Διαβάσαμε
Όπως κυλάει ο χρόνος
θα ρθει ένα βράδυ
που θα βγεις στο μπαλκόνι όπως κι άλλα βράδια
και μια μπουγάδα θα σε ξαφνιάσει με τη μυρωδιά της
θα κοιτάξεις ψηλά τον ουρανό
και θα πεις
έτσι όμορφα μυρίζουν τ άστρα
κι όλη η ζωή τελικά μια μπουγάδα είναι
που την πρώτη του Νοέμβρη μυρίζει για μια στιγμή άστρα
κι όλα στην πόλη είναι τακτοποιημένα
κι η ανάσα μια υπόσχεση παντοτινή
πως δε θα ξεχάσουμε ποτέ πως ζεσταίνονται οι καρδιές μας
stixoi.info
Ό,τι κι αν κάμης,
όπου να δράμης,
απ’ όποιο γένος,
δικός μου ή ξένος,
του κάκου! Εμπρός σου
πάντα θα μ’ έχης,
πίσω μου τρέχεις·
το τρέξιμό σου
να μην το βιάζης,
και λαχανιάζεις.
Να με θυμάσαι,
τέτοιος ο νόμος:
Ο πεζοδρόμος
μιας έγνοιας θάσαι,
κι εγώ μιας χάρης
ο καβαλλάρης
πηγη : http://www.myriobiblos.gr/texts/greek/petropoulos_palamas.html
Συνολικά 1.028 παλιά και σπάβιβλία, παλαιοί χάρτες της Ελλάδας, χαρακτικά, έργα και αρχεία ταξινομημένα σε 60 κατηγορίες δημοπρατούνται στην 117η δημοπρασία σπάνιων βιβλίων που διενεργεί ο οίκος «Σπανός-Βιβλιοφιλία», στον Φιλολογικό Σύλλογο «Παρνασσός» (Πλατεία Καρύτση 8), τη Δευτέρα 22 Δεκεμβρίου στις 6.00 μ.μ..
Από τις πιο εντυπωσιακές εκδόσεις είναι το «Λόγοι και επιστολαί» του Ισοκράτη σε έκδοση του 1631 με περγαμηνώα βιβλιοδεσία, μια σπάνια συλλογή με τα μονόφυλλα του Καβάφη τυπωμένη στην Αλεξάνδρεια, από τα τυπογραφικά καταστήματα Κασιμάτη και Ιωνά το 1926 και η «Ζυστίν» του Ντε Σαντ, σε έκδοση Ολλανδίας που χρονολογείται στα 1860-1890 (4 τόμοι εικονογραφημένοι με 40+1 ολοσέλιδες ερωτικές χαλκογραφίες).
Ανάμεσα στους ενδιαφέροντες τίτλους βρήκαμε επίσης τους «Βίους των εξόχων ηγεμόνων» του Κορνήλιου Νέπωτα σε έκδοση Βενετίας του 1810, σειρά έξι σχολικών αναγνωστικών της Α΄-Στ΄δημοτικού, των ετών 1952-1956, τεύχη του «Νέου Πυθαγόρα», περιοδικού του 1891 με θέματα παραψυχολογίας, αποκρυφισμού κτλ., την «Ηρωίδα της Ελληνικής Επαναστάσεως» του Στέφανου Ξένου σε έκδοση του 1874, 52 τεύχη του «Ρωμηού» του Σουρή, τα «Στοιχεία Αριθμητικής» του Αντώνιου Δαμασκηνού σε έκδοση του 1880, τα «Ειδύλλια» του Θεόκριτου σε έκδοση Λειψίας του 1875, το «Εθνικόν Ημερολόγιον του έτους 1866» με ξυλογραφίες, ένα τετρασέλιδο χειρόγραφο του Γιάννη Τσαρούχη του 1947 περί αμαρτίας και ένα σύντομο ιδιόγραφο χειρόγραφο σημείωμα του 1931 του γλωσσολόγου Γεώργιου Χατζηδάκι.
Τα βιβλία είναι διαθέσιμα στο κοινό σε έκθεση στο «Βιβλιοπωλείο των Βιβλιοφίλων» (Μαυρομιχάλη 7).
Ξεφυλλίστε εδώ τον κατάλογο της δημοπρασίας
Από ΤΟ ΒΗΜΑ
AΠΟ ΤΗΝ ΔΑΝΑΗ
Το Σάββατο γύρω από το τραπέζι μιλούσαμε για το αλάτι.
Πως κάθε φορά βάζω αλάτι για να νοστιμίσει το φαγητό.
Προσθέτω αλάτι στην κατσαρόλα “με το μάτι” ή ακολουθώντας τη δοσολογία που προτείνει η συνταγή;
Βάζω το αλάτι στην κατσαρόλα ή προτιμώ να το βάλω στο πιάτο μου για να είμαι σίγουρος για το αποτέλεσμα;
Βάζω αλάτι στην κατσαρόλα ή αφήνω να βάλει ο κάθε ένας στο πιάτο του την ποσότητα που χρειάζεται;
Πόσο αλάτι βάζω έχει σχέση με το ποιος ή ποιοι θα φάνε από το φαγητό;
Κάποια στιγμή προσπάθησα να θυμηθώ πως ξεκινούσε να αφηγείται η Françoise Ηèritier στο “Το αλάτι της ζωής”. Μπόρεσα να θυμηθώ να ξεκινάει με αφορμή την εβδομάδα που “έκλεψε” ο “κύριος Πιετ” για να κάνει διακοπές.
Η ανάμνηση που έχω από το βιβλίο είναι «α, κι εγώ το έχω κάνει αυτό», «σε αντίστοιχη περίπτωση…», «που με ταξίδεψε τώρα…», «για μένα πως ήταν…;», «η αντιστοιχία στην Ελλάδα θα ήταν…», «θέλω κι εγώ…», «πόσο χρονών να είναι…;», «μα που το ξέρει, δεν ήταν εκεί!»
“Το αλάτι της ζωής” ήταν δώρο, κυριολεκτικά και μεταφορικά.
Μου δόθηκε σε συσκευασία δώρου με κόκκινη καρό κορδέλα λίγες ώρες πριν τις διακοπές.
Καθώς ξεκινούσε η περίοδος που θα ήμουν για λίγο μακριά από ό,τι σταθερό αναγνώριζα στην καθημερινότητά μου τη δουλειά μου, τους φίλους μου, το σπίτι μου, τους ανθρώπους που γνωρίζω και με γνωρίζουν, τις συνήθειές μου, τους γνώριμους ρόλους μου.
Έψαχνα να σχηματίσω το περίγραμμά μου, να με συναρμολογήσω ξανά για να με ανα-γνωρίσω αλλιώς απ’ ότι με ένιωθα στην κάθε μου μέρα.
Το βιβλίο στάθηκε συνταξιδιώτης, χάρτης με προτεινόμενες διαδρομές, πυξίδα. Στο τέλος της πτήσης, στην προσγείωση, ένιωθα γεμάτη με εικόνες και στιγμές από τα μικράτα μου μέχρι και τότε. Είχα μαζί μου – φυλαχτό – το δικό μου πλούτο στιγμών ζωής και ένα ¨σακούλι¨ που γέμιζε κιόλας με νέες.
Τη διαδρομή αυτή την έκανα μαζί με τον άνθρωπο που έγραψε το βιβλίο, όσο έπαιρνα πληροφορίες και γνώριζα εκείνον τόσο θυμόμουνα και συνέθετα το δικό μου παζλ μικρών ή μεγάλων στιγμών.
ΤΟ ΑΛΑΤΙ ΤΗΣ ΖΩΗΣ
απόσπασμα,
σελ.51-52
…να νιώθεις γύρω σου μια προσοχή τεταμένη, πυκνή· να παίρνεις το λόγο σαν να μπαίνεις στη μάχη· να βρίσκεις, επιτέλους, την ακριβή λέξη· να περιμένεις ένα τηλεφώνημα· να στεναχωριέσαι που τα βότσαλα χάνουν το ωραίο τους χρώμα όταν στεγνώνουν· να φαντασιώνεσαι ένα μεγάλο σπίτι με πράσινα παράθυρα σε ένα σταυροδρόμι ή στην καρδιά του δάσους· να θαυμάζεις μια κομψή διπλή σκάλα που οδηγεί σε ένα φαρδύ πλατύσκαλο ή τις αμέτρητες αλθαίες ή μια στέγη με γυαλιστερά τούβλα· να τραγουδάς α καπέλα και ουνίσονο· να δονείσαι στη χροιά μιας φωνής· να απευθύνεσαι σε έναν άγνωστο μπερδεύοντάς τον με έναν παλιό γνωστό σου, λόγω τρομερής ομοιότητας· να μιλάς από μέσα σου· να μην αλλάζεις γνώμη για τους αγαπημένους σου· …
Françoise Ηèritier,
εκδόσεις κέλευθος.
Η ανάμνηση αναδύθηκε με αφορμή την κουβέντα μας για το αλάτι, λίγο πριν τις διακοπές.
Την επικοινωνώ με μια ευχή για νέες απολαυστικές ή μη, μικρές ή μεγάλες δικές μας ¨καταδικές” μας στιγμές.
….Η δυνατότητα της κοινής ζωής, όπως χαρακτηριστικά γράφει στη Μίλενα προς το τέλος της σχέσης τους, «δεν υπάρχει, δεν υπήρξε ποτέ». Το ένα πάθος (για τη γραφή) ακυρώνει το άλλο; Αυτό είναι το θέμα που εξετάζει το βιβλίο της Ζακλίν Ραούλ-Ντιβάλ με τίτλο «Κάφκα, ο αιώνιος μνηστήρας». Εκεί αναφέρεται χαρακτηριστικά η φράση που έγραψε το 1921 στον φίλο του Μαξ Μπροντ: «Δεν μπορώ να αγαπήσω παρά μόνο αν τοποθετήσω το αντικείμενο της αγάπης μου τόσο πιο ψηλά από μένα, ώστε να μην μπορώ να το φτάσω».
Αλλά, ο πραγματικός έρωτας του Κάφκα ήταν η λογοτεχνία. Και αυτή ευθύνεται σύμφωνα με τους ερευνητές της ζωής του για το ανεκπλήρωτο των ερώτων του. Κι όχι μόνο φυσικά, αφού ακόμη πιο ζηλότυπη δυστυχώς «ερωμένη» υπήρξε η αρρώστια του που και ελάχιστη ελευθερία κινήσεων του άφησε και τελικά τον οδήγησε στο θάνατο στα 42 του χρόνια.
*
ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΗ ΜΙΛΕΝΑ
Τετάρτη βράδυ
Μόνο λίγα λόγια βιαστικά, για τα εγκαίνια της καινούριας μου κατοικίας, βιαστικά γιατί στις δέκα έρχονται οι γονιοί μου από το Φράντσενσμπαντ και στις δώδεκα ο θείος μου απ’ το Παρίσι και θέλουν κι οι δυο να πάω να τους παραλάβω’ καινούρια κατοικία, γιατί μετακόμισα στο άδειο σπίτι της αδερφής μου, που ‘χει πάει στο Μαρίενμπαντ, για να κάνω χώρο στο θείο μου. Αδειανό και μεγάλο σπίτι, ωραίο είναι αυτό, μα ο δρόμος έχει πιο πολύ θόρυβο, δεν μπορώ ωστόσο να παραπονεθώ, η αλλαγή δεν είναι καθόλου κακή. Και θα πρέπει να σου γράψω, Μίλενα, γιατί απ’ τα τελευταία μου παραπονιάρικα γράμματα (το χειρότερο το ‘σκισα σήμερα το μεσημεράκι από ντροπή’ σκέφτομαι πως δεν έχω πάρει ακόμα νέα σου, μα είναι τόσο ανόητο να παραπονιέμαι για το ταχυδρομείο, τι σχέση έχω εγώ με το ταχυδρομείο) θα μπορούσες να πιστέψεις ότι δε σου έχω εμπιστοσύνη, ότι φοβάμαι μη σε χάσω, όχι, δεν είναι που δε σου ‘χω εμπιστοσύνη. Θα μπορούσες να είσαι για μένα ό,τι είσαι τώρα αν δεν σου ‘χα εμπιστοσύνη; Αυτό που προκαλεί τούτη την εντύπωση είναι η σύντομη σωματική επαφή κι ο απότομος σωματικός xωρισμός (Γιατί ειδικά την Κυριακή; Γιατί ειδικά στις εφτά η ώρα; Γιατί όλα;), όλα αυτά μου θολώνουν λιγάκι το μυαλό. Συγχώρα με! Και δέξου τούτη τη βραδιά, για καληνύxτα, μαζί μ’ όλα αυτά, όλα όσα είμαι κι όλα όσα έχω κι όλα όσα είναι τρισευτυxισμένα για ν’ αναπαυτούν μέσα σου.
**
ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΗ ΜΙΛΕΝΑ
Αγαπητή Μιλένα,
από καιρό έχω έτοιμο ένα κομμάτι από ‘να γράμμα μου για σας, μα δεν μπορώ να το συνεχίσω, ήρθαν κι εδώ και με ξαναβρήκαν τα παλιά μου δεινά, μου επετέθηκαν και μ’ έριξαν κατά κάποιον τρόπο κάτω, το κάθετι με κουράζει αφάνταστα, η κάθε γραμμή, όλα όσα γράφω, μου φαίνονται εξαιρετικά σε σύγκριση με τις δυνάμεις μου, κι όταν γράφω «εγκάρδιους χαιρετισμούς», οι χαιρετισμοί αυτοί έχουν πραγματικά τη δύναμη να φτάσουν στην πολύβουη, άγρια και γκριζωπή οδό Λ. της πόλης, όπου ούτε εγώ και τίποτα δικό μου δε θα μπορούσαν να πάρουν ανάσα. Έτσι δε θα ξαναγράψω πια τίποτ’ άλλο, θα περιμένω να ‘ρθουν καλύτεροι ή ακόμα χειρότεροι καιροί και, κατά τα άλλα, εδώ με φροντίζουν με καλοσύνη και με τρυφερότητα , όσο περισσότερο μπορούν να υπάρξουν αυτές οι αρετές πάνω στη γη. Μαθαίνω για τον κόσμο μόνο μέσα από τις εφημερίδες της Πράγας, οι εφημερίδες του Βερολίνου παραείναι για μένα ακριβές, μήπως θα μπορούσατε να μου στέλνετε αραιά και πού κανένα απόκομμα απ’ τη Νάροντι Λίστι με τον τρόπο που μου έδινε κάποτε τόση χαρά; Η διεύθυνση μου εδώ ΄και μερικές εβδομάδες είναι η εξής: Στέγκλιτς, Γκρούνεβαλντ Στάσε 13, στου κυρίου Ζάοφερτ. Και τώρα τους «πιο εγκάρδιους χαιρετισμούς» μου, τι πειράζει αν πέσουν στην πόρτα του κήπου;, ίσως έτσι ν΄αποκτήσουν μεγαλύτερη δύναμη.
Δικός σας
WWW.EYELANDS.GR
19 Ιανουαρίου [1911]. […] Μια φορά σκόπευα να γράψω ένα μυθιστόρημα όπου συγκρούονταν δυο αδερφοί κι ο ένας τους πήγαινε στην Αμερική, ενώ ο άλλος έμενε σε μια ευρωπαϊκή φυλακή. Έγραψα απλώς μερικές αράδες εδώ κι εκεί, γιατί είχε αρχίσει αμέσως να με κουράζει. Έτσι κάποτε, μια Κυριακή απόγευμα, που είχαμε πάει επίσκεψη στον παππού και στη γιαγιά και είχαμε φάει ένα ιδιαίτερα μαλακό ψωμί, όπως το συνήθιζαν εκεί, αλειμμένο με βούτυρο, έγραψα κάτι για τη φυλακή μου. Είναι πιθανό ότι κατά το μεγαλύτερο μέρος το έκανα από ματαιοδοξία και ότι, σπρώχνοντας το χαρτί πάνω στο τραπεζομάντηλο, χτυπώντας το μολύβι στο τραπέζι, κοιτάζοντας ένα γύρο κάτω απ’ το φως της λάμπας, ήθελα να κάνω κάποιον να μου πάρει το γραφτό, να το κοιτάξει και να με θαυμάσει. Στις λίγες εκείνες γραμμές περιγραφόταν κυρίως ο διάδρομος της φυλακής, ιδιαίτερα η ησυχία και το κρύο του· αναφέρονταν ακόμα μερικά λόγια συμπόνιας για τον αδερφό που είχε μείνει πίσω, γιατί αυτός ήταν ο καλός αδερφός. Ίσως είχα μια στιγμιαία αίσθηση της ασημαντότητας της περιγραφής μου, μόνο που πριν από ‘κείνο το απόγευμα δεν έδινα πολλή προσοχή σε τέτοια αισθήματα όταν καθόμουν μαζί με τους συγγενείς μου, που τους είχα συνηθίσει (η δειλία μου ήταν τόσο μεγάλη ώστε το συνηθισμένο μ’ έκανε σχεδόν ευτυχισμένο), γύρω από το στρογγυλό τραπέζι στο γνωστό δωμάτιο, και δεν μπορούσα να ξεχάσω ότι ήμουν νέος κι ότι, μέσα από τούτη τη σημερινή ησυχία, προοριζόμουν για μεγάλα πράγματα. Ένας θείος μου, που του άρεσε να κοροϊδεύει, μου πήρε τέλος το χαρτί, που το κρατούσα πολύ χαλαρά, του έριξε μια ματιά, μου το ξανάδωσε χωρίς καν να γελάσει, κι είπε στους άλλους που τον παρακολουθούσαν με τα μάτια: «τα συνηθισμένα», σε μένα δεν είπε τίποτα. Εγώ έμεινα καθισμένος κι έσκυβα όπως πριν πάνω από το άχρηστο τώρα χαρτί μου, όμως στην πραγματικότητα είχα με μια σπρωξιά αποκλειστεί από την ομήγυρη, η κρίση του θείου επαναλαμβανόταν μέσα μου με σχεδόν ήδη πραγματική σημασία, κι ακόμα και μέσα στην αίσθηση της οικογένειας απόκτησα μια ενόραση του ψυχρού χώρου του κόσμου μας, που έπρεπε να τον ζεστάνω με μια φωτιά, που έπρεπε πρώτα να τη βρω.
[…]
[πηγή: Φραντς Κάφκα, Τα ημερολόγια-Α’: 1910-1913, μτφ. Αγγέλα Βερυκοκάκη, Εξάντας, Αθήνα 1978, σ. 20-21, 32, 40-41]
ebooks.edu.gr
‘Θα ήθελανα λέω πάντα αλήθεια. Αγαπώ την αλήθεια. Μα εκείνη δεν μ’ αγαπά. Αυτή είναι η πραγματική, η αληθινή αλήθεια.
Η αλήθεια δεν μ’ αγαπά.
Μόλις την ξεστομίσω, αλλάζει μορφή και γυρίζει εναντίον μου. Μοιάζω να λέω ψέματα και όλοι με στραβοκοιτάζουν.
Κι ωστόσο είμαι απλή, δεν μου αρέσει το ψέμα. Το ψέμα σέρνει πίσω του φοβερές σκοτούρες, και σε παρασέρνει και πιάνεσαι στην παγίδα του και παραπατάς και πέφτεις και όλοι γελάνε και σε κοροϊδεύουν…
Όταν με ρωτάνε κάτι, θέλω να τους απαντήσω αυτό που σκέφτομαι, θέλω να τους απαντήσω την αλήθεια. Η αλήθεια με γαργαλάει…
Όμως δεν ξέρω τι παθαίνω τότε… Με πιάνει αγωνία, πανικός, φόβος να μη φανώ γελοία και… λέω ψέματα. Λέω ψέματα. Και…τετέλεσται. Είναι πολύ αργά πια για να τα πάρω πίσω. Κι έτσι και πατήσεις το ένα σου πόδι μέσα στο ψέμα, χάθηκες. Χώνεσαι μέσα μέχρι το λαιμό. Και δεν είναι διόλου ευχάριστα, σας τ’ ορκίζομαι.
Ενώ είναι τόσο εύκολο να λες αλήθεια.
Η αλήθεια είναι η πολυτέλεια των τεμπέληδων. Είσαι σίγουρος ότι δεν θα κάνεις κανένα λάθος μετά, πως δεν θα’ χεις μπερδέματα και φασαρίες. Ενώ εγώ… Ο διάβολος το ξέρει τι τραβάω!
Το ψέμα δεν είναι κανένας γκρεμός, να πέσεις μέσα και να ησυχάσεις.
Το ψέμα είναι κύματα θεόρατα, που σε αρπάζουν, σε σηκώνουν, σου κόβουν την ανάσα, σου σταματάνε την καρδιά και σου την τυλίγουν θηλιά γύρω από το λαιμό.
Όταν αγαπώ λέω πως δεν αγαπώ. Κι όταν δεν αγαπώ, λέω πως αγαπώ. Και φαντάζεστε τις συνέπειες. Τόσο που μου ‘ρχεται να τινάξω τα μυαλά μου στον αέρα και να ξεμπερδεύω μια και καλή. Του κάκου κανοναρχώ τον εαυτόμου, του κάκου στέκομαι μπροστά στον καθρέφτη και λέω: Δεν θα ξαναπείς ψέματα,δεν θα ξαναπείς ψέματα, δεν θα ξαναπείς ψέματα! Ξαναλέω. Ξαναλέω, ξαναλέω. Ψέματα… Ψέματα…
Ψέματα για τα μεγάλα, ψέματα και για τα μικρά. Κι αν μου τύχει να πω την αλήθεια, καμιά φορά… κατά τύχη,
τότε αυτή γυρίζει πίσω, στρίβεται, παραμορφώνεται, ζαρώνει και γίνεται …ψέμα! Οι παραμικρές λεπτομέρειες συνωμοτούν μεταξύ τους και αποδεικνύουν πως είπα …ψέματα. Κι όχι ότι είμαι δειλή.
Στο σπίτι μου, στην κάμαρή μου, ξέρω πολύ καλά τι θα έπρεπε να απαντήσω.
Αλλά μπροστά στους άλλους, τα χάνω, παραλύομαι και βουβαίνομαι.
Με λένε ψεύτρα κι εγώ τσιμουδιά…
Θα ήθελα να τους φωνάξω: Εσείς λέτε ψέματα! Μα δε βρίσκω τη δύναμη.. Τους αφήνω να με βρίζουν και αφρίζω από λύσσα. Κι αυτή η λύσσα πληθαίνει μέσα μου και με γεμίζει μίσος. Δεν είμαι κακιά. Μπορώ μάλιστα να πω ότι είμαι καλή. Φτάνει όμως να με πουν ψεύτρα και με πνίγει το μίσος. Κι έχουν δίκιο…Το ξέρω ότι έχουν δίκιο, πως μου αξίζουν οι βρισιές… Αλλά να…δεν ήθελα να πω ψέματα, και δεν αντέχω να μην καταλαβαίνουν ότι λέω ψέματα άθελά μου και ότι με σπρώχνει ο Σατανάς…
Ω, θ’ αλλάξω.
Άλλαξα κιόλας. Δεν θα ξαναπώ ψέματα. Θα βρω ένα σύστημα να μη λέω πια ψέματα, να μη ζω μέσα σ’ αυτό το χάος της ψευτιάς.
Θα γιατρευτώ. Θα βγω από κει μέσα.
Κι άλλωστε, να η απόδειξη…
Εδώ, μπροστά σας, δημοσία… ομολογώ τα και ξεσκεπάζω μπροστά στα μάτια σας το βίτσιο μου. Και μη φανταστείτε ότι η ειλικρίνειά μου είναι το αποκορύφωμα του βίτσιου μου, κάθε άλλο. Ντρέπομαι γι’αυτό. Μισώ τα ψέματά μου και θα έφτανα ως την άκρη του κόσμου να μην αναγκαστώ να κάνω αυτήν την εξομολόγηση…Κι εσείς; Λέτε την αλήθεια;
Για σταθείτε, εγώ καθίζω τον εαυτό μου στο εδώλιο του κατηγορουμένου και δεν αναρωτήθηκα αν το δικαστήριο είναι άξιο να με κρίνει, να με αθωώσει ή να με καταδικάσει…
Δεν μπορεί, κι εσείς θα λέτε ψέματα. Θα λέτε ψέματα όλοι, αδιάκοπα και θα σας αρέσει να λέτε ψέματα και να νομίζετε ότι δε λέτε, γιατί εσείς θα λέτε ψέματα στον ίδιο σας τον εαυτό! Εγώ δεν λέω ψέματα στον εαυτό μου. Εγώ έχω την ειλικρίνεια να ομολογώ μέσα μου πως λέω ψέματα. Πως είμαι ψεύτρα. Ενώ εσείς είστε δειλοί!
Μ’ ακούγατε πριν και λέγατε μέσα σας: «Την κακομοίρα!» και κρύβατε τις ψευτιές σας πίσω από τη δική μου ειλικρίνεια.
Α, εδώ σας έχω!
Ξέρετε κυρίες και κύριοι γιατί σας είπα πριν ότι λέω ψέματα; Δεν είναι αλήθεια! Το είπα μόνο και μόνο για να σας παρασύρω σε μια παγίδα και για να καταλάβω. Εγώ δεν λέω ψέματα. Δεν λέω ψέματα ποτέ!
Μισώ το ψέμα και το ψέμα με μισεί.
Είπα ψέματα …μόνο και μόνο για να σας πω …ότι λέω ψέματα…
Εγώ δεν λέω ψέματα ποτέ. Ακούτε; Ποτέ!
Κι αν μου τύχει καμιά φορά να πω κανένα ψέμα, το λέω για να μην πονέσω κάποιον, για να προλάβω μια συμφορά.
Τα …”κατά συνθήκην ψεύδη” που λένε. Ο σκοπός αγιάζει τα μέσα, που λένε…
Τι; Πως είπατε; Α, γιατί θα ήταν παράξενο να με κατηγορήσει κανείς
γι’ αυτού του είδους τα ψέματα.
Και θα μου φαινόταν πολύ αστείο… αν με κατηγορούσατε εσείς…
Εσείς που λέτε ψέματα, εμένα που δεν λέω ψέματα ποτέ!”
Με αφορμή τα 70 χρόνια από την λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, 14 σύγχρονοι ποιητές και ποιήτριες, επιλέγουν και διαβάζουν από τα βιβλία “Αμοργός” του Νίκου Γκάτσου, “Μπολιβάρ” του Νίκου Εγγονόπουλου, “Ursa Minor” του Τάκη Παπατσώνη και “Ακριτικά” του Άγγελου Σικελιανού. Η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί την Τετάρτη 10 Δεκεμβρίου 2014 και ώρα 7.30 μ.μ., στην Ελληνοαμερικανική Ένωση (Μασσαλίας 22, Κολωνάκι), και εντάσσεται στο πλαίσιο των ποιητικών συναντήσεων: Με τα λόγια (γίνεται).
Οι 14 συμμετέχοντες είναι:
Δημήτρης Άλλος, Ορφέας Απέργης, Άννα Γρίβα, Κατερίνα Ηλιοπούλου, Παναγιώτης Ιωαννίδης, Δήμητρα Κωτούλα, Παυλίνα Μάρβιν, Γιάννα Μπούκοβα, Ιορδάνης Παπαδόπουλος, Γιάννης Πατίλης, Αλεξάνδρα Πλαστήρα, Χρήστος Σιορίκης, Δανάη Σιώζιου και Μαρία Τοπάλη.
Από την Πύλη για την Ελληνική Γλώσσα
Απόσπασμα (…) Στην πιο ήσυχη ώρα ης νύχτας, καθώς ήμουν ξαπλωμένος και μισοκοιμισμένος, οι εφτά εαυτοί μου κάθισαν μαζί και έτσι κουβέντιαζαν ψιθυριστά.
Ο ΠΡΩΤΟΣ ΕΑΥΤΟΣ: Εδώ, σε αυτόν τον τρελό, κατοίκησα όλα αυτά τα χρόνια, χωρίς να κάνω τίποτα παρά να ανανεώνω τον πόνο του την ημέρα και να ξαναδημιουργώ τη θλίψη του τη νύχτα. Δε μπορώ να αντέξω άλλο τη μοίρα μου, και τώρα επαναστατώ.
Ο ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΕΑΥΤΟΣ: Η δικιά σου μοίρα είναι καλύτερη από τη δικιά μου, αδελφέ, γιατί μου δόθηκε να είμαι ο χαρούμενος εαυτός αυτού του τρελού. Γελώ το γέλιο του και τραγουδώ τις χαρούμενες ώρες του, και με τριπλο-φτερωμένα πόδια χορεύω τις φωτεινότερες σκέψεις του. Εγώ θα έπρεπε να επαναστατήσω ενάντια στην κουρασμένη μου ύπαρξη.
Ο ΤΡΙΤΟΣ ΕΑΥΤΟΣ: Και εγώ ο από αγάπη κυριαρχούμενος εαυτός, ο φλεγόμενος πυρσός του αχαλίνωτου πάθους και των φανταστικών επιθυμιών; Εγώ ο αρρωστημένος από αγάπη εαυτός είμαι που θα έπρεπε να επαναστατήσει εναντίον αυτού του τρελού.
Ο ΤΕΤΑΡΤΟΣ ΕΑΥΤΟΣ: Εγώ, απ’ όλους εσάς, είμαι ο πιο δυστυχισμένος, γιατί τίποτα δε μου δόθηκε εκτός από απεχθές μίσος και καταστροφική αηδία. Εγώ είμαι, ο θυελλώδης εαυτός που γεννήθηκα στις μαύρες σπηλιές της Κόλασης, αυτός που θα έπρεπε να διαμαρτυρηθεί και να μην υπηρετεί αυτόν τον τρελό.
Ο ΠΕΜΠΤΟΣ ΕΑΥΤΟΣ: Όχι, εγώ είμαι, ο σκεπτόμενος εαυτός, ο φαντασιόπληκτος εαυτός, ο εαυτός της πείνας και της δίψας, αυτός που είναι καταδικασμένος να τριγυρνά χωρίς ξεκούραση, ψάχνοντας άγνωστα και όχι ακόμα δημιουργημένα πράγματα -εγώ είμαι, όχι εσείς, αυτός που θα έπρεπε να επαναστατήσω.
Ο ΕΚΤΟΣ ΕΑΥΤΟΣ: Και εγώ, ο εργαζόμενος εαυτός, ο θλιβερός εργάτης, που με υπομονετικά χέρια και γεμάτα λαχτάρα μάτια, κάνω τις ημέρες εικόνες και δίνω νέες και αιώνιες μορφές στα άμορφα στοιχεία -εγώ είμαι, ο μοναχικός, αυτός που θα έπρεπε να επαναστατήσω ενάντια σ’ αυτόν τον ανήσυχο τρελό.
Ο ΕΒΔΟΜΟΣ ΕΑΥΤΟΣ: Πόσο περίεργο που όλοι σας θα έπρεπε να επαναστατήσετε ενάντια σ’ αυτόν τον άνθρωπο, επειδή ο καθένας σας έχει μια προκαθορισμένη μοίρα να εκπληρώσει. Α! να μπορούσα να ήμουν σαν κάποιον από εσάς, ένας εαυτός με προαποφασισμένη μοίρα! Αλλά δεν έχω καμία, είμαι ο κάνω-τίποτα εαυτός, αυτός που κάθεται στο άλαλο, κενό τίποτα και ποτέ, ενώ εσείς είστε απασχολημένοι να ξαναδημιουργείτε ζωή. Εσείς είστε ή εγώ, γείτονες, που θα έπρεπε να επαναστατήσω;
ΟΤΑΝ Ο ΕΒΔΟΜΟΣ ΕΑΥΤΟΣ ΜΙΛΗΣΕ ΕΤΣΙ, οι άλλοι έξι τον κοίταξαν με οίκτο και δεν είπαν τίποτα άλλο -και καθώς η νύχτα πύκνωνε, ο ένας μετά τον άλλο έπεσαν για ύπνο τυλιγμένοι σε μια νέα και χαρούμενη υποταγή. ΑΛΛΑ Ο ΕΒΔΟΜΟΣ ΕΑΥΤΟΣ ΠΑΡΕΜΕΙΝΕ να κοιτά και να παρατηρεί το τίποτα, το οποίο βρίσκεται πίσω απ’ όλα τα πράγματα.
Απόσπασμα(…)”ΜΗΝ ΑΦΗΣΕΤΕ ΝΑ ΣΑΣ ΚΥΡΙΕΨΕΙ ΣΤΗ ΜΟΝΑΞΙΑ ΣΑΣ ανησυχία και ταραχή, επειδή νιώθετε μέσα σας έναν αόριστο πόθο να ξεφύγετε απ’ τη μόνωσή σας. Ίσα-ίσα, αυτός ο πόθος -αν τον μεταχειριστείτε γαλήνια και στοχαστικά, σαν μέσο για κάποιο σκοπό- θα σας βοηθήσει ν’ απλώσετε τη μοναξιά σας σε πιο πλούσιο και πιο πλατύ χώρο. ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΕΧΟΥΝ ΒΡΕΙ ΓΙΑ ΤΟ ΚΑΘΕ ΤΙ την ευκολότερη (συμβατική) λύση, την ευκολότερη απ’ όλες τις εύκολες λύσεις. Είναι, ωστόσο, φανερό πως πρέπει να στεκόμαστε στο Δύσκολο· κάθε ζωντανή ύπαρξη σ’ αυτό στέκεται. Το κάθε τι στη φύση αξαίνει κι “αμύνεται” κατά το δικό του τρόπο· από μέσα του ξεπηδάει μια ατομικότητα ολότελα δική του, που μάχεται να μείνει δική του με κάθε μέσο κι ενάντια σ’ όλα τα εμπόδια. Λίγα πράματα ξέρουμε· όμως, για το ότι πρέπει να στεκόμαστε στο Δύσκολο, θα ‘μαστε πάντα σίγουροι. Είναι γόνιμη η μοναξιά, επειδή είναι δύσκολη. Ένας παραπάνω λόγος για να επιχειρήσουμε κάτι, πρέπει να ‘ναι η δυσκολία που το κάτι αυτό παρουσιάζει. ΓΟΝΙΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΚΙ Ο ΕΡΩΤΑΣ: επειδή κι ο έρωτας είναι δύσκολος. Έρωτας του ανθρώπου για τον άνθρωπο: ίσως αυτό να ‘ναι το δυσκολότερο απ’ όσα μάς έταξεν η μοίρα, το πιο απόμακρο, η τελευταία δοκιμασία, το έργο που όλα τ’ άλλα δεν είναι παρά προετοιμασία και προπαρασκευή του. Γι’ αυτό κι οι νέοι -που είναι “αρχάριοι” στο κάθε τι- δεν ξέρουν ακόμα ν’ αγαπούν: πρέπει να διδαχτούν τον έρωτα». (…) «ΑΛΗΘΕΙΑ, ΠΟΣΟΙ ΚΑΙ ΠΟΣΟΙ ΝΕΟΙ στάθηκαν ανίκανοι να βρουν το σωστό δρόμο της αγάπης, για πόσους τα σύνορα του έρωτα σταματάνε στο εύκολο, βιαστικό δόσιμο του εαυτού τους!» (…) «ΕΡΗΜΟΙ ΚΙ ΑΒΟΗΘΗΤΟΙ, ΠΟΡΕΥΟΝΤΑΙ ΣΤΑ ΤΥΦΛΑ κι ο ένας κι ο άλλος. Σκορπάνε τις καλύτερες δυνάμεις τους για να γλιτώσουν από συμβατικότητες όπως ο γάμος, και πέφτουν σ’ άλλες συμβατικές λύσεις, λιγότερο χτυπητές, το ίδιο όμως θανάσιμες. Επειδή μονάχα για συμβατικότητες είναι άξιοι. Ό,τι βγαίνει απ’ αυτές τις βιαστικές κι ανυπόμονες, θολές και ταραγμένες ενώσεις, είναι πάντασυμβατικό. Κάθε σχέση που είναι καρπός αυτής της πλάνης έχει κάτι το συμβατικό, ακόμα κι αν είναι ασυνήθιστη (ή, όπως λέει ο κόσμος, ανήθικη). Κι ο χωρισμός ακόμα θα ‘ταν μια συμβατική χειρονομία, μια απρόσωπη τυχαία απόφαση, αδύναμη κι άκαρπη». (…) «ΟΙ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΠΟΥ, ΤΡΑΧΥΣ ΚΑΙ ΔΥΣΚΟΛΟΣ, Ο ΕΡΩΤΑΣ έχει απ’ τη ζωή μας σ’ όλη της την πορεία, είναι πάρα πολύ βαριές, κι εμείς, στα πρώτα μας βήματα, είμαστε πολύ αδύναμοι μπροστά τους. Αν όμως σταθούμε καρτερικοί και δεχτούμε τον έρωτα αυτόν σαν τραχιά μαθητεία -αντί να χανόμαστε σ’ όλα εκείνα τα εύκολα και κούφια παιχνίδια, που επινόησε ο άνθρωπος για να μην αντικρίζει κατάματα τη βαθύτερη σοβαρότητα της ζωής- ίσως τότε, κείνοι που θα ‘ρθουν καιρό έπειτ’ από μας, να νιώσουν μια κάποια πρόοδο κι ένα ξαλάφρωμα· και θα ‘ταν σημαντικό τούτο. ΣΗΜΕΡΑ ΜΟΛΙΣ, ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΚΙ ΑΝΤΙΚΡΙΖΟΥΜΕ ΧΩΡΙΣ ΠΡΟΚΑΤΑΛΗΨΗ τις σχέσεις του ενός ανθρώπου με τον άλλον. Οι προσπάθειές μας να “ζήσουμε” αυτές τις σχέσεις δεν έχουν μπροστά τους κανένα πρότυπο, κανένα παράδειγμα για να τις οδηγήσει. Κι όμως μέσα στο διάβα του καιρού υπάρχουν μερικά πρότυπα, που άλλο δεν θέλουν παρά να βοηθήσουν τα δισταχτικά πρώτα μας βήματα». (…) «ΚΑΙ ΤΟΥΤΟ ΑΚΟΜΑ: ΜΗ ΝΟΜΙΣΕΤΕ πως χάθηκε ο μεγάλος έρωτας που σας κυρίεψε κάποτε στα εφηβικά σας χρόνια. Δεν μέστωσαν, τότε, εντός σας τρανοί κι ευγενικοί πόθοι και σχέδια που, σήμερα ακόμα, τροφοδοτούν τη ζωή σας; Πιστεύω πως αυτός ο έρωτας μένει έτσι άφθαρτος και δυνατός μέσα στη θύμησή σας, επειδή στάθηκε η πρώτη σας βαθιά μόνωση, ο πρώτος εσώτερος μόχθος που κάνατε στη ζωή σας». (…)
Μπορεί να άργησα να σου γράψω και να είναι πλέον αργά και για σένα αλλά θέλω να ξέρεις ότι επέστρεψε και δεν σε ξέχασε, συνεχίζει το ταξίδι του για να καταλάβει τους επόμενους ανθρώπους από εκεί που το είχε αφήσει, πήρε άδεια από το τριανταφυλλο που επιτέλους κατάλαβε το έργο του, την ανθρωπιά του, και του λείπεις ήδη βέβαια αφού ξανάρχισε να ρωτά όπως παλαιότερα, θα έρθει να σε βρει όπου και να είσαι για να δεις κι εσύ με την καρδιά σου ότι επέστρεψε και δεν άλλαξε με τα χρόνια αφού αναζητά πάντα τα ίδια με τον ίδιο τρόπο, έτσι έμαθε έτσι διδάσκει με την αθωότητα και τη δικαιοσύνη, ασταμάτητα κι ακάθεκτα, λες και μετρά τ’άστρα με το στόμα για να φιλήσει όλη την Ανθρωποτητα, αυτό ήθελε να ξέρεις, επέστρεψε.
πηγη : http://nikos-lygeros-poihsh.blogspot.gr/2014/04/mikri-epistoli.html
” Δεν αγαπιομαστε γιατι δεν γνωριζουμε πως να αγαπησουμε. Τι ειναι η αγαπη? Η λεξη ειναι τοσο πολυ φορτωμενη και διεφθαρμενη που αποφευγω να την χρησιμοποιω. Ολοι μιλανε για αγαπη-καθε περιοδικο και εφημεριδα και καθε ιεραποστολος μιλουν συνεχως για αγαπη. Αγαπω την πατριδα μου, αγαπω τον βασιλια, αγαπω καποιο βιβλιο, αγαπω το βουνο, αγαπω την απολαυση, αγαπω την γυναικα μου, αγαπω τον θεο. Ειναι η αγαπη μια ιδεα? Αν οντως ειναι, τοτε μπορει να καλλιεργηθει, θραφει, να περιβληθει με στοργη, να επιβληθει, να αλλαξει κατα το δοκουν.”
“Επειδη δεν μπορουμε να λυσουμε αυτο το ανθρωπινο ζητημα καταφευγουμε σε αφαιρεσεις. Η αγαπη μπορει να ειναι η υστατη λυση σε ολες τις δυσκολιες του ανθρωπου, τα προβληματα και τις επωδυνες προσπαθειες, οποτε πως θα βρουμε τι ειναι η αγαπη? Απλως οριζοντας την? Η εκκλησια την ορισε με τον ενα τροπο, η κοινωνια με αλλο τροπο και υπαρχουν ενα σορο αποκκλισεις και διαστρεβλωσεις. Λατρευουμε καποιον, κοιμομαστε με καποιον, η ανταλλαγη συναισθηματων, η συντροφικοτητα- ειναι αυτο που λεμε αγαπη?”
“Μπορει η αγαπη να χωρισθει στην ιερη και την ανιερη, την ανθρωπινη και την θειικη, η απλα υπαρχει μονο μια αγαπη? Ειναι η αγαπη ενα πραγμα και οχι πολλα πραγματα? Αν πουμε “σε αγαπω” αυτο αποκλειει την αγαπη για καποιον αλλον? Ειναι η αγαπη προσωπικη η μη προσωπικη? Ηθικη η ανηθικη? Οικογενειακη η μη οικογενιακη? Αν αγαπας την ανθρωποτητα αγαπας και τον καθενα ξεχωριστα? Ειναι η αγαπη συναισθημα? Ειναι η αγαπη αισθημα? Ειναι η αγαπη απολαυση και επιθυμια? Ολες αυτες οι ερωτησεις δειχνουν, ετσι δεν ειναι, οτι εχουμε ιδεες για την αγαπη, ιδεες για το τι πρεπει να ειναι και τι δεν πρεπει να ειναι η αγαπη, εναν κανονα η κωδικα που εχει δημιουργησει η κοινωνια στην οποια ζουμε.”
“Τωρα πως θα βρω τι ειναι αυτη η φλογα που λεμε αγαπη? Οχι πως να βρουμε εναν τροπο να την εκφρασουμε διαφορετικα αλλα να βρουμε την σημασια της. Πρωτα θα απορριψω ο,τι εχουν πει η εκκλησια, η κοινωνια, οι φιλοι και οι γονεις μου, καθε βιβλιο και ανθρωπος διοτι θελω να βρω μονος μου τι ειναι η αγαπη. Εδω ειναι ενα τεραστιο προβλημα που εμπεριεχει ολη την ανθρωποτητα, υπαρχουν χιλιαδες τροποι να την ορισεις και εγω εχω φυλακιστει σε καποιον τροπο να την οριζω. Για αυτο τον λογο δεν πρεπει να διωξω ολες τις τασεις και τις προκαταληψεις μου? Ειμαι μπερδεμενος, διαλυμενος απο τις δικες μου επιθυμιες οποτε λεω στον εαυτο μου “πρωτα καθαρισε το δικο σου μπερδεμα. Ισως να μπορεσουμε να δουμε τι ειναι αγαπη καταλαβαινοντας τι δεν ειναι.”
“Το να ανηκεις σε καποιον, το να σε φροντιζει καποιος και να εξαρτασαι απο αυτον-σε ολο αυτο πρεπει να υπαρχει παντα αγχος, φοβος, ζηλεια, ενοχη, και οσο υπαρχει φοβος δεν μπορει να υπαρξει αγαπη. Ενα μυαλο γεματο πικρες δεν μπορει να καταλαβει τι ειναι αγαπη, αισθηματικοτητα και συναισθηματικοτητα δεν εχουν καμια σχεση με την αγαπη. Ετσι, η αγαπη δεν εχει σχεση με την επιθυμια και την απολαυση.”
“Η αγαπη δεν ειναι προιον της σκεψης, η οποια με την σειρας της εινα προιον του παρελθοντος. Η σκεψη δεν μπορει να καλλιεργησει την αγαπη. Η αγαπη δεν περιοριζεται και δεσμευεται απο την ζηλεια, γιατι η ζηλεια ειναι το παρελθον. Η αγαπη ειναι το τωρα, το παρον. Δεν ειναι το “θα αγαπησω” ουτε το “αγαπησα”. Οταν αγαπας δεν προκειται να ακολουθησεις κανεναν. Η αγαπη δεν υπακουει. Οταν αγαπας δεν υπαρχει ουτε σεβασμος ουτε ασεβεια. Δεν γνωριζετε τι θα πει να αγαπας αληθινα καποιον? Να αγαπας χωρις μισος, χωρις ζηλεια, χωρις θυμο, χωρις να θελετε να επηρεασετε το τι σκεφτεται η τι κανει ο αλλος, χωρις να καταδικαζετε, χωρις να συγκρινετε? Οταν υπαρχει αγαπη υπαρχει συγκριση? Οταν αγαπατε καποιον με ολη σας την καρδια, με ολο σας τον νου, με ολο σας το σωμα, με ολη σας την υπαρξη, υπαρχει συγκριση? Οταν αφηνεσαι ολοκληρωτικα στην αγαπη δεν υπαρχει ο αλλος.
“Αλλα αν θελετε ακομα να βρειτε (τι ειναι η αγαπη), θα δειτε οτι δεν ειναι φοβος, εξαρτηση, ζηλεια, η κτητικοτητα, η υπεθυνοτητα και το χρεος, η αυτολυπηση, η αγωνια του να μην αγαπηθεις. Λοιπον, αφου τα διωξετε ολα αυτα, οχι με την βια, αλλα ξεπλενοντας τα οπως η βροχη ξεπλενει την σκονη πολλων ημερων απο ενα φυλλο, τοτε ισως βρειτε αυτο το περιεργο λουλουδι που ο ανθρωπος αναζητα τοσο πολυ. Θα σας υπαγορεψει καποια εξουσια, καποια μεθοδος, καποιο συστημα πως να αγαπατε? Αν καποιος σας πει πως να αγαπατε τοτε αυτο δεν ειναι αγαπη. Γινεται να πειτε “θα εξασκησω την αγαπη. Θα κατσω κατω και θα το σκεφτω μερα με την ημερα. Θα εξασκησω τον εαυτο μου να ειναι καλος και ευγενικος και θα τον πιεσω να δινει προσοχη στους αλλους?”
“Η αγαπη ειναι κατι νεο, φρεσκο, ζωντανο. Δεν εχει χτες ουτε και αυριο. Ειναι περα απο το μαρτυριο της σκεψης. Μονο το αθωο μυαλο μπορει να καταλαβει τι ειναι η αγαπη, και το αθωο μυαλο μπορει να ζησει σε εναν κοσμο που δεν ειναι αθωος. Το να βρεις αυτο το καταπληκτικο πραγμα που ο ανθρωπος αναζητα αιωνια μεσα απο την θυσια, μεσω της λατρειας, μεσω των σχεσεων, μεσω του σεξ, μεσω καθε μορφης απολαυσης και πονου, ειναι δυνατο μονο οταν η σκεψη κατανοησει τον εαυτο της και να φτασει στο τελος της. Τοτε η αγαπη δεν εχει αντιθετο, τοτε η αγαπη δεν εχει συγκρουση.”
…….Η πνευματική παρακμή είναι φανερή και στο ελληνικό παράδειγμα, τόσο ως αίτιο όσο και ως αποτέλεσμα της συντελούμενης καταστροφής. Οι Έλληνες στον εικοστό αιώνα πέρασαν διά πυρός και σιδήρου: αλλεπάλληλοι πόλεμοι, εμφύλιοι, μαζική προσφυγιά και μαζική μετανάστευση, πτωχεύσεις. Έμειναν όρθιοι παρ’ όλ’ αυτά, επειδή ταυτόχρονα σφυρηλατούσαν ταυτότητα, συνείδηση, γλώσσα, τέχνη, πολιτικές στρατηγικές – με έναν λόγο: πολιτισμό. Λαϊκό και λόγιο, εν παραλλήλω και εν συνθέσει. Η αλληλουχία ταπεινώσεων, θριάμβων και καταστροφών έως το ’22 οδήγησε στη μεγάλη σύνθεση της γενιάς του ’30, η οποία επηρέασε βαθιά τις τέχνες και τα γράμματα στον καιρό της, αλλά κυρίως έδωσε ιδεολογικούς καρπούς στη μεταπολεμική περίοδο, όταν εσίγασαν τα τουφέκια του Εμφυλίου. Tότε, μέσα από τις στάχτες εμπεδώθηκε το λαϊκό τραγούδι, το εκ του ρεμπέτικου καταγόμενο, απενοχοποιημένο και ενωτικό, και τότε η υψηλή τέχνη της γενιάς του ’30 μπήκε στα χείλη των μαζών, ενοποιητικά και ανυψωτικά. Η άνοιξη του ’60 σηματοδότησε την εν τω βάθει αναχώνευση των αισθητικών και ιδεολογικών συνθέσεων που είχαν αρχίσει ήδη από τη δεκαετία του ’20, και από αυτή την πλούσια ύλη εξακολούθησε να τρέφεται ο ελληνισμός έως και σχετικά πρόσφατα.
Έως ότου το ήθος του νεόπλουτου και του σκυλάδικου, αυτό που είχε ξεμυτίσει μες στη χουντική επταετία, ανέλαβε αυτό να ενοποιήσει τα μικροαστικά και εργατικά στρώματα με την ελίτ του πλούτου. Λίγο πριν μας χτυπήσει η καταστροφή, λαός και Κολωνάκια συναγελάζονταν εκ κραιπάλη στα ίδια διασκεδαστήρια: ο Ευάγγελος Γιαννόπουλος συγκεφαλαίωσε τον εξισωτισμό της σκυλοπόπ κραδαίνοντας γαρδένιες και κιλότες, οι δε ιδεολογικοί μηχανισμοί είχαν μετεγκατασταθεί στα γκλόσι περιοδικά και στα κανάλια. Με αυτή την πνευματική και αισθητική σκευή, με αυτή τη βιοθεωρία οικοδομούσαμε vita activa. Και το απόθεμα της γενιάς του ’30, εν τω μεταξύ, το τολμηρό ζεύγμα λαϊκού και μοντέρνου, εντόπιου και διεθνούς, εξανεμίστηκε και θάφτηκε. Η ελληνική ιδιοπροσωπία εξέπεσε σε χυδαία αυταρέσκεια και πνευματική οκνηρία, σε ακηδία και απάθεια, σε βαθύ επαρχιωτισμό και εθελοδουλία. Πολύ πριν από την πτώχευση.
Επειδή λεφτά δεν υπάρχουν ούτε θα εμφανιστούν σύντομα και άφθονα. Επειδή η υλική καταστροφή θα πολλαπλασιάζει τη σύγχυση και την αμάθεια, επειδή η παιδεία γίνεται πιο ταξική και από τα χρόνια του ’50, επειδή κανείς εξωχώριος δεν θα μας σώσει, μόνη ελπίδα είναι ένα σχέδιο πνευματικής ανασυγκρότησης απολύτως συγχρονισμένο με την ανάσχεση της ένδειας. Χρειαζόμαστε ιδέες, ταυτότητα, σκελετό, χρειαζόμαστε σύνδεση με την παράδοση, μια επανερμηνεία που να μπολιάζει το ζοφερό παρόν, επινόηση του μέλλοντος. Χρειαζόμαστε υπερβάσεις. Ας μην είναι σχέδιο – μεγάλες κουβέντες. Ας είναι σκέψη και πράξη, διαρκείς, αγωνιώσες. Αρετή και τόλμη.
www.mesaellada.wordpress.com
ΘΕΛΟΥΜΕ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΠΟΥ ΠΡΩΤΑ ΔΙΑΚΡΙΝΟΥΝ ΤΟ ΚΑΛΟ σε καθετί, και στο σκοτάδι ακόμα, κι έπειτα το κακό και το ανάποδο με σύνεση αλλάζουν. Που δεν σκώπτουν, ειρωνεύονται και διακωμωδούν, αν εναλλακτικές δεν έχουν οι ίδιοι να προτείνουν. ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΠΟΥ ΑΥΤΟΣΑΤΙΡΙΖΟΝΤΑΙ, προτού το δικαίωμα να κρίνουν θεμελιώσουν, πρωτοπόροι για να γίνουν και παραδείγματα στην αλλαγή που οραματίστηκαν και τεκμηριώνουν. ΠΡΟΣΩΠΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΑΠΟΜΥΖΟΥΝ τη δύναμη από ομάδες, συντεχνίες και συνάφια, αλλά ατόφια την αυτοεκτίμηση από μέσα τους αντλούνε. Συναξαριστές εμπειριών τους θέλουμε κι όχι καθηλωμένους σε τόπους, σε συνήθειες, στα περασμένα. ΤΟΥ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟΥ ΕΡΑΣΤΕΣ και του πρωτόγνωρου θιασώτες. Πρόσωπα που η γνώση της ματαιότητας, πείσμα ενάντια στο μηδέν τούς δίνει. ΠΟΥ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ, ΤΗΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ, την ηθική ως πρόσχημα για την αδράνεια, τη χλεύη, τη φιλαυτία δεν παρουσιάζουν. ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΠΟΥ ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΛΕΝΕ «αυτό το ξέρω», αλλά «θα το μάθω καλύτερα ακόμα». ΠΑΡΑΣΙΤΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΣΤΕΡΓΟΥΝΕ, που την ανασφάλεια προφασιζόμενα, ρουφούν τη δύναμη του άλλου και ευθύς μόλις τον ξεράνουνε, καινούργια θύματα γυρεύουν να προσκολληθούνε. ΠΑΡΑΦΟΡΟΥΣ ΤΟΥΣ ΟΡΑΜΑΤΙΖΟΜΑΣΤΕ και πάντα ερωτευμένους με την οικουμένη. Ιδανικούς μέσα στις ήττες τους και στις συγκυρίες με επίγνωση γενναίους. ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΠΟΥ ΚΕΡΝΟΥΝ ΚΡΑΣΙ ΤΟΝ ΧΑΡΟΝΤΑ, την ασθένεια, τον πόνο, την οδύνη. ΘΕΛΟΥΜΕ ΠΛΑΣΜΑΤΑ ΤΡΑΓΙΚΑ ΚΑΙ ΑΠΟΦΑΣΙΣΜΕΝΑ, που στον Θεό «σ’ αγαπώ» αντί για προσευχές ψελλίζουν. Κι εκείνους που παλεύουν για το αδύνατο, επειδή γνωρίζουν πως έτσι ξεριζώνεται το χάος. ΘΕΛΟΥΜΕ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΠΟΥ ΤΗΝ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΤΗΤΑ σε καινούργιο θαύμα μετατρέπουν. Και δεν μεμψιμοιρούν ή παραδίνονται, γιατί στο ελάχιστο και στο ασήμαντο διάλεξε ο Πλάστης να κρύψει το σύμπαν όλο. ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΠΟΥ ΓΕΝΝΗΘΗΚΑΝ και οι αποφάσεις τους οι μικρές αλλάζουν την ιστορία και τη μοίρα.
Απόσπασμα από το βιβλίο του Ευστράτιου Παπάνη, Ψυχολογία της Προσωπικότητας και Αυτοεκτίμηση, εκδ. Οxy
«ΟΤΑΝ ΗΜΟΥΝ ΜΙΚΡΟΣ, ΜΟΥ ΑΡΕΣΕ πολύ το τσίρκο, και στο τσίρκο μού άρεσαν πιο πολύ τα ζώα. Μου έκανε τρομερή εντύπωση ο ελέφαντας που, όπως έμαθα αργότερα, είναι το αγαπημένο ζώο όλων των παιδιών. Στην παράσταση, το θεόρατο ζώο έκανε επίδειξη του τεράστιου βάρους του, του όγκου και της δύναμής του. ΟΜΩΣ, ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ και λίγο προτού επιστρέψει στη σκηνή, ο ελέφαντας στεκόταν δεμένος συνεχώς σ’ ένα μικρό ξύλο μπηγμένο στο έδαφος. Μια αλυσίδα κρατούσε φυλακισμένα τα πόδια του. ΜΟΛΟΝΟΤΙ Η ΑΛΥΣΙΔΑ ΗΤΑΝ ΧΟΝΤΡΗ ΚΑΙ ΙΣΧΥΡΗ, μου φαινόταν ολοφάνερο ότι ένα ζώο που μπορούσε να ξεριζώνει δέντρα με τη δύναμή του, θα μπορούσε εύκολα να λυθεί και να φύγει. Το θεωρούσα αληθινό μυστήριο. Μα τι τον κρατάει; Γιατί δεν το σκάει; ΟΤΑΝ ΗΜΟΥΝ ΕΞΙ ΕΤΩΝ, πίστευα ακόμα στη σοφία των μεγάλων. Ρώτησα τότε κάποιον δάσκαλο ή τον πατέρα μου για το μυστήριο του ελέφαντα. Μου εξήγησαν ότι ο ελέφαντας είναι δαμασμένος. Έκανα τότε την προφανή ερώτηση: Κι αφού είναι δαμασμένος, γιατί τον αλυσοδένουν; ΔΕΝ ΘΥΜΑΜΑΙ ΝΑ ΠΗΡΑ ικανοποιητική απάντηση. Με τον καιρό, ξέχασα το μυστήριο του ελέφαντα με το παλούκι, και το θυμόμουν μόνο όταν βρισκόμουν με κάποιους που είχαν αναρωτηθεί κάποτε πάνω στο ίδιο θέμα ΠΡΙΝ ΜΕΡΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ ΑΝΑΚΑΛΥΨΑ -ευτυχώς για μένα- ότι κάποιος είχε αρκετή σοφία ώστε ν’ ανακαλύψει την απάντηση. Ο ελέφαντας του τσίρκου δεν το σκάει γιατί τον έδεναν από τότε που ήταν πολύ, πολύ μικρός. ΕΚΛΕΙΣΑ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΚΑΙ ΦΑΝΤΑΣΤΗΚΑ τον νεογέννητο ελέφαντα δεμένο στο παλούκι. Είμαι βέβαιος ότι τότε το ελεφαντάκι είχε σπρώξει, τραβήξει και ιδρώσει πασχίζοντας να λευτερωθεί. Μα, παρόλες τις προσπάθειές του, δεν τα είχε καταφέρει, γιατί το παλούκι ήταν πολύ γερό για τις δυνάμεις του. Φαντάστηκα ότι θα κοιμόταν εξαντλημένο και την επόμενη μέρα θα προσπαθούσε ξανά, και τη μεθεπόμενη το ίδιο… Ώσπου μια μέρα, μια φρικτή μέρα για την ιστορία του, το ζώο θα παραδεχόταν την αδυναμία του και θα υποτασσόταν στη μοίρα του. ΑΥΤΟΣ Ο ΘΕΟΡΑΤΟΣ ΕΛΕΦΑΝΤΑΣ που βλέπουμε στο τσίρκο δεν το σκάει γιατί νομίζει ότι δεν μπορεί, ο δυστυχής. Η ανάμνηση της αδυναμίας που ένιωσε λίγο μετά τη γέννησή του είναι χαραγμένη στη μνήμη του. Και το χειρότερο είναι ότι ποτέ δεν αμφισβήτησε σοβαρά αυτή την ανάμνηση. Ποτέ μα ποτέ δεν ξαναπροσπάθησε να δοκιμάσει τις δυνάμεις του. – ΕΤΣΙ ΕΙΝΑΙ, ΝΤΕΜΙΑΝ. ΟΛΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ ΛΙΓΟ-ΠΟΛΥ σαν τον ελέφαντα του τσίρκου. Περιδιαβαίνουμε τον κόσμο δεμένοι σε εκατοντάδες παλούκια που μας στερούν την ελευθερία. Ζούμε πιστεύοντας ότι δεν μπορούμε να κάνουμε ένα σωρό πράγματα, απλώς επειδή μια φορά, πριν από πολύ καιρό, όταν είμαστε μικροί, προσπαθήσαμε και δεν τα καταφέραμε. Πάθαμε το ίδιο με τον ελέφαντα. Χαράξαμε στη μνήμη μας αυτό το μήνυμα: Δεν μπορώ, δεν μπορώ και ποτέ δεν θα μπορέσω. Ο ΧΟΡΧΕ ΕΚΑΝΕ ΜΙΑ ΜΕΓΑΛΗ ΠΑΥΣΗ. Ύστερα πλησίασε, κάθισε στο πάτωμα μπροστά μου και συνέχισε: Αυτό σου συμβαίνει, Ντέμι. Ζεις μέσα στα όρια της ανάμνησης ενός Ντέμιαν που δεν υπάρχει πια, εκείνου που δεν τα κατάφερε. Ο ΜΟΝΑΔΙΚΟΣ ΤΡOΠΟΣ ΝΑ ΜΑΘΕΙΣ ΑΝ ΜΠΟΡΕΙΣ, είναι να προσπαθήσεις πάλι με όλη σου την ψυχή». Απόσπασμα από το βιβλίο του Jorge Bucay με τίτλο «Να σου πω μια ιστορία», εκδόσεις Opera).
