Άρθρα
Πολλές φορές αναρωτιόμουν, τα προηγούμενα χρόνια, το πώς μπορούσαν και επιβίωναν οι άνθρωποι μέσα στην κακουχία, τον πόλεμο και τον εξευτελισμό του σώματος και της ψυχής, κατά το πρόσφατο κυρίως, παρελθόν. Μου φαίνονταν σα μακρινές ιστορίες χαμένες σε σειρές βιβλίων, έτοιμες ώστε να γίνει η αναβίωση στα μυαλά όσων κοιτάζουν την ιστορία και το παρελθόν.
Δε φανταζόμουν πότε πως θα βίωνε και το δικό μου κορμί τον διαμελισμό των ονείρων και την αδυναμία καλλιέργειας της ελπίδας. Όχι γιατί είναι καλύτερο, αλλά γιατί υποτίθεται ότι το ονειρικό μέλλον των τότε ανθρώπων θα ήταν το δικό μας πραγματικό και κατακτημένο παρόν.
Αλλά από αυτό το όνειρο έμεινε μόνο… δε ξέρω αν έμεινε κάτι! Αν κερδίσαμε κάτι, γιατί και στο σήμερα χάσαμε την ελπίδα. Πόλεμοι, φτώχεια, σκλαβιά, εξαθλίωση, δουλεία διάφορων μορφών, εκμετάλλευση, αδιαφορία για την κατάσταση του διπλανού μας ανθρώπου, το διπλανού μας σπιτιού, της διπλανής μας χώρας, του διπλανού χωριού σε αυτό το παγκόσμιο Χωριό που λέγεται Γη!
Σε αυτόν λοιπόν τον κατακερματισμένο κόσμο, τα άτομα με αναπηρία δεν έχουν χώρο επιβίωσης. Δεν υπάρχει, ακόμα και σήμερα στον 21ο αιώνα, η αναγνώριση της διαφορετικότητας του ανθρώπου, της ποικιλότητας του ανθρώπινου είδους. Πόσο μάλλον για τους ανθρώπους με αναπηρία που θεωρούνται αδύναμοι, βάρος και αναίτιος λόγος ύπαρξης σε μια ζωή που τρέχει.
Και αν αυτά τα λόγια είναι βαριά, υπερβολικά και ψεύτικα τότε θα έπρεπε να ζούμε σε μια κοινωνία που τα ιδρύματα δεν υπάρχουν, που υπάρχει προσβασιμότητα σε μια παιδεία για όλους, που ο άνθρωπος με αναπηρία δεν περιορίζεται ως μη αποδεκτό κοινωνικό πρότυπο, που έχει την επιλογή να έχει προσωπικούς βοηθούς ώστε να επιλέγει με ποιον και το πού θα μείνει. Και όμως, αυτά ούτε σήμερα υπάρχουν ούτε προβλέπεται να δομηθούν σε μια Ελλάδα ακυβέρνητη και σκυμμένη, με αδυναμία χάραξης πολιτικής.
Αν και κανένας πολιτικός από αυτούς που τους δόθηκε το χρίσμα δεν επέστρεψε τη χάρη στον λαό του, συνεχίζουμε ψευδώς να πιστεύουμε πως κάποιος μπορεί να γίνει Ηγέτης, κάποιος που προέρχεται από τον πυρήνα αυτόν που γαλουχήθηκε στο ψέμα, στην απραγία, στην εκτέλεση εντολών, πειθήνια, χωρίς δεύτερη σκέψη. Από αυτούς δεν υπάρχει ουρανός, μόνο χώμα. Υπάρχει μόνο το Εγώ στο τώρα, όχι το εμείς στο αύριο.
Είμαι ένας νέος επιστήμονας με βαριά κινητική αναπηρία, που ως τώρα πέτυχα τους στόχους μου, τα όνειρα μου, χάρη στο πείσμα των γονιών μου. Θέλω όμως και τα επόμενα χρόνια να μπορώ να επιλέγω το «πώς» μου και το «τι» μου! Για αυτό, δε σταματώ να προσπαθώ, στο τώρα, για το καλύτερο.
Όσο και να φοβάμαι, θα προσπαθώ να ζητάω το μέγιστο όχι μόνο για εμένα, αλλά για όλους αυτούς που ονειρεύονται μια ωραιότερη, πιο φιλόξενη, πιο καινοτόμα, πιο κοινωνική για όλους Ελλάδα!
********
Στέλιος Κυμπουρόπουλος – ειδικευόμενος ψυχίατρος και πρόεδρος «i-Living- Οργανισμός Ανεξάρτητης Διαβίωσης Ελλάδας»
Αντικλείδι , http://antikleidi.com
…γλώσσα και γραφή, προφορικός και γραπτός λόγος δεν είναι το ίδιο πράγμα. Τα γράμματα είναι εικόνες (σημάδια πάνω στο χαρτί) του λόγου. Ο λόγος είναι ανεξάρτητος από τη γραφή. Θυμηθείτε τους «αγράμματους» ανθρώπους ή το μικρό παιδί που μιλά και επικοινωνεί χωρίς να ξέρει, ακόμη, να γράφει.
Αλλά γιατί, πότε και πώς χρειάστηκε να βρουν οι άνθρωποι έναν τρόπο να καταγράφουν τον λόγο; Το γιατί δεν είναι δύσκολο να το φανταστεί κανείς. «Τα λόγια πετούν», έλεγαν οι αρχαίοι Έλληνες. «Τα γράμματα μένουν», έλεγαν οι Ρωμαίοι. Η ανακάλυψη της γραφής δεν μπορεί παρά να ξεκίνησε από την ανάγκη να αποκτήσει ο λόγος (και ό,τι μεταφέρουμε ως πληροφορία, ως μήνυμα με τον λόγο) μια μονιμότητα. Με τη γραφή τα λόγια δεν «πετούν» και δεν χάνονται μόλις τα εκφωνήσει ο ομιλητής, δηλαδή μόλις τα πει, ή μόλις φύγουν από τη μνήμη του ακροατή. Αυτή τη μονιμότητα που δίνει στον λόγο η γραφή την εκφράζουν χαρακτηριστικά οι εκφράσεις που χρησιμοποιούμε για τη μοίρα. Η μοίρα του καθενός μας είναι το «γραφτό» μας, «ό,τι γράφει δεν ξεγράφει». Η «μοίρα» μας δεν είναι λόγια που «πετούν» και χάνονται αλλά «γράμματα» που μένουν και δεν αλλάζουν.
Ακούστε τώρα έναν πολύ παλιό μύθο (τον παλιότερο) για την εφεύρεση της γραφής. Τον μύθο αυτό τον βρίσκουμε γραμμένο σε ένα μεγάλο ποίημα των Σουμερίων, ενός λαού της Μεσοποταμίας (σημερινού Ιράκ- βλ. εικ. 11), με τίτλο «Ο Ενμερκάρ και ο άρχοντας της Αράττας». Το ποίημα αυτό πρέπει να γράφτηκε 2.700 χρόνια πριν από τη γέννηση του Χριστού! Διηγείται πώς ο Ενμερκάρ, άρχοντας της πόλης Ουροόκ-Κουλάμπα, έστειλε έναν απεσταλμένο του στον άρχοντα της Αράττας για να ζητήσει ξυλεία, χρυσάφι, ασήμι και πολύτιμους λίθους, γιατί ήθελε να ξαναχτίσει και να στολίσει τον ναό της θεάς Ινάνα. Ο απεσταλμένος πήγαινε κι ερχόταν ανάμεσα στις δύο πόλεις και στους δύο άρχοντες μεταφέροντας τα μηνύματα του Ενμερκάρ στον άρχοντα της Αράττας και πάλι πίσω μεταφέροντας τις απαντήσεις του άρχοντα της Αράττας στον Ενμερκάρ. Κάποια στιγμή ο ταλαίπωρος απεσταλμένος «παρέδωσε τα όπλα»: οι οδηγίες που του έδινε ο Ενμερκάρ ήταν τόσο περίπλοκες, που δεν μπορούσε πια να τις απομνημονεύσει. Τότε, λέει το ποίημα, ο Ενμερκάρ, για να λύσει το πρόβλημα, επινόησε τη γραφή: έγραφε το μήνυμα πάνω σε μια πινακίδα από πηλό. Και με τα λόγια του ποιήματος:
Το στόμα του απεσταλμένου είχε γεμίσει· δεν μπορούσε ούτε να πει ούτε να θυμηθεί το μήνυμα. Επειδή το στόμα του απεσταλμένου είχε γεμίσει και δεν μπορούσε ούτε να πει ούτε να θυμηθεί το μήνυμα, ο άρχοντας της Κουλάμπα έπλασε πηλό και έγραψε το μήνυμα πάνω στην πήλινη πινακίδα που έφτιαξε.
Παλιά δεν ήξεραν να γράφουν μηνύματα πάνω σε πηλό.
Σε ένα άλλο σουμεριακό ποίημα η γραφή περιγράφεται ως ένα από τα βασικά μυστικά του πολιτισμού που κρατούσε ζηλότυπα για τον εαυτό του ο Ίγκι, ο θεός της σοφίας. Η θεά Ινάνα, προστάτισσα της πόλης Ουρουκ, ήθελε αυτά τα μυστικά για την αγαπημένη της πόλη και γι αυτό αποφάσισε να βρει τρόπο να του τα πάρει. Και το κατάφερε μεθώντας τον Έγκί:
Κι αφού oι καρδιές τους γέμισαν χαρά με το ποτό, ο Έγκι βροντοφωνάζει:
«Ω όνομα της δύναμής μου, ω όνομα της δύναμής μου, στη λαμπερή Ινάνα, τη θυγατέρα μου, θα χαρίσω τις τέχνες του ξύλου, του μετάλλου, του δέρματος, της γραφής, της καλαθοπλεκτικής, του χτισίματος.»
Και η αγνή Ινάνα τις πήρε.
Και αφού πήρε τα δώρα, η Ινάνα ξεκίνησε για να τα πάει στην Ουρούκ. Και τα κατάφερε, παρόλο που ο ξεμέθυστος πια και μετανιωμένος Έγκι έκανε ό,τι μπορούσε (έστειλε θύελλες, θαλάσσια τέρατα) για να τα πάρει πίσω.
Θεϊκό λοιπόν κτήμα και δώρο η γραφή, μαζί με τα άλλα αγαθά του πολιτισμού: ξυλουργική, μεταλλοτεχνία, οικοδομική, επεξεργασία του δέρματος, καλαθοπλεκτική. Θεϊκό κτήμα και δώρο η γραφή και για τον ιουδαϊσμό και τον χριστιανισμό: στην Παλαιά Διαθήκη η θέληση του Θεού δίνεται στον Μωυσή στο όρος Σινά σε πινακίδες «γραμμένες από το χέρι του Θεού».
Τα παραμυθία και οι αλήθειες τους για τη γραφή
Παραμύθια, ίσως πείτε. Αλλά τα αρχαία αυτά παραμύθια κλείνουν μέσα τους κάποιες μεγάλες αλήθειες γι αυτό που ψάχνουμε στο κεφάλαιο αυτό: τα μυστικά της γραφής, δηλαδή γιατί, πότε και πώς επινοήθηκε η γραφή. Η θεϊκή καταγωγή της γραφής είναι ένας τρόπος – μυθικός – για να εκφραστεί η τεράστια σημασία που είχε για τους ανθρώπους η ανακάλυψή της. Η ανακάλυψη αυτή, μαζί με άλλες ανακαλύψεις που περιγράφονται στους μύθους που είδαμε, έκανε τη ζωή τους πιο εύκολη, πιο πολιτισμένη. Και αυτό, για τους αρχαίους ανθρώπους, δεν μπορούσε παρά να είναι «δώρο θεού».
Ο πρώτος μύθος που παρουσιάσαμε δίνει μια απάντηση στο ερώτημα «γιατί εφευρέθηκε η γραφή» που είναι πολύ κοντά στην απάντηση που μπορεί να δώσει η κοινή λογική του καθενός μας. Και αυτή την απάντηση της κοινής λογικής ήδη την αναφέραμε*, η γραφή γεννήθηκε από την ανάγκη τα «φτερωτά λόγια» να αποκτήσουν μια μονιμότητα, πέρα από τη στιγμή που λέγονται και πέρα από τους περιορισμούς της ανθρώπινης μνήμης. Αυτό λέει με τον τρόπο του ο Ενμερκάρ: μπροστά στην αδυναμία του απεσταλμένου του να απομνημονεύσει και να μεταφέρει ένα περίπλοκο μήνυμα που είχε να κάνει με εμπορικές συναλλαγές, ο άρχοντας Ενμερκάρ επινοεί τη γραφή, που λύνει το πρόβλημα του απεσταλμένου του.
Όμως, τόσο το παραμύθι του Ενμερκάρ όσο και το παραμύθι του Έγκι προσθέτουν κάποιες σημαντικές λεπτομέρειες όχι μόνο για το γιατί αλλά και για το πότε και το πώς ανακαλύφθηκε η γραφή. Η ανάγκη για τη γραφή γεννιέται, όταν το μήνυμα που πρέπει να μεταφερθεί γίνεται ιδιαίτερα σύνθετο και γι’ αυτό δεν είναι δυνατό να απομνημονευθεί. Και αυτό συμβαίνει μέσα σε σύνθετες κοινωνικές συνθήκες, όπως τις περιγράφει το παραμύθι: πόλεις, άρχοντες και υπήκοοι, εμπορικές συναλλαγές, ναοί. Και μέσα σε αυτές τις κοινωνικές συνθήκες υπάρχουν και λειτουργούν και άλλες τέχνες, όπως τις περιγράφει το παραμύθι του Έγκι και τις υπονοεί το παραμύθι του Ενμερκάρ: ξυλουργική, μεταλλοτεχνία, οικοδομική, επεξεργασία του δέρματος, καλαθοπλεκτική. Ένας κόσμος, λοιπόν, πόλεων με άρχοντες, ιερείς, τεχνίτες, εμπόριο και εμπορικές επαφές. Ένας κόσμος δηλαδή με κοινωνική ιεραρχία, όπου ένα σημαντικό μέρος των αγαθών που παράγονται πηγαίνει στα θησαυροφυλάκια των αρχόντων και των ναών. Και γίνονται αντικείμενο εμπορικών συναλλαγών με στόχο να αυξηθεί ακόμη περισσότερο η δύναμη του άρχοντα, να δημιουργηθούν στρατοί, παλάτια, ναοί κλπ. Μέσα σε αυτές τις σύνθετες κοινωνικές συνθήκες (και όχι πριν) δημιουργείται η ανάγκη για τη γραφή. Η μνήμη του ταλαίπωρου απεσταλμένου δεν επαρκεί πια για να απομνημονεύσει τις οδηγίες του άρχοντα που αφορούν εμπορικές συναλλαγές, με τον ίδιο τρόπο που η μνήμη του θησαυροφύλακα του παλατιού ή του ναού δεν φτάνει για να θυμάται τον πλούτο που βρίσκεται αποθηκευμένος εκεί. Χρειάζεται πια ένα νέο εργαλείο που θα λύσει το πρόβλημα, και αυτό είναι η γραφή.
Αυτό είναι το «σενάριο» που διηγούνται, με τον δικό τους τρόπο, οι μύθοι για τις αρχές της γραφής. Και αυτό το «σενάριο» επιβεβαιώνεται από την αρχαιολογική και την ιστορική έρευνα.
Ιστορία της αρχαίας ελληνικής γλώσσας– Α.-Φ. Χριστίδης, 2005
Αντικλείδι , http://antikleidi.com
Ας μου επιτραπεί, παρακαλώ, να μιλήσω στο όνομα της φωτεινότητας και της διαφάνειας. Επειδή οι ιδιότητες αυτές είναι που καθορίσανε τον χώρο μέσα στον οποίο μου ετάχθη να μεγαλώσω και να ζήσω. Και αυτές είναι που ένιωσα, σιγά-σιγά, να ταυτίζονται μέσα μου με την ανάγκη να εκφρασθώ. Είναι σωστό να προσκομίζει κανείς στην τέχνη αυτά που του υπαγορεύουν η προσωπική του εμπειρία και οι αρετές της γλώσσας του. Πολύ περισσότερο όταν οι καιροί είναι σκοτεινοί και αυτό που του υπαγορεύουν είναι μια όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ορατότητα. Δεν μιλώ για τη φυσική ικανότητα να συλλαμβάνει κανείς τ’ αντικείμενα σ’ όλες τους τις λεπτομέρειες αλλά για τη μεταφορική, να κρατά την ουσία τους και να τα οδηγεί σε μια καθαρότητα τέτοια που να υποδηλώνει συνάμα την μεταφυσική τους σημασιολογία. Ο τρόπος με τον οποίο μεταχειρίστηκαν την ύλη οι γλύπτες της Κυκλαδικής περιόδου, που έφτασαν ίσια-ίσια να ξεπεράσουν την ύλη, το δείχνει καθαρά. Όπως επίσης, ο τρόπος που οι εικονογράφοι του Βυζαντίου επέτυχαν από το καθαρό χρώμα να υποβάλλουν το «θείο». Μια τέτοια, διεισδυτική και συνάμα μεταμορφωτική, επέμβαση, μέσα στην πραγματικότητα επεχείρησε πιστεύω ανέκαθεν και κάθε υψηλή ποίηση. Οχι ν’ αρκεστεί στο «νυν έχον» αλλά να επεκταθεί στο «δυνατόν γενέσθαι». Κάτι που, είναι η αλήθεια, δεν εκτιμήθηκε πάντοτε. Ίσως γιατί οι ομαδικές νευρώσεις δεν το επέτρεψαν. Ίσως γιατί ο ωφελιμισμός δεν άφησε τα μάτια των ανθρώπων ανοιχτά όσο χρειάζεται. Η ομορφιά και το φως συνέβη να εκληφθούν άκαιρα ή ανώδυνα. Και όμως. Η διεργασία που απαιτείται για να φτάσει κανείς στο σχήμα του Αγγέλου είναι, πιστεύω πολύ πιο επώδυνη από την άλλη που εκμαιεύει όλων των λογιών τους Δαιμόνους. Βέβαια υπάρχει το αίνιγμα. Βέβαια υπάρχει το μυστήριο. Αλλά το μυστήριο δεν είναι μια σκηνοθεσία που επωφελείται από τα παιχνίδια της σκιάς και του σκότους για να μας εντυπωσιάσει απλώς. Είναι αυτό που εξακολουθεί να παραμένει μυστήριο και μέσα στο απόλυτο φως. Είναι τότε που προσλαμβάνει την αίγλη εκείνη που ελκύει και που την ονομάζουμε ομορφιά. Την ομορφιά που είναι μια οδός -η μόνη ίσως οδός- προς το άγνωστο μέρος του εαυτού μας, προς αυτό που μας υπερβαίνει. Επειδή αυτό είναι στο βάθος η ποίηση: η τέχνη να οδηγείσαι και να φτάνεις προς αυτό που σε υπερβαίνει. Από τα μυριάδες μυστικά σήματα, που μ’ αυτά είναι διάσπαρτος ο κόσμος και που αποτελούν άλλες τόσες συλλαβές μιας άγνωστης γλώσσας, να συνθέσεις λέξεις και από τις λέξεις φράσεις που η αποκρυπτογράφησή τους να σε φέρνει πιο κοντά στην βαθύτερη αλήθεια. Πού λοιπόν βρίσκεται σε έσχατη ανάλυση η αλήθεια; Στην φθορά και στον θάνατο που διαπιστώνουμε κάθε μέρα γύρω μας ή στη ροπή που μας ωθεί να πιστεύουμε ότι αυτός ο κόσμος είναι ακατάλυτος και αιώνιος; Είναι φρόνιμο ν’ αποφεύγουμε τις μεγαλεπήβολες εκφράσεις, το ξέρω. Οι κατά καιρούς κοσμολογικές θεωρίες τις χρησιμοποίησαν, ήρθαν σε σύγκρουση, ακμάσανε, πέρασαν. Η ουσία όμως έμεινε, μένει. Και η ποίηση, που εγείρεται στο σημείον όπου ο ορθολογισμός καταθέτει τα όπλα του για να τ’ αναλάβει εκείνη και να προχωρήσει μέσα στην απαγορευμένη ζώνη, ελέγχεται να είναι ίσια-ίσια εκείνη που προσβάλλεται λιγότερο από τη φθορά. Διασώζει σε καθαρή μορφή τα μόνιμα, τα βιώσιμα στοιχεία που καταντούν δυσδιάκριτα μέσα στο σκότος της συνείδησης όπως τα φύκια μέσα στους βυθούς των θαλασσών. Να γιατί μας χρειάζεται η διαφάνεια. Για να διακρίνουμε τους κόμπους στο νήμα που μες από τους αιώνες τεντώνεται και μας βοηθεί να σταθούμε όρθιοι πάνω σ’ αυτή τη γη. Από τον Ηράκλειτο έως τον Πλάτωνα και από τον Πλάτωνα έως τον Ιησού διακρίνουμε αυτό το «δέσιμο» που φτάνει κάτω από διάφορες μορφές ως τις ημέρες μας και που μας λέει περίπου το ίδιο: ότι εντός του κόσμου τούτου εμπεριέχεται και με τα στοιχεία του κόσμου τούτου ανασυντίθεται ο άλλος κόσμος, ο «πέραν» η δεύτερη πραγματικότητα η υπερτοποθετημένη επάνω σ’ αυτήν όπου παρά φύσιν ζούμε. Είναι μια πραγματικότητα που τη δικαιούμαστε και που από δική μας ανικανότητα δεν αξιωνόμαστε. Δεν είναι διόλου τυχαίο ότι σε εποχές υγιείς το κάλλος ταυτίσθηκε με το αγαθόν και το αγαθόν με τον Ήλιο. Κατά το μέτρο που η συνείδηση καθαίρεται και πληρούται με φως, τα μελανά σημεία υποχωρούν και σβήνουν αφήνοντας κενά που -όπως ακριβώς στους φυσικούς νόμους- τα αντίθετά τους έρχονται να πληρώσουν τη θέση τους. Κι αυτό, με τέτοιον τρόπο που τελικά το δημιουργημένο αποτέλεσμα να στηρίζεται και στις δύο πλευρές, θέλω να πω στο «εδώ» και στο «επέκεινα». Ο Ηράκλειτος δεν είχε ήδη μιλήσει για μιαν «εκ των διαφερόντων καλλίστην αρμονίην»; Εάν είναι ο Απόλλων ή η Αφροδίτη, ο Χριστός ή η Παναγία, που ενσαρκώνουν και προσωποποιούν την ανάγκη να δούμε υλοποιημένο εκείνο που σε ορισμένες στιγμές διαισθανόμαστε, δεν έχει σημασία. Σημασία έχει η αναπνοή της αθανασίας που μας επιτρέπουν. Η ποίηση οφείλει, κατά την ταπεινή μου γνώμη, πέραν από συγκεκριμένα δόγματα, να επιτρέπει αυτή την αναπνοή.
Ας μου επιτραπεί, παρακαλώ, να μιλήσω στο όνομα της φωτεινότητας και της διαφάνειας. Επειδή οι ιδιότητες αυτές είναι που καθορίσανε τον χώρο μέσα στον οποίο μου ετάχθη να μεγαλώσω και να ζήσω. Και αυτές είναι που ένιωσα, σιγά-σιγά, να ταυτίζονται μέσα μου με την ανάγκη να εκφρασθώ. Είναι σωστό να προσκομίζει κανείς στην τέχνη αυτά που του υπαγορεύουν η προσωπική του εμπειρία και οι αρετές της γλώσσας του. Πολύ περισσότερο όταν οι καιροί είναι σκοτεινοί και αυτό που του υπαγορεύουν είναι μια όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ορατότητα. Δεν μιλώ για τη φυσική ικανότητα να συλλαμβάνει κανείς τ’ αντικείμενα σ’ όλες τους τις λεπτομέρειες αλλά για τη μεταφορική, να κρατά την ουσία τους και να τα οδηγεί σε μια καθαρότητα τέτοια που να υποδηλώνει συνάμα την μεταφυσική τους σημασιολογία. Ο τρόπος με τον οποίο μεταχειρίστηκαν την ύλη οι γλύπτες της Κυκλαδικής περιόδου, που έφτασαν ίσια-ίσια να ξεπεράσουν την ύλη, το δείχνει καθαρά. Όπως επίσης, ο τρόπος που οι εικονογράφοι του Βυζαντίου επέτυχαν από το καθαρό χρώμα να υποβάλλουν το «θείο». Μια τέτοια, διεισδυτική και συνάμα μεταμορφωτική, επέμβαση, μέσα στην πραγματικότητα επεχείρησε πιστεύω ανέκαθεν και κάθε υψηλή ποίηση. Οχι ν’ αρκεστεί στο «νυν έχον» αλλά να επεκταθεί στο «δυνατόν γενέσθαι». Κάτι που, είναι η αλήθεια, δεν εκτιμήθηκε πάντοτε. Ίσως γιατί οι ομαδικές νευρώσεις δεν το επέτρεψαν. Ίσως γιατί ο ωφελιμισμός δεν άφησε τα μάτια των ανθρώπων ανοιχτά όσο χρειάζεται. Η ομορφιά και το φως συνέβη να εκληφθούν άκαιρα ή ανώδυνα. Και όμως. Η διεργασία που απαιτείται για να φτάσει κανείς στο σχήμα του Αγγέλου είναι, πιστεύω πολύ πιο επώδυνη από την άλλη που εκμαιεύει όλων των λογιών τους Δαιμόνους. Βέβαια υπάρχει το αίνιγμα. Βέβαια υπάρχει το μυστήριο. Αλλά το μυστήριο δεν είναι μια σκηνοθεσία που επωφελείται από τα παιχνίδια της σκιάς και του σκότους για να μας εντυπωσιάσει απλώς. Είναι αυτό που εξακολουθεί να παραμένει μυστήριο και μέσα στο απόλυτο φως. Είναι τότε που προσλαμβάνει την αίγλη εκείνη που ελκύει και που την ονομάζουμε ομορφιά. Την ομορφιά που είναι μια οδός -η μόνη ίσως οδός- προς το άγνωστο μέρος του εαυτού μας, προς αυτό που μας υπερβαίνει. Επειδή αυτό είναι στο βάθος η ποίηση: η τέχνη να οδηγείσαι και να φτάνεις προς αυτό που σε υπερβαίνει. Από τα μυριάδες μυστικά σήματα, που μ’ αυτά είναι διάσπαρτος ο κόσμος και που αποτελούν άλλες τόσες συλλαβές μιας άγνωστης γλώσσας, να συνθέσεις λέξεις και από τις λέξεις φράσεις που η αποκρυπτογράφησή τους να σε φέρνει πιο κοντά στην βαθύτερη αλήθεια. Πού λοιπόν βρίσκεται σε έσχατη ανάλυση η αλήθεια; Στην φθορά και στον θάνατο που διαπιστώνουμε κάθε μέρα γύρω μας ή στη ροπή που μας ωθεί να πιστεύουμε ότι αυτός ο κόσμος είναι ακατάλυτος και αιώνιος; Είναι φρόνιμο ν’ αποφεύγουμε τις μεγαλεπήβολες εκφράσεις, το ξέρω. Οι κατά καιρούς κοσμολογικές θεωρίες τις χρησιμοποίησαν, ήρθαν σε σύγκρουση, ακμάσανε, πέρασαν. Η ουσία όμως έμεινε, μένει. Και η ποίηση, που εγείρεται στο σημείον όπου ο ορθολογισμός καταθέτει τα όπλα του για να τ’ αναλάβει εκείνη και να προχωρήσει μέσα στην απαγορευμένη ζώνη, ελέγχεται να είναι ίσια-ίσια εκείνη που προσβάλλεται λιγότερο από τη φθορά. Διασώζει σε καθαρή μορφή τα μόνιμα, τα βιώσιμα στοιχεία που καταντούν δυσδιάκριτα μέσα στο σκότος της συνείδησης όπως τα φύκια μέσα στους βυθούς των θαλασσών. Να γιατί μας χρειάζεται η διαφάνεια. Για να διακρίνουμε τους κόμπους στο νήμα που μες από τους αιώνες τεντώνεται και μας βοηθεί να σταθούμε όρθιοι πάνω σ’ αυτή τη γη. Από τον Ηράκλειτο έως τον Πλάτωνα και από τον Πλάτωνα έως τον Ιησού διακρίνουμε αυτό το «δέσιμο» που φτάνει κάτω από διάφορες μορφές ως τις ημέρες μας και που μας λέει περίπου το ίδιο: ότι εντός του κόσμου τούτου εμπεριέχεται και με τα στοιχεία του κόσμου τούτου ανασυντίθεται ο άλλος κόσμος, ο «πέραν» η δεύτερη πραγματικότητα η υπερτοποθετημένη επάνω σ’ αυτήν όπου παρά φύσιν ζούμε. Είναι μια πραγματικότητα που τη δικαιούμαστε και που από δική μας ανικανότητα δεν αξιωνόμαστε. Δεν είναι διόλου τυχαίο ότι σε εποχές υγιείς το κάλλος ταυτίσθηκε με το αγαθόν και το αγαθόν με τον Ήλιο. Κατά το μέτρο που η συνείδηση καθαίρεται και πληρούται με φως, τα μελανά σημεία υποχωρούν και σβήνουν αφήνοντας κενά που -όπως ακριβώς στους φυσικούς νόμους- τα αντίθετά τους έρχονται να πληρώσουν τη θέση τους. Κι αυτό, με τέτοιον τρόπο που τελικά το δημιουργημένο αποτέλεσμα να στηρίζεται και στις δύο πλευρές, θέλω να πω στο «εδώ» και στο «επέκεινα». Ο Ηράκλειτος δεν είχε ήδη μιλήσει για μιαν «εκ των διαφερόντων καλλίστην αρμονίην»; Εάν είναι ο Απόλλων ή η Αφροδίτη, ο Χριστός ή η Παναγία, που ενσαρκώνουν και προσωποποιούν την ανάγκη να δούμε υλοποιημένο εκείνο που σε ορισμένες στιγμές διαισθανόμαστε, δεν έχει σημασία. Σημασία έχει η αναπνοή της αθανασίας που μας επιτρέπουν. Η ποίηση οφείλει, κατά την ταπεινή μου γνώμη, πέραν από συγκεκριμένα δόγματα, να επιτρέπει αυτή την αναπνοή.
]
Πρόλογος από τον αείμνηστο Ιάκωβο Καμπανέλη για το “Παραμύθι χωρίς όνομα” που γράφτηκε (ή καλύτερα διαμορφώθηκε) το 1958-1959 για το θίασο Βασίλη Διαμαντόπουλου-Μαρίας Αλκαίου.
____________________________________
Κι ήταν που λέτε μία φορά
οπού είχαμε έναν βασιλιά
καλό ανθρωπάκι
Βαριά του ερχόταν η δουλειά
κι ήταν τα ζώα μου αργά
καλό ανθρωπάκι
Απ’το να τρέχει δω κι εκεί
κάλλιο είχε μάσα και πιοτί
κι ένα υπνάκι
Έτσι μας άφησε η χαρά
κι έτσι μας ήρθε η συμφορά
και το φαρμάκι
Ρημάζουνε τα μαγαζιά
κλέφτει τους νιούς η ξενιτιά
καλό ανθρωπάκι
Μας εβαρέθει και ο Θεός
στάλα δε ρίχνει ο ουρανός
πάει το ψωμάκι
Κι όλο πληθαίνουν οι φτωχοί
κι η πείνα μας καλοναρχεί
ψωμί ψωμάκι
Αυτά που λέτε τη φορά
που είχαμε ένα βασιλιά
καλό ανθρωπάκι
____________________________________
__
Ευχαριστούμε τον κ. Παναγιώτη Κολέλη για την υπόδειξη του συγκεκριμένου αποσπάσματος.
by Αντικλείδι , http://antikleidi.com
H μεγαλύτερη και πιο επικίνδυνη αμάθεια εκ μέρους του ανθρώπινου γένους είναι η αδυναμία του να γνωριστεί και να μάθει τον εαυτό του.
Η παράλογη συσχέτιση της μοναξιάς και μοναχικότητας –το πρώτο είναι περιττό, ενώ το δεύτερο αναγκαίο-, έχει οδηγήσει στον εκτροχιασμό της σχέσης που έχουμε με τον εαυτό μας και μας «επιβάλλει» την αποξένωση από αυτόν.
Η πρώτη επαφή με τον εσώτατο κόσμο μας, ίσως να είναι τρομακτική, καθώς θα ανακαλύψουμε στοιχεία, ενδόμυχες σκέψεις, εσωτερικές δυνάμεις και κίνητρα που έχουμε υποκρύψει τόσο καλά, όσο να μη μπορούμε να τις διακρίνουμε εξ αρχής.
Η κραυγαλέα ανάγκη για κοινωνικοποίηση, ακόμα κι όταν είναι πλήρως αντιπαραγωγική και άγονη, έχει υποκαταστήσει την ταυτότητα της προσωπικής μας ζωής και της ωφέλιμης ιδιωτικής απομόνωσης, όσον αφορά στην ανέλιξη της παροντικής ψυχοπνευματικής μας κατάστασης.
Μαθαίνουμε να ακούμε τον θόρυβο των πολλών, για να αποφύγουμε όσα προσπαθεί να μας πει η εσωτερική φωνή μας, αφήνοντας αδιαμόρφωτη την αρχιτεκτονική δομή του χαρακτήρα μας, ο οποίος αδυνατεί να υπερβεί τα εγκόσμια περιγράμματά του και παραμένει αναχρονιστικά στάσιμος, μη εξελίσιμος και ανολοκλήρωτος.
Κάνοντας μια βουτιά στα μύχια της ψυχής μας –κι αυτό επιτυγχάνεται μονάχα όταν αποφασίσουμε υπεύθυνα και συνειδητοποιημένα να απομονωθούμε-, θα επιτύχουμε την πιο αξιοζήλευτη και ενδιαφέρουσα εξερεύνηση αναζήτησης του πιο «οικείου αγνώστου», του εαυτού μας.
Σε αυτό το κομμάτι, ελοχεύει ο κίνδυνος να νιώσουμε μοναξιά και να βυθιστούμε σε σκέψεις που μας φθείρουν και μας πνίγουν. Να τονίσω, πως στο ταξίδι αυτό, είναι απολύτως φυσιολογικό να συναντήσουμε τέτοιου είδους νοερά τροχοπέδια , όμως, αυτό είναι το κομβικό σημείο, όπου είτε θα μας σκοτώσει, είτε θα μας κάνει πιο δυνατούς.
Βάσει –προσωπικής- λογικής, αυτός που θα αντέξει και θα εκτιμήσει αυτή τη δοκιμασία, θα θελήσει να την επαναλάβει και να κυριαρχήσει αυτής, θέτοντάς τη ως αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής του.
Αντίθετα, εκείνος που θα κουραστεί, αυτόματα θα ονομάσει μια εν δυνάμει παραγωγική διαδικασία μοναχικότητας, ως αντικοινωνική μοναξιά.
Είναι πραγματικά λυπηρό, να ζούμε σε μία κοινωνία, που ενώ θεωρητικά υποστηρίζει πως η ιδέα της αυτό-εκτίμησης και της αυτό-εξάρτησης αποτελούν το έναυσμα μιας ποιοτικής ζωής, πρακτικά αποποιείται της ευθύνης να (εκ)παιδευτεί και να μυηθεί στην πιο ουσιαστική σχέση που θα συνάψει ποτέ, η οποία δεν είναι άλλη από την προσωπική γνωριμία με τον εαυτό του.
Ελευθερία Καρακατσίνα
Πηγή: freedomsays
Αντικλείδι , http://antikleidi.com
Για πρώτη φορά μια έρευνα μελετά την περίπτωση οι γονείς, και κυρίως ο πατέρας, να μπορούν να μεταδώσουν γενετικά τη «μνήμη» και άρα τη γνώση του φόβου και μάλιστα για περισσότερες από μια γενιές. Στη συγκεκριμένη έρευνα, που δημοσιεύθηκε στο Nature Neuroscience, ποντίκια εκπαιδεύτηκαν να συνδέουν τη μυρωδιά μιας απλής αρωματικής κετόνης, που θυμίζει άνθη κερασιάς, με ένα μικρό ηλεκτρικό σοκ.
Το αποτέλεσμα ήταν τα ποντίκια να αντιδρούν όταν εκτίθονταν απλώς και μόνο στη μυρωδιά, αλλά το ενδιαφέρον είναι ότι ο φόβος ακολουθούσε δύο επόμενες γενιές ποντικών από τα πειραματόζωα. Μάλιστα η μετάδοση μπορούσε να γίνει μόνο μέσω του σπέρματος, καθώς ο πατέρας δεν είχε καμία άλλη επαφή με τους απογόνους του, που σημαίνει ότι το νευρικό σύστημα και προφανώς τα αναπαραγωγικά κύτταρα είχαν υποστεί αλλαγές μέσω της όσφρησης. Υπάρχουν πολλά ερωτήματα που χρειάζεται ακόμα να απαντηθούν πριν υποστηριχθεί ότι κάτι αντίστοιχο ισχύει και για τους ανθρώπους.
Στην περίπτωση αυτή η μεταφορά του φόβου που βιώνει ένας άνδρας που εκτίθεται σε ψυχολογικά -και όχι μόνο- τραύματα, θα μπορούσε να μεταφερθεί στα παιδιά -και τα εγγόνια του- που συλλαμβάνονται σε ένα ασφαλές περιβάλλον. Αντίστοιχες έρευνες σε θηλυκά ποντίκια δείχνουν ότι μια τέτοια μεταφορά είναι μάλλον δύσκολη μέσω των ωαρίων. Αν μια μητέρα είναι πηγή απειλητικών πληροφοριών, οι απόγονοί της μπορούν να μάθουν και να δημιουργήσουν τις δικές τους τραυματικές μνήμες διαρκείας, πολύ νωρίς στη ζωή τους, οι οποίες μάλιστα διαρκούν πολύ περισσότερο, συγκριτικά με άλλες μορφές μάθησης των νηπίων, που χάνονται αν δεν επαναλαμβάνονται τακτικά.
Σε κάθε περίπτωση τα ευρήματα και τα ερωτήματα αν απαντηθούν είναι ιδιαίτερα σημαντικά καθώς δίνουν τη δυνατότητα να αντιληφθούμε πώς οι εμπειρίες των γονέων επηρεάζουν ψυχικές διαταραχές των απογόνων τους, που μπορεί να έχουν δια-γενετική βάση, προκειμένου να σχεδιαστούν οι κατάλληλες θεραπείες.
www.doctv.gr
by enallaktikidrasi.com
πηγή : http://www.antifono.gr
Θεόδωρος Ζιάκας : 20 + 1 ΘΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΙΔΕΙΑ
*Ομιλία στο “Σχολείο 2009: Παιδεία και γλώσσα” Πολιτιστικό κια αθλητικό κέντρο Εκπαιδευτηρίων Μαντουλίδη, Θεσσαλονίκη, 16 Μαΐου 2009 : Θ. Ζιάκας: Σύγχρονος Μηδενισμός και παιδεία
Ι
1. Φεύγοντας προς την Εσπερία εγκαταλείψαμε την ελληνική παιδεία για να την αντικαταστήσουμε με τη νεωτερική. Σήμερα ζούμε την κατάρρευση της νεωτερικής παιδείας. Δεν έχουμε πλέον παιδεία ούτε παραδοσιακή ούτε νεωτερική.
2. Η κρίση της παιδείας είναι βασική πτυχή της γενικότερης κρίσης του σύγχρονου πολιτισμού. Είναι κρίση δομική, γιατί η εστία της βρίσκεται στην αποσύνθεση του Ατόμου, του ανθρωπολογικού υποκειμένου της νεωτερικότητας.
3.Η σύγκριση της νεωτερικής με την ελληνική παιδεία – της νεωτερικής που την χάσαμε πριν την αποκτήσουμε, με την ελληνική που την είχαμε και την εγκαταλείψαμε- διαυγάζει τον δομικό χαρακτήρα της κρίσης και το διακύβευμά της.
ΙΙ
4. Η σύγχρονη κοινωνία είναι κοινωνία συστημάτων. Τα συστήματα διαμεσολαβούν τις ανθρώπινες σχέσεις με απρόσωπους τυποποιημένους ρόλους, σύμφωνα με το πρότυπο της Μηχανής. Τα συστήματα είναι λογικές μηχανές ενσαρκωμένες σε απρόσωπες κοινωνικές δομές. Το θεμελιώδες ανθρωπολογικό δίπολο είναι εδώ ο κυρίαρχος-μάνατζερ και ο καταναλωτής-χρήστης.
5. Ουσιαστική λειτουργία της σημερινής παιδείας είναι η αναπαραγωγή του συστημικού διπόλου διαχειριστή-χρήστη. Σκοπός της είναι η κατασκευή του συστημικού ανθρώπου. Οι λίγοι εκπαιδεύονται για να γίνουν κατασκευαστές και διαχειριστές συστημάτων. Και οι πολλοί για να γίνουν απλοί χρήστες των συστημάτων, υποδιαιρούμενοι σε έχοντες και μη έχοντες θέση στο Σύστημα.
6. Το είδος της νοητικής δυνάμεως βάσει της οποίας κατασκευάζονται και συντηρούνται τα συστήματα, είναι η αλγοριθμική-ψηφιακή σκέψη. Η καλλιέργειά της είναι ο κατ’ εξοχήν στόχος της εκπαιδευτικής διαδικασίας στην κοινωνία των συστημάτων. Ο στόχος αυτός υπερκέρασε βαθμιαία, από τον 18ο αιώνα που εγκαινιάστηκε, κάθε παράπλευρο εκπαιδευτικό προσανατολισμό. Πίσω από τη σύγχρονη μονοκαλλιέργεια της μηχανοποιητικής νόησης βρίσκεται ο τεχνολογικός μεσσιανισμός, ο πάγιος μεταφυσικός άξονας του νεωτερικού πολιτισμού.
ΙΙΙ
7. Στον ελληνικό πολιτισμό η παιδεία είχε διαμετρικά αντίθετο νόημα. Αναφερόταν σε μια σφαίρα ζωής που απλώς δεν υφίσταται σήμερα. Αναφερόταν σε μια πολιτεία αδιαμεσολάβητων εμπρόσωπων σχέσεων, όπου οι πολίτες-οπλίτες «μετέχουν κρίσεως και αρχής» και πραγματοποιούν το «μη άρχεσθαι υπό μηδενός». Η παιδεία τους βρισκόταν στους αντίποδες της σύγχρονης αποπροσωποποιητικής / συστημικής παιδείας.
8. Ο τύπος ανθρώπου, ο κατάλληλος να είναι μέλος του ελληνικού πολιτειακού σώματος, φτιαχνόταν από μια ειδική παιδεία που στόχο της έχει την Αρετή. Η παιδεία αυτή προικίζει το άτομο με την πίστη στο «ευ ζην» ως «κατ’ αλήθειαν ζην». Το «κατ’ αλήθειαν ζην» συμπίπτει με την αναγωγή της Αρετής σε στόχο ζωής και νόημα βίου. Αποβλέπει στην καλλιέργεια των τριών «μορίων» της ψυχής (επιθυμητικού, παθητικού, νοητικού) προς την κατεύθυνση της σωφροσύνης, της ανδρείας και της φρόνησης, ώστε να δημιουργηθεί το εσωτερικό θεμέλιο της καθολικής ατομικής ελευθερίας: η δικαιοσύνη.
9. Σε αντίθεση με τον σύγχρονο κόσμο οι Έλληνες δεν απέδιδαν ιδιαίτερη αξία στη Μηχανή. Το θέμα δεν είναι ότι οι αγνοούσαν την αλγοριθμική σκέψη. Μηχανές και συστήματα ήξεραν να φτιάχνουν. Ο Ήφαιστος ήταν θεός και είχε το εργαστήρι του στον Όλυμπο. Τον τιμούσαν. Θαύμαζαν τα ρομποτικά του επιτεύγματα. Δεν ξεχνούσαν όμως ότι ήταν κουτσός. Και επιπλέον απωθητικά ανέραστος, καθώς ήταν παντρεμένος με τη θεοποιημένη σεξουαλικότητα (την Αφροδίτη), που τον κεράτωνε με τη θεοποιημένη βία (τον Άρη).
10. Η ελληνική παιδεία στοχεύει σε μια άλλη μορφή νόησης που λέγεται Μήτις και είναι η μητέρα της υπέρτατης σοφίας. Η θεά της σοφίας, η Αθηνά, προστάτις του «πολυμήχανου» Οδυσσέα και πολιούχος της κλασικής Αθήνας, είναι κόρη της Μήτιδος. Μήτις λεγόταν η πρώτη γυναίκα του Δία, που την είχε καταπιεί έγκυο ο «πατήρ ανδρών τε θεών τε», για να αποκτήσει την αλάθητη διορατικότητά της. Η κόρη της θα ξεπηδήσει πάνοπλη απ’ το κεφάλι του Δία, μόλις του το ανοίξει ο Ήφαιστος, που καλείται εσπευσμένως να τον απαλλάξει από τις ωδίνες του εγκεφαλικού τοκετού… Όλες οι σχέσεις που ενδιαφέρουν την παιδεία είναι σοφά παρούσες μέσα στο Μύθο.
11. Η Μήτις είναι η συνηρημένη νοητική δύναμη και των τριών μορίων της ψυχής. Ένας τύπος νοήσεως ανοιχτός στην έκπληξη, στο παράλογο και στο ασύλληπτο, ειδικά κατάλληλος για τη χαοτική απροσδιοριστία του ελληνικού πολιτικού πεδίου, του πεδίου της καθολικής ατομικής ελευθερίας. Αντιπροσωπεύοντας τη νόηση σε κατάσταση εγρήγορσης και συνέργειας του συνόλου των καλλιεργημένων ψυχικών δυνάμεων, υπερβαίνει ριζικά τη μηχανοποιητική νόηση, η ανάπτυξη και απόδοση της οποίας προϋποθέτει την ύπνωση των άλλων νοητικών οργάνων. Ο εθισμός στην ύπνωση του επιθυμητικού, του παθητικού και των ανώτερων λειτουργιών του νοητικού, σύμφυτος με την καλλιέργεια της μηχανοποιητικής νόησης, έχει αναχθεί σε βάση της σημερινής παιδείας. Κι αυτό παρά την κοινότοπη πλέον ενοχοποίησή του για την ενδημική ψυχική υπανάπτυξη, ανισορροπία και διαστροφή.
12. Τυπική μορφή στρέβλωσης της μηχανοκρατούμενης ψυχής είναι ο νεοταξικός διαχειριστής των μεγάλων συστημάτων. Στη θέση των ανθρώπων ο τύπος αυτός βλέπει ηλεκτρονικά σύμβολα και με ένα «delete» μπορεί να τους εξαερώνει με τα μη επανδρωμένα υπερσύγχρονα βομβαρδιστικά του. Είναι το τέρας που είδε ο Όμηρος στην Ιλιάδα: «Δράκος οπίσω, λέοντας εμπρός, στη μέσην αίγα, κι ήσαν τα σπλάχνα της φωτιά και φλόγες η πνοή της».
ΙV
13. Εδώ υπάρχει ένα κρίσιμο πρόβλημα: Βάση της ελληνικής παιδείας είναι τα ομηρικά έπη. Ο πατέρας και παιδαγωγός των Ελλήνων είναι ο Όμηρος. Όταν ο Όμηρος «λειτουργεί» στην ελληνική ψυχή ο ελληνικός τύπος αναπτύσσεται, για να φθάσει ως την καθολική ελευθερία. Αντίθετα: όταν ο Όμηρος «απομυθοποιείται» κι ο Οδυσσέας προτιμά τον ήρεμο βίο του νοικοκύρη-ιδιώτη ή μετανιώνει πικρά που έφυγε για την Ιθάκη, αντί να παραμείνει με την Καλυψώ να απολαμβάνει αιώνια τα ανεξάντλητα κάλλη της, τότε ο ελληνικός τύπος διαλύεται. Μιλάμε για το σοφιστικό πνεύμα, για το πνεύμα του σχετικισμού, της απληστίας, της ηδονοθηρίας και της ματαιοδοξίας, που αποτελεί τη βάση κάθε εμπράγματου μηδενισμού, παλιού και νέου.
14. Άμεσο προϊόν της αποσύνθεσης, που προκαλεί ο μηδενισμός στις κοινωνίες της ατομικής ελευθερίας, είναι η τυραννία και η τάση μόνιμης υποστροφής στον δεσποτισμό. Κι αυτό παρά τα αναχώματα που μπορεί να ορθώσει η προσφυγή στη Φιλοσοφία και στην Τραγωδία. Ο φιλοσοφικός Λόγος και η από σκηνής διδασκαλία του Τραγικού, δεν μπορούν να υποκαταστήσουν τον ηρωικό Μύθο, ως μηχανισμό αυτορρύθμισης των παθών. Η πίστη στην αθανασία της ψυχής και το δέος ενώπιον του τραγικού δεν επαρκούν. Η Αρετή δεν μπορεί τελικά να σταθεροποιηθεί στην ψυχή. «Έχουσι γαρ ταραγμόν αι φύσεις βροτών».
15. Τη λύση στο πρόβλημα την έδωσε ο χριστιανισμός εισάγοντας την Αγάπη στην ελληνική ψυχή. Αποδείχτηκε ότι το άτομο της ελευθερίας μπορεί να αποφύγει την κατάρρευση, αν αναθεμελιώσει την προσωπικότητά του στην «άκτιστη» αυτή «ενέργεια». Χάρη στην Αγάπη η Αρετή, η εσωτερίκευση της δικαιοσύνης, η προϋπόθεση για τη βιώσιμη ύπαρξη πολιτικού σώματος ελευθέρων ατόμων, καθίσταται δυνατή, παρά την εξάντληση του γενέθλιου ηρωικού Μύθου.
16. Η σταύρωση του ενσαρκωμένου Λόγου αποκαλύπτει το νόημα του τραγικού και η ανάστασή Του το υπερβαίνει. Δεν σώζεται μόνο η ψυχή αλλά και το σώμα. Δεν λύνεται μόνο το «πολιτικό» πρόβλημα αλλά και το «υπαρκτικό» πρόβλημα. Το Πρόσωπο γίνεται αυταξία και η σωτηρία του υπεσυμπαντικός σκοπός. Εγγράφεται στην αιωνιότητα, υπερβαίνοντας κάθε ιστορική συλλογική μορφή. Είναι στον κόσμο και σώζει τον κόσμο, αλλά δεν ανήκει στον κόσμο. Υπερβαίνει την ενδοκοσμική αντίθεση ατομικού/συλλογικού.
17. Ο λόγος της λύσης, το ευαγγελικό έπος, ενσωματώθηκε έκτοτε στην ελληνική παιδεία, εξασφαλίζοντάς της άλλα χίλια και πλέον χρόνια συμβολής στον πολιτισμό. Η λύση ενσαρκώθηκε κοινωνικά στη δημιουργία ενός δεύτερου συλλογικού σώματος στο εσωτερικό του ελληνικού Κοινού. Ενός σώματος εσχατολογικού-μυστηριακού με διττό «θεραπευτικό» ρόλο: «μεταμορφωτικό» προς τα μέσα και «αντισηπτικό» προς τα έξω. «Φώς του κόσμου» και «άλας της γης». Στη χριστιανική μετεξέλιξη της ελληνικής ψυχής η Μήτις, συστρεφόμενη προς τα έσω και προς τα άνω, γίνεται Νήψις. Νήψη είναι η άγρυπνη και αμερόληπτη εκείνη νοητική δύναμη, που συνοδεύει την «καλή (αγαπητική) αλλοίωση» της ελληνικής ψυχής.
18. Από τη στιγμή όμως που εμφανίστηκε το σοφιστικό-σχετικιστικό πνεύμα ήταν αναπόφευκτο να διαμορφωθεί παράδοση: ο ατομοκρατικός μηδενισμός. Εκπαιδευτικός φορέας του είναι ανά τους αιώνες ο «ασύνθετος» ελληνιστής λόγιος: ο Σοφιστής. Η δεξαμενή αυτή της μισοδημίας, της αυλοκολακείας και των αιρέσεων. Κάποια κρίσιμη ιστορική στιγμή (τον 11ο αι.) ξεφεύγοντας από κάθε έλεγχο, ο μηδενισμός πήρε το πάνω χέρι και καθόρισε την παρακμή και πτώση του οικουμενικού ελληνικού πολιτισμού. Ο μηδενιστικός ατομικισμός αναπαράγεται συνεχώς και μας συνοδεύει ακόμα και στις καλύτερες νεωτερικές μας στιγμές.
V
19. Η μοίρα που επιφυλάσσεται στην ατομικότητα, όταν ολοκληρώσει την εξέλιξή της και καταληφθεί από το σχετικιστικό πνεύμα, έπληξε ήδη και το νεωτερικό Άτομο. Με τον υπαρκτικό του χρόνο κομματιασμένο σε ανταλλακτικά συστημάτων, την άλλη όψη της συστημικής ολοκλήρωσης, το νεωτερικό Άτομο βυθίζεται ήδη ανήμπορο στο τέλμα του μηδενισμού: «Στο ένα άκρο του πρόκειται για ένα είδος λαιμαργίας, μια ακόρεστη ζήτηση για περισσότερα, όλο και περισσότερα. Στο άλλο άκρο είναι ένα κράμα εγκατάλειψης, παραίτησης, δειλίας μπροστά στη δυστυχία και τον θάνατο.»
20. Το υποκείμενο της νεωτερικής ατομικής ελευθερίας εκλείπει και η συστημική παιδεία αναπαράγει την έκλειψή του. Οι εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις υπηρετούν ολοένα και περισσότερο την παραγωγή ανθρωπομηχανών: χιμαιρικών θηρίων στη θέση των διαχειριστών και χαύνων καταναλωτών στη θέση των χρηστών. Όμως το κυρίαρχο ανθρωπολογικό δίπολο έχει πλέον στομώσει. Κι εδώ βρίσκεται η κρυμμένη εστία της σημερινής κρίσης. Η έκλειψη του υποκειμένου περιάγει το Σύστημα σε αδιέξοδο. Επειδή, πιο συγκεκριμένα, είναι αδύνατο να υπάρξει «σύστημα διαχείρισης κρίσεων», που να υποκαθιστά το υποκείμενο, να ελέγχει τα συστήματα και να προλαμβάνει τις «κρίσεις» τους. Οι «κρίσεις» είναι ο τρόπος με τον οποίο εκτονώνεται το χαοτικό δυναμικό που γεννά η γενικευμένη συστημική λοβοτόμηση της κοινωνικής φύσης του ανθρώπου.
Για να υπάρξει διέξοδος χρειάζονται άτομα ικανά να βγαίνουν πάνω από τα συστήματα. Ικανά να πηγαίνουν κόντρα στο συστημικό ρεύμα. Ικανά να λύνουν μέσα κι έξω τους την αντίθεση ελευθερίας – δικαιοσύνης, αντλώντας απ’ «αλλού» το νόημα του προσωπικού τους βίου. Τέτοια Άτομα δεν μπορούν να υπάρξουν αν δεν διδαχθούν τους νόμους της Αγάπης, της Νήψης και της Μήτιδος. Αν δηλαδή δεν μαθητεύσουν στην ελληνική παιδεία.
Πώς κατακτά την επιτυχία ένα παιδί; Ζώντας σε «χρυσό κλουβί» ή μαθαίνοντας από νωρίς να ξανασηκώνεται; Ο Πολ Ταφ, συγγραφέας του βιβλίου «How Children Succeed», εξηγεί ότι είναι προτιμότερο το παιδί σου να έχει αυτοέλεγχο από το να βγάζει IQ 180.
Tο πείραμα είναι παλιό, αλλά πάντα επίκαιρο. Γνωστό ως «marshmallow experiment» (ας το αποδώσουμε ελεύθερα «πείραμα του ζαχαρωτού»), πραγματοποιήθηκε τη δεκαετία του ’60 από τον Γουόλτερ Μίτσελ, ψυχολόγο στο Πανεπιστήμιο του Στάνφορντ. Τα παιδιά που κατάφερναν να επιστρατεύσουν αρκετό αυτοέλεγχο ώστε να μην καταβροχθίσουν αμέσως ένα ζαχαρωτό, αλλά να περιμένουν λίγο – και ως επιβράβευση να καταβροχθίσουν δύο ζαχαρωτά – τα πήγαιναν καλύτερα στο σχολείο, ήταν πιο επιμελείς μαθητές και είχαν καλύτερη εξέλιξη ως ενήλικοι. Δεν ήταν πιο έξυπνα, δεν διέθεταν υψηλότερο IQ από άλλα, λίγο πιο λαίμαργα, παιδιά. Είχαν απλώς καλύτερη γνώση της ζωής. Και πετύχαιναν πιο εύκολα σε αυτή, επειδή ακριβώς κατείχαν τη συγκεκριμένη γνώση.
Ενα παιδί με υψηλό σκορ στα τεστ IQ, αλλά «στραβάδι» συναισθηματικά, δεν έχει πολλές ελπίδες να πετύχει στη ζωή του. Αυτό υποστηρίζει στο νέο βιβλίο του με τίτλο «How Children Succeed: Grit, Curiosity, and the Hidden Power of Character» (εκδ. Houghton Mifflin Harcourt) ο Αμερικανός Πολ Ταφ, δημοσιογράφος και «μάχιμος» ερευνητής, ο οποίος, προτού καθήσει να γράψει, έσπευσε, μεταξύ άλλων, να ζήσει από κοντά αληθινές ιστορίες παιδιών από «ζόρικες» γειτονιές του Σικάγου. Η περιέργεια, η επιμονή, ο αυτοέλεγχος, η αυτοπεποίθηση, το ψυχικό σθένος και η αποφασιστικότητα αποδεικνύονται, σύμφωνα με τον Ταφ, πολύ καλύτερη συνταγή επιβίωσης από τα CDs με ακούσματα «Baby Beethoven» και τα ταχύρρυθμα μαθήματα ρωσικών. Οπως εξηγεί ο ίδιος στο BHmagazino: «Αυτό που με συνάρπασε περισσότερο κατά τη διάρκεια της έρευνας είναι τα στοιχεία που περισυνέλεξα σχετικά με τους απόφοιτους πανεπιστημίου και τις μη γνωστικές ικανότητες. Θεωρώ ότι αντιμετωπίζουμε την απόκτηση του πτυχίου σαν υπόθεση καθαρής εξυπνάδας, και όμως οι μελετητές ανακάλυψαν πρόσφατα ότι κάποια γνωρίσματα του χαρακτήρα είναι στην πραγματικότητα καλύτεροι δείκτες από το IQ προκειμένου να προβλέψει κανείς ποιοι είναι τελικά εκείνοι που θα αποφοιτήσουν. Η ανακάλυψη αυτή με γοήτευσε, επειδή αποδεικνύει ότι μπορούμε να βοηθήσουμε τους νέους ανθρώπους να βελτιώσουν τα ισχυρά στοιχεία του χαρακτήρα τους».
H αποτυχία κάνει καλό
Στο βιβλίο του, που μόλις κυκλοφόρησε στις ΗΠΑ, ο Ταφ συνδυάζει το επιτόπιο ρεπορτάζ με τις παλαιές και νεότερες επιστημονικές έρευνες. Ανάμεσά τους αυτή της Αντζελα Ντάκγουορθ από το Πανεπιστήμιο της Πενσυλβανίας, η οποία μελέτησε ενδελεχώς το ψυχικό σθένος και την αποφασιστικότητα να φέρει κανείς εις πέρας έναν ακαδημαϊκό στόχο. Επινοώντας, μάλιστα, ένα ειδικό ερωτηματολόγιο, διαπίστωσε ότι το υψηλό σκορ στο σθένος και στην αποφασιστικότητα να επιτύχεις κάτι είναι πιο σημαντικός δείκτης ακόμη και εν συγκρίσει με την ίδια τη νοημοσύνη σου.
Ο Ταφ καταθέτει επίσης αυτό που ψυχολόγοι και νευροεπιστήμονες αγωνίζονται τις τελευταίες δεκαετίες να αποδείξουν. Οτι ο χαρακτήρας του παιδιού δομείται επάνω σε αυτό που η δυτική κοινωνία των γρανιτένιων success stories τρέμει περισσότερο από οτιδήποτε άλλο: την αποτυχία! Εξηγεί πώς παιδιά από όλα τα κοινωνικά στρώματα σήμερα στις ΗΠΑ στερούνται τελικά εμπειρίες ουσιαστικές για την ανάπτυξή τους σε υγιείς ενηλίκους. Από τη μία πλευρά, τα τέκνα των ευκατάστατων οικογενειών «μονωμένα» από οποιαδήποτε αληθινή δυσκολία ή ματαίωση, περνούν τα πρώτα τους χρόνια μέσα σε αποστειρωμένα playrooms με γιγαντιαία λούτρινα δεινοσαυράκια για να φθάσουν σε μια εξίσου εξωραϊσμένη – καθ’ ότι πλήρως ελεγχόμενη – ενηλικίωση. «Αντιλαμβάνομαι την ανάγκη να προστατεύσουμε τα παιδιά μας από κάθε κίνδυνο» λέει ο Ταφ. «Αυτό, όμως, που ανακαλύπτουμε τώρα είναι ότι τελικά, υπερπροστατεύοντας τα παιδιά μας, τους κάνουμε τελικά μεγαλύτερο κακό. Αν δεν τους δώσουμε τη δυνατότητα να αντεπεξέλθουν στις αληθινές προκλήσεις της ζωής, να πέσουν και να ξανασηκωθούν, τότε τους στερούμε την ευκαιρία να αναπτύξουν τον δικό τους χαρακτήρα». Δεν είναι τυχαίο ότι σήμερα στην Αμερική 19χρονοι υποψήφιοι, κατά τη διάρκεια της συνέντευξης που καλούνται να περάσουν για την εισαγωγή τους σε κάποιο πανεπιστήμιο, ζητούν από τους καθηγητές να τηλεφωνήσουν, για καλύτερη ενημέρωση, στους γονείς τους. Δεν είναι, μάλιστα, λίγοι εκείνοι που, ακόμη και σε συνεντεύξεις για την πρόσληψή τους σε μια εταιρεία, εμφανίζονται αγκαζέ με τη μαμά και τον μπαμπά, οι οποίοι είναι, βέβαια, πιο κατάλληλοι να διαπραγματευτούν με το big boss τον μισθό και τις συνθήκες εργασίας.
H οικογένεια ως εταιρεία
Από την άλλη πλευρά, εξηγεί ο Ταφ, τα παιδιά των φτωχών οικογενειών, που έρχονται από πολύ νωρίς αντιμέτωπα με τα αληθινά προβλήματα – από τον υποσιτισμό και την έλλειψη ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης μέχρι τα δυσλειτουργικά σχολεία και τις βυθισμένες στην παραβατικότητα γειτονιές –, δεν θα δεχτούν την υποστήριξη που χρειάζονται για να μετουσιώσουν τις δυσκολίες αυτές σε προσωπικούς «θριάμβους» που χτίζουν χαρακτήρα. Ητοι, τα πλουσιόπαιδα ζουν ισοβίως με ένα επίχρυσο δίχτυ προστασίας και δεν μαθαίνουν ποτέ πώς να διαχειριστούν την αποτυχία. Από την άλλη πλευρά, τα φτωχόπαιδα βιώνουν συχνά τόσο τραυματικά την πτώση, που δεν ξανασηκώνονται ποτέ.
Οπως μας εξηγεί ο συγγραφέας του βιβλίου, την κατάσταση επιδεινώνει ο λεγόμενος «υπεργονεϊσμός» των τελευταίων ετών, αυτή η γονεϊκή μανία – που αφορά και τους γονείς της μεσαίας τάξης – να έχουμε κάθε λεπτό της ζωής των παιδιών κάτω από διαρκή προγραμματισμό, έλεγχο, επίβλεψη και αξιολόγηση (εκτός, βέβαια, από την ώρα που είναι «παρκαρισμένα» μπροστά στην τηλεόραση ή στο PlayStation). Η σύγχρονη οικογένεια λειτουργεί σαν εταιρεία, εστιάζοντας πάνω από όλα στον τομέα της παραγωγικότητας και των σχολικών επιδόσεων. Οπως αναφέρει η ψυχολόγος-παιδοψυχολόγος Αλεξάνδρα Καππάτου: «Στην Ελλάδα τα τελευταία 20 χρόνια οι γονείς έχουμε βάλει τα παιδιά σε μια κούρσα τελειότητας. Τα τρέχουμε από πολύ μικρή ηλικία σε δραστηριότητες, δεν τους αφήνουμε χώρο και χρόνο να παίξουν και να πειραματιστούν. Θυμάμαι χαρακτηριστικά ένα τετράχρονο κοριτσάκι, του οποίου η μαμά επέμενε, εκτός από κολύμβηση, μπαλέτο και αγγλικά, να κάνει και μαθήματα κινεζικών. Τους δίνουμε, δηλαδή, ερεθίσματα και γνώση, αλλά δεν κάνουμε τίποτε για να αναπτύξουμε τη συναισθηματική, την ψυχική πλευρά τους, τα γνωρίσματα εκείνα που θα τα βοηθήσουν να διαχειριστούν την απογοήτευση, τη ματαίωση, τη ζωή τους. Υψώνουμε γύρω τους ένα προστατευτικό τείχος, σε πολλά, μάλιστα, επίπεδα. Συχνά, δεν τα αφήνουμε να διαχειριστούν ούτε τις σχέσεις με τους συνομηλίκους τους, αφού και αυτές είναι κατευθυνόμενες από εμάς. Αντιμετωπίζουν κάποιο πρόβλημα με τον δάσκαλο; Πάλι εμείς σπεύδουμε να “καθαρίσουμε”. Πρέπει να μας απασχολήσει σοβαρά, διότι τα παιδιά εμφανίζουν πλέον από πολύ μικρή ηλικία άγχος, κατάθλιψη, διατροφικές διαταραχές».
Ενδεχομένως η κρίση να βοηθήσει προς τη σωστή κατεύθυνση; «Ας δούμε μήπως, αφήνοντας πίσω τα χρόνια των παροχών, καταφέρουμε να γυρίσουμε σε κάποια μοντέλα πιο ουσιαστικής διαπαιδαγώγησης των παιδιών, βοηθώντας τα να δουν διάφορες αποχρώσεις της ζωής, περνώντας τους αξίες και ιδεολογία». Φτάνει, βέβαια, να κατορθώσουμε παράλληλα να αναχαιτίσουμε και το παλιρροϊκό κύμα της κρίσης που φαίνεται να καταργεί κάθε έννοια «επιτυχίας»: «Την τελευταία χρονιά κυρίως παρατηρώ μια έντονη απαισιοδοξία από μέρους των γονέων» επισημαίνει η κυρία Καππάτου. «Τους ακούω όλο και πιο συχνά να λένε “και να σπουδάσει, τι θα κάνει;”. Φοβάμαι πως αν αυτός ο σκεπτικισμός περάσει και στα παιδιά, θα τους μεταφέρει ένα μήνυμα ακυρωτικό, μηδενιστικό, χωρίς καμιά ελπίδα. Και παιδιά και έφηβοι χωρίς ελπίδα δεν μπορούν να προχωρήσουν».
Παπαδημητρίου Λένα
Πηγή: ΤΟ ΒΗΜΑ
by Αντικλείδι.
Υπάρχει μια φυλή στην Αφρική, όπου η ημερομηνία γέννησης ενός παιδιού δεν υπολογίζεται από τη στιγμή που γεννήθηκε , ούτε από τη στιγμή της σύλληψης , αλλά από την ημέρα που το παιδί υπήρξε ως σκέψη στο μυαλό της μητέρας του . Και όταν μια γυναίκα αποφασίζει ότι θα έχει ένα παιδί, πάει και κάθεται κάτω από ένα δέντρο μόνη και ακούει όσο μπορεί να ακούσει το τραγούδι του παιδιού που θέλει να έρθει . Και αφού έχει ακούσει το τραγούδι, πάει πίσω στον άνθρωπο που θα είναι ο πατέρας του παιδιού , και το διδάσκει σ ‘αυτόν . Και στη συνέχεια , όταν κάνουν έρωτα για να συλλάβουν σωματικά το παιδί, τραγουδούν το τραγούδι του παιδιού , ως ένα τρόπο για να το καλέσουν.
Και στη συνέχεια , όταν η μητέρα είναι έγκυος , η μητέρα διδάσκει το τραγούδι του παιδιού στις μαίες και τις ηλικιωμένες γυναίκες του χωριού , έτσι ώστε όταν το παιδί γεννιέται , οι μαίες και οι άνθρωποι γύρω του να τραγουδήσουν το τραγούδι του παιδιού για να το υποδεχθούνε . Και τότε , καθώς το παιδί μεγαλώνει , οι άλλοι κάτοικοι του χωριού διδάσκονται το τραγούδι του παιδιού . Εάν το παιδί πέσει ή όταν πονάει το γόνατο του , κάποιος αρχίζει να του τραγουδά το τραγούδι του. Ή όταν το παιδί κάνει κάτι θαυμάσιο , ή περνά μέσα από τις τελετές της εφηβείας και της ενηλικίωσης, οι κάτοικοι του χωριού τραγουδούν το τραγούδι του για να το τιμήσουν.
Στην αφρικανική φυλή υπάρχει μία άλλη περίσταση κατά την οποία οι κάτοικοι τραγουδούν για το παιδί . Σε οποιαδήποτε στιγμή κατά τη διάρκεια της ζωής του, κάποιος που διαπράττει ένα έγκλημα ή μια παρεκκλίνουσα κοινωνική πράξη καλείται στο κέντρο του χωριού και οι άνθρωποι στην κοινότητα σχηματίζουν ένα κύκλο γύρω του. Στη συνέχεια, τραγουδούν το τραγούδι του ενόχου.
Η φυλή αναγνωρίζει ότι η διόρθωση της αντικοινωνικής συμπεριφοράς δεν είναι η τιμωρία. Είναι η αγάπη και η ανάμνηση της ταυτότητας. Όταν έχω αναγνωρίσει το δικό μου τραγούδι , δεν έχω καμία επιθυμία ή την ανάγκη να κάνω κάτι που θα βλάψει τον άλλο.
Και το τραγούδι είναι ο τρόπος μέσα από τη ζωή τους. Στο γάμο , τα τραγούδια των νεόνυμφων τραγουδιούνται , μαζί . Και τέλος , όταν αυτό το παιδί είναι ξαπλωμένο στο κρεβάτι , έτοιμο να πεθάνει , όλοι οι κάτοικοι γνωρίζουν το τραγούδι του, και του τραγουδούν – για τελευταία φορά – το τραγούδι του.
Μπορεί να μην έχουμε μεγαλώσει σε μια αφρικανική φυλή που τραγουδάει το τραγούδι μας σε κρίσιμες μεταβάσεις της ζωής μας, αλλά η ζωή πάντα μας υπενθυμίζει πότε είμαστε σε αρμονία με τον εαυτό μας και πότε όχι. Όταν αισθανόμαστε καλά, αυτό που κάνουμε ταιριάζει με το τραγούδι μας ενώ όταν αισθανόμαστε άσχημα, είμαστε σε δυσαρμονία. Στο τέλος , θα αναγνωρίσουμε όλοι μας το τραγούδι μας και θα το τραγουδούμε καλά. Μπορεί να αισθανθούμε λίγο αμήχανα εκείνη τη στιγμή, αλλά έτσι έχουν συμβαίνει πάντα στους σπουδαίους τραγουδιστές. Ας συντονιστούμε με το τραγούδι μας και θα βρούμε το δρόμο για το “σπίτι”.
Από το Κυριακάτικο Σχολείο Μεταναστών
By enallktikidrasi.com.
Εικόνα: Μαρία Ανδρεάδου
Σα νότες ακουστικής κιθάρας που παίζει σόλο σε αργή ταχύτητα τη «Μισιρλού», σε μια εκτέλεση που δεν έχει ακόμα γραφτεί — παρά τις εκατοντάδες που υπάρχουν σε όλο τον κόσμο. Ή σαν οι ίδιες νότες να ακούγονται τώρα από σόλο βιμπράφωνο. Ή από μακρυνή τρομπέτα, σόλο κι αυτή.
Νότες που ολοένα και απομακρύνονται η μια από την άλλη, σα να ξεκολλάνε. Μέχρι να σταματήσει, να μείνει μετέωρη η μελωδία.
Ο ήχος της μοτοσυκλέτας που τρέχει σα σφαίρα δεν ακούγεται μέσα στη νύχτα —η σκηνή είναι βουβή—, μόνο εικόνα υπάρχει, με γρήγορα cut. Όταν όλα γίνονται τόσο αστραπιαία μόνο η εικόνα, το φως, προλαβαίνει να φτάσει, ο ήχος καθυστερεί πολύ — νόμοι της Φυσικής. Ούτε μαρσάρισμα ακούγεται ούτε γκάζωμα ούτε φρενάρισμα ούτε σύγκρουση στον τοίχο ούτε πτώση στην άσφαλτο ούτε πρόσωπα που μαζεύονται από πάνω και σου μιλάνε ούτε το ασθενοφόρο που έφτασε αργά (πάντα αργούν) ούτε οι ομιλίες των νοσοκόμων — κάτι κάνουν με σένα, «Μα τι θέλουν όλοι αυτοί από μένα;», απόρησες, ίσως.
Μαύρο.
Στο μαύρο του δικού μου ύπνου το τηλέφωνο χτύπαγε επίμονα, εκκωφαντικά στις 5 τα ξημερώματα — μού τρύπαγε τ’ αυτιά, δεν ήθελα να το ακούω, λες και ήξερα: «Έλα αμέσως, ο αδελφός σου δεν είναι καλά». «Στις 3 και είκοσι». «Τρίκαλα».
Το ξημέρωμα της 6ης Ιουλίου 1991 μπήκε στη ζωή μου απότομα. Κι έμεινε.
Στης μάνας μου και του πατέρα καρφώθηκε στην καρδιά.
Σε μένα έμειναν και οι μεγεθυμένοι ήχοι που ήρθαν με καθυστέρηση, σαν τη βροντή μετά την αστραπή: οι θρήνοι και οι κραυγές, τα τραίνα που σφύριζαν την ώρα του οριστικού αποχωρισμού περνώντας δίπλα απ΄ το κοιμητήριο όπου θάβαμε τον Παναγιώτη, οι φτυαριές και το χώμα, τα ασθενοφόρα που ουρλιάζουν στις αθηναϊκές λεωφόρους — και τ’ ακούω πρώτος από μακρυά.
Έμεινε και μια μελωδία μακρινή, που μου κόλλησε ξαφνικά στο μυαλό τότε, εκείνη την 6η Ιουλίου 1991. Μια μελωδία ακουστικής κιθάρας, βιμπράφωνου ή τρομπέτας, σα φύσημα μοιάζει, σαν πνοή — άλλες φορές την παίρνει ο αέρας και χάνεται δεν υπάρχει, σα να μην υπήρξε ποτέ, κι άλλες φορές τη φέρνει απότομα σε μια μόνη στιγμή δυνατά μέσα στα αυτιά μου πολύ δυνατά. Και πονάνε πολύ.
……………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………..
Η «Μισιρλού» (που είχα την λάθος εντύπωση ότι είχε πρωτογραφτεί από τον συμπατριώτη μου Βασίλη Τσιτσάνη) μού κόλλησε τότε, έτσι, χωρίς να είναι το αγαπημένο τραγούδι του Παναγιώτη — δεν ξέρω καν αν το είχε ποτέ σιγοσφυρίξει στα 28 του χρόνια. Ανάμεσα στις εκατοντάδες εκτελέσεις ανά τον κόσμο δεν βρήκα ούτε μία που να ταιριάζει με αυτή που ακούω μέσα μου — ίσως πρέπει να τη γράψω εγώ πλέον με τη βοήθεια φίλων.
Διάλεξα όμως μια που έχει κάτι λίγο από αυτό που φαντάζομαι.
Αυτή η συγκεκριμένη «Μισιρλού» μού αρέσει γιατί είναι BossaNova, και ξέρω πως πολύ θα του άρεσε να τη χορεύει όλη νύχτα αγκαλιά με μια κοπέλλα.
Ας αρχίσει η μουσική λοιπόν!
Μέρα της γιορτής σου η Κοίμηση, ο Δεκαπενταύγουστος, Γιώτη μου.
πηγη : http://www.parallaximag.gr/parallax-view/koimisi#sthash.5Ed0oG4J.dpuf
Οι δρόμοι του μέλλοντος θα «μυρίζουν» ανακύκλωση, υποστηρίζουν οι ειδικοί της ολλανδικής εταιρείας VolkerWessels. Σύμφωνα με το πρότζεκτ τους PlasticRoad, η άσφαλτος στους δρόμους θα μπορούσε μελλοντικά να αντικατασταθεί από οικολογικά «πλακάκια» κατασκευασμένα από ανακυκλωμένα πλαστικά μπουκάλια. Στη λογική των Lego, κατά τους ειδικούς από το Ρότερνταμ, τα ειδικά πλαστικά πλακάκια θα τοποθετούνται το ένα δίπλα στο άλλο, γεγονός που σημαίνει ότι σε περίπτωση φθοράς η αντικατάστασή τους θα είναι παιχνιδάκι. Οπως αναφέρει η μελέτη τους, το νέο υλικό θα αντέχει σε αντίξοες συνθήκες όπως π.χ. θερμοκρασίες μεταξύ -40 και 80 βαθμών Κελσίου. Η άσφαλτος η οποία στρώνεται στους δρόμους, υποστηρίζουν οι ειδικοί, απελευθερώνει περί τους 1,6 εκατ. τόνους διοξειδίου του άνθρακα στην ατμόσφαιρα ετησίως σε παγκόσμιο επίπεδο, αριθμός που μεταφράζεται στο 2% των ρύπων που προέρχονται από τις μετακινήσεις των πολιτών. «Το πλαστικό θα μπορούσε να ανοίξει νέους δρόμους ως προς την κατασκευή οδικών δικτύων» αναφέρει ο επικεφαλής της εταιρείας Ρολφ Μαρς. Σύμφωνα με τον ίδιο, οι «πλαστικοί δρόμοι» θα είναι ελαφρύτεροι μειώνοντας έτσι σημαντικά το βάρος που δέχεται το έδαφος και θα επιτρέπουν την εύκολη πρόσβαση για την τοποθέτηση καλωδίων ή σωλήνων κάτω από την επιφάνειά τους.
Κυψελωτές αεροπορικές θέσεις εν όψει Την επόμενη φορά που θα παραπονεθείτε για την έλλειψη χώρου στην οικονομική θέση, σκεφθείτε ότι τα πράγματα θα μπορούσαν να γίνουν και… χειρότερα. Ή τουλάχιστον αυτό αποκαλύπτει πρόσφατη αίτηση για δίπλωμα ευρεσιτεχνίας που είχε καταθέσει η βρετανική εταιρεία κατασκευής αεροπορικών καθισμάτων Zodiac Seats, η οποία κάνει λόγο για «κυψελωτές» αεροπορικές θέσεις με στόχο την αύξηση της χωρητικότητας των επιβατών στο αεροσκάφος. Η πατέντα με τίτλο Economy Class Cabin Hexagon ουσιαστικά ακολουθεί τη λογική μιας ζιγκ-ζαγκ διάταξης των θέσεων, γεγονός που σημαίνει ότι οι θέσεις σε μια σειρά κοιτούν μία προς τα πίσω και μία προς τα εμπρός δημιουργώντας την ψευδαίσθηση μιας κυψέλης. Σύμφωνα με τα απαραίτητα σχεδιαγράμματα της εταιρείας, κάτι τέτοιο μεταφράζεται στο ότι ο «διπλανός» μας δεν θα κάθεται ακριβώς δίπλα μας αλλά σχεδόν απέναντί μας!
Phree: ένα στυλό με νοημοσύνη Δέχεται τηλεφωνικές κλήσεις, δείχνει ενημερώσεις που λαμβάνει ο κάτοχός του στο smartphone του και του επιτρέπει να γράφει σε οποιαδήποτε επιφάνεια μεταφέροντας τις σημειώσεις του αυτομάτως στο κινητό του. Ο λόγος για το «έξυπνο» στυλό Phree από το Ισραήλ με τεχνολογία Bluetooth, το οποίο εκτός όλων των άλλων διορθώνει και τα ορθογραφικά λάθη του ιδιοκτήτη του. Το στυλό, σύμφωνα με την επινοήτρια εταιρεία OTM, «βλέπει» τις κινήσεις του χρήστη με τη βοήθεια ενός τρισδιάστατου συμβολόμετρου λέιζερ. Κάτι τέτοιο του επιτρέπει να ακολουθεί το χέρι του κατόχου του και να αναγνωρίζει τα γράμματα που σχηματίζει κάθε φορά. Το Phree είναι σε θέση να αναγνωρίζει τα γράμματα είτε αυτά σχηματίζονται στην επιφάνεια ενός τραπεζιού, μιας καρέκλας ή ακόμη και στο ταμπλό του αυτοκινήτου. Οι λέξεις περνούν στο smartphone με τη βοήθεια συμβατών με το στυλό εφαρμογών, όπως π.χ. τα apps OneNote, Office, Viber κ.ά. Προς το παρόν το Phree βρίσκεται σε φάση προσέλκυσης κεφαλαίου μέσω της ιστοσελίδας Kickstarter.
Περάστε στο εικονικό δοκιμαστήριο Για τους βιαστικούς που δεν έχουν χρόνο (ούτε χρήμα) να σπαταλούν στα πολύωρα ψώνια περιμένοντας με τις ώρες στην ουρά για το δοκιμαστήριο, οι ειδικοί του Πανεπιστημίου Τεχνολογίας του Σίδνεϊ (UTS) ανέπτυξαν μια εφαρμογή για την πραγματοποίηση εικονικών δοκιμών ρούχων. Η επαναστατική εφαρμογή δημιουργεί αρχικά την εικόνα της σιλουέτας του χρήστη επιτρέποντάς του στη συνέχεια να δοκιμάζει εικονικά τα κομμάτια που έχει ξεχωρίσει. Παρά το γεγονός ότι οι ειδικοί δεν έχουν αποκαλύψει πολλές λεπτομέρειες γύρω από τον τρόπο λειτουργίας του app, υποστηρίζουν ότι θα βασίζεται στην απεικόνιση AR η οποία «παντρεύει» την εικονική πραγματικότητα με στοιχεία του πραγματικού κόσμου. Για την ώρα οι καταναλωτές online καταστημάτων έχουν τη δυνατότητα να δοκιμάσουν εικονικά ρούχα στον υπολογιστή τους, αλλά όχι π.χ. με τη βοήθεια ενός smartphone ανά χείρας.
ΑΠΟ ΤΟ ΒΗΜΑ
Συνέντευξη στη Ροζαλίνα Ντότσεβα
Μετάφραση: Μιχάλης Σιάτης, Κλινικός και Συμβουλευτικός Ψυχολόγος, MSc
Ρ.Ντ: Οι ψυχαναλυτές δίνουν τεράστια σημασία στην οικογενειακή ιστορία σε σχέση με την ψυχική οργάνωση του παιδιού. Τελευταίως, οι ίδιοι άρχισαν να μιλάνε και για τον ρόλο που παίζουν τα μυστικά, τα λεγόμενα «αν-είπωτα».
Π.Ντ: Πράγματι, η οικογενειακή ιστορία είναι καθοριστική για την ψυχική οργάνωση του παιδιού. Με τον όρο «αν-είπωτο» εννοούμε τα θέματα -ταμπού, τα οικογενειακά μυστικά σχετικά με την γενεαλογία, όπως καταγωγή, αιμομιξία, έγκλημα κτλ. Γενικώς, όλα εκείνα, τα οποία οι γονείς, όπως επίσης οι γιαγιάδες κι οι παππούδες, συνήθως αποκρύπτουν από τα παιδιά, με σκοπό «να τα προστατεύσουν». Αυτό όμως είναι αυταπάτη. Αντιθέτως, τα απόκρυφα οικογενειακά μυστικά είναι εκείνα που μπορούν να αποβούν τραυματικά για τα παιδιά. Τα παιδιά δεν απατώνται όταν βρεθούν αντιμέτωπα με κάτι το αν-είπωτο, αν δεν λάβουν κάποια απάντηση στην πρώτη τους ερώτηση, και ως συνήθως ούτε και στην τελευταία τους. Η απαγόρευση να σκέφτεται πάνω στις εν λόγω συγκυρίες δεν προστατεύει το παιδί, αλλά το διαταράσει και μάλιστα πολύ περισσότερο απ’ ό,τι η πραγματικότητα, όσο δραματική και πικρή κι αν είναι αυτή. Στη Γαλλίδα ψυχαναλύτρια Φρανσουάζ Ντολτό άρεσε να λέει: «Να θέλουμε από το παιδί να δομηθεί πάνω στη βάση κάποιου «αν-είπωτου», σημαίνει να θέλουμε από το ίδιο να αποποιηθεί ένα μέρος του εαυτού του». Ο κάθε ψυχαναλυτικός θεραπευτής διαπιστώνει μέσα από την εμπειρία του πόσο ευαίσθητα είναι τα παιδιά στη συγκάλυψη μέσα στην οικογενειακή ιστορία και σε ποιο βαθμό τα παιδικά συμπτώματα μπορούν να μαρτυρούν την ύπαρξη κάποιου μυστικού. Κι ακόμη παραπέρα – το «αν-είπωτο» δεν είναι τραυματικό μόνο για εκείνον που το υπομένει, αλλά είναι πολύ πιο τραυματικό και για τις επόμενες γενεές, αφού οι τελευταίες δεν διαθέτουν τα απαραίτητα μέσα και στοιχεία για να το ανασκευάσουν και κατανοήσουν.
Ρ.Ντ: Σε μια εποχή, όπου ο ακραίος φιλελευθερισμός στον τρόπο διαπαιδαγώγησης επικρατεί, εσείς στα βιβλία σας ισχυρίζεστε, πως το κύρος και η απαγόρευση είναι απολύτως αναγκαία για την ανάπτυξη του παιδιού. Γιατί;
Π.Ντ: Ζούμε σε μια εποχή, που όπως όλες οι άλλες, προσπαθεί να διορθώσει τις αυταπάτες της προηγούμενης. Και η κάθε καινούργια εποχή αναναιώνει τη διόρθωση των λαθών διαπαιδαγώγησης, από τα οποία υπέφερε. Δυστυχώς, παρόμοιες διορθώσεις (ή προσπάθειες για τέτοιες διορθώσεις) μερικές φορές παράγουν ένα γελοιογραφικό ταλάντευμα στην αντίθετη κατεύθυνση. Έτσι για παράδειγμα ο αυταρχισμός γεννά τον λαξισμό/ χαλαρωτισμό[i]. Ο αυταρχισμός, δηλαδή, η εξουσία η οποία δεν αμφισβητείται, πυροδοτεί στους γονείς, οι οποίοι τον υπόμεναν, λαξισμό χωρίς απαγορεύσεις, του οποίου τα αποτελέσματα είναι ακόμη πιο καταστρεπτικά για την διαπαιδαγώγηση των παιδιών. Αναμφιβόλως, και ο ένας και ο άλλος τρόπος είναι λανθασμένοι. Ο αυταρχισμός αντικαθιστά τον λόγο με το «σκληρό χέρι», το οποίο όπως υποδεικνύει και η πιο πάνω φράση, εκπαιδεύει το παιδί σαν ζώο. Ο λαξισμός, από την άλλη, θεωρεί πως δεν πρέπει να αντιτάσσεται τίποτα στο παιδί και ουσιαστικά το εγκαταλείπει υπόλογο των ιδιοτροπιών και καπριτσιών του. Ωστόσο, το παιδί οργανώνεται, από τη μία, χάρη σ’ εκείνα που του δίνονται, κι από την άλλη, χάρη σ΄εκείνα που του απαγορεύονται. Η διαπαιδαγώγηση χωρίς απαγορεύσεις αρνείται την διαφόρα μεταξύ των γενεών. Στην πραγματικότητα η απαγόρευση για το παιδί δεν έχει την ίδια σημασία που έχει και για τον ενήλικα. Για τους ενήλικες η έλλειψη απαγορεύσεων έχει την έννοια της ελευθερίας. Ενώ για τα παιδιά, αυτή η έλλειψη τα ωθεί προς την έκθεση τους σε διάφορους κινδύνους. Επίσης, το παιδί έχει ανάγκη από «πλαισίωση», από κάποια όρια, διότι η απουσία τους γεννά ανησυχία μέσα του. Έχει ανάγκη από γονείς, οι οποίοι να το καθοδηγούν και ως μία συγκεκριμένη ηλικία να παίρνουν αποφάσεις, αντί του ιδίου. Έτσι, λοιπόν, η απαγόρευση με την πιο πλατιά έννοια του όρου είναι σημαντική σε τρεις τομείς: στη διαπαιδαγώγηση (δεν υπάρχει διαπαιδαγώγηση χωρίς απαγόρευση) , στην κοινωνική ζωή (δηλαδή έξω από τον οικογενειακό περίγυρο) και στην ψυχική υγεία. Θα μπορούσαμε να πούμε, πως κάθε λογής ελαφρά ή πιο σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα, αρχίζοντας από την κοινότυπη κινητική αστάθεια και φτάνοντας μέχρι τις βαρετές διαταραχές της προσωπικότητας, προέρχονται από την απουσία απαγορεύσεων. Οι τελευταίες όμως δεν πρέπει να συγχέονται με την τιμωρία. Θα ήθελα να γίνω ορθά κατανοητός – δεν υπερασπίζομαι την επιστροφή στον αυστηρό, «αγγλικό τύπο» διαπαιδαγώγησης. Εκείνο που θέλω να πω, είναι πως το κύρος των γονιών πρέπει να είναι απόλυτα αρκετό, για να μπορεί να ωθήσει το παιδί να σεβαστεί τις επιβαλλόμενες από εκείνους απαγορεύσεις. Και όσο πιο σταθερό είναι το κύρος τους, τόσο πιο λίγο θα χρειάζονται να επιβάλλουν απαγορεύσεις. Εκτός αυτού, το παιδί έχει ανάγκη να υπακούει τους γονείς του, και όχι τους παππούδες του και της γιαγιάδες του.
Ρ.Ντ: Πώς η θέση που παίρνουν η μητέρα και ο πατέρας στην παιδκή ηλικία, αλλάζει στην εφηβεία;
Π.Ντ: Σ’ αυτό το σημείο θα πρέπει να μιλήσω πάλι για το κύρος, τον αντιπρόσωπό του και τον τρόπο που μεταβάλλεται στην εφηβεία. Ο νεοεγελιανός φιλόσοφος Alexander Kojev, διαχωρίζει 4 τύπους κύρους, τους οποίους εγώ επεξεργάστηκα και εφάρμοσα πάνω στις οικογένειες. Ο πρώτος τύπος, παρμένος από την διδασκαλία του Πλάτωνα, βασίζεται πάνω στην ιδέα του δικαίου. Αυτός ο τύπος αντιπροσωπέυεται και από τους δύο γονείς, η φόρμουλά του είναι «Ισότητα». Ο δεύτερος τύπος, του οποίου η βάση είναι η θεοκρατία, προέρχεται από την ιδέα του «πατέρα ως αντιπροσώπου του θεού» και η φόρμουλά του είναι «Έτσι είναι, και όχι αλλιώς». Αυτός ο τύπος επιβάλει την εξουσία χωρίς εξηγήσεις. Ο τρίτος τύπος βασίζεται πάνω στις ιδέες του Αριστοτέλη και κατευθύνεται από τον μεγαλύτερο προς τον μικρότερο, από το δάσκαλο στον μαθητή. Σε γενικές γραμμές αντιπροσωπεύει το κύρος του μεγαλύτερου, ο οποίος ξέρει περισσότερα για το μέλλον απ’ ότι ο μικρότερος, και τον διδάσκει τι θα πει ζωή. Η φόρμουλά του είναι: «Ακολούθα το παράδειγμά μου!». Στην οικογένεια αυτός ο τύπος μπορεί να αντιπροσωπευθεί όπως από την μητέρα, έτσι και από τον πατέρα. Ο τέταρτος τύπος, ο οποίος βασίζεται πάνω στη διδασκαλία του Χέγκελ, είναι «ο νόμος του δυνατότερου». Ο δυνατότερος σ’ αυτή την περίπτωση είναι η μητέρα, διότι εκείνη έχει άμεση επαφή και εξουσία πάνω στο παιδί, κάτι το οποίο στην περίπτωση του πατέρα γίνεται μέσω του λόγου. Ο πατέρας είναι εκείνος, ο οποίος λέει τι πρέπει να γίνει, αλλά δεν ελέγχει αν τον έχουν υπακούσει. Η μητέρα από την άλλη λέει κάτι και αμέσως ελέγχει αν έχει γίνει. Στην πρώτη περίπτωση το παιδί υπακούει, μόνο αν το θελήσει, ενώ στην δεύτερη – υπακούει διότι είναι αναγκασμένο. Η φόρμουλα είναι: «Κάνε ό,τι σου λέω!». Εάν κατά τη διάρκεια της παιδικής ηλικίας υπάρχουν και οι τέσσερεις τύποι μέσα στην οικογένεια, τότε στην εφηβεία σταδιακά θα υποχωρήσουν (ή τουλάχιστον θα αμφισβητηθούν από τον έφηβο) δύο εξ αυτών – εκείνοι οι οποίοι αντιπροσωπεύονται μόνο από τον ένα γονιό: ο θεοκρατικός πατέρας (τύπος 2) και η «παντοδύναμη» μητέρα (τύπος 4). Την ίδια στιγμή, ο έφηβος επίμονα θα επιδιώκει τον πρώτο και τρίτο τύπο κύρους, οι οποίοι ασκούνται και από τους δύο γονείς και οι οποίοι βασίζονται στην «δικαιοσύνη» και το «μέλλον». Αυτός ο καινούργιος τύπος κύρους πρόκειται να «αντιπαρατεθεί» και «προσαρμοστεί» κατα την περίοδο της εφηβείας, σε εξάρτηση πάντοτε με την κάθε ξεχωριστή περίπτωση.
Περίληψη
– Η απαγόρευση και το κύρος «πλαισιώνουν» το παιδί, το προστατεύουν από διάφορους κινδύνους και ψυχολογικά προβλήματα.
– Η εφηβεία αμφισβητεί την αυταρχικότητα και τον «θεοκρατικό πατέρα» και «θεοκρατική μητέρα» και επιβάλει νέο τύπο γονικού κύρους.
– Τα θέματα-ταμπού τραυματίζουν το παιδί.
Ο Πατρίκ Ντελαρός είναι γάλλος ψυχίατρος και ψυχαναλυτής, με περισσότερο από 30 χρόνια εμπειρία στην θεραπεία νεαρών με προβλήματα. Έχει συγγράψει 13 βιβλία για γονείς και ειδικούς.
πηγη : http://psychografimata.com
Ο παθιασμένος χορός, το αργεντίνικο τανγκό, αρχικά χορευόταν από ζευγάρια ανδρών. Όσο παράξενο κι αν ακούγεται, οι κοινωνικές συνθήκες και ο συντηρητισμός της εποχής, εμπόδιζαν τις γυναίκες να βρεθούν στην αγκαλιά των ανδρών. Ίσως η εικόνα δυο ανδρών χορευτών να δείχνει αφύσικη, αλλά η «έλλειψη» θηλυκού παρτενέρ οδήγησε τους Αργεντίνους σε αυτήν τη λύση. Έτσι, ο χορός απέκτησε μεγαλύτερη δυναμική και ένταση, αφού παρέβλεπαν το ερωτικό στοιχείο. Το τανγκό ξεκίνησε απ’ τις φτωχογειτονιές και τους οίκους ανοχής του Μπουένος Άιρες στα τέλη του 19ου αιώνα. Ήταν χορός του δρόμου, των φτωχών και των μεταναστών. Τα πρώτα χρόνια που εμφανίστηκε, θεωρούνταν ένας υπερβολικά προκλητικός χορός. Το ζευγάρι χόρευε αγκαλιασμένο σφιχτά και ο ερωτισμός ήταν διάχυτος. Όπως ήταν φυσικό, όσες γυναίκες δεν εργάζονταν σε οίκους ανοχής, απαγορευόταν να έχουν τόσο «στενή επαφή» με κάποιο άνδρα, που δεν είχαν παντρευτεί. Όσοι άνδρες, λοιπόν, επιθυμούσαν να χορέψουν, έπρεπε να βρουν εναλλακτικές λύσεις. Έτσι, ξεκίνησαν να χορεύουν μεταξύ τους. Φυσικά, αυτός ο χορόδεν είχε ερωτικό στοιχείο. Το ζευγάρι έμοιαζε να είναι «πιασμένο στα χέρια», να μάχεται. Με το πέρασμα των χρόνων, το τανγκό άρχισε σιγά σιγά να απενοχοποιείται και να χορεύεται ακόμα και σε πιο «ευυπόληπτα» μαγαζιά. Αλλά τότε εμφανίστηκαν άλλα προβλήματα. Τις πρώτες δεκαετίες του 1900, υπήρχαν πολλοί περισσότεροι άνδρες απ’ ότι γυναίκες στην Αργεντινή. Αν κάποιος άνδρας ήθελε να βρει σύζυγο, έπρεπε να κάνει τα αδύνατα δυνατά για να την διεκδικήσει από πολλούς άλλους ενδιαφερόμενους. Το τανγκό ήταν ένας εξαιρετικός τρόπος να γοητεύσει ο άνδρας την «καλή» του, με την χορευτική του δεινότητα. Όσο καλύτερος χορευτής ήταν, τόσο περισσότερες πιθανότητες είχε να την κατακτήσει. Οι άνδρες, λοιπόν, «προπονούνταν» με άλλους άνδρες και όταν έκριναν ότι είχαν φτάσει σε ένα ικανοποιητικό επίπεδο, αναζητούσαν την «ντάμα» τους. Η εκμάθηση του χορού ξεκινούσε, με τον μαθητή να παρακολουθεί τους υπόλοιπους χορευτές . Στη συνέχεια, έπαιρνε τον ρόλο της γυναίκας και ακολουθούσε τα βήματα του «καβαλιέρου» του. Όταν πια αποκτούσε κάποια εμπειρία, μάθαινε τον χορό σε κάποιον άλλο νεαρό άνδρα. Η διαδικασία αυτή, μπορούσε να πάρει ακόμα και ένα χρόνο για να ολοκληρωθεί. Τελικά, κάθε τι ωραίο αποκτάται με κόπο και πάθος….
Η γιαγιά…γυρνούσε από την εκκλησία κι έπεϕτα επάνω της, αγκαλιάζοντας την από τη μέση. Ρουϕούσα την μυρωδιά των κεριών και του θυμιατού πάνω στο μαύρο μπουκλέ παλτό. Άνοιγε τότε την τσάντα της, την καλή τη μαύρη, που κρατούσε μόνο σαν ϕορούσε μαζί και τα καλά της μαύρα παπούτσια. Σε γιορτές, επισκέψεις και Κυριακές.
Μέσα σε μια χαρτοπετσέτα προσεκτικά τυλιγμένο είχε πάντα το αντίδωρο και κάποιες ϕορές κι ένα μικρό άσπρο, πλαστικό μπουκαλάκι με αγιασμό… Ξετρελαινόμουν τότε. Έπινα τρεις γουλιές δροσερές και μικρές κι ένιωθα το “καθαρό, άγιο νεράκι” να μου δίνει δύναμη και ϕώτιση, όπως εκείνη μου έλεγε.
Πόση εμπιστοσύνη της είχα…
Μέσα στην σχεδόν άδεια της τσάντα, ένα μαντήλι, το μικρό πορτοϕολάκι με τα ψιλά της κι εκεί στο βάθος… μια καραμέλα. Ροζ μεγάλη και μαλακή. Τυλιγμένη σε λευκό διάϕανο ρυζόχαρτο και μοσχοβολιστή σαν την ίδια την Άνοιξη. Την έβγαζε με ένα αχνό χαμόγελο στα καταπράσινα γατίσια μάτια της. Δεν ήταν ποτέ πληθωρική στις αγκαλιές της. Δεν πολυϕιλούσε, δεν πολυαγκάλιαζε… μα μου έδινε αυτή την καραμέλα με τόση αγάπη που δεν χρειαζόμουν τίποτε παρά μόνο να την κοιτώ. Μέσα από την γλύκα της καραμέλας θαρρείς και περνούσε όλη η λατρεία της για εμένα. Χοροπηδούσα για λίγο τρισευτυχισμένη… και τρώγοντας πάντα πρώτα το αντίδωρο, μύριζα την γλυκιά μυρωδιά της κρατώντας την σϕιχτά στα χέρια μου… Τριαντάϕυλλο…
Την κρατούσα και την κρατούσα. Την ζέσταινα με τα δάχτυλα μου, νιώθοντας αυτή τη υπέροχη γλυκιά αναμονή… κι ύστερα ευλαβικά, άνοιγα το ντελικάτο χαρτάκι που έκανε εκείνο τον λεπτό χαρτένιο ήχο και έκοβα ένα μαλακό κομμάτι. Το άϕηνα να λιώσει στο στόμα μου κι ύστερα ένιωθα τους κριτσανιστούς κόκκους ζάχαρης να γεμίζουν το στόμα μου… κι ήταν σαν η ευτυχία όλη να ήταν μαζεμένη εκείνη την ώρα σε αυτούς τους κόκκους ζάχαρης που έλιωναν αργά στην παιδική μου γλώσσα, κλειδώνοντας για πάντα αυτή την μνήμη στο σώμα μου και στο μυαλό μου…
Μυρωδιά Τριαντάϕυλλου, καραμέλες Τσάρλεστον, Κυριακές μετά την εκκλησία… και γιαγιά! Λατρεμένη, αξέχαστη γιαγιά. Ίσια και λεπτή, με το μαύρο μπουκλέ παλτό, την μαύρη τσάντα περασμένη στον αγκώνα, μια ιδέα μυρωδιάς λεμονιού από την Μυρτώ πάνω στα μαλλιά της, τον λευκό καλοχτενισμένο κότσο και τα ματάκια τα καταπράσινα τα τόσο λαμπερά, γεμάτα με τόση θλίψη… Πάντα την ένιωθα τη θλίψη της αυτή. Γιατί δεν ξέρω, μα με πονούσε, με πονούσε βαθιά κι ήθελα να την κάνω να γελά. Κι εκείνη μου έκανε πάντα το χατήρι. Μια ευτυχία ξέϕρενη, παιδική, που την απλότητα της δεν την βρήκα πουθενά στη ζωή, παρά μόνο στα μάτια των παιδιών μου…
Η μνήμη αυτή ήρθε σαν κύμα, λίγο καιρό πριν, σαν κάποια άλλη αγαπημένη, σε μια της επίσκεψη μου έφερε δώρο, αυτό το μαγικό βαζάκι που έντυσε με fumo και το μεταμόρφωσε.
Το κοίταξα με λαχτάρα σχεδόν παιδική. Ενθουσιάστηκα κι όταν το άνοιξα, γύρισα μέσα σε δευτερόλεπτα, σε εκείνα τα παιδικά πρωινά της Κυριακής να σφίγγω με τα μικρά κοριτσίστικα χέρια μου τη μέση της γιαγιάς και να μυρίζω αυτή την μυρωδιά…
Τριαντάφυλλο…Γιαγιά…
Το βαζάκι άδειασε, μα μέσα του τώρα πια, ανάβω ένα κεράκι που φέγγει στο μαγικό σπιτάκι, σύμβολο της παιδικής μου ασφάλειας και πίσω σπό τα μικρά του παραθυράκια ανάβει ένα μικρό φως.
Μια φλογίτσα για όλες τις μαγικές παιδικές μνήμες, για όλες τις αξέχαστες γιαγιάδες, για όλα τα πρωινά Κυριακής με το αντίδωρο και τις γλυκές καραμέλες Τσάρλεστον.
Για εσένα γιαγιά…γιαγιούλα μου αξέχαστη…
Ο παππούς μου ήταν φυσικός. Ήταν και 96 χρονών. Όταν τον ρωτούσαν πόσων χρονών είναι απαντούσε «χοντρικά. λίγο πριν πεθάνω».
Το καλύτερο είναι ότι χαμογελούσε όταν το ‘λεγε. Γνήσια, όχι μ’ αυτό το χαμόγελο-μορφασμό-κάλυμμα τρόμου.
Ο παππούς μου χώρισε από τη γιαγιά μου όταν ήταν 75 χρονών. Όχι γιατί βρήκε γκόμενα αυτός. Όχι επειδή βρήκε γκόμενο η γιαγιά.
Χώρισε γιατί δεν ήθελε να πηγαίνει εκδρομές σε μοναστήρια μαζί της. Σιχαινόταν επίσης τις φίλες της, που αφού γλεντοκόπησαν με συζύγους και εραστές στις Μυκόνους και τα Καζίνα της Ευρώπης, αποφάσισαν να κάνουν πλέον Πάσχα στον πανάγιο τάφο μόνο και μόνο γιατί φοβήθηκαν ότι έχουν πάρει την άγουσα για τον δικό τους τον τάφο.
«Αυτές παιδί μου είναι συνηθισμένες να τα ρυθμίζουν όλα ζητώντας ρουσφέτια από τους βουλευτάδες τους», μου είπε τότε.
«Ε, δεν μπορώ να τις βλέπω να μετατρέπουν και το θεό σε βουλευτή. Ανάβουν κεριά, κάνουν τάματα, φτιάχνουν φανουρόψωμα, φιλάνε οστά και κάρες αγίων, γιατί αυτή τη φορά είναι γιγάντιο το ρουσφέτι: ρετιρέ στον παράδεισο. Καλύτερα μόνος μου.»
Και πράγματι. Έζησε άλλα 20 χρόνια καλύτερα μόνος του. Ο θεός του έδωσε υγεία – ίσως επειδή δεν το ζήτησε φιλώντας στα ξεκούδουνα την κάρα του Αγίου Μηνά. Επισκεύασε και αποσύρθηκε στο σπίτι της μάνας του σ’ ένα χωριό με δέκα σπίτια κάπου στη νότια Πίνδο.
Το πρωί έκανε μια μεγάλη βόλτα στο βουνό και μετά διάβαζε, έφτιαχνε το φαγάκι του και έπαιρνε ένα υπνάκι.
Το απόγευμα πήγαινε στο καφενείο-μπακάλικο-ταβέρνα-πρόχειρο ιατρείο και συναντούσε τους άλλους 16 κατοίκους του χωριού.
Έπιναν το κρασάκι που έφερνε αυτός (είχε τρελές προμήθειες σαββατιανού που ήταν η αδυναμία του), έτρωγαν ομελέτα με αυγά απ’ το κοτέτσι της κυρά Μάγδας και μανιτάρια που μαζεύει ο ανιψιός του Θωμά. Μετά το τρίτο ποτηράκι παίζανε μπιρίμπα ή τάβλι.
Όταν ο παππούς ήταν στα μεγάλα κέφια του τους εξηγούσε τους νόμους που διέπουν τον κόσμο μετά παραδειγμάτων.
Η αντοχή των υλικών λ.χ. εξηγήθηκε με το διαζύγιό του. «Μαλώνεις, μαλώνεις για χρόνια και νομίζεις ότι δεν πειράζει. Τα βρίσκεις και συνεχίζεις.
Όμως η σχέση έχει κουραστεί. Και όταν μια μέρα ξαφνικά χωρίζεις, απορείς αφού δεν έγινε τίποτα σπουδαίο.
Αλλά δεν χρειάζεται να γίνει ένα σπουδαίο. Η καταπόνηση για χρόνια κάποια στιγμή θα φέρει το σπάσιμο.
Έτσι και το πανί που το βλέπει ο ήλιος καθημερινά κάποια στιγμή ξαφνικά θα διαλυθεί».
Μετά γυρνούσε σπίτι του, διάβαζε λίγο ακόμα και πήγαινε για ύπνο. Ήταν ήρεμος κι ευτυχισμένος. Η μόνη με την οποία μιλούσε στην οικογένεια ήμουν εγώ.
Χτες με ειδοποίησε η κυρά Μάγδα ότι δεν είναι καλά. Πέταξα κι έφτασα δίπλα του σε μισή μέρα.
Όταν μπήκα σπίτι του τον βρήκα στο κρεβάτι χάλια αλλά με καθαρές ριγέ μπυτζάμες, τριζάτα σεντόνια, μια κούπα χαμομήλι και ένα βιβλίο στο χέρι.
Χαμογέλασε με όλο του το μούτρο όταν με είδε. Και μετά με μάλωσε που άφησα τις δουλειές μου και ήρθα.
-Τι κάνεις παππού; τον ρώτησα προσπαθώντας να κρύψω άτσαλα την αγωνία μου.
-Προσπαθώ να καταλάβω ποιες από τις 8 άγνωστες διαστάσεις του σύμπαντος είναι η πιο ωραία για να μετεγκατασταθώ, μου είπε και ανέμισε το βιβλίο.
Το πήρα στα χέρια μου. Ήταν ένα βιβλίο που ανέλυε τη θεωρία των υπερχορδών, σύμφωνα με τους υπολογισμούς της οποίας υπάρχουν, όπως μου εξήγησε, παράλληλα σύμπαντα αόρατα για μας που ζούμε στις τρεις διαστάσεις.
-Σοβαρά τώρα παππού, λες να αληθεύει αυτό; Λες να είμαστε κλεισμένοι σε μια γυάλα σαν ψάρια και να νομίζουμε ότι αυτό είναι όλο, ενώ έξω είναι το σπίτι, η πόλη, ο κόσμος, ο γαλαξίας; Λες να είμαστε κοντόφθαλμοι σαν χρυσόψαρα;
-Θα σου πω σε λίγο μετά λόγου γνώσεως, μου είπε και γέλασε περιπαικτικά. Με ξέρεις εμένα τι ψαχτήρι είμαι.
Θα βρω τρόπο, θα βρω ταχυδρόμο με άδεια κυκλοφορίας μεταξύ συμπάντων και θα σε ειδοποιήσω. Υπόσχεση!
Σκάσαμε στα γέλια και αγκαλιαστήκαμε. Το βράδυ πέθανε ήσυχα στον ύπνο του.
Και ξαφνικά κατάλαβα τι θα πει ακριβώς «θανάτω θάνατον πατήσας» και τον ζήλεψα.
Καλό ταξίδι παππού. Θα χω το νου μου για τον ταχυδρόμο σου.

