Διαβάσαμε
O Λέο Μπουσκάλια μέσα από το βιβλίο του «Να ζεις, ν’ αγαπάς, να μαθαίνεις» μας δίνει 10 λέξεις οδηγό για να μας συντροφεύουν στο ταξίδι της ζωής μας.
1. ΟΡΘΗ ΓΝΩΣΗ, για να μας δώσει τα απαραίτητα εργαλεία για το ταξίδι.
2. ΣΟΦΙΑ, για να χρησιμοποιήσουμε τη συσσωρευμένη γνώση του παρελθόντος με τρόπο που θα μας βοηθήσει να ανακαλύψουμε την παρουσία μας, το «τώρα».
3. ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ, για να δεχόμαστε τους άλλους που έχουν ίσως διαφορετικό τρόπο από το δικό μας, με λεπτότητα και κατανόηση, καθώς προχωράμε μαζί τους ή αναμεσά τους ή γύρω τους στο δρόμο της ζωής μας.
4. ΑΡΜΟΝΙΑ, για να μπορούμε να δεχόμαστε τη φυσική ροή της ζωής.
5. ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΟΤΗΤΑ, για να συνειδητοποιήσουμε και να αναγνωρίσουμε νέες λύσεις και άγνωστα μονοπάτια στο δρόμο μας.
6. ΔΥΝΑΜΗ, για να αντισταθούμε στο φόβο και να προχωρήσουμε μπροστά, παρά την αβεβαιότητα, χωρίς εγγυήσεις ή πληρωμή.
7. ΓΑΛΗΝΗ, για να στεκόμαστε γερά στα πόδια μας.
8. ΧΑΡΑ, για να είμαστε πάντα γεμάτοι τραγούδια, γέλια και χορούς.
9. ΑΓΑΠΗ, ο σίγουρος οδηγός προς το υψηλότερο επίπεδο συνειδητότητας που είναι ικανός να φτάσει ο άνθρωπος.
10. ΕΝΟΤΗΤΑ, κι αυτό μας ξαναφέρνει εκεί απ’όπου ξεκινήσαμε, τη θέση όπου είμαστε ένα με τον εαυτό μας και με όλα τα άλλα πράγματα.
Ὅταν ἤμουνα πολὺ μικρὸ παιδάκι, τεσσάρων ὡς πέντε χρονῶ, συνηθίζαμε νὰ κοιμόμαστε κάθε μεσημέρι τὸ καλοκαίρι στρωματσάδα στὴν αὐλὴ τοῦ σπιτιοῦ μας, ποὺ βρισκόταν ὁδὸς Πελοποννήσου.
Ἕνα μεσημέρι τὸ λοιπόν, ὅταν ὁ ὕπνος πῆρε τὸν πατέρα μου καὶ τὴ μητέρα μου, ἐγὼ βγῆκα στὸ δρόμο. Ἐκεῖ ποὺ ’παιζα, σταμάτησε ἄξαφνα μπροστά μου μιά καρότσα. Μέσα ἦταν ἕνας κύριος καὶ μιά κυρία. Καὶ χωρὶς νὰ τὸ περιμένω μὲ ἅρπαξε ὁ κύριος καὶ μ’ ἔβαλε μὲς τὴν καρότσα, ποὺ ξεκίνησε τρέχοντας.
Ὅσο ἔτρεχε ἡ καρότσα τόσο ἐγὼ φώναζα δυνατὰ τὸν πατέρα μου νὰ μὲ σώσει. Κι ὁ κύριος κι ἡ κυρία προσπαθούσανε νὰ μὲ σωπάσουνε δίνοντάς μου παιχνίδια καὶ γλυκά. Μόλις ἔστριψε τὸ πρῶτο στενὸ ἡ καρότσα βλέπω τὸν πατέρα μου νὰ τηνὲ σταματάει καὶ νὰ φωνάζει: «Γιὰ θὰ μοῦ δώσετε τὸ παιδί, γιὰ θὰ κάνω τούμπα τὴν καρότσα». Ἡ κυρία, σὰν εἶδε τὴν καρότσα νὰ σηκώνεται ἀπὸ τὴ μιὰ μπάντα ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ πατέρα μου, φώναξε: «Μή, γιὰ τὸ Θεό, καὶ πάρε τὸ παιδί».
Ὁ πατέρας μου ἦταν ἕνας ἀπὸ τοὺς πιὸ δυνατοὺς ἀνθρώπους ποὺ εἶχε τότες ἡ Ἀθήνα. Κι ἐγὼ τὸ κακότυχο γιόμισα ἀπὸ χαρὰ γιατί γύρισα στοὺς γονιούς μου.
Ὕστερα ἀπὸ ἕνα χρόνο ἀλλάξαμε σπίτι, πήγαμε στὴν ὁδὸ Ἄστρους, πίσω ἀπὸ τὸ μηχανουργεῖο Βλαχάνη, ὅπου τώρα εἶναι ἡ «BIO», γιατί θὰ πλερώναμε πιὸ λίγο νοίκι. Αὐτὸ ἤτανε τὸ σπίτι τοῦ Γιώργη Ματζούρη. Σ’ αὐτὸ τὸ γρουσούζικο σπίτι μία μέρα μᾶς εἴπανε πὼς τὸν πατέρα μου, ποὺ δούλευε ἐργάτης στὴν Ἀκρόπολη, τὸν πλάκωσαν τὰ χώματα καὶ ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρεία τὸν πῆγε στὸ νοσοκομεῖο.
Ἀπὸ τότες ἀρχίσαμε νὰ πεινᾶμε πιὸ πολὺ ἀπὸ πρῶτα. Σὲ κάνα δύο μῆνες ἦρθε στὸ σπίτι ὁ πατέρας, ἀλλὰ δὲν μποροῦσε νὰ δουλεύει πιά, γιατί τὸ χτύπημα τοῦ ’σπασε τὸ πόδι καὶ τὸ χέρι καὶ τοῦ ’ρθε μιὰ κοκκινάδα στὰ μάτια ποὺ μόλις ἔβλεπε. Κι ἀπὸ τότε ἀρχίνησε καὶ τὸ δικό μου δράμα. Γιατί σὲ μένα ἔπεσε ὁ κλῆρος νὰ πλερώσω τὰ σπασμένα. Ἐγὼ τὸ ἄτυχο καὶ συφοριασμένο. Γιατί ἂν εἶχα λιγάκι τύχη τότες ποὺ ἦρθε αὐτὴ μὲ τὴν καρότσα, δὲν θὰ ἔμπηζα τὶς φωνὲς καὶ ποιὸς ξέρει σὲ τί πλούτη θὰ ἤμουνα τώρα. Ἀλλὰ πάλι καλύτερα ποὺ φώναξα, γιατί ἂν πήγαινα στὰ πλούτη δὲν θὰ γνώριζα τὸν ἀγαπημένο μου Καραγκιόζη.
Ἔπειτα ἀπὸ τὸ δυστύχημα τοῦ πατέρα μου ὅλο τὸ βάρος τοῦ σπιτιοῦ ἔπεσε στὴν ἀθώα καὶ ἀγαθὴ μητέρα μου. Ἐπλένε, πότε στὰ ξένα σπίτια, πότε στὸ δικό μας, καὶ ποτές μου δὲν τὴν θυμᾶμαι νὰ μὴν ἤτανε βρεμένη ἀπὸ τὴ μέση καὶ κάτω. Πολλὲς φορὲς μάλιστα ὅταν κοιμότανε κουνοῦσε τὰ χέρια της σάμπως νὰ ’πλενε. Στὰ σπίτια ποὺ πήγαινε καὶ τῆς δίνανε φαΐ γιὰ νὰ φάει, τὸ ’φερνε γιὰ νὰ φᾶμε κι ἐμεῖς. Κάθε βράδυ τὴν περίμενα στὴν ἐξώπορτα, κι ὅταν τὴν ἔβλεπα νὰ ’ρχεται, ἔτρεχα γιὰ νὰ πάρω ἀπὸ μέσα ἀπὸ τὴ βρεμένη ποδιὰ της ὅ,τι ἀποφάγια τῆς δίνανε. Πολλὲς φορὲς ἡ ποδιὰ της εἶχε καὶ φροῦτα, μῆλα, πορτοκάλια. Ὅ,τι πιὸ σάπιο ἤτανε γιὰ πέταμα τῆς τὸ δίνανε, γιὰ νὰ ταΐσει τὰ παιδιά της, αὐτὲς οἱ τόσο μεγάλες καὶ καλὲς κυρίες.
Τότες κι ἐγὼ τὸ ἀρρωστιάρικο, τὸ πεινασμένο καὶ τὸ ξυπόλητο, πῆρα ἀπὸ τὸ χέρι τὸν πατέρα μου καὶ βγήκαμε στὴ ζήτεια. Γυρίζαμε κάθε μέρα καὶ μία γειτονιὰ τῆς Ἀθήνας. Κάπου κάπου ἐκάναμε καὶ τουρνέ, γυρίζαμε καὶ στὰ χωριά. Γι’ αὐτὸ ἐγώ, τὸ μικρὸ Σωτηράκι, ἔγινα πολύξερος, γιατί ἤξερα νὰ πάω σὲ ὅλα τὰ σοκάκια τῆς Ἀθήνας.
Μία φορά, τὴν παραμονὴ τῆς Παναγίας, ἀπὸ τὸ πρωὶ μέχρι τὸ βράδυ ποὺ σκοτεινίασε ἐζητάγαμε μὲ τὸν πατέρα σὲ ὅλο τὸ Χαλάντρι. Ὅταν πιὰ βραδίασε καλὰ καλά, πέσαμε νὰ κοιμηθοῦμε κάτω ἀπὸ κάτι κυπαρίσσια. Ὁ πατέρας μου μοῦ ζήτησε μία πέτρα, νὰ τὴ βάλει προσκεφάλι. Ἐγώ, μὲ μισόκλειστα τὰ μάτια ἀπὸ τὴ νύστα καὶ τὴν κούραση, παίρνω ἕνα ἄσπρο πράμα ποὺ φαινότανε σὰν πέτρα καὶ τὸ βάζω ἀπὸ κάτω ἀπὸ τὸ πανὶ ποὺ εἶχε γιὰ μαξιλάρι.
Ὅταν ξυπνήσαμε τὸ πρωί, κι ἐγὼ πῆγα πιὸ πέρα πρὸς νεροῦ μου, ἀκούω τὸν πατέρα μου νὰ βλαστημάει καὶ νὰ μὲ φωνάζει. Τοῦ λέω: «Τί ἔχεις πατέρα ποὺ φωνάζεις;» καὶ μοῦ λέει θυμωμένα ἐνῶ κρατοῦσε στὰ χέρια του μιὰ νεκροκεφαλή: «Βρὲ παλιάνθρωπε, ἐγώ σοῦ εἶπα νὰ μοῦ βάλεις μιὰ πέτρα γιὰ μαξιλάρι καὶ σύ μοῦ ’βαλες τὸ κεφάλι τοῦ πεθαμένου;»
Ἐγώ, ἐνῶ ἔκλαιγα ἀπὸ τὴν τρομάρα μου, σὰν εἶδα τὴ νεκροκεφαλή, μὲ πήρανε τὰ γέλια. Ὁ πατέρας μου μ’ ἔπιασε γερὰ στὰ χέρια του κι ἀρχίνησε νὰ μὲ χτυπάει. Μοῦ ’λεγε: «Νὰ γιὰ νὰ μάθεις νὰ μὲ φέρνεις νὰ κοιμᾶμαι μέσα στὰ νεκροταφεῖα».
Ἕνας Μαρουσιώτης, ποὺ πέρναγε ἀπὸ κεῖ τοῦ λέει: «Στάσου, ρὲ μπάρμπα, μὴν τὸ χτυπᾶς τὸ παιδί. Ἐδῶ ποὺ εἶναι τὰ κυπαρίσσια εἶναι καὶ ἐκκλησιά. Ἐκεῖ κάτω εἶναι δύο τάφοι μαρμάρινοι ὅπου τὸ χωριὸ θάβει τοὺς παπάδες του. Ἐχτὲς πλύνανε τὰ κόκαλα καὶ ποιὸς ξέρει πῶς βρέθηκε ἐδῶ τὸ κεφάλι. Τὸ βρῆκε τὸ παιδὶ καὶ σ’ τὸ ’βαλε γιὰ μαξιλάρι. Γέρο, μὴ δέρνεις τὸ παιδὶ χρονιάρα μέρα. Παραπάνω εἶναι τὸ Μαρούσι. Ἐκεῖ σήμερα καὶ αὔριο γίνεται πανηγύρι καὶ πήγαινε μὲ τὸ παιδὶ νὰ πάρεις καμιὰ πεντάρα».
Αὐτὸ τὸ μέρος ποὺ κοιμηθήκαμε, ὁ πατέρας τὸ ’βλεπε στὸν ὕπνο του πολλὰ χρόνια, γιατί φοβότανε πολὺ τὰ νεκροταφεῖα. Ἐγὼ κάθομαι τριάντα χρόνια τώρα στὴν Κηφισιὰ καὶ τὸ μέρος αὐτὸ τὸ βλέπω τὸ λιγότερο τρεῖς φορὲς τὴ βδομάδα ὅταν ἀνεβοκατεβαίνω στὴν Ἀθήνα. Εἶναι ἡ στάση Παράδεισος.
agiazoni.gr
1
Νὰ γυρίζεις — αὐτὸ εἶναι τὸ θαῦμα -—
μὲ κουρελιασμένα μάτια
μὲ φλογωμένους κροτάφους ἀπ᾿ τὴν πτώση
νὰ γυρίζεις
στὴν καλὴ πλευρά σου.
Πεσμένος αἰσθάνεσαι
τὴν κόλαση ποὺ εἶναι ἡ αἰτιότητα
τὸ στῆθος ὡσὰν συστατικὸ τοῦ ἀέρα
τὰ βήματα χωρὶς προοπτική.
Κι ὅμως στὴ χειμωνιάτικη γωνία ὁ καστανᾶς
περιβάλλεται ἀπὸ σένα.
Κόψε ἕνα τραγούδι ἀπ᾿ τ᾿ ἄνθη
μὲ δάχτυλα νοσταλγικά.
Νὰ γυρίζεις — αὐτὸ εἶναι τὸ θαῦμα.
2
Θὰ περάσουν ἀποπάνω μας ὅλοι οἱ τροχοὶ
στὸ τέλος
τὰ ἴδια τὰ ὄνειρά μας θὰ μᾶς σώσουν.
Ἀγάπη μεῖνε στὴν καρδιὰ —
αὐτὸς ἂς εἶναι ὁ κανὼν τοῦ τραγουδιοῦ σου.
Μὲ τὴν ἀγάπη
Θὰ σηκώσουμε τὴν ἀπελπισία μας
Ἀπ᾿ τὸ ἀμπάρι τοῦ κορμιοῦ.
Δὲν εἶναι φορτίο γιὰ τὴ χώρα τῶν ἀγγέλων
ἡ ἀπελπισία.
Καὶ προπαντὸς
ἂς μὴν ἀφήσουμε τὴν ἀγάπη
νὰ συνωστίζεται μὲ τόσα αἰσθήματα…
από το uoa.gr
ΙΘΑΚΗ
Δεν ξέρω αν έφυγα από συνέπεια
ή από ανάγκη να ξεφύγω τον εαυτό μου,
τη στενή και μικρόχαρη Ιθάκη
με τα χριστιανικά της σωματεία
και την ασφυχτική της ηθική.
Πάντως, δεν ήταν λύση, ήταν ημίμετρο.
Κι από τότε κυλιέμαι από δρόμο σε δρόμο
αποχτώντας πληγές κι εμπειρίες.
Οι φίλοι που αγάπησα έχουνε πια χαθεί
κι έμεινα μόνος τρέμοντας μήπως με δει κανένας
που κάποτε του μίλησα για ιδανικά…
Τώρα επιστρέφω με μιαν ύποπτη προσπάθεια
να φανώ άψογος, ακέραιος, επιστρέφω
κι είμαι, Θεέ μου, σαν τον άσωτο που αφήνει
την αλητεία, πικραμένος, και γυρνάει
στον πατέρα τον καλόκαρδο, να ζήσει
στους κόλπους του μιαν ασωτία ιδιωτική.
Τον Ποσειδώνα μέσα μου τον φέρνω,
που με κρατάει πάντα μακριά.
Μα κι αν ακόμα δυνηθώ να προσεγγίσω,
τάχα η Ιθάκη θα μου βρει τη λύση;
Ενας ιδιαίτερος γίββωνας που ζει στην Ινδονησία ίσως αποτελεί τον «μεσάζοντα» που πέρασε στον άνθρωπο τις βάσεις της ομιλίας που είχαν τεθεί από τα πουλιά έτσι ώστε, συνδυάζοντάς τες με τους τρόπους επικοινωνίας των πρωτευόντων, το είδος μας να αναπτύξει τη μοναδική ανθρώπινη γλώσσα. Ετσι τουλάχιστον θεωρεί ότι έγιναν τα πράγματα μια ομάδα ιαπώνων και αμερικανών γλωσσολόγων – αν και ο εμπνευστής της ιδέας αναγνωρίζει ότι το ζήτημα παραμένει ανοιχτό προς συζήτηση και μελέτη.
Το τραγούδι του γίββωνα
Hylobates moloch), οι οποίοι ζουν στα τροπικά δάση και έχουν κηρυχθεί α
Με μια μελέτη τους που δημοσιεύθηκε στην επιθεώρηση «Frontiers in Psychology» δύο καθηγητές του Ινστιτούτου Τεχνολογίας της Μασαχουσέτης (ΜΙΤ) υποστηρίζουν ότι το τραγούδι του ασημένιου γίββωνα «κρύβει» μέσα του ενδείξεις που μας αποκαλύπτουν την εξέλιξη της ανθρώπινης γλώσσας και συγκεκριμένα το πώς αυτή αναπτύχθηκε χρησιμοποιώντας ως βάσεις τους αρχαιότερους τρόπους επικοινωνίας των άλλων πρωτευόντων θηλαστικών αλλά και των πτηνών. Από τα πτηνά, λένε οι επιστήμονες, πήραμε τη μελωδική πλευρά της ομιλίας μας, ενώ από τα άλλα πρωτεύοντα πήραμε την πιο «πραγματιστική» πλευρά του λεκτικού νοήματος του περιεχομένου της. Κάποια στιγμή μέσα στα τελευταία 100 εκατομμύρια χρόνια το είδος μας ένωσε τις δύο αυτές πλευρές σε μία δημιουργώντας τη μοναδική, πλούσια και απείρως εξελισσόμενη ανθρώπινη γλώσσα.
Απειρες δυνατότητες
«Πώς προέκυψε η ανθρώπινη γλώσσα; Αυτό έγινε τόσο μακριά στο παρελθόν ώστε δεν μπορούμε απλώς να πάμε προς τα πίσω και να εξαγάγουμε άμεσα συμπεράσματα»εξήγησε σε δελτίο Τύπου ο Σιγκέρου Μιγιαγκάουα
Ο κ. Μιγιαγκάουα και οι συνάδελφοί του θεωρούν ότι το «κλειδί» βρίσκεται ακριβώς στις «απεριόριστες» δυνατότητες της ανθρώπινης γλώσσας, οι οποίες τελικά, όπως υποστηρίζουν, είναι μόνο φαινομενικά «άπειρες»: ορισμένες από αυτές αν αναλυθούν επιδεικνύουν τις πεπερασμένες ιδιότητες των γλωσσών των άλλων ζώων. Αυτό κατά τη γνώμη τους σημαίνει ότι η ανθρώπινη γλώσσα έχει πολύ περισσότερες ομοιότητες απ’ ό,τι νομίζαμε με τις άλλες γλώσσες του ζωικού βασιλείου. «Ναι, η ανθρώπινη γλώσσα είναι μοναδική, αν όμως τη διαχωρίσουμε με τον σωστό τρόπο τα δύο μέρη που εντοπίζουμε έχουν στην ουσία πεπερασμένο χαρακτήρα» λέει ο καθηγητής «και έχουν προηγούμενα στον κόσμο των ζώων. Σύμφωνα με την υπόθεσή μας ενώθηκαν με μοναδικό τρόπο στην ανθρώπινη γλώσσα»
Τα συμπεράσματα της νέας μελέτης – την οποία υπογράφουν επίσης ο Ρόμπερτ Μπέργουικ από το ΜΙΤ και οι Σίρο Οτζιμα και Καζούο Οκανόγια από το Πανεπιστήμιο του Τόκιο – βασίζονται σε προηγούμενη ερευνητική εργασία του κ. Μιγιαγκάουα, η οποία υποστηρίζει ότι η ανθρώπινη γλώσσα αποτελείται από δύο διαφορετικά «επίπεδα»: το εκφραστικό, το οποίο σχετίζεται με τη μεταλλασσόμενη δομή των προτάσεων, και το λεκτικό, το οποίο ενσωματώνει τον πυρήνα του περιεχομένου των προτάσεων (η ιδέα αυτή βασίζεται με τη σειρά της στο προηγούμενο έργο άλλων γλωσσολόγων, μεταξύ των οποίων ο Νόαμ Τσόμσκι, ο Κένεθ Χέιλ και οΣάμιουελ Τζέι Κέιζερ
ΑΠΟ “ΤΟ ΒΗΜΑ”
Όσο περνάν τα χρόνια τόσο οι παλιοί γνωστοί μας απομακρύνονται ο ένας απ’ τον άλλον. Οι άνθρωποι γίνονται περισσότερο κοινωνικοί και λιγότερο ανθρώπινοι. Χάνουν τις ιδιομορφίες τους, τα ιδιαίτερα προτερήματα και τα ελαττώματά τους· σχεδόν ισοπεδώνονται. Οι φιλίες μαραίνονται.
(…)
Και το περίεργο είναι πως εξωτερικά, στη συμπεριφορά τους, οι άνθρωποι μοιάζουν περισσότερο (ακόμη και στα κοστούμια τους και στη χτενισιά τους), σα να καταργηθήκανε οι διαφορές τους, κι όμως τώρα ακριβώς νιώθεις πως οι διαφορές τους αυξήθηκαν, κι όλοι τους χωρισμένοι με διαδοχικά κάθετα στρώματα τυπικότητας κι ευγενικής ψυχρότητας. Όπως άλλωστε και τα σπίτια. Οι όμορφες εκείνες μονοκατοικίες με τις γύψινες γιρλάντες, με τους καπνοδόχους, τ’ ανθέμια, τους κήπους, τα πηγάδια, καθεμιά τους με το δικό της γούστο, τη δική της φυσιογνωμία, απορία, ή και αδεξιότητα, δόθηκαν με αντιπαροχή κι υψώθηκαν τα πολυώροφα, μονότονα, απρόσωπα, τσιμεντένια κουτιά, κρύβοντας τον Παρθενώνα, τον Αϊ-Γιώργη του Λυκαβηττού, σφαγιάζοντας τα δεντράκια μας, πιπεριές, μουριές, γαζίες, τις παιδικές μας αναμνήσεις, τους χαρταϊτούς, τα σκοινιά της μπουγάδας, τ’ αστέρια, τις ξιπόλητες ποδοσφαιρικές ομάδες, τις βραδινές κουβεντούλες από παράθυρο σε παράθυρο, από αυλή σε αυλή με τις μυρωδιές του βασιλικού και του δυόσμου, με τον μητρικό νουθετικό ουρανό, με το φεγγαράκι μια φέτα δροσερό πεπόνι, – ω, πάνε, πάνε και τα πλανόδια επαγγέλματα, παγοπώλες, γιαουρτάδες, γαλατάδες, ομπρελάδες, γανωτζήδες, παπλωματάδες, τροχιστές, καρεκλάδες, ιχθυοπώλες, μανάβηδες με τα γαϊδουράκια τους ή τα χειραμάξια τους και μοσκοβόλαγαν οι γειτονιές ροδάκινα, ντομάτες, αχλάδια και τριαντάφυλλα κι οι κότες κακάριζαν θριαμβευτικά δοξάζοντας κάτι άγνωστο και οικείο, λευκό και σφαιρικό κι αδιαμφισβήτητο, κι ούτε χρειάζονταν καν ξυπνητήρια ή ρολόγια, γιατί, απ’ τη μια τ’ αστέρια, απ’ την άλλη τα κοκόρια είχαν αναλάβει τη χρονική και μετεωρολογική μας ενημέρωση, με ακρίβεια και με κάποια εύθυμη πονηρία, κάπως διφορούμενη. Κι οι άνθρωποι στριμωχτήκανε φαμίλιες και φαμίλιες μέσα σε τούτα τα κουτιά, κοντά κοντά, πλάι πλάι, κι ούτε γνωρίζονται κι ούτε βλέπονται ούτε χαιρετιούνται, κι αντίς για δέντρα έχουν κεραίες τηλεοράσεων, και μονάχα οι ολόσωμοι καθρέφτες των ασανσέρ κάτι κρατούν από μνήμες ερωτικών δωματίων…
(…)
Κι όχι να πεις πως σήμερα δεν κουβεντιάζουν οι άνθρωποι – λόγια, άλλο τίποτα, άφθονα λόγια – μα δε συνομιλούν, δε λένε τίποτα δικό τους, προσωπικό, ιδιωτικό, ιδιαίτερο (και γι’ αυτό καθολικό), μόνο λόγια, ξένα, μηχανικά, δημοσιογραφικά, γενικού ενδιαφέροντος, μεγάλοι τίτλοι εφημερίδων, γιατί, πράγματι, ξεφυλλίζουν πολλές εφημερίδες διαβάζοντας μόνον τα κεφαλαία γράμματα και τα εγκλήματα και τις αυτοκτονίες, ακούν επίσης τις ειδήσεις των 9 ή και των 12 απ’ την τηλεόραση (έγχρωμη τώρα) – άνθρωποι επαρκώς ενημερώμενοι, πολύ π α ρ ό ν τ ε ς (εδώ και σήμερα), κι εντελώς α π ό ν τ ε ς απ’ τον εαυτό τους, απ’ το παρελθόν τους, το μέλλον τους και, φυσικά, απ’ το παρόν τους, μακριά απ’ τους άλλους…
ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ “ΙΣΩΣ ΝΑ ‘ΝΑΙ ΚΙ ΕΤΣΙ”
…….Παράδοση είναι ο εγωισμός των απελθόντων και η ενοχή, ο συμβιβασμός των επιζώντων. Η πνευματική και η ψυχική δουλεία, που αναστέλλει και απονεκρώνει τελικά τις φυσιολογικές μας λειτουργίες. Η Παράδοση επιβάλλει την πλήρη υποταγή μας στους νεκρούς – κι έτσι μας καθιστά ακίνδυνους για αλλαγές, τομές, γι’ απελευθέρωση. Γι’ αυτό και η παράδοση βολεύει τους κρατούντες. Σ’ όλα τα κράτη τ’ ανελεύθερα, χορεύουν ξώφρενα τους εθνικούς χορούς των, που αποτελούν το βάθρο για περηφάνεια και γι’ ανελευθερία “εθνική”.
Πώς είναι δυνατό να χορεύεις ταγκό, και ν’ απαιτείς συγχρόνως να φύγει απ’ την κυβέρνηση ο στρατηγός Βιντέλλα. Αυτό είν’ αδύνατον. Γιατί ο Βιντέλλα είναι το ταγκό ο ίδιος. Με τα μαλλιά γιαλιστερά από μπριγιαντίνη, με την Παρθένο ανάγλυφη μες στη Μητρόπολη και με τα πόδια έτοιμα για τον χορό… Ένα δύο τρία τέσσερα κι ύστερα η φωνή του Κάρλος Γκαρντέλ. “Σιωπή μες στη νύχτα…”
Το ίδιο και στη Χιλή, στο Πακιστάν και στο Ιράν, στην Αλβανία και στην Κίνα, στο Μαρόκο, στη Λιβύη και στο Κουβέιτ, και σ’ άλλα μέρη ανατολικά ή της Νοτίου Αφρικής… Παντού χορεύουν εθνικούς χορούς, ιδρύουν ωδεία παραδοσιακής Μουσικής και ο αγαθός δικτάτορας σκύβοντας δέχεται λατρευτικά λουλούδια από νεολαίους, καταφανώς συγκινημένος. Τουλάχιστο στη χώρα μας, μονάχα στην ποιότητα την εκλεκτή του γιαουρτιού επιβάλλεται να γράφουνε τη λέξη:παραδοσιακό. Και το γιαούρτι αυτό πραγματικά είναι εξαιρετικό. Κι όσο για τους χορούς…
Σαν ξαναβρήκα μέσα μου την Κρήτη, μ’ εντυπωσίασε που οι νέοι της χορεύανε τη νύχτα κρητικούς χορούς, κι όχι ξενόφερτους, ντυμένοι γαμπριάτικα και μασουλώντας τσίχλα. Το βρήκα τούτο εξαίσιο και φωτεινό παράδειγμα για την απάνω χώρα. Μα όσο τόβλεπα, τόσο και περισσότερο γινόμουν σκεφτικός και άρχιζα να ξεχωρίζω κάποιον κίνδυνο. Τον κίνδυνο του γραφικού. Αυτόν, που μας παρουσιάζει εύκολα, προκλητικά με το ιδιόμορφο πρόσωπό μας, χωρίς νάχουμε μάθει, στο μεταξύ, να ζούμε άνετα και φυσικά την καταγωγή μας.
Γιατί η παράδοση έχει αξία μονάχα όταν δεν στηρίζεται στην αναπαράσταση, αλλά στην καθημερινή και δίχως επιτήδευση ζωή μας. Όταν δηλαδή το κληροδότημα χρησιμοποιείται φυσικά, και δίχως την ανάγκη επεξήγησης. Τότε μονάχα οφείλει να υπάρχει. Διαφορετικά, θάναι καλό να εξαφανιστεί μέσα στον Χρόνο, κι ας έχουμε πιο δεύτερες συνήθειες αποκτήσει. Γιατί η ποιότητα της κληρονομιάς ανήκει στη ζωντανή ύλη που περιέχουμε, κι όχι στο ήθος ή στο ύφος αλλοτινών καιρών.
Να λοιπόν γιατί τα γκρεμισμένα δεν πρέπει να τα κλαίμε. Και να γιατί θα πρέπει να επιλέγουμε αυτά που συνυπάρχουνε και ζουν μαζί με μας και τον καιρό μας, κι όχι αυτά που υπήρξαν κάποτε με τους δικούς μας. Και μες από τις άπειρες και διαφορετικές επιλογές, ίσως βρεθεί το αληθινό μας εκμαγείο, που θα προσφέρει στους απόγονους σαφήνεια, μέτρο και περισυλλογή. Κι αυτό είναι χρέος υπέρτατο και προπατορικό.
ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ
Ολίγα τινά περί παραδόσεως εθνικής, λαϊκής και μη (20/5/1979)
από το βιβλίο “ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΤΟΥ ΤΡΙΤΟΥ”
Το νόημα του ονόματος Ελύτης αποδόθηκε σε στιγμές επισημότερες της ζωής του, στο συνδυασμό της συλλαβής ‘ελ’, αρχικής σε ονόματα σημαδιακά όπως Ελλάδα, Ελπίδα, Ελευθερία, Ελένη, με τη “γενική τοπωνυμική κατάληξη των ελληνικών ονομάτων ανάλογα με το ‘Πολίτης’ (Κ. Φράιερ, σ. 12).
Πέρα από τις ετυμολογικές ερμηνείες και τις ψυχολογικές άμυνες, μένει η υποβολή του ήχου και της γραφής του ονόματος. ‘Ελύτης’ είναι ένας ιαμβικός τρισύλλαβος, με την κεντρική συλλαβή υψωμένη χάρη στον τόνο της, με μεγαλύτερη διάρκεια, αλλά και με μια ειδική γεύση από το υγρό ‘λ’. Στηρίζεται σε μια ζυγισμένη ισομετρία που ανταποκρίνεται στους νόμους του μουσικού τονισμού της ελληνικής γλώσσας που προτιμά τις παροξύτονες καταλήξεις των λέξεων.
Όσο για την κατάληξη -ύτης, που μοιάζει τοπωνυμικός προσδιορισμός, δεν είναι δίχως σημασία το γεγονός ότι διακρίνεται από την άλλη κατάληξη, -ητής, που είναι χαρακτηριστική των επαγγελματικών ουσιαστικών (ο ποιητής μας απορρίπτει την ιδιότητα ενός ανθρώπου την εξαρτημένη από το επάγγελμα).
Για να επιμείνουμε στη γραφή, και σχετικά με τη διαφοροποίηση των δύο ‘ι’, το ένα ύψιλον, το άλλο ήτα, παρατηρούμε ότι το ύψιλον βρίσκεται εκεί που θα περιμέναμε ένα γιώτα και ασκεί έτσι τη γοητεία του άδηλου και του λογικά απροσδόκητου. Δεν υπάρχει αμφιβολία: το επώνυμο ‘Ελύτης’ είναι ευρηματικό και προγραμματικά ταιριαγμένο στο νέο που ξεκινά με επαναστατικές προθέσεις και με ασυνήθιστους οραματισμούς, που γρήγορα θα ξεχωρίσει μέσα στις προσπάθειες άλλων, πρεσβύτερων ή συνομηλίκων.
HMARIO VITTI “ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ – ΚΡΙΤΙΚΗ ΜΕΛΕΤΗ” Εκδόσεις ΕΡΜΗΣ
Εάν είμαι μια «ελληνική γραφή» όπως λέτε, μπορώ να πεθάνω ήσυχος. Κάθε ποιητής πραγματώνεται μέσ’ απ’ τη γλώσσα του. Κι ακόμη πιο βαθιά: μέσ’ απ’ το δεύτερο και τρίτο στρώμα της γλώσσας του. Στο κεφάλαιο αυτό, είναι αλήθεια, ο Έλληνας – ο σε όλα του άτυχος – βγαίνει τυχερός. Καμιά γλώσσα δε διαθέτει μια τέτοιαν απέραντη προοπτική προς τα πίσω και – το κυριότερο – με αδιάσπαστη συνέχεια. Δεν το λέω με υπερηφάνεια, το λέω με δέος, αφού οι ευθύνες του ποιητή σε μια τέτοια περίπτωση, πολλαπλασιάζονται. Και με πιάνει αληθινή απόγνωση όταν βλέπω συναδέλφους μου ν’ απομακρύνονται και ν’ αδιαφορούν για αυτό που είναι η διακλάδωση των νεύρων μέσα στο σώμα της γλώσσας, ένα σώμα, που, όπως και να το κάνουμε, είναι τριών χιλιετιών και όμως αγέραστο.
Το είχε πει σε μια συνέντευξή του ο αείμνηστος Νίκος Καρούζος: «Μεταξωτοί άνθρωποι». Μιλούσε για κάποιους χωρικούς που είχε συναντήσει στη Λέσβο. Αγράμματοι ήταν, αλλά σοφοί. Και, προπάντων, τρυφεροί με τους άλλους. Απαλοί, χωρίς γωνίες που κόβουν, χωρίς καχυποψία, δίχως έπαρση και επιθετική ειρωνεία που πληγώνει. Μεταξωτοί άνθρωποι …;
Μου ‘μεινε αυτός ο χαρακτηρισμός. Χαράχτηκε μέσα μου. Κι από τότε ένα νέο κριτήριο λειτουργεί στις αξιολογήσεις μου για τους ανθρώπους: η συμπεριφορά και η στάση τους σε «ασήμαντα» πεδία της καθημερινότητας. Αυτά που συνήθως τα προσπερνάμε ή δεν τα παρατηρούμε, γιατί δεν μας απασχόλησαν ποτέ οι εκφάνσεις της «μεταξωτής συμπεριφοράς» …; Βέβαια οι άνθρωποι δεν συγκροτούν ως χαρακτήρες ένα συμπαγές όλον, αλλά ένα αντιφατικό σύνθεμα, στο οποίο συνυπάρχουν «μεταξωτά» στοιχεία και ακάνθινες απολήξεις. Γι’ αυτό και είναι κάπως παρακινδυνευμένα τα άμεσα και οριστικά συμπεράσματα για το «είναι» των ανθρώπων …;
Παρ’ όλα αυτά, προσωπικά, διακινδυνεύω την εξαγωγή συμπερασμάτων παρατηρώντας μικρές «ασήμαντες» κινήσεις στις παρέες, στον εργασιακό χώρο και στο «δάσος» του κάθε μέρα, όταν συγχρωτίζομαι με αγνώστους. Και συνήθως δεν πέφτω έξω. Διότι τα γνωρίσματα αυτά αποκαλύπτουν πειστικά τον εσωτερικό κόσμο του άλλου. Τουλάχιστον σε μεγάλο βαθμό …;
Φερ’ ειπείν, «σκλαβώνομαι» από εκείνους που δεν ορμάνε να πιάσουν την καλύτερη θέση στο τραπέζι μιας ταβέρνας. Θεωρώ την κίνηση αυτή απότοκο καταγωγικής ευγένειας και γενναιοδωρίας, η οποία αδιαφορεί για το ιδιωφελές και συμφέρον. Αντίθετα, οι άνθρωποι που σπεύδουν φουριόζοι για μια καλή θέση καταχωρίζονται μέσα μου σαν αρπακτικά. Και -το ‘χω παρατηρήσει- έτσι συμπεριφέρονται, σαν αρπακτικά, και σε άλλα ζωτικά και κρίσιμα πεδία… Κάποτε βρέθηκα σ’ ένα τραπέζι, στο οποίο κυριαρχούσαν οι «επώνυμοι». Απέναντί μου καθόταν ένας πολύ γνωστός καλλιτέχνης, μεγάλο όνομα, ο οποίος ούτε φλυαρούσε ούτε ακκιζόταν όπως κάποιοι άλλοι στη συντροφιά. Όταν άρχισαν να καταφθάνουν τα πρώτα κοινά πιάτα, ήταν ο μόνος που δεν επέπεσε για να εξασφαλίσει τη μερίδα του, αλλά ρωτούσε τους διπλανούς του και μοίραζε πρώτα στους άλλους και μετά, ό,τι έμενε, κρατούσε για τον εαυτό του. «Μεταξωτός άνθρωπος», σκέφτηκα…
Η μεταξωτή συμπεριφορά δεν παραπέμπει απαραιτήτως -ή κυρίως- στο σαβουάρ βιβρ και στους «καλούς τρόπους» εν γένει. Τέμνεται σε κάποιες περιπτώσεις, αλλά δεν αποτελεί αποτύπωμα διδαχθείσης μεθόδου για το φέρεσθαι.
Εδώ, το «μετάξι» είναι αυτοφυές ή προϊόν δουλεμένου χαρακτήρα. Είναι ο τρόπος που ο άλλος βλέπει τους συνανθρώπους του. Είναι η θέαση του κόσμου χωρίς τα εγωιστικά γυαλιά του προσωπικού ωφελιμισμού. Είναι, ευρύτερα, η υποταγή του ατομικού συμφέροντος στη συλλογικότητα, χωρίς βέβαια η «μεταξωτή συμπεριφορά» να φτάνει σε σημείο υπονόμευσης προσωπικών δικαιωμάτων και δικαίων. Κανένας δεν έχει δικαίωμα να αδικεί τον εαυτό του… Όμως, προσέξτε μια λεπτή απόχρωση: ποτέ ένας «μεταξωτός άνθρωπος» δεν νιώθει κορόιδο, όταν άλλοι τον προσπερνούν -στη σειρά μιας καντίνας ή στην ιεραρχία- χρησιμοποιώντας αθέμιτα μέσα και μεθόδους.
Το «άφες αυτοίς» είναι ριζωμένο μέσα του. Αποτελεί μέρος του αξιακού του κώδικα. Ξέρει τι γίνεται στην «αγορά». Αλλά συνειδητά δεν συμμετέχει στο εξοντωτικό αυτό παιχνίδι. Απέχει χωρίς να κλαυθμηρίζει.
Γιατί, εκτός από μετάξι, τέτοιοι άνθρωποι διαθέτουν και ένα σκληρό κοίτασμα, που τους επιτρέπει να είναι ταυτόχρονα στωικοί και γρανιτένιοι. Ένας από αυτούς έγινε φίλος μου – και το κατάλαβα από την πρώτη στιγμή ότι θα συμβεί αυτό. Πρώτη μέρα στη μονάδα γύρισε από τη σκοπιά και μπήκε στη σειρά για φαγητό. Ήταν τρίτος από το τέλος. Τότε ακούστηκε ο μάγειρας να λέει ότι έμειναν μονάχα δύο μερίδες. Ο Κωστής πλησίαζε, ήταν ένας από τους δύο τυχερούς. Αλλά μόλις άκουσε τον μάγειρα, έφυγε αθόρυβα παραχωρώντας τη θέση του στον επόμενο. Έτσι. Αθόρυβα, αυτοθυσιαστικά, γενναιόδωρα, χωρίς να το κάνει θέμα…
Οι «μεταξωτοί άνθρωποι», λοιπόν. Που μιλούν ελάχιστα για τον εαυτό τους. Που χαίρονται με τις επιτυχίες των άλλων. Που δεν σπεύδουν χαιρέκακα να «κάνουν πλάκα», δήθεν χαριεντιζόμενοι, με εξωτερικά γνωρίσματα που πονάνε τους άλλους… Εκείνοι, που δεν σπερμολογούν διακινώντας φήμες. Εκείνοι που υπερασπίζονται σθεναρά κάποιον απόντα όταν λοιδορείται σε μια παρέα, χωρίς να είναι φίλος τους, αλλά επειδή νιώθουν ότι αδικείται…
Οι μεταξωτοί άνθρωποι. Όσοι προσέχουν τι λες, και δεν είναι ωσεί παρόντες στην κουβέντα, με το μυαλό τους στο τι θα πουν οι ίδιοι για να εντυπωσιάσουν. Άνθρωποι με ανοιχτούς πόρους και πλατιά καρδιά… Υπεράνθρωποι; Όχι. Απλώς, μεταξωτοί… Φαίνονται από μακριά. Αρκεί να προσέξεις «μικρές», «ασήμαντες» κινήσεις στο φέρεσθαι των ανθρώπων…
[ Γιάννης Τριάντης ]
Ο έρωτας,
όνομα ουσιαστικόν,
πολύ ουσιαστικόν,
ενικού αριθμού,
γένους ούτε θηλυκού ούτε αρσενικού,
γένους ανυπεράσπιστου.
Πληθυντικός αριθμός
οι ανυπεράσπιστοι έρωτες.
Ο φόβος,
όνομα ουσιαστικόν,
στην αρχή ενικός αριθμός
και μετά πληθυντικός:
οι φόβοι.
Οι φόβοι
για όλα από δω και πέρα.
Η μνήμη,
κύριο όνομα των θλίψεων,
ενικού αριθμού,
μόνο ενικού αριθμού
και άκλιτη.
Η μνήμη, η μνήμη, η μνήμη.
Η νύχτα,
όνομα ουσιαστικόν,
γένους θηλυκού,
ενικός αριθμός.
Πληθυντικός αριθμός
οι νύχτες.
Οι νύχτες από δω και πέρα.
Η φαντασία είναι το ζακετάκι που ρίχνω στους ώμους μου όταν η ζωή μου σηκώνει ψύχρα. Και τώρα σήκωσε αγιάζι, γιαγιά.
Γιαγιάκα μου, η Κωνσταντινούπολη δεν υπάρχει πια. Να τα λέμε αυτά. Να τα λέμε για να ξανασυστηνόμαστε με τα χτες μας. Το χτες που αφήσατε πίσω σας ο παππούς κι εσύ. Το χτες που ποτέ δεν γνωρίσαμε η μαμά κι εγώ.
Η Κωνσταντινούπολη δεν υπάρχει πια. Η Ισταμπούλ, πάλι, έκτακτη! Ενα αμάλγαμα από Ανατολή, Δύση, Ευρώπη, Ασία, μιναρέδες, νερά, μνημεία, μπαχάρια, τσάντες-μαϊμού, μυρωδικά, μακρόσυρτα τραγούδια ανατολίτικα, δερβίσηδες, gay parades, κρουαζιερόπλοια που χύνουν πυρακτωμένο λάδι στον Βόσπορο του χτες. Στον Βόσπορο τριών γυναικών. Της Λουκίας. Της Σύλβας. Της Ελενας.
Λες και το ‘ξερα τόσα χρόνια, γιαγιά. Ολο «θα πάω “εις την Πόλιν”» κι όλο εδώ ξέμενα. Χρόνος έμπαινε, χρόνος έβγαινε. Τη μία με σταμάτησε σεισμός. Την άλλη λιμός και καταποντισμός. Τα επεισόδια στην Πλατεία Ταξίμ. Τα επεισόδια στην Πλατεία Πώς-τη-λένε. Κάτι ταραχές δικές τους, κάτι διαταραχές δικές μου, πάντα εδώ με κρατούσαν όμηρο τα αόρατα νήματα…
Ριζωμένα πόδια, ριζωμένες μνήμες: «Καθησυχαστικές» πληγές που δεν κακοφορμίζουν. Γιατί να ξύσεις το κακάδι, αφού το αίμα μάς τελείωσε; Η Πόλη πάντα μπροστά μου, ποτέ πίσω μου. Κι ενδόμυχα – μια λύτρωση για το εσαεί αναβληθέν. Ενα υποκριτικό «αχ τι κρίμα!» τόσο ψεύτικο όσο οι τσάντες-μαϊμού στο Καπαλί Τσαρσί: Ούτε φέτος θα πάμε στην Κωνσταντινούπολη. Του χρόνου, να ‘μαστε καλά. Θεού θέλοντος κι Ερντογάν επιτρέποντος.
Γιαγιά. Γιαγιάκα. Ξέρω πως λογικά ένα ταξιδάκι της πλάκας δεν μετατρέπει κοτζάμ Κωνσταντινούπολη σε Ισταμπούλ. Κι όμως, αυτό έγινε. Ακριβώς όμως. Αναχώρηση για Κωνσταντινούπολη. Αφιξη στην Ισταμπούλ.
Οταν φύγατε το 1922, σχεδόν παιδιά με τον παππού… Οταν ξέβρασαν τα νιάτα σας στις άγονες ξέρες μιας θυμωμένης πατρίδας… Θεσσαλονίκη… Οι τουρκόσποροι τον Θερμαϊκού τρόμου… Εσύ, γιαγιάκα, δεν έραψες στις φόδρες σου ζαφείρια και μπριλάντια. Εσύ έραψες όλα τα χτες που ζήσατε ο παππούς κι εσύ. Ολα τα χτες που δεν ζήσαμε η μαμά κι εγώ. Τα χτες από κρύσταλλο. Που δεν έσπασαν ποτέ… Τα κρύσταλλα της Λούκιας. Της Σύλβας. Της Ελενας.
Δεν είμαι του φολκλόρ και της εθνικίλας, γιαγιάκα: Αγια-Σοφιά, μαρμαρωμένοι βασιλιάδες, «πάλι με χρόνια με καιρούς», «αααχ, τι είχαμε και τι χάσαμε»! Ούτε γουστάρω νουβελίτσες με λάγνες προσφυγοπούλες κι έρωτες αβύσσου και Βοσπόρου γωνία… Μια παραλογοτεχνία-μαϊμού, ασορτί με τις τσάντες: Μαρία, εδώ έχει μπαχάρια. Νίτσα, από δω μπαίνεις για την Αγια-Σοφιά την Ασβεστωμένη. Σταύρο, κράτα με μη χαθούμε. Γιαγιά, κράτα με, να μη χαθούμε…
Γιαγιά, χαθήκαμε. Τελικά. Κι ας μην ήταν αυτές οι «χαμένες πατρίδες». Η Ροβέρτειος Σχολή που τέλειωσε ο παππούς. Το Ζάππειον Παρθεναγωγείον απ’ όπου αποφοίτησες. Κι αγαπηθήκατε. Κι εκεί που η ζωή έμοιαζε χαλί Μπουχάρας στα πόδια σας, βρεθήκατε στα καράβια της Οριστικής Απουσίας. Στοιβαγμένοι στις ουρές του αβέβαιου. Για να ξαναστήσετε ζωές. Για να βάλετε ψωμί στο τραπέζι. Για να φέρετε στον κόσμο παιδιά. Για να γεννηθεί το στερνοπούλι σας, η μαμά, πολλά χρόνια αργότερα, στη Θεσσαλονίκη, λεωφόρο Βασιλίσσης Ολγας.
Από το τζάμι του τουριστικού πούλμαν, περνάει μπροστά μου μια βιαστική Ισταμπούλ. Συναντιούνται ψυχρά τα βλέμματά μας. Νιώθω τη φιλενάδα μου τη θλίψη να κρούει αβρά το εντός μου ρόπτρο. Δεν της ανοίγω. Δεν είμαι εδώ. Προσπαθώ να την ξορκίσω. Με τον μοναδικό τρόπο που ξέρω: Ναι, η φαντασία είναι το ζακετάκι που ρίχνω στους ώμους μου όταν η ζωή μου σηκώνει ψύχρα. Και τώρα σήκωσε αγιάζι, γιαγιά.
Κι όπως διασχίζουμε ανάκτορα, παλάτια, μέγαρα, πλούτη και μεγαλεία – αρπάζομαι από το χτες σου, γιαγιά. Το ανακατεύω με το χτες της μαμάς και το δικό μου. Γρήγορες κινήσεις, σβέλτες – λες και φοβάμαι μη μου κόψει. «Με το μάτι». Τα ρίχνω στη χύτρα χωρίς συνταγές. «Με το μάτι».
(Δεν ήμασταν Λωξάντρες εμείς… Η Λουκία, η Σύλβα, η Ελενα – «με το μάτι» πορευόμασταν… «Με το μάτι» διαφεντεύαμε τη ζωή μας… Οχι με την πεπατημένη. Οχι με τη συνταγή. Μόνο με τη φαντασία: Που ρίχναμε στους ώμους μας όταν η ζωή μας σήκωνε ψύχρα.)
Κοχλάζει στη χύτρα η Ισταμπούλ, λιώνει, χάνεται στα τσακίδια. Η Κωνσταντινούπολη του τρελού μου μυαλού απόρθητη! Στα πόδια σου… Δικιά σου, γιαγιάκα μου. Ολη η Πόλη δικιά σου…
Από το τελευταίο κάθισμα ενός φτηνιάρικου πούλμαν, 90 χρόνια και 90 θανάτους αργότερα – η εγγονή σου σ’ τη χαρίζει όλη απ’ την αρχή. Μόνο για σένα. Αυτό το ανάκτορο, δικό σου γιαγιά. Και το διπλανό μέγαρο. Και το απέναντι αρχοντικό. Κι αυτό το παλάτι σού έλεγε ο παππούς να το αγοράσετε, αλλά δεν γουστάριζες τον Κεράτιο – μόλις τώρα το αποφάσισα αυτό. Κι εδώ σ’ αυτό το σπίτι ζούσε η κεντήστρα σου. Κι ράφτρα σου παραδίπλα. Οι μαγείρισσες κι οι καμαριέρες, οι αμαξάδες και τα λαντό, τα μετάξια και τα βελούδα, οι πορσελάνες και τα ασημικά… Ολα δικά σου, γιαγιά.
Η Ισταμπούλ ξεμακραίνει. Η Κωνσταντινούπολη είναι και πάλι εδώ. Η μαμά κι εγώ στην απλώνουμε προσεκτικά στο καρό κουβερτάκι των τελευταίων σου χρόνων. Γιατί για μας τις δυο η μόνη χαμένη πατρίδα ήταν η φωνή σου… H φωνή σου που έσβησε ξερίζωσε την κόρη και την εγγονή σου… Και τώρα όλα επιστρέφουν εδώ. Ολα στη θέση τους. Τα χτες της Λουκίας, της Σύλβας, της Ελενας. Εδώ. Δίπλα στην Αϊντα μας, γιαγιάκα!
ΥΓ.: Αφιερωμένο στον Κωνσταντίνο και στη Λουκία Γιαβάσογλου.
Ώσπου τέλος ένιωσα κι ας πα’ να μ’ έλεγαν τρελό, από ‘να τίποτα γίνεται ο Παράδεισος…
| Προχωρούσαμε με το Δημήτρη αμίλητοι προς το μικρό σταθμό. Αφήναμε τη Βέροια πίσω μες στην καταχνιά και κοιτάζαμε άφωνοι τους καπνούς στο μισοφώτιστο βράδυ Εκεί, μες στην ερημωμένη έκταση, ακούγαμε τα εκκοκκιστήρια Τότε κατάλαβα πως πέρασε πια η εποχή της συγκομιδής. |
| (από το Ο Δύσκολος Θάνατος, Νεφέλη 1985)
snhell.gr |
|
|||||||||
