Διαβάσαμε

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 16 Ιανουαρίου 2014

 
Η θέση της γυναίκας στην αρχαιότητα ποίκιλε ανάλογα με την εποχή, τον τόπο και την κοινωνική τάξη. Οι πληροφορίες που έχουμε προέρχονται από κείμενα αρχαίων συγγραφέων, νομοθεσίες, απεικονίσεις σε έργα τέχνης, και αφορούν κυρίως στην Αθήνα της Κλασικής περιόδου. Η γνώση μας για άλλες πόλεις ή περιόδους είναι πολύ πιο αποσπασματική.
 

 
Οι γυναίκες στην Αθήνα
 
         
 
Οι γυναίκες στην αρχαία Αθήνα δεν είχαν πολιτικά δικαιώματα και θεωρούνταν «ανήλικες», ενώ ο όρος της «πολίτιδος» εμφανίστηκε μόνο στο τέλος της Κλασικής περιόδου. Για την αθηναϊκή κοινωνία, αποστολή της ενάρετης γυναίκας, της δέσποινας, ήταν από τη μία μεριά η φύλαξη του οίκου και η επιτέλεση των καθηκόντων που αφορούσαν στην καλή λειτουργία του (με τη βοήθεια δούλων, που ήταν καθεστώς για όλα σχεδόν τα σπίτια), και από την άλλη η απόκτηση παιδιών – κυρίως αρσενικών – για τη διαιώνιση του οίκου. Οι γάμοι εξυπηρετούσαν πρωτίστως κοινωνικές και θρησκευτικές ανάγκες. Οι κοπέλες παντρεύονταν σε πολύ νεαρή ηλικία άνδρες που είχαν επιλέξει οι πατέρες τους. Ο σύζυγος γινόταν κηδεμόνας της νέας και έπαιρνε προίκα, την οποία διαχειριζόταν ο ίδιος. Σε περίπτωση διαζυγίου, η προίκα επέστρεφε στον πατέρα ή στον πιο κοντινό συγγενή. Ίσως αυτό να μην ίσχυε παλιότερα, καθώς στα ομηρικά έπη αναφέρεται ότι ο γαμπρός ήταν εκείνος που έδινε δώρα.
 
Οι γυναίκες περνούσαν το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας τους στο γυναικωνίτη, συνήθως στον πάνω όροφο του σπιτιού, γνέθοντας, πλέκοντας ή υφαίνοντας στον αργαλειό. Αυτές, άλλωστε, ήταν και οι μόνες εργασίες που θεωρούνταν ότι άρμοζαν σε γυναίκες αριστοκρατικής καταγωγής. Οι μόνες έξοδοί τους σε δημόσια θέα ήταν σε μεγάλες θρησκευτικές γιορτές, σε γαμήλιες τελετές, γιορτές συγγενών και κηδείες. Δεν υπήρχε θεσμοθετημένη εκπαίδευση για τις γυναίκες και οι όποιες γνώσεις προερχόταν από συγγενείς, φίλες και άλλες γυναίκες του περιβάλλοντός τους. Η νοοτροπία της εποχής αποτυπώνεται με γλαφυρό τρόπο στον Επιτάφιο του Περικλή, όπου αναφέρεται ότι το ιδανικό για μια γυναίκα είναι να γίνεται όσο το δυνατόν λιγότερος λόγος γι’ αυτήν, είτε έπαινος είτε ψόγος.
 

 
Δούλες και εταίρες
 
         
 
Αντίθετα, οι δούλες, οι γυναίκες-μέτοικοι αλλά και οι πιο ταπεινής καταγωγής Αθηναίες απολάμβαναν μεγαλύτερη ελευθερία, καθώς έβγαιναν για εξωτερικές δουλειές, όπως ψώνια και μεταφορά νερού, μπορούσαν να διεξάγουν μικρο-εμπόριο ή και να εργαστούν ως τροφοί.
 
Υπήρχαν, βέβαια, και οι εταίρες, που ήταν κατά κανόνα δούλες ή μέτοικοι και έπαιζαν έναν ξεχωριστό ρόλο στην κοινωνική και ερωτική ζωή των ανδρών. Τους κρατούσαν συντροφιά στα συμπόσια, τους διασκέδαζαν και συζητούσαν μαζί τους διάφορα θέματα, ακόμη και φιλοσοφικού περιεχομένου. Φαίνεται πως γενικότερα ήταν πιο καλλιεργημένες από τις Αθηναίες δέσποινες, συχνά δε έπαιζαν κάποιο μουσικό όργανο (αυλό ή λύρα) και τραγουδούσαν. Κάποιες μάλιστα, όπως η σύζυγος του Περικλή, Ασπασία, απέκτησαν μεγάλη φήμη στην τότε Αθηναϊκή ζωή, γεγονός που υποδηλώνει ότι δε βρίσκονταν στο περιθώριο της κοινωνίας. Παρόλο που η μονογαμία ήταν ο κανόνας στην αρχαία Αθήνα, η πορνεία δεν εθεωρείτο παράνομη, ούτε οι σχέσεις με παλλακίδες ή η ύπαρξη νόθων παιδιών συνιστούσαν αποδεικτικά μοιχείας.
 

 
Η γυναίκα στην Αρχαϊκή και Κλασική τέχνη
 
         
 
Οι αντιλήψεις αυτές είχαν βέβαια αντίκτυπο και στην τέχνη της εποχής. Στην Αρχαϊκή και την Κλασική περίοδο, οι γυναικείες μορφές στα αγγεία και τα γλυπτά αποδίδονται κατά κανόνα ευπρεπώς ενδεδυμένες, χωρίς ιδιαίτερη έμφαση στα ανατομικά χαρακτηριστικά. Εξαίρεση αποτελούν οι απεικονίσεις εταίρων, κυρίως στην αγγειογραφία, οι οποίες συχνά εμφανίζονται γυμνές, ενίοτε δε λαμβάνουν μέρος σε τολμηρές ερωτικές σκηνές.
 

 
Οι γυναίκες στη Σπάρτη
 
Πάντως η κατάσταση δεν ήταν παντού η ίδια. Στην ολιγαρχική Σπάρτη επικρατούσε η αντίληψη πως για να φέρουν στον κόσμο γερά παιδιά και να τα αναθρέψουν σωστά, οι ελεύθερες γυναίκες δεν έπρεπε να περνούν τη μέρα τους υφαίνοντας – εργασία που μπορούσαν να κάνουν οι είλωτες – αλλά να ασκούνται και να μορφώνονται. Όταν, μάλιστα, γυμνάζονταν (αλλά και κατά τη διάρκεια αγώνων), οι Σπαρτιάτισσες φορούσαν ελαφρότερη περιβολή που άφηνε ακάλυπτους τους μηρούς, γεγονός το οποίο οι υπόλοιποι Έλληνες θεωρούσαν υπερβολή. Οι άνδρες ήταν υποχρεωμένοι από το νόμο να παντρεύονται, καθώς όμως τον περισσότερο χρόνο έλειπαν από το σπίτι λόγω της στρατιωτικής ζωής τους, την ανατροφή των παιδιών αναλάμβαναν οι γυναίκες – τουλάχιστον μέχρι την ηλικία των επτά ετών, οπότε και αναλάμβανε η πολιτεία. Οι Σπαρτιάτισσες είχαν δικαίωμα έγγειας ιδιοκτησίας αλλά και κληρονομιάς τόσο της πατρικής όσο και της συζυγικής περιουσίας.
 

 
Η θέση της γυναίκας στην Ελληνιστική και Ρωμαϊκή περίοδο
 
             
 
Από το δεύτερο μισό του 4ου αι. π.Χ. και κυρίως κατά την Ελληνιστική περίοδο η θέση της γυναίκας βελτιώνεται αισθητά και αποδεσμεύεται από το συντηρητισμό των κλασικών χρόνων. Στην τέχνη, αυτό αντικατοπτρίζεται στην εμφάνιση για πρώτη φορά γυμνών γυναικείων αγαλμάτων (π.χ. της Αφροδίτης), καθώς και στην κατασκευή γυναικείων ειδωλίων που διακρίνονται για τη χάρη τους καθώς και για έναν τόνο αισθησιασμού (τα ειδώλια αυτά είναι γνωστά ως “Ταναγραίες”). Στο ρωμαϊκό κόσμο, τέλος, παρατηρείται περαιτέρω βελτίωση της κοινωνικής θέσης των γυναικών. Αποκτούν μεγαλύτερη ελευθερία και θεσμοθετημένο δικαίωμα στην εκπαίδευση ενώ η μόρφωση και η γενικότερη καλλιέργειά τους είναι ένα στοιχείο που χαίρει ιδιαίτερης εκτίμησης.
Θεώνη Γεωργοπούλου
Αρχαιολόγος-Μουσειολόγος

ΑΠΟ CYCLADIC ART

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 16 Ιανουαρίου 2014

Η σχέση τους ξεκινάει από την αρχή της συνεργασίας. Το ίδιο διαπιστώνεται ακόμη και στα φυτά και στα άλγη. Το ένα αφομειώνει την ανόργανη ουσία και το άλλο την οργανική, επιτυγχάνοντας αμοιβαία συμβίωση και τη διατήρησή τους.
Η κοινωνική λειτουργία έχει συνδεθεί με την ανώτερη πνευματική κατάσταση. Το τεράστιο αυτό φαινόμενο της κοινωνίας θα ήταν απραγματοποίητο χωρίς την πνευματική εξέλιξη. Οι μέλισσες, που ειναι κοινωνικά ζώα, έχουν ανώτερη διανόηση από τα λοιπά έντομα. Η κοινωνία οξύνει τη νοητική λειτουργία. Η ανθρώπινη υπόσταση συμπλέκεται και είναι αδιανόητη πλέον έξω από την κινωνική λειτουργία, που αποτελεί ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της κοσμικής λειτουργίας.

Καινούργια δημιουργία και όπως είναι φυσικό καινούργιες σχέσεις και επήρειες, που τις θεμελιώνουν κατά κύριο λόγο οι μεταβολές, γιατί προς μεν τον εξωτερικό κόσμο όλο το ανθρώπινο γένος έχει ομοιόμορφες σχέσεις, ενώ κάθε άτομο έχει προς την κοινωνία ιδιοσύστατες σχέσεις που δεν συναντώνται σε άλλου είδους κοσμικά γεγονότα. Η ιδιοτυπία τους βγαίνει από την ομοιότητα των στοιχείων που την αποτελούν, από τις ταυτόχρονες ίδιες και αντίθετες επιδιώξειςπου δημιουργούν την οξύτερη διαλεκτική κατάσταση, το οξύτερο φιλοσοφικό πρόβλημα.

Τα στοιχεία της κοινωνίας δεν είναι απλά κύτταρα που συνδέονται και λειτουργούν προς την ίδια κατεύθυνση. Είναι μονάδες αυθύπαρκτες και αυθυπόστατες,είναι ατομικότητες που ακόμη και η αυταπάρνησή τους γίνεται για θετικές επιδιώξεις. Οι ατομικότητες βρίσκονται σε διαρκή σύγκρουση και μόνο το πέρασμα των αιώνων και η πνευματική πείρα έχει διδάξει από τα αποτελέσματά τους, τη θυσία και την πίστη. Και ότι ο άνθρωπος είναι μέρος του κόσμου, δεν είναι ο ίδιος ο κόσμος. Γαιτί αν ήταν, ο Θεός,το Σύμπαν, δεν θα έιχε σχέση με τον εαυτό του, αλλά θα ανήκε σε άλλον κόσμο.

Οι αλήθεις που τον υπηρετούν, θίγουν την κοινωνική ισορροπία και το περιεχόμενο των επιδιώξεων απομακρύνεται από το άμεσο περιβάλλον, προσπαθώντας να βρει τους νόμους που ρυθμίζουν τη δράση του με μιαν αφοσίωση που φτάνει και στην απάρνηση του εαυτού του. Θυσία για κάτι γενικότερο, υπερβατικό, που του έχει γεννήσει η ύπαρξη της κοινωνίας. Οι λύσεις που αναζητούνται στα κοινωνικά προβλήματα δίδονται από τα άτομα. Το άτομο είναι εμποτισμένο από μια ψυχική ουσία, ιδιαίτερα χαρακτηριστική, που δίδει την ατομικότητα.

Η ατομικότητα το ξεχωρίζει από τον άλλο κόσμο, το χωρίζει, το απωθεί από κάθε άλλο άτομο. Η ίδια αυτή ουσία είναι διάχυτη σ’ όλα τα άτομα και αυτή δημιουργεί ένα πεδίο όπου απωθούνται όλες οι ατομικότητες. Απωθούνται, δεν έλκονται. Αυτό είναι το διακριτό της κοινωνίας. Το υπόβαθρο αυτό σχηματίζεται και προσδιορίζεται από την απώτερη αποστολή του Είναι να διατηρηθεί, να μην απολεσθεί. Αυτή είναι η κυριαρχούσα ύλη της ψυχής,που την οδηγεί στην άρνηση όλων των υπάρξεων, για τη διατήρηση της ίδιας ύπαρξης.

Αυτή η ψυχική παρόρμηση προκαλεί όλες τις αλλοιώσεις, τις μεταβολές και τις δημιουργίες που συνταράσσουν και τη μεγάλη, την πρωταρχική δημιουργία απ’ ‘οπου προέρχεται και ο άνθρωπος. Ολες οι λοιπές είναι παράγωγά της. Θεωρείται η αντίληψη του φρόυντ υποδεέστερη, γιατί η αναπαραγωγή, το ερωτικό συναίσθημα, δεν είναι πρωταρχικό, είναι παράγωγο. Προέχει η προστασία της ύπαρξης. Ολες οι αρνήσεις σ’ αυτό το νόημα οδηγούν σε κατάφαση της ζωής, που επιδιώκεται με συνδυασμούς που διαρκώς αλλάζουν και που πρσφέρονται στο βωμό της ύπαρξης. Από την αρχική αυτή θέση γεννήθηκε, μέσω του πνευματικού μηχανισμού, η αντίθεση, η έλξη με χίλιες δυο μορφές, που αποβλέπει στον ίδιο σκοπό, βαδίζοντας άλλο δρόμο, έμμεσο, καταργώντας και θεωρώντας την πρώτη θέση, την άμεση, επικίνδυνη για την ίδια την ύπαρξη.

Η διαλεκτική των ιδεών της ατομικότητας και της συνεργασίας προσδιορίζει την περαιτέρω εξέλιξη του σχήματος. Αποτελεί τώρα ένα απέραντο πεδίο της δράσης της ανθρώπινης συνείδησης, που προσπαθεί να συμβιβάσει σε διαρκείς συνθέσεις τις αντικειμενικές θέσεις και να διατυπώσει τους νόμους της δυνατής ισορροπίας, που όσο κι αν πάσχισε δεν μπόρεσε ακόμη να τους προσδιορίσει. Οι ιδέες και η τεχνική δίνουν τη μορφή κάθε εποχής. Οι ιδέες και η τεχνική είναι αποτέλεσμα της νοητικής λειτπυργίας και κατάστασης. Η τεχνική είναι το μέσον για την εξυπηρέτηση σκοπών. Ετσι εμφανίζονται οι καινούργιες κοινωνίες και σβήνουν οι παλιές.

Εξαφανίζεται η άμεση εξάρτηση και επορροή και δημιουργούνται εξαρτήσεις βάσει κανόνων γενικής εφαρμογής. Για να φτάσει κανείς σ’ ένα τέρμα, πρέπει να καρταγήσει και τις δυο, όπως παρουσιάζονται, αναγκαιότητες. Την ατομική και την κοινωνική. Και να κτίσει μια καινούργια σχέση σύμφωνα με τη μεγάλη αναγκαιότητα των χρόνων που περνάει η ανθρωπότητα. Η κατάργηση των συγκρούσεων, που είναι λογικό υπόβαθρο της ανθρώπινης συμβίωσης, είναι ιδανικό που απαιτεί τη συνεισφορά και την τροποποίηση.

Του Στέλιου Συρμόγλου

Από freepen

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 16 Ιανουαρίου 2014

Το  Baba Gurgur («Ο Πατέρας της Φωτιάς») είναι μια περιοχή κοντά στην πόλη Κιρκούκ, στο Βόρειο Ιράκ, γνωστή για την αιώνια φωτιά που καίει εκεί αδιάλειπτα και εκτιμάται ότι αυτό συμβαίνει για πάνω από 4000 χρόνια.

Το πεδίο πετρελαίου Baba Gurgur περιγράφηκε ήδη από τον Ηρόδοτο (περ. 484-425 π.Χ. ) και ορισμένοι πιστεύουν ότι είναι το πύρινο καμίνι που αναφέρεται στο βιβλίο του Δανιήλ, της Παλαιάς Διαθήκης, όπου ο βασιλιάς της Βαβυλώνας Ναβουχοδονόσορ (630 – 562 π.Χ.) έριξε τρεις Εβραίους που αρνήθηκαν να προσκυνήσουν το χρυσό είδωλό του.

 
Οι φλόγες καίνε ασταμάτητα και έχουν σημαντική συμβολική αξία για τους κατοίκους του Κιρκούκ. Οι φλόγες είναι αποτέλεσμα του φυσικού αερίου που διαρρέει μέσω των ρωγμών στα πετρώματα της περιοχής, δημιουργώντας ένα εντυπωσιακό τοπίο. Θρύλοι και μύθοι ακολουθούν τις άσβεστες φλόγες ανά τους αιώνες, ενώ ολόκληρη η περιοχή αποτελεί ένα από τα σηματικότερα σημεία εξαγωγής πετρελαίου στο Ιράκ.
Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 16 Ιανουαρίου 2014

Η ΘΑΛΑΣΣΑ

Ἡ θάλασσα εἶναι σὰν τὸν ἔρωτα:
μπαίνεις καὶ δὲν ξέρεις ἂν θὰ βγεῖς.
Πόσοι δὲν ἔφαγαν τὰ νιάτα τους –
μοιραῖες βουτιές, θανατερὲς καταδύσεις,
γράμπες, πηγάδια, βράχια ἀθέατα,
ρουφῆχτρες, καρχαρίες, μέδουσες.
Ἀλίμονο ἂν κόψουμε τὰ μπάνια
Μόνο καὶ μόνο γιατί πνίγηκαν πεντέξι.
Ἀλίμονο ἂν προδώσουμε τὴ θάλασσα
Γιατὶ ἔχει τρόπους νὰ μᾶς καταπίνει.
Ἡ θάλασσα εἶναι σὰν τὸν ἔρωτα:
χίλιοι τὴ χαίρονται – ἕνας τὴν πληρώνει.

ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΠΩ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ

Ἐγκαταλείπω τὴν ποίηση δὲ θὰ πεῖ προδοσία,
δὲ θὰ πεῖ ἀνοίγω ἕνα παράθυρο γιὰ τὴ συναλλαγή.
Τέλειωσαν πιὰ τὰ πρελούδια, ᾖρθε ἡ ὥρα τοῦ κατακλυσμοῦ.
Ὅσοι δὲν εἶναι ἀρκετὰ κολασμένοι πρέπει ἐπιτέλους νὰ σωπάσουν,
νὰ δοῦν μὲ τί καινούριους τρόπους μποροῦν νὰ ἀπαυδήσουν τὴ ζωή.
Ἐγκαταλείπω τὴν ποίηση δὲ θὰ πεῖ προδοσία.
Νὰ μὴ μὲ κατηγορήσουν γιὰ εὐκολία, πὼς δὲν ἔσκαψα βαθιά,
πὼς δὲ βύθισα τὸ μαχαίρι στὰ πιὸ γυμνά μου κόκαλα.
ὅμως εἶμαι ἄνθρωπος κι ἐγώ, ἐπιτέλους κουράστηκα, πῶς τὸ λένε,
κούραση πιὸ τρομαχτικὴ ἀπὸ τὴν ποίηση ὑπάρχει;
Ἐγκαταλείπω τὴν ποίηση δὲ θὰ πεῖ προδοσία.
Βρίσκει κανεὶς τόσους τρόπους νὰ ἐπιμεληθεῖ τὴν καταστροφή του.

 
 
 
Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 13 Ιανουαρίου 2014

ΤΟ ΧΡΩΜΑ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ

Ποιο το χρώμα της αγάπης
ποιος θα μου το βρει;

Να `ναι κόκκινο σαν ήλιος
θα καίει σαν φωτιά.
Κίτρινο σαν το φεγγάρι
θα `χει μοναξιά.

Να `χει τ’ ουρανού το χρώμα
θα `ναι μακριά.
Να `ναι μαύρο σαν τη νύχτα
θα `ναι πονηρή.

Ποιο το χρώμα της αγάπης
ποιος θα μου το βρει;

Να `ναι άσπρο συννεφάκι
φεύγει και περνά.
Να `ναι άσπρο γιασεμάκι
στον ανθό χαλά.
Να `ναι άσπρο γιασεμάκι
στον ανθό χαλά.

Να `ναι το ουράνιο τόξο
που δεν πιάνεται
Όλο φαίνεται πως φτάνω
κι όλο χάνεται.
Όλο φαίνεται πως φτάνω
κι όλο χάνεται.

Ποιο το χρώμα της αγάπης
ποιος θα μου το βρει

 

ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

Της αγάπης το βιβλίο
απ’ τα χρόνια τα παλιά
το έγραφε ένας προφήτης
σε μια σκοτεινή σπηλιά

Στο κεφάλαιο το πρώτο
γράφει «τα ερωτικά»
οι σελίδες του μουτζούρες
κι όλο ερωτηματικά

Για της μάνας την αγάπη
λέει πως είναι φυλακή
δίχως κάγκελα και πόρτα
κι όμως μέσα μας κρατεί

Στη σελίδα δεκαοχτώ
γράφει: ενοχή – ανοχή
ο όρκος υπήρξε ποτέ
απόδειξη αγάπης
και πιο κάτω
η αγάπη έχει δεν έχει αντέχει

Κείνο το ακριβό βιβλίο
δεν το τέλειωσε ποτές
του έμεινε στις σημειώσεις
κι οι σελίδες του λευκές

Κείνο το ακριβό βιβλίο
σκονισμένο και παλιό
ίσως να το τελειώσει

ΤΟ ΟΧΙ ΑΠΟΚΟΙΜΗΘΗΚΕ ΣΤΗΝ ΑΓΚΑΛΙΑ ΤΟΥ ΝΑΙ

Ανάμεσα στο όχι
και στο κρυμμένο ναι
χάθηκε η ζωή μου
μεγάλε ουρανέ.

Δεν κρύβεται στη νύχτα
το άσπρο γιασεμί.
Λύγισε η αγάπη όταν είπες μη,
λύγισε η αγάπη όταν είπες μη.

Βγαίνω στον αέρα
με χάρτινο φτερό.
Μακριά σου δεν αντέχω,
κοντά σου δεν μπορώ.
Κοντά σου δεν αντέχω,
μακριά σου δεν μπορώ.

Χαμήλωσε τα φώτα
μεγάλε ουρανέ,
το όχι αποκοιμήθηκε
στην αγκαλιά του ναι,
το όχι αποκοιμήθηκε
στην αγκαλιά του ναι.

ΤΟ ΔΑΚΡΥ ΤΗΣ ΧΑΡΑΣ

Δεν έχω τι να πω
το ξέρω σ’ αγαπώ
μα φεύγω πριν χαθείς
για να με ξαναβρείς.

Το δάκρυ της χαράς
έρχεται σαν γυρνάς
σαν σύννεφο βροχής
στη διψασμένη γη.

Ποιος θα το φανταστεί
πως η αγάπη αυτή
αγγίζει την καρδιά
μονάχα από μακριά.

ΠΟΥ ΚΑΤΟΙΚΕΙ  Η ΑΓΑΠΗ

Άλφα, βήτα, γάμα, δέλτα
σκόνη γίνεται κι η πέτρα
έψιλον, ζήτα, ήττα, θήτα
μοιάζει η νίκη με την ήττα

 η σιωπή δε φέρνει αμηχανία
το ναι και τ’ όχι αν το λες
με ίδια ευκολία,
εκεί η αγάπη κατοικεί.

Τα βήματα όταν ακούς
και τα γνωρίζεις
δεμένος μα ελεύθερος βαδίζεις,
εκεί η αγάπη κατοικεί.

Όταν ρωτάς πώς, πότε, πού, γιατί;
Η αγάπη εκεί δεν κατοικεί.

Αν ένα βλέμμα δίδεις
κι όμως περισσεύγει
κρυφοκοιτάς πίσω απ’ το τζάμι
όταν φεύγει,
εκεί η αγάπη κατοικεί.

Άμα ρωτάς πώς, πότε, πού, γιατί;
Η αγάπη εκεί δεν κατοικεί.
Άμα ρωτάς πώς, πότε, πού, γιατί;
ίσως και κει να κατοικεί.

Μα αν δεν μπορείς να συγχωρείς
πού μένει η αγάπη δε θα βρεις.

H AΛΦΑΒΗΤΑ

Βι, γα, δε, ζι, θι
κα, λα, μι, νι, ξι
πι, ρο, σίγμα, ταυ
φι, χι, ψι

Γιώτα, κάπα, λάμδα, μι
πόσο αξίζει μια στιγμή
νι, ξι, όμικρον, πι, ρο
φεύγω μα σε καρτερώ

Σίγμα, ταυ, ύψιλον, φι
μοναξιά στην κορυφή
με το χι, το ψι, το ωμέγα
μια παλικαριά `ναι η φεύγα

ΚΟΚΚΙΝΑ ΧΕΙΛΗ ΦΙΛΗΣΑ

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 13 Ιανουαρίου 2014

Το κρασί που περιείχε δηλητήριο από το φυτό ελλέβορο, είναι πιθανό να ευθύνεται για το θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου, όπως εκτιμά ο κορυφαίος νεοζηλανδός τοξικολόγου, δρ. Λίο Σκεπ, που μόλις δημοσιεύθηκε στο διεθνές περιοδικό κλινικής τοξικολογίας Clinical Toxicology.

Οι ερευνητές επιχειρούν εκ νέου να φωτίσουν το μυστήριο του θανάτου του Αλεξάνδρου, το οποίο απασχολεί τους ιστορικούς και τους επιστήμονες εδώ και τουλάχιστον 2.000 χρόνια. Μερικοί πιστεύουν ότι πέθανε από φυσικά αίτια και άλλοι ότι δολοφονήθηκε με δηλητήριο από τον περίγυρό του.

Ο θάνατός του επήλθε το 323 πΧ στο παλάτι του στη Βαβυλώνα, όταν ο Έλληνας βασιλιάς ήταν μόνο 32 ετών.

Ο Αλέξανδρος, σύμφωνα με το «βασιλικό ημερολόγιο» που πιστεύεται ότι διετηρείτο στην αυλή του, εμφάνισε σταδιακά αυξανόμενο πυρετό και μετά από μια ασθένεια 12 ημερών, κατά την οποία δεν μπορούσε πλέον να περπατήσει και να μιλήσει, πέθανε κληροδοτώντας μια απέραντη αυτοκρατορία στους διαδόχους του.

Μεταξύ των ιατρικών «σεναρίων» που έχουν κατά καιρούς προταθεί για τον θάνατό του, είναι η σωρευτική επίπτωση από προηγούμενα τραύματά του σε μάχες (με τελική συνέπειά την οριστική κατάρρευσή του), οι επιπλοκές από την υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ (που οδήγησαν σε ηπατίτιδα και οξεία παγκρεατίτιδα), η κατάθλιψη, κάποια οργανική ανωμαλία εκ γενετής, καθώς επίσης το ανθυγιεινό περιβάλλον της Βαβυλώνας, στο οποίο ήλθε να προστεθεί κάποια λοίμωξη λόγω ελονοσίας, τυφοειδούς πυρετού ή άλλης ασθένειας που οφειλόταν σε ιό ή παράσιτο.

Εκτός από τις ανωτέρω πιθανές φυσικές αιτίες, παραμένει πάντα η πιθανότητα της δηλητηρίασης. Ο δρ Σκεπ και οι συνεργάτες του από το Εθνικό Κέντρο Δηλητηρίων του πανεπιστημίου Οτάγκο της Νέας Ζηλανδίας και το πανεπιστήμιο του Μπέρμιγχαμ της Βρετανίας, θεωρούν αδύνατο να ευθύνεται κάποιο γνωστό δηλητήριο όπως το αρσενικό ή η στρυχνίνη, όπως υποστηρίζουν μερικές θεωρίες, γιατί τότε ο θάνατός του θα ήταν πολύ πιο γρήγορος.

Ως πιο πιθανό ένοχο θεωρούν ένα δηλητηριώδες φυτό (με την επιστημονική ονομασία Veratrum album), που ανήκει στην οικογένεια των κρίνων και είναι γνωστό ως λευκός ελλέβορος.

Το εν λόγω φυτό συχνά εχρησιμοποιείτο από τους αρχαίους Έλληνες ως βότανο κατά του εμετού και, επιπλέον, είναι σε θέση να επιφέρει ένα τόσο βραδύ θάνατο.

Ο Λίο Σκεπ αναφέρει ότι η δηλητηρίαση από ελλέβορο χαρακτηρίζεται από γαστρικούς πόνους, ναυτία, εμετούς, βραδυκαρδία, υπόταση και σοβαρή μυϊκή αδυναμία, συμπτώματα που ο Μέγας Αλέξανδρος εμφάνισε, σύμφωνα με τις περιγραφές (όπως του ιστορικού Διόδωρου) των τελευταίων ημερών της ζωής του.

Πάντως ο Νεοζηλανδός τοξικολόγος παραδέχτηκε ότι, παρά τη μεγάλη έρευνά του πάνω στο ζήτημα (μελετά την αιτία θανάτου του Μακεδόνα στρατηλάτη από το 2003), το συμπέρασμά του δεν μπορεί παρά να είναι μια ακόμα θεωρία, καθώς η πραγματική αιτία θανάτου σήμερα πια δεν μπορεί να αποδειχτεί. «Ποτέ δεν θα ξέρουμε σιγουριά», τόνισε.

Aπό το ΕΘΝΟΣ

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 7 Ιανουαρίου 2014
«Να συνεχίσω να κοιτάζω γύρω μου – περισσότερο όμως -, να παρατηρώ όχι μόνο τον εαυτό μου αλλά και τους άλλους και τα πάντα -, να τα δέχομαι για αυτό που είναι». «Πρέπει να καταβάλω μεγάλη προσπάθεια να “δουλέψω” τα σημερινά προβλήματα και τις φοβίες που έχουν προκύψει από το παρελθόν μου – κάνοντας πολύ πολύ πολύ μεγαλύτερη προσπάθεια στην ψυχανάλυσή μου. Και να είμαι εκεί πάντα στην ώρα μου – καμία δικαιολογία να αργώ». «Να προσπαθήσω να διασκεδάζω όποτε μπορώ… Ετσι και αλλιώς, θα είμαι αρκετά δυστυχισμένη». Αυτά έγραφε, μεταξύ άλλων, η 29χρονη Μέριλιν Μονρόε στη «θρυλική» δερματόδετη ατζέντα της τον χειμώνα του 1955 (σήμερα μπορεί κανείς να τα βρει μαζί με διάφορα άλλα «θραύσματα» ζωής της πιο εύθραυστης ξανθιάς του Χόλιγουντ στο βιβλίο «Fragments: Poems, Intimate Notes, Letters» που κυκλοφόρησε το 2010). Δεσμεύσεις για το μέλλον που λίγα χρόνια αργότερα πνίγηκαν σε ένα μπουκαλάκι βαρβιτουρικά.
 
Οπως έγραφαν πριν από καιρό οι «New York Times», όλες αυτές οι λίστες με τις αποφάσεις-αυτοδεσμεύσεις για την καινούργια χρονιά (οι λεγόμενες «New Year’s resolutions») είναι ό,τι πιο αισιόδοξο και ταυτόχρονα ό,τι πιο κυνικό μπορείς να επιβάλεις στον εαυτό σου. Πρωτίστως, διότι η υπόσχεση ότι αυτή τη φορά, ναι, θα αλλάξεις, μπορεί μεν να εκπηγάζει από την ασίγαστη πίστη στην ανθρώπινη αυτοβελτίωση (π.χ. «Εφέτος θα τα χάσω τα 15 κιλά» ή «Εφέτος θα προσπαθήσω να στρεσάρομαι λιγότερο στη δουλειά»), αλλά η «συσκευασία» που χρησιμοποιείς, η νοητική δηλαδή λίστα με όλα εκείνα που θα αλλάξεις, είναι τόσο τυραννική και εμπεριέχει τόσο σκεπτικισμό ως προς την αίσια έκβαση του εγχειρήματος, που συχνά οδηγεί στην αποτυχία («Ok, και 11 κιλά να καταφέρω να χάσω, μια χαρά θα είμαι» ή «Θα προσπαθήσω τουλάχιστον να μη στρεσάρομαι τόσο ώστε να φτάνω να έχω ιλίγγους και ταχυπαλμίες»).
 
Οι λίστες του νέου έτους είναι όπως οι άλλες, οι εξίσου φρούδες, που απαντά κανείς σε βιβλία, εγχειρίδια και εορταστικά τεύχη εντύπων ανά τον πλανήτη. Πόσα επεισόδια του «Breaking Bad» πρέπει να έχεις δει προτού πεθάνεις, 100 πράγματα που πρέπει να κάνεις προτού γεράσεις, 100 πράγματα που πρέπει να κάνεις προτού κλείσεις τα 16, 100 βιβλία που πρέπει να έχεις διαβάσει μέχρι να εκπνεύσει το 2013, 500 πράγματα που πρέπει να φας πριν να είναι πολύ αργά (και τα καλύτερα μέρη να τα φας), 150 θεατρικές παραστάσεις που πρέπει να έχεις δει για να μη θεωρούν όλοι ότι είσαι ένα αυτάρεσκο «σκουλήκι» που ζει μόνο μέσα από τα posts του στο Facebook.
 
Τον περασμένο Οκτώβριο ο Ρίτσαρντ Οσμαν έγραφε στον «Guardian» ότι αυτή η σύγχρονη εμμονή με τις λίστες αγγίζει τα όρια της παθολογίας. Και αυτό που δεν συνυπολογίζεται είναι η καθημερινή, φθοροποιός ζωή ανάμεσα στις… λίστες. «Ο μέσος άνθρωπος ζει 701.844 ώρες. Από αυτές, 233.600 ώρες θα κοιμάσαι (περισσότερες αν είσαι φαν του κρίκετ). Θα δουλεύεις 74.060 ώρες (λιγότερες αν είσαι ο Γιουσέιν Μπολτ) και θα περιμένεις τα παιδιά σου να κάνουν γρήγορα και να φορέσουν επιτέλους τα παπούτσια τους 11.850 ώρες». Ακόμη και όλα τα επεισόδια του «Breaking Bad» που σου λένε ότι πρέπει να δεις είναι πολύτιμος χρόνος: 61 ώρες, ήτοι το 0,000667% της υπόλοιπης ζωής σου.

Εντάξει, είναι σχεδόν «βιολογική ανάγκη να αποζητάς τον καλύτερό σου εαυτό κάθε 1η Ιανουαρίου, αλλά και μια γενετική ανικανότητα να τον αποκτήσεις». Αν ανήκεις στον μέσο όρο, δεν είσαι δηλαδή καλός στο να κάνεις τις λίστες σου «πραγματικότητα» (είναι παρηγορητικό, πάντως, το γεγονός ότι το 55% των Αμερικανών σήμερα δεν μπαίνουν καν στον κόπο να τις συντάξουν), μπορεί πάντα να αφήσεις την αλλαγή να έρθει μόνη της. Σιωπηρά, χωρίς μεγαλοστομίες και φανφάρες. Οπως έγραφε το 1960 η αμερικανίδα θεατρική συγγραφέας Λίλιαν Χέλμαν (στα «Παιχνίδια στη σοφίτα»): «Οι άνθρωποι αλλάζουν και ξεχνούν να το πουν ο ένας στον άλλον”
 
Από το ΒΗΜΑgasino
Λένα Παπαδημητρίου
Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 1 Ιανουαρίου 2014

Ο εορτασμός του νέου έτους είναι μία από τις αρχαιότερες γιορτές.

Πολλοί πιστεύουν ότι ξεκίνησε στην αρχαία Βαβυλώνα περίπου 4.000 χρόνια πριν, την Άνοιξη, κατά το πρώτο νέο φεγγάρι μετά την εαρινή ισημερία. Για πολλά χρόνια, οι Ρωμαίοι γιόρταζαν ως Πρωτοχρονιά, την πρώτη Μαρτίου. Το 46 π.Χ., όμως, ο Ιούλιος Καίσαρας εφάρμοσε ένα νέο ημερολόγιο, αυτό που ισχύει και σήμερα, με αποτέλεσμα να μετρά ως πρώτη του χρόνου, η πρώτη Ιανουαρίου. Ο μήνας αυτός έχει πάρει το όνομά του από τον Θεό των Ρωμαίων Ιανό, o οποίος πάντα απεικονίζεται με δύο πρόσωπα, με το ένα να κοιτάζει πίσω στον παλιό χρόνο και το άλλο, μπροστά, στο νέο έτος. Οι γιορτές των Ρωμαίων ονομάζονταν Calends (calendar=καλεντάρι=ημερολόγιο) και οι άνθρωποι στόλιζαν τα σπίτια τους και αντάλλασσαν δώρα.

Η ορθόδοξη εκκλησία της εποχής κυρίως του Μεγάλου Κωνσταντίνου, επειδή ήθελε να χωρίσει τους χριστιανούς από τους ειδωλολάτρες, απαγόρευε στους πρώτους να γιορτάζουν την Πρωτοχρονιά, όπως οι δεύτεροι. Τα αποτελέσματα της απαγόρευσης αυτής ήταν πολύ μικρά. Απαλείφθηκαν μόνο τα στοιχεία εκείνα που έρχονταν σε ευθεία αντίθεση προς τη χριστιανική ηθική.

Τα έθιμα της Πρωτοχρονιάς: Η Πρωτοχρονιά, όπως αυτή διαμορφώθηκε κάτω από την επίδραση της εκκλησίας και τη σύνδεσή της με τη γιορτή του Αγίου Βασιλείου, διαιωνίστηκε έως σήμερα ως λαϊκή γιορτή με έθιμα στις περιοχές όλης της Ελλάδας. Έθιμα, όμως, της Πρωτοχρονιάς υπάρχουν και στον υπόλοιπο κόσμο. Πολλά δε από αυτά έχουν καθιερωθεί και στη χώρα μας. Τα έθιμα της Πρωτοχρονιάς σχετίζονται κυρίως με το καλότυχο της χρονιάς που έρχεται. Όπως για παράδειγμα, το σπάσιμο του ροδιού, που λόγω των πολλών σπόρων του παραπέμπει στην ευχή για πολλαπλασιασμό των αγαθών ή το κρέμασμα της αγριοκρεμμύδας, φυτό μεγάλης αντοχής. Από φόβο για τα μελλούμενα γίνεται και το ποδαρικό, η υποδοχή του πρώτου προσώπου που θα μπει στο σπίτι μας όταν αλλάξει ο χρόνος. Μικρά παιδιά και γενικά καλορίζικοι άνθρωποι προσκαλούνταν να κάνουν ποδαρικό, ώστε η οικογένεια να απαλλαχτεί από οτιδήποτε κακό. Την καλοτυχία τη χρονιά που έρχεται επιδιώκουν και όσοι παίζουν χαρτιά ή τυχερά παιχνίδια, έθιμο που σχετίζεται με την ανάγκη της πρόγνωσης του μέλλοντος, όπως και άλλες, λιγότερο γνωστές, συνήθειες. Όπως για παράδειγμα η τοποθέτηση φύλλων ελιάς στο τζάκι ή κόκκων σιταριού στη στάχτη. Το κάψιμό τους έδινε στοιχεία μαντέματος για την κατάσταση της υγείας των παρευρισκομένων κατά τη διάρκεια του νέου έτους κλπ.

Η γαλοπούλα, ως βασικό φαγητό την ημέρα της Πρωτοχρονιάς, ήρθε στην Ελλάδα από τη Βόρεια Ευρώπη. Οι κάτοικοι εκεί αρχικά μαγείρευαν μεγάλα πουλιά για το γιορτινό γεύμα. Προτιμούσαν τους φασιανούς, τις χήνες και τα παγόνια. Όταν όμως δοκίμασαν τη γαλοπούλα, την καθιέρωσαν ως το κατεξοχήν πρωτοχρονιάτικο γεύμα. Το έθιμο της γαλοπούλας έφτασε στην Ευρώπη από το Μεξικό το 1824 μ.Χ. Στην Ελλάδα παραδοσιακό φαγητό για την Πρωτοχρονιά ήταν το χοιρινό κρέας, όπως και για τα Χριστούγεννα.

Ο Αη-Βασίλης :Ανήμερα την Πρωτοχρονιά οι ορθόδοξοι χριστιανοί γιορτάζουν τη μνήμη του Αγίου Βασιλείου από την Καισάρεια. Βεβαίως, στις βιτρίνες των καταστημάτων επικρατεί ένας άλλος Άγιος, ο οποίος έρχεται από την παγωμένη Λαπωνία, γνωστός ως Santa Claus. Ο άγιος αυτός δεν έχει καμιά σχέση με τον δικό μας. Πρόκειται για τον Άγιο Νικόλαο. Ο δικός μας Άγιος Βασίλειος έρχεται την ημέρα της Πρωτοχρονιάς από την Καισάρεια και είναι ο φιλάνθρωπος επίσκοπος, ένας από τους Τρεις Ιεράρχες, ενώ ο Santa Claus ήρθε από την Αμερική και ο σκοπός της ύπαρξής του ήταν να διαφημίσει γνωστό αναψυκτικό. Δημιουργός του, δε, υπήρξε ο Αμερικανός σκιτσογράφος Τόμας Ναστ, το 1862.

Η βασιλόπιτα: Η πίτα, που φτιάχνουμε την παραμονή της Πρωτοχρονιάς και κόβεται παρουσία όλων των μελών της οικογένειας, ή και άλλων συγγενών και φίλων, έχει τις ρίζες της στα αρχαία ελληνορωμαϊκά έθιμα. Στα Κρόνια (εορτή του θεού Κ(Χ)ρόνου, που λατρευόταν στην Ελλάδα) και στα Σατουρνάλια (saturnalia) της Ρώμης έφτιαχναν γλυκά και πίτες, μέσα στα οποία έβαζαν νομίσματα και σε όποιον τύχαινε το κομμάτι ήταν ο τυχερός της παρέας. Η ορθόδοξη παράδοση συνέδεσε το έθιμο με τη βασιλόπιτα και την ιστορία του Άγιου Βασιλείου, ο οποίος για να προστατεύσει την περιφέρειά του, την Καισάρεια της Καππαδοκίας, από επιδρομή αλλόφυλων, έκανε έρανο και μάζεψε χρυσά νομίσματα και άλλα τιμαλφή για να τα δώσει στους εχθρούς, ώστε να τους δελεάσει και να μη λεηλατήσουν την περιοχή του. Ο εχθρός, όμως, τελικά δεν κατόρθωσε να εισβάλει στην Καισάρεια και τα τιμαλφή έμειναν. Τότε, ο Μέγας Βασίλειος είπε να φτιάξουν μικρές πίτες – ψωμάκια, μέσα στις οποίες έβαζαν και ένα χρυσό νόμισμα, ή κάτι άλλο από όλα τα πολύτιμα πράγματα, που είχαν συγκεντρωθεί. Οι πίτες αυτές μοιράστηκαν σε όλους και ο καθένας κρατούσε ό,τι του τύχαινε. Το έθιμο της βασιλόπιτας είναι πανελλαδικό και η καταγωγή της έχει ρίζες στην αρχαιότητα. Εορταστικούς άρτους για καλοτυχία παρασκευάζονταν κατά τη διάρκεια αρχαίων γιορτών. Επίσης, είναι γνωστές οι εξευμενιστικές προσφορές προς τους νεκρούς και τα πνεύματα. Βασιλόπιτα παρασκευαζόταν σε όλη τη χώρα, με παραλλαγές. Στη Θεσσαλία, για παράδειγμα, έφτιαχναν πίτα με φύλλα. Μέσα έβαζαν λίγο κλήμα, τριφύλλι, καλαμπόκι, φασόλι, άχυρο. «Κάθε κομμάτι είχε και από κάτι και αυτό που τύχαινε στον καθένα σήμαινε ότι θα έπρεπε να τον απασχολήσει ως καλλιέργεια το επόμενο έτος ή απλά ότι θα πήγαινε καλά η συγκεκριμένη σοδειά τη χρονιά αυτή» σημειώνει ο κ. Ευάγγελος Καραμανές, ερευνητής του Κέντρου Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών, και συνεχίζει: «Στη Μικρά Ασία, όπου το πλαίσιο ήταν πιο αστικό, συνηθιζόταν το γλύκισμα ή το γλυκό ψωμί ζυμωμένο με διάφορα ζυμαρικά. Στη Μακεδονία και τη Θεσσαλία, όπου ο πληθυσμός ήταν πιο αγροτικός, έφτιαχναν τυρόπιτα ή κρεατόπιτα. Η πίτα ήταν το πιο συνηθισμένο φαγητό για τους ανθρώπους της περιοχής. Απλώς, στις γιορτές ήταν πιο πλούσιο γιατί έβαζαν μέσα κρέας κότας». Με το κόψιμο της πίτας το μεσημέρι της Πρωτοχρονιάς, συνήθως από τον μεγαλύτερο της οικογένειας, η παράδοση της βασιλόπιτας ολοκληρωνόταν. Σήμερα συνεχίζει να αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι του πολιτισμού μας, ενώ η τελετή κοπή της μπορεί να συνεχιστεί καθ’ όλη τη διάρκεια των πρώτων μηνών του χρόνου από σωματεία, ιδρύματα και οργανισμούς

Aπό philenews

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 25 Δεκεμβρίου 2013

Ερωτευτείτε αυτούς που δεν κωλώνουν μπροστά στο ανέφικτο, αυτούς που πιστεύουν στα θαύματα που δεν έχουν εξήγηση»

Ερωτευτείτε τη διανόηση που δε δέχεται να πρωταγωνιστήσει, που δε βγαίνει το μεσημέρι στη ΝΕΤ, που δε μπερδεύει τη μετριοπάθεια με τις ίσες αποστάσεις και την εξαθλίωση με το αναπόφευκτο. Τη διανόηση που πολεμά το αναπόφευκτο, που παθιάζεται, που καίγεται από αγάπη και αγωνία, που βρίσκει τη θέση της όταν ανάβει η μάχη. Τη διανόηση που φτύνει τον κόρφο της όταν την αποκαλείς διανόηση.

Ερωτευτείτε αυτούς που τραγούδησαν «το τίποτα δεν πάει χαμένο», φτύνοντας το πιο πικρό σφίξιμο της καρδιάς τους. Αυτούς που κλαίνε ξαφνικά και δίχως λόγο.

Ερωτευτείτε τα καφενεία του Γκόρπα, τα μπαρ του καλοκαιριού, τα τραπεζάκια έξω, το τάβλι δύο γέρων έξω απ’ τα άδεια μαγαζιά τους, τα σουβλάκια στα σκαλάκια των πολυκατοικιών, τις μπύρες στα δύο και το κορίτσι που περνάει ρίχνοντας λοξές ματιές. Τα ξυπόλυτα κορίτσια, τα κορίτσια που δεν ποζάρουν, τα κορίτσια του Ιουλίου, των αόρατων νησιών, τα κορίτσια με τα αλατισμένα μαλλιά και την κόκκινη μύτη. Αυτά είναι ο πραγματικός κόσμος, η αλήθεια, το τέλος και η άκρη του νοήματος. Τους αδύναμους. Δείτε. Η κούτα του άστεγου, το στοίβαγμα του μετανάστη, η αναζήτηση φαγητού στα σκουπίδια, ο απλήρωτος λογαριασμός. Υπάρχουμε και για να αναποδογυρίσουμε αυτό το ασυνάρτητο σύμπαν.

Ερωτευτείτε τους αυτόχειρες των χρόνων που ζούμε.  Τρέξτε κοντά τους, απλώστε το χέρι, σταθείτε προσοχή. Αν δεν καταφέρετε να συγκρατήσετε το κορμί τους, πριν αυτό αιωρηθεί οριστικά και αμετάκλητα, κρεμαστείτε μαζί τους. Αυτόν που έγραψε πρώτος το «οι μπάτσοι είναι παντού, αλλά ο έρωτας μας κάνει αόρατους» και αυτόν που το φωτογράφησε και αυτόν που το έκανε ριτουίτ και αυτόν που χαμογέλασε βλέποντάς το.

Ερωτευτείτε την πληγή του κυνηγημένου ξένου. Το φόβο του ανθρώπου χωρίς χαρτιά. Τη μοναξιά του ανθρώπου που πέρασε μέσα απ’ τις νάρκες και τα κύματα, για να πέσει απ’ το λυσσασμένο μαχαίρι του φασίστα. Τους διαδηλωτές που ανεβοκατεβαίνουν την Πανεπιστημίου, φωνάζοντας «αλληλεγγύη», φωνάζοντας «ελευθερία». Τις ομάδες σε γειτονιές και συνοικίες, που μαζεύουν ρούχα, που μαζεύουν φαγητά, ταινίες, υλικά και ανταλλάσσουν τα πάντα εκτός από χρήματα.

Αυτούς που βαριούνται να μιλήσουν για τη δουλειά ή τα λεφτά.Αυτούς που σου λένε το αγαπημένο τους χρώμα, το τραγούδι της εφηβείας τους, που θυμούνται το πρώτο κορίτσι που φίλησαν με τρυφερότητα και αυτούς που, σαν τον Χόλντεν, όταν λένε «καριέρα», εννοούν να προσέχουν τα παιδιά που παίζουν σε ένα τεράστιο γήπεδο κλοτσώντας μπάλες πάνω κάτω και τραγουδώντας στίχους χωρίς λόγια, μόνο λα λα λα. Τον Ντουρούτι, τον Ηλία Λάγιο και τον κλόουν του Μπελ. Τον Νίκο Καρούζο που πλήρωνε τα ποτά του με αυτοσχέδια ποιήματα σε χαρτοπετσέτες.

Ερωτευτείτε αυτούς που δεν κωλώνουν μπροστά στο ανέφικτο, αυτούς που πιστεύουν στα θαύματα που δεν έχουν εξήγηση, αλλά ούτε θρησκευτική προέλευση, αυτούς που αγαπούν τον ορθό λόγο επειδή υπηρετεί τον άνθρωπο και όχι το ανάποδο και αυτούς που δεν πίστεψαν σε οτιδήποτε ειπώθηκε οποτεδήποτε σε δελτίο ειδήσεων. Αυτούς που κολύμπησαν νύχτα μεθυσμένοι και αυτούς που πνίγηκαν επειδή δεν άντεξαν τη σκληρότητα του κόσμου.

Ερωτευτείτε τη φωνή του Αργύρη Μπακιρτζή, το «Θεέ μου μεγαλοδύναμε» και το παιδί που σφίγγει μια πέτρα στο χέρι, χωρίς να είναι σίγουρο ότι έχει δίκιο. Στα κρυφά, στη σιωπή, είμαστε σίγουροι ότι τουλάχιστον δεν έχει άδικο. Τον Χρήστο Βακαλόπουλο, που έλεγε για τον «Αύγουστο» του Νίκου Παπάζογλου, «το τραγούδι δεν είναι ερωτικό, αλλά ερωτευμένο». Μη δίνετε σημασία σε οτιδήποτε είναι ερωτικό, αλλά όχι ερωτευμένο.

Την Άννα Καρενινα, τη Μόνικα Βίτι, τη σερβιτόρα της διπλανής καφετέριας, τη Ροζάριο Ντόσον και όλες τις γυναίκες που έχουν αίμα μπερδεμένο, αίμα που έρχεται από δύο ή τρεις ηπείρους.

Ερωτευτείτε τον πατέρα κάποιου γαμπρού που με το τσιγάρο στο στόμα, μεθυσμένος, χορεύει το «Zεϊμπέκικο της Ευδοκίας».
Ερωτευτείτε το «αχ Παναγιά μου», στο τέλος κάθε τέτοιας μουσικής. Αυτόν που έγραψε «μην αγαπάς τον πλησίον, αλλά πλησίασε τον αγαπώντα». Την πιο μικρή ελιά στην κοιλιά της, τον απογευματινό ύπνο κάτω απ’ το αρμυρίκι ή την καρυδιά, την πιο λεπτή ειρωνεία, το παγάκι, την παρέα που κλαίει γελώντας και τη βουβαμάρα του καταστρώματος της επιστροφής.

Ερωτευτείτε το κορίτσι μου. Κάθε πρωί, κάθεται νυσταγμένη στην άκρη του κρεβατιού με γερμένους τους ώμους και τα χέρια να κρέμονται σαν τεράστιο εκκρεμές. Αυτή η εικόνα είναι η ασπίδα, η μολότοφ και το φωτόσπαθο που κρατάω στη χούφτα μου και με κάνει ιπτάμενο, απίθανο και ανήλικο.

Από inews24

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 22 Δεκεμβρίου 2013

Μέσα από τη θλίψη όλων των πραγμάτων
ακούω το σιγαλό τραγούδι της αιώνιας μητέρας

Εσύ είσαι η μεγάλη σταλαγματιά της δροσιάς κάτω από το φύλλο του λωτού
Εγώ είμαι η πιο μικρή στο απάνω μέρος του φύλλου

Ο καλλιτέχνης είναι ο εραστής της ζωής
γιαυτό είναι ο σκλάβος της, μαζί και ο αφέντης της

Τούτη η λαχτάρα είναι για κάτι που το αισθάνεται κάποιος στο σκοτάδι
μα δεν το βλέπει στο φως της ημέρας

Οι ρίζες είναι κλαδιά κάτω στη γη
Τα κλαδιά είναι ρίζες μες στον αέρα

Οι ανώνυμες ημέρες έχουν αφήσει το άγγιγμά τους απάνω στην καρδιά μου
σαν το μούσκλο στον κορμό του γέρικου δέντρου

Οι άνθρωποι πάνε μέσα στο πολυτάραχο πλήθος
για να πλίξουν την κραυγή της δικής τους σιωπής

Κουβαλώ στον ανθισμένο κόσμο μου
όλους τους κόσμους που δεν υπάρχουν πια

Το φύλλο γίνεται λουλούδι όταν αγαπά
Το λουλούδι γίνεται καρπός όταν η αγάπη του φτάνει στη λατρεία

Κοιτάζω τα δέντρα που σαλεύουν
και στοχάζομαι πόσο μεγάλος είναι ο κόσμος

Η μεγάλη δύναμη του Θεού
βρίσκεται μέσα στο απαλό αεράκι που φυσάει
κι όχι μέσα στην ανεμοζάλη

Ο μεγάλος περπατεί με τον μικρό χωρίς κανένα φόβο
ο μέτριος κρατιέται μακριά

Αγάπη, όταν έρχεσαι
κρατώντας στο χέρι σου το αναμμένο λυχνάρι της οδύνης
μπορώ να ξεχωρίσω το πρόσωπό σου
και να δω πόσο είσαι ευλογημένη από το Θεό

Το χαμόγελό σου ήταν τα λουλούδια από το δικό σου κήπο
τα λόγια σου ήταν το ψιθύρισμα του δικού σου δάσους
μα η καρδιά σου ήταν η γυναίκα που ξέραμε όλοι

Ο Θεός αγαπά τα λυχνάρια των ανθρώπων
περισσότερο από τα μεγάλα του αστέρια
Ότι είναι πολύ καλό
δεν έρχεται μόνο του
Στον ερχομό του το συνοδεύει το σύνολο

Η καρδιά μου σήμερα
νοσταλγεί να φτάσει στη μοναδική ευτυχισμένη ώρα
μέσα από τη θάλασσα των καιρών

Φοβισμένοι στοχασμοί, μη με φοβάστε εμένα
είμαι ποιητής

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 22 Δεκεμβρίου 2013

Δημήτρης Δημητριάδης: «Γράφω επειδή δεν μπορώ να αγαπηθώ»

Το έργο του συγγραφέα «Ο κυκλισμός του τετραγώνου» ήταν η ιδανική αφορμή για τη συνάντηση με τον παλιό του φίλο Γιώργο Βέλτσο
 
Η γραφή συνεπάγεται τη λύτρωση, κ. Δημητριάδη;

Δημήτρης Δημητριάδης: «Η γραφή είναι ένα τέλος. Η δέσμευση έχει διάρκεια. Οπως το σκοτάδι. Η νύχτα είναι το θέμα. Η λύτρωση είναι νύχτα».

Σκοτάδι, λύτρωση, ηδονή…

Γιώργος Βέλτσος: «Πέραν της αρχής της ηδονής, απλώνεται η νιρβάνα του θανάτου».

Δ.Δ.: «Η σχέση τους ισχύει· το “πέραν” που λέω εγώ. Το “πέραν” είναι η επιστροφή σε ένα κυτταρικό σημείο, στην αρχή της ζωής».

Ηδονή στη ζωή;

Δ.Δ.: «Αδηφάγα η γραφή, από τη στιγμή που γίνεται κατάσταση σωματικής λειτουργίας, δεν αφήνει περιθώριο στην ηδονή να περάσει στον χώρο της ζωής».

Γράφετε. Γιατί;

Γ.Β.: «Για να μ’ αγαπάνε. Δυστυχώς».

Δ.Δ.: «Επειδή δεν μπορώ να αγαπηθώ».

Γ.Β.: «Ενδεχομένως, δεν θέλεις».

Δ.Δ.: «Θέλω να διατηρήσω την αδυναμία μου να μην αγαπιέμαι».

Γ.Β.: «Κάνεις το αντίθετο από τον Καμύ, που έγραφε για να αποφύγει το έγκλημα· γράφεις για να εγκληματήσεις».
Δ.Δ.: «Για να το διαπράξω. Διατηρώ με κάθε τρόπο αυτή την κατάσταση».

Παίρνετε ρίσκο δεχόμενοι μία κοινή συνέντευξη;

Γ.Β.: «Κάθε συνέντευξη αυτού του τύπου συνιστά έναν ωραίο κίνδυνο, απαντώ ανατρέχοντας στον Φουκώ».

Προτού εμπλακείτε στον «ωραίο κίνδυνο», μία μνήμη. Παρίσι, 1968. Τι έγινε;

Γ.Β.: «Ο Γιάννης Τσαρούχης ήρθε ένα βράδυ σπίτι μου και έφερε και τον Δημήτρη. Ημασταν γείτονες εκεί, είμαστε και οι δύο Θεσσαλονικείς. Είχαμε μεγαλώσει σχεδόν στην ίδια γειτονιά, είχαμε δώσει στη Νομική και είχαμε περάσει, αλλά ποτέ δεν είχαμε συναντηθεί».

Δημιουργοί, συνομήλικοι, συντοπίτες, συνομιλητές, αλλά τα κείμενά σας έχουν βαθύτατες διαφορές.

Γ.Β.: «Ο Δημήτρης εμψυχώνει ένα θέατρο θανάτου, εγώ ένα θέατρο ζωής. Εκείνος βάζει τον θεατή στη θέση του εγκληματία, αλλά και στη θέση του θύματος, με μιαν εγκληματική χαρά όπως ο Σαντ, ενώ εγώ, όπου οι άλλοι είναι νεκροί, ως επιβιώσας, γράφω από τη σκοπιά τους. Η πένθιμη γραφή μου. Η γραφή του Δημήτρη είναι η λύτρωση, με μιαν εξωστρέφεια σε βαθμό υπερβολής, ενώ για μένα είναι η υγεία, γιατί δεν υπάρχει απόλαυση χωρίς υγεία και, για να επιβιώσω – γιατί περί αυτού πρόκειται – πρέπει να κρύβομαι».

Κοινό στοιχείο;

Γ.Β.: «Κοινό, αλλά διαφορετικά εκφρασμένο, η παραλληλία σώματος και γλώσσας. Σε έναν συλλογισμό διαζευκτικό, όπου το σώμα συγκαλύπτει μια κρυμμένη γλώσσα και η γλώσσα εμφανίζει ένα ένδοξο σώμα».

Και παραπέρα;

Γ.Β.: «Είμαι και αντάρτης. Δολιοφθορέας».

Δ.Δ.: «Εγώ δεν είμαι. Ο Γιώργος βάλλει εκ των έσω. Υπονομεύει το καθεστώς. Βάζει βόμβες στα υπόγεια της “Μεγάλης Βρεταννίας”!».

«Εγώ είναι άλλος» ή «εγώ είμαι ο άλλος», γνωστές ρήσεις. Αυτός που γράφει ποιος είναι;

Γ.Β.: «Αυτός που γράφει είναι πολλοί. Γράφουμε για τα ζώα που πεθαίνουν, λέει ο Μόρετζ».

Δ.Δ.: «Ανήκω στον εχθρό που πολιορκεί τη χώρα. Αυτός είναι ο άλλος, με την έννοια του είναι. Γιατί το εγώ, που είναι η χώρα, αντιστέκεται· δεν θέλει να αποδεχτεί τον άλλον. Δεν έγινα αποδεχτός, επειδή ήμουν πάντα ένας άλλος. Το αλλότριο είναι η περιοχή μου. Οι λέξεις που δεν υπάρχουν. Οι ανύπαρκτες λέξεις που πρέπει να βρω, πέρα από τα όρια της γλώσσας, προκειμένου να πω αυτό που ακόμη δεν υπάρχει και δεν έχει όνομα».

Γ.Β.: «Και από αυτό το σημείο αρχίζει η λογοτεχνία. Οποιος γράφει πρέπει να έχει μία γλώσσα άγνωστη, μία μη δική του γλώσσα. Η λογοτεχνία θέτει το ερώτημα της σχέσης του συγγραφέα με τον στοχαστή. Με τον στοχασμό, η λογοτεχνία καταστρέφεται. Χωρίς στοχασμό, μετατρέπεται σε ευπώλητα βιβλία· άρα, δεν μπορεί να υπάρξει. Το αδιέξοδο του συγγραφέα…».

Δ.Δ.: «Και η προϋπόθεση, συγχρόνως. Και να το πούμε ωμά: όσα λέμε καταργούν όλη τη νεοελληνική λογοτεχνία. Εκτός του Χειμωνά. Η λογοτεχνία αχρηστεύεται ενώπιον αυτής της δίκης, που είναι η Αλλη Γλώσσα. Αυτή κρίνει. Αυτό, το Μέγα Δικαστήριο. Το μέγα κριτήριο είναι οι Ανύπαρκτες Λέξεις».

2002. Γιώργος Βέλτσος, πρόεδρος της Επιτροπής Κρατικών Λογοτεχνικών Βραβείων. Απονείματε το βραβείο μυθιστορήματος στον Δημήτρη Δημητριάδη για το μη αναγνώσιμο έργο του, από πλευράς δυσκολίας, «Η ανθρωπωδία – Μία ατελής χιλιετία». Με ποιο σκεπτικό;

Γ.Β.: «Είχε όλα τα στοιχεία αυτού που πρέπει να είναι ένα έργο τέχνης· στοιχεία αν-αναγνωσιμότητας. Βλέπετε, η ίδια η πρόθεση που αφορά την ανά-γνωση, διπλασιαζόμενη, αφαιρεί το στοιχείο της ανάγνωσης! Εργο ενός συγγραφέα, ο οποίος δεν είναι μέσα σε έναν, αλλά την ίδια στιγμή δεν είναι και κανένας μέσα σε έναν, διότι ο καθένας μας είμαστε πολλοί. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, που παρευρίσκετο, είχε μείνει άφωνος».

Δ.Δ.: «Και ο εκδότης μου, ο οποίος δεν μου έδωσε καν το χέρι του. Είπε, με τον τρόπο του, “δεν σε αναγνωρίζω”. Υστερα από δύο χρόνια, το βιβλίο αναφέρθηκε ως παράδειγμα βραβευμένου, αλλά μη ευπώλητου!».

Τώρα, η Στέγη Γραμμάτων & Τεχνών σάς τιμά, κ. Δημητριάδη, με ένα αφιέρωμα, το οποίο είχε προηγηθεί στο Θέατρο Οντεόν, στο Παρίσι. Πώς νιώθετε;

Δ.Δ.: «Ο,τι αισθάνομαι δεν είναι χαρά, ευχαρίστηση, δεν είναι ικανοποίηση, δεν δίνει ένα είδος αυτοπεποίθησης και, συγχρόνως, με απογυμνώνει. Δεν ξέρω πώς ν’ ανταποκριθώ… Πώς να ξεσυνηθίσω το γεγονός ότι βαλλόμουν τόσα χρόνια και τώρα να νιώσω μη βαλλόμενος;».

Το έργο σας «Ο κυκλισμός του τετραγώνου». Ενα έργο που…

Δ.Δ.: «Αντιστρέφω τη φράση που έβαλαν ερήμην μου στη διαφήμισή του, ότι είναι μια παράσταση για όσους θέλουν να αγαπηθούν. Είναι μια παράσταση για όσους δεν μπορούν να αγαπηθούν».

Το θέατρό σας πώς το χαρακτηρίζετε;

Δ.Δ.: «Μεταθανάτιο, όπως είμαι κι εγώ, ήδη νεκρός. Δεν μπορεί να υπάρξει για μένα σκέψη, στοχασμός, ακόμη και σχόλιο, χωρίς τη συντελεσμένη κατάσταση του προσωπικού θανάτου. Αυτό, αν υποθέσουμε ότι σκέπτομαι, γιατί πιστεύω ότι δεν σκέπτομαι».

Τι εννοείτε;

Δ.Δ.: «Οτι όταν σκέπτομαι δεν σκέπτομαι εγώ, σκέπτεται η γραφή ή, αν προτιμάτε, μόνον όταν γράφω σκέπτομαι. Γι’ αυτό και σε αυτές τις συζητήσεις επαναλαμβάνομαι. Δεν παράγω σκέψη. Τώρα σκέπτομαι ότι χρησιμοποιώ λέξεις οι οποίες μιλούν για να πω ότι δεν σκέπτομαι».

Και το θέατρο του Γιώργου Βέλτσου;

Δ.Δ.: «Eγχείρημα που θέλει να μετατρέψει τον στοχασμό σε τέχνη, τη σκέψη σε ποίηση, τη διανοητική διαδικασία σε θέατρο. Και το ελληνικό θέατρο χρειάζεται έναν κλασικισμό που θα εμπεριέχει αυτή την τόσο στοχαστική πλευρά. Πρέπει να γίνει αντιληπτή – γιατί αποδεκτή δεν θα γίνει ποτέ – η επείγουσα αναγκαιότητα. Με την έννοια αυτή, ο Γιώργος γράφει ένα θέατρο άπαικτο, προς το παρόν, το οποίο έρχεται να δώσει δείγματα μιας πληρότητας, που το κενό του ελληνικού θεάτρου δεν έχει βρει ποτέ».

Γ.Β.: «Αυτού του είδους τα έργα ο Μαλαρμέ τα χαρακτηρίζει άυλα. Η θεατροποίηση του στοχασμού. Και έχω αίτημα για να παιχθεί το άυλο».

Τι ετοιμάζετε;

Γ.Β.: «Θ’ ανεβεί το τελευταίο έργο μου, “Αυτοκρατορία”, ένα θέατρο πολέμου, μια σύγχρονη υπόθεση, που περνά όμως από την Παλαιά Διαθήκη και που δείχνει πως για 3.000 χρόνια η αυτοκρατορία είναι ίδια… Δεν μπορώ να πω, προς το παρόν, περισσότερα».

Ποια είναι η έννοια του άπαικτου;

Δ.Δ.: «Του έργου που αντιστέκεται στη θεατρική πράξη ή στη σκηνική διαπραγμάτευση. Αυτά που παίζονται δεν έχουν πια σημασία».

Γ.Β.: «Η Κιτσοπούλου;».

Δ.Δ.: «Καλά λέει. Στο πρόγραμμα της Στέγης μίλησα για απουσία μηχανισμού μεταποίησης μέσα στο ελληνικό θέατρο και μου προέβαλαν την ένσταση ότι υπάρχει η Κιτσοπούλου. Δεν καταλαβαίνουν πώς χρησιμοποιείται η λέξη “μετουσίωση”. Μετουσιώνει το συγκεκριμένο θέατρο την πραγματικότητα; Τι κάνει; Αναπαράγει κάτι τρομερά παλιό, το οποίο δεν μιλά καθόλου για το παρόν. Είναι άκαιρο».

Το κοινό το σκέφτεστε;

Δ.Δ.: «Είναι ανέτοιμο».

Δεν σας πειράζει που τα λόγια σας προκαλούν ποικιλοτρόπως;

Γ.Β.: «Η γκροτέσκα σκιά του ψυχιάτρου έχει μπει στο δωμάτιο για να δει τη σχιζοφρένειά μας. Δεν φοβάμαι καθόλου να τη δείξω».

Δ.Δ.: «Κι εγώ είμαι έτοιμος, εξαιτίας του αφιερώματος, να εκτεθώ και να κρίνουν τα έργα μου· όχι εμένα τον ίδιο».

Γ.Β.: «Να τελειώνουμε με τους κριτικούς».

Δ.Δ.: «Η γνώμη των κριτικών, που αποκτά γενική ισχύ, είναι η διαστροφή της κριτικής».

Δεν τους στέλνετε βιβλία σας;

Γ.Β. και Δ.Δ.: «Οχι, βέβαια!».

Γ.Β.: «Κατ’ αρχήν, κριτικοί δεν υπάρχουν. Είναι ο Βαγγέλης Χατζηβασιλείου. Δεν μας έχει αναφέρει ποτέ. Δεν τους αναγνωρίζω και καλά κάνουν που δεν με αναγνωρίζουν».

Αν σας έγραφαν καλή κριτική, τα ίδια θα λέγατε;

Γ.Β.: «Μα, μου έχουν γράψει και εξαιρετικές κριτικές. Ο Δημήτρης Τσατσούλης και η Ματίνα Καλτάκη».

Ωστόσο, και οι δύο απευθύνεστε σε ένα κοινό.

Δ.Δ.: «Ο Γιώργος έχει κοινό».

Γ.Β.: «Κοινό του Βέλτσου, όχι του συγγραφέα. Κάτι που θα μπορούσα να το θεωρήσω μειονέκτημά μου, αδυναμία μου να απορρίψω το άλλοθι. Να, πάλι το εγώ μου και δεν ξέρω αν μπορώ να απαλλαγώ από αυτό».

Στο «εγώ» και η ερωτική ταυτότητα…

Γ.Β.: «Εγώ είμαι ομοφυλόφιλος και ο Δημητριάδης ετεροφυλόφιλος, διότι ο πόθος τον οποίο αναπτύσσω και οι εντάσεις είναι απολύτως διαστροφικές».

Δ.Δ.: «Δεν διαλαλώ, αλλά δεν ομολογώ συγχρόνως την ερωτική μου ταυτότητα, η οποία αποτελεί πυρήνα, ψυχή, αφετηρία, μήτρα. Γιατί μας αφορίζουν οι λέξεις. Γινόμαστε δέσμιοι, ακόμη και θύματά τους. Μας κάνουν να φερόμαστε με τέτοιον τρόπο ώστε να δώσουμε μιαν εξήγηση για την ύπαρξή τους. Αν τις αφαιρέσουμε, τι μένει;».

Γ.Β.: «Τώρα διασκεδάζουμε. Βλέπουμε τον εαυτό μας να κάνει αυτή τη συνομιλία! Ο ρόλος του αμαρτήματος, της παραβίασης, το “επιθυμώ δεν επιθυμώ” με βάση τον νόμο… Δεν μπορεί ο Δημήτρης να ζήσει αν δεν παραβεί τον όρο του Οίκου!».

Οι κανόνες ηθικής, κατασκευή του ανδρικού φύλου.

Δ.Δ.: «Δεν είναι έτσι. Από το θέμα του φύλου πρέπει να ξεκινήσουμε».

Η ανατομία δεν είναι το πεπρωμένο;

Γ.Β.: «Ο φαλλός είναι το πεπρωμένο, όχι το ανδρικό μόριο. Το ποιος έχει τον φαλλό. Ποιος ευνουχίζει ποιον. Πώς, στο παρελθόν, η παρουσία του Δημήτρη στη ζωή μου με είχε συμπλέξει ως προς τον ίδιο μου τον εαυτό. Υπάρχει πάντα ο ανταγωνισμός σε έναν αγώνα και ισχύουν οι αγώνες». 

Δ.Δ.: «Στην “Ορέστεια”, ποιος έχει τον φαλλό; Η Κλυταιμνήστρα. Στον μονόλογο που έγραψα, η Κλυταιμνήστρα λέει ότι, αν καταστραφεί ο κόσμος, θα είναι από τη γυναίκα. Η γυναίκα είναι το θηρίο. Είναι μια θηλυκότητα σε μορφή φαλλού».

Γ.Β.: «Ο,τι πιο τιμητικό. Οι φαλλικές θεές. Η αποκάλυψη της Ισιδος είναι η αποκάλυψη του φαλλού».

Σύμφωνοι, φαλλικές γυναίκες. Δεν εκφράζουν, όμως, και ηπιότητα;

Δ.Δ.: «Σε τι συνίσταται η ηπιότητα; Δεν υπάρχει τίποτα πιο θηριώδες από τη σύλληψη, την κύηση και τη γέννηση. Είναι τρομερό να παράγεις ζωή από το σώμα σου. Αυτό εννοώ θηριώδες. Και ναι, το φύλο είναι το πεπρωμένο. Είναι ανυπέρβλητο. Επιβάλλεται. Και με έχει απασχολήσει μέσα από τη σχέση του μονού, του διπλού, του ζεύγους, είτε είναι γυναίκα με άνδρα, είτε άνδρας με άνδρα, είτε γυναίκα με γυναίκα…».

ΑΠΟ ” ΤΟ ΒΗΜΑ”
Κυριακή Ψαρρού στις 19 Δεκεμβρίου 2013

Σας γράφω μερικά πολύ ενδιαφέροντα αποσπάσματα:

Οταν οι μορφές με της οποίες έχεις ταυτιστεί,που σου έδωσαν μία αίσθηση εαυτού καταρρέουν η της χάνεις,αυτό μπορεί να οδηγήσει σε μία κατάρρευση του Εγώ,αφού το Εγώ είναι ταύτιση με την μορφή.Οταν δεν υπάρχει πιά τίποτα με το οποίο να ταυτιστείς ,ποιός είσαι?
Οταν μορφές γύρω σου πεθαίνουν η σε πλησιάζει ο θάνατος,η αίσθηση Οντότητας που διαθέτεις ,του Υπάρχω,ελευθερώνεται από την εμπλοκή της με την μορφή.Το πνέυμα ελευθερώνεται από την φυλάκιση του μέσα σην ύλη.
Συνειδητοποιείς την ουσιαστική σου ταυτότητα ως άμορφη,ως μία Παρουσία που διαπερνά τα πάντα ,ως Υπαρξη που προηγείται όλων των μορφών,όλων των ταυτίσεων.Συνειδητοποιείς την αληθινή σου ταυτότητα ως την ίδια την συνειδητότητα αντί για εκείνο με το οποίο είχε ταυτιστεί η συνειδητότητα.
Αυτή είναι η ειρήνη του Θεού.
Η έσχατη αλήθεια του ποιός είσαι δεν είναι ” είμαι αυτό ”,” είμαι εκείνο ”,αλλά ΕΊΜΑΙ.
Δεν βιώνουν όλοι την αφύπνιση,αυτήν την αποταύτιση από την μορφή όλοι όσοι βιώνουν μία μεγάλη απώλεια.Μερικοί δημιουργούν αμέσως μία ισχυρή νοητική εικόνα η σκεπτομορφή στην οποία βλέπουν τον εαυτό τους ως θύμα ,είτε των περιστάσεων η άλλων ανθρώπων,η άδικης μοίρας η του θεού.
Ταυτίζονται έντονα με αυτήν την σκεπτομορφή και τα συναισθήματα που δημιουργεί ,όπως θυμός ,η μνησικακία ,η αυτολύπιση κ.ο.κ.και η ταύτιση αυτή πέρνει αμέσως την θέση όλων των άλλων ταυτίσεων που έχουν καταρρέυσει μέσω της απώλειας.
Με άλλα λόγια το Εγώ βρίσκει γρήγορα μία νέα μορφή.Το γεγονός ότι αυτή η νέα μορφή είναι βαθιά δυστυχισμένη δεν απασχολεί και πολύ το Εγώ ,εφόσον έχει μία ταυτότητα,καλή η κακή.
Στην πραγματικότητα αυτό το νέο Εγώ θα έχει συσταλεί ακόμα περισσότερο,θα είναι πιό άκαμπτο και αδιαπέραστο απ’ό,τι το παλιό.
………………………………………………………………………………………………..

Οταν έχεις επιγνώσεις του ό,τι σκέφτεσαι,αυτή η επίγνωση δεν είναι μέρος της σκέψης.Είναι μία διαφορετική διάσταση της συνειδητότητας.Και αυτή η συνειδητότητα είναι που λέει ” υπάρχω” .
Αν δεν υπήρχε τίποτα άλλο πάρα σκέψη μέσα σου ,δεν θα γνώριζες κάν ότι σκέφτεσαι.Θα ήσουν σαν τον ονειρευόμενο που δεν θα γνώριζε ότι ονειρέυεται.Θα ήσουν ταυτισμένος με κάθε σκέψη όσο και ο ονειρευόμενος στο όνειρο με κάθε εικόνα.Πολλοί άνθρωποι ζούν ακόμα έτσι,σαν υπνοβάτες ,παγιδευμένοι σε παλιές δυσλειτουργικές νοοτροπίες που συνεχώς αναδημιουργούν την ίδια εφιαλτική πραγματικότητα.
Οταν ξέρεις ότι ονειρέυεσαι είσαι αφυπνισμένος μέσα στο όνειρο,έχει εισβάλει μία άλλη συνειδητότητα.
………………………………………………………………………………………………………………………………………

Το εγώ είναι ένα συνοθύλευμα επαναλαμβανόμενων σκεπτομορφών και νοητικο-συναισθηματικών προτύπων αποκτημένων με εξαρτημένη μάθηση που είναι επενδεδυμένα με μία αίσθηση του Εγώ ,μία αίσθηση του εαυτού.Το Εγώ αναδύεται όταν η αίσθηση της Οντότητας ,του ΄΄Υπάρχω ” που είναι άμορφη συνειδητότητα,μπερδέυεται με την μορφή.Αυτό είναι το νόημα της ταύτισης.

Από την στιγμή που το εγώ θα βρεί μία ταυτότητα δεν θέλει να την εγκαταλείψει.Κατά εκπληκτικό τρόπο ,αλλά όχι σπάνια ,το Εγώ που αναζητεί μία ισχυρότερη ταυτότητα μπορεί να δημιουργήσει – και το κάνει – ασθένειες προκειμένου να ισχυροποιηθεί μέσα από αυτό.

από το reikicenter.gr

Κυριακή Ψαρρού στις 18 Δεκεμβρίου 2013


Χαμένα πᾶνε ἐντελῶς τὰ λόγια τῶν δακρύων.

Ὅταν μιλάει ἡ ἀταξία ἡ τάξη νὰ σωπαίνει

―ἔχει μεγάλη πεῖρα ὁ χαμός.

Τώρα πρέπει νὰ σταθοῦμε στὸ πλευρὸ

τοῦ ἀνώφελου.

Σιγὰ σιγὰ νὰ ξαναβρεῖ τὸ λέγειν της ἡ μνήμη

νὰ δίνει ὡραῖες συμβουλὲς μακροζωίας

σὲ ὅ,τι ἔχει πεθάνει.

Ἂς σταθοῦμε στὸ πλευρὸ ἐτούτης τῆς μικρῆς

φωτογραφίας

ποὺ εἶναι ἀκόμα στὸν ἀνθὸ τοῦ μέλλοντός της:

νέοι ἀνώφελα λιγάκι ἀγκαλιασμένοι

ἐνώπιον ἀνωνύμως εὐθυμούσης παραλίας.

Ναύπλιο Εὔβοια Σκόπελος;

Θὰ πεῖς

καὶ ποῦ δὲν ἦταν τότε θάλασσα.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 18 Δεκεμβρίου 2013

Σουηδία: Την αυγή της 13ης Δεκεμβρίου  η “Λουτσία” ‐ σύμβολο  του  φωτός ‐ συνήθως  το  μεγαλύτερο κορίτσι του σπιτιού, φορώντας ένα μακρύ λευκό χιτώνα και ένα στεφάνι από αναμένα κεριά στα μαλλιά, πηγαίνει από σπίτι σε σπίτι,προσφέροντας ζεστό καφέ και κουλουράκια, ενώ τραγουδά παλιά κάλαντα με τον σκοπό του λαϊκού ναπολιτάνικου  τραγουδιού “Σάντα Λουτσία”. Οι θρύλοι της Λουτσίας γεννήθηκαν στις Συρακούσες της Σικελίας  περίπου κατά το έτος 300 μ.Χ. Σε μερικές επαρχίες της Σουηδίας οι κάτοικοι των χωριών συνηθίζουν  ανήμερα τα Χριστούγεννα να ρίχνουν έξω από τα σπίτια και τα χωράφια τους σιτάρι, για να γιορτάσουν μαζί τους και τα πουλιά.

Αγγλία:Σε μερικές βρετανικές περιοχές το έθιμο του γλεντιού σε κήπους με μηλιές την παραμονή των
Χριστουγέννων είναι μια παραλλαγή μιας ειδωλολατρικής τελετής. Αφού  σκοτεινιάσει,  οι  αγρότες  πηγαίνουν  στα  περιβόλια, σχηματίζουν  παρέες  γύρω  από  τα παλαιότερα  δέντρα  και  πίνοντας μπύρα τραγουδούν τα κάλαντα.  Πυροβολούν  στα  κλαριά  για  να διώξουν  τα  κακά  πνεύματα  και  πριν από  χρόνια  άφηναν  τριγύρω  γλυκίσματα  για  να  καλοπιάσουν τα πνεύματα και να εξασφαλίσουν καλή σοδειά.

Γιουγκοσλαβία:Οι Γιουγκοσλάβες νοικοκυρές έχουν ένα ευγενικό αλλά βρώμικο έθιμο: Ραντίζουν τα
τραπεζομάντηλά  τους  με  κρασί  για  να  μη  ντραπούν  οι  φιλοξενούμενοί τους αν λερώσουν κάποιο.

Ρωσία: Είχαν τη συνήθεια, τη νύχτα των Χριστουγέννων να ντύνουν στ’ άσπρα μια κοπέλλα του σπιτιού και να τη βάζουν να παριστάνει την Παναγία. Για τους Ρώσους είναι σημαντικότερη η γιορτή της αλλαγής του χρόνου κατά την οποία ο ‘Πατέρας του Χιονιά’  φέρνει δώρα στα παιδιά. Το χριστουγεννιάτικο τραπέζι περιλαμβάνει κέικ, πίτες και κρέας.

Ισπανία:Στη Βαρκελώνη τον Μεσαίωνα είχαν ένα ωραίο χριστουγεννιάτικο έθιμο: την τελετή του  παγωνιού. Τη μέρα των  Χριστουγέννων  ο  βασιλιάς  έπαιρνε  μέσα  σε  μια  χρυσή πιατέλα  ένα  ψητό  παγώνι, που θεωρείται ένα από τα πιο σπάνια φαγητά, και το μετέφερε στην τραπεζαρία. Τον  ακολουθούσε σ’αυτήν  την πομπή ένα πλήθος από ευγενείς, υπηρέτες και σωματοφύλακες.  Στην τραπεζαρία  μέσα  βρισκόταν  η  βασίλισσα.  Ο  βασιλιάς  της  πρόσφερε  το  παγώνι  για  να  το μοιράσει σε όλους τους παρευρισκόμενους. Όσοι δέχονταν την εξαιρετική αυτή τιμή, ήταν  υποχρεωμένοι να ορκιστούν μπροστά στην ομήγυρη ότι θα προσπαθήσουν ν’ ανδραγαθήσουν στον  πόλεμο ή στις ταυρομαχίες.

Ιταλία: Στη Βενετία, πάλι τον Μεσαίωνα, ο Δόγης κι ο λαός πήγαιναν την νύχτα των Χριστουγέννων στο  γειτονικό νησάκι  του Αγίου Γεωργίου να προσκυνήσουν  το λείψανο του Αγίου Στεφάνου. Στην παραλία του νησιού περίμεναν βενετσιάνικες αρχόντισσες ντυμένες στα μαύρα και στολισμένες με  κοσμήματα, για να υποδεχτούν το Δόγη και να τον συνοδέψουν μέχρι το ναό. Μετά το τέλος της  λειτουργίας όλη η λαμπρή συνοδεία έμπαινε στις γόνδολες και διασχίζοντας  τα  νερά  ξαναγύριζαν  στην  πλατεία  του  Αγίου  Μάρκου,  όπου άρχιζε μεγάλο γλέντι, που συνεχιζόταν μέχρι το πρωί.

Βέλγιο: H Νύχτα των Χριστουγέννων περιλαμβάνει ένα γιορτινό γεύμα με ένα απεριτίφ και λιχουδιές και ακολουθούν  θαλασσινά  και  γεμιστή  γαλοπούλα.  Το  επιδόρπιο είναι το ‘Buche de Noel’ που είναι κέικ με κρέμα. Ο Άγιος Βασίλης ονομάζεται ‘Άγιος Νικόλαος’ και φέρνει δώρα στα παιδιά στις 6 Δεκεμβρίου την ‘Ημέρα του Αγίου Νικολάου’, πολύ πριν από την Ημέρα των Χριστουγέννων. Τα Χριστούγεννα, οι οικογένειες ανταλλάσσουν δώρα που έχουν βάλει κάτω από  το δέντρο ή σε κάλτσα κοντά στη φωτιά και τα βρίσκουν το πρωί. Το Χριστουγεννιάτικο πρωινό  αποτελείται από ένα ειδικό γλυκό ψωμί σε σχήμα μωρού, που συμβολίζει το Νεογέννητο της Βηθλεέμ.

Γερμανία: Δίνουν  ιδιαίτερη  σημασία  στο  στολισμό  των σπιτιών  τους  για  τα  Χριστούγεννα.  Πολλά σπίτια  έχουν ξύλινα  πλαίσια  που  προσαρμόζουν  ηλεκτρικά  λαμπάκια και  τα  τοποθετούν  στα παράθυρά  τους,  καθώς  και  χρωματιστές  φιγούρες  από  πολύχρωμο  χαρτί  που  φαίνονται πολύ όμορφα από έξω.  Συχνά  φτιάχνουν και το ‘Adventskranz’, που είναι γιρλάντα με φύλλα με 4 κεριά και που συμβολίζει την περίοδο των 4 εβδομάδων πριν τα Χριστούγεννα. Κάθε Κυριακή (του  μήνα πριν τα Χριστούγεννα) ανάβει και άλλο κερί. Μερικά σπίτια στολίζουν και μια μικρή ξύλινη φάτνη με ένα
μικρό στάβλο που συμβολίζει τη φάτνη της Βηθλεέμ.  Ο Άγιος Βασίλης (‘Der Weihnachtsmann’) φέρνει δώρα αργά το απόγευμα, πριν τη Βραδιά των Χριστουγέννων (24 Δεκεμβρίου), μετά την επιστροφή των χριστιανών από τις εκκλησίες. Τα δώρα βρίσκονται κάτω από το Χριστουγεννιάτικο δέντρο.

Λετονία: Στη Λετονία,πιστεύουν πως ο Άγιος Βασίλης φέρνει δώρα σε κάθε μία από τις 12 ημέρες των Χριστουγέννων αρχής γενομένης από την Βραδιά των Χριστουγέννων.  Συνήθως τα δώρα τοποθετούνται κάτω από το χριστουγεννιάτικο δέντρο. Το ξεχωριστό γεύμα της Ημέρας των Χριστουγέννων  περιλαμβάνει  μπιζέλια  με  μπέικον  και  σάλτσα,  μικρές  πίτες,λάχανο και λουκάνικα.

Πορτογαλία: Στην Πορτογαλία, ο Άγιος Βασίλης φέρνει δώρα  στα  παιδιά  την  Νύχτα  των Χριστουγέννων  και  τα βάζει  στο  χριστουγεννιάτικο  δέντρο  ή  σε  ένα  παπούτσι κοντά  στο τζάκι. Το χριστουγεννιάτικο γεύμα για τους Πορτογάλους περιλαμβάνει ξερό μπακαλιάρο με βραστές  πατάτες.

Γαλλία: Tα Χριστούγεννα ονομάζονται ‘Noel’. Κάθε οικογένεια στολίζει το χριστουγεννιάτικο δέντρο  της συνήθως με  τον  παλιό  παραδοσιακό  τρόπο,  με  κόκκινες  κορδέλες και  με  πραγματικά  άσπρα κεριά.  Εάν  έχουν  έλατο  στον κήπο τους το διακοσμούν επίσης με φωτάκια όλη την νύχτα.  Ο  Άγιος Βασίλης αποκαλείται PereNoel.Το  Χριστουγεννιάτικο γεύμα αποτελεί μια σημαντική ευκαιρία για να συγκεντρωθεί η οικογένεια  και  αποτελείται  από  το  καλύτερο  κρέας  (άπαχο)  και  κρασί.


 

Χριστούγεννα παραμονές. Χριστούγεννα καὶ χιονιᾶς πάντα πᾶνε μαζί. Μὰ ἐκείνη τὴ χρονιὰ οἱ καιροὶ ἤτανε φουρτουνιασμένοι παρὰ φύση. Χιόνι δὲν ἔρριχνε. Μοναχὰ ποὺ ἡ ἀτμόσφαιρα ἤτανε θυμωμένη, καὶ φυσούσανε σκληροὶ βοριάδες μὲ χιονόνερο καὶ μ᾿ ἀστραπές. Καμμιὰ βδομάδα ὁ καιρὸς καλωσύνεψε καὶ φυσοῦσε μία τραμουντάνα ποὺ ἀρμενιζότανε. Μὰ τὴν παραμονὴ τὰ κατσούφιασε. Τὴν παραμονὴ ἀπὸ τὸ πρωΐ ὁ οὐρανὸς ἤτανε μαῦρος σὰν μολύβι, κ᾿ ἔπιασε κ᾿ ἔρριχνε βελονιαστὸ χιονόνερο. Σὲ μία τοποθεσία ποὺ τὴ λέγανε Σκρόφα, βρισκότανε ἕνα μαντρὶ μὲ γιδοπρόδατα, ἀπάνω σὲ μιὰ πλαγιὰ τοῦ βουνοῦ ποὺ κοίταζε κατὰ τὸ πέλαγο· τὸ μέρος αὐτὸ ἤτανε ἄγριο κ᾿ ἔρημο, γεμάτο ἀγριόπρινα, σκίνους καὶ κουμαριές, ποὺ ἤτανε κατακόκκινες ἀπὸ τὰ κούμαρα. τὸ μαντρὶ ἤτανε τριγυρισμένο μὲ ξεροτρόχαλο [=ξερολιθιά].

Οἱ τσομπάνηδες καθόντανε μέσα σὲ μιὰ σπηλιὰ ποὺ βρισκότανε παραμέσα καὶ πιὸ ψηλὰ ἀπὸ τὴ μάντρα καὶ ποὺ κοίταζε κατὰ τὴ νοτιά. Μεγάλη σπηλιά, μὲ τρία – τέσσερα χωρίσματα, κι ἀψηλὴ ὡς τρία μπόγια. Τὰ ζωντανὰ σταλιάζανε κάτω ἀπὸ τὶς χαμηλὲς σάγιες, ποὺ ἔσκυβες γιὰ νὰ μπεῖς μέσα. Σωροὶ ἀπὸ κοπριὰ στεκόντανε ἐδῶ κ᾿ ἐκεῖ, καὶ βγάζανε μία σπιρτόζα μυρουδιά. Χάμω, τὸ χῶμα ἤτανε σκουπισμένο καὶ καθαρό, γιατὶ οἱ τσομπάνηδες ἤτανε μερακλῆδες, καὶ βάζανε τὰ παιδιὰ καὶ σκουπίζανε ταχτικὰ μὲ κάτι σκοῦπες κανωμένες ἀπὸ ἀστοιβιές.

Ἀρχιτσέλιγκας ἤτανε ὁ Γιάννης ὁ Μπαρμπάκος, ἕνας ἄνθρωπος μισάγριος, γεννημένος ἀνάμεσα στὰ γίδια καὶ στὰ πρόβατα. Ἤτανε μαῦρος, μαλλιαρός, μὲ γένεια μαῦρα κόρακας, σγουρὰ καὶ σφιχτὰ σὰν τοῦ κριαριοῦ. Φοροῦσε σαλβάρια κοντὰ ὡς τὸ γόνατο, σελάχι στὴ μέση του, ζουνάρι πλατύ, βαριὰ τζεσμέδια στὰ ποδάρια του· τὸ κεφάλι του τὸ εἶχε τυλιγμένο μ᾿ ἕνα μεγάλο μαντίλι σὰν σαρίκι, κ᾿ οἱ μαρχαμάδες [= τὰ κρόσια] κρεμόντανε στὸ πρόσωπό του. Ἀρχαῖος ἄνθρωπος!Εἶχε δυὸ παραγυιούς, τὸν Ἀλέξη καὶ τὸν Δυσσέα, δυὸ παλληκαρόπουλα ὡς εἴκοσι χρονῶν. Εἶχε καὶ τρία παιδιά, ποὺ τοὺς βοηθούσανε στ᾿ ἄρμεγμα καὶ κοιτάζανε τὸ μαντρὶ νά ῾ναι καθαρό. Αὐτὲς οἱ ἕξι ψυχὲς ἐζούσανε σὲ κεῖνο τὸ μέρος, κρυφὰ ἀπὸ τὸν Θεό. Ἀνάρια βλέπανε ἄνθρωπο.Ἡ σπηλιὰ ἤτανε καπνισμένη κι ὁ βράχος εἶχε μαυρίσει ὡς ἀπάνω ἀπὸ τὴν καπνιὰ ποὺ ἔβγαινε ἀπὸ τὸ στόμα τῆς σπηλιᾶς. Ἐκεῖ μέσα εἴχανε τὰ γιατάκια τους, σὰν μεντέρια, στρωμένα μὲ προβιές. Στοὺς τοίχους τῆς σπηλιᾶς εἴχανε μπήξει παλούκια μέσα στὶς σκισμάδες τοῦ βράχου, καὶ κρεμόντανε καρδάρες, τυροβόλια, μαγιές, τουφέκια καὶ μαχαίρια, λὲς κ᾿ ἤτανε λημέρι τῶν ληστῶν. Ἀπ᾿ ἔξω φυλάγανε οἱ σκύλοι, ὅλοι ἄγριοι σὰν λύκοι.Ἡ ἀκροθαλασσιὰ βρισκότανε ὡς ἕνα τσιγάρο ἀπόσταση ἀπὸ τὴ μάντρα. Ἤτανε ἔρημη, κι ἄλλο δὲν ἀκουγότανε ἐκεῖ πέρα παρὰ μοναχὰ ὁ ἀγκομαχητὸς τοῦ πελάγου, μέρα – νύχτα. Μὲ τὸν βοριὰ ἀπάγκιαζε, καὶ καμμιὰ φορᾶ πόδιζε κανένα καΐκι. Ἀλλιῶς δὲν ἔβλεπες βάρκα πουθενά. Ἀπὸ τὸ μαντρὶ ἀγνάντευε κανένας τὸ πέλαγο ἀνάμεσα στὰ δέντρα, καὶ τὸ μάτι ξεχώριζε καθαρὰ τὰ βουνὰ τῆς Μυτιλήνης.

 

Τὴν παραμονὴ τὰ Χριστούγεννα, εἴπαμε πὼς ὁ καιρὸς χάλασε, κι ἄρχισε νὰ πέφτει χιονόνερο. Οἱ τσομπάνηδες εἴχανε μαζευτεῖ στὴ σπηλιὰ κι ἀνάψανε μία μεγάλη φωτιὰ καὶ κουβεντιάζανε. Τὰ παιδιὰ εἴχανε σφάξει δυὸ ἀρνιὰ καὶ τὰ γδέρνανε. Ὁ Ἀλέξης ἔβαλε ἀπάνω σ᾿ ἕνα ράφι μυτζῆθρες καὶ τυρὶ ἀνάλατο μέσα στὰ τυροβόλια, ἁγίζι καὶ γιαούρτι. Ὁ Δυσσέας εἶχε μία παλιὰ Σύνοψη, κ᾿ ἐπειδὴ γνώριζε λίγο ἀπὸ ψαλτικὰ κ᾿ ἤξερε καὶ πέντε γράμματα, διάβαζε τὶς Κυριακάδες κι ὅποτε ἤτανε γιορτὴ κανένα τροπάρι καὶ λιγοστὰ ἀπὸ τὸν Ἑξάψαλμο. Ἐκείνη τὴν ὥρα φυλλομετροῦσε τὴ Σύνοψη, γιὰ νὰ δεῖ τί γράμματα ἤτανε νὰ πεῖ.Θά ῾τανε ὥρα σπερινοῦ. Κείνη τὴν ὥρα ἀκούσανε κάτι τουφεκιές. Καταλάβανε πὼς θά ῾τανε τίποτα κυνηγοί· τὸ ἕνα παιδί, ποὺ εἶχε πάγει νὰ φέρει ξύλα μὲ τὸν γάϊδαρο, εἶπε πὼς τὸ πρωὶ εἶχε ἀκούσει τουφεκιὲς κατὰ τὴν ἀπὸ μέσα θάλασσα, κατὰ τὴν Ἁγιὰ-Παρασκευή. Οἱ σκύλοι πιάσανε καὶ γαβγίζανε ὅλοι μαζὶ καὶ πεταχτήκανε ὄξω ἀπὸ τὴ μάντρα.

Σὲ λίγο φανερωθήκανε ἀπὸ πάνω ἀπὸ τὴ σπηλιὰ δυὸ ἄνθρωποι μὲ τουφέκια, καὶ φωνάζανε τοὺς τσομπάνηδες νὰ μαζέψουνε τὰ σκυλιά, ποὺ χυμήξανε ἀπάνω τους. Ὁ Σκούρης ἄφησε τοὺς ἀνθρώπους κι ἅρπαξε ἕνα ἀπὸ τὰ ζαγάρια πού ῾χανε οἱ κυνηγοὶ καὶ τὸ ξετίναζε νὰ τὸ πνίξει. Ὁ κυνηγὸς ἔρριξε ἀπάνου του, καὶ τὰ σκάγια τὸν πόνεσανε καὶ γύρισε πίσω, μαζὶ μὲ τ᾿ ἄλλα μαντρόσκυλα, ποὺ πηγαίνανε πισώδρομα ὅσο κατεβαίνανε οἱ κυνηγοί. Τέλος πάντων, ἐβγῆκε ὁ Μπαρμπάκος μὲ τοὺς ἄλλους καὶ πιάσανε τὸν Σκούρη καὶ τὸν δέσανε, διώξανε καὶ τ᾿ ἄλλα σκυλιά.«Ὥρα καλή, βρὲ παιδιά!» φώναξε ὁ Παναγὴς ὁ Καρδαμίτσας, ζωσμένος μὲ τὰ φυσεγκλίκια, μὲ τὸ ταγάρι γεμάτο πουλιά.

Ὁ ἄλλος, ποὺ ἤτανε μαζί του, ἤτανε ὁ γυιός του ὁ Δημητρός.

«Πολλὰ τὰ ἔτη!» ἀποκριθήκανε ὁ Μπαρμπάκος κ᾿ ἡ συντροφιά του. «Καλῶς ὁρίσατε!»Τοὺς πήγανε στὴ σπηλιά.

«Μωρέ, τ᾿ εἶν᾿ ἐδῶ; Παλάτι! Παλάτι μὲ βασιλοποῦλες!» εἶπε ὁ μπάρμπα-Παναγής, δείχνοντας τὶς μυτζῆθρες ποὺ ἀχνίζανε.Τοὺς βάλανε νὰ καθήσουνε, τοὺς κάνανε καφέ. Οἱ κυνηγοὶ εἴχανε κονιάκι. Κεραστήκανε.

«Βρὲ ἀδερφέ», ἔλεγε ὁ μπάρμπα-Παναγής, «ποιὸς νὰ τό ῾λεγε, χρονιάρα μέρα, πὼς θὰ κάνουμε Χριστούγεννα στὸ σπήλαιο ποὺ ἐγεννήθη ὁ Χριστός! Ἐχτὲς περάσαμε στὴν Ἁγιὰ-Παρασκευή, νὰ κυνηγήσουμε λίγο. Ἔ, δικός μας εἶναι ὁ ἡγούμενος, κοιμηθήκαμε στὸ μοναστήρι, καὶ σήμερα τὴν αὐγὴ βγήκαμε στὸ κυνήγι. Βλέποντας πὼς φουρτούνιασε ὁ καιρός, εἴπαμε πὼς δὲ θὰ μπορέσουμε νὰ περάσουμε τὸ μπουγάζι μὲ τὴ σαπιόβαρκα τοῦ μπάρμπα-Μανώλη τοῦ Βασιλέ. Κ᾿ ἐπειδὴ ξέραμε ἀπ᾿ ἄλλη φορὰ τὸ μαντρί, καὶ μὲ τὸ κυνήγι πέσαμε σὲ τοῦτα τὰ σύνορα, εἴπαμε νὰ ῾ρθουμε στ᾿ ἀρχοντικό σας… Μωρέ, τί σκύλο ἔχετε; Αὐτὸ εἶναι θηρίο, ἀσλάνι καὶ καπλάνι!

Μπρέ, μπρέ, μπρέ! τὸ ζαγάρι τὸ πετσόκοψε! Γιὰ κοίταξε τί χάλια τό ῾κανε!»

Καὶ γύρισε σὲ μία γωνιὰ τῆς σπηλιᾶς, ποὺ κλαμούριζε τὸ σκυλὶ κ᾿ ἔτρεμε σὰν θερμιασμένο.

«Ἔλα δῶ, Φλόξ! Φλόξ!»Μὰ ἡ Φλὸξ ἀπὸ τὴν τρομάρα της τρύπωνε πιὸ βαθιά.

Ἅμα ἤπιανε δυὸ-τρία κονιάκια, ὁ μπάρμπα-Παναγὴς ἄρχισε νὰ μασᾶ τὰ μουστάκια του, καὶ στὸ τέλος ἔπιασε νὰ τραγουδᾶ:Καλὴν ἑσπέραν, ἄρχοντες, ἂν εἶναι ὁρισμός σας,
Χριστοῦ τὴν θείαν γέννησιν νὰ πῶ στ᾿ ἀρχοντικό σας.

Ὕστερα ὁ Δυσσέας ἔψαλε τὸ «Χριστὸς γεννᾶται, δοξάσατε».Ἐκείνη τὴν ὥρα ἀκούσανε πάλι τὰ σκυλιὰ νὰ γαβγίζουνε. Στείλανε τὰ παιδιὰ νὰ δοῦνε τί εἶναι. Ὁ ἀγέρας εἶχε μπουρινιάσει κ᾿ ἔρριχνε παγωμένο νερό. Κρύο τάντανο!

Σὲ λίγο πάψανε τὰ σκυλιά, καὶ γυρίσανε πίσω τὰ παιδιά. Ἀπὸ πίσω τοὺς μπήκανε στὴ σπηλιὰ τρεῖς ἄντρες, ποὺ φαινόντανε πὼς ἤτανε θαλασσινοί, καὶ δυὸ καλόγεροι, βρεμένοι ὅλοι καὶ ξυλιασμένοι ἀπ᾿ τὸ κρύο. Τοὺς καλωσορίσανε, τοὺς βάλανε καὶ καθήσανε.

Μόλις πῆγε κοντὰ στὴ φωτιὰ ὁ πρῶτος, ὁ καπετάνιος, τὸν γνώρισε ὁ Μπαρμπάκος κ᾿ ἔβγαλε μία χαρούμενη φωνή. Ἤτανε ὁ καπετάν-Κωσταντὴς ὁ Μπιλικτσῆς, ποὺ ταξίδευε στὴν Πόλη. Εἶχε περάσει κι ἄλλη φορὰ ἀπὸ τὴ Σκρόφα, κ᾿ εἴχανε δέσει φιλία μὲ τὸν Μπαρμπάκο, ποὺ δὲν ἤξερε τί περιποίηση νὰ τοὺς κάνει· οἱ ἄλλοι δυὸ ἤτανε γεμιτζῆδες κι αὐτοί, ἄνθρωποι τοῦ καϊκιοῦ του.Ὁ ἕνας ἀπὸ τοὺς καλόγερους, ἕνας σωματώδης μὲ μαῦρα γένεια, ὀμορφάνθρωπος, ἤτανε ὁ πάτερ-Σίλβεστρος Κουκουτός, καλογερόπαπας. Ὁ ἄλλος ἤτανε λιγνός, μὲ λίγες ἀνάριες τρίχες στὸ πηγούνι, σὰν τὸν Ἅγιο Γιάννη τὸν Καλυβίτη. Τὸν λέγανε Ἀρσένιο Σγουρή.Ὁ καπετάν-Κωσταντὴς ἐρχότανε ἀπὸ τὴν Πόλη καὶ πῆρε στὸ καΐκι τὸν πάτερ-Σίλβεστρο, ποὺ εἶχε πάγει στὴν Πόλη ἀπὸ τ᾿ Ἅγιον Ὄρος γιὰ ἐλέη, κ᾿ ἤθελε νὰ κάνει Χριστούγεννα στὴν πατρίδα του. Ὁ πάτερ-Ἀρσένιος εἶχε ταξιδέψει μαζί του ἀπὸ τὴ Μονὴ τοῦ Παντοκράτορας στὸ Ὄρος, κ᾿ ἤτανε ἀπὸ τὴ Θεσσαλία.Ταξιδέψανε καλά. Μὰ σὰν καβατζάρανε τὸν Κάβο-Μπαμπᾶ, ὁ ἀγέρας μπουρίνιασε, κι ὅλη τὴ μέρα ἀρμενίζανε μὲ μουδαρισμένα πανιὰ καὶ μὲ τὸν στάντζο, ὡς ποὺ φτάξανε κατὰ τὸ βράδυ ἀπ᾿ ἔξω ἀπὸ τὸ Ταλιάνι. Ὁ καιρὸς σκύλιαξε κι ὁ καπετάνιος δὲν μπόρεσε νά ῾μπεῖ στὸ μπουγάζι, νὰ κάνουνε Χριστούγεννα στὴν πατρίδα.Ἀποφάσισε λοιπὸν νὰ ποδίσει, καὶ πῆγε καὶ φουντάρισε στ᾿ ἀπάγκειο, πίσω ἀπὸ ἕναν μικρὸν κάβο, ἀπὸ κάτω ἀπὸ τὸ μαντρί. Κ᾿ ἐπειδὴ θυμήθηκε τὸν φίλο του τὸν Μπαρμπάκο, πῆρε τοὺς γέροντες καὶ τοὺς δυὸ ἄλλους νοματέους καὶ τραβήξανε γιὰ τὸ ἁγίλι [=μαντρί]. Στὸ τσερνίκι εἴχανε ἀφήσει τὸν μπαρμπ᾿ – Ἀπόστολο μὲ τὸν μοῦτσο.Σὰν εἴδανε πὼς στὴ σπηλιὰ βρισκότανε κι ὁ κύρ-Παναγὴς μὲ τὸν κύρ-Δημητρό, γίνηκε μεγάλη χαρὰ καὶ φασαρία.

«Μωρὲ νὰ δεῖς», ἔλεγε ὁ κύρ-Παναγής, «τώρα ψέλναμε τὸ τροπάρι, κι ἀπάνω ποὺ λέγαμε «ἐν αὐτῇ γὰρ οἱ τοῖς ἄστροις λατρεύοντες ὑπὸ ἀστέρος ἐδιδάσκοντο…», φτάξατε κ᾿ ἐσεῖς οἱ μάγοι μὲ τὰ δῶρα! Γιατὶ βλέπω μία νταμιζάνα κρασί, βλέπω λακέρδα, βλέπω χαβιάρια, βλέπω παξιμάδια, μπακλαβάδες, «σμύρναν, χρυσὸν καὶ λίβανον»!

«Χά! Χά! Χά!» – γελοῦσε δυνατὰ ὁ κύρ-Παναγής, μισομεθυσμένος καὶ ψευδίζοντας, καὶ χάϊδευε τὴν κοιλιά του, γιατὶ ἤτανε καλοφαγᾶς.

Στὸ μεταξὺ ὁ πάτερ – Ἀρσένιος ὁ Σγουρῆς ζωντάνεψε ὁ καϊμένος, κ᾿ εἶπε σιγανὰ χαμογελώντας καὶ τρίβοντας τὰ χέρια του:«Δόξα σοι ὁ θεός, Κύριε ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστέ, ποὺ μᾶς ἐλύτρωσες ἐκ τοῦ κλύδωνος!» κ᾿ ἔκανε τὸν σταυρό του.

Ὁ πάτερ-Σίλβεστρος εἶπε νὰ σηκωθοῦνε ὄρθιοι, κ᾿ εἶπε λίγες εὐχές, τὸ «Χριστὸς γεννᾶται», κ᾿ ὕστερα μὲ τὴ βροντερὴ φωνή του ἔψαλε:«Μεγάλυνον, ψυχή μου, τὴν τιμιωτέραν καὶ ἐνδοξοτέραν τῶν ἄνω στρατευμάτων.
Μυστήριον ξένον ὁρῶ καὶ παράδοξον. Οὐρανὸν τὸ σπήλαιον, θρόνον χερουβικὸν τὴν Παρθένον, τὴν φάτνην χωρίον, ἐν ᾧ ἀνεκλήθη ὁ ἀχώρητος Χριστὸς ὁ Θεός, ὃν ἀνυμνοῦντες μεγαλύνομεν».

Ὕστερα καθήσανε στὸ τραπέζι. Τέτοιο τραπέζι βλογημένο καὶ χαρούμενο δὲν ἔγινε σὲ κανένα παλάτι. Τρώγανε καὶ ψέλνανε. Καὶ τοῦ πουλιοῦ τὸ γάλα εἶχε ἀπάνω, ἀπὸ τὰ μοσκοβολημένα τ᾿ ἀρνιά, τὰ τυριά, τὰ μανούρια, τὶς μυτζῆθρες, τὶς μπεκάτσες καὶ τ᾿ ἄλλα πουλιὰ τοῦ κυνηγιοῦ, ὡς τὴ λακέρδα καὶ τ᾿ ἄλλα τὰ πολίτικα ποὺ φέρανε οἱ θαλασσινοί, καθὼς καὶ κρασὶ μπρούσικο.

Ὄξω φυσομανοῦσε ὁ χιονιᾶς, καὶ βογγούσανε τὰ δέντρα κ᾿ ἡ θάλασσα ἀπὸ μακριά. Ἀνάμεσα στὰ βουΐσματα ἀκουγόντανε καὶ τὰ κουδούνια ἀπὸ τὰ ζωντανὰ ποὺ ἀναχαράζανε. Μέσα ἀπὸ τὴ σπηλιὰ ἔβγαινε ἡ κόκκινη ἀντιφεγγιὰ τῆς φωτιᾶς μαζὶ μὲ τὶς ψαλμωδίες καὶ μὲ τὶς χαρούμενες φωνές. Κι ὁ κυρ-Παναγὴς ἔκλεβε κάπου-κάπου λίγον ὕπνο, ρουχάλιζε λιγάκι κ᾿ ὕστερα ξυπνοῦσε κ᾿ ἔψελνε μαζὶ μὲ τὴ συνοδεία.Ἀληθινά, ἀπὸ τὴ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ δὲν ἔλειπε τίποτα. Ὅλα ὑπήρχανε: τὸ σπήλαιο, οἱ ποιμένες, οἱ μάγοι μὲ τὰ δῶρα, κι ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς ἤτανε παρὼν μὲ τοὺς δυὸ μαθητές του, ποὺ εὐλογούσανε «τὴν βρῶσιν καὶ τὴν πόσιν».

από το users.uoa.gr