Διαβάσαμε
Στην χώρα που ανθούν στις αμμουδιές οι κόρες
Τ’ άστρα ξυπνούν και φέγγουν άναυδα τη νύχτα
Στιλπνά σαν μουσαμάδες των ψαράδων
Ενώ τ’ αστέρια της θαλάσσης πλησιάζουν
Πρώτα λευκά και σχεδόν άχρωμα
Έπειτα κόκκινα και ζωηρά
Με τα πλοκάμια των σφαδάζοντα
Για το εφήβαιον και για τα στήθηΤων νεανίδων.
Οι αμμουδιές είναι διάστικτες από κοχύλια
Μ’ ένα φιλί λησμονημένο μες στα βότσαλα
Μ’ ένα πουλί που κούρνιασε στα στήθη Κόρης γλυκιάς
που του μιλάει και λέγει
Πουλί καλό πουλί χρυσό πουλί λαμπρό μαντάτο
Χαϊδεύοντας το στα βυζιά της με λαχτάρα
Σαν χαϊμαλί της ηδονής ή σαν αγόρι
Ο ουρανός είναι διάστικτος από πετράδια
Βάρκες με δίχτυα και ψαράδες πλησιάζουν
Για να ψαρέψουν πριν ο ήλιος τους προφτάσει
Τις κόρες της Ανατολής και της Ευρώπης
Άσπρα κορίτσια ή μελαμψά
Κορίτσια έτοιμα για τα ταξίδια.
Κορίτσια έτοιμα για τους λωτούς
Κορίτσια έτοιμα για τις παλάμες
Και για τα βέλη των ανδρών
Και για τα βέλη του ήλιου
Τώρα που αρχίζει κι ανατέλλει
Ροδίζοντας τα κορφοβούνια
Χρυσίζοντας τις αμμουδιές
Ενώ βουίζουν οι σπηλιάδες
Κ’ η θάλασσα βαθιά στενάζει
Και ψιθυρίζουνε τα φύλλα
Και τιτιβίζουν οι κορυδαλλοί
Ραμφίζοντας μαστούς και ρώγες
Τώρα που ο ήλιος ξεπροβάλλει
Και ντύνει τις κόρες με άσπρα ρίγη
Τώρα που αρχίζουν τα τζιτζίκια
Και γδύνονται οι λογισμοί
Και βάφονται όλα τα λουλούδια
Με πράσινο με κρεμεζί.
Αφορμή για την εμφάνιση της Ελληνικής Λαογραφίας ως επιστήμης με τη συγκέντρωση στοιχείων σχετικών με τον ελληνικό λαϊκό πολιτισμό και τις ρίζες του έδωσε η ανθελληνική πολιτική ορισμένων Ευρωπαίων λογίων και ιδιαίτερα του Fallmerayer, ο οποίος αμφισβήτησε την εθνική συνέχεια των Ελλήνων με τη θεωρία του για τον πλήρη εκσλαβισμό και εξαλβανισμό τους.
Ο Fallmerayer ήταν καθηγητής της ιστορίας στο Μόναχο, όταν παρουσίασε την ανθελληνική του θεωρία στον πρόλογο του έργου του για την ιστορία της Πελοποννήσου. Επισκέφτηκε πολλές φορές την Ελλάδα για να επιτοπίως τις απόψεις του σχετικά με την καταγωγή των Ελλήνων και δούλεψε με εμπάθεια πάνω σ’ αυτές δημοσιεύοντας ως το θάνατό του σχόλια και κριτικές για την υποστήριξή τους.
Στην ανθελληνική αυτή πρόκληση η απάντηση ήταν οι έντονες αντιδράσεις από Έλληνες λόγιους και φιλέλληνες. Η κατά μέτωπο επίθεση του Fallmerayer στον πολύπαθο ελληνικό λαό, που με σκληρούς αγώνες αποτίναξε τον τουρκικό ζυγό και ανέκτησε την ελευθερία του διατηρώντας την εθνική του συνείδηση, του δημιούργησε επικίνδυνα τραύματα. Η αντίδραση εκδηλώθηκε αμέσως από λόγιους και φιλέλληνες, που απάντησαν με την κατεργασία πολλών γλωσσικών ιστορικών και λαογραφικών στοιχείων. Ενδεικτικοί είναι οι κόποι επιφανών Ελλήνων και ξένων λογίων προς την κατεύθυνση αυτή, όπως του Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου, του Σλοβένιου Kοpitar, του Σπυρίδωνα Λάμπρου, του Κωνσταντίνου Άμαντου, των Γερμανών Hοpf και Zinkeisen, του Παύλου Καρολίδη και άλλων.
Με συγγράμματά τους, που είδαν το φως της δημοσιότητας, οι λόγιοι αυτοί υποστήριξαν δυναμικά την αδιάσπαστη συνοχή του ελληνικού εθνικού βίου από τα αρχαία χρόνια ως τη σύγχρονή τους εποχή, συγκεντρώνοντας ενδείξεις, που πιστοποιούσαν την ομοιότητα των στοιχείων της εποχής τους με στοιχεία προγενέστερων εποχών, ακόμη και με άλλα που ανάγονται στους αρχαίους ελληνικούς χρόνους.
Για λόγους πατριωτικούς στην αρχή και καθαρά επιστημονικούς αργότερα η επίθεση του Fallmerayer αποτέλεσε πρόκληση στη συνείδηση την πνευματικά προικισμένων Ελλήνων και Φιλελλήνων, των οποίων το ενδιαφέρον για τον ελληνικό λαό και την εθνική του υπόσταση έφερε στο φως τα πρώτα λαογραφικά στοιχεία του ελληνικού έθνους.
Εκτός από τις εργασίες των λογίων, πολλά περιοδικά όπως τα γνωστά της εποχής, όπως η και η , δημοσίευσαν άφθονη λαογραφική ύλη, ενώ το Πανεπιστήμιο της Αθήνας προκήρυξε διαγωνισμό για τον σκοπό αυτό.
Εκείνη την εποχή έκανε την εμφάνισή του στο λαογραφικό χώρο ο Ν. Πολίτης και στα πλαίσια της υπεράσπισης του ελληνικού έθνους από τις αλύπητες ανθελληνικές βολές εργάστηκε με φιλότιμο εδραιώνοντας στην Ελλάδα την επιστήμη της Λαογραφίας.
Σημαντική φυσιογνωμία, μια από τις κορυφαίες μορφές της Ελληνικής Λαογραφίας, με συγγραφικά χαρίσματα και σπουδαία οργανωτική ικανότητα, ο Νικόλαος Πολίτης άρχισε από νωρίς το λαογραφικό του έργο με τη δημοσίευση σχετικών σχολίων σε περιοδικά της εποχής.
Το έργο του , που εξέδωσε σε δύο μέρη το 1871 και 1874 βραβεύτηκε από τους κριτές του Ροδοκανακείου Φιλολογικού Διαγωνίσματος, ενώ η αναγνώριση του κύρους του ως σημαντικού λαογράφου προήλθε από τα έργα του , και τις σοφές του μελέτες, πολλές από τις οποίες περιέλαβε στα .
Ο Ν. Πολίτης υπήρξε καθηγητής της Ελληνικής Μυθολογίας και της Αρχαιολογίας από το 1890. Λίγα χρόνια αργότερα περιέλαβε και θέματα λαογραφικά στις πανεπιστημιακές του παραδόσεις. Ίδρυσε και οργάνωσε την και το , με σκοπό να συστηματοποιήσει τη μελέτη των εκδηλώσεων του λαϊκού βίου. Εξάλλου τα περιοδικά και της Ακαδημίας Αθηνών, που είναι τα κυριότερα ελληνικά περιοδικά λαογραφικού περιεχομένου με διεθνή απήχηση, υπήρξαν αποκυήματα της δημιουργικής έμπνευσης του Ν. Πολίτη.
Ο Πολίτης ήταν εκείνος που πρότεινε στο Βυζαντινό τμήμα του 16ου Συνεδρίου των Ανατολιστών στην Αθήνα τη μελέτη της λαογραφίας του βυζαντινού κόσμου, όπου εντοπίζεται η απαρχή πολλών εκδηλώσεων της ζωής του ελληνικού λαού και διαπιστώνεται η εθνική του συνέχεια, πρόταση που έγινε αποδεκτή με ιδιαίτερο ενθουσιασμό και ξεκίνησε μια λαογραφική δραστηριότητα, που απέφερε σημαντικούς πνευματικούς καρπούς στη λαογραφική έρευνα.
Ο όρος Στον Πολίτη αποδίδεται και η χρήση του όρου , για να δηλωθεί η λαογραφική επιστήμη και μάλιστα στο περιοδικό κατά το έτος 1884. Ο όρος ήταν γνωστός από τους αλεξανδρινούς χρόνους με την έννοια κεφαλικού φόρου για τον ανδρικό πληθυσμό της Αιγύπτου, που ήταν υποχρεωμένος να τον καταβάλλει από το 14ο έτος της ηλικίας του ως το 60ο ή 70ο. Όσοι υπάγονταν σ’ αυτή την εισφορά ονομάζονταν , ενώ όσοι ήταν υπεύθυνοι για την καταβολή της .
Ο Πολίτης έχοντας υπόψη του ότι λέξεις συνώνυμες των λέξεων και είχαν ήδη χρησιμοποιηθεί για να δηλώσουν σχετικές με τη λαογραφία επιστήμες όπως λαογραφία, εθνογραφία χρησιμοποίησε τον όρο χωρίς δισταγμό, για να εκφράσει την επιστήμη που αντικείμενό της είναι ο λαός και οι εκδηλώσεις του.
Ο Γουίτμαν λέει:
«Ω, εγώ, ω ζωή των ερωτήσεων, χωρίς τελειωμό,
των ατέλειωτων τραίνων των άπιστων,
των πόλεων γεμάτων ανόητους.
Τι καλό έχουν αυτά, ω εγώ, ω ζωή;
Απάντηση.
Ότι είσαι εδώ, ότι η ζωή υπάρχει· και η ταυτότητα.
Ότι το παντοδύναμο παιχνίδι συνεχίζεται,
κι ίσως συνεισφέρεις μια στροφή».
“Δεν διαβάζουμε και δεν γράφουμε ποίηση γιατί είναι χαριτωμένη. Διαβάζουμε και γράφουμε ποίηση γιατί είμαστε μέλη της ανθρώπινης φυλής. Και η ανθρώπινη φυλή είναι γεμάτη πάθος. Και η ιατρική, η νομική, οι επιχειρήσεις, η μηχανική, αυτά είναι ευγενείς ασχολίες και απαραίτητες για την διατήρηση της ζωής. Αλλά η ποίηση, η ομορφιά, το ρομάντζο, η αγάπη, αυτά είναι (τα πράγματα) για τα οποία μένουμε ζωντανοί».
Αυτό έλεγε ο Ρόμπιν Γουίλιαμς στους μαθητές του, στον ανεπανάληπτο ρόλο του αντισυμβατικού καθηγητή Τζον Κίτινγκ στην ταινία «Ο κύκλος των χαμένων ποιητών», όπου τους συμβούλευε να «αδράξουν την ημέρα» – «Carpe diem».
Το Ταξίδι είναι ένα συναρπαστικό κυνήγι, και βγαίνεις έξω και δε μπορείς να ξέρεις τι πουλί θα σου λάχει. Το Ταξίδι είναι σαν το κρασί, και πίνεις και δε μπορείς να μαντέψεις τι οράματα θα κατεβούν στο κεφάλι σου. Σίγουρα, ταξιδεύοντας, βρίσκεις πάντα ό,τι μέσα σου έχεις. Χωρίς να το θες, από τις αναρίθμητες εντυπώσεις που πλημμυρίζουν τα μάτια σου κάνεις επιλογές και διαλέγεις ό,τι περισσότερο ανταποκρίνεται στις ανάγκες ή στις περιέργειες της ψυχής σου. «Αντικειμενική» αλήθεια υπάρχει μονάχα στους φωτογραφικούς θαλάμους, στις ψυχές που βλέπουν κρύα, χωρίς συγκίνηση, δηλαδή χωρίς βαθιά επαφή, τον κόσμο.
Όσοι πονούν κι αγαπούν συνεργάζονται με μυστική επικοινωνία με το τοπίο που βλέπουν, με τους ανθρώπους που σμίγουν και με τα γεγονότα που διαλέγουν. Γι’ αυτό κάθε άρτιος Ταξιδευτής δημιουργεί πάντα τη χώρα όπου ταξιδεύει..
Κοίτα πως χάνονται οι δρόμοι
μες τους ανθρώπους…
τα περίπτερα πως κρυώνουνε
απ΄τις βρεγμένες εφημερίδες
ο ουρανός
πως τρυπιέται στα καλώδια
και το τέλος της θάλασσας
από το βάρος των πλοίων
πόσο λυπημένες είναι οι ξεχασμένες ομπρέλες
στο τελευταίο δρομολόγιο
και το λάθος εκείνου που κατέβηκε
στην πιό πρίν στάση
τα αφημένα ρούχα στο καθαριστήριο
και τη ντροπή σου
ύστερα από δύο χρόνια που βρήκες λεφτά
πως να τα ζητήσεις
πως τσούκου τσούκου
αργά μεθοδικά
μας αλλοιώνουνε
να καθορίζουμε τη στάση μας στη ζωή
από το στύλ της καρέκλας…
Η μοναξιά…
δεν έχει το θλιμμένο χρώμα στα μάτια
της συννεφένιας γκόμενας.
Δεν περιφέρεται νωχελικά κι αόριστα
κουνώντας τα γοφιά της στις αίθουσες συναυλιών
και στα παγωμένα μουσεία.
Δεν είναι κίτρινα κάδρα παλαιών “καλών” καιρών
και ναφθαλίνη στα μπαούλα της γιαγιάς
μενεξελιές κορδέλες και ψάθινα πλατύγυρα.
Δεν ανοίγει τα πόδια της με πνιχτά γελάκια
βοιδίσο βλέμμα κοφτούς αναστεναγμούς
κι ασορτί εσώρουχα.
Η μοναξιά.
Έχει το χρώμα των Πακιστανών η μοναξιά
και μετριέται πιάτο-πιάτο
μαζί με τα κομμάτια τους
στον πάτο του φωταγωγού.
Στέκεται υπομονετικά όρθια στην ουρά
Μπουρνάζι – Αγ. Βαρβάρα – Κοκκινιά
Τούμπα – Σταυρούπολη – Καλαμαριά
Κάτω από όλους τους καιρούς
με ιδρωμένο κεφάλι.
Εκσπερματώνει ουρλιάζοντας κατεβάζει μ΄ αλυσίδες τα τζάμια
κάνει κατάληψη στα μέσα παραγωγής
βάζει μπουρλότο στην ιδιοχτησία
είναι επισκεπτήριο τις Κυριακές στις φυλακές
ίδιο βήμα στο προαύλιο ποινικοί κι επαναστάτες
πουλιέται κι αγοράζεται λεφτό λεφτό ανάσα ανάσα
στα σκλαβοπάζαρα της γής – εδώ κοντά είναι η Κοτζιά-
ξυπνήστε πρωί.
Ξυπνήστε να τη δείτε.
Είναι πουτάνα στα παλιόσπιτα
το γερμανικό νούμερο στους φαντάρους
και τα τελευταία
ατελείωτα χιλιόμετρα ΕΘΝΙΚΗ ΟΔΟΣ-ΚΕΝΤΡΟΝ
στα γαντζωμένα κρέατα από τη Βουλγαρία.
Κι όταν σφίγγει το αίμα της και δεν κρατάει άλλο
που ξεπουλάν τη φάρα της
χορεύει στα τραπέζια ξυπόλυτη ζεμπέκικο
κρατώντας στα μπλαβιασμένα χέρια της
ένα καλά ακονισμένο τσεκούρι.
Η μοναξιά
η μοναξιά μας λέω. Για τη δική μας λέω
είναι τσεκούρι στα χέρια μας
που πάνω από τα κεφάλια σας γυρίζει γυρίζει γυρίζει γυρίζει
Πάει. Αυτό ήταν.
Χάθηκε η ζωή μου φίλε
μέσα σε κίτρινους ανθρώπους
βρώμικα τζάμια
κι ανιστόρητους συμβιβασμούς.
Άρχισα να γέρνω
σαν εκείνη την ιτιούλα
που σου ‘χα δείξει στη στροφή του δρόμου.
Και δεν είναι που δεν θέλω να ζήσω.
Είναι το γαμώτο που δεν έζησα.
κι ούτε που θα σε ξαναδώ.
Η εποχή των σκιών
Είμαστε εδώ
Χωρίς να είμαστε
Αναπνέουμε
Περπατάμε
Μισούμε
Αγαπάμε
Αγοράζουμε
Πουλάμε
Μόνο και μόνο
Για να δικαιολογούμε
Την απουσία μας
Πώς μπορεί να ονομάζεται
Ένας κόσμος
Φτιαγμένος από σκιές
Ανύπαρκτων σωμάτων
Οι καθρέφτες αποτυπώνουν
Εντυπώσεις δυνατών ψευδαισθήσεων πόνου
Είμαστε όλοι
Ασθενικά αιμορραγούντα φαντάσματα
Μάταια προσπαθούμε ν’ αφήσουμε τα χνάρια μας
Για την εποχή των πραγμάτων
Που θα ακολουθήσει
Τη δικιά μας εποχή των σκιών
*
Ο χαμένος καιρός δε χάνεται
Οι ώρες που σκοτώνουμε επιζούν
Κάποιος θεός τις συμμαζεύει
Ζητά πίστη για λύτρα
Και μεις πληρώνουμε
Όλα τελικά
Επιστρέφουν σε μας
Τα δάκρυα σαν εξατμίζονται δε χάνονται
Η θλίψη που σκορπάμε επιζεί
Κάποιος θεός τη συγκεντρώνει
Ζητά δύναμη για λύτρα
Και μεις πληρώνουμε
Όλα τελικά
Επιστρέφουν σε μας
Τα όνειρα που εγκαταλείψαμε
Τα λόγια που δεν είπαμε
Τα απραγματοποίητα θαύματα
Οι γιορτές που αναβλήθηκαν
Οι αστερισμοί που αγνοήθηκαν
Τα ταξίδια που ακυρώθηκαν
Δεν χάθηκαν
Κάποιος θεός τα φροντίζει
Όλα τελικά
ΘΑΛΑΜΟΣ Δ
Με κατατρώγει αυτό το ανώδυνο ξεπέρασμα των αρχικών μου πόθων.Ω! Η πρώτη ιδέα έχει κιόλας αντικατασταθεί με μια άλλη πιότερο ευπρόβλεπτη, ευέλικτη, πρακτική. Ή μάλλον όχι. Εδώ έχουμε να κάνουμε με υποκατάσταση. Παλεύω με το υποκατάστατο της μέρας και όχι με την ίδια τη μέρα. Ερωτοτροπώ με το υποκατάστατο της νύχτας και όχι με την ίδια τη νύχτα. Ούτε καν αυτό τον ίδιο το θάνατο δεν ανέχομαι, πρέπει να βρεθεί κάτι άλλο.Αρχίζω και νιώθω περισσότερο άνθρωπος μέσα σ’ αυτή τη φτηνή και απόκοσμη φαντασμαγορία της ματαιότητας, θέλω να παρουσιάσω το δικό μου νούμερο.Στριμώχνομαι στη σειρά με υπερτροφικές μπαλαρίνες, σταφιδιασμένες πριμαντόνες, καυλωμένους στρατοκράτες, βιαστές λαχανικών, ορχήστρες δολοφόνων, φυματικούς μεσσίες, πυρηνικούς επιβήτορες. Έρχεται η σειρά μου, έρχεται η σειρά μου και δεν έχω τίποτα αξιόλογο να επιδείξω, κάποιο τρικ να γοητεύσω έστω μερικούς. Τρέμω. Τα έχω χαμένα. Αυτό θα κάνω. Θα ουρλιάξω πως είμαι πάμφτωχος κι αδέξιος κι ανίκανος και κενός και ίσως γι’ αυτό ν’ αξίζω μια στιγμή την προσοχή σας. Θα τρομάξουν. Δεν μπορεί, θα με χειροκροτήσουν.Α! Ξημερώνει για τα καλά, πρέπει να βρω κάποιον να του πω μια καλημέρα. Αρκεί βέβαια αυτός ο κάποιος να μην οπλοφορεί.
ΛΑΘΟΣ ΚΙΝΗΣΗ
Καθισμένος ένα ολόκληρο απόγευμαΣτην παλιά μπαλωμένη μου πολυθρόνα
Μην περιμένοντας κανέναν να μου χτυπήσει την πόρτα
και κανέναν να με χαϊδέψει
και κανέναν να με μαστιγώσει
και κανέναν να με δεχτεί
και κανέναν να με απορρίψει
Ένιωσα να με πλησιάζει κάτιπου θα μπορούσε να ‘ταν η ευτυχία
Τότε σηκώθηκα να σημειώσω αυτές τις λέξεις
Και όλα πήγανε στράφι
Θέλω να γνωρίσω όλους αυτούς που σκύβουν
Πάνω από ένα καθαρό κομμάτι χαρτί
Μέσα σε βρόμικες διαλυμένες κάμαρες
Γεμάτοι οργή κι απόγνωση
Αποφασισμένοι ωστόσο
Να το λεκιάσουν με λέξεις
βρόμικες λέξεις
άγιες λέξεις
λέξεις κλειδιά
ιδέες φαντάσματα
λυτρωτικές φράσεις
Θέλω να γνωρίσω όλους αυτούς τους μανιακούς του λόγου
Να γλείψω το μελάνι από τα δάχτυλα τους
Να φιλήσω τα παραμορφωμένα τους μέτωπα
Να συμμαζέψω τις τσαλακωμένες τους ονειρώξεις
Να διορθώσω τα ορθογραφικά λάθη του έρωτα τους
Να τους καθησυχάσω
Να τους πείσω πως δε χρειαζόμαστε άλλο αίμα γι’ απόψε
Πως χορτάσαμε
Κι ύστερα να τους βάλω στο κρεβάτι
Και να τους νανουρίσω
Σε κάποια συγκεκριμένη φάση της ζωής τους οι άνθρωποι αρχίζουν να προβληματίζονται για τη σωτηρία της ψυχής τους.
Δυστυχώς αυτός ο προβληματισμός συνήθως έρχεται στους περισσότερους από εμάς με σημαντική καθυστέρηση ενώ, αν συνέβαινε το αντίθετο, μάλλον θα βοηθούσε στο να γίνει ο κόσμος μας καλύτερος.
Δεν χρειάζεται να είμαστε θρησκευόμενοι για να παραδεχτούμε και να συνειδητοποιήσουμε ότι αν είμαστε όλοι πιο τίμιοι στις σχέσεις μας με τους άλλους σε συναισθηματικό, κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο, η γαλήνη στην ψυχή μας θα ήταν εξασφαλισμένη εν ζωή και, για όσους το πιστεύουν, μετά θάνατον.
Ολες οι θρησκείες αναγνωρίζουν την ύπαρξη της ψυχής, αρκετοί φιλόσοφοι μάλιστα υποστηρίζουν ότι οι προϊστορικές αντιλήψεις περί επιβίωσης ενός αόρατου μέρους του ανθρώπου, μετά τον θάνατο, υπήρξε η γενεσιουργός αιτία της ίδιας της θρησκείας, αναφέροντας ότι η θρησκεία δημιουργήθηκε καθαρά με αφορμή την ψυχή ή πνεύμα, που σε συνδυασμό με το σώμα αποτελεί το σύνολο της ανθρώπινης ύπαρξης.
Σωκράτης, Πλάτων, Αριστοτέλης και άλλοι Ελληνες φιλόσοφοι μας άφησαν τις απόψεις τους περί άυλης και αθάνατης ψυχής επηρεάζοντας σημαντικά τους μετέπειτα στοχαστές.
Ο Σωκράτης μάλιστα, ως γνήσιος φιλόσοφος, επιθυμούσε να πεθάνει το σώμα του, ώστε να απελευθερωθεί η ψυχή του από τα απατηλά ερεθίσματα των υλικών αισθητηρίων και έτσι να κατακτήσει την πραγματική γνώση και σοφία, σε αντίθεση με άλλους που αρνούνταν τη μετά θάνατον επιβίωση της ψυχής.
Στα συγγράμματα του Πλάτωνα εμφανίζεται η άποψη ότι όλος ο υλικός κόσμος έχει αρχέτυπο τον άυλο κόσμο των ιδεών, όπου οι ιδέες είναι οι αιώνιοι τύποι, τα αιώνια πρότυπα όλων ανεξαιρέτως των όντων. Στο Συμπόσιο μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει η άποψη πως, όταν η ψυχή πρόκειται να ενσαρκωθεί, χωρίζεται σε δύο τμήματα που εισέρχονται σε δύο διαφορετικά σώματα. Εντούτοις, τα δύο μέρη της ψυχής έλκονται μεταξύ τους και έτσι εξηγείται το φαινόμενο του έρωτα. Στον Φαίδρο παρουσιάζεται η θεωρία ότι ο άνθρωπος έχει τρεις ψυχές: μία στο κεφάλι (έδρα της νόησης), μία στο στήθος (έδρα των συναισθημάτων) και μία στην κοιλιά (έδρα των σωματικών επιθυμιών). Στην Πολιτεία, όμως, η προσέγγιση αλλάζει, με σκοπό να ξεπεραστούν τα κενά των προηγούμενων θεωριών. Εκεί λοιπόν αναφέρεται ότι ο άνθρωπος έχει μία μόνο ψυχή αλλά τριμερή: τον νουν (νόηση), τον θυμόν (συναίσθημα) και το επιθυμητικόν (επιθυμία). Στον Τίμαιο, επιπρόσθετα, παρουσιάζεται η θεωρία της τριμερούς ψυχής που εφαρμόζεται και στην ψυχή του κόσμου, και αυτή η τριάδα των ιδιοτήτων είναι που εξασφαλίζει την κίνηση στα ουράνια σώματα.
Εκτός από την αρχαία Ελλάδα, η αθανασία της ψυχής έπαιζε σημαντικό ρόλο και σε άλλες περιοχές του πλανήτη, Κίνα, Αίγυπτο, Μεσοποταμία, Ινδία και σε όλο τον γνωστό αρχαίο κόσμο.
Οι διάφοροι τρόποι που αξιοποιεί ο σημερινός άνθρωπος τη λέξη ψυχή και τα παράγωγά της, συναντώνται συχνά στη μουσική, έχει δημιουργηθεί μάλιστα από αυτήν και ο όρος ψυχεδέλεια, για το γνωστό μουσικό κίνημα της δεκαετίας του ’60.
Για τη σωτηρία της ψυχής, που είναι ένα πράγμα για το οποίο θα πρέπει να ανησυχούν σχεδόν όλοι οι Ελληνες πολιτικοί, έγραψε ο Σταμάτης Κραουνάκης το ομώνυμο τραγούδι για την Αλκηστη Πρωτοψάλτη σε στίχους της Λίνας Νικολακοπούλου, το 1985.
10 χρόνια αργότερα, η Χάρις Αλεξίου ερμηνεύει το δικό της τραγούδι Ψυχές και Σώματα: Στην προηγούμενη ζωή μου είχα φτάσει να σ’ αγαπήσω, να σε νιώσω, να σε βρω κι ύστερα απ’ αυτό μ’ είχες καταδικάσει ώς την επόμενη ζωή να σ’ αγαπώ.
Ψυχές και σώματα στο χρόνο γυρνάνε, αλλάζουν ονόματα και πάλι απ’ την αρχή.
Τα Ησυχα βράδια είναι ένα από τα πιο ωραία τραγούδια του Λάκη Παπαδόπουλου, με εξαιρετικούς στίχους από τη Μαριανίνα Κριεζή και ερμηνεία από την Αρλέτα.
Ακόμα κι αν φύγεις για το γύρο του κόσμου θα ‘σαι πάντα δικός μου
θα ‘μαστε πάντα μαζί.
Και δε θα μου λείπεις γιατί θα ‘ναι η ψυχή μου το τραγούδι της ερήμου
που θα σ’ ακολουθεί.
Από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του Γιάννη Πουλόπουλου το Εκλαψα χθες από την ταινία του 1966, Οι θαλασσιές οι χάντρες. Στίχοι του Ακου Δασκαλόπουλου και μουσική από τον Μίμη Πλέσσα: Εκλαψα χθες σαν μέτρησα τις πίκρες της ψυχής μου
κι εσύ δεν ήσουν πλάι μου αστέρι της ζωής μου.
Αγγιγμα ψυχής, επιτυχία του Μιχάλη Χατζηγιάννη από το 1997 και Δεν μπορώ, ένα από τα καλύτερα τραγούδια του Αλκίνοου Ιωαννίδη από το 1995, με καταπληκτικούς στίχους και μουσική από τον Νίκο Ζούδιαρη: Να γλιστρούσες στο σκοτάδι,
να πετούσες σαν αερικό… θα πεθάνω αυτό το βράδυ, θα πεθάνω αν δε σε δω.
Με γλυκό κρασί θα γίνω αργοναύτης να ‘ρθω να σε βρω. Να σε ανταμώσω λίγο στης ψυχής μου το βυθό.
Ελα ψυχούλα μου (Το τραγούδι της Κάθριν) σε μουσική από τον ίδιο τον ερμηνευτή, που είναι ο Λαυρέντης Μαχαιρίτσας, σε στίχους του Ισαάκ Σούση (2001).
Η Ταξιδιάρα ψυχή από τις Τρύπες έχει συμπληρώσει ήδη 25 χρόνια ζωής και συνεχίζει να ταξιδεύει με τη μουσική του Γιώργου Καρρά και τους στίχους του Γιάννη Αγγελάκα στο αιώνιο ταξίδι των ψυχών.
Ο Κώστας Χατζής τραγουδούσε τις συχνά φιλοσοφημένες απόψεις της Σώτιας Τσώτου, όπως στο Μονολογούμε: Εγώ μιλώ με τη βροχή και με το κύμα στο γιαλό,
με όντα εγώ χωρίς ψυχή και με ανθρώπους δε μιλώ.
Μονολογούμε, μονολογούμε, τι λέν’ οι άλλοι ούτε που ακούμε. Τον ξένο πόνο δεν τον μπορούμε, μιλάμε έτσι για να μιλούμε.
Ενα κορμί χωρίς ψυχή τραγούδησε η Ελένη Τσαλιγοπούλου, και Φύσα ψυχή μου είναι η διασκευή που έκανε η Ελευθερία Αρβανιτάκη σε τραγούδι των Night Ark με στίχους του Μιχάλη Γκανά, ενώ σε ποίηση Κώστα Καρυωτάκη γράφτηκε το Είσαι ψυχή μου με τον Νίκο Ξυλούρη.
Στο λαϊκό τραγούδι, μεταξύ άλλων έχουμε τα Δεν κλαίω για τώρα του Ακη Πάνου με τη Βίκυ Μοσχολιού: Κλαίω την ώρα του γυρισμού με τα σημάδια του σπαραγμού κλαίω για την ώρα που δε θα ‘χω πια ψυχή να σου πω σ’ αγαπώ.
Ακου τα αηδόνια, του Γιώργου Ζαμπέτα: Στη σιγαλιά της χαραυγής, άκουσε τη φωνή μου σε τούτο το τραγούδι μου θ’ αφήσω την ψυχή μου.
Ενα τραγούδι πες μου ακόμα, του Τάκη Μουσαφίρη με τη Ρίτα Σακελλαρίου: Σε παρακαλώ απόψε την ψυχή μου βρες και κόψε, πάρε την αναπνοή μου, βάλε τέρμα στη ζωή μου.
Στο ελληνικό τραγούδι υπάρχουν δεκάδες ακόμα τραγούδια με αναφορά στην ψυχή, ενώ στο αγγλόφωνο, εκτός από τα άπειρα τραγούδια που αναφέρουν στους στίχους τους την ψυχή, έχουμε και το βασικό είδος μουσικής των μαύρων που με την ονομασία Soul θέλησαν να εκφράσουν τον τρόπο που τραγουδούν.
Στο ιταλικό τραγούδι, χαρακτηριστικό είναι το Bella Senz’ Anima του Ricardo Cocciante (1974) και το ναπολιτάνικο Anema e Core του 1950, που το 1953 έγινε πετυχημένο μιούζικαλ.
Ανεξάρτητα του αν πιστεύει κάποιος ότι κάθε ψυχή αντιστοιχεί στις ιδιότητες που έχει ένα ζωντανό ον (μορφή ή εντελέχεια), είτε πρόκειται για φυτό είτε για ζώο είτε για άνθρωπο και ότι, όπως οι ιδιότητες ενός αντικειμένου οφείλουν την υπόστασή τους στο ίδιο αντικείμενο έτσι και η ψυχή οφείλει την υπόστασή της στο υλικό σώμα, σίγουρα ένα μεγάλο μέρος των τραγουδιών οφείλει την ύπαρξή του στην ψυχή που έδωσε την έμπνευση στον στιχουργό τους.
Αλλωστε η ψυχή, ή όπως αλλιώς θέλει να την ονομάζει ο καθένας μας, είναι η πηγή για τα πάντα.
Από την ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ ( Κ,ωστας Ζουγρής)
O Λέο Μπουσκάλια μέσα από το βιβλίο του «Να ζεις, ν’ αγαπάς, να μαθαίνεις» μας δίνει 10 λέξεις οδηγό για να μας συντροφεύουν στο ταξίδι της ζωής μας.
1. ΟΡΘΗ ΓΝΩΣΗ, για να μας δώσει τα απαραίτητα εργαλεία για το ταξίδι.
2. ΣΟΦΙΑ, για να χρησιμοποιήσουμε τη συσσωρευμένη γνώση του παρελθόντος με τρόπο που θα μας βοηθήσει να ανακαλύψουμε την παρουσία μας, το «τώρα».
3. ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ, για να δεχόμαστε τους άλλους που έχουν ίσως διαφορετικό τρόπο από το δικό μας, με λεπτότητα και κατανόηση, καθώς προχωράμε μαζί τους ή αναμεσά τους ή γύρω τους στο δρόμο της ζωής μας.
4. ΑΡΜΟΝΙΑ, για να μπορούμε να δεχόμαστε τη φυσική ροή της ζωής.
5. ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΟΤΗΤΑ, για να συνειδητοποιήσουμε και να αναγνωρίσουμε νέες λύσεις και άγνωστα μονοπάτια στο δρόμο μας.
6. ΔΥΝΑΜΗ, για να αντισταθούμε στο φόβο και να προχωρήσουμε μπροστά, παρά την αβεβαιότητα, χωρίς εγγυήσεις ή πληρωμή.
7. ΓΑΛΗΝΗ, για να στεκόμαστε γερά στα πόδια μας.
8. ΧΑΡΑ, για να είμαστε πάντα γεμάτοι τραγούδια, γέλια και χορούς.
9. ΑΓΑΠΗ, ο σίγουρος οδηγός προς το υψηλότερο επίπεδο συνειδητότητας που είναι ικανός να φτάσει ο άνθρωπος.
10. ΕΝΟΤΗΤΑ, κι αυτό μας ξαναφέρνει εκεί απ’όπου ξεκινήσαμε, τη θέση όπου είμαστε ένα με τον εαυτό μας και με όλα τα άλλα πράγματα.
Ὅταν ἤμουνα πολὺ μικρὸ παιδάκι, τεσσάρων ὡς πέντε χρονῶ, συνηθίζαμε νὰ κοιμόμαστε κάθε μεσημέρι τὸ καλοκαίρι στρωματσάδα στὴν αὐλὴ τοῦ σπιτιοῦ μας, ποὺ βρισκόταν ὁδὸς Πελοποννήσου.
Ἕνα μεσημέρι τὸ λοιπόν, ὅταν ὁ ὕπνος πῆρε τὸν πατέρα μου καὶ τὴ μητέρα μου, ἐγὼ βγῆκα στὸ δρόμο. Ἐκεῖ ποὺ ’παιζα, σταμάτησε ἄξαφνα μπροστά μου μιά καρότσα. Μέσα ἦταν ἕνας κύριος καὶ μιά κυρία. Καὶ χωρὶς νὰ τὸ περιμένω μὲ ἅρπαξε ὁ κύριος καὶ μ’ ἔβαλε μὲς τὴν καρότσα, ποὺ ξεκίνησε τρέχοντας.
Ὅσο ἔτρεχε ἡ καρότσα τόσο ἐγὼ φώναζα δυνατὰ τὸν πατέρα μου νὰ μὲ σώσει. Κι ὁ κύριος κι ἡ κυρία προσπαθούσανε νὰ μὲ σωπάσουνε δίνοντάς μου παιχνίδια καὶ γλυκά. Μόλις ἔστριψε τὸ πρῶτο στενὸ ἡ καρότσα βλέπω τὸν πατέρα μου νὰ τηνὲ σταματάει καὶ νὰ φωνάζει: «Γιὰ θὰ μοῦ δώσετε τὸ παιδί, γιὰ θὰ κάνω τούμπα τὴν καρότσα». Ἡ κυρία, σὰν εἶδε τὴν καρότσα νὰ σηκώνεται ἀπὸ τὴ μιὰ μπάντα ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ πατέρα μου, φώναξε: «Μή, γιὰ τὸ Θεό, καὶ πάρε τὸ παιδί».
Ὁ πατέρας μου ἦταν ἕνας ἀπὸ τοὺς πιὸ δυνατοὺς ἀνθρώπους ποὺ εἶχε τότες ἡ Ἀθήνα. Κι ἐγὼ τὸ κακότυχο γιόμισα ἀπὸ χαρὰ γιατί γύρισα στοὺς γονιούς μου.
Ὕστερα ἀπὸ ἕνα χρόνο ἀλλάξαμε σπίτι, πήγαμε στὴν ὁδὸ Ἄστρους, πίσω ἀπὸ τὸ μηχανουργεῖο Βλαχάνη, ὅπου τώρα εἶναι ἡ «BIO», γιατί θὰ πλερώναμε πιὸ λίγο νοίκι. Αὐτὸ ἤτανε τὸ σπίτι τοῦ Γιώργη Ματζούρη. Σ’ αὐτὸ τὸ γρουσούζικο σπίτι μία μέρα μᾶς εἴπανε πὼς τὸν πατέρα μου, ποὺ δούλευε ἐργάτης στὴν Ἀκρόπολη, τὸν πλάκωσαν τὰ χώματα καὶ ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρεία τὸν πῆγε στὸ νοσοκομεῖο.
Ἀπὸ τότες ἀρχίσαμε νὰ πεινᾶμε πιὸ πολὺ ἀπὸ πρῶτα. Σὲ κάνα δύο μῆνες ἦρθε στὸ σπίτι ὁ πατέρας, ἀλλὰ δὲν μποροῦσε νὰ δουλεύει πιά, γιατί τὸ χτύπημα τοῦ ’σπασε τὸ πόδι καὶ τὸ χέρι καὶ τοῦ ’ρθε μιὰ κοκκινάδα στὰ μάτια ποὺ μόλις ἔβλεπε. Κι ἀπὸ τότε ἀρχίνησε καὶ τὸ δικό μου δράμα. Γιατί σὲ μένα ἔπεσε ὁ κλῆρος νὰ πλερώσω τὰ σπασμένα. Ἐγὼ τὸ ἄτυχο καὶ συφοριασμένο. Γιατί ἂν εἶχα λιγάκι τύχη τότες ποὺ ἦρθε αὐτὴ μὲ τὴν καρότσα, δὲν θὰ ἔμπηζα τὶς φωνὲς καὶ ποιὸς ξέρει σὲ τί πλούτη θὰ ἤμουνα τώρα. Ἀλλὰ πάλι καλύτερα ποὺ φώναξα, γιατί ἂν πήγαινα στὰ πλούτη δὲν θὰ γνώριζα τὸν ἀγαπημένο μου Καραγκιόζη.
Ἔπειτα ἀπὸ τὸ δυστύχημα τοῦ πατέρα μου ὅλο τὸ βάρος τοῦ σπιτιοῦ ἔπεσε στὴν ἀθώα καὶ ἀγαθὴ μητέρα μου. Ἐπλένε, πότε στὰ ξένα σπίτια, πότε στὸ δικό μας, καὶ ποτές μου δὲν τὴν θυμᾶμαι νὰ μὴν ἤτανε βρεμένη ἀπὸ τὴ μέση καὶ κάτω. Πολλὲς φορὲς μάλιστα ὅταν κοιμότανε κουνοῦσε τὰ χέρια της σάμπως νὰ ’πλενε. Στὰ σπίτια ποὺ πήγαινε καὶ τῆς δίνανε φαΐ γιὰ νὰ φάει, τὸ ’φερνε γιὰ νὰ φᾶμε κι ἐμεῖς. Κάθε βράδυ τὴν περίμενα στὴν ἐξώπορτα, κι ὅταν τὴν ἔβλεπα νὰ ’ρχεται, ἔτρεχα γιὰ νὰ πάρω ἀπὸ μέσα ἀπὸ τὴ βρεμένη ποδιὰ της ὅ,τι ἀποφάγια τῆς δίνανε. Πολλὲς φορὲς ἡ ποδιὰ της εἶχε καὶ φροῦτα, μῆλα, πορτοκάλια. Ὅ,τι πιὸ σάπιο ἤτανε γιὰ πέταμα τῆς τὸ δίνανε, γιὰ νὰ ταΐσει τὰ παιδιά της, αὐτὲς οἱ τόσο μεγάλες καὶ καλὲς κυρίες.
Τότες κι ἐγὼ τὸ ἀρρωστιάρικο, τὸ πεινασμένο καὶ τὸ ξυπόλητο, πῆρα ἀπὸ τὸ χέρι τὸν πατέρα μου καὶ βγήκαμε στὴ ζήτεια. Γυρίζαμε κάθε μέρα καὶ μία γειτονιὰ τῆς Ἀθήνας. Κάπου κάπου ἐκάναμε καὶ τουρνέ, γυρίζαμε καὶ στὰ χωριά. Γι’ αὐτὸ ἐγώ, τὸ μικρὸ Σωτηράκι, ἔγινα πολύξερος, γιατί ἤξερα νὰ πάω σὲ ὅλα τὰ σοκάκια τῆς Ἀθήνας.
Μία φορά, τὴν παραμονὴ τῆς Παναγίας, ἀπὸ τὸ πρωὶ μέχρι τὸ βράδυ ποὺ σκοτεινίασε ἐζητάγαμε μὲ τὸν πατέρα σὲ ὅλο τὸ Χαλάντρι. Ὅταν πιὰ βραδίασε καλὰ καλά, πέσαμε νὰ κοιμηθοῦμε κάτω ἀπὸ κάτι κυπαρίσσια. Ὁ πατέρας μου μοῦ ζήτησε μία πέτρα, νὰ τὴ βάλει προσκεφάλι. Ἐγώ, μὲ μισόκλειστα τὰ μάτια ἀπὸ τὴ νύστα καὶ τὴν κούραση, παίρνω ἕνα ἄσπρο πράμα ποὺ φαινότανε σὰν πέτρα καὶ τὸ βάζω ἀπὸ κάτω ἀπὸ τὸ πανὶ ποὺ εἶχε γιὰ μαξιλάρι.
Ὅταν ξυπνήσαμε τὸ πρωί, κι ἐγὼ πῆγα πιὸ πέρα πρὸς νεροῦ μου, ἀκούω τὸν πατέρα μου νὰ βλαστημάει καὶ νὰ μὲ φωνάζει. Τοῦ λέω: «Τί ἔχεις πατέρα ποὺ φωνάζεις;» καὶ μοῦ λέει θυμωμένα ἐνῶ κρατοῦσε στὰ χέρια του μιὰ νεκροκεφαλή: «Βρὲ παλιάνθρωπε, ἐγώ σοῦ εἶπα νὰ μοῦ βάλεις μιὰ πέτρα γιὰ μαξιλάρι καὶ σύ μοῦ ’βαλες τὸ κεφάλι τοῦ πεθαμένου;»
Ἐγώ, ἐνῶ ἔκλαιγα ἀπὸ τὴν τρομάρα μου, σὰν εἶδα τὴ νεκροκεφαλή, μὲ πήρανε τὰ γέλια. Ὁ πατέρας μου μ’ ἔπιασε γερὰ στὰ χέρια του κι ἀρχίνησε νὰ μὲ χτυπάει. Μοῦ ’λεγε: «Νὰ γιὰ νὰ μάθεις νὰ μὲ φέρνεις νὰ κοιμᾶμαι μέσα στὰ νεκροταφεῖα».
Ἕνας Μαρουσιώτης, ποὺ πέρναγε ἀπὸ κεῖ τοῦ λέει: «Στάσου, ρὲ μπάρμπα, μὴν τὸ χτυπᾶς τὸ παιδί. Ἐδῶ ποὺ εἶναι τὰ κυπαρίσσια εἶναι καὶ ἐκκλησιά. Ἐκεῖ κάτω εἶναι δύο τάφοι μαρμάρινοι ὅπου τὸ χωριὸ θάβει τοὺς παπάδες του. Ἐχτὲς πλύνανε τὰ κόκαλα καὶ ποιὸς ξέρει πῶς βρέθηκε ἐδῶ τὸ κεφάλι. Τὸ βρῆκε τὸ παιδὶ καὶ σ’ τὸ ’βαλε γιὰ μαξιλάρι. Γέρο, μὴ δέρνεις τὸ παιδὶ χρονιάρα μέρα. Παραπάνω εἶναι τὸ Μαρούσι. Ἐκεῖ σήμερα καὶ αὔριο γίνεται πανηγύρι καὶ πήγαινε μὲ τὸ παιδὶ νὰ πάρεις καμιὰ πεντάρα».
Αὐτὸ τὸ μέρος ποὺ κοιμηθήκαμε, ὁ πατέρας τὸ ’βλεπε στὸν ὕπνο του πολλὰ χρόνια, γιατί φοβότανε πολὺ τὰ νεκροταφεῖα. Ἐγὼ κάθομαι τριάντα χρόνια τώρα στὴν Κηφισιὰ καὶ τὸ μέρος αὐτὸ τὸ βλέπω τὸ λιγότερο τρεῖς φορὲς τὴ βδομάδα ὅταν ἀνεβοκατεβαίνω στὴν Ἀθήνα. Εἶναι ἡ στάση Παράδεισος.
agiazoni.gr
1
Νὰ γυρίζεις — αὐτὸ εἶναι τὸ θαῦμα -—
μὲ κουρελιασμένα μάτια
μὲ φλογωμένους κροτάφους ἀπ᾿ τὴν πτώση
νὰ γυρίζεις
στὴν καλὴ πλευρά σου.
Πεσμένος αἰσθάνεσαι
τὴν κόλαση ποὺ εἶναι ἡ αἰτιότητα
τὸ στῆθος ὡσὰν συστατικὸ τοῦ ἀέρα
τὰ βήματα χωρὶς προοπτική.
Κι ὅμως στὴ χειμωνιάτικη γωνία ὁ καστανᾶς
περιβάλλεται ἀπὸ σένα.
Κόψε ἕνα τραγούδι ἀπ᾿ τ᾿ ἄνθη
μὲ δάχτυλα νοσταλγικά.
Νὰ γυρίζεις — αὐτὸ εἶναι τὸ θαῦμα.
2
Θὰ περάσουν ἀποπάνω μας ὅλοι οἱ τροχοὶ
στὸ τέλος
τὰ ἴδια τὰ ὄνειρά μας θὰ μᾶς σώσουν.
Ἀγάπη μεῖνε στὴν καρδιὰ —
αὐτὸς ἂς εἶναι ὁ κανὼν τοῦ τραγουδιοῦ σου.
Μὲ τὴν ἀγάπη
Θὰ σηκώσουμε τὴν ἀπελπισία μας
Ἀπ᾿ τὸ ἀμπάρι τοῦ κορμιοῦ.
Δὲν εἶναι φορτίο γιὰ τὴ χώρα τῶν ἀγγέλων
ἡ ἀπελπισία.
Καὶ προπαντὸς
ἂς μὴν ἀφήσουμε τὴν ἀγάπη
νὰ συνωστίζεται μὲ τόσα αἰσθήματα…
από το uoa.gr
ΙΘΑΚΗ
Δεν ξέρω αν έφυγα από συνέπεια
ή από ανάγκη να ξεφύγω τον εαυτό μου,
τη στενή και μικρόχαρη Ιθάκη
με τα χριστιανικά της σωματεία
και την ασφυχτική της ηθική.
Πάντως, δεν ήταν λύση, ήταν ημίμετρο.
Κι από τότε κυλιέμαι από δρόμο σε δρόμο
αποχτώντας πληγές κι εμπειρίες.
Οι φίλοι που αγάπησα έχουνε πια χαθεί
κι έμεινα μόνος τρέμοντας μήπως με δει κανένας
που κάποτε του μίλησα για ιδανικά…
Τώρα επιστρέφω με μιαν ύποπτη προσπάθεια
να φανώ άψογος, ακέραιος, επιστρέφω
κι είμαι, Θεέ μου, σαν τον άσωτο που αφήνει
την αλητεία, πικραμένος, και γυρνάει
στον πατέρα τον καλόκαρδο, να ζήσει
στους κόλπους του μιαν ασωτία ιδιωτική.
Τον Ποσειδώνα μέσα μου τον φέρνω,
που με κρατάει πάντα μακριά.
Μα κι αν ακόμα δυνηθώ να προσεγγίσω,
τάχα η Ιθάκη θα μου βρει τη λύση;
Ενας ιδιαίτερος γίββωνας που ζει στην Ινδονησία ίσως αποτελεί τον «μεσάζοντα» που πέρασε στον άνθρωπο τις βάσεις της ομιλίας που είχαν τεθεί από τα πουλιά έτσι ώστε, συνδυάζοντάς τες με τους τρόπους επικοινωνίας των πρωτευόντων, το είδος μας να αναπτύξει τη μοναδική ανθρώπινη γλώσσα. Ετσι τουλάχιστον θεωρεί ότι έγιναν τα πράγματα μια ομάδα ιαπώνων και αμερικανών γλωσσολόγων – αν και ο εμπνευστής της ιδέας αναγνωρίζει ότι το ζήτημα παραμένει ανοιχτό προς συζήτηση και μελέτη.
Το τραγούδι του γίββωνα
Hylobates moloch), οι οποίοι ζουν στα τροπικά δάση και έχουν κηρυχθεί α
Με μια μελέτη τους που δημοσιεύθηκε στην επιθεώρηση «Frontiers in Psychology» δύο καθηγητές του Ινστιτούτου Τεχνολογίας της Μασαχουσέτης (ΜΙΤ) υποστηρίζουν ότι το τραγούδι του ασημένιου γίββωνα «κρύβει» μέσα του ενδείξεις που μας αποκαλύπτουν την εξέλιξη της ανθρώπινης γλώσσας και συγκεκριμένα το πώς αυτή αναπτύχθηκε χρησιμοποιώντας ως βάσεις τους αρχαιότερους τρόπους επικοινωνίας των άλλων πρωτευόντων θηλαστικών αλλά και των πτηνών. Από τα πτηνά, λένε οι επιστήμονες, πήραμε τη μελωδική πλευρά της ομιλίας μας, ενώ από τα άλλα πρωτεύοντα πήραμε την πιο «πραγματιστική» πλευρά του λεκτικού νοήματος του περιεχομένου της. Κάποια στιγμή μέσα στα τελευταία 100 εκατομμύρια χρόνια το είδος μας ένωσε τις δύο αυτές πλευρές σε μία δημιουργώντας τη μοναδική, πλούσια και απείρως εξελισσόμενη ανθρώπινη γλώσσα.
Απειρες δυνατότητες
«Πώς προέκυψε η ανθρώπινη γλώσσα; Αυτό έγινε τόσο μακριά στο παρελθόν ώστε δεν μπορούμε απλώς να πάμε προς τα πίσω και να εξαγάγουμε άμεσα συμπεράσματα»εξήγησε σε δελτίο Τύπου ο Σιγκέρου Μιγιαγκάουα
Ο κ. Μιγιαγκάουα και οι συνάδελφοί του θεωρούν ότι το «κλειδί» βρίσκεται ακριβώς στις «απεριόριστες» δυνατότητες της ανθρώπινης γλώσσας, οι οποίες τελικά, όπως υποστηρίζουν, είναι μόνο φαινομενικά «άπειρες»: ορισμένες από αυτές αν αναλυθούν επιδεικνύουν τις πεπερασμένες ιδιότητες των γλωσσών των άλλων ζώων. Αυτό κατά τη γνώμη τους σημαίνει ότι η ανθρώπινη γλώσσα έχει πολύ περισσότερες ομοιότητες απ’ ό,τι νομίζαμε με τις άλλες γλώσσες του ζωικού βασιλείου. «Ναι, η ανθρώπινη γλώσσα είναι μοναδική, αν όμως τη διαχωρίσουμε με τον σωστό τρόπο τα δύο μέρη που εντοπίζουμε έχουν στην ουσία πεπερασμένο χαρακτήρα» λέει ο καθηγητής «και έχουν προηγούμενα στον κόσμο των ζώων. Σύμφωνα με την υπόθεσή μας ενώθηκαν με μοναδικό τρόπο στην ανθρώπινη γλώσσα»
Τα συμπεράσματα της νέας μελέτης – την οποία υπογράφουν επίσης ο Ρόμπερτ Μπέργουικ από το ΜΙΤ και οι Σίρο Οτζιμα και Καζούο Οκανόγια από το Πανεπιστήμιο του Τόκιο – βασίζονται σε προηγούμενη ερευνητική εργασία του κ. Μιγιαγκάουα, η οποία υποστηρίζει ότι η ανθρώπινη γλώσσα αποτελείται από δύο διαφορετικά «επίπεδα»: το εκφραστικό, το οποίο σχετίζεται με τη μεταλλασσόμενη δομή των προτάσεων, και το λεκτικό, το οποίο ενσωματώνει τον πυρήνα του περιεχομένου των προτάσεων (η ιδέα αυτή βασίζεται με τη σειρά της στο προηγούμενο έργο άλλων γλωσσολόγων, μεταξύ των οποίων ο Νόαμ Τσόμσκι, ο Κένεθ Χέιλ και οΣάμιουελ Τζέι Κέιζερ
ΑΠΟ “ΤΟ ΒΗΜΑ”
Όσο περνάν τα χρόνια τόσο οι παλιοί γνωστοί μας απομακρύνονται ο ένας απ’ τον άλλον. Οι άνθρωποι γίνονται περισσότερο κοινωνικοί και λιγότερο ανθρώπινοι. Χάνουν τις ιδιομορφίες τους, τα ιδιαίτερα προτερήματα και τα ελαττώματά τους· σχεδόν ισοπεδώνονται. Οι φιλίες μαραίνονται.
(…)
Και το περίεργο είναι πως εξωτερικά, στη συμπεριφορά τους, οι άνθρωποι μοιάζουν περισσότερο (ακόμη και στα κοστούμια τους και στη χτενισιά τους), σα να καταργηθήκανε οι διαφορές τους, κι όμως τώρα ακριβώς νιώθεις πως οι διαφορές τους αυξήθηκαν, κι όλοι τους χωρισμένοι με διαδοχικά κάθετα στρώματα τυπικότητας κι ευγενικής ψυχρότητας. Όπως άλλωστε και τα σπίτια. Οι όμορφες εκείνες μονοκατοικίες με τις γύψινες γιρλάντες, με τους καπνοδόχους, τ’ ανθέμια, τους κήπους, τα πηγάδια, καθεμιά τους με το δικό της γούστο, τη δική της φυσιογνωμία, απορία, ή και αδεξιότητα, δόθηκαν με αντιπαροχή κι υψώθηκαν τα πολυώροφα, μονότονα, απρόσωπα, τσιμεντένια κουτιά, κρύβοντας τον Παρθενώνα, τον Αϊ-Γιώργη του Λυκαβηττού, σφαγιάζοντας τα δεντράκια μας, πιπεριές, μουριές, γαζίες, τις παιδικές μας αναμνήσεις, τους χαρταϊτούς, τα σκοινιά της μπουγάδας, τ’ αστέρια, τις ξιπόλητες ποδοσφαιρικές ομάδες, τις βραδινές κουβεντούλες από παράθυρο σε παράθυρο, από αυλή σε αυλή με τις μυρωδιές του βασιλικού και του δυόσμου, με τον μητρικό νουθετικό ουρανό, με το φεγγαράκι μια φέτα δροσερό πεπόνι, – ω, πάνε, πάνε και τα πλανόδια επαγγέλματα, παγοπώλες, γιαουρτάδες, γαλατάδες, ομπρελάδες, γανωτζήδες, παπλωματάδες, τροχιστές, καρεκλάδες, ιχθυοπώλες, μανάβηδες με τα γαϊδουράκια τους ή τα χειραμάξια τους και μοσκοβόλαγαν οι γειτονιές ροδάκινα, ντομάτες, αχλάδια και τριαντάφυλλα κι οι κότες κακάριζαν θριαμβευτικά δοξάζοντας κάτι άγνωστο και οικείο, λευκό και σφαιρικό κι αδιαμφισβήτητο, κι ούτε χρειάζονταν καν ξυπνητήρια ή ρολόγια, γιατί, απ’ τη μια τ’ αστέρια, απ’ την άλλη τα κοκόρια είχαν αναλάβει τη χρονική και μετεωρολογική μας ενημέρωση, με ακρίβεια και με κάποια εύθυμη πονηρία, κάπως διφορούμενη. Κι οι άνθρωποι στριμωχτήκανε φαμίλιες και φαμίλιες μέσα σε τούτα τα κουτιά, κοντά κοντά, πλάι πλάι, κι ούτε γνωρίζονται κι ούτε βλέπονται ούτε χαιρετιούνται, κι αντίς για δέντρα έχουν κεραίες τηλεοράσεων, και μονάχα οι ολόσωμοι καθρέφτες των ασανσέρ κάτι κρατούν από μνήμες ερωτικών δωματίων…
(…)
Κι όχι να πεις πως σήμερα δεν κουβεντιάζουν οι άνθρωποι – λόγια, άλλο τίποτα, άφθονα λόγια – μα δε συνομιλούν, δε λένε τίποτα δικό τους, προσωπικό, ιδιωτικό, ιδιαίτερο (και γι’ αυτό καθολικό), μόνο λόγια, ξένα, μηχανικά, δημοσιογραφικά, γενικού ενδιαφέροντος, μεγάλοι τίτλοι εφημερίδων, γιατί, πράγματι, ξεφυλλίζουν πολλές εφημερίδες διαβάζοντας μόνον τα κεφαλαία γράμματα και τα εγκλήματα και τις αυτοκτονίες, ακούν επίσης τις ειδήσεις των 9 ή και των 12 απ’ την τηλεόραση (έγχρωμη τώρα) – άνθρωποι επαρκώς ενημερώμενοι, πολύ π α ρ ό ν τ ε ς (εδώ και σήμερα), κι εντελώς α π ό ν τ ε ς απ’ τον εαυτό τους, απ’ το παρελθόν τους, το μέλλον τους και, φυσικά, απ’ το παρόν τους, μακριά απ’ τους άλλους…
ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ “ΙΣΩΣ ΝΑ ‘ΝΑΙ ΚΙ ΕΤΣΙ”
…….Παράδοση είναι ο εγωισμός των απελθόντων και η ενοχή, ο συμβιβασμός των επιζώντων. Η πνευματική και η ψυχική δουλεία, που αναστέλλει και απονεκρώνει τελικά τις φυσιολογικές μας λειτουργίες. Η Παράδοση επιβάλλει την πλήρη υποταγή μας στους νεκρούς – κι έτσι μας καθιστά ακίνδυνους για αλλαγές, τομές, γι’ απελευθέρωση. Γι’ αυτό και η παράδοση βολεύει τους κρατούντες. Σ’ όλα τα κράτη τ’ ανελεύθερα, χορεύουν ξώφρενα τους εθνικούς χορούς των, που αποτελούν το βάθρο για περηφάνεια και γι’ ανελευθερία “εθνική”.
Πώς είναι δυνατό να χορεύεις ταγκό, και ν’ απαιτείς συγχρόνως να φύγει απ’ την κυβέρνηση ο στρατηγός Βιντέλλα. Αυτό είν’ αδύνατον. Γιατί ο Βιντέλλα είναι το ταγκό ο ίδιος. Με τα μαλλιά γιαλιστερά από μπριγιαντίνη, με την Παρθένο ανάγλυφη μες στη Μητρόπολη και με τα πόδια έτοιμα για τον χορό… Ένα δύο τρία τέσσερα κι ύστερα η φωνή του Κάρλος Γκαρντέλ. “Σιωπή μες στη νύχτα…”
Το ίδιο και στη Χιλή, στο Πακιστάν και στο Ιράν, στην Αλβανία και στην Κίνα, στο Μαρόκο, στη Λιβύη και στο Κουβέιτ, και σ’ άλλα μέρη ανατολικά ή της Νοτίου Αφρικής… Παντού χορεύουν εθνικούς χορούς, ιδρύουν ωδεία παραδοσιακής Μουσικής και ο αγαθός δικτάτορας σκύβοντας δέχεται λατρευτικά λουλούδια από νεολαίους, καταφανώς συγκινημένος. Τουλάχιστο στη χώρα μας, μονάχα στην ποιότητα την εκλεκτή του γιαουρτιού επιβάλλεται να γράφουνε τη λέξη:παραδοσιακό. Και το γιαούρτι αυτό πραγματικά είναι εξαιρετικό. Κι όσο για τους χορούς…
Σαν ξαναβρήκα μέσα μου την Κρήτη, μ’ εντυπωσίασε που οι νέοι της χορεύανε τη νύχτα κρητικούς χορούς, κι όχι ξενόφερτους, ντυμένοι γαμπριάτικα και μασουλώντας τσίχλα. Το βρήκα τούτο εξαίσιο και φωτεινό παράδειγμα για την απάνω χώρα. Μα όσο τόβλεπα, τόσο και περισσότερο γινόμουν σκεφτικός και άρχιζα να ξεχωρίζω κάποιον κίνδυνο. Τον κίνδυνο του γραφικού. Αυτόν, που μας παρουσιάζει εύκολα, προκλητικά με το ιδιόμορφο πρόσωπό μας, χωρίς νάχουμε μάθει, στο μεταξύ, να ζούμε άνετα και φυσικά την καταγωγή μας.
Γιατί η παράδοση έχει αξία μονάχα όταν δεν στηρίζεται στην αναπαράσταση, αλλά στην καθημερινή και δίχως επιτήδευση ζωή μας. Όταν δηλαδή το κληροδότημα χρησιμοποιείται φυσικά, και δίχως την ανάγκη επεξήγησης. Τότε μονάχα οφείλει να υπάρχει. Διαφορετικά, θάναι καλό να εξαφανιστεί μέσα στον Χρόνο, κι ας έχουμε πιο δεύτερες συνήθειες αποκτήσει. Γιατί η ποιότητα της κληρονομιάς ανήκει στη ζωντανή ύλη που περιέχουμε, κι όχι στο ήθος ή στο ύφος αλλοτινών καιρών.
Να λοιπόν γιατί τα γκρεμισμένα δεν πρέπει να τα κλαίμε. Και να γιατί θα πρέπει να επιλέγουμε αυτά που συνυπάρχουνε και ζουν μαζί με μας και τον καιρό μας, κι όχι αυτά που υπήρξαν κάποτε με τους δικούς μας. Και μες από τις άπειρες και διαφορετικές επιλογές, ίσως βρεθεί το αληθινό μας εκμαγείο, που θα προσφέρει στους απόγονους σαφήνεια, μέτρο και περισυλλογή. Κι αυτό είναι χρέος υπέρτατο και προπατορικό.
ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ
Ολίγα τινά περί παραδόσεως εθνικής, λαϊκής και μη (20/5/1979)
από το βιβλίο “ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΤΟΥ ΤΡΙΤΟΥ”
Το νόημα του ονόματος Ελύτης αποδόθηκε σε στιγμές επισημότερες της ζωής του, στο συνδυασμό της συλλαβής ‘ελ’, αρχικής σε ονόματα σημαδιακά όπως Ελλάδα, Ελπίδα, Ελευθερία, Ελένη, με τη “γενική τοπωνυμική κατάληξη των ελληνικών ονομάτων ανάλογα με το ‘Πολίτης’ (Κ. Φράιερ, σ. 12).
Πέρα από τις ετυμολογικές ερμηνείες και τις ψυχολογικές άμυνες, μένει η υποβολή του ήχου και της γραφής του ονόματος. ‘Ελύτης’ είναι ένας ιαμβικός τρισύλλαβος, με την κεντρική συλλαβή υψωμένη χάρη στον τόνο της, με μεγαλύτερη διάρκεια, αλλά και με μια ειδική γεύση από το υγρό ‘λ’. Στηρίζεται σε μια ζυγισμένη ισομετρία που ανταποκρίνεται στους νόμους του μουσικού τονισμού της ελληνικής γλώσσας που προτιμά τις παροξύτονες καταλήξεις των λέξεων.
Όσο για την κατάληξη -ύτης, που μοιάζει τοπωνυμικός προσδιορισμός, δεν είναι δίχως σημασία το γεγονός ότι διακρίνεται από την άλλη κατάληξη, -ητής, που είναι χαρακτηριστική των επαγγελματικών ουσιαστικών (ο ποιητής μας απορρίπτει την ιδιότητα ενός ανθρώπου την εξαρτημένη από το επάγγελμα).
Για να επιμείνουμε στη γραφή, και σχετικά με τη διαφοροποίηση των δύο ‘ι’, το ένα ύψιλον, το άλλο ήτα, παρατηρούμε ότι το ύψιλον βρίσκεται εκεί που θα περιμέναμε ένα γιώτα και ασκεί έτσι τη γοητεία του άδηλου και του λογικά απροσδόκητου. Δεν υπάρχει αμφιβολία: το επώνυμο ‘Ελύτης’ είναι ευρηματικό και προγραμματικά ταιριαγμένο στο νέο που ξεκινά με επαναστατικές προθέσεις και με ασυνήθιστους οραματισμούς, που γρήγορα θα ξεχωρίσει μέσα στις προσπάθειες άλλων, πρεσβύτερων ή συνομηλίκων.
HMARIO VITTI “ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ – ΚΡΙΤΙΚΗ ΜΕΛΕΤΗ” Εκδόσεις ΕΡΜΗΣ
