Διαβάσαμε

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 23 Ιανουαρίου 2014

Πήρε  το όνομά του από τους περήφανους και άγριους ληστές Ζεϊμπέκους. ‘Οσο μεγαλοπρεπές ήταν το παρουσιαστικό των Ζεϊμπέκων με μια φορεσιά-κινητό οπλοστάσιο, άλλο τόσο εντυπωσιακός ήταν ο χορός τους: «Ο Ζεϊμπέκης αρχίζει να ρίχνει τις βόλτες του. Ακουμπάει τα δάχτυλά του με μια ξαφνική, βίαιη κίνηση στο χώμα, σηκώνεται απότομα, παίρνει στα χέρια του το σπαθί ή το όπλο του και συνεχίζει τις βόλτες του… Μια παραδοσιακή εντυπωσιακή φιγούρα είναι να χτυπά ο Ζεϊμπέκης το ένα χέρι του στην μπότα του και το άλλο χέρι του στο όπλο του», περιγράφει ο Θωμάς Κοροβίνης στην πολύ ενδιαφέρουσα, πολυσέλιδη μελέτη του «Οι Ζεϊμπέκοι της Μικράς Ασίας”.

Διάφορες εκδοχές υπάρχουν για την καταγωγή των Ζεϊμπέκων. «Η ορθότερη είναι ότι οι Ζεϊμπέκοι είναι απόγονοι φυλετικής επιμειξίας θρακών μεταναστών και κατοίκων της Φρυγίας», σημειώνει ο Θ. Κοροβίνης, ενώ μια ιδιαίτερη προσωπικότητα που υπήρξε από λογοτέχνης μέχρι ο πρώτος έλληνας αεροπόρος, ο Θάνος Μούρραης Βελλούδιος, αναφέρει ότι τα συνθετικά της λέξη «Ζεϋμπέκο», είναι «Ζεϋ εκ του Ζευς και συμβολίζει το πνεύμα» και Μπέκος, δηλαδή άρτος και συμβολίζει το σώμα».

Ο δε Γιάννης Τσαρούχης, που επανειλημμένα ζωγράφισε ναύτες και στρατιώτες σε ζεϊμπέκικες φιγούρες, σε μια συνομιλία του με τον ρεμπέτη Τάκη Μπίνη έχει υποστηρίξει ότι «οι Ζεϊμπέκηδες ήταν Ελληνες, Μακεδόνες και Θρακιώτες, που ακολούθησαν τον Μέγα Αλέξανδρο στην εκστρατεία του στην Ασία… Τους ονόμαζαν Ζεϊμπέκια δηλαδή ζωέμπορους και Μακελάρηδες (χασαπάδες) γιατί έσφαζαν χιλιάδες ζώα και τα πουλούσαν. Στο πέρασμα των χρόνων θέλησαν να απαθανατίσουν τον ηρωιμό και την παλικαριά τους και να διατηρήσουν τις ηρωικές τους παραδόσεις και έτσι δημιούργησαν αυτόν το δύσκολο χορό το ζεϊμπέκικο, που τον χόρευαν ένας ένας με σπαθιά στα χέρια και πότε πότε και στο στόμα: βγάζοντας μουγκρητά ή αλαλαγμούς -σαν τα σημερινά όπα, άλα, γιάλα και διάφορα άλλα παλικαρίσια».

Η αγέρωχη κορμοστασιά τους, που τόνιζε η στολή τους, δεν άφησε αδιάφορους τους δυτικούς περιηγητές που τους απεικόνισαν σε γκραβούρες. Από τη ζώνη τους κρεμούσαν ασημένια ταμπακέρα, ένα φλασκί αλλά και ένα μικρό μαξιλάρι που το χρησιμοποιούσαν όταν διανυκτέρευαν στην ύπαιθρο. Συχνά βλέπουμε να υπάρχουν και έγχορδα λαϊκά όργανα στη ζώνη τους όπως ένα μπαγλαμά σάζι για να τραγουδούν τα ηρωικά τους κατορθώματα. Χαρακτηριστικό όμως της αισθητικής τους ήταν το πλούσιο σαλβάρι που άφηνε ακάλυπτα τα γόνατα. «Από το γόνατο και πέρα είναι οι κνήμες γυμνές, λόγω… κοκεταρίας», σημειώνει ο καθηγητής Πολυχρόνης Ενεπεκίδης. «Οι Ζεϊμπέκηδες είναι πολύ περήφανοι για την άσπρη επιδερμίδα τους, για τις λεπτές νευρώδεις γάμπες και τους τρυφερούς αστραγάλους τους που θεωρούνται σαν ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της ράτσας τους».

«Οι Ζεϊμπέκοι συνδέονται με την εξέγερση, με πράξεις μεγαλοψυχίας και ευθυδικίας», σημειώνει ο Θ. Κοροβίνης που έχει μεταφράσει το μυθιστόρημα του κούρδου συγγραφέα Γιασάρ Κεμάλ για τον ξακουστό Εφέ «Τσακιτζή». «Η σύγχρονη αντίληψη γι’ αυτούς είναι ότι διακρίνονται από αντικρατική και αντιεξουσιαστική συμπεριφορά, στρέφονται εναντίον των προεστών και εναντίον της κρατικής βίας και καταπίεσης και της κακής διοίκησης».

Ζούσαν σε ομάδες στα βουνά, είχαν την ιεραρχία τους με ανώτερο τον Εφέ και στο πνεύμα της «κοινωνικής ληστείας», τιμωρούσαν, σύμφωνα με τη λαογράφο Ρ. Saralp, «τους υφασματέμπορους που πουλούσαν ακριβότερα από την κανονική τιμή, τους ντόπιους ρωμιούς μπακάληδες που έκλεβαν στο ζύγι… Επισκεύαζαν τις βρύσες και τις κρήνες των χωριών, άνοιγαν πηγάδια, βοηθούσαν τους φτωχούς με χρήματα. Υποχρέωναν τους πλούσιους να ενισχύσουν την προίκα των φτωχών κοριτσιών…».

Τα τραγούδια τους εξυμνούσαν τις αρετές και τα κατορθώματά τους, όπως το ζεϊμπέκικο του Γκερ Αλή. Αλλα πάλι έχουν ερωτικό χαρακτήρα, όπως το «Μενεξεδί πρόβατο»: «Εγώ απόμεινα μόνος,/ εδώ στα λημέρια μου,/ ξεχασμένος μετανάστης,/ δεν αντέχω στα βουνά, /μακριά σου, αγαπημένη».

«Χαρακτηριστικό είναι ότι οι Εφέδες όταν έπαιζαν ζεϊμπέκικα τραγούδια στο βουνό, τα χόρευαν πάντοτε μόνοι τους, ένας ένας, ποτέ δύο δύο ή ομαδικά», σημειώνει ο συγγραφέας. «Θεωρείται, σύμφωνα με την παράδοση καθεαυτού ανδρικός χορός. Ωστόσο, σε ορισμένες περιοχές επικράτησε η συνήθεια να τον χορεύουν σπανιότερα και οι γυναίκες. Η μουσική που συνοδεύει το χορό έχει εννέα μέτρα. Στην παραδοσιακή του εκτέλεση, η χρονική διάρκεια του ζεϊμπέκικου είναι περιορισμένη γι’ αυτό και στην Τουρκία, όταν κάποιος μακρυγορεί συνηθίζουν να τον διακόπτουν και να του λένε: “Κόφ’ το, να γίνει αϊδίνικο”».

Διατρέχοντας τη μελέτη του Θ. Κοροβίνη, βλέπουμε τις αντιφατικές δράσεις των ομάδων των Ζεϊμπέκων. Αλλοι είχαν αναδειχτεί σε ένα είδος τοπικού χωροφύλακα και προστάτευαν τους ταξιδιώτες, άλλοι φύλαγαν τις περιουσίες των προκρίτων. Τον 19ο αιώνα υπέστησαν πολλούς διωγμούς από τους σουλτάνους, χρησιμοποιήθηκαν όμως και ως επίλεκτοι πολεμιστές του οθωμανικού στρατεύματος.

«Η εκτέλεσή του βασίζεται σε καθορισμένους κανόνες ευπρέπειας και αυστηρής χορευτικής συμπεριφοράς», αναφέρει ο Θ. Κοροβίνης. «Εχει δικαίωμα να τον χορέψει οποιοσδήποτε επιθυμεί, όμως το να χορέψει κάποιος απρόσκλητος θεωρείται απαράδεκτο και αξιόμεμπτο. Κανείς δεν επιτρέπεται να συνοδεύσει κάποιον ενώ χορεύει χωρίς να προσκληθεί. Επίσης, για κανένα λόγο δεν πρέπει κάποιος να διακόψει το χορό, να παραγγείλει έναν χορό ή να προτείνει την αλλαγή του σκοπού που εκτελείται. Οι προφορικές τοπικές παραδόσεις πολλών περιοχών της Ανατολίας διασώζουν πλήθος αφηγήσεις οι οποίες αναφέρονται σε θρυλικούς καβγάδες και μαχαιρώματα, που προκλήθηκαν από τέτοιου είδους παραξηγήσεις…».

Οι μελετητές βρίσκουν στον ζεϊμπέκικο διονυσιακά και πολεμικά στοιχεία, τα οποία συναντάμε και στην περιγραφή του Στράτη Μυριβίλη στο βιβλίο «Ο Βασίλης ο Αρβανίτης»: «Χόρευαν αργά και αγέλαστα όλοι μαζί ένα μεγάλο κυκλικό ζεϊμπέκικο, η ρόδα του γύριζε μεγαλόπρεπα γύρω στους νταουλτζήδες… Εμείς οι μικροί, βλέπαμε τις μυτερές λεπίδες να σταυρώνουνται κάτω από το σαγόνι, πίσω από το λαιμό… Περιμέναμε λαχανιασμένοι την ώρα που θα άρχιζαν “να παίρνουν τις ανάλιες”. Αυτό γινόταν σαν έφτανε η μανία τους στο κατακόρυφο. Σήκωναν τότες την κάμα, “χέι!” φώναζαν και την κάρφωναν στο μερί, στη γάμπα. Και να πάλι συνέχιζαν το γλέντι».

Κυριακή Ψαρρού στις 23 Ιανουαρίου 2014

   Το παρακάτω αφήγημα από το βιβλίο Η κρύπτη (1991) του Ε.Χ. Γονατά έχει επίκεντρο την επίμονη προσπάθεια του σκαντζόχοιρου να πετύχει έναν, μάλλον ανέφικτο για τα μέτρα του, στόχο.

Πάνω στο λόφο, ένας σκαντζόχερος μπαίνει και βγαίνει σε μια τεράστια άδεια γλάστρα. Είναι πολύ μεγάλη για το σώμα του η τετράγωνη γλάστρα, όμως αυτός επιμένει πως κάποτε θα καταφέρει να τη γεμίσει χωρίς τη βοήθεια κανενός.
«Με τα χρόνια μεγαλώνω, μεγαλώνω και κάθε φορά τη γεμίζω και λίγο περισσότερο», σκέφτεται• «τότε θα ξεκουραστώ, σαν έρθει η μέρα που θα βουλώσω με το κορμί μου κάθε γωνιά».
Κι εξακολουθεί να μπαινοβγαίνει στη γλάστρα.
Ποτέ δεν παίρνει είδηση απ’ ό,τι γίνεται γύρω του. Όχι πως είναι αδιάφορος. Είναι μονάχα αφοσιωμένος στο σκοπό του. Έπειτα είναι και κωφάλαλος.
Κάποτε όμως, με τα χρόνια, θα τη γεμίσει τη γλάστρα του, ακόμα κι αν χρειαστεί ν’ αλλάξει σχήμα και να γίνει τετράγωνος.

 

 

 

Ε.Χ. Γονατάς, Η κρύπτη, Στιγμή

 

Κυριακή Ψαρρού στις 23 Ιανουαρίου 2014
Το σύντομο διδακτικό παραμύθι που ακολουθεί προέρχεται από την περιοχή της Νάξου και πρωτοδημοσιεύτηκε το 1874. Η ιστορία που είναι γνωστή και στους μύθους του Γάλλου συγγραφέα Λαφονταίν, είχε μεγάλη διάδοση στον ελληνικό χώρο και έδωσε την έμπνευση στο θεατρικό συγγραφέα Δημήτρη Κόκκο να γράψει το κωμειδύλλιο Η λύρα του Γερονικόλα (1891), που παίχτηκε σε αθηναϊκά θέατρα στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα.

Ήταν ένας φτωχός με πολλά παιδιά και δούλευαν με τη γυναίκα του όλη μέρα. Κάθε βράδυ που ήταν κουρασμένοι, ήθελαν να φάνε το ψωμάκι τους ήσυχα κι αγαπημένα, κι έπειτα να πιάσει ο πατέρας τη λύρα του να χορεύουν τα παιδιά και να περνούν ζωή αγγελική.

Δίπλα κάθουνταν ένας πλούσιος, και σαν άκουε κάθε βράδυ τα γέλια και τις χαρές του φτωχού, παραξενεύονταν: «πώς εγώ μαθές να μην είμαι ευχαριστημένος κι αναπαμένος σαν αυτόν, όλη μέρα αξίνη και το βράδυ γλέντι». Λέει: «να του δώσω θέλω γρόσια, να δω τι θα κάνει».

Πάει βρίσκει το φτωχό, του λέει:

— Επειδή σε ξέρω τίμιο άνθρωπο, να, σου δίνω χίλια γρόσια ν’ ανοίξεις πραμάτεια, ό,τι θες, κι αν πλουτίσεις, μου τα δίνεις, ειδεμή σου τα χαρίζω.

Όλη μέρα πια ο φτωχός, εσυλλογιόνταν τι να κάνει τόσα γρόσια. Τα φέρνει από δω, τα φέρνει από κει: «ν’ ανοίξω πραματευτάδικο; να τα βάλω στον τόκο; να πάρω αμπελοχώραφα;».

Έρχεται το βράδυ, ούτε λύρα να πιάσει, μιλιά τσιχ δεν έκαναν τα παιδιά του. Να γελάσουν, τα μάλωνε· όλη νύχτα δεν έκλεισε μάτι απ’ τη συλλογή. Την άλλη μέρα ούτε σε μεροκάματα να πάει, ούτε πουθενά έξω από τη συλλογή. Τον ερωτά η γυναίκα του τι έχει; να τον κάνει να γελάσει· αυτός την εμάλωσε, να τον αφήσει ήσυχο.

O πλούσιος, περνά μια βραδιά, περνά άλλη, περνούν τρεις, ούτε λύρα πια άκουε ούτε γέλια, ούτε χορό των παιδιών.

Το πρωί βλέπει το φτωχό κι έρχεται:

— Να, χριστιανέ, τα γρόσια σου, κι ούτε αυτά θέλω ούτε τη σκοτούρα τους.

Από τότε, πάλι χαρούμενος στο σπίτι του, ο φτωχός έπαιζε τη λύρα, χόρευαν τα παιδιά του, σαν και πρώτα, και το άλλο πρωί στη δουλειά.

Ελληνικά παραμύθια, εκλογή Γ.Α. Μέγας, Βιβλιοπωλείον της Εστίας

στο http://ebooks.edu.gr/modules/ebook/show.php/DSGYM-A107/391/2591,10114/


Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 20 Ιανουαρίου 2014

Πολλοί θα ζεσταθούν φέτος με τζάκι ή ξυλόσομπες.Δεν πετάμε την στάχτη, δεν είναι καθόλου άχρηστη!
Συνεχίζουμε να την χρησιμοποιούμε, όπως έκαναν και παλιά και αυτό μας κάνει να νοιώθουμε απερίγραπτη χαρά!
Η στάχτη από ξύλα είναι η σκόνη που έμεινε από την καύση τους . Ξύλα εννοούμε μόνο φυσικά, όχι με βαφές, κόλες ή επεξεργασμένα. Πρέπει να προσέχουμε να μην πετάμε μέσα στην φωτιά πλαστικά, αποτσίγαρα, ή οτιδήποτε άλλο σκουπίδι που μπορεί να μολύνει την στάχτη. Περιμένουμε να κρυώσει εντελώς και μετά την συλλέγουμε. Από την στάχτη ξεχωρίζουμε την άσπρη στάχτη που έχει μείνει πάνω-πάνω από τα καρβουνάκια και την αποθηκεύουμε σε ένα μεταλλικό δοχείο με καπάκι. Τα καρβουνάκια τα κρατάμε σε άλλο δοχείο. Δεν πετάμε τίποτα, γιατί όλα χρειάζονται!
Πάμε τώρα να αναλύσουμε τι περιέχει η στάχτη και είναι τόσο πολύτιμη!
Η στάχτη περιέχει κυρίως ανθρακικό ασβέστιο από 25% έως 45%(το οποίο είναι ένα ανόργανο αλάτι με χημικό τύπο CaCO3.), λιγότερο από 10 % περιέχει Κάλιο (Κ), και λιγότερο από 1% φωσφορικό άλας. Υπάρχουν ιχνοστοιχεία σιδήρου, μαγγανίου, ψευδαργύρου, χαλκού και μερικά βαρέα μέταλλα (όπως ο μόλυβδος, το κάδμιο, το νικέλιο και το χρώμιο). Δεν περιέχει άζωτο. Ωστόσο αυτοί οι αριθμοί ποικίλλουν ανάλογα με την θερμοκρασία καύσης των ξύλων. Η καύση επηρεάζει πολύ τη σύνθεση και την ποσότητά της στάχτης, και κατά συνέπεια υψηλότερη θερμοκρασία μειώνει την απόδοση της στάχτης. Οπότε για καλύτερη ποιότητα στάχτης η χαμηλή θερμοκρασία είναι ιδανικότερη. Σκληρά ξύλα συνήθως παράγουν περισσότερη στάχτη από τα μαλακά, όπως των κωνοφόρων και ο φλοιός και τα φύλλα παράγουν γενικά πιο πολύ στάχτη από το εσωτερικό ξυλωδών τμημάτων του δέντρου. Κατά μέσο όρο, η καύση των ξύλων δίνει περίπου 6-10% στάχτες.
Παρακάτω θα αναλύσουμε τις χρήσεις της στάχτης, για να μπορούμε να γνωρίζουμε πώς να την χρησιμοποιήσουμε!

Χρήσεις της στάχτης

1. Μπορούμε να φτιάξουμε αλισίβα, απλά βράζουμε 2 με 3 κουταλάκια στάχτη σε 1 μπρίκι με νερό και μετά την σουρώνουμε με ένα φίλτρο του καφέ. Είναι το καλύτερο απορρυπαντικό γενικής χρήσης, καθαρίζει, λευκαίνει και απολυμαίνει ρούχα, πατώματα, τζάμια, ασημικά, πιάτα, σκουριές που έχουν ποτίσει στα μάρμαρα, κα.

2. Βουτάμε ένα υγρό πανί σε στάχτη ή σε αλισίβα και: καθαρίζει τις γυάλινες πόρτες από το τζάκι. Τρίβουμε τα τζάμια με ένα υγρό σφουγγάρι βουτηγμένο στη στάχτη. Μια πάστα από στάχτη και νερό μπορεί να αφαιρέσει τους λεκέδες από τα έπιπλα.

3. Αν θέλουμε να φύγει γρήγορα ένας λεκές από τα ρούχα την στιγμή που έγινε, βάζουμε πάνω του λίγη στάχτη και μετά από πέντε λεπτά τον τρίβουμε με ψίχα ψωμιού.

4. Η στάχτη χρησιμοποιείται για να διώξουμε τις άσχημες οσμές. Απλά την βάζουμε πάνω σε οτιδήποτε μυρίζει άσχημα. Πχ. Σε παλιές τουαλέτες, τουαλέτα της γάτας.

5. Για να ξεμυρίσει το ψυγείο μας βάζουμε μέσα ένα πιάτο με καρβουνόσκονη (από ξυλοκάρβουνο), και την ανανεώνουμε μέχρις ότου φύγει κάθε μυρωδιά.

6. Χρησιμοποιείται και στο πλύσιμο των δοντιών.

7. Μπορούμε να λουστούμε πολύ φυσικά με την αλισίβα, και να χρησιμοποιήσουμε ξύδι στο ξέβγαλμα, αυτό ευνοεί περισσότερο το λιπαρό μαλλί.

8. Την αλισίβα την χρησιμοποιούμε στην κουζίνα μας σε πολλά γλυκά και φαγητά, όπως στην παρασκευή μουσταλευριάς, στα μελομακάρονα, στο ψωμί. Εκτός από την υπέροχη γεύση και την βελούδινη υφή που δίνει στα φαγητά μας καθαρίζει το έντερο από τους παθογόνους μικροοργανισμούς. Το ψωμί γίνεται πιο αφράτο και το βοηθά να μην τρίβεται.

9. Για μεγάλο χρονικό διάστημα η στάχτη του ξύλου έχει χρησιμοποιηθεί στη γεωργία, δεδομένου ότι ανακυκλώνει τα θρεπτικά συστατικά πίσω στην γη. Η στάχτη χρησιμοποιείται και ως λίπασμα, αλλά δεν περιέχει άζωτο. Επίσης δεσμεύεται διοξείδιο του άνθρακα από τους μικροοργανισμούς μέσα στο χώμα η ανάπτυξη των οποίων ενισχύεται από τη στάχτη και η γη γίνεται πιο εύφορη. Λόγω της παρουσίας του ανθρακικού ασβεστίου εξουδετερώνεται η οξύτητα του εδάφους, αυξάνοντας το pH του και αυξάνει την δραστηριότητα των βακτηρίων του εδάφους. Η αύξηση της αλκαλικότητας του εδάφους επηρεάζει την θρέψη των φυτών. Θρεπτικές ουσίες είναι πιο εύκολα διαθέσιμες στα φυτά, όταν το έδαφος είναι ελαφρώς όξινο. Αλλά επειδή αυξάνεται πολύ το pH του εδάφους με την προσθήκη μεγάλων ποσοτήτων μπορεί να κάνει κακό παρά καλό. Η στάχτη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε φυτά που αγαπάνε όξινα εδάφη, όπως είναι οι πατάτες, τα βατόμουρα. Είναι καλο να χρησιμοποιείται με φειδώ και γίνεται τακτικά έλεγχος του PH του εδάφους.

10. Δυναμώνει τα φυτά που αγαπούν το ασβέστιο, όπως είναι οι ντομάτες, τα αμπέλια, οι φασολιές, το σπανάκι, ο αρακάς, τα αβοκάντο, τα σκόρδα κα. Ακόμα ευδοκιμούν και οι τριανταφυλλιές. Μπορούμε να προσθέσουμε 1 / 4 φλιτζανιού σε κάθε λάκκο κατά τη φύτευση.

11. Μια κουταλιά στάχτη ανά 1000 λίτρα νερό δυναμώνει υδρόβια φυτά.

12. Βοηθάει τα φυτά να μην παγώσουν τον χειμώνα αν ρίξουμε πάνω τους μια στρώση από στάχτες.

13. Απωθεί ζώα, τίποτα δεν πλησιάζει την στάχτη! Με την στάχτη απομακρύνονται από τον κήπο διάφορα έντομα και παράσιτα όπως γυμνοσάλιαγκες και σαλιγκάρια κα.

14. Διώχνει τα μυρμήγκια αν ρίξουμε λίγη στάχτη στην μυρμηγκοφωλιά τους. Δεν μπορούν να μεταφέρουν την στάχτη όποτε θα αλλάξουν φώλια!

15. Σκορπίζουμε στάχτη στις γωνίες και στα σκοτεινά σημεία της αποθήκης μας ή του σπιτιού μας. Όσο υπάρχει στάχτη δεν θα πλησιάζουν ποντίκια, κατσαρίδες, έντομα.

16. Απωθεί τις ψείρες (στο τριχωτό της κεφαλής), τους ψύλλους και τα τσιμπούρια από τα κατοικίδια ζώα. Μπορούμε να φτιάξουμε ένα μίγμα στάχτης μαζί με ξύδι ώστε να γίνει μια πηχτή λάσπη και να την αλείψουμε στο τριχωτό.

17. Απωθεί τον σκόρο. Μπορούμε να ρίξουμε στάχτη στα ρούχα μας και μετά να τα αποθηκεύσουμε και όταν θα θέλουμε να τα χρησιμοποιήσουμε απλά τα τινάζουμε. Μπορούν έτσι να μείνουν αρκετά χρόνια χωρίς να πάθουν τίποτα απολύτως.

18. Η ποτάσα (Υδροξείδιο του καλίου, ΚΟΗ) μπορεί να παραχθεί από στάχτη και αποσταγμένο νερό, η οποία με τη σειρά της μπορεί να χρησιμοποιηθεί στην παραγωγή σαπουνιού. Η διαδικασία είναι λίγο πολύπλοκη και χρονοβόρα και χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή γιατί η ποτάσα είναι καυστική.

19. Χρησιμοποιείται στα αιώνια αυγά, τα οποία είναι κονσερβοποιημένα αυγά που φτιάχνουν στην Ανατολή και χρησιμοποιούνται στην κουζίνα τους. Τα αυγά μπορούν να διατηρηθούν με μείγμα πηλού, στάχτης, αλάτι, ασβέστη, και φλοιού του ρυζιού για αρκετές εβδομάδες έως αρκετούς μήνες, ανάλογα με τη μέθοδο της επεξεργασίας.

20. Η σόδα (Ανθρακικό νάτριο Na2CO3, σόδα πλυσίματος) μπορεί να παραχθεί από την στάχτη. Η σόδα είναι γνωστή για την καθημερινή χρήση της ως αποσκληρυντικό του νερού.
Na2SO4 + CaCO3 + 2 C → Na2CO3 + 2 CO2 + CaS
Η σόδα παράγεται από βράσιμο του μίγματος στάχτης και νερού, και στη συνέχεια συλλέγεται όταν το νερό εξατμιστεί.

21. Η στάχτη λιώνει τον πάγο επειδή περιέχει αλάτι. Είναι λίγο πιο από το αλάτι ή άλλες χημικές ουσίες που χρησιμοποιούνται στις μέρες μας.

22. Φίλτρο
Τα κάρβουνα που μένουν από την καύση (τα μαύρα κομμάτια, όχι η γκρι / λευκή στάχτη) μπορούμε να τα χτυπήσουμε με ένα σφυρί και στη συνέχεια να τα αλέσουμε με ένα γουδοχέρι ή μπλέντερ και να πάρουμε μια λεπτή σκόνη. Η σκόνη αυτή από τα κάρβουνα μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως φίλτρο.

23. Χρησιμοποιείται για να φιλτράρουμε το κρασί μας αν μας βρήκε λίγο θολό.

24. Αν το νερό πηγής μας έχει σκουλήκια ή κυπρίνους μπορούμε να το φιλτράρουμε την στάχτη και παίρνουμε ένα πεντακάθαρο νερό.

25. Αφύγρανση
Κομμάτια από άνθρακα (κάρβουνο) τοποθετούνται σε μεταλλικά δοχεία με τρύπες και μπορούν να βοηθήσουν στη μείωση υγρασίας σε μέρη όπως τα ντουλάπια, τα υπόγεια, κάτω από τους νεροχύτες κλπ.

26. Σβήνουμε τη φωτιά , πολύ εύκολα και γρήγορα πετώντας στάχτη πάνω της.

27. Τα παλιά χρόνια χρησιμοποιούσαν για την συντήρηση των σπόρων όπως των φασολιών μεγάλα πήλινα δοχεία που από πάνω τα κάλυπταν με παχύ στρώμα από στάχτη. Αυτό βοηθούσε να μην τα φάνε τα σκαθάρια. Μία μελέτη στη Νιγηρία δείχνει ότι η στάχτη ξύλου αφυδατώνει τους σπόρους και τους καθιστά λιγότερο επιρρεπή σε μόλυνση.

28. Χρησιμοποιείται σε πληγές για να σκοτώσει κάθε μικρόβιο και να γίνει η επούλωση πολύ γρήγορα. Διαλύουμε λίγο χειροποίητο σαπούνι μέσα στην αλισίβα και πλένουμε με αυτό την πληγή χωρίς να την ξεπλύνουμε μετά.

29. Ψυγείο χωρίς ηλεκτρικό. Μπορούμε να διατηρήσουμε φρούτα και λαχανικά χωρίς να πάθουν τίποτα για πολλές μέρες έως και χρόνια! Σκάβουμε έναν λάκκο, τον γεμίζουμε με στάχτη τοποθετούμε τα λαχανικά έτσι ώστε να μην έρχονται σε επαφή το ένα με το άλλο αλλά ούτε και με το χώμα. Σκεπάστε τον λάκκο με ,ένα ξύλο και τα αφήνουμε.

30. Παλιά για να διατηρήσουν την πυτιά, την βάζανε μέσα σε ένα κέρατο, το γεμίζανε με στάχτη, το σφραγίζανε με λάσπη και κρεμούσανε σε ένα δέντρο. Το αφήνανε εκεί για χρόνια χωρίς να πάθει τίποτα απολύτως η πυτιά.

Από Yahoo

Κυριακή Ψαρρού στις 19 Ιανουαρίου 2014

Δυστυχισμένοι όσοι θρηνούν, γιατί πια απόχτησαν τη θλιβερή συνήθεια του θρήνου.

Μακάριοι όσοι ξέρουν πως ο πόνος δεν είναι στεφάνι δόξας.

Δεν αρκεί νά ’σαι ο έσχατος για νά ’σαι κάποια μέρα ο πρώτος.

Ευτυχισμένος όποιος δεν επιμένει πως έχει δίκιο, γιατί κανείς δεν έχει, ή έχουν όλοι.

Ευτυχισμένος όποιος συγχωρεί τους άλλους καθώς κι εκείνος που συγχωρεί τον ίδιο τον εαυτο του.

Ευλογημένοι οι ειρηνοποιοί, γιατί δε θα καταδεχτούν τη διχόνοια.

Ευλογημένοι όσοι δεν διψούν για δικαιοσύνη, επειδή ξέρουν πως η μοίρα μας, αντίδικη ή σπλαχνική, είναι έργο της τύχης, της ανεξιχνίαστης.

Ευλογημένοι οι ελεήμονες, γιατί η ευτυχία τους θα είναι να ελεούν κι όχι να περιμένουν ανταπόδοση.

Ευλογημένοι όσοι διώκονται για χάρη του δίκιου, γιατί τους νοιάζει περισσότερο το δίκιο απ’ ό,τι η ανθρώπινη μοίρα τους.

Κανείς δεν είναι το αλάτι της γης, μα και κανένας δεν υπάρχει που να μην ήταν σε κάποια στιγμή της ζωής του.

Οι ανθρώπινες πράξεις δεν αξίζουν ούτε για την κόλαση, ούτε για τους ουρανούς.

Να μη μισείς τον εχθρό σου, γιατί αν το κάνεις, γίνεσαι κατά κάποιον τρόπο σκλάβος του. Το μίσος σου, δε θα σε ικανοποιήσει περισσότερο από τη γαλήνη σου.

Αν σε βάλει σε πειρασμό το δεξί σου χέρι, συγχώρεσέ το· είσαι και σώμα και ψυχή και είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να καθορίσεις το όριο που τα διαχωρίζει.

Να μη μεγαλοποιείς τη λατρεία της αλήθειας· δεν υπάρχει άνθρωπος που μέσα σε μια μονάχα μέρα, να μην είπε ψέματα φορές πολλές, έχοντας κάθε δίκιο.

Να μην ορκίζεσαι, γιατί ο όρκος είναι μονάχα έμφαση.

Να αντιστέκεσαι στο κακό, αλλά χωρίς φόβο και χωρίς πάθος. Σ’ αυτόν που θα σου χτυπήσει το δεξί μάγουλο, μπορείς να του γυρίσεις και τ’ άλλο, φτάνει να μην είναι ο φόβος που στο γυρίζει.

Εγώ δε μιλώ ούτε για εκδίκηση, ούτε για συγνώμη· η λησμονιά είναι η μόνη εκδίκηση και η μοναδική συγνώμη.

Κάνοντας καλό στον εχθρό σου, έχεις βρει τον καλύτερο τρόπο να ικανοποιήσεις τη ματαιοδοξία σου.

Δώσε τα άγια στα σκυλιά και ρίξε τα μαργαριτάρια σου στους χοίρους· αυτό που έχει σημασία είναι να δίνεις.

Ψάχνε, μόνο για νά ’χεις τη χαρά να ψάχνεις και όχι για τη χαρά πως βρίσκεις…

Μην κρινεις το δέντρο από τους καρπούς του, ούτε τον άνθρωπο από τα έργα του· μπορούσαν νά ’ναι και καλύτερα ή χειρότερα.

Τίποτα δεν χτίζεται πάνω στην πέτρα, όλα πάνω στην άμμο χτίζονται, όμως το χρέος μας είναι να χτίζουμε σα νά ’τανε η άμμος πέτρα…

Από το βιβλίο: Χορχε Λουις Μπορχες, Ποιήματα

by Αντικλείδι , http://antikleidi.wordpress.com

Κυριακή Ψαρρού στις 19 Ιανουαρίου 2014
Χάραζε ο τόπος με βουνά πολλά

κι ανάτελλε τα ζωντανά του,

καλούς ανθρώπους και κακούς, νυφίτσες,

αλεπούδες, μια λίμνη ως κόρην

οφθαλμού και κάστρα πατημένα.

Θα ‘ναι τα Γιάννενα, ψιθύρισα,

στο χιόνι και στον άγριο καιρό

γυάλινα και μαλαματένια.

Κι όσο πήγαινε η μέρα,

σαν το βαπόρι σε καλά νερά,

είδα και μιναρέδες κι άκουσα

τα μπακίρια να βελάζουν.

Κυριακή Ψαρρού στις 19 Ιανουαρίου 2014

Από το “Ο Οβολός και άλλα διηγήματα”, ΝΕΦΕΛΗ, Αθήνα 2004.

Η ΜΑΝΑ ΜΟΥ σήκωσε τα άδεια πιάτα από το τραπέζι.

– Σου άρεσε το φαγητό; με ρώτησε.

– Παίρνεις πάντα το ωραιότερο μέρος, της είπα.

– Τηλεφωνώ στον Κώστα, απέναντι, κι όταν έχει κατσικάκι μου στέλνει το λαιμό και τη σπάλα.

Την ώρα που την αποχαιρετούσα στην εξώπορτα, έβαλε το χέρι στην τσέπη της ρόμπας της — ακριβώς όπως παληά, όταν εξοικονομούσε λίγα χρήματα και μας έδινε για χαρτζηλίκι.

– Παρ’ τα αυτά, μου λέει με χαμηλωμένο κεφάλι, εσύ χρησιμοποιείς λεωφορεία.

Ήταν τρία εισιτήρια των αστικών συγκοινωνιών. Κατάλαβα τη σημασία της προσφοράς: η μάνα μου μου δήλωνε πως δεν μπορούσε, πλέον, να ανέβει σε λεωφορείο.

Πράγματι, την ίδια εκείνη άνοιξη αρρώστησε και, ξαφνικά, πέθανε τα ξημερώματα.

– Εγώ φεύγω, μου είχε πει την παραμονή το βράδυ στο νοσοκομείο.

Κατεβήκαμε όλοι στον Πύργο, όπου και ο οικογενειακός μας τάφος. Προηγείτο το φέρετρο, και ακολουθούσαμε εμείς.

Μέχρις ότου έρθει η ώρα της κηδείας, άρχισα να τριγυρνώ στα πέριξ του νεκροταφείου. Στις άκρες των ελαιώνων, δίπλα από τη σιδηροδρομική γραμμή, έβλεπα με έκπληξη κόκκινες ανεμώνες, που δεν θυμόμουν να υπήρχαν, όταν παιδιά ζούσαμε στο κοντινό χτήμα.

Έφθασα και σε αυτό. Δεν είχε απομείνει, φυσικά, τίποτα. Το πουλήσαμε στην Κατοχή και τώρα είχε καταντήσει ένας γύφτικος οικισμός, εντός σχεδίου πια. Μια μπουλντόζα άνοιγε έναν ακόμη δρόμο.

Προχώρησα προς το μέρος όπου βρισκόταν το πατρικό μου. Ήταν μεσημεράκι, και επικρατούσε μια περίεργη ερημιά, ίσως γιατί όλοι κοιμόντουσαν, ή απουσίαζαν. Βρήκα το παληό μου σπίτι αγνώριστο, με προσθήκες από τσιμεντόλιθους και αλουμινένιες πόρτες. Από τα δέντρα και τον κήπο δεν είχε μείνει ούτε δείγμα.

Ξαφνικά είδα τη μανταρινιά! Μέσα σε όλον αυτό το χαλασμό, είχε καταφέρει να επιβιώσει. Γέρικη, σχεδόν αιωνόβια, με καταφαγωμένον τον κορμό και τα κλαδιά της χωρίς φύλλα, διατηρούσε ακόμη αρκετούς καρπούς, κάτι πολύ μικρά μανταρίνια, ίδια με εκείνα που έκανε και τότε, όταν σκαρφάλωνα επάνω της την άνοιξη κι έκοβα τα φρούτα της.

Τα καλοκαίρια με τις ζέστες υπέφερε πολύ. Αγωνιζόμουν να την διατηρήσω στη ζωή: δεν είχαμε αρκετό νερό, αλλά όταν μπορούσα της κουβαλούσα έναν δύο τενεκέδες να ξεδιψάσει.

Πλησίασα με συγκίνηση, ένιωθα σχεδόν τύψεις για τα χρόνια της δίψας της. Πώς επέζησε, έτσι εγκαταλελειμμένη, τόσα καλοκαίρια; Είχα να την δω μισόν αιώνα ακριβώς και ουδέποτε την είχα θυμηθεί.

Έφαγα δυο τρία μανταρίνια, έβαλα μερικά στη τσέπη μου, την χάιδεψα και έφυγα. Έσπευσα στο νεκροταφείο, όπου ήδη χτυπούσε πένθιμα η καμπάνα.

Κατά τη διάρκεια της ακολουθίας, παρατηρώντας το πρόσωπο της μητέρας μου, σκεφτόμουν όλα εκείνα τα παρελθόντα. Αφαιρέθηκα, κι ήταν η γυναίκα μου που με προέτρεψε:

– Πήγαινε να φιλήσεις πρώτος τη μητέρα σου.

Πλησίασα. Της άφησα το ματσάκι με τις κόκκινες ανεμώνες, της γλίστρησα στα χέρια τα τρία εισιτήρια του λεωφορείου και, χαϊδεύοντάς της το κρύο μάγουλο, της ψιθύρισα στο αυτί:

– Μάνα, η μανταρινιά μας ζει!

από το myribiblos.gr

Κυριακή Ψαρρού στις 19 Ιανουαρίου 2014

Παζάρι βιβλίου στην πλατεία Κοτζιά: 180 εκδότες, 150.000 βιβλία, σε τιμές από 50 λεπτά. Το παζάρι που κάθε χρόνο κάνει τους Αθηναίους να συρρέουν στη μεγάλη τέντα των εκδοτών αναζητώντας τα διαβάσματα του χειμώνα επιστρέφει και φέτος από τις 17/1 έως τις 5/2. Το παζάρι διοργανώνεται από τον Σύνδεσμο Εκδοτών Βιβλίου και το Επαγγελματικό Σωματείο Εκδοτών Βιβλιοπωλών Ελλάδος.

Aπό την Πύλη για την Ελληνική Γλώσσα
Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 16 Ιανουαρίου 2014

 
Η θέση της γυναίκας στην αρχαιότητα ποίκιλε ανάλογα με την εποχή, τον τόπο και την κοινωνική τάξη. Οι πληροφορίες που έχουμε προέρχονται από κείμενα αρχαίων συγγραφέων, νομοθεσίες, απεικονίσεις σε έργα τέχνης, και αφορούν κυρίως στην Αθήνα της Κλασικής περιόδου. Η γνώση μας για άλλες πόλεις ή περιόδους είναι πολύ πιο αποσπασματική.
 

 
Οι γυναίκες στην Αθήνα
 
         
 
Οι γυναίκες στην αρχαία Αθήνα δεν είχαν πολιτικά δικαιώματα και θεωρούνταν «ανήλικες», ενώ ο όρος της «πολίτιδος» εμφανίστηκε μόνο στο τέλος της Κλασικής περιόδου. Για την αθηναϊκή κοινωνία, αποστολή της ενάρετης γυναίκας, της δέσποινας, ήταν από τη μία μεριά η φύλαξη του οίκου και η επιτέλεση των καθηκόντων που αφορούσαν στην καλή λειτουργία του (με τη βοήθεια δούλων, που ήταν καθεστώς για όλα σχεδόν τα σπίτια), και από την άλλη η απόκτηση παιδιών – κυρίως αρσενικών – για τη διαιώνιση του οίκου. Οι γάμοι εξυπηρετούσαν πρωτίστως κοινωνικές και θρησκευτικές ανάγκες. Οι κοπέλες παντρεύονταν σε πολύ νεαρή ηλικία άνδρες που είχαν επιλέξει οι πατέρες τους. Ο σύζυγος γινόταν κηδεμόνας της νέας και έπαιρνε προίκα, την οποία διαχειριζόταν ο ίδιος. Σε περίπτωση διαζυγίου, η προίκα επέστρεφε στον πατέρα ή στον πιο κοντινό συγγενή. Ίσως αυτό να μην ίσχυε παλιότερα, καθώς στα ομηρικά έπη αναφέρεται ότι ο γαμπρός ήταν εκείνος που έδινε δώρα.
 
Οι γυναίκες περνούσαν το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας τους στο γυναικωνίτη, συνήθως στον πάνω όροφο του σπιτιού, γνέθοντας, πλέκοντας ή υφαίνοντας στον αργαλειό. Αυτές, άλλωστε, ήταν και οι μόνες εργασίες που θεωρούνταν ότι άρμοζαν σε γυναίκες αριστοκρατικής καταγωγής. Οι μόνες έξοδοί τους σε δημόσια θέα ήταν σε μεγάλες θρησκευτικές γιορτές, σε γαμήλιες τελετές, γιορτές συγγενών και κηδείες. Δεν υπήρχε θεσμοθετημένη εκπαίδευση για τις γυναίκες και οι όποιες γνώσεις προερχόταν από συγγενείς, φίλες και άλλες γυναίκες του περιβάλλοντός τους. Η νοοτροπία της εποχής αποτυπώνεται με γλαφυρό τρόπο στον Επιτάφιο του Περικλή, όπου αναφέρεται ότι το ιδανικό για μια γυναίκα είναι να γίνεται όσο το δυνατόν λιγότερος λόγος γι’ αυτήν, είτε έπαινος είτε ψόγος.
 

 
Δούλες και εταίρες
 
         
 
Αντίθετα, οι δούλες, οι γυναίκες-μέτοικοι αλλά και οι πιο ταπεινής καταγωγής Αθηναίες απολάμβαναν μεγαλύτερη ελευθερία, καθώς έβγαιναν για εξωτερικές δουλειές, όπως ψώνια και μεταφορά νερού, μπορούσαν να διεξάγουν μικρο-εμπόριο ή και να εργαστούν ως τροφοί.
 
Υπήρχαν, βέβαια, και οι εταίρες, που ήταν κατά κανόνα δούλες ή μέτοικοι και έπαιζαν έναν ξεχωριστό ρόλο στην κοινωνική και ερωτική ζωή των ανδρών. Τους κρατούσαν συντροφιά στα συμπόσια, τους διασκέδαζαν και συζητούσαν μαζί τους διάφορα θέματα, ακόμη και φιλοσοφικού περιεχομένου. Φαίνεται πως γενικότερα ήταν πιο καλλιεργημένες από τις Αθηναίες δέσποινες, συχνά δε έπαιζαν κάποιο μουσικό όργανο (αυλό ή λύρα) και τραγουδούσαν. Κάποιες μάλιστα, όπως η σύζυγος του Περικλή, Ασπασία, απέκτησαν μεγάλη φήμη στην τότε Αθηναϊκή ζωή, γεγονός που υποδηλώνει ότι δε βρίσκονταν στο περιθώριο της κοινωνίας. Παρόλο που η μονογαμία ήταν ο κανόνας στην αρχαία Αθήνα, η πορνεία δεν εθεωρείτο παράνομη, ούτε οι σχέσεις με παλλακίδες ή η ύπαρξη νόθων παιδιών συνιστούσαν αποδεικτικά μοιχείας.
 

 
Η γυναίκα στην Αρχαϊκή και Κλασική τέχνη
 
         
 
Οι αντιλήψεις αυτές είχαν βέβαια αντίκτυπο και στην τέχνη της εποχής. Στην Αρχαϊκή και την Κλασική περίοδο, οι γυναικείες μορφές στα αγγεία και τα γλυπτά αποδίδονται κατά κανόνα ευπρεπώς ενδεδυμένες, χωρίς ιδιαίτερη έμφαση στα ανατομικά χαρακτηριστικά. Εξαίρεση αποτελούν οι απεικονίσεις εταίρων, κυρίως στην αγγειογραφία, οι οποίες συχνά εμφανίζονται γυμνές, ενίοτε δε λαμβάνουν μέρος σε τολμηρές ερωτικές σκηνές.
 

 
Οι γυναίκες στη Σπάρτη
 
Πάντως η κατάσταση δεν ήταν παντού η ίδια. Στην ολιγαρχική Σπάρτη επικρατούσε η αντίληψη πως για να φέρουν στον κόσμο γερά παιδιά και να τα αναθρέψουν σωστά, οι ελεύθερες γυναίκες δεν έπρεπε να περνούν τη μέρα τους υφαίνοντας – εργασία που μπορούσαν να κάνουν οι είλωτες – αλλά να ασκούνται και να μορφώνονται. Όταν, μάλιστα, γυμνάζονταν (αλλά και κατά τη διάρκεια αγώνων), οι Σπαρτιάτισσες φορούσαν ελαφρότερη περιβολή που άφηνε ακάλυπτους τους μηρούς, γεγονός το οποίο οι υπόλοιποι Έλληνες θεωρούσαν υπερβολή. Οι άνδρες ήταν υποχρεωμένοι από το νόμο να παντρεύονται, καθώς όμως τον περισσότερο χρόνο έλειπαν από το σπίτι λόγω της στρατιωτικής ζωής τους, την ανατροφή των παιδιών αναλάμβαναν οι γυναίκες – τουλάχιστον μέχρι την ηλικία των επτά ετών, οπότε και αναλάμβανε η πολιτεία. Οι Σπαρτιάτισσες είχαν δικαίωμα έγγειας ιδιοκτησίας αλλά και κληρονομιάς τόσο της πατρικής όσο και της συζυγικής περιουσίας.
 

 
Η θέση της γυναίκας στην Ελληνιστική και Ρωμαϊκή περίοδο
 
             
 
Από το δεύτερο μισό του 4ου αι. π.Χ. και κυρίως κατά την Ελληνιστική περίοδο η θέση της γυναίκας βελτιώνεται αισθητά και αποδεσμεύεται από το συντηρητισμό των κλασικών χρόνων. Στην τέχνη, αυτό αντικατοπτρίζεται στην εμφάνιση για πρώτη φορά γυμνών γυναικείων αγαλμάτων (π.χ. της Αφροδίτης), καθώς και στην κατασκευή γυναικείων ειδωλίων που διακρίνονται για τη χάρη τους καθώς και για έναν τόνο αισθησιασμού (τα ειδώλια αυτά είναι γνωστά ως “Ταναγραίες”). Στο ρωμαϊκό κόσμο, τέλος, παρατηρείται περαιτέρω βελτίωση της κοινωνικής θέσης των γυναικών. Αποκτούν μεγαλύτερη ελευθερία και θεσμοθετημένο δικαίωμα στην εκπαίδευση ενώ η μόρφωση και η γενικότερη καλλιέργειά τους είναι ένα στοιχείο που χαίρει ιδιαίτερης εκτίμησης.
Θεώνη Γεωργοπούλου
Αρχαιολόγος-Μουσειολόγος

ΑΠΟ CYCLADIC ART

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 16 Ιανουαρίου 2014

Η σχέση τους ξεκινάει από την αρχή της συνεργασίας. Το ίδιο διαπιστώνεται ακόμη και στα φυτά και στα άλγη. Το ένα αφομειώνει την ανόργανη ουσία και το άλλο την οργανική, επιτυγχάνοντας αμοιβαία συμβίωση και τη διατήρησή τους.
Η κοινωνική λειτουργία έχει συνδεθεί με την ανώτερη πνευματική κατάσταση. Το τεράστιο αυτό φαινόμενο της κοινωνίας θα ήταν απραγματοποίητο χωρίς την πνευματική εξέλιξη. Οι μέλισσες, που ειναι κοινωνικά ζώα, έχουν ανώτερη διανόηση από τα λοιπά έντομα. Η κοινωνία οξύνει τη νοητική λειτουργία. Η ανθρώπινη υπόσταση συμπλέκεται και είναι αδιανόητη πλέον έξω από την κινωνική λειτουργία, που αποτελεί ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της κοσμικής λειτουργίας.

Καινούργια δημιουργία και όπως είναι φυσικό καινούργιες σχέσεις και επήρειες, που τις θεμελιώνουν κατά κύριο λόγο οι μεταβολές, γιατί προς μεν τον εξωτερικό κόσμο όλο το ανθρώπινο γένος έχει ομοιόμορφες σχέσεις, ενώ κάθε άτομο έχει προς την κοινωνία ιδιοσύστατες σχέσεις που δεν συναντώνται σε άλλου είδους κοσμικά γεγονότα. Η ιδιοτυπία τους βγαίνει από την ομοιότητα των στοιχείων που την αποτελούν, από τις ταυτόχρονες ίδιες και αντίθετες επιδιώξειςπου δημιουργούν την οξύτερη διαλεκτική κατάσταση, το οξύτερο φιλοσοφικό πρόβλημα.

Τα στοιχεία της κοινωνίας δεν είναι απλά κύτταρα που συνδέονται και λειτουργούν προς την ίδια κατεύθυνση. Είναι μονάδες αυθύπαρκτες και αυθυπόστατες,είναι ατομικότητες που ακόμη και η αυταπάρνησή τους γίνεται για θετικές επιδιώξεις. Οι ατομικότητες βρίσκονται σε διαρκή σύγκρουση και μόνο το πέρασμα των αιώνων και η πνευματική πείρα έχει διδάξει από τα αποτελέσματά τους, τη θυσία και την πίστη. Και ότι ο άνθρωπος είναι μέρος του κόσμου, δεν είναι ο ίδιος ο κόσμος. Γαιτί αν ήταν, ο Θεός,το Σύμπαν, δεν θα έιχε σχέση με τον εαυτό του, αλλά θα ανήκε σε άλλον κόσμο.

Οι αλήθεις που τον υπηρετούν, θίγουν την κοινωνική ισορροπία και το περιεχόμενο των επιδιώξεων απομακρύνεται από το άμεσο περιβάλλον, προσπαθώντας να βρει τους νόμους που ρυθμίζουν τη δράση του με μιαν αφοσίωση που φτάνει και στην απάρνηση του εαυτού του. Θυσία για κάτι γενικότερο, υπερβατικό, που του έχει γεννήσει η ύπαρξη της κοινωνίας. Οι λύσεις που αναζητούνται στα κοινωνικά προβλήματα δίδονται από τα άτομα. Το άτομο είναι εμποτισμένο από μια ψυχική ουσία, ιδιαίτερα χαρακτηριστική, που δίδει την ατομικότητα.

Η ατομικότητα το ξεχωρίζει από τον άλλο κόσμο, το χωρίζει, το απωθεί από κάθε άλλο άτομο. Η ίδια αυτή ουσία είναι διάχυτη σ’ όλα τα άτομα και αυτή δημιουργεί ένα πεδίο όπου απωθούνται όλες οι ατομικότητες. Απωθούνται, δεν έλκονται. Αυτό είναι το διακριτό της κοινωνίας. Το υπόβαθρο αυτό σχηματίζεται και προσδιορίζεται από την απώτερη αποστολή του Είναι να διατηρηθεί, να μην απολεσθεί. Αυτή είναι η κυριαρχούσα ύλη της ψυχής,που την οδηγεί στην άρνηση όλων των υπάρξεων, για τη διατήρηση της ίδιας ύπαρξης.

Αυτή η ψυχική παρόρμηση προκαλεί όλες τις αλλοιώσεις, τις μεταβολές και τις δημιουργίες που συνταράσσουν και τη μεγάλη, την πρωταρχική δημιουργία απ’ ‘οπου προέρχεται και ο άνθρωπος. Ολες οι λοιπές είναι παράγωγά της. Θεωρείται η αντίληψη του φρόυντ υποδεέστερη, γιατί η αναπαραγωγή, το ερωτικό συναίσθημα, δεν είναι πρωταρχικό, είναι παράγωγο. Προέχει η προστασία της ύπαρξης. Ολες οι αρνήσεις σ’ αυτό το νόημα οδηγούν σε κατάφαση της ζωής, που επιδιώκεται με συνδυασμούς που διαρκώς αλλάζουν και που πρσφέρονται στο βωμό της ύπαρξης. Από την αρχική αυτή θέση γεννήθηκε, μέσω του πνευματικού μηχανισμού, η αντίθεση, η έλξη με χίλιες δυο μορφές, που αποβλέπει στον ίδιο σκοπό, βαδίζοντας άλλο δρόμο, έμμεσο, καταργώντας και θεωρώντας την πρώτη θέση, την άμεση, επικίνδυνη για την ίδια την ύπαρξη.

Η διαλεκτική των ιδεών της ατομικότητας και της συνεργασίας προσδιορίζει την περαιτέρω εξέλιξη του σχήματος. Αποτελεί τώρα ένα απέραντο πεδίο της δράσης της ανθρώπινης συνείδησης, που προσπαθεί να συμβιβάσει σε διαρκείς συνθέσεις τις αντικειμενικές θέσεις και να διατυπώσει τους νόμους της δυνατής ισορροπίας, που όσο κι αν πάσχισε δεν μπόρεσε ακόμη να τους προσδιορίσει. Οι ιδέες και η τεχνική δίνουν τη μορφή κάθε εποχής. Οι ιδέες και η τεχνική είναι αποτέλεσμα της νοητικής λειτπυργίας και κατάστασης. Η τεχνική είναι το μέσον για την εξυπηρέτηση σκοπών. Ετσι εμφανίζονται οι καινούργιες κοινωνίες και σβήνουν οι παλιές.

Εξαφανίζεται η άμεση εξάρτηση και επορροή και δημιουργούνται εξαρτήσεις βάσει κανόνων γενικής εφαρμογής. Για να φτάσει κανείς σ’ ένα τέρμα, πρέπει να καρταγήσει και τις δυο, όπως παρουσιάζονται, αναγκαιότητες. Την ατομική και την κοινωνική. Και να κτίσει μια καινούργια σχέση σύμφωνα με τη μεγάλη αναγκαιότητα των χρόνων που περνάει η ανθρωπότητα. Η κατάργηση των συγκρούσεων, που είναι λογικό υπόβαθρο της ανθρώπινης συμβίωσης, είναι ιδανικό που απαιτεί τη συνεισφορά και την τροποποίηση.

Του Στέλιου Συρμόγλου

Από freepen

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 16 Ιανουαρίου 2014

Το  Baba Gurgur («Ο Πατέρας της Φωτιάς») είναι μια περιοχή κοντά στην πόλη Κιρκούκ, στο Βόρειο Ιράκ, γνωστή για την αιώνια φωτιά που καίει εκεί αδιάλειπτα και εκτιμάται ότι αυτό συμβαίνει για πάνω από 4000 χρόνια.

Το πεδίο πετρελαίου Baba Gurgur περιγράφηκε ήδη από τον Ηρόδοτο (περ. 484-425 π.Χ. ) και ορισμένοι πιστεύουν ότι είναι το πύρινο καμίνι που αναφέρεται στο βιβλίο του Δανιήλ, της Παλαιάς Διαθήκης, όπου ο βασιλιάς της Βαβυλώνας Ναβουχοδονόσορ (630 – 562 π.Χ.) έριξε τρεις Εβραίους που αρνήθηκαν να προσκυνήσουν το χρυσό είδωλό του.

 
Οι φλόγες καίνε ασταμάτητα και έχουν σημαντική συμβολική αξία για τους κατοίκους του Κιρκούκ. Οι φλόγες είναι αποτέλεσμα του φυσικού αερίου που διαρρέει μέσω των ρωγμών στα πετρώματα της περιοχής, δημιουργώντας ένα εντυπωσιακό τοπίο. Θρύλοι και μύθοι ακολουθούν τις άσβεστες φλόγες ανά τους αιώνες, ενώ ολόκληρη η περιοχή αποτελεί ένα από τα σηματικότερα σημεία εξαγωγής πετρελαίου στο Ιράκ.
Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 16 Ιανουαρίου 2014

Η ΘΑΛΑΣΣΑ

Ἡ θάλασσα εἶναι σὰν τὸν ἔρωτα:
μπαίνεις καὶ δὲν ξέρεις ἂν θὰ βγεῖς.
Πόσοι δὲν ἔφαγαν τὰ νιάτα τους –
μοιραῖες βουτιές, θανατερὲς καταδύσεις,
γράμπες, πηγάδια, βράχια ἀθέατα,
ρουφῆχτρες, καρχαρίες, μέδουσες.
Ἀλίμονο ἂν κόψουμε τὰ μπάνια
Μόνο καὶ μόνο γιατί πνίγηκαν πεντέξι.
Ἀλίμονο ἂν προδώσουμε τὴ θάλασσα
Γιατὶ ἔχει τρόπους νὰ μᾶς καταπίνει.
Ἡ θάλασσα εἶναι σὰν τὸν ἔρωτα:
χίλιοι τὴ χαίρονται – ἕνας τὴν πληρώνει.

ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΠΩ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ

Ἐγκαταλείπω τὴν ποίηση δὲ θὰ πεῖ προδοσία,
δὲ θὰ πεῖ ἀνοίγω ἕνα παράθυρο γιὰ τὴ συναλλαγή.
Τέλειωσαν πιὰ τὰ πρελούδια, ᾖρθε ἡ ὥρα τοῦ κατακλυσμοῦ.
Ὅσοι δὲν εἶναι ἀρκετὰ κολασμένοι πρέπει ἐπιτέλους νὰ σωπάσουν,
νὰ δοῦν μὲ τί καινούριους τρόπους μποροῦν νὰ ἀπαυδήσουν τὴ ζωή.
Ἐγκαταλείπω τὴν ποίηση δὲ θὰ πεῖ προδοσία.
Νὰ μὴ μὲ κατηγορήσουν γιὰ εὐκολία, πὼς δὲν ἔσκαψα βαθιά,
πὼς δὲ βύθισα τὸ μαχαίρι στὰ πιὸ γυμνά μου κόκαλα.
ὅμως εἶμαι ἄνθρωπος κι ἐγώ, ἐπιτέλους κουράστηκα, πῶς τὸ λένε,
κούραση πιὸ τρομαχτικὴ ἀπὸ τὴν ποίηση ὑπάρχει;
Ἐγκαταλείπω τὴν ποίηση δὲ θὰ πεῖ προδοσία.
Βρίσκει κανεὶς τόσους τρόπους νὰ ἐπιμεληθεῖ τὴν καταστροφή του.

 
 
 
Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 13 Ιανουαρίου 2014

ΤΟ ΧΡΩΜΑ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ

Ποιο το χρώμα της αγάπης
ποιος θα μου το βρει;

Να `ναι κόκκινο σαν ήλιος
θα καίει σαν φωτιά.
Κίτρινο σαν το φεγγάρι
θα `χει μοναξιά.

Να `χει τ’ ουρανού το χρώμα
θα `ναι μακριά.
Να `ναι μαύρο σαν τη νύχτα
θα `ναι πονηρή.

Ποιο το χρώμα της αγάπης
ποιος θα μου το βρει;

Να `ναι άσπρο συννεφάκι
φεύγει και περνά.
Να `ναι άσπρο γιασεμάκι
στον ανθό χαλά.
Να `ναι άσπρο γιασεμάκι
στον ανθό χαλά.

Να `ναι το ουράνιο τόξο
που δεν πιάνεται
Όλο φαίνεται πως φτάνω
κι όλο χάνεται.
Όλο φαίνεται πως φτάνω
κι όλο χάνεται.

Ποιο το χρώμα της αγάπης
ποιος θα μου το βρει

 

ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

Της αγάπης το βιβλίο
απ’ τα χρόνια τα παλιά
το έγραφε ένας προφήτης
σε μια σκοτεινή σπηλιά

Στο κεφάλαιο το πρώτο
γράφει «τα ερωτικά»
οι σελίδες του μουτζούρες
κι όλο ερωτηματικά

Για της μάνας την αγάπη
λέει πως είναι φυλακή
δίχως κάγκελα και πόρτα
κι όμως μέσα μας κρατεί

Στη σελίδα δεκαοχτώ
γράφει: ενοχή – ανοχή
ο όρκος υπήρξε ποτέ
απόδειξη αγάπης
και πιο κάτω
η αγάπη έχει δεν έχει αντέχει

Κείνο το ακριβό βιβλίο
δεν το τέλειωσε ποτές
του έμεινε στις σημειώσεις
κι οι σελίδες του λευκές

Κείνο το ακριβό βιβλίο
σκονισμένο και παλιό
ίσως να το τελειώσει

ΤΟ ΟΧΙ ΑΠΟΚΟΙΜΗΘΗΚΕ ΣΤΗΝ ΑΓΚΑΛΙΑ ΤΟΥ ΝΑΙ

Ανάμεσα στο όχι
και στο κρυμμένο ναι
χάθηκε η ζωή μου
μεγάλε ουρανέ.

Δεν κρύβεται στη νύχτα
το άσπρο γιασεμί.
Λύγισε η αγάπη όταν είπες μη,
λύγισε η αγάπη όταν είπες μη.

Βγαίνω στον αέρα
με χάρτινο φτερό.
Μακριά σου δεν αντέχω,
κοντά σου δεν μπορώ.
Κοντά σου δεν αντέχω,
μακριά σου δεν μπορώ.

Χαμήλωσε τα φώτα
μεγάλε ουρανέ,
το όχι αποκοιμήθηκε
στην αγκαλιά του ναι,
το όχι αποκοιμήθηκε
στην αγκαλιά του ναι.

ΤΟ ΔΑΚΡΥ ΤΗΣ ΧΑΡΑΣ

Δεν έχω τι να πω
το ξέρω σ’ αγαπώ
μα φεύγω πριν χαθείς
για να με ξαναβρείς.

Το δάκρυ της χαράς
έρχεται σαν γυρνάς
σαν σύννεφο βροχής
στη διψασμένη γη.

Ποιος θα το φανταστεί
πως η αγάπη αυτή
αγγίζει την καρδιά
μονάχα από μακριά.

ΠΟΥ ΚΑΤΟΙΚΕΙ  Η ΑΓΑΠΗ

Άλφα, βήτα, γάμα, δέλτα
σκόνη γίνεται κι η πέτρα
έψιλον, ζήτα, ήττα, θήτα
μοιάζει η νίκη με την ήττα

 η σιωπή δε φέρνει αμηχανία
το ναι και τ’ όχι αν το λες
με ίδια ευκολία,
εκεί η αγάπη κατοικεί.

Τα βήματα όταν ακούς
και τα γνωρίζεις
δεμένος μα ελεύθερος βαδίζεις,
εκεί η αγάπη κατοικεί.

Όταν ρωτάς πώς, πότε, πού, γιατί;
Η αγάπη εκεί δεν κατοικεί.

Αν ένα βλέμμα δίδεις
κι όμως περισσεύγει
κρυφοκοιτάς πίσω απ’ το τζάμι
όταν φεύγει,
εκεί η αγάπη κατοικεί.

Άμα ρωτάς πώς, πότε, πού, γιατί;
Η αγάπη εκεί δεν κατοικεί.
Άμα ρωτάς πώς, πότε, πού, γιατί;
ίσως και κει να κατοικεί.

Μα αν δεν μπορείς να συγχωρείς
πού μένει η αγάπη δε θα βρεις.

H AΛΦΑΒΗΤΑ

Βι, γα, δε, ζι, θι
κα, λα, μι, νι, ξι
πι, ρο, σίγμα, ταυ
φι, χι, ψι

Γιώτα, κάπα, λάμδα, μι
πόσο αξίζει μια στιγμή
νι, ξι, όμικρον, πι, ρο
φεύγω μα σε καρτερώ

Σίγμα, ταυ, ύψιλον, φι
μοναξιά στην κορυφή
με το χι, το ψι, το ωμέγα
μια παλικαριά `ναι η φεύγα

ΚΟΚΚΙΝΑ ΧΕΙΛΗ ΦΙΛΗΣΑ

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 13 Ιανουαρίου 2014

Το κρασί που περιείχε δηλητήριο από το φυτό ελλέβορο, είναι πιθανό να ευθύνεται για το θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου, όπως εκτιμά ο κορυφαίος νεοζηλανδός τοξικολόγου, δρ. Λίο Σκεπ, που μόλις δημοσιεύθηκε στο διεθνές περιοδικό κλινικής τοξικολογίας Clinical Toxicology.

Οι ερευνητές επιχειρούν εκ νέου να φωτίσουν το μυστήριο του θανάτου του Αλεξάνδρου, το οποίο απασχολεί τους ιστορικούς και τους επιστήμονες εδώ και τουλάχιστον 2.000 χρόνια. Μερικοί πιστεύουν ότι πέθανε από φυσικά αίτια και άλλοι ότι δολοφονήθηκε με δηλητήριο από τον περίγυρό του.

Ο θάνατός του επήλθε το 323 πΧ στο παλάτι του στη Βαβυλώνα, όταν ο Έλληνας βασιλιάς ήταν μόνο 32 ετών.

Ο Αλέξανδρος, σύμφωνα με το «βασιλικό ημερολόγιο» που πιστεύεται ότι διετηρείτο στην αυλή του, εμφάνισε σταδιακά αυξανόμενο πυρετό και μετά από μια ασθένεια 12 ημερών, κατά την οποία δεν μπορούσε πλέον να περπατήσει και να μιλήσει, πέθανε κληροδοτώντας μια απέραντη αυτοκρατορία στους διαδόχους του.

Μεταξύ των ιατρικών «σεναρίων» που έχουν κατά καιρούς προταθεί για τον θάνατό του, είναι η σωρευτική επίπτωση από προηγούμενα τραύματά του σε μάχες (με τελική συνέπειά την οριστική κατάρρευσή του), οι επιπλοκές από την υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ (που οδήγησαν σε ηπατίτιδα και οξεία παγκρεατίτιδα), η κατάθλιψη, κάποια οργανική ανωμαλία εκ γενετής, καθώς επίσης το ανθυγιεινό περιβάλλον της Βαβυλώνας, στο οποίο ήλθε να προστεθεί κάποια λοίμωξη λόγω ελονοσίας, τυφοειδούς πυρετού ή άλλης ασθένειας που οφειλόταν σε ιό ή παράσιτο.

Εκτός από τις ανωτέρω πιθανές φυσικές αιτίες, παραμένει πάντα η πιθανότητα της δηλητηρίασης. Ο δρ Σκεπ και οι συνεργάτες του από το Εθνικό Κέντρο Δηλητηρίων του πανεπιστημίου Οτάγκο της Νέας Ζηλανδίας και το πανεπιστήμιο του Μπέρμιγχαμ της Βρετανίας, θεωρούν αδύνατο να ευθύνεται κάποιο γνωστό δηλητήριο όπως το αρσενικό ή η στρυχνίνη, όπως υποστηρίζουν μερικές θεωρίες, γιατί τότε ο θάνατός του θα ήταν πολύ πιο γρήγορος.

Ως πιο πιθανό ένοχο θεωρούν ένα δηλητηριώδες φυτό (με την επιστημονική ονομασία Veratrum album), που ανήκει στην οικογένεια των κρίνων και είναι γνωστό ως λευκός ελλέβορος.

Το εν λόγω φυτό συχνά εχρησιμοποιείτο από τους αρχαίους Έλληνες ως βότανο κατά του εμετού και, επιπλέον, είναι σε θέση να επιφέρει ένα τόσο βραδύ θάνατο.

Ο Λίο Σκεπ αναφέρει ότι η δηλητηρίαση από ελλέβορο χαρακτηρίζεται από γαστρικούς πόνους, ναυτία, εμετούς, βραδυκαρδία, υπόταση και σοβαρή μυϊκή αδυναμία, συμπτώματα που ο Μέγας Αλέξανδρος εμφάνισε, σύμφωνα με τις περιγραφές (όπως του ιστορικού Διόδωρου) των τελευταίων ημερών της ζωής του.

Πάντως ο Νεοζηλανδός τοξικολόγος παραδέχτηκε ότι, παρά τη μεγάλη έρευνά του πάνω στο ζήτημα (μελετά την αιτία θανάτου του Μακεδόνα στρατηλάτη από το 2003), το συμπέρασμά του δεν μπορεί παρά να είναι μια ακόμα θεωρία, καθώς η πραγματική αιτία θανάτου σήμερα πια δεν μπορεί να αποδειχτεί. «Ποτέ δεν θα ξέρουμε σιγουριά», τόνισε.

Aπό το ΕΘΝΟΣ

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 7 Ιανουαρίου 2014
«Να συνεχίσω να κοιτάζω γύρω μου – περισσότερο όμως -, να παρατηρώ όχι μόνο τον εαυτό μου αλλά και τους άλλους και τα πάντα -, να τα δέχομαι για αυτό που είναι». «Πρέπει να καταβάλω μεγάλη προσπάθεια να “δουλέψω” τα σημερινά προβλήματα και τις φοβίες που έχουν προκύψει από το παρελθόν μου – κάνοντας πολύ πολύ πολύ μεγαλύτερη προσπάθεια στην ψυχανάλυσή μου. Και να είμαι εκεί πάντα στην ώρα μου – καμία δικαιολογία να αργώ». «Να προσπαθήσω να διασκεδάζω όποτε μπορώ… Ετσι και αλλιώς, θα είμαι αρκετά δυστυχισμένη». Αυτά έγραφε, μεταξύ άλλων, η 29χρονη Μέριλιν Μονρόε στη «θρυλική» δερματόδετη ατζέντα της τον χειμώνα του 1955 (σήμερα μπορεί κανείς να τα βρει μαζί με διάφορα άλλα «θραύσματα» ζωής της πιο εύθραυστης ξανθιάς του Χόλιγουντ στο βιβλίο «Fragments: Poems, Intimate Notes, Letters» που κυκλοφόρησε το 2010). Δεσμεύσεις για το μέλλον που λίγα χρόνια αργότερα πνίγηκαν σε ένα μπουκαλάκι βαρβιτουρικά.
 
Οπως έγραφαν πριν από καιρό οι «New York Times», όλες αυτές οι λίστες με τις αποφάσεις-αυτοδεσμεύσεις για την καινούργια χρονιά (οι λεγόμενες «New Year’s resolutions») είναι ό,τι πιο αισιόδοξο και ταυτόχρονα ό,τι πιο κυνικό μπορείς να επιβάλεις στον εαυτό σου. Πρωτίστως, διότι η υπόσχεση ότι αυτή τη φορά, ναι, θα αλλάξεις, μπορεί μεν να εκπηγάζει από την ασίγαστη πίστη στην ανθρώπινη αυτοβελτίωση (π.χ. «Εφέτος θα τα χάσω τα 15 κιλά» ή «Εφέτος θα προσπαθήσω να στρεσάρομαι λιγότερο στη δουλειά»), αλλά η «συσκευασία» που χρησιμοποιείς, η νοητική δηλαδή λίστα με όλα εκείνα που θα αλλάξεις, είναι τόσο τυραννική και εμπεριέχει τόσο σκεπτικισμό ως προς την αίσια έκβαση του εγχειρήματος, που συχνά οδηγεί στην αποτυχία («Ok, και 11 κιλά να καταφέρω να χάσω, μια χαρά θα είμαι» ή «Θα προσπαθήσω τουλάχιστον να μη στρεσάρομαι τόσο ώστε να φτάνω να έχω ιλίγγους και ταχυπαλμίες»).
 
Οι λίστες του νέου έτους είναι όπως οι άλλες, οι εξίσου φρούδες, που απαντά κανείς σε βιβλία, εγχειρίδια και εορταστικά τεύχη εντύπων ανά τον πλανήτη. Πόσα επεισόδια του «Breaking Bad» πρέπει να έχεις δει προτού πεθάνεις, 100 πράγματα που πρέπει να κάνεις προτού γεράσεις, 100 πράγματα που πρέπει να κάνεις προτού κλείσεις τα 16, 100 βιβλία που πρέπει να έχεις διαβάσει μέχρι να εκπνεύσει το 2013, 500 πράγματα που πρέπει να φας πριν να είναι πολύ αργά (και τα καλύτερα μέρη να τα φας), 150 θεατρικές παραστάσεις που πρέπει να έχεις δει για να μη θεωρούν όλοι ότι είσαι ένα αυτάρεσκο «σκουλήκι» που ζει μόνο μέσα από τα posts του στο Facebook.
 
Τον περασμένο Οκτώβριο ο Ρίτσαρντ Οσμαν έγραφε στον «Guardian» ότι αυτή η σύγχρονη εμμονή με τις λίστες αγγίζει τα όρια της παθολογίας. Και αυτό που δεν συνυπολογίζεται είναι η καθημερινή, φθοροποιός ζωή ανάμεσα στις… λίστες. «Ο μέσος άνθρωπος ζει 701.844 ώρες. Από αυτές, 233.600 ώρες θα κοιμάσαι (περισσότερες αν είσαι φαν του κρίκετ). Θα δουλεύεις 74.060 ώρες (λιγότερες αν είσαι ο Γιουσέιν Μπολτ) και θα περιμένεις τα παιδιά σου να κάνουν γρήγορα και να φορέσουν επιτέλους τα παπούτσια τους 11.850 ώρες». Ακόμη και όλα τα επεισόδια του «Breaking Bad» που σου λένε ότι πρέπει να δεις είναι πολύτιμος χρόνος: 61 ώρες, ήτοι το 0,000667% της υπόλοιπης ζωής σου.

Εντάξει, είναι σχεδόν «βιολογική ανάγκη να αποζητάς τον καλύτερό σου εαυτό κάθε 1η Ιανουαρίου, αλλά και μια γενετική ανικανότητα να τον αποκτήσεις». Αν ανήκεις στον μέσο όρο, δεν είσαι δηλαδή καλός στο να κάνεις τις λίστες σου «πραγματικότητα» (είναι παρηγορητικό, πάντως, το γεγονός ότι το 55% των Αμερικανών σήμερα δεν μπαίνουν καν στον κόπο να τις συντάξουν), μπορεί πάντα να αφήσεις την αλλαγή να έρθει μόνη της. Σιωπηρά, χωρίς μεγαλοστομίες και φανφάρες. Οπως έγραφε το 1960 η αμερικανίδα θεατρική συγγραφέας Λίλιαν Χέλμαν (στα «Παιχνίδια στη σοφίτα»): «Οι άνθρωποι αλλάζουν και ξεχνούν να το πουν ο ένας στον άλλον”
 
Από το ΒΗΜΑgasino
Λένα Παπαδημητρίου