Πεζογραφία

 

 

Στις 7 Φεβρουαρίου 1825 κι ενώ η επανάσταση βρισκόταν σε πολύ κρίσιμη καμπή, «συνωμολογήθη εν Λονδίνω, εθνικόν δάνειον δύο εκατομμυρίων χρυσών λιρών, δια την χρηματοδότησιν του αγώνος». Ρίξτε μια ματιά στην κατανομή αυτού του δανείου:

– Το δάνειο συμφωνείται στο 55% της ονομαστικής του αξίας, για να καλυφθούν οι επισφάλειες των Άγγλων πιστωτών, δηλαδή αυτομάτως τα 2.000.000 γίνονται 1.100.000 λίρες(!!!). Εμείς βέβαια πληρώναμε τόκους για 2.000.000.

Από τα 1.100.000 κρατούνται προκαταβολικά:
– Τόκοι δύο χρόνων 200.000 λίρες
– Μεσιτικά 68.000 λίρες
– Εξαγορά ομολογιών δανείου 212.000 λίρες
– Συμβολαιογραφικά 13.700 λίρες
– Έξοδα Ελλήνων (!) μεσαζόντων 15.487 λίρες.

Από τα εναπομείναντα, στέλνονται στις ΗΠΑ 156.000 λίρες για την κατασκευή δύο φρεγατών. Τελικά κατασκευάστηκε μόνο μία, που ήρθε στην Ελλάδα μετά το τέλος της επανάστασης και την έκαψε ο Ανδρέας Μιαούλης με τα ίδια του τα χέρια την 1η Αυγούστου 1831 στο λιμάνι τού Πόρου, όταν επαναστάτησε κατά του Καποδίστρια και τα στρατεύματα τού Κυβερνήτη έκαναν γιουρούσι για να καταλάβουν τον εξεγερμένο στόλο. (Δεν το ξέρατε ούτε αυτό, έτσι;)

Επίσης, 123.000 λίρες μένουν στην Αγγλία για την αγορά έξι πολεμικών πλοιαρίων. Πήραμε μόνο το «Καρτερία» μετά την επανάσταση. Συνεχίζουμε:

– Για μισθοδοσία φιλέλληνα(;) Κόχραν 37.000 λίρες
– Για αποπληρωμή πολεμοφοδίων 77.200 λίρες
– Διάφοροι λογαριασμοί (;;!!) 47.000 λίρες

Έτσι, από τα 2.000.000 χρυσές λίρες, έφθασαν τελικά στην Ελλάδα μόλις 190.000 λίρες. Αντί αυτά τα ελάχιστα που απόμειναν να πάνε στον αγώνα κατά των Τούρκων, κατασπαταλήθηκαν στον εμφύλιο που είχε ξεσπάσει ανάμεσα στους Μωραϊτες και τους Ρουμελιώτες. Οι καπεταναίοι στρατολογούσαν κόσμο για να χτυπήσουν τους εσωτερικούς εχθρούς και πληρωνόντουσαν από τα λεφτά του δανείου. Άλλο πλιάτσικο κι εκεί, πέραν του γεγονότος ότι Έλληνες σκότωναν Έλληνες. Ο Γκούρας για παράδειγμα, είχε ένα σώμα εκατόν πενήντα ενόπλων, αλλά έκανε ψεύτικους καταλόγους για πεντακόσιους και τσέπωνε την μισθοδοσία και τα τροφεία τους. Το ίδιο και οι αντίπαλοι του.

Όταν λοιπόν ο Καποδίστριας ανέλαβε Κυβερνήτης, έδωσε εντολή στον Πρόεδρο της επιτροπής οικονομικών Ανδρέα Κοντόσταυλο, να κάνει μια απογραφή (να και η πρώτη απογραφή στην ιστορία μας…) της περιουσίας του κράτους. Το κείμενο της επιτροπής ήταν λεπτομερέστατο και εξαιρετικά σύντομο. Περιείχε μία μόλις πρόταση:

«Κύριε Κυβερνήτα, εις το ταμείον του κράτους ευρέθη έν μόνο νόμισμα και αυτό κίβδηλον».

 

Κυριακή Ψαρρού στις 11 Μαΐου 2013

Αν η σκέψη σου επικεντρωνόταν στην ουσία, θα ‘χες γίνει κύριος της ζωής σου από καιρό.
Θα σου δώσω ένα παράδειγμα της σκέψης σου:
«Για όλα φταίνε οι Εβραίοι», λες.
«Τι είναι ο Εβραίος;» σε ρωτώ.
«Κάποιος που στις φλέβες του κυλάει εβραϊκό αίμα», απαντάς.
«Και πώς ξεχωρίζεις το εβραϊκό αίμα από το αίμα των άλλων;» Η ερώτηση σου προκαλεί σύγχυση. Μπερδεύεσαι, κομπιάζεις.
Ύστερα λες, «Εννοούσα ότι ανήκει στην εβραϊκή φυλή».
«Τι είναι η φυλή;» σε ρωτώ.
«Η φυλή; Αυτό είναι προφανές. Όπως υπάρχει γερμανική φυλή, έτσι υπάρχει κι εβραϊκή».
«Και ποια είναι τα χαρακτηριστικά της εβραϊκής φυλής;»
«Ο Εβραίος έχει μαύρα μαλλιά, μακριά, γαμψή μύτη και δια-περαστικό βλέμμα. Οι Εβραίοι είναι άπληστοι και κεφαλαιοκράτες».
«Αν δεις ένα Γάλλο της Μεσογείου ή έναν Ιταλό δίπλα σ’ έναν Εβραίο, θα τον ξεχωρίσεις;»
«Ε, όχι, για να είμαι ειλικρινής…»
«Τότε, λοιπόν, τι είναι ο Εβραίος; To αίμα του δε διαφέρει από το αίμα των άλλων. Η εμφάνισή του δε διαφέρει από εκείνη ενός Γάλλου ή ενός Ιταλού. Και μια και το ‘φερε η συζήτηση, έχεις δει Γερμανοεβραίους;»
«Μοιάζουν με τους Γερμανούς».
«Τι είναι ο Γερμανός;»
«Ο Γερμανός ανήκει σιη βόρεια φυλή των Αρίων».
«Οι Ινδοί είναι Άριοι;»
«Ναι».
«Είναι βόρειοι;»
«Όχι».
«Είναι ξανθοί;»
«Όχι».
«Βλέπεις; Δεν ξέρεις καν ποιος είναι ο Εβραίος και τι ο Γερμανός».
«Μα, υπάρχουν Εβραίοι!»
«Ασφαλώς και υπάρχουν. Όπως υπάρχουν Χριστιανοί και Μωαμεθανοί».
«Σωστά! Να, αυτό εννοούσα, την εβραϊκή θρησκεία».
«Ήταν Ολλανδός ο Ρούσβελτ;»
«Όχι».
«Και γιατί ονομάζεις τον Εβραίο απόγονο του Δαβίδ κι όχι τον Ρούσβελτ Ολλανδό;»

«Με τον Εβραίο είναι διαφορετικό».
«Σε τι διαφέρει;»
«Δεν ξέρω».
Τέτοιες κουταμάρες λες, ανθρωπάκο.
Και με τέτοιες κουταμάρες, συγκροτείς ένοπλες συμμορίες που σκοτώνουν δέκα εκατομμύρια ανθρώπους επειδή είναι Εβραίοι κι ας μην ξέρεις να μου πεις τι είναι ο Εβραίος.
Να γιατί γελάνε μαζί σου. Να γιατί όποιος θέλει να κάνει κάτι σοβαρό σε αποφεύγει. Να γιατί είσαι χωμένος στο βούρκο μέχρι το λαιμό. Όταν αποκαλείς κάποιον «Εβραίο», αισθάνεσαι ανώτερος.
Αισθάνεσαι ανώτερος, επειδή νιώθεις κατώτερος. Νιώθεις κατώτερος, επειδή εκείνο που θέλεις να εξοντώσεις στους ανθρώπους που αποκαλείς Εβραίους, είναι ο ίδιος σου ο εαυτός. Και τούτο είναι απλά ένα δείγμα του τι είσαι στ’ αλήθεια, ανθρωπάκο. Όταν αποκαλείς κάποιον περιφρονητικά «Εβραίο», η αίσθηση της μηδαμινότητάς σου ξαλαφρώνει. Αυτό το ανακάλυψα μόλις πρόσφατα. Αποκαλείς Εβραίο όποιον σου εμπνέει είτε υπερβολικό, είτε ελάχιστο σεβασμό. Σαν να ‘σαι αντιπρόσωπος κάποιας ανώτερης δύναμης επί της γης, ανέλαβες να αποφασίζεις ποιος είναι και ποιος δεν είναι Εβραίος. Αμφισβητώ το δικαίωμά σου να το κρίνεις αυτό, είτε είσαι τιποτένιος Άριος, είτε τιποτένιος Εβραίος. Μόνο εγώ έχω το δικαίωμα να πω τι είμαι. Είμαι βιολογικός και πολιτισμικός μιγάς κι είμαι περήφανος γι’ αυτό. ούτε σωβινιστής όπως εσύ, ασήμαντε φασίστα, όποια κι αν είναι η εθνικότητά σου, η φυλή και η τάξη σου.»….
…….»Όταν ζεις για μακρύ διάστημα στο βάθος μιας σκοτεινής σπηλιάς
θα σιχαθείς το φως του ήλιου. Και το πιθανότερο είναι ότι τελικά
τα μάτια σου θα χάσουν τη δύναμη αν αντέχουν.
Να γιατί καταλήγουμε να μισούμε το φως του ήλιου.»…

Ο Βίλχελμ Ράιχ (1897 – 1957) ήταν Αυστριακός ψυχίατρος, ψυχαναλυτής και ερευνητής. Υπήρξε ένας από τους πλέον αμφιλεγόμενους διανοητές της σύγχρονης εποχής. Πέθανε στιγματισμένος και περιθωριοποιημένος στη φυλακή. Το βιβλίο ‘’άκου ανθρωπάκο’’, γράφηκε το 1948.

Aπό το ksm.gr

Κυριακή Ψαρρού στις 3 Μαΐου 2013

Ο μύθος της ψυχικής νόσου

-Οι άνθρωποι δεν ενεργούν ανεύθυνα επειδή είναι άρρωστοι, αλλά είναι άρρωστοι επειδή λειτουργούν ανεύθυνα.

-Με τα όρια που βάζουν οι γονείς στα παιδιά τους τους λένε “σας αγαπούμε και νοιαζόμαστε για σας ¨και εκείνα παραβαίνοντας τα όρια λένε στους γονείς “απόδειξέ το“.

Ζήσαμε τη ζωή κάποιου άλλου και ύστερα πεθάναμε εμείς. Τάσος Λειβαδίτης.

-Αυτό που κάνουμε είναι σημαντικό και ουσιαστικό στο ποσοστό που είναι γνήσιο.

-Λίγα πράγματα είναι τόσο τραγικά στη ζωή του ανθρώπου όσο το θάψιμο της ανδρικής ευαισθησίας και τρυφερότητας χάριν του επιβητορικού προτύπου  που επιβάλλει η κοινωνική σύμβαση.

-Η αγάπη όχι μόνο δεν αγοράζεται, αλλά ούτε καν ζητιέται. Η αγάπη μόνο προσφέρεται.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 30 Απριλίου 2013
 
Stone_Mason
Κάποτε ήταν ένας λιθοξόος που δεν ήταν ικανοποιημένος από τον εαυτό του και την ζωή του.
Μια μέρα, περνώντας έξω από το σπίτι ενός πλούσιου εμπόρου, κοίταξε μέσα από την ανοιχτή πόρτα και θαύμασε τα όμορφα πράγματα και τους σημαντικούς επισκέπτες.
«Πόσο σπουδαίος να είναι αυτός ο έμπορος!» σκέφτηκε με ζήλια και ευχήθηκε να γίνει σαν αυτόν τον έμπορο.
Προς μεγάλη του έκπληξη, αμέσως μεταμορφώθηκε σε έμπορο, απολαμβάνοντας τις πολυτέλειες και την ισχυρή επιρροή, μα και την ζήλια των πιο φτωχών απʼ αυτόν.
Σύντομα, ένας σημαντικός προύχοντας πέρασε από τον δρόμο, που τον μετέφεραν σε σέντια και συνοδευόμενος από στρατιωτικούς. Όλοι, όσο πλούσιοι κι αν ήταν, υποκλίνονταν μπροστά του.
«Πόσο ισχυρός είναι αυτός ο προύχοντας!» σκέφτηκε «εύχομαι να ήμουν προύχοντας!»
Αμέσως μεταμορφώθηκε σε ισχυρό προύχοντα, που όλοι φοβούνταν αλλά και μισούσαν.
Ήρθε το καλοκαίρι και οι πολύ ζεστές μέρες, κι ο προύχοντας ένιωθε άβολα μέσα στην σέντια του. Κοίταξε ψηλά τον ήλιο και σκέφτηκε «πόσο ισχυρός είναι ο ήλιος! Εύχομαι να ήμουν ο ήλιος!»
Αμέσως έγινε ο ήλιος, να λάμπει πάνω από τον κόσμο, να λατρεύεται και να θαυμάζεται από τους ανθρώπους, αλλά και να καταριέται από τους αγρότες -που τους έκαιγε τα σπαρτά- και από τους εργάτες που υπέφεραν κάνοντας την εργασία τους.
Μα ξάφνου, ένα μεγάλο μαύρο σύννεφο πέρασε από μπροστά του, εμποδίζοντάς τον να λάμψει παντού πάνω στη γη.
«Πόσο ισχυρό είναι αυτό το σύννεφο!» σκέφτηκε «εύχομαι να ήμουν σύννεφο!»
Αμέσως μεταμορφώθηκε σε βαρύ, μαύρο σύννεφο, που πλημμύριζε με το νερό του τα σπαρτά και τα χωρία, κι όλοι το καταριόνταν.
Μα σύντομα, κατάλαβε ότι παρασέρνονταν από μια μεγαλύτερη δύναμη, τον άνεμο.
«Πόσο ισχυρός είναι ο άνεμος!» σκέφτηκε «εύχομαι να ήμουν ο άνεμος!»
Αμέσως έγινε ο άνεμος, να φυσάει μανιασμένα ξεριζώνοντας δέντρα και καταστρέφοντας τις σκεπές των σπιτιών, κι όλοι να τον καταριόνται.
Σύντομα όμως βρέθηκε μπροστά σε έναν θεόρατο βράχο, που δεν μετακινούνταν καθόλου, παρά την δύναμη του ανέμου.
«Πόσο ισχυρός είναι αυτός ο βράχος!» σκέφτηκε «εύχομαι να ήμουν βράχος!»
Αμέσως έγινε ένας δυνατός, τεράστιος βράχος. Ότι πιο σταθερό πάνω στην γη.
Έτσι όπως στεκότανε απολαμβάνοντας την δύναμή του, άκουσε τον ήχο μεταλλικού εργαλείου πάνω στην επιφάνειά του και ένιωσε νʼ αλλάζει η μορφή του.
«Τι μπορεί να είναι πιο ισχυρό από εμένα;;» απόρησε.
Κοίταξε κάτω χαμηλά, και είδε έναν λιθοξόο…
The-Stone-Mason
Μαρία Ανδρεάδου στις 30 Απριλίου 2013

[….]Έχει ένα χτύπο το χάος· έχει ένα σφυγμό το κενό· και μόνο οι ώρες σωπαίνουν· και μόνο οι καιροί δε μιλούν. Η αιωνιότη σε κυτάζει και σκέφτεται· τα πλάτη, οι απόστασες, είναι αφιερωμένα στο βάδη σου· αναθυμιάζει μ’ ευλάβεια κάτ’ απ’ το βήμα σου η γη.

[….]Έτσι πάνε· όλο ίσα και ντρίτα· άκρη άκρη στις σιδεροτροχιές, στα ποτάμια, άκρη-άκρη στους ωραίους γιαλούς· πάντα δημοσά κι’ όλο κάμπο· δεν ανεβοκατεβαίνουν οι δρόμοι, δεν παν οι στράτες λοξά· για σένα δεξά ή ζερβά να διαβαίνουν τα όρη, να εξελίσονται οι θάλασσες· η καμπύλη, η ευθεία, κι’ ο κόσμος αργά· η αιωνιότη πιστώνει. Η φυγόκεντρη δύναμη ας είναι ένα παραμύθι των κύκλων, και μόνο μια γραμμή κατακόρυφη νάσαι συ στις στροφές· έτσι· όπως πάνε οι δρόμοι μονάχοι τους, όπως στέκουν τα βράχια.

πέρα απ’ τις σιδηροτροχιές / Γιάννης Σκαρίμπας

Μαρία Ανδρεάδου στις 30 Απριλίου 2013

…και τότε βγαίνει απ’ την πλαϊνή πύλη ο Εσταυρωμένος κι εμείς με τα εξαφτέρουγα κι οι ιερείς με τα θυμιατά, και γίνεται η μεγάλη σιωπή του «σήμερον κρεμάται επί ξύλου ο εν ύδασι την γην κρεμάσας» και τα πάντα σβήνουν και κατορθώνονται κάπου αλλού, κι η μητέρα κλαίει στο στασίδι της, κι ο Αργύρης κοιτάει τη Νίνα, και στο βάθος ο Κάβουρας με άσπρο καθαρό πουκάμισο, καλοχτενισμένος, καθόλου κάβουρας, κι έξω απ’ την εκκλησία μεγάλωναν από μια ξαφνική δύναμη τα δέντρα, κι η θάλασσα σωπαίνει γ ι α ν’  α κ ο ύ σ ε ι, και τ’ άστρα ξύνουν με τα νύχια τους το σκοτάδι και περιμένουν (Εκείνον; Εμάς;) και τα πορτοκαλάνθια, τα τριαντάφυλλα, τα γιασεμιά, τα χρυσάνθεμα, οι γαζίες, οι μαργαρίτες φουντώνουν για το στόλισμα του Επιτάφιου, και σκαλιστές λαμπάδες κρέμονται έξω απ’ τα μαγαζιά για την Ανάσταση, μα εγώ δεν ήθελα να κλαίει η μητέρα, δεν ήθελα να ‘ναι λυπημένος ο κόσμος κι η θεια-Σταθούλα κι η κυρα-Παρασκευούλα κι ο μπαρμπα-Γιάννος που ‘χασε το γιο του από δυναμίτη σε νυχτερινό ψάρεμα, κι έλεγα να βρω το «αθάνατο νερό» πρώτα απ’ όλα για τη μαμά και για όλους, ναι, και για μένα, γι’ αυτό όταν γυρίζαμε απ’ την Ανάσταση με τις λαμπάδες και βάζαμε το χέρι μας μπροστά στη φλόγα μη μας τη σβήσει ο αέρας, εγώ έφερνα την παλάμη μου κοντά στη φλόγα να δω αν με κάψει, αν πονέσω, κι όταν φτάναμε σπίτι φτιάχναμε σταυρούς στο ανώφλι της πόρτας με την κάπνα των κεριών κι ύστερα μπαίναμε μέσα κι ανάβαμε με τ’ άγιο φως πρώτα την καντήλα μπροστά στα εικονίσματα στο δωμάτιο της γιαγιάς, ύστερα όλους τους λύχνους, ακόμη και τις λάμπες πετρελαίου προσέχοντας όμως να μη στάξει το κερί στο φιτίλι κι ύστερα σπάσει το γυαλί.

Κι ώσπου να ζεστάνουν στην κουζίνα το ψητό με τις πατάτες και τη μαγειρίτσα και να κόψουν το αυγολέμονο, εγώ καθόμουνα έξω στην αυλή, τέντωνα τα μάτια, τρέμοντας από μια χλιαρή ψύχρα, να δω πάνω απ’ τη θάλασσα, μακριά ν’ ανηφορίζει λάμποντας γυμνό το Άγιο Σώμα στον ουρανό «θανάτω θάνατον πατήσας», Θεέ μου, κάνε να Τον δω κι εγώ, κι απ’ την πόρτα ερχότανε προκλητική η μυρουδιά της μαγειρίτσας ύστερα απ’ τη νηστεία της Σαρακοστής και γέμιζε το στόμα μου σάλιο. Και δεν Τον έβλεπα. Ίσως να ‘φταιγε κι η Μαρίτσα κι ο Κάβουρας, ίσως κι η μαγειρίτσα – δεν είναι σωστό να πεινάς τέτοιες ώρες. «Ίων, Ίων» με φωνάζαν κιόλας από μέσα «το τραπέζι είναι έτοιμο». Έτρωγα με λυπημένη απληστία τη σούπα, το ψητό, τις πατάτες, από πάνου τσουγκρίζαμε τα κόκκινα αυγά μα δεν τα τρώγαμε γιατί είχαμε και τους κουραμπιέδες, τα μελομακάρουνα, τ’ αμυγδαλωτά, κι ύστερα ο ύπνος βαθύς, δε θυμόμουνα τίποτα, μόνο κάτι από φως, πολύ φως, τίποτα. Όμως την άλλη μέρα έλεγα στους συμμαθητές μου «Τον είδα με τα ίδια μου τα μάτια, να, ολοζώντανον, όλο φως» (γιατί τάχα να μην Τον έχω δει κι εγώ αφού Τον είδαν, λέει, η Αργυρούλα, η Θοδωρίτσα, η Φανή, ο Σταυράκης;). Όμως το άλλο βράδυ δεν άντεξα και το ‘πα στη μητέρα «μαμά, δεν Τον είδα», «ποιον;», «το Χριστό, ντε, μια ώρα περίμενα στην αυλή», «θα νύσταζες» είπε η μαμά, «όχι, δε νύσταζα καθόλου, τα μάτια μου, να, τέντα, μόνο που πείναγα – λέτε μαμά να φταίει που πείναγα;», «όχι, του χρόνου θα Τον δεις σίγουρα», «μα η Αργυρούλα Τον είδε και πέρσι και φέτος», «η Αργυρούλα λέει ψέματα κι επειδή λέει ψέματα δε θα Τον δει ποτέ». Άρα εγώ που δεν είπα ψέματα στη μαμά, δεν είμαι αμαρτωλός κι έτσι οπωσδήποτε του χρόνου θα Τον δω, και μάλιστα θα Του γράψω κι ένα ποιηματάκι που μέρες τώρα τριγυρίζει στο μυαλό μου, πως το πριόνι έπεσε απ’ το καρφί του τοίχου, στο εργαστήριο του πατέρα Του κι έκανε μπαμ στο πάτωμα κι άνοιξε μια τρύπα κι από κει μέσα βγήκαν 12 τριαντάφυλλα (και δεν ξέρω γιατί σώνει και καλά έπρεπε να ‘ναι τα τριαντάφυλλα 12) κι έκοψα τα 12 τριαντάφυλλα και τα ‘φτιαξα στεφάνι και Του ‘βγαλα τον ακάνθινο στέφανο και του φόρεσα τα τριαντάφυλλα και Του πήγαιναν πολύ κι ήταν πιο όμορφος από πάντοτε και πίσω απ’ τα τριαντάφυλλα το φωτοστέφανο πιο χρυσό από άλλοτε, και το ‘χε πει κι η Νίνα δοκιμάζοντας μπροστά στον καθρέφτη το φόρεμα που της είχε φέρει απ’ το Παρίσι ο θείος ο Μπότης ο Ψηλός, «το ροζ πάει πολύ με το χρυσό» (ω, να ‘βλεπε ο Αργύρης τη Νίνα μας μ’ αυτό το φόρεμα, δυο Νίνες, μια μέσα στον καθρέφτη και μια έξω, με το ίδιο φόρεμα, ροζ και χρυσό· –θα το φορέσει – είπε – το καλοκαίρι). Ναι, έτσι, ροζ και χρυσόν, θα Τον δω του χρόνου να υψώνεται στον ουρανό. Μα τι λέω του χρόνου; Να Τον κιόλας, ολόσωμος, γυμνός, μπροστά μου, Τον βλέπω, με τα δικά μου τριαντάφυλλα στα χρυσά μαλλιά Του.

Γιάννης Ρίτσος / απόσπασμα από το μυθιστόρημα “Ίσως να ναι κι έτσι”

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 29 Μαρτίου 2013

Η αγάπη των άλλων είναι μια συνέπεια φυσική που απλώς σου δείχνει πως η αγάπη σου, δηλαδή η δύναμή σου, είναι αλώβητη. Μ’ αγαπάνε σημαίνει μπορώ ν’ αγαπώ.

Γ. ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ “ΜΑΤΗΝ ΩΝΕΙΔΙΣΑΝ ΤΗΝ ΨΥΧΗΝ ΜΟΥ” Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ

Είναι αγών ο έρωτας. Αγών επικρατήσεως.

Γ. ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ “ΛΙΘΟΝ ΟΝ ΑΠΕΔΟΚΙΜΑΣΑΝ ΟΙ ΟΙΚΟΔΟΜΟΥΝΤΕΣ” Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ

 

 Στην Ελλάδα ζούμε πολυτελέστερα απ’ όσο μας επιτρέπουν τα μέσα μας, πέρα από τις οικονομικές μας δυνατότητες και τις ψυχικές μας ικανότητες. Αυτό ήδη μας δημιουργεί προβλήματα και θα μας προξενήσει μεγάλο κακό.

 Σημ: Κάτι διαισθανόταν ο τσαρούχης όταν όλοι . ευωχούσαν

Γ. ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ “ΛΙΘΟΝ ΟΝ ΑΠΕΔΟΚΙΜΑΣΑΝ ΟΙ ΟΙΚΟΔΟΜΟΥΝΤΕΣ” Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ (από συνομιλία του Γ. Τσαρούχη με τον Γιώργο Πηλιχό, “ΤΟ ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ” 14/2/1988)

 

 

Ο Γιάννης Τσαρούχης έλεγε ότι “δεν ήταν ο ίδιος που είχε πει τη φράση στην Ελλάδα είσαι ό,τι δηλώσεις, αλλά ήταν ο ηθοποιός Τζαβαλάς Καρούσος που την πρωτοξεστόμισε, ενώ ο ίδιος τη διέδωσε απλά όπως ο Απόστολος Παύλος”.

 

ΘΑΝΑΣΗΣ Θ. ΝΙΑΡΧΟΣ από άρθρο του στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ (12/9/2009)

 

“Κανείς δεν τα ήθελε ούτε για χάρισμα”

Δε σταμάτησαν ποτέ να ζητούν να αγοράσουν έργα του άνθρωποι λιγότεροι ή περισσότερο πλούσιοι. Αυτό τον δυσαρεστούσε και του έφερνε μελαγχολικές σκέψεις. “Τρομάζω”, έλεγε, “γιατί δεν είναι πολύ πίσω ο καιρός που κανείς δεν τα ήθελε ούτε για χάρισμα. Δεν καταλαβαίνω τι μεσολάβησε. Φαίνεται ότι, όπως σπάνε πιάτα στα μπουζούκια, θέλουν να αγοράσουν και ένα έργο μου”. Για να τους αποφύγει, ζητούσε εξωφρενικές τιμές. Δεν είχε όμως υπολογίσει τι βιτσιόζοι είναι οι νεόπλουτοι Έλληνες. Οι μεγάλες τιμές τούς διέγειραν περισσότερο.

Λυπόταν που είχε γίνει ένα είδος μόδας και τα έργα του πωλούνταν τόσο ακριβά, που κι ο ίδιος, όπως έλεγε, δεν μπορούσε πια να τα αγοράσει. Αντιπαθούσε τους συλλέκτες που αγοράζουν έργα του και τα φυλακίζουν χωρίς να μπορεί κανείς να τα δει.

ΑΛΕΞΙΟΣ ΣΑΒΒΑΚΗΣ “ΙΩΑΝΝΗΣ ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ”

 

Είναι οδυνηρό, για να σε εκτιμήσουν, να προσπαθείς να κάνεις πράγματα που να αρέσουν σε ανθρώπους που δεν εκτιμάς.

“ΤΑ ΓΝΩΜΙΚΑ ΤΟΥ ΤΣΑΡΟΥΧΗ” Εκδόσεις ΒΟΥΡΚΑΡΙΑΝΗ (αντιγραφή από το Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού)

 

Ποτέ δεν υπήρξε μια εποχή που οι άνθρωποι ήταν τόσο δύσθυμοι και μελαγχολικοί. Άλλωστε, αυτό εξηγεί από μία άποψη την τρομερή και μέχρις αηδίας οργάνωση της ευθυμίας. Καμιά εποχή δεν είχε οργανώσει τόσο πολύ την ευθυμία όσο η δική μας. Σε καμιά εποχή δεν έπαιζε πρωί πρωί στα σπίτια το ραδιόφωνο εύθυμες μουσικές, για να ξυπνήσουν οι άνθρωποι μελαγχολικοί και σχεδόν έτοιμοι να αυτοκτονήσουν.

Γ. ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ “ΜΑΤΗΝ ΩΝΕΙΔΙΣΑΝ ΤΗΝ ΨΥΧΗΝ ΜΟΥ” Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ

 

Το μέρος που κυριολεκτικά συχνάζαμε στο Παρίσι ήταν το Λούβρο. “Εδώ μέσα”, έλεγε, “είναι οι καλύτεροί μου φίλοι”. Γνώριζε και την τελευταία γωνιά του μουσείου. Σταματούσαμε ακόμα και με ψώνια στα χέρια για να μπει και να σημειώσει κάτι στα βιαστικά. “Μα τώρα;” δυσανασχετούσα εγώ. “Τώρα”, απαντούσε, συμπληρώνοντας ότι η χειρότερη ελληνική αρρώστια είναι η αναβλητικότης. Και έμπαινε να ανανεώσει τη ματιά του στο μαύρο φόντο του Βαν Ντάικ ή στο κιαροσκούρο του Τιτσιάνο. Έτσι σχηματιζόταν βέβαια της τέχνης του η περιοχή, όπως λέει ο ποιητής.

Από τις πιο οικείες αίθουσες ήταν αυτή με τα πορτρέτα Φαγιούμ. Τα ήξερε όλα με τα ονόματά τους: Λεύκιος, Δημήτριος, Αμμώνιος, Μελάνθιος, Αρτεμίδωρος, Φιλοκλής. Είχε έντονες αντιρρήσεις για το φωτισμό και γενικά για την παρουσίασή τους.

ΑΛΕΞΙΟΣ ΣΑΒΒΑΚΗΣ “ΙΩΑΝΝΗΣ ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ” Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ

 

 

 

 

Δεν ζητώ ανθρώπους να σκέφτονται σαν εμένα, αλλά να κάνουν σκέψεις συμπληρωματικές των δικών μου.

Γ. ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ “ΛΙΘΟΝ ΟΝ ΑΠΕΔΟΚΙΜΑΣΑΝ ΟΙ ΟΙΚΟΔΟΜΟΥΝΤΕΣ” Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ

 

Στην Ελλάδα όλα γίνονται όπως θέλουν οι μέτριοι. 

Γ. ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ “ΩΣ ΣΤΡΟΥΘΙΟΝ ΜΟΝΑΖΟΝ ΕΠΙ ΔΩΜΑΤΟΣ”

 

Η μετριότητα κατάντησε να είναι κάτι το απαραίτητο! Η μετριότητα και η καπατσοσύνη!

Γ. ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ “ΛΙΘΟΝ ΟΝ ΑΠΕΔΟΚΙΜΑΣΑΝ ΟΙ ΟΙΚΟΔΟΜΟΥΝΤΕΣ” Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ

 

 

 

 

“Ο Τσόγτσιλ και η καγαβάνα”

Ο Λυκούργος Καλλέργης θυμάται μια συνομιλία του με τον Τσαρούχη κατά τη διάρκεια του ελληνοϊταλικού πολέμου 1940-41, όταν και οι δύο υπηρετούσαν ως στρατιώτες:

Ο Τσαρούχης όμως ήταν απόμακρος, δεν πίστευε τίποτε απ’ όλα αυτά. Κρυφογελούσε σαρκάζοντας. Δεν πίστευε καθόλου πως η ζωή θ’ αλλάξει, ότι οι άνθρωποι θα γίνουν καλύτεροι, ότι θα σταματήσουν οι πόλεμοι.

“Μα είναι δυνατό, Γιάννη”, του ‘λεγα εγώ, “είναι δυνατό να μην πιστεύεις ότι ο κόσμος θ’ αλλάξει ύστερα απ’ αυτό τον ολέθριο πόλεμο, ύστερα απ’ αυτόν το χαλασμό και την κοσμογονία; Δεν πιστεύεις ότι η ζωή θα γίνει καλύτερη, ότι οι σύμμαχοι θα συνεργαστούν για ν’ απαλλάξουν την ανθρωπότητα από την αθλιότητα, τη δυστυχία, την κοινωνική ανισότητα και τα δεινά των πολέμων;”

“Μα για ποιους συμμάχους μου μιλάς, Λυκούγο; Ποιοι είναι αυτοί οι καλοθελητές και ομοφγονούντες σύμμαχοι, που θ’ απαλλάξουν την ανθγωπότητα από τα δεινά, για τα οποία και αυτοί οι ίδιοι είναι υπεύθυνοι;”

“Μα είναι οι σύμμαχοί μας, Γιάννη μου”, του λέω εγώ. “Οι σύμμαχοί μας ενάντια στο φασισμό!”

“Ποιοι είναι αυτοί οι σύμμαχοι; Ονόμασέ τους”.

“Μα ο Τσόρτσιλ, ο Ρούζβελτ και ο Στάλιν”, του απαντώ.

“Αχ, Καλλέγη, πόσο είσαι αφελής”, μου λέει. “Μου μιλάς για τον Τσόγτσιλ! Μα αγαπητέ μου, αν ο Τσόγτσιλ ήτανε τώγα εδώ κοντά μας και ετούτος ο πόλεμος δεν είχε τελειώσει, ξέγεις τι θα σου ‘λεγε;”

“Τι θα μου ‘λεγε;”

“Θα σου ‘λεγε: Βγε Καλλέγη, δώσε μου την καγαβάνα σου να φάω για να μη λεγώσω τη δικιά μου. Κι ούτε καν θα σε παγακαλούσε. Και θα σου άνοιγε στα γήγογα ένα καινούγιο μέτωπο, κι εσύ θα ήσουν πάλι στην πγώτη γαμμή να πολεμάς, ενώ ο Τσόγτσιλ, αφού θα είχε ντεγλικώσει με την καγαβάνα σου, θα κάπνιζε μακάγια το πούγο του σε κάποιο παλάτι στο Λονδίνο. Κάτι ανάλογο θα μπογούσαν να σου ζητήσουν και οι άλλοι σύμμαχοι, και ο Γούζβελτ και ο Στάλιν. Όλοι αυτοί, κατά κανόνα, την καγαβάνα τους ποτέ δεν τη λεγώνουν”.

Αυτός ήταν ο Τσαρούχης. Με μια αλληγορία και δυο καυτά λόγια ξόφλησε τη μεγάλη και τρανή συμμαχία των Μεγάλων, που τόσες και τόσες προσδοκίες κι ελπίδες στήριξε σ’ αυτήν η ανθρωπότητα και ιδιαίτερα η χώρα μας. Αυτή είναι μια από τις πιο ζωντανές μνήμες που μου έμειναν από το έπος της Αλβανίας. Το δυστύχημα είναι ότι ο Τσαρούχης βγήκε δικαιωμένος.

ΛΥΚΟΥΡΓΟΣ ΚΑΛΛΕΡΓΗΣ “ΣΤΟ ΔΙΑΒΑ ΤΟΥ 20ου ΑΙΩΝΑ” Εκδόσεις ΛΙΒΑΝΗ

 

Αρετές μας είναι τα ελαττώματά μας που τα παραδεχτήκαμε.

“ΤΑ ΓΝΩΜΙΚΑ ΤΟΥ ΤΣΑΡΟΥΧΗ” Εκδόσεις ΒΟΥΡΚΑΡΙΑΝΗ (αντιγραφή από το Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού

 

 

Χρειάζεται η θεία αφέλεια για να βρεις μέσα σου την αλήθεια.

Γ. ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ “ΛΙΘΟΝ ΟΝ ΑΠΕΔΟΚΙΜΑΣΑΝ ΟΙ ΟΙΚΟΔΟΜΟΥΝΤΕΣ” Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ

 

 

 

 

 

Το ίδιο εκείνο πρωί της 21ης Απριλίου βγαίνοντας, είδε τα τανκ στους δρόμους και νόμισε στην αρχή πως ο Γαβράς γύριζε τη νέα του ταινία. Έφυγε προτού προλάβει να χαρεί το νεόκτιστο σπίτι στο Μαρούσι. “Μα πού πας; Φεύγεις τώρα που απέκτησες σπίτι;” του είπε ο φίλος του Ντίνος Δοξιάδης. “Απέκτησα σπίτι αλλά έχασα το οικόπεδο”, του απάντησε ο Τσαρούχης.

ΑΛΕΞΙΟΣ ΣΑΒΒΑΚΗΣ “ΙΩΑΝΝΗΣ ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ” Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ

 

Ένα μόνο έχω να συμβουλεύσω τους νεότερους: να πειθαρχούν στην πίστη τους, αφού προηγουμένως την ανακαλύψουν.

Γ. ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ “ΜΑΤΗΝ ΩΝΕΙΔΙΣΑΝ ΤΗΝ ΨΥΧΗΝ ΜΟΥ” Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ

Ο λόγος, η γλώσσα, η φωνή – αντίδοτα στο θάνατο και στη δυστυχία.

“ΤΑ ΓΝΩΜΙΚΑ ΤΟΥ ΤΣΑΡΟΥΧΗ” Εκδόσεις ΒΟΥΡΚΑΡΙΑΝΗ (αντιγραφή από το Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού)

 

Το εξαιρετικό άτομο άλλοτε ετιμάτο και εξυπηρετούσε το σύνολο! Σήμερα το εξαιρετικό άτομο κρίνεται από το σύνολο των μέτριων ανθρώπων και μπαίνει σε μια κλίνη του Προκρούστη και κονταίνει. Το “γιατί εσύ και όχι εγώ”, είναι το συνηθισμένο που ακούει κανείς σήμερα.

Γ. ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ “ΛΙΘΟΝ ΟΝ ΑΠΕΔΟΚΙΜΑΣΑΝ ΟΙ ΟΙΚΟΔΟΜΟΥΝΤΕΣ” Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ

 

“Ο μοναδικός θεατής”

Το 1920 ο Τσαρούχης ήταν 10 χρονών.

Το 1920 αποφάσισα στο σπίτι της θείας μου Μεταξά, όπου έμενα (λόγω ταξιδιού της μητέρας μου στην Ελβετία, για λόγους υγείας της αδελφής μου), να δημιουργήσω ένα θέατρο και πρώτο έργο ήταν η Αντιγόνη. Το θέατρο αυτό ήταν μια μεγάλη τρισδιάστατη μακέτα χωρίς πάτωμα, όπου μπορούσαν ντεκουπαρισμένες φιγούρες να κινηθούν όπως στον Φασουλή. (.)

Τα κοστούμια έφτιαχνα εκείνη την ώρα με βάση τις φιγούρες και τα σκηνικά. Μοναδικός θεατής ήταν ο αδελφός μου Μάριος τον οποίο συχνά έδενα με σκοινιά στην καρέκλα του για να μη φύγει και δεν δει το θέαμα.

ΑΛΕΞΙΟΣ ΣΑΒΒΑΚΗΣ “ΙΩΑΝΝΗΣ ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ” Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ

 

Σας παραπέμπω στη Διοτίμα του Συμποσίου του Πλάτωνα – τα λέει πολύ καλά. Η Πενία και ο Πλούτος, καλεσμένοι, σ’ ένα γάμο μεθύσανε και ο Πλούτος ξεμονάχιασε την Πενία και καρπός αυτής της ενώσεως υπήρξε ο Έρωτας. Γι’ αυτό ο έρωτας είναι φτώχεια και ζητιανιά και συγχρόνως αίσθηση μεγάλη πλούτου.

Γ. ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ “ΜΑΤΗΝ ΩΝΕΙΔΙΣΑΝ ΤΗΝ ΨΥΧΗΝ ΜΟΥ” Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ

 

Η τέχνη δεν είναι απασχόληση, δεν είναι για να περνάς την ώρα σου. Είναι η θρησκεία του ζωντανού και αιώνιου πάθους.

Γ. ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ “ΑΓΑΘΟΝ ΤΟ ΕΞΟΜΟΛΟΓΕΙΣΘΑΙ”

 

Είναι ο νόμος της φύσεως – όποιος δεν παραδέχεται τις επιθυμίες του, να φανατίζεται με τις επιθυμίες των άλλων.

Γ. ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ “ΛΙΘΟΝ ΟΝ ΑΠΕΔΟΚΙΜΑΣΑΝ ΟΙ ΟΙΚΟΔΟΜΟΥΝΤΕΣ” Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ 

 

Η ζωή είναι τόσο θαυμαστό πράγμα, ώστε η τιμή της είναι το μυστήριο του θανάτου.

“ΤΑ ΓΝΩΜΙΚΑ ΤΟΥ ΤΣΑΡΟΥΧΗ” Εκδόσεις ΒΟΥΡΚΑΡΙΑΝΗ (αντιγραφή από το Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού)

 

Στην Ελλάδα βλέπουμε μόνο τη δυσάρεστη και την αδύνατη πλευρά κάθε πράγματος. Όλοι ξέρουν το τι δε γίνεται και, ικανοποιημένοι με την απαισιόδοξη γνώμη τους, κατηγορούν κάθε άνθρωπο που έχει δράση και προσπαθεί να κάνει κάτι τι.

Υπάρχουν και οι τρελοί που παίρνουν στα σοβαρά την Ελλάδα και αγνοούν τις απαισιόδοξες γνώμες και φτάνουν στο αδύνατο και στο ακατόρθωτο, χάνοντας την εκτίμηση των απαισιόδοξων και αυτών που γνωρίζουν τα πάντα.

Γ. ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ “ΛΙΘΟΝ ΟΝ ΑΠΕΔΟΚΙΜΑΣΑΝ ΟΙ ΟΙΚΟΔΟΜΟΥΝΤΕΣ” Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ

 

Η αδελφή του, Αγγελική Τσαρούχη, πέθανε άγαμη το 1970. Εκείνος το ‘μαθε στο Παρίσι, αλλά δεν μπόρεσε να έρθει στην Αθήνα για την κηδεία. “Στη θλίψη μου μέσα” μου έχει πει, “έμπαινα στο μετρό κι όπου πήγαινε. Έτσι, χωρίς να πηγαίνω πουθενά, σκεπτόμουν τη μητέρα μου που ήταν δεμένη πολύ μαζί της. Δεν είχα το κουράγιο ούτε στο τηλέφωνο να της μιλήσω. Της έγραψα ένα γράμμα πως μόνο ο Χριστός μπορεί να την παρηγορήσει γι’ αυτό”. Ήταν πολύ γριά τότε, ενενήντα τριών ετών. Την είδε τον επόμενο χρόνο που ήρθε στην Ελλάδα. “Παιδί μου”, του είπε, “θέλω να πεθάνω, αλλά ας περάσουν τρία χρόνια. Δε θέλω να την ενοχλήσω την αδελφή σου μέσα στον ίδιο τάφο”. Να από πού έπαιρνε ο Τσαρούχης τα πρότυπα για τις Εκάβες και τις Κασσάνδρες. Ήταν πρόσωπα που τα ήξερε στη ζωή και γι’ αυτό μπορούσε να τα αποδώσει στο θέατρο.

Εκείνη πέθανε τον Ιούλιο του 1973. Ο ίδιος είχε έρθει στην Ελλάδα μόλις πριν από λίγες μέρες.

ΑΛΕΞΙΟΣ ΣΑΒΒΑΚΗΣ “ΙΩΑΝΝΗΣ ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ” Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ

 

Κατά τη διάρκεια του πολέμου με τους Ιταλούς ο Γ. Τσαρούχης -ο οποίος υπηρετούσε ως στρατιώτης- ζωγράφισε στο καπάκι ενός κιβωτίου ρέγκας την Παναγία της Νίκης:

Ο διοικητής εζήτησε να δει την εικόνα. Ήταν μακριά η σκηνή και έστειλε έναν μοτοσυκλετιστή εξαιρετικά ωραίο και πολύ μάγκα, για να με κουβαλήσει εκεί που έμενε. Επήρα την εικόνα μαζί μου και καβάλησα τα καπούλια της μοτοσυκλέτας. Καθώς πηγαίναμε προς τον διοικητή, έφραξαν σχεδόν τον δρόμο Έλληνες στρατιώτες από την Άρτα, που είχαν στρατοπεδεύσει εκεί κι είχαν πληροφορηθεί για την ύπαρξη της εικόνας. Ήδη το ταπεινό μου έργο, που δεν είχε στεγνώσει ακόμα, είχε αποκτήσει την φήμη θαυματουργής εικόνας και οι στρατιώτες οι Αρτινοί, σε έξαλλη θρησκευτική έκσταση, απαιτούσαν η θαυματουργή εικόνα να μείνει ένα βράδυ τουλάχιστον στην κατασκήνωσή τους. Άκουγες φωνές, από παντού. Όλοι οι στρατιώτες φωνάζανε: “Η Παρθένα, η Παρθένα. Να την αφήσετε μια βραδιά”. Εκείνη την ώρα βάρεσε συναγερμός, δηλαδή ένας στρατιώτης με μια σάλπιγγα τυλιγμένη με ιμάντες από γκέτες από χακί ύφασμα εσάλπισε. Εγώ και ο μοτοσυκλετιστής πέσαμε μπρούμυτα σύμφωνα με τις διαταγές που είχαμε. Κανένας Αρτινός δεν έκανε το ίδιο. “Βρε συνάδελφε”, μου είπε ένας, “βαστάς την Παρθένα και φοβάσαι;”

Γ. ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ “ΜΑΤΗΝ ΩΝΕΙΔΙΣΑΝ ΤΗΝ ΨΥΧΗΝ ΜΟΥ” Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ

 

“Ειρήνηηηη! Ειρήνηηηη!”

 

Ο Λυκούργος Καλλέργης θυμάται πώς έζησε μαζί με τον Τσαρούχη το τέλος του ελληνοϊταλικού πολέμου 1940-41:

Ήταν παραμονές του Πάσχα – Απρίλης του 1941. Ζούσαμε μέσα σ’ εκείνη τη σπηλιά, σαν κυνηγημένα απ’ το λύκο πρόβατα, που ξέκοψαν απ’ το κοπάδι τους, τρώγοντας ό,τι απομεινάρια είχαμε στα σακίδιά μας και απ’ αυτά που αρπάξαμε από τις αποθήκες της επιμελητείας. Ύστερα από δυο τρεις μέρες -δεν θυμάμαι καλά- ένα πρωινό ανοιξιάτικο, ακούσαμε ξάφνου από μακριά, κάτω στον κάμπο, μια βροντερή φωνή ανθρώπου σ’ έξαλλη κατάσταση να κραυγάζει: “Ειρήνηηη!. Ειρήνηηηη!. Αδέλφιααα, έγινε Ειρήνηηηη!. Τέλειωσε ο πόλεμοοος!.

Σαστισμένοι πεταχτήκαμε όλοι έξω απ’ τη σπηλιά. Ο άνθρωπος κάτω στον κάμπο συνέχιζε να φωνάζει: “Ειρήνηηη!. Ειρήνηηηη!.”

Τότε συνειδητοποιήσαμε τι είχε συμβεί: Υπογράφηκε ειρήνη!. Ο πόλεμος τέλειωσε! Τέλειωσε!. Ανάστατοι, κλαίγοντας, αγκαλιαζόμασταν και φιλιόμασταν!. Έπειτα, έξαλλοι από αγαλλίαση, ορμήσαμε στον κατήφορο σαν ένα σώμα και κατρακυλώντας φτάσαμε όλοι μαζί σ’ ένα εκκλησάκι στους πρόποδες του βουνού. Κάποιος άνοιξε την πόρτα κι όλοι μαζί, στριμώχνοντας ο ένας τον άλλο, χωθήκαμε μέσα. Νιώσαμε σαν να είχαμε λυτρωθεί από ένα βραχνά, από ένα όνειρο εφιαλτικό. Και ξαφνικά ο Τσαρούχης άρχισε να ψέλνει με μια φωνή εκ βαθέων το: “Τη υπερμάχω στρατηγώ τα νικητήρια, ως λυτρωθείσα των δεινών ευχαριστήρια.” Τότε αρχίσαμε όλοι να ψέλνουμε με έξαρση το δοξαστικό τροπάριο, παρασυρμένοι από την καλλικέλαδη φωνή του Τσαρούχη. Ήταν κάτι σαν μυσταγωγία. Ήταν κάτι λυτρωτικό, σαν αποκάθαρση, σαν Ανάσταση!. Ήταν άλλωστε κοντά το Πάσχα. Και πραγματικά, ο Τσαρούχης στη συνέχεια έψαλε το: “Χριστός ανέστη εκ νεκρών!.” Και όλοι μαζί τον ακολούθησαν με την ίδια έξαρση. Σιγά σιγά συνήλθαμε, ειρηνέψαμε, κι έτσι πανηγυρικά, ελεύθεροι και λυτρωμένοι, “έμπλεοι αγαλλιάσεως”, υποδεχτήκαμε την υπογραφή της “ειρήνης”. Ποιας ειρήνης! Δεν φανταζόμασταν τα δεινά που θ’ ακολουθούσαν!

ΛΥΚΟΥΡΓΟΣ ΚΑΛΛΕΡΓΗΣ “ΣΤΟ ΔΙΑΒΑ ΤΟΥ ΠΟΛΥΤΑΡΑΧΟΥ 20ου ΑΙΩΝΑ” Εκδόσεις ΛΙΒΑΝΗ

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 21 Μαρτίου 2013
Πρώτα σε αγνοούν, μετά σε κοροϊδεύουν, μετά σε πολεμούν, μετά τους νικάς.
Τα εφτά που δεν πρέπει να έχεις: Πλούτο χωρίς μόχθο, Γνώση χωρίς χαρακτήρα, Πολιτική χωρίς αρχές, Απόλαυση χωρίς συναίσθημα, Εμπόριο χωρίς ήθος, Επιστήμη χωρίς ανθρωπιά, Αγάπη χωρίς θυσία.
Πρέπει να ζούμε σαν να πρόκειται να πεθάνουμε αύριο και να μελετάμε σαν να πρόκειται να ζήσουμε για πάντα.
Η ελευθερία δεν αξίζει τίποτα αν δεν συμπεριλαμβάνει την ελευθερία να κάνεις λάθη.
Η ικανότητα να συγχωρείς είναι προσόν του δυνατού. Οι αδύναμοι ποτέ δεν συγχωρούν.
Ένα «όχι» που βγήκε από μια βαθιά πεποίθηση, είναι πολύ καλύτερο -και πιο μεγαλειώδες- από ένα «ναι» που ειπώθηκε για να ευχαριστήσει ή, χειρότερα, για να αποφύγει φασαρίες
Τη μέρα που η δύναμη της αγάπης θα υπερνικήσει την αγάπη της δύναμης, ο κόσμος θα γνωρίσει την ειρήνη.
Μια θρησκεία που δεν λαμβάνει υπόψη της πρακτικά ζητήματα και δεν βοηθάει στη λύση τους, δεν είναι θρησκεία.
Ο φόβος έχει κάποια χρησιμότητα, η δειλία όμως δεν έχει καμία.
Κανείς δεν μπορεί να με πληγώσει χωρίς τη συγκατάθεσή μου.
Δικαιώματα που δεν προκύπτουν από ένα καθήκον που επιτελέσαμε καλά, δεν αξίζουμε να τα έχουμε
Τι γνώμη έχω για το Δυτικό πολιτισμό; Νομίζω πως θα ήταν καλή ιδέα.
Είμαι έτοιμος να πεθάνω, αλλά δεν υπάρχει σκοπός για τον οποίο να είμαι έτοιμος να σκοτώσω.
Είναι καλύτερα να στέκεσαι όρθιος με σπασμένο και μπανταρισμένο κεφάλι, από το να σέρνεσαι με την κοιλιά για να γλιτώσεις το κεφάλι σου.
Πρέπει να είσαι η αλλαγή που θέλεις να έρθει.
Ο θυμός και η έλλειψη ανοχής είναι εχθροί της ορθής κρίση.
Αυτοί που ξέρουν πώς να σκέφτονται δεν χρειάζονται δασκάλους.
Σχεδόν ό,τι κάνεις είναι ασήμαντο, αλλά είναι σημαντικό να το κάνεις.
Ένας άνθρωπος είναι το σύνολο των πράξεών του. Τι έχει κάνει, τι μπορεί να κάνει. Τίποτε άλλο.
Ευτυχία είναι όταν αυτά που σκέφτεσαι, αυτά που λες και αυτά που κάνεις, βρίσκονται σε αρμονία.
Είναι λάθος να παίρνεις υποχρεωτικά για λάθος εκείνο που δεν καταλαβαίνεις.
Ένας δειλός είναι ανίκανος να δείξει αγάπη. Αυτό είναι προνόμιο των γενναίων
Μ’ αρέσει ο Χριστός σας. Δεν μ’ αρέσουν οι χριστιανοί σας. Οι χριστιανοί σας είναι τόσο διαφορετικοί από τον Χριστό.
Αυτοί που λένε πως η θρησκεία δεν έχει σχέση με την πολιτική, δεν ξέρουν τι είναι η θρησκεία.
Η χρήση βίας μπορεί να φαίνεται καμιά φορά ότι κάνει καλό, το καλό αυτό όμως είναι προσωρινό, ενώ το κακό που προξενεί είναι μόνιμο
Η υγιής δυσαρέσκεια είναι προάγγελος της προόδου.
Είναι καλύτερα να είμαστε βίαιοι, αν έχουμε βία μέσα μας, παρά να φοράμε το μανδύα της μη-βίας για να καλύψει την ανικανότητά μας.
Η δράση δηλώνει τις προτεραιότητες.
Το μόνο αποτέλεσμα που θα έχει το «οφθαλμόν αντί οφθαλμού» είναι ότι θα καταλήξει να κάνει όλον τον κόσμο τυφλό.
   
Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 21 Μαρτίου 2013

Aπό την ΓΕΩΡΓΙΑ

(Ιστορίες του γέρο- Αντόνιο, Subcomandante Marcos, Ροές, Αθήνα 2003, σελ.120:διασκευή)

Χαθήκαμε. Ο γερο-Αντόνιο με προσκάλεσε να κυνηγήσουμε ελάφια και τα κυνηγήσαμε, ναι, αλλά δεν τα προφτάσαμε. ‘Οταν το αντιληφθήκαμε ήμασταν πια στη μέση της ζούγκλας, στη μέση της βροχής, κυκλωμένοι από τη νύχτα.
– «Χαθήκαμε», λέω άσκοπα.
– «Ναι, μωρέ», λέει ο γερο-Αντόνιο, που δεν φαίνεται και πολύ ανήσυχος.
– «Πρέπει να βρούμε το δρόμο του γυρωμού», ακούω τη φωνή μου να λέει και προσθέτω: «Έχω πυξίδα».
Ζαρώνω κάτω από ένα δέντρο, βγάζω το χάρτη, το υψόμετρο και την πυξίδα. Κάνοντας επίδειξη, περιγράφω το υψόμετρο από το επίπεδο της θάλασσας, τη βαρομετρική πίεση, βαθμούς και χιλιοστά, σημεία αναγνώρισης κι άλλα τέτοια. Μετά από λίγη ώρα τεχνικών και επιστημονικών επιδείξεων, σηκώνομαι όρθιος και με την πυξίδα στο χέρι δείχνω προς μια γωνιά της νύχτας, λέγοντας με σιγουριά και τραβώντας προς αυτή την κατεύθυνση: «Είναι προς τα κει».
Ο γερο-Αντόνιο αρχίζει να περπατά πίσω μου.
Περπατήσαμε κάμποση ώρα, χωρίς να φτάσουμε σε κανένα γνωστό σημείο. Εγώ αισθανόμουν ντροπιασμένος από την αποτυχία των σύγχρονων επιστημονικών μεθόδων και δεν ήθελα να γυρίσω προς τα πίσω, στον γερο-Αντόνιο που  με ακολουθούσε χωρίς να λέει λέξη. Κάποια στιγμή φτάσαμε μπροστά σ’ ένα βουνό από σκέτη πέτρα, που σαν λείος τοίχος αντιστεκόταν στο πέρασμά μας. Τα τελευταία υπολείμματα περηφάνιας που μου απέμεναν έγιναν θρύψαλα όταν είπα με δυνατή φωνή: .
– «Και τώρα;»
Και τότε μόνο μίλησε ο γερο-:Αντόνιο:
– «Οταν δεν ξέρεις τι ακολουθεί, βοηθά πολύ να κοιτάς προς τα πίσω».
Τραβά τη ματσέτα από τη θήκη και, ανοίγοντας δρόμο μέσα από τους θάμνους, παίρνει μια νέα κατεύθυνση.  Σε μερικά λεπτά έχουμε ξαναβγεί στον κυρίως δρόμο και οι αστραπές αναγγέλλουν το σκοτεινό περίγραμμα του χωριού του γερο-Αντόνιο. Μουσκεμένοι και κουρασμένοι, φτάσαμε μέχρι την καλύβα του. Καθίσαμε. Εγώ έσπασα τη σιωπή και τον ρώτησα πώς είχε βρει το δρόμο της επιστροφής.  «Δεν τον βρήκα», μου απαντά ο γερο-Αντόνιο. «Δεν ήταν εκεί. Δεν τον βρηκα.
Τον έκανα. Όπως γίνεται πάντα. Περπατώντας, ντε. Εσύ φαντάστηκες ότι ο δρόμος υπήρχε κάπου κι ότι οι συσκευές σου θα μας έλεγαν προς τα πού βρισκόταν ο δρόμος. Αλλά όχι. Κι έπειτα φαντάστηκες ότι εγώ ήξερα πού βρισκόταν ο δρόμος και μ’ ακολούθησες. Αλλά όχι. Εγώ δεν ήξερα πού βρισκόταν ο δρόμος. Αυτό που πράγματι ήξερα ήταν ότι έπρεπε να φτιάξουμε το δρόμο μαζί. Έτσι και τον φτιάξαμε. Έτσι φτάσαμε εκεί που θέλαμε. Τον φτιάξαμε το δρόμο. Δεν ήταν εκεί».
«Αλλά γιατί μου είπες πως όταν κάποιος δεν ξέρει τι ακολουθεί πρέπει να κοιτάξει προς τα πίσω; Δεν είναι για να βρει το δρόμο της επιστροφής;» ρωτώ.
«Όχι, μωρέ», απαντά ο γερο-Αντόνιο. «Όχι για να βρει το δρόμο. Είναι για να δει πού ήταν πριν και τι συνέβη και τι ήθελε. Μοναχά περπατώντας φτάνεις.   Δουλεύοντας ντε, αγωνιζόμενος. Είναι το ίδιο».

Κυριακή Ψαρρού στις 16 Μαρτίου 2013

Ο Θουκυδίδης, εξιστορώντας τα γεγονότα του εμφυλίου πολέμου στη Κέρκυρα, μεταξύ Δημοκρατικών και Ολιγαρχικών, παραθέτει τα παρακάτω:

“Ο θάνατος πήρε χίλιες μορφές και ό, τι φρικαλέο γίνεται σ’ τις περιστάσεις, έγινε στην Κέρκυρα, κι ακόμη χειρότερα. Πατέρας σκότωνε το παιδί του, άρπαζαν ικέτες απ’ τους ναούς και τους σκότωναν εκεί μπροστά, και άλλους τους έχτιζαν μέσα στο ιερό…του Διονύσου και τους άφησαν να πεθάνουν εκεί.


Σ’ αυτές τις ακρότητες έφθασε ο εμφύλιος πόλεμος και προκάλεσε μεγάλη εντύπωση, γιατί ήταν ο πρώτος που έγινε. Αργότερα μπορεί κανείς να πει ότι ολόκληρος ο ελληνισμός συνταράχθηκε, γιατί παντού σημειώθηκαν εμφύλιοι σπαραγμοί. Οι δημοκρατικοί καλούσαν του Αθηναίους να τους βοηθήσουν και οι ολιγαρχικοί τους Λακεδαιμόνιους. …

Οι εμφύλιες συγκρούσεις έφεραν μεγάλες κι αμέτρητες συμφορές στις πολιτείες, συμφορές που γίνονται και θα γίνονται πάντα όσο δεν αλλάζει η φύση του ανθρώπου, συμφορές που μπορεί να είναι βαρύτερες ή ελαφρότερες κ’ έχουν διαφορετική μορφή ανάλογα με τις περιστάσεις. Σε καιρό ειρήνης και όταν ευημερεί ο κόσμος και οι πολιτείες, οι άνθρωποι είναι ήρεμοι γιατί δεν τους πιέζουν ανάγκες φοβερές. Αλλά όταν έρθει ο πόλεμος που φέρνει στους ανθρώπους την καθημερινή στέρηση, γίνεται δάσκαλος της βίας κ’ ερεθίζει τα πνεύματα του πλήθους σύμφωνα με τις καταστάσεις που δημιουργεί. …

Για να δικαιολογούν τις πράξεις τους αλλάζουν ακόμα και την σημασία των λέξεων. Η παράλογη τόλμη θεωρήθηκε ανδρεία και αφοσίωση στο κόμμα, η προσωπική διστακτικότητα θεωρήθηκε δειλία που κρύβεται πίσω από εύλογες προφάσεις και η σωφροσύνη προσωπίδα της ανανδρείας. Η παραφορά θεωρήθηκε ανδρική αρετή, ενώ η τάση να εξετάζονται προσεκτικά όλες οι όψεις ενός ζητήματος θεωρήθηκε πρόφαση για υπεκφυγή.

… η συγγένεια θεωρήθηκε χαλαρότερος δεσμός από την κομματική αλληλεγγύη, γιατί οι ομοϊδεάτες ήσαν έτοιμοι να επιχειρήσουν οτιδήποτε, χωρίς δισταγμό, και τούτο επειδή τα κόμματα δεν σχηματίστηκαν για να επιδιώξουν κοινή ωφέλεια με νόμιμα μέσα, αλλά, αντίθετα, για να ικανοποιήσουν την πλεονεξία τους παρανομώντας. …

Οι αρχηγοί των κομμάτων, στις διάφορες πολιτείες, πρόβαλλαν ωραία συνθήματα. Ισότητα των πολιτών από την μία μεριά, σωφροσύνη της αριστοκρατικής διοίκησης από την άλλη.Προσποιούνταν έτσι ότι υπηρετούν την πολιτεία, ενώ πραγματικά ήθελαν να ικανοποιήσουν προσωπικά συμφέροντα και αγωνίζονταν με κάθε τρόπο να νικήσουν τους αντιπάλους τους. …

Όσοι πολίτες ήσαν μετριοπαθείς θανατώνονταν από την μια ή την άλλη παράταξη, είτε επειδή είχαν αρνηθεί να πάρουν μέρος στον αγώνα είτε επειδή η ιδέα και μόνο ότι θα μπορούσαν να επιζήσουν προκαλούσε εναντίον τους τον φθόνο. …


Τις περισσότερες φορές επικρατούσαν οι διανοητικά κατώτεροι. Φοβόνταν την δική τους ανεπάρκεια και την ικανότητα των αντιπάλων τους κι έτσι, για να μην νικηθούν στην συζήτηση και για να μην πέσουν θύματα των όσων οι άλλοι θα επινοούσαν, δεν είχαν κανένα δισταγμό να προχωρήσουν σε βίαιες πράξεις”.

Στην Κέρκυρα, λοιπόν, έγιναν για πρώτη φορά, τα φοβερά αυτά πράγματα στα οποία μπορούν να οδηγηθούν οι άνθρωποι που ζουν κάτω από καθεστώς τυραννικό, όταν τους δοθεί η ευκαιρία να εκδικηθούν τους άρχοντές τους. …

Ολόκληρη η ζωή της πολιτείας αναστατώθηκε και η ανθρώπινη φύση, η οποία – κι όταν ακόμα υπάρχει ευνομία – έχει την τάση να παρανομεί, ξεχείλισε, κι ανατρέποντας τους νόμους, έδειξε με ικανοποίηση, όλη της την ασυγκράτητη έχθρα εναντίον κάθε εξουσίας. Αν προτίμησαν την άνομη εκδίκηση από την δικαιοσύνη, αν προτίμησαν την πλεονεξία από την ευνομία, τούτο συνέβηκε επειδή ο φθόνος είχε διαβρώσει την ψυχή τους.

Για να εκδικηθούν τους εχθρούς τους οι άνθρωποι, σε τέτοιες περιστάσεις, αγνοούν τους κανόνες επάνω στους οποίους στηρίζονται οι κοινωνίες, κανόνες όμως επάνω στους οποίους μπορούν να στηριχθούν για να σωθούν αν βρεθούν στην ανάγκη. Αλλά αδιαφορούν ξεχνώντας ότι, αν καταλύσουν όλους τους κανόνες, τότε κ’ οι ίδιοι θα στερηθούν από την προστασία τους αν έρθει στιγμή που θα την έχουν ανάγκη”.”Θουκυδίδου, Ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου”.

Βλάχος Άγγελος, 1998. Εστία, Αθήνα. Σελίδες 65-69.

Από το LERAKIS.BLOGSPOT .GR

Κυριακή Ψαρρού στις 16 Μαρτίου 2013

 

Ο Ορχάν Παμούκ είναι Τούρκος συγγραφέας που τιμήθηκε το 2006 με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας.
Ποτέ στην ιστορία δεν ήταν τόσο μεγάλο το χάσμα ανάμεσα στους πλούσιους και τους φτωχούς. Μπορεί κανείς να υποστηρίξει ότι την επιτυχία τους οι πλούσιοι λαοί τη χρωστούν στον εαυτό τους κι έτσι δικαιούνται να μην αισθάνονται υπεύθυνοι για τη φτώχεια στον κόσμο. Ποτέ όμως άλλοτε οι φτωχοί του κόσμου δεν είχαν τέτοια πρόσβαση, μέσω της τηλεόρασης και του Χόλιγουντ, στη ζωή των πλουσίων. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι οι φτωχοί πάντοτε γοητεύονταν από παραμύθια για βασίλισσες και βασιλιάδες. Όμως ποτέ πριν οι πλούσιοι και ισχυροί δεν επέβαλλαν τη λογική, και τα δικαιώματά τους, με τόση βία.
Ο κοινός πολίτης που ζει σε μια φτωχική, μουσουλμανική, μη δημοκρατική χώρα, ο δημόσιος υπάλληλος που προσπαθεί να τα βγάλει πέρα σε μια χώρα δορυφόρο της πρώην Σοβιετικής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας ή σε κάποια άλλη χώρα του Τρίτου Κόσμου, ξέρει πολύ καλά ότι η μερίδα που αναλογεί στη χώρα του από τον πλούτο του κόσμου είναι ελάχιστη· επίσης, ξέρει ότι η ζωή του είναι πολύ πιο δύσκολη από τη ζωή του πολίτη σε μια δυτική χώρα, όπως επίσης ξέρει και ότι η ζωή του θα είναι πολύ πιο σύντομη. Δεν σταματάει όμως εδώ, επειδή κάπου στο μυαλό του υπάρχει η υποψία ότι υπεύθυνοι για τη μιζέρια του είναι ο πατέρας του κι ο παππούς του. Είναι ντροπή που ο δυτικός κόσμος δίνει τόση λίγη σημασία στη δυσβάσταχτη ταπείνωση που νιώθουν οι περισσότεροι άνθρωποι στον κόσμο, ταπείνωση την οποία αυτοί οι άνθρωποι προσπαθούν να ξεπεράσουν χωρίς να χάνουν τον κοινό νου ή τον τρόπο ζωής τους, χωρίς να γίνουν τρομοκράτες, υπερεθνικιστές ή φονταμενταλιστές. Τα μυθιστορήματα μαγικού ρεαλισμού εξωραΐζουν την ανοησία και τη φτώχεια τους, οι συγγραφείς ταξιδιωτικών βιβλίων στην αναζήτηση του εξωτικού κλείνουν τα μάτια στον προβληματικό ιδιωτικό τους κόσμο, όπου οι καθημερινές προσβολές και εξευτελισμοί αντιμετωπίζονται με καρτερία και πονεμένο χαμόγελο. Η Δύση δεν πρέπει να ικανοποιείται απλώς όταν μαθαίνει σε ποια σκηνή, σε ποια σπηλιά ή σε ποιο μακρινό λιμάνι της πόλης ο τρομοκράτης φτιάχνει την επόμενη βόμβα του, ούτε όταν τον εξαφανίζει από προσώπου γης με βομβαρδισμούς· πραγματική πρόκληση για τη Δύση είναι να καταλάβει τον ψυχισμό των φτωχών, περιφρονημένων, ντροπιασμένων ανθρώπων που έχει αποκλείσει από τους κόλπους της.
ΟΡΧΑΝ ΠΑΜΟΥΚ “ΑΛΛΑ ΧΡΩΜΑΤΑ”
Εκδόσεις ΩΚΕΑΝΙΔΑ
Μαρία Ανδρεάδου στις 1 Μαρτίου 2013
Ο πλανήτης της αλήθειας

“Ο Μπρουν, ο εφευρέτης, έζησε δύο χιλιάδες χρόνια και σήμερα φυλάσσεται σ’ ένα ψυγείο, απ’ όπου θα ξυπνήσει έπειτα από σαράντα εννιά χιλιάδες χρόνια, για να ξαναρχίσει να ζει. Από τα γεννοφάσκια του σκαρφίστηκε ένα μηχάνημα για να φτιάχνει ουράνια τόξα, που λειτουργούσε με νερό και σαπούνι, αλλά αντί για απλές φυσαλίδες, έβγαζε ουράνια τόξα σε όλα τα μεγέθη, που μπορούσαν να τεντωθούν από τη μία άκρη του ουρανού ίσαμε την άλλη, και εξυπηρετούσαν σε πολλές περιστάσεις, ακόμα και για ν’ απλώνεις την μπουγάδα σου να στεγνώσει. Στο νηπιαγωγείο, παίζοντας με δύο μπαστουνάκια, σκαρφίστηκε ένα τρυπάνι για να κάνει τρύπες στο νερό. Η εφεύρεση εκτιμήθηκε πολύ από τους ψαράδες, που τη χρησιμοποιούσαν για να περνούν την ώρα τους, όταν το ψάρι δεν τσιμπούσε.
Στην πρώτη δημοτικού σκάρωσε μία μηχανή για να γαργαλάει τα αχλάδια, μια κατσαρόλα για να τηγανίζει πάγο, μια ζυγαριά για να ζυγίζει τα σύννεφα, ένα τηλέφωνο για να μιλάει με τις πέτρες, το μουσικό σφυρί, που ενώ κάρφωνε τα καρφιά, σφύριζε κιόλας, αφού ήταν… σφυρί, και πολλά άλλα.
Θα πήγαινε πολύ να θυμηθούμε όλες τις εφευρέσεις του. Αναφέρουμε μονάχα την πιο διάσημη, δηλαδή το μηχάνημα για να λες ψέματα, που λειτουργούσε με κέρματα. Με κάθε κέρμα μπορούσε κανείς ν’ ακούσει δεκατέσσερις χιλιάδες ψέματα. Το μηχάνημα περιείχε όλα τα ψέματα του κόσμου: αυτά που είχαν ειπωθεί, αυτά που ο κόσμος σκεφτόταν εκείνη τη στιγμή κι όλα τα άλλα που θα μπορούσαν να έχουν επινοηθεί στη συνέχεια. Όταν το μηχάνημα εκφώνησε όλα τα ψέματα που μπορούσαν να υπάρχουν, ο κόσμος αναγκάστηκε πια να λέει την αλήθεια. Γι’ αυτό ο πλανήτης Μουν λέγεται και “πλανήτης της αλήθειας”.

Τζάνι Ροντάρι/ “Παραμύθια απ’ το τηλέφωνο”/ Μετάφραση : Άννα Παπασταύρου/ Εκδόσεις : Μεταίχμιο / πηγή άρθρου : http://eimaistahaimou.blogspot.gr

 

Σταυρούλα Σωτηροπούλου στις 27 Φεβρουαρίου 2013

Πριν πεθάνω, κόρη μου, θα’θελα να’μαι σίγουρος ότι σου έμαθα:

 

*     Να χαίρεσαι τον έρωτα

*     Να έχεις εμπιστοσύνη στις δυνάμεις σου

*     Να αντιμετωπίζεις τους φόβους σου

*     Να ενθουσιάζεσαι με τη ζωή

*     Να ζητάς βοήθεια όταν τη χρειάζεσαι

*     Να επιτρέπεις να σε παρηγορούν όταν πονάς

*     Να παίρνεις τις δικές σου αποφάσεις

*     Να υπερασπίζεσαι τις επιλογές σου

*     Να είσαι φίλη του εαυτού σου

*     Να μη φοβάσαι μήπως γελοιοποιηθείς

*     Να ξέρεις πως αξίζεις να σ’ αγαπάνε

*     Να μιλάς στους άλλους τρυφερά

*     Να λες κάτι ή να σωπαίνεις ανάλογα με το τι κρίνεις για σένα σωστό

*     Να αποκτάς φήμη για τα κατορθώματά σου

*     Να αγαπάς και να φροντίζεις το κοριτσάκι που έχεις μέσα σου

*     Να μην εξαρτάσαι από την επιδοκιμασία των άλλων

*     Να μην επωμίζεσαι τις ευθύνες όλων

*     Να συνειδητοποιείς τα συναισθήματά σου και να πράττεις ανάλογα

*     Να μην κυνηγάς το χειροκρότημα αλλά τη δική σου ικανοποίηση από το

γεγονός

*     Να δίνεις γιατί θέλεις, ποτέ γιατί νομίζεις πως είναι υποχρέωσή σου

*     Να απαιτείς να σε πληρώνουν όπως πρέπει για τη δουλειά σου

*     Να δέχεσαι τους περιορισμούς και την αδυναμία σου χωρίς θυμό

*     Να μην επιβάλλεις τα κριτήριά σου ούτε να επιτρέπεις να σου

επιβάλλουν οι άλλοι τα δικά τους

*     Να λες το ναι μονάχα όταν το θέλεις και να λες όχι χωρίς ενοχές

*     Να ζεις το σήμερα και να μην έχεις μεγάλες προσδοκίες

*     Να ρισκάρεις περισσότερο

*     Να δέχεσαι την αλλαγή και ν’ αναθεωρείς τις πεποιθήσεις σου

*     Να προσπαθείς να γιατρέψεις τις παλιές και τις πρόσφατες πληγές σου

*     Να φέρεσαι και να απαιτείς να σου φέρονται με σεβασμό

*     Να σχεδιάζεις το μέλλον αλλά να ζεις το παρόν

*     Να εμπιστεύεσαι τη διαίσθησή σου

*     Να χαίρεσαι τις διαφορές ανάμεσα στα δύο φύλα

*     Να καλλιεργείς σχέσεις υγιείς όπου ο ένας στηρίζει τον άλλο

*     Να κάνεις την κατανόηση και τη συγγνώμη προτεραιότητές σου

*     Να δέχεσαι τον εαυτό σου όπως είναι

*     Να μην κοιτάς πίσω σου για να δεις ποιος σε ακολουθεί

*     Να μεγαλώνεις και να μαθαίνεις από τις διαφωνίες και τις αποτυχίες

σου

*     Να επιτρέπεις στον εαυτό σου να λύνεται στα γέλια μες στο δρόμο

χωρίς ιδιαίτερο λόγο

*     Να μη θεοποιείς κανέναν, και ακόμη λιγότερο εμένα

 

[Χόρχε Μπουκάι – Μετάφραση: Κ. Επισκοποπούλου]

 

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 25 Φεβρουαρίου 2013
Οι πολεμιστές τους Φωτός έχουν πάντα μια λάμψη στο βλέμμα.
 
Ζουν μέσα στον κόσμο, αποτελούν μέρος της ζωής άλλων ανθρώπων και ξεκίνησαν το ταξίδι τους δίχως δισάκι και δίχως σανδάλια. Σε πολλές περιπτώσεις είναι λιπόψυχοι. Δε δρουν πάντοτε σωστά.
 
Υποφέρουν για άχρηστα πράγματα, κρατούν άνανδρη στάση και καμιά φορά θεωρούν πως είναι ανίκανοι να ωριμάσουν. Συχνά θεωρούν τον εαυτό τους ανάξιο για οποιαδήποτε ευλογία ή θαύμα.
 
Δεν είναι πάντα σίγουροι για ότι κάνουν. Πολλές φορές περνούν άγρυπνες νύχτες και σκέφτονται πως η ζωή τους δεν έχει κανένα νόημα.
 
Γι’ αυτό είναι πολεμιστές του φωτός. Γιατί κάνουν λάθη. Γιατί αναρωτιούνται. Γιατί αναζητούν μια αιτία· 
 και σίγουρα θα τη βρουν.

 Ένας πολεμιστής του φωτός ξέρει πως μερικές στιγμές επαναλαμβάνονται.

 Συχνά βρίσκεται μπροστά σε προβλήματα και καταστάσεις που έχει ήδη αντιμετωπίσει. Τότε νιώθει στεναχώρια και σκέφτεται πως είναι ανίκανος να κάνει προόδους στη ζωή του, αφού οι δύσκολες στιγμές παρουσιάζονται ξανά.
 
«Αυτό το έχω ήδη περάσει», παραπονιέται στην καρδιά του.
 
«Αλήθεια είναι, το έχεις ζήσει», απαντάει η καρδιά του. «Αλλά δεν το ξεπέρασες ποτέ».
 
Τότε ο πολεμιστής κατανοεί πως η επανάληψη των εμπειριών έχει έναν και μοναδικό στόχο:
 Nα τον διδάξει αυτό που δεν εννοεί να μάθει. 
 
Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 16 Φεβρουαρίου 2013

– Γη, μάθε με να θυμάμαι –
Μάθε με ηρεμία,
όπως τα χορτάρια ηρεμούν με το φώς.
Μάθε με να υποφέρω,
όπως οι γηραιές πέτρες υποφέρουν από την μνήμη.
Μάθε με ταπεινοφρoσύνη,
όπως τα άνθη είναι ταπεινά από την αρχή.
Μάθε με να νοιάζομαι
όπως η μάνα που προστατεύει τα μικρά της.
Μάθε με θάρρος,
όπως το δέντρο που ορθώνεται μοναχό.
Μάθε με να περιορίζομαι,
όπως το μυρμήγκι που αργοσαλεύει στο έδαφος.
Μάθε με την ελευθερία,
όπως τον αετό που πετάει στον ουρανό.
Μάθε με να παραίτούμαι,
όπως το φύλλο που πεθαίνει το φθινόπωρο.
Μάθε με αναγέννηση,
όπως τον σπόρο που φυτρώνει την άνοιξη.
Μάθε με να ξεχνάω τον εαυτό μου,
όπως το λιωμένο χιόνι ξεχνά την ζωή του.

ΓΗ, μάθε με θυμάμαι την καλοσύνη,
όπως οι ξηροί αγροί κλαίνε στην βροχή