Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 21 Μαρτίου 2020

Ξαφνικά οι δρόμοι νέκρωσαν, οι πόλεις σιώπησαν, τα σπίτια έγιναν φυλακές.

Ξαφνικά όλα αυτά που θεωρούσαμε πως είναι σπουδαία, πως μας δίνουν αξία, κύρος, λόγο ύπαρξης, έγιναν μικρά, έγιναν ασήμαντα.

Ξαφνικά η υγεία μας, που θεωρούσαμε δεδομένη εφόσον δεν είχαμε κανένα πρόβλημα, μας ανησυχεί, έγινε το πολυτιμότερο κομμάτι της ύπαρξής μας.

Ξαφνικά οι άνθρωποι που αγαπάμε, οικογένεια, συγγενείς, φίλοι, εpαστές μας τρόμαξαν, πολύ περισσότερο ο έpωτας.

Ξαφνικά η ελευθερία χάθηκε και μαζί της πολύτιμος χρόνος, βιαζόμαστε. Ξαφνικά οι μάσκες που φορούσαμε στην προσπάθειά μας να είμαστε κάποιοι άλλοι, αντικαταστάθηκαν με άλλες, τόσο ταπεινές μα τόσο σημαντικές.

Κοιτάζω τα ντουλάπια μου γεμάτα από πράγματα που θεωρώ πολύτιμα. Κοιτάζω τα αμέτρητα παπούτσια, τσάντες, αξεσουάρ, καλλυντικά, αρώματα, είδη περιποίησης, είναι τόσα πολλά. Όμως το βλέμμα μου σταματά σ’ένα μπουκάλι φθηνό οινόπνευμα, σ’ ένα αντισηπτικό χεριών, είναι τα πιο πολύτιμα. Τι θα φορέσω σήμερα; Σκέφτομαι καθώς εξετάζω αναποφάσιστη την παραφουσκωμένη ντουλάπα μου που αναστενάζει.

Τι σημασία έχει τι θα φορέσω, αφού κανείς δεν βρίσκεται στους δρόμους να με θαυμάσει;

Τι κραγιόν να επιλέξω; Τα κοιτάζω στην σειρά, είναι τόσα πολλά, διαφορετικά με όμορφα χρώματα. Όμως το βλέμμα μου καρφώνεται σε μια χειρουργική μάσκα των 0.50 λεπτών και αντιλαμβάνομαι πως καμία σημασία δεν έχει τι κραγιόν θα φορέσω, η μάσκα θα κρύψει τα πάντα, είναι πιο πολύτιμη.

Αλήθεια τι φωτογραφία θα αναρτήσω σήμερα στα social media; Να παριστάνω την χαρούμενη, την επιτυχημένη, την σπουδαία, την όμορφη, την ευτυχισμένη, την πολυταξιδεμένη, την πλούσια, την διάσημη ή να επιδείξω πόσο ωραίο σπίτι έχω, πόσους φίλους, ότι διασκεδάζω στα πιο ωραία μέρη, ότι είμαι η εκλεκτή; Ποια απο όλες να αναρτήσω; Η μάσκα είναι πολυτιμότερη. Η μάσκα τα υποβαθμίζει όλα.

Είμαι φυλακισμένη, δεν μπορώ να βγω έξω, να με δουν, να με θαυμάσουν, ίσως και να ζηλέψουν; Αυτός δεν είναι ο σκοπός; Τώρα όμως είναι άχρηστα, δεν έχουν καμία αξία, δεν μου χρειάζονται, βολεύομαι με μια απλή φόρμα, αρκεί να είναι καθαρή, με την πιζάμα μου, βολεύομαι με το αντισηπτικό μου, βολεύομαι με το θερμόμετρό μου, είμαι ευτυχισμένη που δείχνει μόνιμα 36,5, που δεν βήχω, που δεν αισθάνομαι κατάπτωση, που είμαι καλά. Δεν υπάρχει πια κανένας λόγος να τραβήξω φωτογραφίες και να τις αναρτήσω, κανείς δεν ενδιαφέρεται πως δείχνω, τι φοράω, πόσο καλά περνάω. Το πολύ να αναρτήσω μια φωτογραφία με μάσκα που θα κρύβει το μισό μου πρόσωπο περνώντας το μήνυμα «Να, εγω προσέχω, το ίδιο να κάνετε κι εσείς» κι όχι «Να, δείτε πόσο λαμπερή, όμορφη και ευτυχισμένη είμαι»

Μήπως η πανδημία ήρθε για να υπενθυμίσει τις αξίες της ζωής, να δώσει μαθήματα;

Μήπως ήρθε να μας δείξει πόσο λάθος κάνουμε να πιστεύουμε πως η υπερκατανάλωση της ύλης είναι ευτυχία, πως η κοινωνική μας θέση στα πιο ψηλά σκαλοπάτια είναι το ζητούμενο, πως η διασημότητα είναι δείγμα επιτυχίας, πως ο πλούτος είναι σκοπός, πως επειδή έχεις πολλούς followers στο instagram είσαι ένας πολύ σημαντικός άνθρωπος;

Ξαφνικά δισεκατομμυριούχοι και φτωχοί έχουν κάτι κοινό. Μοιράζονται τον ίδιο φόβο, την ίδια έλλειψη ελευθερίας, την ίδια ανασφάλεια.

Ξαφνικά δεν έχει σημασία που μένεις, σε έπαυλη, θαλαμηγό, διαμέρισμα, παράγκα, κινδυνεύεις το ίδιο, είσαι φυλακισμένος.

Ξαφνικά δεν έχει σημασία αν είσαι βασιλιάς ή υπήκοος, αν είσαι πρωθυπουργός ή απλός πολίτης, πολιτικός, διάσημος ηθοποιός, μοντέλο, επιχειρηματίας, υπάλληλος, ζητιάνος, μορφωμένος, αμόρφωτος. Κινδυνεύεις το ίδιο.

Είσαι φυλακισμένος.

Ξαφνικά αναθεωρείς. Όλα όσα πίστευες πως είναι σημαντικά, τελικά δεν είναι. Σημαντικό είναι ένα μπουκαλάκι οινόπνευμα μια χειρουργική μάσκα. Σημαντικά είναι να έχεις ανθρώπους να σε νοιάζονται. Σημαντικό είναι να μπορείς να βγαίνεις από το σπίτι σου, να μπορείς να χαιρετάς ανθρώπους, πολύ περισσότερο να αγκαλιάζεις, σημαντικό είναι να απολαμβάνεις τον έpωτα, την αγάπη.

Σημαντικό δεν είναι τι φοράς, που και τι τρως, ποιος είσαι, σημαντικό είναι ότι υπάρχεις, είσαι υγιής, είσαι ελεύθερος.

Μήπως ο ιός ήρθε να διδάξει; Μήπως ήρθε να μας θυμίσει τι πραγματικά είναι πολυτιμότερο; Μήπως ήρθε να μας πει πως είμαστε περαστικοί, πως δεν θα ζήσουμε αιώνια, πως δεν ήμαστε εμείς το Σύμπαν;

Μήπως ήρθε να μας πει πως προσκυνούμε ανθρώπους που πέρα από την επίδειξη -τύπου Καρντάσιαν- δεν προσφέρουν τίποτε ουσιαστικό όπως όλοι αυτοί οι γιατροί και νοσηλευτικό προσωπικό που είναι οι πραγματικοί ήρωες και που αξίζει να υποκλινόμαστε;

Μήπως είναι καιρός να εστιάσουμε στις πραγματικές αξίες ζωής, στους αξιόλογους ανθρώπους, τους σοφούς, τους στοχαστές, τους πνευματικούς και όχι σε εκείνους που παριστάνουν τους σπουδαίους επειδή έχουν πολλούς followers ή επειδή βγαίνουν στην τηλεόραση;

Μήπως η υπερβολική αίσθηση σπουδαιότητας για τον εαυτό μας, καλλιεργεί φαντασιώσεις απεριόριστης επιτυχίας, δύναμης, εξυπνάδας, ομορφιάς ή ιδανικής αγάπης, που απαιτούν υπερβολικό θαυμασμό και ιδιαίτερη μεταχείριση;

Μήπως ο υπερκαταναλωτισμός και υπεραυτοθαυμασμός προκαλούν Ναρκισσιστική Διαταραχή που είναι μορφή Ψυχοπάθειας;

Μήπως είμαστε εν δυνάμει ψυχοπαθείς;

Μήπως ο ιός εκτός από «δολοφόνος» είναι τελικά και «διδάσκαλος;»

Μήπως ήρθε για να μας κάνει να αναθεωρήσουμε;

Μήπως τίποτε δεν είναι τυχαίο τελικά;

Ξαφνικά, δεν είμαστε οι βασιλιάδες που πιστεύαμε.”

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 21 Μαρτίου 2020

Ο Παράδεισος δεν ήταν μια νοσταλγία.

Άργησα πολύ να καταλάβω τι σημαίνει ταπεινοσύνη και φταίνε αυτοί που μου μάθανε να την τοποθετώ στον άλλο πόλο της υπερηφάνειας.

Πρέπει να εξημερώσεις την ιδέα της ύπαρξης μέσα σου, για να την καταλάβεις.

Μια μέρα που ένιωθα να μ’ έχουν εγκαταλείψει όλα και μια μεγάλη θλίψη να πέφτει αργά στην ψυχή μου, τράβηξα κει που περπατούσα μες στα χωράφια χωρίς σωτηρία, ένα κλωνάρι άγνωστου θάμνου.

Το ‘κοψα και το ‘φερα στο απάνω χείλι μου. Ευθύς αμέσως κατάλαβα ότι ο άνθρωπος είναι αθώος.

Το διάβασα σ’ αυτή τη στυφή από αλήθεια ευωδιά τόσο έντονα, που πήρα να προχωρώ το δρόμο της μ’ ελαφρύ βήμα και καρδιά ιεραπόστολου.

Ώσπου, σε μεγάλο βάθος, μου έγινε συνείδηση πια, ότι όλες οι θρησκείες λέγανε ψέματα.

Ναι, ο Παράδεισος δεν ήταν μια νοσταλγία.

Ούτε, πολύ περισσότερο, μια ανταμοιβή.

Ήταν ένα δικαίωμα.

Οδυσσέας Ελύτης

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 21 Μαρτίου 2020

Ελεύθερος είναι ο άνθρωπος που εμπιστεύεται και τον εμπιστεύονται. Γιατί όταν εμπιστευόμαστε είμαστε ήσυχοι και χαλαροί χωρίς άγχος και δεύτερες σκέψεις ενώ όταν μας εμπιστεύονται, δεν μας καταπιέζουν, δεν μας υποτιμούν, δεν θωρακίζουν την ελευθερία μας.

Ελεύθερος είναι ο άνθρωπος που σέβεται και τον σέβονται. Γιατί ο σεβασμός είναι μια ελεύθερη έκφραση ανθρώπου προς άνθρωπο. Γιατί όταν σεβόμαστε, σεβόμαστε τον άλλον για αυτό που είναι και του δίνουμε την ελευθερία να είναι ο εαυτός του ενώ όταν μας σέβονται τότε μόνο μπορούμε να πράττουμε και να δρούμε κατά βούληση.

Ελεύθερος είναι ο άνθρωπος που αγαπάει και τον αγαπούν. Γιατί όταν αγαπάμε, προσφέρουμε και δίνουμε τον εαυτό μας από επιλογή ενώ όταν μας αγαπούν εξελισσόμαστε και νοιώθουμε ότι ανήκουμε κάπου.

Ελεύθερος είναι ο άνθρωπος που αξιοποιεί κάθε στιγμή της ζωής του. Γιατί είναι ευτυχισμένος και δημιουργικός κάθε στιγμή είτε πρόκειται για ελεύθερο χρόνο είτε πρόκειται για στιγμές που εργάζεται ή δημιουργεί.

Ελεύθερος είναι ο άνθρωπος που εκτιμά τα καλά που έχει στη ζωή του. Γιατί μόνον έτσι μπορεί να χαίρεται με αυτά που έχει. Ελεύθερος είναι ο άνθρωπος που σκέφτεται ελεύθερα. Γιατί η σκέψη είναι ελεύθερη ακόμα και μέσα σε μια φυλακή.

Ελεύθερος είναι ο άνθρωπος που δημιουργεί και πράττει χωρίς να βλάπτει τον διπλανό του. Γιατί ποτέ αυτός ο άνθρωπος δεν θα κατακλύζεται από τύψεις ή ενοχές.

Ελεύθερος είναι ο άνθρωπος που ποτέ δεν σταματά να μάχεται για την ελευθερία του. Γιατί η ελευθερία αποτελεί ένα από τα υπέρτατα αγαθά. Ελεύθερος είναι ο άνθρωπος που διακατέχεται από αξίες και αρχές και μάχεται για αυτές. Γιατί μέσα από το παράδειγμα του μπορεί ο κόσμος να γίνει καλύτερος. Όταν νοιώθουμε ελεύθεροι, δρούμε ελεύθερα, πράττουμε, ελεύθερα, αγαπάμε ελεύθερα. Γιατί:

«Ευτυχισμένοι είναι οι ελεύθεροι και ελεύθεροι είναι οι γενναίοι» – Θουκυδίδης

Εμμανουέλα Ζώη, Κοινωνική Λειτουργός

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 29 Φεβρουαρίου 2020

Οδυσσέα Ελύτη, «Μυρίσαι το άριστον. XIV»
Τ’ ανώτερα μαθηματικά μου τα έκανα στο Σχολείο της θάλασσας. Ιδού και μερικές πράξεις για παράδειγμα:

1. Εάν αποσυνδέσεις την Ελλάδα, στο τέλος θα δεις να σου απομένουν μια ελιά, ένα αμπέλι κι ένα καράβι. Που σημαίνει: με άλλα τόσα την ξαναφτιάχνεις.

2. Το γινόμενο των μυριστικών χόρτων επί την αθωότητα δίνει πάντοτε το σχήμα κάποιου Ιησού Χριστού.

3. Η ευτυχία είναι η ορθή σχέση ανάμεσα στις πράξεις (σχήματα) και στα αισθήματα (χρώματα). Η ζωή μας κόβεται, και οφείλει να κόβεται, στα μέτρα που έκοψε τα χρωματιστά χαρτιά του ο Matisse.

4. Όπου υπάρχουν συκιές υπάρχει Ελλάδα. Όπου προεξέχει το βουνό απ’ τη λέξη του υπάρχει ποιητής. Η ηδονή δεν είναι αφαιρετέα.

5. Ένα δειλινό στο Αιγαίο περιλαμβάνει τη χαρά και τη λύπη σε τόσο ίσες δόσεις που δε μένει στο τέλος παρά η αλήθεια.

6. Κάθε πρόοδος στο ηθικό επίπεδο δεν μπορεί παρά να είναι αντιστρόφως ανάλογη προς την ικανότητα που έχουν η δύναμη κι ο αριθμός να καθορίζουν τα πεπρωμένα μας.

7. Ένας «Αναχωρητής» για τους μισούς είναι, αναγκαστικά, για τους άλλους μισούς, ένας «Ερχόμενος».

  1. Από τη συλλογή Ο Μικρός Ναυτίλος (1985)
    Οδυσσέας Ελύτης
Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 23 Φεβρουαρίου 2020

“ΟΧΙ, ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΛΥΠΗΜΕΝΗ. ΣΕ ΣΩΣΤΗ ΩΡΑ ΝΥΧΤΩΝΕΙ…”

 

Περπατώ και νυχτώνει.
Αποφασίζω και νυχτώνει.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Υπήρξα περίεργη και μελετηρή.
Ξέρω απ’ όλα. Λίγο απ’ όλα.
Τα ονόματα των λουλουδιών όταν μαραίνονται,
πότε πρασινίζουν οι λέξεις και πότε κρυώνουμε.
Πόσο εύκολα γυρίζει η κλειδαριά των αισθημάτων
μ’ ένα οποιοδήποτε κλειδί της λησμονιάς.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Πέρασα μέρες με βροχή,
εντάθηκα πίσω απ’ αυτό
το συρματόπλεγμα το υδάτινο
υπομονετικά κι απαρατήρητα,
όπως ο πόνος των δέντρων
όταν το ύστατο φύλλο τους φεύγει
κι όπως ο φόβος των γενναίων.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Πέρασα από κήπους, στάθηκα σε συντριβάνια
και είδα πολλά αγαλματίδια να γελούν
σε αθέατα αίτια χαράς.
Και μικρούς ερωτιδείς, καυχησιάρηδες.
Τα τεντωμένα τόξα τους
βγήκανε μισοφέγγαρο σε νύχτες μου και ρέμβασα.
Είδα πολλά και ωραία όνειρα
και είδα να ξεχνιέμαι.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Περπάτησα πολύ στα αισθήματα,
τα δικά μου και των άλλων,
κι έμενε πάντα χώρος ανάμεσά τους
να περάσει πλατύς ο χρόνος.
Πέρασα από ταχυδρομεία και ξαναπέρασα.
Έγραψα γράμματα και ξαναέγραψα
και στο θεό της απαντήσεως προσευχήθηκα άκοπα.
Έλαβα κάρτες σύντομες:
εγκάρδιο αποχαιρετιστήριο από την Πάτρα
και κάτι χαιρετίσματα
από τον Πύργο της Πίζας που γέρνει.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη που γέρνει η μέρα.

Μίλησα πολύ. Στους ανθρώπους,
στους φανοστάτες, στις φωτογραφίες.
Και πολύ στις αλυσίδες.
Έμαθα να διαβάζω χέρια
και να χάνω χέρια.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Ταξίδεψα μάλιστα.
Πήγα κι από δω, πήγα κι από κει…
Παντού έτοιμος να γεράσει ο κόσμος.
Έχασα κι από δω, έχασα κι από κει.
Κι από την προσοχή μου μέσα έχασα
κι από την απροσεξία μου.
Πήγα και στη θάλασσα.
Μου οφειλόταν ένα πλάτος. Πες πως το πήρα.
Φοβήθηκα τη μοναξιά
και φαντάστηκα ανθρώπους.
Τους είδα να πέφτουν
απ’ το χέρι μιας ήσυχης σκόνης,
που διέτρεχε μιαν ηλιαχτίδα
κι άλλους από τον ήχο μιας καμπάνας ελάχιστης.
Και ηχήθηκα σε κωδωνοκρουσίες
ορθόδοξης ερημίας.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Έπιασα και φωτιά και σιγοκάηκα.
Και δεν μου ‘λειψε ούτε των φεγγαριών η πείρα.
Η χάση τους πάνω από θάλασσες κι από μάτια,
σκοτεινή με ακόνισε.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Όσο μπόρεσα έφερ’ αντίσταση σ’ αυτό το ποτάμι
όταν είχε νερό πολύ, να μη με πάρει,
κι όσο ήταν δυνατόν φαντάστηκα νερό
στα ξεροπόταμα
και παρασύρθηκα.

Όχι, δεν είμαι λυπημένη.
Σε σωστή ώρα νυχτώνει.

 

Άφησα να μην Ξέρω

Aπό τον κόσμο των γρίφων
φεύγω ήσυχη.
Δεν έχω βλάψει στη ζωή μου αίνιγμα:
δεν έλυσα κανένα.
Oύτε κι αυτά που θέλαν να πεθάνουν
πλάι στα παιδικά μου χρόνια:
έχω ένα βαρελάκι που ‘χει δυο λογιών κρασάκι.
Tο κράτησα ώς τώρα
αχάλαστο ανεξήγητο,
γιατί ώς τώρα
δυο λογιών κρασάκι
έχουν λυμένα κι άλυτα που μου τυχαίνουν.
Συμβίωσα σκληρά
μ’ έναν ψηλό καλόγερο που κόκαλα δεν έχει
και δεν τον ρώτησα ποτέ
ποιας φωτιάς γιος είναι,
σε ποιο θεό ανεβαίνει και μου φεύγει.

Δεν του λιγόστεψα του κόσμου
τα προσωπιδοφόρα πλάσματά του,
του ανάθρεψα του κόσμου το μυστήριο
με θυσία και με στέρηση.
Mε το αίμα που μου δόθηκε
για να τον εξηγήσω.
Ό,τι ήρθε με δεμένα μάτια
και σκεπασμένη πρόθεση
έτσι το δέχτηκα
κι έτσι τ’ αποχωρίστηκα:
με δεμένα μάτια και σκεπασμένη πρόθεση.
Aίνιγμα δανείστηκα,
αίνιγμα επέστρεψα.
Άφησα να μην ξέρω
πώς λύνεται ένα χθες,
ένα εξαρτάται,
το αίνιγμα των ασυμπτώτων.
Άφησα να μην ξέρω τι αγγίζω,
ένα πρόσωπο ή ένα βιάζομαι.

Oύτε κι εσένα σε παρέσυρα στο φως
να σε διακρίνω.
Στάθηκα Πηνελόπη
στη σκοτεινή ολιγωρία σου.
Kι αν ρώτησα καμιά φορά πώς λύνεσαι,
πηγή αν είσαι ή κρήνη,
θα ‘ταν κάποια καλοκαιριάτικη ημέρα
που, Πηνελόπες και όχι,
μας κυριεύει αυτός ο δαίμων του νερού
για να δοξάζεται το αίνιγμα
πώς μένουμε αξεδίψαστοι.
Aπό τον κόσμο των γρίφων
φεύγω ήσυχη.
Aναμάρτητη:
αξεδίψαστη.
Στο αίνιγμα του θανάτου
πάω ψυχωμένη.

Η Περιφραστική Πέτρα

Μίλα.
Πὲς κάτι, ὁτιδήποτε.
Μόνο μὴ στέκεις σὰν ἀτσάλινη ἀπουσία.
Διάλεξε ἔστω κάποια λέξη,
ποὺ νὰ σὲ δένει πιὸ σφιχτὰ
μὲ τὴν ἀοριστία.
Πές:
«ἄδικα»,
«δέντρο»,
«γυμνό».
Πές:
«θὰ δοῦμε»,
«ἀστάθμητο»,
«βάρος».
Ὑπάρχουν τόσες λέξεις ποὺ ὀνειρεύονται
μιὰ σύντομη, ἄδετη, ζωὴ μὲ τὴ φωνή σου.

Μίλα.
Ἔχουμε τόση θάλασσα μπροστά μας.
Ἐκεῖ ποὺ τελειώνουμε ἐμεῖς
ἀρχίζει ἡ θάλασσα.
Πὲς κάτι.
Πὲς «κῦμα», ποὺ δὲν στέκεται.
Πὲς «βάρκα», ποὺ βουλιάζει
ἂν τὴν παραφορτώσεις μὲ προθέσεις.

Πὲς «στιγμή»,
ποὺ φωνάζει βοήθεια ὅτι πνίγεται,
μὴν τὴ σῴζεις,
πὲς
«δὲν ἄκουσα».

Μίλα.
Οἱ λέξεις ἔχουν ἔχθρες μεταξύ τους,
ἔχουν τοὺς ἀνταγωνισμούς:
ἂν κάποια ἀπ᾿ αὐτὲς σὲ αἰχμαλωτίσει,
σ᾿ ἐλευθερώνει ἄλλη.
Τράβα μία λέξη ἀπ᾿ τὴ νύχτα
στὴν τύχη.
Ὁλόκληρη νύχτα στὴν τύχη.
Μὴ λὲς «ὁλόκληρη»,
πὲς «ἐλάχιστη»,
ποὺ σ᾿ ἀφήνει νὰ φύγεις.
Ἐλάχιστη
αἴσθηση,
λύπη
ὁλόκληρη
δική μου.
Ὁλόκληρη νύχτα.

Μίλα.
Πὲς «ἀστέρι», ποὺ σβήνει.
Δὲν λιγοστεύει ἡ σιωπὴ μὲ μιὰ λέξη.
Πὲς «πέτρα»,
ποὺ εἶναι ἄσπαστη λέξη.
Ἔτσι, ἴσα ἴσα,
νὰ βάλω ἕναν τίτλο
σ᾿ αὐτὴ τὴ βόλτα τὴν παραθαλάσσια

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 23 Φεβρουαρίου 2020

Ο Ρώσος Σεργκέι Ραχμάνινοφ (1873-1943) υπήρξε ο πιο καινοτόμος στον κόσμο συνθέτης για πιάνο μεταξύ 1700-1910, σύμφωνα με μια νέα νοτιοκορεατική επιστημονική μελέτη, ενώ ακολουθούν κατά σειρά οι Μπαχ, Μπραμς και Μέντελσον.

Οι ερευνητές της Μεταπτυχιακής Σχολής Τεχνολογίας Πολιτισμού του Προωθημένου Ινστιτούτου Επιστήμης και Τεχνολογίας της Κορέας (KAIST), που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό επιστήμης των δεδομένων «EPJ Data Science», ανέλυσαν 900 συνθέσεις για πιάνο από 19 κορυφαίους συνθέτες, χρησιμοποιώντας ως κριτήριο καινοτομίας πόσο διέφερε κάθε έργο από τα προηγούμενα που είχαν γραφτεί για πιάνο.

Οι ερευνητές δημιούργησαν ένα υπολογιστικό πρόγραμμα, που χωρίζει κάθε μουσική σύνθεση σε επιμέρους τμήματα (codewords), καθένα από τα οποία απαρτίζεται από όλες τις νότες που παίζονται ταυτόχρονα σε μια δεδομένη στιγμή. Στη συνέχεια, συγκρίνει τις αλληλουχίες αυτών των τμημάτων ανάμεσα σε διαφορετικές συνθέσεις για πιάνο.

Η μελέτη συμπέρανε ότι οι συνθέσεις για πιάνο της Ρομαντικής εποχής (1820-1910) είχαν το μεγαλύτερο «σκορ» πρωτοτυπίας σε σχέση με την Μπαρόκ και την Κλασσική εποχή (1750-1820), η οποία είχε τη χαμηλότερη βαθμολογία από άποψη καινοτομίας στο πιάνο.

Η χαμηλή καινοτομία δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη και χαμηλή επιρροή, καθώς, σύμφωνα με τους νοτιοκορεάτες ερευνητές, για παράδειγμα ο Μπετόβεν, παρόλο που βαθμολογήθηκε κάτω του μέσου όρου για την καινοτομία του στο πιάνο, υπήρξε ο πιο επιδραστικός μουσικοσυνθέτης μεταξύ 1820-1910 και γενικότερα θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους μουσικούς όλων των εποχών.

Οι ερευνητές ανέφεραν ότι καθώς η μελέτη τους αφορούσε μόνο συνθέσεις για πιάνο, είναι άγνωστο αν η κατάταξη της μουσικής καινοτομίας θα ήταν η ίδια, εφόσον λαμβάνονταν υπόψη όλα των έργα των 19 συνθετών. Επίσης πιστεύουν ότι η μέθοδος τους θα μπορούσε, πέρα από τη μουσική, να εφαρμοστεί σε έργα λογοτεχνίας, ζωγραφικής και άλλων τεχνών.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 23 Φεβρουαρίου 2020

Από τον Πέτρο

 

Το γαλλικό χωριό Σεν Σαντέν χωρίζεται σε δύο επαρχίες, δύο δήμους και δύο διοικητικά διαμερίσματα. Έτσι, σχεδόν όλα σε αυτό το χωριό των περίπου 1.000 κατοίκων είναι διπλά.

Το χωριό ήταν ενιαίο μέχρι τη γαλλική επανάσταση, το 1789, όταν και χωρίστηκε σε δύο δήμους και δύο επαρχίες, κυρίως επειδή υπήρχαν δύο ενορίες – ο Άγιος Πέτρος και η Παναγία – σύμφωνα με τους κατοίκους της περιοχής.

Το γεγονός πως το χωριό χωρίστηκε στα δύο, δημιούργησε σταδιακά αρκετά ζητήματα, με την κοινότητα να βρίσκεται πάνω στα όρια των διοικητικών διαμερισμάτων της Γαλλίας, Καντάλ και Αβεϊρόν.

Ένα χωριό, δύο διοικητικά διαμερίσματα

Όπως ανέφερε ένας εκ των κατοίκων του χωριού στο BBC, για περίπου 250 χρόνια, όλα στο χωριό ήταν διπλά: δύο δήμοι, δύο επαρχίες, δύο διοικητικά διαμερίσματαν είναι όμως μόνο αυτό. Παρά το σχετικά μικρό του μέγεθοτο χωριό έχει δύο εκκλησίες – μία στο γαλλικό διαμέρισμα Καντάλ και μία στο διαμέρισμα Αβεϊρόν -, δύο κοιμητήρια, δύο ταχυδρόμους, δύο εφημερίδες, ακόμη και δύο είδη… αγελάδων: ένα πιο σκουρόχρωμο στην πλευρά του Καντάλ και ένα πιο ανοιχτόχρωμο στην πλευρά του Αβεϊρόν.

Μάλιστα, στο παρελθόν υπήρχε μια αντιπαλότητα μεταξύ των δύο πλευρών, ωστόσο με την πάροδο του χρόνου οι κάτοικοι ζουν αρμονικά, με κύρια ενασχόληση την κτηνοτροφία.

Τα γραφειοκρατικά προβλήματα

Στο μεταξύ, δεν είναι λίγα τα γραφειοκρατικά προβλήματα που ανακύπτουν με τον διοικητικό χωρισμό της του χωριού στα δύο.

Όπως ανέφερε ο δήμαρχος του Σεν-Σαντέν ντε Μορ – μίας εκ των δύο κοινοτήτων – Ζαν Λουκ Μπρουσάλ, υπάρχουν ζητήματα που η κεντρική διοίκηση αναθέτει είτε στη μία πλευρά, είτε στην άλλη, με αποτέλεσμα να δημιουργείται σύγχυση.

Ωστόσο, κατά τη Μισέλ Κουντέρ, δήμαρχο της άλλης πλευράς (Σεν-Σαντέν ντ’ Αβεϊρόν) υπήρξαν και κοινά έργα, όπως η ανάπλαση της κεντρικής πλατείας, όπου βρίσκονται τα όρια των δύο δήμων – και τα οποία είναι διακριτά με πιο σκουρόχρωμες πλάκες στο έδαφος.

Το κοινό γήπεδο

Οι δύο δήμοι του ίδιου χωριού διαθέτουν πάντως ένα στάδιο, με το ένα τέρμα να βρίσκεται στην πλευρά του Αβεϊρόν και το άλλο στην πλευρά του Καντάλ. Το γήπεδο ονομάστηκε «Αβεϊκάν», συνδυάζοντας τα ονόματα των δύο διοικητικών διαμερισμάτων.

Παράλληλα, υπάρχει ένα μνημείο για τον πόλεμο στην πλατεία του χωριού, όπου διεξάγεται μία κοινή τελετή, ενώ πλέον λειτουργεί μόνο ένα σχολείο αντί των δύο που υπήρχαν στο παρελθόν, καθώς είναι λιγότεροι οι μαθητές.

Ένα σπίτι χωρισμένο στα δύο

Τη μεγαλύτερη σύγχυση, πάντως, την αντιμετωπίζει ένας κάτοικος, το σπίτι του οποίου είναι χτισμένο ανάμεσα στις δύο εκκλησίες, με μερικά δωμάτιά του να βρίσκονται στην πλευρά του Καντάλ και τα υπόλοιπα στην πλευρά του Αβεϊρόν.

Οι κάτοικοι του δήλωναν πως υπάγονταν είτε στο ένα, είτε στο άλλο διοικητικό διαμέρισμα, ανάλογα με τους φόρους και τα τέλη που καλούνταν να πληρώσουν, ωστόσο μετά από μια δεκαετία, η φορολογική διοίκηση τους ζήτησε να επιλέξουν.

Η απόφαση ελήφθη βάσει του δωματίου που έμεναν οι γονείς των ιδιοκτητών του σπιτιού, καθώς θεωρήθηκε ότι εκεί γεννήθηκαν. Για την… ιστορία, πλέον θεωρείται ότι διαμένουν στο διοικητικό διαμέρισμα Αβεϊρόν

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 19 Φεβρουαρίου 2020

Από τον Πέτρο

Ενα ολοκαίνουργο αναπάντεχο εύρημα – ένα σφραγισμένο με τελετουργική πυρά ορθογώνιο κτίριο, τα όρια του οποίου χάνονται κάτω από το πλέον εμβληματικό οικοδόμημα του αρχαιολογικού χώρου της Αρχαίας Επιδαύρου, της Θόλου – ανατρέπει την εικόνα σε ένα από τα σημαντικότερα ιερά της αρχαιότητας. Γεννά νέα ερωτήματα για τη λατρεία του Ασκληπιού και οδηγεί τους αρχαιολόγους να μιλούν για ένα από τα σημαντικότερα ευρήματα των τελευταίων ετών.

Ορθογώνιο, με τη μία διάστασή του να φτάνει τα 5 μ. και την άλλη ακόμη να βρίσκεται υπό διερεύνηση, με υπόγειο στεγασμένο χώρο, λευκό βοτσαλωτό δάπεδο, τοίχους επενδυμένους με κόκκινο κονίαμα και περιστύλιο από ξύλινους κίονες, παρέμενε άγνωστο και «αθέατο» ακόμη και από τις αρχαίες πηγές για 28 αιώνες. Κατεδαφίστηκε για να χτιστεί η Θόλος – το κομψότερο και πλουσιότερα διακοσμημένο οικοδόμημα της κλασικής εποχής μετά το Ερέχθειο – και ο υπόγειος χώρος του χρησιμοποιήθηκε ως αποθέτης για την ευλαβική κατάχωση του οικοδομικού υλικού του. Και είδε ξανά το φως του αργολικού ουρανού χάρη στην παρατηρητικότητα των επιστημόνων, οι οποίοι διαπίστωσαν ένα λάθος στα σχέδια του ιερού που χρησιμοποιούνταν μέχρι πρόσφατα.

«Ολα ξεκίνησαν όταν η Επιτροπή Επιδαύρου μελετώντας τις αεροφωτογραφίες διαπίστωσε ότι τα μέχρι σήμερα χρησιμοποιούμενα σχέδια του ιερού είναι λανθασμένα και ότι ο θεωρούμενος βωμός του Απόλλωνα ή του Ασκληπιού είναι αξονικά προσανατολισμένος προς τη Θόλο» εξηγεί στα «ΝΕΑ» ο επικεφαλής των ανασκαφών του Πανεπιστημίου Αθηνών στην Αρχαία Επίδαυρο, ομότιμος καθηγητής, Βασίλης Λαμπρινουδάκης, ο οποίος και θα παρουσιάσει μαζί με τους συνεργάτες του, Αλεξάνδρα Σφυρόερα και Βαγγέλη Καζολιά, τα αποτελέσματα των φετινών ανασκαφικών ερευνών στις 3 Φεβρουαρίου στις 19.00 στο αμφιθέατρο «Αλκης Αργυριάδης» του κεντρικού κτιρίου του Πανεπιστημίου

Για ποιον λόγο λοιπόν τον 4ο αι. π.Χ. οι κατασκευαστές της Θόλου – του περιβεβλημένου μέχρι σήμερα με μυστήριο οικοδομήματος στο ιερό του Ασκληπιού κυρίως λόγω του λαβυρίνθου που βρίσκεται στο υπόγειό του – θέλησαν να τη συνδέσουν με τον αρχαϊκό βωμό του 6ου αι. π.Χ.; «Θεωρήσαμε ως λογικό συμπέρασμα ότι στη θέση της Θόλου ή κοντά σε αυτήν υπήρχε “κάτι”, προς το οποίο ήταν προσανατολισμένος ο αρχαϊκός βωμός και το οποίο αντικατέστησε η Θόλος» απαντά ο ανασκαφέας για την απαρχή της έρευνας, που πραγματοποιείται με αρωγή του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος και την υποστήριξη της Εφορείας Αρχαιοτήτων Αργολίδας.

Χρειάστηκε να φτάσουν σε βάθος 3 μ. έως ότου αποκαλύψουν το ιδιαιτέρως καλά διατηρημένο ψηφιδωτό δάπεδο από μικρά λευκά βότσαλα, το οποίο βρίσκεται μισό μέτρο πιο χαμηλά από το δάπεδο των υπογείων δακτυλίων της Θόλου και κοσμούσε το υπόγειο του κτιρίου. Γρήγορα εντόπισαν και το παχύ κονίαμα με το βαθύ κόκκινο χρώμα που κάλυπτε τους τοίχους, χωρίς όμως τους λίθους που είχαν χρησιμοποιηθεί ως οικοδομικό υλικό για την ανέγερση μεταγενέστερων κτιρίων. Το υπόγειο είχε ύψος 2,3 μ. Το ωφέλιμο ύψος του ισογείου υπολογίζεται σε 2,8 μ. Βρέθηκαν δε και τετράγωνες λίθινες βάσεις που στήριζαν ξύλινους στύλους, οι οποίοι περιέβαλαν το ιδιαίτερο αυτό κτίσμα.

Πρόδρομος του θόλου

Οσο για την ταυτότητά του; «Αν και έχει ανασκαφεί μόνο ένα τμήμα του, διαφαίνεται ήδη ότι σχετίζεται με την πρώιμη, χθόνια, λατρεία του Ασκληπιού, αποτελώντας το ιερό κτίριο-πρόδρομο της Θόλου, κατεξοχήν τόπου της χθόνιας λατρείας του συγκεκριμένου θεού. Ο υπόγειος χώρος του χρησιμοποιήθηκε ως αποθέτης για την ευλαβική κατάχωση του οικοδομικού υλικού του, μετά την κατεδάφισή του, λίγο πριν από την έναρξη ανέγερσης της Θόλου.

Χάρη στα ιδιαίτερα αρχιτεκτονικά και λατρευτικά χαρακτηριστικά του η ανασκαφή του θα συμβάλει στη διεύρυνση των γνώσεών μας στην ιστορία και εξέλιξη της αρχιτεκτονικής της εποχής αυτής και κυρίως στην κατανόηση των απαρχών της λατρείας του Ασκληπιού στη συγκεκριμένη θέση. Ελπίζουμε ότι θα αποκαλύψει δηλαδή μια άγνωστη έως τώρα πτυχή της ιστορίας του ιερού και έχουμε κάθε λόγο να μιλάμε πλέον για ένα από τα σημαντικότερα ευρήματα των τελευταίων χρόνων» καταλήγει ο Βασίλης Λαμπρινουδάκης

Aπό ΤΑ ΝΕΑ

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 18 Φεβρουαρίου 2020

Ο χοίρος στ’ Απεράθου κατά το παρελθόν, ήταν το κατεξοχήν κατοικίδιο ζώο και αποτελούσε ένα σπουδαίο κεφάλαιο της απεραθίτικης οικιακής οικονονομίας. Το κάθε σπίτι είχε και τον χοίρο του, τον οποίο εξέτρεφε με μεγάλη φροντίδα. Ο χοίρος φωλιάζονταν μες στο ”κουμάσι”, δηλαδή σε ένα μικρό χαμηλοτάβανο αποθηκάκι που βρίσκονταν κάτω από τη σκάλα της αυλής. Έτρωγε ”αποπλύματα”, δηλαδή περισσέματα από τα φαγητά των ανθρώπων, βελανίδια και φλούδες φρούτων και λαχανικών μέσα στη ”ούρνα”,δηλαδή μέσα σε ένα μαρμάρινο παλιό δοχείο. Μπαινόβγαινε ελεύθερα μέσα στο σπίτι και οι νοικοκυρές φρόντιζαν για την καθαριότητα του καθημερινά.

Λένε μάλιστα, πως ο λόγος που οι Απεραθίτισσες γαλάχτιζαν ακόμα και τα μαρμάρινα μόρσα των πορτών, ήταν για να σκοτώνει ο ασβέστης τα μικρόβια που δημιουργούσε ”ο χοιρόλαιμος” με το ξύσιμο του στις γωνίες.Συχνά τον άφηναν ελεύθερο να βοσκίσει μες στο χωριό και επέστρεφε μόνος του το βράδυ. Την περίοδο της πείνας και της κλεψιάς, ο χοίρος κοιμόταν για να είναι ασφαλής, κάτω απ’τις καριόλες μες στα μαεργειά των σπιτιών και για τον λόγο αυτό τις έκαναν τόσο ψηλές.
Το βάρος και το μέγεθος του χοίρου ήταν άμεσα συνδεδεμένο με την οικονομική ευρωστία του σπίτιου.Όταν ο χοίρος ξεπερνούσε τις εκατό οκάδες και δε χωρούσε πια να μπαινοβγαίνει στο κουμάσι, ανέβαινε το κοινωνικό κύρος του σπιτιού και ο νοικοκύρης θεωρούνταν ”καλονυκοκυούρης”.
Παρόλο που τα μέλη της οικογένειας δένονταν συναισθηματικά με τον χοίρο, αυτός προορίζονταν για σφαγή την Αποκριά.Ο κάθένας έσφαζε τον χοίρο του στην πόρτα του σπιτιού του για να τρέξει το αίμα στις σκάλες με αποτέλεσμα το ”χοιροσφράισμα” να θυμίζει αρχαία θυσία.Τα ”χοιροσφραΐσματα” ελάμβαναν χώρα στ’ Απεράθου την Κυριακή του Ασώτου και σε όλο το χωριό ακούγονταν οι φωνές των δυστυχισμένων χοίρων.Για το λόγο αυτό η εβδομάδα πριν την Κυριακή αυτή λέγεται ”Προφωνή”, ακριβώς επειδή είναι ”πριν από τις φωνές του χοίρου”.Τα χοιροσφραΐσματα, ήταν μια τελετουργία αφού συνοδεύονταν με τραγούδι,χορό,φαγοπότι και ερωτική διάθεση όπως φανερώνουν τα παρακάτω κοτσάκια:
Έλα στα χοιροσφραΐσμα/τα και ας μου κάνεις πείσμα.
Έλα να φάμε τσ’ εμαθιές/κι ας ρίχτεις και αλλού μαθιές.
Πάρτη απ’τον χαδεμένο/χοίρο σας δε ανεμένω.
Μετά τη ”σφραΐδα” του χοίρου, άρχιζαν τα ζαμπόνια, τα παστά, τα γλινερά και τα βούτυρα από τις μεζίνες, ενώ τα ρόστα της Τυρνής, η κεφαλή, τα άντερα και τα μπριζολάκια τρώγονταν φρέσκα μες στις Απόκριες.Την ίδια ώρα, τα μικρά παιδιά, φουσκώνουν τη φούσκα και την κάνουν μπαλόνι και οι μεγάλοι με τα δόντια και τα ποδάρια του χοίρου, ντύνονται μοσκάροι που θυμίζουν ακόλουθους του Διόνυσου.
Σε ανάμνηση των παλιών χοιροσφραϊμάτων, ο Σύλλογος μας κάθε χρόνο στην πλάτσα του χωριού, αναβιώνει το έθιμο και πλήθος κόσμου απ’ όλη τη Νάξο, ανεβαίνει στ’ Απεράθου για να το δει από κοντά. Σας περιμένουμε λοιπόν κι εφέτος.
Φρατζέσκος Γ. Μαργαρίτης
φιλόλογος
Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 15 Φεβρουαρίου 2020

Ήταν που λέτε μια φορά κι ένα καιρό ένα  σκιουράκι. Ούτε όμορφο, ούτε άσχημο. Ούτε έξυπνο, ούτε κουτό. Ένα συνηθισμένο σκιουράκι ήτανε, που θα ‘μοιαζε μ’ όλα τα’ άλλα, αν δεν είχε μια παράξενη συνήθεια. Μόλις σουρούπωνε, το ‘σκαγε απ΄ τη φωλιά του και πήγαινε και στηνότανε στην άκρη του δάσους, δίπλα στο ποτάμι, καρτερώντας τα ζώα που πήγαιναν να πιουν νερό…

Περνούσαν λέαινες, ζαρκάδια κι αρκούδες και λαγοί κι ασβοί και βατραχάκια… Το σκιουράκι ένιωθε πως με όλα έμοιαζε λιγάκι, πως όλα τους είχανε κάτι όμορφο, κάτι ξεχωριστό. Έτσι, τα σταματούσε όλα, τα κοίταζε στα μάτια και τα ρωτούσε:

– Μπορείς να μ’ αγαπάς;

Τα πιο πολλά γελούσαν. Αλλα δεν έμπαιναν στον κόπο να απαντήσουν. Και άλλα του απαντούσαν: Δεν έχω χρόνο…Και άλλα του απαντούσαν: δεν ξέρω τι είναι ν’ αγαπάς

Κι αυτό γινόταν κάθε σούρουπο κι έτσι είχαν τα πράγματα, ώσπου μια μέρα, το σκιουράκι ξαναρώτησε και τότε ένας ασβός του χαμογέλασε και του είπε:

– Μπορώ. Έλα να αγαπηθούμε.

– Μπορείς; Πόσο χαίρομαι! Πες μου, όμως, τι πά’ να πει ν’ αγαπηθούμε;

– Λοιπόν, το πιο σπουδαίο είναι να μη βιαστείς να καταλάβεις. Και τώρα άκου: Ν’ αγαπηθούμε, πρώτα-πρώτα πά’ να πει να κοιταζόμαστε στα μάτια.

Κι έτσι κοιταζόταν στα μάτια για μερόνυχτα…

 Τώρα αγαπιόμαστε; 

– Όχι βέβαια. Αλίμονο αν ήταν τόσο απλό.

Ν’ αγαπηθούμε πά’ να πει να φτιάξουμε κάτι μαζί.

Κι έφτιαξαν πράγματα μαζί. Κι ήταν τόσο χαρούμενα!…

– Τι ωραίο να σ’ αγαπάω! Τώρα δεν αγαπιόμαστε; 

– Όχι ακόμα. Γιατί ν’ αγαπηθούμε πά’ να πει και να ‘χουμε κάτι ο ένας απ’ τον άλλον. Δώσ’ μου λίγο απ’ το καστανόμαυρο τρίχωμά σου κι εγώ θα σου δώσω απ΄ το κίτρινο των ματιών μου.

Κι έκαναν έτσι…

Το σκιουράκι καθρεφτίστηκε στα μάτια του ασβού και καμάρωσε την κίτρινη λάμψη τους στα δικά του μάτια. Κι ύστερα του χάρισε το πιο γλυκό καστανόμαυρο τρίχωμα που είχε στην πλάτη του.

 Τώρα αγαπιόμαστε; 

– Όχι, όχι ακόμα. Μας μένει το πιο δύσκολο. Πρέπει να αγκαλιαστούμε σφιχτά, πολύ σφιχτά, και να τρέξουμε στον ήλιο, καβαλώντας μιαν αχτίδα από φως. Έλα, με το ένα, με το δύο, με το τρία, να προλάβουμε αυτήν εκεί την αχτίδα.

– Ένα, δύο, τρία, εεεεεεεεεεεεεε… ωπ!

– Τώρα αγαπιόμαστε;

– Τώρα ναι αγαπιόμαστε. 

Και που λέτε, όσο κι αν φαίνεται παράξενο, κάπως έτσι έγινε κι έτρεχαν για τον ήλιο. Κι άρχισε να πέφτει βροχή, γλυκιά σα μέλι. Ήταν τα δάκρυα της χαράς τους, που απ’ την τεράστια ταχύτητα – που ζάλισε όλα τα πουλιά κι όλα τ’ αστέρια – έγιναν ένα… Κι ύστερα βγήκε ένα ουράνιο τόξο τόσο λαμπερό, που όλοι στη γη βάλανε το χέρι πάνω από τα μάτια να μην τυφλωθούνε, κι αναρωτιόντουσαν τι είχε συμβεί πάνω απ’ τα σύννεφα…

Και πέρασε καιρός. Να ‘τανε χρόνια, να ‘τανε ένα λεπτό μονάχα, κανένας δε θα μπορούσε να μας πει, γιατί ο χρόνος ήταν άχρονος, μέχρι που ο ασβός ψιθύρισε:

– Κουράστηκα. Μη σου κακοφανεί. Μπορεί και να ζαλίστηκα απ’ το τρέξιμο.Θα ‘θελα να γυρίσω πίσω.

– Κουράστηκες; Όμως, δεν τρέχουμε πατώντας στο χώμα. Είναι το φως που μας κρατά …;και είναι σαν να πετάμε δίχως κούραση να καταπονεί τα μικρά μας πόδια. Δεν είναι κουραστικό.

– Για μένα είναι. Έπειτα το ‘χω ξανακάνει. Λίγοι το αντέχουν δεύτερη φορά. Είν’ επικίνδυνο. Γυρίζω πίσω…

Αυτά είπε. Και με μεγάλη ευκολία, πήδηξε σ’ ένα μετεωρίτη που κατέβαινε στη γη και χάθηκε…

– Μη φεύγεις, φώναξε το σκιουράκι. Φοβάμαι πως δε θα μπορέσω ποτέ πια να σταματήσω, κι είν’ αστείο να τρέχω μόνος μου στον ουρανό…

Όμως, τη φωνή του την άκουσε μονάχα το σκοτάδι, κι ίσως – δε σας τ’ ορκίζομαι  το φεγγαράκι που πρόβαλε πίσω από ένα σύννεφο δειλά.

– Εεεεεεε… ωωωωωωωωωωπ… Είναι κανείς εδώ; Δεν έχει νόημα πια να πάω στον ήλιο. Ποιος θα μπορούσε να μου πει πώς θα ξαναγυρίσω πίσω;

Αλλά το σύμπαν εκείνη τη στιγμή ήτανε άδειο, κι έτσι απάντηση δεν πήρε παρα μόνο σιωπή.

– Μου φαίνεται πως τώρα τρέχω πιο γρήγορα από πρώτα.

Κι άρχισα να κρυώνω. Κι αν τρέχω έτσι μόνο μου για πάντα; Εεεεεεε… με ακούει κανείς;… Βοήθεια! Δεν είναι κανείς εδώ;

Τότε, μια μικρή φωνούλα έφτασε στ’ αφτιά του, τόσο γλυκιά και σιγανή σα να ‘βγαινε από μέσα του.

– Ψιτ, ψιτ! Σκιουράκι!

– Μου μίλησε κανείς; Τίποτε δεν βλέπω.

– Ψιτ, εδώ δίπλα στην κοιλιά σου. Είμαι η ηλιαχτίδα που σε μετέφερε μαζί με τον ασβό βόλτα στον Γαλαξία.

Ακόμα πάνω μου τρέχεις. Ακου. Μόνο εγώ μπορώ να σε γυρίσω πίσω. Πρώτα θα μπούμε σε τροχιά γύρω από τη γη, ύστερα σιγά-σιγά θα κατέβουμε. Μόνο που ‘χω τρέξει άπειρα χιλιόμετρα κι η ενέργειά μου έχει σχεδόν εξαντληθεί. Για να γυρίσουμε πρέπει να θυσιάσεις κάτι από σένα, να το καίω, να γεμίζω τις μπαταρίες μου, να προχωράμε…

– Ότι πεις. Τι θες να θυσιάσω;

– Ξέρω κι εγώ;Το τρίχωμά σου, τις  μικρές πατούσες σου, ένα κομμάτι από την καρδιά σου…

– Το τρίχωμά μου, οι πατούσες μου, δικά σου. Μόνο που καρδιά δεν έχω πια. Την πήρε ο ασβός μαζί του. Κι αυτό δεν αλλάζει…

– Εντάξει, παίρνω τις μικρές σου  πατούσες , δεν το θέλω μα δεν γίνεται αλλιώς. Ελπίζω να μας φτάσουν. Έκαψε την πρώτη… Πονάς το ξέρω. Μην κλαις, δεν το αντέχω. Ησύχασε. Κρατήσου τώρα. Αλλάζουμε πορεία.

Κι έτσι μπήκανε σε τροχιά… Το σκιουράκι μ’ ένα πόδι, κοίταζε τη γη – τόσο μικρούλα – κι όμως του φαινότανε πως διέκρινε στο δάσος τον ασβό του.

Κι ήταν το κέντρο της γης ο ασβός γι’ αυτό. Μόνο εκείνος μέτραγε εκεί κάτω. Τίποτ’ άλλο.

– Παράξενο να μπαίνεις σε τροχιά. Το κέντρο της ζωής σου είν’ αυτό το κάτι που τρέχεις γύρω του. Κι όμως είν’ άσκοπο να τρέχεις, γιατί δεν μπορείς να το φτάσεις, ούτε και να ξεφύγεις απ’ αυτό…

– Σσσσσσστ! Μη μιλάς, δάγκωσε τα χείλη, είπε η λιαχτίδα.

Συνέχισε να καίει τα μικρά ποδαράκια του σκίουρου. Καταβαίνουμε…

Κι αρχίσανε να κατεβαίνουν κάνοντας τούμπες στον αέρα,μέσα σε ρεύματα τόσο τρελά, που όλα δείχνουν πως δίχως άλλο θα γκρεμοτσακιστούνε. Το σκιουράκι δίχως πόδια, κι η γη να μεγαλώνει, να μεγαλώνει, το δάσος να φαίνεται πια καθαρά, τα δένδρα, τα πουλάκια, το ποτάμι και ξαφνικά…

Πλατς!… Και μετά τίποτα…

Όταν το σκιουράκι, ύστερα από ώρα, άρχισε να συνέρχεται, πόναγε σ’ όλο του το κορμί. Όμως κατάλαβε πως κάποιος ήταν κοντά του και το φρόντιζε με επιθέματα  επάνω στις πληγές του, και του ‘βαζε κομπρέσες κι επιδέσμους και το χάιδευε στοργικά…

– Ο ασβός μου, σκέφτηκε κι άνοιξε τα μάτια.

Όμως, είδε  τότε ένα κάστορα που ούτε τον είχε ματαδεί ποτέ. Ήταν ένας μικρόσωμος κανελής κάστορας μ’ αστεία μουσούδα, και το βλέμμα του ήταν τόσο φωτεινό, που σαν σε κοιτούσε νόμιζες πως λαμπύριζαν πυγολαμπίδες στη ματιά του. Κι είχε ένα χαμόγελο τόσο, μα τόσο τρυφερό, και το σκιουράκι πλημμυρισμένο από ευγνωμοσύνη δάκρυσε. Κοιταζόταν σιωπηλά ώρα πολλή. Ύστερα, ο κάστορας ρώτησε κάτι που το σκιουράκι άπειρες φορές είχε ρωτήσει πιο παλιά, όταν ήταν ανυποψίαστο για όλα…

– Μπορείς να μ’ αγαπάς; 

Το σκιουράκι αναστέναξε, χωρίς καθόλου λύπη.

– Φοβάμαι πως δεν μπορώ.Δεν έχω πια καρδιά για ν’ αγαπήσω…

– Δεν πειράζει. Αν το θες, θα σου δώσω ένα κομμάτι απ’τη δικιά μου.

– Όμως ν’ αγαπηθούμε πά’να πει να τρέχουμε μαζί – κι εγώ δεν έχω πόδια.

– Να τρέχουμε, έτσι άσκοπα, γιατί;

– Ν’ αγαπηθούμε πά’ να πει να κάνουμε μαζί ένα δρόμο, όπως μπορούμε. Το πιο σπουδαίο είναι να ‘μαστε οι δυο μας, και όχι πόσο γρήγορα θα τρέχουμε, ούτε που θα πάμε…

Μικρό μου σκιουράκι, αν μπορείς να μ’αγαπάς, θα σου φτιάξω ξυλοποδαρα από αγριοτριανταφυλλιά.

Κι αν δε θες, θα σε μάθω να περπατάς με τα χέρια.

Κι αν κουραστείς, θα σε πάρω αγκαλιά …

Και θα μαι εγώ εσύ κι εσύ εγώ…

Και δε θα ξέρουμε αν είσαι εσύ ή εγώ, εγώ ή εσύ…

Θα ‘μαστε εμείς…

Τι έγινε μετά, κανείς δεν έμαθε στα σίγουρα – κι εγώ που να το ξέρω; Λένε πως τους είδανε να φεύγουνε για την Ανατολή, περπατώντας με τα χέρια, και να γελάνε, να γελάνε… Ο απόηχος απ’ το γέλιο τους ξέμεινε στα φυλλώματα των δένδρων – λένε… Πάντως, ποτέ – μα ποτέ – κανείς πια δεν τους ξανάδε..

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 14 Φεβρουαρίου 2020

Η αίσθηση του χιούμορ κι οι αποχρώσεις που μπορεί να έχει είναι από παλιά γνωστό πως χαρακτηρίζουν την προσωπικότητα ενός ανθρώπου. Μάλιστα, ένας από τους θεμελιωτές του αγγλικού Εμπειρισμού, ο Λόρδος Σέιφτσμπερι, στο «Δοκίμιο για την Ελευθερία του Πνευματώδους και του Χιούμορ» (Essay on the Freedom of Wit and Humor, 1709) το συσχέτιζε με την ελευθερία και την ηθική, ως ιδιότητα του καλλιεργημένου και ορθολογικού υποκειμένου που δύναται αυτόνομα να αντιλαμβάνεται τα γεγονότα και τις δεοντικές (νομικές) διαστάσεις της κοινωνικής ζωής, πολιτικής κι αισθητικής περιλαμβανομένων.

Το πόσο αντιδρά με χιούμορ και πως το χρησιμοποιεί ο άνθρωπος, είναι μία χαρακτηριστική ιδιότητα, που η κοινωνική διάστασή της πάντοτε απασχολούσε την επιστήμη. Ο ψυχολόγος Ροντ Μάρτιν μάλιστα, από το 2003, είχε επεξεργασθεί τέσσερις τύπους χιούμορ, τους οποίους πλέον αναγνωρίζει και συμφωνεί με την κατάταξή τους και ολόκληρη η επιστημονική κοινότητα.

Σύμφωνα με τον Μάρτιν υπάρχουν οι καλοήθεις χρήσεις του χιούμορ, για να ενισχυθεί το εγώ του υποκειμένου (Self-enhancing) και για να βελτιωθούν οι σχέσεις του με τους άλλους (affiliative). Υπάρχουν, ωστόσο, και οι παθολογικές χρήσεις του, όπως ο σαρκασμός και η ειρωνεία με μειωτικούς σκοπούς απέναντι στους άλλους, επιθετικά (aggressive) και η αυτοσαρκαστική, αυτό-μειωτική χρήση του για την ενίσχυση των σχέσεων του υποκειμένου με τους άλλους (self -defeating).

O πρώτος τύπος, σύμφωνα με την ονομαστή μελέτη του που δημοσιεύθηκε στο Journal of Research in Personality, αναφέρεται στους ανθρώπους που συχνά συναντούμε στη ζωή μας να διηγούνται συνεχώς ανέκδοτα, ή να παρεμβαίνουν με πνευματώδεις παρατηρήσεις στη συζήτηση. Η ψυχολογικά συνειρμική (associative) χρήση του χιούμορ στόχο έχει να ενισχύσει την εικόνα του υποκειμένου προς τους άλλους και να βελτιώσει τις σχέσεις του.

Ο δεύτερος τύπος έχει στόχο αυτό καθαυτό το υποκείμενο γιατί πασχίζει να περιβάλλει τα πάντα στη ζωή του με το πνεύμα του χιούμορ στην προσπάθειά του να αισθάνεται το ίδιο καλά.

Ο επιθετικός τύπος του χιούμορ στόχο έχει την προσβολή των ανθρώπων και των καταστάσεων που περιβάλλουν το υποκείμενο, με συστατικά τον κακοήθη σαρκασμό και την ειρωνεία, ή τη γελοιοποίηση.

Ο τέταρτος τύπος χαρακτηρίζεται από την επιστημονική κοινότητα «αντιπαραγωγικός», γιατί καταφεύγει στον αυτό-υποβιβασμό του ίδιου του υποκειμένου, στον αυτοσαρκασμό και μείωση της προσωπικότητάς του, προκειμένου να προσελκύσει την προσοχή των άλλων.

Ο ίδιος ο Μάρτιν, το 2017 δημοσίευσε στο περιοδικό The Cut ένα απλό ερωτηματολόγιο, προκειμένου να είναι σε θέση κάποιος να μετρήσει, πρόχειρα κι εμπειρικά, τον τύπο και το εύρος του χιούμορ του.

Το ερωτηματολόγιο καλεί τον ενδιαφερόμενο να μετρήσει, σε μία κλίμακα από 1 έως 5, εάν συμφωνεί με μία σειρά από διαπιστώσεις, όπως «συχνά υπερβάλλω, γίνομαι γελοίος, κάνοντας μορφασμούς, προσπαθώντας να γίνω διασκεδαστικός», ή «εάν νοιώθω θλίψη, ή οργή, συνήθως χάνω την αίσθηση του χιούμορ».

Κάθε τύπος χιούμορ έχει πλεονεκτήματα, ή μειονεκτήματα κι η εμπειρική ψυχολογία τους χρησιμοποιεί δεόντως για να εντοπίσει εάν πρόκειται για έναν εξωστρεφή χαρακτήρα (οι πρώτοι δύο τύποι), ή για το εάν το υποκείμενο δείχνει συμπτώματα νεύρωσης (όπως στον τέταρτο, αυτοσαρκαστικό, τύπο). Κάθε ένας από αυτούς τους τύπους, ακόμη κι ο επιθετικός, έχουν έναν δικό τους ρόλο στη ζωή του ανθρώπου, κι εξαρτάται από το πώς χρησιμοποιούμε και γιατί το χιούμορ στις καθημερινές μας δραστηριότητες.

Τι δείχνει το μαύρο χιούμορ

Πρόσφατα ερευνητές στην Αυστρία εντόπισαν πως όποιος έχει μεγάλη αίσθηση του χιούμορ, ιδίως δε του λεγόμενου «μαύρου χιούμορ» έχει μεγαλύτερο δείκτη ευφυΐας από τους υπόλοιπους. Όπως υποστηρίζουν, απαιτούνται μεγαλύτερες γνωστικές και συναισθηματικές ικανότητες για την επεξεργασία και παραγωγή χιούμορ κι όσοι τις διαθέτουν είναι πιο χαρούμενοι, υγιείς και πιο ευτυχισμένοι, καθώς δεν υποχωρούν στις καταδρομές της κατήφειας και δεν καταφεύγουν στην επιθετικότητα. Επίσης, είναι ευεργετικοί και για τους γύρω τους, καθώς δημιουργούν μία ευχάριστη ατμόσφαιρα.

Οι δε εξελικτικοί ψυχολόγοι περιγράφουν το χιούμορ ως «κληρονομικό χαρακτηριστικό», που υποδεικνύει καλύτερη νοητική και διανοητική εξοικείωση και προσαρμογή του υποκειμένου στις εκάστοτε συνθήκες.

Μάλιστα, το πώς κι εάν καταφεύγουμε στο χιούμορ στη ζωή μας έχει συγκεκριμένα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα. Αν και οι απόψεις διίστανται: ορισμένοι ερευνητές πιστεύουν πως το χιούμορ συμβάλλει στο να θεωρούνται πιο ελκυστικά κι αγαπητά ορισμένα υποκείμενα, ενώ ο ερευνητής του Πανεπιστημίου του Κάνσας, Τζέφρι Χολ, σε μελέτη του, με βάση τα κλινικά δεδομένα της έρευνάς του αναφορικά με το χιούμορ και τον ρομαντισμό στη σχέση, υποστηρίζει πως σε μία σχέση δεν είναι αναγκαστικά επιτυχημένη η συνταγή του χιούμορ, αλλά το πώς χρησιμοποιείται κι εάν αμφότεροι οι ερωτικοί σύντροφοι συνδιαμορφώνουν το χιουμοριστικό περιβάλλον στη σχέση τους

Από ΤΑ ΝΕΑ

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 14 Φεβρουαρίου 2020

K. Καρυωτάκης

Το Εγκώμιο της Θαλάσσης

Η θάλασσα είναι η μόνη μου αγάπη. Γιατί έχει την όψη του ιδανικού. Και τ’ όνομά της είναι ένα θαυμαστικό. Δε θυμάμαι το πρώτο αντίκρισμά της. Χωρίς άλλο θα κατέβαινα από μια κορφή, φέρνοντας αγκαλιές λουλούδια. Παιδί ακόμα, εσκεπτόμουν το ρυθμό του φλοίσβου της. Ξαπλωμένος στην αμμουδιά, εταξίδευα με τα καράβια που περνούσαν. Ένας κόσμος γεννιόταν γύρω μου. Οι αύρες μού άγγιζαν τα μαλλιά. Αστραφτε η μέρα στο πρόσωπό μου και στα χαλίκια. Όλα μου ήταν ευπρόσδεκτα: ο ήλιος, τα λευκά σύννεφα, η μακρινή βοή της. Αλλά η θάλασσα επειδή ήξερε, είχε αρχίσει το τραγούδι της, το τραγούδι της που δεσμεύει και παρηγορεί. Είδα πολλά λιμάνια. Στοιβαγμένες πράσινες βάρκες επήγαιναν δώθε κείθε σαν εύθυμοι μικροί μαθητές. Κουρασμένα πλοία, με ονόματα περίεργα, εξωτικά, ύψωναν κάθε πρωί τη σκιά τους. Ανθρωποι σκεφτικοί, ώριμοι από την άλμη, ανέβαιναν σταθερά τις απότομες, κρεμαστές σκάλες. Αγρια περιστέρια ζυγίζονταν στις κεραίες. Ύστερα ενύχτωσε. Μια κόκκινη γραμμή στον ορίζοντα, μόλις έβρισκε απάντηση στις ράχες των μεγάλων, αργών κυμάτων. Εσάλευαν σαν από κάποια μυστική, εσωτερική αιτία, και άπλωναν πλησιάζοντας, για να σπάσουν απαλά, βουβά. Όλα τ’ άλλα — ο ουρανός, τα βουνά αντίκρυ, το ανοιχτό πέλαγος — ένα τεράστιο μάυρο παραπέτασμα.

Κ. Π. Καβάφης

Φωνή απ’ την Θάλασσα (απόσπασμα)

Βγάζει η θάλασσα κρυφή φωνή — φωνή που μπαίνει μες στην καρδιά μας και την συγκινεί και την ευφραίνει.Τραγούδι τρυφερό η θάλασσα μας ψάλλει, τραγούδι που έκαμαν τρεις ποιηταί μεγάλοι, ο ήλιος, ο αέρας και ο ουρανός. Το ψάλλει με την θεία της φωνή εκείνη, όταν στους ώμους της απλώνει την γαλήνη σαν φόρεμά της ο καιρός ο θερινός. Φέρνει μηνύματα εις ταις ψυχαίς δροσάτα η μελωδία της. Τα περασμένα νειάτα θυμίζει χωρίς πίκρα και χωρίς καϋμό. Οι περασμένοι έρωτες κρυφομιλούνε, αισθήματα λησμονημένα ξαναζούνε μες στων κυμάτων τον γλυκόν ανασασμό. Τραγούδι τρυφερό η θάλασσα μας ψάλλει, τραγούδι που έκαμαν τρεις ποιηταί μεγάλοι, ο ήλιος, ο αέρας και ο ουρανός. Και σαν κυττάζεις την υγρή της πεδιάδα, σαν βλέπεις την απέραντή της πρασινάδα, τον κάμπο της πούναι κοντά και τόσο μακρυνός, γεμάτος με λουλούδια κίτρινα που σπέρνει το φως σαν κηπουρός, χαρά σε παίρνει και σε μεθά, και σε υψώνει την καρδιά. Κι αν ήσαι νέος, μες σταις φλέβες σου θα τρέξη της θάλασσας ο πόθος• θα σε ’πη μια λέξι το κύμα απ’ τον έρωτά του, και θα βρέξη με μυστική τον έρωτά σου μυρωδιά.

Οδυσσέας Ελύτης

Μικρή Πράσινη Θάλασσα

Μικρή πράσινη θάλασσα δεκατριῶ χρονῶ Πού θά ‘θελα νά σέ υἱοθετήσω Νά σέ στείλω σχολεῖο στήν Ἰωνία Νά μάθεις μανταρίνι καί ἄψινθο Μικρή πράσινη θάλασσα δεκατριῶ χρονῶ Στό πυργάκι τοῦ φάρου τό καταμεσήμερο Νά γυρίσεις τόν ἥλιο καί ν’ ἀκούσεις Πῶς ἡ μοίρα ξεγίνεται καί πῶς Ἀπό λόφο σέ λόφο συνεννοοῦνται Ἀκόμα οἱ μακρινοί μας συγγενεῖς Πού κρατοῦν τόν ἀέρα σάν ἀγάλματα Μικρή πράσινη θάλασσα δεκατριῶ χρονῶ Μέ τόν ἄσπρο γιακά καί τήν κορδέλα Νά μπεῖς ἀπ’ τό παράθυρο στή Σμύρνη Νά μοῦ ἀντιγράψεις τίς ἀντιφεγγιές στήν ὀροφή Ἀπό τά Κυριελέησον καί τά Δόξα Σοι Καί μέ λίγο Βοριά λίγο Λεβάντε Κύμα το κύμα νά γυρίσεις πίσω Μικρή πράσινη θάλασσα δεκατριῶ χρονῶ Γιά νά σέ κοιμηθῶ παράνομα Καί νά βρίσκω βαθιά στήν ἀγκαλιά σου Κομμάτια πέτρες τά λόγια τῶν Θεῶν Κομμάτια πέτρες τ’ ἀποσπάσματα τοῦ Ἡράκλειτου

 

Στο εργαστήριο του σπιτιού του, στην οδό Βασιλίσσης Όλγας στη Θεσσαλονίκη, μετά από πειραματισμούς, ο Χρίστος Τσιγγιρίδης εγκαθιστά τον πρώτο ραδιοφωνικό πομπό που έχει κατασκευάσει ο ίδιος από έναν εγκαταλελειμμένο ασύρματο της Γαλλικής Στρατιάς Ανατολής. Έτος 1923 – ένα μόλις χρόνο μετά το BBC στην Αγγλία.

 Η χαρακτηριστική φωνή του στα πρωτοεμφανιζόμενα τότε μεσαία ραδιοκύματα πραγματοποιεί το ντεμπούτο της σε μια εκπομπή που αρχικά είχε δύο ακροατές. Ο ένας ήταν o φίλος του, ο καθηγητής Φυσικής Ηλίας Αποστόλου, στην περιοχή της πλατείας Ιπποδρομίου, και ο άλλος ο πλοίαρχος του πλοίου «Κουίν Ανν» Άντονι Ράντισον, στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης. Ένα αρκετά καινοτόμο βήμα για τα δεδομένα εκείνης της εποχής, αν αναλογιστούμε ότι ένας ραδιοφωνικός δέκτης κόστιζε όσο μια μικρή περιουσία.

Γεννημένος το 1877 στη Φιλιππούπολη της Ανατολικής Ρωμυλίας από Έλληνες γονείς, ο Χρίστος Τσιγγιρίδης υπήρξε επίσης ο πρώτος που εισήγαγε στην Ελλάδα την τεχνογνωσία και την τεχνολογία της μικροφωνικής εγκατάστασης και διετέλεσε υπεύθυνος για την εγκατάσταση του πρώτου ηχητικού συστήματος της Βουλής των Ελλήνων.Το 1928, ο σταθμός μεταφέρεται στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης και το ταξίδι στους ραδιοφωνικούς αιθέρες ξεκινάει και επίσημα στους 1.034 χιλιόκυκλους.

Το 1928, ο σταθμός μεταφέρεται στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης και το ταξίδι στους ραδιοφωνικούς αιθέρες ξεκινάει και επίσημα στους 1.034 χιλιόκυκλους.

tsiggiridis-studio_0

 

Ο πρώτος ραδιοφωνικός σταθμός των Βαλκανίων είναι πλέον γεγονός, παρά τα πρωτόγονα μέσα με τα οποία αρχικά λειτουργεί. Από τις πληροφορίες που διασώζονται, προκύπτει ότι οι ακροατές άκουγαν ακόμη και το θόρυβο της βροχής που έπεφτε στη στέγη από πισσόχαρτο.

Το επονομαζόμενο «Ράδιο Τσιγγιρίδη» λειτουργεί μέχρι το 1936 μόνο στο πλαίσιο της ΔΕΘ, λόγω της ισχύουσας τότε αυστηρής νομοθεσίας για τις ραδιοφωνικές εκπομπές. Παρά το γεγονός ότι οι προσπάθειες του Τσιγγιρίδη να του χορηγηθεί η σχετική άδεια διαρκούς λειτουργίας ήταν συνεχείς, για πολλά χρόνια παρέμειναν άκαρπες και ο πομπός λειτουργούσε με ίδια έξοδα καθώς και με τα έσοδα που προέρχονταν από διαφημίσεις στη διάρκεια των ΔΕΘ.

Ένα πλούσιο ψηφιδωτό από καλλιτέχνες βρέθηκαν ως καλεσμένοι πίσω από το μικρόφωνο του ραδιοφωνικού σταθμού. Το μουσικό πρόγραμμα αποτελούνταν από ζωντανές εκτελέσεις κομματιών από τραγουδιστές και οργανοπαίχτες, μέσα στο στούντιο, με βασικούς συνεργάτες κατά τη δεκαετία του ’30 τον Μιχάλη Γροσομανίδη (ΤΤΤ), τον Νίκο Καρμίρη και τον Αλέκο Στρατίδη εκφωνητές, την Ελένη Τραϊανού στις παιδικές εκπομπές και τον Κοσμά Τσαντσάνογλου τεχνικό, τον Απόστολο Κωσταντέλλη βοηθό και τους Γερμανούς μηχανικούς Krauter και Benz.

Το 1936 του δίνεται άδεια για συνεχή λειτουργία υπό την εποπτεία της νεοϊδρυθείσας τότε Υπηρεσίας Ραδιοφωνικών Εκπομπών, αφού ο Ιωάννης Μεταξάς έχει ήδη εκφωνήσει πανηγυρικό λόγο για την «επανάσταση της 4ης Αγούστου» από τη συχνότητα του ραδιοσταθμού του Χρίστου Τσιγγιρίδη.

Κατά τη γερμανική Κατοχή ο σταθμός σίγησε, καθώς ο πομπός κατασχέθηκε και ο Τσιγγιρίδης φυλακίστηκε. Ωστόσο, τα αρχικά σχέδια των Γερμανών στρατιωτικών να λειτουργήσουν τον πομπό μόνοι τους ναυάγησαν, κι έτσι την επόμενη κιόλας ημέρα τον αποφυλάκισαν για μπορέσουν να συνεχίσουν την προπαγάνδα τους.

Μετά την Απελευθέρωση ο πομπός αγοράστηκε από τον Μάρκο Βαφειάδη και το 1945 επέστρεψε στα χέρια του ιδιοκτήτη του για να εγκαινιάσει έναν νέο κύκλο εκπομπών, διασφαλίζοντας εκ νέου προσωρινή άδεια συνεχούς λειτουργίας.

Παρά τις υποσχέσεις ότι το «Ράδιο Τσιγγιρίδη» θα παρέμενε ως Ραδιοφωνικός Σταθμός Θεσσαλονίκης, το ΕΙΡ (Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας) απαλλοτριώνει αναγκαστικά με ευτελές ποσό το σταθμό εγκαθιστώντας αγγλικό στρατιωτικό πομπό στη Δόξα Τριανδρίας, όπου εγκαινιάζεται ο κρατικός πλέον Σταθμός της Θεσσαλονίκης την 1η Μαρτίου 1947.

Ο Χρίστος Τσιγγιρίδης αφήνει την τελευταία του πνοή μέσα στη θλίψη του, στις 17 Δεκεμβρίου του 1947, χωρίς να πάρει ούτε την πενιχρή αποζημίωση της απαλλοτρίωσης του σταθμού του.

Η φωνή του ανθρώπου που μέσα από τις καινοτόμες ιδέες του έδωσε πνοή ζωής στον πρώτο ραδιοφωνικό σταθμό στην Ελλάδα και τα Βαλκάνια σίγησε για πάντα, η κληρονομιά όμως που άφησε πίσω του θα αποτελεί πάντοτε ένα πολύτιμο φορτίο πάνω στο οποίο θα προσθέτουν το λιθαράκι τους και όλες οι επόμενες γενιές.

Σήμερα στο Μουσείο Ραδιοφωνίας «Χρίστος Τσιγγιρίδης», που βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη, οι επισκέπτες έχουν την ευκαιρία να θαυμάσουν από κοντά μερικά από τα μηχανήματα του αείμνηστου πρωτοπόρου ιδρυτή και να μεταφερθούν νοερά σε εκείνη την εποχή παίρνοντας μια ιδέα από τη μαγεία του ραδιοφώνου.

Και εγένετο «Ράδιο Τσιγγιρίδη»…

πηγή: http://www.pontos-news.gr/

 

Μαρία Ανδρεάδου στις 13 Φεβρουαρίου 2020

Το Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης (NYU) ανακοίνωσε την εισαγωγή ενός νέου μαθήματος στο πρόγραμμα σπουδών του, για τις απαρχές του ελληνικού ρεμπέτικου τραγουδιού και των αμερικανικών μπλουζ.

Στον κύκλο μαθημάτων με τίτλο «Τραγούδια των περιθωριακών: Τα αμερικανικά μπλουζ συναντούν το ελληνικό ρεμπέτικο», θα εξετάζεται η ιστορία και η σχέση μεταξύ των δύο ειδών. Το μάθημα θα ξεκινήσει, για πρώτη φορά, στο εαρινό εξάμηνο του 2020, υπό την αιγίδα του γενικού προξενείου της Ελλάδας στη Νέα Υόρκη.

Ο συνθέτης Περικλής Κανάρης θα διδάσκει το μάθημα, σε συνεργασία με το πρόγραμμα ελληνικών σπουδών Αλέξανδρος Σ. Ωνάσης του NYU και τη Μουσική Σχολή Steinhardt School of Music. «Είναι ένα ταξίδι στις ρίζες τραγουδιών των λαών, των δύο χωρών μου. Είναι μεγάλη τιμή και εξίσου μεγάλη ευθύνη», σχολίασε ο κ. Κανάρης στο Facebook. «Ανυπομονώ». 

Το μάθημα θα είναι διαθέσιμο για τους φοιτητές των ανθρωπιστικών σπουδών και των κοινωνικών επιστημών.

2mathima-gia-to-rempetiko-tragoudi-ksekina-to-panepistimio-nyu

 

Η περιγραφή του μαθήματος στην ιστοσελίδα του New York University αναφέρει:
«Τα τραγούδια είναι τόσο αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητάς μας που σπάνια κάνουμε “ένα βήμα πίσω” για να τα παρατηρήσουμε ως κάτι άλλο από μουσική και στίχους. Κι όμως, μπορούν να περικλείσουν σπουδαίο πλούτο πληροφορίας για την εποχή που γράφτηκαν. Στην αρχή του 20ού αιώνα, δύο ανθολογίες τραγουδιών γεννήθηκαν παράλληλα και εξελίχθηκαν σε θρυλικά μουσικά είδη, καθένα από αυτά στο πλαίσιο της κουλτούρας του.

Τα αμερικανικά μπλουζ, γεννήθηκαν από Αφρικάνους σκλάβους και τους απογόνους τους, στις νότιες φυτείες των Ηνωμένων Πολιτειών και το ελληνικό ρεμπέτικο, γεννήθηκε όταν μεγάλοι αριθμοί προσφύγων εγκαταστάθηκαν σε πόλεις – λιμάνια της Ελλάδας, στο ξεκίνημα της μικρασιατικής καταστροφής του 1922.

Παρά τις ευδιάκριτες διαφορές τους σε εθνικές και μουσικές καταβολές, το ρεμπέτικο αργότερα έγινε γνωστό στους φανατικούς του παγκοσμίως ως τα «ελληνικά μπλουζ», επειδή και τα δύο είδη αντικατόπτριζαν τη σκληρότερη πραγματικότητα των περιθωριακών που τα δημιούργησαν. Μία συγκριτική ανάλυση των δύο ειδών μέσα από τον φακό πολλαπλών σχολών, θα αποκαλύψει έκδηλες ομοιότητες και διαφορές στους τρόπους που δημιουργούσαν και υποδέχονταν αυτά τα κομμάτια. Επιλεγμένα κείμενα, ηχογραφήσεις, φιλμ και εμβόλιμες παρουσιάσεις από προσκεκλημένους, θα καθοδηγήσουν τους φοιτητές στα διαφορετικά επίπεδα αυτής της σύγκρισης».

 πηγή: http://www.radioerasitexnisam.gr

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 13 Φεβρουαρίου 2020

Έχεις ακουστά κάτι που λέγεται Fomo; Είναι αρχικά, που σημαίνουν “fear of missing out” και περιγράφουν αυτό που αισθάνεσαι υποχρεωμένος να βγεις Σάββατο βράδυ παρ’ όλο που είσαι πτώμα, γιατί φοβάσαι πως κάτι σπουδαίο θα συμβεί στους φίλους σου κι εσύ θα το χάσεις.

Και ενώ το Fomo είναι κάτι καλό, γιατί σε σπρώχνει να κάνεις πράγματα και να μην περάσεις τη ζωή σου ξαπλωμένος στον καναπέ, υπάρχει ένα παρόμοιο ακρωνύμιο, με φόβο έχει να κάνει κι αυτό, που δεν είναι τόσο καλό: Το Fobo, ή fear of better options, ήτοι φόβος των καλύτερων επιλογών.

Θα τον αναγνωρίζεις, αν έχεις έστω και ένα φίλο που δυσκολεύεται να παραγγείλει αν δε διαβάσει πρώτα όλο τον κατάλογο –δύο φορές. Ή ακόμα χειρότερα, αν είσαι εσύ αυτός ο φίλος, που περιμένουν όλοι πεινασμένοι να τελειώσει τη μελέτη του για να φάνε.

Όπως λέει ο Guardian, ο φόβος των καλύτερων επιλογών είναι σημάδι των καιρών μας. Έχουμε πια τόσο πολλές επιλογές, που παραλύουμε μπροστά τους: Από το ποια καινούρια σειρά να δεις και τι να μαγειρέψεις για βραδινό μέχρι σε ποιο από τα εκατοντάδες μπαράκια της Αθήνας να πας, οι επιλογές μας είναι πλέον τόσο πολλές που συχνά κάποιοι από εμάς καταλήγουν να μην κάνουν απολύτως τίποτα, επειδή δεν μπορούν να αποφασίσουν τι να πρωτοκάνουν.

Και εδώ έρχεται η τεχνολογία να κάνει τα πράγματα χειρότερα: «Παλιά, ας πούμε, ήθελες να πάρεις κορδόνια για τα παπούτσια σου, έμπαινες σε ένα μαγαζί, διάλεγες ένα από τα τρία ζευγάρια που είχαν, πλήρωνες, έφευγες. Τώρα, θέλεις κορδόνια για τα παπούτσια σου, μπαίνεις στο Amazon και έρχεσαι αντιμέτωπος με 3.427 διαφορετικές επιλογές» λέει ο Patrick McGinnis, ο άνθρωπος που δημιούργησε τους όρους Fomo και Fobo.

Αν σκέφτεσαι πως όλα αυτά σου ακούγονται εντελώς «προβλήματα πρώτου κόσμου», και μουρμουράς διαβάζοντας «άσε μας κουκλίτσα μου, εδώ υπάρχει κόσμος που δεν έχει να φάει»… εντάξει, άδικο δεν έχεις. Ο Guardian όμως λέει πως το Fobo δεν είναι μόνο πρόβλημα ατομικό, αλλά και συλλογικό, που φτάνει ακόμα και σε επίπεδο κρατών. Το Brexit, ας πούμε, είναι κλασικό παράδειγμα Fobo. Κι εδώ δεν είναι καν θέμα ύπαρξης πολλών διαφορετικών επιλογών. Είναι ο κλασικός, πανάρχαιος φόβος πως ό,τι και αν αποφασίσεις, το άλλο σενάριο μπορεί πάντα να είναι καλύτερο. Οπότε μένεις σε ένα αιώνιο μετέωρο βήμα, και περνάς χρόνια μην κάνοντας τίποτα.

Υπάρχει, άραγε, λύση; Οι ειδικοί δείχνουν να συμφωνούν πως μάλλον όχι –απλώς κάποια στιγμή το παίρνεις απόφαση και το αγκαλιάζεις ως στοιχείο της προσωπικότητάς σου. Μπορείς επίσης να δοκιμάσεις να αγνοήσεις τις υπόλοιπες επιλογές (εύκολο να το λες, ξέρουμε) ή να θυμίζεις κάθε φορά στον εαυτό σου πως η τελειότητα που θα σε ικανοποιήσει στο 100% δεν υπάρχει, οπότε ας πούμε ότι στοχεύεις σε ένα 80% ικανοποίησης, όπως κάνουν οι περισσότεροι άνθρωποι που δεν πάσχουν από Fobo.

Αν τίποτα δεν πιάσει και το πρόβλημα σου φαίνεται παθογενές, αν σε παραλύει σε τέτοιο βαθμό που όντως καταλήγεις το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας σου να μην κάνεις απολύτως τίποτα, καλή ιδέα είναι να απευθυνθείς σε έναν ψυχολόγο, καθότι πιθανόν το Fobo σου να είναι σύμπτωμα κάποιας άλλης, σοβαρότερης διαταραχής.

Από in2life