Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 6 Αυγούστου 2014

Σε κάποια συγκεκριμένη φάση της ζωής τους οι άνθρωποι αρχίζουν να προβληματίζονται για τη σωτηρία της ψυχής τους.

 

Δυστυχώς αυτός ο προβληματισμός συνήθως έρχεται στους περισσότερους από εμάς με σημαντική καθυστέρηση ενώ, αν συνέβαινε το αντίθετο, μάλλον θα βοηθούσε στο να γίνει ο κόσμος μας καλύτερος.

 

Δεν χρειάζεται να είμαστε θρησκευόμενοι για να παραδεχτούμε και να συνειδητοποιήσουμε ότι αν είμαστε όλοι πιο τίμιοι στις σχέσεις μας με τους άλλους σε συναισθηματικό, κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο, η γαλήνη στην ψυχή μας θα ήταν εξασφαλισμένη εν ζωή και, για όσους το πιστεύουν, μετά θάνατον.

 

Ολες οι θρησκείες αναγνωρίζουν την ύπαρξη της ψυχής, αρκετοί φιλόσοφοι μάλιστα υποστηρίζουν ότι οι προϊστορικές αντιλήψεις περί επιβίωσης ενός αόρατου μέρους του ανθρώπου, μετά τον θάνατο, υπήρξε η γενεσιουργός αιτία της ίδιας της θρησκείας, αναφέροντας ότι η θρησκεία δημιουργήθηκε καθαρά με αφορμή την ψυχή ή πνεύμα, που σε συνδυασμό με το σώμα αποτελεί το σύνολο της ανθρώπινης ύπαρξης.

 

Σωκράτης, Πλάτων, Αριστοτέλης και άλλοι Ελληνες φιλόσοφοι μας άφησαν τις απόψεις τους περί άυλης και αθάνατης ψυχής επηρεάζοντας σημαντικά τους μετέπειτα στοχαστές.

 

Ο Σωκράτης μάλιστα, ως γνήσιος φιλόσοφος, επιθυμούσε να πεθάνει το σώμα του, ώστε να απελευθερωθεί η ψυχή του από τα απατηλά ερεθίσματα των υλικών αισθητηρίων και έτσι να κατακτήσει την πραγματική γνώση και σοφία, σε αντίθεση με άλλους που αρνούνταν τη μετά θάνατον επιβίωση της ψυχής.

 

Στα συγγράμματα του Πλάτωνα εμφανίζεται η άποψη ότι όλος ο υλικός κόσμος έχει αρχέτυπο τον άυλο κόσμο των ιδεών, όπου οι ιδέες είναι οι αιώνιοι τύποι, τα αιώνια πρότυπα όλων ανεξαιρέτως των όντων. Στο Συμπόσιο μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει η άποψη πως, όταν η ψυχή πρόκειται να ενσαρκωθεί, χωρίζεται σε δύο τμήματα που εισέρχονται σε δύο διαφορετικά σώματα. Εντούτοις, τα δύο μέρη της ψυχής έλκονται μεταξύ τους και έτσι εξηγείται το φαινόμενο του έρωτα. Στον Φαίδρο παρουσιάζεται η θεωρία ότι ο άνθρωπος έχει τρεις ψυχές: μία στο κεφάλι (έδρα της νόησης), μία στο στήθος (έδρα των συναισθημάτων) και μία στην κοιλιά (έδρα των σωματικών επιθυμιών). Στην Πολιτεία, όμως, η προσέγγιση αλλάζει, με σκοπό να ξεπεραστούν τα κενά των προηγούμενων θεωριών. Εκεί λοιπόν αναφέρεται ότι ο άνθρωπος έχει μία μόνο ψυχή αλλά τριμερή: τον νουν (νόηση), τον θυμόν (συναίσθημα) και το επιθυμητικόν (επιθυμία). Στον Τίμαιο, επιπρόσθετα, παρουσιάζεται η θεωρία της τριμερούς ψυχής που εφαρμόζεται και στην ψυχή του κόσμου, και αυτή η τριάδα των ιδιοτήτων είναι που εξασφαλίζει την κίνηση στα ουράνια σώματα.

 

Εκτός από την αρχαία Ελλάδα, η αθανασία της ψυχής έπαιζε σημαντικό ρόλο και σε άλλες περιοχές του πλανήτη, Κίνα, Αίγυπτο, Μεσοποταμία, Ινδία και σε όλο τον γνωστό αρχαίο κόσμο.

 

Οι διάφοροι τρόποι που αξιοποιεί ο σημερινός άνθρωπος τη λέξη ψυχή και τα παράγωγά της, συναντώνται συχνά στη μουσική, έχει δημιουργηθεί μάλιστα από αυτήν και ο όρος ψυχεδέλεια, για το γνωστό μουσικό κίνημα της δεκαετίας του ’60.

 

Για τη σωτηρία της ψυχής, που είναι ένα πράγμα για το οποίο θα πρέπει να ανησυχούν σχεδόν όλοι οι Ελληνες πολιτικοί, έγραψε ο Σταμάτης Κραουνάκης το ομώνυμο τραγούδι για την Αλκηστη Πρωτοψάλτη σε στίχους της Λίνας Νικολακοπούλου, το 1985.

 

10 χρόνια αργότερα, η Χάρις Αλεξίου ερμηνεύει το δικό της τραγούδι Ψυχές και Σώματα: Στην προηγούμενη ζωή μου είχα φτάσει να σ’ αγαπήσω, να σε νιώσω, να σε βρω κι ύστερα απ’ αυτό μ’ είχες καταδικάσει ώς την επόμενη ζωή να σ’ αγαπώ.

 

Ψυχές και σώματα στο χρόνο γυρνάνε, αλλάζουν ονόματα και πάλι απ’ την αρχή.

 

Τα Ησυχα βράδια είναι ένα από τα πιο ωραία τραγούδια του Λάκη Παπαδόπουλου, με εξαιρετικούς στίχους από τη Μαριανίνα Κριεζή και ερμηνεία από την Αρλέτα.

 

Ακόμα κι αν φύγεις για το γύρο του κόσμου θα ‘σαι πάντα δικός μου

 

θα ‘μαστε πάντα μαζί.

 

Και δε θα μου λείπεις γιατί θα ‘ναι η ψυχή μου το τραγούδι της ερήμου

 

που θα σ’ ακολουθεί.

 

Από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του Γιάννη Πουλόπουλου το Εκλαψα χθες από την ταινία του 1966, Οι θαλασσιές οι χάντρες. Στίχοι του Ακου Δασκαλόπουλου και μουσική από τον Μίμη Πλέσσα: Εκλαψα χθες σαν μέτρησα τις πίκρες της ψυχής μου

 

κι εσύ δεν ήσουν πλάι μου αστέρι της ζωής μου.

 

Αγγιγμα ψυχής, επιτυχία του Μιχάλη Χατζηγιάννη από το 1997 και Δεν μπορώ, ένα από τα καλύτερα τραγούδια του Αλκίνοου Ιωαννίδη από το 1995, με καταπληκτικούς στίχους και μουσική από τον Νίκο Ζούδιαρη: Να γλιστρούσες στο σκοτάδι,

 

να πετούσες σαν αερικό… θα πεθάνω αυτό το βράδυ, θα πεθάνω αν δε σε δω.

 

Με γλυκό κρασί θα γίνω αργοναύτης να ‘ρθω να σε βρω. Να σε ανταμώσω λίγο στης ψυχής μου το βυθό.

 

Ελα ψυχούλα μου (Το τραγούδι της Κάθριν) σε μουσική από τον ίδιο τον ερμηνευτή, που είναι ο Λαυρέντης Μαχαιρίτσας, σε στίχους του Ισαάκ Σούση (2001).

 

Η Ταξιδιάρα ψυχή από τις Τρύπες έχει συμπληρώσει ήδη 25 χρόνια ζωής και συνεχίζει να ταξιδεύει με τη μουσική του Γιώργου Καρρά και τους στίχους του Γιάννη Αγγελάκα στο αιώνιο ταξίδι των ψυχών.

 

 

Ο Κώστας Χατζής τραγουδούσε τις συχνά φιλοσοφημένες απόψεις της Σώτιας Τσώτου, όπως στο Μονολογούμε: Εγώ μιλώ με τη βροχή και με το κύμα στο γιαλό,

 

με όντα εγώ χωρίς ψυχή και με ανθρώπους δε μιλώ.

 

Μονολογούμε, μονολογούμε, τι λέν’ οι άλλοι ούτε που ακούμε. Τον ξένο πόνο δεν τον μπορούμε, μιλάμε έτσι για να μιλούμε.

 

Ενα κορμί χωρίς ψυχή τραγούδησε η Ελένη Τσαλιγοπούλου, και Φύσα ψυχή μου είναι η διασκευή που έκανε η Ελευθερία Αρβανιτάκη σε τραγούδι των Night Ark με στίχους του Μιχάλη Γκανά, ενώ σε ποίηση Κώστα Καρυωτάκη γράφτηκε το Είσαι ψυχή μου με τον Νίκο Ξυλούρη.

 

Στο λαϊκό τραγούδι, μεταξύ άλλων έχουμε τα Δεν κλαίω για τώρα του Ακη Πάνου με τη Βίκυ Μοσχολιού: Κλαίω την ώρα του γυρισμού με τα σημάδια του σπαραγμού κλαίω για την ώρα που δε θα ‘χω πια ψυχή να σου πω σ’ αγαπώ.

 

Ακου τα αηδόνια, του Γιώργου Ζαμπέτα: Στη σιγαλιά της χαραυγής, άκουσε τη φωνή μου σε τούτο το τραγούδι μου θ’ αφήσω την ψυχή μου.

 

Ενα τραγούδι πες μου ακόμα, του Τάκη Μουσαφίρη με τη Ρίτα Σακελλαρίου: Σε παρακαλώ απόψε την ψυχή μου βρες και κόψε, πάρε την αναπνοή μου, βάλε τέρμα στη ζωή μου.

 

Στο ελληνικό τραγούδι υπάρχουν δεκάδες ακόμα τραγούδια με αναφορά στην ψυχή, ενώ στο αγγλόφωνο, εκτός από τα άπειρα τραγούδια που αναφέρουν στους στίχους τους την ψυχή, έχουμε και το βασικό είδος μουσικής των μαύρων που με την ονομασία Soul θέλησαν να εκφράσουν τον τρόπο που τραγουδούν.

 

Στο ιταλικό τραγούδι, χαρακτηριστικό είναι το Bella Senz’ Anima του Ricardo Cocciante (1974) και το ναπολιτάνικο Anema e Core του 1950, που το 1953 έγινε πετυχημένο μιούζικαλ.

 

Ανεξάρτητα του αν πιστεύει κάποιος ότι κάθε ψυχή αντιστοιχεί στις ιδιότητες που έχει ένα ζωντανό ον (μορφή ή εντελέχεια), είτε πρόκειται για φυτό είτε για ζώο είτε για άνθρωπο και ότι, όπως οι ιδιότητες ενός αντικειμένου οφείλουν την υπόστασή τους στο ίδιο αντικείμενο έτσι και η ψυχή οφείλει την υπόστασή της στο υλικό σώμα, σίγουρα ένα μεγάλο μέρος των τραγουδιών οφείλει την ύπαρξή του στην ψυχή που έδωσε την έμπνευση στον στιχουργό τους.

 

Αλλωστε η ψυχή, ή όπως αλλιώς θέλει να την ονομάζει ο καθένας μας, είναι η πηγή για τα πάντα.

 

Από την ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ (  Κ,ωστας Ζουγρής)

 

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 6 Αυγούστου 2014

O Λέο Μπουσκάλια μέσα από το βιβλίο του «Να ζεις, ν’ αγαπάς, να μαθαίνεις» μας δίνει 10 λέξεις οδηγό για να μας συντροφεύουν στο ταξίδι της ζωής μας.

 

1. ΟΡΘΗ  ΓΝΩΣΗ, για να μας δώσει τα απαραίτητα εργαλεία για το ταξίδι.

 

2. ΣΟΦΙΑ, για να χρησιμοποιήσουμε τη συσσωρευμένη γνώση του παρελθόντος με τρόπο που θα μας βοηθήσει να ανακαλύψουμε την παρουσία μας, το «τώρα».

 

3. ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ, για να δεχόμαστε τους άλλους που έχουν ίσως διαφορετικό τρόπο από το δικό μας, με λεπτότητα και κατανόηση, καθώς προχωράμε μαζί τους ή αναμεσά τους ή γύρω τους στο δρόμο της ζωής μας.

 

4. ΑΡΜΟΝΙΑ, για να μπορούμε να δεχόμαστε τη φυσική ροή της ζωής.

 

5. ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΟΤΗΤΑ, για να συνειδητοποιήσουμε και να αναγνωρίσουμε νέες λύσεις και άγνωστα μονοπάτια στο δρόμο μας.

 

6. ΔΥΝΑΜΗ, για να αντισταθούμε στο φόβο και να προχωρήσουμε μπροστά, παρά την αβεβαιότητα, χωρίς εγγυήσεις ή πληρωμή.

 

7.  ΓΑΛΗΝΗ, για να στεκόμαστε γερά στα πόδια μας.

 

8. ΧΑΡΑ, για να είμαστε πάντα γεμάτοι τραγούδια, γέλια και χορούς.

 

9. ΑΓΑΠΗ, ο σίγουρος οδηγός  προς το υψηλότερο επίπεδο συνειδητότητας που είναι ικανός να φτάσει ο άνθρωπος.

 

10. ΕΝΟΤΗΤΑ, κι αυτό μας ξαναφέρνει εκεί απ’όπου ξεκινήσαμε, τη θέση όπου είμαστε ένα με τον εαυτό μας και με όλα τα άλλα πράγματα.

 

 

Κυριακή Ψαρρού στις 6 Αυγούστου 2014

Πρόκειται για μία εισήγηση του πατρός Αντωνίου Πινακούλα στο  εικοστό πρώτο  συνέδριο ψυχιατρικής της Ελληνικής Ψυχιατρικής Εταιρείας που έγινε το Μάιο του2011 . Θέμα της η ενοχή ως απώλεια της εσωτερικότητας. Παρουσιάζεται στην εκπομπή “Ομιλήματα” της Πειραϊκής εκκλησίας. Αξίζει να το ακούσετε και να το προσέξετε όλο!

Κυριακή Ψαρρού στις 6 Αυγούστου 2014

Ὅταν ἤμουνα πολὺ μικρὸ παιδάκι, τεσσάρων ὡς πέντε χρονῶ, συνηθίζαμε νὰ κοιμόμαστε κάθε μεσημέρι τὸ καλοκαίρι στρωματσάδα στὴν αὐλὴ τοῦ σπιτιοῦ μας, ποὺ βρισκόταν ὁδὸς Πελοποννήσου.

Ἕνα μεσημέρι τὸ λοιπόν, ὅταν ὁ ὕπνος πῆρε τὸν πατέρα μου καὶ τὴ μητέρα μου, ἐγὼ βγῆκα στὸ δρόμο. Ἐκεῖ ποὺ ’παιζα, σταμάτησε ἄξαφνα μπροστά μου μιά καρότσα. Μέσα ἦταν ἕνας κύριος καὶ μιά κυρία. Καὶ χωρὶς νὰ τὸ περιμένω μὲ ἅρπαξε ὁ κύριος καὶ μ’ ἔβαλε μὲς τὴν καρότσα, ποὺ ξεκίνησε τρέχοντας.

Ὅσο ἔτρεχε ἡ καρότσα τόσο ἐγὼ φώναζα δυνατὰ τὸν πατέρα μου νὰ μὲ σώσει. Κι ὁ κύριος κι ἡ κυρία προσπαθούσανε νὰ μὲ σωπάσουνε δίνοντάς μου παιχνίδια καὶ γλυκά. Μόλις ἔστριψε τὸ πρῶτο στενὸ ἡ καρότσα βλέπω τὸν πατέρα μου νὰ τηνὲ σταματάει καὶ νὰ φωνάζει: «Γιὰ θὰ μοῦ δώσετε τὸ παιδί, γιὰ θὰ κάνω τούμπα τὴν καρότσα». Ἡ κυρία, σὰν εἶδε τὴν καρότσα νὰ σηκώνεται ἀπὸ τὴ μιὰ μπάντα ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ πατέρα μου, φώναξε: «Μή, γιὰ τὸ Θεό, καὶ πάρε τὸ παιδί».

Ὁ πατέρας μου ἦταν ἕνας ἀπὸ τοὺς πιὸ δυνατοὺς ἀνθρώπους ποὺ εἶχε τότες ἡ Ἀθήνα. Κι ἐγὼ τὸ κακότυχο γιόμισα ἀπὸ χαρὰ γιατί γύρισα στοὺς γονιούς μου.

Ὕστερα ἀπὸ ἕνα χρόνο ἀλλάξαμε σπίτι, πήγαμε στὴν ὁδὸ Ἄστρους, πίσω ἀπὸ τὸ μηχανουργεῖο Βλαχάνη, ὅπου τώρα εἶναι ἡ «BIO», γιατί θὰ πλερώναμε πιὸ λίγο νοίκι. Αὐτὸ ἤτανε τὸ σπίτι τοῦ Γιώργη Ματζούρη. Σ’ αὐτὸ τὸ γρουσούζικο σπίτι μία μέρα μᾶς εἴπανε πὼς τὸν πατέρα μου, ποὺ δούλευε ἐργάτης στὴν Ἀκρόπολη, τὸν πλάκωσαν τὰ χώματα καὶ ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρεία τὸν πῆγε στὸ νοσοκομεῖο.

Ἀπὸ τότες ἀρχίσαμε νὰ πεινᾶμε πιὸ πολὺ ἀπὸ πρῶτα. Σὲ κάνα δύο μῆνες ἦρθε στὸ σπίτι ὁ πατέρας, ἀλλὰ δὲν μποροῦσε νὰ δουλεύει πιά, γιατί τὸ χτύπημα τοῦ ’σπασε τὸ πόδι καὶ τὸ χέρι καὶ τοῦ ’ρθε μιὰ κοκκινάδα στὰ μάτια ποὺ μόλις ἔβλεπε. Κι ἀπὸ τότε ἀρχίνησε καὶ τὸ δικό μου δράμα. Γιατί σὲ μένα ἔπεσε ὁ κλῆρος νὰ πλερώσω τὰ σπασμένα. Ἐγὼ τὸ ἄτυχο καὶ συφοριασμένο. Γιατί ἂν εἶχα λιγάκι τύχη τότες ποὺ ἦρθε αὐτὴ μὲ τὴν καρότσα, δὲν θὰ ἔμπηζα τὶς φωνὲς καὶ ποιὸς ξέρει σὲ τί πλούτη θὰ ἤμουνα τώρα. Ἀλλὰ πάλι καλύτερα ποὺ φώναξα, γιατί ἂν πήγαινα στὰ πλούτη δὲν θὰ γνώριζα τὸν ἀγαπημένο μου Καραγκιόζη.

Ἔπειτα ἀπὸ τὸ δυστύχημα τοῦ πατέρα μου ὅλο τὸ βάρος τοῦ σπιτιοῦ ἔπεσε στὴν ἀθώα καὶ ἀγαθὴ μητέρα μου. Ἐπλένε, πότε στὰ ξένα σπίτια, πότε στὸ δικό μας, καὶ ποτές μου δὲν τὴν θυμᾶμαι νὰ μὴν ἤτανε βρεμένη ἀπὸ τὴ μέση καὶ κάτω. Πολλὲς φορὲς μάλιστα ὅταν κοιμότανε κουνοῦσε τὰ χέρια της σάμπως νὰ ’πλενε. Στὰ σπίτια ποὺ πήγαινε καὶ τῆς δίνανε φαΐ γιὰ νὰ φάει, τὸ ’φερνε γιὰ νὰ φᾶμε κι ἐμεῖς. Κάθε βράδυ τὴν περίμενα στὴν ἐξώπορτα, κι ὅταν τὴν ἔβλεπα νὰ ’ρχεται, ἔτρεχα γιὰ νὰ πάρω ἀπὸ μέσα ἀπὸ τὴ βρεμένη ποδιὰ της ὅ,τι ἀποφάγια τῆς δίνανε. Πολλὲς φορὲς ἡ ποδιὰ της εἶχε καὶ φροῦτα, μῆλα, πορτοκάλια. Ὅ,τι πιὸ σάπιο ἤτανε γιὰ πέταμα τῆς τὸ δίνανε, γιὰ νὰ ταΐσει τὰ παιδιά της, αὐτὲς οἱ τόσο μεγάλες καὶ καλὲς κυρίες.

Τότες κι ἐγὼ τὸ ἀρρωστιάρικο, τὸ πεινασμένο καὶ τὸ ξυπόλητο, πῆρα ἀπὸ τὸ χέρι τὸν πατέρα μου καὶ βγήκαμε στὴ ζήτεια. Γυρίζαμε κάθε μέρα καὶ μία γειτονιὰ τῆς Ἀθήνας. Κάπου κάπου ἐκάναμε καὶ τουρνέ, γυρίζαμε καὶ στὰ χωριά. Γι’ αὐτὸ ἐγώ, τὸ μικρὸ Σωτηράκι, ἔγινα πολύξερος, γιατί ἤξερα νὰ πάω σὲ ὅλα τὰ σοκάκια τῆς Ἀθήνας.

Μία φορά, τὴν παραμονὴ τῆς Παναγίας, ἀπὸ τὸ πρωὶ μέχρι τὸ βράδυ ποὺ σκοτεινίασε ἐζητάγαμε μὲ τὸν πατέρα σὲ ὅλο τὸ Χαλάντρι. Ὅταν πιὰ βραδίασε καλὰ καλά, πέσαμε νὰ κοιμηθοῦμε κάτω ἀπὸ κάτι κυπαρίσσια. Ὁ πατέρας μου μοῦ ζήτησε μία πέτρα, νὰ τὴ βάλει προσκεφάλι. Ἐγώ, μὲ μισόκλειστα τὰ μάτια ἀπὸ τὴ νύστα καὶ τὴν κούραση, παίρνω ἕνα ἄσπρο πράμα ποὺ φαινότανε σὰν πέτρα καὶ τὸ βάζω ἀπὸ κάτω ἀπὸ τὸ πανὶ ποὺ εἶχε γιὰ μαξιλάρι.

Ὅταν ξυπνήσαμε τὸ πρωί, κι ἐγὼ πῆγα πιὸ πέρα πρὸς νεροῦ μου, ἀκούω τὸν πατέρα μου νὰ βλαστημάει καὶ νὰ μὲ φωνάζει. Τοῦ λέω: «Τί ἔχεις πατέρα ποὺ φωνάζεις;» καὶ μοῦ λέει θυμωμένα ἐνῶ κρατοῦσε στὰ χέρια του μιὰ νεκροκεφαλή: «Βρὲ παλιάνθρωπε, ἐγώ σοῦ εἶπα νὰ μοῦ βάλεις μιὰ πέτρα γιὰ μαξιλάρι καὶ σύ μοῦ ’βαλες τὸ κεφάλι τοῦ πεθαμένου;»

Ἐγώ, ἐνῶ ἔκλαιγα ἀπὸ τὴν τρομάρα μου, σὰν εἶδα τὴ νεκροκεφαλή, μὲ πήρανε τὰ γέλια. Ὁ πατέρας μου μ’ ἔπιασε γερὰ στὰ χέρια του κι ἀρχίνησε νὰ μὲ χτυπάει. Μοῦ ’λεγε: «Νὰ γιὰ νὰ μάθεις νὰ μὲ φέρνεις νὰ κοιμᾶμαι μέσα στὰ νεκροταφεῖα».

Ἕνας Μαρουσιώτης, ποὺ πέρναγε ἀπὸ κεῖ τοῦ λέει: «Στάσου, ρὲ μπάρμπα, μὴν τὸ χτυπᾶς τὸ παιδί. Ἐδῶ ποὺ εἶναι τὰ κυπαρίσσια εἶναι καὶ ἐκκλησιά. Ἐκεῖ κάτω εἶναι δύο τάφοι μαρμάρινοι ὅπου τὸ χωριὸ θάβει τοὺς παπάδες του. Ἐχτὲς πλύνανε τὰ κόκαλα καὶ ποιὸς ξέρει πῶς βρέθηκε ἐδῶ τὸ κεφάλι. Τὸ βρῆκε τὸ παιδὶ καὶ σ’ τὸ ’βαλε γιὰ μαξιλάρι. Γέρο, μὴ δέρνεις τὸ παιδὶ χρονιάρα μέρα. Παραπάνω εἶναι τὸ Μαρούσι. Ἐκεῖ σήμερα καὶ αὔριο γίνεται πανηγύρι καὶ πήγαινε μὲ τὸ παιδὶ νὰ πάρεις καμιὰ πεντάρα».

Αὐτὸ τὸ μέρος ποὺ κοιμηθήκαμε, ὁ πατέρας τὸ ’βλεπε στὸν ὕπνο του πολλὰ χρόνια, γιατί φοβότανε πολὺ τὰ νεκροταφεῖα. Ἐγὼ κάθομαι τριάντα χρόνια τώρα στὴν Κηφισιὰ καὶ τὸ μέρος αὐτὸ τὸ βλέπω τὸ λιγότερο τρεῖς φορὲς τὴ βδομάδα ὅταν ἀνεβοκατεβαίνω στὴν Ἀθήνα. Εἶναι ἡ στάση Παράδεισος.

agiazoni.gr

1
Νὰ γυρίζεις — αὐτὸ εἶναι τὸ θαῦμα -—
μὲ κουρελιασμένα μάτια
μὲ φλογωμένους κροτάφους ἀπ᾿ τὴν πτώση
νὰ γυρίζεις
στὴν καλὴ πλευρά σου.
Πεσμένος αἰσθάνεσαι
τὴν κόλαση ποὺ εἶναι ἡ αἰτιότητα
τὸ στῆθος ὡσὰν συστατικὸ τοῦ ἀέρα
τὰ βήματα χωρὶς προοπτική.
Κι ὅμως στὴ χειμωνιάτικη γωνία ὁ καστανᾶς
περιβάλλεται ἀπὸ σένα.
Κόψε ἕνα τραγούδι ἀπ᾿ τ᾿ ἄνθη
μὲ δάχτυλα νοσταλγικά.
Νὰ γυρίζεις — αὐτὸ εἶναι τὸ θαῦμα.

2

Θὰ περάσουν ἀποπάνω μας ὅλοι οἱ τροχοὶ
στὸ τέλος
τὰ ἴδια τὰ ὄνειρά μας θὰ μᾶς σώσουν.
Ἀγάπη μεῖνε στὴν καρδιὰ —
αὐτὸς ἂς εἶναι ὁ κανὼν τοῦ τραγουδιοῦ σου.
Μὲ τὴν ἀγάπη
Θὰ σηκώσουμε τὴν ἀπελπισία μας
Ἀπ᾿ τὸ ἀμπάρι τοῦ κορμιοῦ.
Δὲν εἶναι φορτίο γιὰ τὴ χώρα τῶν ἀγγέλων
ἡ ἀπελπισία.
Καὶ προπαντὸς
ἂς μὴν ἀφήσουμε τὴν ἀγάπη
νὰ συνωστίζεται μὲ τόσα αἰσθήματα…

από το uoa.gr

Κυριακή Ψαρρού στις 6 Αυγούστου 2014

Φωτογραφίες στο παρακάτω link

http://enallaktikidrasi.com/2014/07/ta-paidia-tou-kosmou-paizoun/

από την Αρχοντούλα

Τα παιδιά  του κόσμου παίζουν

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 2 Αυγούστου 2014

ΙΘΑΚΗ

 

Δεν ξέρω αν έφυγα από συνέπεια

 

ή από ανάγκη να ξεφύγω τον εαυτό μου,

 

τη στενή και μικρόχαρη Ιθάκη

 

με τα χριστιανικά της σωματεία

 

και την ασφυχτική της ηθική.

 

Πάντως, δεν ήταν λύση, ήταν ημίμετρο.

 

Κι από τότε κυλιέμαι από δρόμο σε δρόμο

 

αποχτώντας πληγές κι εμπειρίες.

 

Οι φίλοι που αγάπησα έχουνε πια χαθεί

 

κι έμεινα μόνος τρέμοντας μήπως με δει κανένας

 

που κάποτε του μίλησα για ιδανικά…

 

Τώρα επιστρέφω με μιαν ύποπτη προσπάθεια

 

να φανώ άψογος, ακέραιος, επιστρέφω

 

κι είμαι, Θεέ μου, σαν τον άσωτο που αφήνει

 

την αλητεία, πικραμένος, και γυρνάει

 

στον πατέρα τον καλόκαρδο, να ζήσει

 

στους κόλπους του μιαν ασωτία ιδιωτική.

 

Τον Ποσειδώνα μέσα μου τον φέρνω,

 

που με κρατάει πάντα μακριά.

 

Μα κι αν ακόμα δυνηθώ να προσεγγίσω,

 

τάχα η Ιθάκη θα μου βρει τη λύση;

 

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 2 Αυγούστου 2014

Ενας ιδιαίτερος γίββωνας που ζει στην Ινδονησία ίσως αποτελεί τον «μεσάζοντα» που πέρασε στον άνθρωπο τις βάσεις της ομιλίας που είχαν τεθεί από τα πουλιά έτσι ώστε, συνδυάζοντάς τες με τους τρόπους επικοινωνίας των πρωτευόντων, το είδος μας να αναπτύξει τη μοναδική ανθρώπινη γλώσσα. Ετσι τουλάχιστον θεωρεί ότι έγιναν τα πράγματα μια ομάδα ιαπώνων και αμερικανών γλωσσολόγων – αν και ο εμπνευστής της ιδέας αναγνωρίζει ότι το ζήτημα παραμένει ανοιχτό προς συζήτηση και μελέτη.

 

Το τραγούδι του γίββωνα

Hylobates moloch), οι οποίοι ζουν στα τροπικά δάση και έχουν κηρυχθεί α

Με μια μελέτη τους που δημοσιεύθηκε στην επιθεώρηση «Frontiers in Psychology» δύο καθηγητές του Ινστιτούτου Τεχνολογίας της Μασαχουσέτης (ΜΙΤ) υποστηρίζουν ότι το τραγούδι του ασημένιου γίββωνα «κρύβει» μέσα του ενδείξεις που μας αποκαλύπτουν την εξέλιξη της ανθρώπινης γλώσσας και συγκεκριμένα το πώς αυτή αναπτύχθηκε χρησιμοποιώντας ως βάσεις τους αρχαιότερους τρόπους επικοινωνίας των άλλων πρωτευόντων θηλαστικών αλλά και των πτηνών. Από τα πτηνά, λένε οι επιστήμονες, πήραμε τη μελωδική πλευρά της ομιλίας μας, ενώ από τα άλλα πρωτεύοντα πήραμε την πιο «πραγματιστική» πλευρά του λεκτικού νοήματος του περιεχομένου της. Κάποια στιγμή μέσα στα τελευταία 100 εκατομμύρια χρόνια το είδος μας ένωσε τις δύο αυτές πλευρές σε μία δημιουργώντας τη μοναδική, πλούσια και απείρως εξελισσόμενη ανθρώπινη γλώσσα.

Απειρες δυνατότητες

«Πώς προέκυψε η ανθρώπινη γλώσσα; Αυτό έγινε τόσο μακριά στο παρελθόν ώστε δεν μπορούμε απλώς να πάμε προς τα πίσω και να εξαγάγουμε άμεσα συμπεράσματα»εξήγησε σε δελτίο Τύπου ο Σιγκέρου Μιγιαγκάουα

Ο κ. Μιγιαγκάουα και οι συνάδελφοί του θεωρούν ότι το «κλειδί» βρίσκεται ακριβώς στις «απεριόριστες» δυνατότητες της ανθρώπινης γλώσσας, οι οποίες τελικά, όπως υποστηρίζουν, είναι μόνο φαινομενικά «άπειρες»: ορισμένες από αυτές αν αναλυθούν επιδεικνύουν τις πεπερασμένες ιδιότητες των γλωσσών των άλλων ζώων. Αυτό κατά τη γνώμη τους σημαίνει ότι η ανθρώπινη γλώσσα έχει πολύ περισσότερες ομοιότητες απ’ ό,τι νομίζαμε με τις άλλες γλώσσες του ζωικού βασιλείου. «Ναι, η ανθρώπινη γλώσσα είναι μοναδική, αν όμως τη διαχωρίσουμε με τον σωστό τρόπο τα δύο μέρη που εντοπίζουμε έχουν στην ουσία πεπερασμένο χαρακτήρα» λέει ο καθηγητής «και έχουν προηγούμενα στον κόσμο των ζώων. Σύμφωνα με την υπόθεσή μας ενώθηκαν με μοναδικό τρόπο στην ανθρώπινη γλώσσα»

Τα συμπεράσματα της νέας μελέτης – την οποία υπογράφουν επίσης ο Ρόμπερτ Μπέργουικ από το ΜΙΤ και οι Σίρο Οτζιμα και Καζούο Οκανόγια από το Πανεπιστήμιο του Τόκιο – βασίζονται σε προηγούμενη ερευνητική εργασία του κ. Μιγιαγκάουα, η οποία υποστηρίζει ότι η ανθρώπινη γλώσσα αποτελείται από δύο διαφορετικά «επίπεδα»: το εκφραστικό, το οποίο σχετίζεται με τη μεταλλασσόμενη δομή των προτάσεων, και το λεκτικό, το οποίο ενσωματώνει τον πυρήνα του περιεχομένου των προτάσεων (η ιδέα αυτή βασίζεται με τη σειρά της στο προηγούμενο έργο άλλων γλωσσολόγων, μεταξύ των οποίων ο Νόαμ Τσόμσκι, ο Κένεθ Χέιλ και οΣάμιουελ Τζέι Κέιζερ

ΑΠΟ “ΤΟ ΒΗΜΑ”

 

 

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 2 Αυγούστου 2014

Μια όχι απλά εκπληκτική αλλά κυριολεκτικά απίστευτη ανακάλυψη έκαναν ερευνητές στις ΗΠΑ. Διαπίστωσαν ότι τα θηλυκά ενός είδους χταποδιού που ζει σε μεγάλα βάθη αφού γεννήσουν τα αβγά τους κάθονται κοντά τους και τα προστατεύουν για διάστημα περίπου 4 ½ ετών χωρίς μάλιστα σε αυτό το διάστημα να τρέφονται!

 

Η ανακάλυψη

 

Ερευνητές του Ερευνητικού Ινστιτούτου Monterey Bay Aquarium χρησιμοποιούσαν ένα ρομποτικό υποβρύχιο για να εξερευνήσουν τον υποθαλάσσιο κόσμο στα ανοικτά των ακτών της Καλιφόρνιας. Κάποια στιγμή το υποβρύχιο εντόπισε σε βάθος 1,6 χλμ ένα χταπόδι. Το χταπόδι ανήκε στο είδος Graneledone boreopacifica και όπως αποδείχτηκε από την παρακολούθηση του είχε γεννήσει 160 ημιδιάφανα αβγά και καθόταν εκεί μαζί τους.

 

Η παρακολούθηση

 

Η συμπεριφορά του χταποδιού κέντρισε το ενδιαφέρον τον ερευνητών που αποφάσισαν να το παρακολουθήσουν. Ετσι για τους επόμενους 53 μήνες πραγματοποίησαν 18 καταδύσεις συλλέγοντας στοιχεία για το χταπόδι που παρέμενε πεισματικά στη ίδια θέση. Οι ερευνητές είδαν ότι το χταπόδι προστάτευε τα αβγά τόσο από όποιον τα πλησίαζε όσο και από σκουπίδια ή άλλα αντικείμενα που θα μπορούσαν να τους προκαλέσουν κάποια ζημιά. Μάλιστα, όπως αναφέρουν οι ερευνητές, σε όλο αυτό το διάστημα το θηλυκό είχε αποκλειστικά στραμμένη την προσοχή του στα αβγά και δεν ασχολούνταν καθόλου με τη διατροφή του.

 

Οι επιστήμονες ανακάλυψαν ότι το θηλυκό όχι μόνο δεν άφηνε στιγμή το πόστο του για να αναζητήσει τροφή αλλά δεν έκανε καν προσπάθεια να αρπάξει κάποιο θήραμα (καβούρια, γαρίδες κ.α) που περνούσαν από μπροστά του. Ετσι, όπως υποστηρίζουν, μέχρι να κάνουν την εμφάνιση τους τα χταποδάκια η μητέρα τους δεν είχε τραφεί καθόλου!

 

Το θηλυκό που παρακολουθούσαν οι ερευνητές μετά από κάποιο διάστημα είχε αδυνατίσει αρκετά ενώ είχε αλλάξει και το χρώμα του, φαινόμενα που συνδέονται με την παρατεταμένη ασιτία. «Είναι το μεγαλύτερο διάστημα επώασης που γνωρίζουμε στο ζωικό βασίλειο. Είναι ασυνήθιστο, είναι καταπληκτικό. Ακόμη είμαστε έκπληκτοι με αυτό που είδαμε» αναφέρει ο Μπρους Ρόμπινσον, μέλος της ερευνητικής ομάδας η οποία δημοσιεύει την ανακάλυψη στην επιθεώρηση «PLoS ONE».

 

Ισως θα πρέπει οι επιστήμονες να μελετήσουν το συγκεκριμένο είδος για να ανακαλύψουν τον μηχανισμό που το διατηρεί στη ζωή για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα χωρίς να τρέφεται. Τα ευρήματα θα είναι αναμφισβήτητα πολύτιμα σε πολλούς τομείς της επιστημονικής έρευνας.

ΑΠΟ  “ΤΟ ΒΗΜΑ”

 

 

 

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 29 Ιουλίου 2014

Όσο περνάν τα χρόνια τόσο οι παλιοί γνωστοί μας απομακρύνονται ο ένας απ’ τον άλλον. Οι άνθρωποι γίνονται περισσότερο κοινωνικοί και λιγότερο ανθρώπινοι. Χάνουν τις ιδιομορφίες τους, τα ιδιαίτερα προτερήματα και τα ελαττώματά τους· σχεδόν ισοπεδώνονται. Οι φιλίες μαραίνονται.

(…)

Και το περίεργο είναι πως εξωτερικά, στη συμπεριφορά τους, οι άνθρωποι μοιάζουν περισσότερο (ακόμη και στα κοστούμια τους και στη χτενισιά τους), σα να καταργηθήκανε οι διαφορές τους, κι όμως τώρα ακριβώς νιώθεις πως οι διαφορές τους αυξήθηκαν, κι όλοι τους χωρισμένοι με διαδοχικά κάθετα στρώματα τυπικότητας κι ευγενικής ψυχρότητας. Όπως άλλωστε και τα σπίτια. Οι όμορφες εκείνες μονοκατοικίες με τις γύψινες γιρλάντες, με τους καπνοδόχους, τ’ ανθέμια, τους κήπους, τα πηγάδια, καθεμιά τους με το δικό της γούστο, τη δική της φυσιογνωμία, απορία, ή και αδεξιότητα, δόθηκαν με αντιπαροχή κι υψώθηκαν τα πολυώροφα, μονότονα, απρόσωπα, τσιμεντένια κουτιά, κρύβοντας τον Παρθενώνα, τον Αϊ-Γιώργη του Λυκαβηττού, σφαγιάζοντας τα δεντράκια μας, πιπεριές, μουριές, γαζίες, τις παιδικές μας αναμνήσεις, τους χαρταϊτούς, τα σκοινιά της μπουγάδας, τ’ αστέρια, τις ξιπόλητες ποδοσφαιρικές ομάδες, τις βραδινές κουβεντούλες από παράθυρο σε παράθυρο, από αυλή σε αυλή με τις μυρωδιές του βασιλικού και του δυόσμου, με τον μητρικό νουθετικό ουρανό, με το φεγγαράκι μια φέτα δροσερό πεπόνι, – ω, πάνε, πάνε και τα πλανόδια επαγγέλματα, παγοπώλες, γιαουρτάδες, γαλατάδες, ομπρελάδες, γανωτζήδες, παπλωματάδες, τροχιστές, καρεκλάδες, ιχθυοπώλες, μανάβηδες με τα γαϊδουράκια τους ή τα χειραμάξια τους και μοσκοβόλαγαν οι γειτονιές ροδάκινα, ντομάτες, αχλάδια και τριαντάφυλλα κι οι κότες κακάριζαν θριαμβευτικά δοξάζοντας κάτι άγνωστο και οικείο, λευκό και σφαιρικό κι αδιαμφισβήτητο, κι ούτε χρειάζονταν καν ξυπνητήρια ή ρολόγια, γιατί, απ’ τη μια τ’ αστέρια, απ’ την άλλη τα κοκόρια είχαν αναλάβει τη χρονική και μετεωρολογική μας ενημέρωση, με ακρίβεια και με κάποια εύθυμη πονηρία, κάπως διφορούμενη. Κι οι άνθρωποι στριμωχτήκανε φαμίλιες και φαμίλιες μέσα σε τούτα τα κουτιά, κοντά κοντά, πλάι πλάι, κι ούτε γνωρίζονται κι ούτε βλέπονται ούτε χαιρετιούνται, κι αντίς για δέντρα έχουν κεραίες τηλεοράσεων, και μονάχα οι ολόσωμοι καθρέφτες των ασανσέρ κάτι κρατούν από μνήμες ερωτικών δωματίων…

(…)

Κι όχι να πεις πως σήμερα δεν κουβεντιάζουν οι άνθρωποι – λόγια, άλλο τίποτα, άφθονα λόγια – μα δε συνομιλούν, δε λένε τίποτα δικό τους, προσωπικό, ιδιωτικό, ιδιαίτερο (και γι’ αυτό καθολικό), μόνο λόγια, ξένα, μηχανικά, δημοσιογραφικά, γενικού ενδιαφέροντος, μεγάλοι τίτλοι εφημερίδων, γιατί, πράγματι, ξεφυλλίζουν πολλές εφημερίδες διαβάζοντας μόνον τα κεφαλαία γράμματα και τα εγκλήματα και τις αυτοκτονίες, ακούν επίσης τις ειδήσεις των 9 ή και των 12 απ’ την τηλεόραση (έγχρωμη τώρα) – άνθρωποι επαρκώς ενημερώμενοι, πολύ π α ρ ό ν τ ε ς (εδώ και σήμερα), κι εντελώς α π ό ν τ ε ς απ’ τον εαυτό τους, απ’ το παρελθόν τους, το μέλλον τους και, φυσικά, απ’ το παρόν τους, μακριά απ’ τους άλλους…

 

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ “ΙΣΩΣ ΝΑ ‘ΝΑΙ ΚΙ ΕΤΣΙ”

 

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 29 Ιουλίου 2014

…….Παράδοση είναι ο εγωισμός των απελθόντων και η ενοχή, ο συμβιβασμός των επιζώντων. Η πνευματική και η ψυχική δουλεία, που αναστέλλει και απονεκρώνει τελικά τις φυσιολογικές μας λειτουργίες. Η Παράδοση επιβάλλει την πλήρη υποταγή μας στους νεκρούς – κι έτσι μας καθιστά ακίνδυνους για αλλαγές, τομές, γι’ απελευθέρωση. Γι’ αυτό και η παράδοση βολεύει τους κρατούντες. Σ’ όλα τα κράτη τ’ ανελεύθερα, χορεύουν ξώφρενα τους εθνικούς χορούς των, που αποτελούν το βάθρο για περηφάνεια και γι’ ανελευθερία “εθνική”.

Πώς είναι δυνατό να χορεύεις ταγκό, και ν’ απαιτείς συγχρόνως να φύγει απ’ την κυβέρνηση ο στρατηγός Βιντέλλα. Αυτό είν’ αδύνατον. Γιατί ο Βιντέλλα είναι το ταγκό ο ίδιος. Με τα μαλλιά γιαλιστερά από μπριγιαντίνη, με την Παρθένο ανάγλυφη μες στη Μητρόπολη και με τα πόδια έτοιμα για τον χορό… Ένα δύο τρία τέσσερα κι ύστερα η φωνή του Κάρλος Γκαρντέλ. “Σιωπή μες στη νύχτα…”

Το ίδιο και στη Χιλή, στο Πακιστάν και στο Ιράν, στην Αλβανία και στην Κίνα, στο Μαρόκο, στη Λιβύη και στο Κουβέιτ, και σ’ άλλα μέρη ανατολικά ή της Νοτίου Αφρικής… Παντού χορεύουν εθνικούς χορούς, ιδρύουν ωδεία παραδοσιακής Μουσικής και ο αγαθός δικτάτορας σκύβοντας δέχεται λατρευτικά λουλούδια από νεολαίους, καταφανώς συγκινημένος. Τουλάχιστο στη χώρα μας, μονάχα στην ποιότητα την εκλεκτή του γιαουρτιού επιβάλλεται να γράφουνε τη λέξη:παραδοσιακό. Και το γιαούρτι αυτό πραγματικά είναι εξαιρετικό. Κι όσο για τους χορούς…

Σαν ξαναβρήκα μέσα μου την Κρήτη, μ’ εντυπωσίασε που οι νέοι της χορεύανε τη νύχτα κρητικούς χορούς, κι όχι ξενόφερτους, ντυμένοι γαμπριάτικα και μασουλώντας τσίχλα. Το βρήκα τούτο εξαίσιο και φωτεινό παράδειγμα για την απάνω χώρα. Μα όσο τόβλεπα, τόσο και περισσότερο γινόμουν σκεφτικός και άρχιζα να ξεχωρίζω κάποιον κίνδυνο. Τον κίνδυνο του γραφικού. Αυτόν, που μας παρουσιάζει εύκολα, προκλητικά με το ιδιόμορφο πρόσωπό μας, χωρίς νάχουμε μάθει, στο μεταξύ, να ζούμε άνετα και φυσικά την καταγωγή μας.

Γιατί η παράδοση έχει αξία μονάχα όταν δεν στηρίζεται στην αναπαράσταση, αλλά στην καθημερινή και δίχως επιτήδευση ζωή μας. Όταν δηλαδή το κληροδότημα χρησιμοποιείται φυσικά, και δίχως την ανάγκη επεξήγησης. Τότε μονάχα οφείλει να υπάρχει. Διαφορετικά, θάναι καλό να εξαφανιστεί μέσα στον Χρόνο, κι ας έχουμε πιο δεύτερες συνήθειες αποκτήσει. Γιατί η ποιότητα της κληρονομιάς ανήκει στη ζωντανή ύλη που περιέχουμε, κι όχι στο ήθος ή στο ύφος αλλοτινών καιρών.

Να λοιπόν γιατί τα γκρεμισμένα δεν πρέπει να τα κλαίμε. Και να γιατί θα πρέπει να επιλέγουμε αυτά που συνυπάρχουνε και ζουν μαζί με μας και τον καιρό μας, κι όχι αυτά που υπήρξαν κάποτε με τους δικούς μας. Και μες από τις άπειρες και διαφορετικές επιλογές, ίσως βρεθεί το αληθινό μας εκμαγείο, που θα προσφέρει στους απόγονους σαφήνεια, μέτρο και περισυλλογή. Κι αυτό είναι χρέος υπέρτατο και προπατορικό.

 

ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ

Ολίγα τινά περί παραδόσεως εθνικής, λαϊκής και μη (20/5/1979)

από το βιβλίο “ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΤΟΥ ΤΡΙΤΟΥ”

 

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 24 Ιουλίου 2014

Το νόημα του ονόματος Ελύτης αποδόθηκε σε στιγμές επισημότερες της ζωής του, στο συνδυασμό της συλλαβής ‘ελ’, αρχικής σε ονόματα σημαδιακά όπως Ελλάδα, Ελπίδα, Ελευθερία, Ελένη, με τη “γενική τοπωνυμική κατάληξη των ελληνικών ονομάτων ανάλογα με το ‘Πολίτης’ (Κ. Φράιερ, σ. 12).

Πέρα από τις ετυμολογικές ερμηνείες και τις ψυχολογικές άμυνες, μένει η υποβολή του ήχου και της γραφής του ονόματος. ‘Ελύτης’ είναι ένας ιαμβικός τρισύλλαβος, με την κεντρική συλλαβή υψωμένη χάρη στον τόνο της, με μεγαλύτερη διάρκεια, αλλά και με μια ειδική γεύση από το υγρό ‘λ’. Στηρίζεται σε μια ζυγισμένη ισομετρία που ανταποκρίνεται στους νόμους του μουσικού τονισμού της ελληνικής γλώσσας που προτιμά τις παροξύτονες καταλήξεις των λέξεων.

Όσο για την κατάληξη -ύτης, που μοιάζει τοπωνυμικός προσδιορισμός, δεν είναι δίχως σημασία το γεγονός ότι διακρίνεται από την άλλη κατάληξη, -ητής, που είναι χαρακτηριστική των επαγγελματικών ουσιαστικών (ο ποιητής μας απορρίπτει την ιδιότητα ενός ανθρώπου την εξαρτημένη από το επάγγελμα).

Για να επιμείνουμε στη γραφή, και σχετικά με τη διαφοροποίηση των δύο ‘ι’, το ένα ύψιλον, το άλλο ήτα, παρατηρούμε ότι το ύψιλον βρίσκεται εκεί που θα περιμέναμε ένα γιώτα και ασκεί έτσι τη γοητεία του άδηλου και του λογικά απροσδόκητου. Δεν υπάρχει αμφιβολία: το επώνυμο ‘Ελύτης’ είναι ευρηματικό και προγραμματικά ταιριαγμένο στο νέο που ξεκινά με επαναστατικές προθέσεις και με ασυνήθιστους οραματισμούς, που γρήγορα θα ξεχωρίσει μέσα στις προσπάθειες άλλων, πρεσβύτερων ή συνομηλίκων.

 

HMARIO VITTI “ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ – ΚΡΙΤΙΚΗ ΜΕΛΕΤΗ” Εκδόσεις ΕΡΜΗΣ

 

 

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 20 Ιουλίου 2014

να είσαι γυναίκα σήμερα στο Αφγανιστάν δεν είναι εύκολη υπόθεση. Στερείσαι βασικών δικαιωμάτων, όπως η μόρφωση, και ζεις κλεισμένη στο σπίτι, πολλές φορές σε σκληρό καθεστώς. Το να είσαι γυναίκα και ηθοποιός είναι, σχεδόν, σχήμα… οξύμωρο.

 

Σε κυνηγούν, σε απειλούν, σε σκοτώνουν. Κυριολεκτικά. Ολα αυτά, εδώ σε μας στη Δύση της ελευθερίας και της προόδου, ακούγονται ξένα και μακρινά. Τι γίνεται όμως όταν κάποιος αποφασίζει να βρεθεί στην καρδιά των γεγονότων; Να θέσει τον δάχτυλον επί τον τύπον των ήλων, να πάρει κάμερα και να μας τα διηγηθεί; H Αννέτα Παπαθανασίου, ηθοποιός η ίδια και σκηνοθέτις, επισκέπτεται την Καμπούλ για να διδάξει την «Αντιγόνη» του Σοφοκλή και να καταγράψει τη ζωή των Αφγανών καλλιτεχνών, που προσπαθούν να συνδυάσουν την τέχνη και τον πολιτισμό με τη σκληρή καθημερινότητα σε αυτή την ταλαιπωρημένη χώρα.

 

Αφηγείται τις ιστορίες των γυναικών ηθοποιών που έχουν την τόλμη να ασχοληθούν με το θέατρο και αντιμετωπίζουν σκληρή κριτική, κοινωνική αποδοκιμασία, ακόμα και απειλές για τη ζωή τους και την οικογένειά τους. Την εμπειρία της κατέγραψε στην ταινία «Παίζοντας με τη φωτιά», που θα προβληθεί στις 4 Σεπτεμβρίου στον «Δαναό».

 

Εχοντας πάει στο Αφγανιστάν το 2007 και κάνοντας γυρίσματα στην περιοχή για τις ανάγκες του ντοκιμαντέρ «Qadir, ένας Αφγανός Οδυσσέας», η Αννέτα Παπαθανασίου απέκτησε μια οικειότητα με την περιοχή και σίγουρα αρκετούς φίλους. Ετσι, όταν ήρθε στα χέρια της μια φωτογραφία από παράσταση αφγανικού θιάσου, ξαφνιάστηκε και θέλησε να μάθει περισσότερα.

 

«Με τη βοήθεια φίλων στο Αφγανιστάν ήρθα σε επαφή με διάφορους καλλιτέχνες, καθώς και με τον επικεφαλής του Θεατρικού Τμήματος στο Πανεπιστήμιο της Καμπούλ, τον καθηγητή Χουσαΐν Ζάντα, μία μορφή στο Αφγανιστάν, ο οποίος με προσκάλεσε να διδάξω αρχαίο Ελληνικό Θέατρο στους φοιτητές του. Εμαθα ότι, παρότι αγαπάνε πολύ την Ελλάδα και το αρχαίο δράμα, δεν είχαν καθόλου βιβλία μεταφρασμένα στα Αφγανικά».

 

Ριζικές αλλαγές

Οταν η ίδια έφτασε εκεί, μετά από έναν τουλάχιστον χρόνο επαφών, τα πάντα είχαν αλλάξει. «Η ιδέα που είχα ανατράπηκε κι άρχισε η αντίστροφη μέτρηση». Το τώρα ήταν διαφορετικό. Πολύ διαφορετικό. «Φθάνοντας στην Καμπούλ, ανακάλυψα ότι η κατάσταση για τους καλλιτέχνες δεν ήταν όπως τη φανταζόμουν. Το Θεατρικό Τμήμα του Πανεπιστημίου της Καμπούλ έχει 200 αγόρια και μόνο 8 κορίτσια. Τα περισσότερα κορίτσια, μάλιστα, απλώς παρακολουθούσαν τα σεμινάρια, δεν ήθελαν να παίξουν μπροστά σε αντρικό κοινό. Φοιτούσαν στον πρώτο χρόνο και από τον δεύτερο, που έπρεπε να επιλέξουν κατεύθυνση, στρέφονταν προς το σενάριο ή τη σκηνοθεσία».

 

Είκοσι μέρες η Αννέτα Παπαθανασίου έμεινε στην Καμπούλ. Τα σεμινάρια προσπάθησε να λειτουργήσουν συμβολικά. Να εμφυσήσει τις ιδέες και τις αξίες του τραγικού λόγου του Σοφοκλή στο ακροατήριο. Να λειτουργήσει η Αντιγόνη-σύμβολο. «Η Αντιγόνη είναι η ηρωίδα που αντιστέκεται στη βασιλική βούληση. Είναι η ηρωίδα που τολμά κι αψηφά την εντολή του θείου της, προστατεύοντας τον ηθικό νόμο. Είναι η ηρωίδα που υψώνει το κεφάλι. Υπάρχουν, εν δυνάμει, Αντιγόνες. Αρκεί να το συνειδητοποιήσουν». Επίσης, «θέλησα να διδάξω τους νέους, και ειδικά τα αγόρια, ότι το θέατρο βοηθάει να γνωρίσεις άλλα πράγματα, άλλες ηθικές, συμβάλλει στο να ανοίξει το μυαλό».

 

Η Τάχερα, η νεαρή ηθοποιός που είχε ιδρύσει τον πρώτο γυναικείο θίασο στο Αφγανιστάν, με την οποία σκόπευε να ανεβάσει την «Αντιγόνη», δεν έφτασε ποτέ στο ραντεβού τους. Κανείς δεν ήξερε πού βρίσκεται. Η παράσταση, φυσικά, δεν έγινε. Κάποια στιγμή επικοινώνησε με την Ελληνίδα σκηνοθέτιδα η αδελφή της. Τότε άρχισε να ξετυλίγεται το νήμα της ιστορίας αυτής της κοπέλας, που είχε τιμηθεί και με βραβείο. Τώρα κρυβόταν. Μαζί με άλλες γυναίκες καλλιτέχνιδες είχαν φτιάξει μία ομάδα, την «Πάπυρους», κι έδιναν παραστάσεις σε σχολεία, φυλακές, ορφανοτροφεία. Θέμα των παραστάσεων; Τα ανθρώπινα δικαιώματα και η θέση της γυναίκας. Ολα αυτά ενοχλούσαν. Αποτέλεσμα; Υστερα από δεκάδες απειλές και εκατοντάδες απειλητικά γράμματα από τη γειτονιά, τους έκαψαν τον χώρο όπου έκαναν πρόβες. Η ομάδα διαλύθηκε. Στη συνέχεια μια 22χρονη ηθοποιός, συνεργάτις του θιάσου, δολοφονήθηκε στην Καμπούλ απλά γιατί έπαιζε στο θέατρο. Μία άλλη ηθοποιός εξαφανίστηκε. Λίγο μετά τη δολοφονία, η Αννέτα Παπαθανασίου προσγειωνόταν στην Καμπούλ.

 

Από και πέρα όλα άλλαξαν. Οι κοπέλες άρχισαν να κρύβονται. Υπήρχε μια γενική κατακραυγή γι’ αυτές τις γυναίκες, χειρότερη από πριν. «Αυτά που είχα δει στις φωτογραφίες ήταν κάποια χρόνια πριν. Οταν έφυγαν οι Ταλιμπάν κι άλλαξε η κυβέρνηση, τότε ξεκίνησε το θέατρο. Σιγά σιγά, όμως, άρχισαν πάλι να υπερισχύουν οι συντηρητικοί και κάθε “νεωτερισμός” καταπολεμήθηκε πολύ. Φοβήθηκαν ότι θα αλλάξουν τα ήδη και τα έθιμα».

 

Οι όποιες (λίγες) παραστάσεις δίνονται είναι κεκλεισμένων των θυρών. Μόνο με προσκλήσεις. Αυστηρά. «Σαν σε Κρυφό Σχολειό. Σε συγκεκριμένα μέρη. Μόνο γνωστοί. Μόνο υποψιασμένοι. Μόνο υποστηρικτές». Ολα αυτά γίνονται για ευνόητους λόγους. «Για να μην μπει βόμβα. Το περιορίζουν για να μην έλθει κάποιος που δεν τον ξέρουν και τους ανατινάξει… Φυσικά οι γυναίκες απειλούνται ακόμα περισσότερο. Κρύβονται, αλλάζουν σπίτια, χάνονται από τους συγγενείς τους. Απειλούν τις ίδιες και τις οικογένειές τους. Πολλές φορές τις απειλούν οι ίδιοι οι συγγενείς, τα αδέλφια, τα ξαδέλφια, οι θείοι. Τις θεωρούνε πόρνες, ότι εκδίδονται επί χρήμασι, ότι κάνουν κάτι πολύ ποταπό. Θεωρείται ευτελές το να παίζεις στην τηλεόραση, στο θέατρο και στον κινηματογράφο».

Ethnos.gr

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 18 Ιουλίου 2014

Εάν είμαι μια «ελληνική γραφή» όπως λέτε, μπορώ να πεθάνω ήσυχος. Κάθε ποιητής πραγματώνεται μέσ’ απ’ τη γλώσσα του. Κι ακόμη πιο βαθιά: μέσ’ απ’ το δεύτερο και τρίτο στρώμα της γλώσσας του. Στο κεφάλαιο αυτό, είναι αλήθεια, ο Έλληνας – ο σε όλα του άτυχος – βγαίνει τυχερός. Καμιά γλώσσα δε διαθέτει μια τέτοιαν απέραντη προοπτική προς τα πίσω  και – το κυριότερο – με αδιάσπαστη συνέχεια. Δεν το λέω με υπερηφάνεια, το λέω με δέος, αφού οι ευθύνες του ποιητή σε μια τέτοια περίπτωση, πολλαπλασιάζονται. Και με πιάνει αληθινή απόγνωση όταν βλέπω συναδέλφους μου ν’ απομακρύνονται και ν’ αδιαφορούν για αυτό που είναι η διακλάδωση των νεύρων μέσα στο σώμα της γλώσσας, ένα σώμα, που, όπως και να το κάνουμε, είναι τριών χιλιετιών και όμως αγέραστο.

 

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 18 Ιουλίου 2014

Το είχε πει σε μια συνέντευξή του ο αείμνηστος Νίκος Καρούζος: «Μεταξωτοί άνθρωποι». Μιλούσε για κάποιους χωρικούς που είχε συναντήσει στη Λέσβο. Αγράμματοι ήταν, αλλά σοφοί. Και, προπάντων, τρυφεροί με τους άλλους. Απαλοί, χωρίς γωνίες που κόβουν, χωρίς καχυποψία, δίχως έπαρση και επιθετική ειρωνεία που πληγώνει. Μεταξωτοί άνθρωποι …;

 

Μου ‘μεινε αυτός ο χαρακτηρισμός. Χαράχτηκε μέσα μου. Κι από τότε ένα νέο κριτήριο λειτουργεί στις αξιολογήσεις μου για τους ανθρώπους: η συμπεριφορά και η στάση τους σε «ασήμαντα» πεδία της καθημερινότητας. Αυτά που συνήθως τα προσπερνάμε ή δεν τα παρατηρούμε, γιατί δεν μας απασχόλησαν ποτέ οι εκφάνσεις της «μεταξωτής συμπεριφοράς» …; Βέβαια οι άνθρωποι δεν συγκροτούν ως χαρακτήρες ένα συμπαγές όλον, αλλά ένα αντιφατικό σύνθεμα, στο οποίο συνυπάρχουν «μεταξωτά» στοιχεία και ακάνθινες απολήξεις. Γι’ αυτό και είναι κάπως παρακινδυνευμένα τα άμεσα και οριστικά συμπεράσματα για το «είναι» των ανθρώπων …;

Παρ’ όλα αυτά, προσωπικά, διακινδυνεύω την εξαγωγή συμπερασμάτων παρατηρώντας μικρές «ασήμαντες» κινήσεις στις παρέες, στον εργασιακό χώρο και στο «δάσος» του κάθε μέρα, όταν συγχρωτίζομαι με αγνώστους. Και συνήθως δεν πέφτω έξω. Διότι τα γνωρίσματα αυτά αποκαλύπτουν πειστικά τον εσωτερικό κόσμο του άλλου. Τουλάχιστον σε μεγάλο βαθμό …;

 

Φερ’ ειπείν, «σκλαβώνομαι» από εκείνους που δεν ορμάνε να πιάσουν την καλύτερη θέση στο τραπέζι μιας ταβέρνας. Θεωρώ την κίνηση αυτή απότοκο καταγωγικής ευγένειας και γενναιοδωρίας, η οποία αδιαφορεί για το ιδιωφελές και συμφέρον. Αντίθετα, οι άνθρωποι που σπεύδουν φουριόζοι για μια καλή θέση καταχωρίζονται μέσα μου σαν αρπακτικά. Και -το ‘χω παρατηρήσει- έτσι συμπεριφέρονται, σαν αρπακτικά, και σε άλλα ζωτικά και κρίσιμα πεδία… Κάποτε βρέθηκα σ’ ένα τραπέζι, στο οποίο κυριαρχούσαν οι «επώνυμοι». Απέναντί μου καθόταν ένας πολύ γνωστός καλλιτέχνης, μεγάλο όνομα, ο οποίος ούτε φλυαρούσε ούτε ακκιζόταν όπως κάποιοι άλλοι στη συντροφιά. Όταν άρχισαν να καταφθάνουν τα πρώτα κοινά πιάτα, ήταν ο μόνος που δεν επέπεσε για να εξασφαλίσει τη μερίδα του, αλλά ρωτούσε τους διπλανούς του και μοίραζε πρώτα στους άλλους και μετά, ό,τι έμενε, κρατούσε για τον εαυτό του. «Μεταξωτός άνθρωπος», σκέφτηκα…

 

Η μεταξωτή συμπεριφορά δεν παραπέμπει απαραιτήτως -ή κυρίως- στο σαβουάρ βιβρ και στους «καλούς τρόπους» εν γένει. Τέμνεται σε κάποιες περιπτώσεις, αλλά δεν αποτελεί αποτύπωμα διδαχθείσης μεθόδου για το φέρεσθαι.

 

Εδώ, το «μετάξι» είναι αυτοφυές ή προϊόν δουλεμένου χαρακτήρα. Είναι ο τρόπος που ο άλλος βλέπει τους συνανθρώπους του. Είναι η θέαση του κόσμου χωρίς τα εγωιστικά γυαλιά του προσωπικού ωφελιμισμού. Είναι, ευρύτερα, η υποταγή του ατομικού συμφέροντος στη συλλογικότητα, χωρίς βέβαια η «μεταξωτή συμπεριφορά» να φτάνει σε σημείο υπονόμευσης προσωπικών δικαιωμάτων και δικαίων. Κανένας δεν έχει δικαίωμα να αδικεί τον εαυτό του… Όμως, προσέξτε μια λεπτή απόχρωση: ποτέ ένας «μεταξωτός άνθρωπος» δεν νιώθει κορόιδο, όταν άλλοι τον προσπερνούν -στη σειρά μιας καντίνας ή στην ιεραρχία- χρησιμοποιώντας αθέμιτα μέσα και μεθόδους.

 

Το «άφες αυτοίς» είναι ριζωμένο μέσα του. Αποτελεί μέρος του αξιακού του κώδικα. Ξέρει τι γίνεται στην «αγορά». Αλλά συνειδητά δεν συμμετέχει στο εξοντωτικό αυτό παιχνίδι. Απέχει χωρίς να κλαυθμηρίζει.

 

Γιατί, εκτός από μετάξι, τέτοιοι άνθρωποι διαθέτουν και ένα σκληρό κοίτασμα, που τους επιτρέπει να είναι ταυτόχρονα στωικοί και γρανιτένιοι. Ένας από αυτούς έγινε φίλος μου – και το κατάλαβα από την πρώτη στιγμή ότι θα συμβεί αυτό. Πρώτη μέρα στη μονάδα γύρισε από τη σκοπιά και μπήκε στη σειρά για φαγητό. Ήταν τρίτος από το τέλος. Τότε ακούστηκε ο μάγειρας να λέει ότι έμειναν μονάχα δύο μερίδες. Ο Κωστής πλησίαζε, ήταν ένας από τους δύο τυχερούς. Αλλά μόλις άκουσε τον μάγειρα, έφυγε αθόρυβα παραχωρώντας τη θέση του στον επόμενο. Έτσι. Αθόρυβα, αυτοθυσιαστικά, γενναιόδωρα, χωρίς να το κάνει θέμα…

 

Οι «μεταξωτοί άνθρωποι», λοιπόν. Που μιλούν ελάχιστα για τον εαυτό τους. Που χαίρονται με τις επιτυχίες των άλλων. Που δεν σπεύδουν χαιρέκακα να «κάνουν πλάκα», δήθεν χαριεντιζόμενοι, με εξωτερικά γνωρίσματα που πονάνε τους άλλους… Εκείνοι, που δεν σπερμολογούν διακινώντας φήμες. Εκείνοι που υπερασπίζονται σθεναρά κάποιον απόντα όταν λοιδορείται σε μια παρέα, χωρίς να είναι φίλος τους, αλλά επειδή νιώθουν ότι αδικείται…

 

Οι μεταξωτοί άνθρωποι. Όσοι προσέχουν τι λες, και δεν είναι ωσεί παρόντες στην κουβέντα, με το μυαλό τους στο τι θα πουν οι ίδιοι για να εντυπωσιάσουν. Άνθρωποι με ανοιχτούς πόρους και πλατιά καρδιά… Υπεράνθρωποι; Όχι. Απλώς, μεταξωτοί… Φαίνονται από μακριά. Αρκεί να προσέξεις «μικρές», «ασήμαντες» κινήσεις στο φέρεσθαι των ανθρώπων…

 

[ Γιάννης Τριάντης ]