Διαβάσαμε

Μαρία Ανδρεάδου στις 19 Μαρτίου 2015

Αγάπη, εκτίμηση, κανόνες και επικοινωνία: πάνω σ’ αυτόν τον βατήρα, σύμφωνα με τον Χόρχε Μπουκάι, στέκεται το παιδί νια να κάνει το άλμα του στη ζωή.

Η οικογένεια ως βατήρας 

Το σπίτι όπου έζησε το παιδάκι που ήμουν κάποτε, και τα πρόσωπα με τα οποία μοιράστηκα την οικογενειακή μου ζωή υπήρξαν ο βατήρας πάνω στον οποίο πάτησα για να εκτελέσω το άλμα προς την ενήλικη ζωή μου.

Η οικογένεια αποτελεί πάντοτε τον βατήρα, και κάποια στιγμή πρέπει να σταθούμε στην άκρη του και να πραγματοποιήσουμε το άλμα προς τον κόσμο και τη μετέπειτα ζωή.

Αν, καθώς πάω να πηδήξω από τον βατήρα, πιαστώ από κάπου και κρεμαστώ, θα μείνω εκεί να κρέμομαι και δεν θα πραγματοποιήσω το ταξίδι μου ποτέ.

Τι καλά που θα ήταν αν βρίσκαμε το θάρρος να πηδήξουμε από τον βατήρα μ’ έναν θεαματικό τρόπο! Αυτό μπορεί να γίνει αν ο βατήρας είναι υγιής. Αν η οικογενειακή σχέση είναι υγιής. Αν το ζευγάρι των γονιών είναι υποστηρικτικό.

Ο βατήρας αυτός πατάει πάνω σε τέσσερα βασικά στηρίγματα, τόσο σημαντικά, που αν δεν είναι στέρεα κανένα παιδάκι δεν μπορεί να περπατήσει πάνω του χωρίς να πέσει.

Το πρώτο στήριγμα είναι η αγάπη 

Ένα παιδί που δεν ένιωσε ότι το αγάπησαν οι γονείς του, έχει μια θλιβερή ιστορία: θα του είναι πολύ δύσκολο να αγαπήσει τον εαυτό του. Η αγάπη για τον εαυτό μας μαθαίνεται μέσα από την αγάπη που δεχόμαστε από τους γονείς μας.

Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορούμε να διδαχτούμε και αλλιώς, λέω απλώς ότι αυτός είναι ο καλύτερος τόπος και τρόπος για να το μάθουμε. Και βέβαια, ένα παιδί που δεν αγαπήθηκε δεν μπορεί ούτε το ίδιο να αγαπήσει, κι αν έτσι έχει συμβεί στη ζωή του, τι μπορεί να κάνει αργότερα στις σχέσεις του με τους άλλους;

Ο βατήρας που δεν έχει αυτό το στήριγμα είναι επικίνδυνος. Είναι δύσκολο να βαδίσει κανείς πάνω του. Είναι ένας βατήρας χωρίς ισορροπία.

Το δεύτερο στήριγμα είναι η εκτίμηση 

Αν η οικογένεια δεν έχει ένα καλό απόθεμα αυτοεκτίμησης, αν οι γονείς θεωρούν ότι οι ίδιοι είναι ένα τίποτα, τότε και το παιδί θα αισθάνεται ένα τίποτα.

Αν προέρχεται κανείς από ένα σπίτι όπου δεν τον εκτιμούν και δεν θεωρούν ότι αξίζει, δυσκολεύεται να πιστέψει ο ίδιος για τον εαυτό του ότι αξίζει. Τα σπίτια με ένα καλό επίπεδο αυτοεκτίμησης διαθέτουν κατάλληλους βατήρες.

Η Βιρτζίνια Σατίρ λέει: «Στις καλές οικογένειες, η χύτρα της αυτοεκτίμησης του σπιτιού είναι γεμάτη». Που σημαίνει: οι γονείς πιστεύουν ότι είναι αξιόλογοι άνθρωποι, πιστεύουν ότι τα παιδιά τους αξίζουν, ο μπαμπάς πιστεύει ότι η μαμά αξίζει, η μαμά πιστεύει ότι ο μπαμπάς αξίζει, ο μπαμπάς και η μαμά πιστεύουν ότι έχουν μια οικογένεια που αξίζει, και είναι κι οι δύο υπερήφανοι για την ομάδα που έχουν φτιάξει.

Όταν έρχεται σπίτι το παιδί και λέει: «Τι ωραία που είναι αυτή η οικογένεια!» τότε ξέρουμε πως ο βατήρας είναι γερός.

Όταν έρχεται το παιδί σπίτι και λέει: «Μπορώ να πάω να μείνω στο σπίτι της θείας Μαργαρίτας;»… τότε έχουμε πρόβλημα.

Όταν λέει ο πατέρας στο παιδί: «Γιατί τότε δεν πας να μείνεις με τη θεία σου τη Μαργαρίτα;» πάλι κάτι συμβαίνει.

Το τρίτο στήριγμα είναι οι κανόνες 

Στην οικογένεια πρέπει να υπάρχουν κανόνες, με τη μόνη προϋπόθεση ότι δεν θα είναι αυστηροί. Οι κανόνες πρέπει να είναι ευέλικτοι, ελαστικοί, αμφισβητήσιμοι, συζητήσιμοι και διαπραγματεύσιμοι. Πάντως, πρέπει να υπάρχουν.

Ακριβώς όπως πιστεύω ότι οι κανόνες στην οικογένεια υπάρχουν για να μπορεί κανείς να τους παραβεί και είναι δική μας υποχρέωση να βάζουμε καινούργιους, πιστεύω και ότι η διαδικασία αυτή πρέπει να βασίζεται σε μια χρονική στιγμή που τα παιδιά έχουν μάθει να μεγαλώνουν και να ωριμάζουν σ’ ένα περιβάλλον με ασφάλεια και προστασία.

Αυτό είναι το περιβάλλον της οικογένειας. Οι κανόνες αποτελούν το πλαίσιο ασφάλειας και πρόβλεψης που είναι αναγκαίο για την ανάπτυξη μου. Ένα σπίτι χωρίς κανόνες δημιουργεί έναν βατήρα πάνω στον οποίο το παιδί δεν μπορεί να σταθεί για να κάνει το άλμα του στον κόσμο…

Το τελευταίο στήριγμα είναι η επικοινωνία 

Για να μπορέσει να πραγματοποιηθεί το άλμα, είναι αναγκαίο να υπάρχει διαρκής και έντιμη επικοινωνία. Με κανένα άλλο θέμα δεν έχουν ασχοληθεί τόσο πολύ τα εγχειρίδια ψυχολογίας, όσο με αυτό της επικοινωνίας.

Να διαβάζετε μαζί σαν ζευγάρι, να κουβεντιάζετε με τα παιδιά σας, να συζητάτε όλοι μεταξύ σας με την τηλεόραση κλειστή… Αυτός είναι ένας τρόπος για να ενισχυθεί η επικοινωνία, όχι όμως ο πιο σημαντικός.

Ουσιαστικό είναι αυτό που ξεκινάει με ερωτήσεις που κάνει κανείς με αληθινό ενδιαφέρον, μέσα από την καρδιά του: Πώς είσαι; Πώς τα πέρασες σήμερα; Θέλεις να κουβεντιάσουμε;

Και σ’ αυτό το στήριγμα —αποκλειστικά σ’ αυτό το στήριγμα—, στηρίζεται η δυνατότητα επανόρθωσης των υπολοίπων.

Αγάπη, εκτίμηση, κανόνες και επικοινωνία: πάνω σ’ αυτόν τον βατήρα στέκεται το παιδί νια να κάνει το άλμα του στη ζωή. Για να βαδίσει, καταρχάς, τον δρόμο της αυτοεξάρτησης και, στη συνέχεια, τον δρόμο της συνάντησης με τους άλλους.

Απόσπασμα από το βιβλίο του Χόρχε Μπουκάι «Ο Δρόμος της Συνάντησης» Εκδόσεις OPERA

πηγη : http://www.talcmag.gr

Μαρία Ανδρεάδου στις 16 Μαρτίου 2015
– II –
Ποτέ δε φεύγουν τα νεκρά παιδιά απ’ τα σπίτια τους,
τριγυρίζουν εκεί, μπλέκονται στα φουστάνια τής μητέρας τους
την ώρα που εκείνη ετοιμάζει το φαΐ κι ακούει το νερό να κοχλάζει
σα να σπουδάζει τον ατμό και το χρόνο. Πάντα εκεί –
Και το σπίτι παίρνει ένα άλλο στένεμα και πλάτεμα
σάμπως να πιάνει σιγαλή βροχή
καταμεσής καλοκαιριού, στα ερημικά χωράφια.
Δε φεύγουν τα νεκρά παιδιά. Μένουν στο σπίτι
κι έχουν μια ξέχωρη προτίμηση να παίζουν στον κλεισμένο διάδρομο
και κάθε μέρα μεγαλώνουν μέσα στην καρδιά μας, τόσο
που ο πόνος κάτω απ’ τα πλευρά μας, δεν είναι πια απ΄τη στέρηση
μα απ’ την αύξηση. Κι αν κάποτε οι γυναίκιες βγάζουν μια κραυγή στον ύπνο τους,
είναι που τα κοιλοπονάνε πάλι.
Η σύνθεση ανήκει στην Υδρία, συλλογή πολύστιχων ποιημάτων, αφιερωμένη στη Φωτεινούλα Φιλιακού, αγαπημένη βαφτιστικιά του ποιητή, που χάθηκε στα δυο της χρόνια. (αποσπασμα).
πηγη : http://kapoumakria.blogspot.gr
Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 11 Μαρτίου 2015

Α’ Στάξε στη λίμνη μόνο μια στάλα κρασί και σβήνει ο ήλιος.

Β’ Στον κάμπο ούτ’ ένα τετράφυλλο τριφύλλι. Ποιος φταίει απ’ τους τρεις;

Γ’ Στον κήπο του μουσείου Άδειες καρέκλες τ’ αγάλματα γύρισαν στ’ άλλο μουσείο.

Δ’ Να ‘ναι η φωνή πεθαμένων φίλων μας ή φωνογράφος;

Ε’ Τα δάχτυλά της στο θαλασσί μαντίλι κοίτα: κοράλλια.

ΣΤ’ Συλλογισμένο το στήθος της βαρύ μες στον καθρέφτη.

Ζ’ Φόρεσα πάλι τη φυλλωσιά του δέντρου κι εσύ βελάζεις.

Η’ Νύχτα, ο αγέρας ο χωρισμός απλώνει και κυματίζει.

Θ’ Νέα μοίρα Γυμνή γυναίκα το ρόδι που έσπασε ήταν γεμάτο αστέρια.

Ι’ Τώρα σηκώνω μια νεκρή πεταλούδα χωρίς φτιασίδι.

ΙΑ’ Πού να μαζεύεις τα χίλια κομματάκια του κάθε ανθρώπου.

ΙΒ’ Άγονος γραμμή Το δοιάκι τι έχει; Η βάρκα γράφει κύκλους κι ούτε ένας γλάρος!

ΙΓ’ Άρρωστη Ερινύς Δεν έχει μάτια τα φίδια που κρατούσε της τρών’ τα χέρια.

ΙΔ’ Τούτη η κολόνα έχει μια τρύπα, βλέπεις την Περσεφόνη;

ΙΕ’ Βουλιάζει ο κόσμος κρατήσου, θα σ’ αφήσει μόνο στον ήλιο.

ΙΣΤ’ Γράφεις το μελάνι λιγόστεψε η θάλασσα πληθαίνει.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 11 Μαρτίου 2015
…και μαθαίνεις να φτιάχνεις
όλους τους δρόμους σου στο Σήμερα,
γιατί το έδαφος του Αύριο
είναι πολύ ανασφαλές για σχέδια
και τα όνειρα πάντα βρίσκουν τον τρόπο
να γκρεμίζονται στη μέση της διαδρομής.
Και μαθαίνεις ότι, αλήθεια, μπορείς να αντέξεις

και ότι, αλήθεια, έχεις δύναμη
και ότι, αλήθεια, αξίζεις
και μαθαίνεις… μαθαίνεις
…με κάθε αντίο μαθαίνεις

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 11 Μαρτίου 2015
 
 
Ἐπεκτείνομαι καὶ βιώνω
παράνομα
σὲ περιοχὲς ποὺ σὰν ὑπαρκτὲς
δὲν παραδέχονται οἱ ἄλλοι.
Ἐκεῖ σταματῶ καὶ ἐκθέτω
τὸν καταδιωγμένο κόσμο μου,
ἐκεῖ τὸν ἀναπαράγω
μὲ πικρὰ κι ἀπειθάρχητα μέσα,
ἐκεῖ τὸν ἀναθέτω
σ᾿ ἕναν ἥλιο
χωρὶς σχῆμα, χωρὶς φῶς,
ἀμετακίνητο,
προσωπικό μου.
Ἐκεῖ συμβαίνω.Κάποτε, ὅμως,
παύει αὐτό.
Καὶ συστέλλομαι,
κι ἐπανέρχομαι βίαια
(πρὸς καθησυχασμόν)
στὴ νόμιμη καὶ παραδεκτὴ
περιοχὴ
στὴν ἐγκόσμια πίκρα.

Καὶ διαψεύδομαι.
 

Μαρία Ανδρεάδου στις 11 Μαρτίου 2015

Την προσωπική σου ευτυχία δε θα βρεις υλικά να την φτιάξεις. Θα την ανακαλύψεις μόνος σου μέσα στην ξένη χαρά, στο ξένο τραγούδι. Πρέπει να συνηθίσεις να αγαπάς εκείνο που σου λείπει. Να συνηθίσεις να αντέχεις εκείνο που έχεις.
Αλλά τότε… Αν είναι έτσι όπως το λες, πως μπόρεσες, εσύ, χωρίς ευτυχία, να σύρεις ως εδώ την ύπαρξη σου; Σήμερα τελειώνει ένας αιώνας. Μήπως ανακάλυψες μέσα απ΄τα ρούμανια της ζωής, κανένα μονοπάτι που να μπορείς να το περάσεις χωρίς να ξεσκιστείς;
Όχι. Ανακάλυψες, όμως Κάτι άλλο: Τη μέθοδο να δίνεις λίγη ευτυχία στους άλλους. Τα λεξικά δεν τη γράφουν έτσι… Τη λένε μαρτύριο, αλλά ποιος ξέρει; -μπορεί αυτή να είναι η πραγματική- και η μόνη – Ευτυχία.

Μενέλαος Λουντέμης (1912 -22 Ιανουαρίου 1977), κατά κόσμον Δημήτριος (Τάκης) Βαλασιάδης, λογοτέχνης.

πηγη : http://www.thessalonikiartsandculture.gr

Κυριακή Ψαρρού στις 11 Μαρτίου 2015
  • Μέσα στη θλίψη της απέραντης μετριότητας, που μας πνίγει από παντού, παρηγοριέμαι ότι κάπου, σε κάποιο καμαράκι, κάποιοι πεισματάρηδες αγωνίζονται να εξουδετερώσουν τη φθορά.
    • Εν λευκώ (1992), «Μικρά έψιλον»

el.wikiquote.org

Κυριακή Ψαρρού στις 4 Μαρτίου 2015
Τέσσερα ξιπόλητα παιδιά
ήρθαν να δουν τη μητέρα τους στο Νοσοκομείο.
Είναι γύρω απ’ το κρεβάτι της.
Και δεν μιλούν.
Τι να πουν; Δεν ξέρουν τι να πουν.
Μιλά εκείνη. Μιλά διαρκώς εκείνη.
Και τα ρωτά και τα ρωτά
χωρίς να περιμένει απάντηση
και τους πασπατεύει τα κεφάλια.
Έπειτα τους δίνει τέσσερις καραμέλες
που της τις πρόσφερε χτες μια άλλη άρρωστη
και τις φύλαξε
(Της είχε πει: «Μπορώ να πάρω τέσσερις;»).
Όταν χτύπησε το κουδούνι τα παιδιά έφυγαν,
τα δυο μεγάλα έσερναν τα δυο μικρά κι έφυγαν.
Ξιπόλητα καθώς ήταν, σιωπηλά καθώς ήταν,
έφυγαν σα γατάκια.
Μα δεν έφυγαν αμέσως απ’ το Νοσοκομείο,
έμειναν πολλή ώρα ακόμα στην αυλή.
Κι η μητέρα όλο και ρωτά τις νοσοκόμες
αν τα βλέπουν απ’ το μπαλκόνι,
όλο και ρωτά.

http://latistor.blogspot.gr/

Κυριακή Ψαρρού στις 4 Μαρτίου 2015
Συνέντευξη στην Ελένη Γκίκα -Έθνος της Κυριακής

«Γεννήθηκα στις 10 Οκτωβρίου 1967. Μητέρα μου είναι η Κατερίνα Γώγου, ηθοποιός και ποιήτρια. Πατέρας μου είναι ο Παύλος Τάσιος, σκηνοθέτης. Και οι δυο πέθαναν νέοι…..

……..Η ποιητική Μυρτώ

«Η Μυρτώ δε μένει πια εδώ», ποίηση. Εκδόθηκε όπως τα ποιήματα της Κατερίνας, στον «Καστανιώτη». Με ασπρόμαυρο εξώφυλλο και με γράμματα κόκκινα που της αρέσουν πολύ.

«Αυτό το βιβλίο είναι ένα πέρασμα
απ’ το παρελθόν στο μέλλον
μια συνέχεια από το θάνατο στη ζωή
απ’ το ψέμα στην αλήθεια»,

γράφει ιδιοχείρως σ’ ένα οπισθόφυλλο που την αυτοπροσωπογραφεί:

«Η Αλίκη είναι η ψυχή μου που θέλει να ξεφεύγει
απ’ την κόλαση φυλακισμένη 20 χρόνια τώρα.
Καταλαβαίνει πως μόνη της όλο γλείφει τις
πληγές».

«Κι ό,τι γράφω σ’ αυτές τις ρίγες
είναι αλήθεια. Η φαντασία μου παρέμεινε ίδια».

Στις σελίδες της, 31 ποιήματα- εικόνες: «Μη φοβάσαι», «Μη χάνεσαι», «Ρώσικη ρουλέτα», «Άσπρη μέρα», «Ομίχλη», «Στην κηδεία» και «Γεννήθηκα μεγάλη»… «Η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων». Η Μυρτώ και τα περάσματα. Η Μυρτώ και όλες της οι σκιές:

«Τώρα είμαι ελεύθερη, μεθυσμένη από ήλιο.
Ζω, ξαναζώ. Νιώθω τις λέξεις που η μια δίπλα
στην άλλη κάνουν προτάσεις ολόκληρες από
ωραίες ή άσχημες εικόνες. Παίζω με τη φωτιά
Διηγούμαι παιδιά ευαίσθητα που δεν άντεξαν
Droga- Alcool, σίγουρα ένα εισιτήριο χωρίς επιστροφή.
Εγώ τα κατάφερα να την κοπανήσω.
Να με. “Η Αλίκη δε μένει πια εδώ”.
Σ’ ένα ταξίδι στη χώρα των θαυμάτων.
Περπατώ με το κεφάλι ψηλά Νίκησα.
Τώρα η ψυχή μου ησύχασε.
Αυτό το βιβλίο το χαρίζω σε όποιον αγωνίζεται
ακόμα γιατί: “LA VITAE BELLA”».

Ναι, η Μυρτώ είναι Εδώ.

http://fractalart.gr/myrto-tasiou/

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 2 Μαρτίου 2015

ΜΕΝΟΝΤΑΣ ΔΟΥΛΟΙ ΣΤΗ ΜΙΖΕΡΙΑ της καθημερινότητας, μένουμε δούλοι στο πρόσκαιρο και εφήμερο και φθαρτό του κόσμου τούτου. Κλείνουμε όλη τη θέα της ζωής στις χωματερές εκτάσεις της ρουτίνας, γίνεται όλη η ζωή ένας παχύς χωματόδρομος που τον περνάμε έρποντας.

ΚΑΘΕ ΞΥΠΝΗΜΑ ΟΜΩΣ ΚΑΠΟΙΑΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΧΑΡΑΣ μέσα μας, κάθε γεύση μεθυστική του ιδιαίτερου και ξεχωριστού που υπάρχει στη ζωή, είναι μια γεύση του απόλυτου και γι’ αυτό μια γεύση αιωνιότητας.

Η ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ ΖΕΙ ΜΕΣΑ ΜΑΣ στην κάθε μέρα, στην κάθε ώρα, σαν σύγκριση και σαν νοσταλγία. Ο χαμένος παράδεισος ζει μέσα μας στις στιγμές της μεγάλης χαράς, στο πλησίασμα ενός ανθρώπου, μιας αλήθειας, μιας αγάπης, μιας ομορφιάς.

ΕΙΝΑΙ ΣΤΙΓΜΕΣ ΣΤΗ ΖΩΗ, αυτές που κάνουν τη δίψα μας μαρτύριο και που το νιώθουμε καθαρά πως θ’ αρκούσαν, σε μία αέναη παράταση, να μας ξεδιψάσουν για μία αιωνιότητα».

«Η ΖΩΗ ΕΙΝΑΙ ΛΙΓΗ, ΟΧΙ ΧΡΟΝΙΚΑ ΛΙΓΗ, όσο ποιοτικά και ποσοτικά. Είναι τόση μόνο, όσο για να ξυπνάει μέσα μας μια βαθιά, ακόρεστη δίψα. Ό,τι γευόμαστε σε τούτη τη ζωή δεν είναι παρά αρμυρό νερό που μεγαλώνει τη δίψα μας για ένταση και διάρκεια. Μόνο αυτή η λέξη μπορεί να αποδώσει ό,τι ίσαμε τούτη τη στιγμή έχουμε δοκιμάσει στη ζωή: Διψάμε. Ό,τι γευτήκαμε κι ό,τι γευόμαστε είναι λίγο, ασήμαντο, μηδαμινό, μπροστά σ’ αυτό που διψάμε.

ΚΙ Η ΔΙΨΑ ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ Η ΠΙΟ ΒΑΣΑΝΙΣΤΙΚΗ, το πιο φοβερό μαρτύριο. Οι στιγμές είναι ελάχιστες που η καρδιά ξεδιψάει για ζωή, το νερό κελαρύζει ελάχιστες στιγμές και μετά στερεύει κι η καρδιά μένει εκεί σκυμμένη καρτερώντας, πιο διψασμένη ύστερα απ’ αυτές τις στιγμές, πιο αχόρταστη, με τα χείλη ανοιχτά και ξεραμένα απ’ τη νοσταλγία.

ΤΙ ΔΙΨΑΜΕ; ΔΙΨΑΜΕ ΕΝΤΑΣΗ, ΔΙΑΡΚΕΙΑ, ΠΟΙΚΙΛΙΑ. Διψάμε το αδιάκοπα καινούργιο. Λαχταράμε τον ίλιγγο της πτώσης, της απροσμέτρητης πτώσης, αλλά και το φτερούγισμα της ανόδου. Κάθε τι ακραίο μας ηλεκτρίζει. Η γη είναι στενή, η ζωή φθαρμένη μέσα στα σχήματα. Ασφυκτιούμε μέσα στα δεσμά του τόπου, του χρόνου και των αισθήσεων.

ΜΕΣΑ ΜΑΣ ΥΠΑΡΧΕΙ ΕΝΑΣ ΧΩΡΟΣ ΧΩΡΙΣ ΕΚΤΑΣΗ, η ανάγκη για μια απόλυτη διάρκεια κι η λαχτάρα για μια χωρίς όρια απόλαυση. Τα θέλουμε όλα, κι αυτό είναι το πιο βασανιστικό πάθος μεσ’ στη ζωή». [Πηγή: www.doctv.gr]

 

Οι ανθρώπινες σχέσεις είναι δύσκολες, ενώ οι επαφές είναι εύκολες. Σε αυτό το πλαίσιο, λοιπόν, γεννιέται η έννοια του συνανθρώπου. Ο άνθρωπος γίνεται άνθρωπος μόνο όταν είναι συνάνθρωπος. Γιατί αλλιώς μόνος του δεν μπορεί να ξεκολλήσει και να πάει πιο πέρα. Άρα έχει φτάσει στο όριό του.

Με τον συνάνθρωπο, ο άνθρωπος δεν είναι πια ο ένας, οι άνθρωποι δεν είναι πια οι εμείς. Άρα ξαφνικά γίνονται οι άλλοι και οι άλλοι άλλοι. Τεράστιο θέμα. Τεράστιο θέμα να μην λες από την αρχή ότι είμαι «εγώ». Αυτοί που είναι συνάνθρωποι καταλαβαίνουν πολύ γρήγορα ότι είμαι ο άλλος. Και για τον άλλον, είμαι ο άλλος άλλος.

Το αρχικό σύστημα αναφοράς στο εγωιστικό είναι: είμαι εγώ και οι άλλοι. Έχει ενδιαφέρον γιατί είναι εγώ, μοναδικό και οι άλλοι πληθυντικό. Πολύ συχνά όταν έχουμε ανθρώπους που είναι σε μια παρέα στην πραγματικότητα αναζητούν την αναπαραγωγή του εγώ τους.

Γι’ αυτό πολύ συχνά οι άνθρωποι που είναι σε μια παρέα μοιάζουν. Άρα η άλλη έννοια έχει σχέση με την έννοια της ομάδας. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα, μπορείτε να φανταστείτε ας πούμε την παρέα από έντεκα τερματοφύλακες, αλλά έντεκα τερματοφύλακες δεν είναι μια ομάδα.

Θα πείτε, γιατί δεν είναι μια ομάδα, αφού είναι έντεκα. Γιατί όταν θα μπουν στο γήπεδο ένας θα είναι τερματοφύλακας. Δεν μπορεί να είναι ούτε καν δύο. Άρα φανταστείτε έντεκα. Σημαίνει πρακτικά ότι σε μια ομάδα δεν αναζητούμε το ίδιο, αλλά αναζητούμε τον άλλον.

Σε αυτήν τη διαδικασία καταλαβαίνουμε ότι μερικά πράγματα δεν μπορούμε να τα κάνουμε χωρίς τον άλλον, γιατί ο άλλος ξέρει να τα κάνει, ενώ εμείς μόνοι μας δεν μπορούμε. Αυτό είναι μια αποδοχή που φαίνεται αρχικά ότι είναι μια αποδοχή ανικανότητας. Ξέρετε ποια είναι η πιο μεγάλη ανικανότητα; Είναι να θεωρείς τον εαυτό σου ικανό για τα πάντα.

Μια ικανότητα είναι να ξέρεις μέχρι που φτάνουν οι ικανότητές σου και αυτό ονομάζεται στρατηγική. Γιατί σκέφτεσαι από πριν αυτό που είσαι. Και έτσι μπορείς να προβλέψεις αν θα ανταπεξέλθεις ή όχι. Αυτή η ικανότητα όταν γίνεται πιο φιλοσοφική μετατρέπεται σε κενότητα.

Η ιδέα είναι ότι όταν νομίζεις ότι μπορείς να κάνεις τα πάντα, συνήθως είσαι κενός, ενώ όταν ξέρεις ότι δεν μπορείς να κάνεις τα πάντα, ανήκεις στην κενότητα και ποντάρεις στους άλλους ότι μαζί θα κάνουμε κάτι.

 

πηγη : http://nikos-lygeros-poihsh.blogspot.gr/

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 23 Φεβρουαρίου 2015

Είδες ποτέ σου πολιτεία να σηκώνεται ψηλά; Δεμένη από χιλιάδες σπάγγοι ν’ ανεβαίνει στα ουράνια; Ε, λοιπόν, ούτε είδες ούτε θα ματαδείς ένα τέτοιο θάμα. Αρχινούσανε την Καθαρή Δευτέρα -είτανε αντέτι- και συνέχεια την κάθε Κυριακή και σκόλη, ώσαμε των Βαγιών. Από του Χατζηφράγκου τ’ Αλάνι κι από το κάθε δώμα κι από τον κάθε ταρλά του κάθε μαχαλά της πολιτείας, αμολάρανε τσερκένια. Πήχτρα ο ουρανός. Τόσο, που δε βρίσκανε θέση τα πουλιά. […] Ολάκερη τη Μεγάλη Σαρακοστή, κάθε Κυριακή και σκόλη, η πολιτεία ταξίδευε στον ουρανό. Ανέβαινε στα ουράνια και τη βλόγαγε ο Θεός. Δε χώραγε το μυαλό σου πώς μπόραγε να μείνει κολλημένη χάμω στη γης, ύστερ’ από τόσο τράβηγμα στα ύψη. Και όπως κοιτάγαμε όλο ψηλά, τα μάτια μας γεμίζανε ουρανό, ανασαίναμε ουρανό, φαρδαίνανε τα στέρνα μας και κάναμε παρέα με αγγέλοι. Ίδια αγγέλοι κι αρχαγγέλοι κορονίζανε ψηλά. Θα που πεις, κι εδώ, την Καθαρή Δευτέρα, βγαίνουνε κάπου εδώ γύρω κι αμολάρουνε τσερκένια. Είδες όμως ποτέ σου τούτη την πολιτεία ν’ αρμενίζει στα ουράνια; Όχι. Εκεί, ούλα είταν λογαριασμένα με νου και γνώση, το κάθε σοκάκι δεμένο με τον ουρανό. Και χρειαζότανε μεγάλη μαστοριά και τέχνη για ν’ αμολάρεις το τσερκένι σου.»,  (Κοσμάς Πολίτης, Στου Χατζηφράγκου, Εστία).

 

Ο. Ελύτης, «Ο χαρταετός»

Κι όμως ήμουν πλασμένη για χαρταετός.

Τα ύψη μου άρεσαν ακόμη

και όταν έμενα στο προσκέφαλο μου μπρούμυτα

τιμωρημένη ώρες και ώρες.

ένιωθα το δωμάτιο μου ανέβαινε

-δεν ονειρευόμουν- ανέβαινε

φοβόμουνα και μου άρεσε.

Ήταν εκείνο που έβλεπα πως να το πω

κάτι σαν την «ανάμνηση τον μέλλοντος»

όλο δέντρα που έφευγαν βουνά πού άλλαζαν όψη

χωράφια γεωμετρικά με δασάκια σγουρά

σαν εφηβαία – φοβόμουνα και μου άρεσε-

ν’ αγγίζω μόλις τα καμπαναριά

να τους χαϊδεύω τις καμπάνες

σαν όρχεις και να χάνομαι. . .

Άνθρωποι μ’ ελαφρές ομπρέλες περνούσανε λοξά

και μου χαμογελουσανε·

κάποτε μου χτυπούσανε στο τζάμι:

«δεσποινίς» φοβόμουνα και μου άρεσε.

Ήταν οι «πάνω άνθρωποι» έτσι τους έλεγα

δεν ήταν σαν τους «κάτω»·είχανε γενειάδες

και πολλοί κρατούσανε στο χέρι μια γαρδένια

«μερικοί μισάνοιγαν την μπαλκονόπορτα

και μου ‘βαζαν αλλόκοτους δίσκους στο πικ-άπ.

Ήταν θυμάμαι » Ή Άννέτα με τα σάνταλα»

» Ό Γκέυζερ της Σπιτσβέργης»

το «Φρούτο δεν εδαγκώσαμε Μάης δεν θα μας έρθει»

(ναι θυμάμαι και αλλά)

το ξαναλέω — δεν ονειρευόμουν αίφνης εκείνο

το «Μισάνοιξε το ρούχο σου κι έχω πουλί για σένα»

Μου το ‘χε φέρει ο Ίππότης-ποδηλάτης

μια μέρα πού καθόμουνα κι έκανα πώς εδιάβαζα

το ποδήλατο του με άκρα προσοχή

το ‘χε ακουμπήσει πλάι στο κρεβάτι μου·

υστέρα τράβηξε τον σπάγκο

κι εγώ κολπώνομουν μες στον αέρα

φέγγανε τα χρωματιστά μου εσώρουχα

κοίταζα πόσο διάφανοι γίνονται κείνοι πού αγαπούνε

τροπικά φρούτα και μαντίλια μακρινής ηπείρου·

φοβόμουνα και μου άρεσε το δωμάτιο μου

ή εγώ — δεν το κατάλαβα ποτέ μου.

Είμαι από πορσελάνη καί

το χέρι μου κατάγεται από τους πανάρχαιους Ίνκας

ξεγλιστράω ανάμεσα στις πόρτες

όπως ένας απειροελάχιστος σεισμός

που τον νιώθουν μονάχα οι σκύλοι καί τα νήπια·

δεοντολογικά θα πρέπει να είμαι τέρας

και όμως η εναντίωση αείποτε μ’ έθρεψε

και αυτό εναπόκειται σ’ εκείνους με το μυτερό καπέλο

που συνομιλούν κρυφά με τη μητέρα μου

τις νύχτες να το κρίνουν.

Κάποτε η φωνή της σάλπιγγας

από τους μακρινούς στρατώνες

με ξετύλιγε σαν σερπαντίνα

και όλοι γύρω μου χειροκροτούσαν

-απίστευτων χρόνων θραύσματα μετέωρα όλα.

Στο λουτρό από δίπλα οι βρύσες ανοιχτές

μπρούμυτα στο προσκέφαλο μου

θωρούσα τις πηγές με το άσπιλο λευκό

πού με πιτσίλιζαν·τι ωραία Θεέ μου τι ωραία

χάμου στο χώμα ποδοπατημένη

να κρατάω ακόμη μες στα μάτια μου

ένα τέτοιο μακρινό του παρελθόντος πένθος.

 

(Οδυσσέας Ελύτης, Μαρία Νεφέλη)

 

 

 

Ανδρέας Εμπειρίκος, «Οι χαρταετοί»

Σε ορισμένους τόπους ονομάζουν τα χέρια χέρες. Στα Ακρο-

κεραύνεια πετούν γυπαετοί. Στις πανωσιές σουρώνει η θάλασ-

σα και αναγαλλιάζει. Στις ανοικτές πλατείες τα παιδιά πε-

τούν το Μάρτη χρωματιστούς αετούς από χαρτί.

Κόκκινοι, πράσινοι, κίτρινοι και κάποτε γαλάζιοι, οι

Χάρτινοι αετοί λυσίκομοι και με μακριές ουρές, πετούν επάνω

Από την πόλη, όπως επάνω από την φτέρη των υψηλών βου-

νών οπι αετοί.

Εκστατικά υψώνουν τα παιδιά τα χέρια. Δείχνουν τους

χάρτινους κομήτες με τις μακριές ουρές. Ουράνιοι δράκοι

πιο ψηλά τα αεροπλάνα, βροντούν και γράφουν στο στερέω-

μα με άσπρους καπνούς τις λέξεις:

ΚΑΛΑ ΛΕΟΝΑ ΝΟΛΑ ΠΥ.

Είναι η ώρα κάτασπρη, η έκστασις γαλάζια. Η πόλις

αχνίζει από ηδονή. Κουνούν τις χέρες τα παιδιά και, ακόμα,

από τα στόματά των πηδούν σαν πίδακες οι λέξεις:

ΚΑΛΑ ΛΕΟΝΑ ΝΟΛΑ ΠΥ.

 

 

 

 

Μαρία Ανδρεάδου στις 22 Φεβρουαρίου 2015

image415ι βροχοσταγόνες του μεγάλου συννεφόδεντρου γέμισαν όλο τον ουρανό με μικρά πράσινα λιόφυλλα*. Τα φύλλα τύλιξαν ολόγυρα τ’ αυτόματα και τα ντουφέκια και τα έκαναν σαν ανάλαφρα κλωνάρια δέντρων. Απ’ τις κάννες των όπλων, αντί για σφαίρες, μπαρούτι και καπνό, τινάζονται λουλούδια, πεταλούδες, λιμπελούλες* και μπομπόνια. Τα παιδιά της ομάδας Ζαρίν πυροβολούν την ομάδα Τακ όχι με σφαίρες, αλλά με μικρά μπουκέτα λουλούδια και πολύχρωμες πεταλούδες. Κι απ’ αντίκρυ, η ομάδα Τακ απαντάει με λιμπελούλες και μπομπόνια*. Ο αέρας έχει γεμίσει μυρωδιές απ’ τα λουλούδια κι απ’ τα μπομπόνια. Ήταν σαν μέρα Πρωτοχρονιάς ή σαν γιορτή των Αγίων Πάντων. Τα παιδιά των δύο αντίθετων μαχαλάδων* ξεσπούν σε γέλια και τα γέλια τους ανεβαίνουν ως τον έβδομο ουρανό*. Γέλια, γέλια, χαρές και αγάπες κυριεύουν τα πάντα. Ο Αλβάν, εκεί ψηλά, πλάι στο πελώριο δέντρο που οι ρίζες του είναι στον ουρανό και τα κλαδιά του σ’ όλον τον κόσμο, ο Αλβάν με τα χρωματιστά μπαλόνια του πετάει ανάλαφρα, πλημμυρισμένος από χαρά και νιώθει πως ο ήλιος και το φεγγάρι είναι δυο ρόδες στο δικό του ποδήλατο. Θέλει να πηδήσει στη σέλα των άστρων και κρατώντας το τιμόνι του ανέμου να φύγει μες στο άπειρο.

Άξαφνα, κάτω στη γη, ανάμεσα απ’ τους καπνούς και τα σκοτάδια, βλέπει ένα περιστέρι ν’ ανεβαίνει. Το περιστέρι είναι ο Ριπιδάτος, τ’ αγαπημένο περιστέρι του Μεϊλού. Λίγο πιο κει, η Τουλή κι η Σεκουλή, οι αδερφές του Σαλέμ, για δες, στους ώμους τους έχουν φυτρώσει κάτι μικρά χρυσά φτεράκια και φτερουγάνε πίσω απ’ το Ριπιδάτο κι έρχονται κοντά του. Ο Αλβάν απ’ την πολλή χαρά έγινε ανάλαφρος σαν πούπουλο. Το μυρωδάτο αεράκι περνάει απ’ το διάφανο βλέμμα του κι απ’ τ’ ολόδροσο χαμόγελο του.

Τούτη τη στιγμή, ο Σαλέμ, καβάλα σ’ ένα κίτρινο περιστέρι, πλησιάζει τον Αλβάν. Οι δυο φίλοι αναπήδησαν κι έδωσαν τα χέρια. Και τότε, όλα τα παιδιά, κι απ’ τις δυο ομάδες, πιάστηκαν χέρι χέρι σ’ ένα μεγάλο κύκλο χορού. Ο Αλβάν έτρεξε ίσα στο χαρταετό του τον Κοκκινολαίμη και πήρε το μεγάλο τηλεγράφημα κρεμασμένο στο σπάγκο του. Πάνω στο τηλεγράφημα βλέπει γραμμένη την έκθεση του που πρέπει να διαβάσει στην τάξη του σχολείου του τον επόμενο χρόνο. Όλα τα παιδιά τον παρακαλούν να τους τη διαβάσει. Ο Αλβάν πλησιάζει το χαρτί κοντά στα μάτια του κι αρχίζει να διαβάζει αργά αργά τις λέξεις και τις φράσεις γεμάτες φως. Έτσι που διαβάζει, είναι σαν να διαβάζει για τους ανθρώπους όλου του κόσμου, κι έτσι ψηλά που στέκεται μοιάζει σαν να ‘ναι η ψυχή όλων των παιδιών του κόσμου κι έχει να πει ένα παγκόσμιο μήνυμα.

Η έκθεσή του αρχίζει μ’ αυτά τα λόγια:

Τα όνειρά μου είναι όλο περιστέρια, χαρταετούς και πολύχρωμα μπαλόνια…

Fereydun Faryand, Περσία , μεταφραση : Γιαννης Ριτσος

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 22 Φεβρουαρίου 2015

Η συλλογή ποιημάτων ” ΤΕΡΤΣΙΝΕΣ” του Νίκου Καζαντζάκη δεν είναι ευρέως γνωστή. Μου δώρησε αυτή την συλλογή στα 18 μου χρόνια ένας αγαπημένος μου φίλος και τον ευχαριστώ γι αυτό!

Γιάννα

Ο ίδιος ο Καζαντζάκης στην εισαγωγή του, σχετικά με τους αναγνώστες στους οποίους απευθύνεται:

“Σήμερα δημοσιεύω τα τραγούδια αυτά. Από τους ανθρώπους που γνώρισα, ψυχανεμίζουμαι πως εφτά ή οχτώ θα νιώσουν χαρά διαβάζοντάς τα▪ οι άλλοι θα τα πετάξουν με δυσφορία. Η γλώσσα τους, ο στίχος, ο ρυθμός, ο “Αόρατος Μονάρχης’ που τα κυβερνάει, ο χαρούμενος, άπληστος, ανέλπιδος τρόπος που αντικρίζω την ατομική και την παγκόσμια περιπέτεια, πάνω από κάθε φόβο, όλα θα τους είναι ανυπόφορα.

 

Τους παρακαλώ να με συμπαθήσουν▪ δεν έκαμα καμιάν προσπάθεια να τους αρέσω. Μα κι αν έκανα, πάλι δε τα κατάφερνα. Η μοναξιά μ’ έχει λίγο τραχύνει, κι η χαρά που νιώθω δημιουργώντας είναι τόσο μεγάλη που άλλη αμοιβή δεν είναι δίκιο να θέλω.”

 

Στίχοι 145-181 (τέλος)

 

Φύσηξε αγέρι δροσερό της χάρης

και σαν μαγνάδι ξομπλιαστό σηκώθη

και μετεωρίστη ο νους ο καβαλλάρης:

 

Θρόνο σμαράγδι και ζαφείρι νιώθει

να κατεβαίνει από τον ήλιο λάβρος,

να τον τραβούν οι πιο βαθιοί μας πόθοι-

 

λιοντάρι, αιτός, αρχάγγελος και ταύρος.

Στου νου το μυστικό το ρόδο ανοίγει,

λάμπει όλο φως ο θάνατος ο μαύρος,

 

φωνή απαλή τα σπλάχνα του τυλίγει,

και με αναγάλλιαση κρυφή και φρίκη

θωράει τα ιερά θεριά με φως μαστίγι

 

βαρώντας τα, σαν πονεμένη νίκη,

μεγαλομάτα, αγέλαστη, όλο βέλη

να κατεβαίνει απάνου του η Βεατρίκη.

 

Χιλιοτριαντάφυλλο ο ουρανός, κι οι αγγέλοι

τρυγούν, αργατικοί σαν τα μελίσσια,

της σκοτεινής αθανασιάς το μέλι.

 

Ασπρα στη γης σαλέψαν κυπαρίσσια,

το φλογαμάξι εστάθη, κι όλο γλύκα

φωνούλα αηδονολάλησε αγγελίσια,

 

που όλο τον πόνο της ζωής ενίκα,

κι έλιωνε ο νους σαν χιόνι μες τον ήλιο:

“Φίλε ακριβέ, χίλια καλώς σε βρήκα!’

 

Γοργά τις φούχτες του έβαλεν αντήλιο,

χαμογελάει στην αγαπώ, και βρύση

τα κλάματά του τρέχουν, κι αντιστύλιο

 

μοχτάει στης γης τα χέρια ν’ ακουμπήσει

και λόγια τρυφερά να βρει στα σπλάχνα,

γλυκά πολύ, να την καλωσορίσει.

 

Μα τ’ άγια μάτια της καλής του αδράχνα,

σα δίχτυα γαληνά σε ονειροφάντη

βυθό, κορμί και νου του δίχως άχνα.

 

Ανοίγει η νύχτα αγάλια το αστρομάντι,

σμίξαν σταυρό του άγριου αθλητή τα χέρια▪

κι οι παζαρίτες βρήκαν πια το Ντάντη

 

νεκρό, τα πρώτα ως πρόβαλλαν αστέρια.

 

 

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 22 Φεβρουαρίου 2015

Με κεντρικό σύνθημα «Δικαίωμα στην ανάγνωση! για να υποδεχθεί χιλιάδες βιβλιόφιλους, γυναίκες, άντρες, έφηβους και παιδιά.

Η συνάντηση αναγνωστριών/ών  και βιβλίων  πραγματοποιείται στην Πλατεία Κοτζιά (Εθνικής Αντίστασης) τού Δήμου Αθηναίων, με θέα το νεοκλασικό Δημαρχείο της Πόλης.

Η Μεγάλη Τέντα του Βιβλίου, μοντέρνα, ζεστή και φιλική, θα  υποδεχθεί τις /τους μεγάλες/ους και μικρές/ούς επισκέπτες με τα ξύλινα σπιτικά της πατώματα.

Οι πάγκοι τους δεν θα’ ναι “μουντοί”, καθώς είναι κατασκευασμένοι από φωτεινό διαφανές βιομηχανικό υλικό. Έτσι, η αίσθηση που θα αποκομίσει το βιβλιόφιλο κοινό, είναι ότι βρίσκεται στο δικό του φιλικό βιβλιοπωλείο.

Στο φετινό 19ο Παζάρι του Βιβλίου, σ’ ένα από τα πιο δυνατά περάσματα της πρωτεύουσας, οι τιμές θα πέσουν έως και 70% και θα έχουν σημείο εκκίνησης το μισό ευρώ (0,50).

Είναι, αν θέλετε, η λαϊκή πολιτική του Συνδέσμου Εκδοτών Βιβλίου και του Συλλόγου Εκδοτών Βιβλίου Αθηνών, για να βρεθεί το βιβλίο σε κάθε αθηναϊκό – και γιατί όχι; – σε κάθε ελληνικό ράφι βιβλιοθήκης.

Στο ξεφύλλισμα των βιβλίων, αναδύεται το κοινό τους άρωμα που είναι η ειρηνική συνύπαρξη του επιφανειακά διαφορετικού και ασύμπτωτου: ο ξεχασμένος τίτλος συναντά τον καινούργιο, ο σπάνιος τον ευπώλητο, ο πανεπιστημιακός τον εκλαϊκευτικό.

 

 

Σ