Πεζογραφία

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 25 Φεβρουαρίου 2017
Αναρωτιέμαι μερικές φορές: είμαι εγώ που σκέφτομαι καθημερινά πως η ζωή μου είναι μία; Όλοι οι υπόλοιποι το ξεχνούν; Ή πιστεύουν πως θα έχουν κι άλλες, πολλές ζωές, για να κερδίσουν τον χρόνο που σπαταλούν;

Μούτρα. Ν’ αντικρίζεις τη ζωή με μούτρα. Τη μέρα, την κάθε σου μέρα. Να περιμένεις την Παρασκευή που θα φέρει το Σάββατο και την Κυριακή για να ζήσεις. Κι ύστερα να μη φτάνει ούτε κι αυτό, να χρειάζεται να περιμένεις τις διακοπές. Και μετά ούτε κι αυτές να είναι αρκετές. Να περιμένεις μεγάλες στιγμές. Να μην τις επιδιώκεις, να τις περιμένεις. Κι ύστερα να λες πως είσαι άτυχος και πως η ζωή ήταν άδικη μαζί σου.

Και να μη βλέπεις πως ακριβώς δίπλα σου συμβαίνουν αληθινές δυστυχίες που η ζωή κλήρωσε σε άλλους ανθρώπους. Σ’ εκείνους που δεν το βάζουν κάτω και αγωνίζονται. Και να μην μαθαίνεις από το μάθημά τους. Και να μη νιώθεις καμία φορά ευλογημένος που μπορείς να χαίρεσαι τρία πράγματα στη ζωή σου, την καλή υγεία, δυο φίλους, μια αγάπη, μια δουλειά, μια δραστηριότητα που σε κάνει να αισθάνεσαι ότι δημιουργείς, ότι έχει λόγο η ύπαρξή σου.

Να κλαίγεσαι που δεν έχεις πολλά. Που κι αν τα είχες, θα ήθελες περισσότερα. Να πιστεύεις ότι τα ξέρεις όλα και να μην ακούς. Να μαζεύεις λύπες και απελπισίες, να ξυπνάς κάθε μέρα ακόμη πιο βαρύς. Λες και ο χρόνος σου είναι απεριόριστος.

Κάθε μέρα προσπαθώ να μπω στη θέση σου. Κάθε μέρα αποτυγχάνω. Γιατί αγαπάω εκείνους που αγαπούν τη ζωή. Και που η λύπη τους είναι η δύναμή τους. Που κοιτάζουν με μάτια άδολα και αθώα, ακόμα κι αν πέρασε ο χρόνος αδυσώπητος από πάνω τους. Που γνωρίζουν ότι δεν τα ξέρουν όλα, γιατί δεν μαθαίνονται όλα. Που στύβουν το λίγο και βγάζουν το πολύ. Για τους εαυτούς τους και για όσους αγαπούν. Και δεν κουράζονται να αναζητούν την ομορφιά στην κάθε μέρα, στα χαμόγελα των ανθρώπων, στα χάδια των ζώων, σε μια ασπρόμαυρη φωτογραφία, σε μια πολύχρωμη μπουγάδα.

Όσο κι αν κανείς προσέχει

όσο κι αν το κυνηγά

πάντα, πάντα θα ‘ναι αργά

δεύτερη ζωή δεν έχει.

(από Το Παράπονο, του Οδ. Ελύτη)

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 19 Φεβρουαρίου 2017

Μου λείπει η θάλασσά μου. Μου λείπει που όταν χαζεύω τον κόσμο της το μυαλό βλέπει μόνο χρώματα, φύκια έρμαια των θαλάσσιων ρευμάτων και ψαράκια που με κάνουν να μετακινώ το πέλμα μου προσπαθώντας να τα αγγίξω. Μου λείπει που παρά το ότι τα αυτιά μου είναι κλειστά, δεν ακούω τις σκέψεις μου, αλλά μόνο το βουητό του βυθού. Μου λείπει το αλάτι της που καίει το δέρμα μου και αφήνει άσπρους χάρτες στους ώμους μου, όταν στεγνώσω. Μου λείπει που όταν τα μαλλιά μου μπλεχτούν από τον αέρα στο στόμα μου, έχουν αυτή την αλμύρα. Μου λείπει η μυρωδιά της που φουσκώνει τους πνεύμονές μου με αισιοδοξία ή ηρεμία σε κάθε εισπνοή. Μου λείπουν αυτές οι υπέροχες φυσαλλίδες που δημιουργούνται σε κάθε μακροβούτι. Μου λείπει η εικόνα της επιφάνειάς της, όταν ανηφορίζω προς αυτήν μετά απο μια βουτιά σε μεγάλο βάθος, ενώ αισθάνομαι ότι ο αέρας μου λιγοστεύει. Μου λείπουν οι σκιές στο βυθό που δημιουργούνται από τις ακτίνες του ήλιου. Μου λείπουν οι σταγόνες που θαμπώνουν τα μάτια μου και οι αντανακλάσεις του ήλιου πάνω στο νερό που γεμίζουν το οπτικό μου πεδίο με εκατομμύρια αστεράκια. Μέσα στο χειμώνα, μου λείπει αφόρητα η θάλασσά μου.

Από athensvoice.gr

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 19 Φεβρουαρίου 2017

ΣΤΗΝ ΠΙΟ ΗΣΥΧΗ ΩΡΑ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ, καθώς ήμουν ξαπλωμένος και μισοκοιμισμένος, οι εφτά εαυτοί μου κάθισαν μαζί και έτσι κουβέντιαζαν ψιθυριστά.

Ο ΠΡΩΤΟΣ ΕΑΥΤΟΣ: Εδώ, σε αυτόν τον τρελό, κατοίκησα όλα αυτά τα χρόνια, χωρίς να κάνω τίποτα παρά να ανανεώνω τον πόνο του την ημέρα και να ξαναδημιουργώ τη θλίψη του τη νύχτα. Δε μπορώ να αντέξω άλλο τη μοίρα μου, και τώρα επαναστατώ.

Ο ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΕΑΥΤΟΣ: Η δικιά σου μοίρα είναι καλύτερη από τη δικιά μου, αδελφέ, γιατί μου δόθηκε να είμαι ο χαρούμενος εαυτός αυτού του τρελού. Γελώ το γέλιο του και τραγουδώ τις χαρούμενες ώρες του, και με τριπλο-φτερωμένα πόδια χορεύω τις φωτεινότερες σκέψεις του. Εγώ θα έπρεπε να επαναστατήσω ενάντια στην κουρασμένη μου ύπαρξη

. Ο ΤΡΙΤΟΣ ΕΑΥΤΟΣ: Και εγώ ο από αγάπη κυριαρχούμενος εαυτός, ο φλεγόμενος πυρσός του αχαλίνωτου πάθους και των φανταστικών επιθυμιών; Εγώ ο αρρωστημένος από αγάπη εαυτός είμαι που θα έπρεπε να επαναστατήσει εναντίον αυτού του τρελού. Ο ΤΕΤΑΡΤΟΣ ΕΑΥΤΟΣ: Εγώ, απ’ όλους εσάς, είμαι ο πιο δυστυχισμένος, γιατί τίποτα δε μου δόθηκε εκτός από απεχθές μίσος και καταστροφική αηδία. Εγώ είμαι, ο θυελλώδης εαυτός που γεννήθηκα στις μαύρες σπηλιές της Κόλασης, αυτός που θα έπρεπε να διαμαρτυρηθεί και να μην υπηρετεί αυτόν τον τρελό.

Ο ΠΕΜΠΤΟΣ ΕΑΥΤΟΣ: Όχι, εγώ είμαι, ο σκεπτόμενος εαυτός, ο φαντασιόπληκτος εαυτός, ο εαυτός της πείνας και της δίψας, αυτός που είναι καταδικασμένος να τριγυρνά χωρίς ξεκούραση, ψάχνοντας άγνωστα και όχι ακόμα δημιουργημένα πράγματα -εγώ είμαι, όχι εσείς, αυτός που θα έπρεπε να επαναστατήσω.

Ο ΕΚΤΟΣ ΕΑΥΤΟΣ: Και εγώ, ο εργαζόμενος εαυτός, ο θλιβερός εργάτης, που με υπομονετικά χέρια και γεμάτα λαχτάρα μάτια, κάνω τις ημέρες εικόνες και δίνω νέες και αιώνιες μορφές στα άμορφα στοιχεία -εγώ είμαι, ο μοναχικός, αυτός που θα έπρεπε να επαναστατήσω ενάντια σ’ αυτόν τον ανήσυχο τρελό.

Ο ΕΒΔΟΜΟΣ ΕΑΥΤΟΣ: Πόσο περίεργο που όλοι σας θα έπρεπε να επαναστατήσετε ενάντια σ’ αυτόν τον άνθρωπο, επειδή ο καθένας σας έχει μια προκαθορισμένη μοίρα να εκπληρώσει. Α! να μπορούσα να ήμουν σαν κάποιον από εσάς, ένας εαυτός με προαποφασισμένη μοίρα! Αλλά δεν έχω καμία, είμαι ο κάνω-τίποτα εαυτός, αυτός που κάθεται στο άλαλο, κενό τίποτα και ποτέ, ενώ εσείς είστε απασχολημένοι να ξαναδημιουργείτε ζωή. Εσείς είστε ή εγώ, γείτονες, που θα έπρεπε να επαναστατήσω;

ΟΤΑΝ Ο ΕΒΔΟΜΟΣ ΕΑΥΤΟΣ ΜΙΛΗΣΕ ΕΤΣΙ, οι άλλοι έξι τον κοίταξαν με οίκτο και δεν είπαν τίποτα άλλο -και καθώς η νύχτα πύκνωνε, ο ένας μετά τον άλλο έπεσαν για ύπνο τυλιγμένοι σε μια νέα και χαρούμενη υποταγή. ΑΛΛΑ Ο ΕΒΔΟΜΟΣ ΕΑΥΤΟΣ ΠΑΡΕΜΕΙΝΕ να κοιτά και να παρατηρεί το τίποτα, το οποίο βρίσκεται πίσω απ’ όλα τα πράγματα.

[Πηγή: www.doctv.gr

Κυριακή Ψαρρού στις 12 Φεβρουαρίου 2017

 

Αυτή την ιστορία τη λέω πάντα, την έχω γράψει και πολλοί από σας την έχετε ακούσει χιλιάδες φορές, μ’ αρέσει όμως τόσο πολύ. Στο μάθημα της Αγάπης ένα κορίτσι είπε ένα βράδυ: «Ξέρω γιατί απελπίζομαι τόσο συχνά. Είναι γιατί θέλω να με αγαπούν όλοι κι αυτό δεν είναι ανθρωπίνως δυνατόν. Θα μπορούσα να είμαι το πιο ζουμερό, το πιο γευστικό, το πιο συναρπαστικό ροδάκινο του κόσμου και να προσφέρομαι σε όλους. Υπάρχουν όμως άνθρωποι που είναι αλλεργικοί στα ροδάκινα. Αυτοί θα θελήσουν ίσως να γίνω μπανάνα». Πόσο συχνά δε γινόμαστε μπανάνες για άλλους, που θέλουν ροδάκινα! Τι θλιβερή φρουτοσαλάτα. Είναι προτιμότερο να πεις στον άλλο: «Λυπάμαι πολύ που δεν μπορώ να είμαι μπανάνα, θα το ‘θελα πολύ να ήμουνα μπανάνα για σένα. Βλέπεις όμως, είμαι ροδάκινο».

Και ξέρετε τι θα συμβεί; Αν περιμένετε αρκετά, θα βρείτε κάποιον που του αρέσουν τα ροδάκινα. Και μετά θα μπορείτε να ζήσετε σαν ροδάκινο κι όχι σαν μπανάνα. Σκεφτείτε χάσιμο ενέργειας που έχει κανείς προσπαθώντας να γίνει μπανάνα όταν είναι ροδάκινο!

«Όταν αγαπάς, κινδυνεύεις να μην έχει ανταπόκριση η αγάπη σου». Δεν είναι κακό αυτό. Αγαπάς για ν’ αγαπάς, κι όχι για να πάρεις ανταπόδοση – αυτό δεν είναι αγάπη.

«Όταν ελπίζεις, κινδυνεύεις να πονέσεις». Και «Όταν δοκιμάζεις, κινδυνεύεις να αποτύχεις». Κι όμως πρέπει να ρισκάρεις, γιατί η μεγαλύτερη ατυχία στη ζωή είναι να μη ρισκάρεις τίποτε. Όποιος δε ρισκάρει τίποτε, δεν κάνει τίποτε, δεν έχει τίποτε και δεν είναι τίποτε. Μπορεί ν’ αποφεύγει τον πόνο και τη λύπη, αλλά δε μαθαίνει, δε νιώθει, δεν αλλάζει, δεν αναπτύσσεται, δε ζει και δεν αγαπά. Είναι δούλος αλυσοδεμένος με τις βεβαιότητες και τους εθισμούς του. Έχει ξεπουλήσει το μεγαλύτερο αγαθό του, την ατομική του ελευθερία. Μόνο ο άνθρωπος που ρισκάρει είναι ελεύθερος.

Λέο Μπουσκάλια, Να ζεις, ν’ αγαπάς και να μαθαίνεις, μτφρ. Μαρίνα Λώμη, εκδ. Γλάρος, 1988

ebooks.edu.gr

 

Κυριακή Ψαρρού στις 12 Φεβρουαρίου 2017

Ένα απόσπασμα από το «Υπόγειο»

Όλοι έχουμε ξεσυνηθίσει σε τέτοιο βαθμό τη ζωή, που σε μερικές στιγμές αισθανόμαστε κάποια αηδία για την πραγματική ζωή και για τούτο την αποστρεφόμαστε όταν μας τη θυμίζουν. Καταντήσαμε να θεωρούμε την πραγματική ζωή σαν αγγαρεία, σχεδόν σαν ένα επάγγελμα, και όλοι μέσα μας είμαστε της γνώμης ότι είναι προτιμότερο να ζει κανείς τη ζωή των βιβλίων.

Και γιατί ταραζόμαστε; Γιατί κάνουμε τόσες ανοησίες; Τι ζητούμε; Ούτε και οι ίδιοι το ξέρουμε! Θα υποφέραμε περισσότερο αν οι τρελοί μας πόθοι πραγματοποιούνταν.

Σταθείτε, προσπαθήστε, για παράδειγμα, να μας δώσετε περισσότερη ανεξαρτησία∙ βγάλτε από τη μέση τα εμπόδια, μεγαλώστε τον κύκλο της δράσης σας∙ χαλαρώστε την κηδεμονία, ε, λοιπόν, ναι, σας το διαβεβαιώνω, εμείς όλοι… θα ξαναζητήσουμε αμέσως την κηδεμονία. Το ξέρω καλά πως θα φουρκιστείτε, πως θα μου βάλετε τις φωνές, πως θα χτυπήσετε τα πόδια σας στο πάτωμα. Μιλήστε λοιπόν, θα μου πείτε, για τον εαυτό σας μόνο, και για όλες σας τις αθλιότητες στο υπόγειο, μα δε χρειάζονται δικαιολογίες, δεν έχετε το δικαίωμα να πείτε «εμείς όλοι!».

Επιτρέψετε, κύριοι, γι’ αυτό το εμείς όλοι. Όσο για μένα, στη ζωή μου έφτασα στα άκρα εκείνο που εσείς δεν τολμάτε ούτε στο μισό δρόμο να φέρετε, από δειλία∙ κι ακόμα παίρνετε τη δειλία σας για φρονιμάδα, και παρηγοριόσαστε ξεγελώντας τον εαυτό σας. Γι’ αυτό το λόγο, ίσως να ‘μαι πιο ζωντανός από σας. Μα δώστε, παρακαλώ, περισσότερη προσοχή!

Δεν ξέρουμε ακόμη πού υπάρχει τώρα εκείνο που είναι ζωντανό, από τι είναι και πώς ονομάζεται. Αφήστε μας μόνους, χωρίς βιβλία, κι αμέσως θα πελαγώσουμε, θα τα μπερδέψουμε∙ δε θα ξέρουμε που να στηριχθούμε και σε τι ν’ αφοσιωθούμε, δε θα ξέρουμε τι πρέπει να αγαπήσουμε ή να μισήσουμε, τι πρέπει να εκτιμήσουμε ή να περιφρονήσουμε. Βαριόμαστε ακόμη και που είμαστε άνθρωποι, άνθρωποι με σάρκα και οστά αληθινά, ντρεπόμαστε γι’ αυτό και το θεωρούμε ατιμία μας. Γυρεύουμε να γίνουμε ένας τύπος γενικού ανθρώπου που δεν υπήρξε ποτέ. Είμαστε πεθαμένοι μόλις γεννηθούμε, κι είναι χρόνια και χρόνια που μας γεννούν πατέρες που δεν είναι ζωντανοί, μια κατάσταση που μας ευχαριστεί όλο και πιο πολύ. Μας αρέσει.

Σε λίγο θα επινοήσουμε κάποιο τρόπο να γεννιόμαστε από μια ιδέα. Μα δε θέλω πια να γράφω μέσα απ’ το «υπόγειο»…

Φιόντορ Μιχάηλοβιτς Ντοστογιέφσκι (1821-1881) συγγραφέας.

koutipandoras.gr

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 23 Ιανουαρίου 2017

Άμα πεινάς το ξέρεις. Φωνάζουνε τα σπλάχνα σου. Άμα κρυώνεις, το ίδιο. Άμα αγαπάς, πώς να το καταλάβεις; Γιατί: τι είναι η αγάπη; Κάποιος πήγε να πει κάτι και δεν είπε τίποτα. Είπε πως είναι κάτι σαν φωτιά. Μα είναι; Άλλος είπε πάλι, πως είναι δροσούλα, άλλος σαν δοξαριά. Τι είναι τέλος πάντων… Κι αν, πάλι, αγάπη είναι κάτι που το λένε «αγάπη», είναι αυτό η αγάπη; Βάλε μια δύση κι ένα βαρκάκι να λιώνει μέσα. Ομορφιά! Μα αν δεν υπάρχει μάτι να το δει, είναι ομορφιά; Ένα πουλάκι κελαηδά ολομόναχο σ’ ένα έρημο δάσος… Αν δεν τ’ ακούσει κανείς.. είναι κελάηδηγμα; Κι είναι μπορετό να κελαηδήσει γλυκά ένα ολομόναχο πουλάκι, αν δεν υπάρχει πίσω από κάποιο φύλλο το αυτάκι ενός άλλου πουλιού; Πήγαν κι οι σοφοί να πούνε κάτι πάνω σ’ αυτό και τα κάνανε θάλασσα. Αυτοί, γι’ αγάπη!… Τα μωρά ξέρουν περσσότερα. Ένα λουλούδι είπε: «Αγάπη; Είμαι εγώ». Τρελαίνεσαι με τέτοια καμώματα. Ένας «Πέρσης» θα πει αυτό είναι «τρίχα». Ένας βαρκάρης θ’ αφήσει τα κουπιά και θα σκουπίσει το κούτελο του. Δε θα ξέρει να πει τίποτα. Μπορεί αυτό να είναι αγάπη. Μα είναι; Ποιος να του το πει; Όσο έχεις κάτι μέσα σου και δε χρειάζεται να το πεις, το έχεις και ησυχάζεις. Σε καίει… Σε λιώνει… Εσύ το βλέπεις. Κι αντί να βάλεις τα κλάμματα, το ρίχνεις στο τραγούδι. Είσαι μεθυσμένος και δεν έχεις πιει ούτε στάλα! Αυτό το «πράμα» πρέπει να σκάβεις μέσα σου μια λακούβα να το θάβεις, κι ό, τι βρέξει. Μην το λες πουθενά. Άστο να σε κάψει. Θα ξέρεις ότι χάνεσαι λίγο λίγο από μια αρρώστια που δεν ξέρεις τ’ όνομά της. Θα ξέρεις όμως ότι είναι μια αρρώστια, που σε κάνει όμορφο. Ομορφαίνεις και πεθαίνεις… Κι όταν θα νομίσεις ότι πέθανες… θα ‘χει τελειώσει η αρρώστια. Θα είσαι ζωντανός, μα θα είσαι και άσκημος. Θα ‘χεις φρικτά ασκημίσει. Αλήθεια… αυτό είναι η αγάπη; Όποιος αγαπά δεν μπορεί να το πει. Κι όποιος δεν αγαπά, δεν το ξέρει.

Aπόσπασμα από το βιβλίο «Ένα παιδί μετράει τ’άστρα» του Μενέλαου Λουντέμη.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 21 Ιανουαρίου 2017

Πόσο αντιλαμβανόμαστε τον πραγματικό εαυτό μας και τις αισθήσεις μας; Η Virginia Satir, Αμερικανίδα συγγραφέας και ψυχοθεραπεύτρια, που δούλεψε εκτενώς με οικογένειες, παρατήρησε ότι πολλοί ενήλικες μαθαίνουν από την παιδική τους ηλικία να απορρίπτουν τις πληροφορίες που δέχονται από τις αισθήσεις τους κι έτσι να μην δίνουν σημασία στο τι ακούνε, βλέπουνε, μυρίζουν ή νιώθουν κάθε στιγμή. Υποστηρίζοντας ότι ο άνθρωπος πρέπει να βρίσκεται σε διαρκή επαφή με τον εσωτερικό εαυτό του, ανέπτυξε στο βιβλίο της Making Contact τη θέση των Πέντε Ελευθεριών, οι οποίες βοηθούν τον άνθρωπο να συνδεθεί με τον εαυτό του στο «εδώ και τώρα» και να δει καθαρά τις δημιουργικές επιλογές που έχει στη διάθεσή του ανά πάσα στιγμή:

1.    Η ελευθερία να βλέπουμε και να ακούμε αυτό που υπάρχει κι όχι αυτό που θα «έπρεπε» να υπάρχει, αυτό που υπήρχε ή που θα υπάρξει.

2.    Η ελευθερία να λέει κανείς αυτό που αισθάνεται και σκέφτεται, κι όχι αυτό που θα «έπρεπε» να αισθάνεται και να σκέφτεται.

3.    Η ελευθερία να αισθάνεται κανείς αυτό που αισθάνεται κι όχι αυτό που θα «έπρεπε» να αισθάνεται.

 

4.    Η ελευθερία να ζητάει κανείς αυτό που θέλει κι όχι να περιμένει πάντα την άδεια να το ζητήσει.

5.    Η ελευθερία να διακινδυνεύει κανείς για λογαριασμό του αντί να προτιμά την ασφάλεια της αδράνειας και να μην «ταράζει τα νερά».

Βιώνοντας περισσότερο αυτά που επιθυμεί, ο άνθρωπος μαθαίνει να αντιλαμβάνεται καλύτερα τα συναισθήματά του, να κατανοεί και να τα εξωτερικεύει αντί να τα καταπιέζει, να τα απορρίπτει ή να τα αποκρύβει από τον ίδιο και τον περίγυρό του. Παράλληλα, απελευθερώνεται από πεποιθήσεις της κοινωνίας που για τον ίδιο είναι δυσλειτουργικές και συγκρατούν τον πραγματικό του εαυτό και τις επιθυμίες του, αναγκάζοντάς τον να συμπεριφερθεί με τρόπο μη αυθεντικό.

Από το βιβλίο της Virginia Satir, Making Contact. [Πηγή: www.doctv.gr]

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 19 Ιανουαρίου 2017

Οι καλλιεργημένοι άνθρωποι σέβονται την ανθρώπινη ατομικότητα και γι’ αυτό είναι πάντοτε συγκαταβατικοί, γελαστοί, ευγενικοί, υποχρεωτικοί.

Δεν χαλούν τον κόσμο για το σφυρί ή για τη γομολάστιχα που χάθηκαν. Δεν αγανακτούν για τους θορύβους ή το κρύο.

Δέχονται με καλοσύνη τα χωρατά και την παρουσία ξένων ανθρώπων στο σπιτικό τους. Δεν συμπονούν μονάχα τους κατώτερους, τους αδύναμους και τις γάτες. Πονάει η ψυχή τους και για κείνο που δεν φαίνεται με γυμνό μάτι.

Είναι ντόμπροι και φοβούνται το ψέμα σαν τη φωτιά. Δεν λένε ψέματα ακόμα και για τιποτένια πράγματα. Το ψέμα προσβάλλει εκείνους που το ακούνε και ταπεινώνει στα μάτια τους εκείνους που το λένε. Δεν παίρνουν ποτέ πόζα, στο δρόμο είναι όπως και στο σπίτι τους, δεν ρίχνουν στάχτη στα μάτια του κατώτερου τους.

Δεν είναι φλύαροι και δεν αναγκάζουν τον άλλο να ακούει τις εκμυστηρεύσεις τους όταν δεν τους ρωτάει. Δεν ταπεινώνονται για να κεντήσουν τη συμπόνια του διπλανού. Δεν παίζουν με τις ευαίσθητες χορδές της ψυχής των άλλων για να κερδίζουν σαν αντάλλαγμα αναστεναγμούς και χάδια.

Δεν λένε “εμένα κανείς δεν με καταλαβαίνει”, ούτε “πουλήθηκα για πέντε δεκάρες”, γιατί αυτά δείχνουν πως αποζητάν τις φτηνές εντυπώσεις. Είναι πρόστυχα τερτίπια, ξεθωριασμένα, ψεύτικα. Δεν είναι ματαιόδοξοι. Δεν τους απασχολούν τέτοια ψεύτικα διαμάντια όπως οι γνωριμίες με εξοχότητες.

Όταν κάνουν δουλειά που δεν αξίζει ένα καπίκι, δεν γυρίζουν με χαρτοφύλακα των εκατό ρουβλιών και δεν καμαρώνουν πως τάχα τους άφησαν να μπουν εκεί που δεν επιτρέπουν στους άλλους. Κι ο Κριλώφ ακόμα λέει πως το άδειο βαρέλι ακούγεται πιο πολύ από το γεμάτο.

Αν έχουν ταλέντο, το σέβονται. Θυσιάζουν γι’ αυτό την ησυχία τους, τις γυναίκες, το κρασί, την κοσμική ματαιότητα. Είναι περήφανοι για την αξία τους και έχουν συνείδηση της αποστολής τους. Αηδιάζουν από την ασχήμια και καλλιεργούν μέσα τους την ομορφιά.

Δεν μπορούν να κοιμηθούν με τα ρούχα, δεν μπορούν να βλέπουν στο τοίχο κοριούς, να πατούν σε φτυσιές. Δαμάζουν όσα μπορούν και εξευγενίζουν το ερωτικό ένστικτο. Δεν κατεβάζουν βότκα όπου βρεθούν. Πίνουν μονάχα όταν είναι ελεύθεροι και τους δίνεται ευκαιρία. Γιατί τους χρειάζεται “γερό μυαλό σε γερό κορμί”

________________

Απόσπασμα από γράμμα του Αντόν Τσέχωφ στον αδερφό του Νικολάι τον Μάρτιο του 1886. Ο αδερφός του Τσέχωφ ήταν ένας ταλαντούχος ζωγράφος και συγγραφέας ο οποίος ήταν βυθισμένος στις καταχρήσεις. Ο αλκοολισμός τον είχε φέρει στο σημείο να κοιμάται στους δρόμους αδιαφορώντας για τα ταλέντα του. Όταν πήρε το γράμμα από τον αδερφό του, ο Νικολάι ήταν 28 και ήταν μια προσπάθεια του Αντόν να βοηθήσει τον αδερφό του, να ξαναβρεί τον δρόμο του. Ο Νικολάι θα πεθάνει τρία χρόνια αργότερα

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 10 Ιανουαρίου 2017
……..” Με ενθουσιάζει η ιδέα να μιλήσω για λέξεις, που ξαπλώνουν με ηδυπάθεια για να παντρευτούν τους ήχους, ειδικά τακτοποιημένους κι αποκλειστικά συνταιριασμένους γι’ αυτές.

Εδώ πρέπει ν’ αποκαλύψω πως όταν οι λέξεις έρχονται σ’ επαφή μ’ αυτό που λέμε Μουσική, πριν απ’ όλα λιποθυμούν, ξαπλώνουν, παραδίδονται και χάνουν κάθε από φυσικού τους ενέργεια, κίνηση, ζωή. Κι ύστερα αρχίζει η περιπέτεια της μελωδίας. Πρέπουσας ή απρεπούς. Κατάλληλης ή ακαταλλήλου.
Εγώ όμως θα σας μιλήσω για την πρέπουσα και κατάλληλη. Γι’ αυτήν που θα ταιριάξει άρρηκτα με τις λέξεις, έτσι που δύσκολα θα τις διαβάζει κανείς μετά, χωρίς ν’ αργοκυλά στον νου του το μελωδικό τους ντύσιμο. Μια και η λέξη όταν την πολιορκεί η Μουσική, λούζεται την παρθενική της χάρη και δίχως δική της ρυθμική αγωγή, μένει γυμνή έτσι καθώς ξαπλώνει στο κρεββάτι των «πέντε γραμμών», για να την κάνει δική του ο μουσικός.
Απορρίπτει τη σκόνη από την καθημερινή της χρήση και ξαναπαίρνει την αρχική της πρόθεση, τη δύναμη της καταγωγής της. Για να συζευχθεί η λέξη με τη Μουσική, οφείλει να περάσει μεσ’ απ’ την κάθαρση της ποιητικής θεραπείας. Να αποκτήσει ποιητική υπόσταση – που σημαίνει, να ξαναβρεί αυτή την προαναφερθείσα «παρθενική χάρη» και ν’ αποκαλυφθεί καινούργια, απρόοπτη, έτσι καθώς θα τοποθετηθεί πλάι σε άλλες καινούργιες κι απρόοπτες αναγεννημένες λέξεις. Γιατί – ο Ζίντ λέει – δεν υπάρχει μεγαλύτερο εμπόδιο στην ευτυχία απ’ την ανάμνησή της. Το ίδιο και με τη λέξη. Τίποτα πιο άχρηστο κι οδυνηρό για μια καινούργια της παρουσία απ’ την ανάμνηση των χρήσεών της. Η Ποίηση ξέρει να τη θεραπεύει. Εκείνη μόνο την αποκαλύπτει και τότε μόνο η Μουσική την δέχεται για σύντροφο παντοτινό. Η λέξη, είπαμε, πριν συζευχθεί τον ειδικώς τακτοποιηθέντα ήχο, γίνεται άμορφο σχήμα, σύνολο συλλαβών και φωνηέντων. Όμως σαν φράση-στίχος, σαν μια γραμμική σειρά λέξεων, διατηρεί τον εσωτερικό ρυθμό της και οφείλει να τον διατηρήσει και η Μουσική. Κάθε αυθαίρετο ρυθμικό πλησίασμα της Μουσικής, που δεν παίρνει υπ’ όψη της την εσωτερική ρυθμική αγωγή του στίχου, κινδυνεύει να καταλήξει σε μιαν αταίριαχτη και προδομένη συνουσία. Κι έτσι παρουσιάζεται αυτή η ιδιότυπη αντίθεση λέξης και στίχου, στη μουσική τους μεταμόρφωση. Ενώ η λέξη οφείλει να ξαναρυθμιστεί απ’ τα «εξ ων συνετέθη», η φράση-στίχος διατηρεί τον εσωτερικό ρυθμό της και τοποθετείται μες στη Μουσική, με μια αντίστοιχη ή σχετική ρυθμική μορφή.
Και με τη λέξη ξαναγεννημένη και τοποθετημένη σε μια ειδική αλλά πέρα για πέρα σχετική ηχητική σειρά, αρχίζει το τραγούδι”….

Σταυρούλα Σωτηροπούλου στις 3 Ιανουαρίου 2017

Ξένος του κόσμου και της σάρκας κατέβηκε την παραμονή από τα ύψη, αφού μάζεψε τις φτερούγες, όπως τις κρύβει θεϊκός άγγελος. Έφερνε δώρα από τα πάνω βασίλεια, για να φιλέψει τους κατοίκους της πρωτεύουσας. Ήταν ο καλός άγγελος της πόλης.

Κρατούσε στο χέρι ένα άστρο και στο στήθος του έπαλλε ζωή και δύναμη και από το στόμα του έβγαινε πνοή θεϊκής γαλήνης. Τα δώρα αυτά ήθελε να τα μεταδώσει σε όλους, όσοι πρόθυμα τα δέχονται.
Μπήκε πρώτα σε ένα αρχοντικό μέγαρο. Είδε εκεί την ψευτιά και τη σεμνοτυφία, την ανία και την ανώφελη ζωή, ζωγραφισμένα στα πρόσωπα του άντρα και της γυναίκας και άκουγε τα δυο παιδιά να ψελλίζουν λέξεις σε άγνωστη γλώσσα. Ο Άγγελος πήρε τα τρία ουράνια δώρα του και έφυγε τρέχοντας από εκεί.

Πήγε στην καλύβα ενός φτωχού ανθρώπου. Ο άντρας έλειπε όλη τη μέρα στην ταβέρνα. Η γυναίκα προσπαθούσε με λίγο ξερό ψωμί να αποκοιμίσει τα πέντε παιδιά, βλαστημώντας ταυτόχρονα την ώρα που είχε παντρευτεί. Τα μεσάνυχτα επέστρεψε ο άντρας της, αυτή τον έβρισε νευρική, με φωνή διαπεραστική, εκείνος την έδειρε με το ραβδί με τους ρόζους και μετά από λίγο οι δυο πλάγιασαν, χωρίς να κάνουν την προσευχή τους και άρχισαν να ροχαλίζουν με βαριούς ήχους. Έφυγε από κει ο Άγγελος.

Ανέβηκε σε μεγάλο κτίριο, πλούσια φωτισμένο. Ήταν εκεί πολλά δωμάτια με τραπέζια, κι επάνω τους έσκυβαν άνθρωποι, μετρώντας χρήματα, παίζοντας με χαρτιά. Χλωμοί και δυστυχισμένοι, όλη η ψυχή τους ήταν συγκεντρωμένη στην ασχολία αυτή. Ο Άγγελος κάλυψε με τις φτερούγες του τα μάτια του, για να μη βλέπει, και προσπέρασε.
Στο δρόμο συνάντησε πολλούς ανθρώπους, άλλους να βγαίνουν από τα καπηλειά, πιωμένους, και άλλους να κατεβαίνουν από τα χαρτοπαίγνια, μεθυσμένους από χειρότερο μεθύσι. Είδε μερικούς ν’ ασχημονούν και άκουσε μερικούς να βλαστημούν τον Αη-Βασίλη για φταίχτη. Ο Άγγελος κάλυψε με τις φτερούγες του τα αυτιά, για να μην ακούει, και προσπέρασε.

Ξημέρωνε πια το πρωί της πρωτοχρονιάς και ο Άγγε¬λος, για να παρηγορηθεί, μπήκε στην εκκλησία. Πολύ κοντά στις πόρτες είδε ανθρώπους να μετρούν νομίσματα, μόνο που δεν είχαν τραπουλόχαρτα στα χέρι. Και στο βάθος αντίκρυσε έναν άνθρωπο χρυσοστόλιστο, με μίτρα στο κεφάλι, σα Μήδο σατράπη της εποχής του Δαρείου, που έκανε προσποιητές κινήσεις. Δεξιά και αριστερά άλλοι έψαλλαν με φωνές που δεν ήταν φυσικές: Το Δεσπότη και Αρχιερέα!

Ο Άγγελος δε βρήκε παρηγοριά. Πήρε τα φτερωτά του δώρα -το άστρο το προορισμένο να λάμπει στις συνειδήσεις, την αύρα, την ικανή να δροσίζει τις ψυχές, και τη ζωή, την πλασμένη για να πάλλει στις καρδιές, τέντωσε τις φτερούγες του και επέστρεψε στις ουράνιες αψίδες.
Εφημερίδα «Αλήθεια», 1 Ιανουάριου 1907.

Παπαδιαμάντης Αλέξανδρος – Διηγήματα για τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά
by Αντικλείδι , http://antikleidi.com

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 25 Σεπτεμβρίου 2016

ΤΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟ ΤΙΣ ΠΙΟ ΕΥΓΕΝΙΚΕΣ ΑΣΚΗΣΕΙΣ κι από τους πιο υψηλούς πόθους του ανθρώπου. Η παιδεία είναι ο κυβερνήτης του βίου. Κι επειδή οι αρχές αυτές είναι αληθινές, πρέπει να μην ξεχνούμε πως υπάρχει μια καλή παιδεία, εκείνη που ελευθερώνει και βοηθά τον άνθρωπο να ολοκληρωθεί σύμφωνα με τον εαυτό του και μια κακή παιδεία, εκείνη που διαστρέφει και αποστεγνώνει και είναι μια βιομηχανία που παράγει τους ψευτομορφωμένους και τους νεόπλουτους της μάθησης, που έχουν την ίδια κίβδηλη ευγένεια με τους νεόπλουτους του χρήματος». «ΛΕΜΕ ΚΑΙ ΔΙΑΠΙΣΤΩΝΟΥΜΕ ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ ότι ζούμε σ’ ένα χάος ηθικό. Κι αυτό, τη στιγμή που ποτέ άλλοτε η κατανομή των στοιχείων της υλικής μας ύπαρξης δεν έγινε με τόσο σύστημα, τόση στρατιωτική, θα έλεγα, τάξη, τόσον αδυσώπητο έλεγχο. Η αντίφαση είναι διδακτική. Όταν σε δύο σκέλη το ένα υπερτροφεί, το άλλο ατροφεί. Μια αξιέπαινη ροπή να συνενωθούν σε ενιαία μονάδα οι λαοί της Ευρώπης προσκόπτει σήμερα στην αδυναμία να συμπέσουν τα ατροφικά και τα υπερτροφικά σκέλη του πολιτισμού μας. Οι αξίες μας, ούτε αυτές δεν αποτελούν μια γλώσσα κοινή». «ΑΝ Η ΓΛΩΣΣΑ ΑΠΟΤΕΛΟΥΣΕ ΑΠΛΩΣ ΕΝΑ ΜΕΣΟΝ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ, πρόβλημα δεν θα υπήρχε. Συμβαίνει όμως ν’ αποτελεί και εργαλείο μαγείας και φορέα ηθικών αξιών. Προσκτάται η γλώσσα στο μάκρος των αιώνων ένα ορισμένο ήθος. Και το ήθος αυτό γεννά υποχρεώσεις. Χωρίς να λησμονεί κανείς ότι στο μάκρος είκοσι πέντε αιώνων δεν υπήρξε ούτε ένας, επαναλαμβάνω ούτε ένας, που να μη γράφτηκε ποίηση στην ελληνική γλώσσα. Nα τι είναι το μεγάλο βάρος παράδοσης που το όργανο αυτό σηκώνει. Το παρουσιάζει ανάγλυφα η νέα ελληνική ποίηση». «ΔΕΝ ΑΡΚΕΙ ΝΑ ΟΝΕΙΡΟΠΟΛΟΥΜΕ με τους στίχους. Είναι λίγο. Δεν αρκεί να πολιτικολογούμε. Είναι πολύ. Κατά βάθος, ο υλικός κόσμος είναι απλώς ένας σωρός από υλικά. Θα εξαρτηθεί από το αν είμαστε καλοί ή κακοί αρχιτέκτονες το τελικό αποτέλεσμα. Ο Παράδεισος ή η Κόλαση που θα χτίσουμε. Εάν η Ποίηση παρέχει μια διαβεβαίωση, και δη στους καιρούς τους dürftiger, είναι ακριβώς αυτή: ότι η μοίρα μας παρ’ όλ’ αυτά βρίσκεται στα χέρια μας». [Πηγή: www.doctv.gr]

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 22 Αυγούστου 2016

Δάσκαλε, την ηρεμία πως την κατακτάς;

-Η ζωή παιδί μου, είναι ροή. Προχωράει αδιάκοπα και δεν νοιάζεται για τη δική σου κατάσταση.

Η ζωή ακόμα, είναι δημιουργία. Κάθε στιγμή, αναπλάθει τον εαυτό της και ξαναδημιουργείται. Όλα τα τμήματά της συμβάλλουν σε αυτό. Ακόμα και η δική σου στάση.

Μπροστά μας, βγαίνουν προβλήματα. Καλούμαστε να τα επιλύσουμε. Άλλο πράγμα το πρόβλημα, άλλο πράγμα η λύση του.

Το μπλοκάρισμα προκαλείται όταν ο νους εστιάζει στο πρόβλημα και όχι στη λύση του. Όταν το κοιτάς, το γιγαντώνεις, ενώ θα έπρεπε να διαθέτεις την ενέργειά σου στη λύση. Εκεί βρίσκεται η απάντηση που ψάχνεις. Στη λύση.

Όποτε κάνεις βήματα για τη λύση, δημιουργείς, και είσαι σύμφωνος με τη ροή.
Όποτε εστιάζεις στο πρόβλημα, κολλάς στο παρελθόν, και η ζωή σε προσπερνάει. Το πρόβλημα, κάποτε γεννήθηκε. Τώρα, είναι παρελθόν. Η εστίαση σε αυτό, φέρνει ταραχή. Η χρόνια ταραχή, σωματοποιείται, και εκφράζεται με την ασθένεια. Έτσι δημιουργείς σε αντίθεση με τη ροή, και διαμέσου του ταραγμένου νου.

Αν ξέρεις τη λύση στο πρόβλημά σου, βάδισε προς αυτή, και ξεκίνα να δημιουργείς. Έτσι ο νους ευφραίνεται, μπαίνει σε καινούργια μονοπάτια, και η δημιουργία σου έχει ξεφύγει από το πρόβλημα που γεννήθηκε στο παρελθόν, και μπαίνει στη διαδρομή της ροής, η οποία δεν κοιτάζει πίσω.

Αν δεν ξέρεις τη λύση, εμπιστεύσου λίγο περισσότερο τη δύναμη της ζωής σε αυτό. Ίσως η λογική σου να μην βλέπει όλες τις πληροφορίες, οι πεποιθήσεις σου να είναι πολύ παγιωμένες, η αντίληψή σου ελλιπής, ο φόβος σου πολύ μεγάλος. Ίσως κάνεις μεγάλο θόρυβο και δεν ακούς την απάντηση. Ίσως την απορρίπτεις χωρίς να έχεις αφήσει περιθώριο στην καρδιά σου να σου μιλήσει.

Και πάνω από όλα, μέσα στη ταραχή και τον εγκλωβισμό που δημιουργεί ένα πρόβλημα, ζήτησες ποτέ να ακούσεις κάποια λύση, δείχνοντας εμπιστοσύνη στο καινούργιο, και επιτρέποντας στο παλιό να αποχωρήσει;

Να ξέρεις, η ροή, ζητάει θυσία. Η ζωή, θα προχωρήσει αδιαφορώντας για τις πεποιθήσεις σου.

Από Awaken.gr

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 22 Αυγούστου 2016

“Μέτρησα τα χρόνια μου και συνειδητοποίησα, ότι μου υπολείπεται λιγότερος χρόνος ζωής απ” ότι έχω ζήσει ως τώρα…

Αισθάνομαι όπως αυτό το παιδάκι που κέρδισε μια σακούλα καραμέλες: τις πρώτες τις καταβρόχθισε με λαιμαργία αλλά όταν παρατήρησε ότι του απέμεναν λίγες, άρχισε να τις γεύεται με βαθιά απόλαυση.

Δεν έχω πια χρόνο για ατέρμονες συγκεντρώσεις όπου συζητούνται, καταστατικά, νόρμες, διαδικασίες και εσωτερικοί κανονισμοί, γνωρίζοντας ότι δε θα καταλήξει κανείς πουθενά.

Δεν έχω πια χρόνο για να ανέχομαι παράλογους ανθρώπους που παρά τη χρονολογική τους ηλικία, δεν έχουν μεγαλώσει.

Δε θέλω να βρίσκομαι σε συγκεντρώσεις όπου παρελαύνουν παραφουσκωμένοι εγωισμοί.

Δεν ανέχομαι τους χειριστικούς και τους καιροσκόπους.

Με ενοχλεί η ζήλια και όσοι προσπαθούν να υποτιμήσουν τους ικανότερους για να οικειοποιηθούν τη θέση τους, το ταλέντο τους και τα επιτεύγματα τους.

Μισώ, να είμαι μάρτυρας των ελαττωμάτων που γεννά η μάχη για ένα μεγαλοπρεπές αξίωμα.

Οι άνθρωποι δεν συζητούν πια για το περιεχόμενο… μετά βίας για την επικεφαλίδα.

Ο χρόνος μου είναι λίγος για να συζητώ για τους τίτλους, τις επικεφαλίδες.

Θέλω την ουσία, η ψυχή μου βιάζεται… Μου μένουν λίγες καραμέλες στη σακούλα…

Θέλω να ζήσω δίπλα σε πρόσωπα με ανθρώπινη υπόσταση.

Που μπορούν να γελούν με τα λάθη τους.

Πoυ δεν επαίρονται για το θρίαμβό τους.

Που δε θεωρούν τον εαυτό τους εκλεκτό, πριν από την ώρα τους.

Που δεν αποφεύγουν τις ευθύνες τους.

Που υπερασπίζονται την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και που το μόνο που επιθυμούν είναι να βαδίζουν μαζί με την αλήθεια και την ειλικρίνεια.

Το ουσιώδες είναι αυτό που αξίζει τον κόπο στη ζωή.

Θέλω να περιτριγυρίζομαι από πρόσωπα που ξέρουν να αγγίζουν την καρδιά των ανθρώπων…

Άνθρωποι τους οποίους τα σκληρά χτυπήματα της ζωής, τους δίδαξαν πως μεγαλώνει κανείς με απαλά αγγίγματα στην ψυχή.

Ναι, βιάζομαι, αλλά μόνο για να ζήσω με την ένταση που μόνο η ωριμότητα μπορεί να σου χαρίσει.

Σκοπεύω να μην πάει χαμένη καμιά από τις καραμέλες που μου απομένουν… Είμαι σίγουρος ότι ορισμένες θα είναι πιο νόστιμες απ΄ όσες έχω ήδη φάει.

Σκοπός μου είναι να φτάσω ως το τέλος ικανοποιημένος και σε ειρήνη με τη συνείδησή μου και τους αγαπημένους μου…»

 

Mário Pinto de Andrade, από την Αγκόλα, δοκιμιογράφος και πολιτικός ακτιβιστής στη χώρα του.

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 18 Αυγούστου 2016

Ποία είναι η ωραιοτέρα λέξις της ελληνικής γλώσσης;» αναρωτιόταν ο Πέτρος Χάρης (Ιωάννης Μαρμαριάδης 1902-1998) πριν από περίπου 80 χρόνια και ξεκινούσε ένα όμορφο δημοσιογραφικό παιχνίδι, δημοσιεύοντας τις απόψεις των σπουδαιότερων λογοτεχνών, δημοσιογράφων αλλά και πολιτικών της εποχής· μιας εποχής κατά την οποία κυρίως ο κόσμος των Τεχνών και των Γραμμάτων ερωτοτροπούσε με τη γλώσσα μας, επηρεασμένος σαφώς από την εθνική πολιτική και τον αστικό εκσυγχρονισμό της σχολικής γνώσης που διαμόρφωνε τη νέα ελληνική γλώσσα.

 

Nομοσχέδια και γλωσσο-εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις από το 1913 και εντεύθεν, καθώς και το νεοφιλελληνικό γλωσσικό κίνημα που αναπτύχθηκε στο εξωτερικό –κυρίως στη Γαλλία με αιχμή την ίδρυση του Ινστιτούτου της Σορβόνης (1920) από τον Hubert Pernot (1870-1946)– έδιναν νέες διαστάσεις στην ευρεία κατανόηση και διάδοση του ελληνικού πνεύματος τόσο στο εσωτερικό όσο και στην Ευρώπη.

 

Στην Ελλάδα ο Π. Χάρης, εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι στον τόπο μας ακόμη και η καθημερινή γλώσσα χώριζε τους ανθρώπους σε στρατόπεδα, καλούσε τους διανοούμενους να απαντήσουν.

 

Έτσι, ο Κωστής Παλαμάς απάντησε ότι η ωραιότερη λέξη είναι ο «δημοτικισμός», ο Γρηγόρης Ξενόπουλος έβρισκε γοητεία στη λέξη «αισιοδοξία», ο Σπύρος Μελάς χωρίς δισταγμό έβρισκε πιο ελκυστική τη λέξη «ελευθερία» και ο στιλίστας Ζαχαρίας Παπαντωνίου εξήρε την ομορφιά της λέξης «μοναξιά». Ο ζωγράφος και καθηγητής της Σχολής Καλών Τεχνών Ουμβέρτος Αργυρός επέλεγε τη λέξη «χάρμα» διότι, όπως υποστήριζε, δεν υπάρχει σε καμία άλλη γλώσσα και στα πέντε γράμματά της κλείνει ό,τι χίλιες άλλες λέξεις μαζί.

 

Ο Σωτήρης Σκίπης ανέσυρε τη λέξη «απέθαντος» από τα βυζαντινά κείμενα, διαχωρίζοντάς την από τη λέξη «αθάνατος», και ο Παντελής Χορν δήλωσε παντοτινή προτίμηση στη λέξη «νειάτα».

 

Ο αλησμόνητος Αθηναιογράφος Δημήτριος Γρ. Καμπούρογλους, παρά τα χρόνια του, προτιμούσε τη λέξη «ιμερτή», δηλαδή την αγαπητή, την ποθητή.

 

Ο θεατράνθρωπος Νικόλαος Λάσκαρις τη «ζάχαρη», ο ιστορικός Διονύσιος Κόκκινος τη λέξη «χίμαιρα», ο ζωγράφος Παύλος Μαθιόπουλος το «φως» και ο γλύπτης Μιχαήλ Τόμπρος τη λέξη «ουσία».

 

Ο Παύλος Νιρβάνας (Πέτρος Κ. Αποστολίδης), προφανώς επηρεασμένος από τον τόπο του (Σκόπελο), αγαπούσε τη λέξη «θάλασσα».

 

Οι ζωγράφοι αποκάλυπταν τις ευαισθησίες τους: Ο Δημήτριος Γερανιώτης ήθελε την «αρμονία», ο Κωνσταντίνος Παρθένης την «καλημέρα» και ο Δημήτριος Μπισκίνης το «όνειρο».

 

Ως προς τις γυναίκες που κυριαρχούσαν στην πνευματική ζωή η λαογράφος Αγγελική Χατζημιχάλη ήθελε «πίστη», ενώ η 25χρονη ηθοποιός Ελένη Παπαδάκη, η οποία έμελλε να δολοφονηθεί άδικα στα Δεκεμβριανά του 1944, δήλωνε πως «η λέξις που περικλείει τα περισσότερα πράγματα, τα πάντα θα έλεγα, είναι η λέξις» «ΖΩΗ»!

 

Η γιατρός και συγγραφέας Άννα Κατσίγρα ήθελε «χαρά» και η καθηγήτρια του Ελληνικού Ωδείου Αύρα Θεοδωροπούλου αναζητούσε την «καλοσύνη».

 

Ενδιαφέρουσες όμως ήταν και οι απαντήσεις των πολιτικών του 1933:

 

Ο στρατιωτικός και Πρόεδρος της Γερουσίας Στυλιανός Γονατάς προτιμούσε το «εμπρός», ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου τη λέξη «μάννα» και ο πρόεδρος της Βουλής Θεμιστοκλής Σοφούλης τη λέξη «φιλότιμο» διότι εκφράζει έναν ολόκληρο ηθικό κόσμο και δεν υπάρχει σε άλλη γλώσσα του κόσμου.

 

Ο αρχηγός του Αγροτικού Κόμματος Ελλάδος Ιωάννης Σοφιανόπουλος πρότασσε την «ανατολή» και ο ιδρυτής του ίδιου κόμματος Αλέξανδρος Μυλωνάς τη λέξη «πόνος».

 

Αισιοδοξία, ελευθερία, μοναξιά, νειάτα, ιμερτή, θάλασσα, αρμονία, καλημέρα, όνειρο, πίστη και ζωή είναι λέξεις με τις οποίες πορευόταν η Ελλάδα πριν από ογδόντα χρόνια. Ατένιζε την έξοδο από την οικονομική κρίση, έπαιζε με τη ζωντανή ελληνική γλώσσα και επέτρεπε στην παγκόσμια κοινότητα να βαφτίζεται στα νάματά της.

 

Του Ελευθερίου Γ. Σκιαδά

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 20 Ιουνίου 2016

Μακάριοι όσοι ξέρουν πως ο πόνος δεν είναι στεφάνι δόξας. Ευτυχισμένος όποιος δεν επιμένει πως έχει δίκιο, γιατί κανείς δεν έχει, ή έχουν όλοι. Ευτυχισμένος όποιος συγχωρεί τους άλλους καθώς κι εκείνος που συγχωρεί τον ίδιο τον εαυτό του. Κανείς δεν είναι το αλάτι της γης, μα και κανένας δεν υπάρχει που να μην ήταν σε κάποια στιγμή της ζωής του. Ευλογημένοι όσοι διώκονται για χάρη του δίκιου, γιατί τους νοιάζει περισσότερο το δίκιο απ’ ό,τι η ανθρώπινη μοίρα τους. Οι ανθρώπινες πράξεις δεν αξίζουν ούτε για την κόλαση ούτε για τους ουρανούς. Να μην μεγαλοποιείς τη λατρεία της αλήθειας δεν υπάρχει άνθρωπος που μέσα σε μια μονάχα μέρα, να μην είπε ψέματα φορές πολλές, έχοντας κάθε δίκιο. Εγώ δεν μιλώ για εκδίκηση, ούτε για συγγνώμη η λησμονιά είναι η μόνη εκδίκηση και η μοναδική συγγνώμη. Μην κρίνεις το δέντρο από τους καρπούς του, ούτε τον άνθρωπο από τα έργα του μπορούσαν να’ναι καλύτερα ή χειρότερα. Τίποτα δεν χτίζεται πάνω στην πέτρα, όλα πάνω στην άμμο χτίζονται, όμως το χρέος μας είναι να χτίζουμε σα να ‘τανε η άμμος πέτρα… Ψάχνε, μόνο για νά ’χεις τη χαρά να ψάχνεις και όχι για τη χαρά πως βρίσκεις. Ευτυχισμένοι οι γενναίοι, αυτοί που δέχονται με τον ίδιο τρόπο τη συμφορά ή τις δάφνες. Ευτυχισμένοι όσοι αγαπούν κι όσοι μπορούν να ξεπεράσουν την αγάπη. Ευτυχισμένοι οι ευτυχισμένοι.