Πεζογραφία
…….Παράδοση είναι ο εγωισμός των απελθόντων και η ενοχή, ο συμβιβασμός των επιζώντων. Η πνευματική και η ψυχική δουλεία, που αναστέλλει και απονεκρώνει τελικά τις φυσιολογικές μας λειτουργίες. Η Παράδοση επιβάλλει την πλήρη υποταγή μας στους νεκρούς – κι έτσι μας καθιστά ακίνδυνους για αλλαγές, τομές, γι’ απελευθέρωση. Γι’ αυτό και η παράδοση βολεύει τους κρατούντες. Σ’ όλα τα κράτη τ’ ανελεύθερα, χορεύουν ξώφρενα τους εθνικούς χορούς των, που αποτελούν το βάθρο για περηφάνεια και γι’ ανελευθερία “εθνική”.
Πώς είναι δυνατό να χορεύεις ταγκό, και ν’ απαιτείς συγχρόνως να φύγει απ’ την κυβέρνηση ο στρατηγός Βιντέλλα. Αυτό είν’ αδύνατον. Γιατί ο Βιντέλλα είναι το ταγκό ο ίδιος. Με τα μαλλιά γιαλιστερά από μπριγιαντίνη, με την Παρθένο ανάγλυφη μες στη Μητρόπολη και με τα πόδια έτοιμα για τον χορό… Ένα δύο τρία τέσσερα κι ύστερα η φωνή του Κάρλος Γκαρντέλ. “Σιωπή μες στη νύχτα…”
Το ίδιο και στη Χιλή, στο Πακιστάν και στο Ιράν, στην Αλβανία και στην Κίνα, στο Μαρόκο, στη Λιβύη και στο Κουβέιτ, και σ’ άλλα μέρη ανατολικά ή της Νοτίου Αφρικής… Παντού χορεύουν εθνικούς χορούς, ιδρύουν ωδεία παραδοσιακής Μουσικής και ο αγαθός δικτάτορας σκύβοντας δέχεται λατρευτικά λουλούδια από νεολαίους, καταφανώς συγκινημένος. Τουλάχιστο στη χώρα μας, μονάχα στην ποιότητα την εκλεκτή του γιαουρτιού επιβάλλεται να γράφουνε τη λέξη:παραδοσιακό. Και το γιαούρτι αυτό πραγματικά είναι εξαιρετικό. Κι όσο για τους χορούς…
Σαν ξαναβρήκα μέσα μου την Κρήτη, μ’ εντυπωσίασε που οι νέοι της χορεύανε τη νύχτα κρητικούς χορούς, κι όχι ξενόφερτους, ντυμένοι γαμπριάτικα και μασουλώντας τσίχλα. Το βρήκα τούτο εξαίσιο και φωτεινό παράδειγμα για την απάνω χώρα. Μα όσο τόβλεπα, τόσο και περισσότερο γινόμουν σκεφτικός και άρχιζα να ξεχωρίζω κάποιον κίνδυνο. Τον κίνδυνο του γραφικού. Αυτόν, που μας παρουσιάζει εύκολα, προκλητικά με το ιδιόμορφο πρόσωπό μας, χωρίς νάχουμε μάθει, στο μεταξύ, να ζούμε άνετα και φυσικά την καταγωγή μας.
Γιατί η παράδοση έχει αξία μονάχα όταν δεν στηρίζεται στην αναπαράσταση, αλλά στην καθημερινή και δίχως επιτήδευση ζωή μας. Όταν δηλαδή το κληροδότημα χρησιμοποιείται φυσικά, και δίχως την ανάγκη επεξήγησης. Τότε μονάχα οφείλει να υπάρχει. Διαφορετικά, θάναι καλό να εξαφανιστεί μέσα στον Χρόνο, κι ας έχουμε πιο δεύτερες συνήθειες αποκτήσει. Γιατί η ποιότητα της κληρονομιάς ανήκει στη ζωντανή ύλη που περιέχουμε, κι όχι στο ήθος ή στο ύφος αλλοτινών καιρών.
Να λοιπόν γιατί τα γκρεμισμένα δεν πρέπει να τα κλαίμε. Και να γιατί θα πρέπει να επιλέγουμε αυτά που συνυπάρχουνε και ζουν μαζί με μας και τον καιρό μας, κι όχι αυτά που υπήρξαν κάποτε με τους δικούς μας. Και μες από τις άπειρες και διαφορετικές επιλογές, ίσως βρεθεί το αληθινό μας εκμαγείο, που θα προσφέρει στους απόγονους σαφήνεια, μέτρο και περισυλλογή. Κι αυτό είναι χρέος υπέρτατο και προπατορικό.
ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ
Ολίγα τινά περί παραδόσεως εθνικής, λαϊκής και μη (20/5/1979)
από το βιβλίο “ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΤΟΥ ΤΡΙΤΟΥ”
Το είχε πει σε μια συνέντευξή του ο αείμνηστος Νίκος Καρούζος: «Μεταξωτοί άνθρωποι». Μιλούσε για κάποιους χωρικούς που είχε συναντήσει στη Λέσβο. Αγράμματοι ήταν, αλλά σοφοί. Και, προπάντων, τρυφεροί με τους άλλους. Απαλοί, χωρίς γωνίες που κόβουν, χωρίς καχυποψία, δίχως έπαρση και επιθετική ειρωνεία που πληγώνει. Μεταξωτοί άνθρωποι …;
Μου ‘μεινε αυτός ο χαρακτηρισμός. Χαράχτηκε μέσα μου. Κι από τότε ένα νέο κριτήριο λειτουργεί στις αξιολογήσεις μου για τους ανθρώπους: η συμπεριφορά και η στάση τους σε «ασήμαντα» πεδία της καθημερινότητας. Αυτά που συνήθως τα προσπερνάμε ή δεν τα παρατηρούμε, γιατί δεν μας απασχόλησαν ποτέ οι εκφάνσεις της «μεταξωτής συμπεριφοράς» …; Βέβαια οι άνθρωποι δεν συγκροτούν ως χαρακτήρες ένα συμπαγές όλον, αλλά ένα αντιφατικό σύνθεμα, στο οποίο συνυπάρχουν «μεταξωτά» στοιχεία και ακάνθινες απολήξεις. Γι’ αυτό και είναι κάπως παρακινδυνευμένα τα άμεσα και οριστικά συμπεράσματα για το «είναι» των ανθρώπων …;
Παρ’ όλα αυτά, προσωπικά, διακινδυνεύω την εξαγωγή συμπερασμάτων παρατηρώντας μικρές «ασήμαντες» κινήσεις στις παρέες, στον εργασιακό χώρο και στο «δάσος» του κάθε μέρα, όταν συγχρωτίζομαι με αγνώστους. Και συνήθως δεν πέφτω έξω. Διότι τα γνωρίσματα αυτά αποκαλύπτουν πειστικά τον εσωτερικό κόσμο του άλλου. Τουλάχιστον σε μεγάλο βαθμό …;
Φερ’ ειπείν, «σκλαβώνομαι» από εκείνους που δεν ορμάνε να πιάσουν την καλύτερη θέση στο τραπέζι μιας ταβέρνας. Θεωρώ την κίνηση αυτή απότοκο καταγωγικής ευγένειας και γενναιοδωρίας, η οποία αδιαφορεί για το ιδιωφελές και συμφέρον. Αντίθετα, οι άνθρωποι που σπεύδουν φουριόζοι για μια καλή θέση καταχωρίζονται μέσα μου σαν αρπακτικά. Και -το ‘χω παρατηρήσει- έτσι συμπεριφέρονται, σαν αρπακτικά, και σε άλλα ζωτικά και κρίσιμα πεδία… Κάποτε βρέθηκα σ’ ένα τραπέζι, στο οποίο κυριαρχούσαν οι «επώνυμοι». Απέναντί μου καθόταν ένας πολύ γνωστός καλλιτέχνης, μεγάλο όνομα, ο οποίος ούτε φλυαρούσε ούτε ακκιζόταν όπως κάποιοι άλλοι στη συντροφιά. Όταν άρχισαν να καταφθάνουν τα πρώτα κοινά πιάτα, ήταν ο μόνος που δεν επέπεσε για να εξασφαλίσει τη μερίδα του, αλλά ρωτούσε τους διπλανούς του και μοίραζε πρώτα στους άλλους και μετά, ό,τι έμενε, κρατούσε για τον εαυτό του. «Μεταξωτός άνθρωπος», σκέφτηκα…
Η μεταξωτή συμπεριφορά δεν παραπέμπει απαραιτήτως -ή κυρίως- στο σαβουάρ βιβρ και στους «καλούς τρόπους» εν γένει. Τέμνεται σε κάποιες περιπτώσεις, αλλά δεν αποτελεί αποτύπωμα διδαχθείσης μεθόδου για το φέρεσθαι.
Εδώ, το «μετάξι» είναι αυτοφυές ή προϊόν δουλεμένου χαρακτήρα. Είναι ο τρόπος που ο άλλος βλέπει τους συνανθρώπους του. Είναι η θέαση του κόσμου χωρίς τα εγωιστικά γυαλιά του προσωπικού ωφελιμισμού. Είναι, ευρύτερα, η υποταγή του ατομικού συμφέροντος στη συλλογικότητα, χωρίς βέβαια η «μεταξωτή συμπεριφορά» να φτάνει σε σημείο υπονόμευσης προσωπικών δικαιωμάτων και δικαίων. Κανένας δεν έχει δικαίωμα να αδικεί τον εαυτό του… Όμως, προσέξτε μια λεπτή απόχρωση: ποτέ ένας «μεταξωτός άνθρωπος» δεν νιώθει κορόιδο, όταν άλλοι τον προσπερνούν -στη σειρά μιας καντίνας ή στην ιεραρχία- χρησιμοποιώντας αθέμιτα μέσα και μεθόδους.
Το «άφες αυτοίς» είναι ριζωμένο μέσα του. Αποτελεί μέρος του αξιακού του κώδικα. Ξέρει τι γίνεται στην «αγορά». Αλλά συνειδητά δεν συμμετέχει στο εξοντωτικό αυτό παιχνίδι. Απέχει χωρίς να κλαυθμηρίζει.
Γιατί, εκτός από μετάξι, τέτοιοι άνθρωποι διαθέτουν και ένα σκληρό κοίτασμα, που τους επιτρέπει να είναι ταυτόχρονα στωικοί και γρανιτένιοι. Ένας από αυτούς έγινε φίλος μου – και το κατάλαβα από την πρώτη στιγμή ότι θα συμβεί αυτό. Πρώτη μέρα στη μονάδα γύρισε από τη σκοπιά και μπήκε στη σειρά για φαγητό. Ήταν τρίτος από το τέλος. Τότε ακούστηκε ο μάγειρας να λέει ότι έμειναν μονάχα δύο μερίδες. Ο Κωστής πλησίαζε, ήταν ένας από τους δύο τυχερούς. Αλλά μόλις άκουσε τον μάγειρα, έφυγε αθόρυβα παραχωρώντας τη θέση του στον επόμενο. Έτσι. Αθόρυβα, αυτοθυσιαστικά, γενναιόδωρα, χωρίς να το κάνει θέμα…
Οι «μεταξωτοί άνθρωποι», λοιπόν. Που μιλούν ελάχιστα για τον εαυτό τους. Που χαίρονται με τις επιτυχίες των άλλων. Που δεν σπεύδουν χαιρέκακα να «κάνουν πλάκα», δήθεν χαριεντιζόμενοι, με εξωτερικά γνωρίσματα που πονάνε τους άλλους… Εκείνοι, που δεν σπερμολογούν διακινώντας φήμες. Εκείνοι που υπερασπίζονται σθεναρά κάποιον απόντα όταν λοιδορείται σε μια παρέα, χωρίς να είναι φίλος τους, αλλά επειδή νιώθουν ότι αδικείται…
Οι μεταξωτοί άνθρωποι. Όσοι προσέχουν τι λες, και δεν είναι ωσεί παρόντες στην κουβέντα, με το μυαλό τους στο τι θα πουν οι ίδιοι για να εντυπωσιάσουν. Άνθρωποι με ανοιχτούς πόρους και πλατιά καρδιά… Υπεράνθρωποι; Όχι. Απλώς, μεταξωτοί… Φαίνονται από μακριά. Αρκεί να προσέξεις «μικρές», «ασήμαντες» κινήσεις στο φέρεσθαι των ανθρώπων…
[ Γιάννης Τριάντης ]
Φαντασία
«Κέντρο της κοινωνίας, όπως και κέντρο της ιστορίας, είναι το ριζικό φαντασιακό της ανθρωπότητας που αυτοανελίσσεται και αυτοαναπτύσσεται”
Για τον Καστοριάδη, η φαντασία είναι το χαρακτηριστικό το οποίο διαφοροποιεί τον άνθρωπο από τα υπόλοιπα ζώα. Ο άνθρωπος δομεί και δομείται όχι βάσει φυσικών σημασιών, δηλαδή των ενστίκτων (όπως συμβαίνει με τα υπόλοιπα ζώα) αλλά βάσει φαντασιακών σημασιών. Το «περιβάλλον» το οποίο δομεί (και δομείται και ο ίδιος σε αυτό) «λειτουργεί» με τρόπο που ικανοποιεί τις ζωτικές του ανάγκες, οι οποίες δεν είναι μόνο οι ενστικτώδεις ανάγκες (τροφή, αναπαραγωγή, μηχανισμοί άμυνας), αλλά κυρίως φαντασιακές δημιουργίες (έρωτας, δόξα, πλούτος, εξουσία).Στην φαντασία οφείλεται η δημιουργία του πολιτισμού, όπως είναι η τέχνη, η φιλοσοφία και η επιστήμη, εκφάνσεις της πνευματικής φαντασιακής ιδιότητας του ανθρώπου, αλλά και της κοινωνίας, καθώς μέσω των θεσμών που είναι φαντασιακά αντικείμενα, οι κοινωνίες συντηρούνται και δι’ αυτών πορεύονται και αλλάζουν. Δεν μπορούμε να αφεθούμε πλήρως στην φαντασία μας, καθώς «δεν θα είχαμε επιβιώσει ως είδος»[2]. Με την δημιουργία των κοινωνιών των θεσμών η φαντασία «οριοθετήθηκε», αλλά και καταστάλθηκε.Η φαντασία, λοιπόν στη σκέψη του Καστοριάδη, συλλαμβάνεται ως μια πρωτογενής δύναμη με κύρια χαρακτηριστικά τον απεριόριστο εγωισμό και τον ναρκισσισμό και έκφανσή της, τη δημιουργία.
Ριζικό και κοινωνικό φαντασιακό
Ο Καστοριάδης συλλαμβάνει την φύση του ανθρώπου με βάση την ικανότητα του να δημιουργεί. Αυτή την ικανότητα του για δημιουργία και αυτοδημιουργία την αναγάγει στην φαντασία και στο φαντασιακό. Δημιουργία νέων μορφών, ανάδυση του καινούριου, μέσω και δια μέσω του ήδη υπάρχοντος. Το ριζικό φαντασιακό ως άτομο είναι ψυχή αλλά και κοινωνία. Υπάρχει μόνο εντός και δια της κοινωνίας, κάνοντας έτσι λόγο μόνο για κοινωνικό άτομο. Έτσι ο Καστοριάδης, εισάγει μια οντολογία του ανθρώπου με βάση την φαντασία και το φαντασιακό, το ριζικό και το κοινωνικό.Το ριζικό φαντασιακό καθορίζεται από την κοινωνία, καθώς στην κοινωνικό-ιστορική δημιουργία συναντώνται έννοιες όπως θεσμοί, ήθη, έθιμα που δεν είναι δοσμένες από έναν εξωγενή παράγοντα αλλά αποτελούν την κοινωνικό-ιστορική εξέλιξη της ανθρωπότητας. Το άτομο κοινωνικοποιείται στο βαθμό που εσωτερικεύει τους θεσμούς της κοινωνίας, που αποτελεί δομικό της στοιχείο (εκκοινωνισμός της ψυχής). Η φαντασία του καθορίζεται από ένα φαντασιακό, δημιουργία της κοινωνικής θέσμισης, η οποία περιλαμβάνει κοινωνικές φαντασιακές σημασίες που καθορίζουν το φαντασιακό της κοινωνίας, δηλαδή το κοινωνικό φαντασιακό – η θεσμίζουσα κοινωνία. «το ριζικό φαντασιακό είναι ως κοινωνικο-ιστορικό και ως ψυχή/σώμα. Ως κοινωνικό – ιστορικό είναι ανοιχτός ποταμός του ανώνυμου συλλογικού· ως ψυχή/σώμα, είναι ρους παραστασιακός/αισθηματικός/προθεσιακός. Ότι μέσα το κοινωνικό ιστορικό είναι θέση, δημιουργία, οντοπραξία, το καλούμε κοινωνικό φαντασιακό με την πρώτη έννοια του όρου ή θεσμίζουσα κοινωνία. Ότι στην ψυχή/σώμα είναι γι’ αυτή θέση, δημιουργία, οντοπραξία, το καλούμε ριζική φαντασία»[3] .Στη σκέψη του φιλοσόφου, το μάγμα σημασιών διαμορφώνει την ψύχη/σώμα του ατόμου, «Αυτός ο ιστός είναι αυτό που ονομάζω μάγμα των κοινωνικών φαντασιακών σημασιών, που φέρονται από την, και ενσαρκώνονται στην, θέσμιση της δεδομένης κοινωνίας και που όντως ειπείν της δίνουν ζωή»[4]. Αυτό το οποίο «δίνει» η κοινωνία στα «μέλη» της –θεσμοί, θεός, κράτος, έθνος κτλ- και που διαμορφώνει τον ψυχικό κόσμο του ατόμου, αλλά και το άτομο δύναται να αλλοιώσει το μάγμα των κοινωνικών σημασιών.Το μάγμα σημασιών[5] δομείται και αναδομείται συνεχώς με διαφορετική ένταση και αυτή η αλλοίωση είναι εξαιρετικά σπάνια. Όπως προαναφέρθηκε, η φαντασία «περιορίζεται» αλλά και «καταπνίγεται» από το μάγμα των κοινωνικών σημασιών. Η αλλοίωση του θα επιτευχθεί με την απελευθέρωση της ριζικής φαντασίας της ψυχής από την επίδραση του μάγματος σημασιών. Αυτή η πράξη αποτελεί μια διαυγασμένη δραστηριότητα, μια αναστοχαστική λειτουργία του ατόμου και της κοινωνίας, εν τέλει και την αυτογνωσία τους.[6] Ο ίδιος ο Καστοριάδης «αναζήτησε» αυτή την αυτογνωσία σε συλλογικές δραστηριότητες που δύνανται να δημιουργήσουν έναν διαφορετικό τύπο κοινωνίας και έναν διαφορετικό τύπο ανθρώπου μια αυτόνομη ψυχική μονάδα εντός και δια μιας αυτόνομης/αυτοθεσμισμένης κοινωνίας. Στη σκέψη του τέτοιες μορφές ατομικής και συλλογικής διαυγασμένης δραστηριότητας είναι η ψυχανάλυση, η δημοκρατία και η φιλοσοφία .
Δημιουργία
Για τον Καστοριάδη η δημιουργία ανάγεται στο Χάος, στην Άβυσσο, το Απύθμενο (το Χάος, η Άβυσσος και το Απύθμενο είναι τα συστατικά του είναι, είναι το είναι ). Τη φιλοσοφική διάσταση του Χάους την συναντά για πρώτη φορά στην «Θεογονία» του Ησίοδου και αργότερα στον «Τιμαίο» του Πλάτωνα[7].Για τον Καστοριάδη χάος είναι η δημιουργία εκ του μηδενός (ex nihilo) και δεν συμβαίνει εν τω μηδενί (in nihilo) ούτε με το μηδέν (cum nihilo). Το ριζικά καινούργιο, η ανάδυση νέας μορφής συντελείται σε ένα ήδη καθορισμένο περιβάλλον, χρησιμοποιεί στοιχεία που υπάρχουν ήδη αλλά αυτή η νέα μορφή είναι εκ του μηδενός δημιουργία. Ο ίδιος γράφει «Και ονομάζω χάος ή άβυσσο αυτόν τον βασικό προσδιορισμό του είναι, που είναι, από την μια μεριά, το ανεξάντλητο του είναι και, από την άλλη η ικανότητα δημιουργίας »[8].Το Χάος λοιπόν είναι το είναι αλλά ταυτόχρονα είναι και κόσμος, αλλά «ο κόσμος της ζωής είναι ο κόσμος του νοήματος»[9] και εισερχόμαστε στην εσώτερη «ζωή», στην ψυχή. Το νόημα που δημιουργεί κάθε έμβιο όν είναι λειτουργικό, μια αλληλουχία με λειτουργικό νόημα που τείνει συνεχώς σε έναν σκοπό π.χ. την αυτοσυντήρηση. Στην ψυχή εξακολουθεί να υφίσταται το νόημα αλλά παύει να είναι λειτουργικό, καθώς η διαφορά έγκειται στο ότι στην ζωή αν υπάρχει νόημα υπάρχει και ταύτιση νοήματος σκοπού, ενώ στην ψυχή δεν υφίσταται η ταύτιση αυτή καθώς για την ψυχή νόημα έχει το φαντασιακό, δηλαδή οι κοινωνικές φαντασιακές σημασίες που ενσταλάζονται στην ψυχή του ατόμου, οι οποίες δημιουργούν και δημιουργούνται εντός και δια αυτής. «Η ανθρωπότητα αναδημιουργεί αυτό από το οποίο αναδύεται. Χάος ψυχικό. Απύθμενο της ριζικής φαντασίας της ψυχής. Άβυσσος κοινωνική»[10].Η δημιουργία, σύμφωνα με τον ίδιο, ανάγεται και στον χρόνο. Στον ποιητικό-φαντασιακό χρόνο όπως τον ονομάζει και όχι στον συνολιστικό-ταυτιστικό χρόνο. Διακρίνει αρχικά δυο είδη πολλαπλότητας που εκδηλώνονται είτε ως διαφορά είτε ως ετερότητα-δημιουργία. [11] Η πολλαπλότητα ως διαφορά, χαρακτηρίζεται από επανάληψη και καθορισμό, αυτό που ο Καστοριάδης ονομάζει συνολιστικό-ταυτιστικό. Ως ετερότητα, η πολλαπλότητα χαρακτηρίζεται από δημιουργία, ανάδυση νέων μορφών – ειδών, ενταγμένη στα πλαίσια αυτού που ονομάζει ποιητικό-φαντασιακό[12].Κατ’ αυτό τον τρόπο διακρίνει και δύο είδη χρόνου, τον συνολιστικό-ταυτιστικό χρόνο, ο οποίος αποτελεί καθορισμό, και τον ποιητικό-φαντασιακό χρόνο, πηγή της δημιουργίας και καταστροφής. «ο Χρόνος δεν είναι τίποτε – ή είναι δημιουργία»[13]. Κάθε άτομο βιώνει τον χρόνο διαφορετικά, και ποιοτικά και εντατά. Ο χρόνος αποτελεί συστατικό του είναι καθώς το είναι, σύμφωνα με την καστοριαδική σκέψη, είναι δημιουργία και αλλοίωση. «Ως ανάδυση ετερότητας, το είναι αποτελεί δημιουργία του εαυτού του, και δημιουργία του χρόνου ως ετερότητας και του είναι […] Ο χρόνος είναι το είναι εφόσον αποτελεί ετερότητα, δημιουργία, καταστροφή»[14].Ο χρόνος αποκτά οντολογικό χαρακτήρα, άρρηκτα συνδεδεμένος με την ριζική φαντασία της ψυχής[15], αλλά και με το θεσμίζον κοινωνικό φαντασιακό. Η σκέψη του Καστοριάδη απλώνεται στο κοινωνικό φαντασιακό, δηλαδή στην σχέση ατόμου χρόνου, αλλά και κοινωνίας χρόνου. Το άτομο κατά την διαδικασία του εκκοινωνισμού, εσωτερικεύει τον θεσμισμένο από την κοινωνία χρόνο[16]. Το άτομο βιώνει τον κοινωνικό (συνολιστικό-ταυτιστικό) χρόνο, αλλά υπάρχει και ο φαντασιακός κοινωνικός χρόνος, «χρόνος της σημασίας»[17], ο οποίος, δημιουργία της κοινωνίας, δημιουργεί και δημιουργείται εντός και δι’ εαυτής. Η δημιουργία του φαντασιακού χρόνου απαιτεί διαύγαση καθ’ αυτήν και δι’ αυτήν, η συγκρότηση του οποίου πραγματοποιείται δια της κοινωνίας (των φαντασιακών κοινωνικών σημασιών-ο χρόνος είναι συνυπόστατος με τις κοινωνικές φαντασιακές σημασίες) αναφερόμενος στο κείμενο του Θουκυδίδη, για την διαφορά βίωσης του χρόνου, των κοινωνιών της αρχαίας Αθήνας και της αρχαίας Σπάρτης[18].Ο πραγματικός χρόνος είναι πηγή του είναι, είναι πηγή ετερότητας και αλλοίωσης, πηγή του ριζικά νέου μέσα στον παραστασιακό ρου της ψυχής και της κοινωνίας, και μόνο ως τέτοιος πρέπει να λογίζεται, «ως έκρηξη, επιτολή της δημιουργίας»[19].Ο χρόνος ως διάσταση του ριζικού φαντασιακού, αποτελεί επιτολή νέων μορφών-ειδών, στο ιστορικο-κοινωνικό πλαίσιο, αποτελώντας την ετερότητα και την αλλοιωσή τους «και πρωταρχικά και πυρηνικά-δεν είναι παρά μόνο αυτό»[20].Η κοινωνία αποτελεί και η ίδια την «θέσμιση» μιας υπόρρητης χρονικότητας «την οποία κάνει να είναι όντας η ίδια, και η οποία, όντας την κάνει να είναι»[21], «απαιτώντας» μια ρητή θέσμιση του χρόνου, μια βαθύτερη σχέση ταυτιστικού και φαντασιακού-σημασιακού χρόνου, η οποία είναι αναπόφευκτη.
Από anti-texni.blogspot
“.. Η καρδιά του ανθρώπου είναι ένα κουβάρι κάμπιες…φύσηξε Χριστέ μου να γίνουν πεταλούδες”
Η μοναξιά είναι από χώμα…1. ” Το δικό μου το πολύ πως να χωρέσει στο δικό σου το λίγο! Κι οι δυο μας δυσανασχετούσαμε δικαιολογημένα.
Όμως μέσα σ’ αυτό το λίγο σου, σ’ αυτό το περιορισμένο σου, είχα την κακοτυχία να διακρίνω σκιές περαστικές που με πυρπόλησαν. Σκιές του απέραντου. Αυτό που δεν έλεγχες, αυτό που δεν γνώριζες, προσπερνούσε από μια σου έκφραση, από μια σου χειρονομία τυχαία και με καθήλωνε.
Δεν περιγράφεται η ματιά, η κίνηση, ο ήχος.
Ό,τι κι αν σου πω δεν θα σου μεταδώσω αυτό που μ’ έκανε να σε θέλω έτσι. Το απέραντο είναι άπιαστο, απερίγραπτο, ακαθόριστο. Χιλιάδες να λέω εναντίον σου αμέσως θα παραλύσουν μπροστά στη γρήγορη κίνηση του χεριού σου μόλις σηκωθεί για να φτάσει στα χείλη σου και να δαγκώσεις το μικρό σου νυχάκι σμίγοντας τα φρύδια σα να σκέφτεσαι κάτι δύσκολο.
Για μια τέτοια κίνηση, κάποιες ώρες, ένιωθα έτοιμος και τη ζωή μου να δώσω.
Για μια τέτοια κίνηση!
Σαν σινιάλο άλλων κόσμων ερχόταν προς εμένα κι ανέτρεπε όσα σου καταμαρτυρούσα. Από κατήγορο με μετέτρεπε σε ζητιάνο σου!
Για μια τέτοια κίνηση!
Δεν θα απορήσω ποτέ ξανά για το τι είναι εκείνο που αλυσοδένει ένα ζευγάρι. Δεν φαίνεται αυτό που αλυσοδένει. Εμείς οι απ’ έξω δεν βλέπουμε τίποτα όμως ένας άντρας κανείς δεν ξέρει τι σινιάλα δέχεται από το βλέμμα μια γυναίκας, απ’ την ανάσα της, από το γέλιο της, από την πιο ανεπαίσθητη χειρονομία της, από το άρωμά της.
2. «Πώς ν’ απαλλάξω τη σκέψη μου απ’ τις ερμηνείες των άλλων έτσι που να μη σου λέω «σ’ αγαπώ»,γιατί όσα κάνουμε μιμούνται τις ταινίες,τα διαβάσματα,τα τραγούδια που μας πρωτοδίδαξαν αυτή τη φράση;Να σου λέω «Σ’ ΑΓΑΠΩ»,γιατί ένα αρχέγονο κύμα βγαίνει από βαθιά μου,πρωτοφανές,άγνωστο και λέει έτσι… «
3. «Τα μικρά παιδιά δεν φτιάχνουν μύθους γιατί τα παιδιά ζουν απ’ ευθείας χωρίς διερμηνείς και μεσάζοντες. Η πραγματικότητα των παιδιών είναι τα παραμύθια μας και η παραμυθία μας για το χαμένο παράδεισο στην εξορία μας. Τα παιδιά από μόνα τους ξέρουν. Μπορούν ν’ αποκρυπτογραφούν τα μαγικά σημάδια του κόσμου γιατί την έχουν την καθαρή όραση που συλλαμβάνει τα άφαντα, ενώ εμείς τη χάσαμε με τα χρόνια και με τις γνώσεις. Τα παιδιά είναι σοβαρότερα και συνεπέστερα απ’ τους μεγάλους γι’ αυτό κι εγώ στο παλιό ζαρωμένο παιδί που απέμεινε μέσα μου προστρέχω όταν είναι να αισθανθώ τα πιο σπουδαία. Ένα παιδί από παλιά κι από βαθιά βγαίνει κι αποφασίζει στις εσχατιές της ζωής μας. Υπάρχει ένα παιδί μέσα μου που ξέμεινε, δεν την ξεχνά την ποίηση των πραγμάτων που χρόνια πριν αντίκρυσε και ζει με την αόριστη νοσταλγία της ανικανοποίητο πια και λυπημένο. Γιατί τίποτα δεν συγκρίνεται με την ποίηση των πράγματων στην παιδική ματιά, όλα είναι κατώτερά της από δω κι ύστερα.»
4. «Να υπάρχω μονάχα, να σ’ αγαπώ μονάχα και να μην έχω λόγο κανένα να το δηλώνω. Ούτε την παρουσία μου να μη χρειάζεται να δηλώνω πια. Σ’ αγαπώ τόσο που το ξεχνώ, όπως ξεχνάμε τα αυτονόητα και τα φυσικά. Σ’ αγαπώ τόσο που δεν σε κρίνω και εντελώς σε αποδέχομαι. Γλίτωσα από το μαρτύριο να προσπαθώ συνεχώς να σε διορθώνω. Σ’ αγαπώ τόσο που δεν σε θέλω. Γιατί δεν θες παρά ότι σου λείπει κι εσύ πια δεν μου λείπεις αφού στης αγάπης τον τόπο δεν χωρά η απόσταση. Σ’ αγαπώ κι αγαπώντας σε, σε περιέχω, σε έχω αφού είμαι, είμαι από σένα και μαζί σου κι όπου κι είμαι έρχεσαι.»
Ενας βασιλιάς είχε έναν υπηρέτη χαρούμενο και αισιόδοξο. Κάθε πρωί ξυπνούσε τον βασιλιά πηγαίνοντας
του το πρόγευμα, τραγουδούσε χαρούμενα στιχάκια, του έκανε αστείους
μορφασμούς. Στο κεφάτο πρόσωπό του υπήρχε πάντα ένα μεγάλο φωτεινό
χαμόγελο, αλλά και όλη του η ζωή ήταν ήρεμη και ευτυχισμένη. Κάποια μέρα ο
βασιλιάς δεν άντεξε και τον ρώτησε:
-Ποιο είναι το μυστικό σου?
-Ποιο μυστικό Μεγαλειότατε?
-Μην κάνεις ότι δεν καταλαβαίνεις. Ποιό είναι το μυστικό της χαράς σου.
Λέγε γρήγορα.
-Μα…δεν υπάρχει μυστικό Μεγαλειότατε.
-Πως τολμάς να λες ψέματα σ´ εμένα. Έχω κόψει κεφάλια για πολύ μικρότερες
προσβολές, από ένα ψέμα.
-Πιστέψτε με Μεγαλειότατε, σας παρακαλώ, δεν σας κρύβω τίποτα. Δεν υπάρχει
κανένα μυστικό.
-Και πως τα καταφέρνεις βρε ανόητε και είσαι όλη την μέρα τόσο κεφάτος? Σε
έχω παρακολουθήσει, σε βλέπω. Όλο χαχαχού και αστεία είσαι.-Μα Μεγαλειότατε, η ζωή ήταν τόσο γενναιόδωρη μαζί μου. Η Λαμπροσύνη σας με
τιμά και με έχει στην υπηρεσία της. Με την γυναίκα μου και τα παιδιά μου
μένουμε σ´ ένα ωραίο σπίτι που μας παραχώρησε το παλάτι. Μας προσφέρετε
ρούχα και τροφή για όλους μας, δωρεάν εκπαίδευση στα παιδιά μου, επί πλέον
δε, η Μεγαλειότητα σας μου πληρώνει και ένα μικρό μηνιαίο επίδομα, που
ικανοποιεί τις μικροεπιθυμίες μας. Πως να μην είμαι ευτυχισμένος?
-Άκου, ηλίθιες δικαιολογίες έχω χορτάσει από τους συμβούλους μου. Αν δεν
μου πεις το μυστικό της χαράς σου, η υπομονή μου θα εξαντληθεί και μαζί της
και το κεφάλι στους ώμους σου. Είναι αδύνατον να είναι κάποιος ευτυχισμένος
με αυτά που μου παρέθεσες.
-Μα Βασιλιά μου σας παρακαλώ πιστέψτε με. Δεν σας κρύβω κάτι. Πως θα
μπορούσα άλλωστε. Δεν υπάρχει μυστικό.
-Χάσου από μπροστά μου ηλίθιε, πριν φωνάξω το δήμιο. Γελοίε. Καραγκιόζη.
Ο υπηρέτης χαμογέλασε, έκανε μια βαθειά υπόκλιση, και βγήκε από το δωμάτιο.
Τον βασιλιά όμως, δεν τον χωρούσε ο τόπος. Του φαινόταν τόσο παράλογο ο
βαλές του να είναι τόσο ευτυχισμένος, ζώντας σε δανεικό σπίτι, τρώγοντας
από τα περισσεύματα των αυλικών, φορώντας ρούχα από δεύτερο χέρι. Αφού
κατάφερε κάπως να ηρεμήσει, φώναξε τον πιο σοφό σύμβουλό του και του
διηγήθηκε την συζήτηση και την απορία του.
-Πες μου γέροντα, γιατί ο άνθρωπος αυτός είναι ευτυχισμένος?
-Α, Μεγαλειότατε, επειδή προφανώς βρίσκεται έξω από τον κύκλο.
-Έξω από που?
-Μα από τον κύκλο.
-Γι’ αυτό είναι ευτυχισμένος?
-Όχι μεγαλειότατε, γι αυτό δεν είναι δυστυχισμένος.
-Δεν καταλαβαίνω γέροντα. Δηλαδή όποιος είναι στον κύκλο είναι δυστυχής?
Εγώ είμαι δυστυχής διότι είμαι μέσα στον κύκλο?
-Ακριβώς βασιλιά μου.
-Και πως βγήκε?
-Δεν μπήκε ποτέ.
-Βάλθηκες να με τρελάνεις κι εσύ γέροντα. Τι στην οργή κύκλος είναι αυτός
και γιατί μας προκαλεί θλίψη?
-Είναι ο κύκλος του ενενήντα εννέα.
-Και πως λειτουργεί αυτός ο διαολόκυκλος?
-Μεγαλειότατε είναι δύσκολο να σας τον εξηγήσω με λόγια, μπορώ όμως να σας
τον δείξω στην πράξη.
-Δηλαδή τι θα κάνεις?
-Αν μου επιτρέψετε θα βάλω τον υπηρέτη σας στον κύκλο.
-Πως δηλαδή, θα τον σπρώξεις? είπε ο βασιλιάς κοροϊδευτικά.
-Δεν θα χρειαστεί βασιλιά μου. Αν βρει την ευκαιρία θα μπει μόνος του.
-Και καλά, όταν μπει δεν θα δει ότι αυτό τον έκανε δυστυχισμένο, ώστε να
βγει κατ´ ευθείαν?
-Θα το αντιληφθεί, αλλά δεν θα θέλει να φύγει.
-Δηλαδή μου λες ότι θα καταλάβει πως αν μπει στον κύκλο θα δυστυχήσει, αλλά
παρ´ όλα αυτά θα μπει οικιοθελώς και δεν πρόκειται να ξαναβγεί?
-Ακριβώς Μεγαλειότατε. Κανένας δεν θέλει να βγει από τον κύκλο του ενενήντα
εννέα. Όσο και αν τον κάνει δυστυχισμένο. Θα μάθεις λοιπόν πως λειτουργεί ο
κύκλος, αλλά εσύ θα χάσεις έναν εξαίρετο υπηρέτη και το παλάτι έναν
χαρούμενο άνθρωπο.
-Δεν με νοιάζει. Τι πρέπει να κάνουμε? Πότε ξεκινάμε?
-Σήμερα το βράδυ βασιλιά μου. Θα περάσω να σε πάρω. Θα έχεις ετοιμάσει ένα
σακί με ενενήνταεννέα φλουριά. Ούτε ένα περισσότερο, ούτε ένα λιγότερο.
Πράγματι, την νύχτα ο σοφός πέρασε να πάρει τον βασιλιά. Πήγαν μαζί στο
σπιτάκι του υπηρέτη, στην άκρη της αυλής του παλατιού, κρύφτηκαν και
περίμεναν να ξημερώσει. Μόλις αχνοφέγγισε και άναψε στο δωμάτιο ένα κερί, ο
σοφός έβαλε στο σακούλι ένα μήνυμα που έλεγε:
Ο ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΕΙΝΑΙ ΔΙΚΟΣ ΣΟΥ. ΕΙΝΑΙ ΒΡΑΒΕΙΟ ΕΠΕΙΔΗ ΕΙΣΑΙ ΞΕΧΩΡΙΣΤΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ.
ΑΠΟΛΑΥΣΕ ΤΟΝ. ΜΗΝ ΠΕΙΣ ΣΕ ΚΑΝΕΝΑΝ ΠΩΣ ΤΟΝ ΒΡΗΚΕΣ.
Έδεσε το σακί στην πόρτα του υπηρέτη, χτύπησε δύο φορές και έτρεξε να
ξανακρυφτεί. Όταν υπηρέτης βγήκε ξαφνιασμένος, ο βασιλιάς παρακολουθούσε
πίσω από έναν θάμνο. Τον είδε να διαβάζει το μήνυμα και να ανοίγει το
πουγκί. Είδε την έκπληξη στο πρόσωπό του, το αρχικό φόβο, την καχύποπτη,
ερευνητική ματιά μήπως ήταν κανένας τριγύρω. Τον είδε να σφίγγει το πουγκί
στην αγκαλιά του, να ανοίγει το πουκάμισο και να το βάζει στο στήθος του,
να χώνεται γρήγορα σπίτι του. Μόλις άκουσαν την κλειδαριά να
διπλοαμπαρώνει, ο βασιλιάς με τον σοφό πλησίασαν στο παράθυρο για να
κατασκοπεύσουν. Ο υπηρέτης είχε ρίξει στο πάτωμα τα πιατικά που ήσαν στο
τραπέζι, αφήνοντας μόνο το κερί. Καθισμένος σε μια καρέκλα άδειαζε το
περιεχόμενο. Τα μάτια ήταν γουρλωμένα, κόντευαν να βγουν έξω από τις κόγχες.
Ήταν φανερό δεν μπορούσε να πιστέψει αυτό που έβλεπε. Ένα βουνό από χρυσά
φλουριά. Ένας θησαυρός. Όλος δικός του. Αυτός που δεν είχε ποτέ ως τώρα
στην ζωή ακουμπήσει έστω ένα χρυσό φλουρί, τώρα είχε ένα μικρό βουνό από
αυτά. Δικά του. Άρχισε να τα χαζεύει και να τα κάνει στίβες. Τα κοίταζε πως
άστραφταν στο φως του κεριού και χαζογελούσε. Τα συγκέντρωνε, τα σκόρπιζε
για να ακούει το κουδούνισμά τους. Και όλο χαμογελούσε. Παίζοντας άρχισε να
τοποθετεί σε στίβες των δέκα. Μια δεκάδα, δύο δεκάδες, τρείς, τέσσερις,
πέντε, έξι…Ταυτόχρονα έκανε και το άθροισμα. Πενήντα, εξήντα, εβδομήντα,
ογδόντα, ενενήντα, εκατ…που είναι το τελευταίο? Ξαναμετρά μία μία τις
στίβες να βρει το λάθος, τίποτα. Τα στήνει σε κολώνες, την μία δίπλα στην
άλλη, μήπως κάποια προεξέχει…Τίποτα. Η τελευταία κολώνα ελλειμματική. Μόνο
εννέα φλουριά. Κοιτάζει ερευνητικά το τραπέζι, σηκώνει το κερί, γυρίζει το
μέσα έξω στο σακούλι…Τίποτα. Γονατίζει και αρχίζει να ψάχνει στο πάτωμα.
Δεν μπορεί τα φλουριά ΕΠΡΕΠΕ να είναι εκατό.
-Δεν είναι δυνατόν, μονολογούσε όσο έψαχνε. Κάπου πρέπει να μου
έπεσε…κάπου πρέπει να είναι. Με λήστεψαν! Αλήτες! Κερατάδες! Με κλέψανε!Γονατισμένος κοιτούσε πάνω στο τραπέζι, έβλεπε τις κολώνες με τα φλουριά
και αισθανόταν πως κάτι του είχε διαφύγει. Δεν μπορεί, κάπου έκανε λάθος.
Αδύνατον η μία κολώνα να είναι κουτσή. Αλλά το φλουρί που έλειπε, πουθενά.
Τελικά σαν να το πήρε απόφαση. Ενενήντα εννέα φλουριά, είναι πολλά
λεφτά…συλλογίστηκε. Μπορώ να ζήσω την υπόλοιπη ζωή σαν
άρχοντας…συνέχισε. Αλλά δεν είναι στρογγυλός αριθμός, ρε γαμώτο. Το
εκατό, μάλιστα, είναι στρογγυλός αριθμός. Τώρα μου λείπει ένα.
Ο βασιλιάς και ο σοφός σύμβουλος κοιτούσαν από το παράθυρο. Το πρόσωπο του
υπηρέτη δεν ήταν το ίδιο. Ήταν σκεπτικός, σκυθρωπός με χείλη στενά,
τραβηγμένα. Με μάτια μισόκλειστα έξυνε το κεφάλι του. Κάτι σκεπτόταν. Μάζεψε
τα φλουριά στο σακούλι και κοιτάζοντας καχύποπτα ολόγυρα, το έκρυψε
προσεκτικά, όσο πιο αθόρυβα μπορούσε πίσω από ένα σωρό καυσόξυλα. Ύστερα
πήρε χαρτί και μολύβι και κάθισε να κάνει λογαριασμούς.
Πόσο καιρό πρέπει να κάνω οικονομίες, ώστε να αποκτήσω και το εκατοστό
φλουρί? Ο υπηρέτης μιλούσε μόνος, παραμιλούσε ασυναίσθητα. Θα βρω και
δεύτερη δουλειά, θα δουλέψω σκληρά για ένα διάστημα, μέχρι να το κερδίσω.
Μετά όμως μεγάλε…άραγμα. Ναι, με εκατό φλουριά, μπορεί ένας άνθρωπος να
μην δουλεύει. Μπορεί να ζει δίχως σκοτούρες. Είσαι πλούσιος! Είσαι
άρχοντας! Δεν υπάρχει λόγος να δουλεύεις. αγόρι μου! Τελείωσε τους
υπολογισμούς του. Αν δούλευε σκληρά κι έβαζε στην άκρη όλο το μηνιάτικο του
και ότι έξτρα χρήματα έπαιρνε, σε πέντε το πολύ έξι χρόνια θα μπορούσε να
αγοράσει ένα χρυσό φλουρί.
-Έξι χρόνια είναι πάρα πολλά, μονολόγησε. Θα μπορούσα όμως να βάλω και την
γυναίκα μου να δουλέψει. Κάποια δουλειά θα βρει να κάνει στην πολιτεία. Θα
μπορούσε να καθαρίζει σπίτια. Αλλά κι εγώ, πέντε η ώρα τελειώνω από το
παλάτι. Μπορώ να κάνω το βοηθό σε κανένα μάστορα, δύο τρεις ώρες μέχρι να
νυχτώσει.
Ξαναπιάνει το μολύβι και αρχίζει πάλι τους υπολογισμούς. Με την έξτρα
δουλειά τη δική του και την συνεισφορά της γυναίκας του θα μάζευε τα
χρήματα για το φλουρί σε τρία χρόνια. Εξακολουθούσε να είναι πολύς, πολύς
καιρός.
Ίσως θα μπορούσαμε να κάνουμε και κάποιες οικονομίες. Να πουλήσουμε ας
πούμε λίγο από το φαγητό. Έτσι κι αλλιώς το πολύ φαί, κακό κάνει. Άσε που
μια και είναι τζάμπα, το ´χουμε παρακάνει. Και τα χειμωνιάτικα παπούτσια. Τι
χρειάζονται? Μπαίνει η Άνοιξη. Έρχονται ζέστες. Και τα επανωφόρια μπορώ να
το πουλήσω. Να πουλήσω…Να πουλήσω…Πρέπει να γίνουν θυσίες. Άλλωστε θα
πιάσουν τόπο. Σε δύο χρονάκια το πολύ θα αγοράσουμε το φλουρί που μας
λείπει και μετά…ποιός μας πιάνει μετά. Θα είμαστε πλούσιοι. Ότι μας
γυαλίζει θα το αγοράζουμε. Αυτό είναι. Δύο χρόνια στο τούνελ και μετά…
Ο βασιλιάς και ο σύμβουλος γύρισαν στο παλάτι. Ο υπηρέτης είχε μπει στον
κύκλο του ενενήντα εννέα.
Τους μήνες που ακολούθησαν, ο υπηρέτης έβαλε σε εφαρμογή τα σχέδια που είχε
αποφασίσει εκείνο το πρωινό. Δούλευε πολύ, κουραζόταν, κακοκοιμόταν, αλλά
επέμενε στην απόφασή του. Ένα πρωινό, μπήκε με το πρωινό στο δωμάτιο του
βασιλιά, αργός, κακόκεφος, αμίλητος, όπως συνήθιζε τελευταία.
-Μα καλά, τί έπαθες εσύ, ρωτά τάχα ανήξερος ο βασιλιάς.
-Μια χαρά είμαι Μεγαλειότατε. Θέλετε τίποτε άλλο?
-Μέρες έχω να σ´ ακούσω να τραγουδάς. Σου συμβαίνει κάτι?
-Αν δεν κάνω λάθος, η δουλειά μου είναι σας σερβίρω και να σας βοηθώ να
ντυθείτε. Δεν κάνω τη δουλειά μου? Την κάνω και μάλιστα άψογα, συνέχισε.
Δεν με προσλάβατε για γελωτοποιό ούτε για τραγουδιστή.
Μετά από μερικούς μήνες, ο βασιλιάς έδιωξε τον υπηρέτη από το παλάτι. Δεν
είναι ευχάριστο να περιβάλλεσαι από κακόκεφους, μουρτζούφληδες υπαλλήλους.
Ο ασπρομάλλης ψυχαναλυτής έκανε μια παύση και κοίταξε προσεκτικά τον ασθενή
του. Προσπάθησε να διαβάσει τα συναισθήματα από την ιστορία στο πρόσωπό
του. Ανακάθισε στην πολυθρόνα του, πήρε το ποτήρι δίπλα του και ρούφηξε μια
μεγάλη γουλιά σακέ. Καθάρισε την φωνή του και συνέχισε: Βλέπεις Ντεμιάν,
εσύ, εγώ και όλοι μας έχουμε εκπαιδευθεί σ´ αυτήν την ηλίθια ιδεολογία.
Πάντοτε κάτι μας λείπει για να νιώσουμε ικανοποιημένοι, και δυστυχώς μόνο
αν είσαι ικανοποιημένος μπορείς να απολαύσεις όσα έχεις. Γι αυτό, μάθαμε
πως τάχα η ευτυχία θα έλθει όταν ολοκληρώσουμε αυτό που μας λείπει…Και
επειδή πάντα κάτι λείπει, ξαναγυρίζουμε στην αρχή και δεν απολαμβάνουμε
ποτέ την ζωή…Τι θα συνέβαινε όμως, αν η φώτιση ερχόταν στις ζωές μας και
αντιλαμβανόμαστε, έτσι ξαφνικά, ότι τα ενενήντα εννιά φλουριά μας είναι το
100% του θησαυρού? Ότι δεν μας λείπει τίποτα, κανένας δεν μας έκλεψε
τίποτα, το εκατό δεν είναι καθόλου πιο στρογγυλός αριθμός από το ενενήντα
εννιά? Ότι αυτό, είναι μόνο μια παγίδα, ένα καρότο που έβαλαν μπροστά μας,
για να είμαστε βλάκες, για να σέρνουμε το κάρο,
κουρασμένοι, κακόκεφοι, δυστυχείς και συμβιβασμένοι? Μια παγίδα για να μην
σταματήσουμε ποτέ να σπρώχνουμε και να μείνουν όλα όπως έχουν. Αιωνίως τα
ίδια. Πόσα θα άλλαζαν αν μπορούσαμε να απολαύσουμε τους θησαυρούς μας, έτσι
ακριβώς όπως είναι. Έτσι ακριβώς όπως τους κατέχουμε. Προσοχή όμως Ντεμιάν.
Το να παραδεχτείς ότι το ενενηνταεννιά είναι ο θησαυρός, δεν σημαίνει ότι
πρέπει να εγκαταλείψεις τους στόχους σου. Δεν σημαίνει άραγμα, συμβιβασμός
με οτιδήποτε. Γιατί άλλο το να παραδέχεσαι, κι άλλο το να συμβιβάζεσαι.
Aπό την Δανάη
Η γιαγιά συμβουλεύει την εγγονή της: “…Κάθε φορά που θα νιώθεις χαμένη, μπερδεμένη, να σκέφτεσαι τα δέντρα, να θυμάσαι τον τρόπο με τον οποίο μεγαλώνουν. Να θυμάσαι ότι ένα δέντρο με πλούσια φυλλώματα και λίγες ρίζες ξεριζώνεται με το πρώτο φύσημα του αέρα, και σ’ ένα δέντρο με πολλές ρίζες και ισχνά φυλλώματα η λέμφος κυλάει με δυσκολία. Ρίζα και φυλλώματα πρέπει ν’ αναπτύσσονται με το ίδιο μέτρο, πρέπει να μένεις μέσα στα πράγματα και πάνω από αυτά, μόνο έτσι θα μπορέσεις να προσφέρεις σκιά και καταφύγιο, μόνο έτσι θα μπορέσεις να γεμίσεις με λουλούδια και καρπούς τη κατάλληλη εποχή.
Κι όταν θ’ ανοιχτούν μπροστά σου τόσοι δρόμοι και δεν θα ξέρεις ποιον να διαλέξεις, μην ακολουθήσεις ένα στη τύχη, αλλά κάθησε και περίμενε. Πάρε βαθιές, γεμάτες εμπιστοσύνη ανάσες, όπως τη μέρα που ήρθες στον κόσμο, χωρίς ν’ αφήσεις τίποτα ν’ αποσπάσει την προσοχή σου. Περίμενε, περίμενε κι άλλο. Μέινε ασάλευτη, σιωπηλή κι άκουσε την καρδιά σου. Κι όταν σου μιλήσει, πήγαινε όπου σε πάει εκείνη…”
Τατιάνα Σόττο » Οπου σε πάει η αγάπη»
Να’ σαι νέος, είκοσι πέντε χρονών, γερός, να μην αγαπάς κανένα πρόσωπο ορισμένο, άντρα ή γυναίκα, που να σου στενεύει την καρδιά και να μην σε αφήνει ν’ αγαπήσεις με ίση αφιλοκέρδεια και σφοδρότητα τα πάντα και να οδοιποράς πεζός, ολομόναχος, μ’ενα δισάκι στον ώμο, από την μιαν άκρα ως την άλλη, στην Ιταλία, και να ΄ναι άνοιξη και να μπαίνει το καλοκαίρι και να ‘ ρχουνται, φορτωμένοι φρούτα και βροχές, ο χινόπωρος κι ο χειμώνας – θαρρώ ο άνθρωπος θα’ ταν αναίδεια να θέλει μεγαλύτερη ευτυχία. (σελ 158)************************************************************************************Ήρωας; Μα ήρωας θα πει πειθαρχία σε ανώτερο από το άτομο ρυθμό. Κι εσύ’ σαι ακόμα όλος ανησυχία και ρεμπελιό. Δεν μπορείς να υποτάξεις το χάος μέσα σου και να δημιουργήσεις τον ακέραιο Λόγο΄ και κλαψουρίζοντας δικαιολογιέσαι: “Δε χωρώ στις φόρμες τις παλιές…”. Μα προχωρώντας στο στοχασμό ή την πράξη θα μπορούσες να φτάσεις στα σύνορα τα ηρωικά, όπου άνετα να χωρούν και να δουλεύουν δέκα ψυχές σαν τη ψυχή σου. Θα μπορούσες΄, παίρνοντας μια φορά απο τα γνωστά σύμβολα μιας θρησκείας, να ορμήσεις σε δικές σου θεϊκές απόπειρες και να δώσεις αυτό που ζητάς και δεν το ξέρεις: συγχρονισμένη μορφή στα αιώνια πάθη του Θεού και του ανθρώπου………..Κορφή δεν υπάρχει’ υπάρχει μονάχα ύψος. Ανάπαψη δεν υπάρχει’ υπάρχει μόνο αγώνας. (σελ,272)************************************************************************************Η κάθε στιγμή του Χριστού είναι αγώνας και νίκη. Νίκησε την ακαταμάχητη γοητεία της απλής ανθρώπινης χαράς, νίκησε όλους τους πειρασμούς, μετουσίωνε ολοένα τη σάρκα τη σάρκα σε πνέμα, κι ανηφόριζε. Κάθε εμπόδιο στην πορεία του γινόταν αφορμή κι ορόσημο νίκης’ έχουμε πια ένα πρότυπο μπροστά μας που μας ανοίγει το δρόμο και μας δίνει κουράγιο.Φυσάει ουρανού και γης και μέσα στην καρδιά μας και στην καρδιά του κάθε ζωντανού μια γιγάντια πνοή, που τη λέμε Θεό. Μια Κραυγή μεγάλη. Το φυτό ήθελε ασάλευτο να κοιμάται δίπλα στα λιμνασμένα νερά’ μα η Κραυγή τινάζουνταν μέσα του, του ταρακουνούσε τις ρίζες: ”Φεύγα, αμόλα τη γης, περπάτα!” Αν το δέντρο μπορούσε να στοχαστεί και να κρίνει, θα φώναζε: ”Δε θέλω, που με σπρώχνεις; Ζητάς τ’ αδύνατα!” Μα η Κραυγή ταρακονούσε τις ρίζες, ανήλεη, φώναζε: ”Φεύγα, αμόλα τη γης, περπάτα!”Φώναζε χιλιάδες αιώνες’ και να, πεθυμώντας,αγωνιώντας, ηα ζωή ξέφυγε από το ασάλευτο δέντρο, λυτρώθηκε. (σελ.288)***********************************************************************************
Μην πάψεις ποτέ να παλεύεις με το Θεό’ καλύτερη άσκηση δεν υπάρχει. Μα μη θαρρείς πως για να τον παλέψεις με πιο σιγουράδα πρέπει να ξεριζώσεις τις σκοτεινές ρίζες μέσα σου, τα ένστιχτα’ βλέπεις μια γυναίκα και σε κυριεύει φόβος’ είναι ο Πειρασμός, λες ύπαγε οπίσω μου, Σατανά. Ναι είναι ο Πειρασμός, μα για να τον νικήσεις ένας μονάχα τρόπος υπάρχει: να τον αγκαλιάσεις, να τον γευτείς, να τον σιχαθείς, να μη σε πειράζει πια’ αλλιώς και εκατό χρονών να γίνεις, αν δεν χάρηκες γυναίκα θα’ ρχεται στον ύπνο σου και στον ξύπνο σου και θα λερώνει τον ύπνο σου και την ψυχή σου. Το λέω, το ξαναλέω: όποιος ξεριζώνει το ένστιχτο του ξεριζώνει τη δύναμη του’ γιατί με τον καιρό, με τον χορτασμό, με την άσκηση μπορεί η σκοτεινή αυτή ύλη να γίνει πνέμα. (σελ. 298)***********************************************************************************Ένας Κρητικός μου λεγε: ”Όταν παρουσιαστείς ομπρός στην πόρτα της Παράδεισος και δεν ανοίξει, μην πιάσεις το κρικέλι της πόρτας να χτυπήσεις. Ξεκρέμασε από τον ώμο σου το τουφέκι, ρίξε μια τουφεκιά- Θαρρείς, είπα εγώ, θα φοβηθεί ο Θεός και θ’ανοίξει; – Οχι, βρε παιδί, δε θα φοβηθείμ μα θ’ανοίξει γιατί θα καταλάβει πως γυρίζεις από πόλεμο” (σελ.302)***********************************************************************************Αλήθεια το θάνατο δεν μπορούμε να τον νικήσουμε’ το φόβο του θανάτου μπορούμε… (σελ.303)
***********************************************************************************Λονταρίσια η τροφή που με τάισε ο Νίτσε στην πιο κρίσιμη, την πιο πεινασμένη στιγμή της νιότης’ θράσεψα, δεν μπορούσα πια να χωρέσω στο σημερινό άνθρωπο, όπως τον κατάντησαν. Α! φώναζα αγαναχτισμένος, η παμπόνηρη θρησκεία που μετατοπίζει τις αμοιβές και τιμωρίες σε μελλούμενη ζωή, για να παρηγορήσει τους σκλαβούς, τους κιότηδες, τους αδικημένους, και να μπορέσουν να βαστάξουν αγόγγυστα τη σίγουρη επίγεια ζωή και να σκύβουν υπομονετικά το σβέρκο στους αφεντάδες! Τι οβράικη Αγία Τράπεζα η θρησκεία ετούτη, που δίνεις μια πεντάρα επίγεια ζωή και εισπάττεις αθάνατα εκατομμύρια στην άλλη! Τι απλοικότητα, τι πονηριά, τι τοκογλυφία! Όχι, δεν μπορεί να’ ναι λεύτερος που ελπίζει Παράδεισο ή που φοβάται την Κόλαση! Ντροπή πια να μεθάμε στις ταβέρνες της ελπίδας! Ή κάτω στα υπόγεια του φόβου. Πόσα χρόνια και δεν το’ χα καταλάβει, κι έπρεπε να’ρθει ο άγριος ετούτος προφήτης να μου ανοίξει τα μάτια!Ως τώρα, όλη την κυβέρνηση του κόσμου την είχαμε εμπιστευτεί στο Θεό’ μπας και ήρθε η σειρά του ανθρώπου ν’αναλάβει την ευθύνη; Να δημιουργήσουμε ένα κόσμο, τον κόσμο μας, με τον ιδρώτα του προσώπου μας; (σελ.327)***********************************************************************************
Ποιος ξέρει, τέτοια πρέπει να’ ναι η προσευκή’ τέτοια κι η ψυχή του ανθρώπου. Να επιστρατεύεις τις ανθρώπινες ελπίδες και τρομάρες και να τις ρίχνεις σαν βέλος σε άφταστο υπεράνθρωπο ύψος. Ορμή και περφάνια, κραυγή μέσα στην αβάσταχτη άναντρη σιγή, λόγχη που στέκεται αλύγιστη, όρθια και δεν αφήνει τον ουρανό να πέσει απάνω στα κεφάλια μας…
Όσο κοίταζα το βέλος αυτό να’ανηφορίζει άφοβο στον ουρανό, ένιωθα την ψυχή μου να στερεώνεται, να τεντώνεται και να γίνεται βέλος. (σελ.332)
***********************************************************************************
Ο Νίτσε μ’ έμαθε να δυσπιστώ σε κάθε αισόδοξη θεωρία΄ ήξερα πως η θηλυκιά καρδιά του ανθρώπου έχει ανάγκη πάντα από παρηγοριά. κι ο νους, ο τετραπέρατος σοφιστής, είναι πάντα έτοιμος να την εξυπηρετήσει. Κάθε θρησκεία που υπόσχεται στον άνθρωπο ο,τι αυτός επιθυμεί άρχισε να μου φαίνεται καταφύγι για τους φοβητσιάρηδες, ανάξιο του αληθινού ανδρός. Είναι ο δρόμος του Χριστού έλεγα, αυτός που φέρνει στη λευτέρωση του ανθρώπου; Ή μπας κι είναι ένα καλά οργανωμένο παραμύθι, που υπόσχεται τον Παράδεισο και την αθανασία, έξυπνα πολύ, με τέχνη πολλή, ποτέ ο πιστός να μην μπορέσει να μάθει αν δεν είναι ο Παράδεισος ετούτος αντικαθρεφτισμός της δίψας μας΄ γιατί μονάχα μετά το θάνατο μπορείς να το κρίνεις, και κανένας δε γύρισε μήτε θα γυρίσει από τον ΄Αδη να μας το πει. (σελ. 333)
***********************************************************************************Στην καρδιά του Θεού κοιμάται ένα σκουλήκι και ονειρεύεται πως δεν υπάρχει Θεός. Αν ανοίξεια την καρδιά μου, θα βρεις ένα κακοτράχαλο βουνό κι έναν άνθρωπο ολομόναχο ν’ανηφορίζει.Αν τώρα, μεσοχείμωνα, ανθίσεις, ανέμυαλη μυγδαλιά, θα’ ρθει η χιονιά να σε κάψει- Ας με κάψει! αποκρίνεταια η μυγδαλιά κάθε άνοιξη.Μου αρέσει να βλέπω το νου να χτυπάει τον ουρανό, να ζητιανεύει, και να μην του ανοίγει την πόρτα ο Θεός να του δώσει ένα κομμάτι ψωμί.Όπου πάω κι όπου σταθώ, κρατώ, ανάμεσα στα δόντια μου, σαν φύλλο δάφνη, την Ελλάδα. (σελ.337)***********************************************************************************Μυστήριο σκοτεινό κι ανυπόταχτο η καρδιά του ανθρώπου..μια στάμνα τρυπημένη, με το στόμα πάντα ανοιχτό, κι όλοι οι ποταμοί της Γης να χυθούν μέσα της απομένει αδειανή και διψασμένη. Η πιο μεγάλη έλπίδα δεν τη γέμισε, θα τη γεμίσει τώρα η πιο μεγάλη απελπισία; (σελ. 340)***********************************************************************************Πως μπορεί να’ ναι κανείς ευτυχισμένος μέσα στο ελεεινό ετούτο κορμί-κουβάρι αίμα, κόκαλα, μυαλό, κρέας, βλέννες, σπέρμα, ιδρώτα, δάκρυα κι ακαθαρσία; Πως μπορεί να’ ναι κανείς ευτυχίσμενος στο σώμα ετούτο που το κυβερνά η ζήλια, το μίσος, η ψευτιά, ο φόβος, η αγωνία, η πείνα, η δίψα, η αρρώστια, τα γερατιά κι ο θάνατος; Όλα τραβούνε στη φθορά, χόρτα, έντομα, ζώα, άνθρωποι.. κοίταξε πίσω σου εκείνους που δεν υπάρχουν πια.. κοίταξε πίσω σου εκείνους που δεν υπάρχουν ακόμα. Οι άνθρωποι ωριμάζουν σαν τ’αστάχυα, πέφτουν σαν τ’αστάχυα, ξαναφυτρώνουν. Οι απέραντοι ωκεανοί ξεραίνουνται, θρύβουνται τα βουνά, το άστρο το πολικό σαλεύει κι οι θεοί εξαφανίζουνται… (σελ.342)************************************************************************************
Ανατέλνουν μέσα στο νου μου οι τέσσερις “μεγάλες άγιες Αλήθειες”: Ο κόσμος ετούτος είναι δίχτυ όπου πιαστήκαμε, ο θάνατος δε μας λυτρώνει, θα ξαναγεννηθούμε. Ας νικήσουμε τη δίψα, ας ξεριζώσουμε την πεθυμιά, ας αδειάσουμε τα σπλάχνα! Μη λέτε: ”Θέλω να πεθάνω. Δε θέλω να πεθάνω.” Να λέτε: ”Δε θέλω τίποτα”. Υψώστε το νου σας απάνω από την πεθυμιά και την ελπίδα-και τότε, και ζωντανοί ακόμα, μπορείτε να μπείτε στη μακαριότητα της ανυπαρξίας. Και με το μπράτσο σας θα σταματήσετε τον τροχό των γεννήσεων. (σελ.343)************************************************************************************Η ψυχή του ανθρώπου είναι ένα ελατήριο φοβερό και επικίντυνο΄ μια εκρηκτικιά δύναμη μεγάλη κουβαλούμε, τυλιμένη μέσα στις σάρκες και στα ξίγκια μας, και δεν το ξέρουμε. Και το χειρότερο, δε θέμε να το ξέρουμε’ (σελ.351)
************************************************************************************
Όμοια λόγιαζα πάντα πως πρέπει, ανάμεσα στους αντιμαχόμενους κομματιασμένους ήρωες της σημερινής τραγωδίας, να υψώνεται ακέραιη, πέρα από τις έχτρες και το πάλεμα, η μελλούμενη αρμονία. Δύσκολος πολύ, μπορεί κι ακατόρθωτος ακόμα, άθλος. Βρισκόμαστε σε μια κοσμοχαλάστρα και κοσμογονική στιγμή, όπου κι οι πιο γενναίες προσωπικές απόποιρες είναι καταδικασμένες, τις περισσότερες φορές, ν’ αποτύχουν’ μα κι οι αποτυχίες αυτές είναι γόνιμες, όχι για μας, παρά για τους ερχόμενους.. ανοίγουν δρόμο και βοηθούν το μελλούμενο να μπει. (σελ.447)
************************************************************************************
Μα περισσότερο κι από τις αγωνίες με τυρρανούσαν και με μαύλιζαν, και μάχουμουν να στερεώσω το πρόσωπο τους, οι μεγάλες αόριστες ακόμα μετατοπιζόμενες ελπίδες, που μας κάνουν και στεκόμαστε ακόμα όρθιοι και κοιτάζουμε μπροστά μας, πέρα από την καταιγίδα, τη μοίρα του ανθρώπου μ’εμπιστοσύνη (σελ. 446
************************************************************************************
Τα ζώα, τα πουλιά, οι άνθρωποι, σε κάθε στροβίλισμα του χορού πετούν τις εφήμερες μάσκες τους, και ξεσκεπάζεται, πίσω απ’ όλες τις μάσκες, το ίδιο πάντα, το αιώνιο πρόσωπο του έρωτα… (σελ. 360)
************************************************************************************
Ποιος είναι ο Λυτρωμένος;; Αυτός που εννοεί, αγαπάει και ζει την ολότητα… (σελ.361)
************************************************************************************
Κάποτε, στις φοβερές στιγμές του έρωτα, του μίσους ή του θανάτου, η πλανερή γοητεία αφανίζεται και βλέπουμε τη τρομαχτική όψη της αλήθειας… (σελ.362)
************************************************************************************
Τι αλάφρωση όταν η σάρκα δεν περιπλεχτεί με ψυχικές έγνοιες παρά απομένει απάνω στη γης, αγνή, αμόλευτη, σαν το ζώο! Ο χριστιανισμός, στιγματίζοντας ως αμάρτια την ένωση αντρός και γυναικός, τη μόλεψε, κι ενώ πρωτύτερα ήταν άγια πράξη, χαρούμενη υποταγή στο θέλημα του Θεού, κατάντησε στην περίτρομη ψυχή του χριστιανού αμαρτία. Ένα μήλο κόκκινο ήταν πριν από το Χριστό ο έρωτας’ ήρθε ο Χριστός, κι ένα σκουλήκι μπήκε μέσα στο μήλο και το τρώει. (σελ. 366)
************************************************************************************
Τότε μονάχα δύο αγαπιούνται τέλεια, όταν ο ένας φωνάζει τον άλλο: ω εγώ μου! (σελ.380)
************************************************************************************
Ν’απαρνηθείς τις χαρές της ζωής, να θυσιάσεις τα μικρά μαργαριτάρια για ν’ αποχτήσεις το Μέγα Μαργαριτάρι.. να παρατήσεις το στρωτό δρόμο που οδηγάει στην εύκολη ευτυχία και να πάρεις τον άγριο ανηφορικό δρόμο,που ανάμεσα σε δύο γκρεμούς, ανεβαίνει στη θεϊκιλα παραφορσύνη. Να διαλέξεις, με τη θέλησή σου, το αδύνατο. (σελ.380)
************************************************************************************
Μονάχα με την ελπίδα φτάνουμε στο ανέλπιδο. (σελ.381)
************************************************************************************Ένας μονάχα τρόπος υπάρχει να σωθείς: να σώσεις.. ή ακόμα και αυτό φτάνει, ν’ αγωνιστείς για να σώσεις. Κι ακόμα ετούτο: πως ο κόσμος δεν είναι φάντασμα, είναι αληθινός, κι η ψυχή του ανθρώπου δεν είναι, όπως μου αρμήνευσε ο Βούδας, ντυμένη με άνεμο, είναι ντυμένη με κρέας. Μα όταν μοχτούσα να πάρω απόφαση, το μυαλό, θυμούμαι, αντιστέκουνταν πολύ.. ήταν ακόμα τυλιμένο με το κίτρινο ράσο του Βούδα: “Αυτό που σκοπεύεις να κάμεις, έλεγε στην καρδιά μου, είναι μάταιο..ο κόσμος όπως τον λαχταρίζεις, να μην πεινάει, να μην κρυώνει, να μην αδικιέται κανένας, δεν υπάρχει, δε θα υπάρξει ποτέ” Μα η καρδιά, την άκουγα βαθιά μου να του αποκρίνεται: ”Δεν υπάρχει, μα θα υπάρξει, γιατί το θέλω.. σε κάθε χτυποκάρδι μου το πεθυμώ και το θέλω. Πιστεύω σ’ έναν κόσμο που δεν υπάρχει..μα πιστεύοντας τον, τον δημιουργώ..ΑΝΥΠΑΡΧΤΟ ΛΕΜΕ Ο,ΤΙ ΔΕΝ ΠΕΘΥΜΗΣΑΜΕ ΑΡΚΕΤΑ” Η απόκριση ετούτη της καρδιάς με ανατάραξε.. αν είναι αλήθεια αυτό που λέει, τι φοβερή ευθύνη έχει ο άνθρωπος για όλες τις αδικίες και τις ντροπές του κόσμου (σελ.381)**********************************************************************************Αν η πραγματικότητα δεν παίρνει τη μορφή που θέμε, εμείς φταίμε.. ό,τι δεν πεθυμήσαμε αρκετά, αυτό το λέμε ανύπαρχτο.. πεθύμησέ το, πότισέ το με το αίμα σου, με τον ιδρώτα και τα δάκρυα, και θα πάρει κορμί. Η πραγματικότητα τίποτ’ άλλο δεν είναι πάρα ή υποταγμένη στην πεθυμιά μας και στον πόνο μας χίμαιρα. (σελ. 386)**********************************************************************************Είχαν δίκιο οι πρώτοι χριστιανοί να μη θεν να ζωγραφίσουν την Παναγιά όμορφη..γιατί, μαυλισμένος από την ομορφιά της, ξεχνάς πως είναι μάνα του Θεού. (σελ.387)**********************************************************************************Ποιος μπορεί να ‘χει εμπιστοσύνη στη Μοίρα. Δεν είναι τυφλή, τυφλώνει. (σελ.387)**********************************************************************************”Ποιος ο σκοπός; μη ρωτάς, κανένας δεν το ξέρει, μήτε ο Θεός..γιατί κι αυτός προχωράει μαζί μας, ψάχνοντας, κιντυνεύοντας, αγωνιζόμενος. Υπάρχει πείνα, αδικία, σκοτάδι, πολύ στην καρδιά, δεν είναι ετούτα που θωράς φαντάσματα, όσο κι αν φυσήξεις δε θα σκορπίσουν, είναι σάρκα και κόκαλα, άγγιξε τα’ υπάρχουν.. δεν ακούς μια κραυγή στον αγέρα; Φωνάζουν. Τι φωνάζουν; Βοήθεια! Ποιον φωνάζουν; Εσένα! Εσένα, τον κάθε άνθρωπο! Σήκω απάνω..το χρέος μας δεν είναι να ρωτούμε παρά να πιαστούμε όλοι χέρι με χέρι και ν’ανηφορίζουμε.” (σελ.414)
**********************************************************************************
Όλη η Γης είναι μια Πομπηία λίγη ώρα πρίν από την έκρηξη. Τι χρησιμεύει μια τέτοιαγης, με τις αδιάντροπες γυναίκες, με τους άπιστους άντρες, με τις ατιμίες, τις αδικίες, και τις αρρώστιες; Γιατί να ζούνε όλοι ετούτοι οι έξυπνοι εμπόροι, οι ανθρωποφάγοι, σακαράκες, οι μεταπράτες παπάδες, οι μαστροποί και οι σακάτηδες; Γιατί να μεγαλώσουν όλα ετούτα τα παιδιά και να καθίσουν κι αυτά στη θέση που κάθονται οι γονέοι τους, στις ταβέρνες, στις φάπρικες, στα πορνεία; Όλη ετούτη η ύλη εμποδάει το πνέμα να περάσει. Ο,τι πνέμα είχε το ξόδεψε δημιουργώντας ένα λαμπρό πολιτισμό-ιδέες, θρησκείες, τέχνη και τέχνες, επιστήμη, πράξη. Τώρα ξεθυμάνε’ Ας έρθουν οι βάρβαροι να καθαρίσουν το φραμένο δρόμο, ν’ανοίξουν καινούρια κοίτη στο πνέμα. (σελ.415)
********************************************************************************** Πολεμώ ν’αγκαλιάσω όσο μπορώ, αλάκερο τον κύκλο της ανθρώπινης ενέργειας και να μαντέψω τον άνεμο που σπρώχνει όλα ετούτα τα κύματα των ανθρώπων προς τ’απάνω..σκύβω στο μικρό αδιόρατο τόξο του απέραντου κύκλου, στην εποχή όπου ζω και μάχουμαι να δω καθαρά το σύγχρονο χρέος.. έτσι μονάχα ο άνθρωπος μπορεί μέσα στην εφήεμερη στιγμή της ζωής του να εκτελέσει κάτι αθάνατο, γιατί συνεργάζεται μ’ έναν αθάνατο ρυθμό. (σελ.417)
**********************************************************************************
Μεγάλη σημασία δεν έχει τι πρόβλημα σε τυραννάει-μικρό ή μεγάλο-σημασία έχει μονάχα να τυραννιέσαι..να βρεις αφορμή να τυραννιέσαι! Δηλαδή να γυμνάζεις το νου σου, να μη σε αποβλακώνει η βεβαιότητα, να βρίσκεις μπροστά σου μια πόρτα κλειστή και να μάχεσαι να την ανοίξεις. “Δεν μπορώ να ζω χωρίς βεβαιότητα”, λέει ο άνθρωπος που βιάζεται να βολευετεί, να βρεί σίγουρο χώμα να πατήσει, να τρώει και να μη βλέπει πίσω απο το ψωμί που τρώει αρίφνητα στόματα ανοιχτά που πεινούνε.”Δε θέλω, δε μπορώ να ζω χωρίς αβεβαιότητα” φωνάζουν άλλοι, δεν τρων με αναπαμένη τη συνείδηση, δεν κοιμούνται χωρις βραχνά, δεν λεν: ”Ο κόσμος ετούτος δεν έχει ψεγάδι,ας μην αλλάξει στον αιώνα τον άπαντα!”Αυτοί, ας είναι καλά, είναι το αλάτι του Θεού και δεν αφήνουν τη ψυχή να σαπίσει. (σελ.424-25)
**********************************************************************************
”Τα δάκρυα των ανθρώπων μπορούν να γυρίσουν όλους τους νερόμυλους της γης, μα το νερόμυλο του Θεού δεν τον γυρίζουν”…
Η αγάπη και η συμπόνια είναι θυγατέρες του ανθρώπου, όχι του Θεού!
Μα ας είναι καλά ο καιρός, αυτός μας λυπάται..ένα σφουγγάρι είναι ο καιρός και σβήνει..και γρήγορα το νέο ανοιξιάτικο χορτάρι θα σκεπάσει τις ταφόπετρες, κι η ζωή θα ξαναπάρει, αγκομαχώντας, τον ανήφορο. (σελ.428)
**********************************************************************************
Γιατί πιστεύοντας με πάθος κάτι που δεν υπάρχει ακόμα, το δημιουργούμε..ανύπαρχτο είναι ο,τι δεν πεθυμήσαμε αρκετά, ο,τι δε ποτίσαμε αρκετά με το αίμα μας, για να μπορέσει να πάρει ανάκαρα να δρασκελίσει το σκοτεινό κατώφλι της ανυπαρξίας. (σελ.429)
**********************************************************************************
Έρωτας ελευτερίας, να μην καταδέχεσαι, μήτε για τον παράδεισο ακόμα, να σκλαβώνεις τη ψυχή σου..παιχνίδι παλικαρίσιο απάνω από την αγάπη και τον πόνο, απάνω από το θάνατο.. να συντρίβεις τα παλιά καλούπια, και τα πιο ιερά, όταν πια δε σε χωρούν..(σελ.436)
**********************************************************************************
Κοιτάζοντας τους Κρητικούς, ξέρεις πως αν δεν γίνεις άνθρωπος φταίς εσύ μονάχα.. γιατί το αψηλό είδος αυτό, ο Άνθρωπος, υπάρχει, παρουσιάστηκε στη γης, και δεν έχει δικαιολογητικό ο ξεπεσμός και η αναντρία.
Στην Κρήτη, μια ψυχή που δεν καταδέχεται να ξεγελάσει τον εαυτό της ή τους άλλους αντικρίζει πρόσωπο με πρόσωπο όσο πουθενά αλλού, τη μονοβύζα θεά που δεν κάνει χατίρια, που δεν κάθεται στα γόνατα κανενούς, μήτε θεού, μήτε ανθρώπου, την Ευθύνη. (σελ.437)
*******************************************************************
Δεν μπορεί ο άνθρωπος, έλεγα, να νικήσει τις κακομοιριές και τις ατέλειες του; μπορεί!! ντροπή να δέχουμαι παθητικά ο,τι μου’ δωκε η φύση.. θα σηκώσω κεφάλι! (σελ.439)
Φαντασία
«Κέντρο της κοινωνίας, όπως και κέντρο της ιστορίας, είναι το ριζικό φαντασιακό της ανθρωπότητας που αυτοανελίσσεται και αυτοαναπτύσσεται»
Για τον Καστοριάδη, η φαντασία είναι το χαρακτηριστικό το οποίο διαφοροποιεί τον άνθρωπο από τα υπόλοιπα ζώα. Ο άνθρωπος δομεί και δομείται όχι βάσει φυσικών σημασιών, δηλαδή των ενστίκτων (όπως συμβαίνει με τα υπόλοιπα ζώα) αλλά βάσει φαντασιακών σημασιών. Το «περιβάλλον» το οποίο δομεί (και δομείται και ο ίδιος σε αυτό) «λειτουργεί» με τρόπο που ικανοποιεί τις ζωτικές του ανάγκες, οι οποίες δεν είναι μόνο οι ενστικτώδεις ανάγκες (τροφή, αναπαραγωγή, μηχανισμοί άμυνας), αλλά κυρίως φαντασιακές δημιουργίες (έρωτας, δόξα, πλούτος, εξουσία).Στην φαντασία οφείλεται η δημιουργία του πολιτισμού, όπως είναι η τέχνη, η φιλοσοφία και η επιστήμη, εκφάνσεις της πνευματικής φαντασιακής ιδιότητας του ανθρώπου, αλλά και της κοινωνίας, καθώς μέσω των θεσμών που είναι φαντασιακά αντικείμενα, οι κοινωνίες συντηρούνται και δι’ αυτών πορεύονται και αλλάζουν. Δεν μπορούμε να αφεθούμε πλήρως στην φαντασία μας, καθώς «δεν θα είχαμε επιβιώσει ως είδος»[2]. Με την δημιουργία των κοινωνιών των θεσμών η φαντασία «οριοθετήθηκε», αλλά και καταστάλθηκε.Η φαντασία, λοιπόν στη σκέψη του Καστοριάδη, συλλαμβάνεται ως μια πρωτογενής δύναμη με κύρια χαρακτηριστικά τον απεριόριστο εγωισμό και τον ναρκισσισμό και έκφανσή της, τη δημιουργία.
Ριζικό και κοινωνικό φαντασιακό
Ο Καστοριάδης συλλαμβάνει την φύση του ανθρώπου με βάση την ικανότητα του να δημιουργεί. Αυτή την ικανότητα του για δημιουργία και αυτοδημιουργία την αναγάγει στην φαντασία και στο φαντασιακό. Δημιουργία νέων μορφών, ανάδυση του καινούριου, μέσω και δια μέσω του ήδη υπάρχοντος. Το ριζικό φαντασιακό ως άτομο είναι ψυχή αλλά και κοινωνία. Υπάρχει μόνο εντός και δια της κοινωνίας, κάνοντας έτσι λόγο μόνο για κοινωνικό άτομο. Έτσι ο Καστοριάδης, εισάγει μια οντολογία του ανθρώπου με βάση την φαντασία και το φαντασιακό, το ριζικό και το κοινωνικό.Το ριζικό φαντασιακό καθορίζεται από την κοινωνία, καθώς στην κοινωνικό-ιστορική δημιουργία συναντώνται έννοιες όπως θεσμοί, ήθη, έθιμα που δεν είναι δοσμένες από έναν εξωγενή παράγοντα αλλά αποτελούν την κοινωνικό-ιστορική εξέλιξη της ανθρωπότητας. Το άτομο κοινωνικοποιείται στο βαθμό που εσωτερικεύει τους θεσμούς της κοινωνίας, που αποτελεί δομικό της στοιχείο (εκκοινωνισμός της ψυχής). Η φαντασία του καθορίζεται από ένα φαντασιακό, δημιουργία της κοινωνικής θέσμισης, η οποία περιλαμβάνει κοινωνικές φαντασιακές σημασίες που καθορίζουν το φαντασιακό της κοινωνίας, δηλαδή το κοινωνικό φαντασιακό – η θεσμίζουσα κοινωνία. «το ριζικό φαντασιακό είναι ως κοινωνικο-ιστορικό και ως ψυχή/σώμα. Ως κοινωνικό – ιστορικό είναι ανοιχτός ποταμός του ανώνυμου συλλογικού· ως ψυχή/σώμα, είναι ρους παραστασιακός/αισθηματικός/προθεσιακός. Ότι μέσα το κοινωνικό ιστορικό είναι θέση, δημιουργία, οντοπραξία, το καλούμε κοινωνικό φαντασιακό με την πρώτη έννοια του όρου ή θεσμίζουσα κοινωνία. Ότι στην ψυχή/σώμα είναι γι’ αυτή θέση, δημιουργία, οντοπραξία, το καλούμε ριζική φαντασία»[3] .Στη σκέψη του φιλοσόφου, το μάγμα σημασιών διαμορφώνει την ψύχη/σώμα του ατόμου, «Αυτός ο ιστός είναι αυτό που ονομάζω μάγμα των κοινωνικών φαντασιακών σημασιών, που φέρονται από την, και ενσαρκώνονται στην, θέσμιση της δεδομένης κοινωνίας και που όντως ειπείν της δίνουν ζωή»[4]. Αυτό το οποίο «δίνει» η κοινωνία στα «μέλη» της –θεσμοί, θεός, κράτος, έθνος κτλ- και που διαμορφώνει τον ψυχικό κόσμο του ατόμου, αλλά και το άτομο δύναται να αλλοιώσει το μάγμα των κοινωνικών σημασιών.Το μάγμα σημασιών[5] δομείται και αναδομείται συνεχώς με διαφορετική ένταση και αυτή η αλλοίωση είναι εξαιρετικά σπάνια. Όπως προαναφέρθηκε, η φαντασία «περιορίζεται» αλλά και «καταπνίγεται» από το μάγμα των κοινωνικών σημασιών. Η αλλοίωση του θα επιτευχθεί με την απελευθέρωση της ριζικής φαντασίας της ψυχής από την επίδραση του μάγματος σημασιών. Αυτή η πράξη αποτελεί μια διαυγασμένη δραστηριότητα, μια αναστοχαστική λειτουργία του ατόμου και της κοινωνίας, εν τέλει και την αυτογνωσία τους.[6] Ο ίδιος ο Καστοριάδης «αναζήτησε» αυτή την αυτογνωσία σε συλλογικές δραστηριότητες που δύνανται να δημιουργήσουν έναν διαφορετικό τύπο κοινωνίας και έναν διαφορετικό τύπο ανθρώπου μια αυτόνομη ψυχική μονάδα εντός και δια μιας αυτόνομης/αυτοθεσμισμένης κοινωνίας. Στη σκέψη του τέτοιες μορφές ατομικής και συλλογικής διαυγασμένης δραστηριότητας είναι η ψυχανάλυση, η δημοκρατία και η φιλοσοφία .
Δημιουργία
Για τον Καστοριάδη η δημιουργία ανάγεται στο Χάος, στην Άβυσσο, το Απύθμενο (το Χάος, η Άβυσσος και το Απύθμενο είναι τα συστατικά του είναι, είναι το είναι ). Τη φιλοσοφική διάσταση του Χάους την συναντά για πρώτη φορά στην «Θεογονία» του Ησίοδου και αργότερα στον «Τιμαίο» του Πλάτωνα[7].Για τον Καστοριάδη χάος είναι η δημιουργία εκ του μηδενός (ex nihilo) και δεν συμβαίνει εν τω μηδενί (in nihilo) ούτε με το μηδέν (cum nihilo). Το ριζικά καινούργιο, η ανάδυση νέας μορφής συντελείται σε ένα ήδη καθορισμένο περιβάλλον, χρησιμοποιεί στοιχεία που υπάρχουν ήδη αλλά αυτή η νέα μορφή είναι εκ του μηδενός δημιουργία. Ο ίδιος γράφει «Και ονομάζω χάος ή άβυσσο αυτόν τον βασικό προσδιορισμό του είναι, που είναι, από την μια μεριά, το ανεξάντλητο του είναι και, από την άλλη η ικανότητα δημιουργίας »[8].Το Χάος λοιπόν είναι το είναι αλλά ταυτόχρονα είναι και κόσμος, αλλά «ο κόσμος της ζωής είναι ο κόσμος του νοήματος»[9] και εισερχόμαστε στην εσώτερη «ζωή», στην ψυχή. Το νόημα που δημιουργεί κάθε έμβιο όν είναι λειτουργικό, μια αλληλουχία με λειτουργικό νόημα που τείνει συνεχώς σε έναν σκοπό π.χ. την αυτοσυντήρηση. Στην ψυχή εξακολουθεί να υφίσταται το νόημα αλλά παύει να είναι λειτουργικό, καθώς η διαφορά έγκειται στο ότι στην ζωή αν υπάρχει νόημα υπάρχει και ταύτιση νοήματος σκοπού, ενώ στην ψυχή δεν υφίσταται η ταύτιση αυτή καθώς για την ψυχή νόημα έχει το φαντασιακό, δηλαδή οι κοινωνικές φαντασιακές σημασίες που ενσταλάζονται στην ψυχή του ατόμου, οι οποίες δημιουργούν και δημιουργούνται εντός και δια αυτής. «Η ανθρωπότητα αναδημιουργεί αυτό από το οποίο αναδύεται. Χάος ψυχικό. Απύθμενο της ριζικής φαντασίας της ψυχής. Άβυσσος κοινωνική»[10].Η δημιουργία, σύμφωνα με τον ίδιο, ανάγεται και στον χρόνο. Στον ποιητικό-φαντασιακό χρόνο όπως τον ονομάζει και όχι στον συνολιστικό-ταυτιστικό χρόνο. Διακρίνει αρχικά δυο είδη πολλαπλότητας που εκδηλώνονται είτε ως διαφορά είτε ως ετερότητα-δημιουργία. [11] Η πολλαπλότητα ως διαφορά, χαρακτηρίζεται από επανάληψη και καθορισμό, αυτό που ο Καστοριάδης ονομάζει συνολιστικό-ταυτιστικό. Ως ετερότητα, η πολλαπλότητα χαρακτηρίζεται από δημιουργία, ανάδυση νέων μορφών – ειδών, ενταγμένη στα πλαίσια αυτού που ονομάζει ποιητικό-φαντασιακό[12].Κατ’ αυτό τον τρόπο διακρίνει και δύο είδη χρόνου, τον συνολιστικό-ταυτιστικό χρόνο, ο οποίος αποτελεί καθορισμό, και τον ποιητικό-φαντασιακό χρόνο, πηγή της δημιουργίας και καταστροφής. «ο Χρόνος δεν είναι τίποτε – ή είναι δημιουργία»[13]. Κάθε άτομο βιώνει τον χρόνο διαφορετικά, και ποιοτικά και εντατά. Ο χρόνος αποτελεί συστατικό του είναι καθώς το είναι, σύμφωνα με την καστοριαδική σκέψη, είναι δημιουργία και αλλοίωση. «Ως ανάδυση ετερότητας, το είναι αποτελεί δημιουργία του εαυτού του, και δημιουργία του χρόνου ως ετερότητας και του είναι […] Ο χρόνος είναι το είναι εφόσον αποτελεί ετερότητα, δημιουργία, καταστροφή»[14].Ο χρόνος αποκτά οντολογικό χαρακτήρα, άρρηκτα συνδεδεμένος με την ριζική φαντασία της ψυχής[15], αλλά και με το θεσμίζον κοινωνικό φαντασιακό. Η σκέψη του Καστοριάδη απλώνεται στο κοινωνικό φαντασιακό, δηλαδή στην σχέση ατόμου χρόνου, αλλά και κοινωνίας χρόνου. Το άτομο κατά την διαδικασία του εκκοινωνισμού, εσωτερικεύει τον θεσμισμένο από την κοινωνία χρόνο[16]. Το άτομο βιώνει τον κοινωνικό (συνολιστικό-ταυτιστικό) χρόνο, αλλά υπάρχει και ο φαντασιακός κοινωνικός χρόνος, «χρόνος της σημασίας»[17], ο οποίος, δημιουργία της κοινωνίας, δημιουργεί και δημιουργείται εντός και δι’ εαυτής. Η δημιουργία του φαντασιακού χρόνου απαιτεί διαύγαση καθ’ αυτήν και δι’ αυτήν, η συγκρότηση του οποίου πραγματοποιείται δια της κοινωνίας (των φαντασιακών κοινωνικών σημασιών-ο χρόνος είναι συνυπόστατος με τις κοινωνικές φαντασιακές σημασίες) αναφερόμενος στο κείμενο του Θουκυδίδη, για την διαφορά βίωσης του χρόνου, των κοινωνιών της αρχαίας Αθήνας και της αρχαίας Σπάρτης[18].Ο πραγματικός χρόνος είναι πηγή του είναι, είναι πηγή ετερότητας και αλλοίωσης, πηγή του ριζικά νέου μέσα στον παραστασιακό ρου της ψυχής και της κοινωνίας, και μόνο ως τέτοιος πρέπει να λογίζεται, «ως έκρηξη, επιτολή της δημιουργίας»[19].Ο χρόνος ως διάσταση του ριζικού φαντασιακού, αποτελεί επιτολή νέων μορφών-ειδών, στο ιστορικο-κοινωνικό πλαίσιο, αποτελώντας την ετερότητα και την αλλοιωσή τους «και πρωταρχικά και πυρηνικά-δεν είναι παρά μόνο αυτό»[20].Η κοινωνία αποτελεί και η ίδια την «θέσμιση» μιας υπόρρητης χρονικότητας «την οποία κάνει να είναι όντας η ίδια, και η οποία, όντας την κάνει να είναι»[21], «απαιτώντας» μια ρητή θέσμιση του χρόνου, μια βαθύτερη σχέση ταυτιστικού και φαντασιακού-σημασιακού χρόνου, η οποία είναι αναπόφευκτη.
Το πεζοποίημα του «Γκάμπο» όπως φώναζαν τον διάσημο συγγραφέα, θεωρείται το στερνό του αντίο προς φίλους και αγαπημένους αφού το έγραψε όταν έμαθε ότι χρειάζεται να δώσει την έσχατη των μαχών.
….. “Αν ο Θεός ξεχνούσε για μια στιγμή ότι είμαι μια μαριονέτα φτιαγμένη από κουρέλια και μου χάριζε ένα κομμάτι ζωή, ίσως δεν θα έλεγα όλα αυτά που σκέφτομαι, αλλά σίγουρα θα σκεφτόμουν όλα αυτά που λέω εδώ. Θα έδινα αξία στα πράγματα, όχι γι’ αυτό που αξίζουν, αλλά γι’ αυτό που σημαίνουν. Θα κοιμόμουν λίγο, θα ονειρευόμουν πιο πολύ, γιατί για κάθε λεπτό που κλείνουμε τα μάτια, χάνουμε εξήντα δευτερόλεπτα φως. Θα συνέχιζα όταν οι άλλοι σταματούσαν, θα ξυπνούσα όταν οι άλλοι κοιμόνταν. Θα άκουγα όταν οι άλλοι μιλούσαν και πόσο θα απολάμβανα ένα ωραίο παγωτό σοκολάτα!
Αν ο Θεός μου δώριζε ένα κομμάτι ζωή, θα ντυνόμουν λιτά, θα ξάπλωνα μπρούμυτα στον ήλιο, αφήνοντας ακάλυπτο όχι μόνο το σώμα αλλά και την ψυχή μου. Θεέ μου, αν μπορούσα, θα έγραφα το μίσος μου πάνω στον πάγο και θα περίμενα να βγει ο ήλιος. Θα ζωγράφιζα μ’ ένα όνειρο του Βαν Γκογκ πάνω στα άστρα ένα ποίημα του Μπενεντέτι κι ένα τραγούδι του Σερράτ θα ήταν η σερενάτα που θα χάριζα στη σελήνη. Θα πότιζα με τα δάκρια μου τα τριαντάφυλλα, για να νοιώσω τον πόνο από τ’ αγκάθια τους και το κοκκινωπό φιλί των πετάλων τους…
Θεέ μου, αν είχα ένα κομμάτι ζωή… Δεν θα άφηνα να περάσει ούτε μία μέρα χωρίς να πω στους ανθρώπους ότι αγαπώ, ότι τους αγαπώ. Θα έκανα κάθε άνδρα και γυναίκα να πιστέψουν ότι είναι οι αγαπητοί μου και θα ζούσα ερωτευμένος με τον έρωτα.
Στους ανθρώπους θα έδειχνα πόσο λάθος κάνουν να νομίζουν ότι παύουν να ερωτεύονται όταν γερνούν, χωρίς να καταλαβαίνουν ότι γερνούν όταν παύουν να ερωτεύονται! Στο μικρό παιδί θα έδινα φτερά, αλλά θα το άφηνα να μάθει μόνο του να πετάει. Στους γέρους θα έδειχνα ότι το θάνατο δεν τον φέρνουν τα γηρατειά αλλά η λήθη. Έμαθα τόσα πράγματα από σας, τους ανθρώπους… Έμαθα πως όλοι θέλουν να ζήσουν στην κορυφή του βουνού, χωρίς να γνωρίζουν ότι η αληθινή ευτυχία βρίσκεται στον τρόπο που κατεβαίνεις την απόκρημνη πλαγιά. Έμαθα πως όταν το νεογέννητο σφίγγει στη μικρή παλάμη του, για πρώτη φορά, το δάχτυλο του πατέρα του, το αιχμαλωτίζει για πάντα.Έμαθα πως ο άνθρωπος δικαιούται να κοιτά τον άλλον από ψηλά μόνο όταν πρέπει να τον βοηθήσει να σηκωθεί. Είναι τόσα πολλά τα πράγματα που μπόρεσα να μάθω από σας, αλλά δεν θα χρησιμεύσουν αλήθεια πολύ, γιατί όταν θα με κρατούν κλεισμένο μέσα σ’ αυτή τη βαλίτσα, δυστυχώς θα πεθαίνω.
Να λες πάντα αυτό που νιώθεις και να κάνεις πάντα αυτό που σκέφτεσαι. Αν ήξερα ότι σήμερα θα ήταν η τελευταία φορά που θα σ’ έβλεπα να κοιμάσαι, θα σ’ αγκάλιαζα σφιχτά και θα προσευχόμουν στον Κύριο για να μπορέσω να γίνω ο φύλακας της ψυχής σου. Αν ήξερα ότι αυτή θα ήταν η τελευταία φορά που θα σ’ έβλεπα να βγαίνεις απ’ την πόρτα, θα σ’ αγκάλιαζα και θα σού ‘δινα ένα φιλί και θα σε φώναζα ξανά για να σου δώσω κι άλλα. Αν ήξερα ότι αυτή θα ήταν η τελευταία φορά που θα άκουγα τη φωνή σου, θα ηχογραφούσα κάθε σου λέξη για να μπορώ να τις ακούω ξανά και ξανά. Αν ήξερα ότι αυτές θα ήταν οι τελευταίες στιγμές που σ’ έβλεπα, θα έλεγα “σ’ αγαπώ” και δεν θα υπέθετα, ανόητα, ότι το ξέρεις ήδη. Υπάρχει πάντα ένα αύριο και η ζωή μας δίνει κι άλλες ευκαιρίες για να κάνουμε τα πράγματα όπως πρέπει, αλλά σε περίπτωση που κάνω λάθος και μας μένει μόνο το σήμερα, θα ΄θελα να σου πω πόσο σ’ αγαπώ κι ότι ποτέ δεν θα σε ξεχάσω.
Το αύριο δεν το έχει εξασφαλίσει κανείς, είτε νέος είτε γέρος. Σήμερα μπορεί να είναι η τελευταία φορά που βλέπεις τους ανθρώπους που αγαπάς. Γι’ αυτό μην περιμένεις άλλο, κάν’ το σήμερα, γιατί αν το αύριο δεν έρθει ποτέ, θα μετανιώσεις σίγουρα για τη μέρα που δεν βρήκες χρόνο για ένα χαμόγελο, μια αγκαλιά, ένα φιλί και ήσουν πολύ απασχολημένος για να κάνεις πράξη μια τελευταία τους επιθυμία. Κράτα αυτούς που αγαπάς κοντά σου, πες τους ψιθυριστά πόσο πολύ τους χρειάζεσαι, αγάπα τους και φέρσου τους καλά, βρες χρόνο για να τους πεις “συγνώμη”, “συγχώρεσέ με”, “σε παρακαλώ”, “ευχαριστώ” κι όλα τα λόγια αγάπης που ξέρεις. Κανείς δεν θα σε θυμάται για τις κρυφές σου σκέψεις. Ζήτα απ’ τον Κύριο τη δύναμη και τη σοφία για να τις εκφράσεις. Δείξε στους φίλους σου τι σημαίνουν για σένα.”
“Μην ακούω ανοησίες για ερωτική αιωνιότητα. Κάθε ομορφιά είναι αιωνιότητα. Ό,τι βλέπω, ό,τι ακούω, ό,τι αγγίζω, χώμα, αέρας, φως, είναι μέρος της αιωνιότητας. Αιωνιότητα δεν είναι ό,τι αντέχει στο χρόνο – γιατί τότε θα’χαν τα πρωτεία οι πολυκατοικίες και οι ουρανοξύστες – αλλά ό,τι σφραγίζει μια στιγμή ανεπανάληπτα. Ο ερωτικός σπασμός είναι μια αιωνιότητα, κι ας μην αποτυπώνεται πουθενά αυτός “
Λιλή Ζωγράφου ” Η πόρνη”
”Η αγάπη δεν είναι βασικά μιά σχέση προς ένα ιδιαίτερο άτομο.Είναι μιά στάση, ένας προσανατολισμός του χαρακτήρα που καθορίζει τη σχέση ενός ατόμου προς τον κόσμο σαν σύνολο κι όχι προς ένα ‘αντικείμενο’ αγάπης. Αν ένα άτομο αγαπά μόνο ένα άλλο άτομο κι είναι αδιάφορο προς τους άλλους συνανθρώπους του, η αγάπη του δεν είναι ακριβώς αγάπη αλλά μια συμβιοτική προσκόλληση ή ένας διογκωμένος εγωισμός. Ωστόσο, οι πιο πολλοί άνθρωποι πιστεύουν πως η αγάπη είναι το αντικείμενο κι όχι η ψυχική ικανότητα. Στην πραγματικότητα φτάνουν στο σημείο να πιστεύουν ότι: όταν δεν αγαπάνε κανέναν άλλον παρά μόνο το ‘αγαπημένο’ πρόσωπο, αυτό είναι μια απόδειξη της έντασης της αγάπης τους. … Αν πραγματικά αγαπώ έναν άνθρωπο, αγαπώ όλους τους ανθρώπους, αγαπώ τον κόσμο, αγαπώ τη ζωή. Αν μπορώ να πω σε κάποιον άλλον ”σ’αγαπώ”, πρέπει να ειμαι ικανός να πω ”αγαπώ σε σένα όλους, αγαπώ μέσα από σένα όλο τον κόσμο, αγαπώ σε σένα και τον εαυτό μου”.
Λέγοντας ωστόσο ότι η αγάπη είναι ένας προσανατολισμός που αναφέρεται σ’όλους και όχι στον ένα,δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν διαφορές ανάμεσα στις διάφορες μορφές της αγάπης….”
Εριχ Φορμ ” Αγάπη”
Η γιαγια συμβουλεύει την εγγονή της:”…Κάθε φορά που θα νιώθεις χαμένη, μπερδεμένη, να σκέφτεσαι τα δέντρα, να θυμάσαι τον τρόπο με τον οποίο μεγαλώνουν. Να θυμάσαι ότι ένα δέντρο με πλούσια φυλλώματα και λίγες ρίζες ξεριζώνεται με το πρώτο φύσημα του αέρα, και σ’ ένα δέντρο με πολλές ρίζες και ισχνά φυλλώματα η λέμφος κυλάει με δυσκολία. Ρίζα και φυλλώματα πρέπει ν’ αναπτύσσονται με το ίδιο μέτρο, πρέπει να μένεις μέσα στα πράγματα και πάνω από αυτά, μόνο έτσι θα μπορέσεις να προσφέρεις σκιά και καταφύγιο, μόνο έτσι θα μπορέσεις να γεμίσεις με λουλούδια και καρπούς τη κατάλληλη εποχή.
Κι όταν θ’ ανοιχτούν μπροστά σου τόσοι δρόμοι και δεν θα ξέρεις ποιον να διαλέξεις, μην ακολουθήσεις ένα στη τύχη, αλλά κάθησε και περίμενε. Πάρε βαθιές, γεμάτες εμπιστοσύνη ανάσες, όπως τη μέρα που ήρθες στον κόσμο, χωρίς ν’ αφήσεις τίποτα ν’ αποσπάσει την προσοχή σου. Περίμενε, περίμενε κι άλλο. Μέινε ασάλευτη, σιωπηλή κι άκουσε την καρδιά σου. Κι όταν σου μιλήσει, πήγαινε όπου σε πάει εκείνη…”
Τατιάνα Σόττο ” Οπου σε πάει η αγάπη”
Αν η ψυχή μας φορούσε πάντα τα καλά της και καλωσόριζε τα όνειρά μας….
Αν το καράβι μας έφτανε φωταγωγημένο στο λιμάνι που είχαμε διαλέξει….
Αν στην προβλήτα μας περίμεναν, με ανθοδέσμες και χειροκροτή,ατα ,όλοι αυτοί που αγαπήσαμε….
Αν τόσες φορές ,παρασυρμένοι από το τραγούδι των σειρήνων,δεν είχαμε χάσει τη ρότα μας….
Αν δεν είχαμε κρυφτεί λαθραία σε λάθος όνειρα….
Αν όλα αυτά που γυάλιζαν και τα μαζέψαμε με τόση αφοσίωση και στοργήξέραμε από την αρχή πως δεν ήταν χρυσάφι…..Μπορεί και να το ξέραμε ,αλλά μας έφαγε η ουτοπία.
Αν δεν είχαμε ξεπουλήσει σε γαλίφηδες εμπόρους τα τιμαλφή μας,για λίγες γουλιές παρηγοριάς….
Αν δεν είχαμε αφήσει την πόρτα της ψυχής μας ανοιχτή,για να βρουν άσυλο οι κατατρεγμένοι….Τι απερισκεψία κι αυτή!Πάντα τους ληστές τους περνούσαμε για κατατρεγμένους.
Αν ξέραμε να διαβάζουμε εγκαίρως τα σημάδια των καιρών και να προβλέπουμε καταιγίδες…….
Αν φορούσαμε στολές παραλλαγής….Αυτό είναι σίγουρο μέσον για να πετύχεις.Μα εντελώς το αψηφήσαμε!
Εμείς ακόμα και τη νιτσεράδα για τις βροχές που κάποιος προνοητικός-δεν μπορεί πάντα υπάρχει ένας τέτοιος στο περιβάλλον μας-έχωσε στις αποσκευές μας,τη χαρίσαμε στον πρώτο τεμπέλη ψαρά.Έτσι…..Γιατί μας άρεσε το χαμόγελό του…..
Αχ,αυτή η λάθος εκτίμηση….Ο υπερβάλλων ζήλος…Η περιττή γεναιοδωρία!
Αν είχαμε υψώσει έναν τοίχο για να προστατέψουμε τη ζωή μας…Ένα ανάχωμα έστω.Μια ξερολιθιά.
Αν δεν είχαμε μπερδέψει τα σημεία του ορίζοντα και περιμέναμε να βγει ο ήλιος από τη δύση…Πόσος χαμένος χρόνος ,αλήθεια!
Αν δεν χαμογελούσαμε ,με κείνο το ηλίθιο χαμόγελο,σ’αυτόν που ερχόταν καταπάνω μας μ’ενα σουγιά….Λέγαμε αποκλείεται!Άλλη θα είναι η πρόθεσή του.
Αν δεν δίναμε ραντεβού με την ψυχή μας ,πέρα από τα όριά της….
Αν δεν κάναμε τον κλόουν,με στόχο να διασκεδάσει η ομήγυρις και να ξεχάσει τον καυμό της….
Αν όλος ο κόσμος ήταν ένα κουκούλι που θα μας προστάτευε και μέσα εκεί,με όλη μας την άνεση,θα γινόμασταν από σκουλήκια πεταλούδες…..
Αν…Αν….
Αν ήταν όλα…. αλλιώς!
Άντε καλέ!
Μα τότε ,πως θα ξεχωρίζαμε το φως που κλείνου μέσα τους τα φύλλα της παπαρούνας;
Το ζεϊμπέκικο δύσκολα χορεύεται. Δεν έχει βήματα· είναι ιερατικός χορός με εσωτερική ένταση και νόημα που ο χορευτής οφείλει να το γνωρίζει και να το σέβεται.
Είναι η σωματική έκφραση της ήττας. Η απελπισία της ζωής. Το ανεκπλήρωτο όνειρο. Είναι το «δεν τα βγάζω πέρα». Το κακό που βλέπεις να έρχεται. Το παράπονο των ψυχών που δεν προσαρμόστηκαν στην τάξη των άλλων.
Το ζεϊμπέκικο δεν χορεύεται ποτέ στην ψύχρα ει μη μόνον ως κούφια επίδειξη. Ο χορευτής πρέπει πρώτα «να γίνει», να φτιάξει κεφάλι με ποτά και όργανα, για να ανέβουν στην επιφάνεια αυτά που τον τρώνε. Η περιγραφή της προετοιμασίας είναι σαφής:
Παίξε,
ρίξε μια γλυκιά πενιά,
σαν γεμίσω το κεφάλι,
γύρνα το στη ζεϊμπεκιά.
(Τσέτσης)
Ο αληθινός άντρας δεν ντρέπεται να φανερώσει τον πόνο ή την αδυναμία του· αγνοεί τις κοινωνικές συμβάσεις και τον ρηχό καθωσπρεπισμό. Συμπάσχει με τον στίχο ο οποίος εκφράζει σε κάποιον βαθμό την προσωπική του περίπτωση, γι’ αυτό επιλέγει το τραγούδι που θα χορέψει και αυτοσχεδιάζει σε πολύ μικρό χώρο ταπεινά και με αξιοπρέπεια. Δεν σαλτάρει ασύστολα δεξιά κι αριστερά· βρίσκεται σε κατάνυξη. Η πιο κατάλληλη στιγμή για να φέρει μια μαύρη βόλτα είναι η στιγμή της μουσικής γέφυρας, εκεί που και ο τραγουδιστής ανασαίνει.
Ο σωστός χορεύει άπαξ· δεν μονοπωλεί την πίστα. Το ζεϊμπέκικο είναι σαν το «Πάτερ Ημών». Τα είπες όλα με τη μία.
Τα μεγάλα ζεϊμπέκικα είναι βαριά, θανατερά:
Ίσως αύριο χτυπήσει πικραμένα
του θανάτου η καμπάνα και για μένα.
(Τσιτσάνης)
*****
Τι πάθος ατελείωτο που είναι το δικό μου,
όλοι να θέλουν τη ζωή κι εγώ το θάνατό μου.
(Βαμβακάρης)
Το ζεϊμπέκικο δεν σε κάνει μάγκα*· πρέπει να είσαι για να το χορέψεις. Οι τσιχλίμαγκες με το τζελ που πατάνε ομαδικά σταφύλια στην πίστα εκφράζουν ακριβώς το χάος που διευθετεί η εσωτερική αυστηρότητα και το μέτρο του ζεϊμπέκικου.
Το ζεϊμπέκικο δεν χορεύεται σε οικογενειακές εξόδους ή γιορτές στο σπίτι· απάδει προς το πνεύμα. Πόσο μάλλον όταν υπάρχουν κουτσούβελα που κυκλοφορούν τριγύρω παντελώς αναίσθητα.
Είναι χορός μοναχικός. Όταν το μνήμα χάσκει στα πόδια σου, ο τόπος δεν σηκώνει άλλον. Είναι προσβολή να ενοχλήσει μια ξένη κι απρόσκλητη παρουσία. Γι’ αυτό κάποιοι ανίδεοι αριστεροί διανοούμενοι ερμήνευσαν την επιβεβλημένη ερημία του χορού με τα δικά τους φοβικά σύνδρομα· αποκάλεσαν το ζεϊμπέκικο «εξουσιαστικό χορό», που περιέχει, δήθεν, μια «αόρατη απειλή». Είδαν, φαίνεται, κάποιον σκυλόμαγκα να χορεύει και τρόμαξαν. Όμως, και έναν κυριούλη αν ενοχλήσεις στο βαλσάκι του, κι αυτός θα αντιδράσει.
Το ζεϊμπέκικο δεν είναι γυναικείος χορός. Απαγορεύεται αυστηρώς σε γυναίκα να εκδηλώσει καημούς ενώπιον τρίτων· είναι προσβολή γι’ αυτόν που τη συνοδεύει. Αν δεν είναι σε θέση να ανακουφίσει τον πόνο της, αυτό τον μειώνει ως άντρα και δεν μπορεί να το δεχτεί. Και στο μάτι δεν κολλάει.
Μια γυναίκα δεν είναι μάγκας· είναι θηλυκό ή τίποτα. Κι ένας άντρας, πρώτα αρσενικό και μετά όλα τ’ άλλα. Αυτό είναι το αρχέτυπο. Κι αν το εποικοδόμημα γέρνει καμιά φορά χαρωπά, η βάση μένει ακλόνητη. Εξαιρούνται οι γυναίκες μεγάλης ηλικίας που μπορεί να έχουν προσωπικά βάσανα: χηρεία ή πένθος για παιδιά. (Κι όμως είδα σπουδαίο ζεϊμπέκικο από δύο γυναίκες· τη Λιλή Ζωγράφου, που αυτοσχεδίαζε έχοντας αγκαλιάσει τον εαυτό της από τους ώμους με τα χέρια χιαστί σαν αρχαία τραγωδός· και μια νεαρή πουτάνα σε ένα καταγώγιο των Τρικάλων, πιο αυτεξούσια απ’ όλους τους αρσενικούς εκεί μέσα.)
Η μεγάλη ταραχή είναι οι χωρικοί. Σε πλατείες χωριών, με την ευκαιρία του τοπικού πανηγυριού ή άλλης γιορτής, κάτι καραμπουζουκλήδες ετεροδημότες χορεύουνε ζεϊμπέκικο στο χώμα· προφανώς για να δείξουνε στους συγχωριανούς τους πόσο μάγκες γίνανε στην πόλη. Οι άνθρωποι της υπαίθρου δεν έχουν μπει στο νόημα κι ούτε μπορούν να εννοήσουν. Τα δικά τους ζόρια είναι κυκλικά· έρχονται, περνάνε και ξαναέρχονται σαν τις εποχές του χρόνου. Δεν είναι όλη η ζωή ρημάδι. Γι’ αυτό χορεύουν εξώστρεφα, κάνουν φούρλες, σηκώνουν το γόνατο ή όλο το πόδι, κοιτάνε τους γύρω αν τους προσέχουν, χαμογελάνε χορεύοντας. Μιλάνε με τον Θεό των βροχών και του ήλιου, όχι τον σκοτεινό Θεό του χαμόσπιτου και των καταγωγίων.
Δεν γίνεται καν λόγος για το τσίρκο που χορεύει επιδεικτικά, σηκώνει τραπέζια με τα δόντια και ισορροπεί ποτήρια στο κεφάλι του. Ή τη φρικώδη καρικατούρα ζεϊμπέκικου που παρουσιάζουν οι χορευτές στις παλιές ελληνικές ταινίες και προσφάτως στα τηλεοπτικά σόου.
Το ζεϊμπέκικο είναι κλειστός χορός, με οδύνη και εσωτερικότητα. Δεν απευθύνεται στους άλλους. Ο χορευτής δεν επικοινωνεί με το περιβάλλον. Περιστρέφεται γύρω από τον εαυτό του, τον οποίο τοποθετεί στο κέντρο του κόσμου. Για πάρτη του καίγεται, για πάρτη του πονάει και δεν επιζητεί οίκτο από τους γύρω. Τα ψαλίδια, τα τινάγματα, οι ισορροπίες στο ένα πόδι είναι για τα πανηγύρια. Το πολύ να χτυπήσει το δάπεδο με το χέρι «ν’ ανοίξει η γη να μπει». Και, όσο χορεύει, τόσο μαυρίζει. Πότε μ’ ανοιχτά τα μπράτσα μεταρσιώνεται σε αϊτό που επιπίπτει κατά παντός υπεύθυνου για τα πάθη του και πότε σκύβει τσακισμένος σε ικεσία προς τη μοίρα και το θείο.
Τα παλαμάκια που χτυπάνε οι φίλοι ή οι γκόμενες καλύτερα να λείπουν. Ο πόνος του άλλου δεν αποθεώνεται. Το πιο σωστό είναι να περιμένουν τον χορευτή να τελειώσει και να τον κεράσουν. Να πιούνε στην υγειά του· δηλαδή να του γιάνει ο καημός που τον έκανε να χορέψει.
Ειπώθηκε πως το ζεϊμπέκικο σβήνει. Ο αρχαϊκός χορός της Θράκης που τον μετέφεραν οι ζεϊμπέκηδες στη Μικρά Ασία και τον επανέφεραν στην Ελλάδα οι πρόσφυγες του 1922 έχει ολοκληρώσει τον ιστορικό του κύκλο· δεν έχει θέση σε μια νέα κοινωνία με άλλα αιτήματα και άλλες προτεραιότητες. Μπορεί και να γίνει έτσι. Αν χαθούν η αδικία, ο έρωτας και ο πόνος· αν βρεθεί ένας άλλος τρόπος που οι άντρες θα μπορούν να εκφράζουν τα αισθήματά τους με τόση ομορφιά και ευγένεια, μπορεί να χαθεί και το ζεϊμπέκικο.
Όμως βλέπεις μερικές φορές κάτι παλικάρια να γεμίζουν την πίστα με ήθος και λεβεντιά που σε κάνουν να ελπίζεις όχι απλώς για τον συγκεκριμένο χορό, αλλά για τον κόσμο ολόκληρο.
Άρθρο του Διονύση Χαριτόπουλου στην εφημερίδα Τα Νέα, 14/9/2002.
Αντικλείδι , http://antikleidi.com
«Καλημέρα», είπε. Ήταν ένας ανθισμένος κήπος με τριαντάφυλλα. «Καλημέρα», είπαν τα τριαντάφυλλα. Ο μικρός πρίγκηπας τα κοίταξε. Έμοιαζαν όλα στο λουλούδι του. «Τι είσαστε;», τα ρώτησε έκπληκτος. «Είμαστε τριαντάφυλλα», είπαν τα τριαντάφυλλα. «Α!» έκανε ο μικρός πρίγκηπας… Κι αισθάνθηκε πολύ δυστυχισμένος. Το λουλούδι του του ‘χε πει, πως ήταν το μοναδικό στο σύμπαν. Και να που υπήρχαν πέντε χιλιάδες, όλα τους όμοια, μέσα σ’ έναν μόνο κήπο. «θα αισθανόταν πολύ προσβεβλημένο, αν το ‘βλεπε αυτό», σκέφτηκε, «θα ‘βηχε πολύ καί θα ‘κανε πως πεθαίνει, για ν’ αποφύγει τη γελοιοποίηση. Και θα ‘μουνα υποχρεωμένος να κάνω, πως το φροντίζω, γιατί αλλιώς για να με ταπεινώσει κι εμένα, θ’ άφηνόταν στ’ αλήθεια να πεθάνει…» Μετά σκέφτηκε κι αυτό: «Νόμιζα, πως έχω τον πλούτο ενός μοναδικού στον κόσμο λουλουδιού καί δεν έχω παρά ένα συνηθισμένο τριαντάφυλλο. Αυτό καί τα τρία μου ηφαίστεια, που μου φτάνουν ως το γόνατο και που το ένα τους ίσως να ‘χει σβύσει για πάντα, δεν με κάνουν δα και κανένα μεγάλο πρίγκηπα…» Καί ξάπλωσε στα χορτάρια κι έκλαψε. Τότε είναι που παρουσιάστηκε η αλεπού. «Καλημέρα», είπε η αλεπού. «Καλημέρα», απάντησε ευγενικά ό μικρός πρίγκηπας, που στράφηκε μα δεν είδε τίποτα. «Εδώ είμαι», είπε η φωνή, «κάτω απ’ τη μηλιά…» «Ποια είσαι;», είπε ο μικρός πρίγκηπας. «Είσαι πολύ όμορφη…» «Είμαι μια αλεπού», είπε η αλεπού. «Έλα να παίξεις μαζί μου», της πρότεινε ο μικρός πρίγκηπας. «Είμαι τόσο λυπημένος…». «Δεν μπορώ να παίξω μαζί σου», είπε η αλεπού. «Δεν είμαι εξημερωμένη». «Α! συγνώμην» έκανε ο μικρός πρίγκηπας. Αλλά μετά από σκέψη πρόσθεσε: «Τι σημαίνει «εξημερώνω»;» (…) «Είναι κάτι πολύ ξεχασμένο», είπε η αλεπού. «Σημαίνει «δημιουργώ δεσμούς”». «Δημιουργώ δεσμούς;» «Βέβαια», είπε η αλεπού. «Για μένα, ακόμα δεν είσαι παρά ένα αγοράκι εντελώς όμοιο με εκατό χιλιάδες άλλα αγοράκια. Και δεν σ’ έχω ανάγκη. Και δεν μ’ έχεις ανάγκη ούτε κι εσύ. Για σένα, δεν είμαι παρά μια αλεπού όμοια με εκατό χιλιάδες αλεπούδες. Όμως, αν μ’ εξημερώσεις, θα ‘χουμε ανάγκη ο ένας τον άλλο. θα ‘σαι για μένα μοναδικός στον κόσμο, θα ‘μαι για σένα μοναδική στον κόσμο…» «Αρχίζω να καταλαβαίνω», είπε ο μικρός πρίγκηπας. «Υπάρχει ένα λουλούδι… νομίζω ότι με έχει εξημερώσει…» «Μπορεί», είπε η αλεπού. (…) Αλλά η αλεπού ξαναγύρισε στην ιδέα της: «Ή ζωή μου είναι μονότονη. Κυνηγώ κότες, οι άνθρωποι με κυνηγούν. Όλες οι κότες μοιάζουν μεταξύ τους, κι όλοι οι άνθρωποι μοιάζουν μεταξύ τους. Έτσι πλήττω λιγάκι. Αλλά αν μ’ εξημερώσεις, η ζωή μου θα ‘ναι σα φωτισμένη απ’ τον ήλιο. θ’ αναγνωρίζω έναν ήχο βημάτων πού θα ‘ναι διαφορετικός απ’ όλους τους άλλους. Τ’ άλλα βήματα με κάνουν να ξαναγυρνώ κάτω απ’ τη γη. Τα δικά σου θα με καλούν σα μουσική να βγω απ’ την υπόγεια φωλιά μου. Και μετά, κοίτα! Βλέπεις εκεί κάτω τους κάμπους με το στάρι; Εγώ δεν τρώω ψωμί. Το στάρι εμένα μού είναι άχρηστο. Οι κάμποι του σταριού δεν μου θυμίζουν τίποτα. Κι αυτό είναι θλιβερό. Αλλά έχεις μαλλιά χρυσαφιά. Έτσι θα ‘ναι θαυμάσια, αν μ’ εξημερώσεις! Το στάρι, που είναι χρυσαφί, θα με κάνει να σε θυμάμαι. Και θα μ’ αρέσει ν’ ακούω τον άνεμο στα στάρια…» Η αλεπού σώπασε καί κοίταξε για πολύ το μικρό πρίγκηπα: «Σε παρακαλώ …εξημέρωσέ με!», είπε. (…) Έτσι ο μικρός πρίγκηπας εξημέρωσε την αλεπού. Κι όταν πλησίασε η ώρα της αναχώρησης: «Α!» είπε η αλεπού… «θα κλάψω». «Εσύ φταις», είπε ο μικρός πρίγκηπας, «εγώ δεν ήθελα καθόλου το κακό σου, αλλά θέλησες να σ’ εξημερώσω». «Ναι σίγουρα», είπε η αλεπού. «Αλλά θα κλάψεις!», είπε ο μικρός πρίγκηπας. «Ναι σίγουρα», είπε η αλεπού. «Τότε δεν κερδίζεις τίποτα!» «Κερδίζω», είπε η αλεπού, «εξ αιτίας του χρώματος που έχει το στάρι.» Μετά πρόσθεσε. «Πήγαινε να ξαναδείς τα τριαντάφυλλα, θα καταλάβεις ότι το δικό σου είναι μοναδικό στον κόσμο, θα ξανάρθεις να μ’ αποχαιρετήσεις, κι εγώ θα σου χαρίσω ένα μυστικό.» Ο μικρός πρίγκηπας πήγε να δει τα λουλούδια (…) καί ξανάρθε στην αλεπού: «Αντίο» είπε. «Αντίο», είπε η αλεπού. «Να το μυστικό μου. Είναι πολύ απλό: μόνο με την καρδιά βλέπεις καλά. Την ουσία δεν την βλέπουν τα μάτια.» «Την ουσία δεν την βλέπουν τα μάτια», επανέλαβε ο μικρός πρίγκηπας, για να το θυμάται. «Ο χρόνος που έχασες για το τριαντάφυλλό σου αυτός είναι που κάνει το τριαντάφυλλό σου τόσο σημαντικό.» «Ο χρόνος πού έχασα για το τριαντάφυλλό μου…», έκανε ο μικρός πρίγκηπας, για να το θυμάται. «Οι άνθρωποι ξέχασαν αυτή την αλήθεια», είπε η αλεπού. «Αλλά εσύ δεν πρέπει να το ξεχάσεις. Γίνεσαι για πάντα υπεύθυνος γι’ αυτό που έχεις εξημερώσει. Είσαι υπεύθυνος για το τριαντάφυλλό σου…» «Είμαι υπεύθυνος για το τριαντάφυλλό μου», επανέλαβε ο μικρός πρίγκηπας, για να το θυμάται.
«Η Ζωή θέλει να την αγαπάνε. Να την αγαπάνε χωρίς παζαρέματα, πολύ και αλογάριαστα. Μικρή κατάλαβε πως για να τα καταφέρει, έπρεπε πρώτα ν’ αγαπήσει αυτή τους ανθρώπους ή τουλάχιστον να κάνει πως τους αγαπά….. Αγαπούσε όπως πεινούσε, όπως διψούσε, όπως πονούσε, όπως γελούσε.
Το δίχτυ της Ζωής ήταν σοφά πλεγμένο. Είχε κι άλλες κλωστές πολύ γερές. Άνοιγε τις χούφτες της και σκόρπιζε το παιδικό της βιος. Χάριζε τα βιβλία της, τα μολύβια της, τις πέννες της, τις ζωγραφιές της, τα παιχνίδια της. Κρυφά από τους δικούς της χάρισε το χρυσό σταυρό της, το δαχτυλιδάκια της, μια παλιά καρφίτσα της γιαγιάς. Έψαχνε στα συρτάρια, κάτι να βρει ακόμα, να το χαρίσει κι αυτό, να γίνει ένας παραπανίσιος κρίκος στην αλυσίδα που θα την έδενε με τους ανθρώπους . Αγωνιζόταν. Η λαχτάρα της γινόταν ορμητικό ποτάμι και παράσερνε τα εμπόδια. Όχι, όχι δεν ήτανε παιχνίδι. Ήταν αγωνία. Παιδιάστικη αγωνία. Η μητέρα το ‘χε καταλάβει και της παραστεκότανε χωρίς πολλά λόγια. Ένιωθε τη μοναξιά που τρόμαζε το παιδί της, ίσως γιατί την ήξερε, τη φοβόταν. Έλεγε στη Ζωή: “Να εμπιστεύεσαι τον άνθρωπο. Ο άνθρωπος είσαι’συ”.» , Αθήνα 1992
από το elculture.gr

