Πεζογραφία

Κυριακή Ψαρρού στις 16 Δεκεμβρίου 2013
 

Κάποτε έγινε ένας αγώνας βατράχων με στόχο να ανέβουν στην ψηλότερη κορυφή ενός πύργου. Πολλοί άνθρωποι μαζεύτηκαν να τους παρακολουθήσουν. Και ο αγώνας άρχισε. Ο κόσμος όμως δεν πίστευε ότι ήταν εφικτό να ανέβουν οι βάτραχοι στην κορυφή του πύργου και το μόνο που άκουγες ήταν: “Τι κόπος! Ποτέ δεν θα τα καταφέρουν…” Οι βάτραχοι άρχισαν να αμφιβάλλουν για τους εαυτούς τους. Ο κόσμος συνέχιζε.”Τι κόπος! Ποτέ δεν θα τα καταφέρουν…”Και οι βάτραχοι,ο ένας μετά τον άλλο,παραδέχονταν την ήττα τους, εκτός από έναν, που συνέχιζε να σκαρφαλώνει.

Στο τέλος μόνο αυτός,και μετά απο μεγάλη προσπάθεια, κατόρθωσε να φτάσει στην κορυφή. Ένας από τους χαμένους βάτραχους, πλησίασε να τον ρωτήσει πώς τα κατάφερε να ανέβει στην κορυφή. Τότε συνειδητοποίησε ότι ο νικητής….ήταν κουφός.

Αν θέλεις να κατακτήσεις τα όνειρά σου,πρέπει να σιγάσεις την εσωτερική μουρμούρα του μυαλού σου,που θα κάνει τα πάντα για να σου αποδείξει πόσο μικρός είσαι. Μπορείς επίσης να κάνεις delete (διαγραφή) στα μέσα μαζικής καταστροφολογίας, γιατί με απλά λόγια θα στο πω, θα σε στείλουν πριν την ώρα σου με μαθηματική ακρίβεια. Τέλος, μην ασχολείσαι με ανθρώπους που έχουν τη συνήθεια να είναι συνεχώς αρνητικοί & επικριτικοί, γιατί πρόκειται για άτομα που ΔΕΝ κατάφεραν να πραγματοποιήσουν τα δικά τους όνειρα,και έμαθαν ότι δεν είναι εφικτό. Είναι απόλυτα ορθολογιστές και κυνικοί, πιστεύουν ότι τα όνειρα είναι μόνο για τους ρομαντικούς & τους ονειροπόλους. Μα αλλίμονο αν έλειπαν κι αυτοί οι “χαζονειροπόλοι”. Ο κόσμος θα βρισκόταν υπό το “καθεστώς” μιας αιώνιας πνευματικής σκλαβιάς.Κάνε τη διαφορά κλείσε τα αυτιά σου σε όλες τις Σειρήνες. Μια ψιθυριστή φωνούλα μέσα σου, ξέρει τον δρόμο. Ξέρει τον τρόπο.

Georgios Vas

Read more: http://enallaktikidrasi.com/2013/09/o-agonas-ton-vatraxon/#ixzz2ndemAKFH

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 4 Δεκεμβρίου 2013

 Τα 100 καλύτερα βιβλία”», όπως αυτά προτάθηκαν από 100 συγγραφείς 54 χωρών, που συντάχθηκε το 2002 από τη Νορβηγική Λέσχη του Βιβλίου. Ο κατάλογος αυτός προσπαθεί να απεικονίσει την παγκόσμια λογοτεχνία με βιβλία από όλες τις χώρες, πολιτισμούς και χρονικές περιόδους. Ένδεκα από τα βιβλία αυτά έχουν γραφεί από γυναίκες και τεσσάρων οι συγγραφείς είναι άγνωστοι. Καθένας από τους προτείνοντες συγγραφείς υπέβαλε τον δικό του κατάλογο από δέκα βιβλία. Δεν υπάρχει καμιά κατηγοριοποίηση και, προ παντός, αξιολόγηση στην παρουσιάση των εκατό βιβλίων που επελέγησαν με την διαδικασία αυτή. Οι οργανωτές διεκήρυξαν ότι «όλα είναι στην ίδια σειρά», με την εξαίρεση του Δον Κιχώτη που του απονεμήθηκε η διάκριση του «καλύτερου λογοτεχνικού έργου που γράφηκε ποτέ». Ο παρών κατάλογος καταρτίστηκε βάσει της χρονολογίας συγγραφής των έργων, με μιαν ελαστικότητα προκειμένου να μη απομακρυνθούν απ’ αλλήλων έργα του ιδίου συγγραφέα (βλ. π.χ. Φλωμπέρ και Ντίκενς, Τολστόι και Ντοστογιέφσκι).

 

Χρονολογία Συγγραφέας Τίτλος έργου γλώσσα
18ος–17ος αι. π.Χ. άγνωστος Έπος του Γκιλγκαμές Ακκαδική
850–750 π.Χ. Όμηρος Ιλιάς Αρχαία Ελληνική
8ος αι. π.Χ. Όμηρος Οδύσσεια Αρχαία Ελληνική
6ος– 4ος αι. π.Χ. άγνωστος Το βιβλίο του Ιώβ Εβραϊκή
431 π.Χ. Ευριπίδης Μήδεια Αρχαία Ελληνική
430 π.Χ. Σοφοκλής Οιδίπους Τύραννος Αρχαία Ελληνική
4ος αι. π.Χ.– 4ος αι. μ.Χ. Βυάσα Μαχαβαράτα Σανσκριτική
3ος αι. π.Χ.– 3ος αι. μ.Χ. Βαλμίκι Ραμαγιάνα Σανσκριτική
1ος αι. π.Χ.– 4ος αι. μ.Χ. Καλιντάσα Σακούνταλα Σανσκριτική
29–19 π.Χ. Vergilius (Βιργίλιος) Aeneis (Αινειάς) Λατινική
1ος αι. μ.Χ. Ovidius (Οβίδιος) Metamorphoses (Μεταμορφώσεις) Λατινική
700–1500 άγνωστος Χίλιες και μία νύχτες Αραβική
11ος αι. Μουρασάκι Σικίμπου Η ιστορία του Γκέντζι Ιαπωνική
13ος αι. άγνωστος Njál’s Saga (Η ιστορία του Νγιαλ) Αρχαία Σκανδιναβική
1257 Σααντί Μποστάν (Ο Φρουτόκηπος) Περσική
1258–73 Ρουμί Μασναβί Περσική
1265–1321 Dante Alighieri (Δάντης) Divina Commedia (Θεία κωμωδία) Ιταλική
1349–53 Giovanni Boccaccio (Βοκάκιος Decamerone (Το Δεκαήμερο) Ιταλική
14ος αι. Geoffrey Chaucer (Τζέφρι Τσόσερ) The Canterbury Tales (Οι ιστορίες του Καντέρμπουρι) Αγγλική
1532–34 François Rabelais (Ραμπελαί) Pantagruel (Πανταγκρυέλ) και Gargantua (Γαργαντούας) Γαλλική
1595 Michel de Montaigne (Μισέλ ντε Μονταίν) Essays (Δοκίμια) Γαλλική
1603 William Shakespeare (Ουίλλιαμ Σαίξπηρ) Hamlet (Άμλετ) Αγγλική
1608 William Shakespeare (Ουίλλιαμ Σαίξπηρ) King Lear (Ο βασιλιάς Ληρ) Αγγλική
1609 William Shakespeare (Ουίλλιαμ Σαίξπηρ) Othello (Οθέλος) Αγγλική
1605 & 1615 Miguel de Cervantes (Μιγκέλ ντε Θερβάντες) Don Quijote (Δον Κιχώτης) Ισπανική
1726 Jonathan Swift (Τζόναθαν Σουϊφτ) Gulliver’s Travels (Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ) Αγγλική
1760 Laurence Sterne (Λώρενς Στερν) Tristram Shandy (Τρίστραμ Σάντυ) Αγγλική
1796 Denis Diderot (Ντενί Ντιντερό) Jacques le fataliste (Ζακ ο μοιρολάτρης και ο αφέντης του) Γαλλική
1808 & 1832 Johann Wolfgang von Goethe (Γκαίτε) Faust (Φάουστ) Γερμανική
1813 Jane Austen (Τζέιν Ώστεν) Pride and Prejudice (Περηφάνια και Προκατάληψη) Αγγλική
1818 Giacomo Leopardi (Τζιάκομο Λεοπάρντι) Canti (ποιήματα) Ιταλική
1830 Stendhal (Σταντάλ) Le Rouge et le Noir (Το κόκκινο και το μαύρο) Γαλλική
1833-1850 Edgar Allan Poe (Έντγκαρ Άλλαν Πόε) διηγήματα Αγγλική (ΗΠΑ)
1835 Honoré de Balzac (Ονορέ ντε Μπαλζάκ ) Le Père Goriot (Ο Μπάρμπα-Γκοριό) Γαλλική
1835–37 Hans Christian Andersen (Χανς Κρίστιαν Άντερσεν) Eventyr (Παραμύθια) Δανική
1842 Νικολάι Γκόγκολ Νεκρές ψυχές Ρωσική
1847 Emily Brontë (Έμιλι Μπροντέ) Wuthering Heights (Ανεμοδαρμένα Ύψη) Αγγλική
1851 Herman Melville (Χέρμαν Μέλβιλ) Moby-Dick (Μόμπυ Ντικ) Αγγλική (ΗΠΑ)
1855 Walt Whitman (Ουώλτ Ουίτμαν) Leaves of Grass (Φύλλα Χλόης) [ποίηση] Αγγλική (ΗΠΑ)
1857 Gustave Flaubert (Γκυστάβ Φλωμπέρ) Madame Bovary (Μαντάμ Μποβαρί) Γαλλική
1869 Gustave Flaubert L’Éducation sentimentale (Η αισθηματική αγωγή) Γαλλική
1861 Charles Dickens (Τσάρλς Ντίκενς) Great Expectations (Μεγάλες Προσδοκίες) Αγγλική
1865–1869 Λέων Τολστόι Πόλεμος και Ειρήνη Ρωσική
1886 Λέων Τολστόι Ο θάνατος του Ιβάν Ιλίτς Ρωσική
1877 Λέων Τολστόι Άννα Καρένινα Ρωσική
1866 Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι Έγκλημα και τιμωρία Ρωσική
1869 Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι Ο ηλίθιος Ρωσική
1872 Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι Οι δαιμονισμένοι Ρωσική
1880 Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι Αδελφοί Καραμαζώφ Ρωσική
1871 George Eliot (Τζορτζ Έλιοτ) Middlemarch (Μίντλμαρτς) Αγγλική
1879 Henrik Ibsen (Χένρικ Ίψεν) Et dukkehjem [Nora] (Ένα κουκλόσπιτο [Νόρα]) Νορβηγική
1884 Mark Twain (Μαρκ Τουαίην) Adventures of Huckleberry Finn (Οι περιπέτειες του Χάκλμπερι Φιν) Αγγλική (ΗΠΑ)
1886 Αντόν Τσέχωφ διηγήματα Ρωσική
1890 Knut Hamsun (Κνουτ Χάμσουν) Sult (Η πείνα) Νορβηγική
1901 Thomas Mann(Τόμας Μαν) Buddenbrooks (Οι Μπούντενμπρόοκς) Γερμανική
1924 Thomas Mann (Τόμας Μαν) Der Zauberberg (Το μαγικό βουνό ) Γερμανική
1904 Joseph Conrad (Τζόζεφ Κόνραντ) Nostromo Αγγλική
1913–27 Marcel Proust (Μαρσέλ Προυστ) À la recherche du temps perdu (Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο) Γαλλική
1913 D. H. Lawrence (Ντ. Χ. Λώρενς) Sons and Lovers (Γιοι και εραστές) Αγγλική
1918 Λου Σιουν Το ημερολόγιο ενός τρελού Κινεζική
1922 James Joyce (Τζαίημς Τζόυς) Ulysses (Οδυσσέας) Αγγλική (Ιρλανδία)
1923 Italo Svevo (Ίταλο Σβέβο) La Coscienza di Zeno (Η συνείδηση του Ζήνωνα) Ιταλική
1924 Franz Kafka (Φραντς Κάφκα) διηγήματα Γερμανική
1925 Franz Kafka (Φραντς Κάφκα) Der Prozess (Η Δίκη) Γερμανική
1926 Franz Kafka (Φραντς Κάφκα) Das Schloss (Ο Πύργος) Γερμανική
1925 Virginia Woolf (Βιρτζίνια Γουλφ) Mrs Dalloway (Η κυρία Νταλογουέη) Αγγλική
1927 Virginia Woolf (Βιρτζίνια Γουλφ) To the Lighthouse (Στο φάρο) Αγγλική
1929 Alfred Döblin (Άλφρεντ Ντέμπλιν) Berlin Alexanderplatz (Μπερλίν, Αλεξάντερπλατς) Γερμανική
1928 Federico García Lorca (Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα) Romancero gitano (Τσιγγάνικο τραγουδιστάρι) Ισπανική
1928 Fernando Pessoa (Φερνάντο Πεσσόα) Livro do Desassossego (Το βιβλίο της ανησυχίας) Πορτογαλική
1929 William Faulkner (Γουίλιαμ Φώκνερ) The Sound and the Fury (Η βουή και η αντάρα) Αγγλική
1936 William Faulkner (Γουίλιαμ Φώκνερ) Absalom, Absalom! (Αβεσσαλώμ, Αβεσσαλώμ !) Αγγλική
1930–32 Robert Musil (Ρόμπερτ Μούζιλ) Der Mann ohne Eigenschaften (Ο άνθρωπος χωρίς ιδιότητες) Γερμανική
1932 Louis-Ferdinand Céline (Λουί-Φερντινάντ Σελίν) Voyage au bout de la nuit (Ταξίδι στο τέλος της νύχτας) Γαλλική
1934–35 Halldór Laxness (Χαλντόρ Λάξνες) Sjálfstætt fólk (Ανεξάρτητοι άνθρωποι) Ισλανδική
1942 Albert Camus (Αλμπέρ Καμύ) L’Étranger (Ο Ξένος) Γαλλική
1944 κ.ε. Jorge Luis Borges (Χόρχε Λουίς Μπόρχες) Ficciones (Ιστορίες) Ισπανική (Αργεντινή)
1945 Astrid Lindgren (Άστριντ Λίντγκρεν) Pippi Långstrump (Πίπη η Φακιδομύτη) Σουηδική
1946 Νίκος Καζαντζάκης Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά Νεοελληνική
1949 George Orwell (Τζορτζ Όργουελ) Nineteen Eighty-Four (Χίλια ενακόσια ογδόντα τέσσερα) Αγγλική
1951–53 Samuel Beckett (Σάμιουελ Μπέκετ) Molloy, Malone Meurt, L’Innommable (Μολλόυ, Ο Μαλόν πεθαίνει, Ο ακατονόμαστος –τριλογία) Γαλλική, Αγγλική (Ιρλανδία)
1951 Marguerite Yourcenar (Μαργκερίτ Γιουρσενάρ) Mémoires d’Hadrien (Αδριανού απομνημονεύματα) Γαλλική
1952 Ernest Hemingway (Έρνεστ Χέμινγουεϊ) The Old Man and the Sea (Ο Γέρος και η Θάλασσα) Αγγλική
1954 Γιασουνάρι Καβαμπάτα Ο ήχος του βουνού Ιαπωνική
1955 Vladimir Nabokov (Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ) Lolita (Λολίτα) Αγγλική (ΗΠΑ)
1955 Juan Rulfo (Χουάν Ρούλφο) Pedro Páramo (Πέδρο Πάραμο) Ισπανική (Μεξικό)
1956 João Guimarães Rosa (Χοάο Γκιμαράες Ρόζα) Grande Sertão: Veredas (Μεγάλοι δρυμοί : Μονοπάτια) Πορτογαλική (Βραζιλία)
1958 Chinua Achebe (Τσινούα Ατσέμπε) Things Fall Apart (Τα πράγματα καταρρέουν) Αγγλική (Νιγηρία)
1959 Ναγκίμπ Μαχφούζ Τα παιδιά του Γκεμπελάουι Αραβική (Αίγυπτος)
1952 Paul Celan (Πωλ Σελάν) Mohn und Gedächtnis (Παπαρούνα και μνήμη) [ποίηση] Γερμανική
1952 Ralph Ellison (Ραλφ Έλλισον) Invisible Man (Αόρατος άνθρωπος) Αγγλική (ΗΠΑ)
1959 Günter Grass (Γκύντερ Γκρας) Die Blechtrommel (Το τενεκεδένιο ταμπούρλο) Γερμανική
1962 Doris Lessing (Ντόρις Λέσινγκ) The Golden Notebook (Το χρυσό σημειωματάριο) Αγγλική
1967 Gabriel García Márquez (Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες) Cien años de soledad (Εκατό Χρόνια Μοναξιάς) Ισπανική (Κολομβία)
1985 Gabriel García Márquez (Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες) El amor en los tiempos del cólera (Ο έρωτας στα χρόνια της χολέρας) Ισπανική (Κολομβία)
1971 Ταγέμπ Σαλίχ Η εποχή της μετανάστευσης στο Βορρά Αραβική (Σουδάν)
1974 Elsa Morante (Έλσα Μοράντε) La storia (Η ιστορία) Ιταλική
1981 Salman Rushdie (Σαλμάν Ρασντί) Midnight’s Children (Τα παιδιά του μεσονυκτίου) Αγγλική
1987 Toni Morrison (Τόνι Μόρρισον) Beloved (Αγαπημένη) Αγγλική (ΗΠΑ)
1995 José Saramago (Ζοζέ Σαραμάγκου) Ensaio sobre a cegueira (Δοκίμιον περί της τυφλότητος) Πορτογαλική

 a

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 4 Δεκεμβρίου 2013
Εχετε ζήσει μέσα στη σκέψη.
 
Εχετε αποδώσει τεράστια σημασία στη σκέψη,
αλλά η σκέψη είναι πάντα παλιά,
είναι η συνέχεια της μνήμης.
 
Ειναι μία συνεχεια που είναι νεκρή, φθαρμένη, τελειωμένη.
 
Είναι κάτι το παλιό,
και μόνο εκείνο που τελειώνει μπορεί να δώσει τη θέση του σε κάτι καινούργιο.
 
 Ο θάνατος λοιπόν είναι απαραίτητος για να καταλάβεις.
Ο θάνατος όλων όσων γνωρίζει κανείς.
 
Να είστε ελεύθεροι από το γνωστό, από τη μνήμη σας
έστω και για λίγες μέρες.
 
Να είστε ελεύθεροι απο κάθετι που σας προσφέρει ευχαρίστηση,
χωρίς συζήτηση, χωρίς φόβο.
 
Να σβήσει η οικογένεια σας, το σπίτι σας, το ονομά σας.
Να γίνετε τελείως ανώνυμοι.
  
Γιατί η αγάπη είναι πάντα αθώα και φρέσκια,
νέα και καθαρή.
 
Τότε αν κανείς έχει εδραιώσει αυτή την τάξη,
αυτήν την αρετή,
αυτήν την ομορφιά,
αυτό το φώς μέσα του,
τότε μπορεί να πάει παραπέρα.
 
Αυτό σημαίνει ότι έχοντας βάλει ο νους τάξη,
η οποία δεν ανήκει στη σκέψη,
ΓΙΝΕ ΕΝΤΕΛΩΣ ΗΣΥΧΟΣ ΚΑΙ ΣΙΩΠΗΛΟΣ
Φυσικά χωρίς καμία πίεση, χωρίς καμία πειθαρχία.
 
Κι όλες οι πράξεις γίνονται μέσα σε αυτό το φώς της σιωπής.
 
 
 
Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 4 Δεκεμβρίου 2013

• Πρώτα σε αγνοούν, μετά σε κοροϊδεύουν, μετά σε πολεμούν, μετά τους νικάς.

• Πρέπει να ζούμε σαν να πρόκειται να πεθάνουμε αύριο και να μελετάμε σαν να πρόκειται να ζήσουμε για πάντα.

• Η ελευθερία δεν αξίζει τίποτα αν δεν συμπεριλαμβάνει την ελευθερία να κάνεις λάθη.

• Η ικανότητα να συγχωρείς είναι προσόν του δυνατού. Οι αδύναμοι ποτέ δεν συγχωρούν.

• Ένα «όχι» που βγήκε από μια βαθιά πεποίθηση, είναι πολύ καλύτερο -και πιο μεγαλειώδες- από ένα «ναι» που ειπώθηκε για να ευχαριστήσει ή, χειρότερα, για να αποφύγει φασαρίες.
• Τη μέρα που η δύναμη της αγάπης θα υπερνικήσει την αγάπη της δύναμης, ο κόσμος θα γνωρίσει την ειρήνη.

• Μια θρησκεία που δεν λαμβάνει υπόψη της πρακτικά ζητήματα και δεν βοηθάει στη λύση τους, δεν είναι θρησκεία.

• Ο φόβος έχει κάποια χρησιμότητα, η δειλία όμως δεν έχει καμία.

• Κανείς δεν μπορεί να με πληγώσει χωρίς τη συγκατάθεσή μου.

• Δικαιώματα που δεν προκύπτουν από ένα καθήκον που επιτελέσαμε καλά, δεν αξίζουμε να τα έχουμε.

• Τι γνώμη έχω για το Δυτικό πολιτισμό; Νομίζω πως θα ήταν καλή ιδέα.

• Είμαι έτοιμος να πεθάνω, αλλά δεν υπάρχει σκοπός για τον οποίο να είμαι έτοιμος να σκοτώσω.

• Είναι καλύτερα να στέκεσαι όρθιος με σπασμένο και μπανταρισμένο κεφάλι, από το να σέρνεσαι με την κοιλιά για να γλιτώσεις το κεφάλι σου.

• Πρέπει να είσαι η αλλαγή που θέλεις να έρθει.

• Ο θυμός και η έλλειψη ανοχής είναι εχθροί της ορθής κρίσης.

• Αυτοί που ξέρουν πώς να σκέφτονται δεν χρειάζονται δασκάλους.

• Σχεδόν ό,τι κάνεις είναι ασήμαντο, αλλά είναι σημαντικό να το κάνεις.

• Ένας άνθρωπος είναι το σύνολο των πράξεών του. Τι έχει κάνει, τι μπορεί να κάνει. Τίποτε άλλο.

• Ευτυχία είναι όταν αυτά που σκέφτεσαι, αυτά που λες και αυτά που κάνεις, βρίσκονται σε αρμονία.

• Είναι λάθος να παίρνεις υποχρεωτικά για λάθος εκείνο που δεν καταλαβαίνεις

• Ένας δειλός είναι ανίκανος να δείξει αγάπη. Αυτό είναι προνόμιο των γενναίων.

• Μ’ αρέσει ο Χριστός σας. Δεν μ’ αρέσουν οι χριστιανοί σας. Οι χριστιανοί σας είναι τόσο διαφορετικοί από τον Χριστό.

• Αυτοί που λένε πως η θρησκεία δεν έχει σχέση με την πολιτική, δεν ξέρουν τι είναι η θρησκεία.

• Η χρήση βίας μπορεί να φαίνεται καμιά φορά ότι κάνει καλό, το καλό αυτό όμως είναι προσωρινό, ενώ το κακό που προξενεί είναι μόνιμο.

• Η υγιής δυσαρέσκεια είναι προάγγελος της προόδου.

• Είναι καλύτερα να είμαστε βίαιοι, αν έχουμε βία μέσα μας, παρά να φοράμε το μανδύα της μη-βίας για να καλύψει την ανικανότητά μας.

 Η δράση δηλώνει τις προτεραιότητες.

• Το μόνο αποτέλεσμα που θα έχει το «οφθαλμόν αντί οφθαλμού» είναι ότι θα καταλήξει να κάνει όλον τον κόσμο τυφλό.

• Οι υπερβολικοί έπαινοι προσβάλλουν. Είσαι αναγκασμένος να πεις πως δεν τους αξίζεις.

• Η αλήθεια ποτέ δεν βλάπτει έναν σκοπό που είναι δίκαιος.

• Ένας αδύναμος άνθρωπος είναι δίκαιος μόνο κατά τύχη. Ένας δυνατός, μη-βίαιος άνθρωπος είναι άδικος μόνο κατά τύχη.

• Ένα λάθος δεν γίνεται αλήθεια επειδή είναι ευρέως διαδεδομένο, ούτε η αλήθεια γίνεται λάθος επειδή δεν τη βλέπει κανείς.

• Ο μόνος τύραννος που δέχομαι είναι η σκληρή φωνή μέσα μου.

• Η μη-βία προϋποθέτει διπλή πίστη: πίστη στο Θεό και πίστη στον άνθρωπο.

• Ο ελεύθερος άνθρωπος μπορεί να είναι ελεύθερος και στο κλουβί της φυλακής του.

Κυριακή Ψαρρού στις 1 Δεκεμβρίου 2013

 

Ένα παράξενο βιβλίο. Ένα βιβλίο για τη γέννηση του σύγχρονου θεάτρου όπως το ξέρουμε. Διαδραματίζεται στην Αγγλία γύρω στο 1370 και πρωταγωνιστεί μια ομάδα θεατρίνων. Εκείνη την εποχή όταν οι άνθρωποι έλεγαν θέατρο εννοούσαν κυρίως αναπαραστάσεις αποσπασμάτων της Βίβλου. Εκείνη την εποχή περίπου περνάνε από την εκκλησία στους δρόμους αλλά σιγά σιγά γεννιέται και μια καινούρια μορφή θεάτρου που μιλάει πλέον για τα προβλήματα των καθημερινών ανθρώπων. « Αντιπαρατάσσοντας μια ελευθερία κινήσεων και λόγου που είχε τις ρίζες της στους μεγάλους ρωμαίους και έλληνες κωμωδιογράφους στο βαρύ θρησκευτικό κλίμα των πρώιμων και μέσων μεσαιωνικών χρόνων προαναγγέλλοντας έτσι την Αναγέννηση όπως λέει η μεταφράστρια Μαρία Τσάτσου. Είναι από τις λίγες φορές που η ανάγνωση αυτής της σύντομης εισαγωγής πριν την ανάγνωση του μυθιστορήματος είναι απαραίτητη.

 

Γενικά το βιβλίο είναι γραμμένο με ένα λιτό τρόπο που μερικές φορές ξενίζει αλλά νομίζω ότι σε βάζει τέλεια στην ατμόσφαιρα της εποχής. Οι κλυδωνισμοί του πολιτικού συστήματος παίζουν μεγάλο ρόλο επίσης αλλά αυτό που ενδιαφέρει κυρίως είναι πως στήνεται για πρώτη φορά ένα θεατρικό έργο με πολύ αυτοσχεδιασμό και μέσα από τις συζητήσεις των μελών του θιάσου. Ο αφηγητής της ιστορίας είναι ένας μοναχός, βοηθός διακόνου σε ένα ναό. Όμως το σκάει από το ναό πράγμα και φεύγει από την επικράτεια του άρχοντα του πράγμα που μπορεί να οδηγήσει στη σύλληψη του. Για να κάνει τα πράγματα χειρότερα πάει και κολλάει σε μια ομάδα θεατρίνων και μάλιστα παίρνει μέρος σ’ένα έργο που ξεφεύγει από τα Θρησκευτικά Δράματα που έπαιζαν μέχρι τώρα. Σε όλο το βιβλίο παρακολουθούμε τις αμφιβολίες του τις εσωτερικές διαμάχες και σκέψεις του. Κάπου προς το τέλος ένας Δικαστής τον ρωτάει με γνήσιο ενδιαφέρον «Είχες μια θέση, γράμματα ξέρεις. Μπορούσες να ελπίζεις σε προαγωγή. Τι σ’έκανε να φύγεις;»
Κι εκείνος απαντάει:
«Είμαι ή μάλλον ήμουνα βοηθός διακόνου στον Καθεδρικό ναό του Λίνκολ. Μου είχανε αναθέσει να αντιγράψω τον Όμηρο του Πιλάτου για έναν ευεργέτη, ένα έργο εξαιρετικά κουραστικό και πομπώδες. Ήταν Μάιος, τα πουλιά κελαηδούσαν έξω από το παράθυρο μου και ανθίζανε τα ρείκια.»

 

Για το Δικαστή αυτό είναι εντελώς ακατανόητο. Αυτός ποτέ δεν είχε παρόμοιες παρορμήσεις και γι αυτό είχε τη θέση που είχε. Στη ζωή όμως χρειάζονται και οι άλλοι άνθρωποι που έχουν το θάρρος να ακολουθούν τις παρορμήσεις τους και να γίνονται ηθοποιοί, μουσικοί, ζωγράφοι, καλλιτέχνες…

 

Και το βιβλίο τελειώνει κάπως έτσι:
«Ήξερα λίγο τον κόσμο, όπως το’χε καταλάβει και ο δικαστής, ήξερα όμως ότι μπορούμε να χάσουμε τους εαυτούς μας. Στους ρόλους που παίζουμε κι αν αυτό συνεχιστεί για πάρα πολύ μεγάλο διάστημα δε θα βρούμε το δρόμο για να γυρίσουμε πάλι πίσω. Όταν ήμουνα βοηθός διακόνου και αντέγραφα τον Όμηρο…νόμιζα ότι υπηρετώ το Θεό αλλά το μόνο που έκανα ήταν να ενεργώ σύμφωνα με τις οδηγίες του Επισκόπου, που είναι ο σκηνοθέτης όλου αυτού του θιάσου του Καθεδρικού Ναού. Εγώ έπαιζα το ρόλο ενός μισθωτού αντιγραφέα, αλλά δεν το’ξερα, νόμιζα ότι αυτό είναι ο πραγματικός εαυτός μου. Ο Θεός δε υπηρετείται με την αυταπάτη. Η παρόρμηση να το σκάσω δεν ήτανε απερισκεψία, αλλά η σοφία της ψυχής μου. Θα γινόμουν θεατρίνος και θα προσπαθούσα να διαφυλάξω την ψυχή μου….

από το annabooklover.wordpress.com

Κυριακή Ψαρρού στις 1 Δεκεμβρίου 2013

 …….- Παιδιά μου, κορίτσια μου, αρχίζει να ομιλή η γρια-Συρραχίνα, παλαιά καπετάνισσα· με το ραβδάκι της και με το καλαθάκι της στο χέρι, με τα ογδόντα χρόνια στην πλάτη της, μπόρεσε κι ανέβη τον ανήφορο και ήλθε – δια να καμαρώση, ίσως δια τελευταίαν φοράν, το καράβι του γυιού της που έφευγε. Ξέρετε τι μεγάλη χάρη έχει, και πόσο καλό έκαμε στους θαλασσινούς αυτό το εκκλησιδάκι της Μεγαλόχαρης;

– Πώς δεν το ξέρουμε, είπαν αι άλλαι, ας έχη δόξα το όνομά της.

 

– Το εξωκκλήσι αυτό αγίασε και μέρωσε όλο το άγριο κύμα· πρωτύτερα είχε κατάρα όλος αυτός ο γιαλός.

 

– Γιατί;

 

– Βλέπετε κείνον το βράχο, κάτω στο κύμα, που ξεχωρίζει απ’ το γιαλό;… που φαίνεται σαν άνθρωπος, με κεφάλι και με στήθια… που μοιάζει σαν γυναίκα; Εκείνη είναι το Φλανδρώ.

 

– Ναι, το Φλανδρώ, είπεν η υπερεξηκοντούτις Χατζηχάναινα. Κάτι έχω ακουστά μου. Εσύ θα το ξέρης καλύτερα, θεια-Φλωρού.

 

– Το βλέπετε κ’ είναι ξέρα, είπεν η Φλωρού, η Συρραχίνα· μια φορά κ’ έναν καιρό ήτον άνθρωπος.

 

– Άνθρωπος;

 

– Άνθρωπος καθώς εμείς. Γυναίκα.

 

Αι άλλαι ήκουον με απορίαν. Η γρια-Συρραχίνα ήρχισε να διηγήται:

 

“Στον καιρό των παλαιών Ελλήνων, ήτον μια κόρη αρχοντοπούλα, που την έλεγαν Φλάνδρα ή Φλανδρώ. Η Φλανδρώ είχε νοματιστή έτσι -καθώς μού’πε ο πνευματικός, απάνω στον Αϊ-Χαράλαμπο· όσο τον θυμούμαι, μακαρία η ψυχή του. Ήμουν μικρό κορίτσι, δώδεκα χρονώ, και μ’ επήγε η μάννα μου να ξαγορευτώ, τη Μεγάλη Τετράδη… τι να ξαγορευτώ, εγώ τίποτα δεν ήξερα, τα ξεράματά μου… το τι μόλεε ο πνευματικός δεν αγροικούσα, φωτιά που μ’ε!… Το νόημά του δεν το καταλάβαινα, τα λόγια τα θυμούμουν κ’ ύστερ’ από χρόνια… το κορίτσι πρέπει νά’ναι φρόνιμο και ντροπαλό, νά’ναι υπάκοο, να μην κοιτάζη τους νιούς, ν’ αγαπά τον κύρη του και τη μαννούλα του· και σαν μεγαλώση, και δώση ο Θιός και παντρευτή, με την ευκή των γονιώ της, άλλον να μην αγαπά απ’ τον άνδρα της.

 

“Μόφερε το παράδειγμα των παλαιών Ελλήνων… Οι παλιοί Έλληνες, που προσκυνούσαν τα είδωλα… Κείνον τον καιρό ήτον μια που την έλεγαν Φλάνδρα, Φλανδρώ. Φλανδρώ θα πη Φιλανδρώ. Φιλανδρώ θα πη μια που αγαπά τον άνδρα της. Φλανδρώ την είπαν, Φλανδρώ βγήκε. Αγάπησε ολόψυχα τον ανδρα της, όσο που έχασε τ’ αγαθά του κόσμου, κ’ έγινε πέτρα γι’ αυτό. Τον καιρόν εκείνο ήτον ένας καραβοκύρης, όμορφο παλληκάρι, κι αγάπησε το Φλανδρώ, και την εγύρεψε, και της έδωσε αρραβώνα. Σαν της έδωσε αρραβώνα, εσκάρωσε καινούργιο καράβι· και σαν εσκάρωσε το καράβι, έγινε κι ο γάμος· και σαν έγινε ο γάμος, έρριξε το καράβι στο γιαλό, κ’ εμπαρκάρισε κ’ επήγε να ταξιδέψη.

 

“Τότε το Φλανδρώ ήρθε ν’ αγναντέψη, σαν καλή ώρα, σ’ αυτόν τον έρμο το γιαλό. Ξεκολλούσε η ψυχή της που έφευγε ο άνδρας της· δεν μπορούσε να το βαστάξη, να στυλώση την καρδιά της. Αγνάντεψε το καράβι που έφευγε, κ’ έκλαψε πικρά κ’ έπεσαν τα δάκρυά της στα κύματα· και τα κύματα επικράθηκαν, κ’ εφαρμακώθηκαν, και θύμωσαν, κι αγρίεψαν κ’ εθέριεψαν… και στο δρόμο τους που ηύραν το καράβι, έπνιξαν τον άνδρα της Φλανδρώς, κ’ έγινε αγυρισιά του… Και το Φλανδρώ ήρθε κ’ εξαναήρθε σ’ αυτόν τον έρμο γιαλό κ’ εκοίταζε κι αγνάντευε… κ’ επερίμενε, κ’ εκαρτερούσε, κι απάντεχε… Πέρασαν μήνες, πέρασε χρόνος, πέρασαν δυο χρόνια, πέρασαν τρία… και το καράβι πουθενά δεν εφάνηκε… και το Φλανδρώ έκλαψε, και καταράστηκε την θάλασσα, και τα μάτια της εστέγνωσαν, και δεν είχε πλια δάκρυ να χύση… και παρακάλεσε τους θεούς της που ήταν είδωλα, πέτρες, να της κάμουν τη χάρη να γίνη κι αυτή είδωλο, βράχος, πέτρα… και το ζήτημά της έγινε και την έκαμαν βράχο ξέρα… με το σκήμα τ’ ανθρωπινό, που τρίβηκε και φθάρηκε απ’ τα κύματα ύστερ’ από χιλιάδες χρόνια· και το ανθρωπινό σκήμα φαίνεται ακόμα· και να ο βράχος εκεί, η πέτρα που θαλασσοδέρνεται και χτυπά και βογγά απάνω της το κύμα… κ’ η φωνή της, το βογγητό της γίνεται ένα με το βογγητό της θάλασσας… Να η ξέρα εκεί. Αυτή ‘ναι η Φλανδρώ.

 

“Ύστερα, με χρόνια πολλά, σαν ήρθε ο Χριστός ν’ αγιάση τα νερά, για να βαφτιστή η πλάση, μια χριστιανή αρχόντισσα, η Χατζηγιάνναινα, που είχαν σκαρώσει τα παιδιά της δυο καράβια έταξε στην Παναγία, κ’ έχτισε αυτό το παρακκλήσι, για το καλό κατευόδιο των παιδιώνέ της… Ας δώσ’ η Παναγιά και σήμερα νά’ναι καλό κατευόδιο στους άνδρες σας, στ’ αδέλφια σας και στους γονιούς σας”.

 

– Φχαριστούμε· ομοίως και στα παιδάκια σου, θεια-Φλωρού!

Κυριακή Ψαρρού στις 24 Νοεμβρίου 2013

 Μια μέλισσα καθισμένη σ’ ένα λουλούδι κέντρισε ένα παιδάκι. Και το παιδί φοβάται τις μέλισσες και λέει πως σκοπός της μέλισσας είναι να κεντρίζει τους ανθρώπους.

Ο ποιητής θαυμάζει τη μέλισσα που είναι προσκολλημένη στην καρδιά του λουλουδιού και λέει πως ο σκοπός της μέλισσας είναι να ρουφάει το άρωμα του λουλουδιού.

Ο μελισσοκόμος, βλέποντας πως η μέλισσα μαζεύει τη γύρη των λουλουδιών και το γλυκό χυμό τους και τα μεταφέρει στη κυψέλη, λέει πως ο σκοπός της είναι να συγκεντρώνει το μέλι. Άλλος μελισσοκόμος, που μελέτησε από πιο κοντά τη ζωή του μελισσιού, λέει πως η μέλισσα μαζεύει τη γύρη και το χυμό για να θρέψει τις νέες μέλισσες και να βγάλει καινούργια βασίλισσα, πως ο σκοπός της είναι η διαιώνιση του είδους.

Ο βοτανολόγος παρατηρεί πως καθώς η μέλισσα πετάει με τη γύρη των δίοικων λουλουδιών στον ύπερο, τον γονιμοποιεί και βλέπει σ’ αυτό το σκοπό της μέλισσας. Άλλος παρακολουθώντας τη διασπορά των φυτών, βλέπει πως η μέλισσα συνεργεί στη διασπορά αυτή κι καινούργιος αυτός παρατηρητής μπορεί να πει πως σ’ αυτό βρίσκεται ο σκοπός της μέλισσας.

Όμως ο τελικός σκοπός της μέλισσας δεν εξαντλείται ούτε με τον ένα ούτε με το, άλλο, ούτε με τον τρίτο σκοπό, που είναι σε θέση να ανακαλύψει ο ανθρώπινος νους. Όσο ψηλότερα προχωρεί ο ανθρώπινος νους στην ανακάλυψη των σκοπών αυτών, τόσο πιο φανερό γίνεται γι’ αυτόν το απρόσιτο του τελικού σκοπού. Για τον άνθρωπο είναι προσιτή μονάχα η παρακολούθηση της αντιστοιχίας της ζωής της μέλισσας προς τ’ άλλα φαινόμενα της ζωής. Το ίδιο πρέπει να ειπωθεί και για τους σκοπούς των ιστορικών προσώπων και των λαών.

Εκδόσεις Γκοβόστης. Μετάφραση από τα ρωσικά: Κοραλία Μακρή.

από το christostsantis.wordpress.com/

 

Κυριακή Ψαρρού στις 3 Νοεμβρίου 2013

Παράδοση είναι ο εγωισμός των απελθόντων και η ενοχή, ο συμβιβασμός των επιζώντων. Η πνευματική και η ψυχική δουλεία, που αναστέλλει και απονεκρώνει τελικά τις φυσιολογικές μας λειτουργίες. Η Παράδοση επιβάλλει την πλήρη υποταγή μας στους νεκρούς – κι έτσι μας καθιστά ακίνδυνους για αλλαγές, τομές, γι’ απελευθέρωση. Γι’ αυτό και η παράδοση βολεύει τους κρατούντες. Σ’ όλα τα κράτη τ’ ανελεύθερα, χορεύουν ξώφρενα τους εθνικούς χορούς των, που αποτελούν το βάθρο για περηφάνεια και γι’ ανελευθερία “εθνική”.
Πώς είναι δυνατό να χορεύεις ταγκό, και ν’ απαιτείς συγχρόνως να φύγει απ’ την κυβέρνηση ο στρατηγός Βιντέλλα. Αυτό είν’ αδύνατον. Γιατί ο Βιντέλλα είναι το ταγκό ο ίδιος. Με τα μαλλιά γιαλιστερά από μπριγιαντίνη, με την Παρθένο ανάγλυφη μες στη Μητρόπολη και με τα πόδια έτοιμα για τον χορό… Ένα δύο τρία τέσσερα κι ύστερα η φωνή του Κάρλος Γκαρντέλ. “Σιωπή μες στη νύχτα…”
Το ίδιο και στη Χιλή, στο Πακιστάν και στο Ιράν, στην Αλβανία και στην Κίνα, στο Μαρόκο, στη Λιβύη και στο Κουβέιτ, και σ’ άλλα μέρη ανατολικά ή της Νοτίου Αφρικής… Παντού χορεύουν εθνικούς χορούς, ιδρύουν ωδεία παραδοσιακής Μουσικής και ο αγαθός δικτάτορας σκύβοντας δέχεται λατρευτικά λουλούδια από νεολαίους, καταφανώς συγκινημένος. Τουλάχιστο στη χώρα μας, μονάχα στην ποιότητα την εκλεκτή του γιαουρτιού επιβάλλεται να γράφουνε τη λέξη: παραδοσιακό. Και το γιαούρτι αυτό πραγματικά είναι εξαιρετικό. Κι όσο για τους χορούς…
Σαν ξαναβρήκα μέσα μου την Κρήτη, μ’ εντυπωσίασε που οι νέοι της χορεύανε τη νύχτα κρητικούς χορούς, κι όχι ξενόφερτους, ντυμένοι γαμπριάτικα και μασουλώντας τσίχλα. Το βρήκα τούτο εξαίσιο και φωτεινό παράδειγμα για την απάνω χώρα. Μα όσο τόβλεπα, τόσο και περισσότερο γινόμουν σκεφτικός και άρχιζα να ξεχωρίζω κάποιον κίνδυνο. Τον κίνδυνο του γραφικού. Αυτόν, που μας παρουσιάζει εύκολα, προκλητικά με το ιδιόμορφο πρόσωπό μας, χωρίς νάχουμε μάθει, στο μεταξύ, να ζούμε άνετα και φυσικά την καταγωγή μας.
Γιατί η παράδοση έχει αξία μονάχα όταν δεν στηρίζεται στην αναπαράσταση, αλλά στην καθημερινή και δίχως επιτήδευση ζωή μας. Όταν δηλαδή το κληροδότημα χρησιμοποιείται φυσικά, και δίχως την ανάγκη επεξήγησης. Τότε μονάχα οφείλει να υπάρχει. Διαφορετικά, θάναι καλό να εξαφανιστεί μέσα στον Χρόνο, κι ας έχουμε πιο δεύτερες συνήθειες αποκτήσει. Γιατί η ποιότητα της κληρονομιάς ανήκει στη ζωντανή ύλη που περιέχουμε, κι όχι στο ήθος ή στο ύφος αλλοτινών καιρών.
Να λοιπόν γιατί τα γκρεμισμένα δεν πρέπει να τα κλαίμε. Και να γιατί θα πρέπει να επιλέγουμε αυτά που συνυπάρχουνε και ζουν μαζί με μας και τον καιρό μας, κι όχι αυτά που υπήρξαν κάποτε με τους δικούς μας. Και μες από τις άπειρες και διαφορετικές επιλογές, ίσως βρεθεί το αληθινό μας εκμαγείο, που θα προσφέρει στους απόγονους σαφήνεια, μέτρο και περισυλλογή. Κι αυτό είναι χρέος υπέρτατο και προπατορικό.

 

ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ
Ολίγα τινά περί παραδόσεως εθνικής, λαϊκής και μη (20/5/1979)
από το βιβλίο “ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΤΟΥ ΤΡΙΤΟΥ”
Εκδόσεις ΕΞΑΝΤΑΣ

από το logomnimon.wordpress.com

Κυριακή Ψαρρού στις 26 Οκτωβρίου 2013

…Καμιὰ ἠθικὴ ἀρετὴ δὲν ὑπάρχει μέσα μας ἐκ φύσεως. Πραγματικά, δὲν ὑπάρχει πράγμα ἐφοδιασμένο ἀπὸ τὴ φύση μὲ κάποιες ἰδιότητες, ποὺ νὰ μπορεῖς νὰ τὸ συνηθίσεις νὰ ἀποκτήσει ἄλλες ἰδιότητες. Παράδειγμα ἡ πέτρα: καμωμένη ἀπὸ τὴ φύση νὰ πηγαίνει πρὸς τὰ κάτω, δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ συνηθίσει νὰ πηγαίνει πρὸς τὰ πάνω, ἔστω κι ἂν χιλιάδες φορὲς προσπαθήσει κανεὶς νὰ τῆς τὸ μάθει πετώντας την καὶ ξαναπετώντας την πρὸς τὰ πάνω• οὔτε ἡ φωτιὰ μπορεῖ νὰ συνηθίσει νὰ πηγαίνει πρὸς τὰ κάτω• γενικὰ δὲν ὑπάρχει πράγμα καμωμένο ἀπὸ τὴ φύση νὰ συμπεριφέρεται μὲ ἕναν ὁρισμένο τρόπο, ποὺ νὰ μπορεῖ νὰ συνηθίσει νὰ συμπεριφέρεται μὲ ἄλλον τρόπο. Συμπέρασμα: οἱ ἀρετὲς δὲν ὑπάρχουν μέσα μας ἐκ φύσεως ― οὔτε ὅμως καὶ εἶναι ἀντίθετη πρὸς τὴ φύση μας ἡ γένεσή τους μέσα μας: ἡ φύση μας ἔκανε ἐπιδεκτικοὺς στὶς ἀρετές, τέλειοι ὅμως σ’ αὐτὲς γινόμαστε μὲ τὴ διαδικασία τοῦ ἔθους.

…• τὰ πράγματα δηλαδὴ ποὺ πρέπει πρῶτα νὰ τὰ μάθουμε προτοῦ ἀρχίσουμε νὰ τὰ κάνουμε, τὰ μαθαίνουμε κάνοντάς τα• π.χ. οἰκοδόμοι γίνονται χτίζοντας σπίτια, κιθαριστὲς παίζοντας κιθάρα• μὲ τὸν ἴδιο τρόπο γινόμαστε: δίκαιοι κάνοντας δίκαιες πράξεις, σώφρονες κάνοντας σώφρονες πράξεις, ἀνδρεῖοι κάνοντας ἀνδρεῖες πράξεις.

Τὴν ἐπιβεβαίωση μᾶς τὴν προσφέρει καὶ αὐτὸ ποὺ γίνεται στὶς πολιτεῖες• πραγματικά, οἱ νομοθέτες κάνουν καλούς τοὺς πολίτες τους ἀσκώντας τους νὰ ἀποκτοῦν τὶς συγκεκριμένες συνήθειες ― αὐτὴ εἶναι ἡ θέληση τοῦ κάθε νομοθέτη, καὶ ὅσοι δὲν τὰ καταφέρνουν σ’ αὐτό, δὲν πετυχαίνουν στὸ ἔργο τους• σ’ αὐτό, ἄλλωστε, καὶ διαφέρει τελικὰ τὸ ἕνα πολίτευμα ἀπὸ τὸ ἄλλο, τὸ καλὸ ἀπὸ τὸ λιγότερο καλό.Ἐπίσης: Ἡ γένεση κάθε ἀρετῆς καὶ ἡ φθορὰ της ἔχουν τὴν ἴδια ἀρχὴ καὶ γίνονται μὲ τὰ ἴδια μέσα ― ἔτσι ἀκριβῶς γίνεται καὶ στὶς τέχνες: παίζοντας κιθάρα γίνονται καὶ οἱ καλοὶ καὶ οἱ κακοὶ κιθαριστές• τὸ ἴδιο καὶ οἱ οἰκοδόμοι καὶ ὅλοι οἱ ἄλλοι: χτίζοντας μὲ καλὸ τρόπο σπίτια θὰ γίνουν καλοὶ οἰκοδόμοι, χτίζοντάς τα ὅμως μὲ κακὸ τρόπο θὰ γίνουν κακοί• ἂν δὲν ἦταν ἔτσι, δὲν θὰ ὑπῆρχε ἀνάγκη δασκάλου, καὶ ὅλοι θὰ ἦταν καλοὶ ἤ κακοὶ ἐκ γενετῆς. Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ μὲ τὶς ἀρετές: κάνοντας αὐτὰ ποὺ κάνουμε στὴν καθημερινή μας συνάφεια μὲ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους ἄλλοι γινόμαστε δίκαιοι καὶ ἄλλοι ἄδικοι• ἐπίσης: κάνοντας αὐτὰ ποὺ κάνουμε στὶς ἐπικίνδυνες καὶ φοβερὲς περιστάσεις τῆς ζωῆς καὶ ἀποκτώντας σιγὰ σιγὰ τὴ συνήθεια νὰ αἰσθανόμαστε φόβο ἤ θάρρος, ἄλλοι γινόμαστε ἀνδρεῖοι καὶ ἄλλοι δειλοί. Τὸ ἴδιο ἀκριβῶς συμβαίνει καὶ σὲ σχέση μὲ τὶς ἐπιθυμίες καὶ τὴν ὀργή: ἄλλοι γίνονται σώφρονες καὶ πρᾶοι καὶ ἄλλοι ἀκόλαστοι καὶ ὀργίλοι, οἱ πρῶτοι μὲ τὸ νὰ συμπεριφέρονται ἔτσι στὶς περιστάσεις αὐτὲς καὶ οἱ ἄλλοι μὲ τὸν ἀντίθετο τρόπο. Μὲ δυὸ λόγια: οἱ ἕξεις γεννιοῦνται ἀπὸ τὴν ἐπανάληψη ὅμοιων ἐνεργειῶν. Γι’ αὐτὸ καὶ πρέπει νὰ φροντίζουμε οἱ ἐνέργειές μας νὰ ἔχουν συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, ἀφοῦ οἱ ἕξεις εἶναι τελικὰ ἀντίστοιχες πρὸς τὶς διαφορὲς ποὺ οἱ ἐνέργειες αὐτὲς παρουσιάζουν μεταξύ τους. Δὲν ἔχει λοιπὸν μικρὴ σημασία νὰ ἀποκτᾶ κανεὶς ὅσο γίνεται πιὸ νέος αὐτὲς ἤ ἐκεῖνες τὶς συνήθειες· ἴσα ἴσα ἔχει πολὺ μεγάλη σημασία, ἤ μᾶλλον σημαίνει τὸ πᾶν.

από το agiazoni.gr

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 20 Οκτωβρίου 2013
Το παραμύθι μας είναι η ιστορία για ένα φύλλο δέντρου, του «Φρέντυ», που μαζί με τον «Ντάνιελ» και άλλα συντροφικά του φύλλα παρακολουθούσαν την αλλαγή τους, καθώς η μια εποχή διαδεχόταν την άλλη.

Το φύλλο που το έλεγαν Φρέντυ είχε μεγαλώσει. Είχε εμφανιστεί για πρώτη φορά την Άνοιξη, σαν ένας μικρός βλαστός, σε ένα μεγάλο κλωνάρι στην κορυφή ενός πανύψηλου δέντρου. Ο Φρέντυ περιβαλλόταν από εκατοντάδες άλλα φύλλα, ίδια σαν κι αυτόν, ή τουλάχιστον έτσι φαίνονταν. Δεν άργησε όμως να ανακαλύψει, ότι κανένα φύλλο, δεν ήταν εντελώς όμοιο με κάποιο άλλο, παρόλο που βρισκόταν στο ίδιο δέντρο. Είχαν μεγαλώσει όλα μαζί. Ήταν το μεγαλύτερο φύλλο στο κλωνάρι και φαίνεται ότι βρισκόταν εκεί, πριν από όλα τα άλλα φύλλα. Στο Φρέντυ φάνηκε μάλιστα, ότι ο Ντάνιελ δεν ήταν μόνο το πιο παλιό φύλλο, αλλά και το πιο σοφό. Ο Ντάνιελ ήταν αυτός που τους είχε εξηγήσει, ότι όλα τα φύλλα αποτελούσαν ένα μέρος του δέντρου. Κι ακόμα, τους είχε πει, ότι το δέντρο τους, είχε γερές ρίζες, κρυμμένες βαθιά μέσα στο χώμα. Τους είχε μιλήσει για τα πουλιά που κάθονταν πάνω στα κλαδιά και τιτίβιζαν εκεί τα πρωινά τους τραγούδια. Τους εξήγησε για τον ήλιο, το φεγγάρι, τα αστέρια και τις εποχές …

 … Το καλοκαίρι ήταν ιδιαίτερα όμορφο. Πολλοί άνθρωποι περνούσαν την ώρα τους στο πάρκο αυτό το καλοκαίρι. Συχνά κάθονταν κάτω από το δέντρο του Φρέντυ. Ο Ντάνιελ εξήγησε στον Φρέντυ, ότι το να προσφέρει τον ίσκιο του στους ανθρώπους, ήταν ένα μέρος από τον σκοπό του.

– «Τι είναι ο σκοπός ;» ζήτησε να μάθει ο Φρέντυ.

– «Ένας λόγος για να υπάρχεις» απάντησε ο Ντάνιελ. «Ένας λόγος για να υπάρχουμε, είναι να κάνουμε τα πράγματα πιο ευχάριστα για τους άλλους. Ένας λόγος για να υπάρχουμε είναι να δίνουμε τον ίσκιο μας στους γέρους που έρχονται εδώ. Ένας λόγος για να υπάρχουμε, είναι να βρίσκουν τα παιδιά ένα δροσερό μέρος για να παίζουν. Όλοι αυτοί οι λόγοι είναι για να υπάρχουμε.»

… Όμως το καλοκαίρι του Φρέντυ πέρασε γρήγορα. Χάθηκε μια νύχτα του Οκτώβρη. Ποτέ ο Φρέντυ δεν είχε νιώσει τόση παγωνιά. Όλα τα φύλλα έτρεμαν από το κρύο. Και πάλι ήταν ο Ντάνιελ που τους εξήγησε, ότι αυτό που ένοιωσαν, ήταν ο πρώτος παγετός, το σημάδι ότι ήταν κιόλας Φθινόπωρο, ότι ό Χειμώνας δε θα αργούσε να έρθει.

Μια μέρα ένα πολύ παράξενο πράγμα συνέβηκε. Η ίδια αύρα, το ίδιο αεράκι, που σε άλλη εποχή έκανε τα φύλλα να χορεύουν, τώρα τα φυσούσε δυνατά πάνω στο κοτσάνι τους και τα τράνταζε αγριεμένα. Μερικά φύλλα δεν άντεξαν το ανεμόδαρμα, κόπηκαν από τα κλαράκια τους και βρέθηκαν να πετούν ψηλά στον αέρα. Στο τέλος έπεφταν μαλακά πάνω στη γη.

Όλα τα φύλλα φοβήθηκαν.

«Τι συμβαίνει ;» ρωτούσαν ψιθυριστά μεταξύ τους.

«Είναι ακριβώς αυτό που συμβαίνει κάθε Φθινόπωρο» τους εξήγησε ο Ντάνιελ. «Είναι καιρός για τα φύλλα να αλλάξουν κατοικία. Μερικοί άνθρωποι το αποκαλούν αυτό θάνατο».

«Θα πεθάνουμε όλοι ;» ρώτησε ο Φρέντυ.

«Ναι» αποκρίθηκε ο Ντάνιελ.

«Όλα πεθαίνουν. Δεν έχει σημασία πόσο μεγάλα, ή πόσο μικρά είναι, πόσο αδύνατα ή πόσο δυνατά. Πρώτα επιτελούμε το καθήκον μας. Ζούμε τον ήλιο και το φεγγάρι, τον άνεμο και την βροχή. Μαθαίνουμε να χορεύουμε και να γελάμε. Έπειτα πεθαίνουμε.»

«Εγώ δε θα πεθάνω !» είπε αποφασιστικά ο Φρέντυ. «Εσύ Ντάνιελ ;»

«Ναι» απάντησε ο Ντάνιελ. «Όταν έρθει η ώρα μου».

«Πότε θα είναι αυτό ;» ρώτησε ο Φρέντυ.

«Κανένας δεν είναι σίγουρος» αποκρίθηκε ο Ντάνιελ.

 
 
Εκείνο τα απόγευμα στο χρυσό φως του δειλινού, ο Ντάνιελ κόπηκε από το κλωνάρι του. Έπεσε χωρίς καμιά προσπάθεια. Καθώς έπεφτε φαινόταν να χαμογελάει ειρινικά. «Αντίο προς το παρόν Φρέντυ» είπε.

Τώρα ο Φρέντυ ήταν ολομόναχος. Το μόνο φύλλο που είχε απομείνει στο κλαδί.

Την άλλη μέρα το πρωί έπεσε το πρώτο χιόνι. Ελάχιστα φάνηκε ο ήλιος την ημέρα εκείνη που ήταν πολύ σύντομη.

Τα χαράματα ο άνεμος πήρε τον Φρέντυ από το κλωνάρι του. Καθόλου δεν πόνεσε. Ένοιωσε να πλέει ήρεμα, απαλά και αθόρυβα μέσα στο κενό, όλο προς τα κάτω.
Καθώς έπεφτε, είδε ολόκληρο το δέντρο για πρώτη φορά. Πόσο δυνατό και σταθερό ήταν ! Ήταν σίγουρος, ότι το δέντρο θα ζούσε για πολύ καιρό ακόμα. Κι ακόμα ήξερε, ότι ο ίδιος ήταν μέρος από τη ζωή αυτού του δέντρου. Η γνώση αυτή τον έκανε υπερήφανο.

Ο Φρέντυ έπεσε πάνω σε ένα χώρο από χιόνι. Σ’ αυτή τη νέα του θέση έκλεισε τα μάτια του και κοιμήθηκε. Δεν ήξερε ότι ο ξερός και άχρηστος εαυτός του, όπως τον νόμιζε τώρα, θα γινόταν ένα με το νερό και θα χρησίμευε να γίνει το δέντρο πιο δυνατό. Πιο πολύ απ’ όλα δεν ήξερε ότι εκεί, κοιμισμένα μέσα στο δέντρο και τη γη, υπήρχαν κιόλας σχέδια για να βγουν νέα φύλλα την Άνοιξη.

Γρήγορα το δέντρο έμεινε σχεδόν γυμνό.

«Φοβάμαι να πεθάνω» είπε ο Φρέντυ στον Ντάνιελ. «Δεν ξέρω τι υπάρχει εκεί κάτω.»

«Όλοι φοβόμαστε εκείνο που δεν ξέρουμε Φρέντυ. Είναι φυσικό αυτό» Τον διαβεβαίωσε ο Ντάνιελ. «Δεν φοβόσουν όταν η Άνοιξη έγινε Καλοκαίρι. Δεν φοβόσουν όταν το καλοκαίρι έγινε Φθινόπωρο. Ήταν φυσικές αλλαγές. Γιατί πρέπει να φοβάσαι την εποχή του θανάτου ;»

«Πεθαίνει ακόμα και το δέντρο ;» ρώτησε ο Φρέντυ.

«Κάποια μέρα. Υπάρχει όμως κάτι πιο δυνατό από το δέντρο. Είναι η Ζωή που διαρκεί για πάντα. Όλοι είμαστε μέρος της Ζωής»

«Που θα πάμε όταν πεθάνουμε ;»

«Κανένας δε ξέρει με βεβαιότητα. Αυτό είναι το μεγάλο μυστήριο»

«Θα γυρίσουμε πίσω την Άνοιξη ;»

«Εμείς ίσως όχι. Η Ζωή όμως ναι».

«Τότε ποιος ο λόγος για όλα αυτά ;» συνέχισε να ρωτά ο Φρέντυ. «Τι χρειαζόταν να βρεθούμε εδώ αφού ήταν να πέσουμε και να πεθάνουμε ;»

Ο Ντάνιελ απάντησε με το σίγουρο ύφος του : «Ο λόγος ήταν για τον ήλιο και το φεγγάρι. Ήταν για τις ωραίες στιγμές που περάσαμε μαζί. Ήταν για τον ίσκιο, τους γέρους και τα παιδιά. Ήταν για τα χρώματα του Φθινοπώρου. Ήταν για τις εποχές. Δεν είναι όλα αυτά αρκετά ;»

 
Κυριακή Ψαρρού στις 14 Οκτωβρίου 2013
O παππούς είχε γεράσει πολύ. Τα πόδια του δεν τον πήγαιναν, τα μάτια του δεν έβλεπαν, τ’ αυτιά του δεν άκουγαν. Δόντια δεν είχε. Κι όταν έτρωγε, του χυνόταν το φαγητό. O γιος του και η νύφη του δεν τον έβαζαν πια μαζί τους στο τραπέζι, αλλά του ’διναν να φάει πάνω στη μεγάλη χτιστή χωριάτικη θερμάστρα όπου πλάγιαζε.

Κάποτε που του βάλανε να φάει στο πήλινο πιάτο, του ξέφυγε από τα χέρια, έπεσε κι έσπασε. Η νύφη του άρχισε τότε να τον μαλώνει πως όλα τα χαλάει στο σπίτι και σπάει τα πιάτα. Τέλος του είπε πως αποδώ και πέρα θα του ‘διναν να τρώει στην ξύλινη γαβάθα. O παππούς αναστέναξε μόνο και δεν είπε τίποτα.

Μια μέρα ο άντρας με τη γυναίκα του παρακολουθούσαν που ο γιος τους μαστόρευε κάτι σκαλίζοντας ένα μικρό κούτσουρο. O πατέρας λοιπόν τον ρώτησε:

«Τι φτιάχνεις εκεί, Μίσα;».

Κι ο Μίσα απαντά:

«Φτιάχνω μια μεγάλη γαβάθα, πατερούλη. Όταν εσύ κι η μάνα μου γεράσετε, θα σας ταΐζω σ’ αυτήν τη γαβάθα».

O άντρας κι η γυναίκα του κοιτάχτηκαν και δάκρυσαν. Νιώσανε ντροπή που είχαν προσβάλει τον παππού. Κι από τότε τον βάλανε να τρώει μαζί τους στο τραπέζι και τον πρόσεχαν όπως πρέπει.

Λ. Τολστόι, Διηγήματα, μύθοι και παραμύθια, μτφρ. Π. Ανταίος, Ωκεανίδα

από το ebooks.edu.gr

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 11 Οκτωβρίου 2013

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ:

Ο Έμερσον μιλώντας για ένα απλό αγριόχορτο, είπε ότι πρόκειται για “ένα φυτό του οποίου οι αρετές δεν έχουν ακόμα ανακαλυφθεί”. Αναρωτιέμαι πόσους ανθρώπους έχουμε περιφρονήσει σαν αγριόχορτα, επειδή, για τον ένα ή τον άλλο λόγο, μας φάνηκε ότι δεν άξιζαν την αγάπη και την προσοχή μας.
Οι άνθρωποι με τους οποίους επιλέγουμε να συνδεθούμε είναι προφανώς προσωπικές επιλογές, και έτσι πρέπει να είναι. Έχω την αίσθηση ωστόσο, ότι ο κόσμος θα ήταν πολύ πιο ενδιαφέρων και πολύ λιγότερο περιορισμένος αν εξετάζαμε πιο προσεκτικά τις ταμπέλες και τις δικαιολογίες που χρησιμοποιούμε για να κρατήσουμε αποστάσεις από τους άλλους. Αν το κάναμε, μάλλον θ΄ανακαλύπταμε ότι αυτές οι βολικές κατηγοριοποιήσεις βασίζονται σε απαρχαιωμένες κασέτες που συνεχίζουν να παίζουν μέσα στο κεφάλι μας.

Στην προσπάθειά μας να εντάξουμε σε κατηγορίες τους ανθρώπους, καταλήγουμε να ελαχιστοποιήσουμε την αξία τους ή να τους αποκλείουμε για λόγους εντελώς αβάσιμους: χρησιμοποιούμε ως κριτήριο την ηλικία, το φύλο, την κοινωνική θέση, την οικονομική κατάσταση, το χρώμα της επιδερμίδας, τη θρησκεία, την εθνικότητα…οτιδήποτε για να κρατηθούμε μακριά από όσους είναι διαφορετικοί από εμάς.
Αυτό, φυσικά, μας απαλλάσσει από τον κόπο να αναπτύσσουμε ανεξάρτητη, αυτόνομη σκέψη και να αξιολογούμε κάθε άτομο ως ξεχωριστή και άξια σεβασμού προσωπικότητα. Είναι πολύ πιθανό οι περισσότεροι από τους ανθρώπους που συναντάμε να αξίζουν στην πραγματικότητα μεγαλύτερη προσοχή απ΄όση τους δίνουμε.

Και ποιός ξέρει; Μπορεί να ξαφνιαστούμε ανακαλύπτοντας ότι τελικά δεν είναι αγριόχορτα, αλλά μάλλον λουλούδια, κι εμείς παραλείπαμε να σταθούμε για να τα εκτιμήσουμε….

Κυριακή Ψαρρού στις 2 Οκτωβρίου 2013

 

Ἡ διαταγή ἤτανε ξεκάθαρη: Ἀπαγορεύεται τό μπάνιο στό ποτάμι, ἀκόμα καί νά πλησιάζει κανένας σέ ἀπόσταση λιγότερο ἀπό διακόσια μέτρα. Δέ χώραγε λοιπόν καμιά παρανόηση. Ὅποιος τήν παρέβαινε τή διαταγή, θά πέρναγε στρατοδικεῖο. Τούς τή διάβασε τίς προάλλες ὁ ἴδιος ὁ ταγματάρχης. Διέταξε γενική συγκέντρωση, ὅλο τό τάγμα, καί τούς τή διάβασε. Διαταγή τῆς Μεραρχίας ! Δέν ἤτανε παῖξε γέλασε.Εἴχανε κάπου τρεῖς βδομάδες πού εἶχαν ἀράξει δῶθε ἀπό τό ποτάμι. Κεῖθε ἀπό τό ποτάμι ἦταν ὁ ἐχθρός, οἱ Ἄλλοι ὅπως τούς λέγανε πολλοί. Τρεῖς βδομάδες ἀπραξία. Σίγουρα δέ θά βάσταγε πολύ τούτη ἡ κατάσταση, γιά τήν ὥρα ὅμως ἐπικρατοῦσε ἡσυχία. Καί στίς δυό ὄχθες τοῦ ποταμοῦ, σέ μεγάλο βάθος, ἤτανε δάσος. Πυκνό δάσος. Μές τό δάσος εἴχανε στρατοπεδεύσει καί οἱ μέν καί οἱ δέ. Οἱ πληροφορίες τους ἤτανε πώς οἱ Ἄλλοι εἴχανε δυό τάγματα ἐκεῖ. Ὡστόσο, δέν ἐπιχειροῦσαν ἐπίθεση, ποιός ξέρει τί λογαριάζανε νά κάνουν. Στό μεταξύ, τά φυλάκια, καί ἀπό τίς δυό μεριές, ἦταν ἐδῶ κι ἐκεῖ κρυμένα στό δάσος, ἕτοιμα γιά πᾶν ἐνδεχόμενο.

Τρεῖς βδομάδες ! Πῶς εἴχανε περάσει τρεῖς βδομάδες ! Δέ θυμόντουσαν σ’ αὐτόν τόν πόλεμο πού εἶχε ἀρχίσει ἐδῶ καί δυόμισι περίπου χρόνια, ἄλλο τέτοιο διάλειμμα σάν καί τοῦτο.

Ὅταν φτάσανε στό ποτάμι, ἔκανε ἀκόμα κρύο. Ἐδῶ καί μερικές μέρες, ὁ καιρός εἶχε στρώσει. Ἀνοίξη πιά ! Ὁ πρῶτος πού γλίστρησε κατά τό ποτάμι ἤτανε ὁ λοχίας. Γλίστρησε ἕνα πρωινό καί βούτηξε. Λίγο ἀργότερα σύρθηκε ὥς τούς δικούς του, μέ δυό σφαῖρες στό πλευρό. Δέν ἔζησε πολλές ὧρες… Τήν ἄλλη μέρα, δυό φαντάροι τραβήξανε γιά κεῖ. Δέν τούς ξαναεῖδε πιά κανένας. Ἀκούσανε μόνο πυροβολισμούς, καί μετά σιωπή. Τότε βγῆκε ἡ διαταγή τῆς Μεραρχίας. Ἤτανε ὡστόσο μεγάλος πειρασμός τό ποτάμι. Τ’ ἀκούγανε πού κυλοῦσε τά νερά του καί τό λαχταρούσανε. Αὐτά τά δυόμισι χρόνια, τούς εἶχε φάει ἡ βρῶμα. Εἴχανε ξεσυνηθίσει ἕνα σωρό χαρές. Καί νά, τώρα, πού εἶχε βρεθεῖ στό δρόμο τους αὐτό τό ποτάμι. Ἀλλά ἡ διαταγή τῆς Μεραρχίας….

Στό διάολο ἡ διαταγή τῆς Μεραρχίας ! εἶπε μεσ’ ἀπό τά δόντια του ἐκείνη τή νύχτα. Γύριζε καί ξαναγύριζε καί ἡσυχία δέν εἶχε, Τό ποτάμι ἀκουγότανε πέρα καί δέν τόν ἄφηνε νά ἡσυχάσει. Θά πήγαινε τήν ἄλλη μέρα, θά πήγαινε ὁπωσδήποτε. Στό διάολο ἡ διαταγή τῆς Μεραρχίας ! Οἱ ἄλλοι φαντάροι κοιμόντουσαν. Τέλος τόν πῆρε κι αὐτόν ὁ ὕπνος. Εἶδε ἕνα ὄνειρο, ἕναν ἐφιάλτη. Στήν ἀρχή, τό εἶδε ὅπως ἤτανε: ποτάμι. Ἤτανε μπροστά του αὐτό τό ποτάμι καί τόν περίμενε. Καί αὐτός γυμνός στήν ὄχθη, δέν ἔπεφτε μέσα. Σάν νά τόν βάσταγε ἕνα ἀόρατο χέρι. Ὕστερα τό ποτάμι μεταμορφώθηκε σέ γυναίκα. Μιά νέα γυναίκα, μελαχροινή, μέ σφιχτοδεμένο κορμί. Γυμνή, ξαπλωμένη στό γρασίδι, τόν περίμενε. Καί αὐτός, γυμνός μπροστά της, δέν ἔπεφτε πάνω της. Σάν νά τόν βάσταγε ἕνα ἀόρατο χέρι. Ξύπνησε βαλαντωμένος, δέν εἶχε ἀκόμα φέξει….

Φθάνοντας στήν ὄχθη, στάθηκε καί τό κοίταξε. Τό ποτάμι ! Ὥστε ὑπῆρχε λοιπόν αὐτό τό ποτάμι ; Ὧρες ὧρες, συλλογιζότανε μήπως δέν ὑπῆρχε στ’ ἀλήθεια. Μήπως ἤτανε μιὰ φαντασία τους, μιὰ ὁμαδική ψευθαίσθηση. Εἶχε βρεῖ μιὰ εὐκαιρία καί τράβηξε κατά τό ποτάμι. Τό πρωινό ἤτανε θαῦμα! Ἄν ἤτανε τυχερός καί δέν τόν παίρνανε μυρουδιά… Νά πρόφταινε νά βουτήξει στό ποτάμι, νά μπεῖ στά νερά του, τά παρακάτω δέν τόν νοιάζανε. Σ’ ἕνα δέντρο, στήν ὄχθη, ἄφησε τά ροῦχα του, καί ὄρθιο πάνω στόν κορμό, τό τουφέκι του. Ἔριξε δυό τελευταῖες ματιές, μία πίσω του, μήν ἤτανε κανένας ἀπό τούς δικούς του, καί μιά στήν ἀντίπερα ὄχθη, μήν ἤτανε κανένας ἀπό τούς Ἄλλους. Καί μπῆκε στό νερό….

Ἀπό τή στιγμή πού τό σῶμα του, ὁλόγυμνο, μπῆκε στό νερό, τοῦτο τό σῶμα πού δυόμισι χρόνια βασανιζότανε, πού δυό τραύματα τό εἴχανε ὡς τώρα σημαδεύσει, ἀπό τή στιγμή αὐτή ἔνοιωσε ἄλλος ἄνθρωπος. Σάν νά πέρασε ἕνα χέρι μ’ ἕνα σφουγγάρι μέσα του καί νά τά ‘ σβησε αὐτά τά δυόμισι χρόνια. Κολυμποῦσε πότε μπρούμυτα, πότε ἀνάσκελα. Ἀφηνότανε νά τόν πηγαίνει τό ρεῦμα. Ἔκανε καί μακροβούτια… Ἦταν ἕνα παιδί τώρα αὐτός ὁ φαντάρος, πού δέν ἤτανε παρά εἰκοσιτριῶν χρονῶν κι ὅμως τά δυόμισι τελευταῖα χρόνια εἶχαν ἀφήσει βαθειά ἴχνη μέσα του.

Δεξιά κι ἀριστερά, καί στίς δυό ὄχθες, φρτερουγίζανε πουλιά, τόν χαιρετούσανε περνώντας πότε πότε ἀπό πάνω του. Μπροστά του, πήγαινε τώρα ἕνα κλαδί πού τό ἔσερνε τό ρεῦμα. Βάλθηκε νά τό φτάσει μ’ ἕνα μονάχα μακροβούτι. Καί τά κατάφερε, Βγῆκε ἀπό τό νερό ἀκριβῶς δίπλα στό κλαδί. Ἔνοιωσε μιὰ χαρά! Ἀλλά τήν ἴδια στιγμή εἶδε ἕνα κεφάλι μπροστά του, κάπου τριάντα μέτρα μακρυά. Σταμάτησε καί προσπάθησε νά δεῖ καλύτερα. Καί ἐκεῖνος πού κολυμποῦσε ἐκεῖ τόν εἶχε δεῖ, εἶχε σταματήσει κι αὐτός. Κοιτάζονταν. Ξανάγινε ἀμέσως αὐτός πού ἤτανε καί πρωτύτερα: ἕνας φαντάρος πού εἶχε κιόλας δυόμισι χρόνια πόλεμο, πού εἶχε ἕναν πολεμικό σταυρό, πού εἶχε ἀφήσει τό τουφέκι του στό δέντρο. Δέν μποροῦσε νά καταλάβει ἄν αὐτός ἀντίκρυ του ἤτανε ἀπό τούς δικούς του ἡ ἀπό τούς Ἄλλους. Πῶς νά τό καταλάβει; Ἕνα κεφάλι ἔβλεπε μονάχα. Μποροῦσε νἄναι ἕνας ἀπό τούς δικούς του. Μποροῦσε νἄναι ἕνας ἀπό τούς Ἄλλους.

Γιά μερικά λεπτά, καί οἱ δυό τους στέκονταν ἀκίνητοι στά νερά. Τή σιωπή διέκοψε ἕνα φτάρνισμα. Ἦταν αὐτός πού φταρνίστηκε, καί κατά τή συνήθειά του βλαστήμησε δυνατά. Τότε ἐκεῖνος ἀντίκρυ του ἄρχισε νά κολυμπάει γρήγορα πρός τήν ἀντίπερα ὄχθη. Κι αὐτός ὅμως δέν ἔχασε καιρό. Κολύμπησε πρός τήν ὄχθη του μ’ ὅλη του τή δύναμη. Βγῆκε πρῶτος. Ἔτρεξε στό δέντρο πού εἶχε ἀφήσει τό τουφέκι του, τό ἅρπαξε. Ὁ Ἄλλος ὅ,τι ἔβγαινε ἀπό τό νερό. Ἔτρεξε τώρα κι ἐκεῖνος νά πάρει τό τουφέκι του. Σήκωσε τό τουφέκι του αὐτός, σημάδεψε. Τοῦ ἤτανε πάρα πολύ εὔκολο νά τοῦ φυτέψει μία σφαίρα στό κεφάλι. Ὁ Ἄλλος ἤτανε σπουδαῖος στόχος ἔτσι καθώς ἔτρεχε ὁλόγυμνος, κάπου εἴκοσι μονάχα μέτρα μακρυά.

Ὄχι, δέν τράβηξε τή σκανδάλη. Ὁ Ἄλλος ἦταν ἐκεῖ, γυμνός ὅπως εἶχε ἔρθει στόν κόσμο. Κι αὐτός ἦταν ἐδῶ, γυμνός ὅπως εἶχε ἔρθει στόν κόσμο… Δέν μποροῦσε νά τραβήξει. Ἤτανε καί οἱ δυό γυμνοί. Δυό ἄνθρωποι γυμνοί. Γυμνοί ἀπό ροῦχα. Γυμνοί ἀπό ὀνόματα. Γυμνοί ἀπό ἐθνικότητα. Γυμνοί ἀπό τόν χακί ἑαυτό τους.. Δέν μποροῦσε νά τραβήξει. Τό ποτάμι δέν τούς χώριζε τώρα, ἀντίθετα τούς ἕνωνε. Δέν μποροῦσε νά τραβήξει. Ὁ Ἄλλος εἶχε γίνει ἕνας ἄλλος ἄνθρωπος τώρα, χωρίς ἄλφα κεφαλαῖο, τίποτα λιγότερο, τίποτα περισσότερο.

Χαμήλωσε τό τουφέκι του. Χαμήλωσε τό κεφάλι του. Καί δέν εἶδε τίποτα ὥς τό τέλος, πρόφτασε νά δεῖ μονάχα κάτι πουλιά πού φτερουγίσανε τρομαγμένα σάν ἔπεσε ἀπό τήν ἀντικρινή ὄχθη ἡ τουφεκιά,… κι αὐτός, γονάτισε πρῶτα,…. ὕστερα ἔπεσε…. μέ τό πρόσωπο στό χῶμα…..

από το agiazoni.gr

Κυριακή Ψαρρού στις 25 Σεπτεμβρίου 2013

 

Στο σύντομο αφήγημα του Τσέχωφ «Ένας αριθμός» η δεσποινίς Ιουλία αντιπροσωπεύει τον άβουλο ανθρώπινο τύπο• δεν τολμά να διεκδικήσει τα δικαιώματά της και συχνά πέφτει θύμα οικονομικής και κοινωνικής εκμετάλλευσης. O Τσέχωφ σκιαγραφεί με απλό και ευτράπελο τρόπο την παθητική ψυχολογία, η οποία χαρακτήριζε σε μεγάλο βαθμό τη γυναικεία συμπεριφορά τα παλαιότερα χρόνια.

Tις προάλλες φώναξα στο γραφείο μου τη δεσποινίδα Ιουλία, τη δασκάλα των παιδιών. Έπρεπε να της δώσω το μισθό της.
– Κάθισε να κάνουμε το λογαριασμό, της είπα. Θα ‘χεις ανάγκη από χρήματα και συ ντρέπεσαι να ανοίξεις το στόμα σου… Λοιπόν…  Συμφωνήσαμε για τριάντα ρούβλια* το μήνα…
– Για σαράντα.
– Όχι, για τριάντα, το έχω σημειώσει. Εγώ πάντοτε τριάντα ρούβλια δίνω στις δασκάλες…  Λοιπόν, έχεις δύο μήνες εδώ…
– Δύο μήνες και πέντε μέρες…
– Δύο μήνες ακριβώς… Το ‘χω σημειώσει… Λοιπόν, έχουμε εξήντα ρούβλια. Πρέπει να βγάλουμε εννιά Κυριακές… δε δουλεύετε τις Κυριακές. Πηγαίνετε περίπατο μετα παιδιά. Έπειτα έχουμε τρεις γιορτές…
Η Ιουλία έγινε κατακόκκινη και άρχισε να τσαλακώνει νευρικά την άκρη του φουστανιού της, μα δεν είπε λέξη.
– Τρεις γιορτές… μας κάνουν δώδεκα ρούβλια το μήνα… Ο Κόλιας ήταν άρρωστος τέσσερις μέρες και δεν του έκανες μάθημα… Μονάχα με τη Βαρβάρα ασχολήθηκες… Τρεις μέρες είχες πονόδοντο και η γυναίκα μου σου είπε να αναπαυτείς μετά το φαγητό… Δώδεκα και εφτά δεκαεννιά. Αφαιρούμε, μας μένουν… Χμ! σαράντα ένα ρούβλια… Σωστά;
Το αριστερό μάτι της Ιουλίας έγινε κατακκόκινο και νότισε. Άρχισε να τρέμει το σαγόνι της. Την έπιασε ένας νευρικός βήχας, έβαλε το μαντίλι στη μύτη της, μα δεν έβγαλε άχνα.
– Την παραμονή της πρωτοχρονιάς έσπασες ένα φλιτζάνι του τσαγιού με το πιατάκι του… Βγάζουμε δύο ρούβλια… Το φλιτζάνι κάνει ακριβότερα γιατί είναι οικογενειακό κειμήλιο, μα δεν πειράζει… Τόσο το χειρότερο! Προχωρούμε! Μια μέρα δεν πρόσεξες τον Κόλια, ανέβηκε ο μικρός στο δέντρο και έσκισε το σακάκι του… Βγάζουμε άλλα δέκα ρούβλια… Άλλη μια μέρα που δεν πρόσεχες, έκλεψε μια καμαριέρα τα μποτάκια της Βαρβάρας. Πρέπει να ‘χεις τα μάτια σου τέσσερα, γι’ αυτό σε πληρώνουμε… Λοιπόν, βγάζουμε άλλα πέντε ρούβλια. Στις δέκα του Γενάρη σε δάνεισα δέκα ρούβλια…
– Όχι, δεν έγινε τέτοιο πράμα. μουρμούρισε η Ιουλία.
– Το ‘χω σημειώσει!
– Καλά…
– Βγάζουμε είκοσι επτά ρούβλια, μας μένουν δεκατέσσερα.
Τα μάτια της Ιουλίας γέμισαν δάκρυα. Κόμποι ιδρώτα γυάλιζαν πάνω στη μύτη της. Κακόμοιρο κορίτσι!
– Μα εγώ μια φορά μονάχα δανείστηκα χρήματα. Μονάχα τρία ρούβλια, από την κυρία, μουρμούρισε η Ιουλία και η φωνή της έτρεμε… Αυτά είναι όλα όλα που δανείστηκα.
– Μπα; Και γω δεν τα είχα σημειώσει αυτά. Λοιπόν, δεκατέσσερα έξω τρία, μας μένουν έντεκα. Πάρε τα χρήματά σου, αγαπητή μου! Τρία… τρία, τρία… ένα και ένα… Πάρ’ τα…
Και της έδωσα έντεκα ρούβλια. Τα πήρε με τρεμουλιαστά δάχτυλα και τα έβαλε στην τσέπη της.
– Ευχαριστώ, ψιθύρισε.
Πετάχτηκα ορθός και άρχισα να βηματίζω πέρα δώθε στο γραφείο. Με έπιασαν τα δαιμόνια μου.
– Και γιατί με ευχαριστείς;
– Για τα χρήματα.
– Μα, διάολε, εγώ σε έκλεψα, σε λήστεψα! Και μου λες κι ευχαριστώ;
– Οι άλλοι δε μου ‘διναν τίποτα!…
– Δε σου ‘διναν τίποτα. Φυσικά! Σου έκανα μια φάρσα για να σου γίνει σκληρό μάθημα. Πάρε τα ογδόντα σου ρούβλια! Τα είχα έτοιμα στο φάκελο! Μα γιατί δε φωνάζεις για το δίκιο σου; Γιατί στέκεσαι έτσι σαν χαζή; Μπορείς να ζήσεις σ’ αυτό τον κόσμο αν δεν πατήσεις λίγο πόδι, αν δε δείξεις τα δόντια σου; Γιατί είσαι άβουλη;
Μουρμούρισε μερικά ευχαριστώ και βγήκε.

Ά. Τσέχωφ, Διηγήματα,
μτφρ. Κ. Σιμόπουλος, Θεμέλιο

από το minedu.gov.gr

Κυριακή Ψαρρού στις 21 Σεπτεμβρίου 2013

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΙΣΑΓΩΓΗ:

…Μια καταπληκτική μαρτυρία ενός «άγριου» φύλαρχου από το νησί Τιαβέα του Ειρηνικού. Ενας «απολίτιστος» φύλαρχος Τουιάβιι ήρθε στις αρχές του αιώνα μας (του προηγούμενου) στη Ευρώπη και κατέγραψε όσα είδε να συμβαίνουν , με σκοπό να τα πει στους υπηκόους του …
…Τα λόγια του φύλαρχου μετέφερε και τύπωσε στην Ευρώπη ο Εριχ Σόερμαν, που είχε πάει εκεί σαν ιεραπόστολος …
Παπαλάγκι σημαίνει ο λευκός, ο ξένος, στην κυριολεξία όμως θα πει αυτός που διαπέρασε τον ουρανό.
Ο πρώτος λευκός ιεραπόστολος που κατέφθασε στη Σαμόα ήρθε με ιστιοφόρο. Οι ιθαγενείς νόμισαν ότι το άσπρο ιστιοφόρο στο μακρινό ορίζοντα ήταν μια τρύπα στον ουρανό μέσα από την οποία ο λευκός ήρθε κοντά τους. Ότι δηλαδή διαπέρασε τον ουρανό.

ΓΙΑ ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΙΟΥ:

…Η καλύβα του μοιάζει μ’ ένα όρθιο μπαούλο από πέτρα. Ένα μπαούλο με πολλά συρτάρια και πολλές τρύπες.
Από ένα μόνο σημείο μπορεί κανείς να μπει και να βγει στο πέτρινο καβούκι. Το σημείο αυτό ο Παπαλάγκι το ονομάζει είσοδο, όταν μπαίνει στην καλύβα και έξοδο όταν βγαίνει, παρ’ όλο που και τα δύο είναι ένα και το ίδιο πράγμα. Στο σημείο αυτό λοιπόν υπάρχει μια μεγάλη σανίδα που πρέπει κανείς να τη σπρώξει με δύναμη για να μπορέσει να μπει μέσα στην καλύβα ….
…Στις καλύβες τώρα, συμβαίνει να κατοικούν περισσότεροι άνθρωποι απ’ όσοι ζουν σ’ ένα μόνο χωριό της Σαμόας και γιαυτό πρέπει να ξέρει κανείς ακριβώς το όνομα της Αιγκα (οικογένεια) που θέλει να επισκευτεί …
…Και μια Αιγκα συχνά δεν ξέρει τίποτε απολύτως για τις άλλες, λες και δεν τους χωρίζει μόνο ένας πέτρινος τοίχος αλλά είναι σαν να βρίσκονται ανάμεσά τους η Μανόνο, η Απολίμα και η Σαβάι (νησιά της Σαμόα) και πολλές θάλασσες. Συχνά δεν ξέρουν τα ονόματά τους κι αν συναντηθούν στην τρύπα της εισόδου, χαιρετιούνται μόλις και μετά βίας ή μουρμουρίζουν μέσα από τα δόντια τους κάτι στον άλλον σαν κάτι εχθρικά έντομα ….
…Κι εκεί βλέπει κανείς κάτι που μοιάζει με γυναικεία ρώγα, την οποία πιέζει μέχρι να ακουστεί μια κραυγή που καλεί την Αιγκα να έρθει. Αυτή κοιτάζει μέσα από μια μικρή στρογγυλή τρύπα μήπως είναι κανένας εχθρός κι αν είναι δεν ανοίγει. Αν όμως αναγνωρίσει τον φίλο, ξεσφαλίζει αμέσως τη μεγάλη σανίδα, που είναι καλά ασφαλισμένη με αλυσίδα, την τραβά προς το μέρος της έτσι ώστε να μπορεί ο ξένος να μπει μέσα από τη σχισμάδα στην πραγματική καλύβα …
…Η πραγματική καλύβα τώρα είναι χωρισμένη με πολλούς πέτρινους όρθιους τοίχους και σπρώχνωντας πολλές σανίδες προχωρά κανείς από μπαούλο σε μπαούλο ενώ αυτά γίνονται όλο και μικρότερα. Κάθε μπαούλο – που ο Παπαλάγκι το ονομάζει δωμάτιο – έχει μια τρύπα …απ’ όπου μπαίνει φως ….
…Ενας Σαμοανός σύντομα θα έσκαγε μέσα σ’ ένα τέτοιο μπαούλο, γιατί από πουθενά δεν μπαίνει φρέσκο αεράκι, όπως συμβαίνει σε κάθε καλύβα της Σαμόας …
…Συνήθως όμως ο αέρας που μπαίνει απ’ έξω δεν είναι καλύτερος. Και δύσκολα καταλαβαίνει κανείς πώς ένας άνθρωπος καταφέρνει εδώ να επιζήσει και πώς δεν γίνεται από τη νοσταλγία πουλί, πώς δεν του φυτρώνουν φτερούγες ώστε να μπορέσει να πετάξει μακριά …
…Ο Παπαλάγκι όμως αγαπά τα πέτρινα μπαούλα του και δεν αντιλαμβάνεται πιά την καταστροφικότητά τους …

ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΛΗ:

…Αυτά τώρα όλα μαζί, τα πέτρινα μπαούλα με τους πολλούς ανθρώπους,, οι ψηλές σχισμάδες (δρόμοι) που τραβούν προς τα δω και προς τα κει σαν χιλιάδες ποτάμια, οι άνθρωποι εκεί μέσα, ο θόρυβος και το βουητό, η μαύρη σκόνη και ο καπνός πάνω απ’ όλα αυτά, χωρίς ούτε ένα δέντρο, χωρίς το γαλάζιο τ’ ουρανού, χωρίς καθαρό αέρα και σύννεφα – όλα αυτά αποτελούν αυτό που ο Παπαλάγκι ονομάζει «πόλη» …
…Ο Παπαλάγκι είναι ένας άνθρωπος με εντελώς δική του λογική. Κάνει πολλά που δεν έχουν νόημα και τον αρρωσταίνουν, κι όμως τα εξυμνεί και τραγουδά τραγούδια γι’ αυτά του τα κατορθώματα ….
…Εμείς όμως που είμαστε ελέυθερα παιδιά του ήλιου και του φωτός, θα μείνουμε πιστοί στο Μεγάλο Πνεύμα και δεν θα του βαρύνουμε την καρδιά με πέτρες. Μόνο παραπλανημένοι, άρρωστοι άνθρωποι, που δεν κρατάν πιά το χέρι του Θεού μπορούν να ζούν ευτυχισμένοι, ανάμεσα σε πέτρινες σχισμάδες χωρίς ήλιο, φως και αέρα


ΓΙΑ ΤΟ ΧΡΗΜΑ:

…Αν μιλήσεις σε κάποιον Ευρωπαίο για το Θεό της αγάπης, θα μορφάσει και θα χαμογελάσει …
…Δως του όμως ένα γυαλιστερό στρογγυλό κομμάτι, μέταλλο ή ένα μεγάλο βαρύ χαρτί και θα δεις αμέσως τα μάτια του να γυαλίζουν και τα σάλια του να τρέχουν.
Το χρήμα είναι η θεότητά του. Ολοι οι λευκοί το σκέφτονται ακόμη κι όταν κοιμούνται …
…Υπάρχουν πολλοί που έχασαν τους φίλους τους για χρήματα, το γέλιο τους, την τιμή τους, τη συνείδησή τους, ακόμη και τη γυναίκα τους και το παιδί τους …

Το χρήμα είναι ο αληθινός θεός του Παπαλάγκι, όπως είναι ο Θεός που εμείς λατρεύουμε πάνω απ’ όλα.
Είναι όμως αδύνατο να ζήσεις στις χώρες του λευκού έστω και μία φορά απ’ την ανατολή μέχρι τη δύση του ήλιου χωρίς λεφτά …
…Θα σ’ έβαζαν στις Φάλε πούι-πούι (φυλακή) και θα σ’ έγραφαν στα πολλά χαρτιά (εφημερίδες), επειδή δεν έχεις χρήματα. Πρέπει να πληρώνεις για το χώμα πάνω στο οποίο περπατάς, για το χώρο που βρίσκεται η καλύβα σου, για το στρώμα που κοιμάσαι …
…Ακόμη και για τη γέννησή σου πρέπει να πληρώσεις, κι όταν πεθάνεις, η Αιγκά σου θα πρέπει να πληρώσει για σένα, για το ότι πέθανες, ακόμη και για να βάλουν το κορμί σου στο χώμα …
Ένα μόνο πράγμα βρήκα για το οποίο στην Ευρώπη δε χρειάζεται να πληρώσεις τίποτα και που μπορεί να χρησιμοποιήσει ο καθένας όσο θέλει: την αναπνοή.
Και όμως θέλω να πιστεύω ότι αυτό το έχουν απλώς ξεχάσει και δεν διστάζω να ισχυριστώ ότι, αν μπορούσαν ν’ ακούσουν στην Ευρώπη αυτά τα λόγια μου, θα ζητάγανε την ίδια στιγμή και γιαυτό στρογγυλό μέταλλο και βαρύ χαρτί …

…Ρίξε ένα στρογγυλό μέταλλο στο χώμα και θα δεις να ορμάν πάνω του τα παιδιά, να μαλώνουν γι’ αυτό και όποιος τα’ αρπάξει και το πάρει είναι νικητής, είναι πανευτυχής. Πολύ σπάνια όμως ρίχνει κανείς χρήματα στο χώμα …
…Υπάρχουν πολλοί λευκοί που μαζεύουν το χρήμα που άλλοι έκαναν γι’ αυτούς, το πηγαίνουν σ’ ένα καλά φυλαγμένο μέρος, πηγαίνουν όλο και περισσότερο χρήμα εκεί, μέχρι που κάποια μέρα να μη χρειάζονται πια ούτε εργάτες, γιατί τώρα το ίδιο το χρήμα δουλεύει γι’ αυτούς.
Πώς αυτό είναι δυνατό χωρίς κάποια φοβερή μαγεία, δε μπόρεσα ποτέ να το μάθω εντελώς
…Είναι άρρωστος και δαιμονισμένος (ο Ερωπαίος), γιατί η ψυχή του αγαπά το στρογγυλό μέταλλο και το βαρύ χαρτί και δε μπορεί ποτέ να χορτάσει και να πάψει να αρπάζει όσο γίνεται περισσότερα. Δε μπορεί να σκεφτεί έτσι: θέλω να φύγω από τον κόσμο χωρίς βάρος και αδικία, έτσι όπως ήρθα. Γιατί το Μεγάλο Πνεύμα μ’ έστειλε στον κόσμο χωρίς το στρογγυλό μέταλλο και το βαρύ χαρτί ….
…Κανένας Παπαλάγκι όμως δε θέλει να παραιτηθεί από το χρήμα. Κανένας. Αυτόν που δεν αγαπά το χρήμα οι άλλοι τον κοροϊδεύουν, τον θεωρούν Βαλέα (κουτός). Ο πλούτος – δηλαδή το να έχεις πολλά χρήματα – δίνει ευτυχία λέει ο Παπαλάγκι …

από το vertigo.pblogs.gr