Πεζογραφία
- ΠΕΡΑΙΩΣΗ ΜΑΡΚΑΡΗΣ ΠΕΤΡΟΣΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ
- ΚΑΙΡΟΣ ΣΚΕΠΤΙΚΟΣ ΚΑΡΥΣΤΙΑΝΗ ΙΩΑΝΝΑΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ
- ΠΕΡΙΠΟΛΩΝ ΠΕΡΙ ΠΟΛΛΩΝ ΤΥΡΒΑΖΩ ΣΚΑΜΠΑΡΔΩΝΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣΠΑΤΑΚΗΣ
- ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΤΗΣ ΓΕΩΜΕΤΡΙΑΣ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ ΣΩΤΗΠΑΤΑΚΗΣ
- ΟΙ ΚΑΙΡΟΙ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ ΠΑΠΑΘΕΟΔΩΡΟΥ ΘΟΔΩΡΗΣΨΥΧΟΓΙΟΣ
- ΤΟ ΤΡΕΝΟ ΤΩΝ ΝΕΦΩΝ ΦΑΚΙΝΟΥ ΕΥΓΕΝΙΑΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ
- Ο ΛΥΚΟΣ ΤΗΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ ΔΗΜΟΥΛΙΔΟΥ ΧΡΥΣΗΙΔΑΨΥΧΟΓΙΟΣ
- ΤΑ ΤΕΣΣΕΡΑ ΧΡΩΜΑΤΑ ΤΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ ΤΕΥΚΡΟΣΠΟΛΙΣ
- Η ΕΠΙΔΗΜΙΑ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ ΤΑΚΗΣΠΑΤΑΚΗΣ
- ΕΤΣΙ ΚΑΝΟΥΝ ΟΛΕΣ ΑΝΔΡΟΥΛΑΚΗΣ ΜΙΜΗΣΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ
Από τον ΙΑΝΟ
Μετά την πρόσφατη ανάρτηση της Κυριακής, που μου έδωσε την ευκαιρία μιας πρώτης γνωριμίας με τον Αργύρη Χιόνη, είχα την ευκαιρία να τον ακούσω να διαβάζει το παρακάτω διήγημα στην εκπομπή του Βασίλη Βασιλικού “Άξιον Εστί” (ΕΤ3), νωρίτερα σήμερα.
Αποφάσισα να αποκτήσω το βιβλίο και να αναρτήσω άλλη μια ιστορία από τα διηγήματά του, που έχουν βραβευτεί με το κρατικό βραβείο διηγήματος 2009.
Αργύρης Χιόνης – Υπήκοοι δίχως βασιλιά
Στον Κώστα Τριπολίτη
Μια μέρα, στα καλά καθούμενα (αλήθεια, πώς τους ήρθε;) τα δέντρα αποφάσισαν ότι τους χρειαζόταν κάποια ανώτερη αρχή. Τίποτε δεν είχαν να χωρίσουν μεταξύ τους· τίποτε δεν διεκδικούσαν το ένα από τ’ άλλο· συναλλαγές, που ήσαν πάντα καθαρές και τίμιες, είχανε μόνο με το χώμα, τη βροχή και τον ήλιο· τι στην ευχή τη θέλανε, λοιπόν, αυτήν την ανώτερη αρχή, αυτήν την εξουσία πάνω απ’ τα κεφάλια τους; Ένιωθαν άραγε κάποια ανασφάλεια; Εϊχανε τάχα έμφυτη κάποιαν ανάγκη γι’ αφοσίωση κι υποταγή; Ποιος ξέρει; Ποιος θα μπορούσε των δέντρων τη σκέψη να διαβάσει;
Τέλος πάντων, όπως και να ‘χει το πράγμα, τα δέντρα ήσαν αποφασισμένα να υποταχθούν σε ένα σκήπτρο. Ξεκίνησαν, λοιπόν, απ’ την ελιά, κι αφού υποκλίθηκαν σεβαστικά μπροστά της, της πρότειναν βασίλισσά τους να τη χρίσουν.
Η ελιά, σαν άκουσε την πρότασή τους, τίναξε με τσαχπινιά τ’ ασημοπράσινα μαλλιά της στον αέρα και τους είπε: “Ελάτε, ρε παιδιά, στα σύγκαλά σας! Θα παρατήσω εγώ το λάδι μου, που το τιμούν ανθρώποι και θεοί, βασίλισσα των δέντρων για να γίνω; Χτυπήστε άλλη πόρτα!”.
Και τα δέντρα χτυπήσανε την πόρτα της συκιάς, κι αφού κι αυτή τα άκουσε, την πιάσανε τα γέλια και τους είπε: “Δεν είμαστε καλά… Θ’ αφήσω εγώ τη γλύκα των καρπών μου, που τέρπει ανθρώπους και θεούς, για να λυγιέμαι και να σειέμαι σαν βασίλισσα πάνω από τ’ άλλα δέντρα; Χτυπήστε άλλη πόρτα!”.
Και χτύπησαν τα δέντρα του κλήματος την πόρτα. “Έλ’ αδερφέ”, του είπανε, “να γίνεις βασιλιάς μας, κι εμείς για σε θα κάνουμε τούμπες και κωλοτούμπες”.
“Αδέρφια, για συνέλθετε!” τους αποκρίθηκε το κλήμα. “Θα παρατήσω εγώ τα σταφυλάκια μου και το κρασί μου, που ευφραίνουνε ανθρώπους και θεούς, για να μου κάνετε εσείς τούμπες και κωλοτούμπες; Κρασί σας δίνω όσο θέλετε, αλλά μακριά από μένα η βασιλεία. Πιείτε μια κούπα, φίλοι μου, και θα με θυμηθείτε· θα νιώσετε οι ίδιοι βασιλιάδες”.
Είδαν κι απόειδανε τα δέντρα και, χωρίς να πιούνε το κρασί του κλήματος, έτσι όπως ήτανε, ξενέρωτα, προστρέξανε στην αγκαθιά.
“Αγκαθιά, κυρ-αγκαθιά”, της είπανε, “νιώθουμε απροστάτευτα, χαμένα κάτω απ’ αυτόν τον άδειο ουρανό. Έλα, σε ικετεύουμε, βασίλισσα να γίνεις και προστάτισσά μας”.
Η αγκαθιά τα κοίταξε με λύπηση, σαν να ‘ταν παλαβά, κι έτσι τους μίλησε: “Ακούστε, εγώ, μετά χαράς, βασίλισσά σας γίνομαι, αλλά, για να σας προστατεύω από τον άδειο ουρανό, πρέπει πολύ μικρά να γίνετε και κάτω από τ’ αγκάθια μου να μπείτε. Εγώ να ψηλώσω δεν μπορώ, αδυνατώ. Η προστασία βέβαια αυτή, προσέξτε με, κοστίζει πόνο και αίμα. Αποφασίστε”.
Τα δέντρα ακούσανε ανατριχιάζοντας τα λόγια της και, τρομοκρατημένα, πισωπάτησαν κι αρχίσαν, μεταξύ τους, ψιθυριστά να διαβουλεύονται. Η διαβούλευση αυτή κράτησε ώρα αρκετή κι όταν τελείωσε, η κουτσουπιά, η θαρραλέα της παρέας, πλησίασε την αγκαθιά και είπε: “Αγκαθιά, κυρ-αγκαθιά, συμπάθα μας, αλλά η ολομέλεια αποφάσισε ότι καλά είμαστε κι έτσι. Αν κοστίζει τόσο ακριβά η προστασία, καλύτερα να μείνουμε απροστάτευτα. Με το συμπάθιο, ε;”.
“Μπα, τι λέτε;” είπε η αγκαθιά, με ένα πονηρό χαμογελάκι. “Έτσι απαλλάσσομαι κι εγώ απ’ όλη αυτήν τη γραφειοκρατία· να διατηρώ Αυλή, αυλικούς, τζουτζέδες, αυλοκόλακες… ξέρετε τώρα… Καλά είμαι όπως είμαι· μου φτάνει η έγνοια για τ’ αγκάθια μου”.
Τα δέντρα υποκλίθηκαν βαθιά, ως παρ’ ολίγον υπήκοοι, μαζέψανε τις ρίζες τους και αποχώρησαν θλιμμένα. Όμως, εκεί που βάδιζαν, αμίλητα, σκυφτά, έκανε στάση, ξαφνικά, η θαρραλέα κουτσουπιά και αναφώνησε: “Μα για σταθείτε, ρε παιδιά· τι μούτρα είν’ αυτά; Πού πάμε; Σε κηδεία; Εγώ, τη μαύρη μου αλήθεια για να πω, δεν τη γουστάρω και πολύ τη βασιλεία, κι αν σας ακολούθησα, ήταν για να μην πείτε πως είμαι διασπαστική. Λέω, λοιπόν, να τα ξεχάσουμε όλ’ αυτά και να κάνουμε ακόμη μιαν επίσκεψη στον φίλο μας, το κλήμα, να μας κεράσει ένα κρασί, ν’ αλλάξουμε λιγάκι κλίμα”.
Έτσι κι έγινε· τα δέντρα συγκεντρώθηκαν γύρω απ’ το κλήμα, που πρόθυμα τα κέρασε κι ένα και δυο και περισσότερα από δυο ποτήρια.
Ήτανε δειλινό, σαν έφτασαν εκεί, κι ώσπου να πιουν τα περισσότερα από δυο ποτήρια, νύχτωσε και, ξαφνικά, η μηλιά, που μέχρι τότε έπινε αμίλητη, κοίταξε ψηλά και φώναξε, με μιλιά λιγάκι αλλοιωμένη: “Κοιτάκθτε, αδέρφια, κοιτάκθτε! Ο ουρανόθ δεν είναι πια κενόθ, δεν είναι άδειοθ, είναι γεμάτοθ άθτρα! Ποτέ δεν έχω κθαναδεί τόθα άθτρα!”. Κι έλεγε την αλήθεια, γιατί, ως γνωστόν, το κρασί έχει την ικανότητα να πολλαπλασιάζει τα άστρα και να σε κάνει να νιώθεις βασιλιάς τους. Ναι, βασιλιάς των άστρων.
Επιμύθιο Ι: Πριν σκύψεις, σκέψου.
Επιμύθιο ΙΙ: Αν θέλεις βασιλιά, ντε και καλά, γίνε υπήκοος του εαυτού σου.
Ο Αργύρης Χιόνης γεννήθηκε το 1943 στην Αθήνα (Σεπόλια) από γονείς νησιώτες, εσωτερικούς μετανάστες. Αφού και ο ίδιος εξέτισε μακράν περίοδον μεταναστεύσεως εις την Εσπερίαν, επέστρεψε στη μητριά πατρίδα το 1992 και εγκαταστάθηκε στο χωριό Θροφαρί της ορεινής Κορινθίας, όπου ζει πλέον καλλιεργώντας τη γη και την ποίηση. (Από το εσώφυλλο του βιβλίου “Το Οριζόντιο ύψος και άλλες αφύσικες ιστορίες”, εκδόσεις Κίχλη)
| Συνολικά Best Sellers του μήνα Σεπτεμβρίου 2011 στον ΕΛΕΥΘΕΡΟΥΔΑΚΗ | |||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||
|
|||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||
Γιώργος Ιωάννου, “Τα παρατσούκλια”, Η σαρκοφάγος. Πεζογραφήματα, Αθήνα, εκδ. Κέδρος, 1992, σσ. 35-40.
Συνάντησα προχτές στο δρόμο έναν παλιό συμμαθητή μου, φαλακρό πια και σχεδόν γερασμένο, που μου έκανε φριχτά παράπονα, ότι δήθεν τον βλέπω στο δρόμο και δεν τον χαιρετάω. Τον άκουσα για αρκετή ώρα σιωπηλός και μετά βιάστηκα ν’ αναγνωρίσω την ενοχή μου για να τον ξεφορτωθώ μια ώρα αρχύτερα. Σαν χωρίσαμε, άθελά μου πήρα ν’ ανασκαλεύω τα περασμένα. Το αίμα μου φούντωσε. Αυτό το τέρας που είχε τώρα το θράσος να μου κάνει και παράπονα, ήταν ένας απ’ τους μεγαλύτερους διώκτες και βασανιστές μου, όταν ήμασταν μαζί στο σχολείο. Κυρίως αυτός διαλαλούσε τα απειράριθμα παρατσούκλια μου, παριστάνοντας μάλιστα, όσο μπορούσε πιο γελοία, και τον τρόπο που μιλούσα. Η αληθεια είναι: ότι νέα παρατσούκλια δεν μου έβγαζε γιατί δεν ήταν σε θέση, έδειχνε όμως ιδιαίτερο ζήλο για τη διάδοση των ήδη γνωστών. Αυτός επίσης ο ουραγκοτάγκος ήταν που μετέφερνε τα παρατσούκλια του σχολείου στη γειτονιά μου και το αντίστροφο, κι αυτός πάλι με την παρέα του μου τα φώναζαν ακόμα και μέσα στο δρόμο, όταν πήγαινα βόλτα με τους γονείς μου. Νομίζει το χαϊβάνι πως δεν τα θυμάμαι πια ή ότι έχω ψυχή επιπόλαια σαν τη δικιά του. Ξεχνάει όμως ή συγχωρεί ποτέ ένας άνθρωπος με σώες τις φρένες τα βασανιστήρια που του κάνανε; Πώς λοιπόν να ξεχάσω κι εγώ αυτά που τράβηξα απ’ την πρώτη ακόμα τάξη του δημοτικού σχολείου;
Πρώτα πρώτα το άλλο, το παλιό μου επίθετο, ήταν ένα αστείο παρατσούκλι. Και δεν ήταν ανάγκη να το πουν οι άλλοι, έπρεπε κάθε τόσο να το δηλώνω μονάχος μου. Μικρόν ορισμένοι με ξεμονάχιαζαν και μ’ έβαζαν να το επαναλαμβάνω κάνοντας πως δεν το καλάκουσαν. Πεθαίνανε κάθε φορά στα γέλια. Στο σχολείο πάλι, όσο ανέβαινα τις τάξεις, το πράγμα καταντούσε μαρτύριο. Μόλις άρχιζαν να φωνάζουν κατάλογο, σφίγγονταν η καρδιά μου, ίδρωναν τα χέρια μου και μ’ έπιανε τρεμούλα. Στο μεταξύ, ο καθηγητής είχε φωνάξει δυο τρεις φορές το επίθετό μου, ώσπου ν’ ακούσει το άψυχο παρών που έβγαζα, μέσα σε μια τάξη σκασμένη κιόλας στα γέλια. Κάποτε ένας απαίσιος καθηγητής της μουσικής, μεγάλος σπάρος, διέκοψε τον κατάλογο, με πρόσταξε να σηκωθώ και μου έκανε στριμμένα: “Γιατί δε φωνάζεις δυνατά, ρε μπούφε;” Αυτό ήθελαν κι οι άλλοι, τους πετούσε νέα τροφή. Για μεγάλο διάστημα, εκτός από πολλά άλλα, ήμουν και ο “μπούφος” της τάξεως. Οι κακοηθέστεροι προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να το κάνουν γνωστό σ’ ολόκληρο το γυμνάσιο. Επεδίωκαν μάλιστα να διηγούνται το περιστατικό, ενώ βρισκόμουν κάπως κοντά στην παρέα τους για να τ’ ακούω κι εγώ και να σκάω […].
Όταν όμως παίχτηκε κάποτε στο θέατρο μια οπερέτα με τίτλο Οικογένεια Βατραχιάν και γέμισαν οι τοίχοι αφίσες, ολόκληρο το σόι μου έπεσε άρρωστο. Κανένας τους δεν ήθελε να βγει στο δρόμο. Εγώ σχεδόν το χάρηκε γιατί επιτέλους τους έβλεπα κι αυτούς να υποφέρουν απ’ τ’ όνομά μας. Ευτυχώς όμως που έτυχε να είναι καλοκαίρι γιατί αλλιώς εγώ επρόκειτο να τραβήξω τα μαρτύρια των εβραίων στο σχολείο. Και τώρα καμιά φορά ακούω στο ραδιόφωνο την οπερέτα αυτή, που είναι πράγματι πολύ αστεία. Καρφί όμως δεν μου καίγεται. Ακόμα κι επίτηδες να μας το κάνουν, διόλου δεν μ’ ενδιαφέρει. Μακάρια να μπορούσαν να την παίζουν μέρα νύχτα για να ευφραίνομαι.
Το ευτύχημα ήταν πως το γυμνάσιο βρίσκονταν σε άλλη περιφέρεια απ’ το δημοτικό που είχα βγάλει κι έτσι στα παρατσούκλια του γυμνασίου δεν προστέθηκαν κι εκείνα του δημοτικού. Γιατί εκεί πια ήταν που μου είχαν ζεματίσει την ψυχή. Η δασκάλα μας, μια ανεκδιήγητη γκεργκέφω, μόλις με είδε ζαρωμένον στο θρανίο παρατήρησε: “εσύ παιδί μου, κάνεις σαν σκαντζόχοιρος”. Όλα τα παιδιά γέλασαν κι απ’ το πρώτο κιόλας διάλειμμα άρχισαν να μου το φωνάζουν. Η δασκάλα κατευχαριστημένη το επανέλαβε και τη δεύτερη ώρα. Στην αρχή όλοι μου φώναζαν το παρατσούκλι κοροϊδευτικά. Κατόπι, αντί να το ξεχάσουν, το συνήθισαν και το ‘λεγαν χωρίς ιδιαίτερη κακία, σαν ένα οποιοδήποτε όνομα. Εγώ όμως αδύνατο να το συνηθίσω, κάθε μέρα με πλήγωνε πιο βαθιά. Ιδίως όταν παίζαμε ποδόσφαιρο κι ήθελαν να τους δώσω πάσα, τότε το “Σκαντζόχοιρε, Σκαντόχοιρε” αντηχούσε σ’ όλους τους τόνους.
‘Aρχισα να μην παίζω με κανέναν. Έπαιζα μόνος μου στην αυλή μας διάφορα παιχνίδια. Έβρισκα δυο φωλιές μερμήγκια διαφορετικά σε χρώμα και μέγεθος. Επειδή ήμουν πολύ ξανθός, ήθελα η μια φωλιά να έχει ξανθά μερμήγκια. Η άλλη είχε μελαχρινά με μεγάλα ευκίνητα πόδια. Δεν ήταν δύσκολο να βρεθούν. Έπαιρνα τότε ένα απ’ τα ξανθά, που ήταν πιο αδύναμα, και το ‘ριχνα μέσα στην τρύπα της φωλιάς, εκεί όπου έβραζαν τα μαύρα μερμήγκια. Αυτά έζωναν αμέσως το ξανθό, το δάγκωναν από παντού, το τραβολογούσαν, και τελικά, μέσα σ’ ένα συνωστισμό, το ‘σερναν μισοπεθαμένο στη φωλιά τους. “Πάει ο σκαντζόχοιρος”, έλεγα πικραμένος […].
Τα βράδια, συνήθως την ώρα που τρώγαμε, περνούσαν παρέες παρέες τα παιδιά κάτω απ’ το σπίτι και ούρλιαζαν στα σκοτεινά τα διάφορα παρατσούκλια μου. Μέχρι τραγούδια μου είχαν βγάλει. Μόνο εγώ τα άκουγα, οι δικοί μου χαμπάρι δεν είχαν. Μ’ έπιανε τότε σφίξιμο στο στομάχι, χλώμιαζα, κι αφήνοντας το φαγητό στη μέση έτρεχα να κοιμηθώ ή μάλλον να κρυφτώ κάτω απ’ τα στρωσίδια […].
Ήρθε όμως μέρα, που το κακό στο σχολείο παράγινε. Δίπλα μου στο θρανίο καθόταν ένα παιδί, που του είχα ιδιαίτερη αδυναμία. Δε θυμάμαι πια τ’ όνομά του. θυμάμαι όμως που φορούσε ναυτικά, παιδικά ρούχα της μόδας τότε. Ένα πρωί, στο διάλειμμα, η δασκάλα με κάλεσε στο γραφείο. Μέσα περίμενε μια άγνωστή μου κλαμένη γυναίκα, που μόλις μπήκα μ’ αγκάλιασε και με φιλούσε. Κατόπι μου εξήγησε πως ο φίλος μου, λίγο προτού ξεψυχήσει, παραμιλούσε κι έλεγε συνεχώς τ’ όνομά μου. Πάλι καλά που δεν έλεγε κι αυτός το παρατσούκλι μου -όλα να τα περιμένεις.
Στα σαράντα του, η φρικαλέα εκείνη δασκάλα φρόντισε να διορθώσει κάπως τα πράγματα. Είχαν στείλει στο σχολείο φακελάκια με κόλλυβα και γλυκά παξιμάδια. Η κυρία μας, αφού φόρεσε τελετουργικά κάτι μαύρα μανικέτια απ’ τον καρπό ως τον αγκώνα για να μη λερωθεί, είπε μελιστάλαχτα: “Ο σκαντζόχοιρος θα πάρει από δύο, γιατί ήταν φίλος του”. Το χτύπημα ήταν αβάσταχτο. Σηκώθηκα κι έφυγα κλαίγοντας πικρά. Έπεσα στο σπίτι με πυρετό. Δεν ήθελα να ξαναπάω στο σχολείο ούτε να βγω έξω. Μάταια προσπαθούσαν να με πείσουν, ότι παραπονέθηκαν στη δασκάλα, που φυσικά όχι μόνο τ’ αρνήθηκε όλα, μα δήλωσε πως μ’ αγαπούσε ιδιαίτερα.
Τις επόμενες μέρες δεν μ’ έστειλαν σχολείο. Η μάνα μου κάθε πρωί μου φορούσε τα καλά μου, μού ‘βαζε ένα καπέλο, και μ’ έστελνε στο γειτονικό Σέιχ-Σου […].
Αυτό σαν να με γιάτρεψε κάπως. Την άλλη χρονιά με γράψανε σ’ άλλο σχολείο.
Τώρα πια ούτε οι πιο κακόγλωσσοι και φαρμακεροί φίλοι και συνάδελφοί μου τολμούν να μου βγάλουν παρατσούκλι. Το πράγμα σχεδόν με στενοχωρεί. Φαίνεται πως με το πέρασμα του χρόνου η φωνή μου, η μορφή μου, η σκέψη μου, το βάδισμά μου, πήραν επιτέλους να μου ταιριάζουν, ίσως και να διορθώθηκαν, ενώ πρώτα ήταν ίσως πρόωρα και παράταιρα επάνω μου. Με τους περισσότερους όμως απ’ αυτούς συμβαίνει τ’ αντίθετο. Βέβαια, θα έχει παίξει κάποιο ρόλο και το γεγονός πως έχω γίνει εγώ ο ίδιος πια άσος στο να κολλώ παρατσούκλια και κάμποσα που έστειλα συστημένα κάποτε σε ορισμένους απόκοτους και γελοίους, τους ζεμάτισαν τόσο, που δεν ξανάβγαλαν άχνα. Κρίμα που δεν ανακάλυψα την μέθοδο αυτή πιο μπροστά.
Όπως όμως κι αν έχει το πράγμα, τώρα καταλαβαίνω πόσο μαρτύρησα κάποτε απ’ το τίποτε και πόση επίδραση είχαν πάνω σ’ όλη μου τη ζωή εκείνα τα παρατσούκλια.
Από το www.sarantakos.com
Σκηνή από την ταινία «Απόντες» (1996), σε σκηνοθεσία Νίκου Γραμματικού και σενάριο Νίκου Παναγιω τόπουλου, με θέμα την πορεία έξι φίλων από τα μαθητικά χρόνια ως τη στιγμή που ο καθένας τραβάει τον δρόμο του. Τα «Παιδιά του Κάιν» αποτελούν ένα είδος συνέχειας, καθώς οι παλιοί φίλοι ξανανταμώνουν πολλά χρόνια αργότερα
Τι µπορεί να γίνει µε τα χαµένα νιάτα; Τι θα συµβεί όταν µια παρέα παλαιών φίλων οι οποίοι πλησιάζουν τα 50 επιστρέψουν σε ένα νησί του Ιονίου για να θυµηθούν τον τόπο της ενηλικίωσής τους; Τι έχει διατηρηθεί από τη µακρινή εκείνη περίοδο στην τωρινή τους ταυτότητα και ποιο είναι το νήµα (αν υπάρχει τέτοιο νήµα) που εξακολουθεί να συνδέει τις τροχιές τους;
Επιστρέφοντας στο νησί, η Σοφία, ο Πέτρος, η Αντιγόνη, ο Σάκης και η Ειρήνη µοιάζουν περίπου αγνώριστοι. Τις άγραφες πλάκες της νιότης έχουν αντικαταστήσει οι συµπαγείς κοινωνικοί ρόλοι: ο Πέτρος είναι επιτυχηµένος διαφηµιστής µε ισχυρούς πολιτικούς δεσµούς, η Ειρήνη έχει αβγατίσει µε το εµπόριο επίπλων και κρυστάλλων την πατρογονική της περιουσία, η Αντιγόνη έχει κάνει καριέρα ως καλλονή και πανεπιστηµιακός και ο Σάκης ασχολείται επαγγελµατικά µε τη φωτογραφία (µόνο η Σοφία έχει µείνει διορθώτρια τυπογραφικών δοκιµίων).
Οι αυξηµένες υποχρεώσεις και η παρατεταµένη αποµάκρυνση των µελών της πρώην συντροφιάς έχουν µειώσει τη θερµότητα της επαφής µεταξύ τους, απλώνοντας µια πλαδαρή κρούστα σε κάθε τους κίνηση στο νησί. Λόγια αίολα και τυχαία, βαριεστηµένες χειρονοµίες, αλλά και φόβος ή ανασφάλεια όλων απέναντι σε όλους: αυτά είναι τα χαρακτηριστικά που συνοδεύουν τη µικρή οµήγυρη κατά τη διάρκεια της παραµονής της στο σπίτι του Πέτρου (ένα θαύµα βγαλµένο από ένα ρηµάδι), που αποτελεί και την αφορµή της επανεύρεσής τους.
Και ξαφνικά θα αλλάξουν τα πάντα: ο Χρήστος, το αλλοτινό πρότυπο της συντροφιάς, που δουλεύει στο νησί και υπήρξε απ’ ό,τι αποδεικνύεται το µήλον της έριδος ανάµεσα στη Σοφία και στην Αντιγόνη, βουτάει για άγνωστους λόγους στον γκρεµό και εξαφανίζεται στη θάλασσα. Παραπάτησε; Πήδηξε οικειοθελώς; Ή µήπως τον έσπρωξαν;
Τα ερωτήµατα θα µείνουν αναπάντητα µέχρι και την τελευταία σελίδα του καινούργιου µυθιστορήµατος του Νίκου Παναγιωτόπουλου, ο οποίος θα µοιράσει τον αφηγηµατικό του χρόνο σε τρία επίπεδα, που παρεισδύουν συνεχώς το ένα στο εσωτερικό του άλλου: το τέλος της δεκαετίας του 1970, όταν η παρέα θα πάει για πρώτη φορά στο νησί, το 2009, όταν θα επανακάµψει έπειτα από την πρόσκληση του Πέτρου, και το διάστηµα αµέσως µετά την απροσδόκητη πτήση του Χρήστου πάνω από το νερό. Στους τρεις αυτούς χρόνους θα συµπυκνωθεί ολόκληρη η παρελθούσα τριακονταετία, η οποία θα ανοίξει σαν βεντάλια µέσα από το ξεδίπλωµα της ζωής των ηρώων.
Αν οι πέντε φίλοι φτάνουν στο νησί οικονοµικά αποκατεστηµένοι, αλλά ψυχικά κατάκοποι και υπαρξιακά εκκενωµένοι (όσο είναι σε θέση να το συνειδητοποιήσουν και να το κατανοήσουν), είναι γιατί αποτελούν τυπικά προϊόντα του ψεύδους και της διαφθοράς που πότισαν την ελληνική κοινωνία ενόσω πίστευε πως βάδιζε προς τον θρίαµβο της ευρωπαϊκής της αναβάθµισης.
Η απατηλή λάµψη αυτού του θριάµβου έκρυψε όλα τα συµπτώµατα που προοιωνίζονταν τη σηµερινή καταστροφή: τις κοµµατικές και τις επιχειρηµατικές ρεµούλες, την οικογενειοκρατία της κυβερνητικής εξουσίας, την εξωφρενική σπατάλη του δηµόσιου χρήµατος, αλλά και τις θηριωδίες της τουριστικής ανάπτυξης, τις αγριότητες του καταναλωτισµού και την παντί τρόπω υπόθαλψη του ατοµικισµού.
Η Σοφία, ο Πέτρος, η Αντιγόνη, ο Σάκης, η Ειρήνη και ο Χρήστος είναι τα παιδιά του µεταπολιτευτικού Κάιν. Κι όπως τα ίχνη των απογόνων του βιβλικού Κάιν έσβησαν µετά τον Κατακλυσµό, έτσι και οι πρωταγωνιστές του Παναγιωτόπουλου ετοιµάζονται να σβήσουν ξέπνοοι (ακόµα και η εξαφάνιση του Χρήστου ελάχιστα τους απασχολεί) λίγο προτού η εποχή τους αγγίξει τα όριά της.
Το µυθιστόρηµα του Παναγιωτόπουλου αποτελεί µια πυκνή ανατοµία της κρίσης χωρίς να την κατονοµάζει ούτε µία φορά. Ισως επειδή δεν γράφτηκε γι’ αυτήν (αλλά την πέτυχε διάνα), ίσως επειδή δεν χρειάζονται οι κατονοµασίες, ίσως επειδή η λογοτεχνία δεν έχει ανάγκη να επικαιροποιεί στο έπακρο τα πραγµατικά συστατικά της – και όταν δεν το κάνει, βγάζει διαµάντια.
Στα Παιδιά του Κάιν ο συγγραφέας στήνει μια φαινομενικά χαλαρή αφήγηση, με πολυπρόσωπους διαλόγους και έντονη προφορικότητα, αλλά πίσω από τις κουίντες οργανώνει ένα περίπλοκο λογοτεχνικό παιχνίδι. Το μυθιστορηματικό κείμενο σχολιάζει ειρωνικά τον εαυτό του και τη διαδικασία κατασκευής του, καταφεύγοντας στα πιο διαφορετικά τεχνάσματα: πολλαπλές οπτικές γωνίες οι οποίες μεταθέτουν συνεχώς το κέντρο της αλήθειας μέχρι να το καταστήσουν ανεύρετο, κινηματογραφικά κάδρα, μετεγγραφές της δράσης στη γλώσσα του σεναρίου, θεατρίζουσες σκηνές, σκακιστικά ταμπλό, κατάλογοι ονομάτων, μυθιστόρημα μέσα στο μυθιστόρημα, στοιχεία αστυνομικής παρωδίας, αρχαιοελληνικές βωμολοχίες, ρητά λατινικής χρηστομάθειας, αλληλοαντικρουόμενα καθημερινά διώματα. Με τέτοια υλικά ανά χείρας, ο Παναγιωτόπουλος φτιάχνει μιαν εκρηκτική μαύρη κωμωδία, που έχει έναν εσκεμμένα βραδυφλεγή ρυθμό προκειμένου να ενσταλάξει σε μεγάλο βάθος το πικρό της μήνυμα και να αποφύγει το οποιοδήποτε κραυγαλέο αποτέλεσμα.
του Βαγγέλη Χατζηβασιλείου / ΒΗΜΑ Βιβλίο
“Το οριζόντιο ύψος”
Μια φορά κι έναν καιρό, πλάι σ’ ένα πανύψηλο, υπερήφανο κυπαρίσσι, ζούσε μια ελάχιστη, ταπεινή αγριάδα, που ζήλευε το μπόι του κυπαρισσιού κι ήθελε να το φτάσει, γι’ αυτό και τεντωνότανε αδιάκοπα στις άκρες των ριζών της, πασχίζοντας να σηκωθεί πιο πάνω από το χώμα. Μάταιη προσπάθεια και αρκετά οδυνηρή, γιατί, κάθε φορά που έκανε αυτήν τη γυμναστική, για μέρες μετά, την πόναγε ανυπόφορα η μέση της.
Το κυπαρίσσι, που παρακολουθούσε αφ’ υψηλού τον αγώνα της αγριάδας, σειόταν και λυγιόταν καμαρωτό και της έλεγε υπεροπτικά, με προφορά σχεδόν εγγλέζικη, της Οξφόρδης:” Δεν γνωρίζετε τι χάνετε, αγαπητή μου αγριάδα, εκεί στην επιφάνεια του εδάφους όπου βρίσκεσθε. Δίχως να θέλω διόλου να υπερηφανευθώ, σας πληροφορώ ότι από την κορυφή μου έχω απεριόριστη θέα του κόσμου και θα ήταν ακόμη πιο απεριόριστη, θα έβλεπα ως τη Γουατεμάλα, αν κάποια αναιδή βουνά, γύρω τριγύρω, δεν την περιόριζαν. Ωστόσο ευελπιστώ ή, μάλλον, έχω τη βεβαιότητα ότι η βροχή θα λιώσει, σιγά σιγά,αυτά τα αναιδή βουνά και τότε θα δω και τη Γουατεμάλα. Το σχέδιο αυτό είναι βεβαίως μακροπρόθεσμο, αλλά μπορώ να περιμένω, αφού, ως γνωστόν, ζω επτακόσια χρόνια.”
Η αγριάδα, αν και δεν ήξερε ούτε πού βρίσκεται αυτή η Γουατεμάλα ούτε αν τα βουνά λιώνουν απ’ τη βροχή ούτε, ακόμη, αν είναι πολλά τα επτακόσια χρόνια, ακούγοντας αυτά τ’ ανήκουστα λόγια, ένιωθε την καρδιά της να μαραζώνει και, τις νύχτες που κοιμόταν, έβλεπε πάντα το ίδιο όνειρο. Ψήλωνε, λέει, ψήλωνε τόσο, που ξεπερνούσε κατά πολύ στο μπόι το κυπαρίσσι, ξεπερνούσε ακόμη και τα πιο ψηλά βουνά κι έβλεπε από κει πάνω όχι μόνο τη Γουατεμάλα αλλά και το Ακαλακούμπα, χώρα ακόμα πιο μακρινή, ακόμη πιο ωραία, όπου οι άνθρωποι χόρευαν ένα γρήγορο χορό που τονε λέγαν ρούμπα.
Βέβαια, όταν ξύπναγε, το πρώτο πράγμα που έβλεπε μπροστά της ήταν ένα σαλιγκάρι τόσο αργοκίνητο, που έμενε στο οπτικό πεδίο της όλη τη μέρα, προκαλώντας της κατάθλιψη και κάνοντάς την να μη βλέπει την ώρα πότε θα ξανανυχτώσει, για να κοιμηθεί και να ονειρευτεί το μακρυνό Ακαλακούμπα και τον γρήγορο χορό που τόνε λένε ρούμπα.Έτσι ζούσαν κυπαρίσσι κι αγριάδα, πλάι πλάι, αλλά το καθένα στον κόσμο του, ώσπου μια μέρα φθινοπωρινή ( χρόνια πολλά, πάρα πολλά πριν από τα επτακόσια), που ο ουρανός είχ’ ένα χρώμα μολυβί, μια λάμψη ξαφνική, ονόματι αστροπελέκι, χτύπησε κατακέφαλα το κυπαρίσσι και το έκαψε. Η βροχή που ακολούθησε, μπόρα τρικούβερτη, αντί να λιώσει τα βουνά που του ‘κρυβαν τη Γουατεμάλα, τη στάχτη του έλιωσε και γκρίζα λάσπη την υπερηφάνεια του έκανε.
Η αγριάδα, άναυδη στην αρχή, όταν συνήλθε κάπως, μακάρισε το ελάχιστό της μπόι και θρήνησε το κυπαρίσσι που – πώς να το κάνουμε;- αν και φλύαρο και υπερφίαλο, της είχε χαρίσει το όνειρο των μεγάλων αποστάσεων, του απέραντου κόσμου.Μετά απ’ αυτό το θλιβερό γεγονός, σταμάτησε την έτσι κι αλλιώς ανώφελη γυμναστική της και μόνο αραιά και πού έβλεπε στον ύπνο της το εξωτικό Ακαλακούμπα. Κανένας όμως δε χόρευε εκεί τη ρούμπα.Ήτανε, βέβαια, ακόμη νεαρά και εστερείτο πείρας, τόσο εστερείτο πείρας, που καν δεν γνώριζε τις φυσικές της ιδιότητες.
Έτσι, ένα ανοιξιάτικο πρωί, παραξενεύτηκε πολύ, νιώθοντας να τη φαγουρίζουνε οι ρίζες της, κι ακόμα πιο πολύ παραξενεύτηκε σαν είδε, δυο μέρες τρεις αργότερα, λίγο πιο κει, μέσα απ’ το χώμα να προβάλλει ένα μικρό, χλωροπράσινο βλαστάρι αγριάδας.” Μπα, καινούργια απόχτησα γειτόνισσα!” ήταν η πρώτη σκέψη της, αλλά όταν είπε
” καλωσόρισες, γειτόνισσα”, άκουσε, την ίδια ακριβώς στιγμή, να λέει και το βλαστάρι τα ίδια λόγια, να την καλωσορίζει, δηλαδή με τη φωνή της. Το ίδιο έγινε, ακριβώς, άλλες δυο μέρες τρεις αργότερα, όταν καινούργιο εμφανίστηκε, πιο πέρα, βλασταράκι.Μπορεί, λοιπόν, να ήταν άπειρη, αλλά κουτή δεν ήταν. Έτσι, κατάλαβε ότι στον εαυτό της μίλαγε, αφού τα νέα αυτά βλαστάρια από τις ρίζες της ξεπήδαγαν και σαρξ εκ της σαρκός της ήσαν.Λόγια πολλά για να μη λέμε και χρόνο να μην κλέβουμε απ’ την αιωνιότητα, μέσα σε χρόνια ελάχιστα, πολύ πιο λίγα από επτακόσια, η αγριάδα είχε, ρίζα τη ρίζα, καταβολάδα την καταβολάδα, βλαστάρι το βλαστάρι, όλο τον κάμπο καταχτήσει κι όλα τα βουνά ως την κορφή τους και πιο πέρα. Για πιο πέρα δεν μπορώ να πω· τα μάτια μου μονάχα ως τις βουνοκορφές την ακολούθησαν· πιο πέρα δεν άντεξαν. Έμαθα ωστόσο, από έγκυρες πηγές, πως έφτασε στο Ακαλακούμπα και πως στο δροσερό και καταπράσινο χαλί της χορεύουν τώρα γυμνοπόδαροι εραστές τη ρούμπα.
Επιμύθιο Ι: Όσο πιο κοντά στη γη βρίσκεσαι, τόσο πιο μακριά από τ’αστροπελέκια είσαι.
Επιμύθιο ΙΙ: Δια του οριζοντίου ύψους, η απόστασις, έως το Ακαλούμπα, καλύπτεται εις χρόνον κατά πολύ συντομότερον των επτακοσίων ετών.
Επανέρχονται οι ευπώλητοι Μάρα Μεϊμαρίδη με μυθιστόρημαποταμό στα παράλια της Μικράς Ασίας και ο Μίμης Ανδρουλάκης («Οι γυναίκες που κρύβουν κάτι») με τις ονειροφαντασιώσεις ενός καθηγητή ειδικού στις οικονομικές προβλέψεις, και τα δύο στον Καστανιώτη. Ο Γιώργος Μανιώτης στο μυθιστόρημά του «Τώρα» παρωδεί τον καθημερινό παραλογισμό που βιώνουμε όλοι μας, στις εκδόσεις Ψυχογιός.
Μια σειρά βιβλίων επανασυστήνονται στο ελληνικό κοινό: Τα Απαντα του Νίκου Καχτίτση επανεκδίδουν οι εκδόσεις Κίχλη αρχίζοντας με τον «Εξώστη» του 1964, ενώ οι εκδόσεις Αγρα θα κυκλοφορήσουν σε μετάφραση της Τιτίκας Δημητρούλια το γαλλικό μυθιστόρημα «Republique Βastille» της Μέλπως Αξιώτη. Επανεκδίδεται το τελευταίο μυθιστόρημα του Αλέξανδρου Κοτζιά « Φανταστική περιπέτεια » (Κέδρος), το οποίο είχε τιμηθεί με το Α΄ Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος το 1986 και παραδόξως φαντάζει εξίσου επίκαιρο σήμερα. Επίσης επανεκδίδονται η «Φωνή » του Χρήστου Χωμενίδη και η συλλογή διηγημάτων «Από το ίδιο ποτήρι και άλλες ιστορίες » του Μισέλ Φάις (Πατάκης).
Μένης Κουμανταρέας «Οι αλεπούδες του Γκόσπορτ» Κέδρος
Ξαναβρίσκοντας την πολιτική και την οικονομία
Η κρίση εμπνέει τους εκδότες. Από τις εκδόσεις Παπαδόπουλος έχουμε το «RΕWΟRΚ: Στήσε τη δική σου επιχείρηση» των Jason Fried και David Ηeinemeier Ηansson ένα βιβλίο που στηρίζεται στην εμπειρία των δύο συγγραφέων, πώς να διατηρήσεις κερδοφόρα μια μικρή εταιρεία που βασίζεται στην τεχνολογία χωρίς να χρειαστεί να τη μεγαλώσεις και το «Μηδέν φόρος: Φορολογικοί παράδεισοι και οι άνθρωποι που κλέβουν τον κόσμο» του Νicholas Shaxson, ένα βιβλίο ερευνητικής δημοσιογραφίας. Την τρέχουσα οικονομική μας κατάσταση εξετάζουν ο καθηγητής Μάνος Ματσαγγάνης στο« Η κοινωνική πολιτική σε δύσκολους καιρούς» (Κριτική), και ο καθηγητής Νότης Μαριάς, στο «Το μνημόνιο της χρεοκοπίας και ο άλλος δρόμος» (Λιβάνης). Μετά το πολυδιαβασμένο περυσινό «Δόγμα του Σοκ» της Ναόμι Κλάιν οι εκδόσεις Λιβάνη εκδίδουν μια συλλογή άρθρων της ακτιβίστριας δημοσιογράφου με τίτλο «Φράχτες και παράθυρα . Ενα οικονομικο-κοινωνικό πρόγραμμα με σεβασμό στον άνθρωπο και στο περιβάλλονπροτείνει ο βρετανός οικονομολόγος Τim Jackson στο «Ευημερία χωρίς ανάπτυξη» (Κέδρος).
Βιογραφίες, από τον
Ιστορία, μια καταφυγή
Η φιλοσοφία
Αλέξης Πανσέληνος «Σκοτεινές επιγραφές» Μεταίχμιο
Κώστας Μμουρσελάς «Στην άκρη της νύχτας» Πατάκης
“Νάτους! Νάτους ου στρατός τ΄ Σπάρτακου!”
Βασίλης Χατζηιακώβου Ιανός
Σοφίκα Ελευθερουδάκη Ελευθερουδάκης
Εχουμε μαζέψει βιβλία που τους δίνουμε μια δεύτερη ευκαιρία,τα οποία είτε ήταν πολύ ακριβά στον καιρό τους είτε είχαν τυπωθεί σε μεγάλα τιράζ και τώρα δίνονται σε εξαιρετικά καλές τιμές.Βρίσκεις βιβλία με τριάμισι ακόμα και με ένα ευρώ».
Ξένη Λογοτεχνία
Τo αριστούργημα του Κάρλος Φουέντες, η «Τerra Νostra» του 1975, που θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Αγρα, είναι η μεγάλη άφιξη του φθινοπώρου στη μεταφρασμένη λογοτεχνία. Ο σπουδαίος μεξικανός συγγραφέας, που κατ΄ επανάληψη αναφέρεται στις συζητήσεις για τα βραβεία Νομπέλ, ερευνά τις μεσογειακές ρίζες του ισπανικού πολιτισμού προσπαθώντας να ανακαλύψει τι πήγε στραβά στον πολιτισμό αυτόν, ενώ στο τελευταίο του μυθιστόρημα «Η θέληση και η τύχη» (Καστανιώτης) μια κομμένη κεφαλή διηγείται τη σύγχρονη ιστορία του Μεξικού.
Την απάνθρωπη σταλινική Ρωσία των γκουλάγκ αναπαριστά, πριν από τον Αρθουρ Καίσλερ και τον Αλεξάντρ Σολζενίτσιν, η καταγγελτική μυθοπλασία του Βικτόρ Σερζ στο «Μεσάνυχτα στον αιώνα» (Scripta) του 1939, ενώ ο Αλβανός Ισμαήλ Κανταρέ στο «Μοιραίο δείπνο» (Μεταίχμιο) μας μεταφέρει στο Αργυρόκαστρο του 1943.
Τo ποιητικό ερωτικό μυθιστόρημα «Το μουνί της Ιρέν» του σουρεαλιστή Λουί Αραγκόν και δύο αφηγήματα του Πεσσόα, το αστυνομικό «Υπόθεση Vargas» και η «Ωρα του Διαβόλου», θα κυκλοφορήσουν από τη Νεφέλη. Στον χώρο του φανταστικού, θα διαβάσουμε τον «Δράκουλα» του Μπραμ Στόουκερ σε ατμοσφαιρική μετάφραση του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη από τις εκδόσεις Κίχλη και το πολυσυζητημένο διεθνώς αποκαλυπτικό «2666» (Αγρα), το τελευταίο μυθιστόρημα του ταλαντούχου και πρόωρα χαμένου Χιλιανού Ρομπέρτο Μπολάνιο.
Η μεγάλη κυρία της αμερικανικής δημοσιογραφίας Τζόαν Ντίντιον στο αυτοβιογραφικό «Η χρονιά της μαγικής σκέψης» (Κέδρος) δίνει ένα συγκινητικό χρονικό της απώλειας και του πένθους μετά τον θάνατο του συζύγου της. Από τους Αμερικανούς της νέας γενιάς μάς έρχεται το δεύτερο βιβλίο στα ελληνικά τού αυτόχειρα πεζογράφου και δοκιμιογράφου Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας, η συλλογή διηγημάτων «Αμερικανική λήθη» (Κέδρος), όπως επίσης και το μυθιστόρημα «Αυτοκρατορικές απολαύσεις»του εκκεντρικού Μπρετ Ιστον Ελις που διαδραματίζεται στη σύγχρονη Καλιφόρνια του πλούτου και της τρυφηλότητας. Από τον Νέο Κόσμο, επίσης, ο Ερικ Λάρσον στο μυθιστόρημά του «Στον κήπο με τα θηρία, ένα συναρπαστικό χρονικό της ανόδου του Τρίτου Ράιχ» (Μεταίχμιο) αναπαριστά το πολιτικό παρασκήνιο που οδήγησε στη δημιουργία του ναζισμού στη Γερμανία, ενώ ο βραβευμένος με Μπούκερ Αυστραλός Πίτερ Κάρεϊ μας ταξιδεύει στην Αμερική την εποχή του Αλέξις ντε Τοκβίλ με το ιστορικό μυθιστόρημα «Ο παπαγάλος και ο Ολιβιέ στην Αμερική» (Ψυχογιός).
Ενας διακεκριμένος νευρολόγος με διαταραχές μνήμης κατασκευάζει με τη φαντασία του την εναλλακτική βιογραφία του στο «Κορσακόφ» (Πόλις) του Ερίκ Φοτορινό . Στις ίδιες εκδόσεις ο πρωτοεμφανιζόμενος Τριστάν Γκαρσία αναφέρεται στο κίνημα της χειραφέτησης των ομοφυλοφίλων στη Γαλλία της δεκαετίας του ΄80 και στην εμφάνιση του ΑΙDS στο μυθιστόρημα «Η καλύτερη πλευρά των ανθρώπων». Από τη Γαλλία επίσης ο Λοράν Γκοντέ με το μυθιστόρημα «Στο έλεος του κυκλώνα» (Μεταίχμιο) ζωντανεύει τον πανικό και τη βία στην κοινωνία μιας Νέας Ορλεάνης που σπαράσσεται από τον κυκλώνα. Ο Ελβετός Μάρτιν Ζούτερ συνδυάζει εξωτισμό, χρήμα, ευζωία και αισθησιασμό στον «Μάγειρα του έρωτα»(Καστανιώτης).
Πορνογραφίας
Γι΄ αυτούς που αναζητούν το γιατί και το πώς στη φιλοσοφία υπάρχει ένα λεξικό που ταξινομεί την πολιτική και φιλοσοφική σκέψη. Είναι «Η πολιτική σκέψη στον 20ό αιώνα: Ενα λεξικό για τον 21ο αιώνα» (Σαββάλας) των Robert Βenwick και Ρhilip Green.
Ευγενία Φακίνου «Το τρένο των νεφών» Καστανιώτης
Σώτη Ττριανταφύλλου «Για την αγάπη της γεωμετρίας» Πατάκης
Η Χαρά Αυγερινού υπήρξε απο τις πρώτες γυναίκες στην Ελλάδα που φυλακίστηκε για κατοχή και χρήση ναρκωτικών ουσιών.Ολοκλήρωσε με επιτυχία το πρόγραμμα μεθαδόνης του ΟΚΑΝΑ ,όπου εργάζεται ως θεραπεύτρια στηΜονάδα Εφήβων Θεσσαλονίκης .Σπούδασε στο ΕΑΠ “Ανθρωπιστικές Σπουδές-Ελληνικός Πολιτισμός”.
Το βιβλίο “Πνοή Ζωής με Άρωμα Θανάτου” είναι το πρώτο της βιβλίο και επανεκδόθηκε το 2011 απο τις εκδόσεις Post Script (PS).
“Δεν είχα ποτέ τη φιλοδοξία να γίνω συγγραφέας , όμως , η μακρόχρονη βιωματική μου εμπειρία στο κόσμο των εξαρτήσεων και η μεγάλη μου ανάγκη να εκφραστώ με οδήγησαν σε αυτό το φωτεινό μονοπάτι της συγγραφής.Πράγματι, ” αν μπορούσα να πουλήσω τις εμπιρίες μου , όσο ακριβά μου κόστισαν , θα ήμουν πολύ πλούσια.Επειδή όμως αυτό είναι αδύνατον, θα τις μοιραστώ μαζί σας , με αυτό το βιβλίο ,για να πληρώσει έστω ένας απο σας , λιγότερο απ ότι πλήρωσα εγώ.Γιατί , “η Ζωή είναι σαν ένα πολύτιμο νόμισμα !Μπορείς να το ξοδέψεις όπως θες.όμως, τι κρίμα , μπορείς να το ξοδέψεις μονάχα μιά φορά ”
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΟΛΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ : Victoria Hislop – To Nisi
“Η πρώτη λέξη” (εκδ. Εξάντας) είναι και πάλι μια αφορμή για τον γνωστό συγγραφέα να στοχαστεί γύρω από τη γλώσσα, τις γλώσσες, τον άνθρωπο και τα μεγάλα ζητήματά του. Μια ανασκαφή στην τέχνη της επικοινωνίας και της ανθρώπινης σκέψης και μια ακόμα επιβεβαίωση για τη δύναμη των λέξεών του που έχοντας αποδράσει από το γαλλικό ή το ελληνικό μολύβι του, ανάλογα ποια από τις δυο γλώσσες επιλέγουν να πρωτομιλήσουν οι ήρωες του σε κάθε βιβλίο του, σπάνε το φράγμα της γλώσσας και εγκαθίστανται σε βιβλιοθήκες αλλόγλωσσων αναγνωστών.
* Έχετε πει ότι ένα καλό βιβλίο πατάει πρέπει να πατάει στην αλήθεια. “Η πρώτη λέξη σε ποια αλήθεια πατάει;
* Αλήθεια γιατί αρχίσατε να ψάχνετε την πρώτη λέξη;
* Την πρώτη λέξη δεν τη βρήκατε. Αν έπρεπε να την εφεύρετε ποια θα ήταν;
* Έχετε μια εμμονή με τη γλώσσα. Όμως έχω την εντύπωση ότι πίσω από τη γλώσσα στην οποία τόσα βιβλία σας έχετε αφιερώσει, κρύβεται η ανάγκη της επικοινωνίας.
* Στη σημερινή παγκοσμιοποιημένη εποχή μας με την κυριαρχία μιας ή μερικών ισχυρών γλωσσών δεν διευκολύνεται η επικοινωνία;
* Μέσα από το βιβλίο σας περνά τρόπον τινά η ιστορία της ανθρώπινης σκέψης. Η περίοδος που ζούμε δικαιώνει όλη αυτή την ανθρώπινη περιπέτεια;
* Λέτε συχνά ότι είμαστε η χώρα που έχει τη μεγάλη τιμή να έχει επινοήσει τη λέξη διάλογος. Υπάρχει ακόμα αυτή η λέξη στο λεξιλόγιο του Έλληνα και γενικά του σύγχρονου ανθρώπου;
* Γι’ αυτό φτάσαμε εδώ που φτάσαμε;
* Στο βιβλίο σας μιλάτε και για τον Καραγκιόζη. “Είναι ένας μετανάστης που ατύχησε στην επιλογή της δεύτερης πατρίδας του” λέτε. Θέλετε να μας θυμίσετε κάτι;
* Εκτός από το διάλογο ποια λέξη λείπει σήμερα από το λεξιλόγιό μας;
* Εκτός από τις λέξεις υπάρχει και η σιωπή. Γιατί θαρρείτε σιωπούν οι σημερινοί πολίτες;
* Και οι διανοούμενοι γιατί σιωπούν;
( από “Αυγή” )
| Best Sellers |
| 1 | Είσαι το κάρμα μου Πάλι μια από τα ίδια Ένας ακόμα έρωτας που δεν στέριωσε Πώς παγιδευτήκατε έτσι σ ένα γαϊτανάκι αποτυχιών Εκεί που όλα αρχίζουν καλά τελειώνουν με πίκρα και ένα ατελείωτο κενό. Αυτό το κενό θ… Συγγραφέας: Καλογεροπούλου. Αλεξία Εκδοτικός Οίκος: Allegro |
| 2 | Το νησί Η Αλέξις λαχταρά να μάθει για το παρελθόν της μητέρας της. Σοφίας. που εκείνη τόσα χρόνια έκρυβε. Ξέρει μόνο ότι η μητέρα της μεγάλωσε σ ένα μικρό χωριό της Κρήτης προτού φύγει οριστικά για το Λονδίνο… Συγγραφέας: Hislop. Victoria Εκδοτικός Οίκος: Διόπτρα |
| 3 | Τα σακιά Τι έχουν. μωρέ. τα δικά σας σακιά Μια χρεωκοπία. έναν ξενιτεμένο. κατραπακιές της εφορίας. αποτυχία στον ΑΣΕΠ. μια κακιά πεθερά. έναν νευρασθενικό προϊστάμενο. ένα παιδί που πετάει μολότοφ. ένα τζάκ… Συγγραφέας: Καρυστιάνη. Ιωάννα Εκδοτικός Οίκος: Καστανιώτη |
| 4 | Ημερολόγιο: Κάθε μέρα μια θετική σκέψη Στόχος του παρόντος ημερολογίου είναι να σας εμπνεύσει. να σας διασκεδάσει. να σας δώσει υλικό για περισυλλογή. να σας βοηθήσει να κατανοήσετε τον εαυτό σας. για να ζείτε την κάθε ημέρα του χρόνου σ… Συγγραφέας: Dryden. Windy Εκδοτικός Οίκος: Καστανιώτη |
| 5 | Τα 39 στοιχεία: O μαύρος κύκλος Οι ομάδες ανταγωνίζονται μεταξύ τους καθώς αναζητούν το επόμενο στοιχείο. Ποια θα προλάβει να το βρει πρώτη και με ποιο τρόπο Άραγε σε ποια χώρα θα ταξιδέψουν αυτή την φορά η Έιμι και ο Νταν και ποι… Συγγραφέας: Watson. Jude Εκδοτικός Οίκος: Άγκυρα |
| 6 | Ο Πέρσι Τζάκσον και η κατάρα του Τιτάνα Μερικοί ήρωες φτιάχνονται. άλλοι γεννιούνται… από τους θεούς. Δύο χρόνια πριν. όλα άλλαξαν στη ζωή του Πέρσι Τζάκσον. Ανακάλυψε ότι δεν είναι απλώς ένα παιδί σαν όλα τ άλλα -για την ακρίβεια όχι… Συγγραφέας: Riordan. Rick Εκδοτικός Οίκος: Πάπυρος Εκδοτικός Οργανισμός |
| 7 | Η ξυπόλυτη των Αθηνών Ένα μυθιστόρημα με φόντο την κοσμοπολίτικη Αθήνα της Μπελ Επόκ (1890-1910). Μια ιστορία γεμάτη ιστορίες. Μια θυσία που προκαλεί ένα μεγάλο πείσμα κι ένα μεγάλο έρωτα. ίντριγκες. μίση και πάθη. μικρές … Συγγραφέας: Λαπατά. Φιλομήλα Εκδοτικός Οίκος: Καστανιώτη |
| 8 | Ο πρίγκιπας των νεφών Γιατί ο ουρανός φαίνεται γαλάζιος την ημέρα και κόκκινος το δειλινό Τι κρύβεται μέσα στο μαύρο σκοτάδι της νύχτας. ανάμεσα στ αστέρια Γιατί τα σύννεφα είναι λευκά Με ποιο τρόπο κατανέμεται η ηλιακή… Συγγραφέας: Galfard. Christophe Εκδοτικός Οίκος: Καλέντης |
| 9 | Η συμφωνία των ονείρων Όνειρα… όνειρα που μιλούν για επίγειες και επουράνιες εξουσίες και μας στοιχειώνουν. μας καθοδηγούν. μας παρασύρουν. Όνειρα του ύπνου και του ξύπνιου. στον αντίποδα της πραγματικότητας και του πώς α… Συγγραφέας: Θέμελης. Νίκος Εκδοτικός Οίκος: Μεταίχμιο |
| 10 | Το νησί των σημαδεμένων Για μισό περίπου αιώνα στον υποβλητικό βράχο της Σπιναλόγκας περπάτησαν. ερωτεύτηκαν. μαρτύρησαν αλλά και επιβίωσαν άνθρωποι που προέρχονταν από την απέναντι όχθη . θύματα μιας ολόκληρης εποχής. Στο … Συγγραφέας: Κορνάρος. Θέμος Εκδοτικός Οίκος: Καστανιώτη |
Κατ΄αρχήν θέλω να σε ευχαριστήσω σαν αναγνώστρια του βιβλίου σου για την χαρά,την συγκίνηση,την ταύτιση ,την τρυφερότητα,την αγάπη ,την «γλυκειά»λύπη ,την νοσταλγία …πού μού πρόσφερες μέσα από τις λέξεις σου και τις εικόνες σου.
Ταυτίστηκα πολύ με τους ήρωες σου και με τα συναισθήματά τους,βλέπεις οι ρίζες μου είναι από την Σμύρνη,οι 2 παπούδες και οι 2 γιαγιάδες μου ήρθαν πρόσφυγες από την Σμύρνη,περίπου στην ηλικία της Μυρσίνης,της ηρωίδας σου.
Από την πρώτη κιόλας σελίδα ,από τις λέξεις «Στην καινούργια πατρίδα» άκουσα την γιαγιά μου να μου διηγείται πώς ήταν παιδάκι στον κήπο τους στην Σμύρνη και άκουσε τον γείτονα -φίλο Τούρκο να λέει στην μαμά της(την πρόγιαγιά μου): «Μάνα,πάρε τα παιδιά και φύγε ,έρχονται οι Τσέτες».
Αυτές οι λέξεις ήταν μαγικές για την γιαγιά μου και λες και μόνο αυτές
θυμόταν από όλα τα χρόνια ζωής της στην Σμύρνη…όλο αυτές μου έλεγε
,τονίζοντας ότι οι Τούρκοι γείτονες φώναζαν την μαμά της «Μάνα».Όταν ήμουν μικρή έλεγα «καλά,η γιαγιά μου μόνο αυτό θυμάται;»,αργότερα στην ζωή μου κατάλαβα και ένοιωσα πολύ βαθειά τί σήμαιναν αυτές οι 9 λέξεις για την γιαγιά μου και για την Μυρσίνη και για την Δάφνη και για…
Διαβάζοντας το βιβλίο σου τα συναισθήματα μου ήταν αυτά πού κουβαλάω σε όλη μου την ζωή σαν παιδί που δεν βιώνει τις ρίζες του,με όλους τους προγόνους πρόσφυγες και με όλες τις μνήμες της νοσταλγίας και της αγάπης για τον τόπο , τους ανθρώπους , τις μυρωδιές,τις θάλασσες που ήταν η πατρίδα των γιαγιάδων κα των παπούδων και που μόνο μέσα από τα βιβλία και από την φαντασία μου μπορώ να τα βιώσω…Μέσα από της Μυρσίνης τον κήπο και την μυρωδιά του αγιοκλήματος και από την θάλασσά της με τους γλάρους….
Την γιαγιά μου την αγαπημένη την έλεγαν Γιαννούλα …σαν την θείτσα του Φίλιππου! Και εμένα με λένε Γιάννα ,πήρα το όνομα της γιαγιάς αλλά με φωνάζουν κάποιοι φίλοι μου τρυφερά και χαιδευτικά Γιαννούλα…
Η Σμύρνη…η Μυρσίνη και οι μνήμες της …η νοσταλγία της…ο Πόρος …η Γιαννούλα…τα νεανικά καλοκαίρια…πόση ταύτιση ένοιωσα! Σε ευχαριστώ!
Ο Πόρος είναι για εμένα οι λέξεις σου «Η ζωή στον Πόρο είναι γλυκειά.. ένα ιδανικό μείγμα έρωτα,μιάς απαλής.αχνής γεύσης από άρωμα λεμονιού και αλμύρας που εξατμίζεται πάνω από το κύμα που απαλά γλύφει την αμμουδιά και σηκώνεται μέχρι τις κορυφές για να συναντήσει το άρωμα του ρετσινιού.Και μένει δίπλα στα κυκλάμινα του χειμώνα και τα θυμάρια του καλοκαιριού.Μένει ζωντανό και αμόλυντο μέσα στο πέλαγος…»
Κάθε μία λέξη είναι όλη μου η ζωή στον Πόρο , από τα 8 μου χρόνια που με πρωτοπήγαν εκεί οι γονείς μου για διακοπές,μέχρι σήμερα …πολλά χρόνια μετά …που έρχονται άλλοι άνθρωποι για διακοπές στο μικρό ξενοδοχείο που έχω εκεί.Για μένα ο Πόρος είναι μυρωδιές…λατρεμένες μυρωδιές..και είναι αυτές που περιγράφεις,Είναι η αλμύρα,είναι το ρετσίνι,είναι το πεύκο,είναι το θυμάρι ,είναι η λεμονιά.Για μένα ο Πόρος είναι η θάλασσα ,είναι το πέλαγος ,είναι το κύμα,είναι η αμμουδιά,είναι οι γλάροι , είναι το φώς .
Πώς ξέρεις για τα κυκλάμινα;πώς ξέρεις ότι μικρή μάζευα τον Σεπτέμβρη
κυκλάμινα κάτω από τις πρώτες σταγόνες βροχής,λίγο πριν γυρίσω στην Αθήνα για το σχολείο και ότι αυτή η ανάμνηση του εαυτού μου να ψάχνει για κυκλάμινα ,να κρατάει κυκλάμινα είναι ίσως η πιό όμορφη ανάμνηση που έχω από τα παιδικά μου καλοκαίρια στον Πόρο;
Σε ευχαριστώ Βασίλη για όλη αυτή την γλυκειά και τρυφερή αντάρα της ψυχής μου.
Γιάννα



