Διαβάσαμε
Όπως φαίνεται και από ένα απόσπασμα από την Απολογία του Σωκράτη και από την περίφημη φράση του «Έν οιδα οτι ούδέν οιδα», ο ίδιος δε θεωρούσε τον εαυτό του σοφό. Όταν λοιπόν το μαντείο των Δελφών υπέδειξε στον φίλο του Χαιρεφώντα τον Σωκράτη ως το σοφότερο όλων, ο ίδιος αποφάσισε να το ψάξει. Για το λόγο αυτό πλησίαζε κάποιους από αυτούς που θεωρούνταν τότε σοφοί, αλλά διαπίστωνε μέσα από τις ερωτήσεις τους ότι τελικά δεν ήταν και τόσο σοφοί• προσπαθούσε μάλιστα να τους δείξει ότι δεν ήταν και τόσο σοφοί
όσο νόμιζαν κι αυτή του η στάση ήταν που ενέπνευσε αντιφατικά αισθήματα και μίση ακόμη εναντίον του. Ένας άνθρωπος που βάζει σκοπό της ζωής του να αποδείξει την άγνοια όσων σπουδαίων περνιούνται για σοφοί σίγουρα θα κινήσει το μίσος των θιγόμενων και των οπαδών τους. Ένας τέτοιος άνθρωπος είναι απειλή.
Ο Σωκράτης έκανε την ειρωνεία όπλο της σκέψης, όπλο της αναζήτησης της φιλοσοφικής έρευνας. Ίσως στην αμφισβήτηση να έμοιαζε με τους σοφιστές. Κι αυτοί αρνούνταν να δεχτούν ως δεδομένες τις παραδεδεγμένες αλήθειες. Αλλά η αμφισβήτησή τους κατέληγε στην άρνηση: αφού δεν μπορεί κανείς να ανακαλύψει την αλήθεια, αλήθεια δεν υπάρχει, κι αν υπάρχει δεν έχει καμία σημασία δεν έχει, διότι δε μας επηρεάζει. Απέναντι στην αμφισβήτηση αυτή ο Σωκράτης αντιπαραθέτει μια θετική αμφισβήτηση (των σοφιστών είναι αρνητική η αμφισβήτηση, αφού αμφισβητούν την αλήθεια, αλλά καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι δεν υπάρχει, την αρνούνται): αμφισβητώντας τις παραδοσιακές αξίες και τις παραδοσιακές αρχές, αναζητά τη βαθύτερη αλήθεια των πραγμάτων. Πολύ περισσότερο, αναζητά την πρώτη αλήθεια, την αναλλοίωτη, που δεν επηρεάζεται από τις συνθήκες, που δεν εξαρτάται από τον άνθρωπο.
Η διαλεκτική μέθοδος του Σωκράτη
Δύο ήταν τα όπλα του Σωκράτη, η διαλεκτική και η μαιευτική. Η διαλεκτική είναι το μέσο για τον έλεγχο και την εξαγωγή συμπερασμάτων, που κατ’αρχήν σημαίνει διάλογος. Δεν πρόκειται βέβαια για οποιαδήποτε συζήτηση. Η σωκρατική διαλεκτική είναι η σταδιακή , βήμα-βήμα, αναίρεση των θέσεων του συνομιλητή και, στη συνέχεια, η επίσης σταδιακή προσπάθεια να εξαχθεί ένα νέο συμπέρασμα, μια νέα προσέγγιση της αλήθειας. Στους πλατωνικούς διαλόγους, ο συνομιλητής του Σωκράτη εκθέτει κατ’αρχήν μια άποψη για το θέμα που πρόκειται να συζητηθεί, την οποία ο ίδιος θεωρεί ολοκληρωμένη και θεμελιωμένη. Με ερωτήσεις που φαντάζουν σχεδόν απλοϊκές, ο Σωκράτης εξαναγκάζει τον συνομιλητή του να φτάσει στην ακραία συνέπεια των θέσεων που υποστήριξε κι εκεί αποδεικνύεται η σαθρότητα των λογικών επιχειρημάτων που αυτός χρησιμοποίησε. Από αυτό το σημείο αρχίζει μια νέα συζήτηση, όπου και πάλι καθοδηγώντας με ερωτήματα του συνομιλητή του ο Σωκράτης τον οδηγεί στη γενική αλήθεια, στην αλήθεια δηλαδή που υπάρχει ανεξαρτήτως των περιστάσεων και των συνθηκών, στην πρώτη αλήθεια των πραγμάτων.
Η μαιευτική μέθοδος του Σωκράτη
Είναι χαρακτηριστικό πως ο Σωκράτης, στους πλατωνικούς διαλόγους, δεν αποφαίνεται ο ίδιος εκ των προτέρων, δεν παραθέτει ο ίδιος εξαρχής κάποια θεωρία ή άποψη. Αντίθετα, όλη η διανοητική προσπάθεια της συζήτησης στρέφεται στο να εξαχθεί η σωκρατική άποψη από τον αντίπαλο. Πρόκειται για αυτό που ο ίδιος ο Σωκράτης ονόμαζε μαιευτική. Μαιευτική βεβαίως είναι η δουλειά της μαίας, της μαμής που συμπαραστέκεται και βοηθάει την ετοιμόγεννη γυναίκα στον τοκετό. Παίρνοντας ως παράδειγμα τη δουλειά της μητέρας του, που ήταν μαία, ο Σωκράτης ισχυριζόταν πως καμία φιλοσοφική θεωρία δεν “γέννησε” ο ίδιος, αλλά πως, σαν μαία, βοηθάει τον συνομιλητή του να “γεννήσει” από μέσα του την αλήθεια. Τι σημαίνει όμως αυτό; Σημαίνει πως για τον Σωκράτη ο άνθρωπος γνωρίζει την αλήθεια, την Ιδέα, και πως η προσπάθεια της φιλοσοφικής σκέψης έγκειται στο να βοηθήσει τον άνθρωπο να την ξαναθυμηθεί, να την επαναφέρει στη μνήμη του.
Σε ποια θέματα επικέντρωσε το ενδιαφέρον του ο Σωκράτης και σε τι διαφέρει η προσέγγισή του στα θέματα αυτά από την προσέγγιση των προγενεστέρων φιλοσόφων και ιδίως των σοφιστών;
Ο Σωκράτης επικέντρωσε το ενδιαφέρον του στον ίδιο τον άνθρωπο και στην κοινωνία του. Έχει μάλιστα λεχθεί ότι «κατέβασε τη φιλοσοφία από τα άστρα στη γη», με την έννοια ότι, χάρη στη δική του προσωπικότητα, οι φιλόσοφοι έπαψαν να ασχολούνται τόσο με τα φυσικά φαινόμενα. Ο Αριστοτέλης μάλιστα, στο έργο του Περί ζώων μορίων, έγραψε πως «με τον Σωκράτη έληξε η περίοδος αναζήτησης των φυσικών πραγμάτων και οι φιλοσοφούντες ασχολήθηκαν με την αρετή που είναι χρήσιμη και την πολιτική-με την ηθική και πολιτική φιλοσοφία». Η αλήθεια είναι πως με τα πολιτικά προβλήματα ασχολήθηκαν και οι προγενέστεροι φιλόσοφοι, ενώ ζητήματα ηθικής απασχόλησαν και τον Δημόκριτο και πολλούς σοφιστές. Ο Σωκράτης όμως είναι αυτός που έστρεψε τον φιλοσοφικό στοχασμό κατ’ αποκλειστικότητα σε τέτοια θέματα. Ο λόγος που τα σωκρατικά ενδιαφέροντα σημάδεψαν κατά ανεξίτηλο τρόπο την ιστορία της φιλοσοφίας πρέπει να αναζητηθεί στο σωκρατικό τρόπο σκέψης, στο γεγονός δηλαδή πως ο Σωκράτης δεν ενδιαφερόταν απλώς για τον ορθό τρόπο ζωής και δράσης είτε στο προσωπικό είτε στο κοινωνικό επίπεδο. Αντίθετα από τους σοφιστές, που το ενδιαφέρον τους ήταν καθαρά χρησιμοθηρικό, ο Σωκράτης αναζήτησε ένα σταθερό έδαφος πάνω στο οποίο να καθοριστεί αυστηρά και αμετάκλητα κάθε έννοια καλού, αρετής και σοφίας. Όπως οι πρώτοι φιλόσοφοι αναζητούσαν την πρώτη αρχή της δημιουργίας, ο Σωκράτης αναζήτησε την αρχή κάθε ηθικής έννοιας, που δεν επηρεάζεται από ιστορικές και κοινωνικές συνθήκες ούτε από τη δυνατότητα αντίληψης του κάθε ανθρώπου. Αναζήτησε δηλαδή το απόλυτο απορρίπτοντας το σχετικό, την ουσία της ηθικής κι όχι τα ηθικά φαινόμενα.
Η συμβολή του Σωκράτη στη λογική είναι, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, η επεξεργασία της επαγωγικής μεθόδου με σκοπό την εξαγωγή καθολικών ορισμών.
Όπως λέει ο Αριστοτέλης στα Μετά τα Φυσικό του, ο δρόμος που λογικά ακολούθησε ο Σωκράτης για να αναζητήσει ακριβώς την απόλυτη ουσία των ηθικών εννοιών, ήταν η επαγωγική μέθοδος (οι έπακτικοί λόγοι), με σκοπό την εξαγωγή καθολικών ορισμών (το όρίζεσθαι καθόλου). Ξεκινώντας δηλαδή από τα παραδείγματα, συνήθως παρμένα από την καθημερινή ζωή και εμπειρία, προσπαθούσε να οδηγήσει τη σκέψη του συνομιλητή του στην εξαγωγή καθολικών συμπερασμάτων, που να ξεπερνούν την εμπειρία και να φθάνουν σε μια απόλυτη γνώση του θέματος. Και η διαδικασία αυτή είχε επιτυχία όταν προέκυπτε τελικά ένας απόλυτος ορισμός , δηλαδή μια απόλυτη γνώση, για την αλήθεια του καλού και του κακού, της αδικίας και του δικαίου, της ομορφιάς και της ασχήμιας, της σωφροσύνης και της άνοιας, του θάρρους και της δειλίας, της ορθής διακυβέρνησης και της δεσποτείας. Έτσι ο άνθρωπος που ισχυριζόταν πως το μόνο πράγμα που γνωρίζει ήταν η ίδια του η άγνοια, σημάδεψε οριστικά την πορεία της φιλοσοφίας υποδεικνύοντας πως η λογική σκέψη κι όχι οι αισθήσεις είναι ο μοναδικός οδηγός προς την αλήθεια, προς το καθολικό και το αιώνιο.
Η δίκη και ο θάνατος του Σωκράτη
Η κατηγορία εναντίον του Σωκράτη ήταν ότι ο Σωκράτης δεν πίστευε στους θεούς της πόλης , αλλά εισήγαγε καινά (καινούργια) δαιμόνια• επίσης ότι αδικεί και διαφθείρει τους νέους. Η μήνυση κατά του Σωκράτη έγινε από τον Μέλητο, έναν ποιητή του οποίο μοναδική δόξα αποτελεί το γεγονός ότι υπήρξε κατήγορος του φιλοσόφου. Κατήγοροι ήταν επίσης ο Άνυτος και ο Λύκων. Ο πρώτος ήταν πλούσιος βυρσοδέψης και γνωστός πολιτικός, που είχε εκλεγεί και στρατηγός το 409 και είχε εξοριστεί από τους Τριάκοντα Τυράννους. Ο δεύτερος ήταν ρήτορας.
Πού στήριξαν οι μηνυτής του Σωκράτη την κατηγορία για «διαφθορά» των νέων;
Η κατηγορία για διαφθορά των νέων είχε μεγαλύτερη σχέση με την πραγματική αιτίας δίωξης του Σωκράτη. Ο φιλόσοφος ασφαλώς και δε διέφθειρε τους νέους που τον ακολουθούσαν. Όμως, όπως λέει και ο ίδιος στην Απολογία του, κατά Πλάτωνα, τα νέα παιδιά που τον έβλεπαν να ξεσκεπάζει στην αγορά την ψευδή σοφία των σοφιστών και των δημαγωγών γοητεύονταν από αυτό το “παιχνίδι” που οδηγούσε στην αναζήτηση της ουσίας των πραγμάτων και της αλήθειας. Και, εξίσου φυσικά, ως απειλούμενοι από τον Σωκράτη και τις ενοχλητικές ερωτήσεις του θεωρούσαν πως η γοητεία που ο φιλόσοφος ασκούσε στη νεολαία ήταν “διαφθορά”. Υπάρχει όμως κι ένα ακόμη πολύ σημαντικό στοιχείο: πολλοί από τους νέους που ανήκαν στον κύκλο του Σωκράτη πήραν ενεργό μέρος στην πολιτική και έπαιξαν ρόλο αρνητικό σε μια καταστροφική για την Αθήνα εποχή. Ο Αλκιβιάδης, πρώτος απ’ όλους, ήταν μεν δημοκρατικός, αλλά εξαιρετικά αμφιλεγόμενος, αφού δε δίστασε και να αυτομολήσει στους Σπαρτιάτες. Πολλοί φίλοι του Σωκράτη, από την άλλη μεριά, τάχθηκαν με την ακραία μερίδα των ολιγαρχικών και στήριξαν το πραξικόπημα των Τριάκοντα Τυράννων. Ο Κριτίας κι ο Χαρμίδης μάλιστα, θείοι του Πλάτωνα, ήταν από τους ηγέτες τους. Το γεγονός αυτό επέτρεψε στους κατηγόρους του να αφήσουν να εννοηθεί πως οι θεωρίες του δασκάλου ήταν υπεύθυνες για την κατάληξη των “μαθητών”.
Ποιοι ήταν οι πολιτικοί λόγοι της δίωξης του Σωκράτη;
Ο Σωκράτης κατηγορήθηκε για αθεΐα και για διαφθορά των νέων, όμως δεν ήταν αυτοί οι πραγματικοί λόγοι της δίωξής του. Ειδικά αναφορικά με την αθεΐα, η αρχαιοελληνική θρησκεία δεν είχε ιερά βιβλία και ιερατείο, “κανόνες” δηλαδή με τους κανείς συμφωνεί ή τους παραβαίνει. Η κατηγορία για διαφθορά των νέων είχε μεγαλύτερη σχέση με την πραγματική αιτίας δίωξης του Σωκράτη. Ο φιλόσοφος ασφαλώς και δε διέφθειρε τους νέους που τον ακολουθούσαν. Όμως, όπως λέει και ο ίδιος στην Απολογία του, κατά Πλάτωνα, τα νέα παιδιά που τον έβλεπαν να ξεσκεπάζει στην αγορά την ψευδή σοφία των σοφιστών και των δημαγωγών γοητεύονταν από αυτό το “παιχνίδι” που οδηγούσε στην αναζήτηση της ουσίας των πραγμάτων και της αλήθειας. Και, εξίσου φυσικά, ως απειλούμενοι από τον Σωκράτη και τις ενοχλητικές ερωτήσεις του θεωρούσαν πως η γοητεία που ο φιλόσοφος ασκούσε στη νεολαία ήταν “διαφθορά”. Υπάρχει όμως κι ένα ακόμη πολύ σημαντικό στοιχείο: πολλοί από τους νέους που ανήκαν στον κύκλο του Σωκράτη πήραν ενεργό μέρος στην πολιτική και έπαιξαν ρόλο αρνητικό σε μια καταστροφική για την Αθήνα εποχή. Ο Αλκιβιάδης, πρώτος απ’ όλους, ήταν μεν δημοκρατικός, αλλά εξαιρετικά αμφιλεγόμενος, αφού δε δίστασε και να αυτομολήσει στους Σπαρτιάτες. Πολλοί φίλοι του Σωκράτη, από την άλλη μεριά, τάχθηκαν με την ακραία μερίδα των ολιγαρχικών και στήριξαν το πραξικόπημα των Τριάκοντα Τυράννων. Ο Κριτίας κι ο Χαρμίδης μάλιστα, θείοι του Πλάτωνα, ήταν από τους ηγέτες τους. Το γεγονός αυτό επέτρεψε στους κατηγόρους του να αφήσουν να εννοηθεί πως οι θεωρίες του δασκάλου ήταν υπεύθυνες για την κατάληξη των “μαθητών”.
Τι σχέση είχε η σωκρατική ειρωνεία με απόφαση του λαϊκού δικαστηρίου της Ηλιαίας για καταδίκη του φιλοσόφου σε θάνατο;
Το λαϊκό δικαστήριο της Ηλιαίας, που απαρτιζόταν από 500 δικαστές κληρωμένους από το σύνολο των πιο ηλικιωμένων πολιτών, έκρινε τον Σωκράτη ένοχο με μέτρια πλειοψηφία (281 έναντι 220). Στη δεύτερη ψηφοφορία, που αφορούσε την ποινή, η καταδίκη σε θάνατο ψηφίστηκε από περισσότερους (300 έναντι 201). Η σωκρατική ειρωνεία δεν ήταν άσχετη με την εξέλιξη αυτή: όταν του δόθηκε ο λόγος προκειμένου, κατά το νόμο, να προτείνει και αυτός μια ποινή, ο Σωκράτης , αντί να προτείνει λ.χ. την εξορία, πρότεινε την περιφρόνησή του και προς το δικαστήριο και προς το θάνατο. Είπε, χαρακτηριστικά, ότι θα έπρεπε να τον βάλουν στο πρυτανείο και να τον τρέφουν δωρεάν! Εξηγώντας στη συνέχεια γιατί ένας άνθρωπος της ηλικίας του κανένα λόγο δεν έχει να φοβάται το θάνατο, προτείνει για τυπικούς λόγους το πρόστιμο της μιας μνας. Το ποσό αυτό ανέβασαν στις 30 μνες ο Πλάτωνας, ο Κρίτωνας και οι φίλοι του, που μπήκαν εγγυητές, αφού η περιουσία του Σωκράτη δεν ξεπερνούσε τις 5 μνες.
Ποια στάση τήρησε ο Σωκράτης απέναντι στο δικαστήριο και την καταδικαστική του απόφαση;
Μετά την καταδίκη του ο Σωκράτης έμεινε περίπου έναν μήνα στο κρατητήριο. Τις μέρες εκείνες γίνονταν στο ιερό νησί του Απόλλωνα, την Δήλο, τα Δήλια. Οι Αθηναίοι είχαν στείλει εκεί θεωρία (επίσημη αποστολή σε ιερή τελετή)αντιπροσώπους της πόλης και το ένα από τα δύο ιερά πλοία τους, την Πάραλο. Κατά το έθιμο, δεν μπορούσε να γίνει εκτέλεση μέχρι την επιστροφή του πλοίου. Στη διάρκεια της κράτησής του, και ως την τελευταία στιγμή, ο Σωκράτης αντιστάθηκε στις προσπάθειες των φίλων του να αποδράσει. Όπως περιγράφει και ο Πλάτωνας στον Κρίτωνα, ο Σωκράτης πίστευε πως το γεγονός ότι αδικήθηκε από τους συμπολίτες του δεν αποτελούσε δικαιολογία για να διαπράξει αδικία εναντίον των νόμων της πόλης του. Έτσι, ήπιε το κώνειο, συζητώντας με τους φίλους του για την αθανασία της ψυχής και πέθανε μέσα στο κελί του δεσμωτηρίου.
Πηγή: Πετρά Χριστίνα, Φιλοσοφικός Λόγος, Πλάτωνος «Πρωταγόρας
Είναι απαραίτητη, δηλαδή, η μεταρρύθμιση του θεσμικού χαρακτήρα του σωφρονιστικού μας συστήματος και η σταδιακή αλλαγή του ιδεολογικού προσανατολισμού του, από μέσο άσκησης εξουσίας, σε μέσο σωφρονισμού και επανακοινωνικοποίησης των κρατουμένων.
Μια πραγματική μεταρρύθμιση του σωφρονιστικού μας συστήματος θα πρέπει να στηρίζεται στους ακόλουθους πυλώνες:
1. Στην κατάργηση της έννοιας της εξατομίκευσης της μεταχείρισηςκαι όλων των συναφών θεσμών που δημιουργούν διακρίσεις και ανισότητες, ενόψει μιας δήθεν προσαρμογής της ποινής στις ανάγκες βελτίωσης του κρατούμενου.
2. Στην ταξινόμηση των κρατουμένων κατά ομοειδείς κατηγορίες, όχι στο πλαίσιο της ίδιας φυλακής, αλλά με κατανομή των κατηγοριών αυτών σε διαφορετικό για κάθε μία κατάστημα. Με αυτόν τον τρόπο θα πάψουν να στοιβάζονται στα ίδια σωφρονιστικά καταστήματα οι υπόδικοι με τους κατάδικους, οι χρήστες με τους εμπόρους ναρκωτικών και οι ισοβίτες με τους κρατούμενους για πλημμελή εκπλήρωση συμβατικών υποχρεώσεων.
3. Στη μετατροπή της φυλακής από τόπο στέρησης της ελευθερίας σε τόπο ελεγχόμενης ελευθερίας, έτσι ώστε να μπορεί ο κρατούμενος να ασκείται στον ελεύθερο τρόπο ζωής και να μην αποκόπτεται οριστικά και αμετάκλητα από την κοινωνία.
4. Στην καθιέρωση της σωφρονιστικής νομιμότητας, με σαφή αναγνώριση στους κρατούμενους όλων των συνταγματικών τους δικαιωμάτων και ελευθεριών, πλην αυτών που η άσκησή τους δε συμβιβάζεται με το καθεστώς του κρατούμενου.
5. Στην εξασφάλιση εργασίας σε όλουςκαι την υπαγωγή του εργαζόμενου κρατούμενου και της οικογένειάς του στο σύστημα κοινωνικών ασφαλίσεων, υπό τους όρους που ισχύουν για κάθε εργαζόμενο.
6. Στη μεταβολή της λειτουργικής αποστολής του προσωπικού της φυλακήςαπό τον ενεργητικό ρόλο του αναμορφωτή προσωπικοτήτων, σε έναν πιο παθητικό ρόλο που θα συνίσταται στο να διευθετεί και να οργανώνει μέσα στη φυλακή τις απαραίτητες συνθήκες που θα επιτρέπουν τη διείσδυση μέσα σ’ αυτή και τη δράση πάνω στους τροφίμους της των μηχανισμών κοινωνικοποίησης.
Προκειμένου να επιτευχθεί ο στόχος της ομαλής επανένταξης των αποφυλακιζομένων στην κοινωνία, κρίνεται απαραίτητη η ενεργοποίηση των -ανενεργών μέχρι σήμερα- διατάξεων του Σωφρονιστικού μας Κώδικα περί επιτροπών κοινωνικής υποστήριξης αποφυλακιζομένων (άρθρο 81), ημιελεύθερης διαβίωσης κρατουμένων (άρθρο 59), οργάνωσης εργασίας έξω από τα καταστήματα κράτησης (άρθρο 42), τμηματικής έκτισης των ποινών (άρθρο 63) και παροχής κοινωφελούς εργασίας (άρθρο 64).
Με τις παραπάνω αλλαγές, αν οι φυλακές δε γίνουν κοινωνικά ωφέλιμες, τουλάχιστον θα πάψουν να είναι βλαπτικέςστην έκταση που ήταν μέχρι σήμερα.
*Ο κ. Άγγελος Τσιγκρής έχει διατελέσει εκπρόσωπος της Ελλάδας στο Δίκτυο Πρόληψης της Εγκληματικότητας της ΕΕ και στη Μόνιμη Αντιπροσωπεία του ΟΗΕ για την Πρόληψη του Εγκλήματος και την Ποινική Δικαιοσύνη
ΑΠΟ ΤΟ ΒΗΜΑ

Αθήνα
ΑΠΟ ΤΟ ΒΗΜΑ

Λονδίνο
Το καλοκαίρι του 1961 στην Νότια Καλιφόρνια χιλιάδες γλάροι άρχισαν να αυτοκτονούν μαζικά πέφτοντας με ταχύτητα κυρίως πάνω σε κατοικίες. Το συμβάν που αποτελούσε μέχρι σήμερα μυστήριο αποτέλεσε μια από τις πηγές έμπνευσης του Άλφρεντ Χίτσκοκ στη θρυλική ταινία «Τα Πουλιά». Αμερικανοί ερευνητές υποστηρίζουν ότι βρήκαν την απάντηση και αναφέρουν ότι αιτία αυτής της συμπεριφοράς των πτηνών ήταν μαζική τροφική δηλητηρίαση.
Το «τοξικό» γεύμα
«Τα Πουλιά» έκαναν την εμφάνιση τους στις αίθουσες το 1963 και επισήμως η ταινία βασίζεται σε μια νουβέλα της Δάφνης ντε Μουριέ. Εντούτοις θεωρείται δεδομένο ότι το συμβάν με τους γλάρους αποτέλεσε βασική πηγή έμπνευσης του Χίτσκοκ. Ομάδα θαλάσσιων βιολόγων του Πολιτειακού Πανεπιστημίου της Λουιζιάνα αποφάσισαν να εξετάσουν εκ νέου τα πτηνά-καμικάζι και ορισμένα άλλα είδη (π.χ θαλάσσιες χελώνες) που είχαν πεθάνει εκείνη την περίοδο στην επίμαχη περιοχή . Όπως αναφέρουν εντόπισαν στο στομάχι τους ίχνη μιας ισχυρής νευροτοξίνης και κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η συμπεριφορά των γλάρων ήταν αποτέλεσμα τροφικής δηλητηρίασης.
Η νευροτοξίνη
Οι ερευνητές εντόπισαν την παρουσία δομοϊκού οξέος, μιας ισχυρής νευροτοξίνης που προκαλεί πολύ σοβαρές παρενέργειες στον οργανισμό. Πρόκειται για ένα ετεροκυκλικό αμινοξύ που πήρε το όνομα του από ένα κόκκινο φύκος που είναι γνωστό με την ιαπωνική του ονομασία, «domoi». Το δομοϊκό οξύ μπορεί να προκαλέσει εγκεφαλικές βλάβες που οδηγούν τελικά στον θάνατο. Ανάμεσα στις παρενέργειες του είναι ότι προκαλεί σύγχυση κάτι που πιθανώς έπαθαν οι γλάροι και άρχισαν να πέφτουν πάνω στα σπίτια.
Οι ερευνητές εικάζουν ότι η νευροτοξίνη εισήλθε στον οργανισμό των γλάρων από την κατανάλωση αντσούγιων και καλαμαριών. Το δομοϊκό οξύ εντοπίζεται στο 79% του πλαγκτόν που καταναλώνουν οι αντσούγιες και τα καλαμάρια. Σύμφωνα με τους ειδικούς όταν υπάρχει μεγάλη συγκέντρωση της τοξίνης στα είδη που τρέφονται με το φύκος υπάρχει πιθανότητα να δηλητηριαστούν οι θηρευτές τους. Η έρευνα δημοσιεύεται στην επιθεώρηση Nature Geoscience.
AΠΟ ΤΟ ΒΗΜΑ
Το 45 π.Χ., γιορτάστηκε για πρώτη φορά στην παγκόσμια Ιστορία η 1η Ιανουαρίου σαν η πρώτη ημέρα του νέου έτους, καθώς το ιουλιανό ημερολόγιο άρχισε να εφαρμόζεται.
Λίγο αφότου έγινε ρωμαικός αυτοκράτορας, ο Ιούλιος Καίσαρας αποφάσισε ότι το παραδοσιακό ρωμαϊκό ημερολόγιο χρειαζόταν άμεσα ριζικές αλλαγές. Εισαγμένο γύρω στον έβδομο αιώνα π.Χ., το ρωμαϊκό ημερολόγιο προσπαθούσε να ακολουθήσει το σεληνιακό κύκλο, αλλά συχνά δεν κατάφερνε και τόσο καλά.
Επιπλέον, το ρωμαϊκό σώμα υπεύθυνο για την επιτήρηση του ημερολογίου (pontifex), συχνά έκαναν δεν έκαναν καλή χρήση της εξουσίας τους, προσθέτοντας μέρες στην αρχή του έτους προκειμένου να επεκτείνουν πολιτικούς όρους ή να παρεμποδίσουν εκλογές. Στο σχεδιασμό του νέου ημερολογίου, ο Καίσαρας ζήτησε την ενίσχυση ενός Αστρονόμου από την Αλεξάνδρεια, του Sosigenes.Αυτός τον συμβούλεψε να απομακρυνθεί εξ ολοκλήρου από την ιδέα της παρακολούθησης του σεληνιακού κύκλου και να ακολουθήσει το ηλιακό έτος, όπως οι Αιγύπτιοι.
Μ’ αυτό τον τρόπο, το έτος υπολογίστηκε ότι αποτελείται από 365 και 1/4 ημέρες. Από την πλευρά του, ο Καίσαρας πρόσθεσε 67 ημέρες στο 45 π.Χ., κάνοντας έτσι το 46 π.Χ. να αρχίσεί την 1η Ιανουαρίου και όχι το Μάρτιο.
Επίσης, καθιέρωσε την επιπλέον μέρα στο τέλος του Φεβρουαρίου κάθε τέσσερα χρόνια, κρατώντας έτσι θεωρητικά το ημερολόγιό του από να πέσει έξω. Λίγο πριν η δολοφονία του το 44 π.Χ., άλλαξε το όνομα του μήνα Quintilis σε Julius (Ιούλιος) από το όνομά του.
Αργότερα, ο μήνας Sextilis μετονομάστηκε Augustus (Αύγουστος) από το όνομα του διαδόχου του.Κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα, ο εορτασμός της Πρωτοχρονιάς την 1/1 δεν συνηθιζόταν (στην πράξη), ούτε καν από αυτούς που έμειναν αυστηρά πιστοί στο Ιουλιανό ημερολόγιο.
Ο λόγος για αυτό είναι ότι ο Καίσαρας και ο Sosigenes απέτυχαν να υπολογίσουν σωστά το ηλιακό έτος ως 365.242199 ημέρες, όχι 365.25 ημέρες.Το αποτέλεσμα ήταν να προστίθενται 11 λεπτά σε κάθε έτος, ποσό που συγκεντρωμένο το έτος 1000 μ.Χ. έφτασε τις 7 μέρες και μέχρι το μεσαίωνα είχε αγγίξει τις 10 (15ος αιώνας).
Η ρωμαϊκή εκκλησία ενημερώθηκε για αυτό το πρόβλημα, και το 1570 ο παπάς Γρηγόριος ΧΙΙΙ ανάθεσε στον Ιησουΐτη αστρονόμο Christopher Clavius να κατασκευάσει ένα νέο ημερολόγιο. Το 1582, το Γρηγοριανό ημερολόγιο εφαρμόστηκε, παραλείποντας 10 ημέρες για εκείνο το έτος.
Από τότε, οι άνθρωποι σε όλο τον κόσμο έχουν επιλέξει την 1η Ιανουαρίου για να γιορτάσουν την ακριβή άφιξη του νέου έτους
Από periergaa
Πρωτοχρονιά, πρώτη γιορτή του έτους, πρώτη μέρα της νέας χρονιάς, που μέσα από τις ευχές που ανταλλάσσουμε και τα έθιμα που τηρούμε, προσπαθούμε να εξευμενίσουμε και να κερδίσουμε την καλή τύχη, την καλή υγεία και την ευημερία. Ας δούμε τα έθιμα της Πρωτοχρονιάς και πώς τα τηρούν σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας. Ανήμερα της Πρωτοχρονιάς γιορτάζεται η μνήμη του Αγίου Βασιλείου, που είναι ένας από τους μεγαλύτερους πατέρες της εκκλησίας. Για το λαό, ο Άγιος Βασίλης αντιπροσωπεύει το πνεύμα του καινούργιου χρόνου.
Ο Άγιος Βασίλης και η Βασιλόπιτα
Πρέπει να αναφέρουμε ότι για τους Έλληνες, ο Άγιος Βασίλης ή (Άγιος Βασίλειος Καισαρείας), από θρησκευτική άποψη δεν είναι ο ίδιος με το «δυτικό» Αϊ Βασίλη, τον καλοσυνάτο γέρο με τη λευκή γενειάδα και τα κόκκινα ρούχα, που φέρνει δώρα στα παιδιά. Οι ελληνικές παραδόσεις τον θέλουν ως ζευγολάτη που γυρίζει και ευλογεί τα χωράφια ή ως οδοιπόρο ή μάντη.
Μία παράδοση της Κωνσταντινούπολης λέει τα εξής: Όταν ο άγιος Βασίλειος ήταν Επίσκοπος στην Καισαρεία, ο Έπαρχος της Καππαδοκίας πήγε με σκληρές διαθέσεις να εισπράξει φόρους.
Οι κάτοικοι φοβισμένοι ζήτησαν την προστασία του ποιμενάρχη τους. «Σας ζητάω αμέσως, τους είπε εκείνος, να μου φέρει ο καθένας ό,τι πολύτιμο αντικείμενο έχει».
Μάζεψαν πολλά δώρα και βγήκαν μαζί με το Δεσπότη τους οι κάτοικοι της Καισαρείας να προϋπαντήσουν τον Έπαρχο. Ήταν όμως τέτοια η εμφάνιση και η πειθώ του Μεγάλου Βασιλείου, που ο Έπαρχος καταπραΰνθηκε χωρίς να θελήσει να πάρει τα δώρα. Γύρισαν πίσω χαρούμενοι κι ο άγιος Βασίλειος πήρε να τους ξαναδώσει τα πολύτιμα αντικείμενά τους. Ο χωρισμός όμως ήταν δύσκολος γιατί είχαν προσφέρει πολλά όμοια αντικείμενα, δηλαδή δαχτυλίδια, νομίσματα κ.ά.
Ο Βασίλειος τότε σκέφθηκε ένα θαυματουργό τρόπο: Διέταξε να κατασκευασθούν το απόγευμα του Σαββάτου μικρές πίτες και μέσα σε καθεμιά τοποθέτησε από ένα χρυσό νόμισμα ή κόσμημα. Την επόμενη μέρα έδωσε από μία σε κάθε Χριστιανό. Και τότε έγινε το θαύμα! Μέσα στην πίτα του βρήκε ο καθένας ό,τι είχε προσφέρει!
Από τότε, λέει η παράδοση, κάθε χρόνο, στη γιορτή του αγίου Βασιλείου, κάνουμε κι εμείς πίτες και βάζουμε μέσα νομίσματα.
Η Βασιλόπιτα με το Φλουρί
Το κόψιμο της βασιλόπιτας είναι από τα ελάχιστα αρχέγονα έθιμα που επιβιώνουν. Στα Κρόνια (εορτή του θεού Κρόνου, που λατρεύονταν στην Ελλάδα και στα Σατουρνάλια -saturnalia) της Ρώμης, έφτιαχναν γλυκά και πίττες, μέσα στα οποία έβαζαν νομίσματα και σε όποιον τύχαινε το κομμάτι, ήταν ο τυχερός της παρέας…
Η ορθόδοξη παράδοση συνέδεσε το ίδιο έθιμο με τη Βασιλόπιτα. Έτσι την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, με την αλλαγή του χρόνου, κόβεται η βασιλόπιτα. Όταν έρθει η ώρα για το κόψιμο της πίτα. Εκείνος στον οποίο θα «πέσει» το φλουρί θεωρείται τυχερός και ευνοούμενος.
Η βασιλόπιτα συναντάται σε αρκετές παραλλαγές, κυρίως στον τρόπο παρασκευής. Την ώρα κοπής συγκεντρώνεται όλη η οικογένεια.
Ο αρχηγός της οικογένειας αρχίζει με επισημότητα το κόψιμο της πίτας. Πρώτο κομμάτι του Χριστού, μετά του σπιτιού, κι ύστερα των παρευρισκόμενων.
Το σπάσιμο του ροδιού στην Πελοπόννησο
Σύμφωνα με το έθιμο, την ώρα που αλλάζει ο χρόνος ένα ρόδι πρέπει να πεταχτεί στην εξώπορτα του σπιτιού με σκοπό να σπάσει σε πολλά κομμάτια.
Ως σύμβολο γονιμότητας, αφθονίας και καλοτυχίας, το ρόδι σπάει στην πόρτα του σπιτιού ώστε να τα φέρει όλα δεξιά και καλότυχα.
Παραλλαγή του εθίμου: Το πρωί της Πρωτοχρονιάς η οικογένεια πηγαίνει στην εκκλησία και ο νοικοκύρης κρατάει στην τσέπη του ένα ρόδι για να το λειτουργήσει.
Γυρνώντας σπίτι, πρέπει να χτυπήσει το κουδούνι της εξώπορτας -δεν κάνει να ανοίξει ο ίδιος με το κλειδί του- και έτσι να είναι ο πρώτος που θα μπει στο σπίτι, για να κάνει το καλό ποδαρικό με το ρόδι στο χέρι.
Μπαίνοντας μέσα, με το δεξί, σπάει το ρόδι πίσω από την εξώπορτα, το ρίχνει δηλαδή κάτω με δύναμη, για να σπάσει και να πεταχτούν οι ρώγες του παντού, και ταυτόχρονα λέει: «Με υγεία, ευτυχία και χαρά το νέο έτος κι όσες ρώγες έχει το ρόδι τόσες λίρες να έχει η τσέπη μας όλη τη χρονιά».
Τα παιδιά μαζεμένα γύρω γύρω κοιτάζουν αν οι ρώγες είναι τραγανές και κατακόκκινες. Όσο γερές κι όμορφες είναι οι ρώγες τόσο χαρούμενες κι ευλογημένες θα είναι οι μέρες που φέρνει μαζί του ο νέος χρόνος.
Το γεύμα της παραμονής
Είναι ένα έθιμο που διατηρείται μέχρι και σήμερα, έχοντας πάρει όμως έναν πιο κοσμικό χαρακτήρα. Στην παλιά Αθήνα περίμεναν τον Αϊ-Βασίλη από το βράδυ της παραμονής με ορθάνοιχτες τις πόρτες των σπιτιών τους.
Επειδή όμως θα ήταν κουρασμένος και πεινασμένος από το μακρινό ταξίδι του, έστρωναν το πιο πλούσιο τραπέζι τους με τα πιο εκλεκτά εδέσματα για να τον φιλοξενήσουν. Τα μεσάνυχτα έσβηναν τις λάμπες τους κι έδιωχναν με γιουχαΐσματα τον παλιό χρόνο, πετώντας πίσω του ένα παλιοπάπουτσο.
Στις μέρες μας το έθιμο στις πόλεις τηρείται κάπως απλοποιημένο (πάντα στρώνεται το βράδυ της παραμονής το πιο πλούσιο τραπέζι της χρονιάς και σβήνουμε τα φώτα προκειμένου να υποδεχτούμε το νέο χρόνο), ενώ στην επαρχία ακολουθούν πιο πιστά το έθιμο.
Το Ποδαρικό
Πολλοί άνθρωποι είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί ακόμα και σήμερα ποιος θα κάνει ποδαρικό στο σπίτι τους, δηλαδή ποιος θα μπει πρώτος στο σπίτι τους τον καινούριο χρόνο.
‘Έτσι, από την παραμονή λένε σε κάποιο δικό τους άνθρωπο, που τον θεωρούν καλότυχο και γουρλή, να έρθει την Πρωτοχρονιά να τους κάνει ποδαρικό. Πολλές φορές προτιμούν ένα μικρό παιδί για να κάνει ποδαρικό, γιατί τα παιδιά είναι αθώα και στην καρδιά τους δεν υπάρχει η ζήλια και η κακία.
Η Καλή Χέρα
Συνηθίζεται να δίνεται ένα χρηματικό ποσό σαν δώρο σε παιδιά που θα επισκεφτούν κάποιο σπίτι την Πρωτοχρονιά. Συνήθως πρόκειται για τα εγγόνια ή τα ανίψια.
Μερικές δεκαετίες παλιότερα, η «καλή χέρα» ήταν το μόνο δώρο που έπαιρναν τα παιδιά την Πρωτοχρονιά και σε πολλές περιπτώσεις ήταν απλά ένα κέρασμα μια κι ούτε χρήματα υπήρχαν πολλά, αλλά ούτε μαγαζιά με παιγνίδια.
Κρεμμύδα για Γούρι
Πρόκειται για αρχαίο έθιμο καλοτυχίας που αναφέρεται ήδη από τον 6 ο αιώνα π.Χ., αλλά σήμερα τείνει να εγκαταλειφθεί.
Το σκυλοκρέμμυδο ή κρεμμύδα (Scilla maritima) είναι συνηθισμένο φυτό στην Κρήτη.
Φυτρώνει άγριο και μοιάζει με μεγάλο κρεμμύδι. Ακόμα και να το βγάλεις απ’ τη γη και να το κρεμάσεις, δεν παύει να βγάζει νέα φύλλα και άνθη.
Ο λαός πιστεύει ότι αυτή τη μεγάλη ζωτική του δύναμη μπορεί να τη μεταδώσει σε έμψυχα και άψυχα, γι’ αυτό την Πρωτοχρονιά κρεμούν σκυλοκρέμμυδο στα σπίτια τους.
Οι καλικάτζαροι
Το Δωδεκαήμερο βαστάει από τις 25 Δεκεμβρίου , ημέρα των Χριστουγέννων, μέχρι τις 5 Ιανουαρίου, παραμονή των Φώτων.
Λέγανε οι γιαγιάδες τα παλιά χρόνια στα εγγονάκια τους για να κάθονταν ήσυχα ότι κάθε νύχτα του Δωδεκαήμερου στους δρόμους του χωριού και στα χαλάσματα κυκλοφορούσαν οι Καλικάντζαροι.
Μα τι ήταν αυτοί οι καλικάντζαροι;
Είναι αερικά, λέγανε οι γιαγιάδες πιο παλιά. Ο λαός μας τους βλέπει σαν κάτι μαυριδερά, ψηλά και ξερακιανά όντα που χορεύουνε και σαλταπηδούνε. Όλο το χρόνο βρίσκονται κάτω από τη Γη, στον κάτω κόσμο και ζηλεύουνε τον απάνω κόσμο.
Όλο το χρόνο βρίσκονταν κάτω από τη γη, στον κάτω κόσμο και ζήλευαν τον απάνω κόσμο. Γι΄ αυτό λοιπόν, άλλοι με πριόνια, άλλοι με τσεκούρια κι άλλοι με μπαλντάδες έβαζαν όλη τη δύναμή τους να κόψουν τους στύλους, που πάνω σε αυτή στηριζόταν η γη και να την κάνουνε να βουλιάξει.
Όταν έφτανε το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων, από φόβο μη βουλιάξει η γη και τους πλακώσει, έφευγαν κι ανέβαιναν στον απάνω κόσμο, στη γη, για να τυραννήσουν τους ανθρώπους που θα έβρισκαν μπροστά τους.
Έτσι λοιπόν οι καλικάντζαροι το Δωδεκαήμερο γύριζαν στους δρόμους , ανέβαιναν στα κεραμίδια και καμιά φορά, όπως λέγανε, έμπαιναν από την καμινάδα του τζακιού σε σπίτια που δεν τα είχαν θυμιατίσει οι νοικοκυραίοι τους.
Γι’ αυτό, για καλό και για κακό, εκείνες τις ημέρες φροντίζανε να φράζουν τις τρύπες των τζακιών με πανιά. Ακόμα καίγανε λιβάνι σε θυμιατό κοντά στο τζάκι, γιατί οι καλικάντζαροι δεν άντεχαν αυτή τη μυρωδιά.
Τα καρκατζόλια στα χωριά της Έξω Μάνης
«Τις λιγοστές ώρες που μέναμε το βράδυ στο μαγειρειό, κοντά στην αναμμένη φωτογονία, πνιγμένοι στον καπνό, ακούγαμε τις κυράδες μας, να μας λένε για τα καρκατζόλια (καλικαντζάρους), που ήταν λέει κάτι μαγαρισμένα δαιμονικά.
Όλο το χρόνο ζούσαν κάτω από τη Γη και προσπαθούσαν να κόψουν το τεράστιο δέντρο που την κράταγε με όλες τις πολιτείες και τα Χωριά της. Ήθελαν να την δουν να γκρεμίζεται στο χάος και να γελάνε.
Παραμονές όμως Χριστουγέννων άφηναν το κόψιμο του δέντρου και ανέβαιναν πάνω στη Γη, για να πειράξουν τους ανθρώπους, γιορτές μέρες που έρχονταν, μαγαρίζοντας τα φαγητά και τα γλυκά τους.
Έμεναν μέχρι την Πρωτάγιαση, που αγιάζονταν τα νερά. Τότε έλεγαν γεμάτα τρόμο: «Φύγετε να φύγουμε, γιατί έρχετ’ ο τουρλόπαπας με την αγιαστούρα του και με τη βρεχτούρα του», και έφευγαν.
Στο μεταξύ το μισοκομμένο δέντρο είχε θρέψει, και οι κουτούτσικοι καλικάντζαροι πολέμαγαν πάλι από την αρχή και πάλι το άφηναν μισοκομμένο τα ερχόμενα Χριστούγεννα. Έτσι η γη έμενε και θα μένει στη θέση της.»
Επτάνησα
Στα όμορφα Επτάνησα, ανάμεσα στο Ιόνιο πέλαγος και την Αδριατική θάλασσα, οι άνθρωποι χαίρονται με ξεχωριστό τρόπο τις ημέρες του Δωδεκαημέρου. Οι άνθρωποι γιορτάζουν πηγαίνοντας στην εκκλησία, τρώγοντας, πίνοντας, τραγουδώντας αλλά και κάνοντας αστεία ο ένας στον άλλο.
Οι Κολώνιες
Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς το βράδυ οι κάτοικοι της πόλης γεμάτοι χαρά για τον ερχομό του Νέου Χρόνου κατεβαίνουν στο δρόμο κρατώντας μπουκάλια με κολώνια και ραίνουν ο ένας τον άλλο τραγουδώντας:
Ήρθαμε με ρόδα και με ανθούς
να σας ειπούμε Χρόνους Πολλούς.
Και η τελευταία ευχή του χρόνου που ανταλλάσσουν είναι «Καλή Αποκοπή» δηλαδή «με το καλό να αποχωριστούμε τον παλιό το χρόνο».
«Πάλιν ακούσατε άρχοντες
πάλι να σας ειπούμε
Ότι και αύριο εστί
ανάγκη να χαρούμε
και να πανηγυρίζομεν
περιτομήν Κυρίου,
την εορτήν του Μάκαρος
Μεγάλου Βασιλείου».
Από το βιβλίο της Αγγελικής Θ. Μαστρομιχαλάκη, Χριστούγεννα, Πρωτοχρονιά, Φώτα
Αγιοβασιλίτσα (ασκυνοκάρα)
Την Παραμονή της πρωτοχρονιάς οι Κεφαλλονίτες ψάχνουν στους αγρούς για αγιοβασιλίτσες ή ασκυνοκάρες όπως τις λένε- και τις φυλάνε όλο το χρόνο σπίτι τους για προστασία, υγεία και καλή τύχη.
Αθήνα
«Οι παλιοί Αθηναίοι περίμεναν τον Αϊ Βασίλη από το βράδυ της παραμονής με ολάνοιχτες τις πόρτες των σπιτιών τους και επειδή σύμφωνα με την παράδοση, θα ήταν… κουρασμένος και πεινασμένος από το μακρινό ταξίδι του, έστρωναν ένα μεγάλο τραπέζι και το φόρτωναν με τα πιο εκλεκτά γλυκίσματα και φαγητά για να τον φιλοξενήσουν… γύρω από το τραπέζι αυτό μαζευόταν το βράδυ της παραμονής όλη η οικογένεια και περίμενε για ν΄ αρχίσει το φαγοπότι. ….. Τα μεσάνυχτα έσβηναν τις λάμπες τους κι έδιωχναν με γιουχαϊσματα τον παλιό χρόνο, πετώντας πίσω του(!) στο δρόμο ένα παλιοπάπουτσο. » [Μιχ. Κ. Τσώλης, Γιορτές της Ρωμηοσύνης]
Τα παιδιά κρεμούν, την παραμονή της πρωτοχρονιάς, τα παπούτσια και τις κάλτσες τους στα παράθυρα ή στο τζάκι περιμένοντας να περάσει ο Αϊ Βασίλης να τα γεμίσει δώρα.
Κυκλάδες
Στις Κυκλάδες θεωρούν καλό οιωνό να φυσάει βοριάς την πρωτοχρονιά. Επίσης θεωρούν καλό σημάδι αν έρθει στην αυλή τους περιστέρι τη μέρα αυτή. Αν όμως πετάξει πάνω από το σπιτικό τους κοράκι τους βάζει σε σκέψεις μελαγχολικές ότι τάχα τους περιμένουν συμφορές…
Σε μερικά χωριά όταν πλένονται το πρωί της Πρωτοχρονιάς αγγίζουν το πρόσωπό τους μ΄ ένα κομμάτι σίδερο, για να είναι όλο το χρόνο… «σιδερένιοι».
Με την Πρωτοχρονιά είναι συνδεδεμένες και πολλές προλήψεις. Τη μέρα αυτή αποφεύγουν να πληρώνουν χρέος, να δανείσουν λεφτά, να δουλέψουν ή να δώσουν φωτιά. Όλα αυτά ξεκινούν από την προληπτική σκέψη: ό,τι κάνει και πάθει κανείς αυτή τη μέρα θα εξακολουθεί να συμβαίνει όλο το χρόνο !
Πυροτεχνήματα την Πρωτοχρονιά
Τα τελευταία χρόνια έχουν καθιερωθεί τα πυροτεχνήματα στις κεντρικές πλατείες των πόλεων. Είναι με ευθύνη και διοργάνωση των δημοτικών αρχών που επίσης φροντίζουν για τον γιορταστικό στολισμό των πόλεων, αλλά και τη διοργάνωση μουσικών εκδηλώσεων για την παραμονή της Πρωτοχρονιάς.
Στο βιβλίο του Μουσικοφιλία ο Όλιβερ Σακς, εξετάζει την επίδραση που έχει η μουσική στα συναισθήματα του ανθρώπου, αλλά και την επιδραση που έχει σε ανθρωπους με διάφορες παθήσεις.
Με τη χαρακτηριστική του ευρυμάθεια και τη συμπόνια, ο Όλιβερ Σακς, τον οποίο οι New York Times αποκάλεσαν «δαφνοστεφή ποιητή της ιατρικής», ανακαλύπτει το χώρο που καταλαμβάνει η μουσική στον ανθρώπινο εγκέφαλο και τον τρόπο που επηρεάζει την ανθρώπινη συμπεριφορά. Στη Μουσικοφιλία εξετάζει τη δυναμική της μουσικής μέσω των μεμονωμένων εμπειριών από ασθενείς, μουσικούς και καθημερινούς ανθρώπους. Ανάμεσά τους είναι: ένας χειρουργός που χτυπήθηκε από κεραυνό και έπαθε εμμονή με το Σοπέν∙ άνθρωποι με «αμουσία», για τους οποίους μια συμφωνική ορχήστρα δεν έχει διαφορά στο άκουσμα από την κλαγγή των όπλων∙ και ένας άντρας που η μνήμη του διαρκεί μόλις επτά δευτερόλεπτα – για οτιδήποτε άλλο εκτός από τη μουσική. Ο δρ Σακς περιγράφει πώς η μουσική ενεργοποιεί ανθρώπους με τη νόσο του Πάρκινσον, που διαφορετικά δεν μπορούν να μιλήσουν, και πώς οδηγεί στην ηρεμία και τη συγκέντρωση ανθρώπους που είναι βαθιά αποπροσανατολισμένοι από Αλτσχάιμερ ή σχιζοφρένεια.
Η μουσική μπορεί να μας προκαλέσει τα υψηλότερα ή τα πιο βαθιά συναισθήματα – μπορεί να αποδειχθεί όμως και φάρμακο. Ο Όλιβερ Σακς μας εξηγεί το λόγο.
Ο Σακς ξεδιπλώνει τη μία γοητευτική ιστορία μετά την άλλη, για να μας δείξει τι συμβαίνει όταν συνδυάζονται η μουσική και ο εγκέφαλος.
από camerastylo online
Οι ερευνητές του Κέντρου Διαστημικών Πτήσεων Goddard της Αμερικανικής Διαστημικής Υπηρεσίας (NASA) και του Ινστιτούτου Γεωεπιστημών του Εβραϊκού Πανεπιστημίου της Ιερουσαλήμ, με επικεφαλής τους Τόμας Μπελ και Ντανιέλ Ρόζενφελντ, που δημοσίευσαν τη σχετική μελέτη στο περιοδικό της Αμερικανικής Γεωφυσικής Ένωσης “Journal of Geophysical Research”, σύμφωνα με τη βρετανική ”Ντέιλι Μέιλ”, κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι τα περιστατικά ιδιαίτερα κακού καιρού, με καταιγίδες, θύελλες, χαλάζι κλπ., είναι πολύ συχνότερα μεσοβδόμαδα παρά τα Σαββατοκύριακα, ιδιαίτερα κατά τα καλοκαίρια.
Όπως εκτιμούν, υπάρχουν κατά μέσο όρο 20% περισσότερα συμβάντα πολύ άσχημου καιρού κατά τις εργάσιμες μέρες και 20% λιγότερα τα Σαββατοκύριακα. Το φαινόμενο αποδίδεται στις επιπτώσεις που έχουν οι ανθρώπινες δραστηριότητες -και οι σχετικές απελευθερώσεις χημικών ουσιών στην ατμόσφαιρα- όταν οι άνθρωποι δουλεύουν, ενώ όταν κατά τις αργίες μειώνονται αισθητά οι ανθρωπογενείς εκπομπές αερίων και άλλων αερομεταφερόμενων σωματιδίων, π.χ. από τις εξατμίσεις των οχημάτων, τότε χαλάει σπανιότερα ο καιρός.
Η έρευνα δείχνει ότι το φαινόμενο δεν εμφανίζεται εξίσου σε όλες τις περιοχές (π.χ. είναι αισθητό στην ανατολική ακτή των ΗΠΑ, αλλά όχι στη δυτική) και οι αμερικανοί ερευνητές εκτιμούν ότι το πρόβλημα του κακού καιρού εντείνεται στο βαθμό που οι τοπικές κλιματολογικές συνθήκες ευνοούν την αύξηση της υγρασίας στην ατμόσφαιρα εξαιτίας της απελευθέρωσης των αερίων και σωματιδίων που ”γεννούν” οι άνθρωποι κατά τις μέρες που εργάζονται.
Η νέα μελέτη έρχεται σε αντίθεση με μια παλαιότερη γερμανική, του 2007, η οποία είχε καταλήξει στο ακριβώς αντίθετο συμπέρασμα. Τότε οι επιστήμονες του Ινστιτούτου Μετεωρολογίας και Κλιματικής Έρευνας της Καρλσρούης είχαν συμπεράνει ότι τα Σαββατοκύριακα είναι γενικά πιο βροχερά λόγω μεγαλύτερης υγρασίας σε σχέση με τις εργάσιμες μέρες της εβδομάδας.
Είχαν διαπιστώσει στατιστικά ότι στις αργίες του έτους μαζεύονται συχνότερα τα σύννεφα και βρέχει περισσότερο, ενώ ο καιρός τείνει να βελτιώνεται από τη Δευτέρα, όταν ο κόσμος επιστρέφει στις δουλειές του. Αναλύοντας 14 έτη μετεωρολογικών δεδομένων, σύμφωνα με τη βρετανική ”Τέλεγκραφ”, είχαν συμπεράνει ότι τα Σαββατοκύριακα, κατά μέσο όρο, ο καιρός είναι πιο κρύος, υγρός και με λιγότερα διαστήματα ηλιοφάνειας. Είχαν ακόμα βρει ότι η Δευτέρα και η Τρίτη είναι οι πιο ηλιόλουστες μέρες, ενώ το Σάββατο ή πιο υγρή και συννεφιασμένη. Επίσης είχαν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι τα Σαββατοκύριακα η μέση θερμοκρασία είναι κατά 0,2 βαθμούς Κελσίου χαμηλότερη από ό,τι μεσοβδόμαδα, ενώ τα Σαββατοκύριακα υπάρχουν κατά μέσο όρο 15 λιγότερα λεπτά ηλιοφάνειας σε σχέση με τις εργάσιμες μέρες.
Οι γερμανοί επιστήμονες είχαν ανακαλύψει, με στατιστική ανάλυση, ότι το φαινόμενο ισχύει κυρίως στις βιομηχανικά ανεπτυγμένες περιοχές και το είχαν αποδώσει και αυτοί, όπως πιο πρόσφατα οι αμερικανοί ερευνητές της NASA, στην ανθρωπογενή εκπομπή στην ατμόσφαιρα των αερίων και των σωματιδίων από τις βιομηχανίες, τα οχήματα κλπ. Η διαφορά με τις αμερικανικές εκτιμήσεις ήταν ότι, κατά τους γερμανούς, τα σωματίδια αυξάνονται σταδιακά κατά τις εργάσιμες μέρες και μέσα στο Σαββατοκύριακο φθάνουν στο αποκορύφωμά τους, διευκολύνοντας τότε τη δημιουργία νεφών και την επιδείνωση του καιρού.
Έτσι, οι δύο έρευνες, με απόσταση τεσσάρων ετών, συμφωνούν ότι οι ανθρώπινες δραστηριότητες επηρεάζουν τον καιρό και μάλιστα το αποδίδουν στην ίδια αιτία (εκπομπή σωματιδίων στην ατμόσφαιρα και αύξηση της υγρασίας και των νεφών), όμως διαφωνούν όσον αφορά ποιές μέρες την εβδομάδα φθάνει η συγκέντρωση των ανθρωπογενών σωματιδίων στο υψηλότερο επίπεδο και άρα ποιες μέρες, τις εργάσιμες ή τις αργίες, χαλάει ευκολότερα ο καιρός.
Aπό το ΕΘΝΟΣ
Σημαντικό κομμάτι της ιστορίας μας οι παραδόσεις
Ακόμα και σήμερα, κόντρα στους καιρούς κάποιοι κρατάνε ζωντανές τις παραδόσεις και τις μεταφέρουν από γενιά σε γενιά. Τα χριστουγεννιάτικα ήθη και έθιμα θα αναβιώσουν και φέτος σε όλες τις πόλεις και χωριά ανά την Ελλάδα για να υποδεχτούν οι πιστοί τη γέννηση του Θεανθρώπου και την έλευση του νέου χρόνου.
Ας δούμε μερικά από τα ήθη και έθιμα της πατρίδας μας.
Στην Φλώρινα, οι κάτοικοι υποδέχονται τη γέννηση του Χριστού ανάβοντας μεγάλες φωτιές στις 12 τα μεσάνυχτα, που συμβολίζουν τη φωτιά που άναψαν οι ποιμένες της Βηθλεέμ για να ζεσταθεί ο νεογέννητος Χριστός. Φωτιές ανάβουν επίσης και το βράδυ της Πρωτοχρονιάς.
Στην Πέλλα, αναβιώνει το έθιμο της «Κόλιντα Μπάμπω» που έχει σχέση με τη σφαγή του Ηρώδη. Οι κάτοικοι της περιοχής ανάβουν το βράδυ φωτιές φωνάζοντας «κόλιντα μπάμπω» δηλαδή «σφάζουν γιαγιά».
Σύμφωνα με το έθιμο οι φωτιές ανάβουν για να μάθουν οι άνθρωποι για τη σφαγή και να προφυλαχτούν.
Στη Σιάτιστα Κοζάνης, την περίοδο των γιορτών, θα αναβιώσουν «κλαδαριές», τα «κόλιαντα» και τα «μπουμπουσάρια». Οι «κλαδαριές» είναι οι φωτιές που ανάβονται κάθε χρόνο στις 23 Δεκεμβρίου για να ζεστάνουν τον Χριστό.
Τα «κόλιαντα» είναι τα κάλαντα στο τοπικό σιατιστινό ιδίωμα, ενώ την ημέρα των Θεοφανίων αναβιώνουν τα «μπουμπουσάρια», δηλαδή τα καρναβάλια με το καθαρά σιατιστινό Αϊβασιλιάτικο χορό.
Τα Θεοφάνια στη Μακεδονία αναβιώνουν τα έθιμα ραγκουτσάρια στην Καστοριά, φωταράδες στη Χαλκιδική, τζαμαλάρια στην Αρνισσα Πέλλας και προδρομίτες στην Πιερία, συνθέτοντας το «μωσαϊκό» του λαϊκού μας πολιτισμού.
Στη Δυτική Κρήτη σε κάθε γωνιά η παράδοση ζωντανεύει και τα ήθη και τα έθιμα της γιορτής δεν ξεχνιούνται.
Τα παραδοσιακά κάλαντα την παραμονή των Χριστουγέννων φέρνουν στους δρόμους πόρτα – πόρτα τους πιτσιρικάδες, που πριν από χρόνια μπορεί να έπαιρναν από το χέρι του νοικοκύρη και της νοικοκυράς ένα κουραμπιέ ή ένα μελομακάρονο, σήμερα βγαίνουν στους δρόμους να τα πουν για να το χαρτζιλίκι τους.
Ομάδες παιδιών κρατώντας το παραδοσιακό τρίγωνο, την Κρητική λύρα, ή άλλα μουσικά όργανα χτυπούν τις πόρτες από νωρίς το πρωί μέχρι και αργα το βράδυ.
Στις κουζίνες των σπιτιών τα σύγκλινα το χοιρινό τα εντόσθια στο τηγάνι το ζυμωτό ψωμί το βραστό το Κρητικό πιλάφι, «κυριαρχούν» της γαλοπούλας.
Στο τραπέζι τα πατροπαράδοτα μελομακάρονα και κουραμπιέδες που ακόμα και σήμερα πολλές νοικοκυρές εξακολουθούν να παρασκευάζουν στο σπίτι. Επίσης σε πολλά σπίτια συναντά κανείς τα αυγοκαλάμαρα.
Η νηστεία του 40ήμερου τηρείται ακόμα και σήμερα ευλαβικά, ενώ οι εκκλησίες και οι ναοί κατακλύζονται από πιστούς. Στην σπηλιά του Αϊ Γιάννη στην Μαραθοκεφάλα Κισάμου την παραμονή των Χριστουγέννων τελείται Αρχιερατική θεία λειτουργία.
Η αναπαράσταση της φάτνης όπου γεννήθηκε ο Χριστός με πρόβατα, βοσκούς φωτιές σήμαντρα και το αστέρι να λάμπει στην κορυφή της σπηλιάς δίνουν ιδιαίτερο χρώμα. Παλιότερα, από την παραμονή των Χριστουγέννων οι γεωργοί οι βοσκοί και οι ναυτικοί έλεγαν “πώς παλεύγουν οι καιροί, και οι αέρηδες ποιος θα γεννηθεί και ποιος θα βαπτισθεί”.
Οποιος γεννηθεί όποιος δηλαδή υπερισχύσει και βγει νικητής την ημέρα των Χριστουγέννων, αυτός θα υπερισχύσει μέχρι και τα Φώτα αλλά και ολόκληρο τον καινούργιο χρόνο.
Πιο παλιά το βραδύ της παραμονής των Χριστουγέννων έκοβαν κλαδιά και βλαστούς οι νοικοκυρές και τα πήγαιναν στο σπίτι. Τα έβαζαν σε ποτήρι με νερό και περίμεναν να ανθίσουν.
Το προζύμι το Χριστόψωμο είχαν την ξεχωριστή θέση σε κάθε σπίτι, ενώ το «ανάθρεμμα» του χοίρου που σφάζονταν την παραμονή κυριαρχούσε στα περισσότερα χωριά.
Την δεύτερη μέρα των Χριστουγέννων από το κρέας του χοίρου παρασκεύαζαν λουκάνικα, απάκια, πηχτή, σύγκλινο, ομαθιές και τσιγαρίδες.
Το «ακοίμητο» τζάκι με τα μεγάλα κούτσουρα εξακουθεί και τις ημέρες μας να δίνει τον τόνο μιας γιορτής οικογενειακής που όλοι αναζητούν την ευτυχία της γέννησης του νέου χρόνου που έρχεται. Οι παλαιότεροι έλεγαν πώς μέσα από την αθρακιά – την στάχτη- μπορούσαν να μαντέψουν τα μελλούμενα.
Ηράκλειο
Πολλά είναι τα έθιμα των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς στην Ανατολική Κρήτη αρκετά από τα οποία διατηρούνται ακόμη και σήμερα.
Το χριστουγεννιάτικο ψωμί ή Χριστόψωμο το φτιάχνουν οι γυναίκες με ιδιαίτερη φροντίδα και υπομονή.
Όταν πλάσουν το ζυμάρι, παίρνουν τη μισή ζύμη και φτιάχνουν μια κουλούρα, ενώ με την υπόλοιπη φτιάχνουν ένα σταυρό με λωρίδες και τον τοποθετούν πάνω στο ψωμί.
Στο κέντρο βάζουν ένα άσπαστο καρύδι και στην υπόλοιπη επιφάνεια σχεδιάζουν σχήματα με το μαχαίρι ή με το πιρούνι, όπως λουλούδια , φύλλα, καρπούς κά .
Για το χριστουγεννιάτικο τραπέζι, το Χριστόψωμο είναι ευλογημένο ψωμί. Το κόβουν ανήμερα τα Χριστούγεννα, ανταλλάσσοντας ευχές.
Την προπαραμονή των Χριστουγέννων την Ημέρα των Αγίων Δέκα στα χωριά της Ανατολικής Κρήτης έσφαζαν τους χοίρους που είχαν ανατραφεί κυρίως με βελανίδια, χουμά και αποφάγια. Από το σφάξιμο του χοίρου δεν πετούσαν τίποτα.
Από το κρέας παρασκεύαζαν λουκάνικα, ομαθιές, τσιλαδιά με τη χοιροκεφαλή, απάκια από λουρίδες ψαχνού κρέατος καπνισμένες στο τζάκι, σύγκλινα (κομμάτια κρέας μισοβρασμένα και αποθηκευμένα σε κιούπι) μαζί με τη γλίνα (το λίπος) που τα βοηθούσε να διατηρηθούν πολλούς μήνες τα μαγείρευαν με πατάτες.
Επίσης τη γλίνα (το λίπος το χρησιμοποιούσαν ως ..βούτυρο) ενώ έφτιαχναν και ένα γλύκισμα από τον χοίρο την λεγόμενη ξυγκόπιττα.
Η «καλή χέρα» παραμένει ένα από τα έθιμα της Πρωτοχρονιάς οπου συνηθίζεται να δίνεται ένα χρηματικό ποσό σαν δώρο σε παιδιά που θα επισκεφτούν κάποιο σπίτι την Πρωτοχρονιά.
Το έθιμο του ποδαρικού καλά κρατεί, αφού είναι πολλοί αυτοί που ανήμερα της Πρωτοχρονιάς βάζουν στο σπίτι τους μια πέτρα για να είναι γερό, ενώ άλλοι πάλι μεταφέρουν νερό για να τρέχουν τα καλά ολο τον χρόνο σαν το νερό.
Τέλος στο Ηράκλειο υπάρχει και το έθιμο της μπουγάτσας. Οι Ηρακλειώτες πιστοί στις παραδόσεις καταναλώνουν ανήμερα της Πρωτοχρονιάς μεγάλες ποσότητες μπουγάτσας θέλοντας να είναι γλυκιά η πρώτη τους γεύση.
Δωδεκάνησα
Με ιδιαίτερο χρώμα και με διαφορετικά έθιμα από νησί σε νησί και από χωριό σε χωριό γιορτάζονται τα Χριστούγεννα και η Πρωτοχρονιά στα νησιά της Δωδεκανήσου.
Οι προετοιμασίες ξεκινούν από τις προηγούμενες μέρες των Χριστουγέννων και κορυφώνονται την Πρωτοχρονιά και τα Φώτα.
Από τα χαρακτηριστικά των εκδηλώσεων είναι ότι οι κάτοικοι της Δωδεκανήσου 40 ημέρες πριν από τα Χριστούγεννα βρισκόταν σε νηστεία με σκοπό να προετοιμαστούν για τη γέννηση του Χριστού και να απολαύσουν στη συνέχεια το Χριστουγεννιάτικο τραπέζι.
Κύριο φαγητό στα περισσότερα νησιά της Δωδεκανήσου ήταν και σε γενικές γραμμές παραμένει, παράλληλα με τη γαλοπούλα τα τελευταία χρόνια, το ψητό χοιρινό κρέας.
Σε αρκετά χωριά της Ρόδου, το σφάξιμο του χοίρου που μεγάλωναν οι οικογένειες γινόταν σε παρέες και με ειδική ιεροτελεστία. Από τα Χριστουγεννιάτικα φαγητά ήταν επίσης τα παραδοσιακά «γιαπράκια» τα οποία δεν έλειπαν από το τραπέζι.
Σε ότι αφορά τα γλυκά τόσο στη Ρόδο όσο και στα υπόλοιπα νησιά το χαρακτηριστικό είναι οι δίπλες, οι οποίες εξακολουθούν να κατασκευάζονται και σήμερα.
Την Πρωτοχρονιά ένα από τα έθιμα τα οποία και σήμερα διατηρείται είναι το έθιμο της «μπουλουστρίνας». Τα μικρά παιδιά την πρώτη ημέρα του χρόνου επισκέπτονται τους συγγενείς (γιαγιάδες, παππούδες, θείους, νονούς) και παίρνουν από αυτούς χρηματικό ποσό εν είδη δώρου το οποίο ονομάζεται μπουλουστρίνα.
Το έθιμο αυτό διατηρείται μέχρι και τώρα στις περισσότερες περιοχές της Δωδεκανήσου.
Από τα αξιοσημείωτα των ημερών είναι ότι την ημέρα των Χριστουγέννων οι κάτοικοι της Ρόδου συνηθίζουν να πηγαίνουν οικογενειακά στην εκκλησία και αμέσως μετά να επισκέπτονται τους ηλικιωμένους γονείς και παππούδες για τις σχετικές ευχές.
Σάμος
Τις μέρες των Χριστουγέννων φτιάχνουν τα γλυκά για να γλυκάνουν τον νεογέννητο Χριστό ενώ σφάζουν τα χοιρινά για να φτιάξουν την λεγόμενη “πηχτή”, δηλαδή βρασμένο χοιρινό κρέας με λεμόνι που το αφήνουν να πήξει για να το φάνε ανήμερα τα Χριστούγεννα.
Το πρωί της παραμονής των Χριστουγέννων τα παιδιά λένε τα κάλαντα για να πάρουν χρήματα και γλυκίσματα.
Την παραμονή της πρωτοχρονιάς φτιάχνουν τις βασιλόπιττες και ανήμερα βάζουν το ρόδι πίσω από την πόρτα για να το σπάσουν με το ποδαρικό ωστε να είναι γεμάτο ευτυχία το σπίτι όλο το χρόνο όπως είναι γεμάτο και το ρόδι.
Την παραμονή από νωρίς το πρωί τα παιδιά λένε τα κάλαντα ενώ ανήμερα το μεσημέρι πηγαίνουν την “προβέντα” ένα πιάτο με βασιλόπιτα και γλυκά στους γονείς θέλοντας να τους δείξουν την αγάπη τους και την φροντίδα τους ενώ εκείνοι θα τους δώσουν την λεγόμενη “μπουπιστρίνα” δηλαδή χρήματα και γλυκά.
Την παραμονή των Φώτων τα παιδιά βγαίνουν να πουν τα κάλαντα ενώ ανήμερα πάνε όλοι μαζί σε μια Εκκλησία, τον Μητροπολιτικό Ναό (Μονοκκλησιά) και μετά το τέλος της λειτουργίας σχηματίζεται πομπή που φτάνει στο λιμάνι οπου τελείται ο αγιασμός των υδάτων.
Αν και τα έθιμα στη Σάμο αυτές τις μέρες δεν διαφέρουν από τα έθιμα στην υπόλοιπη Ελλάδα ωστόσο πολλά είναι αυτά που τα κρατούν ακόμη οι κάτοικοι, κυρίως στα χωριά.
Γεμάτα με έθιμα είναι τα Χριστούγεννα και η Πρωτοχρονιά στην Ρούμελη. Ξεκινούν από τον τρόπο με τον οποίον θα σφάξουν τα γουρούνια και φτάνουν μέχρι το πάντρεμα της φωτιάς.
Ξεκινούν από τα κάλαντα και φτάνουν μέχρι το βασιλόψωμο. Όμως οι ευχές για μια καλύτερη χρονιά, καλύτερη σοδειά και καλύτερη προκοπή είναι αυτές που κυριαρχούν σε κάθε έκφραση της παράδοσης.
Εκτός από τα κάλαντα που ακούγονται σε κάθε γωνιά της Ρούμελης διατηρούνται ακόμη ορισμένα από τα έθιμα που παραδοσιακά μεταφέρονται από γενεά σε γενεά και δίνουν ένα διαφορετικό χρώμα στις Άγιες τούτες μέρες.
Χοιροσφαγή: Στα ορεινά χωριά της δυτικής Φθιώτιδας είναι απίθανο να μη συναντήσουμε τουλάχιστον ένα χοίρο σε κάθε σπίτι.
Ηταν πάντα θέμα αρχοντιάς, κοινωνικής και οικονομικής επιφάνειας. Η προετοιμασία για τη σφαγή τους ξεκινά πολύ νωρίς αφού οι νοικοκυρές είναι υποχρεωμένες να βρουν πλέον γανωματή για να γανώσουν (να κασιτερώσουν) τα οικιακά σκεύη που είναι αναγκαία για την χοιροσφαγή.
Τώρα όμως τα πράγματα είναι διαφορετικά. Οι παρέες έγιναν μικρότερες και τα πράγματα έχουν περισσότερο απλοποιηθεί.
Η χοιροσφαγή όμως παραμένει ολόκληρη τελετουργία αφού είναι απαραίτητο να υπάρχει φωτιά, κάρβουνο και λιβάνι και την ώρα της σφαγής η νοικοκυρά θα πρέπει να τα ρίξει πάνω στη σφαγή ενώ στο στόμα του χοίρου βάζουν ένα λεμόνι για να μένει ανοιχτό και να αερίζεται.
Όταν τελικά τελειώσουν τους χοίρους, ολόκληρη η γειτονιά ξεκινά ένα γλέντι ενώ την ίδια ώρα οι νοικοκυρές ξεκινούν να φτιάξουν τα λουκάνικα και τις “τσιγαρίθρες”.
Το αρραβώνιασμα της φωτιάς: γίνεται ξημερώματα των Χριστουγέννων την ώρα που ο λαός την αποκαλεί «ανοιχτή ώρα».
Η νοικοκυρά βάζει ένα μεγάλο ξύλο στο τζάκι και σύμφωνα με την παράδοση εκείνη την ώρα ό,τι ζητήσεις – βεβαίως θα πρέπει να αφορά τα παιδιά και όχι τους παντρεμένους – μπορεί να γίνει. Αντίθετα το πάντρεμα της φωτιάς γίνεται τα ξημερώματα της πρωτοχρονιάς.
Στο τζάκι μπαίνουν δύο μεγάλα ξύλα που φροντίζει ο νοικοκύρης να είναι ισομερή για να καίγονται το ίδιο.
Σύμφωνα με την παράδοση εκείνη την ώρα που δεν αλλάζει μόνο ημέρα, αλλά αλλάζει και χρόνος όποια ευχή η όποια κατάρα και αν κάνει ο άνθρωπος αυτή θα πιάσει τόπο λέει ο λαός.
Τα συγκεκριμένα έθιμα τα συναντάμε σε πάρα πολλά σημεία της Ρούμελης ιδιαίτερα όμως στη δυτική Φθιώτιδα και στην ορεινή Δωρίδα.
Το βασιλόψωμο: Το όνομα του προσδιορίστηκε από την ημερομηνία κατανάλωσης. Τρώγεται ανήμερα του Αγίου Βασιλείου από όπου πήρε και το όνομα του.
Εκτός από αλεύρι οι νοικοκυρές βάζουν μέσα ρεβίθι αλεσμένο, βασιλικό και νερό και πάνω του δημιουργούν διάφορα σχήματα και παραστάσεις είτε αυτές αφορούν την παραγωγή είτε την υγεία είτε την οικογένεια.
Μετά το ψήσιμό του είναι έτοιμο να κοπεί, την ώρα του φαγητού, το μεσημέρι της Πρωτοχρονιάς. Παράλληλα με το βασιλόψωμο οι νοικοκυρές κάνουν βασιλοκουλούρες .
Ο Μίλτος Λογιάδης μιλάει για την κρίση, το ΥΠΠΟ, τους μουσικούς και το μέλλον
Της Γιωτας Συκκα ( kathimerini.gr / 11/12/11 )
ταν ο Μάνος Χατζιδάκις τον κάλεσε από τη Γερμανία για να διευθύνει τη νεοσύστατη Ορχήστρα των Χρωμάτων, ο Μίλτος Λογιάδης ήταν μόλις 27 χρόνων. Hταν η πρώτη έκπληξη γύρω από το όνομά του και ακολούθησαν πολλές, μια και ο καλοσπουδαγμένος νεαρός στα 20 χρόνια που ακολούθησαν πραγματοποίησε σημαντικές πρώτες πανελλήνιες εκτελέσεις έργων Ελλήνων και ξένων συνθετών, ανέδειξε άγνωστα έργα του 20ού αιώνα, έκανε σημαντική δισκογραφία, ενώ διηύθυνε μεταξύ άλλων τις: Ορχήστρα της Βαυαρικής Ραδιοφωνίας, Βασιλική Φιλαρμονική του Λονδίνου, Ορχήστρα της Οπερας του Αμβούργου, Συμφωνική του Μονάχου, αλλά και της Λυρικής Σκηνής, ΚΟΑ, ΚΟΘ, Εθνική Συμφωνική της ΕΡΤ, Καμεράτα.
Eκπληξη όμως ήταν –για όσους δεν τον γνωρίζουν καλά– και η ορμητική αντίδραση του 46χρονου πια μαέστρου με την οποία κατήγγειλε το περασμένο καλοκαίρι την αδιαφορία του υπουργείου Πολιτισμού για την Ορχήστρα. Και σίγουρα δεν ήταν εύκολο να παραιτηθεί από τη θέση του μόνιμου αρχιμουσικού.
Σήμερα περιγράφει το σύστημα της αδιαφορίας και απαξίωσης που γνώρισε αυτές τις δύο δεκαετίες από τότε που επέστρεψε στην Ελλάδα. «Σε αυτά τα 20 χρόνια, άλλαξαν 14 υπουργοί Πολιτισμού και κάθε φορά ξεκινούσαμε από την αρχή. Αλλά η Ορχήστρα των Χρωμάτων δεν λειτουργεί με τις τακτικές μιας ΠΑΕ που της χαρίζουν τους φόρους και το ΙΚΑ, γιατί έχει τους οπαδούς από πίσω. Εμείς δεν είχαμε ούτε τον στρατό των ψηφοφόρων ούτε των χουλιγκάνων μιας ομάδας».
Πριν από λίγες ημέρες, στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών, διευθύνοντας έργα των Σνίτκε, Λιγκέτι και Χέντσε μαζί με τους μουσικούς της ορχήστρας έδειξαν ότι κάποιοι –αν και απλήρωτοι– όχι μόνο επιμένουν, αλλά ετοιμάζονται και για το επόμενο βήμα. Μια συναυλία τον Ιανουάριο που περιλαμβάνει κοντσέρτα κλασικού ρεπερτορίου, με σολίστες παιδιά από 8 έως 18 ετών. Η πρώτη ενός θεσμού που θέλει να στηρίξει και να αναδείξει τις νέες δυνάμεις του τόπου.
Η Ορχήστρα των Χρωμάτων επαναδραστηριοποιήθηκε. Ας μην έχουμε, ωστόσο, αυταπάτες. Μέχρι πρότινος μπορεί να λάμβανε 1,5 εκατ. ευρώ επιχορήγηση από το ΥΠΠΟΤ, στην πορεία όμως μειώθηκε στο 50%, για να μην της δοθεί τελικά ούτε ένα ευρώ – με το άλλοθι της υπαγωγής της στα Μουσικά Σύνολα της ΕΡΤ, η οποία δεν έγινε. Τι ακριβώς συμβαίνει; Απλώς η σύμβαση που υπέγραψε με τη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών του Ωνασείου Ιδρύματος και η χορηγία (300.000 ετησίως για τρία χρόνια) της δίνουν τη δυνατότητα για μια σειρά συναυλιών.
Eκτεθήκαμε διεθνώς
– Μήπως η Ελλάδα έχει πολλές ορχήστρες;
– Αν η σύγκριση γίνεται με την Αίγυπτο, τότε έχουμε πολλές. Αν είναι όμως με την Ολλανδία, τη Γερμανία ή τη Γαλλία, είμαστε η μέρα με τη νύχτα. Ο κ. Γερουλάνος κάποια στιγμή μίλησε για αξιολόγηση. Μακάρι, εμείς τη θέλουμε. Τίμιο είναι να βγουν και να πουν «κύριοι δεν μας κάνετε», άτιμο είναι να μη σου απαντούν και να σε απαξιώνουν με την αδιαφορία. Στο μεταξύ, εκτεθήκαμε διεθνώς με τον διαγωνισμό Μητρόπουλου, ο οποίος φέτος δεν έγινε για 150.000 ευρώ! Μια διεθνής ξεφτίλα, όταν το ΥΠΠΟ δίνει αλλού. Oλοι γνωρίζουν πόσο απλόχερα χρηματοδότησε τη διοργάνωση μιας έκθεσης στη Ν. Υόρκη. Aρα, δεν είναι ότι δεν έχει, αλλά ποιους επιλέγει να βοηθήσει.
– Ποιοι είναι οι μισθοί σας;
– Τις καλές εποχές ήταν 650 έως 1.200 ευρώ. Τώρα, βάζοντας πλάτη για τη σωτηρία της, συμφωνήσαμε να παραιτηθούμε από τη μονιμότητα. Στο καθεστώς αυτό έμειναν μόνο 12 μουσικοί που δεν είχαν άλλη εργασία και ήθελαν μόνιμη ασφάλιση. Η αμοιβή τους είναι 250 ευρώ! Οι υπόλοιποι, όπως κι εγώ, πληρώνονται μόνο όταν παίρνουν μέρος στις συναυλίες. Οσο για τα χρέη, οφείλουν μισθούς έως και 10 μηνών. Αυτό που πραγματικά θέλουν είναι να την ξεφορτωθούν για να δείξουν λιγότερα έξοδα.
– Το δικό σας καθεστώς εργασίας ποιο είναι;
– Είμαι εξωτερικός συνεργάτης. Η ορχήστρα συνεχίζει να μην έχει διευθυντή και μαέστρο. Μια ορχήστρα δεν είναι άυλο πράγμα, με άυλα όντα που τρέφονται με αέρα. Πρόκειται για 45 οικογένειες που έχουν λογαριασμούς να πληρώσουν, παιδιά με έξοδα στο σχολείο και ανάγκες.
– Σε μια χώρα που καταρρέει, με 20.000 αστέγους, για κάποιους οι ορχήστρες και τα θέατρα μπορεί να θεωρηθούν πολυτέλεια. Και από την άλλη πλευρά, οι Ελληνες είναι περισσότερο δεμένοι με τη λαϊκή μουσική.
– Δεν έχω παρωπίδες στη μουσική. Εχω παίξει όλα τα είδη της, παντού, από νυχτερινά κέντρα μέχρι μέγαρα, εκτός από σκυλάδικα. Οταν ήμουν φοιτητής, πώς νομίζετε ότι έβγαζα το μεροκάματο; Δεν θεωρώ, ωστόσο, ότι η κλασική είναι κάτι ξένο για μας, όπως δεν πρέπει να θεωρεί κανείς άνθρωπος στον πλανήτη ότι του είναι ξένη η Ακρόπολη. Ο πολιτισμός ανήκει σε όλους. Αν δεν θεωρούμε δικό μας τον Μότσαρτ και τον Μπετόβεν, είμαστε άξιοι της μοίρας μας.
Kαι ο καλλιτέχνης πρέπει να φάει
O Μίλτος Λογιάδης μιλάει με ορμή για όσα συμβαίνουν στον χώρο της κλασικής, αλλά και της μουσικής εκπαίδευσης. Το γεγονός ότι το υπουργείο Πολιτισμού έχει την ευθύνη των ωδείων και το υπουργείο Παιδείας τη μουσική εκπαίδευση στα πανεπιστήμια δημιουργεί αναστάτωση. Τα διπλώματα των ωδείων είναι αδιαβάθμητα, ωστόσο το κράτος διατηρεί αυτό το θολό καθεστώς αντί να δημιουργήσει ενιαία δομή στη μουσική εκπαίδευση.
– Ποιες είναι οι βασικές ελλείψεις στο Τμήμα Μουσικών Σπουδών του Ιονίου;
– Για να λειτουργήσει ένα μουσικό πανεπιστήμιο θα πρέπει κάποιοι άνθρωποι να διδάσκουν συγκεκριμένα όργανα. Με τις συμβάσεις που κόπηκαν είναι απαγορευτικό. Πώς θα μάθει ο φοιτητής όταν δεν μπορεί να διδαχθεί το μουσικό όργανο; Στην Ελλάδα της κρίσης, εξοικονόμηση χρημάτων σημαίνει παίρνω ένα μαχαίρι και κόβω ό,τι περισσεύει.
Δεν υπάρχει προοπτική
– Τι συμβουλεύετε τους μαθητές σας;
– Να φύγουν γιατί δεν υπάρχει προοπτική. Αν κάποιος τελειώσει μαέστρος, ποια ορχήστρα θα διευθύνει, σε ποιες συναυλίες; Οι αρμόδιοι ενδιαφέρονται μόνο να παρουσιάσουν οικονομικά μεγέθη. Αλλά ο ασθενής πεθαίνει.
– Στην εποχή της κρίσης, έτσι όπως είναι το κράτος αδιάφορο και ανήμπορο, μπορούμε πια να επαφιέμεθα σε καλλιεργημένους πλούσιους;
– Το κράτος πρέπει να στηρίζει τους θεσμούς που αφορούν στην παιδεία και στον πολιτισμό. Οι ιδιωτικοποιήσεις δεν είναι αυτοσκοπός. Αν δεν έχω άλλη επιλογή, θα πάω στον πλούσιο. Η Ορχήστρα των Χρωμάτων σώθηκε προς το παρόν, δεν απεβίωσε, αλλά περιμένει άρρωστη στην εντατική.
Kλαίνε βουβά
– Το να είναι κανείς καλλιτέχνης προϋπέθετε πάντα ένα είδος οικονομικής αυταπάρνησης. Υπάρχουν όμως κάποιοι τομείς, όπως η κλασική και η λόγια μουσική, που προϋποθέτουν ακόμη μεγαλύτερη. Σε αυτούς τους χώρους, πώς εμφανίζεται η κρίση;
– Η απελπισία σε όλους τους χώρους δημιουργεί ταραχές. Εχω ζήσει τραγικές πρόβες –τον περασμένο Ιούνιο– με τους μουσικούς να κλαίνε με βουβή υπερηφάνεια πάνω από τα αναλόγια. Oσο κι αν αγαπάς την τέχνη σου, πίσω σου υπάρχει μια οικογένεια που θέλει να φάει, αυτό ο κ. Γερουλάνος δεν το σκέφτηκε ποτέ. Δεν γνωρίζει τι σημαίνει «δεν έχω να πληρώσω τα αυτονόητα στο σπίτι».
Οι ποιητές μας διασώζουν την αλήθεια του προσώπου μας. Στην εποχή της εικονικής πραγματικότητας μας καθαρίζουν την όραση από τις τρέχουσες επιχωματώσεις και μας κάνουν αισθητό το αίτημα για πραγματικότητα βίου εορταστική και πένθιμη συνάμα
«Εάν το Πάσχα είναι η λαμπροτάτη του Χριστιανισμού εορτή, τα Χριστούγεννα βεβαίως είναι η συγκινητικωτάτη» γράφει στην Εφημερίδα της 25ης Δεκεμβρίου του 1887 ο Αλέξανδρος ο Παπαδιαμάντης. Για τον πεζογράφο Παπαδιαμάντη διόλου τυχαία ο Μαλακάσης δήλωνε ότι είναι ο καλύτερος ποιητής που γνώρισε. Αλλά ο Παπαδιαμάντης έγραφε και ποιήματα. Ενα από αυτά αναφέρεται στον ναό της Γεννήσεως, τόσο απαράμιλλα εικονιζόμενο στο διήγημα «Στο Χριστό στο Κάστρο» (1892):
Με χρόνους με καιρούς και ήμισυ καιρού,
κάποιος αμαθής, αμαρτωλός χυδαίος,
καμμία γυναίκα του λαού πτωχή
σ’ ενθυμείται κι έρχεται να σου φέρ’
όχι χρυσόν, αλλά ολίγο λιβάνι,
ένα κερί, κι ολίγο λάδι στην μποτίλια/
σ’ εσέ που είσαι όλων ο δοτήρ.
Αν ο Παπαδιαμάντης (αλλά και ο Μωραϊτίδης) πηγάζουν από την υμνογραφία της εκκλησιαστικής λατρευτικής εμπειρίας και της βαθύρριζης απήχησής της στο συλλογικό σώμα, όμως και οι δύο διαπιστώνουν ότι η νεοελληνική συνθήκη διαμορφώνεται μέσα στα όρια του νεωτερικού κόσμου, απομακρυνόμενη από τον πυρήνα της Γιορτής, ως αναφοράς νοήματος. Πάντως στην πεζογραφία μας, και μάλιστα στη διηγηματογραφία, οι χριστουγεννιάτικες ιστορίες έχουν διαμορφώσει ολόκληρο ξεχωριστό είδος, με εξαιρετικά επιτεύγματα. Δειγματοληπτικά υπενθυμίζουμε εκτός από εκείνα των δύο παραπάνω συγγραφέων το «Θείον όραμα» του Ανδρέα Καρκαβίτσα (Λόγια της πλώρης, 1899), τα «Μεσολογγίτικα Χριστούγεννα της Πηνελόπης Δέλτα (Παραμύθια και άλλα, 1915), «Τα Χριστούγεννα του Αμερικάνου» του Αντώνη Τραυλαντώνη (1922), τον «Ξένο των Χριστουγέννων» του Στέφανου Δάφνη (1927).
* H δίψα για διάρκεια
Στην ποιητική επικράτεια οι χριστουγεννιάτικες αναφορές είναι εξίσου πλούσιες, αλλά ίσως και περισσότερο πολυσήμαντες. Στον καθρέφτη του ποιητικού αποτελέσματος, δηλαδή στα εκάστοτε μέσα στην ποιητική μας παράδοση μορφικά επιτεύγματα, τα πράγματα δεν μένουν μόνο στην αναπόληση ή στη νοσταλγία της παιδικής καθαρότητας κατά την πρόσληψη της γιορταστικής ατμόσφαιρας. Αλλά, μέσω της μεταμορφωτικής διαδικασίας, που επιτυγχάνεται με την αληθινή ποίηση, αναιρείται η χρονική απόσταση, και ο χρόνος λειτουργεί ως ενότητα βιώματος. Επιπλέον χαρτογραφείται η δίψα για διάρκεια, κι ας γίνεται τούτο πολλές φορές διά της αντιστροφής: με άλλα λόγια, μέσα από την αποκάλυψη της α-λογίας του ιστορικού χρόνου και των – συχνά – αιματηρών ή απάνθρωπων δεδομένων.
Ο Κωστής Παλαμάς στο αυτοβιογραφικό Τα χρόνια μου και τα χαρτιά μου εντάσσει δύο κείμενα με αντίστοιχα χριστουγεννιάτικα περιστατικά. Είναι ο περίφημος «Ταβάς»(1924) και το «Ο Λαμαρτίνος» ( 1922). Ωστόσο στην ποίησή του αλλού λάμπει το νόημα της γιορτής:
Μέσα μου λάμπουν ξάστεροι ουρανοί,
και το κορμί μου, φάτνη ταπεινή,
βλέπω κι αλλάζει, γίνεται ναός.
Ω! μέσα μου γεννιέται ένας Θεός.
Και αλλού το νόημα αναδεικνύεται διά των υλικών της απόλυτης απελπισίας ή των ανθρώπινων αντιφάσεων:
Είδωλα, δαίμονες, ξωθιές, φαντάσματα, στοιχειά,
της νύχτας μέσα μου ο λαός κυλιέται και κουνιέται,
και μέσα στη χιλιόδιπλη καρδιά μου μια σπηλιά,
κι ένας Χριστός γεννιέται.
(«Χριστούγεννα», 1928)
Στα εορταστικά σχολικά αναγνώσματα – και εκ τούτου διόλου περιφρονητέα – παραπέμπουν οι στίχοι του επιπόλαια υποτιμημένου Γεωργίου Δροσίνη («Νύχτα χριστουγεννιάτικη», 1935):
Την άγια νύχτα τη χριστουγεννιάτικη, / ποιος δεν το ξέρει;
Των μάγων κάθε χρόνο τα μεσάνυχτα / λάμπει τ’ αστέρι.
Κι όποιος το βρει μες’ στ’ άλλα αστέρια ανάμεσα / και δεν το χάσει σε μια άλλη Βηθλεέμ ακολουθώντας το / μπορεί να φτάσει.
Παρόμοια και ο Μιλτιάδης Μαλακάσης με τα ποιήματα «Χριστός»(1894) και «Χριστουγεννιάτικος» (1934) μιλάει για την παραμυθητική σημασία των Χριστουγέννων:
Κι όσο κι αν ματώνεις, ω ψυχή, στο γύρισμα άγιων ημερών
μόνο αυτό σου μένει
στις θύελλες μέσα της ζωής και στα παιχνίδια των καιρών
σκληρά παραδομένη.
* H βαθύτερη φλέβα
Ξανακερδίζουμε στις μέρες μας τον λόγο αυτών των ποιητών και νοούμε τις φωνές τους σαν κλαδιά ενός πλούσιου δέντρου – του σώματος της έμμετρης ποιητικής μας ιδιοπροσωπίας. Διαβάζοντας και μελετώντας τις κατακτήσεις τους, βρίσκουμε ρυθμούς που μπορούν να συγκραθούν με τους ήχους του παρόντος για τη δημιουργία νέων διόδων, στον αγώνα για μιαν έκφραση σύγχρονη αλλά με βάθος.
Υπάρχει και μια άλλη, θαλερή, φλέβα στην ποίησή μας όσον αφορά τις μεγάλες εκκλησιαστικές εορτές. Πρόκειται για τους ποιητές εκείνους οι οποίοι άσχετα από το αν ανήκουν στο ρεύμα του μοντερνισμού ή στην «παραδοσιακή» τεχνοτροπία – εκφράζουν μια μυστική βιωματική σχέση με το πρόσωπο του Χριστού, γενόμενοι αντηχεία μιας ολόκληρης συλλογικής ιδιοσυγκρασίας, καθώς διατυπώνουν ένα πλατύ (και παραθεωρημένο στη σύγχρονη μαζική πραγματικότητα) ανθρωπολογικό αίτημα. Εξέχουσα θέση μεταξύ τους κατέχει ο Αγγελος Σικελιανός με το ποίημα «H Γέννηση» (1919;) από το Πάσχα των Ελλήνων. Μέσα σε μια καυτή σαν χιόνι λυρική αύρα οι στίχοι του περιγράφουν την πορεία της Θεοτόκου προς το Σπήλαιο:
Απ’ όλα Εκείνη λόγιαζε τα πλάσματα πως σ’ Ενα
ποτάμια οι πόνοι ετρέχανε κι αστέρευτοι κρουνοί,
κι αν ήτανε τα σπλάχνα της ν’ ανοίξουν ματωμένα
πως ματωμένοι θ’ άνοιγαν μαζί τους κι οι ουρανοί.
* Νεωτερικές εκφράσεις
Ο ελληνικός μοντερνισμός και οι υψηλές – αξεπέραστες ως σήμερα, εν πολλοίς – κατακτήσεις του συχνά διαβάζονται μονότροπα ή παραναγιγνώσκονται. Ετσι, οι κατευθύνσεις του ταυτίζονται άστοχα με το χαμηλόφωνο και την αποτύπωση της κενότητας του μοντέρνου καθημερινού βίου. Βεβαίως «οι κρίκοι στην αλυσίδα του ιερού» φαίνονται στη νεωτερικότητα να έχουν σπάσει. Ωστόσο είναι μέσα σε αυτές τις συνθήκες όπου η έκφραση της δίψας για αγνότητα και για πλήρωμα νοήματος, ρητή ή διατυπούμενη ως αίτημα, αποτελεί μια κορυφαία μοντερνιστική αναζήτηση. Στα καθ’ ημάς, στεκόμαστε στον T. K. Παπατσώνη, πρωτοπόρο νεωτερικό, και θρησκευτικό, ποιητή, που με τα τρία του ποιήματα για τη γέννηση του Χριστού («Χριστουγεννιάτικη αγρυπνία», 1914, «Κατά την Γέννησιν του Κυρίου», 1915, «Τα Χριστούγεννα των δακρύων», 1962) μας έδωσε βαθιά κατανυκτικούς στίχους:
Δεν περιμένω την οσμή καμιάς σπανίας βοτάνης,
αλλά το Υπερουράνιο, που Θεέ μου, θα με ράνεις,
και θα φανώ Ποιμενικόν θαύμα, θα φανώ φάσμα,
που φέρνει το Αρχαγγελικό της νύχτας τούτης άσμα.
Συγκεκριμένη πνευματική στάση και οπτική συγκεφαλαιωτική της εκκλησιαστικότητας στην υπαρκτική περιπέτεια του σύγχρονου ανθρώπου καταθέτει η ουσιώδης Ζωή Καρέλλη με το ποίημα «Παραμονή της Γέννησης» (Πορεία, 1940):
Εκείνος που δεν γεννά, δεν γεννάται,
δεν αναγεννάται ποτέ, Κύριε,
της Γέννησης, «σκήνωσον εν εμοί»,
ενώ εφιαλτικός σκηνοποιός ο Μίλτος Σαχτούρης στους όχι λίγους «χριστουγεννιάτικους» στίχους του («Χριστούγεννα», 1948, «Ο νεκρός στις γιορτές», 1986, «Τα λυπημένα Χριστούγεννα», 1990), ενστικτώδης και διά της ομοιοπαθητικής μεθόδου, μεταμορφωτής ενός μηδενιστικού παρόντος, συνδέει αγχωτικά τη Γέννηση με τα γεγονότα του Εμφυλίου:
Σημαία / ακόμη / τα δόκανα στημένα στους δρόμους / τα μαγικά σύρματα / τα σταυρωτά / και τα σπίρτα καμένα / και πέφτει η
οβίδα στη φάτνη / του μικρού Χριστού / το αίμα το αίμα το αίμα.
(«Χριστούγεννα 1948»)
Ωστόσο το πλέον «χριστολογικό» ποίημα για τα Χριστούγεννα μας το έχει, κατά τη γνώμη μου χαρίσει ο Τάσος Λειβαδίτης στην ενότητα ποιημάτων του «Ο αδελφός Ιησούς». Εχει τίτλο «H Γέννηση»(1983):
Ενα άλλο βράδυ τον άκουσα να κλαίει δίπλα. Χτύπησα την πόρτα και μπήκα. Μου ‘δειξε πάνω στο κομοδίνο ένα μικρό ξύλινο σταυρό. «Είδες – μου λέει – γεννήθηκε η ευσπλαχνία». Εσκυψα τότε το κεφάλι κι έκλαψα κι εγώ.
Γιατί θα περνούσαν αιώνες και αιώνες και δε θα ‘χαμε να πούμε τίποτα ωραιότερο απ’ αυτό.
Οι ποιητές μας διασώζουν την αλήθεια του προσώπου μας. Στην εποχή της εικονικής πραγματικότητας μας καθαρίζουν την όραση από τις τρέχουσες επιχωματώσεις και μας κάνουν αισθητό το αίτημα για πραγματικότητα βίου εορταστική και πένθιμη συνάμα. Αφού, κατά το λόγιον εκείνο, «βίος ανεόρταστος, μακρά οδός απανδόκευτος». Ή για να θυμηθούμε τον Ελύτη:
Πολλά δε θέλει ο άνθρωπος/
να ‘ν’ ήμερος να ‘ναι άκακος/
λίγο φαΐ, λίγο κρασί/
Χριστούγεννα κι Ανάσταση.
Άρθρα/ΒΗΜΑ/Δημήτρης Κοσμόπουλος
Κρύο ταξίδι κάναμε.Η χειρότερη εποχή του χρόνου για ταξίδι.
Και τι μακρύ ταξίδι.Οι δρόμοι αδιάπατοι, ο καιρός αψύς στην καρδιά
του χειμώνα.Και οι γκαμήλες ταλαίπωρες, κουτσές, δύστροπες,
έπεφταν κάτω στο λιωμένο χιόνι.Ήταν φορές που νοσταλγήσαμε
τα καλοκαιρινά παλάτια στις πλαγιές, τα περιβόλια, τα μεταξένια
κορίτσια που μας έφερναν δροσοστικά.Και οι αγωγιάτες έβριζαν,
γκρίνιαζαν και φεύγανε κρυφά για το κρασί και για το γλέντι.
Και οι φωτιές σβυστές, κι ούτε μια σκέπη.Οι πόλεις εχθρικές και τα
χωριά αφιλόξενα, τα σπίτια βρώμικα-μας έκλεβαν στο νοίκι-.
Σκληρό ταξίδι κάναμε. Στο τέλος προτιμούσαμε να ταξιδεύουμε
όλη νύχτα και να κοιμόμαστε κλεφτά.Και οι φωνές στ’ αυτιά μας
τραγουδούσαν κι έλεγαν πως όλα αυτά ήταν τρέλες.
Το ξημέρωμα φτάσαμε σε μια ήμερη πεδιάδα, χλωρή, βρεμμένη
παρακάτω από τα χιόνια, μ’ ένα ρυάκι που έτρεχε κι έναν νερόμυλο
που χτυπούσε στο σκοτάδι και τρία δέντρα στον χαμηλωμένον ουρανό
κι ένα άσπρο, γέρικο άλογο που κάλπαζε μες στο λειβάδι.
Ύστερα φτάσαμε σε μια ταβέρνα που την ίσκιωνε κληματαριά.
Έξι χέρια σε μια ανοιχτή πόρτα που γύρευαν ασήμι και πόδια που
κλωτσούσαν τ’ άδεια ασκιά.Μα κανένας δεν ήξερε τίποτε.
Έτσι τραβήξαμε και φτάσαμε νύχτα, την τελευταία ώρα βρήκαμε
τον τόπο, και ήταν, θα ‘λεγε κανείς, επιτυχία.
Αυτά είναι όλα παλαιές ιστορίες, παλαιές αναμνήσεις και θα πήγαινα
ξανά, μα ένα δεν ξέρω, ένα δεν ξέρω.Κάναμε τόσον δρόμο για γέννα
ή θάνατο; Βρήκαμε μια γέννα, αυτό είναι σίγουρο, άλλωστε ήξερα να
ξεχωρίζω.Θα πίστευα πως ήτανε άλλο πράμα.
Ήταν η γέννηση τούτη, σκληρή, πικρή αγωνία σα θάνατος.Σαν το
δικό μας θάνατο.
Γυρίσαμε στα παλάτια μας, σε τούτα τα βασίλεια, όχι πια
βολεμένοι στα παλιά προνόμια.Έναν ξένο λαό που λάτρευε τα είδωλά του.
Θα προτιμούσα άλλον έναν τέτοιο θάνατο.
“A cold coming we had of it,
Just the worst time of the year
For a journey, and such a long journey:
The road was deep and the weather sharp,
The very dead of winter.”
And the camels galled, sore-footed, refractory,
Lying down in the melting snow.
There were times we regretted
The summer palaces on slopes, the terraces,
And the silken girls bringing sherbet.
Then the camel men cursing and grumbling
And running away, and wanting their liquor and women,
And the night-fires gong out, and the lack of shelters,
And the cities hostile and the towns unfriendly
And the villages dirty, and charging high prices.:
A hard time we had of it.
At the end we preferred to travel all night,
Sleeping in snatches,
With the voices singing in our ears, saying
That this was all folly.
Then at dawn we came down to a temperate valley,
Wet, below the snow line, smelling of vegetation;
With a running stream and a water-mill beating the darkness,
And three trees on the low sky,
And an old white horse galloped away in the meadow.
Then we came to a tavern with vine-leaves over the lintel,
Six hands at an open door dicing for pieces of silver,
And feet kicking the empty wine-skins.
But there was no information, and so we continued
And arrived at evening, not a moment too soon
Finding the place; it was (you may say) satisfactory.
All this was a long time ago, I remember,
And I would do it again, but set down
This set down
This: were we lead all that way for
Birth or Death? There was a Birth, certainly,
We had evidence and no doubt. I have seen birth and death,
But had thought they were different; this Birth was
Hard and bitter agony for us, like Death, our death.
We returned to our places, these Kingdoms,
But no longer at ease here, in the old dispensation,
With an alien people clutching their gods.
I should be glad of another death.
Πριν ανακαλυφθούν και καθιερωθούν τα Νομίσματα, οι συναλλαγές γινόταν σε είδος. Η μορφή αυτή διατηρήθηκε μέχρι των ημερών μας και γίνεται εκεί όπου υπάρχει έλλειψη μετρητού ή όταν δεν έχει αξία και δεν είναι επιθυμητό κάποιο μέσο συναλλαγής. Ο Αριστοτέλης (Ηθικά Νικομάχεια) ονόμασε Μέθοδο την λήψη και δόση των συναλλαγών και όρισε τον κανόνα των εννοιών του πρέπει μεταξύ αυτών. «Δει άρα ενί τινί τα πάντα μετρείσθαι», γράφει. Δηλαδή, πρέπει με κάποιο μέτρο όλα να μετριούνται.
Αυτό το μέτρο για την δόση και λήψη στις συναλλαγές ονομάσθηκε Νόμισμα (από το ρήμα νομίζω), δηλαδή υπόθεση και συμφωνία ότι έχει μία συγκεκριμένη αξία όχι από την φύση ή το όνομά του, αλλά από τον νόμο και την ηθική. «Δια τούτο», λέγει, «τούνομα έχει νόμισμα, ότι ου φύσει αλλά νόμω εστί». Η ασφάλιση αυτοκινήτων π.χ. είναι παρόμοιο Νόμισμα επειδή επιβάλλεται από τον νόμο.
Η λέξη και η έννοια, όμως, του νόμου, όπως μετά τον Σόλωνα επικράτησαν (πριν ήταν και λέγονταν θεσμοί, όπως αυτοί του Δράκοντα, μέχρι και τον αδίδακτο γενάρχη των Δωριέων Αιγίμιο, γιο του Δώρου, γιου του Δευκαλίωνα), δεν απέδιδε πλέον την αξία του μέτρου μετρήσεως των αξιών, επειδή και ο νόμος είχε γίνει νόμισμα, χωρίς σταθερή αξία, αφού από την δύναμη επιβολής του νόμου συνάγονταν και η ηθική και η δικαιοσύνη του. Γνωστά αυτά και σήμερα.
Ένας από τους πραγματικούς επτά σοφούς του κόσμου, που εύλογα αποκρύβεται και δεν διδάσκεται, ήταν ο Σκύθης Ανάχαρσις της περιοχής των Γαλατοφάγων και Αμαζόνων, που άκουσε για τους νόμους του Σόλωνα και τον επισκέφθηκε στην τότε Αθήνα.
Όταν είδε και μελέτησε τους νόμους του, ειδικά εκείνον περί «σεισάχθειας» (απόσειση-αποβολή άχθους ή βάρους, κάτι σαν το σημερινό «κούρεμα», δηλαδή κλοπή και μπαταχτσηλίκι δια… «νόμου»), είπε: «οι νόμοι σας μοιάζουν με ιστό αράχνης. Πιάνουν μύγες και κουνούπια αλλά ξεσκίζονται από θηρία».
Αν διαβάσετε τον «Οικονομικό» και τους «Πόρους» του Ξενοφώντα, με τις περιγραφές εφευρέσεων και τεχνασμάτων κλοπής των πολλών από τους λίγους και ισχυρούς, δια του όποιου και κάθε νομίσματος, σίγουρα θα βεβαιωθείτε ότι οι μετέπειτα και μέχρι σήμερα εφαρμογές είναι απλώς κακοαντιγραφές και παραλλαγές αρχαίων κόλπων και ταχυδακτυλουργιών.
Από το insurance newsletter
Με την «αίσθηση του επείγοντος» έγραψε η Ιωάννα Καρυστιάνη τις ιστορίες του βιβλίου της «Καιρός σκεπτικός» (εκδ. Καστανιώτη) για να πιάσει τον σφυγμό μιας κοινωνίας σε βαθύτατη κρίση. Γραμμένα σε παπαδιαμαντικούς τόνους, με τρυφερότητα αλλά και με έναν αιχμηρό ρεαλισμό, τα διηγήματα της Καρυστιάνη, αφουγκράζονται οικείους χαρακτήρες που επιζητούν να σπάσουν το φράγμα της μοναξιάς τους, πολιορκημένοι από μια δύσκολη πραγματικότητα.
Ανάμεσα στα εννέα διηγήματα του βιβλίου, θα ανακαλύψουμε μια καλοβαλμένη αστή που αναπολεί τα επαναστατικά σκιρτήματα της νιότης, μια ηλικιωμένη κυρία η οποία παλεύει για να μη βάλει λουκέτο το σουβλατζίδικο της γειτονιάς της, μια περιπλανώμενη παζαριώτισα σε ρόλο Άγιου Βασίλη, έναν εκκεντρικό φίλο του ποδοσφαίρου με μοναδική συντροφιά την αφίσα του Μέσι…Η Καρυστιάνη κοιτάζει πίσω από τη λαμπερή και ανέμελη όψη των Χριστουγέννων, παράλληλα όμως φωτίζει με αναπάντεχο τρόπο το σκοτάδι της οικονομικής κρίσης, υπενθυμίζοντας μας τις συναισθηματικές μας εφεδρείες.
…”Ισχύει και αυτό που λέτε, όμως από την άλλη πλευρά φανταζόμουν ότι θα είχα και περισσότερες φωτεινές χαραμάδες. Όμως το γενικότερο κλίμα δεν ήταν τέτοιο. Αισθάνομαι ότι ο Δεκέμβρης, επειδή βρίσκεται στο τέλος του χρόνου, κατά κάποιο τρόπο λειτουργεί για τον καθένα μας απολογιστικά. Έχουν υπαρξιακή διάσταση αυτές οι γιορτές και νομίζω ότι βοηθούν να αναδυθεί το «όλον» του χαρακτήρα και οι ανάγκες του. Από αυτή την άποψη, ο Δεκέμβριος γίνεται βαρυσήμαντος και αυτό φαίνεται σε όλα τα διηγήματα του βιβλίου. Δεν υπάρχουν στις ιστορίες ό, τι μπορεί κανείς να φανταστεί: χριστουγεννιάτικα δέντρα, γλέντια, παιδάκια και ρεβεγιόν. Ουσιαστικά σχεδιάζοντας τις ιστορίες ήθελα να δείξω μια άλλη πλευρά και σκέφτηκα τι μπορούσε να μπει αντί για τα χριστουγεννιάτικα δέντρα, τις γιορτές κ.τ.λ.
Αυτή τη στιγμή που μιλούν οι αριθμοί τη δεινή τους γλώσσα, νομίζω πως προέχει να σωθούν οι άνθρωποι. Ειδικά όταν μιλάμε για ένα εκατομμύριο ανέργους, για ανθρώπους που αυτοκτονούν για χρέη στις τράπεζες, για ένα εκατομμύριο ανασφάλιστα και χωρίς σέρβις αυτοκίνητα στην Αθήνα, για νέους που δεν βρίσκουν δουλειά και ετοιμάζονται να μεταναστεύσουν στην Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία. Ταυτόχρονα όμως πιστεύω ότι κάθε πολίτης κάνει τον δικό του λογαριασμό, με τη συνείδησή του και το ταμείο του. Και βλέπει ο ίδιος αν κάπου ξελογιάστηκε ή ξεστράτισε. Πρόκειται για ένα χρέος ατομικό, δεν είναι το δημόσιο χρέος το οποίο δημιούργησαν όλοι αυτοί που κυβέρνησαν επί χρόνια και ήξεραν τι λένε τα κιτάπια και πού πάνε οι αριθμοί. Νομίζω ότι η χρεοκοπία είναι πιο δεινή όταν συνοδεύεται από τη χρεοκοπία της καρδιάς και των συναισθημάτων. Είναι η εποχή που πρέπει να αποζητήσουμε το σθένος της αξιοπρέπειας και το σφρίγος της ανθρωπιάς.
Τα διηγήματα «Μπάρδο», «Θεριό» και «Κιννέτα» σίγουρα θα μπορέσουν να αποτελέσουν ένα μυθιστόρημα. Όμως οι ιδέες δεν προκύπτουν εν αιθρία. Καταρχήν ήθελα να ξεφορτώσω λίγο σκοτάδι από το προηγούμενο μυθιστόρημά μου «Τα σακιά», γιατί πιέστηκα πολύ ψυχολογικά. Και τα βιβλία αλληλοσυμπληρώνονται: το ένα οδηγεί στο επόμενο. Ήθελα επίσης με τον χαρακτήρα του επείγοντος να πω κάτι για αυτά που ζούμε όλοι. Το διήγημα ανταποκρίνεται πιο σβέλτα, δεν χρειάζεται τρία χρόνια δουλειάς όπως ένα μυθιστόρημα. Όλα τα διηγήματα του «Σκεπτικού καιρού» εκτυλίσσονται τον Δεκέμβρη του 2010 και σημαδεύονται κατά κάποιο τρόπο από την κρίση, χωρίς να είναι αυστηρά εγκλωβισμένα στην οικονομική διάσταση της επικαιρότητας. Ήθελα να μιλήσω με τον δικό μου τρόπο, με απλές ιστορίες, χωρίς στατιστικές μελέτες ή καταγγελτικά λογύδρια. Όταν οι άνθρωποι ανταλλάσουν ιστορίες και εμπειρίες είναι το καλύτερο δώρο. Και με τη λογοτεχνία αισθάνομαι ότι πιάνω καλύτερα το σφυγμό της εποχής, γιατί είμαι υποχρεωμένη να διεισδύσω βαθιά, να κοιτάξω χίλιες λεπτομέρειες για την καθημερινότητα του κάθε χαρακτήρα, για το παρελθόν και τις προσδοκίες του. Εκεί, στο καντάρι της καθημερινότητας ζυγίζονται άλλωστε και οι πολιτικές.
Αγαπώ πολύ τα διηγήματα δεν θεωρώ ότι είναι ήσσονος σημασίας σε σχέση με το μυθιστόρημα. Το κοινό που υπάρχει ανάμεσα σε αυτές τις δύο συλλογές διηγημάτων μου είναι ότι συναντάμε ανθρώπους μεγάλης ηλικίας. Οι ηλικιωμένοι είναι οι αγγελιοφόροι του μέλλοντός μας, προβάλλουν σκηνές από το μέλλον όλων μας, εάν δεν αλλάξουμε νοοτροπία. Έπειτα ακόμη και όταν ήμουν νέα δεν τους βαριόμουν. Στα χωριά που πήγαινα κυνηγούσα την παρέα μαζί τους, κουβεντιάζαμε, μιλούσαμε για τον έρωτα, για αγαπημένα τραγούδια, για την πολιτική. Στο εύρος της ανθρώπινης περιπέτειας προσφέρουν ένα είδος μαθητείας και παρηγορούν στα δύσκολα.
Πολύς κόσμος ξέχασε την αφετηρία, τα όνειρα, τις προσδοκίες, την αυταπάρνηση και την ακεραιότητα που είχε στα πρώτα του βήματα. Ήταν κρίμα-αλλά πολλοί συμπολίτες μας- επιστήμονες και διανοούμενοι αφέθηκαν στην κατανάλωση και σε όλα αυτά που εν τέλει πνίγουν τη συνείδηση και τη ζωή. Όταν έρχεται μια δύσκολη εποχή, όλα βγαίνουν ξανά στην επιφάνεια. Μια μεγάλη κρίση, κάνει τους άξιους αξιότερους και τους ανάξιους ακόμη πιο ανάξιους. Αυτό το συνειδητοποιούν οι ήρωες του πρώτου μου διηγήματος, χωρίς να ξέρουμε τι δρόμο θα ακολουθήσουν μετά.
Είναι μια άποψη που την ακούω κι εγώ. Να απολογηθώ; Ας απολογηθώ και εγώ όπως όλοι οι υπόλοιποι. Όμως να σας πω κάτι; Δεν μου αρέσουν οι συλλήβδην καταγγελίες. Γενικά ζούμε σε μια εποχή που η καταγγελία και η αλληλοκαταγγελία είναι πολύ της μόδας. Νομίζω ότι σε κάθε κρίσιμη εποχή, ακόμη και την περίοδο της Εθνικής Αντίστασης, για παράδειγμα, υπήρχαν ενδεχομένως άνθρωποι που τότε λειτούργησαν με ανιδιοτέλεια και αργότερα εξελίχθηκαν σε στυγνούς επιχειρηματίες. Ίσως όλη αυτή η συζήτηση είναι ένας εύσχημος τρόπος να καλύπτονται τα λάθη των κομμάτων και των στυλοβατών του πολιτικού συστήματος, που τα φορτώνουν στη «γενιά του Πολυτεχνείου», αντί να μιλήσουν για τις ευθύνες συγκεκριμένων πολιτικών παρατάξεων και θεσμών.
Ο προηγούμενος πρωθυπουργός, ο Γιώργος Παπανδρέου, ταξιδεύοντας στο εξωτερικό βάφτισε τη χώρα ως την πιο διεφθαρμένη και νομίζω ότι δεν είχε κανένα δικαίωμα να το κάνει γιατί o χαρακτηρισμός του δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Ούτε καν επιχείρησε να δει τι συμβαίνει στο κόμμα του και το πολιτικό σύστημα. Ναι, με πληγώνουν όλα αυτά, όμως βλέπουμε τι εξυπηρέτησε αυτή η ιστορία όπως στήθηκε. Πλέον βλέπουμε τι συμβαίνει και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες και «διαβάζουμε» καλύτερα τις προθέσεις και την στρατηγική. Στόχος παντού είναι η περιστολή του κοινωνικού κράτους και η εξαφάνιση των εργασιακών δικαιωμάτων. Και όταν ενοχοποιείς έναν ολόκληρο λαό, τον ακυρώνεις, τον μουδιάζεις, νομίζω ότι επιτυγχάνονται πιο εύκολα αυτού του είδους οι προσπάθειες.
Εγώ δεν είμαι πολιτικός για να προτείνω ποιον οικονομικό δρόμο να ακολουθήσουμε, μπορώ να πω απλά πράγματα. Θεωρώ βασικό να ανασυστήσουμε την αλληλεγγύη. Πάντα κυκλοφορούσα με ένα μπλοκάκι για να καταγράφω ιδέες και εικόνες για τη δουλειά μου. Πλέον, έχω στο μπλοκάκι μου και τη λίστα των συγγενών και φίλων που περνούν στην ανεργία. Θυμάμαι την ηρωίδα μου στο μυθιστόρημα «Τα σακιά» που κυκλοφορεί με άκοπους τόμους ποίησης. Λέω λοιπόν πως είναι ώρα να κατεβάσουμε από τα ράφια την ποίηση, να ξαναφυτέψουμε τη λεμονιά μας, να ξανακαθίσουμε γύρω από το τραπέζι και όχι μπροστά στην τηλεόραση. Και να κρατήσουμε δύο θέσεις κι ένα πιάτο για τους γονείς, για τους ανθρώπους που έζησαν σε άλλη εποχή και μας έλεγαν ότι μετρά να βγαίνεις στην κοινωνία με καθαρό μέτωπο και να αγωνίζεσαι, να μην το βάζεις κάτω.”
Related Articles on click@life
«Θέλουν να σας κάνουν καλά. Αλλοίμονο, εκεί φτάνει ο παραλογισμός των λογικών. Καλά, δηλαδή να γυρίσετε πίσω, έξω στην τέφρινη πραγματικότητα, να ξαναδήτε πίσω με την κρίσι του ακέραιου μυαλού την πιο αβάσταχτη, την πιο αρμολογημένη αλλόφρονη λογική της ζωής που σκοτώνει την ανθρώπινη καρδιά. […] Μα τι θα βάλετε στη θέση του οράματος εσείς οι λογικοί; […] Καλοπροαίρετοι γιατροί μου, αν επιμένετε να με γιατρέψετε από κάτι, γιατρέψτε με από την λογική».
Ρώμος Φιλύρας

