Διαβάσαμε

Μαρία Ανδρεάδου στις 28 Δεκεμβρίου 2011

Στο βιβλίο του Μουσικοφιλία ο Όλιβερ Σακς, εξετάζει την επίδραση που έχει η μουσική στα συναισθήματα του ανθρώπου, αλλά και την επιδραση που έχει σε ανθρωπους με διάφορες παθήσεις.

Με τη χαρακτηριστική του ευρυμάθεια και τη συμπόνια, ο Όλιβερ Σακς, τον οποίο οι New York Times αποκάλεσαν «δαφνοστεφή ποιητή της ιατρικής», ανακαλύπτει το χώρο που καταλαμβάνει η μουσική στον ανθρώπινο εγκέφαλο και τον τρόπο που επηρεάζει την ανθρώπινη συμπεριφορά. Στη Μουσικοφιλία εξετάζει τη δυναμική της μουσικής μέσω των μεμονωμένων εμπειριών από ασθενείς, μουσικούς και καθημερινούς ανθρώπους. Ανάμεσά τους είναι: ένας χειρουργός που χτυπήθηκε από κεραυνό και έπαθε εμμονή με το Σοπέν∙ άνθρωποι με «αμουσία», για τους οποίους μια συμφωνική ορχήστρα δεν έχει διαφορά στο άκουσμα από την κλαγγή των όπλων∙ και ένας άντρας που η μνήμη του διαρκεί μόλις επτά δευτερόλεπτα – για οτιδήποτε άλλο εκτός από τη μουσική. Ο δρ Σακς περιγράφει πώς η μουσική ενεργοποιεί ανθρώπους με τη νόσο του Πάρκινσον, που διαφορετικά δεν μπορούν να μιλήσουν, και πώς οδηγεί στην ηρεμία και τη συγκέντρωση ανθρώπους που είναι βαθιά αποπροσανατολισμένοι από Αλτσχάιμερ ή σχιζοφρένεια.
Η μουσική μπορεί να μας προκαλέσει τα υψηλότερα ή τα πιο βαθιά συναισθήματα – μπορεί να αποδειχθεί όμως και φάρμακο. Ο Όλιβερ Σακς μας εξηγεί το λόγο.

Ο Σακς ξεδιπλώνει τη μία γοητευτική ιστορία μετά την άλλη, για να μας δείξει τι συμβαίνει όταν συνδυάζονται η μουσική και ο εγκέφαλος.

από camerastylo online

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 27 Δεκεμβρίου 2011

Οι ερευνητές του Κέντρου Διαστημικών Πτήσεων Goddard της Αμερικανικής Διαστημικής Υπηρεσίας (NASA) και του Ινστιτούτου Γεωεπιστημών του Εβραϊκού Πανεπιστημίου της Ιερουσαλήμ, με επικεφαλής τους Τόμας Μπελ και Ντανιέλ Ρόζενφελντ, που δημοσίευσαν τη σχετική μελέτη στο περιοδικό της Αμερικανικής Γεωφυσικής Ένωσης “Journal of Geophysical Research”, σύμφωνα με τη βρετανική ”Ντέιλι Μέιλ”, κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι τα περιστατικά ιδιαίτερα κακού καιρού, με καταιγίδες, θύελλες, χαλάζι κλπ., είναι πολύ συχνότερα μεσοβδόμαδα παρά τα Σαββατοκύριακα, ιδιαίτερα κατά τα καλοκαίρια.

Όπως εκτιμούν, υπάρχουν κατά μέσο όρο 20% περισσότερα συμβάντα πολύ άσχημου καιρού κατά τις εργάσιμες μέρες και 20% λιγότερα τα Σαββατοκύριακα. Το φαινόμενο αποδίδεται στις επιπτώσεις που έχουν οι ανθρώπινες δραστηριότητες -και οι σχετικές απελευθερώσεις χημικών ουσιών στην ατμόσφαιρα- όταν οι άνθρωποι δουλεύουν, ενώ όταν κατά τις αργίες μειώνονται αισθητά οι ανθρωπογενείς εκπομπές αερίων και άλλων αερομεταφερόμενων σωματιδίων, π.χ. από τις εξατμίσεις των οχημάτων, τότε χαλάει σπανιότερα ο καιρός.

Η έρευνα δείχνει ότι το φαινόμενο δεν εμφανίζεται εξίσου σε όλες τις περιοχές (π.χ. είναι αισθητό στην ανατολική ακτή των ΗΠΑ, αλλά όχι στη δυτική) και οι αμερικανοί ερευνητές εκτιμούν ότι το πρόβλημα του κακού καιρού εντείνεται στο βαθμό που οι τοπικές κλιματολογικές συνθήκες ευνοούν την αύξηση της υγρασίας στην ατμόσφαιρα εξαιτίας της απελευθέρωσης των αερίων και σωματιδίων που ”γεννούν” οι άνθρωποι κατά τις μέρες που εργάζονται.

Η νέα μελέτη έρχεται σε αντίθεση με μια παλαιότερη γερμανική, του 2007, η οποία είχε καταλήξει στο ακριβώς αντίθετο συμπέρασμα. Τότε οι επιστήμονες του Ινστιτούτου Μετεωρολογίας και Κλιματικής Έρευνας της Καρλσρούης είχαν συμπεράνει ότι τα Σαββατοκύριακα είναι γενικά πιο βροχερά λόγω μεγαλύτερης υγρασίας σε σχέση με τις εργάσιμες μέρες της εβδομάδας.

Είχαν διαπιστώσει στατιστικά ότι στις αργίες του έτους μαζεύονται συχνότερα τα σύννεφα και βρέχει περισσότερο, ενώ ο καιρός τείνει να βελτιώνεται από τη Δευτέρα, όταν ο κόσμος επιστρέφει στις δουλειές του. Αναλύοντας 14 έτη μετεωρολογικών δεδομένων, σύμφωνα με τη βρετανική ”Τέλεγκραφ”, είχαν συμπεράνει ότι τα Σαββατοκύριακα, κατά μέσο όρο, ο καιρός είναι πιο κρύος, υγρός και με λιγότερα διαστήματα ηλιοφάνειας. Είχαν ακόμα βρει ότι η Δευτέρα και η Τρίτη είναι οι πιο ηλιόλουστες μέρες, ενώ το Σάββατο ή πιο υγρή και συννεφιασμένη. Επίσης είχαν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι τα Σαββατοκύριακα η μέση θερμοκρασία είναι κατά 0,2 βαθμούς Κελσίου χαμηλότερη από ό,τι μεσοβδόμαδα, ενώ τα Σαββατοκύριακα υπάρχουν κατά μέσο όρο 15 λιγότερα λεπτά ηλιοφάνειας σε σχέση με τις εργάσιμες μέρες.

Οι γερμανοί επιστήμονες είχαν ανακαλύψει, με στατιστική ανάλυση, ότι το φαινόμενο ισχύει κυρίως στις βιομηχανικά ανεπτυγμένες περιοχές και το είχαν αποδώσει και αυτοί, όπως πιο πρόσφατα οι αμερικανοί ερευνητές της NASA, στην ανθρωπογενή εκπομπή στην ατμόσφαιρα των αερίων και των σωματιδίων από τις βιομηχανίες, τα οχήματα κλπ. Η διαφορά με τις αμερικανικές εκτιμήσεις ήταν ότι, κατά τους γερμανούς, τα σωματίδια αυξάνονται σταδιακά κατά τις εργάσιμες μέρες και μέσα στο Σαββατοκύριακο φθάνουν στο αποκορύφωμά τους, διευκολύνοντας τότε τη δημιουργία νεφών και την επιδείνωση του καιρού.

Έτσι, οι δύο έρευνες, με απόσταση τεσσάρων ετών, συμφωνούν ότι οι ανθρώπινες δραστηριότητες επηρεάζουν τον καιρό και μάλιστα το αποδίδουν στην ίδια αιτία (εκπομπή σωματιδίων στην ατμόσφαιρα και αύξηση της υγρασίας και των νεφών), όμως διαφωνούν όσον αφορά ποιές μέρες την εβδομάδα φθάνει η συγκέντρωση των ανθρωπογενών σωματιδίων στο υψηλότερο επίπεδο και άρα ποιες μέρες, τις εργάσιμες ή τις αργίες, χαλάει ευκολότερα ο καιρός.

Aπό το ΕΘΝΟΣ

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 25 Δεκεμβρίου 2011


Χριστουγεννιάτικα ήθη και έθιμα ανά την Ελλάδα  

Σημαντικό κομμάτι της ιστορίας μας οι παραδόσεις

Μπορεί η Ελλάδα να αλλάζει, όμως αυτά παραμένουν ζωντανά και αναλλοίωτα μέσα στο χρόνο. Θυμίζουν στους πιο παλιούς και διδάσκουν στους νεότερους, άλλες εποχές, σαφέστατα περισσότερο δύσκολες, αλλά σίγουρα πιο ανθρώπινες.

Ακόμα και σήμερα, κόντρα στους καιρούς κάποιοι κρατάνε ζωντανές τις παραδόσεις και τις μεταφέρουν από γενιά σε γενιά. Τα χριστουγεννιάτικα ήθη και έθιμα θα αναβιώσουν και φέτος σε όλες τις πόλεις και χωριά ανά την Ελλάδα για να υποδεχτούν οι πιστοί τη γέννηση του Θεανθρώπου και την έλευση του νέου χρόνου.

Ας δούμε μερικά από τα ήθη και έθιμα της πατρίδας μας.

Στην Φλώρινα, οι κάτοικοι υποδέχονται τη γέννηση του Χριστού ανάβοντας μεγάλες φωτιές στις 12 τα μεσάνυχτα, που συμβολίζουν τη φωτιά που άναψαν οι ποιμένες της Βηθλεέμ για να ζεσταθεί ο νεογέννητος Χριστός. Φωτιές ανάβουν επίσης και το βράδυ της Πρωτοχρονιάς.

Στην Πέλλα, αναβιώνει το έθιμο της «Κόλιντα Μπάμπω» που έχει σχέση με τη σφαγή του Ηρώδη. Οι κάτοικοι της περιοχής ανάβουν το βράδυ φωτιές φωνάζοντας «κόλιντα μπάμπω» δηλαδή «σφάζουν γιαγιά».

Σύμφωνα με το έθιμο οι φωτιές ανάβουν για να μάθουν οι άνθρωποι για τη σφαγή και να προφυλαχτούν.

Στη Σιάτιστα Κοζάνης, την περίοδο των γιορτών, θα αναβιώσουν «κλαδαριές», τα «κόλιαντα» και τα «μπουμπουσάρια». Οι «κλαδαριές» είναι οι φωτιές που ανάβονται κάθε χρόνο στις 23 Δεκεμβρίου για να ζεστάνουν τον Χριστό.

Τα «κόλιαντα» είναι τα κάλαντα στο τοπικό σιατιστινό ιδίωμα, ενώ την ημέρα των Θεοφανίων αναβιώνουν τα «μπουμπουσάρια», δηλαδή τα καρναβάλια με το καθαρά σιατιστινό Αϊβασιλιάτικο χορό.

Τα Θεοφάνια στη Μακεδονία αναβιώνουν τα έθιμα ραγκουτσάρια στην Καστοριά, φωταράδες στη Χαλκιδική, τζαμαλάρια στην Αρνισσα Πέλλας και προδρομίτες στην Πιερία, συνθέτοντας το «μωσαϊκό» του λαϊκού μας πολιτισμού.

Στη Δυτική Κρήτη σε κάθε γωνιά η παράδοση ζωντανεύει και τα ήθη και τα έθιμα της γιορτής δεν ξεχνιούνται.

Τα παραδοσιακά κάλαντα την παραμονή των Χριστουγέννων φέρνουν στους δρόμους πόρτα – πόρτα τους πιτσιρικάδες, που πριν από χρόνια μπορεί να έπαιρναν από το χέρι του νοικοκύρη και της νοικοκυράς ένα κουραμπιέ ή ένα μελομακάρονο, σήμερα βγαίνουν στους δρόμους να τα πουν για να το χαρτζιλίκι τους.

Ομάδες παιδιών κρατώντας το παραδοσιακό τρίγωνο, την Κρητική λύρα, ή άλλα μουσικά όργανα χτυπούν τις πόρτες από νωρίς το πρωί μέχρι και αργα το βράδυ.

Στις κουζίνες των σπιτιών τα σύγκλινα το χοιρινό τα εντόσθια στο τηγάνι το ζυμωτό ψωμί το βραστό το Κρητικό πιλάφι, «κυριαρχούν» της γαλοπούλας.

Στο τραπέζι τα πατροπαράδοτα μελομακάρονα και κουραμπιέδες που ακόμα και σήμερα πολλές νοικοκυρές εξακολουθούν να παρασκευάζουν στο σπίτι. Επίσης σε πολλά σπίτια συναντά κανείς τα αυγοκαλάμαρα.

Η νηστεία του 40ήμερου τηρείται ακόμα και σήμερα ευλαβικά, ενώ οι εκκλησίες και οι ναοί κατακλύζονται από πιστούς. Στην σπηλιά του Αϊ Γιάννη στην Μαραθοκεφάλα Κισάμου την παραμονή των Χριστουγέννων τελείται Αρχιερατική θεία λειτουργία.

Η αναπαράσταση της φάτνης όπου γεννήθηκε ο Χριστός με πρόβατα, βοσκούς φωτιές σήμαντρα και το αστέρι να λάμπει στην κορυφή της σπηλιάς δίνουν ιδιαίτερο χρώμα. Παλιότερα, από την παραμονή των Χριστουγέννων οι γεωργοί οι βοσκοί και οι ναυτικοί έλεγαν “πώς παλεύγουν οι καιροί, και οι αέρηδες ποιος θα γεννηθεί και ποιος θα βαπτισθεί”.

Οποιος γεννηθεί όποιος δηλαδή υπερισχύσει και βγει νικητής την ημέρα των Χριστουγέννων, αυτός θα υπερισχύσει μέχρι και τα Φώτα αλλά και ολόκληρο τον καινούργιο χρόνο.

Πιο παλιά το βραδύ της παραμονής των Χριστουγέννων έκοβαν κλαδιά και βλαστούς οι νοικοκυρές και τα πήγαιναν στο σπίτι. Τα έβαζαν σε ποτήρι με νερό και περίμεναν να ανθίσουν.

Το προζύμι το Χριστόψωμο είχαν την ξεχωριστή θέση σε κάθε σπίτι, ενώ το «ανάθρεμμα» του χοίρου που σφάζονταν την παραμονή κυριαρχούσε στα περισσότερα χωριά.

Την δεύτερη μέρα των Χριστουγέννων από το κρέας του χοίρου παρασκεύαζαν λουκάνικα, απάκια, πηχτή, σύγκλινο, ομαθιές και τσιγαρίδες.

Το «ακοίμητο» τζάκι με τα μεγάλα κούτσουρα εξακουθεί και τις ημέρες μας να δίνει τον τόνο μιας γιορτής οικογενειακής που όλοι αναζητούν την ευτυχία της γέννησης του νέου χρόνου που έρχεται. Οι παλαιότεροι έλεγαν πώς μέσα από την αθρακιά – την στάχτη- μπορούσαν να μαντέψουν τα μελλούμενα.

Ηράκλειο

Πολλά είναι τα έθιμα των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς στην Ανατολική Κρήτη αρκετά από τα οποία διατηρούνται ακόμη και σήμερα.

Το χριστουγεννιάτικο ψωμί ή Χριστόψωμο το φτιάχνουν οι γυναίκες με ιδιαίτερη φροντίδα και υπομονή.

Όταν πλάσουν το ζυμάρι, παίρνουν τη μισή ζύμη και φτιάχνουν μια κουλούρα, ενώ με την υπόλοιπη φτιάχνουν ένα σταυρό με λωρίδες και τον τοποθετούν πάνω στο ψωμί.

Στο κέντρο βάζουν ένα άσπαστο καρύδι και στην υπόλοιπη επιφάνεια σχεδιάζουν σχήματα με το μαχαίρι ή με το πιρούνι, όπως λουλούδια , φύλλα, καρπούς κά .

Για το χριστουγεννιάτικο τραπέζι, το Χριστόψωμο είναι ευλογημένο ψωμί. Το κόβουν ανήμερα τα Χριστούγεννα, ανταλλάσσοντας ευχές.

Την προπαραμονή των Χριστουγέννων την Ημέρα των Αγίων Δέκα στα χωριά της Ανατολικής Κρήτης έσφαζαν τους χοίρους που είχαν ανατραφεί κυρίως με βελανίδια, χουμά και αποφάγια. Από το σφάξιμο του χοίρου δεν πετούσαν τίποτα.

Από το κρέας παρασκεύαζαν λουκάνικα, ομαθιές, τσιλαδιά με τη χοιροκεφαλή, απάκια από λουρίδες ψαχνού κρέατος καπνισμένες στο τζάκι, σύγκλινα (κομμάτια κρέας μισοβρασμένα και αποθηκευμένα σε κιούπι) μαζί με τη γλίνα (το λίπος) που τα βοηθούσε να διατηρηθούν πολλούς μήνες τα μαγείρευαν με πατάτες.

Επίσης τη γλίνα (το λίπος το χρησιμοποιούσαν ως ..βούτυρο) ενώ έφτιαχναν και ένα γλύκισμα από τον χοίρο την λεγόμενη ξυγκόπιττα.

Η «καλή χέρα» παραμένει ένα από τα έθιμα της Πρωτοχρονιάς οπου συνηθίζεται να δίνεται ένα χρηματικό ποσό σαν δώρο σε παιδιά που θα επισκεφτούν κάποιο σπίτι την Πρωτοχρονιά.

Το έθιμο του ποδαρικού καλά κρατεί, αφού είναι πολλοί αυτοί που ανήμερα της Πρωτοχρονιάς βάζουν στο σπίτι τους μια πέτρα για να είναι γερό, ενώ άλλοι πάλι μεταφέρουν νερό για να τρέχουν τα καλά ολο τον χρόνο σαν το νερό.

Τέλος στο Ηράκλειο υπάρχει και το έθιμο της μπουγάτσας. Οι Ηρακλειώτες πιστοί στις παραδόσεις καταναλώνουν ανήμερα της Πρωτοχρονιάς μεγάλες ποσότητες μπουγάτσας θέλοντας να είναι γλυκιά η πρώτη τους γεύση.

Δωδεκάνησα

Με ιδιαίτερο χρώμα και με διαφορετικά έθιμα από νησί σε νησί και από χωριό σε χωριό γιορτάζονται τα Χριστούγεννα και η Πρωτοχρονιά στα νησιά της Δωδεκανήσου.

Οι προετοιμασίες ξεκινούν από τις προηγούμενες μέρες των Χριστουγέννων και κορυφώνονται την Πρωτοχρονιά και τα Φώτα.

Από τα χαρακτηριστικά των εκδηλώσεων είναι ότι οι κάτοικοι της Δωδεκανήσου 40 ημέρες πριν από τα Χριστούγεννα βρισκόταν σε νηστεία με σκοπό να προετοιμαστούν για τη γέννηση του Χριστού και να απολαύσουν στη συνέχεια το Χριστουγεννιάτικο τραπέζι.

Κύριο φαγητό στα περισσότερα νησιά της Δωδεκανήσου ήταν και σε γενικές γραμμές παραμένει, παράλληλα με τη γαλοπούλα τα τελευταία χρόνια, το ψητό χοιρινό κρέας.

Σε αρκετά χωριά της Ρόδου, το σφάξιμο του χοίρου που μεγάλωναν οι οικογένειες γινόταν σε παρέες και με ειδική ιεροτελεστία. Από τα Χριστουγεννιάτικα φαγητά ήταν επίσης τα παραδοσιακά «γιαπράκια» τα οποία δεν έλειπαν από το τραπέζι.

Σε ότι αφορά τα γλυκά τόσο στη Ρόδο όσο και στα υπόλοιπα νησιά το χαρακτηριστικό είναι οι δίπλες, οι οποίες εξακολουθούν να κατασκευάζονται και σήμερα.

Την Πρωτοχρονιά ένα από τα έθιμα τα οποία και σήμερα διατηρείται είναι το έθιμο της «μπουλουστρίνας». Τα μικρά παιδιά την πρώτη ημέρα του χρόνου επισκέπτονται τους συγγενείς (γιαγιάδες, παππούδες, θείους, νονούς) και παίρνουν από αυτούς χρηματικό ποσό εν είδη δώρου το οποίο ονομάζεται μπουλουστρίνα.

Το έθιμο αυτό διατηρείται μέχρι και τώρα στις περισσότερες περιοχές της Δωδεκανήσου.

Από τα αξιοσημείωτα των ημερών είναι ότι την ημέρα των Χριστουγέννων οι κάτοικοι της Ρόδου συνηθίζουν να πηγαίνουν οικογενειακά στην εκκλησία και αμέσως μετά να επισκέπτονται τους ηλικιωμένους γονείς και παππούδες για τις σχετικές ευχές.

Σάμος

Τις μέρες των Χριστουγέννων φτιάχνουν τα γλυκά για να γλυκάνουν τον νεογέννητο Χριστό ενώ σφάζουν τα χοιρινά για να φτιάξουν την λεγόμενη “πηχτή”, δηλαδή βρασμένο χοιρινό κρέας με λεμόνι που το αφήνουν να πήξει για να το φάνε ανήμερα τα Χριστούγεννα.

Το πρωί της παραμονής των Χριστουγέννων τα παιδιά λένε τα κάλαντα για να πάρουν χρήματα και γλυκίσματα.

Την παραμονή της πρωτοχρονιάς φτιάχνουν τις βασιλόπιττες και ανήμερα βάζουν το ρόδι πίσω από την πόρτα για να το σπάσουν με το ποδαρικό ωστε να είναι γεμάτο ευτυχία το σπίτι όλο το χρόνο όπως είναι γεμάτο και το ρόδι.

Την παραμονή από νωρίς το πρωί τα παιδιά λένε τα κάλαντα ενώ ανήμερα το μεσημέρι πηγαίνουν την “προβέντα” ένα πιάτο με βασιλόπιτα και γλυκά στους γονείς θέλοντας να τους δείξουν την αγάπη τους και την φροντίδα τους ενώ εκείνοι θα τους δώσουν την λεγόμενη “μπουπιστρίνα” δηλαδή χρήματα και γλυκά.

Την παραμονή των Φώτων τα παιδιά βγαίνουν να πουν τα κάλαντα ενώ ανήμερα πάνε όλοι μαζί σε μια Εκκλησία, τον Μητροπολιτικό Ναό (Μονοκκλησιά) και μετά το τέλος της λειτουργίας σχηματίζεται πομπή που φτάνει στο λιμάνι οπου τελείται ο αγιασμός των υδάτων.

Αν και τα έθιμα στη Σάμο αυτές τις μέρες δεν διαφέρουν από τα έθιμα στην υπόλοιπη Ελλάδα ωστόσο πολλά είναι αυτά που τα κρατούν ακόμη οι κάτοικοι, κυρίως στα χωριά.

Γεμάτα με έθιμα είναι τα Χριστούγεννα και η Πρωτοχρονιά στην Ρούμελη. Ξεκινούν από τον τρόπο με τον οποίον θα σφάξουν τα γουρούνια και φτάνουν μέχρι το πάντρεμα της φωτιάς.

Ξεκινούν από τα κάλαντα και φτάνουν μέχρι το βασιλόψωμο. Όμως οι ευχές για μια καλύτερη χρονιά, καλύτερη σοδειά και καλύτερη προκοπή είναι αυτές που κυριαρχούν σε κάθε έκφραση της παράδοσης.

Εκτός από τα κάλαντα που ακούγονται σε κάθε γωνιά της Ρούμελης διατηρούνται ακόμη ορισμένα από τα έθιμα που παραδοσιακά μεταφέρονται από γενεά σε γενεά και δίνουν ένα διαφορετικό χρώμα στις Άγιες τούτες μέρες.

Χοιροσφαγή: Στα ορεινά χωριά της δυτικής Φθιώτιδας είναι απίθανο να μη συναντήσουμε τουλάχιστον ένα χοίρο σε κάθε σπίτι.

Ηταν πάντα θέμα αρχοντιάς, κοινωνικής και οικονομικής επιφάνειας. Η προετοιμασία για τη σφαγή τους ξεκινά πολύ νωρίς αφού οι νοικοκυρές είναι υποχρεωμένες να βρουν πλέον γανωματή για να γανώσουν (να κασιτερώσουν) τα οικιακά σκεύη που είναι αναγκαία για την χοιροσφαγή.

Τώρα όμως τα πράγματα είναι διαφορετικά. Οι παρέες έγιναν μικρότερες και τα πράγματα έχουν περισσότερο απλοποιηθεί.

Η χοιροσφαγή όμως παραμένει ολόκληρη τελετουργία αφού είναι απαραίτητο να υπάρχει φωτιά, κάρβουνο και λιβάνι και την ώρα της σφαγής η νοικοκυρά θα πρέπει να τα ρίξει πάνω στη σφαγή ενώ στο στόμα του χοίρου βάζουν ένα λεμόνι για να μένει ανοιχτό και να αερίζεται.

Όταν τελικά τελειώσουν τους χοίρους, ολόκληρη η γειτονιά ξεκινά ένα γλέντι ενώ την ίδια ώρα οι νοικοκυρές ξεκινούν να φτιάξουν τα λουκάνικα και τις “τσιγαρίθρες”.

Το αρραβώνιασμα της φωτιάς: γίνεται ξημερώματα των Χριστουγέννων την ώρα που ο λαός την αποκαλεί «ανοιχτή ώρα».

Η νοικοκυρά βάζει ένα μεγάλο ξύλο στο τζάκι και σύμφωνα με την παράδοση εκείνη την ώρα ό,τι ζητήσεις – βεβαίως θα πρέπει να αφορά τα παιδιά και όχι τους παντρεμένους – μπορεί να γίνει. Αντίθετα το πάντρεμα της φωτιάς γίνεται τα ξημερώματα της πρωτοχρονιάς.

Στο τζάκι μπαίνουν δύο μεγάλα ξύλα που φροντίζει ο νοικοκύρης να είναι ισομερή για να καίγονται το ίδιο.

Σύμφωνα με την παράδοση εκείνη την ώρα που δεν αλλάζει μόνο ημέρα, αλλά αλλάζει και χρόνος όποια ευχή η όποια κατάρα και αν κάνει ο άνθρωπος αυτή θα πιάσει τόπο λέει ο λαός.

Τα συγκεκριμένα έθιμα τα συναντάμε σε πάρα πολλά σημεία της Ρούμελης ιδιαίτερα όμως στη δυτική Φθιώτιδα και στην ορεινή Δωρίδα.

Το βασιλόψωμο: Το όνομα του προσδιορίστηκε από την ημερομηνία κατανάλωσης. Τρώγεται ανήμερα του Αγίου Βασιλείου από όπου πήρε και το όνομα του.

Εκτός από αλεύρι οι νοικοκυρές βάζουν μέσα ρεβίθι αλεσμένο, βασιλικό και νερό και πάνω του δημιουργούν διάφορα σχήματα και παραστάσεις είτε αυτές αφορούν την παραγωγή είτε την υγεία είτε την οικογένεια.

Μετά το ψήσιμό του είναι έτοιμο να κοπεί, την ώρα του φαγητού, το μεσημέρι της Πρωτοχρονιάς. Παράλληλα με το βασιλόψωμο οι νοικοκυρές κάνουν βασιλοκουλούρες .

Aπό το newsbeast.gr
Μαρία Ανδρεάδου στις 24 Δεκεμβρίου 2011

Ο Μίλτος Λογιάδης μιλάει για την κρίση, το ΥΠΠΟ, τους μουσικούς και το μέλλον

Της Γιωτας Συκκα ( kathimerini.gr / 11/12/11 )

ταν ο Μάνος Χατζιδάκις τον κάλεσε από τη Γερμανία για να διευθύνει τη νεοσύστατη Ορχήστρα των Χρωμάτων, ο Μίλτος Λογιάδης ήταν μόλις 27 χρόνων. Hταν η πρώτη έκπληξη γύρω από το όνομά του και ακολούθησαν πολλές, μια και ο καλοσπουδαγμένος νεαρός στα 20 χρόνια που ακολούθησαν πραγματοποίησε σημαντικές πρώτες πανελλήνιες εκτελέσεις έργων Ελλήνων και ξένων συνθετών, ανέδειξε άγνωστα έργα του 20ού αιώνα, έκανε σημαντική δισκογραφία, ενώ διηύθυνε μεταξύ άλλων τις: Ορχήστρα της Βαυαρικής Ραδιοφωνίας, Βασιλική Φιλαρμονική του Λονδίνου, Ορχήστρα της Οπερας του Αμβούργου, Συμφωνική του Μονάχου, αλλά και της Λυρικής Σκηνής, ΚΟΑ, ΚΟΘ, Εθνική Συμφωνική της ΕΡΤ, Καμεράτα.

Eκπληξη όμως ήταν –για όσους δεν τον γνωρίζουν καλά– και η ορμητική αντίδραση του 46χρονου πια μαέστρου με την οποία κατήγγειλε το περασμένο καλοκαίρι την αδιαφορία του υπουργείου Πολιτισμού για την Ορχήστρα. Και σίγουρα δεν ήταν εύκολο να παραιτηθεί από τη θέση του μόνιμου αρχιμουσικού.

Σήμερα περιγράφει το σύστημα της αδιαφορίας και απαξίωσης που γνώρισε αυτές τις δύο δεκαετίες από τότε που επέστρεψε στην Ελλάδα. «Σε αυτά τα 20 χρόνια, άλλαξαν 14 υπουργοί Πολιτισμού και κάθε φορά ξεκινούσαμε από την αρχή. Αλλά η Ορχήστρα των Χρωμάτων δεν λειτουργεί με τις τακτικές μιας ΠΑΕ που της χαρίζουν τους φόρους και το ΙΚΑ, γιατί έχει τους οπαδούς από πίσω. Εμείς δεν είχαμε ούτε τον στρατό των ψηφοφόρων ούτε των χουλιγκάνων μιας ομάδας».

Πριν από λίγες ημέρες, στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών, διευθύνοντας έργα των Σνίτκε, Λιγκέτι και Χέντσε μαζί με τους μουσικούς της ορχήστρας έδειξαν ότι κάποιοι –αν και απλήρωτοι– όχι μόνο επιμένουν, αλλά ετοιμάζονται και για το επόμενο βήμα. Μια συναυλία τον Ιανουάριο που περιλαμβάνει κοντσέρτα κλασικού ρεπερτορίου, με σολίστες παιδιά από 8 έως 18 ετών. Η πρώτη ενός θεσμού που θέλει να στηρίξει και να αναδείξει τις νέες δυνάμεις του τόπου.

Η Ορχήστρα των Χρωμάτων επαναδραστηριοποιήθηκε. Ας μην έχουμε, ωστόσο, αυταπάτες. Μέχρι πρότινος μπορεί να λάμβανε 1,5 εκατ. ευρώ επιχορήγηση από το ΥΠΠΟΤ, στην πορεία όμως μειώθηκε στο 50%, για να μην της δοθεί τελικά ούτε ένα ευρώ – με το άλλοθι της υπαγωγής της στα Μουσικά Σύνολα της ΕΡΤ, η οποία δεν έγινε. Τι ακριβώς συμβαίνει; Απλώς η σύμβαση που υπέγραψε με τη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών του Ωνασείου Ιδρύματος και η χορηγία (300.000 ετησίως για τρία χρόνια) της δίνουν τη δυνατότητα για μια σειρά συναυλιών.

Eκτεθήκαμε διεθνώς

Μήπως η Ελλάδα έχει πολλές ορχήστρες;

– Αν η σύγκριση γίνεται με την Αίγυπτο, τότε έχουμε πολλές. Αν είναι όμως με την Ολλανδία, τη Γερμανία ή τη Γαλλία, είμαστε η μέρα με τη νύχτα. Ο κ. Γερουλάνος κάποια στιγμή μίλησε για αξιολόγηση. Μακάρι, εμείς τη θέλουμε. Τίμιο είναι να βγουν και να πουν «κύριοι δεν μας κάνετε», άτιμο είναι να μη σου απαντούν και να σε απαξιώνουν με την αδιαφορία. Στο μεταξύ, εκτεθήκαμε διεθνώς με τον διαγωνισμό Μητρόπουλου, ο οποίος φέτος δεν έγινε για 150.000 ευρώ! Μια διεθνής ξεφτίλα, όταν το ΥΠΠΟ δίνει αλλού. Oλοι γνωρίζουν πόσο απλόχερα χρηματοδότησε τη διοργάνωση μιας έκθεσης στη Ν. Υόρκη. Aρα, δεν είναι ότι δεν έχει, αλλά ποιους επιλέγει να βοηθήσει.

Ποιοι είναι οι μισθοί σας;

– Τις καλές εποχές ήταν 650 έως 1.200 ευρώ. Τώρα, βάζοντας πλάτη για τη σωτηρία της, συμφωνήσαμε να παραιτηθούμε από τη μονιμότητα. Στο καθεστώς αυτό έμειναν μόνο 12 μουσικοί που δεν είχαν άλλη εργασία και ήθελαν μόνιμη ασφάλιση. Η αμοιβή τους είναι 250 ευρώ! Οι υπόλοιποι, όπως κι εγώ, πληρώνονται μόνο όταν παίρνουν μέρος στις συναυλίες. Οσο για τα χρέη, οφείλουν μισθούς έως και 10 μηνών. Αυτό που πραγματικά θέλουν είναι να την ξεφορτωθούν για να δείξουν λιγότερα έξοδα.

Το δικό σας καθεστώς εργασίας ποιο είναι;

– Είμαι εξωτερικός συνεργάτης. Η ορχήστρα συνεχίζει να μην έχει διευθυντή και μαέστρο. Μια ορχήστρα δεν είναι άυλο πράγμα, με άυλα όντα που τρέφονται με αέρα. Πρόκειται για 45 οικογένειες που έχουν λογαριασμούς να πληρώσουν, παιδιά με έξοδα στο σχολείο και ανάγκες.

Σε μια χώρα που καταρρέει, με 20.000 αστέγους, για κάποιους οι ορχήστρες και τα θέατρα μπορεί να θεωρηθούν πολυτέλεια. Και από την άλλη πλευρά, οι Ελληνες είναι περισσότερο δεμένοι με τη λαϊκή μουσική.

– Δεν έχω παρωπίδες στη μουσική. Εχω παίξει όλα τα είδη της, παντού, από νυχτερινά κέντρα μέχρι μέγαρα, εκτός από σκυλάδικα. Οταν ήμουν φοιτητής, πώς νομίζετε ότι έβγαζα το μεροκάματο; Δεν θεωρώ, ωστόσο, ότι η κλασική είναι κάτι ξένο για μας, όπως δεν πρέπει να θεωρεί κανείς άνθρωπος στον πλανήτη ότι του είναι ξένη η Ακρόπολη. Ο πολιτισμός ανήκει σε όλους. Αν δεν θεωρούμε δικό μας τον Μότσαρτ και τον Μπετόβεν, είμαστε άξιοι της μοίρας μας.

Kαι ο καλλιτέχνης πρέπει να φάει

O Μίλτος Λογιάδης μιλάει με ορμή για όσα συμβαίνουν στον χώρο της κλασικής, αλλά και της μουσικής εκπαίδευσης. Το γεγονός ότι το υπουργείο Πολιτισμού έχει την ευθύνη των ωδείων και το υπουργείο Παιδείας τη μουσική εκπαίδευση στα πανεπιστήμια δημιουργεί αναστάτωση. Τα διπλώματα των ωδείων είναι αδιαβάθμητα, ωστόσο το κράτος διατηρεί αυτό το θολό καθεστώς αντί να δημιουργήσει ενιαία δομή στη μουσική εκπαίδευση.

Ποιες είναι οι βασικές ελλείψεις στο Τμήμα Μουσικών Σπουδών του Ιονίου;

– Για να λειτουργήσει ένα μουσικό πανεπιστήμιο θα πρέπει κάποιοι άνθρωποι να διδάσκουν συγκεκριμένα όργανα. Με τις συμβάσεις που κόπηκαν είναι απαγορευτικό. Πώς θα μάθει ο φοιτητής όταν δεν μπορεί να διδαχθεί το μουσικό όργανο; Στην Ελλάδα της κρίσης, εξοικονόμηση χρημάτων σημαίνει παίρνω ένα μαχαίρι και κόβω ό,τι περισσεύει.

Δεν υπάρχει προοπτική

Τι συμβουλεύετε τους μαθητές σας;

– Να φύγουν γιατί δεν υπάρχει προοπτική. Αν κάποιος τελειώσει μαέστρος, ποια ορχήστρα θα διευθύνει, σε ποιες συναυλίες; Οι αρμόδιοι ενδιαφέρονται μόνο να παρουσιάσουν οικονομικά μεγέθη. Αλλά ο ασθενής πεθαίνει.

Στην εποχή της κρίσης, έτσι όπως είναι το κράτος αδιάφορο και ανήμπορο, μπορούμε πια να επαφιέμεθα σε καλλιεργημένους πλούσιους;

– Το κράτος πρέπει να στηρίζει τους θεσμούς που αφορούν στην παιδεία και στον πολιτισμό. Οι ιδιωτικοποιήσεις δεν είναι αυτοσκοπός. Αν δεν έχω άλλη επιλογή, θα πάω στον πλούσιο. Η Ορχήστρα των Χρωμάτων σώθηκε προς το παρόν, δεν απεβίωσε, αλλά περιμένει άρρωστη στην εντατική.

Kλαίνε βουβά

Το να είναι κανείς καλλιτέχνης προϋπέθετε πάντα ένα είδος οικονομικής αυταπάρνησης. Υπάρχουν όμως κάποιοι τομείς, όπως η κλασική και η λόγια μουσική, που προϋποθέτουν ακόμη μεγαλύτερη. Σε αυτούς τους χώρους, πώς εμφανίζεται η κρίση;

– Η απελπισία σε όλους τους χώρους δημιουργεί ταραχές. Εχω ζήσει τραγικές πρόβες –τον περασμένο Ιούνιο– με τους μουσικούς να κλαίνε με βουβή υπερηφάνεια πάνω από τα αναλόγια. Oσο κι αν αγαπάς την τέχνη σου, πίσω σου υπάρχει μια οικογένεια που θέλει να φάει, αυτό ο κ. Γερουλάνος δεν το σκέφτηκε ποτέ. Δεν γνωρίζει τι σημαίνει «δεν έχω να πληρώσω τα αυτονόητα στο σπίτι».

Μαρία Ανδρεάδου στις 23 Δεκεμβρίου 2011

Οι ποιητές μας διασώζουν την αλήθεια του προσώπου μας. Στην εποχή της εικονικής πραγματικότητας μας καθαρίζουν την όραση από τις τρέχουσες επιχωματώσεις και μας κάνουν αισθητό το αίτημα για πραγματικότητα βίου εορταστική και πένθιμη συνάμα

«Εάν το Πάσχα είναι η λαμπροτάτη του Χριστιανισμού εορτή, τα Χριστούγεννα βεβαίως είναι η συγκινητικωτάτη» γράφει στην Εφημερίδα της 25ης Δεκεμβρίου του 1887 ο Αλέξανδρος ο Παπαδιαμάντης. Για τον πεζογράφο Παπαδιαμάντη διόλου τυχαία ο Μαλακάσης δήλωνε ότι είναι ο καλύτερος ποιητής που γνώρισε. Αλλά ο Παπαδιαμάντης έγραφε και ποιήματα. Ενα από αυτά αναφέρεται στον ναό της Γεννήσεως, τόσο απαράμιλλα εικονιζόμενο στο διήγημα «Στο Χριστό στο Κάστρο» (1892):

Με χρόνους με καιρούς και ήμισυ καιρού,

κάποιος αμαθής, αμαρτωλός χυδαίος,

καμμία γυναίκα του λαού πτωχή

σ’ ενθυμείται κι έρχεται να σου φέρ’

όχι χρυσόν, αλλά ολίγο λιβάνι,

ένα κερί, κι ολίγο λάδι στην μποτίλια/

σ’ εσέ που είσαι όλων ο δοτήρ.

Αν ο Παπαδιαμάντης (αλλά και ο Μωραϊτίδης) πηγάζουν από την υμνογραφία της εκκλησιαστικής λατρευτικής εμπειρίας και της βαθύρριζης απήχησής της στο συλλογικό σώμα, όμως και οι δύο διαπιστώνουν ότι η νεοελληνική συνθήκη διαμορφώνεται μέσα στα όρια του νεωτερικού κόσμου, απομακρυνόμενη από τον πυρήνα της Γιορτής, ως αναφοράς νοήματος. Πάντως στην πεζογραφία μας, και μάλιστα στη διηγηματογραφία, οι χριστουγεννιάτικες ιστορίες έχουν διαμορφώσει ολόκληρο ξεχωριστό είδος, με εξαιρετικά επιτεύγματα. Δειγματοληπτικά υπενθυμίζουμε εκτός από εκείνα των δύο παραπάνω συγγραφέων το «Θείον όραμα» του Ανδρέα Καρκαβίτσα (Λόγια της πλώρης, 1899), τα «Μεσολογγίτικα Χριστούγεννα της Πηνελόπης Δέλτα (Παραμύθια και άλλα, 1915), «Τα Χριστούγεννα του Αμερικάνου» του Αντώνη Τραυλαντώνη (1922), τον «Ξένο των Χριστουγέννων» του Στέφανου Δάφνη (1927).

* H δίψα για διάρκεια

Στην ποιητική επικράτεια οι χριστουγεννιάτικες αναφορές είναι εξίσου πλούσιες, αλλά ίσως και περισσότερο πολυσήμαντες. Στον καθρέφτη του ποιητικού αποτελέσματος, δηλαδή στα εκάστοτε μέσα στην ποιητική μας παράδοση μορφικά επιτεύγματα, τα πράγματα δεν μένουν μόνο στην αναπόληση ή στη νοσταλγία της παιδικής καθαρότητας κατά την πρόσληψη της γιορταστικής ατμόσφαιρας. Αλλά, μέσω της μεταμορφωτικής διαδικασίας, που επιτυγχάνεται με την αληθινή ποίηση, αναιρείται η χρονική απόσταση, και ο χρόνος λειτουργεί ως ενότητα βιώματος. Επιπλέον χαρτογραφείται η δίψα για διάρκεια, κι ας γίνεται τούτο πολλές φορές διά της αντιστροφής: με άλλα λόγια, μέσα από την αποκάλυψη της α-λογίας του ιστορικού χρόνου και των – συχνά – αιματηρών ή απάνθρωπων δεδομένων.

Ο Κωστής Παλαμάς στο αυτοβιογραφικό Τα χρόνια μου και τα χαρτιά μου εντάσσει δύο κείμενα με αντίστοιχα χριστουγεννιάτικα περιστατικά. Είναι ο περίφημος «Ταβάς»(1924) και το «Ο Λαμαρτίνος» ( 1922). Ωστόσο στην ποίησή του αλλού λάμπει το νόημα της γιορτής:

Μέσα μου λάμπουν ξάστεροι ουρανοί,

και το κορμί μου, φάτνη ταπεινή,

βλέπω κι αλλάζει, γίνεται ναός.

Ω! μέσα μου γεννιέται ένας Θεός.

Και αλλού το νόημα αναδεικνύεται διά των υλικών της απόλυτης απελπισίας ή των ανθρώπινων αντιφάσεων:

Είδωλα, δαίμονες, ξωθιές, φαντάσματα, στοιχειά,

της νύχτας μέσα μου ο λαός κυλιέται και κουνιέται,

και μέσα στη χιλιόδιπλη καρδιά μου μια σπηλιά,

κι ένας Χριστός γεννιέται.

(«Χριστούγεννα», 1928)

Στα εορταστικά σχολικά αναγνώσματα – και εκ τούτου διόλου περιφρονητέα – παραπέμπουν οι στίχοι του επιπόλαια υποτιμημένου Γεωργίου Δροσίνη («Νύχτα χριστουγεννιάτικη», 1935):

Την άγια νύχτα τη χριστουγεννιάτικη, / ποιος δεν το ξέρει;

Των μάγων κάθε χρόνο τα μεσάνυχτα / λάμπει τ’ αστέρι.

Κι όποιος το βρει μες’ στ’ άλλα αστέρια ανάμεσα / και δεν το χάσει σε μια άλλη Βηθλεέμ ακολουθώντας το / μπορεί να φτάσει.

Παρόμοια και ο Μιλτιάδης Μαλακάσης με τα ποιήματα «Χριστός»(1894) και «Χριστουγεννιάτικος» (1934) μιλάει για την παραμυθητική σημασία των Χριστουγέννων:

Κι όσο κι αν ματώνεις, ω ψυχή, στο γύρισμα άγιων ημερών

μόνο αυτό σου μένει

στις θύελλες μέσα της ζωής και στα παιχνίδια των καιρών

σκληρά παραδομένη.

* H βαθύτερη φλέβα

Ξανακερδίζουμε στις μέρες μας τον λόγο αυτών των ποιητών και νοούμε τις φωνές τους σαν κλαδιά ενός πλούσιου δέντρου – του σώματος της έμμετρης ποιητικής μας ιδιοπροσωπίας. Διαβάζοντας και μελετώντας τις κατακτήσεις τους, βρίσκουμε ρυθμούς που μπορούν να συγκραθούν με τους ήχους του παρόντος για τη δημιουργία νέων διόδων, στον αγώνα για μιαν έκφραση σύγχρονη αλλά με βάθος.

Υπάρχει και μια άλλη, θαλερή, φλέβα στην ποίησή μας όσον αφορά τις μεγάλες εκκλησιαστικές εορτές. Πρόκειται για τους ποιητές εκείνους οι οποίοι άσχετα από το αν ανήκουν στο ρεύμα του μοντερνισμού ή στην «παραδοσιακή» τεχνοτροπία – εκφράζουν μια μυστική βιωματική σχέση με το πρόσωπο του Χριστού, γενόμενοι αντηχεία μιας ολόκληρης συλλογικής ιδιοσυγκρασίας, καθώς διατυπώνουν ένα πλατύ (και παραθεωρημένο στη σύγχρονη μαζική πραγματικότητα) ανθρωπολογικό αίτημα. Εξέχουσα θέση μεταξύ τους κατέχει ο Αγγελος Σικελιανός με το ποίημα «H Γέννηση» (1919;) από το Πάσχα των Ελλήνων. Μέσα σε μια καυτή σαν χιόνι λυρική αύρα οι στίχοι του περιγράφουν την πορεία της Θεοτόκου προς το Σπήλαιο:

Απ’ όλα Εκείνη λόγιαζε τα πλάσματα πως σ’ Ενα

ποτάμια οι πόνοι ετρέχανε κι αστέρευτοι κρουνοί,

κι αν ήτανε τα σπλάχνα της ν’ ανοίξουν ματωμένα

πως ματωμένοι θ’ άνοιγαν μαζί τους κι οι ουρανοί.

* Νεωτερικές εκφράσεις

Ο ελληνικός μοντερνισμός και οι υψηλές – αξεπέραστες ως σήμερα, εν πολλοίς – κατακτήσεις του συχνά διαβάζονται μονότροπα ή παραναγιγνώσκονται. Ετσι, οι κατευθύνσεις του ταυτίζονται άστοχα με το χαμηλόφωνο και την αποτύπωση της κενότητας του μοντέρνου καθημερινού βίου. Βεβαίως «οι κρίκοι στην αλυσίδα του ιερού» φαίνονται στη νεωτερικότητα να έχουν σπάσει. Ωστόσο είναι μέσα σε αυτές τις συνθήκες όπου η έκφραση της δίψας για αγνότητα και για πλήρωμα νοήματος, ρητή ή διατυπούμενη ως αίτημα, αποτελεί μια κορυφαία μοντερνιστική αναζήτηση. Στα καθ’ ημάς, στεκόμαστε στον T. K. Παπατσώνη, πρωτοπόρο νεωτερικό, και θρησκευτικό, ποιητή, που με τα τρία του ποιήματα για τη γέννηση του Χριστού («Χριστουγεννιάτικη αγρυπνία», 1914, «Κατά την Γέννησιν του Κυρίου», 1915, «Τα Χριστούγεννα των δακρύων», 1962) μας έδωσε βαθιά κατανυκτικούς στίχους:

Δεν περιμένω την οσμή καμιάς σπανίας βοτάνης,

αλλά το Υπερουράνιο, που Θεέ μου, θα με ράνεις,

και θα φανώ Ποιμενικόν θαύμα, θα φανώ φάσμα,

που φέρνει το Αρχαγγελικό της νύχτας τούτης άσμα.

Συγκεκριμένη πνευματική στάση και οπτική συγκεφαλαιωτική της εκκλησιαστικότητας στην υπαρκτική περιπέτεια του σύγχρονου ανθρώπου καταθέτει η ουσιώδης Ζωή Καρέλλη με το ποίημα «Παραμονή της Γέννησης» (Πορεία, 1940):

Εκείνος που δεν γεννά, δεν γεννάται,

δεν αναγεννάται ποτέ, Κύριε,

της Γέννησης, «σκήνωσον εν εμοί»,

ενώ εφιαλτικός σκηνοποιός ο Μίλτος Σαχτούρης στους όχι λίγους «χριστουγεννιάτικους» στίχους του («Χριστούγεννα», 1948, «Ο νεκρός στις γιορτές», 1986, «Τα λυπημένα Χριστούγεννα», 1990), ενστικτώδης και διά της ομοιοπαθητικής μεθόδου, μεταμορφωτής ενός μηδενιστικού παρόντος, συνδέει αγχωτικά τη Γέννηση με τα γεγονότα του Εμφυλίου:

Σημαία / ακόμη / τα δόκανα στημένα στους δρόμους / τα μαγικά σύρματα / τα σταυρωτά / και τα σπίρτα καμένα / και πέφτει η

οβίδα στη φάτνη / του μικρού Χριστού / το αίμα το αίμα το αίμα.

(«Χριστούγεννα 1948»)

Ωστόσο το πλέον «χριστολογικό» ποίημα για τα Χριστούγεννα μας το έχει, κατά τη γνώμη μου χαρίσει ο Τάσος Λειβαδίτης στην ενότητα ποιημάτων του «Ο αδελφός Ιησούς». Εχει τίτλο «H Γέννηση»(1983):

Ενα άλλο βράδυ τον άκουσα να κλαίει δίπλα. Χτύπησα την πόρτα και μπήκα. Μου ‘δειξε πάνω στο κομοδίνο ένα μικρό ξύλινο σταυρό. «Είδες – μου λέει – γεννήθηκε η ευσπλαχνία». Εσκυψα τότε το κεφάλι κι έκλαψα κι εγώ.

Γιατί θα περνούσαν αιώνες και αιώνες και δε θα ‘χαμε να πούμε τίποτα ωραιότερο απ’ αυτό.

Οι ποιητές μας διασώζουν την αλήθεια του προσώπου μας. Στην εποχή της εικονικής πραγματικότητας μας καθαρίζουν την όραση από τις τρέχουσες επιχωματώσεις και μας κάνουν αισθητό το αίτημα για πραγματικότητα βίου εορταστική και πένθιμη συνάμα. Αφού, κατά το λόγιον εκείνο, «βίος ανεόρταστος, μακρά οδός απανδόκευτος». Ή για να θυμηθούμε τον Ελύτη:

Πολλά δε θέλει ο άνθρωπος/

να ‘ν’ ήμερος να ‘ναι άκακος/

λίγο φαΐ, λίγο κρασί/

Χριστούγεννα κι Ανάσταση.

Άρθρα/ΒΗΜΑ/Δημήτρης Κοσμόπουλος

Μαρία Ανδρεάδου στις 22 Δεκεμβρίου 2011

Κρύο ταξίδι κάναμε.Η χειρότερη εποχή του χρόνου για ταξίδι.
Και τι μακρύ ταξίδι.Οι δρόμοι αδιάπατοι, ο καιρός αψύς στην καρδιά
του χειμώνα.Και οι γκαμήλες ταλαίπωρες, κουτσές, δύστροπες,
έπεφταν κάτω στο λιωμένο χιόνι.Ήταν φορές που νοσταλγήσαμε
τα καλοκαιρινά παλάτια στις πλαγιές, τα περιβόλια, τα μεταξένια
κορίτσια που μας έφερναν δροσοστικά.Και οι αγωγιάτες έβριζαν,
γκρίνιαζαν και φεύγανε κρυφά για το κρασί και για το γλέντι.
Και οι φωτιές σβυστές, κι ούτε μια σκέπη.Οι πόλεις εχθρικές και τα
χωριά αφιλόξενα, τα σπίτια βρώμικα-μας έκλεβαν στο νοίκι-.
Σκληρό ταξίδι κάναμε. Στο τέλος προτιμούσαμε να ταξιδεύουμε
όλη νύχτα και να κοιμόμαστε κλεφτά.Και οι φωνές στ’ αυτιά μας
τραγουδούσαν κι έλεγαν πως όλα αυτά ήταν τρέλες.
Το ξημέρωμα φτάσαμε σε μια ήμερη πεδιάδα, χλωρή, βρεμμένη
παρακάτω από τα χιόνια, μ’ ένα ρυάκι που έτρεχε κι έναν νερόμυλο
που χτυπούσε στο σκοτάδι και τρία δέντρα στον χαμηλωμένον ουρανό
κι ένα άσπρο, γέρικο άλογο που κάλπαζε μες στο λειβάδι.
Ύστερα φτάσαμε σε μια ταβέρνα που την ίσκιωνε κληματαριά.
Έξι χέρια σε μια ανοιχτή πόρτα που γύρευαν ασήμι και πόδια που
κλωτσούσαν τ’ άδεια ασκιά.Μα κανένας δεν ήξερε τίποτε.
Έτσι τραβήξαμε και φτάσαμε νύχτα, την τελευταία ώρα βρήκαμε
τον τόπο, και ήταν, θα ‘λεγε κανείς, επιτυχία.
Αυτά είναι όλα παλαιές ιστορίες, παλαιές αναμνήσεις και θα πήγαινα
ξανά, μα ένα δεν ξέρω, ένα δεν ξέρω.Κάναμε τόσον δρόμο για γέννα
ή θάνατο; Βρήκαμε μια γέννα, αυτό είναι σίγουρο, άλλωστε ήξερα να
ξεχωρίζω.Θα πίστευα πως ήτανε άλλο πράμα.
Ήταν η γέννηση τούτη, σκληρή, πικρή αγωνία σα θάνατος.Σαν το
δικό μας θάνατο.
Γυρίσαμε στα παλάτια μας, σε τούτα τα βασίλεια, όχι πια
βολεμένοι στα παλιά προνόμια.Έναν ξένο λαό που λάτρευε τα είδωλά του.
Θα προτιμούσα άλλον έναν τέτοιο θάνατο.

 

“A cold coming we had of it,
Just the worst time of the year
For a journey, and such a long journey:
The road was deep and the weather sharp,
The very dead of winter.”
And the camels galled, sore-footed, refractory,
Lying down in the melting snow.
There were times we regretted
The summer palaces on slopes, the terraces,
And the silken girls bringing sherbet.
Then the camel men cursing and grumbling
And running away, and wanting their liquor and women,
And the night-fires gong out, and the lack of shelters,
And the cities hostile and the towns unfriendly
And the villages dirty, and charging high prices.:
A hard time we had of it.
At the end we preferred to travel all night,
Sleeping in snatches,
With the voices singing in our ears, saying
That this was all folly.

Then at dawn we came down to a temperate valley,
Wet, below the snow line, smelling of vegetation;
With a running stream and a water-mill beating the darkness,
And three trees on the low sky,
And an old white horse galloped away in the meadow.
Then we came to a tavern with vine-leaves over the lintel,
Six hands at an open door dicing for pieces of silver,
And feet kicking the empty wine-skins.
But there was no information, and so we continued
And arrived at evening, not a moment too soon
Finding the place; it was (you may say) satisfactory.

All this was a long time ago, I remember,
And I would do it again, but set down
This set down
This: were we lead all that way for
Birth or Death? There was a Birth, certainly,
We had evidence and no doubt. I have seen birth and death,
But had thought they were different; this Birth was
Hard and bitter agony for us, like Death, our death.
We returned to our places, these Kingdoms,
But no longer at ease here, in the old dispensation,
With an alien people clutching their gods.
I should be glad of another death.

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 21 Δεκεμβρίου 2011

Πριν ανακαλυφθούν και καθιερωθούν τα Νομίσματα, οι συναλλαγές γινόταν σε είδος. Η μορφή αυτή διατηρήθηκε μέχρι των ημερών μας και γίνεται εκεί όπου υπάρχει έλλειψη μετρητού ή όταν δεν έχει αξία και δεν είναι επιθυμητό κάποιο μέσο συναλλαγής. Ο Αριστοτέλης (Ηθικά Νικομάχεια) ονόμασε Μέθοδο την λήψη και δόση των συναλλαγών και όρισε τον κανόνα των εννοιών του πρέπει μεταξύ αυτών. «Δει άρα ενί τινί τα πάντα μετρείσθαι», γράφει. Δηλαδή, πρέπει με κάποιο μέτρο όλα να μετριούνται.

Αυτό το μέτρο για την δόση και λήψη στις συναλλαγές ονομάσθηκε Νόμισμα (από το ρήμα νομίζω), δηλαδή υπόθεση και συμφωνία ότι έχει μία συγκεκριμένη αξία όχι από την φύση ή το όνομά του, αλλά από τον νόμο και την ηθική. «Δια τούτο», λέγει, «τούνομα έχει νόμισμα, ότι ου φύσει αλλά νόμω εστί». Η ασφάλιση αυτοκινήτων π.χ. είναι παρόμοιο Νόμισμα επειδή επιβάλλεται από τον νόμο.

Η λέξη και η έννοια, όμως, του νόμου, όπως μετά τον Σόλωνα επικράτησαν (πριν ήταν και λέγονταν θεσμοί, όπως αυτοί του Δράκοντα, μέχρι και τον αδίδακτο γενάρχη των Δωριέων Αιγίμιο, γιο του Δώρου, γιου του Δευκαλίωνα), δεν απέδιδε πλέον την αξία του μέτρου μετρήσεως των αξιών, επειδή και ο νόμος είχε γίνει νόμισμα, χωρίς σταθερή αξία, αφού από την δύναμη επιβολής του νόμου συνάγονταν και η ηθική και η δικαιοσύνη του. Γνωστά αυτά και σήμερα.

Ένας από τους πραγματικούς επτά σοφούς του κόσμου, που εύλογα αποκρύβεται και δεν διδάσκεται, ήταν ο Σκύθης Ανάχαρσις της περιοχής των Γαλατοφάγων και Αμαζόνων, που άκουσε για τους νόμους του Σόλωνα και τον επισκέφθηκε στην τότε Αθήνα.

Όταν είδε και μελέτησε τους νόμους του, ειδικά εκείνον περί «σεισάχθειας» (απόσειση-αποβολή άχθους ή βάρους, κάτι σαν το σημερινό «κούρεμα», δηλαδή κλοπή και μπαταχτσηλίκι δια… «νόμου»), είπε: «οι νόμοι σας μοιάζουν με ιστό αράχνης. Πιάνουν μύγες και κουνούπια αλλά ξεσκίζονται από θηρία».

Αν διαβάσετε τον «Οικονομικό» και τους «Πόρους» του Ξενοφώντα, με τις περιγραφές εφευρέσεων και τεχνασμάτων κλοπής των πολλών από τους λίγους και ισχυρούς, δια του όποιου και κάθε νομίσματος, σίγουρα θα βεβαιωθείτε ότι οι μετέπειτα και μέχρι σήμερα εφαρμογές είναι απλώς κακοαντιγραφές και παραλλαγές αρχαίων κόλπων και ταχυδακτυλουργιών.

Από το insurance newsletter

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 20 Δεκεμβρίου 2011

Με την «αίσθηση του επείγοντος» έγραψε η Ιωάννα Καρυστιάνη τις ιστορίες του βιβλίου της «Καιρός σκεπτικός» (εκδ. Καστανιώτη) για να πιάσει τον σφυγμό μιας κοινωνίας σε βαθύτατη κρίση. Γραμμένα σε παπαδιαμαντικούς τόνους, με τρυφερότητα αλλά και με έναν αιχμηρό ρεαλισμό, τα διηγήματα της Καρυστιάνη, αφουγκράζονται οικείους χαρακτήρες που επιζητούν να σπάσουν το φράγμα της μοναξιάς τους, πολιορκημένοι από μια δύσκολη πραγματικότητα.

Ανάμεσα στα εννέα διηγήματα του βιβλίου, θα ανακαλύψουμε μια καλοβαλμένη αστή που αναπολεί τα επαναστατικά σκιρτήματα της νιότης, μια ηλικιωμένη κυρία η οποία παλεύει για να μη βάλει λουκέτο το σουβλατζίδικο της γειτονιάς της, μια περιπλανώμενη παζαριώτισα σε ρόλο Άγιου Βασίλη, έναν εκκεντρικό φίλο του ποδοσφαίρου με μοναδική συντροφιά την αφίσα του Μέσι…Η Καρυστιάνη κοιτάζει πίσω από τη λαμπερή και ανέμελη όψη των Χριστουγέννων, παράλληλα όμως φωτίζει με αναπάντεχο τρόπο το σκοτάδι της οικονομικής κρίσης, υπενθυμίζοντας μας τις συναισθηματικές μας εφεδρείες.

…”Ισχύει και αυτό που λέτε, όμως από την άλλη πλευρά φανταζόμουν ότι θα είχα και περισσότερες φωτεινές χαραμάδες. Όμως το γενικότερο κλίμα δεν ήταν τέτοιο. Αισθάνομαι ότι ο Δεκέμβρης, επειδή βρίσκεται στο τέλος του χρόνου, κατά κάποιο τρόπο λειτουργεί για τον καθένα μας απολογιστικά. Έχουν υπαρξιακή διάσταση αυτές οι γιορτές και νομίζω ότι βοηθούν να αναδυθεί το «όλον» του χαρακτήρα και οι ανάγκες του. Από αυτή την άποψη, ο Δεκέμβριος γίνεται βαρυσήμαντος και αυτό φαίνεται σε όλα τα διηγήματα του βιβλίου. Δεν υπάρχουν στις ιστορίες ό, τι μπορεί κανείς να φανταστεί: χριστουγεννιάτικα δέντρα, γλέντια, παιδάκια και ρεβεγιόν. Ουσιαστικά σχεδιάζοντας τις ιστορίες ήθελα να δείξω μια άλλη πλευρά και σκέφτηκα τι μπορούσε να μπει αντί για τα χριστουγεννιάτικα δέντρα, τις γιορτές κ.τ.λ.

Αυτή τη στιγμή που μιλούν οι αριθμοί τη δεινή τους γλώσσα, νομίζω πως προέχει να σωθούν οι άνθρωποι. Ειδικά όταν μιλάμε για ένα εκατομμύριο ανέργους, για ανθρώπους που αυτοκτονούν για χρέη στις τράπεζες, για ένα εκατομμύριο ανασφάλιστα και χωρίς σέρβις αυτοκίνητα στην Αθήνα, για νέους που δεν βρίσκουν δουλειά και ετοιμάζονται να μεταναστεύσουν στην Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία. Ταυτόχρονα όμως πιστεύω ότι κάθε πολίτης κάνει τον δικό του λογαριασμό, με τη συνείδησή του και το ταμείο του. Και βλέπει ο ίδιος αν κάπου ξελογιάστηκε ή ξεστράτισε. Πρόκειται για ένα χρέος ατομικό, δεν είναι το δημόσιο χρέος το οποίο δημιούργησαν όλοι αυτοί που κυβέρνησαν επί χρόνια και ήξεραν τι λένε τα κιτάπια και πού πάνε οι αριθμοί. Νομίζω ότι η χρεοκοπία είναι πιο δεινή όταν συνοδεύεται από τη χρεοκοπία της καρδιάς και των συναισθημάτων. Είναι η εποχή που πρέπει να αποζητήσουμε το σθένος της αξιοπρέπειας και το σφρίγος της ανθρωπιάς.

Τα διηγήματα «Μπάρδο», «Θεριό» και «Κιννέτα» σίγουρα θα μπορέσουν να αποτελέσουν ένα μυθιστόρημα. Όμως οι ιδέες δεν προκύπτουν εν αιθρία. Καταρχήν ήθελα να ξεφορτώσω λίγο σκοτάδι από το προηγούμενο μυθιστόρημά μου «Τα σακιά», γιατί πιέστηκα πολύ ψυχολογικά. Και τα βιβλία αλληλοσυμπληρώνονται: το ένα οδηγεί στο επόμενο. Ήθελα επίσης με τον χαρακτήρα του επείγοντος να πω κάτι για αυτά που ζούμε όλοι. Το διήγημα ανταποκρίνεται πιο σβέλτα, δεν χρειάζεται τρία χρόνια δουλειάς όπως ένα μυθιστόρημα. Όλα τα διηγήματα του «Σκεπτικού καιρού» εκτυλίσσονται τον Δεκέμβρη του 2010 και σημαδεύονται κατά κάποιο τρόπο από την κρίση, χωρίς να είναι αυστηρά εγκλωβισμένα στην οικονομική διάσταση της επικαιρότητας. Ήθελα να μιλήσω με τον δικό μου τρόπο, με απλές ιστορίες, χωρίς στατιστικές μελέτες ή καταγγελτικά λογύδρια. Όταν οι άνθρωποι ανταλλάσουν ιστορίες και εμπειρίες είναι το καλύτερο δώρο. Και με τη λογοτεχνία αισθάνομαι ότι πιάνω καλύτερα το σφυγμό της εποχής, γιατί είμαι υποχρεωμένη να διεισδύσω βαθιά, να κοιτάξω χίλιες λεπτομέρειες για την καθημερινότητα του κάθε χαρακτήρα, για το παρελθόν και τις προσδοκίες του. Εκεί, στο καντάρι της καθημερινότητας ζυγίζονται άλλωστε και οι πολιτικές.

Αγαπώ πολύ τα διηγήματα δεν θεωρώ ότι είναι ήσσονος σημασίας σε σχέση με το μυθιστόρημα. Το κοινό που υπάρχει ανάμεσα σε αυτές τις δύο συλλογές διηγημάτων μου είναι ότι συναντάμε ανθρώπους μεγάλης ηλικίας. Οι ηλικιωμένοι είναι οι αγγελιοφόροι του μέλλοντός μας, προβάλλουν σκηνές από το μέλλον όλων μας, εάν δεν αλλάξουμε νοοτροπία. Έπειτα ακόμη και όταν ήμουν νέα δεν τους βαριόμουν. Στα χωριά που πήγαινα κυνηγούσα την παρέα μαζί τους, κουβεντιάζαμε, μιλούσαμε για τον έρωτα, για αγαπημένα τραγούδια, για την πολιτική. Στο εύρος της ανθρώπινης περιπέτειας προσφέρουν ένα είδος μαθητείας και παρηγορούν στα δύσκολα.

Πολύς κόσμος ξέχασε την αφετηρία, τα όνειρα, τις προσδοκίες, την αυταπάρνηση και την ακεραιότητα που είχε στα πρώτα του βήματα. Ήταν κρίμα-αλλά πολλοί συμπολίτες μας- επιστήμονες και διανοούμενοι αφέθηκαν στην κατανάλωση και σε όλα αυτά που εν τέλει πνίγουν τη συνείδηση και τη ζωή. Όταν έρχεται μια δύσκολη εποχή, όλα βγαίνουν ξανά στην επιφάνεια. Μια μεγάλη κρίση, κάνει τους άξιους αξιότερους και τους ανάξιους ακόμη πιο ανάξιους. Αυτό το συνειδητοποιούν οι ήρωες του πρώτου μου διηγήματος, χωρίς να ξέρουμε τι δρόμο θα ακολουθήσουν μετά.

Είναι μια άποψη που την ακούω κι εγώ. Να απολογηθώ; Ας απολογηθώ και εγώ όπως όλοι οι υπόλοιποι. Όμως να σας πω κάτι; Δεν μου αρέσουν οι συλλήβδην καταγγελίες. Γενικά ζούμε σε μια εποχή που η καταγγελία και η αλληλοκαταγγελία είναι πολύ της μόδας. Νομίζω ότι σε κάθε κρίσιμη εποχή, ακόμη και την περίοδο της Εθνικής Αντίστασης, για παράδειγμα, υπήρχαν ενδεχομένως άνθρωποι που τότε λειτούργησαν με ανιδιοτέλεια και αργότερα εξελίχθηκαν σε στυγνούς επιχειρηματίες. Ίσως όλη αυτή η συζήτηση είναι ένας εύσχημος τρόπος να καλύπτονται τα λάθη των κομμάτων και των στυλοβατών του πολιτικού συστήματος, που τα φορτώνουν στη «γενιά του Πολυτεχνείου», αντί να μιλήσουν για τις ευθύνες συγκεκριμένων πολιτικών παρατάξεων και θεσμών.

Ο προηγούμενος πρωθυπουργός, ο Γιώργος Παπανδρέου, ταξιδεύοντας στο εξωτερικό βάφτισε τη χώρα ως την πιο διεφθαρμένη και νομίζω ότι δεν είχε κανένα δικαίωμα να το κάνει γιατί o χαρακτηρισμός του δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Ούτε καν επιχείρησε να δει τι συμβαίνει στο κόμμα του και το πολιτικό σύστημα. Ναι, με πληγώνουν όλα αυτά, όμως βλέπουμε τι εξυπηρέτησε αυτή η ιστορία όπως στήθηκε. Πλέον βλέπουμε τι συμβαίνει και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες και «διαβάζουμε» καλύτερα τις προθέσεις και την στρατηγική. Στόχος παντού είναι η περιστολή του κοινωνικού κράτους και η εξαφάνιση των εργασιακών δικαιωμάτων. Και όταν ενοχοποιείς έναν ολόκληρο λαό, τον ακυρώνεις, τον μουδιάζεις, νομίζω ότι επιτυγχάνονται πιο εύκολα αυτού του είδους οι προσπάθειες.

Εγώ δεν είμαι πολιτικός για να προτείνω ποιον οικονομικό δρόμο να ακολουθήσουμε, μπορώ να πω απλά πράγματα. Θεωρώ βασικό να ανασυστήσουμε την αλληλεγγύη. Πάντα κυκλοφορούσα με ένα μπλοκάκι για να καταγράφω ιδέες και εικόνες για τη δουλειά μου. Πλέον, έχω στο μπλοκάκι μου και τη λίστα των συγγενών και φίλων που περνούν στην ανεργία. Θυμάμαι την ηρωίδα μου στο μυθιστόρημα «Τα σακιά» που κυκλοφορεί με άκοπους τόμους ποίησης. Λέω λοιπόν πως είναι ώρα να κατεβάσουμε από τα ράφια την ποίηση, να ξαναφυτέψουμε τη λεμονιά μας, να ξανακαθίσουμε γύρω από το τραπέζι και όχι μπροστά στην τηλεόραση. Και να κρατήσουμε δύο θέσεις κι ένα πιάτο για τους γονείς, για τους ανθρώπους που έζησαν σε άλλη εποχή και μας έλεγαν ότι μετρά να βγαίνεις στην κοινωνία με καθαρό μέτωπο και να αγωνίζεσαι, να μην το βάζεις κάτω.”

Related Articles on click@life

Μαρία Ανδρεάδου στις 11 Δεκεμβρίου 2011

«Θέλουν να σας κάνουν καλά. Αλλοίμονο, εκεί φτάνει ο παραλογισμός των λογικών. Καλά, δηλαδή να γυρίσετε πίσω, έξω στην τέφρινη πραγματικότητα, να ξαναδήτε πίσω με την κρίσι του ακέραιου μυαλού την πιο αβάσταχτη, την πιο αρμολογημένη αλλόφρονη λογική της ζωής που σκοτώνει την ανθρώπινη καρδιά. […] Μα τι θα βάλετε στη θέση του οράματος εσείς οι λογικοί; […] Καλοπροαίρετοι γιατροί μου, αν επιμένετε να με γιατρέψετε από κάτι, γιατρέψτε με από την λογική».

Ρώμος Φιλύρας

Κυριακή Ψαρρού στις 10 Δεκεμβρίου 2011

 

Νικητής το «Ανεμώλια» του Ισίδωρου Ζουργού

Tο Βραβείο Αναγνωστών 2011 απονέμεται στο βιβλίο «Aνεμώλια» του Ισίδωρου Ζουργού (Εκδόσεις Πατάκη). Είναι το μυθιστόρημα που υποστήριξαν ένθερμα τόσο οι 40 Λέσχες Ανάγνωσης ανά την Ελλάδα, που συμμετείχαν φέτος, όσο και το ευρύτερο αναγνωστικό κοινό που έλαβε μέρος στη φετινή ψηφοφορία (2.569 ψήφοι).

Το μυθιστόρημα «Ανεμώλια» αποτελεί το έκτο βιβλίο του Θεσσαλονικιού συγγραφέα (γεν. 1964). Πρόκειται για ένα οδοιπορικό πέντε φίλων με ιστιοπλοϊκό σκάφος, οι οποίοι αναζητούν τη διάσταση της πραγματικότητας μέσα από το βλέμμα των 45 χρόνων τους, τη συναισθηματική αναμόχλευση που τους δημιουργεί το παρελθόν, την επιθυμία της χαράς σήμερα και τη ζεστασιά της συντροφικότητας.

Στην «κούρσα» της τελικής βαθμολογίας τερμάτισαν επίσης: δεύτερο το βιβλίο «Τα σακιά» της Ιωάννας Καρυστιάνη (Εκδόσεις Καστανιώτη) και τρίτο το βιβλίο «Για μια χούφτα βινύλια» της Χίλντας Παπαδημητρίου (Εκδόσεις Μεταίχμιο).

Το Βραβείο Αναγνωστών απονέμεται για έβδομη χρονιά. Διοργανώνεται από το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου (ΕΚΕΒΙ) σε συνεργασία με την ΕΡΤ. Αποτελεί μοναδικό βραβείο στα ελληνικά λογοτεχνικά δεδομένα καθώς οι ίδιοι οι αναγνώστες καλούνται να ψηφίσουν το αγαπημένο ελληνικό μυθιστόρημα της χρονιάς. Αρχικά ψηφίζουν τα μέλη των Λεσχών Ανάγνωσης για τη «βραχεία λίστα», δίνοντας στη συνέχεια τη σκυτάλη στους βιβλιόφιλους που αποφασίζουν με sms. Σημειωτέον ότι με την ψήφο τους οι αναγνώστες συμμετείχαν κατά 50% στο τελικό αποτέλεσμα, ενώ το υπόλοιπο 50% βγήκε από τις ψήφους που έχουν ήδη δώσει τα μέλη Λεσχών Ανάγνωσης που λειτουργούν σ’ όλη την Ελλάδα.

Με το Βραβείο Αναγνωστών έχουν τιμηθεί τα βιβλία: -το 2010 «Όπως ήθελα να ζήσω» της Ελένης Πριοβόλου, -το 2009 «Ιμαρέτ», του Γιάννη Καλπούζου, -το 2008 «Όλα σου τα ‘μαθα μα ξέχασα μια λέξη» του Δημήτρη Μπουραντά, -το 2007 «Ο κύριος Επισκοπάκης» του Ανδρέα Μήτσου, -το 2006 «Αμίλητα βαθιά νερά», της Ρέας Γαλανάκη, -το 2005 «Η μέθοδος της Ορλεάνης» της Ευγενίας Φακίνου.

Κυριακή Ψαρρού στις 7 Δεκεμβρίου 2011

Ἕνας γέροντας στὴν ἀκροποταμιά

Στὸν Νάνη Παναγιωτόπουλο

Κι ὅμως πρέπει νὰ λογαριάσουμε πῶς προχωροῦμε.
Νὰ αἰσθάνεσαι δὲ φτάνει μήτε νὰ σκέπτεσαι μήτε νὰ
κινεῖσαι
μήτε νὰ κινδυνεύει τὸ σῶμα σου στὴν παλιὰ πολεμίστρα,
ὅταν τὸ λάδι ζεματιστὸ καὶ τὸ λιωμένο μολύβι αὐλακώ-
νουνε τὰ τειχιά.

Κι ὅμως πρέπει νὰ λογαριάσουμε κατὰ ποῦ προχωροῦμε,
ὄχι καθὼς ὁ πόνος μας τὸ θέλει καὶ τὰ πεινασμένα παι-
διά μας
καὶ τὸ χάσμα τῆς πρόσκλησης τῶν συντρόφων ἀπὸ τὸν
ἀντίπερα γιαλὸ-
μήτε καθὼς τὸ ψιθυρίζει τὸ μελανιασμένο φῶς στὸ πρό-
χειρο νοσοκομεῖο,
τὸ φαρμακευτικὸ λαμπύρισμα στὸ προσκέφαλο τοῦ παλι-
καριοῦ ποὺ χειρουργήθηκε τὸ μεσημέρι-
ἀλλὰ μὲ κάποιον ἄλλο τρόπο, μπορεῖ  νὰ θέλω νὰ πῶ
καθὼς
τὸ μακρὺ ποτάμι ποὺ βγαίνει ἀπὸ τὶς μεγάλες λίμνες τὶς
κλειστὲς βαθιὰ στὴν  Ἀφρικὴ
καὶ ἤτανε κάποτε Θεὸς κι ἔπειτα γένηκε δρόμος καὶ δω-
ρητὴς καὶ δικαστὴς καὶ δέλτα-
ποὺ δὲν εἶναι ποτές του τὸ ἴδιο, κατὰ ποὺ δίδασκαν οἱ πά-
λαιοὶ γραμματισμένοι,
κι ὡστόσο μένει πάντα τὸ ἴδιο σῶμα, τὸ ἴδιο στρῶμα, καὶ
τὸ ἴδιο Σημεῖο,
ὁ ἴδιος προσανατολισμός.

Δὲ θέλω τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ μιλήσω ἁπλά, νὰ μοῦ δοθεῖ
ἐτούτη ἡ χάρη.
Γιατὶ καὶ τὸ τραγούδι τὸ φορτώσαμε μὲ τόσες μουσικὲς
ποὺ σιγὰ-σιγά, βουλιάζει
καὶ τὴν τέχνη μας τὴ στολίσαμε τόσο πολὺ ποὺ φαγώθηκε
ἀπὸ τὰ μαλάματα τὸ πρόσωπό της
κι εἶναι καιρὸς νὰ ποῦμε τὰ λιγοστά μας λόγια γιατὶ ἡ
ψυχή μας αὔριο κάνει πανιά.

Ἂν εἶναι ἀνθρώπινος ὁ πόνος δὲν εἴμαστε ἄνθρωποι μόνο
γιὰ νὰ πονοῦμε
γι᾿ αὐτὸ συλλογίζομαι τόσο πολύ, τοῦτες τὶς μέρες, τό με-
γάλο ποτάμι
αὐτὸ τὸ νόημα ποὺ προχωρεῖ ἀνάμεσα σὲ βότανα καὶ σὲ
χόρτα
καὶ ζωντανὰ ποὺ βόσκουν καὶ ξεδιψοῦν κι ἀνθρώπους ποὺ
σπέρνουν καὶ ποὺ θερίζουν
καὶ σὲ μεγάλους τάφους ἀκόμη καὶ μικρὲς κατοικίες τῶν
νεκρῶν.
Αὐτὸ τὸ ρέμα ποὺ τραβάει τὸ δρόμο του καὶ ποὺ δὲν εἶναι
τόσο διαφορετικὸ ἀπὸ τὸ αἷμα τῶν ἀνθρώπων
κι ἀπὸ τὰ μάτια τῶν αὐθρώπων ὅταν κοιτάζουν ἴσια-πέρα
χωρὶς τὸ φόβο μὲς στὴν καρδιά τους,
χωρὶς τὴν καθημερινὴ τρεμούλα γιὰ τὰ μικροπράματα ἢ
ἔστω καὶ γιὰ τὰ μεγάλα-
ὅταν κοιτάζουν ἴσια- πέρα καθὼς ὁ στρατοκόπος ποὺ συν-
ήθισε ν᾿ ἀναμετρᾶ τὸ δρόμο του μὲ τ᾿ ἄστρα,
ὄχι ὅπως ἐμεῖς, τὴν ἄλλη μέρα, κοιτάζοντας τὸ κλειστὸ
περιβόλι στὸ κοιμισμένο ἀράπικο σπίτι,
πίσω ἀπὸ τὰ καφασωτά, τὸ δροσερὸ περιβολάκι ν᾿ ἀλλά-
ζει σχῆμα, νὰ μεγαλώνει καὶ νὰ μικραίνει-
ἀλλάζοντας καθὼς κοιτάζαμε, κι ἐμεῖς, τὸ σχῆμα τοῦ πό-
θου μας καὶ τῆς  καρδιᾶς μας,
στὴ στάλα τοῦ μεσημεριοῦ, ἐμεῖς τὸ ὑπομονετικὸ ζυμάρι
ἑνὸς κόσμου ποὺ μᾶς διώχνει καὶ ποὺ μᾶς πλάθει,
πιασμένοι στὰ πλουμισμένα δίχτυα μιᾶς ζωῆς ποὺ ἤτανε
σωστὴ κι ἔγινε σκόνη καὶ βούλιαξε μέσα στὴν  ἄμμο
ἀφήνοντας πίσω της μονάχα ἐκεῖνο τὸ ἀπροσδιόριστο
λίκνισμα ποὺ μᾶς ζάλισε μιᾶς ἀψηλῆς φοινικιᾶς.

Κάϊρο, 20 Ἰουνίου ῾42

Κυριακή Ψαρρού στις 7 Δεκεμβρίου 2011

 

Ὅμως ὑπάρχουν ἀκόμα

λίγοι ἄνθρωποι

ποὺ δὲν εἶναι κόλαση

ἡ ζωή τους

ὑπάρχει τὸ μικρό πουλί ὁ κιτρινολαίμης

ἡ Fraulein Ramser

καὶ πάντοτε τοῦ ἥλιου οἱ ἀπομείναντες

οἱ ἐρωτευμένοι μὲ ἥλιο ἤ μὲ φεγγάρι

ψάξε καλά

βρές τους, Ποιητή!

κατάγραψέ τους προσεχτικά

γιατί ὅσο πάν καὶ λιγοστεύουν

λιγοστεύουν.

Κυριακή Ψαρρού στις 7 Δεκεμβρίου 2011


Ζούσε κάποτε, πριν πολλά χρόνια, ένας βασιλιάς πολύ θλιμμένος που είχε έναν υπηρέτη χαρούμενο και αισιόδοξο.

Κάθε πρωί ξυπνούσε τον βασιλιά πηγαίνοντας του το πρόγευμα, τραγουδούσε χαρούμενα στιχάκια, του έκανε αστείους μορφασμούς. Στο κεφάτο πρόσωπό του υπήρχε πάντα ένα μεγάλο φωτεινό χαμόγελο, αλλά και όλη του η ζωή ήταν ήρεμη και ευτυχισμένη.

Κάποια μέρα ο βασιλιάς δεν άντεξε και τον ρώτησε:

-Ποιό είναι το μυστικό σου;

-Ποιό μυστικό Μεγαλειότατε;

-Μην κάνεις ότι δεν καταλαβαίνεις. Ποιό είναι το μυστικό της χαράς σου. Λέγε γρήγορα.

-Μα…δεν υπάρχει μυστικό Μεγαλειότατε.

-Πως τολμάς να λες ψέμματα σ΄εμένα. Έχω κόψει κεφάλια για πολύ μικρότερες προσβολές, από ένα ψέμα.

-Πιστέψτε με Μεγαλειότατε, σας παρακαλώ, δεν σας κρύβω τίποτα. Δεν υπάρχει κανένα μυστικό.

-Και πως τα καταφέρνεις βρε ανόητε και είσαι όλη την μέρα τόσο κεφάτος; Σε έχω παρακολουθήσει, σε βλέπω. Ολο χαχαχού και αστεία είσαι.

-Μα Μεγαλειότατε, η ζωή ήταν τόσο γενναιόδωρη μαζί μου. Η Λαμπροσύνη σας με τιμά και με έχει στην υπηρεσία της. Με την γυναίκα μου και τα παιδιά μου μένουμε σ΄ένα ωραίο σπίτι που μας παραχώρησε το παλάτι. Μας προσφέρετε ρούχα και τροφή για όλους μας, δωρεάν εκπαίδευση στα παιδιά μου, επί πλέον δε, η Μεγαλειότητα σας μου πληρώνει και ένα μικρό μηνιαίο επίδομα, που ικανοποιεί τις μικροεπιθυμίες μας. Πως να μην είμαι ευτυχισμένος;

-Άκου, ηλίθιες δικαιολογίες εχω χορτάσει από τους συμβούλους μου. Αν δεν μου πεις το μυστικό της χαράς σου, η υπομονή μου θα εξαντληθεί και μαζί της και το κεφάλι στους ώμους σου. Είναι αδύνατον να είναι κάποιος ευτυχισμένος με αυτά που μου παρέθεσες.

-Μα Βασιλιά μου σας παρακαλώ πιστέψτε με. Δεν σας κρύβω κάτι. Πως θα μπορούσα άλλωστε. Δεν υπάρχει μυστικό.

-Χάσου απο μπροστά μου ηλίθιε, πριν φωνάξω το δήμιο. Γελοίε. Καραγκιόζη.

Ο υπηρέτης χαμογέλασε, έκανε μια βαθειά υπόκλιση, και βγήκε από το δωμάτιο. Τον βασιλιά όμως, δεν τον χωρούσε ο τόπος. Του φαινόταν τόσο παράλογο ο βαλές του να είναι τόσο ευτυχισμένος, ζώντας σε δανεικό σπίτι, τρώγοντας από τα περισσεύματα των αυλικών, φορώντας ρούχα από δεύτερο χέρι. Αφού κατάφερε κάπως να ηρεμήσει, φώναξε τον πιο σοφό σύμβουλό του και του διηγήθηκε την συζήτηση και την απορία του.

-Πες μου γέροντα, γιατί ο άνθρωπος αυτός είναι ευτυχισμένος;

-Α, Μεγαλειότατε, επειδή προφανώς βρίσκεται έξω από τον κύκλο.

-Έξω από που;

-Μα από τον κύκλο.

-Γι αυτό είναι ευτυχισμένος;

-Όχι μεγαλειότατε, γι αυτό δεν είναι δυστυχισμένος.

-Δεν καταλαβαίνω γέροντα. Δηλαδή όποιος είναι στον κύκλο είναι δυστυχής; Εγώ είμαι δυστυχής διότι είμαι μέσα στον κύκλο;

-Ακριβώς βασιλιά μου.

-Και πως βγήκε;

-Δεν μπήκε ποτέ.

-Βάλθηκες να με τρελλάνεις κι εσύ γέροντα. Τι στην οργή κύκλος είναι αυτός και γιατί μας προκαλεί θλίψη;

-Είναι ο κύκλος του ενενήντα εννέα.

-Και πως λειτουργεί αυτός ο διαολόκυκλος;

-Μεγαλειότατε είναι δύσκολο να σας τον εξηγήσω με λόγια, μπορώ όμως να σας τον δείξω στην πράξη.

-Δηλαδή τι θα κάνεις;

-Αν μου επιτρέψεται θα βάλω τον υπηρέτη σας στον κύκλο.

-Πως δηλαδή, θα τον σπρώξεις; είπε ο βασιλιάς κοροιδευτικά.

-Δεν θα χρειαστεί βασιλιά μου. Αν βρει την ευκαιρία θα μπει μόνος του.

-Και καλά, όταν μπεί δεν θα δει ότι αυτό τον έκανε δυστυχισμένο, ώστε να βγεί κατ΄ευθείαν;

-Θα το αντιληφθεί, αλλά δεν θα θέλει να φύγει.

-Δηλαδή μου λες ότι θα καταλάβει πως αν μπει στον κύκλο θα δυστυχήσει, αλλά παρ΄όλα αυτά θα μπεί οικιοθελώς και δεν πρόκειται να ξαναβγεί;

-Ακριβώς Μεγαλειότατε. Κανένας δεν θέλει να βγεί από τον κύκλο του ενενήντα εννέα. Οσο και αν τον κάνει δυστυχισμένο. Θα μάθεις λοιπόν πως λειτουργεί ο κύκλος, αλλά εσύ θα χάσεις έναν εξαίρετο υπηρέτη και το παλάτι έναν χαρούμενο άνθρωπο.

-Δεν με νοιάζει. Τι πρέπει να κάνουμε; Πότε ξεκινάμε;

-Σήμερα το βράδυ βασιλιά μου. Θα περάσω να σε πάρω . Θα έχεις ετοιμάσει ένα σακί με ενενήνταεννέα φλουριά. Ούτε ένα περισσότερο, ούτε ένα λιγότερο.

Πράγματι, την νύχτα ο σοφός πέρασε να πάρει τον βασιλιά. Πήγαν μαζί στο σπιτάκι του υπηρέτη, στην άκρη της αυλής του παλατιού, κρύφτηκαν και περίμεναν να ξημερώσει. Μόλις αχνοφέγγισε και άναψε στο δωμάτιο ένα κερί, ο σοφός έβαλε στο σακούλι ένα μύνημα που έλεγε:

Ο ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΕΙΝΑΙ ΔΙΚΟΣ ΣΟΥ. ΕΙΝΑΙ ΒΡΑΒΕΙΟ ΕΠΕΙΔΗ ΕΙΣΑΙ ΞΕΧΩΡΙΣΤΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ. ΑΠΟΛΑΥΣΕ ΤΟΝ. ΜΗΝ ΠΕΙΣ ΣΕ ΚΑΝΕΝΑΝ ΠΩΣ ΤΟΝ ΒΡΗΚΕΣ.

Έδεσε το σακί στην πόρτα του υπηρέτη, χτύπησε δυό φορές και έτρεξε να ξανακρυφτεί. Οταν υπηρέτης βγήκε ξαφνιασμένος, ο βασιλιάς παρακολουθούσε πίσω από έναν θάμνο. Τον είδε να διαβάζει το μύνημα και να ανοίγει το πουγγί. Είδε την έκπληξη στο πρόσωπό του, το αρχικό φόβο, την καχύποπτη, ερευνητική ματιά μήπως ήταν κανένας τριγύρω. Τον είδε να σφίγγει το πουγκί στην αγκαλιά του, να ανοίγει το πουκάμισο και να το βάζει στο στήθος του, να χώνεται γρήγορα σπίτι του. Μόλις άκουσαν την κλειδαριά να διπλοαμπαρώνει, ο βασιλιάς με τον σοφό πλησίασαν στο παράθυρο για να κατακοπεύσουν.

Ο υπηρέτης είχε ρίξει στο πάτωμα τα πιατικά που ήσαν στο τραπέζι, αφήνοντας μόνο το κερί. Καθισμένος σε μια καρέκλα άδειαζε το περιεχόμενο.Τα μάτια ήταν γουρλωμένα, κόντευαν να βγουν έξω από τις κόγχες. Ηταν φανερό δεν μπορούσε να πιστέψει αυτό που έβλεπε. Ενα βουνό από χρυσά φλουριά. Ενας θησαυρός. Ολος δικός του. Αυτός που δεν είχε ποτέ ως τώρα στην ζωή ακουμπήσει έστω ένα χρυσό φλουρί, τώρα είχε ένα μικρό βουνό από αυτά. Δικά του.Αρχισε να τα χαζεύει και να τα κάνει στίβες. Τα κοίταζε πως άστραφταν στο φως του κεριού και χαζογελούσε. Τα συγκέντρωνε, τα σκόρπιζε για να ακούει το κουδούνισμά τους. Και όλο χαμογελούσε.

Παίζοντας άρχισε να τοποθετεί σε στίβες των δέκα. Μια δεκάδα, δύο δεκάδες, τρείς, τέσσερις, πεντε, έξι…Ταυτόχρονα έκανε και το άθροισμα. Πενήντα, εξήντα, εβδομήντα, ογδόντα, ενενήντα, εκατ…που είναι το τελευταίο? Ξαναμετρά μία μία τις στίβες να βρεί το λάθος, τίποτα. Τα στήνει σε κολώνες, την μία δίπλα στην άλλη, μήπως κάποια προεξέχει…Τίποτα. Η τελευταία κολώνα ελλειματική. Μόνο εννέα φλουριά. Κοιτάζει ερευνητικά το τραπέζι, σηκώνει το κερί, γυρίζει το μέσα έξω στο σακκούλι…Τίποτα. Γονατίζει και αρχίζει να ψάχνει στο πάτωμα. Δεν μπορεί τα φλουριά ΕΠΡΕΠΕ να είναι εκατό.

-Δεν είναι δυνατόν, μονολογούσε όσο έψαχνε. Κάπου πρέπει να μου έπεσε…κάπου πρέπει να είναι. Με λήστεψαν! Αλήτες! Κερατάδες! Με κλέψανε!

Γονατισμένος κοιτούσε πάνω στο τραπέζι, έβλεπε τις κολώνες με τα φλουριά και αισθανόταν πως κάτι του είχε διαφύγει. Δεν μπορεί, κάπου έκανε λάθος. Αδύνατον η μία κολώνα να είναι κουτσή. Αλλά το φλουρί που έλειπε, πουθενά.

Τελικά σαν να το πήρε απόφαση. Ενενηντα εννέα φλουριά, είναι πολλά λεφτά…συλλογίστηκε. Μπορώ να ζήσω την υπόλοιπη ζωή σαν άρχοντας…συνέχισε. Αλλά δεν είναι στρογγυλός αριθμός, ρε γαμώτο. Το εκατό, μάλιστα, είναι στρογγυλός αριθμός. Τώρα μου λείπει ένα.

Ο βασιλιάς και ο σοφός σύμβουλος κοιτούσαν από το παράθυρο. Το πρόσωπο του υπηρέτη δεν ήταν το ίδιο. Ηταν σκεπτικός, σκυθρωπός με χείλη στενά, τραβηγμένα. Με μάτια μισόκλειστα έξυνε το κεφάλι του.Κάτι σκεπτόταν. Μάζεψε τα φλουριά στο σακκούλι και κοιτάζοντας καχύποπτα ολόγυρα, το έκρυψε προσεκτικά, όσο πιο αθόρυβα μπορούσε πίσω από ένα σωρό καυσόξυλα. Υστερα πήρε χαρτί και μολύβι και κάθισε να κάνει λογαριασμούς.

Πόσο καιρό πρέπει να κάνω οικονομίες, ώστε να αποκτήσω και το εκατοστό φλουρί; Ο υπηρέτης μιλούσε μόνος, παραμιλούσε ασυναίσθητα. Θα βρώ και δεύτερη δουλειά, θα δουλέψω σκληρά για ένα διάστημα, μέχρι να το κερδίσω. Μετά όμως μεγάλε…άραγμα. Ναι, με εκατό φλουριά, μπορεί ένας άνθρωπος να μην δουλεύει. Μπορεί να ζει δίχως σκοτούρες. Είσαι πλούσιος! Είσαι άρχοντας! Δεν υπάρχει λόγος να δουλεύεις. αγόρι μου!

Τελείωσε τους υπολογισμούς του. Αν δούλευε σκληρά κι έβαζε στην άκρη όλο το μηνιάτικο του και ότι έξτρα χρήματα έπαιρνε, σε πέντε το πολύ έξι χρόνια θα μπορούσε να αγοράσει ένα χρυσό φλουρί.

-Έξι χρόνια είναι πάρα πολλά, μονολόγησε. Θα μπορούσα όμως να βάλω και την γυναίκα μου να δουλέψει. Κάποια δουλειά θα βρεί να κάνει στην πολιτεία. Θα μπορούσε να καθαρίζει σπίτια. Αλλά κι εγώ, πέντε η ώρα τελειώνω από το παλάτι. Μπορώ να κάνω το βοηθό σε κανένα μάστορα, δυό τρεις ώρες μέχρι να νυχτώσει.

Ξαναπιάνει το μολύβι και αρχίζει πάλι τους υπολογισμούς. Με την έξτρα δουλειά τη δική του και την συνεισφορά της γυναίκας του θα μάζευε τα χρήματα για το φλουρί σε τρία χρόνια. Εξακολουθούσε να είναι πολύς, πολύς καιρός.

Ισως θα μπορούσαμε να κάνουμε και κάποιες οικονομίες. Να πουλήσουμε ας πούμε λίγο από το φαγητό. Ετσι κι αλλιώς το πολύ φαί, κακό κάνει. Ασε που μια και είναι τζάμπα, τό΄χουμε παρακάνει. Και τα χειμωνιάτικα παπούτσια. Τι χρειάζονται; Μπαίνει η Ανοιξη. Ερχονται ζέστες. Και τα επανωφόρια μπορώ να το πουλήσω. Να πουλήσω…Να πουλήσω…Πρέπει να γίνουν θυσίες. Αλλωστε θα πιάσουν τόπο. Σε δυό χρονάκια το πολύ θα αγοράσουμε το φλουρί που μας λείπει και μετά…ποιός μας πιάνει μετά. Θα είμαστε πλούσιοι. Οτι μας γιαλίζει θα το αγοράζουμε. Αυτό είναι. Δύο χρόνια στο τούνελ και μετά…

Ο βασιλιάς και ο σύμβουλος γύρισαν στο παλάτι. Ο υπηρέτης είχε μπεί στον κύκλο του ενενηντα εννέα.

Τους μήνες που ακολούθησαν, ο υπηρέτης έβαλε σε εφαρμογή τα σχέδια που είχε αποφασίσει εκείνο το πρωινό. Δούλευε πολύ, κουραζόταν, κακοκοιμόταν, αλλά επέμενε στην απόφασή του. Ενα πρωινό, μπήκε με το πρωινό στο δωμάτιο του βασιλιά, αργός, κακόκεφος, αμίλητος, όπως συνήθιζε τελευταία.

-Μα καλά, τί έπαθες εσύ, ρωτά τάχα ανήξερος ο βασιλιάς.

-Μια χαρά είμαι Μεγαλειότατε. Θέλετε τίποτε άλλο;

-Μέρες έχω να σ΄ακούσω να τραγουδάς. Σου συμβαίνει κάτι;

-Αν δεν κάνω λάθος, η δουλειά μου είναι σας σερβίρω και να σας βοηθώ να ντυθείτε. Δεν κάνω τη δουλειά μου? Την κάνω και μάλιστα άψογα, συνέχισε. Δεν με προσλάβατε για γελωτοποιό ούτε για τραγουδιστή.

Μετά από μερικούς μήνες, ο βασιλιάς έδιωξε τον υπηρέτη από το παλάτι. Δεν είναι ευχάριστο να περιβάλλεσαι από κακόκεφους, μουρτζούφληδες υπαλλήλους.

Ο ασπρομάλλης ψυχαναλυτής έκανε μια παύση και κοίταξε προσεκτικά τον ασθενή του. Προσπάθησε να διαβάσει τα συναισθήματα από την ιστορία στο πρόσωπό του. Ανακάθησε στην πολυθρόνα του, πήρε το ποτήρι δίπλα του και ρούφηξε μια μεγάλη γουλιά σακέ. Καθάρισε την φωνή του και συνέχισε:

Βλέπεις Ντεμιάν, εσύ, εγώ και όλοι μας έχουμε εκπαιδευθεί σ΄αυτήν την ηλίθια ιδεολογία. Πάντοτε κάτι μας λείπει για να νιώσουμε ικανοποιημένοι, και δυστυχώς μόνο αν είσαι ικανοποιημένος μπορείς να απολαύσεις όσα έχεις. Γι αυτό, μάθαμε πως τάχα η ευτυχία θα έλθει όταν ολοκληρώσουμε αυτό που μας λείπει…Και επειδή πάντα κάτι λείπει, ξαναγυρίζουμε στην αρχή και δεν απολαμβάνουμε ποτέ την ζωή…

Τι θα συνέβαινε όμως, αν η φώτιση ερχόταν στις ζωές μας και αντιλαμβανόμαστε, έτσι ξαφνικά, ότι τα ενενηντα εννιά φλουριά μας είναι το 100% του θησαυρού;

Οτι δεν μας λείπει τίποτα, κανένας δεν μας έκλεψε τίποτα, το εκατό δεν είναι καθόλου πιο στρογγυλός αριθμός από το ενενηντα εννιά;

Οτι αυτό, είναι μόνο μια παγίδα, ένα καρότο που έβαλαν μπροστά μας, για να είμαστε βλάκες, για να σέρνουμε το κάρο,κουρασμένοι, κακόκεφοι, δυστυχείς και συμβιβασμένοι;

Μια παγίδα για να μην σταματήσουμε ποτέ να σπρώχνουμε και να μείνουν όλα όπως έχουν. Αιωνίως τα ίδια. Πόσα θα άλλαζαν αν μπορούσαμε να απολαύσουμε τους θησαυρούς μας, έτσι ακριβώς όπως είναι. Ετσι ακριβώς όπως τους κατέχουμε.

Προσοχή όμως Ντεμιάν. Το να παραδεχτείς ότι το ενενηνταεννιά είναι ο θησαυρός, δεν σημαίνει ότι πρέπει να εγκαταλείψεις τους στόχους σου. Δεν σημαίνει άραγμα, συμβιβασμός με οτιδήποτε. Γιατί άλλο το να παραδέχεσαι, κι άλλο το να συμβιβάζεσαι. Αυτό όμως, είναι σε άλλο παραμύθι.

Πηγή: Χόρχε Μπουκάι «Να σου πω μια Ιστορία»

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 6 Δεκεμβρίου 2011

Aπό την ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑ

Το έθνος να λυπάστε αν φορεί ένδυμα που δεν το ύφανε.
Ψωμί αν τρώει αλλά όχι απ’ τη σοδειά του.
Κρασί αν πίνει, αλλά όχι από το πατητήρι του.
Το έθνος να λυπάστε που δεν υψώνει τη φωνή παρά μονάχα στη πομπή της κηδείας.
Που δεν συμφιλιώνεται παρά μονάχα μες τα ερείπιά του.
Που δεν επαναστατεί παρά μονάχα σαν βρεθεί ο λαιμός του ανάμεσα στο σπαθί και την πέτρα.
Το έθνος να λυπάστε που έχει αλεπού για πολιτικό, απατεώνα για φιλόσοφο, μπαλώματα και απομιμήσεις είναι η τέχνη του.
Το έθνος να λυπάστε που έχει σοφούς από χρόνια βουβαμένους.”
Kαλίλ Γκιμπράν, “ο Κήπος του Προφήτη” – 1923

Μαρία Ανδρεάδου στις 3 Δεκεμβρίου 2011

…Ξέρεις,κάθε ταξίδι ανοίγεται στα περιστέρια
όλος ο κοσμος ακουμπάει στη θάλασσα και στη στεριά
θα πιάσουμε το σύννεφο θα βγούμε από τη συμφορά του χρόνου
από την άλλη όψη της κακοτυχιάς
θα παίξουμε τον ήλιο στα δάχτυλα
στις εξοχές της ανοιχτής καρδιάς
θα δούμε να ξαναγεννιέται ο κόσμoς…

Απόσπασμα / Οδυσσέας Ελύτης

photo Maria Andreadou