Διαβάσαμε
Σε ηλικία 8 ετών ο Σοφοκλής Χρήστου έχασε τα δυο του χέρια και το ένα του μάτι, από γερμανική χειροβομβίδα κατά την εκτέλεση αποστολής. Τρία δημοτικά σχολεία αρνήθηκαν να τον εγγράψουν λόγω της αναπηρίας του. Επέμεινε. Τέλος γράφτηκε σ’ ένα αμερικανικό σχολείο για ανάπηρα παιδιά, στο οποίο έπρεπε να πηγαίνει (από τα Πετράλωνα στο Κέντρο) με δυο συγκοινωνίες. Όταν θέλησε να δώσει εξετάσεις στη Σχολή Καλών Τεχνών, τον αδίκησαν σβήνοντας το έργο, με το οποίο διαγωνίσθηκε. Πικράθηκε, αλλά η ίδια η Σχολή τον πίεσε να ξαναδώσει εξετάσεις, οπότε πέρασε. Είχε καθηγητή τον Κωστή Παρθένη, που ζωγράφιζε κάθε μέρα μαζί με τους σπουδαστές, τον Ουμβέρτο Αργυρό, τον Γιάννη Μόραλη και τον Σπύρο Παπαλουκά. Όταν ένας οφθαλμίατρος του σύστησε να μην ξαναζωγραφίσει, ο Σοφοκλής Χρήστου, αντί γι’ αυτό, παρακάλεσε την Παναγία να τον βοηθήσει ν’ αναπτύξει μια λεπτομερή μαυρόασπρη τεχνική που είναι μοναδική: κάθε σχέδιο αποτελείται από λεπτότατες κάθετες γραμμές σε ρυζόχαρτο με πενάκι, που το πιάνει με τα κολοβώματα των χεριών του. Οι φωτοσκιάσεις είναι τέλειες. Άγνωστο πώς, έμαθε γι’ αυτόν ο Πρόεδρος J.F. Kennedy και τον κάλεσε στο Λευκό Οίκο. Κατά τρομερή σύμπτωση, τη μέρα που ο Χρήστου πήγε στην Ουάσιγκτον δολοφονήθηκε ο Kennedy στο Ντάλλας.
Έτσι το έργο που είχε να του χαρίσει, τον Παρθενώνα, το παρέλαβε η Jackie Kennedy και εκείνος χάρισε ένα δεύτερο στον Πρόεδρο Lyndon Johnson. Και τα δύο έργα στολίζουν τώρα τον Λευκό Οίκο. Στην πρώτη έκθεσή του στην Ουάσιγκτον ο Σοφοκλής Χρήστου πούλησε όλα του τα έργα. Έκανε πολλές εκθέσεις στην Αμερική. Στην Ελλάδα άργησε ν’ αναγνωρισθεί. Χάρισε στην Ελληνική Ολυμπιακή Επιτροπή ένα ωραίο έργο του με θέμα την Ολυμπία, το σημείο που ανάβουν την Ολυμπιακή φλόγα. Σε μια έκθεσή του πήρε τα συγχαρητήρια του, τότε, Προέδρου της Δημοκρατίας Κωστή Στεφανόπουλου. Το πρόγραμμά του, τώρα που έχει επιτύχει σε όλα, είναι να χτίσει οικήματα (όχι ιδρύματα) για τετραπληγικούς – θύματα τροχαίων ατυχημάτων, που είναι μερικές χιλιάδες. Όλα αυτά τα είπε μόνος του δυο φορές στην τηλεόραση, με σταθερή φωνή, με χαμόγελο και αισιοδοξία, δίνοντας κουράγιο σε όλους εμάς, που οι ειδικές ανάγκες μας δεν είναι τόσο φανερές..
by Εδουάρδος Ντίνιας
Τὰ ἀγαθά πού προκαλοῦν δυστυχία ΠΛ Ἀλκ.2 141c
Πλάτων
(Ὁ Σωκράτης συζητᾶ μέ τόν Ἀλκιβιάδη γιά τή σημασία πού ἔχει νά προσέχει κανείς τί ζητᾶ μέ τίς προσευχές του ἀπό τούς θεούς, καθώς πολύ συχνά πρόκειται γιά πράγματα πού τελικά τοῦ προξενοῦν συμφορές. Ὁ Ἀλκιβιάδης παραδέχτηκε, μάλιστα, ὅτι δέν θά ἤθελε νά τοῦ προσφερθεῖ τό ἀξίωμα τοῦ τυράννου ὅλης τῆς Εὐρώπης, σέ περίπτωση πού γνώριζε ἐκ τῶν προτέρων ὅτι τό τίμημα θά ἦταν ἡ ψυχή του ἤ ἡ κακή καί ἐπιβλαβής χρήση τοῦ ἀξιώματος. Τότε ὁ Σωκράτης παρατηρεῖ:)
ΠΛΑΤΩΝ, ΑΛΚΙΒΙΑΔΗΣ Β΄ (ΠΛ Ἀλκ. 2 141c–143a)
ΣΩ. Βλέπεις λοιπόν ὅτι δέν εἶναι ἀκίνδυνο οὔτε νά δέχεται κανείς ὅ,τι τοῦ δίνεται στήν τύχη, οὔτε ὁ ἴδιος νά εὔχεται νά γίνουν ἔτσι αὐτά, ἐάν βέβαια πρόκειται νά τόν βλάψουν ἤ νά χάσει κι ἐντελῶς τή ζωή του. Καί θά μπορούσαμε ν’ ἀναφέρουμε πολλούς ἤδη πού θέλησαν τήν τυραννίδα καί πάσχισαν νά τήν ἀποκτήσουν σάν νά ἔκαναν κάτι καλό, κι ἀφοῦ ἐξαιτίας της ξεσήκωσαν ἐναντίον τους τό κακό, ἔχασαν τή ζωή τους.
Δέ θά ‘ναι, νομίζω, ἀνάκουστα οὔτε ἀπό ἐσένα μερικά, χτεσινά μόλις καί σημερινά γεγονότα, ὅταν ὁ ἀγαπημένος τοῦ Ἀρχέλαου, τοῦ τυράννου τῶν Μακεδόνων, ἀφοῦ «ἠράσθη» τήν τυραννίδα πιό πολύ ἀπ’ ὅ,τι ἐκεῖνος τόν ἀγαπημένο του, σκότωσε τόν ἐραστή του γιά ν’ ἀποβεῖ αὐτός τύραννος κι εὐτυχισμένος ἄνθρωπος. Κι ἀφοῦ κράτησε τήν τυραννίδα τρεῖς ἤ τέσσερις μέρες, ξεσήκωσε αὐτός τό κακό ἐναντίον του κι ἄλλοι πάλι τόν σκότωσαν.
Βλέπεις ἄλλωστε καί τούς δικούς μας συμπολίτες –αὐτά μάλιστα δέν τ’ ἀκούσαμε ἀπό ἄλλους, ἀλλά τά βλέπουμε μέ τά μάτια μας– ὅσοι θέλησαν τή στρατηγία καί τήν πέτυχαν, ἄλλοι εἶναι ἀκόμα ἐξόριστοι κι ἄλλοι ἔχασαν τή ζωή τους. Κι ὅσοι ἀπ’ αὐτούς φάνηκε ὅτι εὐτύχησαν, ἀφοῦ πέρασαν ἀπό πλῆθος κινδύνους καί φόβους, ὄχι μόνο κατά τή διάρκεια τῆς στρατηγίας τους, ἀλλά κι ὅταν γύρισαν στήν πατρίδα τους, πολιορκημένοι ἀπό τούς συκοφάντες βρῆκαν πολιορκία καθόλου μικρότερη ἀπό ἐκείνη τῶν ἐχθρῶν ὥστε κάμποσοι ἀπό αὐτούς εὐχήθηκαν νά τούς ἔλειπε μᾶλλον ἡ στρατηγία παρά πού ἐστρατήγεψαν. Κι ἐάν τέλος πάντων οἱ κίνδυνοι καί οἱ κόποι ἦταν νά ὁδηγήσουν σέ ὠφέλεια, θά εἶχε κάποια δικαιολογία τό πράγμα• τώρα ὅμως συμβαίνει τό ἐντελῶς ἀντίθετο.
Θά ἔβρεις ἐξάλλου τήν ἴδια κατάσταση σχετικά μέ τά παιδιά, πού προσευχήθηκαν κάποιοι ν’ ἀποχτήσουν, κι ἀφοῦ τ’ ἀπόχτησαν, ἔπεσαν στίς μεγαλύτερες λύπες καί συμφορές. Ἄλλοι γιατί καθώς τά παιδιά τους ἀποδείχτηκαν μοχθηρά πλάσματα, πέρασαν τή ζωή τους ὅλη σέ στενοχώρια• κι ὅσοι πάλι ἀπόχτησαν καλά παιδιά, ἔπεσαν ὅμως στή συμφορά νά τά χάσουν, κι αὐτοί δέ βρέθηκαν καθόλου πιό λίγο δυστυχεῖς ἀπό τούς ἄλλους καί θά ἤθελαν νά μήν τούς εἶχαν μᾶλλον γεννηθεῖ παρά πού γεννήθηκαν. Μολονότι ὅμως αὐτά κι ἄλλα πολλά προσόμοιά τους εἶναι τόσο φανερά, σπάνια νά βρεῖς κανέναν πού θ’ ἀπεῖχε ἀπό τά προσφερόμενα, ἤ πού θά ἔπαυε νά τά εὔχεται, ἄν ἔμελλε νά τά κερδίσει μέ τίς εὐχές.
Κι ὅσο γιά τούς πολλούς, δέ θά τραβοῦσαν χέρι οὔτε ἀπό τυραννίδα ἐάν τούς δινόταν, οὔτε ἀπό στρατηγία, οὔτε ἀπό ἄλλα πολλά, πού βλάπτουν μᾶλλον παρά ὠφελοῦν ὅταν πραγματοποιοῦνται, θά εὔχονταν μάλιστα νά τούς δοθοῦν ἄν τύχαινε νά τούς λείπουν. Ἄλλες πάλι φορές, ἀφοῦ περάσει λίγος καιρός, παλινωδοῦν, κι ἀπεύχονται ὅσα εὐχήθηκαν τήν πρώτη φορά.
Ἐγώ λοιπόν ἀμφιβάλλω ἄν δίκαια οἱ ἄνθρωποι κατηγοροῦν τούς θεούς, λέγοντας ὅτι ἀπό ἐκείνους τούς ἔρχονται οἱ συμφορές. «Οἱ δέ καί αὐτοί σφῆσιν εἴτε ἀτασθαλίαισιν», εἴτε μέ τήν ἀφροσύνη τους νά τήν ποῦμε, «ὑπέρ μόρον ἄλγε’ ἔχουσιν». Φαίνεται συνεπῶς, Ἀλκιβιάδη, πώς ἦταν πολύ φρόνιμος ἐκεῖνος ὁ ποιητής πού χρησμοδοτώντας σέ ἀνόητους μᾶλλον φίλους, πού ἔβλεπε νά πράττουν καί νά εὔχονται ὅσα δέν ἦσαν καθόλου καλά, ἐνῶ ἔτσι φαίνονταν σ’ αὐτούς, ἔφκιασε γιά ὅλους αὐτούς μαζί μία εὐχή• λέει κάπως ἔτσι:
«Δία βασιλιά, τά καλά, λέει, εἴτε τά εὐχόμαστε εἴτε ὄχι τέλεσέ τα, γλύτωνέ μας ὅμως ἀπό τά δεινά, κι ὅταν τά εὐχόμαστε», ἔτσι λέει. Ἐγώ νομίζω πώς ὁ ποιητής μιλᾶ ὡραῖα καί χωρίς νά ριψοκινδυνεύει• κι ἐσύ ὅμως, ἄν σκέφτεσαι κάτι γιά ὅλα αὐτά, μή σωπαίνεις.
Τί κάνουν τὰ κόμματα!
Νατσιὸς Δημήτρης (Δάσκαλος)
Τότε, στὸν Ἐθνικὸ Διχασμό, γύρω στὸ 1915-16, ὅταν ἔρχονταν οἱ βενιζελικοὶ στὰ πράγματα, ἔστελναν τοὺς βασιλικοὺς στὴν πλατεία Κλαυθμῶνος καὶ ὅταν ἔρχονταν οἱ βασιλικοὶ ἔστελναν τοὺς βενιζελικούς.
Τὴν περίοδο αὐτή, λοιπόν, στὴν Κρήτη, ἕνας ἐπιθεωρητὴς δημοτικῆς ἐκπαίδευσης ἀνέβαινε, μ’ ἕνα μουλάρι, σ’ ἕνα ὀρεινὸ καὶ δύσβατο χωριό, γιὰ νὰ ἐπιθεωρήσει τὸν ἐκεῖ δάσκαλο. Στὸ δρόμο ποὺ «ἐπήγαινε» συναντᾶ ἕναν ἀγωγιάτη καὶ τὸν ρωτᾶ: «Δὲν μοῦ λές, πατριώτη, ὁ δάσκαλος τί εἶναι; βενιζελικὸς ἢ βασιλικός;». «Βενιζελικός», ἀπαντᾶ ὁ ἀγωγιάτης. «Ἄ, τὸ γαϊδούρι…» σχολίασε ὁ ἐπιθεωρητής. Ὁ ἀγωγιάτης ὅμως ἦταν βενιζελικὸς καὶ φίλος του δασκάλου καὶ ἔτρεξε νὰ μεταφέρει στὸν δάσκαλο τὴν στιχομυθία. «Τὸ καὶ τὸ δάσκαλε. Σὲ εἶπε γαϊδούρι».
Τὴν ἑπομένη μπαίνει ὁ ἐπιθεωρητὴς στὴν τάξη καὶ ρωτᾶ τὸν δάσκαλο γιὰ τὸ ποιὸ εἶναι τὸ μάθημα τῆς ἡμέρας. «Τὰ σημεῖα τῆς στίξεως», ἀπαντᾶ ὁ δάσκαλος. «Ἂς δοῦμε, λοιπόν, τί ξέρουν τὰ παιδιά», λέει ὁ ἐπιθεωρητής.
Ὁ δάσκαλος σήκωσε ἕνα μαθητή, τὸν Σήφη, στὸν πίνακα καὶ τοῦ εἶπε νὰ γράψει τὴν φράση: “Ὁ ἐπιθεωρητὴς εἶπε, (κόμμα) ὁ δάσκαλος εἶναι γαϊδούρι (τελεία).
Ἀφοῦ, ἔκπληκτος ὁ μαθητής, τὸ ἔγραψε, τὸν ρωτᾶ ὁ δάσκαλος: “Ποιὸς εἶναι, παιδί μου, γαϊδούρι;”. “Ὁ δάσκαλος”, ψέλλισε ὁ μαθητής. “Καὶ ποιὸς τὸ εἶπε;”. “Ὁ ἐπιθεωρητής, κύριε”.
“Ὡραία”, εἶπε ὁ δάσκαλος; “σβῆσε τώρα τὸ κόμμα καὶ βάλ’ το ἀλλιῶς”. Ὁ ἐπιθεωρητής, (κόμμα) εἶπε ὁ δάσκαλος, (κόμμα) εἶναι γαϊδούρι”. Μόλις τελείωσε ὁ μαθητής, τὸν ρωτᾶ ὁ δάσκαλος: “Ποιὸς εἶναι τώρα, παιδί μου, τὸ γαϊδούρι;”. “Ὁ ἐπιθεωρητής”, ἀπαντᾶ δειλὰ ὁ μαθητής. “Καὶ ποιὸς τὸ εἶπε;”. “Ὁ δάσκαλος”, ἀπαντᾶ ὁ μαθητής. Ὁπότε στρέφεται ὁ δάσκαλος στὴν τάξη καὶ λέει: “Εἴδατε παιδιὰ τί κάνουν τὰ κόμματα. Πότε βγάζουν γάιδαρο τὸν ἐπιθεωρητὴ καὶ πότε τὸν δάσκαλο”.
Συνέντευξη με την ελληνικής καταγωγής δημιουργό (γλύπτρια), με αφορμή την τελευταία της έκθεση, «Πλοηγώντας μέσα στο σκοτάδι, Μέρος ΙΙΙ» στην Κρύπτη του Αγ. Παγκράτιου στο Λονδίνο.
25/11/2011 από Kathimerini.gr
ΤΗΣ ΙΩΑΝΝΑΣ ΜΠΛΑΤΣΟΥ
Στο Λονδίνο μπορεί η αντίστροφη μέτρηση για τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2012 να έχει ήδη ξεκινήσει, όπως άλλωστε καταγράφεται στο ηλεκτρονικό ρολόι-ημερολόγιο της Trafalgar Square, μπορεί τα εορταστικά φωτάκια να έχουν ανάψει στους κεντρικούς εμπορικούς δρόμους, η διάθεση των κατοίκων όμως μοιάζει μάλλον πεσμένη. Το αποδεικνύει άλλωστε και χθεσινό δημοσίευμα στον Guardian: «Θες να είσαι ευτυχισμένος; Μη μένεις στην Αγγλία». Ανεργία, οικονομική ύφεση και μια συντηρητική κυβέρνηση που με τις αποφάσεις της έχει βγάλει δύο φορές, από τον περασμένο Μάρτιο, στους δρόμους τη βρετανική νεολαία. Όμως, μέσα σε όλα αυτά ή ίσως εξαιτίας όλων αυτών, η Μεγάλη Βρετανία εξακολουθεί να παράγει τέχνη. Και μέσα στην πληθώρα των πολιτιστικών γεγονότων που προσφέρει η βρετανική πρωτεύουσα στους κατοίκους και τους επισκέπτες της, είναι και η έκθεση της Καλλιόπης Λεμού «Πλοηγώντας μέσα στο σκοτάδι, Μέρος ΙΙΙ» στην Γκαλερί της Κρύπτης του Αγίου Παγκράτιου.
Δεδομένου ότι αργήσατε να εκθέσετε δημοσίως τη δουλειά σας, πως άνοιξε η δίοδος επικοινωνίας με το κοινό σας;
Παρά το γεγονός ότι ζωγραφίζω από παιδί και μετά ως ενήλικη παρακολούθησα διάφορες σχολές εικαστικών, δεν είχα το κουράγιο να βγάλω τη δουλειά μου προς τα έξω. Φοβόμουν ότι μπορεί να μην είχε καμία αξία, να μην υπήρχε κανένας λόγος να τη μοιραστώ με τον υπόλοιπο κόσμο. Επειδή προέρχομαι από ένα πολύ συντηρητικό περιβάλλον, δεν είχα την ενθάρρυνση που θα ήθελα. Οι γονείς μου δεν μου επέτρεψαν καν να δώσω εξετάσεις για τη Σχολή Καλών Τεχνών. Εγώ όμως έδωσα και πέρασα αλλά δεν μου επέτρεψαν να παρακολουθήσω τη σχολή. Αυτό το έκανα όταν πια ήμουν παντρεμένη και μητέρα δύο παιδιών. Όταν εγώ όριζα τη ζωή μου κι αποφάσισα να ακολουθήσω αυτό που κόχλαζε μες στην ψυχή μου, με την ενθάρρυνση του συζύγου μου βέβαια αλλά και τη σημαντική βοήθεια ενός ψυχοθεραπευτή.
Ποιο ήταν το αίτημά σας για να ξεκινήσετε ψυχοθεραπεία;
Θυμάμαι είχα πει στο θεραπευτή μου, «θέλω να με βοηθήσεις να έχω εμπιστοσύνη σε αυτό που κάνω, να το πιστέψω, να το στηρίξω και να το βγάλω προς τα έξω». Η πρώτη έκθεσή μου, μετά τις συνεδρίες ψυχανάλυσης, ήταν πριν από 10 χρόνια, όταν ήμουν 50 ετών, στη Σύρο, όπου είχαν προκύψει και πολλά αρχέγονα σχέδια. Μόλις δε είχε πεθάνει και ο πατέρας μου, ο οποίος ήταν πολύ αυστηρός, και είχα κάνει πολλούς φαλλούς και γενικά διάφορα φαλλικά σχήματα.
Προφανώς συνδεόταν, σε ψυχαναλυτικό επίπεδο, η απώλεια της εξουσίας της πατρικής φιγούρας με τα φαλλικά σχήματα της έκθεσής σας.
Προφανώς. Είχα κάνει τότε έναν τεράστιο ξύλινο φαλλό και σκεφτόμουν, «ευτυχώς, έχει πεθάνει ο πατέρας μου αλλιώς δε θα μπορούσα να το έχω εκθέσει το συγκεκριμένο γλυπτό». Το είχα συζητήσει μάλιστα με τον θεραπευτή μου. Τον είχα ρωτήσει, «μήπως κάνω βλακείες;» κι αυτός μου επέστρεψε την ερώτηση: «Από πού προέρχεται η τέχνη σου;». «Από την ψυχή μου» του απάντησα. Κι αυτός πρόσθεσε: «Ε, τότε δεν μπορεί να είναι λάθος. Γιατί αυτή είναι η αλήθεια σου». Μου πήρε, λοιπόν, 50 χρόνια για να μπορέσω να εκθέσω την αλήθεια μου και να τη στηρίξω χωρίς να φοβάμαι την απόρριψη.
Εχετε εισπράξει απόρριψη για τη δουλειά σας;
Περισσότερη στην Ελλάδα παρά στο εξωτερικό. Κυρίως, γιατί η δουλειά μου συνδέεται με το όνομά μου, με μια τάξη ανθρώπων που δεν έχει σχέση με την τέχνη αλλά με τις ναυτιλιακές επιχειρήσεις. Στην Ελλάδα, έχω εισπράξει αρκετή καχυποψία για την ποιότητα του έργου μου λόγω της καταγωγής μου. Εδώ, στην Αγγλία, όπου το επίθετό μου δεν λέει τίποτα και σε κανέναν, είμαι ελεύθερη. Στον τόπο του ίσως δύσκολα γίνεται κανείς αποδεκτός γι’ αυτό που είναι. Παρόλα αυτά, έχω κάνει αρκετές εκθέσεις στην Ελλάδα.
Ουσιαστικά η Αγγλία συνδέεται με την καλλιτεχνική σας ενηλικίωση.
Οντως. Μια ενηλικίωση που άργησε βέβαια να συμβεί στην περίπτωσή μου. Ετσι, λοιπόν, φέτος, στην Αγγλία, στα 60 μου χρόνια, με την έκθεση «Πλοηγώντας μέσα στο σκοτάδι, Μέρος ΙΙΙ», ολοκληρώνεται ένας κύκλος, που τον αφιερώνω στο Λονδίνο, την πόλη που με βοήθησε να γίνω αυτή που είμαι.
Γιατί επιλέξατε μια κρύπτη γι’ αυτή την τόσο συμβολική για σας επέτειο;
Εχετε δίκιο να αναρωτιέστε μια και η κρύπτη αυτή ήταν χώρος ενταφιασμού. Όμως, ενώ μοιάζει να συμβολίζει το τέλος, για μένα σηματοδοτεί το ξεκίνημα μιας νέας αρχής.
«Νιώθω πιο πολύ Ελληνίδα στο Λονδίνο»
«Πλοηγώντας μέσα στο σκοτάδι» λοιπόν. Ποιες οι μεταφορικές αναφορές του έργου σας;
Η έννοια της πλοήγησης εμπεριέχει την αναζήτηση κατεύθυνσης, που όμως αντιφάσκει με το «σκοτάδι» του τίτλου. Σε μεταφορικό επίπεδο, λοιπόν, αναφέρομαι στην ενδοσκόπηση, στην προσπάθεια του καθενός μας να βρει την πορεία και το στόχο του σε αυτή τη ζωή, αυτό το φωτάκι που λαμπυρίζει στην ψυχή του μες στα σκοτάδια τα δικά του αλλά και αυτών που τον περικυκλώνουν και απειλούν να τον κάνουν να χάσει τη ρότα του. Δείτε τα «σκοτάδια» που μας τριγυρίζουν σήμερα. Η παγκόσμια οικονομική κατάσταση που κατακρημνίζεται, τα πολιτικά συστήματα που γίνονται όλο και πιο απολυταρχικά, οι ελευθερίες του ατόμου που ολοένα συρρικνώνονται. Όμως, πιστεύω ότι αυτά τα σκοτάδια μπορούμε να τα αντιμετωπίσουμε γιατί δεν είναι πραγματικά δικά μας. Αλλοι τα δημιουργούν για να μας εγκλωβίσουν. Το πραγματικό σκότος επέρχεται όταν εμείς οι ίδιοι κλείσουμε το διακόπτη της ψυχής και του μυαλού μας. Όταν ο άνθρωπος χάσει τη λογική του, τότε κινδυνεύει να τον καταπιεί το σκοτάδι.
Αλήθεια, γιατί ασχοληθήκατε με την τέχνη όταν είχατε μια οικογενειακή επιχείρηση να σας περιμένει;
Ποτέ δεν ήμουν επιχειρηματίας. Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου ήμουν μαμά και καλλιτέχνης. Μην κοιτάτε που οι γονείς μου δεν μου επέτρεψαν να ακολουθήσω την κλίση μου επειδή θεωρούσαν πως δεν ήταν πρέπον. Ευτυχώς, παντρεύτηκα έναν άνθρωπο με πολύ μεγάλη κατανόηση, που καταλάβαινε την ανάγκη μου να δημιουργώ, και δεν με απέτρεψε από το να δοκιμάσω τις δυνάμεις μου στην τέχνη ενώ παράλληλα μεγάλωνα τα παιδιά μας. Αλλά και τα παιδιά νομίζω ήταν περήφανα που έβλεπαν τη μαμά τους να πηγαίνει και αυτή, όπως αυτά, σε σχολή για να μάθει κάτι και δεν ξόδευε όλη τη μέρα της μες στο σπίτι ή κάνοντας ψώνια.
Εχοντας ζήσει 40 χρόνια στην Αγγλία, πόσο Ελληνίδα αισθάνεστε στο Λονδίνο και πόσο Ευρωπαία στην Ελλάδα;
Οσο είμαι στο Λονδίνο, αισθάνομαι πάρα πολύ Ελληνίδα. Η ίδια μου η δουλειά, τροφοδοτείται από τα βιώματά μου, από όσα είναι καταγεγραμμένα μέσα μου από τότε που ήμουν παιδί. Όμως, κάθε φορά που έρχομαι στην Ελλάδα, απογοητεύομαι και στενοχωριέμαι πάρα πολύ. Η ασυνέπεια, η κοροϊδία, η εντύπωση ότι είμαστε οι εξυπνότεροι όλων, όλες αυτές οι πρακτικές και οι αντιλήψεις με πληγώνουν αφάνταστα όταν τις συναντώ στην πατρίδα μου.
Ποια η εικόνα της Ελλάδας όπως αποτυπώνεται από την εδώ επαφή σας με τους Βρετανούς;
Πολλοί Βρετανοί αγαπούν πολύ την Ελλάδα, την ιστορία της, τον πολιτισμό της. Και νιώθουν βαθιά λύπη για την κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει η χώρα μας. Ο περισσότερος κόσμος δεν έχει καταλάβει καν πως βρεθήκαμε σε αυτή την κατάσταση αλλά γνωρίζει ότι το πρόβλημα δεν είναι αμιγώς ελληνικό αλλά αφορά ολόκληρη την Ευρώπη. Φυσικά, υπάρχει και μια μερίδα Βρετανών που λέει «τα θέλατε και τα πάθατε».
Εσάς τι σας εξοργίζει και τι σας κάνει να ελπίζετε για την κατάσταση που επικρατεί στη σημερινή Ελλάδα;
Με εξοργίζει η συμφεροντολογία των πολιτικών. Το ότι δεν έχει βρεθεί μέχρι στιγμής ένας πολιτικός αρχηγός να πει «θα δουλέψω, θα θυσιαστώ για την πατρίδα μου». Ολοι τους κοιτούν το ατομικό τους συμφέρον και όχι το καλό του τόπου. Κανείς τους δεν πονά την πατρίδα. Τώρα, αν κάτι με κάνει να ελπίζω, είναι ότι η πατρίδα μας έχει επιβιώσει από πολλές κρίσεις στο παρελθόν. Ελπίζω, λοιπόν, ότι θα βρούμε μέσα μας τη δύναμη και θα σταθούμε πάνω από τις περιστάσεις για να σταματήσουμε αυτή την κατρακύλα του τόπου μας.
Στην Ιταλία, κραταιοί επιχειρηματίες συνεισφέρουν από το ιδιωτικό τους ταμείο για να γίνουν έργα επενδυτικά ή πολιτιστικά. Στην Ελλάδα, γιατί δε βλέπουμε να συμβαίνει κάτι τέτοιο;
Γιατί όπως οι πολιτικοί, έτσι και οι επιχειρηματίες λειτουργούν με βάση το ατομικό όφελος. Ακόμα και οι Ελληνες του εξωτερικού να ήθελαν να βοηθήσουν, μπορεί να αποθαρρύνονται από κάποιες καταστάσεις στο εσωτερικό της χώρας.
«Γλυπτική» στην κουζίνα της γιαγιάς
Μικρές, αγαπημένες μνήμες που σας πάνε πίσω στα παιδικά σας χρόνια;
Μνήμες με τη γιαγιά μου τη Μαρία, η οποία ούτε μια φορά δε μου είπε «όχι». Ακόμα κι όταν της ζητούσα να με πηγαίνει σε μια λίμνη κοντά στο σπίτι για να χαζεύω τα ψάρια με τις ώρες.
Και το γενέθλιο τραύμα που φέρετε από τότε;
Το ότι έπρεπε να είμαι όπως ήθελαν οι γονείς μου να είμαι. Αλλά εγώ δεν ήμουν καθόλου όπως με περίμεναν. Ημουν μοναχική, ζωγράφιζα με τις ώρες κάτω από το τραπέζι, ήμουν στο δικό μου κόσμο. Δεν ήθελα να κάνω πράγματα που δεν μου άρεσαν.
Ποια συμβουλή κρατήσατε από τα παιδικά σας χρόνια;
Μάλλον κράτησα τον τρόπο ζωής της γιαγιάς μου, η οποία ήταν ένας άνθρωπος απλός, η προσωποποίηση της χαράς της ζωής. Κάναμε μαζί τόσα πράγματα: καθαρίζαμε τα σταφύλια για να κάνουμε γλυκό, διπλώναμε με τα αμπελόφυλλα τα ντολμαδάκια σε ωραία σχήματα, πλάθαμε πασχαλινά κουλουράκια.
Ισως αυτά να ήταν και τα πρώτα σας μαθήματα γλυπτικής.
Ενδεχομένως. Δεν το είχα σκεφτεί έτσι αλλά μάλλον έχετε δίκιο. Η γιαγιά μου με μύησε στην αγάπη της αφής των υλικών. Δεν μου είπε ποτέ «μην το κάνεις αυτό γιατί θα λερωθείς». Αντιθέτως, φόραγα μια ποδιά μεγαλύτερη από το μπόι μου και πασαλειβόμουν με αλεύρια, αλάτια, ζάχαρες.
INFO: «Navigating in the dark Part III», The Crypt Gallery, St. Pancras Church, Euston Rd (0044-2073881461). Εως: 27/11.
Συγκεκριμένα, γελοιογραφία λέγεται μια εικόνα ή μια περιγραφή που γίνεται για να μας δείξει την κωμική πλευρά μιας μορφής και να προκαλέσει γέλιο. Τέτοιο είναι ένα σκίτσο, που φροντίζει να παραμορφώσει τα χαρακτηριστικά του προσώπου ή να αναδείξει ένα, το πιο κωμικό και να το βάλει κυρίαρχο σε όλα τα άλλα.
Η πρόθεση της γελοιογραφίας είναι ηθική. Καυτηριάζει το άτοπο, κάνει πολιτική σάτιρα και με το γέλιο διδάσκει.
Στην αρχαία Ελλάδα οι μάσκες του θεάτρου είναι πραγματικά γελοιογραφικά κατασκευάσματα, αλλά δε μπορούμε να τη πούμε γελοιογραφία αφού δεν είναι αυτόνομη έκφραση, αλλά βοηθητικό στοιχείο του θεάτρου. Το ίδιο ισχύει και για τις αγγειογραφίες με τα υπερτονισμένα χαρακτηριστικά των φυσιογνωμιών. Αυτή η παραμόρφωση υποβάλλει μια ιδέα γενικότερη και δε γίνεται να προκαλέσει γέλιο, αλλά για να υποβάλλει μια ιδέα.
Περισσότερο κοντά στη γελοιογραφία βρίσκονται οι ειδικές εικόνες που γίνονται στην αρχαία Ρώμη και που τις περιγράφει ο Κικέρωνας. Πρόκειται για εικόνες που τονίζουν φυσικά ελαττώματα των ανθρώπων. Δε σώθηκαν όμως τέτοιες εικόνες για να έχουμε σαφή άποψη.
Στο Μεσαίωνα ουσιαστικές γελοιογραφικές εικόνες είναι οι απεικονίσεις του διαβόλου ή οι απεικονίσεις ανθρωπίνων αδυναμιών.
Από την Άπω Ανατολή το θέατρο σκιών έφτασε στην Τουρκία. Από το σεΐχη Κιουστερή κατά το 14ο αιώνα δημιουργείται ο κωμικός Καραγκιόζης. Το 16ο αιώνα το θέατρο σκιών άκμαζε ως θέαμα γνήσια λαϊκό σε ολόκληρο το χώρο της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.
Η τούρκικη παράδοση λέει πως ο Καραγκιόζης ήταν χτίστης και σκοτώθηκε από το σουλτάνο Ορχάν (1336 – 1359), γιατί με τα αστεία του εμπόδιζε τους εργάτες στο χτίσιμο του τζαμιού. Μια άλλη τούρκικη παράδοση λέει πως ο Καραγκιόζης ήταν ταχυδρόμος του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Παλαιολόγου και ο Χατζηαβάτης ταχυδρόμος του Τούρκου σουλτάνου.
Ιδρυτής του ελληνικού Καραγκιόζη θεωρείται ο Δημήτρης Μίμαρος, ο οποίος γεννήθηκε το 1865 στην Πάτρα. Το 1888 ο Μίμαρος πήγε σε μια παράσταση Καραγκιόζη και τόσο πολύ γοητεύτηκε, που παρουσιάστηκε στον καραγκιοζοπαίχτη και τον παρακάλεσε να τον πάρει βοηθό. Σε λίγο ο νεαρός Δημήτρης Σαρδούνης ξεπέρασε το δάσκαλό του στη μιμική, γι’ αυτό πήρε και το όνομα «Μίμαρος». Πλούτισε το δραματολόγιο του θεάτρου σκιών με νέα έργα παρμένα όλα από την ελληνική ιστορία. Τελειοποίησε την τεχνική της παρουσίασης των σκιών, απάλλαξε τον Καραγκιόζη από τις άσεμνες κουβέντες και τον έκανε κατάλληλο θέαμα, όχι μόνο για μεγάλους αλλά και για παιδιά. ο Μίμαρος όρισε για σκηνικά το παλάτι του πασά από τη μια μεριά και την καλύβα του Καραγκιόζη από την άλλη.
Οι φιγούρες του θεάτρου σκιών είναι μόνο 30 εκατοστά και είναι οι εξής:
Ο Καραγκιόζης, τύπος κωμικός στην εμφάνιση, κοντός, καμπούρης, με μεγάλη μύτη και χέρια και στο χαρακτήρα πανούργος, υποκριτής και θρασύδειλος, πάντα φτωχός και πεινασμένος, με μοναδικό εφόδιο την εξυπνάδα του.
Ο Πασάς, ανάμνηση της τουρκικής κυριαρχίας.
Ο Χατζηαβάτης, δουλικός και κόλακας μικροαστός.
Ο μπάρμπα – Γιώργος, τύπος του ατρόμητου και αγαθού Ρουμελιώτη.
Ο Μέγας Αλέξανδρος, βγαλμένος από το θρύλο.
Τα παιδιά του Καραγκιόζη (Κολλητήρης, Κοπρίτης και Μιρικόγκος).
Η Καραγκιόζαινα (Αγλαΐα).
Ο Σιορ Διονύσιος, ο τύπος του αβρού Επτανήσιου.
Ο Σταύρακας, ο παλιός ψευτοπαλικαράς της Πλάκας και του Ψυρρή.
Ο καπετάν Μανούσακας, αγαθός αλλά γενναίος Κρητικός από τα Σφακιά.
Ο Βελιγκέκας, η Βεζυροπούλα, ο Βεζίρης, η κόρη του Πασά και πολλές άλλες.
Ονομαστοί καραγκιοζοπαίχτες ήταν και είναι οι εξής: Ο Αντώνης Παππούλης, ο Δημήτρης Μανωλόπουλος, ο Χαρίλαος, ο Ντίνος Θεοδωρόπουλος, ο Σπαθάρης – πατέρας και γιος, ο Χαρίδημος κ.ά
Η πραγματική γελοιογραφία είναι δημιούργημα της εποχής της Αναγέννησης και της Μεταρρύθμισης. Είναι δημιούργημα της εποχής που αποκτάει ιδιαίτερη αξία το άτομο ως μέλος της κοινωνίας, του λεγόμενου ουμανισμού. Στην αρχή, παρουσιάζονται εικόνες βασιλιάδων με πήλινα πόδια ή ξεκάλτσωτα. Από τις αρχές του 16ου αιώνα κάνουν την εμφάνιση τους καθαρές γελοιογραφίες σε μία προσπάθεια να σατιριστούν καταστάσεις, πρόσωπα και ήθη. Έτσι η Μεταρρυθμιστές προσπαθούν να γελοιοποιήσουν το πάπα και τις Μεσαιωνικές του αντιλήψεις και αντιστρόφως. Μεγάλοι καλλιτέχνες όπως ο Λεονάρντο Ντα Βίντσι, ο Ντύρερ κ.α παρουσιάζουν πρόσωπα που μορφάζουν στα έργα τους.
Το 16ο αιώνα εμφανίζονται οι πρώτες εικονογραφήσεις περιοδικού του σατιρικού τύπου. Μετά το τέλος της θρησκευτικής και πολιτικής διαπάλης στα χρόνια της Μεταρρύθμισης εμφανίζονται γελοιογραφίες εμπόρων και επαγγελματιών. Όμως ο πρώτος ολοκληρωμένος δημιουργός γελοιογραφίας είναι ο μεγάλος αρχιτέκτονας του 17ου αιώνα Μπερνίνι. Αυτό τον αιώνα η γελοιογραφία φτάνει στα πλαίσια που δίδονται σήμερα στο όρο και στα τέλη του είναι μια συγκεκριμένη καλλιτεχνική έκφραση.
Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΓΕΛΟΙΟΓΡΑΦΙΑ: Η ΣΟΒΑΡΗ ΠΛΕΥΡΑ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ
Η πολιτική γελοιογραφία ,αφού έκανε την εμφάνισή της στη Ευρώπη το 1830, κατόρθωσε σε σύντομο χρονικό διάστημα να διαμορφώσει τη θέση και τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της στο καλλιτεχνικό στερέωμα. Παράλληλα, πραγματοποιούσε τη πολιτικοκοινωνική επανάστασή της με άξιούς εκφραστές. Στόχος της ήταν να γίνουν δηλώσεις για γεγονότα και πολιτικές φυσιογνωμίες σε πληθυσμό που ήταν κυρίως αμόρφωτος. Αργότερα όμως με τη χρήση των συμβόλων και των υπερβολών η γελοιογραφία επέτρεπε στον καλλιτέχνη να υπονοεί πράματα που θα μπορούσαν να είναι πολιτικά επικίνδυνο να υποστηρικτούν εγγράφως.
Όπως πολλές νέες επαναστατικές ιδέες και τρόποι έκφρασης που ήταν συνυφασμένη με το γενικότερο πνεύμα του φιλελευθερισμού που επικρατούσε την εποχή εκείνη , έτσι και η πολιτική γελοιογραφία που υποστήριζε την ελευθερία στην έντυπη έκφραση (την ελευθεροτυπία) , μεταλαμπαδεύτηκε από την Ευρώπη στην επαναστατημένη Ελλάδα.
Ελληνική πολιτική γελοιογραφία
Η ΓΕΛΟΙΟΓΡΑΦΙΑ υπήρξε πάντα εικονοκλαστική, ανατρεπτική, βαθιά πολιτική. Στην Ευρώπη εξελίσσεται παράλληλα -και εν πολλοίς εξ αιτίας αυτού- με τις τεχνικές βελτιώσεις της χαλκογραφίας, την εξάπλωση της λιθογραφίας ή της φωτοτσιγκογραφίας η οποία περνά το 1890 στον ημερήσιο Τύπο. Μ’ άλλα λόγια η γελοιογραφία, όπως τη γνωρίζουμε και τη χαιρόμαστε σήμερα, θεσμοποιείται στην εποχή της τεχνικής αναπαραγωγής της εικόνας και συνδέεται άμεσα με την εξάπλωση αυτού του «δημοκρατικού αγαθού». Στην Ελλάδα ακολουθεί τη μοίρα των λοιπών τεχνών της εικόνας στηριζόμενη σε δάνεια φώτα, εισαγωγές -ο Πηγαδιώτης, εκδότης του γελοιογραφικού «Νέου Αριστοφάνη» (1871) έστελνε τα σκίτσα του στην Μπολώνια για να λιθογραφηθούν από τον πολύ Αουγκούστο Γκρόσσι- και ασκείται είτε από εμπειρικούς χαράκτες, είτε από σπουδασμένους στην Εσπερία δημιουργούς όπως είναι ο Θέμος Άννινος εκδότης του «Ασμοδαίου» (1875-85), έντυπο που αργότερα θα εξελιχθεί στην πολιτική εφημερίδα «Άστυ» και θα ζήσει παράλληλα με τον «Ρωμηό» του Γ. Σουρή (1883-1918).
Στη Γαλλία ήδη από το 1860 ο Ντωμιέ θα ξεκαθαρίσει τις σχέσεις γελοιογραφίας, εικονογράφησης και ζωγραφικής, ενώ το δημοφιλέστατο γελοιογραφικό – σατιρικό περιοδικό Punch κυκλοφορεί συγχρόνως στο Λονδίνο, το Μόναχο και την Κοπεγχάγη. Η Ευρώπη των αποικιοκρατικών αυτοκρατοριών της βιομηχανικής επανάστασης, των κοινωνικών συγκρούσεων και των εθνικών πολέμων, διχάζεται από αλληλοσυγκρουόμενα συμφέροντα, αλλά ενώνεται μέσα απ’ το γέλιο.
Θα ονόμαζα πρώτη γελοιογραφία του νεοελληνικού κράτους μια ζωγραφιά που φιλοτέχνησαν ο Δημήτριος Ζωγράφος και ο στρατηγός Μακρυγιάννης και τη συμπεριέλαβαν στην εικονογραφία του Αγώνα.
Πρόκειται για τον Αντιβασιλέα Άρμανσπεργκ ο οποίος αφαιρεί από την κόρη – Ελλάδα την καρδιά της. Το ύφος είναι άκρως σατιρικό, η εικόνα αλληγορική και το αποτέλεσμα δραματικά γελοιογραφικό. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Μακρυγιάννης κατέστρεψε το έργο γιατί φοβήθηκε την εκδίκηση του Άρμανσπεργκ.
Στην Κέρκυρα η γελοιογραφία νομιμοποιείται μόλις το 1843 με το σατιρικό ιταλόφωνο περιοδικό «Il Sacco d’ Essopo». Ο Αθανάσιος Ιατρίδης (1799-1866) στα λιθογραφικά του σχέδια συνδυάζει το κοινωνιολογικό και το σατιρικό στοιχείο. Σε μια μελανογραφία του εικονίζεται μια γυναίκα που οι χωροφύλακες του Όθωνα την τιμωρούν βάζοντας κάτω απ’ τη φούστα της μια γάτα. Η λεζάντα είναι ενδεικτική: «Συνταγματική Εφαρμογή του Νόμου ευδοκία Όθωνος». Τη σκυτάλη αναλαμβάνει ο Στέφανος Ξένος (1821-1893), ζάπλουτος ομογενής, φανατικός αντιοθωνιστής. Eπίσης, είναι εκείνος ο οποίος μεταφέρει την αισθητική του Punch στην Αθήνα. Ως εκδότης του «Βρεταννικού Αστέρος» από το 1860 ως το 1863, επηρεάζει από το Λονδίνο τις πολιτικές και αισθητικές αντιλήψεις στην Ελλάδα αφού δημοσιεύσει εξαιρετικές ξυλογραφίες και γελοιογραφίες κλασικίζουσας -αλλά πολύ αιχμηρής- αντίληψης.
Ο «Β. Α.» επανεκδόθηκε το 1891 στην Αθήνα απ’ τον ίδιο τον Στέφανο Ξένο, συγγραφέα του μυθιστορήματος «Η Ηρωίς της Ελληνικής Επαναστάσεως». Τις πρώτες λαϊκές γελοιογραφίες σε ξυλοτυπία τις έχουμε από το 1849 με το περιοδικό «Τράκα – Τρούκα». Η μεταφορά της εικόνας από το ξύλο στον χαλκό σήμανε μια ολόκληρη αισθητική κοσμογονία. Την «Τράκα – Τρούκα» εξέδιδε ο Νικόλαος Μπίλλερ με ξυλογραφίες αγνώστων. Ο Μπίλλερ πρέπει να δημοσίευσε γελοιογραφίες (του) στο περιοδικό «Ο ΔΙΑΒΟΛΟΣ» (1867-76) που εξέδιδε ο Γ.Φ. Βουργέντης. Στο περιοδικό «Μη Χάνεσαι» του Βλάση Γαβριηλίδη (1880) και στην «Ακρόπολί» του (1883) εντοπίζουμε σκίτσα του μεγάλου Δημήτρη Γαλάνη. Το 1886 ο πρωθυπουργός Χαρίλαος Τρικούπης ζωγραφίζεται έγχρωμα ως γάιδαρος στον «Νέο Αριστοφάνη» σε σχέδιο του Π. Πηγαδιώτη και λιθογραφική εκτέλεση του Γκρόσσι.
Γενικά η ακμή της ελληνικής γελοιογραφίας εντοπίζεται στην τελευταία δεκαετία του 19ου αιώνα και προσωποποιείται μέσα από την εργασία των Θέμου Άννινου, Δημήτρη Γαλάνη και του δημοσιογράφου Βλάση Γαβριηλίδη. Ο Γαλάνης το 1895, μόλις 16 ετών, έπαιρνε μισθό από την «Ακρόπολι» για τις γελοιογραφίες του. Το 1899 βραβεύεται από την παριζιάνικη εφημερίδα «Le Journal» για σκίτσο του με θέμα τον Κατακλυσμό του Νώε. Tο 1900-2 σπουδάζει στην Ecole des Beaux Arts του Παρισιού και εγκαινιάζει τη μεγάλη καριέρα του ως ζωγράφος και χαράκτης. Θα συνεργαστεί με τα περιοδικά Frou-Frou, Le Sourire, L’ Assiette au Beurre, Simplicissimus κ.ά. Ο Θεμιστοκλής (Θέμος) Άννινος (1843-1916) με την κομψότητα της γραμμής του και την πληρότητα της σχεδίου του είναι αναμφίβολα ο πατέρας της ελληνικής γελοιογραφίας. Μετά απ’ αυτόν, τη σκυτάλη θα πάρουν οι Κωνσταντινουπολίτες Γκέιβελης, Φώκος Δημητριάδης και Μποστ. Αλλ’ αυτό είναι μια άλλη ιστορία.
Βιβλιογραφία
- Δημ. Σαπρανίδη: Ιστορία της Πολιτικής Γελοιογραφίας στην Ελλάδα. Eκδ. Παπαζήση – Κοραή 1975.
- Θ. Βελλιανίτη – Π. Νιρβάνα: Θέμος Άννινος, εκδ. Ελευθερουδάκη Αθήνα 1994
- Μάνου Στεφανίδη: Θέμος Άννινος
- Επετηρίς Ηλειακών Μελετών,
- Επιμελητής: Κωνσταντίνος Ηλιόπουλος, Αθήνα 1985.
H ΠΟΛΙΤΙΚΗ Γελοιογραφία, αφού έκανε την εμφάνισή της στην Ευρώπη το 1830, κατόρθωσε σε σύντομο χρονικό διάστημα να διαμορφώσει τη θέση και τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της στο καλλιτεχνικό στερέωμα. Παράλληλα, πραγματοποιούσε την πολιτικοκοινωνική επανάστασή της με άξιους εκφραστές, όπως τον Ντωμιέ, στη συνέχεια τον Φιλιπόν, και ακολούθως τους Φοραίν, Βιλέτ και Καραντ’ Ας, με αποτέλεσμα το Παρίσι να χαρακτηριστεί «Ομφαλός της Παγκόσμιας Γελοιογραφίας» ανδρώνοντας γενιές γελοιογράφων και δημιουργώντας Σχολή στο είδος. Όπως πολλές νέες επαναστατικές ιδέες και τρόποι έκφρασης, που ήταν συνυφασμένοι με το γενικότερο πνεύμα φιλελευθερισμού που επικρατούσε την εποχή εκείνη, έτσι και η Πολιτική Γελοιογραφία -που υποστήριζε την ελευθερία στην έντυπη έκφραση, δηλαδή την ελευθεροτυπία- μεταλαμπαδεύτηκε από την Ευρώπη στην τότε πρόσφατα απελευθερωμένη Ελλάδα μέσα σε κλίμα ενθουσιασμού. Έχοντας μεγάλη απήχηση στον ελληνικό λαό -δεδομένου ότι στον Έλληνα ανέκαθεν άρεσε η σάτιρα και το σκώμμα- η Πολιτική Γελοιογραφία διέδιδε άμεσα τα μηνύματά της «μπολιάζοντας» στον κοινό νου τη νέα ταξική συνείδηση που δεν ήταν φάση χονδροειδούς και χονδροκομμένου χωρατού, για να φτάσει τελικά στην έκφραση του λεπτού αστείου, που έχει μείνει γνωστό και ως «αττικόν μέθυ» ή «αττικόν άλας». Η Πολιτική Γελοιογραφία έχει ήδη συμπληρώσει 160 χρόνια δημιουργικής παρουσίας στην Ελλάδα δημιουργώντας τη δική της σχολή στο είδος και αποκτώντας ένα διαρκώς ανανεούμενο με νέα ταλέντα φυτώριο γελοιογράφων.
Η Πολιτική Γελοιογραφία στην Ελλάδα, παρά την τεράστια απήχησή της ως έκφραση, μόλις στο τέλος του 20ού αιώνα, αρχίζει να αναγνωρίζεται από το ευρύ κοινό για την καλλιτεχνική, την πνευματική και γενικότερα την πολιτιστική της αξία. Προς τα τέλη του αιώνα, είχαν προηγηθεί πολυτελείς εκδόσεις – λευκώματα για τη ζωή και το έργο ορισμένων Ελλήνων γελοιογράφων που αφήσαν εποχή, όπως π.χ. ο Φώκος Δημητριάδης, ο Πολενάκης, ο Κουμετάκης και ο Μποστ.
O Μακρυγιάννης…Ως κοινωνικό φαινόμενο, η Πολιτική Γελοιογραφία γνώρισε την εξέλιξη και την αποδοχή. Ο λόγος πολύ απλός? οι ανάγκες που σπαργάνωσαν τη Γελοιογραφία -αυτό το «ευέλικτο υβρίδιο που γέννησε η διασταύρωση της εικόνας με τη σάτιρα»- δεν ήταν άλλες, από αυτές που ωθούν τον άνθρωπο να βλέπει τα πράγματα όχι όπως είναι, αλλά όπως θα ήθελε να είναι. Ο οραματισμός μιας ανθρώπινης κοινωνίας ευνομούμενης και τέλεια οργανωμένης, όπου τα πάντα λειτουργούν για το συμφέρον του όλου. Αυτή είναι η αρχή και το τέλος της Γελοιογραφίας. Ο σκοπός για τον οποίο δημιουργήθηκε και τον οποίο υπηρετεί με όπλα της το χιούμορ, τον σαρκασμό και το -τόσο δημοφιλές στην Ελλάδα- σκώμμα. Όπλα που αποβλέπουν στην πρόκληση του γέλιου, που θα ηχήσει τρανταχτό και χωρις ίχνος ευμένειας, σε όλο τον κοινωνικό περίγυρο, ταλανίζοντας με τον απόηχό του τον κρινόμενο. Μια λειτουργία που στόχο της έχει τη διόρθωση και μέσω αυτής, την κοινωνική επανένταξη του ατόμου.
Και όπως καθετί ανθρώπινο, έτσι και η κοινωνία, όσο εξελίσσεται και τελειοποιείται, τόσο πιο απαιτητική γίνεται από τα μέλη της. Ο άνθρωπος – κοινωνός ανθρώπων οφείλει να είναι ευέλικτος και να προσαρμόζεται στις νέες συνθήκες και καταστάσεις, στις οποίες η κοινωνία τον εντάσσει ή τον κατευθύνει. Διαφορετικά, θα δεχτεί την κριτική των συνανθρώπων του, η οποία, ανεξαρτήτως κινήτρων, εκπορεύεται από την ανάγκη επαναφοράς στην τάξη, προκειμένου να εξασφαλιστεί η ομαλότητα στις κοινωνικές εξελίξεις. Το γέλιο είναι μια λειτουργία άσκησης κοινωνικής κριτικής, που αποσκοπεί να εκφοβίσει ταπεινώνοντας. Στην «προκλητικότητα» του ατόμου ή κάποιου επιμέρους συνόλου, που δεν «συμμορφώνεται προς τας υποδείξεις» και παρουσιάζει ελαττώματα, απαντά με προκλητικότητα. Όπως πολύ εύστοχα παρατηρεί ο Γάλλος φιλόσοφος Ανρί Μπεργκσόν στη μελέτη του για το γέλιο, «το γέλιο τιμωρεί ορισμένα ελαττώματα, όπως περίπου η αρρώστια τιμωρεί ορισμένες υπερβολές».
Ως χρήσιμη κριτική λειτουργία, το γέλιο πετυχαίνει τον σκοπό του μόνο όταν είναι αποφορτισμένο από το αίσθημα της συμπάθειας και της καλοσύνης. Το άτομο που
γίνεται το αντικείμενό του, καλείται ευθύς να πάρει συγκεκριμένη θέση σχετικά με το επίμαχο σημείο στην προσωπικότητα ή τη συμπεριφορά του, που προκάλεσε το γέλιο. Στην προσπάθειά του αυτή θα οδηγηθεί στο περίφημο «γνώθι σ’ αυτόν» κι αν έχει τα ψυχικά αποθέματα μπορεί να φτάσει και στην αντίπερα όχθη, αυτή του αυτοσαρκασμού, προκειμένου να διασκεδάσει την όποια αμφιβολία ή παρεξήγηση δημιουργήθηκε περί το άτομό του. Βασική βέβαια προϋπόθεση αποτελεί το γεγονός, το γέλιο που προκλήθηκε να ήταν πράξη στοχασμού. Μόνο τότε θα ελαχιστοποιούνταν οι πιθανότητες το γέλιο να δημιουργεί τη δυσφορία της επίπληξης σε άτομα που δεν θα έπρεπε να την υποστούν. Όμως το γέλιο -στη γνήσια μορφή του- είναι κάτι αυθόρμητο. Αποτελεί εσωτερικό μηχανισμό του ανθρώπου και ίδιο χαρακτηριστικό του, διαφοροποιώντας τον από τα ζώα. Το γέλιο είναι μια εσωτερική ορμή του ανθρώπου και μάλιστα, τόσο δυνατή, ώστε να γίνει συνήθεια που χαρακτηρίζει την κοινωνική ζωή.
Ως τέτοια συνήθεια, το γέλιο καλλιεργείται, όσο η κοινωνία εξελίσσεται και αποτελεί στάθμη του πνευματικού επιπέδου των ανθρώπων που την αποτελούν. Κατά την εξέλιξη αυτή, δημιουργούνται τρόποι και μέθοδοι πρόκλησης του γέλιου, όπως τα ανέκδοτα, οι θεατρικοί διάλογοι της κωμωδίας, τα σκωπτικά τραγούδια, ο σατιρικός λόγος κ.λπ. Σε αυτά τα είδη καλλιτεχνικής έκφρασης, που χαρακτηρίζονται από τεχνικές πρόκλησης του γέλιου, ήρθε να προστεθεί η γελοιογραφία, που, όπως ήδη αναφέρθηκε, συνδυάζει την εικόνα με τη σάτιρα. Η γελοιογραφία είναι αναμφισβήτητα μια μορφή καλλιτεχνικής έκφρασης, η οποία στην πιο εκλεπτυσμένη και αριστοτεχνικά δοσμένη μορφή της αγγίζει τα όρια της τέχνης, και ως τέτοια θα την προσεγγίσουμε στη μελέτη αυτή.
Η Γραφή του Γελοίου
Πριν γίνει λόγος για οτιδήποτε άλλο σχετικό με την Ελληνική Πολιτική Γελοιογραφία, πρέπει να αναλύσουμε την εξεταζόμενη έννοια ως προς τη λεκτική της ετυμολογία, η οποία μπορεί κάλλιστα να χρησιμοποιηθεί σαν πυξίδα προσανατολισμού στις μετέπειτα εννοιολογικές αναζητήσεις μας. Η λέξη Γελοιογραφία αποτελεί συνδυασμό των λέξεων γελοίος και γραφή. Γελοιογραφία, λοιπόν, είναι η γραφή του γελοίου. Όταν λέμε γραφή, εννοούμε όλους τους κανόνες και τις τεχνικές, αλλά κυρίως την τέχνη που πηγάζει από το ταλέντο τού να κωδικοποιεί και να καταγράφει κανείς με τρόπο δημιουργικό τα μηνύματα που αντλεί από τη φύση, τα οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση σχετίζονται με την έννοια του γελοίου.
Η γελοιογραφία, εστιάζοντας στο στοιχείο εκείνο που κάνει το άτομο να φαίνεται γελοίο ή που το «απογυμνώνει» φανερώνοντας το γελοίο της προσωπικότητάς του, αποτελεί στην ουσία της έναν τρόπο παραγωγής κωμικού αποτελέσματος, όπως είναι για παράδειγμα η γελωτοποιία, η μεταμφίεση, η παρωδία και η διακωμώδηση. Οι δύο τελευταίες μάλιστα, όπως και η γελοιογραφία, είναι διαδικασίες υποβιβασμού, που χρησιμοποιούν τον μηχανισμό της κωμικής απόλαυσης, διαφέροντας όμως στον τρόπο. Η μεν παρωδία και η διακωμώδηση πετυχαίνουν τον υποβιβασμό είτε καταστρέφοντας την ενότητα στη νοητή εικόνα (image) που έχουμε σχηματίσει για κάποιους ανθρώπους ή που οι ίδιοι μας επιβάλανε, είτε αντικαθιστώντας ανώτερα προσόντα με κατώτερα. Στη γελοιογραφία, όπως έχει ήδη αναφερθεί, ο υποβιβασμός πραγματοποιείται είτε με την έμφαση σε ένα στοιχείο, το οποίο είναι κωμικό καθ’ εαυτό, αλλά δεν είναι εμφανές στο σύνολο της εικόνας, είτε με την αδίστακτη θα λέγαμε μεγαλοποίηση ενός άλλου, το οποίο δεν είναι στην ουσία του κωμικό, αλλά γίνεται.
Το κωμικό γεννά το γέλιο μέσα σε ένα περιβάλλον συγκινησιακής αδιαφορίας και το γέλιο, με τη σειρά του, πολλαπλασιάζεται μέσα στο περιβάλλον αυτό. Συνοψίζοντας, λοιπόν, μπορούμε να πούμε ότι γελοιογραφία είναι μια διαδικασία υποβιβασμού, που καταγράφει το γελοίο, δίνοντας έμφαση σε ένα κωμικό χαρακτηριστικό ή μεγαλοποιώντας κάποιο το οποίο δεν είναι κωμικό καθ’ εαυτό, αλλά μετατρέπεται σε τέτοιο κάτω από το γελοιογραφικό πρίσμα. Η γελοιογραφία ντύνεται κατάσαρκα το κωμικό, επιδεικνύοντάς το σε κάθε ευκαιρία, με στόχο την πρόκληση του γέλιου. Κι αν σάρκα της γελοιογραφίας είναι το κωμικό, το χιούμορ? είναι η ψυχή της, η ουσία με την οποία επιτυγχάνεται ο σαρκασμός. Το χιούμορ δίνει πνοή στη γελοιογραφία, αποτελώντας τον καθοριστικό παράγοντα για την επιτυχή διάδοσή της. Δανειζόμενοι τα λόγια του σπουδαίου ψυχολόγου Σίγκμουντ Φρόιντ, το χιούμορ που αναβλύζει από τη γελοιογραφία «επιδρά σχεδόν όπως ένα γεγονός παγκοσμίου σημασίας. Περνάει από τον ένα στον άλλον, όπως η είδηση μιας μεγάλης νίκης»².
Ελληνική Γελοιογραφία
Στην προσπάθειά μας να περιγράψουμε και να ορίσουμε, κατά κάποιον τρόπο, την έννοια της Γελοιογραφίας, την αναλύσαμε ετυμολογικά και καταπιαστήκαμε με έννοιες που εμπεριέχονται σε αυτήν ή σχετίζονται με αυτήν, όπως την έννοια της γραφής του γελοίου, του κωμικού, του χιούμορ. Οι αναφορές αυτές έπρεπε να γίνουν προκειμένου να εμβαθύνουμε σε πιο εξειδικευμένα πεδία της γελοιογραφίας. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η υπό μελέτη έννοια δεν είναι γενικά η Γελοιογραφία, αλλά η Ελληνική Πολιτική Γελοιογραφία. Με τον όρο ελληνική, συγκεκριμενοποιούμε την ευρύτερη έννοια του όρου γελοιογραφία, καθορίζοντας το πεδίο μελέτης μας. Μας απασχολεί δηλαδή η εγχώρια παραγωγή πολιτικών γελοιογραφιών3 και οι δημιουργοί τους, όπως επίσης και τα έντυπα στα οποία δημοσιεύτηκαν αυτές οι πολιτικές γελοιογραφίες. Ήδη έχουμε κάνει ένα πολύ σημαντικό βήμα στο πεδίο αυτό, αφιερώνοντας ένα ολόκληρο κεφάλαιο στην πρώτη ελληνική πολιτική γελοιογραφία και το περιβάλλον στο οποίο γεννήθηκε4.
Ένας ακόμη όρος που προσδιορίζει το είδος της γελοιογραφίας που μελετούμε είναι αυτός της πολιτικής. Με τον όρο Πολιτική Γελοιογραφία εννοούμε τη γελοιογραφία που έχει ως αντικείμενό της την εμφατική ή μεγαλοποιημένη παρουσίαση στους πολίτες -αναγνώστες εφημερίδων-, κωμικών στοιχείων που χαρακτηρίζουν τις πράξεις ή τις προσωπικότητες των πολιτικών προσώπων. Από το στόχαστρο της Πολιτικής Γελοιογραφίας δεν ξεφεύγουν βέβαια και έννοιες όπως αυτή της πολιτικής ζωής ή της ίδιας της πολιτικής, όπου καυτηριάζεται ο τρόπος με τον οποίο βιώνουν οι άνθρωποι την πολιτική ως εξέλιξη, πρακτική και κυρίως ως τρόπο ζωής. Η Πολιτική Γελοιογραφία αποτελεί έναν ιδιαίτερο τρόπο σχολιασμού της πολιτικής, ιδιαιτέρως προσφιλή σε όλα τα κοινωνικά στρώματα. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός, ότι οι αναγνώστες των εφημερίδων μετά την ανάγνωση του κεντρικού τίτλου σπεύδουν να ενημερωθούν για την πολιτική επικαιρότητα -και όχι μόνο- μέσα από το μοναδιαίο γελοιογραφικό καρέ.
Η Πολιτική Γελοιογραφία αποτελεί γελοιογραφικό είδος, αλλά σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε την ενασχόληση μαζί της άσκοπο σχολαστικισμό. Τουναντίον, η Πολιτική Γελοιογραφία περικλείει την ουσία της γελοιογραφίας, μιας και επιτελεί τον σκοπό της -που δεν είναι άλλος, από τη σάτιρα όσων κατέχουν εξουσία- έχοντας ως στόχο των σκωπτικών βολών της την «αφρόκρεμα» των εξουσιαστών? τους ανθρώπους που κατέχουν την πολιτική εξουσία της χώρας. Αν αναλογιστούμε δε, την άμεση -και αμφίδρομη πολλές φορές- σχέση που έχει η πολιτική με έννοιες όπως η θρησκεία, ο πολιτισμός, η παιδεία, η εθνική άμυνα, ο αθλητισμός κ.λπ., γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι το πεδίο χιουμοριστικών βολών της Πολιτικής Γελοιογραφίας είναι ιδιαιτέρως ευρύ. Στο σημείο αυτό, αξίζει να αναφέρουμε το σχόλιο του κ. Γήση Παπαγεωργίου, που αναφέρει5: «Όταν συγκέντρωσα το υλικό γι’ αυτό το ανθολόγιο, έπιασα να μετρήσω το χαρτί που χρειαζότανε για να βγει βιβλίο. Στις 2.568 έφτασα κι οι μισοί ’μέναν απ’ έξω. Μάζεψε από ’δω, μάζεψε από ’κει, μείνανε 2.567. Έτσι είπα να βγάλω τις πολιτικές… κατέβηκα στις 23 σελίδες. Και τώρα τι κάνουμε;»
Ον πολιτικό χαρακτηρίζει τον άνθρωπο ο Αριστοτέλης, αφού κύριο μέλημά του, για την ομαλή του διαβίωση, είναι η δημιουργία συνόλων, κοινωνικών ομάδων, εθνών ολόκληρων μέσα στα οποία ζει έχοντας δικαιώματα και υποχρεώσεις. Αργότερα, πολλοί φιλόσοφοι μελετώντας τον άνθρωπο, στο πλαίσιο των στοιχείων που τον διακρίνουν από τα υπόλοιπα ζώα και χαρακτηρίζουν την οντότητά του, θα τον ορίσουν ως το ζώο που ξέρει να γελά. Ο Μπεργκσόν θα πάει ακόμη πιο πέρα, χαρακτηρίζοντάς τον ως το ζώο που προκαλεί το γέλιο. Από τα παραπάνω φιλοσοφικά συμπεράσματα και μόνο, μπορούμε εύκολα να οδηγηθούμε στο ακόλουθο πόρισμα. Η Πολιτική Γελοιογραφία -ακόμη κι όταν δε φτάνει τα όρια της τέχνης- είναι αδιαμφισβήτητο, ότι ικανοποιεί, ως μορφή έκφρασης, βαθύτερες ανάγκες του ανθρώπου και συγκεκριμένα, την εσωτερική ανάγκη του για εξωτερίκευση μέσω της εμπλοκής στα πολιτικά πράγματα -έστω και ως απλός σχολιαστής- και την έμφυτη ορμή και διάθεση, που έχει να γελάσει ή να προκαλέσει το γέλιο. Για τους λόγους αυτούς και μόνο, η Πολιτική Γελοιογραφία μπορεί να θεωρηθεί ως μια καλλιτεχνική έκφραση ιδιαίτερης σημασίας και ξεχωριστής προσφοράς στα πολιτικά και κοινωνικά δρώμενα του τόπου.
Η ουσία της Ελληνικής Πολιτικής Γελοιογραφίας
Από το πρώτο κιόλας γελοιογραφικό σπάραγμα που αποπειράθηκε να εκθέσει το πρόσωπο του δυνάστη Άρμανσπεργκ ως το οποιοδήποτε politically correct γελοιογραφικό καρεδάκι που περιμένει υπομονετικά την αυριανή του έκδοση μαζί με τα πρωτοσέλιδα νέα της Χ εφημερίδας, η ουσία της πολιτικής γελοιογραφίας παραμένει η ίδια. Βρίσκεται στην απόπειρά της να ασκήσει κριτική στην κάθε είδους και μορφής εξουσία, προσπαθώντας παράλληλα να αποκαταστήσει τη λαβωμένη και ενίοτε σκλαβωμένη δημοκρατική συνείδηση του πολίτη. Οπτικοποιεί τα πολιτικά ήθη, εστιάζει στα πολιτικά λάθη, σκάνδαλα, παρατράγουδα, σατιρίζει τα πολιτικά πρόσωπα. Η σάτιρα αυτή βέβαια κυμαίνεται από καυστικά πικρόχολη ως ένα απλό «χάιδεμα στα αυτιά». Και στις δύο περιπτώσεις, η επιτυχία της κρίνεται από την αποδοχή που θα έχει από τον λαό και την αντίστοιχη ανταπόκριση από την εξουσία. Ο τρόπος με τον οποίο θα περάσει το μήνυμά της και η ουσία βέβαια του μηνύματος αυτού, αφού γνωρίσουν τη μαζική λαϊκή αποδοχή και την ακόλουθη ανταπόκριση «εκ των άνω», καθιστούν την πολιτική γελοιογραφία ένα ευφυές κάτοπτρο της πολιτικής επικαιρότητας και των πρωταγωνιστών της. Το ευτράπελο είναι ότι ενώ σε δικτατορικά καθεστώτα η πολιτική γελοιογραφία επικηρύσσεται, στα δημοκρατικά πολλές φορές επιζητείται από τους ίδιους τους γελοιογραφηθέντες, δηλαδή τους πολιτικούς. Γιατί αν δούμε τη γελοιογραφία από μια άλλη άποψη, θα παρατηρήσουμε ότι κηρύσσει αυτομάτως το πρόσωπο που γελοιογραφεί σε πρωταγωνιστή των πολιτικών επικαίρων, πράγμα που επιζητεί -κατά ένα διεστραμμένο λόγο- διακαώς ή πλειοψηφία των Ελλήνων πολιτικών. Το φαινόμενο αυτό και η επαναλαμβανόμενη πρακτική του από γελοιογράφους που ευνοούν μια τέτοια σχέση με την εξουσία, καταλύει τον χαρακτηρισμό της γελοιογραφίας ως διαδικασίας υποβιβασμού και της προσδίδει τον χαρακτήρα διαδικασίας εξύψωσης.
Aπό πλευράς τεχνοτροπίας, οι περισσότεροι Έλληνες γελοιογράφοι είναι επηρεασμένοι από τη Γαλλική Σχολή, που ζητά εκλεπτυσμένο εικαστικό, τόσο ανάλαφρο ώστε να αναδεικνύεται ο όγκος και η δύναμη του καυστικού σχολίου. H δύναμη της ελληνικής πολιτικής γελοιογραφίας βρίσκεται στην ατάκα. Aπό πλευράς τεχνικής, η γελοιογραφία κάνει χρήση απλών γραμμών και καθαρών περιγραμμάτων ορίζοντας παράλληλα με το εμφανές, κι αυτό που δεν προσδιορίζεται αρχικώς, αλλά κρύβει την κωμική ουσία των πραγμάτων. Θα δανειστούμε τους προσδιορισμούς και τις περιγραφές του Πέτρου Mαρτινίδη6 σχετικά με τις μεθόδους που χρησιμοποιούνται για την ανάδειξη του κωμικού στοιχείου στα εικονογραφήματα7, τα οποία συγγενεύουν με τη γελοιογραφία. Aυτές οι μέθοδοι είναι η συγκεκριμενοποίηση του αφηρημένου και η σύμφυση οπτικού -ρηματικού. Mε τη μεν πρώτη, οι απροσδιόριστες μεταφορές του λόγου γίνονται με την εικόνα της γελοιογραφίας χυμώδεις κυριολεξίες, με τη δεύτερη δε, η γελοιογραφία παίζει διαρκώς με τη διαλεκτική συγκεκριμένου-αφηρημένου, συγκεκριμενοποιώντας (με αφαιρέσεις!) το αφηρημένο.
Η σοβαρή πλευρά μιας «αστείας» τέχνης
Λίγο πριν την κατακλείδα αυτής της μελέτης, θα συνοψίσουμε όσα ειπώθηκαν στα προηγούμενα κεφάλαια με σκοπό να τα χρησιμοποιήσουμε ως επιχειρήματα που θα δώσουν απάντηση στο τελευταίο κρίσιμο ερώτημα. Αποτελεί η πολιτική γελοιογραφία, -αυτό το σχετικά νέο είδος καλλιτεχνικής έκφρασης- ένα είδος τέχνης;
Μέχρι στιγμής, λοιπόν, έχουμε προσδιορίσει ως γενέθλια περίοδο της ελληνικής πολιτικής γελοιογραφίας αυτήν μεταξύ των ετών 1836-1839, όπου οι Παναγιώτης και Δημήτριος Ζωγράφος κατόπιν υποδείξεως του στρατηγού Μακρυγιάννη φιλοτεχνούν την περίφημη πλέον Αλήθεια ενώ, ήδη από τις αρχές του 1830 ο Ντωμιέ, στην Ευρώπη, προσδιορίζει με το ταλέντο του τις αρχές και τους κανόνες της γελοιογραφίας.
Η δημιουργία αυτής της νέας καλλιτεχνικής έκφρασης, την οποία εξασκούν άνθρωποι πολυδιάστατοι, με ταλέντο να συνδυάζουν την οπτική και τη ρηματική σάτιρα, που οι ίδιοι δημιουργούν βασιζόμενοι συνήθως στην επικαιρότητα, αποτελεί πραγματική επανάσταση στον χώρο της εικόνας. Μια επανάσταση, θα λέγαμε, που ξεκινάει από την πολεμική που ασκεί εκείνη την περίοδο η φωτογραφία, με την εισαγωγή της στους κόλπους της ζωγραφικής, όπως για παράδειγμα στη νατουραλιστική απόδοση τοπίων και στα πορτραίτα. Η ζωγραφική απαντά με την αφαίρεση και τον μοντερνισμό, ενώ από μέσα της ξεπηδά η γελοιογραφία περιχαρακώνοντας με το καθαρό και συνάμα υπερβολικό σκίτσο της, αλλά και τον συνδυασμό του σατιρικού λόγου, τη θέση της τόσο από τη ζωγραφική, όσο και από τη φωτογραφία.
Ως μέθοδος οπτικοποίησης, η γελοιογραφία γνωρίζει δυναμική εξέλιξη. Αυτό οφείλεται στη μοναδικότητα που τη χαρακτηρίζει να καταγράφει το γελοίο, αποκωδικοποιώντας το κωμικό με σκοπό την πρόκληση του γέλιου. Όταν η φωτογραφία καταγράφει και απαθανατίζει την απόλυτη στιγμή της μορφής, η γελοιογραφία την απαθανατίζει σαν μια παλμική κίνηση, που βρίσκεται σε κωμική ακαμψία. Η δε πολιτική γελοιογραφία αποκτά χαρακτήρα κοινωνικού φαινομένου. Γίνεται η φωνή που θα οπτικοποιήσει τους φόβους και τις ανησυχίες των πολιτών από τη μια, τα σκάνδαλα και τα πάθη των πολιτικών από την άλλη, καθιστώντας τους πρώτους κριτικούς θεατές στα δρώμενα των δεύτερων.
Η γελοιογραφία με την πάροδο των ετών διαμορφώνει πλήρως τον χαρακτήρα της κάνοντας αισθητή την παρουσία και την προσφορά της. Η δημιουργική απασχόληση ανθρώπων του πνεύματος και των τεχνών, όπως ο Θέμος Άννινος, ο Δημήτρης Γαλάνης, ο Στέφανος Ξένος κ.ά., με το είδος της πολιτικής γελοιογραφίας αποτελεί λαμπρή απόδειξη της σπουδαίας καλλιτεχνικής της σημασίας και απαντά στο τελικό μας ερώτημα: Ναι, η πολιτική γελοιογραφία μπορεί να ιδωθεί ως τέχνη, όταν πληροί τις προϋποθέσεις αρτιότητας και δεξιοτεχνίας. Τότε αποτελεί μια έντεχνη απεικόνιση που προκαλεί το γέλιο. Βέβαια ποτέ δε θα μπορούσε να φτάσει την Υψηλή Τέχνη, της τραγωδίας για παράδειγμα. Όμως δεν είναι αυτός ο σκοπός. Κάτι τέτοιο, μάλιστα, θα στερούσε από τη γελοιογραφία όλη της τη φρεσκάδα, δεδομένου ότι για να προκληθεί το γέλιο απαιτείται η απουσία οποιασδήποτε μορφής συναισθηματικής φόρτισης. Το κωμικό που περιέχεται στη γελοιογραφία ακροβατεί ανάμεσα στην τέχνη και τη ζωή, γιατί προσπαθώντας να γοητεύσει, όπως η καθαρή τέχνη, προσπαθεί παράλληλα, με τη δύναμη του γέλιου που προκαλεί, να γενικεύσει και να σχολιάσει την επικαιρότητα. Ο Δ. Κακλαμάνος χαρακτηρίζει τη γελοιογραφία ως «το μειδίαμα της τέχνης»8.
Ακαδημαϊκή τιμή στο χιούμορ και το θεατρικό δοκίμιο
Η βράβευση του Κώστα Μητρόπουλου και του Κώστα Γεωργουσόπουλου από την Ακαδημία Αθηνών δύο εκλεκτών συνεργατών των «ΝΕΩΝ» αποτελεί γεγονός αξιομνημόνευτο σε σχέση με τις επιλογές του ανώτατου πνευματικού ιδρύματος της χώρας που κάποτε εκινούντο σε εντελώς διαφορετική κατεύθυνση. Ούτε για αστείο σε άλλες εποχές δεν θα μπορούσε να σκεφθεί κανείς ότι ο Κώστας Μητρόπουλος θα βραβευόταν. Σήμερα ο ίδιος το αντιμετωπίζει με χιούμορ. Για τον Κώστα Γεωργουσόπουλο, από την άλλη και παρά το γεγονός ότι βραβεύεται για πρόσφατα δοκίμιά του, η βράβευση έρχεται σε συμβολική στιγμή. Τον Οκτώβριο θα συμπληρώσει τριάντα χρόνια αδιάλειπτης παρουσίας στη θεατρική κριτική
«Το γέλιο είναι χαρά Θεού»
Ο Κώστας Μητρόπουλος υπηρετεί την πολιτική γελοιογραφία πολλά χρόνια. Ο ίδιος υποστηρίζει πως είναι σαράντα, η Ακαδημία λέει πενήντα. Δεν θα αναμειχθούμε σε αυτήν τη «διαφωνία». Η κάθε πλευρά θα έχει τα επιχειρήματά της (ή και… τους λόγους της, λέει αστειευόμενος ο ίδιος). Το βέβαιο είναι πως η βράβευση τιμά τόσο τον βραβευθέντα όσο και τη βραβεύουσα Ακαδημία. Διότι επιτέλους το χιούμορ δεν πρέπει να υποτιμάται ως δεύτερης κατηγορίας πνευματικό εργαλείο. Ούτε οι ιδανικοί χειριστές του όπως ο Κώστας Μητρόπουλος να παρακάμπτονται.
ΜΠΟΣΤ
«Ότι ήταν ο Λεονάρντο Ντα Βίντσι για την εποχή του, το ίδιο απάνω κάτω είναι και ο Μέντης Μποσταντζόγλου για την σημερινή εποχή».
Ο Μέντης Μποσταντζόγλου, εκτός από τις απίστευτες γελοιογραφίες που μας άφησε, καταπιάστηκε ακόμα με το θέατρο, το χρονογράφημα, τα σατιρικά κείμενα, τη διαφήμιση, τα σκηνικά, τη ζωγραφική, την διακόσμηση και τα …«ορέα δόρα».
Ο Χρύσανθος (Μέντης) Βοσταντζόγλου γεννήθηκε το 1918 στην Κωνσταντινούπολη. Έπειτα από ένα πέρασμα στη Ρουμανία, η οικογένειά του ήρθε στην Ελλάδα. Το 1939 εισάγεται στη Σχολή Καλών Τεχνών στη τάξη του Μπισκίνη, αλλά τα παρατάει μετά από 6 μήνες λόγω…ανθυγιεινού ακαδημαϊκού κλήματος. Το 1942 μπαίνει στο ΕΑΜ και το 1945 εκδίδει με δικά του έξοδα το πρώτο του βιβλίο: «Ο Αγιος Φανούριος. Βοήθημα δια την κατανόησιν των Κινέζων κλασσικών..Γκα-τσου και Βου-Σβου-Νι». Το 1952 αρχίζει να εργάζεται στην «Καθημερινή» ως ταμίας και βιβλιοθηκάριος. Το ταλέντο του το ανακαλύπτουν μετά από δυο χρόνια στις «Εικόνες» κι αργότερα στον «Ταχυδρόμο», όπου και αρχίζει να εργάζεται επιτέλους ως εικονογράφος. Εν τω μεταξύ, το 1953 έχει ήδη εικονογραφήσει και το πρώτο του … κόμικς (αν και απ’ ότι ξέρω, ποτέ δεν δέχθηκε αυτήν την ιδιότητα) «Κωνσταντίνος Παλαιολόγος» για τις εκδόσεις «Ατλαντίς» σε κείμενα της Ειρήνης Φωτεινού.
Το 1958, στη στήλη του το «Μποστάνι του Μποστ» εμφανίζονται και οι τρεις θρυλικοί σούπερ- αντιήρωες του: η Μαμά Ελλάς, ο Πειναλέων και η Ανεργίτσα. Αποκαλυπτικές φιγούρες των κοινωνικοπολιτικών και πολιτισμικών μεταλλάξεων και αντιφάσεων μιας ολόκληρης εποχής.
Το 1966, κουρασμένος από το καθημερινό γράψιμο, ανοίγει το μαγαζί του «Λαικαί Εικόναι» και αρχίζει να διακοσμεί ποτήρια, πιάτα και διάφορα αντικείμενα («τα κακά κόποις κτώνται» πάνω σε δοχεία… νυκτός, «μ’ ενδιαφέρεις πολύ σεκσουαλικώς» και άλλα τέτοια), να πουλάει αντίκες και να ζωγραφίζει. Παράλληλα, ξεκλέβει χρόνο για να σκαρώνει τα δεκαπεντασύλλαβα θεατρικά του. Τα σκίτσα και τα χρονογραφήματα αν και ουσιαστικά τα έχει σταματήσει, επιστρέφει για μικρές περιόδους σε αυτά, συνεργαζόμενος με τον «Ταχυδρόμο», το «Αντί», τον «Θούριο», το «Mens Look», την «Πρωινή» και την «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία».
Ήρωες της αρχαιότητας και της Ελληνικής επανάστασης αλλά και ιστορικά ζευγάρια όπως ο Ερωτόκριτος με την Αρετούσα, ο «Ρομέος και η Ιουλιέτα», η Ασπασία και ο Περικλής, ποζάρουν στα κάδρα του αυτοδίδακτου Μποσταντζόγλου, μπολιασμένοι από την λαϊκή ζωγραφική, την εικονογραφία του καραγκιόζη , την υπερεαλιστική ματιά του Εγγονόπουλου και πάνω απ’ όλα, την απλότητα του Θεόφιλου.
Με τον δικό του ανορθόδοξο τρόπο, καταπιάνεται επίσης και με το Θέατρο. Γράφει λοιπόν εκτός από τα αριστουργήματα «Φαύστα» και «Μήδεια», τον δικό του «Δον Κιχώτη», την «Όμορφη πόλη», την «Μαρία Πενταγιώτισσα», το «40 χρόνια Μπόστ». Το κύκνειο άσμα του «Ρωμαίος και Ιουλιέτα», είχε την τιμή και την χαρά, να το δει το 1995 καταχειροκροτούμενος, να παίζεται στο Ηρώδειο, λίγους μήνες πριν πάει να πιάσει κουβέντα με τον… Ντα Βίντσι.
Τα εγκωμιαστικά λόγια της εισαγωγής για την μεγαλοσύνη του Μπόστ, δεν είναι πληθωριστικοί χαρακτηρισμοί για χάρη του συγκεκριμένου αφιερώματος. Διαβάζοντάς τον, καταλαβαίνεις πως περίπου λειτουργούσε και λειτουργεί διαχρονικά, ο λόγος του Αριστοφάνη. Η δουλειά του Μπόστ μιλάει από μόνη της. Άκρως πολιτικοποιημένος και πολιτικός, (είχε κατέβει αρκετές φορές και πάντα …αποτυχημένα, ως υποψήφιος βουλευτής της αριστεράς) κατάφερε με την οξύνοια της σκέψης του, να μιλάει για συγκεκριμένα κι εφήμερα συμβάντα, με τη διαύγεια ενός διαχρονικού στοχασμού. Στο έργο του ότι κι αν ήταν αυτό (σκίτσο, θέατρο, ζωγραφική, κείμενο), συνυπάρχουν ταυτόχρονα όλες οι εποχές και όλες οι ιστορικές στιγμές της Ελλάδας αγκαλιά. Αρχαιότητα, βυζάντιο, μεσαίωνας, απελευθερωτικός αγώνας, οι χαμένες πατρίδες, το έπος του 40, αλλά και εμφύλιος, και Καραμανλής, και ..Ωνάσης.
Στα χρόνια που γράφει, η Ελλάδα μοιάζει κυριολεκτικά με τον μπερντέ του Καραγκιόζη. Από τη μια η παράγκα, η ανέχεια και η ασυνέχεια, από την άλλη το παλάτι και τα πλούτη. Οι νεοέλληνες, στην «μετάλλαξη της εποχής». Η ημιμάθεια και ο νεοπλουτισμός. Τα φτωχαδάκια που ονειρεύονται μια πιο άνετη, πολιτισμένη, «ευρωπαϊκή» ζωή. Αυτήν την μετάλλαξη με τις αντιφάσεις της, πιάνει με διαύγεια ο Μπόστ και με οξύτατο σαρκασμό, της δίνει και καταλαβαίνει. Ακόμα και οι διώκτες του στην χούντα, γελούσαν από ψυχής με τα γραπτά του.
Το χιούμορ του είναι πολυδιάστατο και η φαρέτρα του γεμάτη από ξεκαρδιστικά βέλη. Έχει τον σουρεαλιστικό δεκαπεντασύλλαβο, την ηθελημένη ανορθογραφία, τους ιστορικούς αναχρονισμούς την φαινομενική απάθεια των σκίτσων, την βαρύγδουπη κενότητα του λόγου των ηρώων, τη μαύρη (κάποιες στιγμές σχεδόν σπλάτερ) αφήγηση . Το αστείο του πραγματικά δεν ξέρεις από πού σου έρχεται. Ποια αδυναμία σου πιάνει και σε αναποδογυρίζει.
Ο Μποστ ήταν από μόνος του μια σχολή. Κανείς δεν τόλμησε να τον μιμηθεί. Η στιχομυθία και η σουρεαλιστική μυθοπλασία του απ’ την άλλη, είναι απλά, αξεπέραστη. Και πάνω απ’ όλα ο λόγος του ξεκαρδιστικός, διαυγέστατα πολιτικός, σαρκαστικός και αυτοσαρκαστικός, τολμάει να τα βάλει όχι μόνο με τους πολιτικούς του αντιπάλους, αλλά και με την ίδια την Αριστερά που την πονάει και τον πονάει.
ΣΤΑΘΗΣ ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ.
Ο «ναυτίλος» των σκίτσων.
Ποιος είναι ο Στάθης; «Ο Στάθης είναι γελοιογράφος με όλη τη σημασία της λέξεως. Έχει πλούσια σατιρική φλέβα, αβίαστη γραμμή σχεδιαστική, είναι ανεξάντλητος σε χιουμοριστικά ευρήματα και το κυριότερο είναι προοδευτικός και ξέρει ν’ ακούει τα μηνύματα των καιρών».
Αυτά γράφονταν το 1986 στον πρόλογο του άλμπουμ «Τα τραίνα που φύγαν». Από τότε βέβαια πολλά τραίνα φύγαν, ο Στάθης έφτιαξε χιλιάδες σκιτσουλάκια, έχυσε κιλά τα μελάνια και τα χρώματα στο χαρτί..
Ο Στάθης Σταυρόπουλος είναι σήμερα από τους δημοφιλέστερους σκιτσογράφους με πλατιές συμπάθειες στους αναγνώστες, αλλά και στους πολιτικούς, στους δημοσιογράφους, στους συναδέλφους του. Κι αυτό, διαμέσου όχι μόνο των γελοιογραφιών. Καπετάνιος στο «Ναυτίλο» ο Στάθης έχει περάσει από χρόνια, και σε ένα λόγο πιο δεικτικό, πιο… δηκτικό και πιο άμεσο. Βρίσκεται –και κυριολεκτικά- σε άμεση επικοινωνία με τους αναγνώστες του. Σατιρίζει, καυτηριάζει, συζητάει, απαντάει και γράφει ως δημοσιογράφος .Ο Στάθης γεννήθηκε στον Πύργο της Ηλείας. Στα 18 του ξεκίνησε για την Αθήνα..Πήγε στο προκαταρτικό της Καλών Τεχνών, αλλά τον έκοψαν. Σπούδασε στην Πάντειο ως το τρίτο έτος και τελείωσε τη Σταυράκου. Έχει κάνει και τρία (διαφημιστικά) κινούμενα στο χέρι, ζελατίνα –ζελατίνα, δηλώνει ότι δεν θα το ξαναέκανε ποτέ.
Για τις… πρώτες ανάγκες, έκανε «18 δουλειές –που λέει ο λόγος-. Από πλασιέ και καθαριστής χαλιών έως οικοδόμος και βοηθός ρεσεψιονίστ.»
Τα πρώτα του σκίτσα δημοσιεύτηκαν στη «Σύγχρονη Γυναίκα» όταν υπηρετούσε ακόμα, μεταξύ 1977 και 1980,στην Αεροπορία (από κει και το αεροπλανάκι του Ναυτίλου;). Ακολούθησαν γελοιογραφίες και κόμικς στον «Οδηγητή» (1980 – 1985) –θυμάται ακόμα τους «εργατάκους» του (ξακρισμένους σε νοβοπάν) στα φεστιβάλ, ανάμεσα στους ευκάλυπτους του Περιστερίου-. Από το 1982 μέχρι το 1991 σκιτσάρει και για τον «Ριζοσπάστη». Εκείνη τη τελευταία χρονιά, μετά το ιστορικό 13ο συνέδριο του ΚΚΕ, έφαγε και μια διαγραφή. Μετακομίζει με τις γελοιογραφίες και το «Υποβρύχιο» του στα «Νέα», για μια ολόκληρη δεκαετία. Από το Μάιο του 2001, η συνέχεια γράφεται από το γραφείο του στην Ελευθεροτυπία, απ’ όπου καθημερινά, μας σκιτσοβολάει ακατάπαυστα .
Είναι από τους πλέον πολυγραφότατους σκιτσογράφους. Όλα αυτά τα χρόνια, έχει συνεργαστεί με πλήθος άλλων εντύπων. Αναφέρουμε ενδεικτικά το «Αντί», την «Πρώτη», το «Μετρό», τους «4 Τροχούς» , τη «Νέμεσιν», το «Μέτοχο», τη «Μακεδονία», τη «Πρώτη» Πύργου Ηλείας, το «Echo & Artist», τον «Εφοπλιστή», την «Ενέδρα»…
Επίσης , έχει πάρει μέρος σε πλήθος εκθέσεων, ομαδικών και ατομικών, στην Ελλάδα αλλά και στην Ελβετία, στο Λουξεμβούργο, στο Βέλγιο. Έχει βραβευτεί με το Α΄ βραβείο Βαλκανικής έκθεσης γελοιογραφίας στη Θεσσαλονίκη, το Β΄ βραβείο στο Κρούσεβατς (Σερβία), Βραβείο Ελληνικής συμμετοχής στην πρώτη έκθεση της Ρόδου, καθώς και βραβείο από την Πράβντα.
Ο Στάθης ανήκει σε μια ξεχωριστή γενιά έντονα πολιτικοποιημένων γελοιογρά – φων . Ο λόγος του καυστικός και άκρως πολιτικός, είναι καθημερινά, σημείο αναφοράς και «κραυγή αλήθειας» για πολλούς τσουρουφλισμένους «από τα κοινά», αναγνώστες του. Μια πολιτική γελοιογραφία που όμως κάποιες φορές ισορροπεί περισσότερο στην «Πολιτική» και λιγότερο στη «γελοιογραφία».
Κώστας Μητρόπουλος
Το …άγριο Μωρό.
Ένα θρυλικό όνομα, συνώνυμο της Ελληνικής γελοιογραφίας και του σατιρικού λόγου για σχεδόν 50 χρόνια! Μιλάμε δηλαδή για ένα «Ιερό τέρας της σκιτσογραφίας»; Για έναν «γελοιογραφικό κολοσσό»; Ένας σαρκαστής και αυτοσαρκαζόμενος γελοιογράφος της ποιότητας του Μητρόπουλου, θα γέλαγε με την καρδιά του με τέτοιους βαρύγδουπους τσιμεντότιτλους. Ο Κώστας Μητρόπουλος είναι ένα άγριο, σκανταλιάρικο μωρό που σκιτσοβολάει καθημερινά τις γελοιογραφίες του με μια χάρτινη σφεντόνα. Μας κάνει τη ζημιά και μετά το παίζει αδιάφορος. Γιατί και θεματολογικά (με τους πιτσιρικάδες ήρωες και με τα «άγρια μωρά») αλλά και επί της ουσίας, όλα τα χρόνια προσπαθεί να διατηρεί αυτήν ακριβώς την οπτική γωνία. Του πιτσιρικά. Του παιδιού ή το εφήβου που κοιτάζει με την αγνή και ταυτόχρονα ανατρεπτική του ματιά τα πολιτικά συμβάντα και τις κοινωνικές συμβάσεις του βίου.
Ο Μητρόπουλος έδωσε τα πρώτα του σκίτσα σε αθλητικές εφημερίδες και συγκεκριμένα το 1955 στην «Αθλητική Ηχώ». Το 1957 αρχίζει μακρόχρονη συνεργασία με το περιοδικό «Ταχυδρόμος». Γελοιογραφίες για την εποχή αρκετά πρωτοποριακές, τόσο σε σχέδιο όσο και σε ιδέες. Σκίτσα που μαζεύονται το 1959 σε άλμπουμ και αποτελούν το πρώτο του βιβλίο με τίτλο «Γελοιογραφίες». Το 1961 ακολουθεί δεύτερο αλμπουμάκι. Το «Γιατί όχι» με δημοσιευμένο και αδημοσίευτο υλικό. 54 ολόφρεσκες και δροσερές (ενίοτε μπλάκ) γελοιογραφίες χωρίς λόγια. Τα σκίτσα αυτής της περιόδου είναι πιο αφαιρετικά στη σχεδίαση από το σκίτσο που αναγνωρίζουμε σήμερα. Γραμμές πιο ελεύθερες, φιγούρες πιο σχηματικές και τα μάτια συνήθως από την ίδια πλευρά του προσώπου.
Οι πολιτικές γελοιογραφίες κάνουν το ντεμπούτο τους στο «Βήμα» το 1960. Το 1967 ακολουθούν και τα «ΝΕΑ». Όπως θα καταλάβατε ασυνήθιστες…συνήθειες που συνεχίζονται και στις δυο εφημερίδες με ιδιαίτερη επιτυχία και φανατικούς αναγνώστες μέχρι σήμερα!
Στα δύσκολα χρόνια της Χούντας, εμφανίζονται στις σελίδες του «Ταχυδρόμου» και δύο κόμικς: Το ολοσέλιδο «Από τη Γη στη Σελήνη» (1970) και ο «Παράξενος Καλυβιώτης» σε μορφή comic strip και με τίτλο-παρωδία γνωστού σήριαλ της εποχής.
Γύρω στα 1990 ο Κώστας Μητρόπουλος ξαναδοκιμάζει τις δυνάμεις του σε κάτι διαφορετικό αλλά ταυτόχρονα οικείο: Τα «άγρια μωρά». Ένα ημερήσιο comic strip με ήρωες τα …επικίνδυνα πιτσιρίκια που βολτάρουν με το γνωστό καροτσάκι τους καθημερινά στα «ΝΕΑ». «Κορφολογείς όλο το περιβόλι που λέγεται μωρουδίστικη
ζωή, ξεφλουδίζεις απ’ αυτή τον χαζό μπαμπά και τη κουτή μαμά, κρατάς τους δολοφόνους που αποκαλούνται φιλαράκια και κοιτάς να δεις αυτό το διαολόπραμα που λέμε Σύγρχρονη Εποχή…» αναφέρει για την γενεσιουργή ιδέα του στριπ στο δεύτερο άλμπουμ της σειράς «Αγριότερα μωρά» (1992) ο ίδιος ο σκιτσογράφος.
Στην διάρκεια αυτής της μακρόχρονης και επιτυχημένης καριέρας, τα σκίτσα του Μητρόπουλου έχουν αποτελέσει υλικό για πάνω από 20 άλμπουμ σχεδόν όλα από τις εκδόσεις «Gutenberg» ενώ έχουν κυκλοφορήσει και δύο άλμπουμ στη Γερμανία και στην Ιταλία. Επίσης έχει βραβευθεί σε διεθνείς εκθέσεις .Το 2000 και από την Ακαδημία Αθηνών! Σκίτσα του υπάρχουν στην πινακοθήκη του Δήμου Αθηναίων, της Βασιλείας στην Ελβετία, του Μόντρεαλ και του πανεπιστημίου του Πρίστον
ΑΡΚΑΣ
Δραπέτευσε ο Ισοβίτης; Ουουου…πολλές φορές. Και ποιος ξέρει πόσες φορές ακόμα θα το σκάσει, στα 622 χρόνια της ποινής του. Ο ίδιος μπορεί να μην είναι γάτα στις αποδράσεις αλλά φροντίζει για πάρτη του το κοινό. Αυτό του ανοίγει σε κάθε ευκαιρία τη πόρτα της χάρτινης φυλακής και τα στενά όρια των καρέ. Μαζεύει τις ατάκες του, γελάει με την αφέλειά του, τον συζητάει στο διαδίκτυο. Η λατρεία των αναγνωστών από τη μια, αλλά και η αγάπη πολλών δημιουργών από την άλλη. Άνθρωποι της Τέχνης και του Λόγου που ξαναπλάθουν με φροντίδα τον Ισοβίτη, στα πλαίσια, τις ελευθερίες αλλά και τους περιορισμούς άλλων μέσων. Γιατί αφιέρωμα στον Ισοβίτη και όχι στον Αρκά; Μα, τι να πω παραπάνω για αυτόν τον τύπο, όταν του τα έχει ψάλει για τα καλά και με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, ο Πέτρος Μαρτινίδης; Όποιος λοιπόν θέλει περισσότερα, ας ψάξει το «δελτίοΕνώ η σειρά δημοσιευόταν ακόμα στην «Πρώτη» ( Ιούνιος 1990), ο Ισοβίτης κάνει κι ένα σύντομο πέρασμα ως κόμικς- guest star. Τόπος, οι σελίδες της «Βαβέλ» (#110) σε μια ιστορία του Μήτσου Κυκλάμινου. Τίτλος του επεισοδίου: «Ο μπαμπάς της λείπει σε ταξίδι για δουλειές». Αλλά ήταν οι …δικές της «δουλειές», που έστελναν στο τελευταίο καρέ τον Κυκλάμινο, να κάνει παρέα στο κελί με τον Ισοβίτη και τον Μοντεχρήστο.
Το 1992 και 1993 συμβαίνει μια άλλη, αναπάντεχη μετενσάρκωση. Ο Ισοβίτης και η παρέα του γίνονται κούκλες στα χέρια του Μάνθου, της Άννας και της Ντοντό Σαντοριναίου. Κουκλοθέατρο λοιπόν, αλλά προορισμένο να εμφανίζεται σε 5λεπτα επεισόδια στην τηλεόραση της ΕΤ-1, λίγο πριν το νυχτερινό δελτίο Ειδήσεων. Οι κούκλες, τα κουστούμια αλλά και τα σκηνικά ήταν εξαιρετικά και αρκετά κοντά στα σχέδια του Αρκά.. Όπως δήλωνε τότε σε άρθρο (της Π. Μπίτσικα) η Άννα Σαντοριναίου: οι κούκλες «έπρεπε ν’ αποδοθούν όπως τις είχε φανταστεί ο Αρκάς και να τηρηθούν οι αναλογίες. Η ρίγα του Ισοβίτη π.χ. έπρεπε να γίνει 3,4 εκατοστά, οπότε πήρα δύο υφάσματα και γάζωσα γκρι ρίγες στο μπεζ ύφασμα». Σε αυτά τα τηλεοπτικά πεντάλεπτα, τη φωνή του Ισοβίτη απέδιδε ο Γιώργος Νινιός ενώ τη φωνή του ποντικαρά Μοντεχρήστου η Σοφία Βόσσου.
Εκεί όμως που τρελάθηκε κόσμος, ήταν τον Ιανουάριο του 1996. Ο Ισοβίτης στο..Μέγαρο! Μια ιδιόμορφη κόμικς-Όπερα του Δημήτρη Μαραγκόπουλου σε λιμπρέτο … Αρκά! Τίτλος «Το ταγκό των σκουπιδιών», με συμπρωταγωνιστές του Ισοβίτη, τα αδελφάκια του από το στριπ «Μετά την καταστροφή». Μια παράξενη συρραφή των δύο σειρών, με ατάκες και σχόλια περί ελευθερίας και ανελευθερίας, πολιτισμού και βαρβαρότητας. Μουσική με αρκετές μνήμες από κλασσική αλλά και από τζάζ και ροκ και δημοτικά και λαϊκά. Τους δύο φυλακισμένους ενσάρκωναν ο Γ. Σαμαρτζής και ο Ν. Στεφάνου, ενώ ο Π. Αθανασόπουλος και ο Τ. Χάνος, έκαναν τον μάγειρα και τον δεσμοφύλακα αντίστοιχα. Τα σκηνικά και τα κουστούμια ήταν αρκετά αφαιρετικά κι έτσι δεν παρέπεμπαν άμεσα στις φιγούρες των κόμικς του Αρκά.
Κι αν δεν χορτάσατε από τις έντεχνες και τις θεωρητικές αποδράσεις, έχουμε και αρκετές πιο ευτράπελες. Το 2000 για παράδειγμα, εμφανίζεται ο Ισοβίτης στις σελίδες του «9», να δίνει αυτοπροσώπως…συνέντευξη . Εκ των ύστερων θα μπορούσαμε να υποθέσουμε πολλά, για το τι κουβαλάει ο Ισοβίτης στα «Ντι- Εν -Εϊ» του. Ποια ήταν η μαγιά και τα υλικά στο μυαλό του Αρκά, πριν τον ζυμώσει και μας τον ξεφουρνίσει έτσι ριγωτό- ριγωτό; Ως αναγνώστη, η ατμόσφαιρα της φυλακής με παρέπεμπε πάντα, σε δύο άλλες οικείες «εικόνες». Από τα κόμικς, στα σκηνικά των φυλακών του «Λούκυ Λούκ», με συνήθεις θαμώνες, τους- επίσης ριγωτούς- αδελφούς Ντάλντον. Από τον κινηματογράφο, στον «Πεταλούδα». Ένα έργο που άφησε εποχή, με τον «γυαλομπούκαλο» κατάδικο Ντάστιν Χόφμαν, ως πιθανό κινηματογραφικό αρχέτυπο του Ισοβίτη (παρά τον «γυαλάκια» Γούντι Άλλεν στον οποίο αναφέρεται ο Μαρτινίδης).Αλλά και παραπέρα. Για τον έμμεσα πολιτικό του λόγο, έπαιξαν άραγε κάποιο ρόλο τα σκίτσα του Dalmaviva; Κι από αναγνώσματα; Γιατί ο κόσμος-σύστημα της φυλακής του Ισοβίτη, προκαλεί μιαν αίσθηση «Κάφκα… απ’ την ανάποδη»; Ίσως επιρροές από Ντοστογιέφσκι; Ποιος ξέρει τι άλλο… Το σημαντικό σε τέτοιες υποθέσεις, δεν είναι η αναζήτηση της «μυστικής συνταγής» του «Ισοβίτη», γιατί απλούστατα, συνταγή στα αριστουργήματα δεν υπάρχει. Ζητούμενο λοιπόν είναι, (ίσως για την ενίσχυση της τέρψης μιας δεύτερης ανάγνωσης), η ιχνηλάτηση του μαγικού τρόπου με τον οποίο, ένας ολόκληρος κόσμος κοινών πολιτισμικών εμπειριών, κωδίκων και αναφορών, μπορούν να μεταμορφώνονται εκ νέου σε κάτι τόσο δυνατό κι ευφυές, όπως ο λόγος στα σκίτσα του Αρκά..
Το περιβάλλον της φυλακής στον «Ισοβίτη», αποτελεί έναν κλειστό μικρόκοσμο, έντεχνων υπαρξιακών και κοινωνικών προσομοιώσεων. Οι αθώοι προβληματισμοί ενός φυλακισμένου και οι ταυτόχρονοι σαρκαστικοί αντίλογοι ενός αρουραίου, δεν παραπέμπουν ουσιαστικά, στις αμφιταλαντεύσεις του ίδιου προσώπου; Του κάθε προσώπου; Και από την άλλη, ο ιδεότυπος της φυλακής; Τα όρια της ελευθερίας και ανελευθερίας ορίζονται αναγκαστικά από τα κάγκελα και τα ντουβάρια; Οι υποκειμενικές αντιλήψεις των προσώπων αλλά και οι μεταξύ τους ισορροπίες και συμπεριφορές, μήπως συμμετέχουν εξίσου δυναμικά στη διαμόρφωση άλλων ορίων, περιορισμών και τιμωριών; Να γιατί ξεκίνησαν τόσες κουβέντες κι ασχολήθηκαν τόσοι δημιουργοί με την πάρτη του . Όπως καταλαβαίνετε, ο Ισοβίτης έχει πολύ ψωμί για να του το τρώνε αρκετά χρόνια ακόμα, τόσο Μοντεχρήστος όσο και οι αναγνώστες του
Ο ΚΥΡΙΟΣ ΚΥΡ
Όποιος δεν ξέρει τον ΚΥΡ, να σηκώσει το χέρι ψηλά.
Εντάξει, εντάξει…κατάλαβα .Για να μην αφήσει κανένας απ’ τα χέρια του το Ως3, τον ξέρετε όλοι.
Ήμουν σίγουρος ότι τον ξέρετε όλοι.
Έχουν και οι σκιτσογράφοι τα λαμπερά τους αστέρια . Κι ας μη βγαίνουν στο γυαλί, κι ας μην φωνασκούν κι ας μην βρίζουν. Καταφέρνουν μερικοί με την πένα τους να ξεκλειδώνουν την δυσπιστία μας . Να κερδίζουν την εμπιστοσύνη μας και να μας κερνούν καθημερινά με το χιούμορ τους. Να κάνουν τα σκιτσάκια τους, φίλους μας.
Ξεχωριστό δείγμα τέτοιου γελοιογράφου, είναι ο ΚΥΡ. Κάπου σαράντα χρόνια τώρα, γελοιομαχεί ανελλιπώς και από την σκιτσογιάφκα του στη Νέα Σμύρνη , μας στέλνει ραβασάκια δια μέσου των εφημερίδων.
Ξεκίνησε τις σπουδές του στην Ρώμη, στη σχολή Καλών Τεχνών με αντικείμενο την Διακοσμητική. Ευτυχώς για εμάς, η διακοσμητική έχασε νωρίς, άλλον έναν επίδοξο διακοσμητή. Με την παρότρυνση κάποιων συμφοιτητών, ο Γιάννης Κυριακόπουλος (το επίσημο ψευδώνυμο του ΚΥΡ για την εφορία) έστειλε τα πρώτα του σκίτσα στο χιουμοριστικό περιοδικό «Il Travazzo». Κάπως έτσι ξεκίνησαν όλα.
Πρώτος στην Ελλάδα, τον εντόπισε ο Γιώργος Σαββίδης από τον «Ταχυδρόμο». Διάβασε τον «άγνωστο» Έλληνα σκιτσογράφο, στο ιταλικό περιοδικό και τον αναδημοσίευσε αμέσως.
Δεν άργησε ν’ ακουστεί κι ένα δεύτερο σημαντικό κουδούνισμα τηλεφώνου. Η Ροζίτα Σώκου φανέρωνε την συμπάθειά της για τα σκιτσάκια του. Εκδήλωσε μάλιστα κι έμπρακτα το ενδιαφέρον της, γράφοντας μια επιστολή για την Ελένη Βλάχου. Έτσι το καλό, τρίτωσε. Η Βλάχου, όχι μόνο δέχτηκε στις αγκάλες της «Μεσημβρινής» τον νεαρό Κυριακόπουλο, αλλά τον βάφτισε κιόλας. Απέκοψε απ’ το υπερήφανο (αλλά μακροσκελές) νεοελληνικό επώνυμο, την ουρίτσα «-ιακόπουλος», και κράτησε το (αναμφίβολα πετυχημένο) «ΚΥΡ». Έτσι, το 1961, ο ΚΥΡ μάθαινε ότι λέγεται ΚΥΡ, διαβάζοντας «ΚΥΡ», στη Μεσημβρινή
Λίγα χρόνια αργότερα, η μοίρα του τόπου έσπρωχνε τον ΚΥΡ να διαλέγει μόνος του καινούργιο ψευδώνυμο: «Μακ Πάππας» (!) Αυτή τη φορά δεν πετσόκοψε το δικό του επώνυμο αλλά κάποιων άλλων: Μακ-αρέζος, Παπ-αδόπουλος, Πα-τακός.
Ήταν η εποχή της Δικτατορίας κι ο ΚΥΡ είχε νοιώσει για τα καλά τα ψαλίδια της Χούντας. Εκείνη την περίοδο, δημοσιευόταν στις «ΕΙΚΟΝΕΣ» και αργότερα στα «ΕΠΙΚΑΙΡΑ», η θρυλική του «Οδύσσεια». Ένα, αλληγορικά επίκαιρο, κόμικς για την επιστροφή του Οδυσσέα σε μια …αλληγορική Ιθάκη. Μια .. «Ιθάκη Ιθακησίων Ειδωλολατρών».
Ο ΚΥΡ βέβαια, αν και αλληγορικός, ΚΥΡιολεκτούσε. Γι’ αυτό και λογοκρίθηκε κυριολεκτικά και απόλυτα. Του απαγορεύτηκε εντελώς να έχει οποιαδήποτε σχέση με τα έντυπα. Έτσι, ως Μακ Πάππας, έστελνε τα «παράνομα» σκιτσάκια του στο Λονδίνο όπου δημοσιεύονταν σε ελληνικά αντιδικτατορικά περιοδικά του εξωτερικού.
Τα χρόνια πέρασαν κι ο ΚΥΡ ξαναβρήκε, εκτός απ’ το κανονικό του ψευδώνυμο και τον ρυθμό του. Έπιασε τον παλμό αλλά και τα πάθη των νεοελλήνων . Άρχισε να τσουρουφλίζει με το χιούμορ του, πολιτικούς και μη, υπεύθυνους και ανεύθυνους.
Το επιστέγασμα της καταξίωσης, ήρθε το 1981, όταν πήρε το πρώτο βραβείο σε διεθνή διαγωνισμό γελοιογραφίας στον Καναδά, με συμμετοχή 3000 σκιτσογράφων. Το σκίτσο παρουσίαζε μια φυλακή με τους κρατούμενούς της ευτυχισμένους να περνούν υπέροχα κι έξω να γίνεται χαμός… Μποτιλιάρισμα, πολυκατοικίες, καυσαέριο και τα άλλα γνωστά που παθαίνουν όσοι παραμένουν… ελεύθεροι.
Το σκίτσο του ΚΥΡ αναγνωρίζεται με την πρώτη ματιά. Ξεγελιέσαι κοιτάζοντας τ’ ανθρωπάκια του. Αυτό που αντικρίζεις αρχικά, είναι μια γραμμή απλή και λιτή, με ή χωρίς λόγια. Νομίζεις ότι και τ’ ανθρωπάκια του θα πουν ή θα υπονοήσουν κάτι εξίσου ανώδυνο και απλό. Κι εκεί την «πατάμε» όλοι. Μπαίνουμε στην παγίδα που μας έχει στημένη ο ΚΥΡ, και μας πλακώνει στις τρικλοποδιές.
Με μοχλό του το χιούμορ, ανατρέπει τα αυτονόητα της πρώτης ματιάς και μας φέρνει αντιμέτωπους με το είδωλο της πραγματικότητας. Μιας πραγματικότητας αντεστραμμένης. Όμως, όσο αστεία και να φαντάζει αυτή η αντεστραμμένη πραγματικότητα, δεν παύει να παραμένει πραγματικότητα. Έτσι στο τέλος, καταφέρνει να μας αποσπάσει το γέλιο, ακόμα κι όταν αντικρίζουμε μια πραγματικότητα που μας πονάει.
Ένα άλλο χαρακτηριστικό του, είναι η συνειδητή αποφυγή επώνυμων και πολιτικών «ηρώων». «Πολιτική» δεν είναι κατ’ ανάγκην οι Πολιτικοί. Και πολιτική γελοιογραφία δεν σημαίνει αναγκαστικά, να σκιτσάρεις πολιτικούς. Στις περισσότερες φορές, όσο σημαντικό και να είναι ένα πρόσωπο, σε οδηγεί χιουμοριστικά στην επιφάνεια της επικαιρότητας, προσπερνώντας ή και κρύβοντας τους πραγματικούς μηχανισμούς της πολιτικής πράξης. Ο ΚΥΡ διαλέγει τους αποδέκτες της πράξης, δηλαδή τους πολίτες, τον απλό κόσμο, για να διαβάσει στα μάτια τους την πολιτική. Και γι’ αυτό στοχεύει διάνα.
Η γριούλα, ο κουλτουριάρης, ο τηλεορασόπληκτος , το ζευγάρι της διπλανής πόρτας, αυτοί είναι οι «ήρωες» του Γιάννη Κυριακόπουλου . Με αυτήν την παρέα «ηρώων» διαλέγει κάθε φορά,( και ιδιαίτερα στο ολοσέλιδο ραντεβού της Σαββατιάτικης Ελευθεροτυπίας), να σχολιάσει την «εποποιία της καθημερινότητας». Και όπως καταλάβατε, η παρέα του είμαστε εμείς. Εμείς, οι «ήρωες» και οι αναγνώστες του μαζί.
ΑΡΧΕΛΑΟΣ
Χαμόγελο με…μουστάκια…
Αν όλα τα κόμματα, οι εταιρίες, οι ομάδες, οι σύλλογοι, οι συντεχνίες, έχουν κι από έναν «πρόεδρο», οι σκιτσογράφοι μέχρι το 1998, είχαν τον δικό τους .. «πρόεδρο». Τον Αρχέλαο. Προεδράρα. Εκλεγμένος ομόφωνα από καρδιάς!
Eκτός από χειμαρρώδης γελοιογράφος, ήταν πάνω απ’ όλα, ένας πολύ θετικός άνθρωπος. Φιλικός, κιμπάρης, γενναιόδωρος και αστείρευτος πλακατζής, ο Αρχέλαος ήξερε να τους κερδίζει όλους με την καλοσύνη και το χαμόγελο.
Ο Αντώναρος , (που είναι το «κανονικό» του επώνυμο και όχι το Αρχέλαος που είναι το …μικρό του), γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη έναν αιώνα μετά την Ελληνική επανάσταση. Σε ηλικία 15 χρόνων έστειλε τα πρώτα του δύο σκίτσα στην εφημερίδα «Μακεδονία» όπου και δημοσιεύτηκαν, κερδίζοντας έτσι ένα εφήμερο κοκτέιλ φιλίας και ζήλιας από τους συμμαθητές του, αλλά ανακαλύπτοντας και το «νόημα της ζωής» του. Το 1941 γράφεται στην Φιλοσοφική σχολή Αθηνών. Στην κατοχή και στα δύσκολα χρόνια, απαντάει με τον τρόπο που ξέρει. Με αφίσες και σκιτσάκια. Δημοσιεύει γελοιογραφίες στον Ριζοσπάστη μέχρι και την απαγόρευση της κυκλοφορίας του, υπογράφοντας με το ψευδώνυμο ΤΟΤ.
Αργότερα, αρχίζει συνεργασίες με διάφορα σατυρικά έντυπα, εφημερίδες και περιοδικά και αποκτά την ευρύτερη συμπάθεια του κοινού, πλάι στο σκιτσογραφικό του δίδυμο, τον εξαίρετο Βασίλη Χριστοδούλου. Σε μια εποχή που η τηλεόραση, τα ιντερνέτια, τα κινητά και οι άλλες σύγχρονες ξελογιάστρες δεν υπήρχαν, κυριαρχούσαν τα μεγάλα οικογενειακά περιοδικά. Και μέσα σε αυτά όπως το «Μπουκέτο», ο «Θησαυρός», το «Ρομάντζο», το «Πάνθεον», κυριαρχούσαν οι γελοιογραφίες (πλάι σε άλλων όπως του Γάλλια, του Πολενάκη, του Π.Παυλίδη, του Δημητριάδη) του Αρχέλαου. Ήταν η χρυσή εποχή όπου οι σκιτσογράφοι ήταν και λαοφιλείς και διάσημοι. Και ο Αρχέλαος με τις «πλάκες» του, δικαιολογημένα ήταν πασίγνωστος.Εκτός όμως από «κοινωνικός» γελοιογράφος, ο Αρχέλαος τα πήγαινε πολύ καλά και με την Πολιτική γελοιογραφία. Απόδειξη της επιτυχίας, ήταν και η δίκη του το 1952. Σατίριζε σε δύο γελοιογραφίες τον Παπάγο και τον Μαρκεζίνη, αλλά ευτυχώς ο πρόεδρος αθώωσε τον «πρόεδρο», χαρακτηρίζοντάς τον «μεγάλο παιδί». Δούλευε απ’ την αρχή της δεκαετίας του ‘50 στην εφημερίδα «Αθηναϊκή» με γελοιογραφίες, στριπάκια και πρωτοσέλιδα. Ενδιαφέρον είναι και το ότι , πριν κάποια χρόνια όταν ξανακυκλοφόρησε η Αθηναϊκή, ο Αρχέλαος ήταν πάλι στις τυπογραφικές επάλξεις. Ξανά γελοιογραφίες , ξανά πρωτοσέλιδα, ξανά «πλάκες», καρικατούρες και πολιτική σάτιρα.
Συνέχισε να δίνει σκίτσα στην εφημερίδα μέχρι το τέλος, λίγο πριν μπει στην κλινική. Τα τελευταία χρόνια τον είχε «προδώσει» η καρδιά του σώματός του, αλλά η πραγματική του καρδιά δεν το’βαζε κάτω. Της απάντησε με χαμόγελο στα ίσα! Το 1993 κι εμπνευσμένος από την περιπέτειά του, φτιάχνει το αλμπουμάκι «Γέλα καρδιά μου, γέλα» που εκδίδεται από το ΕΛληνικό Ίδρυμα Καρδιολογίας (ΕΛ.Ι.ΚΑΡ). Δεν ήταν το μόνο άλμπουμ. Ξεκίνησε το 1964 με το «Σας αρέσει ο …Αρχέλαος;». Έπειτα από χρόνια, το 1988, ξαναβλέπει την δουλειά του σε άλμπουμ από τις εκδόσεις «Κάκτος». «Καμπινέ Στόρυ» και «Νταλίκες». Κι επειδή ήταν και παρέμενε μέχρι τέλους νέος, δεν παρέλειψε να εκδώσει και από την «Βαβέλ», τους «Βαρελόφρονες».
Αυτή η σχέση με τη Βαβέλ, είναι επίσης αξιοσημείωτη για το ήθος και την ευαισθησία του. Σε δύσκολους καιρούς για το περιοδικό, ο Αρχέλαος είχε τρέξει από μόνος του στο πλευρό της και αρχίζει να δίνει μια σειρά ολοκαίνουργιων γελοιογραφιών με τον τίτλο:«ΟΙ Μπάτσοι» (!)
Τα σκίτσα του Αρχέλαου, καρικατούρα με βιαστικές γραμμές, θαρρείς και βιάζονται να σου πουν αυτό το αστείο, γιατί αμέσως μετά , ακολουθεί και άλλο. Ένα αστείρευτο χιούμορ καθημερινών καταστάσεων που όμοιό της συναντάμε στην σύγχρονή του ελληνική κινηματογραφική κωμωδία. Οι, «Βαρελόφρονες», οι χοντρές πεθερές, οι καλλίγραμμες…κυρίες, οι νταλικέρηδες, οι άπιστοι σύζυγοι με τις δικαιολογίες τους, οι κουτοπόνηρες υπεκφυγές όλων μας, ήταν στο στόχαστρο του Αρχέλαου. Και όλα αυτά με ειλικρινή πλακατζίδικη διάθεση, με σαρκασμό και αυτοσαρκασμό, αλλά χωρίς σταγόνα εμπάθειας.
«Βλέπετε, από φύσεως είμαι…συνεσταλμένος…» διαβάζουμε στην εισαγωγή του πρώτου του βιβλίου. «Μη κοιτάτε τις γελοιογραφίες μου. Σ’ αυτές κοροϊδεύω λιγάκι τον εαυτό μου, λιγάκι τα στραβά της ζωής, λιγάκι τις αδυναμίες μας…»
Αυτός ήταν ο αγαπητός μας «πρόεδρος». Ο Αρχέλαος. Μας άφησε το 1998, 77 χρονών έφηβος
ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΛΑΙΤΖΗΣ.
Το… «τρίτο πόδι» της Ελληνικής Γελοιογραφίας.
Από μια παλιά συνέντευξη του Καλαϊτζή στο «Περιοδικό» και στον Θ. Λάλα (τεύχος 53, Αύγουστος 1991), αντιγράφω… «Ήμουν τεσσάρων ή πέντε χρονών και σκίτσαρα μανιωδώς πιτσιρικάδες με κάτι τεράστια παπάρια. Τα ονόμαζα θυμάμαι “Το τρίτο Πόδι”.(γέλια). Έφαγα όμως τόσο ξύλο που γρήγορα άλλαξα θέμα».
Ο Γιάννης Καλαϊτζής, μπορεί τότε να έφαγε ξύλο, όμως «θέμα» και διάθεση δεν άλλαξε. Συνεχίζει αμείωτα και αμετανόητα (ως προς τα σκίτσα), να μας προκαλεί καθημερινά με τις γελοιογραφίες του. Σκίτσα καυστικά, ανατρεπτικά και με πολύ- πολύ χιούμορ. Χιούμορ που γελάς και δεν μειδιάς. Σκίτσα που σου διαλύουν την νεφελοσκέπαστη επικαιρότητα γραβατιζούμενων παρουσιαστών ειδήσεων και σου αποκαλύπτουν, μέσα από λογοπαίγνια και παιγνιο-συνειρμούς, την «ωμή» πραγματικότητα: «Χάρβαλον μεν, ΥΠΕΧΩ ΔΕ», «Το υπουργείο από το Εξωτερικόν», «YES» (Γενικό επιτελείο Στρατού…), «ΧΑΑ, το θυλικό του ΧΑΟΥΣ», «Γιαννοκρατούμενη Δασκαλοκρατία», «2000 στα τέσσερα», «Στρατόπεδον Υλάρχου Τραγκαουνάκη» και τόσα- τόσα άλλα.
Ξεκινώντας από τις γειτονιές της Κοκκινιάς, (εκεί που ζωγράφιζε τα …τρίτα πόδια), ο Καλαϊτζής ασχολήθηκε με πολλά πράγματα , σχετικά και άσχετα, πριν αφοσιωθεί ολοκληρωτικά στα σκίτσα: διαφημιστικά, μακέτες συσκευασίας, εικονογραφήσεις, εξώφυλλα βιβλίων, κινούμενα σχέδια, σκηνικά και κοστούμια για τον κινηματογράφο
Σκίτσα του δημοσίευσε για πρώτη φορά στην εφημερίδα «Αυγή» το 1961. Επίσης συνεργάστηκε με τους «Δρόμους της Ειρήνης», την «Πανσπουδαστική», το «Ντέφι», το «Αντί», το «Τέταρτο», τη «Βαβέλ», το «9» και φυσικά την «Ελευθεροτυπία» απ’ όπου καθημερινά μας πετάει αδιάκοπα τις ασπρόμαυρες χιουμοριστικές μπόμπες του.
Ο Γιάννης Καλαϊτζής είναι πρωτοπόρος και ανατρεπτικός στη δουλειά του. Τόσο στην γελοιογραφία όσο και στα κόμικς. Και η δύναμή του σε κάποιο βαθμό, πρέπει να οφείλεται και σ’ αυτόν ακριβώς τον αλληλο-δανεισμό, το αλληλο-μπόλιασμα στοιχείων μεταξύ των γελοιογραφιών και των κόμικς.
Στη γελοιογραφία, ο Καλαϊτζής με τον Γιάννη Ιωάννου, ήταν αυτοί που ουσιαστικά, μετά τη Χούντα, έφεραν μια εκρηκτική ανανέωση στον λόγο και την εικόνα της. Την «νέα πολιτική γελοιογραφία» όπως την αναφέρει ο ίδιος σε παλαιότερη συνέντευξή του στη Βαβέλ (τεύχος 193, 2000 μ.Χ). Έντονη κίνηση, «βιαστικές» γραμμές, μαύρες σκιές από χοντρό μαρκαδόρο, αφαιρετική προοπτική με επιλεκτικές περιγραφές αναγνώρισης σε χώρους και κτήρια, αλλά κυρίως ο πολιτικός Λόγος. Ένας Λόγος αριστερός, καυστικός, αποκαλυπτικός και καθόλου σπάνια, αυτοσαρκαστικός.
Ίσως δεν είναι τυχαίο ότι και οι δύο σκιτσογράφοι στο ξεκίνημά τους, επηρεάστηκαν από τα ευρωπαϊκά ανατρεπτικά ρεύματα των κόμικς της εποχής και πλούτισαν δημιουργικά την δουλειά τους με αυτά.
Σήμερα, σε μια εποχή που οι «πολιτικές» αντοχές της κοινωνίας μοιάζουν εξαντλημένες και ο κυρίαρχος δημόσιος λόγος αρθρώνεται κουρασμένος και μπερδεμένος, βρίσκω τις γελοιογραφίες του Καλαϊτζή ιδιαίτερα κεφάτες, αποκαλυπτικές και…αναρχικές.
Παρά την μακρόχρονη πορεία του Γιάννη, έχουν κυκλοφορήσει μόνο δύο συλλογές με γελοιογραφίες του. Και οι δυο πρόσφατα. Και οι δυο, άκρως πολιτικές και τολμηρές λόγω της γενικότερης πολιτικής συγκυρίας. Το «Γιαταλεφτά Νοέμβρη» (εκδόσεις Λιβάνη, 2002) και το «2000 στα 4» (Άγρα, 2003). Συλλογές γελοιογραφιών με τα αντίστοιχα θέματα της δίκης της 17 Νοέμβρη και των Ολυμπιακών αγώνων, δημοσιευμένες στην Ελευθεροτυπία.
Στα κόμικς, εξ ίσου δυναμικός και πρωτοπόρος.
Η «Τσιγγάνικη Ορχήστρα» εκδόσεις Πολύτυπο, 1984) οριοθετεί μια νέα αρχή για τα νεώτερα Ελληνικά κόμικς-άλμπουμ. Μια ημερήσια περιπλάνηση, μια μικρή «Οδύσσεια» σε μια σχεδόν συνηθισμένη μέρα στην Αθήνα του 1976.
Αργότερα, ακολουθούν τα δυο αδελφάκια . «Το Μαύρο Είδωλο της Αφροδίτης» (Ars Longa/Nemo, 1990) και ο «Τυφών» (ΚώΜΟΣ, 1997) «γυρισμένα» και τα δυο στην Σαντορίνη, στις 22 Μαΐου του 1707, αλλά σε διαφορετικές πλευρές του νησιού και τις δύο ιστορίες να εξελίσσονται ανεξάρτητες η μία από την άλλη. Ασπρόμαυρο σκίτσο εξ ίσου δυνατό αλλά πιο ελεύθερο από τη «Τσιγγάνικη Ορχήστρα», πολυάνρθωπο και στην περίπτωση του Τυφώνα, πολυγάιδουρο. Δυο οργιώδεις φανταστικές ιστορίες από την …ιστορική φαντασία του Καλαϊτζή.
Είπα «οργιώδεις». Έναν χαρακτηρισμό που θα κολλούσε εύκολα τόσο στις γελοιογραφίες, όσο και στις ιστορίες των κόμικς του. Πολλοί μάλιστα θα μπορούσαν να τις χαρακτηρίσουν «ακραίες», «χοντρές», «πληθωρικές» ή ακόμα και «υπερβολικές». Με τις τρέχουσες ισοπεδωτικές τάσεις της γλώσσας και την απουσία μνήμης στις λέξεις, ίσως πρόχειρα να περιγράφονται έτσι. Αν όμως δεις τον λόγο ύπαρξης, τις αφορμές, τα … «τρίτα πόδια», τις αναζητήσεις στη σκέψη και στα σκίτσα του Καλαϊτζή, απλά και ουσιαστικά θα μπορούσαμε να τις περιγράφαμε ως «διονυσιακές»
ΙΟΡΔΑΝΗΣ ΑΝΑΝΙΑΔΗΣ
Ο άνθρωπος που φτιάχνει….τρύπες.
Και μάλιστα που «πέφτει πάντα μέσα». Όχι στις τρύπες αλλά σε αυτό που θέλει να δείξει και να πει. Ο Ιορδάνης Ανανιάδης είναι μια από αυτές τις παράξενες υπάρξεις των κινουμενάδων, όπου βιώνουν την τέχνη τους ταυτόχρονα ως σκιτσογράφοι και ως κινηματογραφιστές
Ίσως το «μικρόβιο» των ταινιών να το κληρονόμησε και από τον Μικρασιάτη πατέρα του, όπου αγαπούσε πολύ τον κινηματογράφο. Παρακινημένος και από την ευχέρεια του στο σχέδιο, ο Ιορδάνης άρχισε να παθιάζεται και να πειραματίζεται με τα κινούμενα σχέδια.
Γέννημα θρέμμα Θεσσαλονικιός ο Ιορδάνης, εκεί ξεκίνησε να φτιάχνει το 1966, τα πρώτα διαφημιστικά φιλμάκια κινουμένων σχεδίων. Παράλληλα, άρχισε να υλοποιεί και την πρώτη του ταινιούλα «Πανδαισία», με θέμα σατiρικά εμπνευσμένο από την Ελληνική Μυθολογία . Η δεκάλεπτη «Πανδαισία» παίχτηκε το 1971 στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης όπου και βραβεύτηκε ως πρωτοεμφανιζόμενος σκηνοθέτης και δημιουργός κινουμένων σχεδίων.
Το 1972 κατεβαίνει στην Αθήνα για ν’ αρχίζει έναν νέο αγώνα δημιουργίας κι επιβίωσης. Δουλεύει για διαφημιστικές εταιρίες και ταυτόχρονα υλοποιεί με πείσμα και υπομονή, τις κεφάτες ιδέες του.
Η συνέχεια έρχεται το 1979 με τον «Ζάχο τον Μαζόχα» τον αποτυχημένο αυτόχειρα, όπου εκτός από το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, παίζεται μ’ επιτυχία και στην Verona της Ιταλίας. Το 1981 παρουσιάζει τον «Κύκλο», την ιστορία του …ανθρώπου όπου από παιδί μέχρι την ενηλικίωσή του, εγκλωβίζεται σε ρόλους και καταναγκασμούς όπως η εκπαίδευση, οι κοινωνικές συμπεριφορές και η πολιτική, τις περισσότερες φορές , ερήμην του. Με την ιδιαίτερη σάτιρά του, ο «κύκλος» καταφέρνει να κερδίσει στο Φεστιβάλ της γενέτειρας, όχι μόνο το βραβείο καλύτερης ταινίας μικρού μήκους αλλά και τα βραβεία των κριτικών, το βραβείο χωρών μελών της ΕΟΚ και το κρατικό βραβείο.
Το 1983 εμφανίζεται η πρώτη «Τρύπα»! Επίσης πολυβραβευμένη: Ξανά πρώτο βραβείο καλύτερης ταινίας μικρού μήκους, βραβείο κριτικών, βραβείο χωρών μελών της ΕΟΚ, κρατικό βραβείο, αλλά και βραβείο στο διεθνές φεστιβάλ του Bilbao της Ισπανίας και διεθνή προβολή σε πολλά φεστιβάλ κινουμένων ανά τον κόσμο.
Ο «Αδάμ» (12 λεπτά) είναι μια άλλη σπαρταριστή ταινιούλα που είδε το φως της προβολής το 1986 και κερδίζει με τη σειρά της το πρώτο βραβείο στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, το βραβείο χωρών μελών της ΕΟΚ αλλά και το βραβείο καλύτερης παραγωγής των τελευταίων 3 χρόνων στη Lucca της Ιταλίας και επίσημη συμμετοχή στο φεστιβάλ του Βερολίνου. Επόμενη δημιουργία το «Εμείς οι Έλληνες», ταινία 8 λεπτών όπου προβάλλεται και βραβεύεται το 1996 στο φεστιβάλ της Δράμας με τιμητική διάκριση χωρίς όμως χρηματικό έπαθλο (για μια τόσο επίπονη δουλειά) και ο Ανανιάδης αποχωρώντας, σκίζει το βραβείο!
Και να που φτάνουμε το 2002 με την υποστήριξη του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου στην «Τρύπα νούμερο 2 – Overground ». Η Τρύπα 2 προβλήθηκε το 2003 στο δεύτερο φεστιβάλ Κινουμένου Σχεδίου στην Αθηναίδα, στα πλαίσια ενός ευρύτερου αφιερώματος για το σύνολο της δουλειάς του Ανανιάδη. Και οι Τρύπες δεν σταματούν εδώ. Ο Ιορδάνης ετοιμάζει ήδη την «Τρύπα νούμερο 3» με… οικολογικό περιεχόμενο. Άντε, ας κάνουμε μιαν ευχή, να τις δούμε κάποια στιγμή και τις τρεις τρύπες μαζί, να προβάλλονται στους κινηματογράφους.
Η δουλειά του Ιορδάνη, έχει την αίσθηση του προσωπικού και του χειροποίητου. Μοναχικός κινουμενάς ο Ανανιάδης, υλοποιεί τα σεναριάκια και τις ιδέες του, μακριά από τα μεγάλα εργαστήρια με τα πανάκριβα μηχανήματα και τις τρελές υπερπαραγωγέςΟ Ιορδάνης στο πνεύμα των ημερών μπορεί για πολλούς να φαντάζει και λιγάκι Δον Κιχώτης, με Σάντσο Πάτσα τα ταινιάκια του. Άλλοι χαλούν τη ζωή τους να φτιάχνουν περιουσίες και ν’ αλλάζουν αυτοκίνητα και άλλοι την χαλούν για να φτιάχνουν …τρύπες. Τι να κάνουμε. Έτσι «λογική» που είναι η ζωή μας, ευτυχώς που υπάρχουν πάντα και μερικοί τρελοί να ονειρεύονται, να γελούν και να στενοχωριούνται για λογαριασμό της κοινωνίας.
Α! και κάτι σημαντικό. Ο Ανανιάδης δεν κρατάει την τέχνη του και τα μυστικά τερτίπια της, για τα ντουβάρια του εργαστηρίου της οδού Μπόταση. Διδάσκει κινούμενο σχέδιο εδώ και πολλά χρόνια στη σχολή Ορνεράκη.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΙΩΑΝΝΟΥ.
Ο …τρίτος δρόμος της Ελληνικής Γελοιογραφίας.
Κορυφαίος πολιτικός γελοιογράφος ο Γιάννης Ιωάννου, χάραξε με τα σκίτσα του έναν καινούργιο δρόμο, έναν καινούργιο τρόπο θέασης των πραγμάτων, μια νέα ποιοτική κριτική, ένα «άλλο» χιούμορ.
Για πάρα πολλά χρόνια όλοι έδειχναν ενθουσιασμό για τα σκίτσα και τα κόμικς του. Στο Ποντίκι, την Ελευθεροτυπία, το Αντί, τον Σχολιαστή. Και στο δρόμο πολλές αφίσες, πολιτικές, φοιτητικές, διαμαρτυρίας, με γελοιογραφίες του.
Ο Ιωάννου γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε αρχιτέκτονας στο ΑΠΘ και στη συνέχεια πολεοδόμος στο Παρίσι. Έπειτα, έκανε την γνωστή διαδρομή Παρίσι-Τέξας… Από το Παρίσι του Volinski και του Reiser, στο Τέξας της μεταπολιτευτικής Ελλάδας. Το ’75 δημοσιεύει τα πρώτα του σκίτσα στο «Αντί». Ακολουθεί το καθημερινό «Βήμα» μέχρι το ’81 όπου και αρχίζει να δημοσιεύεται στο «Ποντίκι» ο θρυλικός «Τρίτος Δρόμος».
Το 1983 κυκλοφορεί σε βιβλίο«Ο Ευρωπαίος», με κόμικς δημοσιευμένα στο «Αντί». Ένα πρωτοποριακό για τα Ελληνικά πράγματα, πολιτικό κόμικς που εκδίδεται -όπως και καμιά εικοσαριά άλμπουμ που θα ακολουθήσουν – από τις εκδόσεις Καστανιώτη.
( Είχαν προηγηθεί δύο άλμπουμ: «Η άλλη επταετία»,1981 και ο «τρίτος δρόμος» 1982, από τις εκδόσεις Πολύτυπο).
Στη συνέχεια δουλεύει με τον «Ταχυδρόμο», το «Σχολιαστή», την «Πρώτη». Το 1990 ξεκινά τη συνεργασία του με την «Ελευθεροτυπία» ενώ δίνει σκίτσα και στις εφημερίδες της ..γενέτειρας, «Μακεδονία» και «Θεσσαλονίκη» . Σήμερα απολαμβάνουμε τα σκιτσάκια του στην εφημερίδα « το Έθνος».
Ο Γιάννης Ιωάννου μαζί μ ’έναν άλλο Γιάννη, τον Καλαϊτζή, είναι οι βασικοί δημιουργοί της «Νέας Πολιτικής Γελοιογραφίας». Ο όρος είναι του δεύτερου κι απ’ όσα μπορώ να δω, συμφωνώ απόλυτα. Ο Ιωάννου φέρνει απ’ το Παρίσι νέες ιδέες, νέα ματιά και νέα αισθητική.
Θα μπορούσαμε να πούμε ότι πρόκειται για γελοιογραφική επανάσταση. Επηρεασμένος από τα πολιτικοποιημένα σκίτσα που δημοσιεύονται στη Γαλλία, κυρίως από τη γραμμή του Reiser και του Volinski, μπολιάζει την πολιτική γελοιογραφία με μια νέα ανατρεπτική ματιά.
Η αφήγηση και η λογική των κόμικς, παντρεύονται στο μυαλό του την πολιτική γελοιογραφία και γενούν μια νέα αισθητική και κριτική.
Ομως το μάτι του… αρχιτέκτονα-πολεοδόμου, δεν βλέπει μόνο σημεία φυγής. Διακρίνει με ιδιαίτερη διαύγεια, το βάθος μιας πολιτικής πράξης και την αποκαλύπτει με καυστικό χιούμορ, μπροστά στα μάτια των αναγνωστών. Έτσι, ο ανατρεπτικός, πραγματικά αστείος λόγος των σκίτσων, αναδεικνύεται ως ακόμη πιο σημαντικό στοιχείο στις γελοιογραφίες και τα πολιτικά κόμικς του Ιωάννου.
«Πολιτικά κόμικς»! Άλλο και τούτο. Εκτός από τη γελοιογραφία, αυτό που τον κάνει πραγματικά ξεχωριστό, είναι ο επιτυχής πειραματισμός του με τα κόμικς.
Ο Καραμανλής, ο Παπανδρέου, ο Μητσοτάκης μετατράπηκαν ξαφνικά, σε ήρωες των κόμικς και απέκτησαν χάρτινες συγγένειες με τον Ποπάυ, τον Ισοβίτη και το Μεγάλο ρεμάλι… …
Αυτή περιληπτικά είναι, η διακριτική κατά τ’ άλλα, παρουσία του Ιωάννου. Ο «τρίτος» δρόμος της Ελληνικής γελοιογραφίας
Η Ημέρα των Ευχαριστιών (αγγλ.: Thanksgiving Day) είναι μια ετήσια παραδοσιακή γιορτή που γίνεται στη Βόρεια Αμερική και ανήκει στην κατηγορία των φεστιβάλ της σοδειάς. Ανάλογα φεστιβάλ διοργάνωναν πολλοί αγροτικοί πολιτισμοί σε όλο τον κόσμο.
Με τη γιορτή των ευχαριστιών απονέμονται ευχαριστίες προς το Δημιουργό για τα αγαθά που αποκόμισε ο καθένας στο τέλος της σοδειάς. Η πρώτη γιορτή των ευχαριστιών εορτάστηκε στα τέλη του 16ου αιώνα σε περιοχές του σημερινού Καναδά. Από τις αρχές του 17ου αιώνα ο γιορτασμός άρχισε να γίνεται και σε περιοχές των σημερινών ΗΠΑ.
Γενικά, η καθιέρωση της Γιορτής ξεκίνησε από τους πρώτους Ευρωπαίους αποίκους. Οι απαρχές της ανάγονται στις γιορτές που διοργάνωναν οι πρώτοι άποικοι μόλις έφταναν στη νέα ήπειρο, ως ευχαριστήριο προς το Δημιουργό για την ασφαλή άφιξή τους.

Η γιορτή
Στον Καναδά η Ημέρα των Ευχαριστιών εορτάζεται κάθε χρόνο τη δεύτερη Δευτέρα του Οκτωβρίου. Είναι πολιτειακή γιορτή σε όλες τις επαρχίες της χώρας εκτός από το Νιου Μπρούνσβικ, το Νιουφάουντλαντ, τη Νέα Σκοτία και στο Νησί του Πρίγκιπα Εδουάρδου.
Η γιορτή αυτή έχει άμεση συνάφεια με τις αγγλικές και ευρωπαϊκές γιορτές της σοδειάς, κατά τις οποίες διακοσμούσαν τις εκκλησίες με φύλλα καλαμποκιού, καλαμπόκια, καρπούς και άλλα αγροτικά προϊόντα. Την Κυριακή των Ευχαριστιών τραγουδούσαν αγροτικούς ύμνους και τραγούδια και ζωγράφιζαν σχετικά θέματα παίρνοντας ιστορίες από τη Βίβλο, που σχετίζονταν με την εβραϊκή αγροτική γιορτή Σακότ (Sukkot).
Καθώς στον Καναδά η γιορτή έχει καθιερωθεί να εορτάζεται Δευτέρα, οι Καναδοί διοργανώνουν το γεύμα των Ευχαριστιών όποια μέρα από το τριήμερο μπορούν. Πολλοί διοργανώνουν κάποια οικογενειακή γιορτή αλλά πολλοί συνηθίζουν να φεύγουν το τριήμερο στην εξοχή και να συμμετέχουν σε διάφορες υπαίθριες δραστηριότητες, όπως: κυνήγι, ψάρεμα, πεζοπορία κλπ.
Οι απαρχές της Ημέρας των Ευχαριστιών στον Καναδά θεωρείται πως οφείλονται στον εξερευνητή Μάρτιν Φρόμπισερ (Martin Frobisher), ο οποίος προσπαθούσε να ανακαλύψει ένα βόρειο πέρασμα προς τα ανατολικά. Το 1578 στην επαρχία Νιουφάουντλαντ και Λαμπραντόρ διοργάνωσε μια τυπική τελετή ευχαριστίας για την επιβίωσή του από ένα μακρύ ταξίδι.
Αυτή θεωρείται από πολλούς ως η παλιότερη αναφορά Γιορτής Ευχαριστιών στη Βόρεια Αμερική, αν και ο εορτασμός του τέλους της περιόδου της σοδειάς και οι ευχαριστίες για την επιτυχημένη συγκομιδή αποτελούσαν μακραίωνη παράδοση ανάμεσα στις ινδιάνικες βορειοαμερικανικές φυλές. Οι Πουέμπλο, οι Τσερόκι, οι Κρικ και άλλες φυλές διοργάνωναν αγροτικά φεστιβάλ, τελετουργικούς χορούς κι άλλους εορτασμούς ευχαριστιών αιώνες πριν έρθουν οι Ευρωπαίοι στην ήπειρο. Αργότερα στον Φρόμπισερ απονεμήθηκε ο τίτλος του Ιππότη και το όνομά του δόθηκε σε έναν κόλπο του βορείου Καναδά στον Ατλαντικό Ωκεανό (Frobisher Bay).
Την ίδια περίοδο Γάλλοι άποικοι, που είχαν φτάσει στον Καναδά διασχίζοντας τον Ατλαντικό με επικεφαλής τον Σαμυέλ ντε Σαμπλέν (Samuel de Champlain), διοργάνωσαν επίσης μια γιορτή ευχαριστιών για την ασφαλή άφιξή τους στο Νέο Κόσμο. Στη γιορτή αυτή καθιέρωσαν να μοιράζονται το φαγητό τους με τους αυτόχθονες γείτονές τους.
Μια ειδική ημέρα ευχαριστιών καθιέρωσαν το 1763 μετά το τέλος του Επταετούς πολέμου οι κάτοικοι του Χάλιφαξ. Μετά το 1799 αναφέρονται πολλοί εορτασμοί της Ημέρας Ευχαριστιών αλλά όχι σε τακτική βάση. Μετά την Αμερικανική Επανάσταση, πρόσφυγες Αμερικανοί που παρέμειναν πιστοί στο βρετανικό στέμμα μετακινήθηκαν στον Καναδά μεταφέροντας στη νέα πατρίδα τους έθιμα και συνήθειες της αμερικανικής Ημέρας Ευχαριστιών.
Ως πρώτη Ημέρα Ευχαριστιών μετά τη δημιουργία της Καναδικής Ομοσπονδίας αναφέρεται μια λαϊκή γιορτή που διοργανώθηκε στις 5 Απριλίου 1872 για τον εορτασμό της ανάρρωσης από σοβαρή ασθένεια του Πρίγκιπα της Ουαλίας, του μετέπειτα βασιλιά της Αγγλίας Εδουάρδου Ζ΄.
Από το 1879 η Ημέρα των Ευχαριστιών άρχισε να εορτάζεται κάθε χρόνο. Όμως, η ημερομηνία δεν ήταν σταθερή. Επίσης, κάθε χρόνο άλλαζε το θέμα (η αφορμή) του εορτασμού ανάλογα με τι εθεωρείτο ως σημαντικότερο για να γίνει η γιορτή.
Μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο η Ημέρα των Ευχαριστιών άρχισε να γιορτάζεται μαζί με την Ημέρα των Βετεράνων Πολεμιστών μια Δευτέρα του Νοεμβρίου. Όμως, από το 1931 οι δύο εορτασμοί έγιναν ξεχωριστοί και η Ημέρα των Ευχαριστιών μεταφέρθηκε τη δεύτερη Δευτέρα του Οκτωβρίου.

Η.Π.Α.
Η γιορτή
Στις ΗΠΑ η Ημέρα των Ευχαριστιών εορτάζεται κάθε χρόνο την τέταρτη Πέμπτη του Νοεμβρίου (μεταξύ 22 και 28 του μηνός). Ο εορτασμός γίνεται για να εκφραστεί η ευγνωμοσύνη κάθε οικογένειας προς το Δημιουργό για τα αγαθά που συγκεντρώθηκαν με το τέλος της σοδειάς. Η γιορτή αποκαλείται και “Ημέρα της Γαλοπούλας” (Turkey Day), διότι σηματοδοτεί την έναρξη της εορταστικής περιόδου που κρατάει ως την Πρωτοχρονιά.
Στις ΗΠΑ η γιορτή των Ευχαριστιών δεν συνδέεται με θρησκευτικές εκδηλώσεις ούτε έχει συνδεθεί με συγκεκριμένη θρησκευτική ομάδα. Η γιορτή στηρίζεται στα αγροτικά φεστιβάλ που διοργάνωναν πολλοί λαοί από την αρχαιότητα. Οι περισσότεροι άνθρωποι τη γιορτάζουν οικογενειακά ή με φίλους που καλούν στο σπίτι. Μια αγροτική παράδοση που επιβιώνει είναι να μοιράζονται τους καρπούς τους με όσους ήταν πιο άτυχοι τη συγκεκριμένη χρονιά.
Η πόλη Ελ Πάσο του Τέξας ισχυρίζεται ότι ήταν η πρώτη από τις σημερινές πόλεις των ΗΠΑ που διοργανώθηκε Εορτή Ευχαριστιών. Πάντως δεν ήταν αγροτική γιορτή. Συγκεκριμένα, στις 30 Απριλίου 1598 ο Ισπανός Δον Χουάν ντε Ονιάτε (Don Juan de Oñate) με την εξερευνητική του ομάδα οργάνωσε μια γιορτή Ευχαριστιών για να ξεκουράσει τους άντρες του.
Η πρώτη καταγραμμένη τελετή Ευχαριστιών έγινε στις 8 Σεπτεμβρίου 1565 στη σημερινή πόλη του Αγίου Αυγουστίνου της Φλόριντα. Εξακόσιοι Ισπανοί άποικοι υπό τον Πέδρο Μενέντεθ δε Αβιλές έφτασαν εκεί με σκοπό να δημιουργήσουν την μετέπειτα πόλη. Μόλις αφίχθησαν διοργάνωσαν μια Γιορτή Ευχαριστιών για την ασφαλή άφιξή τους στο Νέο Κόσμο.
Μια από τις πιο παλιές Γιορτή Ευχαριστιών που είναι γνωστή, είναι αυτή που έκανε ένα γκρουπ 38 Άγγλων αποίκων στις 4 Δεκεμβρίου 1619, μόλις έφτασαν στο Μπέρκλεϊ Χάντρεντ (Berkeley Hundred) στη Βιρτζίνια. Μάλιστα, η ομάδα αυτή των αποίκων αποφάσισε να καθιερώσει ετήσιο εορτασμό Ημέρας Ευχαριστιών εις ανάμνηση του ασφαλούς ερχομού της, όπως προκύπτει από σωζόμενο γραπτό ντοκουμέντο. Αυτή μπορεί να θεωρηθεί ως η παλιότερη αναφορά Εορτής Ευχαριστιών ως καθιερωμένης ετήσιας γιορτής.
ΑΠΟ ΤΟ ultragreek.com
( από το Blog της Καίτης Βασιλάκου )
Λίγες είναι οι γυναίκες που έχουν το κουράγιο να διεκδικήσουν δικαιώματα στις ανδροκρατούμενες κοινωνίες του τρίτου κόσμου. Οι περισσότερες έχουν ασπασθεί την άποψη των ανδρών για την κατώτερη θέση τους, άλλες διαφωνούν, αλλά φοβούνται και σωπαίνουν και κάποιες ελάχιστες διαφωνούν και τολμούν να αντιπαρατεθούν με όλους και με όλα: με την οικογένειά τους, με την κοινή γνώμη, με την κυβέρνηση, με το ιερατείο, ακόμα και με τις άλλες γυναίκες.



Το νησί με τους μικρούς πρίγκιπες
Ν. Λυγερός
Εσύ που δεν διάβασες
τον Antoine de Saint-Exupery
πως να φανταστείς ένα νησί
με μικρούς πρίγκιπες
να κοιτάζουν με το τηλεσκόπιο
τον άλλο πλανήτη
όπου το ηλιοβασίλεμα
έχει ακόμα την αξία του
στην καρδιά της μοναξιάς
που έχει μαζί της
μόνο ένα τριαντάφυλλο
το οποίο ακόμα και αν
δεν είναι μοναδικό
είναι η ουσία της ζωής.
Αναδημοσίευση από το Ορόγραμμα Αρ. 107 Μάρτιος – Απρίλιος 2011
Το Ορόγραμμα είναι διμηνιαία έκδοση της Ελληνικής Εταιρείας Ορολογίας (ΕΛΕΤΟ) για την αλληλοενημέρωση των μελών της και ευρύτερου κύκλου αποδεκτών για θέματα της Ελληνικής Γλώσσας και Ορολογίας
Οι όροι της φτώχειας και των ειδών της
Η ανάγκη γεννά την έλλειψη, την πενία, την μιζέρια.
Η στέρηση γεννά την ντροπή, την κατάντια, την ανέχεια.
Η μοναξιά γεννά την απομόνωση, την απογοήτευση, την
εγκατάλειψη.
Η κατάπτωση γεννά την βλακεία, την αγένεια, τον
εξευτελισμό.
Δώδεκα μόνο από τα πολλά ονόματα-όροι καταστάσεων που την
χαρακτηρίζουν, και κατασημαίνουν άτομα, ομάδες και έθνη
ολόκληρα που έχουν μολυνθεί από τον ιό της φτώχειας.
Άραγε η φτώχεια είναι αίτιο ή αποτέλεσμα;
Δεν είναι μόνο αίτιο και αποτέλεσμα μαζί, είναι και εξουσία. Είναι
ένας ολόκληρος τύπος κυβέρνησης, κατά τον François de
Bernard, που θα μπορούσε να ονομασθεί ως ο θρίαμβος του
ανήθικου και της βίας. Αυτό είναι το πολίτευμα της φτώχειας, μέσω
της φτώχειας, για την φτώχεια.
Και έχουμε την φτώχεια σε επίπεδο οικονομίας, που υποχρεώνει
την πολιτική, να προσαρμόζεται σ’ αυτή. Αυτή είναι πίσω από κάθε
απόφαση και μοιάζει σαν την θηλιά στο λαιμό του κρεμασμένου. Οι
επιπτώσεις παντού οι ίδιες:
• πτώση της ανταγωνιστικότητας
• μείωση της αγοραστικής δυνατότητας
• άλογη διαχείριση των δημόσιων δαπανών
• αύξηση του χρέους, δημοσίου και ιδιωτικού
• εκτροχιασμός της συναλλαγματικής ισοτιμίας και κυρίως
και πάνω απ’ όλα
• η κατακλυσμιαία εξάπλωση της ανεργίας και η ραγδαία
εξάπλωση του κοινωνικού αποκλεισμού.
Ακολουθούν στην συνέχεια τα ελάχιστα εισοδήματα και τα ενιαία
μισθολόγια, τα οποία απορρέουν από τις πολιτικές χωρίς φαντασία
και πρωτοπορία, συγχέοντας στόχους και μέσα, και
εξυπηρετώντας τα συμφέροντα των ολίγων.
Η κυβέρνηση της φτώχειας με τη φτώχεια κηρύσσει το τέλος των
μεγάλων ιδεών και την απουσία των εννοιών.
Μοιάζει μονόδρομος η κυβέρνηση της φτώχειας, ένας γεωμέτρης
της κακιάς ώρας που γεωμετρεί χωρίς να γνωρίζει τις διαστάσεις
του πεδίου που πρέπει να γεωμετρήσει.
Υποθηκεύει το μέλλον με την ευκολία κάποιου, υπό την επήρεια
ουσιών, που άλλοτε διογκώνουν και άλλοτε συσκοτίζουν την
πραγματικότητα.
Αλίμονο, η φτώχεια με την παντοδυναμία της μας κατάντησε την
αντανάκλαση της εικόνας της που αντανακλά το μεγαλείο της
έλλειψης της λογικής και κραυγάζει την κατάντια της χρηματιστικής
οικονομίας, η οποία κατά τον Αριστοτέλη ούτε όριο ούτε φραγμούς
έχει.
Και η χώρα μοιάζει με καράβι «αρόδο» χωρίς δικαίωμα λιμενισμού
αλλά και απόπλου. Το πλήρωμά του πασχίζει να κρατηθεί, ενώ η
δίνη κλυδωνίζει το σκαρί ανελέητα. Ωστόσο, αυτοί που το κρατούν
«αρόδο» παρακολουθούν απαθείς και καταγράφουν το πείραμα
εθελοτυφλώντας πως κι αυτοί μαζί βρίσκονται σ’ ένα άλλο
μεγαλύτερο πλοίο-παιχνίδι στα χέρια της αλογίας, της απληστίας
και της απανθρωπιάς.
Αυτά τα τρία βυθίζουν όχι μόνο το σκαρί της Ευρώπης αλλά όλου
του πλανήτη.
Όταν θα σημάνει η ώρα του «ο σώζων εαυτόν σωθήτω», τότε θα
δούμε σενάρια πύρινου κάλλους.
Μιλάμε ακόμη τη γλώσσα των ανθρώπων στον πλανήτη γη;
Όσο χρήσιμα κι όσο φθηνά και να ’ναι τα προς πώληση αγαθά της
σύγχρονης εποχής, στεγνώνουν τα ταμεία στα νοικοκυριά ή στα
κράτη. Με τι θα τα αγοράζει κανείς; Δώρα άδωρα!
Τώρα, μόνο οι χώρες που παράγουν αγροτικά εδώδιμα, αυτές θα
επιβιώσουν. «Cultivons notre jardin» όπως έλεγε ο Βολταίρος και
αυτό ισχύει για όλους, άμεσα και παντού!
Μαρία Καρδούλη
.
Του Γιάννη Ξανθούλη
Να ξαναγίνουμε φτωχοί. Όπως ήμασταν πάντα. Όπως οι ήρωες των παλιών
αναγνωστικών που οι γιαγιάδες έμοιαζαν με γιαγιάδες κι όχι με συνταξιούχες
πόρνες. Όπου οι μπαμπάδες επέστρεφαν το μεσημέρι για να καθίσει ΟΛΗ η
ελληνική οικογένεια στο τραπέζι και να φάει το σεμνό φαγητό -όσπρια
πεντανόστιμα και ζαρζαβατικά με μαύρο ψωμί μοσχοβολιστό- ενώ η γάτα και ο
σκύλος περίμεναν στωικά να ‘ρθει η σειρά τους … Να ξαναγίνουμε φτωχοί
όπως ήμασταν πριν σαράντα και πενήντα χρόνια. Τότε που ονειρευόμασταν εν
μέσω γκρι, μπλε και μπεζ χρωμάτων, τότε που καμιά Ελληνίδα δεν φιλοδοξούσε
να γίνει ψευδοξανθιά, τότε που η λάσπη κολλούσε συμπαθητικά στα παπούτσια
μας και οι αυθεντικοί ζήτου λες βρίσκονταν έξω απ’ τις εκκλησιές
περιμένοντας το τέλος της λειτουργίας και του μνημόσυνου.
Να ξαναγίνουμε φτωχοί πλην τίμιοι, χωρίς κινδύνους να ξεστρατίσουν οι
αρχιμανδρίτες προς την ψηφιακή παιδοφιλία. Να βρούμε ξανά τις σωστές μας
κλίμακες χωρίς αγωνία παρκαρίσματος και παχυσαρκίας. Να ξαναβρούμε τη
γεύση του «μπατιρόσπορου», των ελαχιστοποιημένων αναγκών, να ανακαλύψουμε
εκ νέου τον ποδαρόδρομο και το συγκινητικό μοντέλο της «γυναίκας της
Πίνδου». Μόνο με τέτοιες ηρωικές διαδρομές ενδεχομένως να ακυρώσουμε το
κόμπλεξ μας έναντι του Μπραντ Πιτ και της Ναόμι Κάμπελ.
Να ξαναβρούμε -γιατί όχι- και τους παλιούς καλούς εχθρούς (κυρίως από τα
βόρεια) που σήμερα τους έχουμε σκλάβους στα παβιγιόν μας. Να ξετρελαθούμε
από την επικοινωνιακή μας υστερία με τα σιχαμένα κινητά τηλέφωνα που
κατάργησαν κάθε έννοια ιδιωτικής ζωής. Να σκάψουμε στις αυλές -όσοι έχουν
& nbsp;αυλές- και να κάνουμε παραδοσιακούς ασβεστόλακκους για να ασπρίζουμε τα
δέντρα έτσι για καλαισθησία και υγεία. Να βρούμε πάλι τη σημασία του
χώματος καταργώντας το καυσαέριο του επάρατου τρέχοντος πολιτισμού. Να
εφεύρουμε τις παλιές νοσοκόμες που σέρνονταν από σπίτι σε σπίτι ρίχνοντας
ενέσεις πενικιλίνης στα οπίσθια ολόκληρου του Έθνους.
Να προσδιορίσουμε ξανά την ντροπή και τον «σεβασμό» προσέχοντας το
βλακώδες λεξιλόγιο των τέκνων μας. Επιτέλους, όποιο τέρας βρίζει ή
χρησιμοποιεί την πάνδημη και πολυμορφική λέξη «ΜΑΛΑΚΑΣ» πάνω από εκατό
φορές την ημέρα να το μπουκώνουμε με «κόκκινο πιπέρι εξόχως καυτερό», όπως
τον καιρό της εξαίρετης φτώχειας μας .
Να μάθουμε να χρησιμοποιούμε τα κουλά μας χέρια σε δουλειές που σήμερα
δίνουμε του κόσμου τα λεφτά, όπως μεταποίηση ρούχων, αλλαγές γιακάδων στα
πουκάμισα, καρικώματα στις κάλτσες, υδραυλικές και σχετικές εργα σίες. Να
απαγορευτεί διά ροπάλου το γκαζόν που για μας τους πρώην φτωχούς δεν
σημαίνει απολύτως τίποτα. Στη θέση του να φυτευτούν λαχανικά ή και
οπωροφόρα για να μην καλοσυνηθίζουμε την κάστα των μανάβηδων. Κάποτε ο
μαϊντανός, τα κρεμμύδια και τα σκόρδα ήταν τα βασικά καλλωπιστικά των
κήπων μας .
Να επανακτήσουμε το κύρος μας, χρησιμοποιώντας βέργες κι ό,τι τέλος πάντων
απαιτούσε ο βασικός σωφρονιστικός κώδικας τα χρόνια της περήφανης
ανέχειας … Σταματήστε τις ψυχολογίες και τις παραφιλολογίες για τα
«τραύματα» των παιδιών. Μόνο λύσεις γήινες και πρακτικές -χωρίς ενστάσεις
από τον Ρομπέν της ευαισθησίας, τον ΣΥΡΙΖΑ- θα αποκαταστήσουν την τρέλα
και το χάος που υπαινίσσονται οι στατιστικές.
Να θυμηθούν οι Νεοέλληνες πως προέρχονται απ’ τον Μεγαλέξανδρο, από τον
Μιλτιάδη, τον Αριστείδη και προφανώς απ’ τον… Αλκιβιάδη, πράγμα που
σημαίνει ότι μπορούν να βάλουν σε ενέργεια τον «δίκαιο θυμό» αν συμπέσουν
με ληστές τραπεζών, περιπτέρων, σούπερ μάρκετ και κοσμηματοπωλείων.
Κανένας δισταγμός. Τα παλιά χρόνια για ψύλλου πήδημα σε μπαγλάρωναν.
Θυμήσου και κόψ’ τους τα χέρια ή και τα αχαμνά. Επιτέλους ας σταματήσουμε
την ευρωπαϊκή μας ψυχοπάθεια …
ΠΟΤΕ κανένας Έλληνας δεν έγινε σωστός Ευρωπαίος. Ούτε καν ο Αβραμόπουλος
ούτε καν ο Σημίτης και άλλοι τέτοιοι που μου διαφεύγουν. Απ’ τον καιρό που
σταματήσαμε να θυμώνουμε σωστά, την πατήσαμε. Σταματήστε το «ντόπινγκ» με
το τσουλαριό των λαϊκών ασματομουλάρων. ΠΟΣΟΥΣ ΠΙΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΕΣ ΧΩΡΑ Η
ΕΛΛΑΣ, κύριοι καναλάρχες της πλάκας; Δεν είναι καιρός να ξεβρωμίσει ο
τόπος απ’ τους εκφραστές του τραγουδιστικού Κάμα Σούτρα; ΠΟΙΟΣ θα μαζέψει
τις ελιές στα περιβόλια όταν ο κάθε πικραμένος ονειρεύεται να γίνει αφίσα
στη Συγγρού; Ποιος θα καθαρίσει τη Συγγρού απ’ το αίσχος της καψουρικής
ταπετσαρίας, κύριοι δήμαρχοι; Οι τραβεστί; Οι καημένες οι τραβεστί έχουν
άλλες υποχρεώσεις …
Μη φοβάστε τη φτώχεια. Η πατρίδα μας είναι ευλογημένη έστω κι αν δεν
παράγει λαμαρίνες αυτοκινήτων ή καλής ποιότητας νάρκες και όπλα για
τριτοκοσμικούς. Θυμηθείτε την ευλογία του ελαιόλαδου, της κορινθιακής
σταφίδας, του χαλβά Φαρσάλων, των εσπεριδοειδών, της σαρδέλας και των
λατρεμένων ραδικιών. Λάδι, χόρτα, ελίτσες, λίγο τυρί και ψωμί ζεστό, να
πως είναι ζόρι να κόψουμε το σούσι απότομα, όμως ήρθε ο καιρός να
αναβιώσουμε την όπερα της πεντάρας, της δεκάρας και των άλλων χρηστικών
μας αξεσουάρ. Μια δοκιμή νομίζω πως θα μας πείσει …
ΖΗΤΩ Η ΕΛΛΑΣ και ο θεός των μικρών πραγμάτων μαζί μας.
Της Eλευθερίας Τσακιροπούλου
Να ξαναγίνετε φτωχοί χωρίς εμένα. Η δική μου γιαγιά ήρθε από απέναντι
μόνο με το φουστάνι που φόραγε και κατάφερε δουλεύοντας σκληρά να
μεγαλώσει τα παιδιά της, να προκόψει (έτσι το λέγαμε τότε) να δει τα
εγγόνια της να σπουδάζουν χωρίς να χρειάζονται ακριβοπληρωμένα
φροντιστήρια και μια φορά το χρόνο γριά πια να επιφυλλάσει στον εαυτό της
τη μέγιστη πολυτέλεια ενός ζευγαριού παπουτσίων από τον Σκλιά.
Εμένα δεν μου άρεσε η λάσπη που κολλούσε στα παπούτσια μου. Μου άρεσαν οι
πικροδάφνες στην Διονυσίου Αρεοπαγίτου, η μυρωδιά στα Αναφιώτικα, οι
νερατζιές στη Πανεπιστημίου, η θέα της Ακρόπολης από τη Πατησίων. Μου
άρεσε να διαβάζω στο Θέτρο του Διονύσου Σοφοκλή, Αισχύλο και Ευριπίδη, να
βλέπω παραστάσεις στο υπόγειο του Κουν και στο Ηρώδειο. Μου άρεσε ο
Χατζηδάκης και ο Τσαρούχης. Αυτά ήταν η πατρίδα μου και αυτά με έκαναν να
την ονειρεύομαι χωρίς λασπόδρομους, ζήτουλες και ψευδοξανθιές.
Τίμια ήμουν ανέκαθεν και το ίδιο έμαθα και στο παιδί μου. Δουλέυω από την
ημέρα που τελείωσα το λύκειο. Δούλευα και σπούδαζα χωρίς φοιτητική άδεια
γιατί ο τότε διευθυντής μου έλεγε το αμίμητο «Δεσποινίς μου πρέπει να
διαλέξετε ή φοιτήτρια θα είστε ή εργαζόμενη». Και διάλεξα και τα δύο. Και
τα κατάφερα και στα δύο. Και παράλληλα έμαθα και τρεις ξένες γλώσσες. Και
πλήρωνα και πληρώνω σκληρούς φόρους, χωρίς ποτέ μα ποτέ να έχω κρύψει
ούτε δραχμή των εισοδημάτων μου.
Ναι λοιπόν δουλεύω 10 ώρες την ημέρα επί 24 συναπτά έτη και κάποια στιγμή
τα κατάφερα και έβγαλα λεφτά. Πρέπει να ντρέπομαι; Ούτε επιδοτήσεις για
ανύπαρκτες καλλιέργειες πήρα ποτέ, ούτε καμμία απευθείας ανάθεση, ούτε σε
επιτροπή ή Δ.Σ. ή οργανισμό του δημοσίου ήμουν μέλος, ούτε προαγωγή πήρα
μετά από τηλέφωνο πολιτικού προσώπου. Ότι έκανα το έκανα μόνη μου. Και
τα Μanolo που φοράω μόνη μου τα πήρα. Και κάθε φορά που ανεβαίνω πάνω
τους θυμάμαι τη γιαγιά μου και τη χαρά της όταν έφερνε στο σπίτι το
περίφημο κουτί από το salon sklia και τη περηφάνεια της όταν τα φόραγε και
μας έλεγε τι πέρασε στη ζωή της και πως τα κατάφερε να «προκόψει».
Και δεν θέλω να ξαναβρώ παλιούς εχθρούς, θέλω μόνο νέους φίλους και
συμμάχους για να πραγματοποιήσουμε το όνειρο μιας δίκαιης, αξιοκρατικής
και προοδευτικής κοινωνίας. Δεν θέλω καμμιά νοσοκόμα να «συρθεί» στο
σπίτι μου όταν αρρωστήσω. Θέλ ω να υπάρχει ένα σύστημα υγείας που θα με
περιθάλψει. Αυτό πληρώνω άλλωστε με το μισό του εισοδήματός μου. Δεν
πληρώνω για να τρώνε τα λαμόγια των νοσοκομείων και οι φαρμακευτικές
εταιρείες.
Και δεν θέλω να ράβω μόνη μου τα ρούχα μου, γιατί δεν προλαβαίνω και γιατί
δεν καταλαβαίνω το λόγο που πρέπει να σπρώξω στην ανεργία μια μοδίστρα.
Και δεν θέλω στη βεράντα μου να φυτέψω ζαρζαβατικά ( στο ρετιρέ του ο κος
Ξανθούλης ας το κάνει ), μου αρέσουν οι γαζίες μου και οι μυρτιές μου και
οι δάφνες μου. Και μου αρέσει και ο μανάβης της γειτονιάς μου. Και
μάλιστα πολύ. Γιατί αντί να δώσει το ιδιόκτητο μαγαζί γωνία που έχει στο
κέντρο της Αθήνας για να γίνει Everest ή Γερμανός, έχει το πείσμα, το
κουράγιο και τη τρέλλα να επιμένει να πουλάει τη πραμάτεια του υπό τους
ήχους κλασσικής μουσικής.
Και φυσικά δεν θέλω να χρησιμιποιήσω βέργες για να σωφρονίσω τη κόρη μου.
Η κόρη μου με κάνει περήφανη και μου δίνει τη δυνατότητα να ονειρεύομαι
μια καλύτερη πατρίδα.
Μια πατρίδα που οι αγρότες της δεν τρώνε επιδοτήσεις και αποζημιώσεις στα
μπουζουκομάγαζα, οι πολιτικοί της είναι και ηθικοί και νόμιμοι, η άρχουσα
τάξη της δεν αποτελείται από λαμόγια και απατεώνες, ψευτοκουλτουριάδες και
δήθεν διανοούμενους που συναναστρέφονται με κλέφτες πολιτικούς.
Μια πατρίδα με ανθρώπους σα τη γιαγιά μου και τη κόρη μου, εμένα και τους
φίλους μου και όλους αυτούς που δεν συμμετείχαν στο πάρτυ. Ε λοιπόν όχι
δεν ήμασταν εκεί όταν τρώγανε, όταν έχτιζαν βίλλες ή αγόραζαν καγιέν.
Ούτε τώρα είμαστε με αυτούς που κρύβουν τις πισίνες τους, φυγαδεύουν τα
λεφτά τους στο εξωτερικό και αγοράζουν ακίνητα όσο-όσο στο Λονδίνο.
Και ναι προερχόμαστε από το Μεγαλέξανδρο, το Μιλτιάδη, τον Αριστείδη, τον
Αλκιβ ιάδη. Αλλά και από τον Πλάτωνα και τον Επίκουρο. Το Σοφοκλή και τον
Αριστοφάνη. Και ελπίζω να μην ξαναζήσουμε στην Ελλάδα εποχές που σε
μπαγλάρωναν για ψύλλου πήδημα.
Και ναι μου αρέσει το ελαιόλαδο, η κορινθιακή σταφίδα, ο χαλβάς φαρσάλων,
τα εσπεριδοειδή, οι σαρδέλες και τα ραδίκια. Η φτώχεια όμως όχι. Δεν θα
πάρω.
Να δοκιμάσετε χωρίς εμένα!
- ΠΕΡΑΙΩΣΗ ΜΑΡΚΑΡΗΣ ΠΕΤΡΟΣΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ
- ΚΑΙΡΟΣ ΣΚΕΠΤΙΚΟΣ ΚΑΡΥΣΤΙΑΝΗ ΙΩΑΝΝΑΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ
- ΠΕΡΙΠΟΛΩΝ ΠΕΡΙ ΠΟΛΛΩΝ ΤΥΡΒΑΖΩ ΣΚΑΜΠΑΡΔΩΝΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣΠΑΤΑΚΗΣ
- ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΤΗΣ ΓΕΩΜΕΤΡΙΑΣ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ ΣΩΤΗΠΑΤΑΚΗΣ
- ΟΙ ΚΑΙΡΟΙ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ ΠΑΠΑΘΕΟΔΩΡΟΥ ΘΟΔΩΡΗΣΨΥΧΟΓΙΟΣ
- ΤΟ ΤΡΕΝΟ ΤΩΝ ΝΕΦΩΝ ΦΑΚΙΝΟΥ ΕΥΓΕΝΙΑΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ
- Ο ΛΥΚΟΣ ΤΗΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ ΔΗΜΟΥΛΙΔΟΥ ΧΡΥΣΗΙΔΑΨΥΧΟΓΙΟΣ
- ΤΑ ΤΕΣΣΕΡΑ ΧΡΩΜΑΤΑ ΤΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ ΤΕΥΚΡΟΣΠΟΛΙΣ
- Η ΕΠΙΔΗΜΙΑ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ ΤΑΚΗΣΠΑΤΑΚΗΣ
- ΕΤΣΙ ΚΑΝΟΥΝ ΟΛΕΣ ΑΝΔΡΟΥΛΑΚΗΣ ΜΙΜΗΣΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ
Από τον ΙΑΝΟ
Τιμητική εκδήλωση για τον Τίτο Πατρίκιο (22/11/2011)
Η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί στο Μουσείο Μπενάκη (Κτήριο Οδού Πειραιώς), την Τρίτη 22 Νοεμβρίου 2011 (ώρα 19.00).
Για περισσότερες πληροφορίες:
http://www.benaki.gr/index.asp?lang=gr&id=203000001&sid=109
www.greek-language.gr
1o Φεστιβάλ Νέων Λογοτεχνών (09-10/12/2011)
| 15 Νοέ. 2011 11:36 |
Το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου (ΕΚΕΒΙ)/Υπουργείο Πολιτισμού & Τουρισμού οργανώνουν για πρώτη φορά στην Ελλάδα το Φεστιβάλ Νέων Λογοτεχνών. Κάτω από το σύνθημα “Έχουμε πολλά να πούμε. Να διαβάσουμε, να ανακαλύψουμε, να δούμε…” το Φεστιβάλ θα πραγματοποιηθεί στις 9 και 10 Δεκεμβρίου 2011, στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης, σε συνεργασία με το δίκτυο τριών ανάλογων ευρωπαϊκών φεστιβάλ (Μάντοβας, Βερολίνου και Ουαλίας).
Για περισσότερες πληροφορίες:
http://www.ekebi.gr/frontoffice/portal.asp?cpage=RESOURCE&cresrc…
Μια βιογράφηση του γερµανού δικτάτορα µέσα από τις αναγνώσεις του
“Μια µουντή ηµέρα στα τέλη Νοεµβρίου του 1915 ένας 26χρονος δεκανέας του ΙΣΤ’ Βαυαρικού Συντάγµατος Εφέδρων Πεζικού αφήνει το κατάλυµά του σε ένα αγροτόσπιτο της Φουρν, δύο µίλια από το µέτωπο στη Βόρεια Γαλλία, και κατεβαίνει στην πόλη να αγοράσει ένα βιβλίο.”
Η σκηνή µοιάζει µυθιστορηµατική, δεν πρόκειται όµως για µυθιστόρηµα. Ο δεκανέας είναι ο Αδόλφος Χίτλερ.
Ετσι αρχίζει το βιβλίο του ιστορικού Τίµοθι Ράιµπακ Η βιβλιοθήκη του Χίτλερ, µεταφρασµένο ωραία από την Αλεξάνδρα Κονταξάκη, που ερευνά µιαν άγνωστη πλευρά του ανθρώπου ο οποίος θα αποδεικνυόταν µοιραίος για την πορεία και την εξέλιξη του κόσµου.
Εχουν περάσει 66 χρόνια από τον θάνατο του γερµανού δικτάτορα, έχουν γραφτεί αµέτρητες σελίδες για τη ζωή και την προσωπικότητά του, αλλά, όπως τονίζει ο Ιαν Κέρσοου, ο νους του Χίτλερ παραµένει «αδιαπέραστος». Ο Ρέιµπακ είχε µια ευφυή ιδέα. Αφού, σύµφωνα µε τον Βάλτερ Μπένγιαµιν, τα βιβλία που διαβάζει κάποιος είναι αδιάψευστοι µάρτυρες της προσωπικότητάς του (τα ίδια περίπου έλεγε και ο Στάλιν), ερευνώντας τα βιβλία που διάβαζε ο Χίτλερ, τις σηµειώσεις που κρατούσε στο περιθώριο και τα χωρία που υπογράµµιζε µπορούµε να καταλάβουµε ποιος ήταν.
Η άποψη βέβαια ισχύει ως εκεί που ισχύει. ∆εν υπάρχει όµως αµφιβολία ότι η προσωπικότητα και κυρίως οι πράξεις του Χίτλερ σε µεγάλο βαθµό στηρίζονταν στα διαβάσµατά του. Ή, για να είµαστε ακριβέστεροι, ο Χίτλερ µελετούσε συστηµατικά µόνο τα βιβλία που ήταν καθοριστικά για τη διαµόρφωση της ιδεολογίας του, τη στήριξη των επιχειρηµάτων του και την εφαρµογή των σχεδίων του. Η βιβλιοθήκη του αριθµούσε πάνω από 16.000
τόµους, από τους οποίους διασώθηκαν περίπου 1.200 που βρίσκονται στη Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου στις ΗΠΑ και άλλοι 80 στο Πανεπιστήµιο Μπράουν.
Ο Χίτλερ διάβαζε συνεχώς ως την ηµέρα της αυτοκτονίας του το 1945. Τα βράδια κυρίως. Οι γνώσεις του για στρατιωτικά ζητήµατα ήταν απίστευτες, αφού συχνά ξεπερνούσαν ακόµη και εκείνες των στρατηγών του. Απορεί κανείς πώς ένας άνθρωπος ο οποίος αγαπούσε βιβλία σαν την Καλύβα του µπάρµπα Θωµά ή τον Ροβινσώνα Κρούσο και θαύµαζε τον Σαίξπηρ και τον Σοπενάουερ διέπραξε τέτοια εγκλήµατα κατά της ανθρωπότητας. Και πώς αυτός που δηµιούργησε µια Νεολαία η οποία το 1933 έκαιγε στο Βερολίνο τα βιβλία των αντιφρονούντων διάβαζε κάθε βράδυ σε απόλυτη ησυχία, τέτοια ώστε περνώντας κανείς έξω από την κρεβατοκάµαρά του να ακούει ακόµη και τον ελαφρύ θόρυβο από το γύρισµα της σελίδας. Ο πολιτικός, ο στρατιωτικός και ο βιβλιοφάγος συνιστούν τις τρεις βασικές πλευρές της προσωπικότητας του Χίτλερ. Αλλά ο βιβλιοφάγος έτρεφε τον στρατιωτικό και τον πολιτικό, µας εξηγεί, λίγο-πολύ, σε τούτο το γοητευτικό βιβλίο ο Τίµοθι Ράιµπακ.
Αν γνωρίζαμε ποια από τις 10.000 βιβλία του Χίτλερ που περιήλθαν στην κατοχή του Κόκκινου Στρατού έχουν διασωθεί, η εικόνα θα ήταν πληρέστερη.
Αλλά η έρευνα του Ρέιμπακ επ’ αυτού δεν έφερε αποτέλεσμα. Αναγκαστικά περιορίστηκε σε ό,τι ήταν διαθέσιμο.
Δεν έμεινε όμως μόνο στα βιβλία. Τα συνέδεσε σε ένα γοητευτικό αφήγημα με τα πρόσωπα στα οποία αναφέρονται, καθώς και με τα γεγονότα της εποχής.
Ενα κεφάλαιο της μελέτης του, λ.χ., είναι αφιερωμένο στον αποκρυφιστή και ρατσιστή δημοσιογράφο Ντίτριχ Εκαρτ, τον οποίο θεωρεί μέντορα του δικτάτορα. Ο Εκαρτ μετέφρασε το έργο του Ιψεν Πέερ Γκιντ και θεωρούσε αυτόν τον χαρακτήρα πρότυπο του αρίου ήρωα.
Θυμίζω ότι ο Εκαρτ ήταν ένας από τους τρεις ιδρυτές του πρωτοναζιστικού Γερμανικού Εργατικού Κόμματος και έγραψε τους στίχους για το «Deutschland Erwache», τον ύμνο του ναζιστικού κόμματος. Υπήρξε επίσης σημαίνον στέλεχος της Εταιρείας της Θούλης, μιας ρατσιστικής εθνικιστικής οργάνωσης, εμβλήματα της οποίας ήταν το ξίφος και ο αγκυλωτός σταυρός. Αλλά βέβαια ο Χίτλερ είχε εντρυφήσει πολύ νωρίτερα στον αποκρυφισμό και στον αντισημιτισμό στους ρατσιστικούς κύκλους της Βιέννης, όπου ζούσε πένης στις αρχές του 20ού αιώνα.
ΒΗΜΑ/ 06.11.11















