Πεζογραφία

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 1 Δεκεμβρίου 2014

” Δεν αγαπιομαστε γιατι δεν γνωριζουμε πως να αγαπησουμε. Τι ειναι η αγαπη? Η λεξη ειναι τοσο πολυ φορτωμενη και διεφθαρμενη που αποφευγω να την χρησιμοποιω. Ολοι μιλανε για αγαπη-καθε περιοδικο και εφημεριδα και καθε ιεραποστολος μιλουν συνεχως για αγαπη. Αγαπω την πατριδα μου, αγαπω τον βασιλια, αγαπω καποιο βιβλιο, αγαπω το βουνο, αγαπω την απολαυση, αγαπω την γυναικα μου, αγαπω τον θεο. Ειναι η αγαπη μια ιδεα? Αν οντως ειναι, τοτε μπορει να καλλιεργηθει, θραφει, να περιβληθει με στοργη, να επιβληθει, να αλλαξει κατα το δοκουν.”

“Επειδη δεν μπορουμε να λυσουμε αυτο το ανθρωπινο ζητημα καταφευγουμε σε αφαιρεσεις. Η αγαπη μπορει να ειναι η υστατη λυση σε ολες τις δυσκολιες του ανθρωπου, τα προβληματα και τις επωδυνες προσπαθειες, οποτε πως θα βρουμε τι ειναι η αγαπη? Απλως οριζοντας την? Η εκκλησια την ορισε με τον ενα τροπο, η κοινωνια με αλλο τροπο και υπαρχουν ενα σορο αποκκλισεις και διαστρεβλωσεις. Λατρευουμε καποιον, κοιμομαστε με καποιον, η ανταλλαγη συναισθηματων, η συντροφικοτητα- ειναι αυτο που λεμε αγαπη?”

“Μπορει η αγαπη να χωρισθει στην ιερη και την ανιερη, την ανθρωπινη και την θειικη, η απλα υπαρχει μονο μια αγαπη? Ειναι η αγαπη ενα πραγμα και οχι πολλα πραγματα? Αν πουμε “σε αγαπω” αυτο αποκλειει την αγαπη για καποιον αλλον? Ειναι η αγαπη προσωπικη η μη προσωπικη? Ηθικη η ανηθικη? Οικογενειακη η μη οικογενιακη? Αν αγαπας την ανθρωποτητα αγαπας και τον καθενα ξεχωριστα? Ειναι η αγαπη συναισθημα? Ειναι η αγαπη αισθημα? Ειναι η αγαπη απολαυση και επιθυμια? Ολες αυτες οι ερωτησεις δειχνουν, ετσι δεν ειναι, οτι εχουμε ιδεες για την αγαπη, ιδεες για το τι πρεπει να ειναι και τι δεν πρεπει να ειναι η αγαπη, εναν κανονα η κωδικα που εχει δημιουργησει η κοινωνια στην οποια ζουμε.”

“Τωρα πως θα βρω τι ειναι αυτη η φλογα που λεμε αγαπη? Οχι πως να βρουμε εναν τροπο να την εκφρασουμε διαφορετικα αλλα να βρουμε την σημασια της. Πρωτα θα απορριψω ο,τι εχουν πει η εκκλησια, η κοινωνια, οι φιλοι και οι γονεις μου, καθε βιβλιο και ανθρωπος διοτι θελω να βρω μονος μου τι ειναι η αγαπη. Εδω ειναι ενα τεραστιο προβλημα που εμπεριεχει ολη την ανθρωποτητα, υπαρχουν χιλιαδες τροποι να την ορισεις και εγω εχω φυλακιστει σε καποιον τροπο να την οριζω. Για αυτο τον λογο δεν πρεπει να διωξω ολες τις τασεις και τις προκαταληψεις μου? Ειμαι μπερδεμενος, διαλυμενος απο τις δικες μου επιθυμιες οποτε λεω στον εαυτο μου “πρωτα καθαρισε το δικο σου μπερδεμα. Ισως να μπορεσουμε να δουμε τι ειναι αγαπη καταλαβαινοντας τι δεν ειναι.”

“Το να ανηκεις σε καποιον, το να σε φροντιζει καποιος και να εξαρτασαι απο αυτον-σε ολο αυτο πρεπει να υπαρχει παντα αγχος, φοβος, ζηλεια, ενοχη, και οσο υπαρχει φοβος δεν μπορει να υπαρξει αγαπη. Ενα μυαλο γεματο πικρες δεν μπορει να καταλαβει τι ειναι αγαπη, αισθηματικοτητα και συναισθηματικοτητα δεν εχουν καμια σχεση με την αγαπη. Ετσι, η αγαπη δεν εχει σχεση με την επιθυμια και την απολαυση.”

“Η αγαπη δεν ειναι προιον της σκεψης, η οποια με την σειρας της εινα προιον του παρελθοντος. Η σκεψη δεν μπορει να καλλιεργησει την αγαπη. Η αγαπη δεν περιοριζεται και δεσμευεται απο την ζηλεια, γιατι η ζηλεια ειναι το παρελθον. Η αγαπη ειναι το τωρα, το παρον. Δεν ειναι το “θα αγαπησω” ουτε το “αγαπησα”. Οταν αγαπας δεν προκειται να ακολουθησεις κανεναν. Η αγαπη δεν υπακουει. Οταν αγαπας δεν υπαρχει ουτε σεβασμος ουτε ασεβεια. Δεν γνωριζετε τι θα πει να αγαπας αληθινα καποιον? Να αγαπας χωρις μισος, χωρις ζηλεια, χωρις θυμο, χωρις να θελετε να επηρεασετε το τι σκεφτεται η τι κανει ο αλλος, χωρις να καταδικαζετε, χωρις να συγκρινετε? Οταν υπαρχει αγαπη υπαρχει συγκριση? Οταν αγαπατε καποιον με ολη σας την καρδια, με ολο σας τον νου, με ολο σας το σωμα, με ολη σας την υπαρξη, υπαρχει συγκριση? Οταν αφηνεσαι ολοκληρωτικα στην αγαπη δεν υπαρχει ο αλλος.

“Αλλα αν θελετε ακομα να βρειτε (τι ειναι η αγαπη), θα δειτε οτι δεν ειναι φοβος, εξαρτηση, ζηλεια, η κτητικοτητα, η υπεθυνοτητα και το χρεος, η αυτολυπηση, η αγωνια του να μην αγαπηθεις. Λοιπον, αφου τα διωξετε ολα αυτα, οχι με την βια, αλλα ξεπλενοντας τα οπως η βροχη ξεπλενει την σκονη πολλων ημερων απο ενα φυλλο, τοτε ισως βρειτε αυτο το περιεργο λουλουδι που ο ανθρωπος αναζητα τοσο πολυ. Θα σας υπαγορεψει καποια εξουσια, καποια μεθοδος, καποιο συστημα πως να αγαπατε? Αν καποιος σας πει πως να αγαπατε τοτε αυτο δεν ειναι αγαπη. Γινεται να πειτε “θα εξασκησω την αγαπη. Θα κατσω κατω και θα το σκεφτω μερα με την ημερα. Θα εξασκησω τον εαυτο μου να ειναι καλος και ευγενικος και θα τον πιεσω να δινει προσοχη στους αλλους?”

“Η αγαπη ειναι κατι νεο, φρεσκο, ζωντανο. Δεν εχει χτες ουτε και αυριο. Ειναι περα απο το μαρτυριο της σκεψης. Μονο το αθωο μυαλο μπορει να καταλαβει τι ειναι η αγαπη, και το αθωο μυαλο μπορει να ζησει σε εναν κοσμο που δεν ειναι αθωος. Το να βρεις αυτο το καταπληκτικο πραγμα που ο ανθρωπος αναζητα αιωνια μεσα απο την θυσια, μεσω της λατρειας, μεσω των σχεσεων, μεσω του σεξ, μεσω καθε μορφης απολαυσης και πονου, ειναι δυνατο μονο οταν η σκεψη κατανοησει τον εαυτο της και να φτασει στο τελος της. Τοτε η αγαπη δεν εχει αντιθετο, τοτε η αγαπη δεν εχει συγκρουση.”

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 23 Νοεμβρίου 2014

ΘΕΛΟΥΜΕ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΠΟΥ ΠΡΩΤΑ ΔΙΑΚΡΙΝΟΥΝ ΤΟ ΚΑΛΟ σε καθετί, και στο σκοτάδι ακόμα, κι έπειτα το κακό και το ανάποδο με σύνεση αλλάζουν. Που δεν σκώπτουν, ειρωνεύονται και διακωμωδούν, αν εναλλακτικές δεν έχουν οι ίδιοι να προτείνουν. ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΠΟΥ ΑΥΤΟΣΑΤΙΡΙΖΟΝΤΑΙ, προτού το δικαίωμα να κρίνουν θεμελιώσουν, πρωτοπόροι για να γίνουν και παραδείγματα στην αλλαγή που οραματίστηκαν και τεκμηριώνουν. ΠΡΟΣΩΠΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΑΠΟΜΥΖΟΥΝ τη δύναμη από ομάδες, συντεχνίες και συνάφια, αλλά ατόφια την αυτοεκτίμηση από μέσα τους αντλούνε. Συναξαριστές εμπειριών τους θέλουμε κι όχι καθηλωμένους σε τόπους, σε συνήθειες, στα περασμένα. ΤΟΥ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟΥ ΕΡΑΣΤΕΣ και του πρωτόγνωρου θιασώτες. Πρόσωπα που η γνώση της ματαιότητας, πείσμα ενάντια στο μηδέν τούς δίνει. ΠΟΥ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ, ΤΗΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ, την ηθική ως πρόσχημα για την αδράνεια, τη χλεύη, τη φιλαυτία δεν παρουσιάζουν. ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΠΟΥ ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΛΕΝΕ «αυτό το ξέρω», αλλά «θα το μάθω καλύτερα ακόμα». ΠΑΡΑΣΙΤΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΣΤΕΡΓΟΥΝΕ, που την ανασφάλεια προφασιζόμενα, ρουφούν τη δύναμη του άλλου και ευθύς μόλις τον ξεράνουνε, καινούργια θύματα γυρεύουν να προσκολληθούνε. ΠΑΡΑΦΟΡΟΥΣ ΤΟΥΣ ΟΡΑΜΑΤΙΖΟΜΑΣΤΕ και πάντα ερωτευμένους με την οικουμένη. Ιδανικούς μέσα στις ήττες τους και στις συγκυρίες με επίγνωση γενναίους. ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΠΟΥ ΚΕΡΝΟΥΝ ΚΡΑΣΙ ΤΟΝ ΧΑΡΟΝΤΑ, την ασθένεια, τον πόνο, την οδύνη. ΘΕΛΟΥΜΕ ΠΛΑΣΜΑΤΑ ΤΡΑΓΙΚΑ ΚΑΙ ΑΠΟΦΑΣΙΣΜΕΝΑ, που στον Θεό «σ’ αγαπώ» αντί για προσευχές ψελλίζουν. Κι εκείνους που παλεύουν για το αδύνατο, επειδή γνωρίζουν πως έτσι ξεριζώνεται το χάος. ΘΕΛΟΥΜΕ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΠΟΥ ΤΗΝ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΤΗΤΑ σε καινούργιο θαύμα μετατρέπουν. Και δεν μεμψιμοιρούν ή παραδίνονται, γιατί στο ελάχιστο και στο ασήμαντο διάλεξε ο Πλάστης να κρύψει το σύμπαν όλο. ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΠΟΥ ΓΕΝΝΗΘΗΚΑΝ και οι αποφάσεις τους οι μικρές αλλάζουν την ιστορία και τη μοίρα.

Απόσπασμα από το βιβλίο του Ευστράτιου Παπάνη, Ψυχολογία της Προσωπικότητας και Αυτοεκτίμηση, εκδ. Οxy

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 23 Νοεμβρίου 2014

«ΟΤΑΝ ΗΜΟΥΝ ΜΙΚΡΟΣ, ΜΟΥ ΑΡΕΣΕ πολύ το τσίρκο, και στο τσίρκο μού άρεσαν πιο πολύ τα ζώα. Μου έκανε τρομερή εντύπωση ο ελέφαντας που, όπως έμαθα αργότερα, είναι το αγαπημένο ζώο όλων των παιδιών. Στην παράσταση, το θεόρατο ζώο έκανε επίδειξη του τεράστιου βάρους του, του όγκου και της δύναμής του. ΟΜΩΣ, ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ και λίγο προτού επιστρέψει στη σκηνή, ο ελέφαντας στεκόταν δεμένος συνεχώς σ’ ένα μικρό ξύλο μπηγμένο στο έδαφος. Μια αλυσίδα κρατούσε φυλακισμένα τα πόδια του. ΜΟΛΟΝΟΤΙ Η ΑΛΥΣΙΔΑ ΗΤΑΝ ΧΟΝΤΡΗ ΚΑΙ ΙΣΧΥΡΗ, μου φαινόταν ολοφάνερο ότι ένα ζώο που μπορούσε να ξεριζώνει δέντρα με τη δύναμή του, θα μπορούσε εύκολα να λυθεί και να φύγει. Το θεωρούσα αληθινό μυστήριο. Μα τι τον κρατάει; Γιατί δεν το σκάει; ΟΤΑΝ ΗΜΟΥΝ ΕΞΙ ΕΤΩΝ, πίστευα ακόμα στη σοφία των μεγάλων. Ρώτησα τότε κάποιον δάσκαλο ή τον πατέρα μου για το μυστήριο του ελέφαντα. Μου εξήγησαν ότι ο ελέφαντας είναι δαμασμένος. Έκανα τότε την προφανή ερώτηση: Κι αφού είναι δαμασμένος, γιατί τον αλυσοδένουν; ΔΕΝ ΘΥΜΑΜΑΙ ΝΑ ΠΗΡΑ ικανοποιητική απάντηση. Με τον καιρό, ξέχασα το μυστήριο του ελέφαντα με το παλούκι, και το θυμόμουν μόνο όταν βρισκόμουν με κάποιους που είχαν αναρωτηθεί κάποτε πάνω στο ίδιο θέμα ΠΡΙΝ ΜΕΡΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ ΑΝΑΚΑΛΥΨΑ -ευτυχώς για μένα- ότι κάποιος είχε αρκετή σοφία ώστε ν’ ανακαλύψει την απάντηση. Ο ελέφαντας του τσίρκου δεν το σκάει γιατί τον έδεναν από τότε που ήταν πολύ, πολύ μικρός. ΕΚΛΕΙΣΑ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΚΑΙ ΦΑΝΤΑΣΤΗΚΑ τον νεογέννητο ελέφαντα δεμένο στο παλούκι. Είμαι βέβαιος ότι τότε το ελεφαντάκι είχε σπρώξει, τραβήξει και ιδρώσει πασχίζοντας να λευτερωθεί. Μα, παρόλες τις προσπάθειές του, δεν τα είχε καταφέρει, γιατί το παλούκι ήταν πολύ γερό για τις δυνάμεις του. Φαντάστηκα ότι θα κοιμόταν εξαντλημένο και την επόμενη μέρα θα προσπαθούσε ξανά, και τη μεθεπόμενη το ίδιο… Ώσπου μια μέρα, μια φρικτή μέρα για την ιστορία του, το ζώο θα παραδεχόταν την αδυναμία του και θα υποτασσόταν στη μοίρα του. ΑΥΤΟΣ Ο ΘΕΟΡΑΤΟΣ ΕΛΕΦΑΝΤΑΣ που βλέπουμε στο τσίρκο δεν το σκάει γιατί νομίζει ότι δεν μπορεί, ο δυστυχής. Η ανάμνηση της αδυναμίας που ένιωσε λίγο μετά τη γέννησή του είναι χαραγμένη στη μνήμη του. Και το χειρότερο είναι ότι ποτέ δεν αμφισβήτησε σοβαρά αυτή την ανάμνηση. Ποτέ μα ποτέ δεν ξαναπροσπάθησε να δοκιμάσει τις δυνάμεις του. – ΕΤΣΙ ΕΙΝΑΙ, ΝΤΕΜΙΑΝ. ΟΛΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ ΛΙΓΟ-ΠΟΛΥ σαν τον ελέφαντα του τσίρκου. Περιδιαβαίνουμε τον κόσμο δεμένοι σε εκατοντάδες παλούκια που μας στερούν την ελευθερία. Ζούμε πιστεύοντας ότι δεν μπορούμε να κάνουμε ένα σωρό πράγματα, απλώς επειδή μια φορά, πριν από πολύ καιρό, όταν είμαστε μικροί, προσπαθήσαμε και δεν τα καταφέραμε. Πάθαμε το ίδιο με τον ελέφαντα. Χαράξαμε στη μνήμη μας αυτό το μήνυμα: Δεν μπορώ, δεν μπορώ και ποτέ δεν θα μπορέσω. Ο ΧΟΡΧΕ ΕΚΑΝΕ ΜΙΑ ΜΕΓΑΛΗ ΠΑΥΣΗ. Ύστερα πλησίασε, κάθισε στο πάτωμα μπροστά μου και συνέχισε: Αυτό σου συμβαίνει, Ντέμι. Ζεις μέσα στα όρια της ανάμνησης ενός Ντέμιαν που δεν υπάρχει πια, εκείνου που δεν τα κατάφερε. Ο ΜΟΝΑΔΙΚΟΣ ΤΡOΠΟΣ ΝΑ ΜΑΘΕΙΣ ΑΝ ΜΠΟΡΕΙΣ, είναι να προσπαθήσεις πάλι με όλη σου την ψυχή». Απόσπασμα από το βιβλίο του Jorge Bucay με τίτλο «Να σου πω μια ιστορία», εκδόσεις Opera).

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 23 Νοεμβρίου 2014

ΑΚΟΜΑ ΚΙ Η ΣΚΕΨΗ, ΜΕ ΤΟΝ ΔΙΚΟ ΤΗΣ ΤΡΟΠΟ, με πείθει πως αυτός ο κόσμος είναι παράλογος. Η καθαρή λογική, σ’ αντίθεση με το παράλογο, ισχυρίστηκε πως το κάθε τι είναι σαφές. Ευχόμουν το δίκιο της αλλά μάταια περίμενα αποδείξεις. Έπειτα από τόσους αιώνες αναζητήσεων και τόσους εκφραστικούς και πειστικούς ανθρώπους, ξέρω πως αυτό είναι λάθος. Σ’ αυτό το πεδίο τουλάχιστον, αφού δεν μπορώ να μάθω, δεν υπάρχει ευτυχία. Η ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΛΟΓΙΚΗ, ΠΡΑΚΤΙΚΗ, ΗΘΙΚΗ, Η ΑΙΤΙΟΚΡΑΤΙΑ, οι θεωρίες που εξηγούν τα πάντα κάνουν τον συνεπή με τον εαυτό του άνθρωπο να γελά. Δεν έχουν καμιά σχέση με το πνεύμα. Αρνούνται να δεχτούν την ουσιαστική του αλήθεια -το ότι είναι δέσμιο. Μέσα σ’ αυτό το ανεξήγητο και περιορισμένο σύμπαν, το πεπρωμένο του ανθρώπου παίρνει λοιπόν το νόημά του. ΕΝΑ ΠΛΗΘΟΣ ΑΠΟ ΠΑΡΑΛΟΓΙΣΜΟΥΣ ΥΨΩΝΕΤΑΙ και περικυκλώνει τον άνθρωπο ως το τέλος. Απ’ τη στιγμή που θ’ αποφασίσει να βλέπει σωστά, διακρίνει κι αισθάνεται το συναίσθημα του παράλογου. Έλεγα πως ο κόσμος είναι παράλογος και προχωρούσα πολύ γρήγορα. Το μόνο που μπορούμε να πούμε είναι πως αυτός ο κόσμος δεν μπορεί να δικαιολογηθεί. Παράλογο είναι το χάσμα ανάμεσα στο ό,τι δεν δικαιολογείται και στο μάταιο, μα δυνατό πόθο του ανθρώπου για σαφήνεια. Το παράλογο ισχύει και για τον άνθρωπο και για τον κόσμο. Για την ώρα είναι το μόνο που τους συνδέει. ΚΑΜΙΑ ΦΟΡΑ, ΟΙ ΜΕΓΑΛΕΣ ΠΡΑΞΕΙΣ ΚΑΙ ΟΙ ΜΕΓΑΛΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ αρχίζουν κάπως αστεία. Τα μεγάλα έργα γεννιούνται συχνά στη στροφή κάποιου δρόμου ή στο καθάρισμα ενός καφενείου. Έτσι και με το παράλογο. Περισσότερο από κάθε άλλον, ο παράλογος κόσμος έχει τις ρίζες του σ’ αυτή την άθλια γέννηση. ΟΤΑΝ ΜΕΡΙΚΕΣ ΦΟΡΕΣ, ΣΕ ΜΙΑ ΕΡΩΤΗΣΗ που αφορά στις σκέψεις σου, απαντάς «τίποτε», ίσως να προσποιείσαι. Οι αγαπημένες υπάρξεις το ξέρουν καλά. Αν όμως αυτή η απάντηση είναι ειλικρινής, αν εκφράζει αυτό το μοναδικό ψυχικό συναίσθημα της σιωπηλής ευγλωττίας που σπάζει την αλυσίδα των καθημερινών χειρονομιών ενώ η καρδιά ψάχνει μάταια να βρει τον κρίκο που θα την ξανασυνδέσει, τότε αυτό φαίνεται πως είναι το πρώτο σημάδι του παραλογισμού. ΚΑΜΙΑ ΦΟΡΑ, ΤΑ ΣΚΗΝΙΚΑ ΚΑΤΑΡΡΕΟΥΝ. Ξύπνημα, συγκοινωνία, τέσσερις ώρες γραφείο ή εργοστάσιο, γεύμα, συγκοινωνία, τέσσερις ώρες δουλειά, φαγητό, ύπνος και Δευτέρα, Τρίτη, Τετάρτη, Πέμπτη, Παρασκευή και Σάββατο, αυτός ο κύκλος επαναλαμβάνεται εύκολα στον ίδιο ρυθμό τον περισσότερο καιρό. Μια μέρα όμως γεννιέται το «γιατί» κι όλα αρχίζουν σ’ αυτή την πληκτική κούραση. «Αρχίζουν», αυτό είναι ενδιαφέρον. ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΜΙΑΣ ΜΗΧΑΝΙΚΗΣ ΖΩΗΣ έρχεται η κούραση, την ίδια όμως στιγμή βάζει σε κίνηση τη συνείδηση. Τη σηκώνει απ’ τον ύπνο και προξενεί τη συνέχεια. Η συνέχεια είναι η ασυνείδητη επιστροφή στην αλυσίδα ή η οριστική αφύπνιση. Στο τέλος της αφύπνισης βρίσκεται το αποτέλεσμα που φτάνει με τον καιρό: αυτοκτονία ή αναθεώρηση. Η κούραση κλείνει μέσα της κάτι το αποκαρδιωτικό. Εδώ, είμαι υποχρεωμένος να πω πως είναι καλή. Γιατί με τη συνείδηση αρχίζουν όλα και μονάχα αυτή αξίζει. ΟΙ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΑΥΤΕΣ ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΚΑΜΙΑ ΠΡΩΤΟΤΥΠΙΑ. Είναι όμως φανερές: κι αυτό φτάνει γιατί μας δίνει την ευκαιρία να γνωρίσουμε καθολικά το παράλογο στις πηγές του. Με το «ενδιαφέρον» αρχίζουν όλα.

Απόσπασμα από το βιβλίο του Αλμπέρ Καμύ, Ο μύθος του Σισύφου, εκδόσεις Καστανιώτη.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 22 Νοεμβρίου 2014

Κωστής Παλαμάς στο «Μελέτες και άρθρα (1920-1926)» (Άπαντα, τ.12ος) γράφει στο άρθρο του με τίτλο «Άγιος Γεώργιος»:

«Ο ελληνικότατος άγιος και από τα κατορθώματά του και από την εξωτερική του παράσταση, που πάνω της ζωγραφίζεται και σαλεύει η απριλιάτικη χάρη της πολυθεΐας, ο άγιος αυτός πόσα δεν υποβάλλει στη σκέψη μου σφιχτά συνταιριασμένα με τη θρησκεία μας και με την ποίησή μας, με τη λαογραφία μας και με την ιστορία μας, με το μοσχολίβανο του χριστιανικού συναξαριού και με την ευωδία του ειδωλολατρικού μύθου, και πόσα από τον ηλιογέννητο θεό της Ανατολής το Μίθρα, που του είναι και ο άγιος Γεώργιος μια μεταμόρφωσή του, ίσα με τον Καραϊσκάκη, τον κατ’ εξοχήν τροπαιοφόρον ήρωα μέσα στους άλλους φημισμένους πολέμαρχους του Ιερού Αγώνα μας, το συνονόματο του Αγίου που πολεμούσε κάτω από το λάβαρό του, με τη βοήθεια του φεγγοβόλου ίσκιου του, με της λατρείας του την επιβολή, και που ξεψύχησε ή στο μνήμα οδηγήθηκε ανήμερα της γιορτής του.

Μα σήμερα ο Άγιος Γεώργιος μου θυμίζει και με φέρνει να σταματήσω σε κάποιο θέμα που σχετίζεται με τη λογοτεχνία. Θα καταρτιζόταν ωραία μελέτη απάνω στα φανερώματα του αγίου, και στα παγκόσμια γενικά, και ξεχωριστά στο ελληνικό τραγούδι, και πώς αυτό το τραγούδι το εμπνέει. Δεν έχω τέτοια φιλοδοξία. Ό, τι μου κινεί τη σκέψη την ώρα τούτη είναι κάποιο ποίημα του Βέλγου ποιητή, Αιμίλιου Βεραρέν, που θα μπορούσα ελεύθερα να μεταφράσω τον τίτλο του «Όσα οράματα στα περπατήματά μου». Κ’ επιγράφεται «Άγιος Γεώργιος»…. Ο «Άγιος Γεώργιος» του Βεραρέν σημειώνει το σταθμό που μεταβιβάζει τον ποιητή από την πρώτη στη δεύτερη περίοδο του έργου του. Του αποκαλύπτεται ο άγιος, κι από τότε λες πως ο ποιητής ορκίζεται να περπατήσει κάτω από τη σκέπη του. Η ποίηση του Βεραρέν από σύμβολο μετουσιώνεται αγάλια αγάλια σε ποίηση ηρωική. Η ηρωολατρεία είναι το κορύφωμα στο ανέβασμα καθενός ποιητή που βλέπει προς τα ύψη:

“Νέος ήταν και ωραίος από πίστη, λέει στο αποκαλυπτικό τραγούδι του ο ποιητής, και τόσο χαμηλότερα έσκυψε προς εμένα, όσο μ’ έβλεπε να γονατίζω περισσότερο… Έβαλα στο χλωμό του περήφανο χέρι τα θλιβερά λουλούδια του πόνου μου…”».

 

Κυριακή Ψαρρού στις 19 Οκτωβρίου 2014

Το ότι δεν μπόρεσα να μιλήσω για την Αθήνα έχει να κάνει με το γεγονός ότι οι εμπειρίες μου απ’ την Ήπειρο και την Ουγγαρία έκατσαν πολύ βαθιά μέσα μου. Μου έλεγε ο Γιάννης Βαρβέρης: «Ωραία είναι τα ποιήματά σου, αλλά θέλω να δω πώς βλέπεις τα μπαρ, πώς βλέπεις την οδό Πανεπιστημίου, πώς βλέπεις πράγματα της πόλης». Δεν ξέρω τι ακριβώς με βασανίζει. Αυτό που διατύπωσαν άλλοι είναι το ανέφικτο της επιστροφής. Δεν είναι μόνο η Ήπειρος, αλλά αυτό που έχει ο καθένας μέσα του: το αδύνατο της επιστροφής, ένα πράγμα που είναι εξ ορισμού χαμένο. Ένα βαρύ πράγμα, σαν ηπειρώτικο μοιρολόι. Η επιστροφή είναι αδύνατη. Γι’ αυτό υπάρχει αυτή η ένταση. Τελευταία, συμβαίνει το αντίθετο: έχω πιάσει τον εαυτό μου να του λείπει η Αθήνα. Εξημερώθηκα μαζί της μέσω των παιδιών μου, που η Αθήνα είναι η πόλη τους. Πηγαίναμε εκδρομές στην εξοχή και μου έλεγαν πως βρωμάει δεντρίλα. 

http://k-m-autobiographies.blogspot.gr/

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 16 Οκτωβρίου 2014

Μέτρησα τα χρόνια μου και συνειδητοποίησα, ότι μου υπολείπεται λιγότερος 
χρόνος ζωής απ’ ότι έχω ζήσει έως τώρα…* 

*Αισθάνομαι όπως αυτό το παιδάκι που κέρδισε μια σακούλα καραμέλες: τις 
πρώτες τις καταβρόχθισε με λαιμαργία αλλά όταν παρατήρησε ότι του απέμεναν 
λίγες, άρχισε να τις γεύεται με βαθιά απόλαυση.* 

*Δεν έχω πια χρόνο για ατέρμονες συγκεντρώσεις όπου συζητούνται, 
καταστατικά, νόρμες, διαδικασίες και εσωτερικοί κανονισμοί, γνωρίζοντας ότι 
δε θα καταλήξει κανείς πουθενά.* 

*Δεν έχω πια χρόνο για να ανέχομαι παράλογους ανθρώπους που παρά τη 
χρονολογική τους ηλικία, δεν έχουν μεγαλώσει. 

*Δε θέλω να βρίσκομαι σε συγκεντρώσεις όπου παρελαύνουν παραφουσκωμένοι 
εγωισμοί.* 

*Δεν ανέχομαι τους χειριστικούς και τους καιροσκόπους.* 

*Με ενοχλεί η ζήλια και όσοι προσπαθούν να υποτιμήσουν τους ικανότερους για 
να οικειοποιηθούν τη θέση τους, το ταλέντο τους και τα επιτεύγματα τους.* 

*Μισώ, να είμαι μάρτυρας των ελαττωμάτων που γεννά η μάχη για ένα 
μεγαλοπρεπές αξίωμα. Οι άνθρωποι δεν συζητούν πια για το περιεχόμενο… 
μετά βίας για την επικεφαλίδα.* 

*Ο χρόνος μου είναι λίγος για να συζητώ για τους τίτλους, τις επικεφαλίδες. 
Θέλω την ουσία, η ψυχή μου βιάζεται…Μου μένουν λίγες καραμέλες στη 
σακούλα…* 

*Θέλω να ζήσω δίπλα σε πρόσωπα με ανθρώπινη υπόσταση.* 
*Που μπορούν να γελούν με τα λάθη τους.* 
*Πoυ δεν επαίρονται για το θρίαμβό τους.* 
*Που δε θεωρούν τον εαυτό τους εκλεκτό, πριν από την ώρα τους.* 
*Που δεν αποφεύγουν τις ευθύνες τους.* 
*Που υπερασπίζονται την ανθρώπινη αξιοπρέπεια* 
*Και που το μόνο που επιθυμούν είναι να βαδίζουν μαζί με την αλήθεια και 
την ειλικρίνεια.* 

*Το ουσιώδες είναι αυτό που αξίζει τον κόπο στη ζωή.* 

*Θέλω να περιτριγυρίζομαι από πρόσωπα που ξέρουν να αγγίζουν την καρδιά των 
ανθρώπων…* 

*Άνθρωποι τους οποίους τα σκληρά χτυπήματα της ζωής τους δίδαξαν πως 
μεγαλώνει κανείς με απαλά αγγίγματα στην ψυχή.* 

*Ναι, βιάζομαι, αλλά μόνο για να ζήσω με την ένταση που μόνο η ωριμότητα 
μπορεί να σου χαρίσει.* 

*Σκοπεύω να μην πάει χαμένη καμιά από τις καραμέλες που μου 
απομένουν…Είμαι σίγουρος ότι ορισμένες θα είναι πιο νόστιμες απ’όσες έχω 
ήδη φάει.* 

*Σκοπός μου είναι να φτάσω ως το τέλος ικανοποιημένος και σε ειρήνη με τη 
συνείδησή μου και τους αγαπημένους μου…»* 

…..Ο λόγος τώρα που ήσαν τρία τα φύλα και είχαν αυτή την εμφάνιση, είναι διότι το αρσενικό ήταν αρχικά γέννημα του ηλίου, το θηλυκό της γης, το ανάμεικτο της σελήνης. Αφού και η σελήνη αποτελείται και από τα δύο. Περιφερικά πάλι ήσαν και αυτά και ο τρόπος της μετακινήσεώς των, διότι ομοίαζαν με τους προγόνους τους. Η σωματική τους δύναμη και η αντοχή τους ήταν τρομερά, και είχαν απέραντη έπαρση. Τα έβαλαν μάλιστα με τους θεούς. Αυτό που διηγείται ο Όμηρος για τον Ώτο και τον Εφιάλτη, αναφέρεται σε εκείνους κυρίως: τόλμησαν να κατασκευάσουν ανάβαση προς τον ουρανό για να κτυπήσουν τους θεούς.

15. Ο Ζευς τότε σκεπτόταν με τους άλλους θεούς, τι να τους κάμουν, και δεν εύρισκαν λύση. Να τους σκοτώσουν και με τους κεραυνούς να εξαφανίσουν το γένος τους, όπως τους Γίγαντες, δεν τους φαινόταν σωστό. Η λατρεία τότε και οι θυσίες των ανθρώπων θα χάνονταν. Ούτε πάλι να τους ανέχονται ν’ ασχημονούν. Τέλος ύστερ’ από πολλά είχε ο Ζεύς μια έμπνευση και τους λέγει:

“Έχω, μου φαίνεται, ένα μέσον, ώστε και να διατηρηθεί η ανθρωπότητα και να παραιτηθεί από την αυθάδειά της: να γίνουν ασθενέστεροι. Προς το παρόν” είπε “θα τους κόψω σε δύο μέρη τον καθένα. Έτσι θα γίνουν αφ’ ενός μεν ανίσχυροι, αφ’ ετέρου δε χρησιμότεροι για μάς, αφού θα είναι αριθμητικώς περισσότεροι. Θα περπατούν δε ορθοί με τα δύο πόδια. Αν όμως αποδειχθεί ότι εξακολουθούν να είναι ανυπότακτοι και δεν θέλουν να καθίσουν ήσυχα, δεύτερη φορά”, είπε, “θα τους χωρίσω και πάλι στα δύο, ώστε να περπατούν με το ένα σκέλος, σαν να παίζουν κουτσό”.

Είπε και άρχισε να σχίζει τους ανθρώπους σε δύο, όπως αυτοί που σχίζουν τα βερύκοκκα για να τα διατηρήσουν, ή όπως αυτοί που σχίζουν τα αυγά με την τρίχα. Τον καθένα που χώριζε, ανέθετε στον Απόλλωνα να του γυρίσει το πρόσωπο και το ήμισυ του λαιμού προς το μέρος της τομής. Έτσι θα έβλεπε ο άνθρωπος το σχίσιμό του και θα καθόταν πιο φρόνιμος. Επίσης τα άλλα τον διέταξε να τα τακτοποιήσει. Πράγματι, εκείνος γύριζε το πρόσωπο και τραβούσε το δέρμα απ’ όλα τα μέρη προς το σημείο που λέγεται σήμερα κοιλία, και το έδενε όπως τα σουρωτά πουγγιά, αφήνοντας ένα στόμιο στο κέντρο της κοιλίας, αυτό που λέγουν σήμερα τον ομφαλό. Τις ρυτίδες τις άλλες τις περισσότερες τις εξομάλυνε και διευθέτησε τα στήθη μ’ ένα εργαλείο, όπως αυτό που έχουν οι τσαγκάρηδες για να ισιώνουν τα ζαρώματα των δερμάτων στα καλαπόδια. Μερικές αφήκε μόνο εκεί κοντά στην κοιλιά και τον ομφαλό, να μένουν σαν ενθύμιο του τι πάθαμε κάποτε

Μετά την διχοτόμηση λοιπόν του οργανισμού μας αναζητούσε το καθένα το άλλο ήμισυ και πήγαιναν μαζί. Τύλιγαν τότε τα χέρια τους ο ένας γύρω από τον άλλον, και έτσι σφιχταγκαλιασμένοι, γεμάτοι πόθο να κολλήσουν μαζί, εύρισκαν τον θάνατο από την πείνα και γενικά από την ανικανότητα προς οποιανδήποτε ενέργεια. Χωρισμένοι ο ένας από τον άλλον δεν δέχονταν να κάμουν τίποτα. Όποτε δε το ένα ήμισυ πέθαινε και έμενε το άλλο, αυτό που έμενε, ζητούσε ένα άλλο ν’ αγκαλιάσει, είτε το ήμισυ γυναικός πλήρους ήταν (αυτό που ονομάζουμε σήμερα γυναίκα) είτε ανδρός – αυτό που εύρισκε εμπρός του. Και έτσι χάνονταν. Τους λυπήθηκε λοιπόν ο Ζεύς και μηχανεύεται άλλο τέχνασμα: μεταφέρει τα γεννητικά τους όργανα προς τα εμπρός. Ως τώρα τα είχαν και αυτά προς τα έξω και η γονιμοποίηση και γέννηση γινόταν όχι μέσα τους, αλλά στο χώμα, όπως στα τζιτζίκια. Τους τα μετέθεσε λοιπόν, όπως είπαμε, προς τα εμπρός και κανόνισε η αναπαραγωγή να γίνεται δια μέσου των οργάνων αυτών εντός των δύο φύλων, δια του αρσενικού εντός του θηλυκού. Και τούτο με την πρόθεση, ώστε με το αγκάλιασμα, αν μεν τύχει και συναντηθούν άνδρας και γυναίκα, να γονιμοποιούν και έτσι ν’ αναπαράγεται το είδος. Και αν πάλι αρσενικό μ’ αρσενικό, να προκαλείται επί τέλους χορτασμός της συνουσίας και να κάνουν διαλείμματα, ώστε να στραφούν προς τις εργασίες τους και να φροντίσουν και για τα υπόλοιπα ζητήματα της ζωής. Από τόσο παλαιά λοιπόν ο έρως των ανθρώπων μεταξύ των είναι ριζωμένος στη φύση τους και μας συνενώνει στην αρχική μας κατάσταση, και ζητεί να κάμει και πάλιν από τα δύο ένα και να επανορθώσει το πάθημα του ανθρωπίνου οργανισμού.

16. Ο καθένας μας λοιπόν είν’ ένα ημίτομον ανθρώπου, σχισμένος όπως είναι από ένας σε δύο, καθώς οι γλώσσες τα ψάρια. Και ζητεί διαρκώς ο καθένας το άλλο του ημίτομον. Τώρα, όσοι από τους άνδρες είν’ απόκομμα από το φύλο το μεικτό, αυτό που ονομαζόταν τότε ανδρόγυνο, αυτοί είναι γυναικομανείς. Και η πλειονότητα των μοιχών από το φύλο αυτό κατάγονται. Επίσης και όσες γυναίκες είναι ανδρομανείς και άπιστοι σύζυγοι κατάγονται από το φύλο τούτο. Οι γυναίκες πάλι που είναι απόκομμα ολόκληρης γυναίκας, αυτές δεν ενδιαφέρονται και πολύ για τους άνδρες. Έχουν στρέψει την προσοχή τους μάλλον στις γυναίκες. Απ’ αυτό το φύλο κατάγονται οι λεσβιάδες. Όσοι δε είναι αρσενικού απόκομμα, κυνηγούν τ’ αρσενικά. Εφ’ όσον μεν είναι παιδιά, αγαπούν τους άνδρες, αφού είναι τμήμα αρσενικού, και τους ευχαριστεί να κοιμούνται και να σφικταγκαλιάζονται με τους άνδρες μαζί. Και είν’ αυτοί οι εκλεκτοί μεταξύ των παιδιών και των εφήβων, επειδή έχουν στην φύση τους πολύ ανδρισμό. Μερικοί βέβαια τους αποκαλούν αδιάντροπους. Αλλά δεν είν’ αλήθεια. Διότι το κάνουν όχι από αναισχυντία, αλλ’ από θάρρος και από γενναιότητα και από τον αρρενωπό τους χαρακτήρα. Τους ενθουσιάζει ό,τι είναι όμοιο προς την φύση τους. Απόδειξη τρανή όταν εξελιχθούν, είναι οι μόνοι που αποδεικνύονται, στα πολιτικά, άνδρες αληθινοί. Όταν δε γίνουν άνδρες, επιδίδονται στον έρωτα των παιδιών και δεν ενδιαφέρονται για τον γάμο και την απόκτηση παιδιών από φυσική κλίση, αλλά μόνον επειδή είναι ικανοποιημένοι από το έθιμο. Οι ίδιοι είναι ικανοποιημένοι να περάσουν μαζί τη ζωή τους άγαμοι. Οπωσδήποτε ένας τέτοιου είδους εξελίσσεται σε άνθρωπο γεμάτο έρωτα προς τ’ αγόρια και αγάπη προς τους εραστές του, διότι πάντοτε τον ευχαριστεί ό,τι είναι συγγενές.

Αν τύχει κάποτε μάλιστα να συναντήσει το ίδιον εκείνο το πραγματικό του ήμισυ, είτε ο παιδεραστής είτε οποιοσδήποτε άλλος, τότε πλέον η συγκίνησή τους είναι εξαιρετική από το αίσθημα στοργής, κοινής καταγωγής, έρωτος. Ούτε στιγμή, θα έλεγα, δεν δέχονται ν’ αποχωρισθούν. Αυτοί είναι, που περνούν πιστοί μεταξύ τους ολόκληρη ζωή. Οι ίδιοι δεν θα ήσαν σε θέση καν να εκφράσουν, τι θέλει επί τέλους ο ένας από τον άλλον. Διότι δεν είναι καθόλου δυνατόν να πιστευθεί, ότι είναι η ερωτική απόλαυση, και ότι επομένως χάριν αυτής ευχαριστούνται ο ένας από του άλλου την συμβίωση με πάθος τόσο σφοδρό. Κάτι άλλο είναι μάλλον – το βλέπει κανείς – αυτό που θέλει και των δύο η ψυχή, κάτι που δεν μπορεί να εκφράσει. Διαισθάνεται όμως τι θέλει και το υποδηλώνει σκοτεινά. Και αν, τη ώρα που είναι πλαγιασμένοι μαζί, ερχόταν από πάνω τους ο Ήφαιστος με τα εργαλεία του και τους ρωτούσε:

“Τι είν’ αυτό που ζητείτε, άνθρωποι, ο ένας από τον άλλον;”

Και αν εκείνοι δεν ήξεραν τι ν’ απαντήσουν, και τους ρωτούσε και πάλι:

“Θέλετε μήπως αυτό; να μείνετε μαζί ο ένας με τον άλλον όσον το δυνατόν περισσότερο, ώστε και νύκτα και ημέρα να μην αποχωρίζεσθε; Αν πράγματι αυτός είναι ο πόθος σας, τότε είμαι πρόθυμος να σας καλουπώσω και να σας σφυρηλατήσω σε ένα κομμάτι, ώστε από δύο να γίνετε αμέσως ένας, και όσον καιρό ζείτε, να ζείτε και οι δύο σας κοινή ζωή σαν ένας, και πάλι όταν πεθάνετε, εκεί κάτω στον Άδη ένας να είσθε και όχι δύο, σε ένα ταυτόχρονο θάνατο. Σκεφθείτε λοιπόν, αν αυτό είναι που ποθείτε, και αν θα μείνετε ευχαριστημένοι, αν τούτο πετύχετε”.

Μόλις ακούσει αυτά, ούτε ένας – είμαστε βέβαιοι – δεν θα έλεγε όχι, ούτε θα εκδήλωνε άλλη επιθυμία. Αντίθετα θα πίστευε, πως άκουσε απαράλλακτα ό,τι τόσο καιρό τώρα ποθούσε, να ενωθεί και να συγχωνευθεί με τον αγαπημένο του, ώστε να γίνουν ένας αντί δύο.

Η αιτία τούτου είναι, ότι αυτή ήταν η πρωταρχική φύση και ότι κάποτε ήμασταν ολόκληροι. Του ολοκλήρου λοιπόν ο πόθος και η ορμή έχει τ’ όνομα έρως

Για τους λόγους τούτους πρέπει ο ένας τον άλλον να συμβουλεύει, να έχει σεβασμό προς τους θεούς, ώστε ν’ αποφύγουμε εκείνα, να πραγματοποιήσουμε δε τα άλλα, καθώς ο Έρως είναι οδηγητής μας και κυβερνήτης μας. Εναντίον αυτού κανείς να μην αντιδρά, και αντιδρά όποιος επισύρει το μίσος των θεών. Ενώ αν γίνουμε αγαπημένοι του θεού και ειρηνεύσουμε μαζί του, θ’ ανακαλύψουμε και θα επικοινωνήσουμε με τους αγαπημένους μας, τους πραγματικά δικούς μας, πράγμα το οποίο λίγοι σήμερα κατορθώνουν.

Και ας μη νομίσει ο Ερυξίμαχος, για να γελοιοποιήσει την ομιλία μου, πως αναφέρομαι στον Παυσανία και τον Αγάθωνα. Δυνατόν ν’ ανήκουν και αυτοί σε εκείνους και να είναι και οι δύο φύσεως αρσενικής. Αλλ’ εγώ μιλώ για όλους ανεξαιρέτως, άνδρες και γυναίκες, ότι μόνον κατ’ αυτόν τον τρόπον το γένος μας θα επετύγχανε ευδαιμονία, αν δηλαδή φθάσουμε στο φυσικό αποτέλεσμα του έρωτος και βρει ο καθένας μας τον αγαπημένο τον δικό του, ώστε να επανέλθει στην πρωταρχική κατάσταση. Και αν είναι αυτό το ιδεώδες, εκείνο που ευρίσκεται πλησιέστατα προς αυτό στην παρούσα κατάσταση των πραγμάτων, είναι κατ’ ανάγκη το καλύτερο. Και αυτό είναι να επιτύχει κανείς αγαπημένο, γεννημένο σύμφωνα με τις προτιμήσεις του.

Τούτου τον δωρητή θεό αν θέλουμε να υμνήσουμε, τον Έρωτα είναι δίκαιο να υμνήσουμε, ο οποίος και στο παρόν μας προσφέρει πλήθος ευεργεσίες, σαν οδηγητής προς τις συγγενείς μας φύσεις, και για το μέλλον μας χαρίζει πλούσιες ελπίδες, εφ’ όσον εμείς αποδίδουμε προς τους θεούς σεβασμό, να μας επαναφέρει στην αρχική μας κατάσταση και να μας θεραπεύσει, να μας καταστήσει κατ’ αυτόν τον τρόπον μακαρισμένους και ευτυχείς…..

Κυριακή Ψαρρού στις 7 Οκτωβρίου 2014

Εκείνη την πόλη δεν την κατοικούσαν άνθρωποι, όπως όλες τις άλλες πόλεις του πλανήτη. Σ’ εκείνη την πόλη κατοικούσαν πηγάδια. Πηγάδια ζωντανά … αλλά πηγάδια. Τα πηγάδια διέφεραν μεταξύ τους όχι μόνο ως προς τον τόπο όπου είχαν ανοιχτεί, αλλά και ως προς το στόμιο (το άνοιγμα που τα συνέδεε με τον εξωτερικό κόσμο).Υπήρχαν πηγάδια ευκατάστατα και πολυτελή, με στόμιο από μάρμαρο και όμορφα μέταλλα, πηγάδια ταπεινά από τούβλα και ξύλο, κι άλλα πιο φτωχά, απλές γυμνές τρύπες που ανοίγονταν στη γη.

Η επικοινωνία μεταξύ των κατοίκων της πόλης γινόταν από στόμιο σε στόμιο, και οι ειδήσεις έφταναν γρήγορα απ’ άκρη σ’ άκρη.
Μια μέρα, έφτασε στην πόλη μια «μόδα» που μάλλον είχε γεννηθεί σε κάποιο ανθρώπινο χωριό.
Η νέα ιδέα ήταν ότι κάθε ζωντανό όν που εκτιμούσε τον εαυτό του θα έπρεπε να φροντίζει πολύ περισσότερο το εσωτερικό παρά το εξωτερικό. Το σημαντικό δεν ήταν η επιφάνεια, αλλά το περιεχόμενο.
Έτσι έγινε, και τα πηγάδια άρχισαν να γεμίζουν με αντικείμενα.
Μερικά γέμισαν με κοσμήματα, χρυσά νομίσματα και πολύτιμες πέτρες. Άλλα, πιο πρακτικά, γέμισαν με ηλεκτρικές συσκευές και μηχανές. Μερικά άλλα επέλεξαν την τέχνη και γέμισαν με πίνακες ζωγραφικής, πιάνα με ουρά και εξεζητημένα μεταμοντέρνα γλυπτά. Τέλος, τα διανοούμενα γέμισαν με βιβλία, ιδεολογικά μανιφέστα και εξειδικευμένα περιοδικά.
Πέρασε ο καιρός. Τα περισσότερα πηγάδια γέμισαν σε τέτοιο σημείο, ώστε τίποτ’ άλλο δεν χωρούσε.
Τα πηγάδια δεν ήταν όλα ίδια, οπότε κάποια συμβιβάστηκαν, ενώ άλλα σκέφτηκαν πως έπρεπε να κάνουν κάτι για να συνεχίσουν να συσσωρεύουν πράγματα στο εσωτερικό τους …
Ένα απ’ αυτά έκανε την αρχή. Αντί να συμπιέζει το περιεχόμενο, σκέφτηκε να αυξήσει τη χωρητικότητά του διευρύνοντας το χώρο του.
Δεν πέρασε πολύς καιρός, κι άρχισαν και τα υπόλοιπα να μιμούνται την καινούργια ιδέα. Όλα τα πηγάδια δαπανούσαν μεγάλο μέρος της ενέργειάς τους για να επεκταθούν και ν’ αποκτήσουν περισσότερο χώρο στο εσωτερικό τους.
Ένα πηγάδι, μικρό κι απόκεντρο, άρχισε να βλέπει τους συντρόφους του να επεκτείνονται χωρίς μέτρο. Σκέφτηκε ότι αν συνέχιζαν να διευρύνονται με αυτόν τον τρόπο, σύντομα θα μπέρδευαν τα όριά τους και το κάθε ένα θα έχανε την ταυτότητά του…
Ίσως, ξεκινώντας από αυτήν την ιδέα, σκέφτηκε ότι ένας διαφορετικός τρόπος για να αυξήσει τη χωρητικότητά του ήταν να μεγαλώσει όχι φαρδαίνοντας, άλλα βαθαίνοντας. Να επεκταθεί σε βάθος αντί για πλάτος. Σύντομα συνειδητοποίησε ότι όλα όσα είχε στο εσωτερικό του έκαναν αδύνατη την εργασία της εκβάθυνσης. Αν ήθελε να γίνει πιο βαθύ, όφειλε να ξεφορτωθεί ολόκληρο το περιεχόμενό του …
Στην αρχή, το κενό το τρόμαξε. Αλλά αργότερα, όταν είδε ότι δεν είχε άλλη επιλογή, το έκανε.
Χωρίς τίποτα στην κατοχή του, το πηγάδι άρχισε να βαθαίνει, ενώ τα υπόλοιπα άρπαζαν τα αντικείμενα που είχε πετάξει …
Μια μέρα, κάτι ξάφνιασε το πηγάδι που μεγάλωνε προς τα κάτω. Κάτω, πολύ κάτω, πολύ στο βάθος … βρήκε νερό!
Ποτέ πριν άλλο πηγάδι δεν είχε ξαναβρεί νερό.
Το πηγάδι ξεπέρασε την έκπληξή του κι άρχισε να παίζει με το νερό καταβρέχοντας τα τοιχώματά του, πιτσιλώντας το στόμιό του και, τέλος, βγάζοντας το νερό προς τα έξω.
Η πόλη δεν είχε ποτέ βραχεί από τίποτ’ άλλο πέρα από τη βροχή η οποία, εκ των πραγμάτων, ήταν αρκετά σπάνια, Έτσι, η γη τριγύρω απ’ το πηγάδι, αναζωογονημένη από το νερό, άρχισε να ξυπνά.
Οι σπόροι βλάστησαν παίρνοντας τη μορφή χλόης, τριφυλλιών, λουλουδιών και αδύναμων κορμών που μετατράπηκαν αργότερα σε δέντρα …
Μια έκρηξη χρωμάτων και ζωής απλώθηκε γύρω από το απομακρυσμένο πηγάδι το οποίο άρχισαν να αποκαλούν : ‘Το Περιβόλι”.
Όλοι το ρωτούσαν πως είχε καταφέρει αυτό το θαύμα.
“Δεν είναι κανένα θαύμα”, απαντούσε το Περιβόλι.
“Πρέπει να σκάψεις στο εσωτερικό , προς τα μέσα”.
Πολλοί θέλησαν να ακολουθήσουν το παράδειγμα του Περιβολιού , αλλά αποδοκίμασαν την ιδέα όταν συνειδητοποίησαν ότι , για να βαθύνουν , θα έπρεπε πρώτα να αδειάσουν.
Συνέχισαν να διευρύνονται όλο και πιο πολύ για να γεμίσουν με περισσότερα ακόμα πράγματα…
Στην άλλη άκρη της πόλης , ένα άλλο πηγάδι αποφάσισε κι αυτό να πάρει το ρίσκο να αδειάσει…Κι άρχισε κι αυτό να βαθαίνει…
Κι έφτασε κι αυτό στο νερό…Και το έριξε κι αυτό προς τα έξω δημιουργώντας μια δεύτερη όαση στο χωριό…
“Τι θα κάνεις όταν θα τελειώσει το νερό ;” , το ρωτούσαν.
“Δεν ξέρω τι θα συμβεί” απαντούσε.
“Αλλά προς το παρόν , όσο περισσότερο νερό βγάζω , τόσο περισσότερο βρίσκω”.
Πέρασαν μερικοί μήνες μέχρι τη μεγάλη ανακάλυψη . Μια μέρα , σχεδόν κατά τύχη, τα δυο πηγάδια κατάλαβαν ότι το νερό που είχαν βρει στο βάθος τους ήταν το ίδιο…
Ότι το ίδιο υπόγειο ποτάμι που περνούσε από το ένα , γέμιζε το βάθος του άλλου. Κατάλαβαν ότι ξεκινούσε γι’ αυτά μια καινούργια ζωή. Όχι μόνο μπορούσαν να επικοινωνούν από στόμιο σε στόμιο , επιφανειακά , όπως όλοι οι άλλοι , αλλά η αναζήτησή τους , τους είχε προσφέρει ένα νέο και μυστικό σημείο επαφής.
Είχαν ανακαλύψει τη βαθιά επικοινωνία που πετυχαίνουν μόνον εκείνοι που έχουν το θάρρος να αδειάσουν από κάθε περιεχόμενο και να ψάξουν στο βάθος της ύπαρξής τους για να βρουν τι έχουν να δώσουν…
Απόσπασμα από το βιβλίο «ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΝΑ ΣΚΕΦΤΕΙΣ» – Χόρχε Μπουκάι

www.attikanea.blogspot.gr

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 3 Οκτωβρίου 2014

……ΟΤΑΝ ΕΙΜΑΣΤΕ ΝΕΟΙ, Ο,ΤΙ ΚΑΙ ΝΑ ΜΑΣ ΛΕΝΕ ΟΙ ΑΛΛΟΙ, θεωρούμε πως η ζωή είναι ατέλειωτη και χρησιμοποιούμε τον χρόνο μας απερίσκεπτα -όσο μεγαλώνουμε όμως, αρχίζουμε να κάνουμε οικονομία. Γιατί προς τα τέλη της ζωής μας, κάθε μέρα που ζούμε μας προκαλεί μια αίσθηση που μοιάζει μ’ αυτήν που έχει σε κάθε του βήμα ο εγκληματίας, όταν τον πάνε στο ικρίωμα.

ΟΣΟ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΖΟΥΜΕ, τόσο λιγότερα γεγονότα μάς φαίνονται σημαντικά, ή αρκετά σπουδαία, για να θέλουμε να τα θυμόμαστε αργότερα, να τα κρατήσουμε δηλαδή σταθερά στη μνήμη μας: γι’ αυτό και μόλις περάσουν, τα ξεχνάμε. Περνάει λοιπόν ο χρόνος έτσι, χωρίς ν’ αφήνει ίχνη.

ΟΣΟ ΜΕΓΑΛΩΝΟΥΜΕ, ΖΟΥΜΕ με όλο και λιγότερη συνείδηση. Τα πράγματα έρχονται και παρέρχονται χωρίς να μας κάνουν εντύπωση· σαν ένα έργο τέχνης που το έχουμε δει χιλιάδες φορές: κάνουμε αυτό που πρέπει να κάνουμε και μετά δεν ξέρουμε αν το έχουμε κάνει ή όχι. Και καθώς η ζωή γίνεται όλο και πιο ασυναίσθητη, επιταχύνεται και η γενικότερη ασυνειδησία, οπότε η ζωή περνάει όλο και πιο γρήγορα.

ΓΕΝΙΚΑ ΜΠΟΡΕΙ ΚΑΝΕΙΣ ΝΑ ΠΕΙ ότι τα πρώτα σαράντα χρό­νια της ζωής μάς δίνουν το κείμενο, τα επόμενα τριάντα τα σχόλια πάνω στο κείμενο, τα οποία μας επιτρέπουν να καταλάβουμε για πρώτη φορά σωστά το νόημα, τις ανα­φορές, τα ηθικά διδάγματα και τις λεπτές έννοιες του κει­μένου.

ΠΡΟΣ ΤΑ ΤΕΛΗ ΤΗΣ ΖΩΗΣ, συμβαίνει κάτι ανάλογο μ’ αυτό που γίνεται στο τέλος ενός χορού μεταμφιεσμένων: πέφτουν οι μάσκες. Τότε βλέπεις καθαρά ποιους ακρι­βώς είχες συναναστραφεί στη διάρκεια της ζωής σου. Γιατί τότε βγαίνουν οι χαρακτήρες των ανθρώπων πραγ­ματικά στο φως, οι πράξεις έχουν επιτέλους καρποφορή­σει, τα επιτεύγματα έχουν σωστά εκτιμηθεί και καθετί το ψεύτικο έχει γκρεμιστεί.

ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΑΜΙΑ ΑΜΦΙΒΟΛΙΑ ότι γενικά, και ανεξάρτητα από τις επιμέρους συνθήκες και τις ιδιαιτερότητες, η νιότη χαρακτηρίζεται από μια κάποια μελαγχολία και θλίψη, ενώ τα γηρατειά αντίθετα χαρακτηρίζονται από μια σχε­τική ευθυμία: και ο λόγος γι’ αυτό δεν είναι άλλος απ’ το γεγονός ότι ο νέος υπηρετεί δουλικά τον δαίμονα εκείνο, που δεν τον αφήνει ούτε στιγμή ήσυχο.

ΣΤΟ ΙΔΙΟ ΑΙΤΙΟ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΑΠΟΔΟΘΕΙ σχεδόν κάθε δυστυχία που καταδυνα­στεύει ή απειλεί τον άνθρωπο. Ο ηλικιωμένος όμως είναι χαρούμενος και γαλήνιος, μοιάζει με κάποιον που μετά από πολλά χρόνια έχει απαλλαγεί από τα δεσμά του και κινείται πια ελεύθερα. Από την άλλη μεριά ωστόσο πρέ­πει να ειπωθεί ότι, όταν σβήνει το σεξουαλικό ένστικτο, χάνεται ο πραγματικός πυρήνας της ζωής, και το μόνο που μένει είναι το κέλυφος· η ζωή δηλαδή μοιάζει με μια κωμωδία, που ξεκινάει με κανονικούς ηθοποιούς και μετά συνεχίζει να παίζεται μέχρι το τέλος από κούκλες που έχουν φορέσει τα ρούχα των ανθρώπων………

Κυριακή Ψαρρού στις 12 Σεπτεμβρίου 2014

Δυο γέροι παπάδες, ιερομόναχοι, είχαν φιλία και κάθε βράδυ ο ένας πήγαινε στο σπίτι του άλλου για να περάσουν την ώρα. Αλλ’ αντί να μιλήσουνε, μόλις λέγανε δυο λέξεις, κοιμόντουσαν στο κάθισμά τους. Όταν ξυπνούσαν, μετά ώρα πολλή, έλεγε ο ένας στον άλλον: -Καληνύχτα, πάτερ τάδε, καλά περάσαμε κι απόψε!

“ΠΑΝΩ ΣΤΗ ΓΑΛΗΝΗ” Εκδόσεις ΣΤΑΧΥ

 Τώρα θα παρακαλέσουν το Θεό, θα τον ευχαριστήσουν για τη νίκη και θα τον παρακαλέσουν να τους βοηθήσει να σκοτώσουν πολλούς εχθρούς! Απ’ την άλλη μεριά οι ιμάμηδες και οι λοιποί χοτζάδες θα παρακαλέσουν και αυτοί το Θεό για να τους βοηθήσει και έτσι ο Θεός θα βρεθεί σε δύσκολη θέση σε ποιον από τους δυο να δώσει βοήθεια…

“Ο ΛΑΓΚΑΣ” Εκδόσεις ΣΤΑΧΥ

 από το logomnimon.wordpress.com
Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 17 Αυγούστου 2014

Αφορμή για την εμφάνιση της Ελληνικής Λαογραφίας ως επιστήμης με τη συγκέντρωση στοιχείων σχετικών με τον ελληνικό λαϊκό πολιτισμό και τις ρίζες του έδωσε η ανθελληνική πολιτική ορισμένων Ευρωπαίων λογίων και ιδιαίτερα του Fallmerayer, ο οποίος αμφισβήτησε την εθνική συνέχεια των Ελλήνων με τη θεωρία του για τον πλήρη εκσλαβισμό και εξαλβανισμό τους.

 

Ο Fallmerayer ήταν καθηγητής της ιστορίας στο Μόναχο, όταν παρουσίασε την ανθελληνική του θεωρία στον πρόλογο του έργου του για την ιστορία της Πελοποννήσου. Επισκέφτηκε πολλές φορές την Ελλάδα για να  επιτοπίως τις απόψεις του σχετικά με την καταγωγή των Ελλήνων και δούλεψε με εμπάθεια πάνω σ’ αυτές δημοσιεύοντας ως το θάνατό του σχόλια και κριτικές για την υποστήριξή τους.

 

Στην ανθελληνική αυτή πρόκληση η απάντηση ήταν οι έντονες αντιδράσεις από Έλληνες λόγιους και φιλέλληνες. Η κατά μέτωπο επίθεση του Fallmerayer στον πολύπαθο ελληνικό λαό, που με σκληρούς αγώνες αποτίναξε τον τουρκικό ζυγό και ανέκτησε την ελευθερία του διατηρώντας την εθνική του συνείδηση, του δημιούργησε επικίνδυνα τραύματα. Η αντίδραση εκδηλώθηκε αμέσως από λόγιους και φιλέλληνες, που απάντησαν με την κατεργασία πολλών γλωσσικών ιστορικών και λαογραφικών στοιχείων. Ενδεικτικοί είναι οι κόποι επιφανών Ελλήνων και ξένων λογίων προς την κατεύθυνση αυτή, όπως του Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου, του Σλοβένιου Kοpitar, του Σπυρίδωνα Λάμπρου, του Κωνσταντίνου Άμαντου, των Γερμανών Hοpf και Zinkeisen, του Παύλου Καρολίδη και άλλων.

 

Με συγγράμματά τους, που είδαν το φως της δημοσιότητας, οι λόγιοι αυτοί υποστήριξαν δυναμικά την αδιάσπαστη συνοχή του ελληνικού εθνικού βίου από τα αρχαία χρόνια ως τη σύγχρονή τους εποχή, συγκεντρώνοντας ενδείξεις, που πιστοποιούσαν την ομοιότητα των στοιχείων της εποχής τους με στοιχεία προγενέστερων εποχών, ακόμη και με άλλα που ανάγονται στους αρχαίους ελληνικούς χρόνους.

 

Για λόγους πατριωτικούς στην αρχή και καθαρά επιστημονικούς αργότερα η επίθεση του Fallmerayer αποτέλεσε πρόκληση στη συνείδηση την πνευματικά προικισμένων Ελλήνων και Φιλελλήνων, των οποίων το ενδιαφέρον για τον ελληνικό λαό και την εθνική του υπόσταση έφερε στο φως τα πρώτα λαογραφικά στοιχεία του ελληνικού έθνους.

 

Εκτός από τις εργασίες των λογίων, πολλά περιοδικά όπως τα γνωστά της εποχής, όπως η  και η , δημοσίευσαν άφθονη λαογραφική ύλη, ενώ το Πανεπιστήμιο της Αθήνας προκήρυξε διαγωνισμό για τον σκοπό αυτό.

 

Εκείνη την εποχή έκανε την εμφάνισή του στο λαογραφικό χώρο ο Ν. Πολίτης και στα πλαίσια της υπεράσπισης του ελληνικού έθνους από τις αλύπητες ανθελληνικές βολές εργάστηκε με φιλότιμο εδραιώνοντας στην Ελλάδα την επιστήμη της Λαογραφίας.

 

Σημαντική φυσιογνωμία, μια από τις κορυφαίες μορφές της Ελληνικής Λαογραφίας, με συγγραφικά χαρίσματα και σπουδαία οργανωτική ικανότητα, ο Νικόλαος Πολίτης άρχισε από νωρίς το λαογραφικό του έργο με τη δημοσίευση σχετικών σχολίων σε περιοδικά της εποχής.

 

Το έργο του , που εξέδωσε σε δύο μέρη το 1871 και 1874 βραβεύτηκε από τους κριτές του Ροδοκανακείου Φιλολογικού Διαγωνίσματος, ενώ η αναγνώριση του κύρους του ως σημαντικού λαογράφου προήλθε από τα έργα του ,  και τις σοφές του μελέτες, πολλές από τις οποίες περιέλαβε στα .

 

Ο Ν. Πολίτης υπήρξε καθηγητής της Ελληνικής Μυθολογίας και της Αρχαιολογίας από το 1890. Λίγα χρόνια αργότερα περιέλαβε και θέματα λαογραφικά στις πανεπιστημιακές του παραδόσεις. Ίδρυσε και οργάνωσε την  και το , με σκοπό να συστηματοποιήσει τη μελέτη των εκδηλώσεων του λαϊκού βίου. Εξάλλου τα περιοδικά  και  της Ακαδημίας Αθηνών, που είναι τα κυριότερα ελληνικά περιοδικά λαογραφικού περιεχομένου με διεθνή απήχηση, υπήρξαν αποκυήματα της δημιουργικής έμπνευσης του Ν. Πολίτη.

 

Ο Πολίτης ήταν εκείνος που πρότεινε στο Βυζαντινό τμήμα του 16ου Συνεδρίου των Ανατολιστών στην Αθήνα τη μελέτη της λαογραφίας του βυζαντινού κόσμου, όπου εντοπίζεται η απαρχή πολλών εκδηλώσεων της ζωής του ελληνικού λαού και διαπιστώνεται η εθνική του συνέχεια, πρόταση που έγινε αποδεκτή με ιδιαίτερο ενθουσιασμό και ξεκίνησε μια λαογραφική δραστηριότητα, που απέφερε σημαντικούς πνευματικούς καρπούς στη λαογραφική έρευνα.

 

Ο όρος  Στον Πολίτη αποδίδεται και η χρήση του όρου , για να δηλωθεί η λαογραφική επιστήμη και μάλιστα στο περιοδικό  κατά το έτος 1884. Ο όρος ήταν γνωστός από τους αλεξανδρινούς χρόνους με την έννοια κεφαλικού φόρου για τον ανδρικό πληθυσμό της Αιγύπτου, που ήταν υποχρεωμένος να τον καταβάλλει από το 14ο έτος της ηλικίας του ως το 60ο ή 70ο. Όσοι υπάγονταν σ’ αυτή την εισφορά ονομάζονταν , ενώ όσοι ήταν υπεύθυνοι για την καταβολή της .

 

Ο Πολίτης έχοντας υπόψη του ότι λέξεις συνώνυμες των λέξεων  και  είχαν ήδη χρησιμοποιηθεί για να δηλώσουν σχετικές με τη λαογραφία επιστήμες όπως λαογραφία, εθνογραφία χρησιμοποίησε τον όρο  χωρίς δισταγμό, για να εκφράσει την επιστήμη που αντικείμενό της είναι ο λαός και οι εκδηλώσεις του.

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 6 Αυγούστου 2014

O Λέο Μπουσκάλια μέσα από το βιβλίο του «Να ζεις, ν’ αγαπάς, να μαθαίνεις» μας δίνει 10 λέξεις οδηγό για να μας συντροφεύουν στο ταξίδι της ζωής μας.

 

1. ΟΡΘΗ  ΓΝΩΣΗ, για να μας δώσει τα απαραίτητα εργαλεία για το ταξίδι.

 

2. ΣΟΦΙΑ, για να χρησιμοποιήσουμε τη συσσωρευμένη γνώση του παρελθόντος με τρόπο που θα μας βοηθήσει να ανακαλύψουμε την παρουσία μας, το «τώρα».

 

3. ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ, για να δεχόμαστε τους άλλους που έχουν ίσως διαφορετικό τρόπο από το δικό μας, με λεπτότητα και κατανόηση, καθώς προχωράμε μαζί τους ή αναμεσά τους ή γύρω τους στο δρόμο της ζωής μας.

 

4. ΑΡΜΟΝΙΑ, για να μπορούμε να δεχόμαστε τη φυσική ροή της ζωής.

 

5. ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΟΤΗΤΑ, για να συνειδητοποιήσουμε και να αναγνωρίσουμε νέες λύσεις και άγνωστα μονοπάτια στο δρόμο μας.

 

6. ΔΥΝΑΜΗ, για να αντισταθούμε στο φόβο και να προχωρήσουμε μπροστά, παρά την αβεβαιότητα, χωρίς εγγυήσεις ή πληρωμή.

 

7.  ΓΑΛΗΝΗ, για να στεκόμαστε γερά στα πόδια μας.

 

8. ΧΑΡΑ, για να είμαστε πάντα γεμάτοι τραγούδια, γέλια και χορούς.

 

9. ΑΓΑΠΗ, ο σίγουρος οδηγός  προς το υψηλότερο επίπεδο συνειδητότητας που είναι ικανός να φτάσει ο άνθρωπος.

 

10. ΕΝΟΤΗΤΑ, κι αυτό μας ξαναφέρνει εκεί απ’όπου ξεκινήσαμε, τη θέση όπου είμαστε ένα με τον εαυτό μας και με όλα τα άλλα πράγματα.

 

 

Κυριακή Ψαρρού στις 6 Αυγούστου 2014

Ὅταν ἤμουνα πολὺ μικρὸ παιδάκι, τεσσάρων ὡς πέντε χρονῶ, συνηθίζαμε νὰ κοιμόμαστε κάθε μεσημέρι τὸ καλοκαίρι στρωματσάδα στὴν αὐλὴ τοῦ σπιτιοῦ μας, ποὺ βρισκόταν ὁδὸς Πελοποννήσου.

Ἕνα μεσημέρι τὸ λοιπόν, ὅταν ὁ ὕπνος πῆρε τὸν πατέρα μου καὶ τὴ μητέρα μου, ἐγὼ βγῆκα στὸ δρόμο. Ἐκεῖ ποὺ ’παιζα, σταμάτησε ἄξαφνα μπροστά μου μιά καρότσα. Μέσα ἦταν ἕνας κύριος καὶ μιά κυρία. Καὶ χωρὶς νὰ τὸ περιμένω μὲ ἅρπαξε ὁ κύριος καὶ μ’ ἔβαλε μὲς τὴν καρότσα, ποὺ ξεκίνησε τρέχοντας.

Ὅσο ἔτρεχε ἡ καρότσα τόσο ἐγὼ φώναζα δυνατὰ τὸν πατέρα μου νὰ μὲ σώσει. Κι ὁ κύριος κι ἡ κυρία προσπαθούσανε νὰ μὲ σωπάσουνε δίνοντάς μου παιχνίδια καὶ γλυκά. Μόλις ἔστριψε τὸ πρῶτο στενὸ ἡ καρότσα βλέπω τὸν πατέρα μου νὰ τηνὲ σταματάει καὶ νὰ φωνάζει: «Γιὰ θὰ μοῦ δώσετε τὸ παιδί, γιὰ θὰ κάνω τούμπα τὴν καρότσα». Ἡ κυρία, σὰν εἶδε τὴν καρότσα νὰ σηκώνεται ἀπὸ τὴ μιὰ μπάντα ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ πατέρα μου, φώναξε: «Μή, γιὰ τὸ Θεό, καὶ πάρε τὸ παιδί».

Ὁ πατέρας μου ἦταν ἕνας ἀπὸ τοὺς πιὸ δυνατοὺς ἀνθρώπους ποὺ εἶχε τότες ἡ Ἀθήνα. Κι ἐγὼ τὸ κακότυχο γιόμισα ἀπὸ χαρὰ γιατί γύρισα στοὺς γονιούς μου.

Ὕστερα ἀπὸ ἕνα χρόνο ἀλλάξαμε σπίτι, πήγαμε στὴν ὁδὸ Ἄστρους, πίσω ἀπὸ τὸ μηχανουργεῖο Βλαχάνη, ὅπου τώρα εἶναι ἡ «BIO», γιατί θὰ πλερώναμε πιὸ λίγο νοίκι. Αὐτὸ ἤτανε τὸ σπίτι τοῦ Γιώργη Ματζούρη. Σ’ αὐτὸ τὸ γρουσούζικο σπίτι μία μέρα μᾶς εἴπανε πὼς τὸν πατέρα μου, ποὺ δούλευε ἐργάτης στὴν Ἀκρόπολη, τὸν πλάκωσαν τὰ χώματα καὶ ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρεία τὸν πῆγε στὸ νοσοκομεῖο.

Ἀπὸ τότες ἀρχίσαμε νὰ πεινᾶμε πιὸ πολὺ ἀπὸ πρῶτα. Σὲ κάνα δύο μῆνες ἦρθε στὸ σπίτι ὁ πατέρας, ἀλλὰ δὲν μποροῦσε νὰ δουλεύει πιά, γιατί τὸ χτύπημα τοῦ ’σπασε τὸ πόδι καὶ τὸ χέρι καὶ τοῦ ’ρθε μιὰ κοκκινάδα στὰ μάτια ποὺ μόλις ἔβλεπε. Κι ἀπὸ τότε ἀρχίνησε καὶ τὸ δικό μου δράμα. Γιατί σὲ μένα ἔπεσε ὁ κλῆρος νὰ πλερώσω τὰ σπασμένα. Ἐγὼ τὸ ἄτυχο καὶ συφοριασμένο. Γιατί ἂν εἶχα λιγάκι τύχη τότες ποὺ ἦρθε αὐτὴ μὲ τὴν καρότσα, δὲν θὰ ἔμπηζα τὶς φωνὲς καὶ ποιὸς ξέρει σὲ τί πλούτη θὰ ἤμουνα τώρα. Ἀλλὰ πάλι καλύτερα ποὺ φώναξα, γιατί ἂν πήγαινα στὰ πλούτη δὲν θὰ γνώριζα τὸν ἀγαπημένο μου Καραγκιόζη.

Ἔπειτα ἀπὸ τὸ δυστύχημα τοῦ πατέρα μου ὅλο τὸ βάρος τοῦ σπιτιοῦ ἔπεσε στὴν ἀθώα καὶ ἀγαθὴ μητέρα μου. Ἐπλένε, πότε στὰ ξένα σπίτια, πότε στὸ δικό μας, καὶ ποτές μου δὲν τὴν θυμᾶμαι νὰ μὴν ἤτανε βρεμένη ἀπὸ τὴ μέση καὶ κάτω. Πολλὲς φορὲς μάλιστα ὅταν κοιμότανε κουνοῦσε τὰ χέρια της σάμπως νὰ ’πλενε. Στὰ σπίτια ποὺ πήγαινε καὶ τῆς δίνανε φαΐ γιὰ νὰ φάει, τὸ ’φερνε γιὰ νὰ φᾶμε κι ἐμεῖς. Κάθε βράδυ τὴν περίμενα στὴν ἐξώπορτα, κι ὅταν τὴν ἔβλεπα νὰ ’ρχεται, ἔτρεχα γιὰ νὰ πάρω ἀπὸ μέσα ἀπὸ τὴ βρεμένη ποδιὰ της ὅ,τι ἀποφάγια τῆς δίνανε. Πολλὲς φορὲς ἡ ποδιὰ της εἶχε καὶ φροῦτα, μῆλα, πορτοκάλια. Ὅ,τι πιὸ σάπιο ἤτανε γιὰ πέταμα τῆς τὸ δίνανε, γιὰ νὰ ταΐσει τὰ παιδιά της, αὐτὲς οἱ τόσο μεγάλες καὶ καλὲς κυρίες.

Τότες κι ἐγὼ τὸ ἀρρωστιάρικο, τὸ πεινασμένο καὶ τὸ ξυπόλητο, πῆρα ἀπὸ τὸ χέρι τὸν πατέρα μου καὶ βγήκαμε στὴ ζήτεια. Γυρίζαμε κάθε μέρα καὶ μία γειτονιὰ τῆς Ἀθήνας. Κάπου κάπου ἐκάναμε καὶ τουρνέ, γυρίζαμε καὶ στὰ χωριά. Γι’ αὐτὸ ἐγώ, τὸ μικρὸ Σωτηράκι, ἔγινα πολύξερος, γιατί ἤξερα νὰ πάω σὲ ὅλα τὰ σοκάκια τῆς Ἀθήνας.

Μία φορά, τὴν παραμονὴ τῆς Παναγίας, ἀπὸ τὸ πρωὶ μέχρι τὸ βράδυ ποὺ σκοτεινίασε ἐζητάγαμε μὲ τὸν πατέρα σὲ ὅλο τὸ Χαλάντρι. Ὅταν πιὰ βραδίασε καλὰ καλά, πέσαμε νὰ κοιμηθοῦμε κάτω ἀπὸ κάτι κυπαρίσσια. Ὁ πατέρας μου μοῦ ζήτησε μία πέτρα, νὰ τὴ βάλει προσκεφάλι. Ἐγώ, μὲ μισόκλειστα τὰ μάτια ἀπὸ τὴ νύστα καὶ τὴν κούραση, παίρνω ἕνα ἄσπρο πράμα ποὺ φαινότανε σὰν πέτρα καὶ τὸ βάζω ἀπὸ κάτω ἀπὸ τὸ πανὶ ποὺ εἶχε γιὰ μαξιλάρι.

Ὅταν ξυπνήσαμε τὸ πρωί, κι ἐγὼ πῆγα πιὸ πέρα πρὸς νεροῦ μου, ἀκούω τὸν πατέρα μου νὰ βλαστημάει καὶ νὰ μὲ φωνάζει. Τοῦ λέω: «Τί ἔχεις πατέρα ποὺ φωνάζεις;» καὶ μοῦ λέει θυμωμένα ἐνῶ κρατοῦσε στὰ χέρια του μιὰ νεκροκεφαλή: «Βρὲ παλιάνθρωπε, ἐγώ σοῦ εἶπα νὰ μοῦ βάλεις μιὰ πέτρα γιὰ μαξιλάρι καὶ σύ μοῦ ’βαλες τὸ κεφάλι τοῦ πεθαμένου;»

Ἐγώ, ἐνῶ ἔκλαιγα ἀπὸ τὴν τρομάρα μου, σὰν εἶδα τὴ νεκροκεφαλή, μὲ πήρανε τὰ γέλια. Ὁ πατέρας μου μ’ ἔπιασε γερὰ στὰ χέρια του κι ἀρχίνησε νὰ μὲ χτυπάει. Μοῦ ’λεγε: «Νὰ γιὰ νὰ μάθεις νὰ μὲ φέρνεις νὰ κοιμᾶμαι μέσα στὰ νεκροταφεῖα».

Ἕνας Μαρουσιώτης, ποὺ πέρναγε ἀπὸ κεῖ τοῦ λέει: «Στάσου, ρὲ μπάρμπα, μὴν τὸ χτυπᾶς τὸ παιδί. Ἐδῶ ποὺ εἶναι τὰ κυπαρίσσια εἶναι καὶ ἐκκλησιά. Ἐκεῖ κάτω εἶναι δύο τάφοι μαρμάρινοι ὅπου τὸ χωριὸ θάβει τοὺς παπάδες του. Ἐχτὲς πλύνανε τὰ κόκαλα καὶ ποιὸς ξέρει πῶς βρέθηκε ἐδῶ τὸ κεφάλι. Τὸ βρῆκε τὸ παιδὶ καὶ σ’ τὸ ’βαλε γιὰ μαξιλάρι. Γέρο, μὴ δέρνεις τὸ παιδὶ χρονιάρα μέρα. Παραπάνω εἶναι τὸ Μαρούσι. Ἐκεῖ σήμερα καὶ αὔριο γίνεται πανηγύρι καὶ πήγαινε μὲ τὸ παιδὶ νὰ πάρεις καμιὰ πεντάρα».

Αὐτὸ τὸ μέρος ποὺ κοιμηθήκαμε, ὁ πατέρας τὸ ’βλεπε στὸν ὕπνο του πολλὰ χρόνια, γιατί φοβότανε πολὺ τὰ νεκροταφεῖα. Ἐγὼ κάθομαι τριάντα χρόνια τώρα στὴν Κηφισιὰ καὶ τὸ μέρος αὐτὸ τὸ βλέπω τὸ λιγότερο τρεῖς φορὲς τὴ βδομάδα ὅταν ἀνεβοκατεβαίνω στὴν Ἀθήνα. Εἶναι ἡ στάση Παράδεισος.

agiazoni.gr

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 29 Ιουλίου 2014

Όσο περνάν τα χρόνια τόσο οι παλιοί γνωστοί μας απομακρύνονται ο ένας απ’ τον άλλον. Οι άνθρωποι γίνονται περισσότερο κοινωνικοί και λιγότερο ανθρώπινοι. Χάνουν τις ιδιομορφίες τους, τα ιδιαίτερα προτερήματα και τα ελαττώματά τους· σχεδόν ισοπεδώνονται. Οι φιλίες μαραίνονται.

(…)

Και το περίεργο είναι πως εξωτερικά, στη συμπεριφορά τους, οι άνθρωποι μοιάζουν περισσότερο (ακόμη και στα κοστούμια τους και στη χτενισιά τους), σα να καταργηθήκανε οι διαφορές τους, κι όμως τώρα ακριβώς νιώθεις πως οι διαφορές τους αυξήθηκαν, κι όλοι τους χωρισμένοι με διαδοχικά κάθετα στρώματα τυπικότητας κι ευγενικής ψυχρότητας. Όπως άλλωστε και τα σπίτια. Οι όμορφες εκείνες μονοκατοικίες με τις γύψινες γιρλάντες, με τους καπνοδόχους, τ’ ανθέμια, τους κήπους, τα πηγάδια, καθεμιά τους με το δικό της γούστο, τη δική της φυσιογνωμία, απορία, ή και αδεξιότητα, δόθηκαν με αντιπαροχή κι υψώθηκαν τα πολυώροφα, μονότονα, απρόσωπα, τσιμεντένια κουτιά, κρύβοντας τον Παρθενώνα, τον Αϊ-Γιώργη του Λυκαβηττού, σφαγιάζοντας τα δεντράκια μας, πιπεριές, μουριές, γαζίες, τις παιδικές μας αναμνήσεις, τους χαρταϊτούς, τα σκοινιά της μπουγάδας, τ’ αστέρια, τις ξιπόλητες ποδοσφαιρικές ομάδες, τις βραδινές κουβεντούλες από παράθυρο σε παράθυρο, από αυλή σε αυλή με τις μυρωδιές του βασιλικού και του δυόσμου, με τον μητρικό νουθετικό ουρανό, με το φεγγαράκι μια φέτα δροσερό πεπόνι, – ω, πάνε, πάνε και τα πλανόδια επαγγέλματα, παγοπώλες, γιαουρτάδες, γαλατάδες, ομπρελάδες, γανωτζήδες, παπλωματάδες, τροχιστές, καρεκλάδες, ιχθυοπώλες, μανάβηδες με τα γαϊδουράκια τους ή τα χειραμάξια τους και μοσκοβόλαγαν οι γειτονιές ροδάκινα, ντομάτες, αχλάδια και τριαντάφυλλα κι οι κότες κακάριζαν θριαμβευτικά δοξάζοντας κάτι άγνωστο και οικείο, λευκό και σφαιρικό κι αδιαμφισβήτητο, κι ούτε χρειάζονταν καν ξυπνητήρια ή ρολόγια, γιατί, απ’ τη μια τ’ αστέρια, απ’ την άλλη τα κοκόρια είχαν αναλάβει τη χρονική και μετεωρολογική μας ενημέρωση, με ακρίβεια και με κάποια εύθυμη πονηρία, κάπως διφορούμενη. Κι οι άνθρωποι στριμωχτήκανε φαμίλιες και φαμίλιες μέσα σε τούτα τα κουτιά, κοντά κοντά, πλάι πλάι, κι ούτε γνωρίζονται κι ούτε βλέπονται ούτε χαιρετιούνται, κι αντίς για δέντρα έχουν κεραίες τηλεοράσεων, και μονάχα οι ολόσωμοι καθρέφτες των ασανσέρ κάτι κρατούν από μνήμες ερωτικών δωματίων…

(…)

Κι όχι να πεις πως σήμερα δεν κουβεντιάζουν οι άνθρωποι – λόγια, άλλο τίποτα, άφθονα λόγια – μα δε συνομιλούν, δε λένε τίποτα δικό τους, προσωπικό, ιδιωτικό, ιδιαίτερο (και γι’ αυτό καθολικό), μόνο λόγια, ξένα, μηχανικά, δημοσιογραφικά, γενικού ενδιαφέροντος, μεγάλοι τίτλοι εφημερίδων, γιατί, πράγματι, ξεφυλλίζουν πολλές εφημερίδες διαβάζοντας μόνον τα κεφαλαία γράμματα και τα εγκλήματα και τις αυτοκτονίες, ακούν επίσης τις ειδήσεις των 9 ή και των 12 απ’ την τηλεόραση (έγχρωμη τώρα) – άνθρωποι επαρκώς ενημερώμενοι, πολύ π α ρ ό ν τ ε ς (εδώ και σήμερα), κι εντελώς α π ό ν τ ε ς απ’ τον εαυτό τους, απ’ το παρελθόν τους, το μέλλον τους και, φυσικά, απ’ το παρόν τους, μακριά απ’ τους άλλους…

 

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ “ΙΣΩΣ ΝΑ ‘ΝΑΙ ΚΙ ΕΤΣΙ”