Διαβάσαμε
Ο εορτασμός του νέου έτους είναι μία από τις αρχαιότερες γιορτές.
Πολλοί πιστεύουν ότι ξεκίνησε στην αρχαία Βαβυλώνα περίπου 4.000 χρόνια πριν, την Άνοιξη, κατά το πρώτο νέο φεγγάρι μετά την εαρινή ισημερία. Για πολλά χρόνια, οι Ρωμαίοι γιόρταζαν ως Πρωτοχρονιά, την πρώτη Μαρτίου. Το 46 π.Χ., όμως, ο Ιούλιος Καίσαρας εφάρμοσε ένα νέο ημερολόγιο, αυτό που ισχύει και σήμερα, με αποτέλεσμα να μετρά ως πρώτη του χρόνου, η πρώτη Ιανουαρίου. Ο μήνας αυτός έχει πάρει το όνομά του από τον Θεό των Ρωμαίων Ιανό, o οποίος πάντα απεικονίζεται με δύο πρόσωπα, με το ένα να κοιτάζει πίσω στον παλιό χρόνο και το άλλο, μπροστά, στο νέο έτος. Οι γιορτές των Ρωμαίων ονομάζονταν Calends (calendar=καλεντάρι=ημερολόγιο) και οι άνθρωποι στόλιζαν τα σπίτια τους και αντάλλασσαν δώρα.
Η ορθόδοξη εκκλησία της εποχής κυρίως του Μεγάλου Κωνσταντίνου, επειδή ήθελε να χωρίσει τους χριστιανούς από τους ειδωλολάτρες, απαγόρευε στους πρώτους να γιορτάζουν την Πρωτοχρονιά, όπως οι δεύτεροι. Τα αποτελέσματα της απαγόρευσης αυτής ήταν πολύ μικρά. Απαλείφθηκαν μόνο τα στοιχεία εκείνα που έρχονταν σε ευθεία αντίθεση προς τη χριστιανική ηθική.
Τα έθιμα της Πρωτοχρονιάς: Η Πρωτοχρονιά, όπως αυτή διαμορφώθηκε κάτω από την επίδραση της εκκλησίας και τη σύνδεσή της με τη γιορτή του Αγίου Βασιλείου, διαιωνίστηκε έως σήμερα ως λαϊκή γιορτή με έθιμα στις περιοχές όλης της Ελλάδας. Έθιμα, όμως, της Πρωτοχρονιάς υπάρχουν και στον υπόλοιπο κόσμο. Πολλά δε από αυτά έχουν καθιερωθεί και στη χώρα μας. Τα έθιμα της Πρωτοχρονιάς σχετίζονται κυρίως με το καλότυχο της χρονιάς που έρχεται. Όπως για παράδειγμα, το σπάσιμο του ροδιού, που λόγω των πολλών σπόρων του παραπέμπει στην ευχή για πολλαπλασιασμό των αγαθών ή το κρέμασμα της αγριοκρεμμύδας, φυτό μεγάλης αντοχής. Από φόβο για τα μελλούμενα γίνεται και το ποδαρικό, η υποδοχή του πρώτου προσώπου που θα μπει στο σπίτι μας όταν αλλάξει ο χρόνος. Μικρά παιδιά και γενικά καλορίζικοι άνθρωποι προσκαλούνταν να κάνουν ποδαρικό, ώστε η οικογένεια να απαλλαχτεί από οτιδήποτε κακό. Την καλοτυχία τη χρονιά που έρχεται επιδιώκουν και όσοι παίζουν χαρτιά ή τυχερά παιχνίδια, έθιμο που σχετίζεται με την ανάγκη της πρόγνωσης του μέλλοντος, όπως και άλλες, λιγότερο γνωστές, συνήθειες. Όπως για παράδειγμα η τοποθέτηση φύλλων ελιάς στο τζάκι ή κόκκων σιταριού στη στάχτη. Το κάψιμό τους έδινε στοιχεία μαντέματος για την κατάσταση της υγείας των παρευρισκομένων κατά τη διάρκεια του νέου έτους κλπ.
Η γαλοπούλα, ως βασικό φαγητό την ημέρα της Πρωτοχρονιάς, ήρθε στην Ελλάδα από τη Βόρεια Ευρώπη. Οι κάτοικοι εκεί αρχικά μαγείρευαν μεγάλα πουλιά για το γιορτινό γεύμα. Προτιμούσαν τους φασιανούς, τις χήνες και τα παγόνια. Όταν όμως δοκίμασαν τη γαλοπούλα, την καθιέρωσαν ως το κατεξοχήν πρωτοχρονιάτικο γεύμα. Το έθιμο της γαλοπούλας έφτασε στην Ευρώπη από το Μεξικό το 1824 μ.Χ. Στην Ελλάδα παραδοσιακό φαγητό για την Πρωτοχρονιά ήταν το χοιρινό κρέας, όπως και για τα Χριστούγεννα.
Ο Αη-Βασίλης :Ανήμερα την Πρωτοχρονιά οι ορθόδοξοι χριστιανοί γιορτάζουν τη μνήμη του Αγίου Βασιλείου από την Καισάρεια. Βεβαίως, στις βιτρίνες των καταστημάτων επικρατεί ένας άλλος Άγιος, ο οποίος έρχεται από την παγωμένη Λαπωνία, γνωστός ως Santa Claus. Ο άγιος αυτός δεν έχει καμιά σχέση με τον δικό μας. Πρόκειται για τον Άγιο Νικόλαο. Ο δικός μας Άγιος Βασίλειος έρχεται την ημέρα της Πρωτοχρονιάς από την Καισάρεια και είναι ο φιλάνθρωπος επίσκοπος, ένας από τους Τρεις Ιεράρχες, ενώ ο Santa Claus ήρθε από την Αμερική και ο σκοπός της ύπαρξής του ήταν να διαφημίσει γνωστό αναψυκτικό. Δημιουργός του, δε, υπήρξε ο Αμερικανός σκιτσογράφος Τόμας Ναστ, το 1862.
Η βασιλόπιτα: Η πίτα, που φτιάχνουμε την παραμονή της Πρωτοχρονιάς και κόβεται παρουσία όλων των μελών της οικογένειας, ή και άλλων συγγενών και φίλων, έχει τις ρίζες της στα αρχαία ελληνορωμαϊκά έθιμα. Στα Κρόνια (εορτή του θεού Κ(Χ)ρόνου, που λατρευόταν στην Ελλάδα) και στα Σατουρνάλια (saturnalia) της Ρώμης έφτιαχναν γλυκά και πίτες, μέσα στα οποία έβαζαν νομίσματα και σε όποιον τύχαινε το κομμάτι ήταν ο τυχερός της παρέας. Η ορθόδοξη παράδοση συνέδεσε το έθιμο με τη βασιλόπιτα και την ιστορία του Άγιου Βασιλείου, ο οποίος για να προστατεύσει την περιφέρειά του, την Καισάρεια της Καππαδοκίας, από επιδρομή αλλόφυλων, έκανε έρανο και μάζεψε χρυσά νομίσματα και άλλα τιμαλφή για να τα δώσει στους εχθρούς, ώστε να τους δελεάσει και να μη λεηλατήσουν την περιοχή του. Ο εχθρός, όμως, τελικά δεν κατόρθωσε να εισβάλει στην Καισάρεια και τα τιμαλφή έμειναν. Τότε, ο Μέγας Βασίλειος είπε να φτιάξουν μικρές πίτες – ψωμάκια, μέσα στις οποίες έβαζαν και ένα χρυσό νόμισμα, ή κάτι άλλο από όλα τα πολύτιμα πράγματα, που είχαν συγκεντρωθεί. Οι πίτες αυτές μοιράστηκαν σε όλους και ο καθένας κρατούσε ό,τι του τύχαινε. Το έθιμο της βασιλόπιτας είναι πανελλαδικό και η καταγωγή της έχει ρίζες στην αρχαιότητα. Εορταστικούς άρτους για καλοτυχία παρασκευάζονταν κατά τη διάρκεια αρχαίων γιορτών. Επίσης, είναι γνωστές οι εξευμενιστικές προσφορές προς τους νεκρούς και τα πνεύματα. Βασιλόπιτα παρασκευαζόταν σε όλη τη χώρα, με παραλλαγές. Στη Θεσσαλία, για παράδειγμα, έφτιαχναν πίτα με φύλλα. Μέσα έβαζαν λίγο κλήμα, τριφύλλι, καλαμπόκι, φασόλι, άχυρο. «Κάθε κομμάτι είχε και από κάτι και αυτό που τύχαινε στον καθένα σήμαινε ότι θα έπρεπε να τον απασχολήσει ως καλλιέργεια το επόμενο έτος ή απλά ότι θα πήγαινε καλά η συγκεκριμένη σοδειά τη χρονιά αυτή» σημειώνει ο κ. Ευάγγελος Καραμανές, ερευνητής του Κέντρου Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών, και συνεχίζει: «Στη Μικρά Ασία, όπου το πλαίσιο ήταν πιο αστικό, συνηθιζόταν το γλύκισμα ή το γλυκό ψωμί ζυμωμένο με διάφορα ζυμαρικά. Στη Μακεδονία και τη Θεσσαλία, όπου ο πληθυσμός ήταν πιο αγροτικός, έφτιαχναν τυρόπιτα ή κρεατόπιτα. Η πίτα ήταν το πιο συνηθισμένο φαγητό για τους ανθρώπους της περιοχής. Απλώς, στις γιορτές ήταν πιο πλούσιο γιατί έβαζαν μέσα κρέας κότας». Με το κόψιμο της πίτας το μεσημέρι της Πρωτοχρονιάς, συνήθως από τον μεγαλύτερο της οικογένειας, η παράδοση της βασιλόπιτας ολοκληρωνόταν. Σήμερα συνεχίζει να αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι του πολιτισμού μας, ενώ η τελετή κοπή της μπορεί να συνεχιστεί καθ’ όλη τη διάρκεια των πρώτων μηνών του χρόνου από σωματεία, ιδρύματα και οργανισμούς
Aπό philenews
Ερωτευτείτε αυτούς που δεν κωλώνουν μπροστά στο ανέφικτο, αυτούς που πιστεύουν στα θαύματα που δεν έχουν εξήγηση»
Ερωτευτείτε τη διανόηση που δε δέχεται να πρωταγωνιστήσει, που δε βγαίνει το μεσημέρι στη ΝΕΤ, που δε μπερδεύει τη μετριοπάθεια με τις ίσες αποστάσεις και την εξαθλίωση με το αναπόφευκτο. Τη διανόηση που πολεμά το αναπόφευκτο, που παθιάζεται, που καίγεται από αγάπη και αγωνία, που βρίσκει τη θέση της όταν ανάβει η μάχη. Τη διανόηση που φτύνει τον κόρφο της όταν την αποκαλείς διανόηση.
Ερωτευτείτε αυτούς που τραγούδησαν «το τίποτα δεν πάει χαμένο», φτύνοντας το πιο πικρό σφίξιμο της καρδιάς τους. Αυτούς που κλαίνε ξαφνικά και δίχως λόγο.
Ερωτευτείτε τα καφενεία του Γκόρπα, τα μπαρ του καλοκαιριού, τα τραπεζάκια έξω, το τάβλι δύο γέρων έξω απ’ τα άδεια μαγαζιά τους, τα σουβλάκια στα σκαλάκια των πολυκατοικιών, τις μπύρες στα δύο και το κορίτσι που περνάει ρίχνοντας λοξές ματιές. Τα ξυπόλυτα κορίτσια, τα κορίτσια που δεν ποζάρουν, τα κορίτσια του Ιουλίου, των αόρατων νησιών, τα κορίτσια με τα αλατισμένα μαλλιά και την κόκκινη μύτη. Αυτά είναι ο πραγματικός κόσμος, η αλήθεια, το τέλος και η άκρη του νοήματος. Τους αδύναμους. Δείτε. Η κούτα του άστεγου, το στοίβαγμα του μετανάστη, η αναζήτηση φαγητού στα σκουπίδια, ο απλήρωτος λογαριασμός. Υπάρχουμε και για να αναποδογυρίσουμε αυτό το ασυνάρτητο σύμπαν.
Ερωτευτείτε τους αυτόχειρες των χρόνων που ζούμε. Τρέξτε κοντά τους, απλώστε το χέρι, σταθείτε προσοχή. Αν δεν καταφέρετε να συγκρατήσετε το κορμί τους, πριν αυτό αιωρηθεί οριστικά και αμετάκλητα, κρεμαστείτε μαζί τους. Αυτόν που έγραψε πρώτος το «οι μπάτσοι είναι παντού, αλλά ο έρωτας μας κάνει αόρατους» και αυτόν που το φωτογράφησε και αυτόν που το έκανε ριτουίτ και αυτόν που χαμογέλασε βλέποντάς το.
Ερωτευτείτε την πληγή του κυνηγημένου ξένου. Το φόβο του ανθρώπου χωρίς χαρτιά. Τη μοναξιά του ανθρώπου που πέρασε μέσα απ’ τις νάρκες και τα κύματα, για να πέσει απ’ το λυσσασμένο μαχαίρι του φασίστα. Τους διαδηλωτές που ανεβοκατεβαίνουν την Πανεπιστημίου, φωνάζοντας «αλληλεγγύη», φωνάζοντας «ελευθερία». Τις ομάδες σε γειτονιές και συνοικίες, που μαζεύουν ρούχα, που μαζεύουν φαγητά, ταινίες, υλικά και ανταλλάσσουν τα πάντα εκτός από χρήματα.
Αυτούς που βαριούνται να μιλήσουν για τη δουλειά ή τα λεφτά.Αυτούς που σου λένε το αγαπημένο τους χρώμα, το τραγούδι της εφηβείας τους, που θυμούνται το πρώτο κορίτσι που φίλησαν με τρυφερότητα και αυτούς που, σαν τον Χόλντεν, όταν λένε «καριέρα», εννοούν να προσέχουν τα παιδιά που παίζουν σε ένα τεράστιο γήπεδο κλοτσώντας μπάλες πάνω κάτω και τραγουδώντας στίχους χωρίς λόγια, μόνο λα λα λα. Τον Ντουρούτι, τον Ηλία Λάγιο και τον κλόουν του Μπελ. Τον Νίκο Καρούζο που πλήρωνε τα ποτά του με αυτοσχέδια ποιήματα σε χαρτοπετσέτες.
Ερωτευτείτε αυτούς που δεν κωλώνουν μπροστά στο ανέφικτο, αυτούς που πιστεύουν στα θαύματα που δεν έχουν εξήγηση, αλλά ούτε θρησκευτική προέλευση, αυτούς που αγαπούν τον ορθό λόγο επειδή υπηρετεί τον άνθρωπο και όχι το ανάποδο και αυτούς που δεν πίστεψαν σε οτιδήποτε ειπώθηκε οποτεδήποτε σε δελτίο ειδήσεων. Αυτούς που κολύμπησαν νύχτα μεθυσμένοι και αυτούς που πνίγηκαν επειδή δεν άντεξαν τη σκληρότητα του κόσμου.
Ερωτευτείτε τη φωνή του Αργύρη Μπακιρτζή, το «Θεέ μου μεγαλοδύναμε» και το παιδί που σφίγγει μια πέτρα στο χέρι, χωρίς να είναι σίγουρο ότι έχει δίκιο. Στα κρυφά, στη σιωπή, είμαστε σίγουροι ότι τουλάχιστον δεν έχει άδικο. Τον Χρήστο Βακαλόπουλο, που έλεγε για τον «Αύγουστο» του Νίκου Παπάζογλου, «το τραγούδι δεν είναι ερωτικό, αλλά ερωτευμένο». Μη δίνετε σημασία σε οτιδήποτε είναι ερωτικό, αλλά όχι ερωτευμένο.
Την Άννα Καρενινα, τη Μόνικα Βίτι, τη σερβιτόρα της διπλανής καφετέριας, τη Ροζάριο Ντόσον και όλες τις γυναίκες που έχουν αίμα μπερδεμένο, αίμα που έρχεται από δύο ή τρεις ηπείρους.
Ερωτευτείτε τον πατέρα κάποιου γαμπρού που με το τσιγάρο στο στόμα, μεθυσμένος, χορεύει το «Zεϊμπέκικο της Ευδοκίας».
Ερωτευτείτε το «αχ Παναγιά μου», στο τέλος κάθε τέτοιας μουσικής. Αυτόν που έγραψε «μην αγαπάς τον πλησίον, αλλά πλησίασε τον αγαπώντα». Την πιο μικρή ελιά στην κοιλιά της, τον απογευματινό ύπνο κάτω απ’ το αρμυρίκι ή την καρυδιά, την πιο λεπτή ειρωνεία, το παγάκι, την παρέα που κλαίει γελώντας και τη βουβαμάρα του καταστρώματος της επιστροφής.
Ερωτευτείτε το κορίτσι μου. Κάθε πρωί, κάθεται νυσταγμένη στην άκρη του κρεβατιού με γερμένους τους ώμους και τα χέρια να κρέμονται σαν τεράστιο εκκρεμές. Αυτή η εικόνα είναι η ασπίδα, η μολότοφ και το φωτόσπαθο που κρατάω στη χούφτα μου και με κάνει ιπτάμενο, απίθανο και ανήλικο.
Από inews24
Μέσα από τη θλίψη όλων των πραγμάτων
ακούω το σιγαλό τραγούδι της αιώνιας μητέρας
Εσύ είσαι η μεγάλη σταλαγματιά της δροσιάς κάτω από το φύλλο του λωτού
Εγώ είμαι η πιο μικρή στο απάνω μέρος του φύλλου
Ο καλλιτέχνης είναι ο εραστής της ζωής
γιαυτό είναι ο σκλάβος της, μαζί και ο αφέντης της
Τούτη η λαχτάρα είναι για κάτι που το αισθάνεται κάποιος στο σκοτάδι
μα δεν το βλέπει στο φως της ημέρας
Οι ρίζες είναι κλαδιά κάτω στη γη
Τα κλαδιά είναι ρίζες μες στον αέρα
Οι ανώνυμες ημέρες έχουν αφήσει το άγγιγμά τους απάνω στην καρδιά μου
σαν το μούσκλο στον κορμό του γέρικου δέντρου
Οι άνθρωποι πάνε μέσα στο πολυτάραχο πλήθος
για να πλίξουν την κραυγή της δικής τους σιωπής
Κουβαλώ στον ανθισμένο κόσμο μου
όλους τους κόσμους που δεν υπάρχουν πια
Το φύλλο γίνεται λουλούδι όταν αγαπά
Το λουλούδι γίνεται καρπός όταν η αγάπη του φτάνει στη λατρεία
Κοιτάζω τα δέντρα που σαλεύουν
και στοχάζομαι πόσο μεγάλος είναι ο κόσμος
Η μεγάλη δύναμη του Θεού
βρίσκεται μέσα στο απαλό αεράκι που φυσάει
κι όχι μέσα στην ανεμοζάλη
Ο μεγάλος περπατεί με τον μικρό χωρίς κανένα φόβο
ο μέτριος κρατιέται μακριά
Αγάπη, όταν έρχεσαι
κρατώντας στο χέρι σου το αναμμένο λυχνάρι της οδύνης
μπορώ να ξεχωρίσω το πρόσωπό σου
και να δω πόσο είσαι ευλογημένη από το Θεό
Το χαμόγελό σου ήταν τα λουλούδια από το δικό σου κήπο
τα λόγια σου ήταν το ψιθύρισμα του δικού σου δάσους
μα η καρδιά σου ήταν η γυναίκα που ξέραμε όλοι
Ο Θεός αγαπά τα λυχνάρια των ανθρώπων
περισσότερο από τα μεγάλα του αστέρια
Ότι είναι πολύ καλό
δεν έρχεται μόνο του
Στον ερχομό του το συνοδεύει το σύνολο
Η καρδιά μου σήμερα
νοσταλγεί να φτάσει στη μοναδική ευτυχισμένη ώρα
μέσα από τη θάλασσα των καιρών
Φοβισμένοι στοχασμοί, μη με φοβάστε εμένα
είμαι ποιητής
Δημήτρης Δημητριάδης: «Γράφω επειδή δεν μπορώ να αγαπηθώ»
Σας γράφω μερικά πολύ ενδιαφέροντα αποσπάσματα:
Οταν οι μορφές με της οποίες έχεις ταυτιστεί,που σου έδωσαν μία αίσθηση εαυτού καταρρέουν η της χάνεις,αυτό μπορεί να οδηγήσει σε μία κατάρρευση του Εγώ,αφού το Εγώ είναι ταύτιση με την μορφή.Οταν δεν υπάρχει πιά τίποτα με το οποίο να ταυτιστείς ,ποιός είσαι?
Οταν μορφές γύρω σου πεθαίνουν η σε πλησιάζει ο θάνατος,η αίσθηση Οντότητας που διαθέτεις ,του Υπάρχω,ελευθερώνεται από την εμπλοκή της με την μορφή.Το πνέυμα ελευθερώνεται από την φυλάκιση του μέσα σην ύλη.
Συνειδητοποιείς την ουσιαστική σου ταυτότητα ως άμορφη,ως μία Παρουσία που διαπερνά τα πάντα ,ως Υπαρξη που προηγείται όλων των μορφών,όλων των ταυτίσεων.Συνειδητοποιείς την αληθινή σου ταυτότητα ως την ίδια την συνειδητότητα αντί για εκείνο με το οποίο είχε ταυτιστεί η συνειδητότητα.
Αυτή είναι η ειρήνη του Θεού.
Η έσχατη αλήθεια του ποιός είσαι δεν είναι ” είμαι αυτό ”,” είμαι εκείνο ”,αλλά ΕΊΜΑΙ.
Δεν βιώνουν όλοι την αφύπνιση,αυτήν την αποταύτιση από την μορφή όλοι όσοι βιώνουν μία μεγάλη απώλεια.Μερικοί δημιουργούν αμέσως μία ισχυρή νοητική εικόνα η σκεπτομορφή στην οποία βλέπουν τον εαυτό τους ως θύμα ,είτε των περιστάσεων η άλλων ανθρώπων,η άδικης μοίρας η του θεού.
Ταυτίζονται έντονα με αυτήν την σκεπτομορφή και τα συναισθήματα που δημιουργεί ,όπως θυμός ,η μνησικακία ,η αυτολύπιση κ.ο.κ.και η ταύτιση αυτή πέρνει αμέσως την θέση όλων των άλλων ταυτίσεων που έχουν καταρρέυσει μέσω της απώλειας.
Με άλλα λόγια το Εγώ βρίσκει γρήγορα μία νέα μορφή.Το γεγονός ότι αυτή η νέα μορφή είναι βαθιά δυστυχισμένη δεν απασχολεί και πολύ το Εγώ ,εφόσον έχει μία ταυτότητα,καλή η κακή.
Στην πραγματικότητα αυτό το νέο Εγώ θα έχει συσταλεί ακόμα περισσότερο,θα είναι πιό άκαμπτο και αδιαπέραστο απ’ό,τι το παλιό.
………………………………………………………………………………………………..
Οταν έχεις επιγνώσεις του ό,τι σκέφτεσαι,αυτή η επίγνωση δεν είναι μέρος της σκέψης.Είναι μία διαφορετική διάσταση της συνειδητότητας.Και αυτή η συνειδητότητα είναι που λέει ” υπάρχω” .
Αν δεν υπήρχε τίποτα άλλο πάρα σκέψη μέσα σου ,δεν θα γνώριζες κάν ότι σκέφτεσαι.Θα ήσουν σαν τον ονειρευόμενο που δεν θα γνώριζε ότι ονειρέυεται.Θα ήσουν ταυτισμένος με κάθε σκέψη όσο και ο ονειρευόμενος στο όνειρο με κάθε εικόνα.Πολλοί άνθρωποι ζούν ακόμα έτσι,σαν υπνοβάτες ,παγιδευμένοι σε παλιές δυσλειτουργικές νοοτροπίες που συνεχώς αναδημιουργούν την ίδια εφιαλτική πραγματικότητα.
Οταν ξέρεις ότι ονειρέυεσαι είσαι αφυπνισμένος μέσα στο όνειρο,έχει εισβάλει μία άλλη συνειδητότητα.
………………………………………………………………………………………………………………………………………
Το εγώ είναι ένα συνοθύλευμα επαναλαμβανόμενων σκεπτομορφών και νοητικο-συναισθηματικών προτύπων αποκτημένων με εξαρτημένη μάθηση που είναι επενδεδυμένα με μία αίσθηση του Εγώ ,μία αίσθηση του εαυτού.Το Εγώ αναδύεται όταν η αίσθηση της Οντότητας ,του ΄΄Υπάρχω ” που είναι άμορφη συνειδητότητα,μπερδέυεται με την μορφή.Αυτό είναι το νόημα της ταύτισης.
Από την στιγμή που το εγώ θα βρεί μία ταυτότητα δεν θέλει να την εγκαταλείψει.Κατά εκπληκτικό τρόπο ,αλλά όχι σπάνια ,το Εγώ που αναζητεί μία ισχυρότερη ταυτότητα μπορεί να δημιουργήσει – και το κάνει – ασθένειες προκειμένου να ισχυροποιηθεί μέσα από αυτό.
από το reikicenter.gr
Χαμένα πᾶνε ἐντελῶς τὰ λόγια τῶν δακρύων.
Ὅταν μιλάει ἡ ἀταξία ἡ τάξη νὰ σωπαίνει
―ἔχει μεγάλη πεῖρα ὁ χαμός.
Τώρα πρέπει νὰ σταθοῦμε στὸ πλευρὸ
τοῦ ἀνώφελου.
Σιγὰ σιγὰ νὰ ξαναβρεῖ τὸ λέγειν της ἡ μνήμη
νὰ δίνει ὡραῖες συμβουλὲς μακροζωίας
σὲ ὅ,τι ἔχει πεθάνει.
Ἂς σταθοῦμε στὸ πλευρὸ ἐτούτης τῆς μικρῆς
φωτογραφίας
ποὺ εἶναι ἀκόμα στὸν ἀνθὸ τοῦ μέλλοντός της:
νέοι ἀνώφελα λιγάκι ἀγκαλιασμένοι
ἐνώπιον ἀνωνύμως εὐθυμούσης παραλίας.
Ναύπλιο Εὔβοια Σκόπελος;
Θὰ πεῖς
καὶ ποῦ δὲν ἦταν τότε θάλασσα.
Σουηδία: Την αυγή της 13ης Δεκεμβρίου η “Λουτσία” ‐ σύμβολο του φωτός ‐ συνήθως το μεγαλύτερο κορίτσι του σπιτιού, φορώντας ένα μακρύ λευκό χιτώνα και ένα στεφάνι από αναμένα κεριά στα μαλλιά, πηγαίνει από σπίτι σε σπίτι,προσφέροντας ζεστό καφέ και κουλουράκια, ενώ τραγουδά παλιά κάλαντα με τον σκοπό του λαϊκού ναπολιτάνικου τραγουδιού “Σάντα Λουτσία”. Οι θρύλοι της Λουτσίας γεννήθηκαν στις Συρακούσες της Σικελίας περίπου κατά το έτος 300 μ.Χ. Σε μερικές επαρχίες της Σουηδίας οι κάτοικοι των χωριών συνηθίζουν ανήμερα τα Χριστούγεννα να ρίχνουν έξω από τα σπίτια και τα χωράφια τους σιτάρι, για να γιορτάσουν μαζί τους και τα πουλιά.
Αγγλία:Σε μερικές βρετανικές περιοχές το έθιμο του γλεντιού σε κήπους με μηλιές την παραμονή των
Χριστουγέννων είναι μια παραλλαγή μιας ειδωλολατρικής τελετής. Αφού σκοτεινιάσει, οι αγρότες πηγαίνουν στα περιβόλια, σχηματίζουν παρέες γύρω από τα παλαιότερα δέντρα και πίνοντας μπύρα τραγουδούν τα κάλαντα. Πυροβολούν στα κλαριά για να διώξουν τα κακά πνεύματα και πριν από χρόνια άφηναν τριγύρω γλυκίσματα για να καλοπιάσουν τα πνεύματα και να εξασφαλίσουν καλή σοδειά.
Γιουγκοσλαβία:Οι Γιουγκοσλάβες νοικοκυρές έχουν ένα ευγενικό αλλά βρώμικο έθιμο: Ραντίζουν τα
τραπεζομάντηλά τους με κρασί για να μη ντραπούν οι φιλοξενούμενοί τους αν λερώσουν κάποιο.
Ρωσία: Είχαν τη συνήθεια, τη νύχτα των Χριστουγέννων να ντύνουν στ’ άσπρα μια κοπέλλα του σπιτιού και να τη βάζουν να παριστάνει την Παναγία. Για τους Ρώσους είναι σημαντικότερη η γιορτή της αλλαγής του χρόνου κατά την οποία ο ‘Πατέρας του Χιονιά’ φέρνει δώρα στα παιδιά. Το χριστουγεννιάτικο τραπέζι περιλαμβάνει κέικ, πίτες και κρέας.
Ισπανία:Στη Βαρκελώνη τον Μεσαίωνα είχαν ένα ωραίο χριστουγεννιάτικο έθιμο: την τελετή του παγωνιού. Τη μέρα των Χριστουγέννων ο βασιλιάς έπαιρνε μέσα σε μια χρυσή πιατέλα ένα ψητό παγώνι, που θεωρείται ένα από τα πιο σπάνια φαγητά, και το μετέφερε στην τραπεζαρία. Τον ακολουθούσε σ’αυτήν την πομπή ένα πλήθος από ευγενείς, υπηρέτες και σωματοφύλακες. Στην τραπεζαρία μέσα βρισκόταν η βασίλισσα. Ο βασιλιάς της πρόσφερε το παγώνι για να το μοιράσει σε όλους τους παρευρισκόμενους. Όσοι δέχονταν την εξαιρετική αυτή τιμή, ήταν υποχρεωμένοι να ορκιστούν μπροστά στην ομήγυρη ότι θα προσπαθήσουν ν’ ανδραγαθήσουν στον πόλεμο ή στις ταυρομαχίες.
Ιταλία: Στη Βενετία, πάλι τον Μεσαίωνα, ο Δόγης κι ο λαός πήγαιναν την νύχτα των Χριστουγέννων στο γειτονικό νησάκι του Αγίου Γεωργίου να προσκυνήσουν το λείψανο του Αγίου Στεφάνου. Στην παραλία του νησιού περίμεναν βενετσιάνικες αρχόντισσες ντυμένες στα μαύρα και στολισμένες με κοσμήματα, για να υποδεχτούν το Δόγη και να τον συνοδέψουν μέχρι το ναό. Μετά το τέλος της λειτουργίας όλη η λαμπρή συνοδεία έμπαινε στις γόνδολες και διασχίζοντας τα νερά ξαναγύριζαν στην πλατεία του Αγίου Μάρκου, όπου άρχιζε μεγάλο γλέντι, που συνεχιζόταν μέχρι το πρωί.
Βέλγιο: H Νύχτα των Χριστουγέννων περιλαμβάνει ένα γιορτινό γεύμα με ένα απεριτίφ και λιχουδιές και ακολουθούν θαλασσινά και γεμιστή γαλοπούλα. Το επιδόρπιο είναι το ‘Buche de Noel’ που είναι κέικ με κρέμα. Ο Άγιος Βασίλης ονομάζεται ‘Άγιος Νικόλαος’ και φέρνει δώρα στα παιδιά στις 6 Δεκεμβρίου την ‘Ημέρα του Αγίου Νικολάου’, πολύ πριν από την Ημέρα των Χριστουγέννων. Τα Χριστούγεννα, οι οικογένειες ανταλλάσσουν δώρα που έχουν βάλει κάτω από το δέντρο ή σε κάλτσα κοντά στη φωτιά και τα βρίσκουν το πρωί. Το Χριστουγεννιάτικο πρωινό αποτελείται από ένα ειδικό γλυκό ψωμί σε σχήμα μωρού, που συμβολίζει το Νεογέννητο της Βηθλεέμ.
Γερμανία: Δίνουν ιδιαίτερη σημασία στο στολισμό των σπιτιών τους για τα Χριστούγεννα. Πολλά σπίτια έχουν ξύλινα πλαίσια που προσαρμόζουν ηλεκτρικά λαμπάκια και τα τοποθετούν στα παράθυρά τους, καθώς και χρωματιστές φιγούρες από πολύχρωμο χαρτί που φαίνονται πολύ όμορφα από έξω. Συχνά φτιάχνουν και το ‘Adventskranz’, που είναι γιρλάντα με φύλλα με 4 κεριά και που συμβολίζει την περίοδο των 4 εβδομάδων πριν τα Χριστούγεννα. Κάθε Κυριακή (του μήνα πριν τα Χριστούγεννα) ανάβει και άλλο κερί. Μερικά σπίτια στολίζουν και μια μικρή ξύλινη φάτνη με ένα
μικρό στάβλο που συμβολίζει τη φάτνη της Βηθλεέμ. Ο Άγιος Βασίλης (‘Der Weihnachtsmann’) φέρνει δώρα αργά το απόγευμα, πριν τη Βραδιά των Χριστουγέννων (24 Δεκεμβρίου), μετά την επιστροφή των χριστιανών από τις εκκλησίες. Τα δώρα βρίσκονται κάτω από το Χριστουγεννιάτικο δέντρο.
Λετονία: Στη Λετονία,πιστεύουν πως ο Άγιος Βασίλης φέρνει δώρα σε κάθε μία από τις 12 ημέρες των Χριστουγέννων αρχής γενομένης από την Βραδιά των Χριστουγέννων. Συνήθως τα δώρα τοποθετούνται κάτω από το χριστουγεννιάτικο δέντρο. Το ξεχωριστό γεύμα της Ημέρας των Χριστουγέννων περιλαμβάνει μπιζέλια με μπέικον και σάλτσα, μικρές πίτες,λάχανο και λουκάνικα.
Πορτογαλία: Στην Πορτογαλία, ο Άγιος Βασίλης φέρνει δώρα στα παιδιά την Νύχτα των Χριστουγέννων και τα βάζει στο χριστουγεννιάτικο δέντρο ή σε ένα παπούτσι κοντά στο τζάκι. Το χριστουγεννιάτικο γεύμα για τους Πορτογάλους περιλαμβάνει ξερό μπακαλιάρο με βραστές πατάτες.
Γαλλία: Tα Χριστούγεννα ονομάζονται ‘Noel’. Κάθε οικογένεια στολίζει το χριστουγεννιάτικο δέντρο της συνήθως με τον παλιό παραδοσιακό τρόπο, με κόκκινες κορδέλες και με πραγματικά άσπρα κεριά. Εάν έχουν έλατο στον κήπο τους το διακοσμούν επίσης με φωτάκια όλη την νύχτα. Ο Άγιος Βασίλης αποκαλείται PereNoel.Το Χριστουγεννιάτικο γεύμα αποτελεί μια σημαντική ευκαιρία για να συγκεντρωθεί η οικογένεια και αποτελείται από το καλύτερο κρέας (άπαχο) και κρασί.
Χριστούγεννα παραμονές. Χριστούγεννα καὶ χιονιᾶς πάντα πᾶνε μαζί. Μὰ ἐκείνη τὴ χρονιὰ οἱ καιροὶ ἤτανε φουρτουνιασμένοι παρὰ φύση. Χιόνι δὲν ἔρριχνε. Μοναχὰ ποὺ ἡ ἀτμόσφαιρα ἤτανε θυμωμένη, καὶ φυσούσανε σκληροὶ βοριάδες μὲ χιονόνερο καὶ μ᾿ ἀστραπές. Καμμιὰ βδομάδα ὁ καιρὸς καλωσύνεψε καὶ φυσοῦσε μία τραμουντάνα ποὺ ἀρμενιζότανε. Μὰ τὴν παραμονὴ τὰ κατσούφιασε. Τὴν παραμονὴ ἀπὸ τὸ πρωΐ ὁ οὐρανὸς ἤτανε μαῦρος σὰν μολύβι, κ᾿ ἔπιασε κ᾿ ἔρριχνε βελονιαστὸ χιονόνερο. Σὲ μία τοποθεσία ποὺ τὴ λέγανε Σκρόφα, βρισκότανε ἕνα μαντρὶ μὲ γιδοπρόδατα, ἀπάνω σὲ μιὰ πλαγιὰ τοῦ βουνοῦ ποὺ κοίταζε κατὰ τὸ πέλαγο· τὸ μέρος αὐτὸ ἤτανε ἄγριο κ᾿ ἔρημο, γεμάτο ἀγριόπρινα, σκίνους καὶ κουμαριές, ποὺ ἤτανε κατακόκκινες ἀπὸ τὰ κούμαρα. τὸ μαντρὶ ἤτανε τριγυρισμένο μὲ ξεροτρόχαλο [=ξερολιθιά].
Οἱ τσομπάνηδες καθόντανε μέσα σὲ μιὰ σπηλιὰ ποὺ βρισκότανε παραμέσα καὶ πιὸ ψηλὰ ἀπὸ τὴ μάντρα καὶ ποὺ κοίταζε κατὰ τὴ νοτιά. Μεγάλη σπηλιά, μὲ τρία – τέσσερα χωρίσματα, κι ἀψηλὴ ὡς τρία μπόγια. Τὰ ζωντανὰ σταλιάζανε κάτω ἀπὸ τὶς χαμηλὲς σάγιες, ποὺ ἔσκυβες γιὰ νὰ μπεῖς μέσα. Σωροὶ ἀπὸ κοπριὰ στεκόντανε ἐδῶ κ᾿ ἐκεῖ, καὶ βγάζανε μία σπιρτόζα μυρουδιά. Χάμω, τὸ χῶμα ἤτανε σκουπισμένο καὶ καθαρό, γιατὶ οἱ τσομπάνηδες ἤτανε μερακλῆδες, καὶ βάζανε τὰ παιδιὰ καὶ σκουπίζανε ταχτικὰ μὲ κάτι σκοῦπες κανωμένες ἀπὸ ἀστοιβιές.
Ἀρχιτσέλιγκας ἤτανε ὁ Γιάννης ὁ Μπαρμπάκος, ἕνας ἄνθρωπος μισάγριος, γεννημένος ἀνάμεσα στὰ γίδια καὶ στὰ πρόβατα. Ἤτανε μαῦρος, μαλλιαρός, μὲ γένεια μαῦρα κόρακας, σγουρὰ καὶ σφιχτὰ σὰν τοῦ κριαριοῦ. Φοροῦσε σαλβάρια κοντὰ ὡς τὸ γόνατο, σελάχι στὴ μέση του, ζουνάρι πλατύ, βαριὰ τζεσμέδια στὰ ποδάρια του· τὸ κεφάλι του τὸ εἶχε τυλιγμένο μ᾿ ἕνα μεγάλο μαντίλι σὰν σαρίκι, κ᾿ οἱ μαρχαμάδες [= τὰ κρόσια] κρεμόντανε στὸ πρόσωπό του. Ἀρχαῖος ἄνθρωπος!Εἶχε δυὸ παραγυιούς, τὸν Ἀλέξη καὶ τὸν Δυσσέα, δυὸ παλληκαρόπουλα ὡς εἴκοσι χρονῶν. Εἶχε καὶ τρία παιδιά, ποὺ τοὺς βοηθούσανε στ᾿ ἄρμεγμα καὶ κοιτάζανε τὸ μαντρὶ νά ῾ναι καθαρό. Αὐτὲς οἱ ἕξι ψυχὲς ἐζούσανε σὲ κεῖνο τὸ μέρος, κρυφὰ ἀπὸ τὸν Θεό. Ἀνάρια βλέπανε ἄνθρωπο.Ἡ σπηλιὰ ἤτανε καπνισμένη κι ὁ βράχος εἶχε μαυρίσει ὡς ἀπάνω ἀπὸ τὴν καπνιὰ ποὺ ἔβγαινε ἀπὸ τὸ στόμα τῆς σπηλιᾶς. Ἐκεῖ μέσα εἴχανε τὰ γιατάκια τους, σὰν μεντέρια, στρωμένα μὲ προβιές. Στοὺς τοίχους τῆς σπηλιᾶς εἴχανε μπήξει παλούκια μέσα στὶς σκισμάδες τοῦ βράχου, καὶ κρεμόντανε καρδάρες, τυροβόλια, μαγιές, τουφέκια καὶ μαχαίρια, λὲς κ᾿ ἤτανε λημέρι τῶν ληστῶν. Ἀπ᾿ ἔξω φυλάγανε οἱ σκύλοι, ὅλοι ἄγριοι σὰν λύκοι.Ἡ ἀκροθαλασσιὰ βρισκότανε ὡς ἕνα τσιγάρο ἀπόσταση ἀπὸ τὴ μάντρα. Ἤτανε ἔρημη, κι ἄλλο δὲν ἀκουγότανε ἐκεῖ πέρα παρὰ μοναχὰ ὁ ἀγκομαχητὸς τοῦ πελάγου, μέρα – νύχτα. Μὲ τὸν βοριὰ ἀπάγκιαζε, καὶ καμμιὰ φορᾶ πόδιζε κανένα καΐκι. Ἀλλιῶς δὲν ἔβλεπες βάρκα πουθενά. Ἀπὸ τὸ μαντρὶ ἀγνάντευε κανένας τὸ πέλαγο ἀνάμεσα στὰ δέντρα, καὶ τὸ μάτι ξεχώριζε καθαρὰ τὰ βουνὰ τῆς Μυτιλήνης.
Τὴν παραμονὴ τὰ Χριστούγεννα, εἴπαμε πὼς ὁ καιρὸς χάλασε, κι ἄρχισε νὰ πέφτει χιονόνερο. Οἱ τσομπάνηδες εἴχανε μαζευτεῖ στὴ σπηλιὰ κι ἀνάψανε μία μεγάλη φωτιὰ καὶ κουβεντιάζανε. Τὰ παιδιὰ εἴχανε σφάξει δυὸ ἀρνιὰ καὶ τὰ γδέρνανε. Ὁ Ἀλέξης ἔβαλε ἀπάνω σ᾿ ἕνα ράφι μυτζῆθρες καὶ τυρὶ ἀνάλατο μέσα στὰ τυροβόλια, ἁγίζι καὶ γιαούρτι. Ὁ Δυσσέας εἶχε μία παλιὰ Σύνοψη, κ᾿ ἐπειδὴ γνώριζε λίγο ἀπὸ ψαλτικὰ κ᾿ ἤξερε καὶ πέντε γράμματα, διάβαζε τὶς Κυριακάδες κι ὅποτε ἤτανε γιορτὴ κανένα τροπάρι καὶ λιγοστὰ ἀπὸ τὸν Ἑξάψαλμο. Ἐκείνη τὴν ὥρα φυλλομετροῦσε τὴ Σύνοψη, γιὰ νὰ δεῖ τί γράμματα ἤτανε νὰ πεῖ.Θά ῾τανε ὥρα σπερινοῦ. Κείνη τὴν ὥρα ἀκούσανε κάτι τουφεκιές. Καταλάβανε πὼς θά ῾τανε τίποτα κυνηγοί· τὸ ἕνα παιδί, ποὺ εἶχε πάγει νὰ φέρει ξύλα μὲ τὸν γάϊδαρο, εἶπε πὼς τὸ πρωὶ εἶχε ἀκούσει τουφεκιὲς κατὰ τὴν ἀπὸ μέσα θάλασσα, κατὰ τὴν Ἁγιὰ-Παρασκευή. Οἱ σκύλοι πιάσανε καὶ γαβγίζανε ὅλοι μαζὶ καὶ πεταχτήκανε ὄξω ἀπὸ τὴ μάντρα.
Σὲ λίγο φανερωθήκανε ἀπὸ πάνω ἀπὸ τὴ σπηλιὰ δυὸ ἄνθρωποι μὲ τουφέκια, καὶ φωνάζανε τοὺς τσομπάνηδες νὰ μαζέψουνε τὰ σκυλιά, ποὺ χυμήξανε ἀπάνω τους. Ὁ Σκούρης ἄφησε τοὺς ἀνθρώπους κι ἅρπαξε ἕνα ἀπὸ τὰ ζαγάρια πού ῾χανε οἱ κυνηγοὶ καὶ τὸ ξετίναζε νὰ τὸ πνίξει. Ὁ κυνηγὸς ἔρριξε ἀπάνου του, καὶ τὰ σκάγια τὸν πόνεσανε καὶ γύρισε πίσω, μαζὶ μὲ τ᾿ ἄλλα μαντρόσκυλα, ποὺ πηγαίνανε πισώδρομα ὅσο κατεβαίνανε οἱ κυνηγοί. Τέλος πάντων, ἐβγῆκε ὁ Μπαρμπάκος μὲ τοὺς ἄλλους καὶ πιάσανε τὸν Σκούρη καὶ τὸν δέσανε, διώξανε καὶ τ᾿ ἄλλα σκυλιά.«Ὥρα καλή, βρὲ παιδιά!» φώναξε ὁ Παναγὴς ὁ Καρδαμίτσας, ζωσμένος μὲ τὰ φυσεγκλίκια, μὲ τὸ ταγάρι γεμάτο πουλιά.
Ὁ ἄλλος, ποὺ ἤτανε μαζί του, ἤτανε ὁ γυιός του ὁ Δημητρός.
«Πολλὰ τὰ ἔτη!» ἀποκριθήκανε ὁ Μπαρμπάκος κ᾿ ἡ συντροφιά του. «Καλῶς ὁρίσατε!»Τοὺς πήγανε στὴ σπηλιά.
«Μωρέ, τ᾿ εἶν᾿ ἐδῶ; Παλάτι! Παλάτι μὲ βασιλοποῦλες!» εἶπε ὁ μπάρμπα-Παναγής, δείχνοντας τὶς μυτζῆθρες ποὺ ἀχνίζανε.Τοὺς βάλανε νὰ καθήσουνε, τοὺς κάνανε καφέ. Οἱ κυνηγοὶ εἴχανε κονιάκι. Κεραστήκανε.
«Βρὲ ἀδερφέ», ἔλεγε ὁ μπάρμπα-Παναγής, «ποιὸς νὰ τό ῾λεγε, χρονιάρα μέρα, πὼς θὰ κάνουμε Χριστούγεννα στὸ σπήλαιο ποὺ ἐγεννήθη ὁ Χριστός! Ἐχτὲς περάσαμε στὴν Ἁγιὰ-Παρασκευή, νὰ κυνηγήσουμε λίγο. Ἔ, δικός μας εἶναι ὁ ἡγούμενος, κοιμηθήκαμε στὸ μοναστήρι, καὶ σήμερα τὴν αὐγὴ βγήκαμε στὸ κυνήγι. Βλέποντας πὼς φουρτούνιασε ὁ καιρός, εἴπαμε πὼς δὲ θὰ μπορέσουμε νὰ περάσουμε τὸ μπουγάζι μὲ τὴ σαπιόβαρκα τοῦ μπάρμπα-Μανώλη τοῦ Βασιλέ. Κ᾿ ἐπειδὴ ξέραμε ἀπ᾿ ἄλλη φορὰ τὸ μαντρί, καὶ μὲ τὸ κυνήγι πέσαμε σὲ τοῦτα τὰ σύνορα, εἴπαμε νὰ ῾ρθουμε στ᾿ ἀρχοντικό σας… Μωρέ, τί σκύλο ἔχετε; Αὐτὸ εἶναι θηρίο, ἀσλάνι καὶ καπλάνι!
Μπρέ, μπρέ, μπρέ! τὸ ζαγάρι τὸ πετσόκοψε! Γιὰ κοίταξε τί χάλια τό ῾κανε!»
Καὶ γύρισε σὲ μία γωνιὰ τῆς σπηλιᾶς, ποὺ κλαμούριζε τὸ σκυλὶ κ᾿ ἔτρεμε σὰν θερμιασμένο.
«Ἔλα δῶ, Φλόξ! Φλόξ!»Μὰ ἡ Φλὸξ ἀπὸ τὴν τρομάρα της τρύπωνε πιὸ βαθιά.
Ἅμα ἤπιανε δυὸ-τρία κονιάκια, ὁ μπάρμπα-Παναγὴς ἄρχισε νὰ μασᾶ τὰ μουστάκια του, καὶ στὸ τέλος ἔπιασε νὰ τραγουδᾶ:Καλὴν ἑσπέραν, ἄρχοντες, ἂν εἶναι ὁρισμός σας,
Χριστοῦ τὴν θείαν γέννησιν νὰ πῶ στ᾿ ἀρχοντικό σας.
Ὕστερα ὁ Δυσσέας ἔψαλε τὸ «Χριστὸς γεννᾶται, δοξάσατε».Ἐκείνη τὴν ὥρα ἀκούσανε πάλι τὰ σκυλιὰ νὰ γαβγίζουνε. Στείλανε τὰ παιδιὰ νὰ δοῦνε τί εἶναι. Ὁ ἀγέρας εἶχε μπουρινιάσει κ᾿ ἔρριχνε παγωμένο νερό. Κρύο τάντανο!
Σὲ λίγο πάψανε τὰ σκυλιά, καὶ γυρίσανε πίσω τὰ παιδιά. Ἀπὸ πίσω τοὺς μπήκανε στὴ σπηλιὰ τρεῖς ἄντρες, ποὺ φαινόντανε πὼς ἤτανε θαλασσινοί, καὶ δυὸ καλόγεροι, βρεμένοι ὅλοι καὶ ξυλιασμένοι ἀπ᾿ τὸ κρύο. Τοὺς καλωσορίσανε, τοὺς βάλανε καὶ καθήσανε.
Μόλις πῆγε κοντὰ στὴ φωτιὰ ὁ πρῶτος, ὁ καπετάνιος, τὸν γνώρισε ὁ Μπαρμπάκος κ᾿ ἔβγαλε μία χαρούμενη φωνή. Ἤτανε ὁ καπετάν-Κωσταντὴς ὁ Μπιλικτσῆς, ποὺ ταξίδευε στὴν Πόλη. Εἶχε περάσει κι ἄλλη φορὰ ἀπὸ τὴ Σκρόφα, κ᾿ εἴχανε δέσει φιλία μὲ τὸν Μπαρμπάκο, ποὺ δὲν ἤξερε τί περιποίηση νὰ τοὺς κάνει· οἱ ἄλλοι δυὸ ἤτανε γεμιτζῆδες κι αὐτοί, ἄνθρωποι τοῦ καϊκιοῦ του.Ὁ ἕνας ἀπὸ τοὺς καλόγερους, ἕνας σωματώδης μὲ μαῦρα γένεια, ὀμορφάνθρωπος, ἤτανε ὁ πάτερ-Σίλβεστρος Κουκουτός, καλογερόπαπας. Ὁ ἄλλος ἤτανε λιγνός, μὲ λίγες ἀνάριες τρίχες στὸ πηγούνι, σὰν τὸν Ἅγιο Γιάννη τὸν Καλυβίτη. Τὸν λέγανε Ἀρσένιο Σγουρή.Ὁ καπετάν-Κωσταντὴς ἐρχότανε ἀπὸ τὴν Πόλη καὶ πῆρε στὸ καΐκι τὸν πάτερ-Σίλβεστρο, ποὺ εἶχε πάγει στὴν Πόλη ἀπὸ τ᾿ Ἅγιον Ὄρος γιὰ ἐλέη, κ᾿ ἤθελε νὰ κάνει Χριστούγεννα στὴν πατρίδα του. Ὁ πάτερ-Ἀρσένιος εἶχε ταξιδέψει μαζί του ἀπὸ τὴ Μονὴ τοῦ Παντοκράτορας στὸ Ὄρος, κ᾿ ἤτανε ἀπὸ τὴ Θεσσαλία.Ταξιδέψανε καλά. Μὰ σὰν καβατζάρανε τὸν Κάβο-Μπαμπᾶ, ὁ ἀγέρας μπουρίνιασε, κι ὅλη τὴ μέρα ἀρμενίζανε μὲ μουδαρισμένα πανιὰ καὶ μὲ τὸν στάντζο, ὡς ποὺ φτάξανε κατὰ τὸ βράδυ ἀπ᾿ ἔξω ἀπὸ τὸ Ταλιάνι. Ὁ καιρὸς σκύλιαξε κι ὁ καπετάνιος δὲν μπόρεσε νά ῾μπεῖ στὸ μπουγάζι, νὰ κάνουνε Χριστούγεννα στὴν πατρίδα.Ἀποφάσισε λοιπὸν νὰ ποδίσει, καὶ πῆγε καὶ φουντάρισε στ᾿ ἀπάγκειο, πίσω ἀπὸ ἕναν μικρὸν κάβο, ἀπὸ κάτω ἀπὸ τὸ μαντρί. Κ᾿ ἐπειδὴ θυμήθηκε τὸν φίλο του τὸν Μπαρμπάκο, πῆρε τοὺς γέροντες καὶ τοὺς δυὸ ἄλλους νοματέους καὶ τραβήξανε γιὰ τὸ ἁγίλι [=μαντρί]. Στὸ τσερνίκι εἴχανε ἀφήσει τὸν μπαρμπ᾿ – Ἀπόστολο μὲ τὸν μοῦτσο.Σὰν εἴδανε πὼς στὴ σπηλιὰ βρισκότανε κι ὁ κύρ-Παναγὴς μὲ τὸν κύρ-Δημητρό, γίνηκε μεγάλη χαρὰ καὶ φασαρία.
«Μωρὲ νὰ δεῖς», ἔλεγε ὁ κύρ-Παναγής, «τώρα ψέλναμε τὸ τροπάρι, κι ἀπάνω ποὺ λέγαμε «ἐν αὐτῇ γὰρ οἱ τοῖς ἄστροις λατρεύοντες ὑπὸ ἀστέρος ἐδιδάσκοντο…», φτάξατε κ᾿ ἐσεῖς οἱ μάγοι μὲ τὰ δῶρα! Γιατὶ βλέπω μία νταμιζάνα κρασί, βλέπω λακέρδα, βλέπω χαβιάρια, βλέπω παξιμάδια, μπακλαβάδες, «σμύρναν, χρυσὸν καὶ λίβανον»!
«Χά! Χά! Χά!» – γελοῦσε δυνατὰ ὁ κύρ-Παναγής, μισομεθυσμένος καὶ ψευδίζοντας, καὶ χάϊδευε τὴν κοιλιά του, γιατὶ ἤτανε καλοφαγᾶς.
Στὸ μεταξὺ ὁ πάτερ – Ἀρσένιος ὁ Σγουρῆς ζωντάνεψε ὁ καϊμένος, κ᾿ εἶπε σιγανὰ χαμογελώντας καὶ τρίβοντας τὰ χέρια του:«Δόξα σοι ὁ θεός, Κύριε ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστέ, ποὺ μᾶς ἐλύτρωσες ἐκ τοῦ κλύδωνος!» κ᾿ ἔκανε τὸν σταυρό του.
Ὁ πάτερ-Σίλβεστρος εἶπε νὰ σηκωθοῦνε ὄρθιοι, κ᾿ εἶπε λίγες εὐχές, τὸ «Χριστὸς γεννᾶται», κ᾿ ὕστερα μὲ τὴ βροντερὴ φωνή του ἔψαλε:«Μεγάλυνον, ψυχή μου, τὴν τιμιωτέραν καὶ ἐνδοξοτέραν τῶν ἄνω στρατευμάτων.
Μυστήριον ξένον ὁρῶ καὶ παράδοξον. Οὐρανὸν τὸ σπήλαιον, θρόνον χερουβικὸν τὴν Παρθένον, τὴν φάτνην χωρίον, ἐν ᾧ ἀνεκλήθη ὁ ἀχώρητος Χριστὸς ὁ Θεός, ὃν ἀνυμνοῦντες μεγαλύνομεν».
Ὕστερα καθήσανε στὸ τραπέζι. Τέτοιο τραπέζι βλογημένο καὶ χαρούμενο δὲν ἔγινε σὲ κανένα παλάτι. Τρώγανε καὶ ψέλνανε. Καὶ τοῦ πουλιοῦ τὸ γάλα εἶχε ἀπάνω, ἀπὸ τὰ μοσκοβολημένα τ᾿ ἀρνιά, τὰ τυριά, τὰ μανούρια, τὶς μυτζῆθρες, τὶς μπεκάτσες καὶ τ᾿ ἄλλα πουλιὰ τοῦ κυνηγιοῦ, ὡς τὴ λακέρδα καὶ τ᾿ ἄλλα τὰ πολίτικα ποὺ φέρανε οἱ θαλασσινοί, καθὼς καὶ κρασὶ μπρούσικο.
Ὄξω φυσομανοῦσε ὁ χιονιᾶς, καὶ βογγούσανε τὰ δέντρα κ᾿ ἡ θάλασσα ἀπὸ μακριά. Ἀνάμεσα στὰ βουΐσματα ἀκουγόντανε καὶ τὰ κουδούνια ἀπὸ τὰ ζωντανὰ ποὺ ἀναχαράζανε. Μέσα ἀπὸ τὴ σπηλιὰ ἔβγαινε ἡ κόκκινη ἀντιφεγγιὰ τῆς φωτιᾶς μαζὶ μὲ τὶς ψαλμωδίες καὶ μὲ τὶς χαρούμενες φωνές. Κι ὁ κυρ-Παναγὴς ἔκλεβε κάπου-κάπου λίγον ὕπνο, ρουχάλιζε λιγάκι κ᾿ ὕστερα ξυπνοῦσε κ᾿ ἔψελνε μαζὶ μὲ τὴ συνοδεία.Ἀληθινά, ἀπὸ τὴ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ δὲν ἔλειπε τίποτα. Ὅλα ὑπήρχανε: τὸ σπήλαιο, οἱ ποιμένες, οἱ μάγοι μὲ τὰ δῶρα, κι ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς ἤτανε παρὼν μὲ τοὺς δυὸ μαθητές του, ποὺ εὐλογούσανε «τὴν βρῶσιν καὶ τὴν πόσιν».
από το users.uoa.gr
Αν όλα σου τα προβλήματα ή αυτά που εσύ αντιλαμβάνεσαι σαν αιτίες του πόνου ή της δυστυχίας εξαφανίζονταν σαν από θαύμα από τη ζωή σου, αλλά εσύ δεν είχες γίνει περισσότερο παρών, πιο συνειδητός, πολύ σύντομα θα έβρισκες τον εαυτό σου με ένα παρόμοιο σύνολο προβλημάτων ή αιτιών πόνου, σαν μια σκιά που σε ακολουθεί όπου κι αν πας. Τελικά υπάρχει μόνο ένα πρόβλημα: ο ίδιος ο νους, που είναι δεμένος με το χρόνο…
| Έρευνα: «Εκτός πυλών» του κράτους οι νέοι Έλληνες |
| Αυτό έχει ως αποτέλεσμα η Ελλάδα να τοποθετείται στις πρώτες θέσεις εντός της «ΕΕ των 28» αναφορικά με τους NEETs. |
| Eκτός αγοράς εργασίας, εκπαίδευσης ή κατάρτισης, βρίσκεται το 16,9% των νέων έως 24 ετών στην Ελλάδα, σύμφωνα με έρευνα του Κέντρου Ανάπτυξης Εκπαιδευτικής Πολιτικής (ΚΑΝΕΠ) της ΓΣΕΕ και του Πανεπιστημίου Κρήτης, σε συνεργασία με την εταιρεία δημοσκοπήσεων Greek Public Opinion (GPO) και το Ινστιτούτο Ηλεκτρονικής Δομής και Λέιζερ (ΙΗΔΛ) του Ιδρύματος Τεχνολογίας και Έρευνας (ΙΤΕ), που παρουσιάστηκε σε ειδική εκδήλωση στον δήμο Ιλίου.
Αυτό έχει ως αποτέλεσμα η Ελλάδα να τοποθετείται στις πρώτες θέσεις εντός της «ΕΕ των 28» αναφορικά με τους NEETs. Με τον όρο NEETs, (young people not in education, employment or training), περιγράφεται ο νεανικός πληθυσμός μίας χώρας, ηλικίας 15 έως 24 ετών, που απέχει από κάθε διαδικασία εκπαίδευσης, κατάρτισης και απασχόλησης, δηλαδή είναι «απών» από κάθε μείζονα θεσμική μέριμνα του κοινωνικού κράτους. Όπως προκύπτει από τα ευρήματα και συμπεράσματα της έρευνας: – Παρατηρείται αύξηση κατά 50% του ποσοστού των NEETs στη χώρα μας, κατά την περίοδο της κρίσης. – Οι NEETs, αν και δεν αποτελούν νέο φαινόμενο, εντούτοις, τόσο η διακύμανσή τους (διόγκωση), όσο και η περιφερειακή συγκέντρωσή τους, που εντοπίζεται κυρίως στα κράτη μέλη του ευρωπαϊκού Νότου, καταδεικνύουν, σαφώς, την άμεση διασύνδεση του φαινομένου με τις δυσμενείς συνέπειες της πολυεπίπεδης κρίσης και με τις ακολουθούμενες μεθόδους δημοσιονομικής εξυγίανσης. – Οι γυναίκες αποτελούν την πλειοψηφία των «αποκλεισμένων» ατόμων. – Οι νέοι με χαμηλό ή μεσαίο μορφωτικό επίπεδο διατρέχουν υψηλό κίνδυνο να περιέλθουν σε κατάσταση NEET, καθώς, επίσης, οι νεαροί μετανάστες, τα άτομα με αναπηρία, οι νέοι με πολύ σοβαρά προβλήματα ψυχικής ή σωματικής υγείας και όσοι εμφανίζουν βεβαρημένο οικογενειακό background. – H οικογένεια, ένας ζωτικός θεσμός της ελληνικής κοινωνίας, διαδραματίζει τον βασικότερο υποστηρικτικό ρόλο για τους NΕΕΤs, βοηθώντας τους οικονομικά και ψυχολογικά, ώστε να συνεχίσουν την προσπάθειά τους για εύρεση εργασίας, ενώ παράλληλα λειτουργεί ως «προστατευτικό πλαίσιο» που περιορίζει- ως ένα σημείο- συναισθηματικές εξάρσεις ακραίας μορφής που ενδέχεται να οδηγήσουν σε παραβατικές συμπεριφορές- κάτι που δεν φαίνεται να συμβαίνει σε άλλες χώρες της Ευρώπης, όπως π.χ. στην Αγγλία. – Οι NEETs στην Ελλάδα εμφανίζονται εξαιρετικά δύσπιστοι απέναντι στο κοινωνικό κράτος και ταυτόχρονα εκφράζουν έντονη δυσφορία για το πολιτικό σύστημα. – Τέλος, οι ΝΕΕΤs εξακολουθούν να θέτουν ως βασική προτεραιότητα την επανένταξή τους στην αγορά εργασίας και δευτερευόντως την επιστροφή τους σε κάποια μορφή μαθησιακής διαδικασίας, εκφράζοντας τις χαμηλές προσδοκίες τους για την αποτελεσματικότητα και τις ευκαιρίες που προσφέρει το υποσύστημα «εκπαίδευση- κατάρτιση- απασχόληση» από το οποίο απέχουν, κυρίως, λόγω στρεβλώσεων ή συρρίκνωσης του κοινωνικού κράτους και όχι από προσωπική βούληση. ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
|
Κάποτε έγινε ένας αγώνας βατράχων με στόχο να ανέβουν στην ψηλότερη κορυφή ενός πύργου. Πολλοί άνθρωποι μαζεύτηκαν να τους παρακολουθήσουν. Και ο αγώνας άρχισε. Ο κόσμος όμως δεν πίστευε ότι ήταν εφικτό να ανέβουν οι βάτραχοι στην κορυφή του πύργου και το μόνο που άκουγες ήταν: “Τι κόπος! Ποτέ δεν θα τα καταφέρουν…” Οι βάτραχοι άρχισαν να αμφιβάλλουν για τους εαυτούς τους. Ο κόσμος συνέχιζε.”Τι κόπος! Ποτέ δεν θα τα καταφέρουν…”Και οι βάτραχοι,ο ένας μετά τον άλλο,παραδέχονταν την ήττα τους, εκτός από έναν, που συνέχιζε να σκαρφαλώνει.
Στο τέλος μόνο αυτός,και μετά απο μεγάλη προσπάθεια, κατόρθωσε να φτάσει στην κορυφή. Ένας από τους χαμένους βάτραχους, πλησίασε να τον ρωτήσει πώς τα κατάφερε να ανέβει στην κορυφή. Τότε συνειδητοποίησε ότι ο νικητής….ήταν κουφός.
Αν θέλεις να κατακτήσεις τα όνειρά σου,πρέπει να σιγάσεις την εσωτερική μουρμούρα του μυαλού σου,που θα κάνει τα πάντα για να σου αποδείξει πόσο μικρός είσαι. Μπορείς επίσης να κάνεις delete (διαγραφή) στα μέσα μαζικής καταστροφολογίας, γιατί με απλά λόγια θα στο πω, θα σε στείλουν πριν την ώρα σου με μαθηματική ακρίβεια. Τέλος, μην ασχολείσαι με ανθρώπους που έχουν τη συνήθεια να είναι συνεχώς αρνητικοί & επικριτικοί, γιατί πρόκειται για άτομα που ΔΕΝ κατάφεραν να πραγματοποιήσουν τα δικά τους όνειρα,και έμαθαν ότι δεν είναι εφικτό. Είναι απόλυτα ορθολογιστές και κυνικοί, πιστεύουν ότι τα όνειρα είναι μόνο για τους ρομαντικούς & τους ονειροπόλους. Μα αλλίμονο αν έλειπαν κι αυτοί οι “χαζονειροπόλοι”. Ο κόσμος θα βρισκόταν υπό το “καθεστώς” μιας αιώνιας πνευματικής σκλαβιάς.Κάνε τη διαφορά κλείσε τα αυτιά σου σε όλες τις Σειρήνες. Μια ψιθυριστή φωνούλα μέσα σου, ξέρει τον δρόμο. Ξέρει τον τρόπο.
Georgios Vas
Read more: http://enallaktikidrasi.com/2013/09/o-agonas-ton-vatraxon/#ixzz2ndemAKFH
από το kathimerini.gr |
||||
«Από την πλευρά μου έχω κάνει την επιλογή μου. Δεν θα εγκαταλείψω τη Νότια Αφρική, ούτε θα παραιτηθώ. Μόνο μέσω κακουχιών, θυσιών και μαχητικής δράσης μπορεί θριαμβεύσει η ελευθερία. Ο αγώνας είναι η ζωή μου. Θα συνεχίσω να αγωνίζομαι για την ελευθερία μέχρι το τέλος των ημερών μου», είχε δηλώσει ο Νέλσον Μαντέλα στις 26 Ιουνίου 1961 στο Νοτιοαφρικανικό Εθνικό Κογκρέσο.
«Στη διάρκεια της ζωής μου έχω αφιερώσει τον εαυτό μου στον αγώνα του αφρικανικού λαού. Έχω αγωνιστεί εναντίον της κυριαρχίας των λευκών και έχω αγωνιστεί ενάντια στην κυριαρχία των μαύρων. Έχω στην καρδιά μου το ιδανικό μιας δημοκρατικής και ελεύθερης κοινωνίας στην οποία όλοι οι άνθρωποι θα συμβιώνουν αρμονικά με ίσες ευκαιρίες. Είναι ένα ιδανικό που ελπίζω να ζήσω αρκετά ώστε να το δω να υλοποιείται. Αλλά, Θεέ μου, αν χρειαστεί, είναι ένα ιδανικό για το οποίο είμαι έτοιμος να πεθάνω», είχε πει κατά τη διάρκεια της δίκης του στις 20 Απριλίου του 1964.
«Στέκομαι εδώ μπροστά σας όχι ως προφήτης αλλά ως ταπεινός υπηρέτης του λαού. Οι ακούραστες και οι ηρωικές σας θυσίες έχουν καταστήσει δυνατό για εμένα να βρίσκομαι εδώ σήμερα. Για τον λόγο αυτόν εναποθέτω τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής μου στα χέρια σας», είχε δηλώσεις στις 11 Φεβρουαρίου 1990 όταν απελευθερώθηκε από τη φυλακή.
«Η ώρα για την επούλωση των πληγών έχει έρθει… η στιγμή για να γεφυρωθεί το χάσμα που μας χωρίζει έχει έρθει. Η ώρα να χτίσουμε βρίσκεται στα χέρια μας», είχε πει κατά την ορκωμοσία του ως πρόεδρος της Νότιας Αφρικής στις 10 Μαΐου 1994.
«Κανείς δεν γεννιέται μισώντας τον πλησίον του εξαιτίας του χρώματος του δέρματός του ή του παρελθόντος ή της θρησκείας. Οι άνθρωποι πρέπει να μάθουν να μισούν κι αν μάθουν να μισούν, μπορούν να μάθουν και πώς να αγαπούν, γιατί η αγάπη έρχεται πιο φυσικά στην ανθρώπινη καρδιά από ότι το αντίθετό της», ανέφερε στην αυτοβιογραφία του με τίτλο Long Way To Freedom.
«Αυτό που έχει σημασία στη ζωή δεν είναι μόνο το γεγονός ότι έχουμε ζήσει. Η διαφορά έχουμε κάνει στις ζωές των άλλων είναι που καθορίζει τη σημασία της ζωής που ζούμε».
«Ζούμε σε ένα κόσμο όπου η γνώση και η πληροφόρηση έχουν κάνει τεράστια άλματα, αλλά εκατομμύρια παιδιά δεν έχουν την ευκαιρία στη μάθηση. Ζούμε σε ένα κόσμο όπου η πανδημία του AIDS απειλεί την ίδια τη δομή της ύπαρξής μας. Ωστόσο, εμείς ξοδεύουμε περισσότερα χρήματα για όπλα και όχι για τη θεραπεία και την υποστήριξη εκατομμυρίων ανθρώπων που έχουν μολυνθεί από τον ιό του HIV. Είναι ένας κόσμος όπου η ελπίδα και οι δυνατότητες μπορούν να θριαμβεύσουν. Είναι επίσης ένας κόσμος γεμάτος απελπισία, ασθένειες και πείνα», είχε πει κατά τη διάρκεια συναυλίας στο Γιοχάνεσμπουργκ στις 2 Ιουλίου 2005.
«Την τελευταία ημέρα της ζωή μου θέλω να ξέρω ότι όσοι αφήνω πίσω μου θα πουν : «Ο άνθρωπος που κείτεται εδώ έκανε το καθήκον του για τη χώρα και το λαό του», είχε δηλώσει το 1999.
να βγη απ’ το σέβας κι’ από την υποταγή.
Από τους νόμους μερικούς θα τους φυλάξει,
αλλά το περισσότερο θα παραβαίνει
και νόμους κ’ έθιμα κι’ απ’ την παραδεγμένη
και την ανεπαρκούσα ευθύτητα θα βγη.
Από ταις ηδοναίς πολλά θα διδαχθή.
Την καταστρεπτική δεν θα φοβάται πράξι·
το σπίτι το μισό πρέπει να γκρεμισθή.
Έτσι θ’ αναπτυχθή ενάρετα στην γνώσι.
Κωνσταντίνος Π. Καβάφης
Τα 100 καλύτερα βιβλία”», όπως αυτά προτάθηκαν από 100 συγγραφείς 54 χωρών, που συντάχθηκε το 2002 από τη Νορβηγική Λέσχη του Βιβλίου. Ο κατάλογος αυτός προσπαθεί να απεικονίσει την παγκόσμια λογοτεχνία με βιβλία από όλες τις χώρες, πολιτισμούς και χρονικές περιόδους. Ένδεκα από τα βιβλία αυτά έχουν γραφεί από γυναίκες και τεσσάρων οι συγγραφείς είναι άγνωστοι. Καθένας από τους προτείνοντες συγγραφείς υπέβαλε τον δικό του κατάλογο από δέκα βιβλία. Δεν υπάρχει καμιά κατηγοριοποίηση και, προ παντός, αξιολόγηση στην παρουσιάση των εκατό βιβλίων που επελέγησαν με την διαδικασία αυτή. Οι οργανωτές διεκήρυξαν ότι «όλα είναι στην ίδια σειρά», με την εξαίρεση του Δον Κιχώτη που του απονεμήθηκε η διάκριση του «καλύτερου λογοτεχνικού έργου που γράφηκε ποτέ». Ο παρών κατάλογος καταρτίστηκε βάσει της χρονολογίας συγγραφής των έργων, με μιαν ελαστικότητα προκειμένου να μη απομακρυνθούν απ’ αλλήλων έργα του ιδίου συγγραφέα (βλ. π.χ. Φλωμπέρ και Ντίκενς, Τολστόι και Ντοστογιέφσκι).
| Χρονολογία | Συγγραφέας | Τίτλος έργου | γλώσσα |
|---|---|---|---|
| 18ος–17ος αι. π.Χ. | άγνωστος | Έπος του Γκιλγκαμές | Ακκαδική |
| 850–750 π.Χ. | Όμηρος | Ιλιάς | Αρχαία Ελληνική |
| 8ος αι. π.Χ. | Όμηρος | Οδύσσεια | Αρχαία Ελληνική |
| 6ος– 4ος αι. π.Χ. | άγνωστος | Το βιβλίο του Ιώβ | Εβραϊκή |
| 431 π.Χ. | Ευριπίδης | Μήδεια | Αρχαία Ελληνική |
| 430 π.Χ. | Σοφοκλής | Οιδίπους Τύραννος | Αρχαία Ελληνική |
| 4ος αι. π.Χ.– 4ος αι. μ.Χ. | Βυάσα | Μαχαβαράτα | Σανσκριτική |
| 3ος αι. π.Χ.– 3ος αι. μ.Χ. | Βαλμίκι | Ραμαγιάνα | Σανσκριτική |
| 1ος αι. π.Χ.– 4ος αι. μ.Χ. | Καλιντάσα | Σακούνταλα | Σανσκριτική |
| 29–19 π.Χ. | Vergilius (Βιργίλιος) | Aeneis (Αινειάς) | Λατινική |
| 1ος αι. μ.Χ. | Ovidius (Οβίδιος) | Metamorphoses (Μεταμορφώσεις) | Λατινική |
| 700–1500 | άγνωστος | Χίλιες και μία νύχτες | Αραβική |
| 11ος αι. | Μουρασάκι Σικίμπου | Η ιστορία του Γκέντζι | Ιαπωνική |
| 13ος αι. | άγνωστος | Njál’s Saga (Η ιστορία του Νγιαλ) | Αρχαία Σκανδιναβική |
| 1257 | Σααντί | Μποστάν (Ο Φρουτόκηπος) | Περσική |
| 1258–73 | Ρουμί | Μασναβί | Περσική |
| 1265–1321 | Dante Alighieri (Δάντης) | Divina Commedia (Θεία κωμωδία) | Ιταλική |
| 1349–53 | Giovanni Boccaccio (Βοκάκιος | Decamerone (Το Δεκαήμερο) | Ιταλική |
| 14ος αι. | Geoffrey Chaucer (Τζέφρι Τσόσερ) | The Canterbury Tales (Οι ιστορίες του Καντέρμπουρι) | Αγγλική |
| 1532–34 | François Rabelais (Ραμπελαί) | Pantagruel (Πανταγκρυέλ) και Gargantua (Γαργαντούας) | Γαλλική |
| 1595 | Michel de Montaigne (Μισέλ ντε Μονταίν) | Essays (Δοκίμια) | Γαλλική |
| 1603 | William Shakespeare (Ουίλλιαμ Σαίξπηρ) | Hamlet (Άμλετ) | Αγγλική |
| 1608 | William Shakespeare (Ουίλλιαμ Σαίξπηρ) | King Lear (Ο βασιλιάς Ληρ) | Αγγλική |
| 1609 | William Shakespeare (Ουίλλιαμ Σαίξπηρ) | Othello (Οθέλος) | Αγγλική |
| 1605 & 1615 | Miguel de Cervantes (Μιγκέλ ντε Θερβάντες) | Don Quijote (Δον Κιχώτης) | Ισπανική |
| 1726 | Jonathan Swift (Τζόναθαν Σουϊφτ) | Gulliver’s Travels (Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ) | Αγγλική |
| 1760 | Laurence Sterne (Λώρενς Στερν) | Tristram Shandy (Τρίστραμ Σάντυ) | Αγγλική |
| 1796 | Denis Diderot (Ντενί Ντιντερό) | Jacques le fataliste (Ζακ ο μοιρολάτρης και ο αφέντης του) | Γαλλική |
| 1808 & 1832 | Johann Wolfgang von Goethe (Γκαίτε) | Faust (Φάουστ) | Γερμανική |
| 1813 | Jane Austen (Τζέιν Ώστεν) | Pride and Prejudice (Περηφάνια και Προκατάληψη) | Αγγλική |
| 1818 | Giacomo Leopardi (Τζιάκομο Λεοπάρντι) | Canti (ποιήματα) | Ιταλική |
| 1830 | Stendhal (Σταντάλ) | Le Rouge et le Noir (Το κόκκινο και το μαύρο) | Γαλλική |
| 1833-1850 | Edgar Allan Poe (Έντγκαρ Άλλαν Πόε) | διηγήματα | Αγγλική (ΗΠΑ) |
| 1835 | Honoré de Balzac (Ονορέ ντε Μπαλζάκ ) | Le Père Goriot (Ο Μπάρμπα-Γκοριό) | Γαλλική |
| 1835–37 | Hans Christian Andersen (Χανς Κρίστιαν Άντερσεν) | Eventyr (Παραμύθια) | Δανική |
| 1842 | Νικολάι Γκόγκολ | Νεκρές ψυχές | Ρωσική |
| 1847 | Emily Brontë (Έμιλι Μπροντέ) | Wuthering Heights (Ανεμοδαρμένα Ύψη) | Αγγλική |
| 1851 | Herman Melville (Χέρμαν Μέλβιλ) | Moby-Dick (Μόμπυ Ντικ) | Αγγλική (ΗΠΑ) |
| 1855 | Walt Whitman (Ουώλτ Ουίτμαν) | Leaves of Grass (Φύλλα Χλόης) [ποίηση] | Αγγλική (ΗΠΑ) |
| 1857 | Gustave Flaubert (Γκυστάβ Φλωμπέρ) | Madame Bovary (Μαντάμ Μποβαρί) | Γαλλική |
| 1869 | Gustave Flaubert | L’Éducation sentimentale (Η αισθηματική αγωγή) | Γαλλική |
| 1861 | Charles Dickens (Τσάρλς Ντίκενς) | Great Expectations (Μεγάλες Προσδοκίες) | Αγγλική |
| 1865–1869 | Λέων Τολστόι | Πόλεμος και Ειρήνη | Ρωσική |
| 1886 | Λέων Τολστόι | Ο θάνατος του Ιβάν Ιλίτς | Ρωσική |
| 1877 | Λέων Τολστόι | Άννα Καρένινα | Ρωσική |
| 1866 | Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι | Έγκλημα και τιμωρία | Ρωσική |
| 1869 | Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι | Ο ηλίθιος | Ρωσική |
| 1872 | Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι | Οι δαιμονισμένοι | Ρωσική |
| 1880 | Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι | Αδελφοί Καραμαζώφ | Ρωσική |
| 1871 | George Eliot (Τζορτζ Έλιοτ) | Middlemarch (Μίντλμαρτς) | Αγγλική |
| 1879 | Henrik Ibsen (Χένρικ Ίψεν) | Et dukkehjem [Nora] (Ένα κουκλόσπιτο [Νόρα]) | Νορβηγική |
| 1884 | Mark Twain (Μαρκ Τουαίην) | Adventures of Huckleberry Finn (Οι περιπέτειες του Χάκλμπερι Φιν) | Αγγλική (ΗΠΑ) |
| 1886 | Αντόν Τσέχωφ | διηγήματα | Ρωσική |
| 1890 | Knut Hamsun (Κνουτ Χάμσουν) | Sult (Η πείνα) | Νορβηγική |
| 1901 | Thomas Mann(Τόμας Μαν) | Buddenbrooks (Οι Μπούντενμπρόοκς) | Γερμανική |
| 1924 | Thomas Mann (Τόμας Μαν) | Der Zauberberg (Το μαγικό βουνό ) | Γερμανική |
| 1904 | Joseph Conrad (Τζόζεφ Κόνραντ) | Nostromo | Αγγλική |
| 1913–27 | Marcel Proust (Μαρσέλ Προυστ) | À la recherche du temps perdu (Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο) | Γαλλική |
| 1913 | D. H. Lawrence (Ντ. Χ. Λώρενς) | Sons and Lovers (Γιοι και εραστές) | Αγγλική |
| 1918 | Λου Σιουν | Το ημερολόγιο ενός τρελού | Κινεζική |
| 1922 | James Joyce (Τζαίημς Τζόυς) | Ulysses (Οδυσσέας) | Αγγλική (Ιρλανδία) |
| 1923 | Italo Svevo (Ίταλο Σβέβο) | La Coscienza di Zeno (Η συνείδηση του Ζήνωνα) | Ιταλική |
| 1924 | Franz Kafka (Φραντς Κάφκα) | διηγήματα | Γερμανική |
| 1925 | Franz Kafka (Φραντς Κάφκα) | Der Prozess (Η Δίκη) | Γερμανική |
| 1926 | Franz Kafka (Φραντς Κάφκα) | Das Schloss (Ο Πύργος) | Γερμανική |
| 1925 | Virginia Woolf (Βιρτζίνια Γουλφ) | Mrs Dalloway (Η κυρία Νταλογουέη) | Αγγλική |
| 1927 | Virginia Woolf (Βιρτζίνια Γουλφ) | To the Lighthouse (Στο φάρο) | Αγγλική |
| 1929 | Alfred Döblin (Άλφρεντ Ντέμπλιν) | Berlin Alexanderplatz (Μπερλίν, Αλεξάντερπλατς) | Γερμανική |
| 1928 | Federico García Lorca (Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα) | Romancero gitano (Τσιγγάνικο τραγουδιστάρι) | Ισπανική |
| 1928 | Fernando Pessoa (Φερνάντο Πεσσόα) | Livro do Desassossego (Το βιβλίο της ανησυχίας) | Πορτογαλική |
| 1929 | William Faulkner (Γουίλιαμ Φώκνερ) | The Sound and the Fury (Η βουή και η αντάρα) | Αγγλική |
| 1936 | William Faulkner (Γουίλιαμ Φώκνερ) | Absalom, Absalom! (Αβεσσαλώμ, Αβεσσαλώμ !) | Αγγλική |
| 1930–32 | Robert Musil (Ρόμπερτ Μούζιλ) | Der Mann ohne Eigenschaften (Ο άνθρωπος χωρίς ιδιότητες) | Γερμανική |
| 1932 | Louis-Ferdinand Céline (Λουί-Φερντινάντ Σελίν) | Voyage au bout de la nuit (Ταξίδι στο τέλος της νύχτας) | Γαλλική |
| 1934–35 | Halldór Laxness (Χαλντόρ Λάξνες) | Sjálfstætt fólk (Ανεξάρτητοι άνθρωποι) | Ισλανδική |
| 1942 | Albert Camus (Αλμπέρ Καμύ) | L’Étranger (Ο Ξένος) | Γαλλική |
| 1944 κ.ε. | Jorge Luis Borges (Χόρχε Λουίς Μπόρχες) | Ficciones (Ιστορίες) | Ισπανική (Αργεντινή) |
| 1945 | Astrid Lindgren (Άστριντ Λίντγκρεν) | Pippi Långstrump (Πίπη η Φακιδομύτη) | Σουηδική |
| 1946 | Νίκος Καζαντζάκης | Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά | Νεοελληνική |
| 1949 | George Orwell (Τζορτζ Όργουελ) | Nineteen Eighty-Four (Χίλια ενακόσια ογδόντα τέσσερα) | Αγγλική |
| 1951–53 | Samuel Beckett (Σάμιουελ Μπέκετ) | Molloy, Malone Meurt, L’Innommable (Μολλόυ, Ο Μαλόν πεθαίνει, Ο ακατονόμαστος –τριλογία) | Γαλλική, Αγγλική (Ιρλανδία) |
| 1951 | Marguerite Yourcenar (Μαργκερίτ Γιουρσενάρ) | Mémoires d’Hadrien (Αδριανού απομνημονεύματα) | Γαλλική |
| 1952 | Ernest Hemingway (Έρνεστ Χέμινγουεϊ) | The Old Man and the Sea (Ο Γέρος και η Θάλασσα) | Αγγλική |
| 1954 | Γιασουνάρι Καβαμπάτα | Ο ήχος του βουνού | Ιαπωνική |
| 1955 | Vladimir Nabokov (Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ) | Lolita (Λολίτα) | Αγγλική (ΗΠΑ) |
| 1955 | Juan Rulfo (Χουάν Ρούλφο) | Pedro Páramo (Πέδρο Πάραμο) | Ισπανική (Μεξικό) |
| 1956 | João Guimarães Rosa (Χοάο Γκιμαράες Ρόζα) | Grande Sertão: Veredas (Μεγάλοι δρυμοί : Μονοπάτια) | Πορτογαλική (Βραζιλία) |
| 1958 | Chinua Achebe (Τσινούα Ατσέμπε) | Things Fall Apart (Τα πράγματα καταρρέουν) | Αγγλική (Νιγηρία) |
| 1959 | Ναγκίμπ Μαχφούζ | Τα παιδιά του Γκεμπελάουι | Αραβική (Αίγυπτος) |
| 1952 | Paul Celan (Πωλ Σελάν) | Mohn und Gedächtnis (Παπαρούνα και μνήμη) [ποίηση] | Γερμανική |
| 1952 | Ralph Ellison (Ραλφ Έλλισον) | Invisible Man (Αόρατος άνθρωπος) | Αγγλική (ΗΠΑ) |
| 1959 | Günter Grass (Γκύντερ Γκρας) | Die Blechtrommel (Το τενεκεδένιο ταμπούρλο) | Γερμανική |
| 1962 | Doris Lessing (Ντόρις Λέσινγκ) | The Golden Notebook (Το χρυσό σημειωματάριο) | Αγγλική |
| 1967 | Gabriel García Márquez (Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες) | Cien años de soledad (Εκατό Χρόνια Μοναξιάς) | Ισπανική (Κολομβία) |
| 1985 | Gabriel García Márquez (Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες) | El amor en los tiempos del cólera (Ο έρωτας στα χρόνια της χολέρας) | Ισπανική (Κολομβία) |
| 1971 | Ταγέμπ Σαλίχ | Η εποχή της μετανάστευσης στο Βορρά | Αραβική (Σουδάν) |
| 1974 | Elsa Morante (Έλσα Μοράντε) | La storia (Η ιστορία) | Ιταλική |
| 1981 | Salman Rushdie (Σαλμάν Ρασντί) | Midnight’s Children (Τα παιδιά του μεσονυκτίου) | Αγγλική |
| 1987 | Toni Morrison (Τόνι Μόρρισον) | Beloved (Αγαπημένη) | Αγγλική (ΗΠΑ) |
| 1995 | José Saramago (Ζοζέ Σαραμάγκου) | Ensaio sobre a cegueira (Δοκίμιον περί της τυφλότητος) | Πορτογαλική |
a
