 

 

 

 

 

 

 «ΤΟ ΚΥΡΙΟΤΕΡΟ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΜΗ ΛΕΤΕ ΨΕΜΑΤΑ στον ίδιο σας τον εαυτό. Αυτός που λέει ψέματα στον εαυτό του και πιστεύει στο ίδιο του το ψέμα, φτάνει στο σημείο να μη βλέπει καμιά αλήθεια ούτε μέσα του ούτε και στους άλλους. Κι έτσι χάνει κάθε εκτίμηση για τους άλλους και κάθε αυτοεκτίμηση. Μην εκτιμώντας κανέναν, παύει να αγαπάει. Και μην έχοντας την αγάπη, αρχίζει να παρασέρνεται από τα πάθη και την ακολασία για να απασχοληθεί και να διασκεδάσει. Έτσι φτάνει στην απόλυτη κτηνωδία, και όλα αυτά επειδή λέει συνεχώς ψέματα στους άλλους και στον εαυτό του» «Η ΕΝΕΡΓΟΣ ΑΓΑΠΗ ΕΙΝΑΙ ΚΑΤΙ ΠΟΛΥ ΠΙΟ ΣΚΛΗΡΟ ΚΑΙ ΦΟΒΕΡΟ από την αγάπη που περιορίζεται στα όνειρα. Η ονειροπόλα αγάπη διψάει για σύντομα κατορθώματα, ζητάει μια γρήγορη ικανοποίηση και το γενικό θαυμασμό. Σε τέτοιες περιπτώσεις μερικοί φτάνουν πραγματικά να θυσιάσουν και τη ζωή τους ακόμα, αρκεί να μην περιμένουν πολύ, μα να πραγματοποιηθεί γρήγορα τ’ όνειρό τους. Και να’ ναι σα μια θεατρική παράσταση που να τη βλέπουν όλοι και να τη χειροκροτούν. Μα η ενεργός αγάπη χρειάζεται δουλειά κι επίμονη αυτοκυριαρχία και για μερικούς είναι ίσως-ίσως ολόκληρη επιστήμη. Μα σας προλέγω πως ακόμα και τη στιγμή που θα δείτε με φρίκη πως παρ’ όλες σας τις προσπάθειες όχι μονάχα δεν πλησιάσατε τον σκοπό σας, μα αντίθετα ξεφύγατε απ’ αυτόν, εκείνην ακριβώς τη στιγμή, σας το προλέγω, θα ‘χετε φτάσει στο σκοπό». [Πηγή: www.doctv.gr]
Στον συστήνουν οι γονείς σου κατά το πρώτο διάστημα της ζωής σου, τη ρυθμιστική περίοδο της γνωριμίας σου με τον πλανήτη, ενώ καθώς μεγαλώνεις, μαθαίνεις να ζεις μαζί του. Φοβάσαι το σκοτάδι, το πολύ φως, το ύψος, το κενό, το αεροπλάνο, τα κενά στο αεροπλάνο. Την ταχύτητα, φοβάσαι το άγνωστο, φοβάσαι αυτό που γνωρίζεις πολύ καλά, φοβάσαι. Γοητευτικέ μου φόβε, περπατάς δίπλα μου. Πολλές φορές προπορεύεσαι και προηγείσαι. Αν θα μπω στο μετρό, αν θα κατέβω στο υπόγειο πάρκινγκ, αν θα καθίσω στον διάδρομο του θεάτρου ή θα φύγω από την παράσταση. Γοητευτικέ μου φόβε, έμαθα να σου μοιάζω, να σε νοιάζομαι. Έγινες η ζωή μου, όρισες τα μικρά και τα μεγάλα: από μια βόλτα με σκάφος μέχρι το ταξίδι με το αεροπλάνο. Βολικέ μου φόβε,είσαι ο λόγος που ζω, είσαι ο δίδυμος αδερφός του εγωισμού. Εγωισμός ή φόβος; Βρίσκεσαι δίπλα στην πιο όμορφη παραλία του Ιονίου, αλλά δεν θα μπεις στο βαρκάκι για να πας. Δεν θα πάει η παρέα, δεν σε νοιάζει. «Δεν φοβάμαι ακριβώς, φοβάμαι μήπως φοβηθώ».Με την επιλογή σου ορίζεις τις επιλογές των ανθρώπων γύρω σου. Ο φόβος σου γίνεται ιστός που στολίζει τις σχέσεις σας. Όλα περνούν από το φίλτρο του, είναι η δικαιολογία που όλοι αναγνωρίζουν και που εσύ προτάσσεις πρώτη. Βολικέ φόβε, φοβάμαι μη σε χάσω. Σε αγαπώ τόσο. Εσύ; Θα είσαι μαζί μου για πάντα; Θα μου δικαιολογείς τα λάθη; Θα με κρατήσεις στον αμνιακό σου σάκο; Έρχονται στιγμές που ο εγωισμός θα κάνει πίσω. Ο φόβος θα κάνει πίσω. Σε μια κρίση που σε ξεπερνά, σε μια απώλεια. Σε οτιδήποτε δεν περιστρέφεται γύρω από σένα. Μια αναγκαστική διαδρομή ως συνεπιβάτης σε ασθενοφόρο στην Ντόχα, μισή μέρα σ’ ένα νοσοκομείο που άνδρες και γυναίκες δεν συναντιούνται. Εσύ έχεις την ευθύνη της γυναίκας που αναζητάς και δεν βρίσκεις. Κοιτάζεις γύρω σου κι ο φόβος δεν υπάρχει. Δεν σε παράτησε, κρύφτηκε για λίγο. Φοβάται πιο πολύ από σένα. Τέσσερις μήνες κουβαλούσα μια κήλη στον δίσκο ανάμεσα στους σπονδύλους Ο4 και Ο5. Στις πιο όμορφες επαγγελματικές μου στιγμές, σε ταξίδι στο εξωτερικό, σε φιλικές βραδιές. Πόνος πολύς, δεν λέω,αλλά και κύριος λόγος για να ορίζω τη ζωή των άλλων: πού θα κάτσω, πώς θα πάω, πώς θα με ρωτήσουν όλοι. Φόβε, που ξέρεις ότι είσαι ο φόβος του χειρουργείου, έγινες κήλη που κατσικώθηκες στο νεύρο μου και μου απαγορεύεις το περπάτημα. Σε προτιμώ, προτιμώ να σ’ έχω, αποτελείς μια δικαιολογία. Είσαι η δικαιολογία μου για ό,τι δεν κάνω. Αγαπημένε φόβε, να σε συστήσω με έναν επιστήμονα. Που χωρίς δεύτερη κουβέντα θα σε διώξει: το χειρουργείο θα γίνει, είναι απλό, θα διαρκέσει 4,5 ώρες. Η κήλη που θα αφαιρούσε, είχε ήδη σπάσει και κομμάτια της θα καθίσουν σε άλλα νεύρα. Το χειρουργείο ολοκληρώθηκε, κολλήθηκες, ξύπνησες, όλα πήγαν καλά. Η ενηλικίωση έρχεται όταν το επιλέξεις. Όταν αισθανθείς ότι ο φόβος δεν σε κάνει ξεχωριστό, σε διατηρεί παιδί. Ένα ναρκισσιστικό, ανώριμο και κακομαθημένο παιδί. Φόβε, να σου συστήσω τον βράχο. Με λέει ήρωα αλλά δεν ξέρει ότι είναι η δική μου ηρωίδα. Πάντα. [Πηγή: www.doctv.gr]
Κυριακή Ψαρρού στις 25 Απριλίου 2016

-…είναι  πολύ δύσκολο να μιλήσει ένας άνθρωπος γι΄αυτό που του συμβαίνει γι΄αυτό  που έχει ανάγκη ή αισθάνεται. Όλοι θέλουν  πάντα να μιλήσουν για τον άλλον.

-Η πραγματικότητα βελτιώνεται  σημαντικά όταν αποφασίζω  να απολαύσω αυτά που μπορώ, αντί να  υποφέρω επειδή δεν πραγματοποιείται μια  φαντασίωση ή μια αυταπάτη…στη ζωή μας ας κάνουμε το εφικτό …όσο γίνεται καλύτερο.

– …οι συμπτώσεις ήταν που έκαναν πιστούς τους προληπτικούς και  φανατικούς τους μυστικιστές.

-Internet: το άπειρο  χωρίς ιδιωτικούς χώρους.

Η σχέση  βοηθάει την προσωπική μας εξέλιξη να γίνουμε καλύτεροι άνθρωποι, να γνωρίσουμε καλύτερα τον εαυτό μας.

Το νόημα της σχέσης : όχι η σωτηρία αλλά

να μάθουν να συμφωνούν αντί να  μετατρέπονται  σε δικαστές ή να  πασχίζουν  να μεταμορφώσουν τον άλλον.

-το να βρούμε σύντροφο για το δρόμο δεν αρκεί: χρειάζεται επίσης να είναι ικανός να μας τροφοδοτήσει. Να αποτελεί, μάλιστα, αποτελεσματική βοήθεια για την  προσωπική μας ανάπτυξη.

-…ο έρωτας είναι μια σχέση με τον ίδιο μου τον εαυτό...

Αν δεν δείξω τον πραγματικό μου εαυτό, κανείς δεν μπορεί να μ΄αγαπήσει…θα αγαπήσουν τη μεταμφίεσή μου…κι αυτό  δε μου χρησιμεύει σε τίποτα.

Θύμωνε όλο  και περισσότερο. Έσφιγγε τις γροθιές και τα δόντια του με δύναμη, μέχρι να πονέσεις. Ποιον τιμωρούσε;

Έρωτας είναι να αγαπάς τις ομοιότητες και αγάπη να ερωτεύεσαι τις διαφορές

-…τα προβλήματα ενός ζευγαριού είναι  προβλήματα προσωπικά, τα οποία εκδηλώνονται στη σχέση.

Προβάλλω στον άλλον τις πλευρές του εαυτού μου που περισσότερο απορρίπτω

-Ένιωθε διαυγής και γαλήνιος, καθώς πετύχαινε να εκφράσει με λόγια την κατάστασή του… ήταν σε θέση να εκφράσει με λόγια την κατάστασή του…ήταν  σε θέση να ορίσει  την μοίρα του και,  από κει και πέρα ίσως  να  μπορούσε  και να την αλλάξει.

-βρίσκομαι  αντιμέτωπη με πολύ άσχημες πλευρές μου, που  αν ήμουν  μόνη δεν θα  είχαν την ευκαιρία  να βγουν στην επιφάνεια.

-…οι προβλέψιμες απαντήσεις σκιάζουν  το μέλλον της σχέσης

-Αμβρόσιος Μπιρς: «Αν θέλεις τα όνειρά σου να γίνουν  πραγματικότητα, ξύπνα»

-…συμπεριφορά του σέρφερ:  τα κύματα  είναι  που δείχνουν  το δρόμο, κι όχι  η ιδέα μου για το που πρέπει να φτάσω

-…αν  από παιδιά  καταλάβαμε πως δεν αρέσει στους γονείς μας να ζητάμε  περισσότερη  στοργή  μεγαλύτερη προσπάθεια  ή εντονότερη παρουσία, πιθανότατα  θα μάθουμε  να κρύβουμε  τις ανάγκες μας.

-Μου άρεσε πολύ η περιγραφή  της αμυντικής νευρωτικής συμπεριφοράς του μερικές φορές  χρησιμοποιούμε  για να κρύψουμε  ανάγκες  και συναισθήματα.

-…οι λέξεις μεταμορφώνουν…

-…είμαστε  ευάλωτοι, αλλά  όχι απαραίτητα εύθραυστοι

-…μια ταυτότητα  στα μέτρα  εκείνων  από τους οποίους νιώθουμε απόρριψη: τους γονείς μας

Η δομή  βασίζεται  στο παρελθόν, ενώ  η ουσία  είναι  πάντα παρούσα. Η δομή έχει σχέση  με το «προσπαθώ να κάνω» με την προσπάθεια. Αντιθέτως, η ουσία  δεν χρειάζεται προσπάθεια είναι  η μη πράξη. Η δομή πάντα αποσκοπεί σε κάτι, επιθυμεί κάτι, χρειάζεται κάτι πάντα πεινασμένη και ελλιπής. Η ουσία είναι γεμάτη, δεν χρειάζεται τίποτα. Η δομή κοιτάζει προς τα έξω.  Η ουσία εγκαθίσταται μέσα στον εαυτό της.

-«Σ’ αγαπώ όσο είσαι πλάϊ μου, αλλά αν φύγεις σίγουρα θα σε μισήσω» . Αυτό  δεν μπορεί  να είναι αγάπη. Αγάπη σημαίνει να μπορείς  να σκεφτείς τι χρειάζεται  ο άλλος και να  χαίρεσαι όταν είναι  καλά, όλα  αυτά εντελώς ανεξάρτητα από το αν  τον έχεις δίπλα σου.

-…στο μέλλον θα γίνει περισσότερο αποδεκτή η πιθανότητα ερωτικών σχέσεων με διαφορετικούς ανθρώπους… ασφαλώς και μπορούμε να αγαπάμε διαφορετικούς ανθρώπους ταυτόχρονα, ακόμα κι αν σχετιζόμαστε μαζί τους με διαφορετικούς τρόπους

Η προσωπικότητα που δημιουργούμε και χρησιμεύει για να  πετύχουμε την αγάπη των άλλων. Δημιουργούμε ένα προσωπείο και ταυτιζόμαστε μ΄αυτό. Σιγά σιγά ξεχνάμε  ποιοι είμαστε και τι πραγματικά θέλουμε.

-Στην προσπάθειά μας να πούμε όχι  στον πόνο, λέμε όχι  στον έρωτα και το χειρότερο: λέμε όχι  στον ίδιο μας τον εαυτό.

-Να σ΄αγαπώ με τα μάτια κλειστά

Σημαίνει να σ΄αγαπώ τυφλά

Να σ΄αγαπώ και να σε  βλέπω κατά πρόσωπο

Θα ήταν τρέλα…

Εγώ θα ήθελα να μ΄αγαπούν με τρέλα

-…αγάπη δεν σημαίνει  να σκεφτόμαστε  με τον ίδιο τρόπο ούτε να σ΄αγαπώ περισσότερο από τον εαυτό μου. Το  θέμα  είναι  να με σέβεσαι  όπως είμαι. Το θέμα  είναι να βλέπεις στον έρωτα, να αγαπάς με τα μάτια ανοιχτά.

-…η κίνηση  αποδοχής και ειρήνης – και τίποτ΄άλλο- που μπορεί να εκφέρει την πραγματική αλλαγή.

-Αν συνδυάσουμε αυτά τα δύο θέματα (αυτό της έλλειψης αποδοχής και αυτό  της αγκίστρωσης στις πεποιθήσεις μας), θα έχουμε το χάρτη των προβλημάτων του 90% των ζυγαριών.

-…από τη σύγχυση καταλήγουμε πάντα στη βεβαιότητα.

-Χρειάζεται να έχει κάνει κανείς πολλή δουλειά  για να  ξέρει τι  αισθάνεται  πραγματικά, και μόνο  μετά να αποφασίσει αν είναι  ή όχι  η κατάλληλη στιγμή να το πεί, να το δείξει, να το εκφράσει.

-…όταν  νιώθουμε χαρά δίπλα στον άλλον, έχουμε  την τάση να μοιραζόμαστε  τα περισσότερα πράγματα μαζί του, κι αυτή είναι μια εσωτερική απόφαση. Ούτε  έχει να κάνει με ποιον άνθρωπο  μένω, ούτε και γίνεται εκούσια. Είναι μάλλον κάτι που απλά ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ, όταν αισθανόμαστε συνδεδεμένοι  με κάποιον κατά έναν διαφορετικό τρόπο.

-…δεν ξέρουμε να είμαστε παρόντες ούτε στον ίδιο μας τον εαυτό.

Τίποτα δεν  τελειώνει  με τη σχέση. Αντίθετα, όλα αρχίζουν, εκτός από ένα πράγμα: η φαντασίωση της ιδανικής και απροβλημάτιστης ζωής…

-…ένας σύντροφος στο δρόμο μου, στη ζωή, κάποιος που να με τρέφει  και με τη σειρά του να τρέφεται από την παρουσία μου. Αλλά πάνω απ΄όλα κάποιος που δεν θα  παρεμβαίνει στο δρόμο  της ζωής μου. Αυτό αρκεί.

Όταν χρειάζομαι τον άλλον για να ζήσω, η σχέση μετατρέπεται  σε εξάρτηση. Και  υπό εξάρτηση, επιλογές δεν μπορούν  να  γίνουν. Και  χωρίς επιλογή δεν υπάρχει  ελευθερία. Και χωρίς ελευθερία δεν υπάρχει αληθινός έρωτας. Και χωρίς αληθινό  έρωτα μπορεί να υπάρχουν  γάμοι, αλλά  δεν υπάρχει σχέση.

-Κι εσύ μου ζητάς συγνώμη; Τί σημασία έχουν μερικά νομίσματα λιγότερα, αν χάρη σ΄εσένα και τη ρωγμή σου τα λουλούδια του δρόμου κάνουν πιο χαρούμενη τη διαδρομή μου;

-Εγώ είμαι αυτός που πρέπει  να ευγνωμονεί το ελάττωμά σου.

-…αν σου μίλαγα κάτω από το φως της μέρας, η τρομάρα δεν θα σ΄άφηνε να μ΄ακούσεις. Κι έχω ανάγκη να μ΄ακούσεις.

-Ή μήπως θα έπρεπε η Λάουρα, μαθαίνοντας για το ψέμα από το  στόμα του Φρέντυ, να  απαξιώσει τον Ρομπέρτο, αφήνοντας ένα ηθικό δίδαγμα για πόσο λίγο ταιριάζει η απάτη στον έρωτα;

https://searchingthemeaningoflife.wordpress.com

Η συγγραφέας Άλκη Ζέη μίλησε στα φετινά TEDxAthens και μοιράστηκε τη δική της ιστορία.

«Όλοι έχουν μια αφετηρία στη ζωή τους. Εμένα δεν ξέρω γιατί, μου πέσανε πάρα πολλές και κάθε φορά άρχιζα από έναν καινούριο δρόμο. Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, τον θυμάμαι στη Σάμο. Ενώ δεν γεννήθηκα εκεί, πήγα τριών χρονών με την αδερφή μου επειδή είχε πάθει η μητέρα μας φυματίωση. Για μένα όλος ο κόσμος ήταν η Σάμος. Αυτή ήταν η Ελλάδα. Τα πεύκα, η θάλασσα, ο παππούς που νομίζαμε ότι είναι αρχαίος Έλληνας γιατί ήταν καθηγητής αρχαίων ελληνικών και μόνο για θεούς και μύθους μάς μιλούσε. Νιώθαμε ότι αυτός είναι ένας ευτυχισμένος τόπος που δεν θέλαμε καθόλου να τον χάσουμε». «Εκείνο που κυρίως πίστευα τότε είναι ότι μέσα στη ζωή, όπως βάζεις τα παπούτσια σου κάθε πρωί, έτσι πρέπει να πάρεις και ένα βιβλίο. Γιατί πάντα βλέπαμε τον παππού μας να κρατάει ένα βιβλίο στο χέρι, ακόμα και όταν πήγαινε περίπατο στην παραλία, διάβαζε περπατώντας. Έτσι κι εγώ, μικρή έπαιρνα ένα βιβλίο και περπατούσα πάνω-κάτω, έτσι νόμιζα ότι έπρεπε να κάνουμε. Από αυτόν τον ωραίο τόπο φύγαμε, γιατί η μητέρα μας έγινε καλά και μας πήγανε στο Μαρούσι. Μας φάνηκε ότι πήγαμε σε μια ξένη γη, με δυο ξένους ανθρώπους που μας είπαν ότι ήταν οι γονείς μας και όταν έφυγε ο παππούς μας, νόμιζα ότι πήρε τα πάντα μαζί του. Ήταν μια καινούρια αφετηρία».

«Στο σχολείο στην Αθήνα, γνώρισα τη Ζωρζ Σαρρή και ως την τελευταία της στιγμή που έφυγε για πάντα μείναμε φίλες. Και αυτό που λέω πάντα στους νέους είναι ότι η φιλία παίζει μεγάλο ρόλο στη ζωή. Με την αδερφή μου μας άρεσε πολύ να διαβάζουμε ποίηση και κυρίως ποιήματα λυπητερά του Παλαμά, του Πολέμη… Τα διαβάζαμε κάθε βράδυ και κλαίγαμε. Και έτσι κάτι μού μπήκε μέσα μου, μήπως γράψω κι εγώ ποιήματα». «Ο δίδυμος αδερφός της μητέρας μου είχε αρραβωνιαστεί μια κοπέλα. Αυτή η κοπέλα, που είχε και λίγο στραβή μύτη αλλά και κάτι μάτια που έβγαζαν φλόγες, ήταν η μεγάλη μας συγγραφέας Διδώ Σωτηρίου. Όποιος δεν την έχει γνωρίσει σαν άνθρωπο έχει χάσει πολλά κι εμείς κερδίσαμε πάρα πολλά ζώντας μαζί της. Μας έκανε να θέλουμε ν’ αγαπάμε κάτι, να ενδιαφερόμαστε για κάτι και να διαβάζουμε βέβαια. Στον γάμο της, της έγραψα ένα ποίημα. Η Διδώ το πήρε. Ήμουν 9 χρονών. Χαμογέλασε αλλά όταν κοίταξα τα μάτια της, μου φάνηκαν τόσο λυπημένα και πήρα απόφαση στη ζωή μου ότι δεν θα γίνω ποτέ ποιήτρια».

(Όταν μπήκε ο πόλεμος). «Όσο έλειπε ο πατέρας μου στην τράπεζα, που δούλευε το πρωί, το σπίτι μας γινόταν γιάφκα. Έφερνε η Διδώ τις γυναίκες της αντίστασης, την Ηλέκτρα Αποστόλου που εκτέλεσαν οι Γερμανοί, τη Μέλπω Αξιώτη, τη Ζέρβου, τη Σβόλου και όταν έφευγαν -γιατί κάπνιζαν σαν τεκέδες- η πρώτη μας αντιστασιακή πράξη με την αδερφή μου ήταν να ανοίγουμε την μπαλκονόπορτα και με τραπεζομάντιλα να αερίζουμε τον χώρο, ώστε να φύγει η μυρωδιά του καπνού, μη γυρίσει ο πατέρας μας και καταλάβει τίποτα. Η Διδώ συνήθιζε να μας λέει τότε: “Μη νομίζετε ότι δεν είναι τίποτα, είναι κάτι σπουδαίο”. Μετά οργανωθήκαμε στην ΕΠΟΝ. Στην ΕΠΟΝ κάναμε και πάρτι ολονύχτια, γιατί δεν μπορούσαμε να γυρίζουμε αργά στα σπίτια, απαγορευόταν η κυκλοφορία. Και βάζαμε ένα γραμμόφωνο και κάναμε ότι χορεύαμε για να μπορούμε να τυπώνουμε παράνομες εφημερίδες, προκηρύξεις κ.ά. Στο πιάνο έπαιζε ένα παιδί όλη τη νύχτα και του βάζαμε στο στόμα μαύρες σταφίδες για να μην πεινάει. Αυτό το παιδί ήταν ο Μάνος Χατζιδάκις. Πολλές φορές με τη Ζωρζ -όσο ζούσε ακόμα- καθόμασταν και λέγαμε: “Μην το πούμε πουθενά αλλά τα χρόνια της κατοχής ήταν ευτυχισμένα χρόνια”, γιατί πιστεύαμε σε κάτι, είχαμε ένα όραμα, πιστεύαμε ότι πραγματικά και εμείς βοηθούμε στο να απελευθερωθεί η Ελλάδα. Λέγαμε, όταν τελειώσει η Κατοχή, θα ζήσουμε αυτό το όραμα. Τώρα αν δεν μας βγήκε, είναι άλλο θέμα…».

«Ο Κουν μες στη μαύρη Κατοχή έμαθε στον κόσμο το πραγματικό θέατρο, ένα αξέχαστο θέατρο που έχουν μείνει οι ρίζες του και σήμερα. Έτσι τσίμπησα λίγο κι εγώ και λέω μήπως βγω στη σκηνή. Ο Γιώργος μού έλεγε: “Εγώ νομίζω να γράψεις”. Δεν πήγα στη Σχολή που δίδασκε εκείνος, γιατί ήταν σίγουρο ότι δεν θα με έπαιρνε. Πήγα στη Σχολή του Ωδείου Αθηνών που δίδασκε ο Ροντήρης και ο Βεάκης και λέγανε ότι ο Ροντήρης έκανε και ένα παλούκι να μιλάει. Φαίνεται πως έκανε λίγο το παλούκι και μίλησε και τελείωσα τη Σχολή».

(Η ημέρα της απελευθέρωσης). «Η 12η Οκτωβρίου που δεν γιορτάζεται στην Ελλάδα ήταν η πιο ευτυχισμένη μέρα της ζωής μου, η μέρα που πιστέψαμε ότι όλα τα όνειρά μας θα γίνουν πραγματικότητα. Αλλά δεν βάστηξε πολύ. Ήρθε ο Δεκέμβρης του 1944, που θα ‘θελα να μην είχε υπάρξει ούτε στην ιστορία ούτε στη ζωή μου. Εκεί κατάλαβα τι θα πει εμφύλιος, τι θα πει να χωριζόμαστε στα δύο, τι θα πει η διπλανή μου στο θρανίο, όταν φτάσαμε στον Βόλο που πηγαίναμε με τα πόδια και της χτύπησα την πόρτα, να με κοιτάζει σαν να βλέπει τον μεγαλύτερό της εχθρό. Και εκεί είπα “δεν είναι δυνατόν πια να μην αγαπάμε ο ένας τον άλλον, τον άνθρωπο που ήμασταν κοντά”. Όλη αυτή την αγριάδα που είχε ο Δεκέμβρης, δεν την έχω ξεχάσει. Και τώρα, όταν βλέπω τους πρόσφυγες που περπατούν χιλιόμετρα για να φτάσουν, θυμάμαι πώς περπατούσαμε εμείς για να ξεφύγουμε όταν τέλειωσε ο Δεκέμβρης. Δεν φοβήθηκα ποτέ στη ζωή μου, όσο φοβήθηκα τότε»

. «Στο σπίτι του παππού στη Σάμο, στο σαλόνι, υπήρχε μια βιτρίνα και μέσα ήταν ένας τίγρης, το καπλάνι. Έτσι το έλεγα εγώ στη Σάμο και νόμιζα πως το ξέρουν όλοι στην Ελλάδα όταν έγραφα το βιβλίο. Ούτε το καπλάνι ήξερε τότε, ούτε εγώ τι ρόλο θα παίξουμε στη ζωή μας και οι δύο. Το βιβλίο μεταφράστηκε, πήρε βραβεία, μπήκε στα σχολεία (κυρίως από πείσμα των δασκάλων, γιατί πολλοί ήταν και εκείνοι που πάλεψαν για να μην μπει) και αυτό μου δίνει μίαν ανάταση. Όταν το έγραφα, δεν ήξερα ότι γράφω βιβλίο για παιδιά. Ήθελα να πω τις αναμνήσεις από τα παιδικά μου χρόνια».

«Να είστε μαζί, να αγαπιέστε και να βοηθάει ο ένας τον άλλον. Αυτό είναι το καλύτερο που μπορούμε να κάνουμε σήμερα, να παρασταθούμε ο ένας στον άλλον και υλικά αλλά και ψυχικά, για να μην μας πάρει η κατάθλιψη. Είναι πολύ φοβερό να πάθουμε κατάθλιψη σαν λαός, γι’ αυτό νομίζω ότι πρέπει μέσα μας να έχουμε μια μικρή φλόγα, μια μικρή χαρά και τότε θα δείτε πως όλα θα είναι πιο ανάλαφρα. Είναι δύσκολα χρόνια, όσο κρίση και αν υπάρχει όμως, έστω και σε ένα πολύ μικρό πράγμα να ελπίζετε, σιγά σιγά θα γίνει ένα μεγάλο παζλ».

[Πηγή: www.doctv.gr]

 

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 14 Μαρτίου 2016

ΣΚΟΤΑΔΙΑ ΠΟΛΛΑ ΜΕΣΑ ΜΟΥ, κύρης πολύς· σε όλη μου τη ζωή απελπισμένα μάχουμαι να μετουσιώσω τα σκοτάδια αυτά και να τα κάμω φως, μια στάλα φως· αγώνας τραχύς, χωρίς έλεος, χωρίς αναπαή, μια στιγμή να κουράζουμουν, να σκόλαζα τον πόλεμο, ήμουν χαμένος· κι αν έβγαινα κάποτε νικητής, τι αγωνία και πόσες λαβωματιές!

ΔΕ ΓΕΝΝΗΘΗΚΑ ΑΓΝΟΣ· ΜΑΧΟΥΜΑΙ ΝΑ ΓΙΝΩ. Η αρετή για μένα δεν είναι καρπός της φύσης μου, είναι καρπός του αγώνα μου· δε μου την έδωκε ο Θεός, μοχτώ να την καταχτήσω με το σπαθί μου· το άνθος της αρετής για μένα είναι σωρός μετουσιωμένη κοπριά.

ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΠΗΡΕ ΤΕΛΟΣ Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΑΥΤΟΣ· ως τώρα δε νικήθηκα ολοκληρωτικά, δε νίκησα ολοκληρωτικά· πάντα αγωνίζουμαι, κι από στιγμή σε στιγμή μπορώ να χαθώ όλος, μπορώ να σωθώ όλος· ακόμα περνώ της Τρίχας το γιοφύρι απάνω από την άβυσσο»

ΑΣΦΑΛΤΑ ΚΑΤΕΧΕΙ Η ΧΩΜΑΤΕΝΙΑ ΑΥΤΗ ΜΗΤΡΑ την αξία του κάθε παιδιού της· κι όσο ανώτερη η ψυχή που έπλασε, τόσο και δυσκολότερη της αναθέτει εντολή: να σώσει τον εαυτό του ή τη ράτσα του ή τον κόσμο· από την πρώτη, τη δεύτερη, την τρίτη εντολή που σου αναθέτει διαβαθμίζεται η ψυχή σου.

ΕΙΝΑΙ ΦΥΣΙΚΟ ΤΟΝ ΑΝΗΦΟΡΟ ΤΟΥΤΟ, που έχει χρέος να πάρει η ψυχή, να τον ξεκρίνει. Κάθε άνθρωπος χαραγμένο βαθύτερα. Απάνω στα χώματα όπου γεννήθηκε. Τα χώματα αυτά που σ’ έπλασαν βρίσκουνται σε μυστική επαφή και συνεννόηση με την ψυχή σου· όπως οι ρίζες ξαποστέλνουν στο δέντρο την κρυφή προσταγή ν’ ανθίσει και να καρπίσει, για να δικαιωθούν οι ρίζες και να φτάσουν στο τέρμα της πορείας τους, όμοια τα πατρικά χώματα αναθέτουν δύσκολες εντολές στις ψυχές που γέννησαν θαρρείς χώματα και ψυχή πως είναι από την ίδια ουσία κι επιχειρούν την ίδια έφοδο· κι η ψυχή είναι μονάχα η ακρότατη νίκη

 

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 14 Μαρτίου 2016

Λάο Τσε είναι ένα από τα σημαντικότερα πρόσωπα της κινέζικης φιλοσοφίας. Σύμφωνα με την κινέζικη παράδοση, έζησε κατά τον 6ο αιώνα π.Χ.

 

Πολλοί ιστορικοί τοποθετούν τη ζωή του στον 4ο αιώνα π.Χ. την περίοδο δηλαδή των “εκατό σχολών σκέψης” ενώ άλλοι αμφισβητούν την ιστορική του ύπαρξη. Στον Λάο Τσε αποδίδεται η συγγραφή του Ταοϊστικού έργου Τάο Τε Τσινγκ, κάτι που τον καθιέρωσε ως τον ιδρυτή του Ταοϊσμού.

 

Το έργο του Λάο Τσε, Τάο Τε Τσινγκ, είναι μια από τις σημαντικότερες πραγματείες της κινέζικης φιλοσοφίας. Καλύπτει πολλές πτυχές της φιλοσοφίας, από την εξατομικευμένη πνευματικότητα, μέχρι διαπροσωπικές δυναμικές και πολιτικές τεχνικές. Ο Λάο Τσε ανέπτυξε την έννοια του “Τάο” που συχνά μεταφράζεται ως “ο δρόμος”, και διεύρυνε τον ορισμό του σε μια αυθύπαρκτη τάξη και κατάσταση του σύμπαντος: ”Ο δρόμος που είναι η φύση”. Υπογράμμισε τη σημασία της “πράξης χωρίς πράξη”.

 

Ας δούμε όμως μερικές από τις πιο σημαντικές φράσεις του που έχουν καταγραφεί από ιστορικούς.

 

Το να αγαπιέσαι πολύ από κάποιον σου δίνει δύναμη, ενώ το να αγαπάς πολύ κάποιον σου δίνει θάρρος.

Αυτό που η κάμπια ονομάζει τέλος του κόσμου, η ζωή το λέει πεταλούδα.

Ένα ταξίδι χιλίων χιλιομέτρων αρχίζει με ένα βήμα.

Η αγάπη είναι το πιο δυνατό από όλα τα πάθη, γιατί προσβάλλει ταυτοχρόνως το κεφάλι, την καρδιά και τις αισθήσεις.

Το να ξέρεις τους άλλους είναι ευφυΐα.

Το να ξέρεις τον εαυτό σου είναι σοφία.

Το να κυριαρχείς στους άλλους είναι ισχύς.

Το να κυριαρχείς στον εαυτό σου είναι η πραγματική δύναμη.

Μη στενοχωριέσαι, άφησε τα πράγματα να πάνε μόνα τους. Οι ηλίθιοι και οι κακοί θα νικηθούν στο τέλος.

Αυτός που μιλάει δεν ξέρει. Αυτός που ξέρει δεν μιλάει.

Ό,τι είναι ευέλικτο και τρυφερό ανήκει στο βασίλειο της Ζωής και ό,τι είναι σκληρό και δυνατό ανήκει στο βασίλειο του Θανάτου.

Τα ειλικρινή λόγια δεν είναι ωραία. Τα ωραία λόγια δεν είναι ειλικρινή.

Το να μην κάνεις τίποτα είναι καλύτερο από το να είσαι πολυάσχολος κάνοντας τίποτα.

Στάσου εκεί που αρχίζει το σκοτάδι της ύπαρξης και φώναξε στο κενό. Σίγουρα θα σου απαντήσει.

Όσο πληθαίνουν οι νόμοι, πολλαπλασιάζονται οι παράνομοι.

Το να ξέρεις τους άλλους είναι σοφία. Το να ξέρεις τον εαυτό σου είναι φώτιση.

Αντιμετώπιζε το δύσκολο όσο είναι εύκολο.

Βασικός κανόνας: Δεν πρέπει να αφήνεις κανέναν να σε κοροϊδεύει.

Το να ξέρεις ότι δεν ξέρεις είναι το καλύτερο. Το να υποκρίνεσαι ότι ξέρεις, ενώ δεν ξέρεις, είναι αρρώστια.

Αλλοίμονο σ’εκείνον που αξίζει καλύτερη τύχη και περιμένει να τη λάβει από άνθρωπο,που δεν την αξίζει.

Ο σοφός δεν επιχείρει ποτέ κάτι μεγάλο, γι’ αυτό πετυχαίνει το μεγαλείο.

Η καλοσύνη όταν μιλάς δημιουργεί εμπιστοσύνη.

Η καλοσύνη όταν σκέφτεσαι δημιουργεί βάθος.

Η καλοσύνη όταν δίνεις δημιουργεί αγάπη.

Όποιος έχει στενό νου δεν έχει πλατειά καρδιά.

Αφιέρωσε χρόνο για να ακούσεις αυτό που λέγεται χωρίς λόγια, να υπακούσεις το νόμο που είναι πολύ αδιόρατος για να γραφεί, να λατρέψεις το ασήμαντο και να αγκαλιάσεις το άμορφο.

Ο σοφός δεν κάθεται επάνω στους θησαυρούς του. Όσα περισσότερα δίνει στους άλλους τόσα περισσότερα παίρνει.

Τους μεγάλους ηγέτες ο λαός δεν ξέρει ότι υπάρχουν, τους μικρότερους ηγέτες ο λαός τους αγαπά και τους εγκωμιάζει, τους ακόμα μικρότερους, ο λαός τους φοβάται, τους ακόμα πιο μικρούς, ο λαός τους μισεί.

Δεν υπάρχει μεγαλύτερη δυστυχία από το να είσαι δυσαρεστημένος με την τύχη σου.

Η φύση δεν βιάζεται ποτέ, κι όμως τα πάντα γίνονται στην ώρα τους.

Ο καλός ταξιδευτής δεν έχει σταθερά σχέδια και δεν έχει καμιά πρόθεση να φτάσει κάπου.

Το λασπωμένο νερό καθαρίζει όταν μείνει ακίνητο.

Ένα δοχείο δημιουργείται από ένα σβώλο πηλό με προσεκτική δουλειά, αλλά είναι το κενό μέσα στο δοχείο που το κάνει χρήσιμο.

Η αποτυχία είναι το θεμέλιο της ευτυχίας και το μέσο με το οποίο την πετυχαίνουμε.

Μην αγχώνεσαι και άσε τα πράγματα να πάρουν τον δρόμο τους, και όλοι οι ηλίθιοι και οι κακοί στο τέλος θα ηττηθούν.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 13 Φεβρουαρίου 2016

Μαζεύω τα σύνεργά μου: όραση, ακοή, γέψη, όσφρηση, αφή, μυαλό, βράδιασε πια, τελεύει το μεροκάματο, γυρίζω σαν τον τυφλοπόντικα σπίτι μου, στο χώμα. ‘Οχι γιατί κουράστηκα να δουλεύω, δεν κουράστηκα, μα ο ήλιος βασίλεψε.

Ο ήλιος βασίλεψε, θάμπωσαν τα βουνά, οι οροσειρές του μυαλού μου κρατούν ακόμα λίγο φως στην κορφή τους, μα η άγια νύχτα πλακώνει, ανεβαίνει από τη γης, κατεβαίνει από τον ουρανό, και το φως ορκίστηκε να μην παραδοθεί, μα το ξέρει, σωτηρία δεν υπάρχει, δεν θα παραδοθεί, μα θα σβήσει.

Ρίχνω στερνή ματιά γύρα μου, ποιον ν’ αποχαιρετήσω; τι ν’ αποχαιρετήσω; τα βουνά, τη θάλασσα, την καρπισμένη κληματαριά στο μπαλκόνι μου, την αρετή, την αμαρτία, το δροσερό νερό; Μάταια, μάταια, κατεβαίνουν όλα ετούτα μαζί μου στο χώμα.

Σε ποιον να εμπιστευθώ τις χαρές και τις πίκρες μου, τις μυστικές δονκιχώτικες λαχτάρες της νιότης, την τραχιά σύγκρουση αργότερα με το Θεό και με τους ανθρώπους, και τέλος την άγρια περηφάνια που έχουν τα γεράματα που καίγουνται μα αρνιούνται, ως το θάνατο, να γίνουν στάχτη; Σε ποιον να πω πόσες φορές σκαρφαλώνοντας, με τα πόδια, με τα χέρια, τον κακοτράχαλο ανήφορο του Θεού, γλίστρησα κι έπεσα, πόσες φορές σηκώθηκα, όλο αίματα, και ξανάρχισα ν’ ανηφορίζω; Που να βρω μια ψυχή σαρανταπληγιασμένη κι απροσκύνητη, σαν την ψυχή μου, να της ξομολογηθώ;

Σφίγγω ήσυχα, πονετικά, ένα σβώλο κρητικό χώμα στη φούχτα μου, το κρατούσα το χώμα τούτο πάντα μαζί μου, σε όλες μου τις περιπλάνησες, και στις μεγάλες μου αγωνίες το ‘σφιγγα μέσα στη φούχτα μου κι έπαιρνα δύναμη, δύναμη μεγάλη, σα να ‘σφιγγα το χέρι φίλου αγαπημένου. Μα τώρα που βασίλεψε ο ήλιος και το μεροκάματο τέλεψε, τι να την κάμω τη δύναμη; Δεν την έχω ανάγκη πια, κρατώ το χώμα ετούτο της Κρήτης και το σφίγγω με άφραστη γλύκα, τρυφεράδα κι ευγνωμοσύνη, σα να σφίγγω μέσα στη φούχτα μου και ν’ αποχαιρετώ το στήθος γυναίκας αγαπημένης. Αυτό ήμουν αιώνια, αυτό θα είμαι αιώνια, πέρασε αστραπή η στιγμή που στροβιλίστηκες, άγριο χώμα της Κρήτης, κι έγινες αγωνιζόμενος άνθρωπος.

Τι αγώνας, τι αγωνία, τι κυνηγητό του ανθρωποφάγου αόρατου θεριού, τι επικίντυνες ουρανικές και σατανικές δυνάμες η φούχτα τούτη το χώμα ! Ζυμώθηκε μ’ αίμα, δάκρυο και ιδρώτα, γίνηκε λάσπη, γίνηκε άνθρωπος, πήρε τον ανήφορο, να φτάσει -που να φτάσει; Σκαρφάλωνε αγκομαχώντας το σκοτεινό όγκο του Θεού, ‘απλωνε τα χέρια, έψαχνε, έψαχνε και μάχουνταν να βρει το πρόσωπό του.

Κι όταν, τα ολόστερνά ετούτα χρόνια, απελπισμένος πια, ένιωσε πως ο σκοτεινός αυτός όγκος δεν έχει πρόσωπο, τι καινούριος, όλο αναίδεια και τρόμο, αγώνας να πελεκήσει την ακατέργαστη κορφή και να της δώσει πρόσωπο -το πρόσωπό του !

Μα τώρα το μεροκάματο τέλεψε, μαζεύω τα σύνεργά μου. Ας έρθουν άλλοι σβώλοι χώματα να συνεχίσουν τον αγώνα. Είμαστε, εμείς οι θνητοί, το τάγμα των αθανάτων, κόκκινο κοράλλι το αίμα μας, και κτίζουμε απάνω στην άβυσσο ένα νησί.

Χτίζεται ο Θεός, έβαλα κι εγώ το δικό μου κόκκινο πετραδάκι, μια στάλα αίμα, να τον στερεώσω, να μη χαθεί, να με στερεώσει, να μη χαθώ, έκαμα το χρέος μου.

 

Απλώνω το χέρι, φουχτώνω το μάνταλο της γης, ν’ ανοίξω την πόρτα να φύγω, μα κοντοστέκουμαι στο φωτεινό κατώφλι ακόμα λίγο. δύσκολο, πολύ, να ξεκολλήσουν τα μάτια, τ’ αυτιά, τα σπλάχνα από τις πέτρες και τα χόρτα του κόσμου. λες: Είμαι χορτάτος, είμαι ήσυχος, δε θέλω πια τίποτα, τέλεψα το χρέος και φεύγω. μα η καρδιά πιάνεται από τις πέτρες κι από τα χόρτα, αντιστέκεται, παρακαλάει: «Στάσου ακόμα!»

Μάχουμαι να παρηγορήσω την καρδιά μου, να τη συβάσω να πει λεύτερα το ναι. Να μη φύγουμε σα σκλάβοι, δαρμένοι, κλαμένοι, από τη γης, παρά σα βασιλιάδες που έφαγαν, ήπιαν, χόρτασαν, δε θέλουν πια, και σηκώνουνται από το τραπέζι. Μα η καρδιά χτυπάει ακόμα μέσα στα στήθια, αντιστέκεται, φωνάζει: «Στάσου ακόμα!»

Στέκουμαι, ρίχνω στερνή ματιά στο φως, που αντιστεκεται κι αυτό, σαν την καρδιά του ανθρώπου, και παλεύει. Σύννεφα σκέπασαν τον ουρανό, έπεσε απάνω στα χείλια μου μια χλιαρή ψιχάλα, η γης μύρισε. γλυκιά φωνή, μαυλιστικιά, ανεβαίνει από τα χώματα: «’Ελα.. έλα.. έλα…»

Πλήθυνάν οι ψιχάλες. το πρώτο νυχτοπούλι αναστέναξε, κι ο πόνος του κύλησε από τις νυχτομένες φυλλωσιές, γλυκός πολύ, μέσα στο βρεμένο αέρα. Ησυχία, γλύκα μεγάλη, κανένας στο σπίτι. κο έξω τα χωράφια διψούσαν κι έπιναν μ’ ευγνωμοσύνη, με βουβήν ευδαιμονία, το πρωτοβρόχι. ανασηκώνουντανη γης σα μωρό, κατά τον ουρανό, να βυζάξει.

‘Εκλεισα τα μάτια. κρατούσα πάντα το σβώλο το χώμα της Κρήτης κι ο ύπνος με πήρε. Ο ύπνος με πήρε κι είδα όνειρο: Ξημέρωνε, λέει, ζυγαριάζουνταν αποπάνω μου ο Αυγερινός, έτρεμε, έλεγα τώρα θα πέσει. κι έτρεχα, έτρεχα ανάμεσα στα έρημα άνυδρα βουνά, ολομόναχος. Πέρα στην ανατολή πρόβαλε ο ήλιος. δεν ήταν ήλιος, ήταν ένα προύντζινο ταψί γεμάτο κάρβουνα αναμμένα. Ο αέρας χοχλάκιζε. Κάπου κάπου μια σταχτιά πετροπέρδικα πετούσε από το βράχο, χτυπούσε τα φτερά της και κακάριζε, χαχάριζε και με περγελούσε. ένα κοράκι, σ’ ένα αναγύρισμα του βουνού, τινάχτηκε ως με είδε. σίγουρα θα με περίμενε, και με πήρε ξωπίσω σκώντας τα γέλια. Θύμωσα, έσκυψα, πήρα μιαν πέτρα να του την πετάξω. μα το κοράκι είχε αλλάξει κορμί, είχε γίνει ένα γεροντάκι και μου χαμογελούσε.

Τρόμος με κυρίεψε κι άρχισα πάλι να τρέχω. Στρούφιζαν τα βουνά, στρουφίζουμουν κι εγώ μαζί τους. ολοένα οι κύκλοι στένευαν, μ’ έπιασε ζάλη. Χοροπηδούσαν γύρα μου τα βούνα, ένοιωσα ξαφνικά δεν ήταν ετούτα βουνά ήταν τ’ απολιθώματα προκατακλυσμιαίου εγκέφαλου και μαύρος θεόρατος σταυρός ήταν καρφωμένος δεξιά μου, αψηλά, σε μιαν πέτρα, κι απάνω του ένα θεριακωμένο προύντζινο φίδι σταυρωμένο.

Αστραπή έσκισε το μυαλό μου, φώτισε γύρα μου τα βουνά, είδα: Είχα μπει στο φοβερό στροφιχτό φαράγγι που ‘χαν πάρει, τώρα και χιλιάδες χρόνια, οι Εβραίοι, με το Γεχωβά μπροστάρι, φεύγοντας την ευτυχισμένη παχιά γη του Φαραώ. Το φαράγγι ετούτο στάθηκε το πύρινο αργαστήρι όπου, πεινώντας. διψώντας, βλαστημώντας, σφυροκοπήθηκε η ράτσα του Ισραήλ.

Τρόμος με κυρίεψε, τρόμος και χαρά μεγάλη. ακούμπησα σ’ ένα βράχο να καταλαγιάσει το στροβίλισμα του μυαλού μου, ‘εκλεισα τα μάτια, κι ολομεμιάς τα πάντα γύρα μου αφανίστηκαν. ένα ελληνικό ακρογιάλι απλώθηκε μπροστά μου, θάλασσα σκούρα λουλακιά, κόκκινοι βράχοι, κι ανάμεσα στους βράχους η χαμηλή μπασιά κατασκότεινης σπηλιάς. ‘Ενα χέρι τινάχτηκε μέσα από τον αέρα και σφήνωσε στη φούχτα μου ένα δαδί αναμμένο. Κατάλαβα την προσταγή. έκαμα το σταυρό μου, τρύπωξα μέσα στη σπηλιά.

Γύριζα, γύριζα, τσαλαβουτούσα σε μαύρα παγωμένα νερά, κρέμουνταν απάνω από το κεφάλι μου ογροί, γαλάζοι σταλαχτίτες, ασκώνουνταν από τη γης γιγάντιοι πέτρινοι φαλλοί που στραφτάλιζαν και γελούσαν στη δαδίσια αναλαμπή. ‘Ηταν η σπηλιά ετούτη το θηκάρι μεγάλου ποταμού και το ‘χε παρατήσει αδειανό, γιατί άλλαξε, μέσα στους αιώνες πορεία…

Σούριξε το προύντζινο φίδι θυμομένο. άνοιξα τα μάτια, είδα πάλι τα βουνά, το φαράγγι, τους γκρεμούς. η ζάλη είχε κατασταλάξει. τα πάντα ακινήτησαν, φωτίστηκα, κατάλαβα: όμια και τις πυρπολούμενες γύρα μου οροσειρές τις είχε καταστρέψει ο Γεχωβάς για να περάσει. Είχα μπει μέσα στο φοβερό θηκάρι του θεού, ακολουθούσα, πατούσα τ’ αχνάρια του.

-Αυτός είναι ο δρόμος, φώναξα μέσα στ’ όνειρό μου, αυτός είναι ο δρόμος του ανθρώπου, άλλον δεν έχει!

Κι ως τινάχτηκε από τα χείλια μου ο αυθάδης ετούτος λόγος, ανεμοσίφουνας με τύλιξε, φτερούγες άγριες με σήκωσαν, κι ολομεμιάς βρέθηκα στην κορφή του θεοβάδιστου Σινά. Μύριζε ο αγέρας θειάφι, τα χείλια μου μερμήδιζαν, σα να τ’ αγκύλωσαν αρίφνητες, αόρατες σπίθες. Σήκωσα τα βλέφαρα. ποτέ τα μάτια μου, ποτέ τα σπλάχνα μου δε είχαν χαρεί τόσο απάνθρωπο, τόσο αρμονισμένο με την καρδιά μου όραμα, χωρίς νερό, χωρίς δεντρό, χωρίς ανθρώπους. Χωρίς ελπίδα. Εδώ η ψυχή ενός απελπισμένου ή περήφανου ανθρώπου βρίσκει την άκρα ευδαιμονία.

Κοίταξα το βράχο όπου στεκόμουν . δυο βαθιές γούβες σκαμμένες στο γρανίτη θα ‘ταν οι πατημασιές του προφήτη με τα κέρατα που περίμενε τον πεινασμένο Λιόντα να προβάλει. Εδώ, στην κορφή του Σινά, δεν του ‘χε δώσει προσταγή να περιμένει; Περίμενε.

Περίμενα κι εγώ. ‘Εσκυβα απάνω από τον γκρεμό, αφουκράζουμουν. άξαφνα, μακριά, μακριά πολύ, κουφοβρόντηξαν πατημασιές. Κάποιος ζύγωνε, και τα βουνά κουνιούνταν. έπαιζαν τα ρουθούνια μου -όλος ο αγέρας μύριζε μπροσταρότραγος. «’Ερχεται! ‘Ερχεται!» μουρμούριζα κι έζωνα σφιχτά τη μέση μου. συντάζουμουν να παλέψω.

Αχ, πόσο την είχα λαχταρίσει τη στιγμή ετούτη! Χωρίς να μπαίνει στη μέση και να με παραπλανάει ο αδιάντροπος ορατός κόσμος, ν’ αντικρίσω, πρόσωπο με πρόσωπο, το λιμασμένο θεριό της ζούγκλας τ’ ουρανού. Τον Αόρατο. Τον Ανερχόταγο. Τον αγαθό Πατέρα που τρώει τα παιδιά του και στάζουν τα χείλια του, τα γένια του, τα νύχια του αίματα.

Θα του μιλήσω θερρετά, θα του πω τον πόνο του ανθρώπου, τον πόνο του πουλιού, του δεντρού και της πέτρας, όλοι πήραμε απόφαση, δε θέμε να πεθάνουμε, κρατώ μιαν αναφορά, την υπόγραψαν όλα τα δέντρα, τα πουλιά, τα θεριά, οι ανθρώποι, δε θέμε, Πατέρα, να μας φας, και δε θα φοβηθώ, θα του τη δώσω.

Μιλούσα, παρακαλούσα, έσφιγγα τη μέση μου κι έτρεμα.

 

Κι εκεί που περίμενα, σα να μετακουνήθηκαν οι πέτρες κι άκουσα μεγάλη αναπνοή.

«Νά τος… νά τος έφτασε ! ». μουρμούρισα και στράφηκα ανατριχιάζοντας.

Μα δεν ήταν ο Γεχωβάς, δεν ήταν ο Γεχωβάς, ήσουν εσύ Παππού, από το αγαπημένο χώμα της Κρήτης, και στέκοσουν μπροστά μου, άρχοντας αυστηρός, με το σφηνωτό γενάκι το κάτασπρο, με τα στεγνά χείλια τα σφιγμένα, με το εκστατικό μάτι, το γεμάτο φλόγες και φτερούγες, και στα μαλλιά σου περιπλέκουνταν ρίζες από θυμάρι.

Με κοίταξες, κι ως με κοίταξες ένοιωσα πως ο κόσμος ετούτος είναι ένα σύννεφο φορτωμένο αστροπελέκι κι άνεμο, σύνεφο κι η ψυχή του ανθρώπου φορτωμένη αστροπελέκι κι άνεμο, κι από πάνω φυσάει ο θεός και σωτηρία δεν υπάρχει.

Σήκωσα τα μάτια, σε κοίταξα. ‘Eκαμα να σου πω: «Παππού, αλήθεια δεν υπάρχει σωτηρία;» μα η γλώσσα μου είχε κολλήσει στο λαρύγγι μου, έκαμα να σε ζυγώσω, μα τα γόνατά μου λύγισαν.

‘Aπλωσες τότε το χέρι, σα να πνίγομουν κι ήθελες να με σώσεις.

Αρπάχτηκα με λαχτάρα από το χέρι σου, πασαλειμμένο ήταν με πολύχρωμες μπογιές, θαρρείς ζωγράφιζε ακόμα, έκαιγε. ‘Aγγιξα το χέρι σου, πήρα φόρα και δύναμη, μπόρεσα να μιλήσω.

-Παππού αγαπημένε, είπα, δώσ’ μου μιαν προσταγή.

Χαμογέλασε, απίθωσε το χέρι απάνω στο κεφάλι μου. δεν ήταν χέρι, ήταν πολύχρωμη φωτιά. ως τις ρίζεςτου μυαλού μου περεχύθηκε η φλόγα.

-Φτάσε όπου μπορείς παιδί μου…

Η φωνή του βαθιά, σκοτεινή, σα νάβγαινε από το βαθύ λαρύγγι της γης.

‘Εφτασε ως τις ρίζες του μυαλού μου η φωνή του, μα η καρδιά μου δεν τινάχτηκε.

-Παππού, φώναξα τώρα πιο δυνατά, δώσ μου μιαν πιο δύσκολη, πιο κρητικιά προσταγή.

Κι ολομεμιάς, ως να τα πω, μια φλόγα σούριξε ξεσκίζοντας τον αέρα, αφανίστηκε από τα μάτια μου ο αδάμαστος πρόγονος με τις περιπλεγμένες θυμαρόριζες στα μαλλιά του κι απόμεινε στην κορφή του Σινά μια φωνή όρθια, γεμάτη προσταγή, κι ο αέρας έτρεμε:

-Φτάσε όπου δεν μπορείς !…

 

 

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 3 Ιανουαρίου 2016

…Να ταξιδέψω; Για να ταξιδέψω φτάνει να υπάρχω: πηγαίνω από μέρα σε μέρα, σαν από σταθμό σε σταθμό στο σιδηρόδρομο του κορμιού μου ή του πεπρωμένου μου, σκυμμένος πάνω από τους δρόμους και τις πλατείες, πάνω από τα πρόσωπα και τις χειρονομίες, πάντα ίδια και πάντα διαφορετικά, όπως τελικά είναι και τα τοπία. Εάν φαντάζομαι, βλέπω. Τι παραπάνω κάνω ταξιδεύοντας; Μόνο μια αδυναμία ακραία της φαντασίας δικαιολογεί τη μετακίνηση σαν μέσο πλήρωσης των αισθήσεων. «Κάθε δρόμος, μέχρι κι αυτός ο δρόμος του Έντεπφουλ, θα σε οδηγήσει στην άκρη του κόσμου». Αλλά η άκρη του κόσμου, από τότε που ο κόσμος εξαντλήθηκε όταν τον φέραμε όλον βόλτα, είναι το ίδιο το Έντεπφουλ απ’ όπου έφυγες. Στην πραγματικότητα η άκρη του κόσμου, όπως και η αρχή του, είναι η προσωπική μας σύλληψη του κόσμου. Μέσα μας είναι που τα τοπία έχουν τοπίο. Γι’ αυτό όταν τα φαντάζομαι, τα δημιουργώ. Αν τα δημιουργώ υπάρχουν, και εφόσον υπάρχουν, τα βλέπω όπως βλέπω και τ’ άλλα. Γιατί να ταξιδέψω; Στη Μαδρίτη, στο Βερολίνο, στην Περσία, στην Κίνα, στον καθένα από τους δύο Πόλους, πού αλλού θα βρισκόμουνα παρά μέσα σε μένα τον ίδιο, με τη δική μου ιδιαιτερότητα και το δικό μου τρόπο να αισθάνομαι. Η ζωή είναι αυτό που εμείς την κάνουμε να είναι. Τα ταξίδια είναι οι ταξιδιώτες.

Αυτό που βλέπουμε δεν είναι αυτό που βλέπουμε, είναι αυτό που είμαστε…

 

Κυριακή Ψαρρού στις 29 Δεκεμβρίου 2015

Mιὰ φορά, πρόσφατα, σὲ βαγόνι, ἔτυχε ν’ ἀκούσω ὁλόκληρη πραγματεία γιὰ τὸν ἀθεϊσμό. Ὁ ὁμιλητὴς ἦταν ἕνας κύριος ἀπὸ ἐκείνους τοὺς κοσμικοὺς καὶ τεχνοκρατικοὺς κύκλους, ποὺ κατὰ τὰ ἄλλα εἶχε τὴ σκυθρωπή, ἀλλὰ ἀρρωστημένη δίψα γιὰ ἀκροατές.

Ἄρχισε τὴν ὁμιλία του ἀπὸ τὰ μοναστήρια. Δὲν γνώριζε τίποτα σχετικὰ μὲ τὰ μοναστήρια καὶ αὐτὸ φάνηκε ἀπὸ τὶς πρῶτες κι ὅλας λέξεις: δεχόταν τὴν ὕπαρξη τῶν μοναστηριῶν ὡς κάτι τὸ ἀδιαίρετο ἀπὸ τὰ δόγματα τῆς πίστης, φανταζόταν ὅτι τὰ μοναστήρια συντηροῦνται ἀπὸ τὸ κράτος καὶ στοιχίζουν πολὺ ἀκριβὰ στὸ δημόσιο ταμεῖο καί, ξεχνώντας ὅτι οἱ μοναχοὶ εἶναι μιὰ ἀπολύτως ἐλεύθερη ἑταιρεία προσώπων, ὅπως καὶ ὁποιαδήποτε ἄλλη, ἀπαιτοῦσε στὸ ὄνομα τοῦ φιλελευθερισμοῦ τὴν καταστροφή τους, σὰ νὰ ἦταν κάποιο τυραννικὸ καθεστώς. Ὁλοκλήρωσε τὴν ὁμιλία του μὲ ἐπιχειρήματα τοῦ ἀπόλυτου καὶ ἀπέραντου ἀθεϊσμοῦ στὴ βάση τῶν φυσικῶν ἐπιστημῶν καὶ τῶν μαθηματικῶν. Φοβερὰ συχνὰ ἀναφερόταν στὶς φυσικὲς ἐπιστῆμες καὶ τὰ μαθηματικά, χωρὶς νὰ παραθέτει, ἄλλωστε, οὔτε ἕνα ἐπιχείρημα δανεισμένο ἀπὸ αὐτὲς τὶς ἐπιστῆμες κατὰ τὴ διάρκεια ὁλόκληρης τῆς διατριβῆς του.

Μιλοῦσε παρόλα αὐτὰ μόνος του, ἐνῷ οἱ ὑπόλοιποι ἄκουγαν: «Θὰ διαπαιδαγωγήσω τὸ γιό μου νὰ εἶναι τίμιος ἄνθρωπος, αὐτὸ εἶναι ὅλο κι ὅλο», συμπέρανε τελειώνοντας, ἔχοντας φανερὰ τὴν πεποίθηση ὅτι τὰ ἀγαθὰ ἔργα, ἡ ἠθικὴ καὶ ἡ τιμιότητα εἶναι κάτι τὸ δεδομένο καὶ τὸ ἀπόλυτο, ποὺ δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τίποτα καὶ τὸ ὁποῖο πάντα μπορεῖ κανεὶς νὰ τὸ βρεῖ στὴν τσέπη του, ὅταν τὸ ἔχει ἀνάγκη, χωρὶς κόπους, ἀμφιβολίες καὶ παρεξηγήσεις. Καὶ αὐτὸς ὁ κύριος εἶχε ἀσυνήθιστη ἐπιτυχία. Μαζί του ἦταν ἀξιωματικοί, γέροντες, κυρίες καὶ μεγάλα παιδιά. Τὸν εὐχαρίστησαν θερμὰ φεύγοντας γιὰ τὴν μεγάλη εὐχαρίστηση ποὺ τοὺς ἔδωσε καὶ μία κυρία μάλιστα, μητέρα μιᾶς οἰκογένειας, ντυμένη στὰ μετάξια καὶ πολὺ ὄμορφη, γελώντας εὐχάριστα, δυνατά, τοῦ ἀνακοίνωσε ὅτι τώρα πλέον εἶναι πεισμένη ὅτι στὴν ψυχή της ὑπάρχει «μόνο ἀτμός». Καὶ αὐτὸς ὁ κύριος ἔφυγε μὲ ἕνα ἀσυνήθιστο συναίσθημα σεβασμοῦ πρὸς τὸν ἑαυτό του.

Αὐτὸς λοιπὸν ὁ σεβασμὸς εἶναι ποὺ μὲ κάνει νὰ χάνω τὰ μυαλά μου. Τὸ ὅτι ὑπάρχουν βλάκες καὶ φλύαροι, φυσικὰ δὲν μπορεῖ νὰ μᾶς καταπλήσσει• αὐτὸς ὅμως ὁ κύριος εἶναι φανερὸ ὅτι δὲν εἶναι βλάκας. Πιθανὸ νὰ μὴν εἶναι οὔτε καὶ ἀπατεώνας, οὔτε καὶ ἀχρεῖος• μπορεῖ μάλιστα νὰ εἶναι τίμιος ἄνθρωπος καὶ καλὸς πατέρας. Αὐτὸς ἁπλὰ δὲν κατανοοῦσε ἀπολύτως τίποτα ἀπὸ ὅλα ἐκεῖνα ποὺ ἀποφάσισε νὰ κρίνει. Δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ μὴν τοῦ ἦρθε στὸ μυαλὸ ἡ σκέψη μετὰ ἀπὸ μία ὥρα, ἡμέρα ἢ μήνα: «Φίλε μου, Ἰβὰν Βασίλιεβιτς (ἢ ὅπως ἀλλιῶς τὸν ἔλεγαν), συζητοῦσες, ἀλλὰ δὲν γνωρίζεις τίποτα γιὰ ὅλα αὐτὰ ποὺ ἔλεγες. Βλέπεις, αὐτὸ τὸ γνωρίζεις καλύτερα ἀπὸ τὸν καθένα. Νά, λοιπόν, ποὺ ἀναφερόσουν στὶς φυσικὲς ἐπιστῆμες καὶ τὰ μαθηματικὰ − ὅμως γνωρίζεις καλύτερα ἀπ’ ὅλους ὅτι τὰ φτωχὰ μαθηματικὰ ποὺ ἔμαθες στὸ δικό σου σχολεῖο ἀπὸ καιρὸ τώρα τὰ ἔχεις ξεχάσει, ἄλλωστε ποτὲ δὲν τὰ κατεῖχες καλά, ἐνῷ ποτέ σου δὲν εἶχες καμιὰ σχέση μὲ τὶς φυσικὲς ἐπιστῆμες. Πῶς τότε μιλοῦσες; Μὲ ποιό δικαίωμα δίδασκες τοὺς ἄλλους; Γιατὶ καταλαβαίνεις πολὺ καλὰ ὅτι τὸ μόνο ποὺ ἔκανες ἦταν νὰ ψεύδεσαι• καὶ δὲν φτάνει αὐτό, ἀλλὰ μέχρι σήμερα ἐξακολουθεῖς νὰ εἶσαι ὑπερήφανος γιὰ τὸν ἑαυτό σου• δὲ ντρέπεσαι καθόλου;».

Εἶμαι πεπεισμένος ὅτι θὰ μποροῦσε νὰ ἀναρωτηθεῖ, ἄσχετα μὲ τὸ ὅτι θὰ ἦταν ἀπασχολημένος μὲ «ὑποθέσεις» καὶ δὲν θὰ εἶχε καθόλου χρόνο νὰ ἀναζητᾶ ἀπαντήσεις σὲ ἀργόσχολες ἐρωτήσεις. Εἶμαι ἀναμφισβήτητα πεπεισμένος ὅτι αὐτὲς οἱ σκέψεις, ἔστω καὶ φευγαλέα, πέρασαν ἀπὸ τὸ μυαλό του. Αὐτὸς ὅμως δὲ ντράπηκε, δὲ φιλοτιμήθηκε! Αὐτὴ ἡ γνωστοῦ εἴδους ἀναισχυντία τοῦ Ρώσου διανοουμένου εἶναι ἕνα σημαντικό, κατὰ τὴ γνώμη μου, φαινόμενο. Καὶ δὲ σημαίνει ἀπολύτως τίποτα τὸ γεγονὸς ὅτι αὐτὴ βρίσκεται παντοῦ καὶ πάντα καὶ ὅτι ὅλοι τὴν ἔχουν συνηθίσει καὶ βαρεθεῖ• παρόλα αὐτὰ ἐξακολουθεῖ νὰ παραμένει γεγονὸς ἀξιοθαύμαστο καὶ ἀξιοπερίεργο. Μᾶς μαρτυρεῖ γιὰ τὴν ἀδιαφορία ποὺ κυριαρχεῖ ἀπέναντι στὴν κρίση τοῦ ἴδιου μας τοῦ ἑαυτοῦ ἐνώπιον τῆς συνείδησής μας ἤ, πράγμα ποὺ εἶναι τὸ ἴδιο, μᾶς μαρτυρεῖ γιὰ τὴν ἀσυνήθιστη ἔλλειψη σεβασμοῦ ἀπέναντι στὸν ἑαυτό μας καὶ μᾶς ὁδηγεῖ στὴν ἀπογοήτευση καὶ τὴν ἀπώλεια κάθε ἐλπίδας ὅτι μπορεῖ νὰ συμβεῖ κάτι τὸ ἀνεξάρτητο καὶ σωτήριο γιὰ τὸ ἔθνος, ἀκόμη καὶ στὸ μέλλον, ἀπὸ τέτοιους ἀνθρώπους καὶ τέτοια κοινωνία. Τὸ ἀκροατήριο, δηλαδὴ ἡ ἐπιφάνεια, τὸ εὐρωπαϊκὸ περίβλημα, ὁ νόμος ποὺ ἔχει δοθεῖ ἀπὸ τὴν Εὐρώπη «ἅπαξ διὰ παντός» − αὐτὸ τὸ ἀκροατήριο ἔχει καταλυτικὴ ἐπίδραση σὲ κάθε Ρῶσο.

agiazoni.gr

 

Ἡ μαμὰ γύρισε κουρασμένη ἀπὸ τὴ δουλίτσα της, ἔγειρε στὴν ἀγκαλιὰ τοῦ μπαμπᾶ νὰ ξεκουραστεῖ καὶ βρῆκα τὴν εὐκαιρία νὰ χωθῶ ἀνάμεσά τους, ποὺ εἶναι τόσο ζεστά, φτάνει νὰ μὴν ἐμφανιστεῖ ὁ Ἀχιλλέας – ὁ Ἀχιλλέας εἶναι ὁ βλάκας ὁ μεγάλος μου ἀδερφὸς – καὶ θέλει κι αὐτὸς ἀγκαλίτσες. Μοῦ ἀρέσει πολὺ ἡ ἀγκαλίτσα τοῦ μπαμπὰ καὶ τῆς μαμᾶς καὶ δὲν θέλω καθόλου νὰ μαλώνουνε, γιατί ὁ μπαμπὰς καὶ ἡ μαμὰ εἶναι κι οἱ δυό τους πολὺ καλοί, ὄχι σὰν τὸν Ἀχιλλέα, ποὺ σὲ κάνει νὰ τσακώνεσαι κάθε τρεῖς καὶ λίγο!

Μερικὲς φορὲς ὅμως ὁ μπαμπὰς δὲν συμφωνεῖ μὲ τὴ μαμὰ καὶ ἔχουμε γκρίνιες, ὅπως τότε ποὺ ἀποφασίζαμε σὲ ποιὸ σχολεῖο θὰ πάει ὁ ἀδερφός μου. Ἡ μαμὰ ἤθελε νὰ πάει σὲ ἕνα μεγάλο σχολεῖο μακριὰ ἀπὸ τὸ σπίτι μας καὶ ὁ μπαμπάς μου τῆς ἔλεγε πὼς καὶ τὸ δικό μας, αὐτὸ ποὺ ἔχουμε στὴ γειτονιὰ καὶ πηγαίνει ὁ φίλος μου ὁ Φίλιππος, εἶναι μία χαρά. Κάθε φορὰ ποὺ ὁ Ἀχιλλέας ἤτανε κοντά, κοιτάζονταν μὲ νόημα καὶ σταματοῦσαν τὴ συζήτηση, ἀλλὰ ἐμένα μὲ ξεχνοῦσαν καὶ τοὺς ἄκουγα νὰ μαλώνουνε ποιὸ εἶναι τὸ καλύτερο σχολεῖο γιὰ τὸν ἀδερφό μου.

Μία μέρα ὁ μπαμπὰς εἶπε πὼς δὲν μποροῦμε νὰ πληρώνουμε κι ἄλλα λεφτά, φτάνουν ὅσα δίνουμε γιὰ τὸ σταθμὸ τῆς μικρῆς, καὶ ἡ μαμὰ τὸν κοίταξε πολὺ ἄγρια ὅπως κοίταξε τὸν Ἀχιλλέα ὅταν ἔσπασε τὸ βάζο τῆς θείας Οὐρανίας, δείχνοντας πρὸς τὴ μεριά μου. Ὁ μπαμπάς μου κοκκίνισε, μὲ πῆρε ἀγκαλιὰ καὶ κάναμε τρενάκι σὲ ὅλο τὸ σπίτι. Μοῦ ἀρέσει πολὺ ὅταν ὁ μπαμπὰς δὲν ἔχει δουλίτσα καὶ παίζουμε τὸ τρενάκι! Μία φορὰ ποὺ κάναμε τρενάκι στὶς σκάλες, ὁ μπαμπάς μου σταμάτησε γιατί κουράστηκε πολὺ καὶ φούσκωσε, καὶ ἡ μαμὰ τοῦ ἔλεγε ὅτι ἔχει μεγαλώσει ἡ κοιλιά του καὶ δὲν μετράει τὴν πίεσή του καὶ πότε θὰ πᾶμε νὰ κάνουμε τὴ δοκιμασία κοπώσεως ποὺ τοῦ ζήτησε ὁ γιατρὸς καὶ τὴ ζαχάρου, ἢ κάτι μὲ ζάχαρη, δὲν κατάλαβα καλά. Ἡ μαμὰ δὲν ἀφήνει τὸν μπαμπὰ νὰ τρώει γλυκὰ μὲ ζάχαρη, γιατί μαζεύεται στὸ αἷμα του καὶ θὰ τοῦ κάνει κακό, καὶ πρέπει νὰ τρώει λίγο καὶ νὰ μὴν ἔχει κοιλίτσα καὶ νὰ περπατάει τὰ βράδια μετὰ τὴ δουλίτσα του.

Ὁ μπαμπὰς ὅμως φεύγει γιὰ τὴ δουλίτσα του πολὺ πρωί, καὶ ὅταν γυρίζει εἶναι πολὺ κουρασμένος καὶ δὲν μπορεῖ νὰ περπατάει, οὔτε νὰ παίζουμε τὸ τρενάκι μπορεῖ. Ἡ μαμὰ ἔχει δουλίτσα μακριὰ ἀπὸ τὸν μπαμπὰ καὶ κουράζεται κι αὐτὴ πολὺ στὴ δουλίτσα της. Ἐγὼ ζηλεύω ποὺ ἡ μαμὰ καὶ ὁ μπαμπὰς πᾶνε στὴ δουλίτσα τους καὶ θέλω νὰ πάω κι ἐγώ, ἀλλὰ ἡ μαμά μου λέει πὼς ἡ δικιά μου δουλίτσα εἶναι τὸ σχολεῖο, ἐγὼ ὅμως ὅταν μεγαλώσω θὰ κάνω δουλίτσα σὰν τῆς μαμᾶς καὶ τοῦ μπαμπᾶ, σχολεῖο νὰ πηγαίνει ὁ Ἀχιλλέας!

Ἄλλες φορὲς πάλι ὁ μπαμπὰς καὶ ἡ μαμὰ ἔχουνε δουλίτσα καὶ τὸ βράδυ, κι ἐμεῖς μένουμε μὲ τὴ γιαγιά μου, κι ἐγὼ εἶμαι πολὺ χαρούμενη, γιατί μᾶς κάνει τηγανίτες μὲ μέλι καί, ἅμα εἶμαι καλὸ κορίτσι, κοιμᾶμαι στὴν ἀγκαλίτσα της. Ἡ γιαγιά μου φτιάχνει τηγανίτες καὶ πίττες καὶ ὡραῖες σοῦπες πού μοῦ ἀρέσουνε πολὺ καὶ αὐγὰ μάτια ποὺ ἀρέσουνε στὸν Ἀχιλλέα. Ἡ γιαγιὰ μᾶς ἀγαπάει πολύ, ἀλλὰ μόνο ἐγὼ κοιμᾶμαι στὴν ἀγκαλίτσα της, γιατί ὁ Ἀχιλλέας εἶναι ὁλόκληρος ἄντρας καὶ κοιμᾶται μόνος στὸ κρεβάτι του, καὶ ἡ ἀγκαλίτσα της εἶναι πολὺ ζεστὴ καὶ μαλακὴ καὶ μοῦ ἀρέσει πολὺ γιατί μυρίζει ὡραῖα.

Ἡ μαμά μου μαλώνει τὴ γιαγιὰ ἅμα μᾶς φτιάχνει τηγανίτες μὲ μέλι τὸ βράδυ, γιατί τὸ βράδυ δὲν πρέπει νὰ τρῶμε πολύ, γιατί ἀμέσως μετὰ κοιμόμαστε. Ἡ μαμὰ λέει πὼς φτιάχνουμε τηγανίτες τὶς Κυριακές, ποὺ ἔχει καλὸ καιρὸ καὶ πᾶμε στὴν παιδικὴ χαρὰ καὶ κάνουμε βόλτα στὸ πάρκο καὶ ἔχουμε κουραστεῖ καὶ πεινᾶμε σὰν λύκοι, ὅπως λέει ὁ μπαμπάς. Ἡ μαμὰ ὅμως λέει ὅτι δὲν πρέπει νὰ πεινᾶμε σὰν λύκοι, πρέπει πάντα κάτι νὰ τρῶμε πρὶν πεινάσουμε πολύ, καὶ ἡ μαμὰ παίρνει μαζί της στὴν παιδικὴ χαρὰ μπανάνες κι ἀχλάδια καὶ μῆλα, ποὺ ἐμένα μοῦ ἀρέσουνε πολύ.

Σάββατο καὶ Κυριακὴ εἶναι οἱ καλύτερες ἡμέρες, γιατί ὁ μπαμπὰς καὶ ἡ μαμὰ δὲν ἔχουνε δουλίτσα καὶ ἐμεῖς δὲν πᾶμε σχολεῖο καὶ μποροῦμε νὰ ζωγραφίσουμε καὶ νὰ παίξουμε στὴν παιδικὴ χαρὰ καὶ νὰ κάνουμε ποδήλατο. Ὁ Ἀχιλλέας ἔχει ἕνα μεγάλο ποδήλατο καὶ ὁ μπαμπὰς τὸν παίρνει μαζὶ σὲ μεγάλες βόλτες, γιατί δὲν τοῦ ἀρέσει στὴν παιδικὴ χαρά, εἶναι ἄντρας πιὰ καὶ ἐγὼ θὰ πάρω μεγάλο ποδήλατο μὲ κουδούνι καὶ κόκκινη σέλα καὶ θὰ πηγαίνουμε ὅλοι μαζὶ μεγάλες βόλτες πολὺ μακριά. Τώρα ὅμως μένω μὲ τὴ μαμά μου στὴν παιδικὴ χαρὰ καὶ μοῦ ἀρέσει πολύ, γιατί ἔχω φίλους καὶ κάνουμε τσουλήθρα καὶ τραμπάλα καὶ κάνω κούνια μὲ τὴ φίλη μου τὴ Μαίρη καὶ παραβγαίνουμε ποιὰ θὰ φτάσει πιὸ ψηλὰ κι ἐγὼ μία μέρα πέρασα πολὺ τὴ Μαίρη κι ἔφτασα πολὺ ψηλά, μέχρι τὸν οὐρανό!

Καὶ ἡ μαμά μου ἔχει φίλες στὴν παιδικὴ χαρὰ καὶ μία μέρα τὴν ἄκουσα ποὺ μάλωνε τὴ μαμὰ τῆς Μαίρης, γιατί κάπνιζε κρυφὰ ἀπὸ τὸν μπαμπά της καὶ τὸ κάπνισμα κάνει πολὺ κακὸ καὶ ὁ μπαμπὰς τῆς Μαίρης τὸ ξέρει καὶ δὲν καπνίζει πιά, καὶ ἡ μαμὰ τῆς Μαίρης τὸ ξέρει, ἀλλὰ καπνίζει, καὶ ἡ μαμά μου τὴ μάλωνε γιατί καπνίζει μπροστὰ στὸ παιδί, κι ἐκείνη ἔλεγε ὅτι ὅπου μπορεῖ καπνίζει φτάνει νὰ μὴν τὴ βλέπει ὁ Γιῶργος· Γιῶργος εἶναι ὁ μπαμπὰς τῆς Μαίρης ποὺ εἶναι γιατρὸς καὶ ξέρει ὅτι τὸ τσιγάρο εἶναι πολὺ κακὸ πράγμα. Κι ἐγὼ νομίζω ὅτι ἡ μαμά μου ἔχει δίκιο, δὲν κάνει ἡ μαμὰ τῆς Μαίρης νὰ λέει ψέματα στὸν μπαμπά της, τὰ καλὰ παιδιὰ δὲν λένε ψέματα, οὔτε ὁ Ἀχιλλέας λέει ψέματα! Μόνο οἱ πολιτικοὶ λένε ψέματα, ἔτσι λέει ὁ μπαμπάς μου καὶ ἡ μαμὰ συμφωνεῖ καὶ ἡ μαμὰ τῆς Μαίρης συμφωνεῖ, καὶ ὁ μπαμπάς μου λέει ὅτι τὰ ψέματα τώρα τελειώσανε, ἀλλὰ οἱ πολιτικοὶ κάνουν σὰν νὰ μὴν τὸ ἔχουνε καταλάβει, ἐμεῖς πρέπει νὰ τὸ καταλάβουμε καὶ νὰ ἀλλάξουμε, καὶ ἂν ἀλλάξουμε ἐμεῖς θὰ ἔχουμε καλοὺς πολιτικούς, ποὺ δὲν θὰ λένε ψέματα, ἢ θὰ λένε λιγότερα ψέματα δὲν κατάλαβα καλά. Καὶ ἡ μαμά μου λέει ὅτι μπορεῖ ἔτσι ὅπως τὰ κάναμε νὰ μὴν ἔχουμε λεφτά, ἀλλὰ μποροῦμε νὰ γίνουμε καλύτεροι, τὰ πολλὰ λεφτὰ δὲν εἶναι πάντα γιὰ καλὸ καὶ ὁ μπαμπάς μου λέει ὅτι φοβᾶται πολὺ γιὰ τὸ θεῖο μου τὸν Κώστα, ποὺ δὲν ἔχει πιὰ δουλίτσα, γιατί τὸ μέρος ποὺ δούλευε ἔκλεισε καὶ ἔφυγε ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, καὶ ἐγὼ κατάλαβα ὅτι ἡ δουλίτσα εἶναι κάτι πολὺ καλό, σὰν τὶς τηγανίτες τῆς γιαγιᾶς μὲ μέλι, καὶ ὅπως ὅλα τὰ καλὰ πράγματα δὲν εἶναι πάντα εὔκολο νὰ τὰ ἔχουμε. Αὐτὰ ἤθελα νὰ σᾶς πῶ γιὰ τὴν ἡμέρα μας, τοῦ παιδιοῦ, ἂν καὶ ὁ μπαμπάς μου λέει ὅτι ὅλες οἱ μέρες εἶναι δικές μας καὶ ὅλοι τὰ παιδιὰ πρέπει νὰ σκεφτόμαστε τώρα ποὺ τὰ ψέματα τελειώσανε!

(Πηγή: «Στοὺς ρυθμοὺς τῆς καρδιᾶς», ἔκδ. Ἑλληνικοῦ Ἱδρύματος Καρδιολογίας, τεύχ. 230 –ἀφιέρωμα- 11 Δεκεμβρίου ἡμέρα παγκοσμίως ἀφιερωμένη στὸ παιδί, σ. 87-88)

WWW.AGIAZONI.GR

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 20 Δεκεμβρίου 2015

Έχουμε μεγαλύτερη ανάγκη των φίλων στην ευτυχία ή στη δυστυχία; – Επίλογος: Πεμπτουσία της φιλίας είναι η συνεχής επικοινωνία μεταξύ των φίλων

Μτφρ. Β. Μοσκόβης. 1993. Αριστοτέλους Ηθικά Νικομάχεια. Ι–ΙΙ. Αθήνα: Νομική Βιβλιοθήκη.

 

Πότε χρειάζεται κανείς φίλους στην ευτυχία ή στην δυστυχία του;

Τους ζητά και στις δύο περιπτώσεις, γιατί οι δυστυχισμένοι έχουν ανάγκη από βοήθεια, κι οι ευτυχισμένοι από συντρόφους που συζούν μαζί τους και τους ευεργετούν, γιατί η επιθυμία τους συνίσταται στο να παρέχουν τις ευεργεσίες τους.

Είναι, λοιπόν, πιο αναγκαίο να έχει φίλους στη δυστυχία του, (25) αφού χρειάζεται χρήσιμους φίλους, αλλά από ηθική άποψη ωραιότερο είναι να αισθάνεται την ανάγκη φίλων στην ευτυχία του, γιατί σ’ αυτή την περίπτωση αναζητεί ενάρετους ανθρώπους, γιατί είναι προτιμότερο να παρέχει σ’ αυτούς τις ευεργεσίες του και να τους συναναστρέφεται. Κι είναι η παρουσία των φίλων γλυκειά και στην ευτυχία και στη δυστυχία, γιατί όσο υποφέρουν από οδύνη ανακουφίζεται, (30) όταν συμπάσχουν μαζί τους κι οι φίλοι. Γιατί και θα μπορούσε ν’ αμφιβάλλει κανείς, αν οι φίλοι σηκώνουν κι αυτοί κατά κάποιο τρόπο το βάρος ή, αντίθετα, αν λιγοστεύει τον πόνο η ευχάριστη παρουσία τους κι η πεποίθηση ότι συμμετέχει σ’ αυτόν.

 

Αλλά το ζήτημα, αν ανακουφίζονται γι’ αυτά ή για κάτι άλλο, ας μη το εξετάσουμε τώρα, αρκεί το ότι ανακουφίζονται πραγματικά. (35) Φαίνεται ότι η επίδραση που οφείλεται στην παρουσία είναι ανάμεικτη, [1171b] επειδή το να βλέπει κανείς τους φίλους είναι για τον δυστυχισμένο πολύ ευχάριστο, αφού ο φίλος είναι παρηγοριά και όταν τον βλέπει κανείς και όταν μιλά αν είναι ευαίσθητος. Γιατί ξεύρει τον χαρακτήρα μας καθώς και ό,τι μας προξενεί χαρά ή λύπη. Αλλά, από την άλλη μεριά υποφέρουμε και ‘μεις, (5) όταν βλέπουμε τον φίλο μας να λυπάται για τις δυστυχίες μας, επειδή κάθε φίλος θέλει ν’ αποφεύγει να προκαλεί λύπη στο φίλο του. Γι’ αυτό και οι ανδροπρεπείς από τη φύση τους δεν θέλουν να δίνουν αφορμή στους φίλους τους να συμπάσχουν μαζί τους. Αν όμως δεν αντιλαμβάνονται ότι μονάχα με μια μικρή λύπη των φίλων τους, ανακουφίζουν μια δική τους μεγάλη λύπη, δεν ανέχονται να πάσχει ο φίλος εξαιτίας τους. Γενικά προσπαθούν ν’ αποφεύγουν ανθρώπους που έχουν διάθεση να κλαψουρίζουν όλοι μαζί, γιατί κι αυτοί οι ίδιοι δεν έχουν τάση στο να θρηνούν, (10) μονάχα γυναικάκια και άνδρες γυναικωτοί αισθάνονται χαρά να αναστενάζουν μ’ αυτούς που πενθούν, και αγαπούν αυτά τα πρόσωπα σα φίλους που συμμετέχουν στη θλίψη τους, αλλά έχει χρέος να μιμείται κανείς τον καλύτερο. Αντίθετα στην ευτυχία η παρουσία των φίλων δεν είναι μόνο ευχάριστη, αλλά γεννά και την ιδέα ότι οι φίλοι χαίρονται για τα δικά μας αγαθά. (15) Γι’ αυτό φαίνεται ότι πρέπει να φωνάζουμε πρόθυμα τους φίλους μας, όταν είμαστε ευτυχισμένοι (γιατί είναι ωραίο να ευεργετεί κανείς) και στα ατυχήματά μας να κάνουμε αυτό με δισταγμό (γιατί πρέπει ν’ αποφεύγουμε όσο το δυνατό περισσότερο, να παίρνουν μέρος αυτοί στις λύπες μας). Από ‘δω και το ρητό:

 

«Αρκετό να είμαι μονάχος μου εγώ ο δυστυχής».

 

Τέλος πρέπει να φωνάζουμε προπάντων τους φίλους μας, όταν αυτοί πρόκειται να μας προσφέρουν μια μεγάλη υπηρεσία, χωρίς να ενοχληθούν πολύ. (20) Αντίθετα,πρέπει ίσως να πηγαίνουμε στους φίλους μας απρόσκλητοι και πρόθυμοι, όταν αυτοί είναι δυστυχισμένοι (γιατί είναι καθήκον της φιλίας να εξυπηρετούμε μάλιστα εκείνους που βρίσκονται στην ανάγκη, κι ακόμα όταν αυτοί δεν μας το ζητούν, η τέτοια προθυμία είναι αξιοπρεπέστερη και πιο ευχάριστη κι από τα δύο μέρη). Όταν οι φίλοι μας είναι ευτυχισμένοι, πρέπει να τρέχουμε σ’ αυτούς, εφόσον είμαστε ικανοί να τους εξυπηρετήσουμε (γιατί γι’ αυτό χρειαζόμαστε τους φίλους).Όταν όμως πρόκειται να ευεργετούμεθα, πρέπει να πηγαίνουμε σ’ αυτούς απρόθυμα και αργά (25) (γιατί δεν είναι ωραίο να τρέχει κανείς για να παίρνει οφέλη από τους άλλους). Εννοείται ότι δεν πρέπει κανείς να φαίνεται αγενής αποκρούοντας τις υπηρεσίες που του προσφέρουν οι φίλοι του. Γιατί κι αυτό συμβαίνει κάποτε. Σύμφωνα μ’ αυτά την παρουσία των φίλων πρέπει να την ευχόμαστε σε κάθε περίσταση.

 

Μήπως η συμβίωση δεν είναι για τη φιλία, (30) όπως για τους ερωτευμένους η θέα του λατρεμένου προσώπου, κι όπως οι εραστές προτιμούν την αίσθηση αυτή από κάθε άλλη, εφόσον μέσω αυτής υπάρχει κι απ’ αυτήν γεννιέται το ερωτικό συναίσθημα; Γιατί η φιλία είναι ένα είδος κοινότητας. Επίσης όπως διατίθεται κάποιος προς τον εαυτό του, έτσι διατίθεται και στους φίλους του. Επομένως όπως η αίσθηση της ύπαρξης είναι αγαπητή για μας τους ίδιους, έτσι είναι και σχετικά με τους συνανθρώπους μας. (35) Αλλά η δράση που για χάρη της αντιλαμβανόμαστε την ύπαρξή τους, πραγματοποιείται στη διάρκεια της συμβίωσης [1172a] ώστε η προσπάθεια των φίλων μας απευθύνεται σ’ αυτήν. Τέλος ό,τι ο καθένας θεωρεί σαν πραγματικό «Είναι» και σαν τελικό σκοπό της ύπαρξής του, θέλει να το πραγματοποιεί επικοινωνώντας με τους φίλους του. Άλλοι πίνουν μαζί κρασί, άλλοι παίζουν μαζί κύβους, μαζί γυμνάζονται, άλλοι κυνηγούν με τους φίλους τους (5) και άλλοι φιλοσοφούν μαζί τους. Για να μιλήσουμε σύντομα, κάθε τι που αγαπούμε στη ζωή θέλουμε να το πραγματοποιούμε μαζί με τους φίλους μας, επειδή ο καθένας θέλει να ζει μαζί τους και γι’ αυτό κάμνει και συμμερίζεται μ’ αυτούς κάθε τι που εννοεί με τις λέξεις ζωή και συμβίωση. Γι’ αυτό η φιλία ανάμεσα στους φαύλους γίνεται πηγή του κακού (γιατί εφόσον οι φαύλοι είναι επιπόλαιοι, ο ένας συμμετέχει στην κακία του άλλου, (10) και με τον τρόπο αυτό γίνονται όλοι κακοί, αφού εξομοιώνονται ο ένας με τον άλλο). Αντίθετα η ανάμεσα στους ενάρετους ανθρώπους φιλία γίνεται πηγή αγαθού. Καθημερινά αυξάνεται το ηθικό της περιεχόμενο, και η πρόοδος συντελείται τόσο για την άσκηση της αρετής από κοινού, όσο για την αμοιβαία νουθεσία. Ο ένας δέχεται από τον άλλο τις ευχάριστες σ’ αυτόν ιδιότητες, και από ‘δω προέρχεται και το ρητό:

 

 

 

Κυριακή Ψαρρού στις 10 Δεκεμβρίου 2015

Καθώς έβγαινα για άλλη μια φορά,στην κανονική μου ώρα,από τον ανελκυστήρα,

σκεφτόμουν πως η ζωή μου,με τις μέρες της
που γίνονται όλο και πιο όμοιες στις λεπτομέρειες τους,

μοιάζει μ’ εκείνες τις τιμωρίες που επιβάλλονται στους μαθητές ανάλογα με το σφάλμα τους,

να γράψουν δέκα,εκατό η και περισσότερες φόρες την ίδια φράση

που τουλάχιστον εξαιτίας των πολλών επαναλήψεων γίνεται παράλογη,

μόνο που στη δίκη μου περίπτωση

πρόκειται για μια τιμωρία που λέει “όσες φορές αντέξεις”.

logopoihmata.blogspot.gr

Κυριακή Ψαρρού στις 10 Δεκεμβρίου 2015

 

“…Κάθε φορά που θα νιώθεις χαμένη, μπερδεμένη, να σκέφτεσαι τα δέντρα, να θυμάσαι τον τρόπο με τον οποίο μεγαλώνουν. Να θυμάσαι ότι ένα δέντρο με πλούσια φυλλώματα και λίγες ρίζες ξεριζώνεται με το πρώτο φύσημα του αέρα, και σ’ ένα δέντρο με πολλές ρίζες και ισχνά φυλλώματα η λέμφος κυλάει με δυσκολία. Ρίζα και φυλλώματα πρέπει ν’ αναπτύσσονται με το ίδιο μέτρο, πρέπει να μένεις μέσα στα πράγματα και πάνω από αυτά, μόνο έτσι  θα μπορέσεις να προσφέρεις σκιά και καταφύγιο, μόνο έτσι θα μπορέσεις να γεμίσεις με λουλούδια και καρπούς τη κατάλληλη εποχή.
     Κι όταν θ’ ανοιχτούν μπροστά σου τόσοι δρόμοι και δεν θα ξέρεις ποιον να διαλέξεις, μην ακολουθήσεις ένα στη τύχη, αλλά κάθησε και περίμενε. Πάρε βαθιές, γεμάτες εμπιστοσύνη ανάσες, όπως τη μέρα που ήρθες στον κόσμο, χωρίς ν’ αφήσεις τίποτα ν’ αποσπάσει την προσοχή σου. Περίμενε, περίμενε κι άλλο. Μέινε ασάλευτη, σιωπηλή κι άκουσε την καρδιά σου. Κι όταν σου μιλήσει, πήγαινε όπου σε πάει εκείνη…”
“Λες ότι ένα παιδί είναι μια πράξη έρωτα; Βέβαια, η ιδέα είναι σωστή, αλλά πίστεψέ με, όποιος έγινε γονιός, δε θα το έλεγε ποτέ αυτό. Ξέρεις τι είναι στην πραγματικότητα ένα παιδί; Είναι ένα σακούλι κι εσύ ρίχνεις μέσα του τα πάντα, ρίχνεις εκεί όλα όσα δεν έχεις και θα ήθελες να έχεις. Ρίχνεις τα κενά σου, τους φόβους σου, τα πράγματα που έχεις και δεν τα θέλεις…Μέσα στη μανία σου να ρίχνεις και να ρίχνεις, ξεχνάς ότι το σακούλι υπάρχει ήδη, ότι έχει μια δική του ιστορία…”
Κυριακή Ψαρρού στις 10 Δεκεμβρίου 2015

(συνομιλια αναμεσα σε πρακτορα κ Αμάντα με θεμα την εξουσια , το εθνος κ την ελευθερια)

πρακτορας: ”εγω διακινδυνευσα τη ζωη μου..”
αμαντα: ”διακινδυνευσες τη ζωη σου αλλα τι αλλο εχεις διακινδυνευσει; Διακινδυνευσες ποτε την αποδοκιμασια των αλλων; Διακινδυνευσες ποτε την οικονομικη σου ασφαλεια; Διακινδυνευσες ποτε μια πεποιθηση σου; Το να διακινδυνεύσει κανείς τη ζωή του δε δείχνει ιδιαιτερο θαρρος. Στη χειροτερη περιπτωση θα τη χασεις,οποτε θα πας στον παραδεισο των ηρωων και ολα θα ειναι μελι γαλα στον αιωνα τον απαντα. Ετσι δεν ειναι; Κερδιζεις την ανταμοιβη σου κ δεν εχεις αλλες συνεπειες.Αυτο δεν ειναι θαρρος.
Πραγματικο θαρρος ειναι να διακινδυνευσεις κατι που μπορει να σε αναγκασει να επανεξετασεις τις σκεψεις σου, και να αλλαξεις, και να επεκτεινεις τη συνειδητοτητα σου.
Πραγματικο θαρρος ειναι να διακινδυνευσεις τα κλισε σου”

www.λεσχη.gr