Διαβάσαμε

Κυριακή Ψαρρού στις 4 Μαρτίου 2015
Τέσσερα ξιπόλητα παιδιά
ήρθαν να δουν τη μητέρα τους στο Νοσοκομείο.
Είναι γύρω απ’ το κρεβάτι της.
Και δεν μιλούν.
Τι να πουν; Δεν ξέρουν τι να πουν.
Μιλά εκείνη. Μιλά διαρκώς εκείνη.
Και τα ρωτά και τα ρωτά
χωρίς να περιμένει απάντηση
και τους πασπατεύει τα κεφάλια.
Έπειτα τους δίνει τέσσερις καραμέλες
που της τις πρόσφερε χτες μια άλλη άρρωστη
και τις φύλαξε
(Της είχε πει: «Μπορώ να πάρω τέσσερις;»).
Όταν χτύπησε το κουδούνι τα παιδιά έφυγαν,
τα δυο μεγάλα έσερναν τα δυο μικρά κι έφυγαν.
Ξιπόλητα καθώς ήταν, σιωπηλά καθώς ήταν,
έφυγαν σα γατάκια.
Μα δεν έφυγαν αμέσως απ’ το Νοσοκομείο,
έμειναν πολλή ώρα ακόμα στην αυλή.
Κι η μητέρα όλο και ρωτά τις νοσοκόμες
αν τα βλέπουν απ’ το μπαλκόνι,
όλο και ρωτά.

http://latistor.blogspot.gr/

Κυριακή Ψαρρού στις 4 Μαρτίου 2015
Συνέντευξη στην Ελένη Γκίκα -Έθνος της Κυριακής

«Γεννήθηκα στις 10 Οκτωβρίου 1967. Μητέρα μου είναι η Κατερίνα Γώγου, ηθοποιός και ποιήτρια. Πατέρας μου είναι ο Παύλος Τάσιος, σκηνοθέτης. Και οι δυο πέθαναν νέοι…..

……..Η ποιητική Μυρτώ

«Η Μυρτώ δε μένει πια εδώ», ποίηση. Εκδόθηκε όπως τα ποιήματα της Κατερίνας, στον «Καστανιώτη». Με ασπρόμαυρο εξώφυλλο και με γράμματα κόκκινα που της αρέσουν πολύ.

«Αυτό το βιβλίο είναι ένα πέρασμα
απ’ το παρελθόν στο μέλλον
μια συνέχεια από το θάνατο στη ζωή
απ’ το ψέμα στην αλήθεια»,

γράφει ιδιοχείρως σ’ ένα οπισθόφυλλο που την αυτοπροσωπογραφεί:

«Η Αλίκη είναι η ψυχή μου που θέλει να ξεφεύγει
απ’ την κόλαση φυλακισμένη 20 χρόνια τώρα.
Καταλαβαίνει πως μόνη της όλο γλείφει τις
πληγές».

«Κι ό,τι γράφω σ’ αυτές τις ρίγες
είναι αλήθεια. Η φαντασία μου παρέμεινε ίδια».

Στις σελίδες της, 31 ποιήματα- εικόνες: «Μη φοβάσαι», «Μη χάνεσαι», «Ρώσικη ρουλέτα», «Άσπρη μέρα», «Ομίχλη», «Στην κηδεία» και «Γεννήθηκα μεγάλη»… «Η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων». Η Μυρτώ και τα περάσματα. Η Μυρτώ και όλες της οι σκιές:

«Τώρα είμαι ελεύθερη, μεθυσμένη από ήλιο.
Ζω, ξαναζώ. Νιώθω τις λέξεις που η μια δίπλα
στην άλλη κάνουν προτάσεις ολόκληρες από
ωραίες ή άσχημες εικόνες. Παίζω με τη φωτιά
Διηγούμαι παιδιά ευαίσθητα που δεν άντεξαν
Droga- Alcool, σίγουρα ένα εισιτήριο χωρίς επιστροφή.
Εγώ τα κατάφερα να την κοπανήσω.
Να με. “Η Αλίκη δε μένει πια εδώ”.
Σ’ ένα ταξίδι στη χώρα των θαυμάτων.
Περπατώ με το κεφάλι ψηλά Νίκησα.
Τώρα η ψυχή μου ησύχασε.
Αυτό το βιβλίο το χαρίζω σε όποιον αγωνίζεται
ακόμα γιατί: “LA VITAE BELLA”».

Ναι, η Μυρτώ είναι Εδώ.

http://fractalart.gr/myrto-tasiou/

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 2 Μαρτίου 2015

ΜΕΝΟΝΤΑΣ ΔΟΥΛΟΙ ΣΤΗ ΜΙΖΕΡΙΑ της καθημερινότητας, μένουμε δούλοι στο πρόσκαιρο και εφήμερο και φθαρτό του κόσμου τούτου. Κλείνουμε όλη τη θέα της ζωής στις χωματερές εκτάσεις της ρουτίνας, γίνεται όλη η ζωή ένας παχύς χωματόδρομος που τον περνάμε έρποντας.

ΚΑΘΕ ΞΥΠΝΗΜΑ ΟΜΩΣ ΚΑΠΟΙΑΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΧΑΡΑΣ μέσα μας, κάθε γεύση μεθυστική του ιδιαίτερου και ξεχωριστού που υπάρχει στη ζωή, είναι μια γεύση του απόλυτου και γι’ αυτό μια γεύση αιωνιότητας.

Η ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ ΖΕΙ ΜΕΣΑ ΜΑΣ στην κάθε μέρα, στην κάθε ώρα, σαν σύγκριση και σαν νοσταλγία. Ο χαμένος παράδεισος ζει μέσα μας στις στιγμές της μεγάλης χαράς, στο πλησίασμα ενός ανθρώπου, μιας αλήθειας, μιας αγάπης, μιας ομορφιάς.

ΕΙΝΑΙ ΣΤΙΓΜΕΣ ΣΤΗ ΖΩΗ, αυτές που κάνουν τη δίψα μας μαρτύριο και που το νιώθουμε καθαρά πως θ’ αρκούσαν, σε μία αέναη παράταση, να μας ξεδιψάσουν για μία αιωνιότητα».

«Η ΖΩΗ ΕΙΝΑΙ ΛΙΓΗ, ΟΧΙ ΧΡΟΝΙΚΑ ΛΙΓΗ, όσο ποιοτικά και ποσοτικά. Είναι τόση μόνο, όσο για να ξυπνάει μέσα μας μια βαθιά, ακόρεστη δίψα. Ό,τι γευόμαστε σε τούτη τη ζωή δεν είναι παρά αρμυρό νερό που μεγαλώνει τη δίψα μας για ένταση και διάρκεια. Μόνο αυτή η λέξη μπορεί να αποδώσει ό,τι ίσαμε τούτη τη στιγμή έχουμε δοκιμάσει στη ζωή: Διψάμε. Ό,τι γευτήκαμε κι ό,τι γευόμαστε είναι λίγο, ασήμαντο, μηδαμινό, μπροστά σ’ αυτό που διψάμε.

ΚΙ Η ΔΙΨΑ ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ Η ΠΙΟ ΒΑΣΑΝΙΣΤΙΚΗ, το πιο φοβερό μαρτύριο. Οι στιγμές είναι ελάχιστες που η καρδιά ξεδιψάει για ζωή, το νερό κελαρύζει ελάχιστες στιγμές και μετά στερεύει κι η καρδιά μένει εκεί σκυμμένη καρτερώντας, πιο διψασμένη ύστερα απ’ αυτές τις στιγμές, πιο αχόρταστη, με τα χείλη ανοιχτά και ξεραμένα απ’ τη νοσταλγία.

ΤΙ ΔΙΨΑΜΕ; ΔΙΨΑΜΕ ΕΝΤΑΣΗ, ΔΙΑΡΚΕΙΑ, ΠΟΙΚΙΛΙΑ. Διψάμε το αδιάκοπα καινούργιο. Λαχταράμε τον ίλιγγο της πτώσης, της απροσμέτρητης πτώσης, αλλά και το φτερούγισμα της ανόδου. Κάθε τι ακραίο μας ηλεκτρίζει. Η γη είναι στενή, η ζωή φθαρμένη μέσα στα σχήματα. Ασφυκτιούμε μέσα στα δεσμά του τόπου, του χρόνου και των αισθήσεων.

ΜΕΣΑ ΜΑΣ ΥΠΑΡΧΕΙ ΕΝΑΣ ΧΩΡΟΣ ΧΩΡΙΣ ΕΚΤΑΣΗ, η ανάγκη για μια απόλυτη διάρκεια κι η λαχτάρα για μια χωρίς όρια απόλαυση. Τα θέλουμε όλα, κι αυτό είναι το πιο βασανιστικό πάθος μεσ’ στη ζωή». [Πηγή: www.doctv.gr]

 

Οι ανθρώπινες σχέσεις είναι δύσκολες, ενώ οι επαφές είναι εύκολες. Σε αυτό το πλαίσιο, λοιπόν, γεννιέται η έννοια του συνανθρώπου. Ο άνθρωπος γίνεται άνθρωπος μόνο όταν είναι συνάνθρωπος. Γιατί αλλιώς μόνος του δεν μπορεί να ξεκολλήσει και να πάει πιο πέρα. Άρα έχει φτάσει στο όριό του.

Με τον συνάνθρωπο, ο άνθρωπος δεν είναι πια ο ένας, οι άνθρωποι δεν είναι πια οι εμείς. Άρα ξαφνικά γίνονται οι άλλοι και οι άλλοι άλλοι. Τεράστιο θέμα. Τεράστιο θέμα να μην λες από την αρχή ότι είμαι «εγώ». Αυτοί που είναι συνάνθρωποι καταλαβαίνουν πολύ γρήγορα ότι είμαι ο άλλος. Και για τον άλλον, είμαι ο άλλος άλλος.

Το αρχικό σύστημα αναφοράς στο εγωιστικό είναι: είμαι εγώ και οι άλλοι. Έχει ενδιαφέρον γιατί είναι εγώ, μοναδικό και οι άλλοι πληθυντικό. Πολύ συχνά όταν έχουμε ανθρώπους που είναι σε μια παρέα στην πραγματικότητα αναζητούν την αναπαραγωγή του εγώ τους.

Γι’ αυτό πολύ συχνά οι άνθρωποι που είναι σε μια παρέα μοιάζουν. Άρα η άλλη έννοια έχει σχέση με την έννοια της ομάδας. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα, μπορείτε να φανταστείτε ας πούμε την παρέα από έντεκα τερματοφύλακες, αλλά έντεκα τερματοφύλακες δεν είναι μια ομάδα.

Θα πείτε, γιατί δεν είναι μια ομάδα, αφού είναι έντεκα. Γιατί όταν θα μπουν στο γήπεδο ένας θα είναι τερματοφύλακας. Δεν μπορεί να είναι ούτε καν δύο. Άρα φανταστείτε έντεκα. Σημαίνει πρακτικά ότι σε μια ομάδα δεν αναζητούμε το ίδιο, αλλά αναζητούμε τον άλλον.

Σε αυτήν τη διαδικασία καταλαβαίνουμε ότι μερικά πράγματα δεν μπορούμε να τα κάνουμε χωρίς τον άλλον, γιατί ο άλλος ξέρει να τα κάνει, ενώ εμείς μόνοι μας δεν μπορούμε. Αυτό είναι μια αποδοχή που φαίνεται αρχικά ότι είναι μια αποδοχή ανικανότητας. Ξέρετε ποια είναι η πιο μεγάλη ανικανότητα; Είναι να θεωρείς τον εαυτό σου ικανό για τα πάντα.

Μια ικανότητα είναι να ξέρεις μέχρι που φτάνουν οι ικανότητές σου και αυτό ονομάζεται στρατηγική. Γιατί σκέφτεσαι από πριν αυτό που είσαι. Και έτσι μπορείς να προβλέψεις αν θα ανταπεξέλθεις ή όχι. Αυτή η ικανότητα όταν γίνεται πιο φιλοσοφική μετατρέπεται σε κενότητα.

Η ιδέα είναι ότι όταν νομίζεις ότι μπορείς να κάνεις τα πάντα, συνήθως είσαι κενός, ενώ όταν ξέρεις ότι δεν μπορείς να κάνεις τα πάντα, ανήκεις στην κενότητα και ποντάρεις στους άλλους ότι μαζί θα κάνουμε κάτι.

 

πηγη : http://nikos-lygeros-poihsh.blogspot.gr/

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 23 Φεβρουαρίου 2015

Είδες ποτέ σου πολιτεία να σηκώνεται ψηλά; Δεμένη από χιλιάδες σπάγγοι ν’ ανεβαίνει στα ουράνια; Ε, λοιπόν, ούτε είδες ούτε θα ματαδείς ένα τέτοιο θάμα. Αρχινούσανε την Καθαρή Δευτέρα -είτανε αντέτι- και συνέχεια την κάθε Κυριακή και σκόλη, ώσαμε των Βαγιών. Από του Χατζηφράγκου τ’ Αλάνι κι από το κάθε δώμα κι από τον κάθε ταρλά του κάθε μαχαλά της πολιτείας, αμολάρανε τσερκένια. Πήχτρα ο ουρανός. Τόσο, που δε βρίσκανε θέση τα πουλιά. […] Ολάκερη τη Μεγάλη Σαρακοστή, κάθε Κυριακή και σκόλη, η πολιτεία ταξίδευε στον ουρανό. Ανέβαινε στα ουράνια και τη βλόγαγε ο Θεός. Δε χώραγε το μυαλό σου πώς μπόραγε να μείνει κολλημένη χάμω στη γης, ύστερ’ από τόσο τράβηγμα στα ύψη. Και όπως κοιτάγαμε όλο ψηλά, τα μάτια μας γεμίζανε ουρανό, ανασαίναμε ουρανό, φαρδαίνανε τα στέρνα μας και κάναμε παρέα με αγγέλοι. Ίδια αγγέλοι κι αρχαγγέλοι κορονίζανε ψηλά. Θα που πεις, κι εδώ, την Καθαρή Δευτέρα, βγαίνουνε κάπου εδώ γύρω κι αμολάρουνε τσερκένια. Είδες όμως ποτέ σου τούτη την πολιτεία ν’ αρμενίζει στα ουράνια; Όχι. Εκεί, ούλα είταν λογαριασμένα με νου και γνώση, το κάθε σοκάκι δεμένο με τον ουρανό. Και χρειαζότανε μεγάλη μαστοριά και τέχνη για ν’ αμολάρεις το τσερκένι σου.»,  (Κοσμάς Πολίτης, Στου Χατζηφράγκου, Εστία).

 

Ο. Ελύτης, «Ο χαρταετός»

Κι όμως ήμουν πλασμένη για χαρταετός.

Τα ύψη μου άρεσαν ακόμη

και όταν έμενα στο προσκέφαλο μου μπρούμυτα

τιμωρημένη ώρες και ώρες.

ένιωθα το δωμάτιο μου ανέβαινε

-δεν ονειρευόμουν- ανέβαινε

φοβόμουνα και μου άρεσε.

Ήταν εκείνο που έβλεπα πως να το πω

κάτι σαν την «ανάμνηση τον μέλλοντος»

όλο δέντρα που έφευγαν βουνά πού άλλαζαν όψη

χωράφια γεωμετρικά με δασάκια σγουρά

σαν εφηβαία – φοβόμουνα και μου άρεσε-

ν’ αγγίζω μόλις τα καμπαναριά

να τους χαϊδεύω τις καμπάνες

σαν όρχεις και να χάνομαι. . .

Άνθρωποι μ’ ελαφρές ομπρέλες περνούσανε λοξά

και μου χαμογελουσανε·

κάποτε μου χτυπούσανε στο τζάμι:

«δεσποινίς» φοβόμουνα και μου άρεσε.

Ήταν οι «πάνω άνθρωποι» έτσι τους έλεγα

δεν ήταν σαν τους «κάτω»·είχανε γενειάδες

και πολλοί κρατούσανε στο χέρι μια γαρδένια

«μερικοί μισάνοιγαν την μπαλκονόπορτα

και μου ‘βαζαν αλλόκοτους δίσκους στο πικ-άπ.

Ήταν θυμάμαι » Ή Άννέτα με τα σάνταλα»

» Ό Γκέυζερ της Σπιτσβέργης»

το «Φρούτο δεν εδαγκώσαμε Μάης δεν θα μας έρθει»

(ναι θυμάμαι και αλλά)

το ξαναλέω — δεν ονειρευόμουν αίφνης εκείνο

το «Μισάνοιξε το ρούχο σου κι έχω πουλί για σένα»

Μου το ‘χε φέρει ο Ίππότης-ποδηλάτης

μια μέρα πού καθόμουνα κι έκανα πώς εδιάβαζα

το ποδήλατο του με άκρα προσοχή

το ‘χε ακουμπήσει πλάι στο κρεβάτι μου·

υστέρα τράβηξε τον σπάγκο

κι εγώ κολπώνομουν μες στον αέρα

φέγγανε τα χρωματιστά μου εσώρουχα

κοίταζα πόσο διάφανοι γίνονται κείνοι πού αγαπούνε

τροπικά φρούτα και μαντίλια μακρινής ηπείρου·

φοβόμουνα και μου άρεσε το δωμάτιο μου

ή εγώ — δεν το κατάλαβα ποτέ μου.

Είμαι από πορσελάνη καί

το χέρι μου κατάγεται από τους πανάρχαιους Ίνκας

ξεγλιστράω ανάμεσα στις πόρτες

όπως ένας απειροελάχιστος σεισμός

που τον νιώθουν μονάχα οι σκύλοι καί τα νήπια·

δεοντολογικά θα πρέπει να είμαι τέρας

και όμως η εναντίωση αείποτε μ’ έθρεψε

και αυτό εναπόκειται σ’ εκείνους με το μυτερό καπέλο

που συνομιλούν κρυφά με τη μητέρα μου

τις νύχτες να το κρίνουν.

Κάποτε η φωνή της σάλπιγγας

από τους μακρινούς στρατώνες

με ξετύλιγε σαν σερπαντίνα

και όλοι γύρω μου χειροκροτούσαν

-απίστευτων χρόνων θραύσματα μετέωρα όλα.

Στο λουτρό από δίπλα οι βρύσες ανοιχτές

μπρούμυτα στο προσκέφαλο μου

θωρούσα τις πηγές με το άσπιλο λευκό

πού με πιτσίλιζαν·τι ωραία Θεέ μου τι ωραία

χάμου στο χώμα ποδοπατημένη

να κρατάω ακόμη μες στα μάτια μου

ένα τέτοιο μακρινό του παρελθόντος πένθος.

 

(Οδυσσέας Ελύτης, Μαρία Νεφέλη)

 

 

 

Ανδρέας Εμπειρίκος, «Οι χαρταετοί»

Σε ορισμένους τόπους ονομάζουν τα χέρια χέρες. Στα Ακρο-

κεραύνεια πετούν γυπαετοί. Στις πανωσιές σουρώνει η θάλασ-

σα και αναγαλλιάζει. Στις ανοικτές πλατείες τα παιδιά πε-

τούν το Μάρτη χρωματιστούς αετούς από χαρτί.

Κόκκινοι, πράσινοι, κίτρινοι και κάποτε γαλάζιοι, οι

Χάρτινοι αετοί λυσίκομοι και με μακριές ουρές, πετούν επάνω

Από την πόλη, όπως επάνω από την φτέρη των υψηλών βου-

νών οπι αετοί.

Εκστατικά υψώνουν τα παιδιά τα χέρια. Δείχνουν τους

χάρτινους κομήτες με τις μακριές ουρές. Ουράνιοι δράκοι

πιο ψηλά τα αεροπλάνα, βροντούν και γράφουν στο στερέω-

μα με άσπρους καπνούς τις λέξεις:

ΚΑΛΑ ΛΕΟΝΑ ΝΟΛΑ ΠΥ.

Είναι η ώρα κάτασπρη, η έκστασις γαλάζια. Η πόλις

αχνίζει από ηδονή. Κουνούν τις χέρες τα παιδιά και, ακόμα,

από τα στόματά των πηδούν σαν πίδακες οι λέξεις:

ΚΑΛΑ ΛΕΟΝΑ ΝΟΛΑ ΠΥ.

 

 

 

 

Μαρία Ανδρεάδου στις 22 Φεβρουαρίου 2015

image415ι βροχοσταγόνες του μεγάλου συννεφόδεντρου γέμισαν όλο τον ουρανό με μικρά πράσινα λιόφυλλα*. Τα φύλλα τύλιξαν ολόγυρα τ’ αυτόματα και τα ντουφέκια και τα έκαναν σαν ανάλαφρα κλωνάρια δέντρων. Απ’ τις κάννες των όπλων, αντί για σφαίρες, μπαρούτι και καπνό, τινάζονται λουλούδια, πεταλούδες, λιμπελούλες* και μπομπόνια. Τα παιδιά της ομάδας Ζαρίν πυροβολούν την ομάδα Τακ όχι με σφαίρες, αλλά με μικρά μπουκέτα λουλούδια και πολύχρωμες πεταλούδες. Κι απ’ αντίκρυ, η ομάδα Τακ απαντάει με λιμπελούλες και μπομπόνια*. Ο αέρας έχει γεμίσει μυρωδιές απ’ τα λουλούδια κι απ’ τα μπομπόνια. Ήταν σαν μέρα Πρωτοχρονιάς ή σαν γιορτή των Αγίων Πάντων. Τα παιδιά των δύο αντίθετων μαχαλάδων* ξεσπούν σε γέλια και τα γέλια τους ανεβαίνουν ως τον έβδομο ουρανό*. Γέλια, γέλια, χαρές και αγάπες κυριεύουν τα πάντα. Ο Αλβάν, εκεί ψηλά, πλάι στο πελώριο δέντρο που οι ρίζες του είναι στον ουρανό και τα κλαδιά του σ’ όλον τον κόσμο, ο Αλβάν με τα χρωματιστά μπαλόνια του πετάει ανάλαφρα, πλημμυρισμένος από χαρά και νιώθει πως ο ήλιος και το φεγγάρι είναι δυο ρόδες στο δικό του ποδήλατο. Θέλει να πηδήσει στη σέλα των άστρων και κρατώντας το τιμόνι του ανέμου να φύγει μες στο άπειρο.

Άξαφνα, κάτω στη γη, ανάμεσα απ’ τους καπνούς και τα σκοτάδια, βλέπει ένα περιστέρι ν’ ανεβαίνει. Το περιστέρι είναι ο Ριπιδάτος, τ’ αγαπημένο περιστέρι του Μεϊλού. Λίγο πιο κει, η Τουλή κι η Σεκουλή, οι αδερφές του Σαλέμ, για δες, στους ώμους τους έχουν φυτρώσει κάτι μικρά χρυσά φτεράκια και φτερουγάνε πίσω απ’ το Ριπιδάτο κι έρχονται κοντά του. Ο Αλβάν απ’ την πολλή χαρά έγινε ανάλαφρος σαν πούπουλο. Το μυρωδάτο αεράκι περνάει απ’ το διάφανο βλέμμα του κι απ’ τ’ ολόδροσο χαμόγελο του.

Τούτη τη στιγμή, ο Σαλέμ, καβάλα σ’ ένα κίτρινο περιστέρι, πλησιάζει τον Αλβάν. Οι δυο φίλοι αναπήδησαν κι έδωσαν τα χέρια. Και τότε, όλα τα παιδιά, κι απ’ τις δυο ομάδες, πιάστηκαν χέρι χέρι σ’ ένα μεγάλο κύκλο χορού. Ο Αλβάν έτρεξε ίσα στο χαρταετό του τον Κοκκινολαίμη και πήρε το μεγάλο τηλεγράφημα κρεμασμένο στο σπάγκο του. Πάνω στο τηλεγράφημα βλέπει γραμμένη την έκθεση του που πρέπει να διαβάσει στην τάξη του σχολείου του τον επόμενο χρόνο. Όλα τα παιδιά τον παρακαλούν να τους τη διαβάσει. Ο Αλβάν πλησιάζει το χαρτί κοντά στα μάτια του κι αρχίζει να διαβάζει αργά αργά τις λέξεις και τις φράσεις γεμάτες φως. Έτσι που διαβάζει, είναι σαν να διαβάζει για τους ανθρώπους όλου του κόσμου, κι έτσι ψηλά που στέκεται μοιάζει σαν να ‘ναι η ψυχή όλων των παιδιών του κόσμου κι έχει να πει ένα παγκόσμιο μήνυμα.

Η έκθεσή του αρχίζει μ’ αυτά τα λόγια:

Τα όνειρά μου είναι όλο περιστέρια, χαρταετούς και πολύχρωμα μπαλόνια…

Fereydun Faryand, Περσία , μεταφραση : Γιαννης Ριτσος

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 22 Φεβρουαρίου 2015

Η συλλογή ποιημάτων ” ΤΕΡΤΣΙΝΕΣ” του Νίκου Καζαντζάκη δεν είναι ευρέως γνωστή. Μου δώρησε αυτή την συλλογή στα 18 μου χρόνια ένας αγαπημένος μου φίλος και τον ευχαριστώ γι αυτό!

Γιάννα

Ο ίδιος ο Καζαντζάκης στην εισαγωγή του, σχετικά με τους αναγνώστες στους οποίους απευθύνεται:

“Σήμερα δημοσιεύω τα τραγούδια αυτά. Από τους ανθρώπους που γνώρισα, ψυχανεμίζουμαι πως εφτά ή οχτώ θα νιώσουν χαρά διαβάζοντάς τα▪ οι άλλοι θα τα πετάξουν με δυσφορία. Η γλώσσα τους, ο στίχος, ο ρυθμός, ο “Αόρατος Μονάρχης’ που τα κυβερνάει, ο χαρούμενος, άπληστος, ανέλπιδος τρόπος που αντικρίζω την ατομική και την παγκόσμια περιπέτεια, πάνω από κάθε φόβο, όλα θα τους είναι ανυπόφορα.

 

Τους παρακαλώ να με συμπαθήσουν▪ δεν έκαμα καμιάν προσπάθεια να τους αρέσω. Μα κι αν έκανα, πάλι δε τα κατάφερνα. Η μοναξιά μ’ έχει λίγο τραχύνει, κι η χαρά που νιώθω δημιουργώντας είναι τόσο μεγάλη που άλλη αμοιβή δεν είναι δίκιο να θέλω.”

 

Στίχοι 145-181 (τέλος)

 

Φύσηξε αγέρι δροσερό της χάρης

και σαν μαγνάδι ξομπλιαστό σηκώθη

και μετεωρίστη ο νους ο καβαλλάρης:

 

Θρόνο σμαράγδι και ζαφείρι νιώθει

να κατεβαίνει από τον ήλιο λάβρος,

να τον τραβούν οι πιο βαθιοί μας πόθοι-

 

λιοντάρι, αιτός, αρχάγγελος και ταύρος.

Στου νου το μυστικό το ρόδο ανοίγει,

λάμπει όλο φως ο θάνατος ο μαύρος,

 

φωνή απαλή τα σπλάχνα του τυλίγει,

και με αναγάλλιαση κρυφή και φρίκη

θωράει τα ιερά θεριά με φως μαστίγι

 

βαρώντας τα, σαν πονεμένη νίκη,

μεγαλομάτα, αγέλαστη, όλο βέλη

να κατεβαίνει απάνου του η Βεατρίκη.

 

Χιλιοτριαντάφυλλο ο ουρανός, κι οι αγγέλοι

τρυγούν, αργατικοί σαν τα μελίσσια,

της σκοτεινής αθανασιάς το μέλι.

 

Ασπρα στη γης σαλέψαν κυπαρίσσια,

το φλογαμάξι εστάθη, κι όλο γλύκα

φωνούλα αηδονολάλησε αγγελίσια,

 

που όλο τον πόνο της ζωής ενίκα,

κι έλιωνε ο νους σαν χιόνι μες τον ήλιο:

“Φίλε ακριβέ, χίλια καλώς σε βρήκα!’

 

Γοργά τις φούχτες του έβαλεν αντήλιο,

χαμογελάει στην αγαπώ, και βρύση

τα κλάματά του τρέχουν, κι αντιστύλιο

 

μοχτάει στης γης τα χέρια ν’ ακουμπήσει

και λόγια τρυφερά να βρει στα σπλάχνα,

γλυκά πολύ, να την καλωσορίσει.

 

Μα τ’ άγια μάτια της καλής του αδράχνα,

σα δίχτυα γαληνά σε ονειροφάντη

βυθό, κορμί και νου του δίχως άχνα.

 

Ανοίγει η νύχτα αγάλια το αστρομάντι,

σμίξαν σταυρό του άγριου αθλητή τα χέρια▪

κι οι παζαρίτες βρήκαν πια το Ντάντη

 

νεκρό, τα πρώτα ως πρόβαλλαν αστέρια.

 

 

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 22 Φεβρουαρίου 2015

Με κεντρικό σύνθημα «Δικαίωμα στην ανάγνωση! για να υποδεχθεί χιλιάδες βιβλιόφιλους, γυναίκες, άντρες, έφηβους και παιδιά.

Η συνάντηση αναγνωστριών/ών  και βιβλίων  πραγματοποιείται στην Πλατεία Κοτζιά (Εθνικής Αντίστασης) τού Δήμου Αθηναίων, με θέα το νεοκλασικό Δημαρχείο της Πόλης.

Η Μεγάλη Τέντα του Βιβλίου, μοντέρνα, ζεστή και φιλική, θα  υποδεχθεί τις /τους μεγάλες/ους και μικρές/ούς επισκέπτες με τα ξύλινα σπιτικά της πατώματα.

Οι πάγκοι τους δεν θα’ ναι “μουντοί”, καθώς είναι κατασκευασμένοι από φωτεινό διαφανές βιομηχανικό υλικό. Έτσι, η αίσθηση που θα αποκομίσει το βιβλιόφιλο κοινό, είναι ότι βρίσκεται στο δικό του φιλικό βιβλιοπωλείο.

Στο φετινό 19ο Παζάρι του Βιβλίου, σ’ ένα από τα πιο δυνατά περάσματα της πρωτεύουσας, οι τιμές θα πέσουν έως και 70% και θα έχουν σημείο εκκίνησης το μισό ευρώ (0,50).

Είναι, αν θέλετε, η λαϊκή πολιτική του Συνδέσμου Εκδοτών Βιβλίου και του Συλλόγου Εκδοτών Βιβλίου Αθηνών, για να βρεθεί το βιβλίο σε κάθε αθηναϊκό – και γιατί όχι; – σε κάθε ελληνικό ράφι βιβλιοθήκης.

Στο ξεφύλλισμα των βιβλίων, αναδύεται το κοινό τους άρωμα που είναι η ειρηνική συνύπαρξη του επιφανειακά διαφορετικού και ασύμπτωτου: ο ξεχασμένος τίτλος συναντά τον καινούργιο, ο σπάνιος τον ευπώλητο, ο πανεπιστημιακός τον εκλαϊκευτικό.

 

 

Σ

 

 

Σταυρούλα Σωτηροπούλου στις 19 Φεβρουαρίου 2015

«Ο μεγαλύτερος φόβος μας δεν είναι μήπως είμαστε ανεπαρκείς.
Ο μεγαλύτερος φόβος μας είναι μήπως είμαστε απεριόριστα δυνατοί.
Το φως μας, και όχι το σκοτάδι μας, μας φοβίζει πιο πολύ απ όλα.
Αναρωτιόμαστε: Ποιος είμαι εγώ τελικά που θέλω να είμαι τόσο λαμπερός;
Γιατί; Εσύ τι είσαι; Είσαι -κι εσύ ένα παιδί του Θεού.
Δεν ωφελείς σε τίποτα τον κόσμο με το να γίνεσαι μικρός.
Το να γίνεσαι μικρός μόνο και μόνο για να μη νιώθουν
οι άλλοι ανασφαλείς γύρω σου δεν είναι καθόλου λαμπερό.
Γεννηθήκαμε για να δηλώσουμε
τη δόξα του θεού που υπάρχει μέσα μας.
Δεν υπάρχει σε ορισμένους από εμάς, αλλά σε όλους μας.
Και αν δεν αφήσουμε το φως μας να λάμψει, επιτρέπουμε έτσι
ασυναίσθητα στους άλλους να το κάνουν.
Όταν απελευθερωθούμε από το δικό μας φόβο,
η ύπαρξη μας απελευθερώνει αυτόματα και τους άλλους».
Νέλσο Μαντέλα: Ο πρώτος έγχρωμος πρόεδρος της Νότιας Αφρικής, κάτοχος του Νόμπελ Ειρήνης
(Από τον εναρκτήριο λόγο του το 1994) * 18.7.1918 στο χωριό Μβέζο, Ν. Αφρική

by enallaktikidrasi.

Μαρία Ανδρεάδου στις 19 Φεβρουαρίου 2015

Η ζωή του καθενός είναι γεμάτη από ψευδαισθήσεις, ίσως επειδή η αλήθεια συχνά μας φαίνεται αβάσταχτη.

Κι όμως, η αλήθεια είναι τόσο αναγκαία, που η άγνοιά της έχει υψηλό κόστος, το οποίο μπορεί να εμφανιστεί με τη μορφή σοβαρών ασθενειών.

Χρειάζεται λοιπόν να προσπαθήσουμε, ακολουθώντας μια μακροχρόνια διαδικασία, να ανακαλύψουμε τη δική μας προσωπική αλήθεια, μια αλήθεια που μπορεί να μας προκαλέσει πόνο πριν μας προσφέρει μια νέα αίσθηση ελευθερίας. Αν, αντίθετα, επιλέξουμε να αρκεστούμε σε μια διανοητική γνώση, θα παραμείνουμε στη σφαίρα των ψευδαισθήσεων και της εξαπάτησης του εαυτού μας.
Δεν μπορούμε να σβήσουμε τις ζημιές που έγιναν μέσα μας κατά την παιδική μας ηλικία, αφού δεν μπορούμε να αλλάξουμε ούτε στο παραμικρό το παρελθόν μας. Μπορούμε όμως να αλλάξουμε και να αναδιοργανώσουμε τον εαυτό μας και έτσι να ξανακερδίσουμε τη χαμένη μας ενότητα, αν αποφασίσουμε να κοιτάξουμε από πολύ κοντά και να συνειδητοποιήσουμε τη γνώση που έχουμε αποθηκεύσει στο σώμα μας γι’ αυτά που έγιναν στο παρελθόν.
Αυτός ο δρόμος σίγουρα δεν είναι εύκολος, σε πολλές περιπτώσεις όμως είναι ο μόνος τρόπος για να μπορέσουμε επιτέλους να αφήσουμε πίσω μας την αόρατη και απάνθρωπη φυλακή της παιδικής μας ηλικίας. Μόνο έτσι μπορούμε να μετατρέψουμε τον εαυτό μας από το ανίδεο θύμα που ήταν στο παρελθόν σε υπεύθυνο άτομο, που γνωρίζει τη δική του ιστορία και μπορεί να ζήσει μαζί της.
Οι περισσότεροι άνθρωποι όμως κάνουν ακριβώς το αντίθετο. Δεν θέλουν να γνωρίζουν τίποτα από την προσωπική τους ιστορία και έτσι δεν συνειδητοποιούν ότι, στην ουσία, η ιστορία τους τους καθορίζει συνεχώς στο παρόν. Συνεχίζουν να ζουν μέσα στην απωθημένη και ανεπίλυτη κατάσταση που παγιώθηκε στην παιδική τους ηλικία.
Δεν συνειδητοποιούν ότι φοβούνται και αποφεύγουν κινδύνους οι οποίοι, παρ’ όλο που κάποτε ήταν πραγματικοί, εδώ και πολύ καιρό έχουν πάψει να είναι. Καθοδηγούνται από ασυνείδητες αναμνήσεις και απωθημένα συναισθήματα και ανάγκες, τα οποία, όσο παραμένουν ασυνείδητα και αξεδιάλυτα, συχνά καθορίζουν, με σχεδόν διαστροφικό τρόπο, καθετί που κάνουν ή δεν κάνουν.
Απόσπασμα από το βιβλίο της Άλις Μίλερ, Οι Φυλακές της Παιδικής μας Ηλικίας ή το Τραύμα του Προικισμένου Παιδιού, εκδόσεις Ροές.
Η Άλις Μίλερ (2 Ιανουαρίου 1923-14 Απριλίου 2010) ήταν Ελβετίδα ψυχολόγος και συγγραφέας. Το βιβλίο της το Τραύμα του Προικισμένου Παιδιού έγινε μπεστ σέλερ με την αγγλική του έκδοση το 1981. Οι απόψεις της σχετικά με τις συνέπειες της κακοποίησης των παιδιών είχαν ιδιαίτερη επιρροή. Στα βιβλία της αναλύει εκτενώς το μοντέλο τραύματος της παιδικής ηλικίας που ακολουθεί τον άνθρωπο μέχρι την ενήλικη ζωή του, αλλά και τις δηλητηριώδεις παιδαγωγικές μεθόδους.​
[Πηγή: www.doctv.gr]
Μαρία Ανδρεάδου στις 16 Φεβρουαρίου 2015

Μερικες απο τις καλυτερες ατακες που δημοσιευει η Ιστοσελιδα “Ο Τοιχος ειχε τη δικη του Υστερια” .

πηγη : http://hysteria.gr/

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 15 Φεβρουαρίου 2015

Άμυνα περί πάτρης δεν είναι οι σπασμωδικαί,

κακομελέτηται και κακοσύντακται επιστρατείαι,

ουδέ τα σκωριασμένης επιδεικτικότητος θωρηκτά.

Άμυνα περί πάτρης θα ήτο η ευσυνείδητος λειτουργία των θεσμών,

η εθνική αγωγή, η χρηστή διοίκησις,

η καταπολέμησις του ξένου υλισμού και του πιθηκισμού,

του διαφθείροντος το φρόνημα και εκφυλίσαντος σήμερον το έθνος,

 

και η πρόληψις της χρεωκοπίας. Τις ημύνθη περί πάτρης;

Και τι πταίει η γλαυξ, η θρηνούσα επί ερειπίων;

Πταίουν οι πλάσαντες τα ερείπια.

Και τα ερείπια τα έπλασαν οι ανίκανοι κυβερνήται της Ελλάδος…

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 15 Φεβρουαρίου 2015

«Κανένας καλλιτέχνης δεν είναι καλλιτέχνης και τις είκοσι τέσσερις ώρες της καθημερινότητάς του. Το ουσιαστικό του έργο, αυτό που μένει, ολοκληρώνεται πάντοτε κατά τη διάρκεια των λιγοστών και σπάνιων στιγμών της έμπνευσης. Το ίδιο συμβαίνει και με την ιστορία, τη μεγαλύτερη ποιήτρια και καλλιτέχνιδα όλων των εποχών, τη σπουδαιότερη δημιουργό. Ακόμα κι εκεί, στο “μυστικό εργαστήρι του Θεού”, όπως με δέος την αποκαλεί ο Γκαίτε, συμβαίνουν πολλά καθημερινά και ασήμαντα. Κι εκεί είναι σπάνιες οι στιγμές της έξαρσης, όπως και στην τέχνη, όπως και στη ζωή. Τις περισσότερες φορές, ακούραστη κι επίμονη, η ιστορία δένει τον ένα κρίκο μετά τον άλλο, στην ατέλειωτη αλυσίδα των αιώνων. Το ένα γεγονός μετά το άλλο στην ακολουθία των χιλιετιών. Γιατί καθετί σπουδαίο χρειάζεται προετοιμασία. Χρόνο. Εξέλιξη. Και κάθε φορά απαιτούνται εκατομμύρια άνθρωποι κοινοί και συνηθισμένοι για να έρθει στο κόσμο και μια μεγαλοφυΐα. Κάθε φορά πρέπει να περάσουν εκατομμύρια μονότονες ώρες, πριν σημάνει η αληθινή, η μεγάλη στιγμή. Αν όμως γεννηθεί κάποιος μεγαλοφυής καλλιτέχνης, τότε ξεπερνά την εποχή του και το έργο του ζει για πάντα. Κι όταν σημαίνει η μεγάλη ιστορική στιγμή, τότε χαράσσεται η μελλοντική πορεία της ανθρωπότητας για δεκαετίες ή για αιώνες. Όπως ο ηλεκτρισμός της ατμόσφαιρας μαζεύεται στην άκρη του αλεξικέραυνου, έτσι και οι συνέπειες απειράριθμων γεγονότων συμπυκνώνονται στο μικρό διάστημα λίγων ωρών ή λίγων ημερών. Πράγματα που κανονικά θα χρειάζονταν μέρες και μήνες για να γίνουν, ολοκληρώνονται σε λίγες μόνο στιγμές που καθορίζουν τα πάντα. Ένα ναι. Ένα όχι. Μια στιγμή όλη κι όλη, που αποφασίζει για τη μοίρα και τη ζωή των μελλοντικών γενεών, προδιαγράφοντας τη ζωή ενός ανθρώπου, ενός λαού, ή ολόκληρης της ανθρωπότητας».

[Πηγή: www.doctv.gr]

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 15 Φεβρουαρίου 2015

Να ταξιδέψω; Για να ταξιδέψω φτάνει να υπάρχω: πηγαίνω από μέρα σε μέρα, σαν από σταθμό σε σταθμό στο σιδηρόδρομο του κορμιού μου ή του πεπρωμένου μου, σκυμμένος πάνω από τους δρόμους και τις πλατείες, πάνω από τα πρόσωπα και τις χειρονομίες, πάντα ίδια και πάντα διαφορετικά, όπως τελικά είναι και τα τοπία. Εάν φαντάζομαι, βλέπω. Τι παραπάνω κάνω ταξιδεύοντας; Μόνο μια αδυναμία ακραία της φαντασίας δικαιολογεί τη μετακίνηση σαν μέσο πλήρωσης των αισθήσεων. «Κάθε δρόμος, μέχρι κι αυτός ο δρόμος του Έντεπφουλ, θα σε οδηγήσει στην άκρη του κόσμου». Αλλά η άκρη του κόσμου, από τότε που ο κόσμος εξαντλήθηκε όταν τον φέραμε όλον βόλτα, είναι το ίδιο το Έντεπφουλ απ’ όπου έφυγες. Στην πραγματικότητα η άκρη του κόσμου, όπως και η αρχή του, είναι η προσωπική μας σύλληψη του κόσμου. Μέσα μας είναι που τα τοπία έχουν τοπίο. Γι’ αυτό όταν τα φαντάζομαι, τα δημιουργώ. Αν τα δημιουργώ υπάρχουν, και εφόσον υπάρχουν, τα βλέπω όπως βλέπω και τ’ άλλα. Γιατί να ταξιδέψω; Στη Μαδρίτη, στο Βερολίνο, στην Περσία, στην Κίνα, στον καθένα από τους δύο Πόλους, πού αλλού θα βρισκόμουνα παρά μέσα σε μένα τον ίδιο, με τη δική μου ιδιαιτερότητα και το δικό μου τρόπο να αισθάνομαι. Η ζωή είναι αυτό που εμείς την κάνουμε να είναι. Τα ταξίδια είναι οι ταξιδιώτες. Αυτό που βλέπουμε δεν είναι αυτό που βλέπουμε, είναι αυτό που είμαστε.

[Πηγή: www.doctv.gr]

Μαρία Ανδρεάδου στις 11 Φεβρουαρίου 2015
«ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΤΡΟΜΑΖΕΤΕ ΟΤΑΝ ΚΑΠΟΙΑ ΘΛΙΨΗ ορθώνεται μπροστά σας, ακόμα κι αν είναι πιο τρανή απ’ όλες τις θλίψεις που περάσατε ως τα σήμερα, όταν μια ανησυχία, όμοια με φως και συννεφοσκιά, περνάει πάνω απ’ τα χέρια σας και πάνω από κάθε σας πράξη.
ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΣΚΕΦΤΟΣΑΣΤΕ, ΤΟΤΕ, πως κάτι γίνεται εντός σας, πως η ζωή δεν σας ξέχασε, πως σας κρατάει στα χέρια της και δεν θα σας παρατήσει.
ΓΙΑΤΙ ΘΕΛΕΤΕ ΝΑ ΔΙΩΞΕΤΕ ΑΠΟ ΤΗ ΖΩΗ ΣΑΣ κάποιες ανησυχίες, κάποιους πόνους, κάποιες βαρυθυμίες, ενώ δεν ξέρετε τι έργο πραγματώνουν μέσα σας; Γιατί να αυτοβασανιζόσαστε με το ερώτημα: από πού έρχονται όλ’ αυτά και πού πηγαίνουν; Μια και ξέρετε καλά πως βρισκόσαστε πάνω στην εξέλιξή σας και πως, πάνω απ’ όλα, ένα ποθείτε: να μεταμορφωθείτε.
ΑΝ ΚΑΤΙ ΕΝΤΟΣ ΣΑΣ ΜΟΙΑΖΕΙ ΑΡΡΩΣΤΙΑΡΙΚΟ, αναλογιστείτε τότε πως η αρρώστια είναι ένα μέσο για να λυτρωθεί ο οργανισμός από ό,τι του είναι ξένο κι ενάντιο· πρέπει, λοιπόν, να βοηθήσετε την αρρώστια αυτή ν’ ακολουθήσει την πορεία της ως το τέλος. Έτσι μονάχα θα μπορέσει κι ο οργανισμός να συνεχίσει την προοδευτική εξέλιξή του».
«ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ‘ΣΑΣΤΕ ΥΠΟΜΟΝΕΤΙΚΟΣ, όπως οι άρρωστοι, και γεμάτος εμπιστοσύνη, όπως εκείνοι που βρίσκονται σε ανάρρωση· γιατί ίσως να ‘σαστε και τα δυο. Και κάτι παραπάνω: είσαστε και γιατρός και πρέπει εσείς ο ίδιος να νοιαστείτε για τη γιατρειά σας. Σ’ όλες όμως τις αρρώστιες υπάρχουν μέρες που ο γιατρός ένα μονάχα μπορεί: να περιμένει. Και αυτό, ίσα-ίσα, πρέπει όσο είσαστε γιατρός του εαυτού σας, να κάνετε τώρα».
[Πηγή: www.doctv.gr]