Πεζογραφία
Με κεντρικό σύνθημα «Δικαίωμα στην ανάγνωση! για να υποδεχθεί χιλιάδες βιβλιόφιλους, γυναίκες, άντρες, έφηβους και παιδιά.
Η συνάντηση αναγνωστριών/ών και βιβλίων πραγματοποιείται στην Πλατεία Κοτζιά (Εθνικής Αντίστασης) τού Δήμου Αθηναίων, με θέα το νεοκλασικό Δημαρχείο της Πόλης.
Η Μεγάλη Τέντα του Βιβλίου, μοντέρνα, ζεστή και φιλική, θα υποδεχθεί τις /τους μεγάλες/ους και μικρές/ούς επισκέπτες με τα ξύλινα σπιτικά της πατώματα.
Οι πάγκοι τους δεν θα’ ναι “μουντοί”, καθώς είναι κατασκευασμένοι από φωτεινό διαφανές βιομηχανικό υλικό. Έτσι, η αίσθηση που θα αποκομίσει το βιβλιόφιλο κοινό, είναι ότι βρίσκεται στο δικό του φιλικό βιβλιοπωλείο.
Στο φετινό 19ο Παζάρι του Βιβλίου, σ’ ένα από τα πιο δυνατά περάσματα της πρωτεύουσας, οι τιμές θα πέσουν έως και 70% και θα έχουν σημείο εκκίνησης το μισό ευρώ (0,50).
Είναι, αν θέλετε, η λαϊκή πολιτική του Συνδέσμου Εκδοτών Βιβλίου και του Συλλόγου Εκδοτών Βιβλίου Αθηνών, για να βρεθεί το βιβλίο σε κάθε αθηναϊκό – και γιατί όχι; – σε κάθε ελληνικό ράφι βιβλιοθήκης.
Στο ξεφύλλισμα των βιβλίων, αναδύεται το κοινό τους άρωμα που είναι η ειρηνική συνύπαρξη του επιφανειακά διαφορετικού και ασύμπτωτου: ο ξεχασμένος τίτλος συναντά τον καινούργιο, ο σπάνιος τον ευπώλητο, ο πανεπιστημιακός τον εκλαϊκευτικό.
Σ
«Κανένας καλλιτέχνης δεν είναι καλλιτέχνης και τις είκοσι τέσσερις ώρες της καθημερινότητάς του. Το ουσιαστικό του έργο, αυτό που μένει, ολοκληρώνεται πάντοτε κατά τη διάρκεια των λιγοστών και σπάνιων στιγμών της έμπνευσης. Το ίδιο συμβαίνει και με την ιστορία, τη μεγαλύτερη ποιήτρια και καλλιτέχνιδα όλων των εποχών, τη σπουδαιότερη δημιουργό. Ακόμα κι εκεί, στο “μυστικό εργαστήρι του Θεού”, όπως με δέος την αποκαλεί ο Γκαίτε, συμβαίνουν πολλά καθημερινά και ασήμαντα. Κι εκεί είναι σπάνιες οι στιγμές της έξαρσης, όπως και στην τέχνη, όπως και στη ζωή. Τις περισσότερες φορές, ακούραστη κι επίμονη, η ιστορία δένει τον ένα κρίκο μετά τον άλλο, στην ατέλειωτη αλυσίδα των αιώνων. Το ένα γεγονός μετά το άλλο στην ακολουθία των χιλιετιών. Γιατί καθετί σπουδαίο χρειάζεται προετοιμασία. Χρόνο. Εξέλιξη. Και κάθε φορά απαιτούνται εκατομμύρια άνθρωποι κοινοί και συνηθισμένοι για να έρθει στο κόσμο και μια μεγαλοφυΐα. Κάθε φορά πρέπει να περάσουν εκατομμύρια μονότονες ώρες, πριν σημάνει η αληθινή, η μεγάλη στιγμή. Αν όμως γεννηθεί κάποιος μεγαλοφυής καλλιτέχνης, τότε ξεπερνά την εποχή του και το έργο του ζει για πάντα. Κι όταν σημαίνει η μεγάλη ιστορική στιγμή, τότε χαράσσεται η μελλοντική πορεία της ανθρωπότητας για δεκαετίες ή για αιώνες. Όπως ο ηλεκτρισμός της ατμόσφαιρας μαζεύεται στην άκρη του αλεξικέραυνου, έτσι και οι συνέπειες απειράριθμων γεγονότων συμπυκνώνονται στο μικρό διάστημα λίγων ωρών ή λίγων ημερών. Πράγματα που κανονικά θα χρειάζονταν μέρες και μήνες για να γίνουν, ολοκληρώνονται σε λίγες μόνο στιγμές που καθορίζουν τα πάντα. Ένα ναι. Ένα όχι. Μια στιγμή όλη κι όλη, που αποφασίζει για τη μοίρα και τη ζωή των μελλοντικών γενεών, προδιαγράφοντας τη ζωή ενός ανθρώπου, ενός λαού, ή ολόκληρης της ανθρωπότητας».
[Πηγή: www.doctv.gr]
…..Είναι άνοιξη. Αφέγγαρη η νύχτα στη μικρή πόλη, χωρίς αστέρια, βιβλικά μαύρη. Πέτρινοι σιωπηλοί δρόμοι και το δάσος καμπούρικο με τους ερωτευμένους, τους λαγούς, αθέατο κατεβαίνει κούτσα-κούτσα ως τη μαύρη-κορόμηλο, μαύρη-κοράκι, την ελαφροκυματούσα θάλασσα με τις ψαρόβαρκες.
ΤΑ ΣΠΙΤΙΑ ΕΙΝΑΙ ΤΥΦΛΑ ΣΑΝ ΤΟΥΣ ΤΥΦΛΟΠΟΝΤΙΚΕΣ (αν κι αυτοί βλέπουν καλά τη νύχτα μεσ’ απ’ τις βελούδινες τρύπες τους, ξεμυτίζοντας), τυφλά σαν τον Καπετάν Γάτο εκεί στη μέση, κοντά στη βρύση και στο ρολόι της πόλης, τα κατάκλειστα μαγαζιά, το Ίδρυμα Κοινής Ωφελείας μαυροφορεμένο στο σκοτάδι. Η νανουρισμένη, βουβαμένη πολιτεία με τους ανθρώπους της κοιμάται τώρα
. Σ…Σ…Σ… ΤΑ ΜΩΡΑ ΚΟΙΜΟΥΝΤΑΙ, ΟΙ ΓΕΩΡΓΟΙ, ΟΙ ΨΑΡΑΔΕΣ, οι έμποροι, οι συνταξιούχοι, ο τσαγκάρης κοιμάται, ο δάσκαλος, ο ταχυδρόμος, ο ταβερνιάρης, ο νεκροθάφτης, και η ζωηρή του χωριού, ο μέθυσος, η ράφτρα, ο παπάς, ο αστυνόμος, η γυναίκα με τα μύδια και τα παπίσια πόδια και οι ταχτικές νοικοκυρές.
ΤΑ ΝΕΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΣΤΑ ΜΑΛΑΚΑ ΚΡΕΒΑΤΙΑ γλιστρούν στ’ όνειρό τους ως το δάσος που αντηχεί σαν εκκλησιαστικό όργανο, γλιστρούν με δαχτυλίδια και προικιά κι είναι οι πυγολαμπίδες που κρατούν την ουρά της νύφης.
Τ’ ΑΓΟΡΙΑ ΚΑΝΟΥΝ ΠΟΝΗΡΑ ΟΝΕΙΡΑ, καβαλικεύουν τ’ αδάμαστα άτια της νύχτας ή αλωνίζουν κουρσεμένες θάλασσες. Ανθρακίτης τα σώματα των αλόγων κοιμισμένα στα λιβάδια, οι αγελάδες στους σταύλους, οι σκύλοι στις αυλές μ’ υγρές μουσούδες.
ΚΙ ΟΙ ΓΑΤΕΣ ΛΑΓΟΚΟΙΜΟΥΝΤΑΙ ΣΤΙΣ ΓΩΝΙΕΣ ή με πονηρές δρασκελιές, σαν αστραπή, χώνονται στο σύννεφο το μοναδικό της στέγης. Μπορείς ν’ ακούσεις τη δροσούλα να πέφτει και την πόλη σε σιγή ν’ ανασαίνει.
ΜΟΝΟ ΤΑ ΔΙΚΑ ΣΟΥ ΜΑΤΙΑ ΜΕΝΟΥΝ ΑΝΟΙΧΤΑ και βλέπουν τη μαύρη πολιτεία βυθισμένη, τυλιγμένη σε ύπνο αργό. Και μόνο εσύ μπορείς ν’ ακούσεις την αόρατη πτώση των άστρων, τη θάλασσα στην πιο σκοτεινή της στιγμή, την πριν απ’ την αυγή……..
ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΓΙΝΕΙΣ ΕΣΥ ΗΛΙΟΣ ΓΙΑ ΝΑ ΦΩΤΙΣΕΙΣ τους σβησμένους ήλιους των άλλων. Δεν υπάρχουν ιδέες, υπάρχουν μονάχα άνθρωποι που κουβαλούν τις ιδέες, κι αυτές παίρνουν το μπόι του ανθρώπου που τις κουβαλάει».
«ΔΕ ΖΥΓΙΑΖΩ, ΔΕ ΜΕΤΡΩ, ΔΕ ΒΟΛΕΥΟΥΜΑΙ! Ακολουθώ το βαθύ μου χτυποκάρδι…»
«ΝΑ ΜΗΝ ΑΡΝΙΕΣΑΙ ΤΗ ΝΙΟΤΗ ΣΟΥ ΩΣ ΤΑ ΒΑΘΙΑ ΓΕΡΑΜΑΤΑ, να μάχεσαι σε όλη σου τη ζωή να μετουσιώσεις σε κατάκαρπο δέντρο την εφηβική σου άνθηση, αυτός, θαρρώ, είναι ο δρόμος του ολοκληρωμένου ανθρώπου».
«ΕΧΟΥΝ ΝΑ ΠΟΥΝ ΠΩΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΖΩΟ που συλλογιέται το θάνατο. Όχι, σου λέω εγώ. Άνθρωπος είναι το ζώο που συλλογιέται την αθανασία».
«ΝΙΩΘΩ ΣΑΝ ΝΑ ΧΤΥΠΑΜΕ ΤΑ ΚΕΦΑΛΙΑ ΜΑΣ στα σίδερα. Πολλά κεφάλια θα σπάσουν. Μα κάποια στιγμή, θα σπάσουν και τα σίδερα».
«ΑΣΤΡΑ, ΠΟΥΛΙΑ, ΣΠΟΡΟΙ, ΟΛΑ ΥΠΑΚΟΥΟΥΝ. Και μόνο ο άνθρωπος σηκώνει κεφάλι και θέλει να παραβεί το νόμο και να μετατρέψει την υπακοή σε ελευτερία. Γι’ αυτό κι απ’ όλα τα πλάσματα του Θεού αυτός μονάχα μπορεί κι αμαρταίνει. Τι θα πει αμαρταίνει; χαλνάει την αρμονία».
«ΔΕ ΖΥΓΙΑΖΩ, ΔΕ ΜΕΤΡΩ, ΔΕ ΒΟΛΕΥΟΥΜΑΙ! Ακολουθώ το βαθύ μου χτυποκάρδι…»
«ΔΕΝ ΔΙΑΛΕΓΕΙΣ ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΠΙΣΤΕΥΕΙΣ. Αυτά διαλέγουν εσένα».
«ΠΙΣΤΕΥΩ ΣΤΑ ΑΝΑΡΙΘΜΗΤΑ, ΕΦΗΜΕΡΑ ΠΡΟΣΩΠΕΙΑ που πήρε ο Θεός στους αιώνες και ξεκρίνω, πίσω από την άπαυτη ροή του, την απόλυτη ενότητα».
«ΠΟΤΕ ΜΗΝ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΕΙΣ ΤΑ ΣΥΝΟΡΑ Τ’ ΑΝΘΡΩΠΟΥ, να σπας τα σύνορα! Ν’ αρνιέσαι ό,τι θωρούν τα μάτια σου».
«ΝΑ ΠΕΘΑΙΝΕΙΣ ΚΑΙ ΝΑ ΛΕΣ: Θάνατος δεν υπάρχει».
«ΕΝΑΣ ΔΡΟΜΟΣ, ΕΝΑΣ ΜΟΝΑΧΑ οδηγάει στον Θεό, ο ανήφορος»
“ΑΝ ΔΕ ΔΕΙ Ο ΘΕΟΣ ΧΕΡΙ ΑΝΘΡΩΠΟΥ, δε βάζει μήτε κι αυτός το δικό του».
«ΣΚΥΒΩ ΑΠΑΝΩ ΣΤΟ ΜΕΡΜΗΓΚΙ, θωρώ μέσα στο γυαλιστερό μαύρο μάτι του το πρόσωπο του Θεού».
«ΘΕΟΣ ΕΙΝΑΙ Η ΑΚΑΤΑΛΥΤΗ ΔΥΝΑΜΗ ΠΟΥ μεταμορφώνει την ύλη σε πνέμα. Κάθε άνθρωπος έχει μέσα του ένα κομμάτι από το θεϊκό αυτό στρόβιλο και γι’ αυτό κατορθώνει να μετουσιώνει το ψωμί και το νερό και το κρέας και να το κάνει στοχασμό και πράξη».
«ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΣΟΥ ΧΡΕΟΣ, ΕΚΤΕΛΩΝΤΑΣ ΤΗ ΘΗΤΕΙΑ ΣΟΥ στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους προγόνους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει
[Πηγή: www.doctv.gr]
|
||
|
“Αν ο Θεός ξεχνούσε για μια στιγμή ότι είμαι μια μαριονέτα φτιαγμένη από κουρέλια και μου
χάριζε ένα κομμάτι ζωή, ίσως δεν θα έλεγα όλα αυτά που σκέφτομαι, αλλά σίγουρα
θα σκεφτόμουν όλα αυτά που λέω εδώ
Θα έδινα αξία στα πράγματα, όχι γι’ αυτό που αξίζουν, αλλά γι’ αυτό πουσ ημαίνουν.
Θα κοιμόμουν λίγο, θα ονειρευόμουν πιο πολύ, γιατί για κάθε λεπτό που κλείνουμε τα μάτια, χάνουμε
εξήντα δευτερόλεπτα φως. Θα συνέχιζα όταν οι άλλοι σταματούσαν, θα ξυπνούσα όταν
οι άλλοι κοιμόταν. Θα άκουγα όταν οι άλλοι μιλούσαν και πόσο θα απολάμβανα ένα ωραίο παγωτό σοκολάτα
Αν ο Θεός μου δώριζε ένα κομμάτι ζωή, θα ντυνόμουν λιτά, θα ξάπλωνα μπρούμυτα στον ήλιο,
αφήνοντας ακάλυπτο όχι μόνο το σώμα αλλά και την ψυχή μου.
εξήντα δευτερόλεπτα φως. Θα συνέχιζα όταν οι άλλοι σταματούσαν, θα ξυπνούσα όταν
οι άλλοι κοιμόταν. Θα άκουγα όταν οι άλλοι μιλούσαν και πόσο θα απολάμβανα ένα ωραίο παγωτό σοκολάτα
Αν ο Θεός μου δώριζε ένα κομμάτι ζωή, θα ντυνόμουν λιτά, θα ξάπλωνα μπρούμυτα στον ήλιο,
αφήνοντας ακάλυπτο όχι μόνο το σώμα αλλά και την ψυχή μου.
Θεέ μου, αν μπορούσα, θα έγραφα το μίσος μου πάνω στον πάγο και θα περίμενα να βγει ο ήλιος.
Θα ζωγράφιζα μ’ ένα όνειρο του Βαν Γκογκ πάνω στα άστρα ένα ποίημα του
Μπενεντέτι κι ένα τραγούδι του Σερράτ θα ήταν η σερενάτα που θα χάριζα στη
σελήνη. Θα πότιζα με τα δάκρια μου τα τριαντάφυλλα, για να νοιώσω τον πόνο από
τ’ αγκάθια τους και το κοκκινωπό φιλί των πετάλων τους…
Θεέ μου, αν είχα ένα κομμάτι ζωή… Δεν θα άφηνα να περάσει ούτε μία μέρα χωρίς να πω στους
ανθρώπους ότι αγαπώ, ότι τους αγαπώ. Θα έκανα κάθε άνδρα και γυναίκα να
πιστέψουν ότι είναι οι αγαπητοί μου και θα ζούσα ερωτευμένος με τον έρωτα.
Στους ανθρώπους θα έδειχνα πόσο λάθος κάνουν να νομίζουν ότι παύουν να ερωτεύονται όταν γερνούν,
χωρίς να καταλαβαίνουν ότι γερνούν όταν παύουν να ερωτεύονται!
Στο μικρό παιδίθα έδινα φτερά, αλλά θα το άφηνα να μάθει μόνο του να πετάει. Στους γέρους θα
έδειχνα ότι το θάνατο δεν τον φέρνουν τα γηρατειά αλλά η λήθη.
Έμαθα τόσα πράγματα από σας, τους ανθρώπους… Έμαθα πως όλοι θέλουν να ζήσουν στην κορυφή
του βουνού, χωρίς να γνωρίζουν ότι η αληθινή ευτυχία βρίσκεται στον τρόπο που
κατεβαίνεις την απόκρημνη πλαγιά. Έμαθα πως όταν το νεογέννητο σφίγγει στη μικρή
παλάμη του, για πρώτη φορά, το δάχτυλο του πατέρα του, το αιχμαλωτίζει για πάντα.
Έμαθα πως ο άνθρωπος δικαιούται να κοιτά τον άλλον από ψηλά μόνο όταν πρέπει να τον βοηθήσει
να σηκωθεί. Είναι τόσα πολλά τα πράγματα που μπόρεσα να μάθω από σας, αλλά δεν
θα χρησιμεύσουν αλήθεια πολύ, γιατί όταν θα με κρατούν κλεισμένο μέσα σ’ αυτή τη βαλίτσα, δυστυχώς θα πεθαίνω.
Να λες πάντα αυτόπου νιώθεις και να κάνεις πάντα αυτό που σκέφτεσαι. Αν ήξερα ότι σήμερα θα ήταν
η τελευταία φορά που θα σ’ έβλεπα να κοιμάσαι, θα σ’ αγκάλιαζα σφιχτά και θα
προσευχόμουν στον Κύριο για να μπορέσω να γίνω ο φύλακας της ψυχής σου. Αν ήξερα
ότι αυτή θα ήταν η τελευταία φορά που θα σ’ έβλεπα να βγαίνεις απ’ την πόρτα, θα
σ’ αγκάλιαζα και θα σου ‘δινα ένα φιλί και θα σε φώναζα ξανά για να σου δώσω κι
άλλα. Αν ήξερα ότι αυτή θα ήταν η τελευταία φορά που θα άκουγα τη φωνή σου, θα
ηχογραφούσα κάθε σου λέξη για να μπορώ να τις ακούω ξανά και ξανά. Αν ήξερα ότι
αυτές θα ήταν οι τελευταίες στιγμές που σ’ έβλεπα, θα έλεγα “σ’ αγαπώ” και δεν
θα υπέθετα, ανόητα, ότι το ξέρεις ήδη.
Υπάρχει πάντα ένα αύριο και η ζωή μάς δίνει κι άλλες ευκαιρίες για να κάνουμε τα πράγματα όπως
πρέπει, αλλά σε περίπτωση που κάνω λάθος και μας μένει μόνο το σήμερα, θα ‘θελα
να σου πω πόσο σ’ αγαπώ κι ότι ποτέ δεν θα σε ξεχάσω.
Το αύριο δεν το έχει εξασφαλίσει κανείς, είτε νέος είτε γέρος. Σήμερα μπορεί να είναι η
τελευταία φορά που βλέπεις τους ανθρώπους που αγαπάς. Γι’ αυτό μην περιμένεις
άλλο, κάν’ το σήμερα, γιατί αν το αύριο δεν έρθει ποτέ, θα μετανιώσεις σίγουρα
για τη μέρα που δεν βρήκες χρόνο για ένα χαμόγελο, μια αγκαλιά, ένα φιλί και
ήσουν πολύ απασχολημένος για να κάνεις πράξη μια τελευταία τους επιθυμία.
Κράτα αυτούς που αγαπάς κοντά σου, πες τους ψιθυριστά πόσο πολύ τους χρειάζεσαι,
αγάπα τους και φέρσου τους καλά, βρες χρόνο για να τους πεις “συγνώμη”,
“συγχώρεσέ με”, “σε παρακαλώ”, “ευχαριστώ” κι όλα τα λόγια αγάπης που ξέρεις.
Κανείς δεν θα σε θυμάται για τις κρυφές σου σκέψεις. Ζήτα απ’ τον Κύριο τη δύναμη και τη σοφία
για να τις εκφράσεις. Δείξε στους φίλους σου τι σημαίνουν για σένα.
Ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Λεό Μπουσκάλια «Ο Πατέρας μου», στο οποίο περιγράφει πώς ως μικρό αγόρι από την Ιταλία βιώνει τη διαφορετικότητα στην Αμερική.
” Δεν είναι εύκολο να είναι κανείς διαφορετικός, ιδίως όταν είναι παιδί. Η φυσική διαδικασία του μεγαλώματος παρουσιάζει ήδη αρκετά προβλήματα, τα οποία επιτείνονται αν ανακαλύψουμε ότι κατά τον ένα ή τον άλλο τρόπο αποκλίνουμε από το μέσο όρο.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η οικογένειά μου ήταν διαφορετική. Οι γονείς μου μιλούσαν λίγα αγγλικά και αυτά με μια βαριά ιταλική προφορά. Το στυλ της ζωής μας ήταν ολοφάνερα διαφορετικό, ένα μικρό κομμάτι Μεσογείου στις ακτές της Αμερικής. Τρώγαμε διαφορετικά εξωτικά φαγητά. Οι συζητήσεις μας ήταν πιο ζωντανές και οι φωνές μας λίγο πιο δυνατές. Οι κινήσεις μας πιο έντονες. Ο κόσμος στον οποίο ζούσαμε ήταν σίγουρα πιο ξένος.
Σαν μικρό παιδί, ούτε ήξερα, ούτε με ενδιέφεραν, οι πολλές διαφορές μας. Τα παιδιά, από τη φύση τους, παραδέχονται τα πράγματα όπως είναι, λιγότερο έτοιμα να προσέξουν και πολύ περισσότερο να κρίνουν τις διαφορές ανάμεσα στους ανθρώπους. Εκτός κι” αν έχουν επηρεαστεί από τους μεγάλους. Αυτό, όμως, άλλαξε όταν μπήκα στο Γυμνάσιο και ήμουν πια έφηβος.
Εκείνο τον καιρό ο πατέρας και η μητέρα, τους οποίους μέχρι τότε αγαπούσα χωρίς καμιά αμφισβήτηση, ξαφνικά με ενοχλούσαν. Γιατί δεν μπορούσαν να είναι σαν τους άλλους γονείς; Γιατί μιλούσαν με αυτή την αποκαλυπτική προφορά; Γιατί δεν μπορούσα να τρώω κορνφλέικς για πρωινό, αντί για φραντζολάκια και καφέ με γάλα; Γιατί δεν μπορούσα να παίρνω μαζί μου στο σχολείο, για κολατσιό, φυστικοβούτυρο και σάντουιτς με μαρμελάδα, αντί για καλαμαράκια; («Μπλιαξ», έλεγαν τα άλλα παιδιά, «Ο Μπουσκάλια τρώει τα πόδια του χταποδιού!»). Δεν υπήρχε κανένας τρόπος να γλιτώσω από το επώδυνο στίγμα να είμαι Ιταλός και γιος του Τούλιο και της Ρόζας Μπουσκάλια, ακόμη και το όνομά μου έγινε πηγή στενοχώριας για μένα.
Ήταν συνηθισμένο εκείνο τον καιρό να μας κολλάνε τις ταμπέλες «μακαρονάς» και «μετανάστης». Ποτέ δεν ήμουν απολύτως σίγουρος για το τι σήμαιναν αυτές οι δυο λέξεις, παρ” όλα αυτά ένιωθα το κεντρί τους. Πρωτόνιωσα αυτόν τον πόνο μια μέρα καθώς έφευγα από το σχολείο. Βρέθηκα ξαφνικά περικυκλωμένος από μια ομάδα παιδιών που μου φώναζαν αυτά τα λόγια.
Ένα απ” αυτά τα παιδιά μού πέταξε ένα κέικ. Η κρέμα και η ζάχαρή του έσκασαν πάνω στο πρόσωπο, τα μαλλιά και τα ρούχα μου. «Βρωμομετανάστη», φώναζαν. «Ο πατέρας σου είναι γκάνγκστερ στο Σικάγο και η μητέρα σου μασάει σκόρδα και συ είσαι γιος μακαρονά! Γιατί δεν τα μαζεύετε να πάτε από κει που ήρθατε;»
Μου φάνηκε ότι πέρασε μια αιωνιότητα ώσπου να απελευθερωθώ από τον κύκλο τους, αφού είχα φάει αρκετές σπρωξιές και μπουνιές. Ταπεινωμένος και κλαίγοντας έσπασα τον κλοιό και όρμησα σπίτι μου. Καθώς έτρεχα γεμάτος θυμό και πικρία, έκπληκτος και μπερδεμένος, ανακάλυψα ότι δεν είχα κάνει την παραμικρή προσπάθεια να τους ανταποδώσω τα χτυπήματα.
Μόλις έφτασα στο σπίτι κλειδώθηκα στο μπάνιο για να μη με δουν. Δεν μπορούσα ν” αντέξω την πιθανότητα να με δουν οι γονείς μου σ” αυτή την έξαλλη κατάσταση. Έπλυνα τις κρέμες που είχαν κολλήσει επάνω μου. Δεν μπορούσα να σταματήσω τα κλάματα και τα δάκρυά μου ανακατεύονταν με το αίμα στο πρόσωπο μου. Δεν μπορούσα να πιστέψω αυτό που μου συνέβη. Όλα φαίνονταν τόσο λάθος κι όμως τελικά ήμουν ανίκανος να κάνω ο,τιδήποτε γι” αυτό.
Τελικά ο πατέρας χτύπησε την πόρτα του μπάνιου. «Τι κάνεις εκεί μέσα; τι συμβαίνει;», με ρώτησε. Μόνο αφού εξάντλησε όλη του την ευγένεια και την πειθώ άνοιξα επιτέλους την πόρτα και τον άφησα να μπει.
«Τι συνέβη;», με ρώτησε αγκαλιάζοντάς με, «τι έχεις; τι σου συμβαίνει;». Μέσα στα προστατευτικά του χέρια, επέτρεψα στον εαυτό μου την ανακούφιση, που τόσο πολύ χρειαζόμουν. Έκλαψα με λυγμούς χωρίς να μπορώ να σταματήσω. Κάθησε μαζί μου στην άκρη της μπανιέρας και περίμενε ώσπου να ξαναβρώ τον έλεγχο μου. Ένα συντετριμμένο «εγώ» χρειάζεται πολύ περισσότερο χρόνο να γιατρευτεί από μια ανοιγμένη μύτη. «Τώρα πες μου τι συνέβη», μου είπε.
Του εξήγησα. Τελείωσα την ιστορία και περίμενα. Περίμενα ότι ο πατέρας μου θα έκανε ένα σχόλιο που θα με γιάτρευε αυτομάτως, ή ότι με μια άμεση ενέργεια θα με γαλήνευε και θα έλυνε το πρόβλημα. Τον φανταζόμουν να φεύγει αμέσως για να βρει τους ψευτοπαλικαράδες που με είχαν πληγώσει ή το λιγότερο για να βρει τους γονείς τους και να ζητήσει την τιμωρία τους. Αλλά ο πατέρας μου δεν κουνήθηκε.
«Εντάξει», είπε ήσυχα, «έγινε κι αυτό. Σε βρήκαν και σένα οι άνθρωποι που μας πληγώνουν και μας κάνουν να κλαίμε. Δεν μας ξέρουν κι” όμως μας μισούν. Οι δειλοί, που κάνουν τους δυνατούς μόνο όταν είναι πολλοί και τα βάζουν μαζί μας, γιατί ξέρουν ότι είμαστε λίγοι και δεν είμαστε σε θέση να τους αντιμετωπίσουμε. Ξέρω ότι σε πλήγωσαν, αλλά αυτό που έγινε δεν είχε εσένα σαν στόχο. Εσύ απλώς έτυχε να βρίσκεσαι εκεί. Μπορούσε να συμβεί στον καθένα μας.»
«Μισώ που είμαι Ιταλός», του εξομολογήθηκα θυμωμένα, «θα ήθελα να είμαι ο,τιδήποτε άλλο!».
Ο πατέρας μου με κράτησε σφιχτά και η φωνή του ήταν τώρα δυνατή και απειλητική. «Να μη σε ξανακούσω να το λες αυτό ποτέ! Έπρεπε να είσαι περήφανος γι” αυτό που είσαι. Σκέψου λιγάκι ότι η Αμερική ανακαλύφθηκε και πήρε το όνομά της από ένας Ιταλό! Οι Ιταλοί κάνουν γλυκιά μουσική, τραγουδούν υπέροχα, ζωγραφίζουν τους ωραιότερους πίνακες, γράφουν αριστουργήματα και κτίζουν όμορφα κτίρια. Πώς μπορεί να μην είσαι περήφανος που είσαι Ιταλός; Και είσαι ακόμα πιο τυχερός, γιατί είσαι επίσης και Αμερικανός».
«Όμως όλ” αυτά δεν τα ξέρουν οι άλλοι», του αντιμίλησα, «θα προτιμούσα να είμαι σαν όλους τους άλλους».
«Ε λοιπόν, δεν είσαι! Ο θεός δεν θέλησε να μας κάνει όλους ίδιους. Μας έκανε διαφορετικούς για να μπορεί ο καθένας να είναι ο εαυτός του. Ποτέ να μη φοβάσαι τις διαφορές. Η διαφορά είναι καλό. Θα σου άρεσε να είσαι σαν τα παιδιά που σ” έδειραν και σου φώναζαν αυτά τα πράγματα; Θα σου άρεσε να κάνεις τους άλλους να υποφέρουν και να κλαίνε; Δεν χαίρεσαι που διαφέρεις απ” αυτούς;» Θυμάμαι ότι το επιχείρημά του μου είχε φανεί αδύνατο, αλλά έμεινα σιωπηλός.
«Λοιπόν θα σου άρεσε;», επέμενε ο πατέρας μου, «θα ήθελες να είσαι σαν κι” αυτούς, σαν κι” αυτούς που σε πλήγωσαν;»
«Όχι».
«Τότε σκούπισε τα δάκρυά σου και να είσαι περήφανος γι” αυτό που είσαι. Μπορείς να είσαι βέβαιος ότι δεν θα είναι αυτή η τελευταία φορά που θα συναντήσεις τέτοιους ανθρώπους. Υπάρχουν παντού. Να τους λυπάσαι, αλλά να μην τους φοβάσαι. Πρέπει να είμαστε δυνατοί και πάντα περήφανοι για το ποιοι και το τι είμαστε, τότε κανείς δεν μπορεί να μας κάνει κακό».
Μου σκούπισε τα μάτια, έπλυνε το πρόσωπο μου, και μου είπε: «έλα τώρα, πάμε να πάρουμε λίγο ψωμί με βούτυρο και να το φάμε στον κήπο».
Αν και δεν βρήκα την εξήγηση του πατέρα μου πολύ ικανοποιητική, κατά κάποιο τρόπο μ” έκανε να νιώσω καλύτερα. Ίσως το γεγονός ότι με πήρε στην αγκαλιά του, με άκουσε και με αγαπούσε να ήταν αρκετό. Ήμουν ακόμη απογοητευμένος από τους ανθρώπους που είχαν την ικανότητα να είναι τόσο σκληροί, που επέμεναν να χρησιμοποιούν τους άλλους σαν αποδιοπομπαίους τράγους για τις δικές τους ανεπάρκειες, και ακόμη περισσότερο γιατί τους αφήναμε ατιμώρητους.
Αργότερα, η εμπειρία μου μού δίδαξε ότι δεν ήμουν μόνος, ότι αυτές οι επώδυνες συγκρούσεις, και ακόμη χειρότερες, είχαν συμβεί και στους Εβραίους φίλους μου, τους Μεξικανούς φίλους μου, τους Μαύρους, τους Καθολικούς, τους Προτεστάντες και τους ανάπηρους φίλους μου.
Ο πατέρας μου είχε δίκιο, όταν μου μάθαινε ότι όσο υπάρχει άγνοια θα υπάρχει και αδικία, όσο υπάρχουν αυτοί που ασυνείδητα μισούν τον εαυτό τους θα υπάρχουν και διώξεις. Έτσι είναι δυστυχώς η ζωή, οι αποδιοπομπαίοι τράγοι ανήκουν συνήθως σε μια μειονότητα.
Όμως ο πατέρας θεωρούσε σαν τη μεγαλύτερη πρόκληση να μπορείς να αγαπάς τους εχθρούς σου. «Φέρ” τους στο σπίτι Φελίτσε», μου έλεγε, «όταν μας γνωρίσουν δεν θα μπορούν να μην μας αγαπούν».
Βεβαίως ο πατέρας μου δεν έλυσε το πρόβλημα της μισαλλοδοξίας, εκείνο το ηλιόλουστο καλιφορνέζικο απόγευμα που τρώγαμε ψωμί με βούτυρο στον κήπο. Αλλά κάτι στην εξήγησή του, στη δύναμη και την αποφασιστικότητά του, συνέχισε πάντα να με βοηθά να δω τη μισαλλοδοξία και τις διακρίσεις όπως πραγματικά είναι: ένα καταφύγιο για την αδυναμία και την άγνοια. Την παραδοχή και την κατανόηση τις περιμένουμε μόνο από τους δυνατούς.
Απόσπασμα απο το βιβλίο …. “Ο κάθε άνθρωπος επάνω στον πλανήτη είναι ένα από τα θαύματα αυτού του κόσμου. Ο κάθε ένας από μας είναι ένας ήρωας, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο. Ο καθένας μας έχει τη δυνατότητα για εξαιρετικά κατορθώματα. Το μόνο που χρειάζεται είναι συνεχή μικρά βήματα προς την κατεύθυνση των ονείρων μας. Όπως το Τάζ Μαχάλ, έτσι και μια ζωή ξέχειλη από θαύματα μπορεί να κτιστεί μέρα με τη μέρα, κομμάτι-κομμάτι. Οι μικρές νίκες οδηγούν σε μεγάλες νίκες. Μικρές, προστιθέμενες αλλαγές και βελτιώσεις σαν αυτές που σου πρότεινα θα εδραιώσουν τελικά θετικές συνήθειες. Οι θετικές συνήθειες θα δημιουργήσουν θετικά αποτελέσματα. Και τα θετικά αποτελέσματα θα σε εμπνεύσουν να επιδιώξεις ακόμη μεγαλύτερη προσωπική αλλαγή. Άρχισε να ζεις την κάθε σου μέρα σαν να ήταν η τελευταία σου. Ξεκινώντας από σήμερα, μάθε περισσότερα, γέλα περισσότερο και κάνε αυτό που αληθινά αγαπάς να κάνεις”
Μνημείο πολιτικού κυνισμού: Ο διάλογος μεταξύ Αθηναίων και Μηλίων
Πάντα επίκαιρος!
Ο διάλογος Αθηναίων και Μηλίων, που τον έχει διασώσει ο Θουκυδίδης, έχει δραματική επικαιρότητα, όχι μόνο για μας, αλλά γενικότερα για την ανθρωπότητα, που παραστέκεται μάρτυρας πολλών τέτοιων «διαλόγων» (με διάφορες παραλλαγές) ανάμεσα στην πάνοπλη αλαζονεία των ισχυρών και τη θαρραλέα αντιπαράταξη των μικρών λαών. Από το ίδιο το κείμενο αναδύεται ανενδοίαστη και απάνθρωπη και προκλητική η αλαζονεία της δύναμης και η ροπή της δύναμης προς την αδικία και την αυτοκαταστροφή.
ΤΟ 416-415 π.Χ. ο Πελοποννησιακός Πόλεμος βρίσκεται ήδη στο 16ο έτος του και τίποτε δεν δείχνει ποια θα είναι η κατάληξή του, έντεκα, περίπου, χρόνια αργότερα -όταν τελείωσε με πλήρη νίκη της Σπάρτης και ήττα των Αθηνών.
Ενώ ακόμα διαρκούσε η Νικίειος Ειρήνη που είχαν υπογράψει Αθηναίοι και Σπαρτιάτες, επιχείρησαν οι πρώτοι να εκβιάσουν τους Μήλιους να μπουν στην Αθηναϊκή Συμμαχία, μολονότι οι Μήλιοι ήταν άποικοι των Λακεδαιμονίων και δεν ήθελαν να γίνουν υπήκοοι των Αθηναίων, ενώ είχαν μείνει ως τότε, ουδέτεροι στη μεγάλη σύγκρουση.
Οι Μήλιοι, πιεζόμενοι από τους Αθηναίους, που ερήμωναν το έδαφός τους, περιήλθαν σε κατάσταση απροκάλυπτου πολέμου μ’ αυτούς. Οι τελευταίοι, θέλοντας να ξεκαθαρίσουν -μια για πάντα- το πρόβλημα της Μήλου, εκστράτευσαν εναντίον των Μηλίων, τον Μάρτιο του 416 π.Χ. Είχαν μαζί τους τριάντα δικά τους πλοία και οκτώ συμμαχικά (έξι από τη Χίο και δύο από τη Λέσβο) και η στρατιωτική τους δύναμη αποτελούνταν από Αθηναίους μεν 1.200 οπλίτες, 300 τοξότες και 20 ιπποτοξότες, συμμάχους δε, κυρίως νησιώτες, 1.500 περίπου. Συνολικά, δηλαδή είχαν μια δύναμη 3.000 περίπου ανδρών -πολλαπλάσια από εκείνη που μπορούσαν να αντιπαρατάξουν οι Μήλιοι.
Στρατοπέδευσαν έξω από τα τείχη της πόλης και έστειλαν προς διαπραγμάτευση πρέσβεις, σε μια προσπάθεια ειρηνικής υποταγής της νήσου. Οι Μήλιοι δεν παρουσίασαν τους πρέσβεις ενώπιον του λαού, όπως γινόταν σε άλλες περιπτώσεις, αλλά, προφανώς φοβούμενοι μήπως ο λαός παρασυρθεί από τα επιχειρήματα των πρέσβεων και δεν λάβει τη σωστή απόφαση, ζήτησαν από αυτούς να εκθέσουν τον σκοπό της ελεύσεώς τους, προς τις αρχές του τόπου και το κυβερνητικό συμβούλιο της Μήλου.
Οι Αθηναίοι πρέσβεις, αρχίζοντας την ομιλία τους, είπαν ότι, αφού δεν πρόκειται να μιλήσουν ενώπιον του λαού, αλλά η συνδιάσκεψη θα είναι κλειστή, επιτρέπουν στους Μήλιους, αντί να περιμένουν το τέλος του λόγου των Αθηναίων, να απαντούν αμέσως σε κάθε σημείο του, στο οποίο διαφωνούν, εκθέτοντες την αντίθετη άποψή τους. Και ρώτησαν τους Μήλιους αν εγκρίνουν τον τρόπο αυτόν της συζητήσεως.
Τότε άρχισε ένας από τους σημαντικότερους διαλόγους που έχει διασώσει η παγκόσμια Ιστορία. Πρόκειται για ένα κείμενο πολιτικού ρεαλισμού και αμοραλισμού, όπως θα δούμε παρακάτω, από τα λίγα που μπορεί να βρει κανείς. Είναι η περίπτωση όπου η δύναμη (Αθηναίοι) ποδοπατεί την έννοια της δικαιοσύνης που την επικαλείται η αδύναμη πλευρά (οι Μήλιοι). Είναι το δίκαιο του ισχυρού. Οι λόγοι των Αθηναίων στην περίοδο αυτή έχουν αποτελέσει κλασικό δείγμα πολιτικού κυνισμού και είναι ο πυρήνας της επιστημονικής μελέτης σε επίπεδο διεθνών σχέσεων.
Όταν οι «διαπραγματεύσεις» απέτυχαν, γιατί οι Μήλιοι επέμεναν να μείνουν ανεξάρτητοι και ουδέτεροι στο μικρό νησί τους, οι Αθηναίοι τους πολιόρκησαν, τους νίκησαν και την νίκη τους την επισφράγισαν με την ανηλεή σφαγή των Μηλίων…
Ο ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΑΘΗΝΑΙΩΝ ΚΑΙ ΜΗΛΙΩΝ
Αθηναίοι: Επειδή οι προτάσεις μας δεν θα γίνουν προς τον λαό, για να μην εξαπατηθεί το πλήθος ακούγοντάς μας να εκθέτουμε, σε μια συνεχή αγόρευση, επιχειρήματα ελκυστικά και ανεξέλεγκτα (γιατί καταλαβαίνουμε πως αυτό το νόημα έχει, το ότι μας φέρατε μπροστά στους λίγους), εσείς οι συγκεντρωμένοι εδώ κάνετε κάτι ακόμη πιο σίγουρο. Μην μας απαντάτε κι εσείς μ’ έναν συνεχή λόγο, αλλά σε κάθε σημείο που νομίζετε πως δεν μιλάμε όπως είναι το συμφέρον σας, να μας σταματάτε και να λέτε τη γνώμη σας. Και πρώτα πρώτα πείτε μας, αν συμφωνείτε μ’ όσα προτείνουμε.
Μήλιοι: Την καλή σας ιδέα να δώσουμε μεταξύ μας με ησυχία εξηγήσεις δεν την κατακρίνουμε, οι πολεμικές όμως ετοιμασίες που δεν είναι μελλοντικές, αλλά παρούσες ήδη, βρίσκονται σε φανερή αντίθεση με την πρότασή σας αυτή. Γιατί βλέπουμε ότι έχετε έρθει, εσείς οι ίδιοι δικαστές, για όσα πρόκειται να ειπωθούν και ότι στο τέλος της συζητήσεως, σύμφωνα με κάθε πιθανότητα, θα φέρει σε μας πόλεμο, αν υπερισχύσουμε εξαιτίας του δίκιου μας και γι’ αυτό αρνηθούμε να υποχωρήσουμε, ενώ δουλεία αν πειστούμε.
Αθηναίοι: Αν ήρθατε σ’ αυτή τη συνεδρίαση για να κάνετε εικασίες για τα μελλούμενα ή για τίποτε άλλο, κι όχι, απ’ την τωρινή κατάσταση κι απ’ όσα βλέπετε, να σκεφτείτε για τη σωτηρία της πολιτείας σας, μπορούμε να σταματήσουμε. Αν όμως γι’ αυτό, μπορούμε να συνεχίσουμε.
Μήλιοι: Είναι φυσικό και δικαιολογείται, στη θέση που βρισκόμαστε, να πηγαίνει ο νους μας σε πολλά, κι επιχειρήματα και σκέψεις. Αναγνωρίζομε, όμως, ότι αντικείμενο της συνδιασκέψεως αυτής είναι η σωτηρία μας κι έτσι ας διεξαχθεί η συζήτηση με τον τρόπο που προτείνετε.
Αθηναίοι: Έχει καλώς. Εμείς, εν τούτοις, δεν θα χρησιμοποιήσουμε ωραίες φράσεις, υποστηρίζοντας με πολλά λόγια, που δεν πρόκειται να πείσουν κανένα, ή ότι την ηγεμονία μας αποκτήσαμε δικαίως, λόγω του ότι νικήσαμε τους Πέρσες ή ότι επιδιώκουμε την επανόρθωση αδικιών, οι οποίες έγιναν εις βάρος μας. Ζητούμε όμως και από σας να μη νομίσετε ότι θα μας πείσετε, ισχυριζόμενοι ή ότι ως άποικοι των Λακεδαιμονίων, δεν λάβατε μέρος στον πόλεμο στο πλευρό μας, ή ότι δεν μας προξενήσατε κανένα κακό. Νομίζουμε, αντιθέτως, ότι επιβάλλεται να επιδιώξουμε, κι εσείς κι εμείς, εκείνο που θεωρούμε αληθινά κατορθωτό, αφού, πραγματικά, και οι δύο γνωρίζομε ότι κατά τη συζήτηση των ανθρωπίνων πραγμάτων, το επιχείρημα της δικαιοσύνης έχει αξία μόνο μεταξύ ίσων, ότι, όμως, ο ισχυρός επιβάλλει ό,τι του επιτρέπει η δύναμή του και ο ασθενής παραχωρεί ό,τι του επιβάλλει η αδυναμία του.
(Σημείωση: Στις λίγες αυτές λέξεις των Αθηναίων, όπως τις μεταδίδει ο Θουκυδίδης, περιέχεται όλη η θεωρία του πολιτικού ρεαλισμού αλλά και η θεωρία της Δημοκρατίας, κατά την οποία η αρχή της ισότητος αποτελεί τη βάση της Δικαιοσύνης).
Μήλιοι: Αφού αναγκαζόμαστε να μιλήσουμε για το συμφέρον, το οποίο θέσατε ως βάση της συζητήσεως, παραμερίζοντας το δίκαιο, εμείς τουλάχιστον θεωρούμε χρήσιμο να μην παραγνωρίσετε το κοινό συμφέρον αλλά ν’ αναγνωρισθεί γι’ αυτόν που κάθε φορά βρίσκεται σε κίνδυνο, το εύλογο και το δίκαιο και να επιτραπεί σ’ αυτόν να επιδιώξει, με την πειθώ, μερικά ωφελήματα, έστω κι αν τα επιχειρήματά του δεν βρίσκονται μέσα στα πλαίσια του αυστηρού δικαίου. Αυτό, εξ άλλου, συμφέρει και σας εξ ίσου, αφού, αν γιατί, αν νικηθείτε, θα μπορούσατε να γίνετε παράδειγμα στους άλλους για να σας επιβάλουν την πιο μεγάλη τιμωρία.
Αθηναίοι: Εμείς για το τέλος της ηγεμονίας μας, αν αυτή θα καταλυθεί κάποτε, δεν ανησυχούμε γιατί δεν είναι επικίνδυνοι στους νικημένους όσοι, όπως οι Λακεδαιμόνιοι, ασκούν ηγεμονία πάνω σ’ άλλους (άλλωστε, δεν έχουμε σήμερα να κάνουμε με τους Σπαρτιάτες), αλλά επικίνδυνοι είναι οι υπήκοοι, αν τυχόν αυτοί ξεσηκωθούν και νικήσουν εκείνους που τους εξουσίαζαν. Όσο γι’ αυτό, ας μείνει σε μας η φροντίδα να αντιμετωπίσουμε τον κίνδυνο. Εκείνο όμως που θέλουμε τώρα να κάνουμε φανερό σ’ εσάς, είναι ότι βρισκόμαστε εδώ για το συμφέρον της ηγεμονίας μας και ότι όσα θα πούμε τώρα, σκοπό έχουν τη σωτηρία της πολιτείας σας, επειδή θέλουμε και χωρίς κόπο να σας εξουσιάσουμε και για το συμφέρον και των δυο μας να σωθείτε.
Σας θέλουμε εχθρούς
Μήλιοι: Και πώς είναι δυνατόν να είναι εξ ίσου συμφέρον για εμάς να γίνουμε δούλοι, και συγχρόνως να είναι δικό σας συμφέρον να γίνετε κυρίαρχοί μας;
Αθηναίοι: Επειδή εσείς θα έχετε τη δυνατότητα να υποταχτείτε πριν να πάθετε τις πιο μεγάλες συμφορές, κι εμείς, αν δεν σας καταστρέψουμε, θα έχουμε κέρδος.
Μήλιοι: Ώστε, δεν θα μας δεχθείτε να είμαστε φίλοι σας και όχι εχθροί σας, αλλά να διατηρήσουμε την ειρήνη και την ουδετερότητά μας;
Αθηναίοι: Όχι, γιατί δεν μας βλάπτει τόσο η έχθρα σας όσο η φιλία σας. Η φιλία σας, στα μάτια των υπηκόων μας, θα ήταν απόδειξη αδυναμίας, ενώ το μίσος σας απόδειξη της δύναμής μας.
Μήλιοι: Έτσι σκέφτονται οι υπήκοοί σας για το σωστό, ώστε να βάζουν στην ίδια μοίρα εκείνους που δεν έχουν καμμία φυλετική σχέση μαζί σας κι εκείνους που οι περισσότεροί τους, είτε είναι άποικοί σας, είτε έγιναν άποικοι επειδή αποστάτησαν κι υποτάχτηκαν;
Αθηναίοι: Ναι, γιατί νομίζουν ότι λόγια που να στηρίζονται στο δίκαιο δεν λείπουν από κανέναν. Νομίζουμε όμως ότι όσοι διατηρούν την ελευθερία των οφείλουν τούτο στη δύναμή των, εμείς δε δεν επιτιθόμαστε εναντίον αυτών, εξ αιτίας του φόβου. Έτσι, το να σας υποτάξουμε εκτός που θα επέκτεινε την ηγεμονία μας, θα μας πρόσφερε και ασφάλεια, ενώ επειδή νησιώτες είσαστε και ασθενέστεροι από άλλους, θα αποδείκνυε, επιπλέον, ότι δεν είστε ανώτεροι από εμάς, που είμαστε κυρίαρχοι της θάλασσας.
(Σημείωση: Άλλο σοβαρό δίδαγμα πολιτικού ρεαλισμού και διεθνούς πολιτικής: Αν θέλεις να διατηρήσεις την ελευθερία σου, φρόντιζε να είσαι ισχυρός. Γιατί, όπως η φύση, έτσι και η πολιτική δεν ανέχεται το κενό. Όταν οι άλλοι ανακαλύψουν ότι είσαι αδύνατος, θα σπεύσουν να σου στερήσουν την ελευθερία σου κατά τον έναν ή τον άλλο τρόπο).
Μήλιοι: Δεν νομίζετε όμως, ότι τέτοια ασφάλεια παρέχει η πολιτική, που εμείς προτείνουμε; Γιατί οφείλουμε και πάλι, αφού μας βγάζετε από το έδαφος των επί του δικαίου στηριζομένων επιχειρημάτων και μας επιβάλλετε να υποταχθούμε στο συμφέρον σας, να σας εξηγήσουμε ποιο είναι το δικό μας συμφέρον και να προσπαθήσουμε να σας πείσουμε να το αποδεχτείτε, αν τούτο συμβαίνει να είναι συγχρόνως και δικό σας. Διότι, πώς είναι δυνατόν να μην κάνετε εχθρούς σας, όσους τυχόν είναι σήμερα ουδέτεροι, όταν, βλέποντας αυτοί την τύχη μας, αντιληφθούν, ότι θα έρθει η μέρα, κατά την οποία θα επιτεθείτε και κατ’ αυτών; Και με την πολιτική σας αυτή, τι άλλο κατορθώνετε, παρά να ενισχύσετε εκείνους που είναι ήδη εχθροί σας και να στρέψετε εναντίον σας, παρά τη θέλησή τους, εκείνους που δεν σκέφθηκαν ποτέ να γίνουν εχθροί σας;
Αθηναίοι: Καθόλου. Γιατί δεν νομίζουμε ότι είναι πιο επικίνδυνοι για μας, αυτοί που, κατοικώντας κάπου στην στεριά, εξαιτίας της ελευθερίας τους, θ’ αργήσουν πολύ να πάρουν προφυλακτικά μέτρα εναντίον μας, αλλά οι νησιώτες, όσοι, όπως εσείς, βρίσκονται κάπου ανεξάρτητοι, κι όσοι είναι κιόλας ερεθισμένοι από τις αναγκαίες πιέσεις της ηγεμονίας μας. Αυτοί λοιπόν, με το να στηριχτούν πολύ στην απερισκεψία, μπορούν να φέρουν, και τον εαυτό τους κι εμάς, σε φανερούς κινδύνους.
Πριν γίνουμε δούλοι
Μήλιοι: Επομένως, αν εσείς αναλαμβάνετε τόσο μεγάλους κινδύνους για να μην καταλυθεί η εξουσία σας κι αν οι υπόδουλοι διακινδυνεύουν τόσο πολύ για να απαλλαγούν από αυτήν, τότε εμείς που είμαστε ακόμα ελεύθεροι, θα θεωρηθούμε τελείως ανίκανοι και δειλοί, αν δεν φτάσουμε στα έσχατα προκειμένου να μην υποδουλωθούμε
Αθηναίοι: Όχι, δεν χρειάζεται καθόλου να φτάσετε στα έσχατα, αν σκεφτείτε συνετά. Γιατί δεν αγωνίζεστε περί αρετής με ίσους όρους για να δείξετε την ανδρεία σας, όποτε θα ήταν ντροπή να υποχωρήσετε, αλλά αγωνίζεστε για τη σωτηρία σας. Επομένως δεν πρέπει να αντισταθείτε σε πολύ ανώτερούς σας.
(Σημείωση: Στους περσικούς πολέμους, για τους οποίους τόσο επαίρονταν οι Αθηναίοι (χωρίς να είναι οι μόνοι από τους Έλληνες που νίκησαν τους Πέρσες), είχαν αγωνιστεί περί αρετής εναντίον πολύ ισχυρότερου αντίπαλου. Η επιθυμία για ελευθερία ήταν αυτό που έδωσε τη νίκη στους Έλληνες και όχι η υπεροπλία και η αριθμητική υπεροχή. Στο διάλογο με τους Μήλιους οι Αθηναίοι φαίνεται να το έχουν ξεχάσει. Απαιτούν μάλιστα υποταγή με την ίδια ωμότητα που την απαιτούσαν οι Πέρσες από τους Έλληνες).
Μήλιοι: Ωστόσο, καμμιά φορά το αποτέλεσμα του πολέμου εξαρτάται από την τύχη και όχι από την υπεροχή δυνάμεων. Αν τώρα εμείς, αμέσως, χωρίς αντίσταση υποχωρήσουμε, δεν έχουμε καμιά ελπίδα σωτηρίας. Αν όμως αντισταθούμε, υπάρχει ελπίδα να σωθούμε.
Αθηναίοι: Η ελπίδα την ώρα του κινδύνου είναι παρηγοριά στον άρρωστο. Κι αν βλάψει αυτούς που έχουν άφθονα πολεμικά μέσα, τουλάχιστον δεν τους καταστρέφει εντελώς. Αλλά όσοι τα παίζουν όλα για όλα, όπως στα ζάρια, στηριγμένοι στην ελπίδα (γιατί απ’ τη φύση της είναι σπάταλη), όταν διαψευσθούν, βλέπουν ότι καταστράφηκαν και δεν τους έχει μείνει πια τίποτε. Εσείς λοιπόν που είστε αδύναμοι και βρίσκεστε σε τόσο κρίσιμη θέση, κοιτάξτε να μην το πάθετε αυτό. Ούτε να μοιάσετε μ’ εκείνους που ενώ μπορούν να σωθούν, όταν τους βρουν συμφορές και εξανεμιστεί και η τελευταία φανερή ελπίδα τους, το γυρίζουν στις αφανείς ελπίδες, στους χρησμούς και στις μαντικές και σε όλες αυτές τις ανοησίες που τους προσφέρουν αβέβαιη ελπίδα και τους καταστρέφουν.
(Σημείωση: Οι Αθηναίοι μπρος, σ’ αυτό το, εν πάση περιπτώσει, αρκετά ρεαλιστικό επιχείρημα των Μηλίων, τους συμβουλεύουν να μη φτάσουν ως το σημείο της γνωστής παροιμίας, που λέει ότι, «ο πνιγμένος από τα μαλλιά του πιάνεται»).
Μήλιοι: Ναι, το ξέρουμε, είναι δύσκολο να αγωνιζόμαστε συγχρόνως εναντίον σας και εναντίον της τύχης, εφ’ όσον η τύχη δεν είναι ίση και για τους δυο μας. Αλλά με τη βοήθεια των θεών πιστεύουμε ότι δεν θα είμαστε πιο άτυχοι από σας, γιατί εμείς αγωνιζόμαστε δίκαιοι εναντίον αδίκων. Κι αν είμαστε πιο αδύναμοι από σας, υπολογίστε και τη δύναμη των Σπαρτιατών που θα προστεθεί. Γιατί αυτοί θα έρθουν οπωσδήποτε σε βοήθειά μας, αν όχι γι’ άλλον λόγο, τουλάχιστον λόγω φυλετικής συγγένειας και από φιλότιμο, αφού είμαστε άποικοί τους. Επομένως το θάρρος που επιδεικνύουμε δεν είναι παράλογο.
Όλα για το συμφέρον
Αθηναίοι: Ούτε κι εμείς θα στερηθούμε την εύνοια των θεών. Δεν κάνουμε τίποτα που να είναι αντίθετο προς την ευσέβεια απέναντι στο θείο ή αντίθετο στην ανθρώπινη επιθυμία για τις ανθρώπινες σχέσεις. Σύμφωνα με την κρατούσα αντίληψη, οι θεοί και οι άνθρωποι άρχουν κατά φυσική ορμή εκεί που είναι ανώτεροι. Αυτόν τον φυσικό νόμο ακολουθούμε κι εμείς. Δεν τον έχουμε θέσει εμείς, ούτε και είμαστε οι πρώτοι που τον χρησιμοποιούμε. Υπήρχε, τον παραλάβαμε και μετά από μας θα υπάρχει αιώνια. Το ίδιο θα κάνατε κι εσείς στη θέση μας, το ίδιο θα κάνουν όλοι όσοι φτάσουν στο σημείο της δικής μας δύναμης. Άρα, όσον αφορά στους θεούς, δεν έχουμε κανέναν λόγο να φοβόμαστε ότι θα είμαστε πιο άτυχοι από σας. Όσο για τους Σπαρτιάτες που πιστεύετε ότι θα σας βοηθήσουν, είστε πολύ αφελείς. Αυτοί φέρονται τίμια στις δικές τους υποθέσεις μέσα στη χώρα τους. Όταν όμως έχουν να κάνουν με τους άλλους, τότε τίμια είναι γι’ αυτούς τα ευχάριστα και δίκαια όσα τους συμφέρουν. Άρα δεν σας ωφελεί η παράλογη ελπίδα ότι θα σας βοηθήσουν.
Μήλιοι: Εμείς πιστεύουμε το αντίθετο. Ότι δηλαδή για το συμφέρον τους, εφόσον είμαστε άποικοί τους, δεν θα θελήσουν να μας προδώσουν, γιατί έτσι θα φανούν αναξιόπιστοι στους φίλους τους, πράγμα που θα ωφελήσει τους εχθρούς τους.
Αθηναίοι: Το συμφέρον συμβαδίζει με την ασφάλεια. Το δίκαιο και το τίμιο γίνεται με κίνδυνο. Τέτοιο πράγμα δεν το αποτολμούν οι Σπαρτιάτες.
Μήλιοι: Θεωρούμε ότι οι Σπαρτιάτες θα αναλάβουν αυτόν τον κίνδυνο για χάρη μας, επειδή μας θεωρούν πιστότερους από τους άλλους και γιατί βρισκόμαστε πολύ κοντά στην Πελοπόννησο. Αλλά και ως προς το φρόνημα θα μας βρουν πιστότερους λόγω φυλετικής συγγένειας.
(Σημείωση: Αυτό, με σημερινούς όρους πάλι, θα το χαρακτηρίζαμε πολιτική αφέλεια. Οι Αθηναίοι, έμπειροι γνώστες της διεθνούς πολιτικής της εποχής τους, γνωρίζουν ότι κάτι τέτοιο δεν θα συμβεί).
Το ψευδές αίσθημα της τιμής
Αθηναίοι: Εγγύηση γι’ αυτούς που συμπολεμήσουν δεν είναι η φιλική διάθεση αυτών που τους καλούν, αλλά αν υπερέχουν σε πραγματική δύναμη κι αυτό το λογαριάζουν οι Σπαρτιάτες, περισσότερο από κάθε άλλον (από έλλειψη άλλωστε εμπιστοσύνης στη δική τους ετοιμασία, μονάχα με πολλούς συμμάχους εκστρατεύουν εναντίον των γειτόνων τους), ώστε δεν φαίνεται πιθανό ότι αυτοί, μ’ εμάς θαλασσοκράτορες, θα στείλουν στρατό σ’ ένα νησί.
Μήλιοι: Μπορούν όμως να μας στείλουν άλλους συμμάχους τους. Και ναι μεν, είστε θαλασσοκράτορες εσείς, αλλά το Κρητικό πέλαγος είναι μεγάλο και δεν θα καταφέρετε να τους πιάσετε. Αλλά κι αν ακόμα αποτύχουν οι Σπαρτιάτες στη θάλασσα, μπορούν να στραφούν εναντίον της χώρας σας και εναντίον των συμμάχων σας, σ’ όσους δεν έφτασε ο Βρασίδας. Και τότε ο πόλεμος που θα αναλάβετε, δεν θα αφορά τη Μήλο, μια ξένη γη για σας, αλλά τον ίδιο σας τον τόπο και την επικράτειά σας.
(Σημείωση: Κάτι τέτοιο όμως θα σήμαινε παραβίαση της Νικίειου ειρήνης εκ μέρους των Σπαρτιατών. Ήταν άραγε η Μήλος τόσο πολύτιμη γι’ αυτούς, όσο νομίζουν οι Μήλιοι; Ή απλώς θέλουν να φοβερίσουν τους Αθηναίους σαν το ποντίκι που βρυχάται;).
Αθηναίοι: Ίσως. Αλλά πολύ καλά γνωρίζετε, ότι οι Αθηναίοι δεν έλυσαν ποτέ καμιά πολιορκία από φόβο για άλλες υποθέσεις. Παρατηρούμε ωστόσο ότι, αν και είπατε ότι θα μιλήσετε για τη σωτηρία σας, όμως παρά τα πολλά σας λόγια, τίποτα δεν αναφέρατε ως τώρα σχετικά με το πώς μπορείτε να σωθείτε. Αυτά όλα που μας αραδιάζετε ως ακλόνητα επιχειρήματα είναι μόνο μελλοντικές ελπίδες, ενώ η δύναμή σας σε σύγκριση με τη δική μας είναι μηδαμινή. Θα δείξετε λοιπόν μεγάλη απερισκεψία, αν μετά το τέλος αυτής της συζήτησης δεν αποφασίσετε κάτι λογικότερο. Θα προτιμήσετε με άλλα λόγια την οδό της ντροπής, αν δεν υποταχτείτε με τη θέλησή σας. Η οποία ντροπή οδηγεί σε κινδύνους εξευτελιστικούς και ολοφάνερους. Πολλοί άνθρωποι μολονότι είδαν το μεγάλο κίνδυνο προς τον οποίο ανοήτως οδηγούνταν, όμως δελεάστηκαν και παρασύρθηκαν από τη δύναμη της λέξης «αισχρό» (την υπακοή δηλαδή στους ισχυρότερους). Έτσι έπεσαν εκούσια σε αθεράπευτες συμφορές και δοκίμασαν χειρότερη ντροπή υποδουλωμένοι με δική τους απόφαση. Στη ντροπή αυτή προστέθηκε και η κατηγορία της ανοησίας τους και όχι της κακής τους τύχης. Απ’ αυτό θα προφυλαχτείτε, αν σκεφτείτε φρόνιμα. Αν δεν θεωρήσετε άπρεπο να υποταχτείτε σε ισχυρότατη πόλη που σας κάνει ήπιες προτάσεις, δηλαδή να γίνετε σύμμαχοί της, να κατέχετε τη χώρα σας και να καταβάλλετε φόρο. Σας δόθηκε η ευκαιρία να εκλέξετε μεταξύ πολέμου και ειρήνης, μην αποφασίσετε λοιπόν το χειρότερο. Πολλά κατορθώνουν αυτοί που δεν υποχωρούν στους ίσους τους, που υπακούν στους ισχυρότερούς τους και που φέρονται με μετριοπάθεια στους κατώτερούς τους. Τώρα που εμείς αποχωρούμε, σκεφτείτε ότι αποφασίζετε για την πατρίδα σας που είναι μία. Με μία μόνο απόφασή σας θα την ανορθώσετε ή θα την καταστρέψετε.
Όταν έφυγαν οι Αθηναίοι, οι Μήλιοι συζήτησαν μεταξύ τους και κατόπιν έδωσαν στους Αθηναίους την εξής περήφανη απάντηση που ηχεί αλλόκοτα σε κείνους αλλοτριωμένους καιρούς:
Ούτε την αρχική μας απόφαση αλλάζουμε ούτε θα επιτρέψουμε να καταργηθεί μέσα σε λίγο χρόνο η ελευθερία μιας πόλης που κατοικείται εδώ και εφτακόσια χρόνια. Πιστεύοντας στην καλή τύχη από μέρους των θεών και στη βοήθεια από μέρους των ανθρώπων και ιδιαίτερα από μέρους των Σπαρτιατών, θα προσπαθήσουμε να τη σώσουμε. Σας ζητάμε να φύγετε από τη χώρα μας. Είμαστε φίλοι και με σας και με τους Σπαρτιάτες. Ας κάνουμε μεταξύ μας συνθήκες επωφελείς και για τους δυο μας.
Η σφαγή των Μηλίων
Οι Αθηναίοι πρέσβεις γύρισαν στο στρατόπεδο κι οι στρατηγοί, αφού οι Μήλιοι δεν υποχωρούσαν σε τίποτε, άρχισαν αμέσως τις εχθροπραξίες, κι αφού μοίρασαν τη δουλειά στα στρατιωτικά τμήματα της κάθε πόλης έζωσαν κυκλικά με τείχος τους Μήλιους. Ύστερα οι Αθηναίοι άφησαν φρουρά από δικούς τους στρατιώτες και συμμάχους, στη στεριά και στη θάλασσα, κι έφυγαν με το μεγαλύτερο μέρος τους στρατού. Οι υπόλοιποι έμειναν και πολιορκούσαν τον τόπο.
Επωφεληθέντες οι Μήλιοι, κατέλαβαν με νυκτερινή έφοδο το μέρος του περιτειχίσματος των Αθηναίων, όπου ήταν η αγορά τους, σκότωσαν μερικούς Αθηναίους και αφού έφεραν στην πόλη τρόφιμα και όσα άλλα χρήσιμα μπόρεσαν, αποσύρθηκαν και παρέμειναν σε αδράνεια. Έπειτα από αυτό οι Αθηναίοι βελτίωσαν την επιτήρησή τους. Έτσι, τελείωσε το καλοκαίρι.
Το χειμώνα που επακολούθησε, οι Μήλιοι πάλι σ’ άλλο σημείο κυρίεψαν ένα μέρος απ’ το τείχος των Αθηναίων που τους έζωνε, όπου οι φρουροί δεν ήταν πολλοί. Ύστερα απ’ τα γεγονός αυτό ήρθε κι άλλος στρατός απ’ την Αθήνα, με αρχηγό τον Φιλοκράτη του Δημέα. Ο αποκλεισμός έγινε πλέον στενότατος και συγχρόνως μερικοί από τους Μήλιους ήλθαν σε μυστικές συνεννοήσεις με τους Αθηναίους. Φαίνεται, ότι όλοι οι Μήλιοι δεν ήταν σύμφωνοι με την αδιάλλακτη στάση των αρχόντων των. Συνθηκολόγησαν με τους Αθηναίους, με τον όρο να αποφασίσουν εκείνοι για την τύχη τους. Και αυτοί κατέσφαξαν όλους τους ενηλίκους άνδρες, ενώ τα γυναικόπαιδα τα πούλησαν ως δούλους. Έπειτα δε, έστειλαν πεντακόσιους Αθηναίους πολίτες και εποίκισαν τη Μήλο με νέο πληθυσμό.
Μία από τις σκληρότερες γενοκτονίες της αρχαίας ελληνικής ιστορίας είχε συντελεσθεί. Και αποτέλεσε ένα στίγμα της Αθηναϊκής Συμπολιτείας, που τόσο προωθημένη ήταν, από πολλές απόψεις, στον πολιτισμό.
Από pare-dose.net
AΠΟ ΤΗΝ ΔΑΝΑΗ
Το Σάββατο γύρω από το τραπέζι μιλούσαμε για το αλάτι.
Πως κάθε φορά βάζω αλάτι για να νοστιμίσει το φαγητό.
Προσθέτω αλάτι στην κατσαρόλα “με το μάτι” ή ακολουθώντας τη δοσολογία που προτείνει η συνταγή;
Βάζω το αλάτι στην κατσαρόλα ή προτιμώ να το βάλω στο πιάτο μου για να είμαι σίγουρος για το αποτέλεσμα;
Βάζω αλάτι στην κατσαρόλα ή αφήνω να βάλει ο κάθε ένας στο πιάτο του την ποσότητα που χρειάζεται;
Πόσο αλάτι βάζω έχει σχέση με το ποιος ή ποιοι θα φάνε από το φαγητό;
Κάποια στιγμή προσπάθησα να θυμηθώ πως ξεκινούσε να αφηγείται η Françoise Ηèritier στο “Το αλάτι της ζωής”. Μπόρεσα να θυμηθώ να ξεκινάει με αφορμή την εβδομάδα που “έκλεψε” ο “κύριος Πιετ” για να κάνει διακοπές.
Η ανάμνηση που έχω από το βιβλίο είναι «α, κι εγώ το έχω κάνει αυτό», «σε αντίστοιχη περίπτωση…», «που με ταξίδεψε τώρα…», «για μένα πως ήταν…;», «η αντιστοιχία στην Ελλάδα θα ήταν…», «θέλω κι εγώ…», «πόσο χρονών να είναι…;», «μα που το ξέρει, δεν ήταν εκεί!»
“Το αλάτι της ζωής” ήταν δώρο, κυριολεκτικά και μεταφορικά.
Μου δόθηκε σε συσκευασία δώρου με κόκκινη καρό κορδέλα λίγες ώρες πριν τις διακοπές.
Καθώς ξεκινούσε η περίοδος που θα ήμουν για λίγο μακριά από ό,τι σταθερό αναγνώριζα στην καθημερινότητά μου τη δουλειά μου, τους φίλους μου, το σπίτι μου, τους ανθρώπους που γνωρίζω και με γνωρίζουν, τις συνήθειές μου, τους γνώριμους ρόλους μου.
Έψαχνα να σχηματίσω το περίγραμμά μου, να με συναρμολογήσω ξανά για να με ανα-γνωρίσω αλλιώς απ’ ότι με ένιωθα στην κάθε μου μέρα.
Το βιβλίο στάθηκε συνταξιδιώτης, χάρτης με προτεινόμενες διαδρομές, πυξίδα. Στο τέλος της πτήσης, στην προσγείωση, ένιωθα γεμάτη με εικόνες και στιγμές από τα μικράτα μου μέχρι και τότε. Είχα μαζί μου – φυλαχτό – το δικό μου πλούτο στιγμών ζωής και ένα ¨σακούλι¨ που γέμιζε κιόλας με νέες.
Τη διαδρομή αυτή την έκανα μαζί με τον άνθρωπο που έγραψε το βιβλίο, όσο έπαιρνα πληροφορίες και γνώριζα εκείνον τόσο θυμόμουνα και συνέθετα το δικό μου παζλ μικρών ή μεγάλων στιγμών.
ΤΟ ΑΛΑΤΙ ΤΗΣ ΖΩΗΣ
απόσπασμα,
σελ.51-52
…να νιώθεις γύρω σου μια προσοχή τεταμένη, πυκνή· να παίρνεις το λόγο σαν να μπαίνεις στη μάχη· να βρίσκεις, επιτέλους, την ακριβή λέξη· να περιμένεις ένα τηλεφώνημα· να στεναχωριέσαι που τα βότσαλα χάνουν το ωραίο τους χρώμα όταν στεγνώνουν· να φαντασιώνεσαι ένα μεγάλο σπίτι με πράσινα παράθυρα σε ένα σταυροδρόμι ή στην καρδιά του δάσους· να θαυμάζεις μια κομψή διπλή σκάλα που οδηγεί σε ένα φαρδύ πλατύσκαλο ή τις αμέτρητες αλθαίες ή μια στέγη με γυαλιστερά τούβλα· να τραγουδάς α καπέλα και ουνίσονο· να δονείσαι στη χροιά μιας φωνής· να απευθύνεσαι σε έναν άγνωστο μπερδεύοντάς τον με έναν παλιό γνωστό σου, λόγω τρομερής ομοιότητας· να μιλάς από μέσα σου· να μην αλλάζεις γνώμη για τους αγαπημένους σου· …
Françoise Ηèritier,
εκδόσεις κέλευθος.
Η ανάμνηση αναδύθηκε με αφορμή την κουβέντα μας για το αλάτι, λίγο πριν τις διακοπές.
Την επικοινωνώ με μια ευχή για νέες απολαυστικές ή μη, μικρές ή μεγάλες δικές μας ¨καταδικές” μας στιγμές.
….Η δυνατότητα της κοινής ζωής, όπως χαρακτηριστικά γράφει στη Μίλενα προς το τέλος της σχέσης τους, «δεν υπάρχει, δεν υπήρξε ποτέ». Το ένα πάθος (για τη γραφή) ακυρώνει το άλλο; Αυτό είναι το θέμα που εξετάζει το βιβλίο της Ζακλίν Ραούλ-Ντιβάλ με τίτλο «Κάφκα, ο αιώνιος μνηστήρας». Εκεί αναφέρεται χαρακτηριστικά η φράση που έγραψε το 1921 στον φίλο του Μαξ Μπροντ: «Δεν μπορώ να αγαπήσω παρά μόνο αν τοποθετήσω το αντικείμενο της αγάπης μου τόσο πιο ψηλά από μένα, ώστε να μην μπορώ να το φτάσω».
Αλλά, ο πραγματικός έρωτας του Κάφκα ήταν η λογοτεχνία. Και αυτή ευθύνεται σύμφωνα με τους ερευνητές της ζωής του για το ανεκπλήρωτο των ερώτων του. Κι όχι μόνο φυσικά, αφού ακόμη πιο ζηλότυπη δυστυχώς «ερωμένη» υπήρξε η αρρώστια του που και ελάχιστη ελευθερία κινήσεων του άφησε και τελικά τον οδήγησε στο θάνατο στα 42 του χρόνια.
*
ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΗ ΜΙΛΕΝΑ
Τετάρτη βράδυ
Μόνο λίγα λόγια βιαστικά, για τα εγκαίνια της καινούριας μου κατοικίας, βιαστικά γιατί στις δέκα έρχονται οι γονιοί μου από το Φράντσενσμπαντ και στις δώδεκα ο θείος μου απ’ το Παρίσι και θέλουν κι οι δυο να πάω να τους παραλάβω’ καινούρια κατοικία, γιατί μετακόμισα στο άδειο σπίτι της αδερφής μου, που ‘χει πάει στο Μαρίενμπαντ, για να κάνω χώρο στο θείο μου. Αδειανό και μεγάλο σπίτι, ωραίο είναι αυτό, μα ο δρόμος έχει πιο πολύ θόρυβο, δεν μπορώ ωστόσο να παραπονεθώ, η αλλαγή δεν είναι καθόλου κακή. Και θα πρέπει να σου γράψω, Μίλενα, γιατί απ’ τα τελευταία μου παραπονιάρικα γράμματα (το χειρότερο το ‘σκισα σήμερα το μεσημεράκι από ντροπή’ σκέφτομαι πως δεν έχω πάρει ακόμα νέα σου, μα είναι τόσο ανόητο να παραπονιέμαι για το ταχυδρομείο, τι σχέση έχω εγώ με το ταχυδρομείο) θα μπορούσες να πιστέψεις ότι δε σου έχω εμπιστοσύνη, ότι φοβάμαι μη σε χάσω, όχι, δεν είναι που δε σου ‘χω εμπιστοσύνη. Θα μπορούσες να είσαι για μένα ό,τι είσαι τώρα αν δεν σου ‘χα εμπιστοσύνη; Αυτό που προκαλεί τούτη την εντύπωση είναι η σύντομη σωματική επαφή κι ο απότομος σωματικός xωρισμός (Γιατί ειδικά την Κυριακή; Γιατί ειδικά στις εφτά η ώρα; Γιατί όλα;), όλα αυτά μου θολώνουν λιγάκι το μυαλό. Συγχώρα με! Και δέξου τούτη τη βραδιά, για καληνύxτα, μαζί μ’ όλα αυτά, όλα όσα είμαι κι όλα όσα έχω κι όλα όσα είναι τρισευτυxισμένα για ν’ αναπαυτούν μέσα σου.
**
ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΗ ΜΙΛΕΝΑ
Αγαπητή Μιλένα,
από καιρό έχω έτοιμο ένα κομμάτι από ‘να γράμμα μου για σας, μα δεν μπορώ να το συνεχίσω, ήρθαν κι εδώ και με ξαναβρήκαν τα παλιά μου δεινά, μου επετέθηκαν και μ’ έριξαν κατά κάποιον τρόπο κάτω, το κάθετι με κουράζει αφάνταστα, η κάθε γραμμή, όλα όσα γράφω, μου φαίνονται εξαιρετικά σε σύγκριση με τις δυνάμεις μου, κι όταν γράφω «εγκάρδιους χαιρετισμούς», οι χαιρετισμοί αυτοί έχουν πραγματικά τη δύναμη να φτάσουν στην πολύβουη, άγρια και γκριζωπή οδό Λ. της πόλης, όπου ούτε εγώ και τίποτα δικό μου δε θα μπορούσαν να πάρουν ανάσα. Έτσι δε θα ξαναγράψω πια τίποτ’ άλλο, θα περιμένω να ‘ρθουν καλύτεροι ή ακόμα χειρότεροι καιροί και, κατά τα άλλα, εδώ με φροντίζουν με καλοσύνη και με τρυφερότητα , όσο περισσότερο μπορούν να υπάρξουν αυτές οι αρετές πάνω στη γη. Μαθαίνω για τον κόσμο μόνο μέσα από τις εφημερίδες της Πράγας, οι εφημερίδες του Βερολίνου παραείναι για μένα ακριβές, μήπως θα μπορούσατε να μου στέλνετε αραιά και πού κανένα απόκομμα απ’ τη Νάροντι Λίστι με τον τρόπο που μου έδινε κάποτε τόση χαρά; Η διεύθυνση μου εδώ ΄και μερικές εβδομάδες είναι η εξής: Στέγκλιτς, Γκρούνεβαλντ Στάσε 13, στου κυρίου Ζάοφερτ. Και τώρα τους «πιο εγκάρδιους χαιρετισμούς» μου, τι πειράζει αν πέσουν στην πόρτα του κήπου;, ίσως έτσι ν΄αποκτήσουν μεγαλύτερη δύναμη.
Δικός σας
WWW.EYELANDS.GR
19 Ιανουαρίου [1911]. […] Μια φορά σκόπευα να γράψω ένα μυθιστόρημα όπου συγκρούονταν δυο αδερφοί κι ο ένας τους πήγαινε στην Αμερική, ενώ ο άλλος έμενε σε μια ευρωπαϊκή φυλακή. Έγραψα απλώς μερικές αράδες εδώ κι εκεί, γιατί είχε αρχίσει αμέσως να με κουράζει. Έτσι κάποτε, μια Κυριακή απόγευμα, που είχαμε πάει επίσκεψη στον παππού και στη γιαγιά και είχαμε φάει ένα ιδιαίτερα μαλακό ψωμί, όπως το συνήθιζαν εκεί, αλειμμένο με βούτυρο, έγραψα κάτι για τη φυλακή μου. Είναι πιθανό ότι κατά το μεγαλύτερο μέρος το έκανα από ματαιοδοξία και ότι, σπρώχνοντας το χαρτί πάνω στο τραπεζομάντηλο, χτυπώντας το μολύβι στο τραπέζι, κοιτάζοντας ένα γύρο κάτω απ’ το φως της λάμπας, ήθελα να κάνω κάποιον να μου πάρει το γραφτό, να το κοιτάξει και να με θαυμάσει. Στις λίγες εκείνες γραμμές περιγραφόταν κυρίως ο διάδρομος της φυλακής, ιδιαίτερα η ησυχία και το κρύο του· αναφέρονταν ακόμα μερικά λόγια συμπόνιας για τον αδερφό που είχε μείνει πίσω, γιατί αυτός ήταν ο καλός αδερφός. Ίσως είχα μια στιγμιαία αίσθηση της ασημαντότητας της περιγραφής μου, μόνο που πριν από ‘κείνο το απόγευμα δεν έδινα πολλή προσοχή σε τέτοια αισθήματα όταν καθόμουν μαζί με τους συγγενείς μου, που τους είχα συνηθίσει (η δειλία μου ήταν τόσο μεγάλη ώστε το συνηθισμένο μ’ έκανε σχεδόν ευτυχισμένο), γύρω από το στρογγυλό τραπέζι στο γνωστό δωμάτιο, και δεν μπορούσα να ξεχάσω ότι ήμουν νέος κι ότι, μέσα από τούτη τη σημερινή ησυχία, προοριζόμουν για μεγάλα πράγματα. Ένας θείος μου, που του άρεσε να κοροϊδεύει, μου πήρε τέλος το χαρτί, που το κρατούσα πολύ χαλαρά, του έριξε μια ματιά, μου το ξανάδωσε χωρίς καν να γελάσει, κι είπε στους άλλους που τον παρακολουθούσαν με τα μάτια: «τα συνηθισμένα», σε μένα δεν είπε τίποτα. Εγώ έμεινα καθισμένος κι έσκυβα όπως πριν πάνω από το άχρηστο τώρα χαρτί μου, όμως στην πραγματικότητα είχα με μια σπρωξιά αποκλειστεί από την ομήγυρη, η κρίση του θείου επαναλαμβανόταν μέσα μου με σχεδόν ήδη πραγματική σημασία, κι ακόμα και μέσα στην αίσθηση της οικογένειας απόκτησα μια ενόραση του ψυχρού χώρου του κόσμου μας, που έπρεπε να τον ζεστάνω με μια φωτιά, που έπρεπε πρώτα να τη βρω.
[…]
[πηγή: Φραντς Κάφκα, Τα ημερολόγια-Α’: 1910-1913, μτφ. Αγγέλα Βερυκοκάκη, Εξάντας, Αθήνα 1978, σ. 20-21, 32, 40-41]
ebooks.edu.gr
Απόσπασμα (…) Στην πιο ήσυχη ώρα ης νύχτας, καθώς ήμουν ξαπλωμένος και μισοκοιμισμένος, οι εφτά εαυτοί μου κάθισαν μαζί και έτσι κουβέντιαζαν ψιθυριστά.
Ο ΠΡΩΤΟΣ ΕΑΥΤΟΣ: Εδώ, σε αυτόν τον τρελό, κατοίκησα όλα αυτά τα χρόνια, χωρίς να κάνω τίποτα παρά να ανανεώνω τον πόνο του την ημέρα και να ξαναδημιουργώ τη θλίψη του τη νύχτα. Δε μπορώ να αντέξω άλλο τη μοίρα μου, και τώρα επαναστατώ.
Ο ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΕΑΥΤΟΣ: Η δικιά σου μοίρα είναι καλύτερη από τη δικιά μου, αδελφέ, γιατί μου δόθηκε να είμαι ο χαρούμενος εαυτός αυτού του τρελού. Γελώ το γέλιο του και τραγουδώ τις χαρούμενες ώρες του, και με τριπλο-φτερωμένα πόδια χορεύω τις φωτεινότερες σκέψεις του. Εγώ θα έπρεπε να επαναστατήσω ενάντια στην κουρασμένη μου ύπαρξη.
Ο ΤΡΙΤΟΣ ΕΑΥΤΟΣ: Και εγώ ο από αγάπη κυριαρχούμενος εαυτός, ο φλεγόμενος πυρσός του αχαλίνωτου πάθους και των φανταστικών επιθυμιών; Εγώ ο αρρωστημένος από αγάπη εαυτός είμαι που θα έπρεπε να επαναστατήσει εναντίον αυτού του τρελού.
Ο ΤΕΤΑΡΤΟΣ ΕΑΥΤΟΣ: Εγώ, απ’ όλους εσάς, είμαι ο πιο δυστυχισμένος, γιατί τίποτα δε μου δόθηκε εκτός από απεχθές μίσος και καταστροφική αηδία. Εγώ είμαι, ο θυελλώδης εαυτός που γεννήθηκα στις μαύρες σπηλιές της Κόλασης, αυτός που θα έπρεπε να διαμαρτυρηθεί και να μην υπηρετεί αυτόν τον τρελό.
Ο ΠΕΜΠΤΟΣ ΕΑΥΤΟΣ: Όχι, εγώ είμαι, ο σκεπτόμενος εαυτός, ο φαντασιόπληκτος εαυτός, ο εαυτός της πείνας και της δίψας, αυτός που είναι καταδικασμένος να τριγυρνά χωρίς ξεκούραση, ψάχνοντας άγνωστα και όχι ακόμα δημιουργημένα πράγματα -εγώ είμαι, όχι εσείς, αυτός που θα έπρεπε να επαναστατήσω.
Ο ΕΚΤΟΣ ΕΑΥΤΟΣ: Και εγώ, ο εργαζόμενος εαυτός, ο θλιβερός εργάτης, που με υπομονετικά χέρια και γεμάτα λαχτάρα μάτια, κάνω τις ημέρες εικόνες και δίνω νέες και αιώνιες μορφές στα άμορφα στοιχεία -εγώ είμαι, ο μοναχικός, αυτός που θα έπρεπε να επαναστατήσω ενάντια σ’ αυτόν τον ανήσυχο τρελό.
Ο ΕΒΔΟΜΟΣ ΕΑΥΤΟΣ: Πόσο περίεργο που όλοι σας θα έπρεπε να επαναστατήσετε ενάντια σ’ αυτόν τον άνθρωπο, επειδή ο καθένας σας έχει μια προκαθορισμένη μοίρα να εκπληρώσει. Α! να μπορούσα να ήμουν σαν κάποιον από εσάς, ένας εαυτός με προαποφασισμένη μοίρα! Αλλά δεν έχω καμία, είμαι ο κάνω-τίποτα εαυτός, αυτός που κάθεται στο άλαλο, κενό τίποτα και ποτέ, ενώ εσείς είστε απασχολημένοι να ξαναδημιουργείτε ζωή. Εσείς είστε ή εγώ, γείτονες, που θα έπρεπε να επαναστατήσω;
ΟΤΑΝ Ο ΕΒΔΟΜΟΣ ΕΑΥΤΟΣ ΜΙΛΗΣΕ ΕΤΣΙ, οι άλλοι έξι τον κοίταξαν με οίκτο και δεν είπαν τίποτα άλλο -και καθώς η νύχτα πύκνωνε, ο ένας μετά τον άλλο έπεσαν για ύπνο τυλιγμένοι σε μια νέα και χαρούμενη υποταγή. ΑΛΛΑ Ο ΕΒΔΟΜΟΣ ΕΑΥΤΟΣ ΠΑΡΕΜΕΙΝΕ να κοιτά και να παρατηρεί το τίποτα, το οποίο βρίσκεται πίσω απ’ όλα τα πράγματα.
Απόσπασμα(…)”ΜΗΝ ΑΦΗΣΕΤΕ ΝΑ ΣΑΣ ΚΥΡΙΕΨΕΙ ΣΤΗ ΜΟΝΑΞΙΑ ΣΑΣ ανησυχία και ταραχή, επειδή νιώθετε μέσα σας έναν αόριστο πόθο να ξεφύγετε απ’ τη μόνωσή σας. Ίσα-ίσα, αυτός ο πόθος -αν τον μεταχειριστείτε γαλήνια και στοχαστικά, σαν μέσο για κάποιο σκοπό- θα σας βοηθήσει ν’ απλώσετε τη μοναξιά σας σε πιο πλούσιο και πιο πλατύ χώρο. ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΕΧΟΥΝ ΒΡΕΙ ΓΙΑ ΤΟ ΚΑΘΕ ΤΙ την ευκολότερη (συμβατική) λύση, την ευκολότερη απ’ όλες τις εύκολες λύσεις. Είναι, ωστόσο, φανερό πως πρέπει να στεκόμαστε στο Δύσκολο· κάθε ζωντανή ύπαρξη σ’ αυτό στέκεται. Το κάθε τι στη φύση αξαίνει κι “αμύνεται” κατά το δικό του τρόπο· από μέσα του ξεπηδάει μια ατομικότητα ολότελα δική του, που μάχεται να μείνει δική του με κάθε μέσο κι ενάντια σ’ όλα τα εμπόδια. Λίγα πράματα ξέρουμε· όμως, για το ότι πρέπει να στεκόμαστε στο Δύσκολο, θα ‘μαστε πάντα σίγουροι. Είναι γόνιμη η μοναξιά, επειδή είναι δύσκολη. Ένας παραπάνω λόγος για να επιχειρήσουμε κάτι, πρέπει να ‘ναι η δυσκολία που το κάτι αυτό παρουσιάζει. ΓΟΝΙΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΚΙ Ο ΕΡΩΤΑΣ: επειδή κι ο έρωτας είναι δύσκολος. Έρωτας του ανθρώπου για τον άνθρωπο: ίσως αυτό να ‘ναι το δυσκολότερο απ’ όσα μάς έταξεν η μοίρα, το πιο απόμακρο, η τελευταία δοκιμασία, το έργο που όλα τ’ άλλα δεν είναι παρά προετοιμασία και προπαρασκευή του. Γι’ αυτό κι οι νέοι -που είναι “αρχάριοι” στο κάθε τι- δεν ξέρουν ακόμα ν’ αγαπούν: πρέπει να διδαχτούν τον έρωτα». (…) «ΑΛΗΘΕΙΑ, ΠΟΣΟΙ ΚΑΙ ΠΟΣΟΙ ΝΕΟΙ στάθηκαν ανίκανοι να βρουν το σωστό δρόμο της αγάπης, για πόσους τα σύνορα του έρωτα σταματάνε στο εύκολο, βιαστικό δόσιμο του εαυτού τους!» (…) «ΕΡΗΜΟΙ ΚΙ ΑΒΟΗΘΗΤΟΙ, ΠΟΡΕΥΟΝΤΑΙ ΣΤΑ ΤΥΦΛΑ κι ο ένας κι ο άλλος. Σκορπάνε τις καλύτερες δυνάμεις τους για να γλιτώσουν από συμβατικότητες όπως ο γάμος, και πέφτουν σ’ άλλες συμβατικές λύσεις, λιγότερο χτυπητές, το ίδιο όμως θανάσιμες. Επειδή μονάχα για συμβατικότητες είναι άξιοι. Ό,τι βγαίνει απ’ αυτές τις βιαστικές κι ανυπόμονες, θολές και ταραγμένες ενώσεις, είναι πάντασυμβατικό. Κάθε σχέση που είναι καρπός αυτής της πλάνης έχει κάτι το συμβατικό, ακόμα κι αν είναι ασυνήθιστη (ή, όπως λέει ο κόσμος, ανήθικη). Κι ο χωρισμός ακόμα θα ‘ταν μια συμβατική χειρονομία, μια απρόσωπη τυχαία απόφαση, αδύναμη κι άκαρπη». (…) «ΟΙ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΠΟΥ, ΤΡΑΧΥΣ ΚΑΙ ΔΥΣΚΟΛΟΣ, Ο ΕΡΩΤΑΣ έχει απ’ τη ζωή μας σ’ όλη της την πορεία, είναι πάρα πολύ βαριές, κι εμείς, στα πρώτα μας βήματα, είμαστε πολύ αδύναμοι μπροστά τους. Αν όμως σταθούμε καρτερικοί και δεχτούμε τον έρωτα αυτόν σαν τραχιά μαθητεία -αντί να χανόμαστε σ’ όλα εκείνα τα εύκολα και κούφια παιχνίδια, που επινόησε ο άνθρωπος για να μην αντικρίζει κατάματα τη βαθύτερη σοβαρότητα της ζωής- ίσως τότε, κείνοι που θα ‘ρθουν καιρό έπειτ’ από μας, να νιώσουν μια κάποια πρόοδο κι ένα ξαλάφρωμα· και θα ‘ταν σημαντικό τούτο. ΣΗΜΕΡΑ ΜΟΛΙΣ, ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΚΙ ΑΝΤΙΚΡΙΖΟΥΜΕ ΧΩΡΙΣ ΠΡΟΚΑΤΑΛΗΨΗ τις σχέσεις του ενός ανθρώπου με τον άλλον. Οι προσπάθειές μας να “ζήσουμε” αυτές τις σχέσεις δεν έχουν μπροστά τους κανένα πρότυπο, κανένα παράδειγμα για να τις οδηγήσει. Κι όμως μέσα στο διάβα του καιρού υπάρχουν μερικά πρότυπα, που άλλο δεν θέλουν παρά να βοηθήσουν τα δισταχτικά πρώτα μας βήματα». (…) «ΚΑΙ ΤΟΥΤΟ ΑΚΟΜΑ: ΜΗ ΝΟΜΙΣΕΤΕ πως χάθηκε ο μεγάλος έρωτας που σας κυρίεψε κάποτε στα εφηβικά σας χρόνια. Δεν μέστωσαν, τότε, εντός σας τρανοί κι ευγενικοί πόθοι και σχέδια που, σήμερα ακόμα, τροφοδοτούν τη ζωή σας; Πιστεύω πως αυτός ο έρωτας μένει έτσι άφθαρτος και δυνατός μέσα στη θύμησή σας, επειδή στάθηκε η πρώτη σας βαθιά μόνωση, ο πρώτος εσώτερος μόχθος που κάνατε στη ζωή σας». (…)
Μπορεί να άργησα να σου γράψω και να είναι πλέον αργά και για σένα αλλά θέλω να ξέρεις ότι επέστρεψε και δεν σε ξέχασε, συνεχίζει το ταξίδι του για να καταλάβει τους επόμενους ανθρώπους από εκεί που το είχε αφήσει, πήρε άδεια από το τριανταφυλλο που επιτέλους κατάλαβε το έργο του, την ανθρωπιά του, και του λείπεις ήδη βέβαια αφού ξανάρχισε να ρωτά όπως παλαιότερα, θα έρθει να σε βρει όπου και να είσαι για να δεις κι εσύ με την καρδιά σου ότι επέστρεψε και δεν άλλαξε με τα χρόνια αφού αναζητά πάντα τα ίδια με τον ίδιο τρόπο, έτσι έμαθε έτσι διδάσκει με την αθωότητα και τη δικαιοσύνη, ασταμάτητα κι ακάθεκτα, λες και μετρά τ’άστρα με το στόμα για να φιλήσει όλη την Ανθρωποτητα, αυτό ήθελε να ξέρεις, επέστρεψε.
πηγη : http://nikos-lygeros-poihsh.blogspot.gr/2014/04/mikri-epistoli.html
