Διαβάσαμε

Σταυρούλα Σωτηροπούλου στις 8 Σεπτεμβρίου 2015

Λαθεμένο μου φαινόταν πάντα τ’ όνομα που μας δίναν:
“Μετανάστες”

Θα πει, κείνοι που αφήσαν την πατρίδα τους. Εμείς, ωστόσο,
δε φύγαμε γιατί το θέλαμε,
λεύτερα να διαλέξουμε μιάν άλλη γη. Ούτε
και σε μιάν άλλη χώρα μπήκαμε
να μείνουμε για πάντα εκεί, αν γινόταν.
Εμείς φύγαμε στα κρυφά. Μας κυνήγησαν, μας προγράψανε.
Κι η χώρα που μας δέχτηκε, σπίτι δε θα ‘ναι, μα εξορία.

Έτσι απομένουμε δω πέρα, ασύχαστοι, όσο μπορούμε πιό κοντά
στα σύνορα,
προσμένοντας του γυρισμού τη μέρα, καραδοκώντας το παραμικρό
σημάδι αλλαγής στην άλλην όχθη, πνίγοντας μ’ ερωτήσεις
κάθε νεοφερμένο, χωρίς τίποτα να ξεχνάμε, τίποτα
ν’ απαρνιόμαστε,
χωρίς να συχωράμε τίποτ’ απ’ όσα έγιναν, τίποτα δε συχωράμε.
Α, δε μας ξεγελάει τούτη η τριγύρω σιωπή! Ακούμε ίσαμ’ εδώ
τα ουρλιαχτά που αντιλαλούν απ’ τα στρατόπεδά τους. Εμείς
οι ίδιοι
μοιάζουμε των εγκλημάτων τους απόηχος, που κατάφερε
τα σύνορα να δρασκελίσει. Ο καθένας μας,
περπατώντας μες στο πλήθος με παπούτσια ξεσκισμένα,
μαρτυράει τη ντροπή που τη χώρα μας μολεύει.
Όμως κανένας μας
δε θα μείνει εδώ. Η τελευταία λέξη
δεν ειπώθηκε ακόμα.
********
Μπ. Μπρεχτ, Ποιήματα, 1937 – μτφρ. Μάριος Πλωρίτης, Θεμέλιο
Αντικλείδι , http://antikleidi.com

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 5 Σεπτεμβρίου 2015

…. Η ΖΩΗ ΕΙΝΑΙ ΠΕΡΙΕΡΓΗ καθώς τη ζεις μονάχα μία φορά και την πληρώνεις δέκα. Έχεις μονάχα μία ευκαιρία για να βρεις την ιδανική συνταγή, μα αν την πετύχεις μία φορά σού είναι αρκετή. ΓΙΑ ΝΑ ΜΠΟΡΕΙΣ ΛΟΙΠΟΝ ΝΑ ΠΕΙΣ πως έφτασες στο τέρμα, πως είδες όσα ήθελες και έχεις πια χορτάσει… Πρέπει τουλάχιστον μία φορά να καεί η γλώσσα και η καρδιά σου. ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΓΡΑΤΖΟΥΝΙΣΤΟΥΝ ΤΑ ΓΟΝΑΤΑ μα και τα σχέδιά σου. Πρέπει να αποτύχεις για να επιτύχεις, γιατί όσοι δεν απέτυχαν είναι όσοι ποτέ δεν ρίσκαραν. ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΓΕΥΤΕΙΣ ΛΕΜΟΝΙ ΚΑΙ ΑΛΑΤΙ για να σε γλυκάνει μία σοκολάτα γάλακτος. ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΓΝΩΡΙΣΕΙΣ ΤΟΥΣ ΛΑΘΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ για να εκτιμήσεις την αξία της συντροφιάς, όταν βρεις επιτέλους τους σωστούς. ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΧΑΣΕΙΣ το πτυχίο γαλλικών, τη θέση στη σχολή που ονειρευόσουν από παιδί, ή έστω τα κλειδιά με το αγαπημένο σου μπρελόκ. ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΛΗΓΩΘΕΙΣ, μα πρέπει και να πληγώσεις. Να αποχωριστείς τον πρώτο σου έρωτα και να βρεις το αέναο πάθος της ζωής σου. Αφού το βρεις, όποιο κι αν είναι, πρέπει ολοκληρωτικά να του δοθείς. ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΞΥΠΝΗΣΕΙΣ ΕΝΑ ΠΡΩΙ και να αναρωτηθείς αν αντέχεις να υπομείνεις την ημέρα που ξεκινάει. ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΔΙΑΦΩΝΗΣΕΙΣ με τους γονείς σου και να επιμείνεις στη θέση σου ακόμη κι αν δεν μιλήσετε για μερικές ημέρες. Να σου κλέψουν πρέπει το πορτοφόλι, τη θέση parking, ή έστω τη σειρά στο ταμείο. Να κρυολογήσεις άσχημα επειδή δεν έβαλες ζακέτα. Να παρακοιμηθείς επειδή ζήτησες πέντε λεπτά ακόμη από το ξυπνητήρι σου. ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΙΕΙΣ ΓΙΑ ΝΑ ΞΕΧΑΣΤΕΙΣ και αντ’ αυτού να θυμηθείς γιατί αξίζει να ζεις. Να έρθει πρέπει η στιγμή που δεν θα ξέρεις τη σωστή απάντηση. Ή ακόμη και η στιγμή που δεν θα έχεις καν απάντηση. ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΠΙΛΕΞΕΙΣ το λάθος πακέτο τηλεφωνίας και τη λάθος κίνηση στο σκάκι. ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΔΟΚΙΜΑΣΕΙΣ ένα παντελόνι που δεν σου κουμπώνει και να σου κάνουν δώρο μια μπλούζα δυο νούμερα μεγάλη. ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΑΠΟΓΟΗΤΕΥΤΕΙΣ από φίλους, να γελάσεις με κρύα ανέκδοτα και να υπομείνεις βαρετές ταινίες μέχρι εκείνη που ασυναίσθητα θα σε αλλάξει για πάντα. ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΧΑΣΕΙΣ στα χαρτιά την ίδια μέρα που θα χάσεις και στην αγάπη. Να μην έχεις ούτε πίτα, ούτε σκύλο. Οι αντοχές σου πρέπει να σε εγκαταλείψουν πριν φτάσεις στη γραμμή του τερματισμού. ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΔΕΙΣ ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ λεωφορείο για τη θάλασσα να απομακρύνεται το πιο ζεστό μεσημέρι του καλοκαιριού. ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΒΡΕΙΣ ΕΝΑΝ ΑΝΘΡΩΠΟ για τον οποίο θα τα παρατούσες όλα και να αναγκαστείς να παρατήσεις την ιδέα του μαζί. ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΣΥΝΕΙΔΗΤΟΠΟΙΗΣΕΙΣ πως η ζωή σου πήρε έναν δρόμο που δεν διάλεξες εσύ. Να ευχηθείς να ήσουν για μια στιγμή αλλού, σε εκείνο το «εκεί» που τόσο σου έχει λείψει. Να έρθει η μέρα που δεν θα μπορέσεις να παραδεχθείς τα συναισθήματά σου, ούτε καν στον εαυτό σου. ΝΑ ΔΕΙΣ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΣΟΥ να καταρρέει τριγύρω μα και μέσα σου. Πρέπει να συνειδητοποιήσεις πως κάποια όνειρά σου δεν θα πραγματοποιηθούν ποτέ και ακόμη πως ποτέ δεν θα καταφέρεις να τα έχεις όλα. Πρέπει να αναγνωρίσεις, λόγω εμπειρίας και όχι θεωρίας, πως τα ωραιότερα πράγματα στη ζωή δεν είναι πράγματα, αφού επιθυμήσεις κάτι που δεν μπορείς να αγοράσεις. ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΧΑΣΕΙΣ ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ πριν βρεις το θάρρος να της εξηγήσεις. ΚΑΙ ΠΡΕΠΕΙ να πεθάνεις μερικές φορές, πριν μπορέσεις πραγματικά να ζήσεις…

 

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 5 Σεπτεμβρίου 2015

… Εγώ σου έφερα τα συναισθήματα της ντροπής, σου έδειξα όλα τα μειονεκτήματα σου, τις ασχήμιες σου, τις ανοησίες σου, τα δυσάρεστα όλα. Εγώ σου κρέμασα την ταμπέλα «διαφορετικός» όταν σου είπα για πρώτη φορά στο αφτί ότι κάτι δεν πήγαινε εντελώς καλά σ’ εσένα (…).

Είμαι ο απρόσκλητος μουσαφίρης, ο ανεπιθύμητος επισκέπτης, και ωστόσο, είμαι πρώτος που ήρθα κι ο τελευταίος που θα φύγω. Έγινα ισχυρός με τον καιρό ακούγοντας τις συμβουλές των γονιών σου για το πώς να θριαμβεύσεις στη ζωή. Παρατηρώντας τις αντιλήψεις της θρησκείας σου, που σου λέει να τι να κάνεις και τι να μην κάνεις, για να σε δεχτεί ο Θεός στις αγκάλες του. Υποφέροντας απάνθρωπα αστεία των συντρόφων σου στο σχολείο όταν γελούσαν με τις δυσκολίες σου. Υπομένοντας τις ταπεινώσεις από τους ανώτερους σου. Παρατηρώντας την άχαρη μορφή σου στον καθρέφτη και συγκρίνοντας τη μετά με την εικόνα των «διασήμων» που βγαίνουν στην τηλεόραση.

Και τώρα, επιτέλους, έτσι όπως είμαι δυνατός, και για τον απλό λόγο ότι είμαι γυναίκα, ότι είμαι νέγρος, ότι είμαι Εβραίος, ότι είμαι ομοφυλόφιλος, ότι είμαι ανατολίτης, ότι είμαι ανάπηρος, ότι είμαι ψηλός, κοντός ή χοντρός… μπορώ να σε μεταμορφώσω σ’ ένα σωρό σκουπίδια, σε παλιοσίδερα, σε αποδιοπομπαίο τράγο, στον παγκόσμια υπεύθυνο, σ’ έναν καταραμένο μπάσταρδο μιας χρήσης. Γενεές και γενεές ανδρών και γυναικών με υποστηρίζουν .Δεν μπορείς να ξεφύγεις από μένα.

Η θλίψη που προξενώ είναι τόσο ανυπόφορη που για να με αντέξεις πρέπει να με μεταδόσεις στα παιδιά σου, ώστε εκείνα να με περάσουν στα δικά τους παιδιά, στους αιώνες των αιώνων. Για να βοηθήσω εσένα και τους απογόνους σου θα μεταμφιεστώ σε τελειομανία, σε υψηλά ιδανικά, σε αυτοκριτική, σε πατριωτισμό, σε ηθικές αξίες, σε καλές συνήθειες, σε αυτοέλεγχο. Η θλίψη που σου προξενώ είναι τόσο έντονη που αν θελήσεις να με αρνηθείς και, για αυτό, θα προσπαθήσεις να με κρύψεις πίσω από τα πρόσωπα σου, πίσω από τα ναρκωτικά, πίσω από τη μάχη σου για το χρήμα, πίσω από τις νευρώσεις σου, πίσω από την απρόσωπη σεξουαλικότητα σου. Δεν έχει σημασία τι κάνεις, όμως, δεν έχει σημασία που πηγαίνεις.

Εγώ θα είμαι πάντα εκεί, πάντοτε παρών. Γιατί ταξιδεύω μαζί σου μέρα και νύχτα, ακούραστα, δίχως όρια. Εγώ είμαι η βασική αιτία της εξάρτησης, της κτητικότητας, της πίεσης, της ανηθικότητας, του φόβου, της βίας, του εγκλήματος, της τρέλας. Εγώ σου δίδαξα το φόβο της απόρριψης κι εγώ περιόρισα την ύπαρξη σου σ’ αυτό το φόβο. Από εμένα εξαρτάται το αν θα εξακολουθήσεις να είσαι αυτό το άτομο που το γυρεύουν, το λατρεύουν, το χειροκροτούν, ο ευγενικός και ο ευχάριστος που είσαι σήμερα για τους άλλους. Από εμένα εξαρτάσαι, γιατί εγώ είμαι το μπαούλο όπου έχεις κρύψει εκείνα τα πιο δυσάρεστα πράγματα, τα πιο γελοία, τα λιγότερο επιθυμητά κι από σένα τον ίδιο. Χάρη σ’ εμένα έμαθες να συμβιβάζεσαι με αυτά που σου δίνει η ζωή, γιατί τελικά, οτιδήποτε και αν ζήσεις θα είναι πάντοτε παραπάνω απ’ αυτό που νομίζεις ότι αξίζεις. Το μάντεψες, έτσι δεν είναι; Είμαι το συναίσθημα της απόρριψης που νιώθεις για τον ίδιο σου τον εαυτό». Όλα άρχισαν εκείνη τη γκρίζα μέρα που αφέθηκες να πεις περήφανος «ΕΓΩ ΕΙΜΑΙ !» Και, ντροπιασμένος και φοβισμένος, κατέβασες το κεφάλι κι άλλαξες τα λόγια και τις πράξεις σου με ένα καλό συλλογισμό: «ΕΓΩ ΘΑ ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΗΜΟΥΝ” …

 

Σταυρούλα Σωτηροπούλου στις 1 Σεπτεμβρίου 2015

Πώς κατακτά την επιτυχία ένα παιδί; Ζώντας σε «χρυσό κλουβί» ή μαθαίνοντας από νωρίς να ξανασηκώνεται; Ο Πολ Ταφ, συγγραφέας του βιβλίου «How Children Succeed», εξηγεί ότι είναι προτιμότερο το παιδί σου να έχει αυτοέλεγχο από το να βγάζει IQ 180.
Tο πείραμα είναι παλιό, αλλά πάντα επίκαιρο. Γνωστό ως «marshmallow experiment» (ας το αποδώσουμε ελεύθερα «πείραμα του ζαχαρωτού»), πραγματοποιήθηκε τη δεκαετία του ’60 από τον Γουόλτερ Μίτσελ, ψυχολόγο στο Πανεπιστήμιο του Στάνφορντ. Τα παιδιά που κατάφερναν να επιστρατεύσουν αρκετό αυτοέλεγχο ώστε να μην καταβροχθίσουν αμέσως ένα ζαχαρωτό, αλλά να περιμένουν λίγο – και ως επιβράβευση να καταβροχθίσουν δύο ζαχαρωτά – τα πήγαιναν καλύτερα στο σχολείο, ήταν πιο επιμελείς μαθητές και είχαν καλύτερη εξέλιξη ως ενήλικοι. Δεν ήταν πιο έξυπνα, δεν διέθεταν υψηλότερο IQ από άλλα, λίγο πιο λαίμαργα, παιδιά. Είχαν απλώς καλύτερη γνώση της ζωής. Και πετύχαιναν πιο εύκολα σε αυτή, επειδή ακριβώς κατείχαν τη συγκεκριμένη γνώση.
Ενα παιδί με υψηλό σκορ στα τεστ IQ, αλλά «στραβάδι» συναισθηματικά, δεν έχει πολλές ελπίδες να πετύχει στη ζωή του. Αυτό υποστηρίζει στο νέο βιβλίο του με τίτλο «How Children Succeed: Grit, Curiosity, and the Hidden Power of Character» (εκδ. Houghton Mifflin Harcourt) ο Αμερικανός Πολ Ταφ, δημοσιογράφος και «μάχιμος» ερευνητής, ο οποίος, προτού καθήσει να γράψει, έσπευσε, μεταξύ άλλων, να ζήσει από κοντά αληθινές ιστορίες παιδιών από «ζόρικες» γειτονιές του Σικάγου. Η περιέργεια, η επιμονή, ο αυτοέλεγχος, η αυτοπεποίθηση, το ψυχικό σθένος και η αποφασιστικότητα αποδεικνύονται, σύμφωνα με τον Ταφ, πολύ καλύτερη συνταγή επιβίωσης από τα CDs με ακούσματα «Baby Beethoven» και τα ταχύρρυθμα μαθήματα ρωσικών. Οπως εξηγεί ο ίδιος στο BHmagazino: «Αυτό που με συνάρπασε περισσότερο κατά τη διάρκεια της έρευνας είναι τα στοιχεία που περισυνέλεξα σχετικά με τους απόφοιτους πανεπιστημίου και τις μη γνωστικές ικανότητες. Θεωρώ ότι αντιμετωπίζουμε την απόκτηση του πτυχίου σαν υπόθεση καθαρής εξυπνάδας, και όμως οι μελετητές ανακάλυψαν πρόσφατα ότι κάποια γνωρίσματα του χαρακτήρα είναι στην πραγματικότητα καλύτεροι δείκτες από το IQ προκειμένου να προβλέψει κανείς ποιοι είναι τελικά εκείνοι που θα αποφοιτήσουν. Η ανακάλυψη αυτή με γοήτευσε, επειδή αποδεικνύει ότι μπορούμε να βοηθήσουμε τους νέους ανθρώπους να βελτιώσουν τα ισχυρά στοιχεία του χαρακτήρα τους».
H αποτυχία κάνει καλό
Στο βιβλίο του, που μόλις κυκλοφόρησε στις ΗΠΑ, ο Ταφ συνδυάζει το επιτόπιο ρεπορτάζ με τις παλαιές και νεότερες επιστημονικές έρευνες. Ανάμεσά τους αυτή της Αντζελα Ντάκγουορθ από το Πανεπιστήμιο της Πενσυλβανίας, η οποία μελέτησε ενδελεχώς το ψυχικό σθένος και την αποφασιστικότητα να φέρει κανείς εις πέρας έναν ακαδημαϊκό στόχο. Επινοώντας, μάλιστα, ένα ειδικό ερωτηματολόγιο, διαπίστωσε ότι το υψηλό σκορ στο σθένος και στην αποφασιστικότητα να επιτύχεις κάτι είναι πιο σημαντικός δείκτης ακόμη και εν συγκρίσει με την ίδια τη νοημοσύνη σου.
Ο Ταφ καταθέτει επίσης αυτό που ψυχολόγοι και νευροεπιστήμονες αγωνίζονται τις τελευταίες δεκαετίες να αποδείξουν. Οτι ο χαρακτήρας του παιδιού δομείται επάνω σε αυτό που η δυτική κοινωνία των γρανιτένιων success stories τρέμει περισσότερο από οτιδήποτε άλλο: την αποτυχία! Εξηγεί πώς παιδιά από όλα τα κοινωνικά στρώματα σήμερα στις ΗΠΑ στερούνται τελικά εμπειρίες ουσιαστικές για την ανάπτυξή τους σε υγιείς ενηλίκους. Από τη μία πλευρά, τα τέκνα των ευκατάστατων οικογενειών «μονωμένα» από οποιαδήποτε αληθινή δυσκολία ή ματαίωση, περνούν τα πρώτα τους χρόνια μέσα σε αποστειρωμένα playrooms με γιγαντιαία λούτρινα δεινοσαυράκια για να φθάσουν σε μια εξίσου εξωραϊσμένη – καθ’ ότι πλήρως ελεγχόμενη – ενηλικίωση. «Αντιλαμβάνομαι την ανάγκη να προστατεύσουμε τα παιδιά μας από κάθε κίνδυνο» λέει ο Ταφ. «Αυτό, όμως, που ανακαλύπτουμε τώρα είναι ότι τελικά, υπερπροστατεύοντας τα παιδιά μας, τους κάνουμε τελικά μεγαλύτερο κακό. Αν δεν τους δώσουμε τη δυνατότητα να αντεπεξέλθουν στις αληθινές προκλήσεις της ζωής, να πέσουν και να ξανασηκωθούν, τότε τους στερούμε την ευκαιρία να αναπτύξουν τον δικό τους χαρακτήρα». Δεν είναι τυχαίο ότι σήμερα στην Αμερική 19χρονοι υποψήφιοι, κατά τη διάρκεια της συνέντευξης που καλούνται να περάσουν για την εισαγωγή τους σε κάποιο πανεπιστήμιο, ζητούν από τους καθηγητές να τηλεφωνήσουν, για καλύτερη ενημέρωση, στους γονείς τους. Δεν είναι, μάλιστα, λίγοι εκείνοι που, ακόμη και σε συνεντεύξεις για την πρόσληψή τους σε μια εταιρεία, εμφανίζονται αγκαζέ με τη μαμά και τον μπαμπά, οι οποίοι είναι, βέβαια, πιο κατάλληλοι να διαπραγματευτούν με το big boss τον μισθό και τις συνθήκες εργασίας.
H οικογένεια ως εταιρεία
Από την άλλη πλευρά, εξηγεί ο Ταφ, τα παιδιά των φτωχών οικογενειών, που έρχονται από πολύ νωρίς αντιμέτωπα με τα αληθινά προβλήματα – από τον υποσιτισμό και την έλλειψη ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης μέχρι τα δυσλειτουργικά σχολεία και τις βυθισμένες στην παραβατικότητα γειτονιές –, δεν θα δεχτούν την υποστήριξη που χρειάζονται για να μετουσιώσουν τις δυσκολίες αυτές σε προσωπικούς «θριάμβους» που χτίζουν χαρακτήρα. Ητοι, τα πλουσιόπαιδα ζουν ισοβίως με ένα επίχρυσο δίχτυ προστασίας και δεν μαθαίνουν ποτέ πώς να διαχειριστούν την αποτυχία. Από την άλλη πλευρά, τα φτωχόπαιδα βιώνουν συχνά τόσο τραυματικά την πτώση, που δεν ξανασηκώνονται ποτέ.
Οπως μας εξηγεί ο συγγραφέας του βιβλίου, την κατάσταση επιδεινώνει ο λεγόμενος «υπεργονεϊσμός» των τελευταίων ετών, αυτή η γονεϊκή μανία – που αφορά και τους γονείς της μεσαίας τάξης – να έχουμε κάθε λεπτό της ζωής των παιδιών κάτω από διαρκή προγραμματισμό, έλεγχο, επίβλεψη και αξιολόγηση (εκτός, βέβαια, από την ώρα που είναι «παρκαρισμένα» μπροστά στην τηλεόραση ή στο PlayStation). Η σύγχρονη οικογένεια λειτουργεί σαν εταιρεία, εστιάζοντας πάνω από όλα στον τομέα της παραγωγικότητας και των σχολικών επιδόσεων. Οπως αναφέρει η ψυχολόγος-παιδοψυχολόγος Αλεξάνδρα Καππάτου: «Στην Ελλάδα τα τελευταία 20 χρόνια οι γονείς έχουμε βάλει τα παιδιά σε μια κούρσα τελειότητας. Τα τρέχουμε από πολύ μικρή ηλικία σε δραστηριότητες, δεν τους αφήνουμε χώρο και χρόνο να παίξουν και να πειραματιστούν. Θυμάμαι χαρακτηριστικά ένα τετράχρονο κοριτσάκι, του οποίου η μαμά επέμενε, εκτός από κολύμβηση, μπαλέτο και αγγλικά, να κάνει και μαθήματα κινεζικών. Τους δίνουμε, δηλαδή, ερεθίσματα και γνώση, αλλά δεν κάνουμε τίποτε για να αναπτύξουμε τη συναισθηματική, την ψυχική πλευρά τους, τα γνωρίσματα εκείνα που θα τα βοηθήσουν να διαχειριστούν την απογοήτευση, τη ματαίωση, τη ζωή τους. Υψώνουμε γύρω τους ένα προστατευτικό τείχος, σε πολλά, μάλιστα, επίπεδα. Συχνά, δεν τα αφήνουμε να διαχειριστούν ούτε τις σχέσεις με τους συνομηλίκους τους, αφού και αυτές είναι κατευθυνόμενες από εμάς. Αντιμετωπίζουν κάποιο πρόβλημα με τον δάσκαλο; Πάλι εμείς σπεύδουμε να “καθαρίσουμε”. Πρέπει να μας απασχολήσει σοβαρά, διότι τα παιδιά εμφανίζουν πλέον από πολύ μικρή ηλικία άγχος, κατάθλιψη, διατροφικές διαταραχές».
Ενδεχομένως η κρίση να βοηθήσει προς τη σωστή κατεύθυνση; «Ας δούμε μήπως, αφήνοντας πίσω τα χρόνια των παροχών, καταφέρουμε να γυρίσουμε σε κάποια μοντέλα πιο ουσιαστικής διαπαιδαγώγησης των παιδιών, βοηθώντας τα να δουν διάφορες αποχρώσεις της ζωής, περνώντας τους αξίες και ιδεολογία». Φτάνει, βέβαια, να κατορθώσουμε παράλληλα να αναχαιτίσουμε και το παλιρροϊκό κύμα της κρίσης που φαίνεται να καταργεί κάθε έννοια «επιτυχίας»: «Την τελευταία χρονιά κυρίως παρατηρώ μια έντονη απαισιοδοξία από μέρους των γονέων» επισημαίνει η κυρία Καππάτου. «Τους ακούω όλο και πιο συχνά να λένε “και να σπουδάσει, τι θα κάνει;”. Φοβάμαι πως αν αυτός ο σκεπτικισμός περάσει και στα παιδιά, θα τους μεταφέρει ένα μήνυμα ακυρωτικό, μηδενιστικό, χωρίς καμιά ελπίδα. Και παιδιά και έφηβοι χωρίς ελπίδα δεν μπορούν να προχωρήσουν».
Παπαδημητρίου Λένα
Πηγή: ΤΟ ΒΗΜΑ
by Αντικλείδι.

Μαρία Ανδρεάδου στις 30 Αυγούστου 2015

Στο πλακόστρωτο του πίσω δρόμου το φεγγάρι λιμνάζει
σιωπηλό κι ο φίλος μας τα περασμένα αναπολεί.
Τότε που του αρκούσε μια τυχαία συνάντηση
για να μη νιώθει πλέον μόνος.
Τότε, που του άρεσε ν’ αγναντεύει το φεγγάρι
και να ρουφάει της νύχτας τ’ αρώματα.
Μα πιο γλυκό, θυμάται, ήταν το άρωμα της γυναίκας
Που θα συναντούσε, η σύντομη περιπέτεια στην ετοιμόρροπη σκάλα.
Η γαλήνια κάμαρη και η επιθυμία να ζήσει εκεί για πάντα
Γέμιζαν την καρδιά του. Ύστερα, κάτω από το φως του φεγγαριού,
με μεγάλες αργόσυρτες δρασκελιές θα επέστρεφε, ευτυχισμένος.

Εκείνο τον καιρό ήταν ο καλύτερος φίλος του εαυτού του.
Ξυπνούσε το πρωί και σηκωνόταν απ’ το κρεβάτι
ξανασμίγοντας με το κορμί του και τις αναμνήσεις του.
Του άρεσε να βγαίνει έξω στη βροχή ή να την αράζει στον ήλιο
να χαζεύει την κίνηση του δρόμου
και να πιάνει κουβέντα με τους περαστικούς.
Ήταν πεπεισμένος ότι μπορούσε ν’ αλλάζει επάγγελμα κάθε πρωί,
μέχρι την τελευταία ημέρα της ζωής του.
Μετά, αποκαμωμένος, άραζε κάπου για να κάνει το τσιγάρο του.
Τότε, θυμάται, η μεγαλύτερη ικανοποίηση ήταν να είναι μόνος.

Πάει, γέρασε ο φίλος μας, και θα ’θελε ένα σπίτι ζεστό,
θα ’θελε να βγαίνει τις βόλτες του το βραδάκι
και να την αράζει στο πλακόστρωτο χαζεύοντας το φεγγάρι,
αλλά, σα γυρνάει σπίτι, να βρίσκει μια γυναίκα αφοσιωμένη,
μια γυναίκα γαλήνια, να τον περιμένει υπομονετικά.
Πάει, γέρασε ο φίλος μας, και η μοναξιά του ’γινε βάρος.
Οι περαστικοί διαβάτες είναι πάντα οι ίδιοι· ο ήλιος
και η βροχή, απαράλλακτοι· και το χάραμα, έρημος.
Δεν αξίζει τον κόπο να παιδεύεται κανείς πλέον,
και να βγαίνει έξω στη φεγγαράδα, άμα κανείς δεν τον περιμένει,
αλήθεια σας λέω, δεν αξίζει τον κόπο.

(μετάφραση :  Σπύρος Δόικας)  / πηγή : http://yannisstavrou.blogspot.gr

photo Maria Andreadou

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 23 Αυγούστου 2015

Μανόλης Αναγνωστάκης, «Όταν σφυρίζουν τα πλοία…»

 

Θυμάσαι που σου’λεγα : όταν σφυρίζουν τα πλοία μην είσαι στο λιμάνι .

Μα η μέρα που έφευγε ήτανε δικιά μας και δεν θέλαμε ποτέ να την αφήσουμε .

 

Ενα μαντήλι πικρό θα χαιρετά την ανία του γυρισμού

Κι’έβρεχε αλήθεια πολύ κι’ήτανε έρημοι οι δρόμοι

Με μιά λεπτήν ακαθόριση χινοπωριάτικη γεύση

Κλεισμένα παράθυρα κι’οι άνθρωποι τόσο λημονησμένοι

-Γιατί μας άφησαν όλοι ; Γιατί μας άφησαν όλοι ; Κι’έσφιγγα τα χέρια σου

 

Δεν είχε τίποτα τ’αλλόκοτο η κραυγή μου .

 

… Θα φύγουμε κάποτε αθόρυβα και θα πλανηθούμε

Μες στις πολύβοες πολιτείες και στις έρημες θάλασσες

Με μιά επιθυμία φλογισμένη στα χείλια μας

Είναι η αγάπη που γυρέψαμε και μας την αρνήθηκαν

Ξεχνούσες τα δάκρυα , τη χαρά και τη μνήμη μας

Χαιρετώντας λευκά πανιά π’ανεμίζονται .

Ισως δε μένει τίποτ’άλλο παρά αυτό να θυμόμαστε .

Μες στην ψυχή μου σκιρτά το εναγώνιο . Γιατί .

Ρουφώ τον αγέρα της μοναξιάς και της εγκατάλειψης

Χτυπώ τους τοίχους της υγρής φυλακής μου και προσμένω απάντηση

 

Κανείς δεν θ’αγγίξει την έκταση της στοργής και της θλίψης μου .

 

Κι’εσύ περιμένεις ένα γράμμα που δεν έρχεται :

Μιά μακρινή φωνή γυρνά στη μνήμη συ και σβήνει

Κι’ένας καθρέφτης μετρά σκυθρωπός τη μορφή σου

Τη χαμένη μας άγνοια , τα χαμένα φτερά .

 

-Οδυσσέας Ελύτης, «Το τρελοβάπορο»

 

«Βαπόρι στoλισμένo βγαίνει στα βουνά

κι αρχίζει τις μανούβρες «βίρα-μάινα»

Την άγκυρα φουντάρει στις κουκουναριές

φορτώνει φρέσκο αέρα κι απ’ τις δυο μεριές

Είναι από μαύρη πέτρα κι είναι απ’ όνειρο

κι έχει λοστρόμο αθώο ναύτη πονηρό

Από τα βάθη φτάνει τους παλιούς καιρούς

βάσανα ξεφορτώνει κι αναστεναγμούς

Έλα Χριστέ και Κύριε λέω κι απορώ

τέτοιο τρελό βαπόρι τρελοβάπορο

Χρόνους μας ταξιδεύει δε βουλιάξαμε

χίλιους καπεταναίους τους αλλάξαμε

Κατακλυσμούς ποτέ δε λογαριάσαμε

μπήκαμε μεσ’ στα όλα και περάσαμε

Κι έχουμε στο κατάρτι μας βιγλάτορα

παντοτινό τον Ήλιο τον Ηλιάτορα!»

(Ο Ήλιος ο Ηλιάτορας, «Το τρελοβάπορο»)

 

ARTUR RIMBAUD. «ΤΟ ΜΕΘΥΣΜΕΝΟ ΚΑΡΑΒΙ»

 

Σε Ποταμούς ατάραχους καθώς αργοκατέβαινα,

μ’ αφήκαν αρυμούλκητο οι αγγαρεμένοι ανθρώποι:

Κάποιοι έξαλλοι Ερυθρόδερμοι, γυμνούς αφού τους κάρφωσαν

στα παρδαλά τους ξόανα, τους τόξευαν κατόπι.

 

Έγνοια καμμιά για πλήρωμα δεν είχα εγώ, γεννήματα

φλαμανδικά κι εγγλέζικα μπαμπάκια είχα φορτίο.

Μιά και με τους ανθρώπους μου τελειώσαν τα καθέκαστα,

όπου ’θελα κι οι Ποταμοί μ’ αφήκανε να φύγω.

 

Παιδί εγώ κακοτράχαλο, του κεφαλιού μου κάνοντας,

πέρσυ το μισοχείμωνο ρίχτηκα μες στο σάλο

τον άγριο των παλιρροιών! Και του έκπλου μου οι Χερρσόνησες

δε θα θυμούνται αναβρασμό ποτέ τους πιο μεγάλο.

 

Η καταιγίδα ευλόγησε τις ναυτικές αγρύπνιες μου.

Δέκα νυχτιές, λαφρή φελλό, χωρίς ν’ αποθυμήσω

το ηλίθιο μάτι των φανών, με χόρεψαν τα κύματα

που μοίρα τους ν’ αργοκυλάν από πνιγμένους πίσω.

 

Πράσινο αφρόν ερούφηξεν η πλώρη μου η ελάτινη,

σαν το χυμό ξυνόμηλου παιδί όταν το δαγκώνει,

από κρασιά κι απ’ έμετους μ’ εξέπλυνεν η θάλασσα,

σκορπώντας μου στη μάνητα κι αρπάγες και τιμόνι.

 

Και τότε ήταν που λούστηκα στο γαλατένιο αστρόχυτο

θαλάσσιο ποίημα, τους βυθούς ρουφώντας, που συμβαίνει

κάποτε εκεί, κατάχλωμο κι εκστατικό ναυάγιο,

ένας πνιγμένος σκεφτικός να σιγοκατεβαίνει,

 

όπου τις κυανότητες αιφνίδια χρωματίζοντας,

ντελίρια κι αργοί ρυθμοί, φωτός χρυσοπλημμύρες,

οι πικραμένες του έρωτος εξάψεις συφλογίζονται,

δριμύτερες κι από τ’ αλκοόλ κι απ’ τις πλατιές σας λύρες!

 

Οι ξεσκισμένοι απ’ αστραπές γνωστοί μού είν’ ουρανόθολοι

τα ρέματα κι οι σίφουνες, γνωστό μου και το βράδι

κι η αυγή που σα φτερούγισμα περιστερών είν έξαλλη,

κι είδα όσα νόμισε γνωστά τ’ ανθρώπινο κοπάδι.

 

Την πράσινη ονειρεύτηκα νυχτιά, τα έκθαμβα χιόνια της,

στα μάτια του νερού φιλιών μετάδοση αργοπόρων,

τον κυκλισμό των άρρητων χυμών και την εγρήγορση

τη γαλανή και κίτρινη των ωδικών φωσφόρων.

 

Τον ήλιο είδα κατάστιχτο με φρίκες υπερκόσμιες

ν’ αλλάζει νέφη δυσμικά σε πάγους ιοχρόους,

τα κύματα να στέλνουνε κατάμακρα τα ρίγη τους

καθώς οι αρχαίοι ερμηνευτές της τραγωδίας τους γόους.

 

Μήνες οι φουσκοθαλασσιές να τρων το βράχο αγνάντεψα,

δαμάλινες αφρίζουσες μεγάλες υστερίες,

ξέροντας πως του Ωκεανού το ρύγχος δεν θα δάμαζαν

οι φωτοβηματίζουσες θαλασσινές Μαρίες.

 

Σ’ αφάνταστες εξόκειλα Φλωρίδες που συνταίριαζαν

άνθη με μάτια πάνθηρων, δέρματα των αγρίων

μ’ ουράνια τόξα, χαλινούς που ώς κάτω στον ορίζοντα

τεντώνανε να συγκρατούν πλήθη γλαυκών ποιμνίων.

 

Βρώμικα είδα βαλτόνερα, τεράστια καλαμόκλουβα,

μέσα τους ένα ολάκερο Λεβιάθαν να σαπίζουν,

σφοδρά νεροποντίσματα μέσα σε αγέλες βόνασων,

σ’ αβύσσους καταρραχτικά τα μάκρη να γκρεμίζουν.

 

Ήλιους θαμπούς, πάγους, νερά μαργάρινα, διάπυρους

ουρανούς και ξεβράσματα σε μυχούς κόλπων όπου

τ’ αφανισμένα από κοριούς γιγάντια φίδια πέφτουνε

δυσώδη πάν’ απ’ τα ραιβά ξερόδεντρα του τόπου.

 

Θ’ αποθυμούσα νά ’δειχνα στα παιδιά τα χρυσόψαρα,

τα ωραία τα ψάρια τα ωδικά του γαλανού αυτού πλάτους.

Άνθινοι αφροί κυλήσανε και με κατευοδώσανε

κι άρρητοι ανέμοι κάποτες μού εδώσαν τα φτερά τους.

 

Κι άλλοτε πάλι η θάλασσα, ζωνών και πόλων μάρτυρας,

με του λυγμού της το ρυθμό καθώς γλυκοκυλούσα,

μου ανέβαζεν ανθούς σκιών τίς κίτρινές της μέδουσες

και σα γυναίκα που έπεσε στα γόνατα ηρεμούσα.

 

Χερσόνησος λικνίζοντας στις όχθες μου τις έριδες,

την κόπρο κιτρινόφθαλμων πουλιών που εθορυβούσαν,

κι έλαμνα ενώ κατέβαιναν απ’ τα σχοινιά μου ανάμεσα

πνιγμένοι που το λίκνο τους στα βάθη αποζητούσαν…

 

Λοιπόν, ναυάγιο τέτοιο εγώ, κάτ’ απ’ ορμίσκων πλόκαμους,

σε μοναξιές που εχάθηκεν άπτερου αιθέρα ερήμου,

εγώ που των Χανσεατών τα πλοία κι οι Μονίτορες

το μεθυσμένο από νερό θ’ απόφευγαν σκαρί μου,

 

λεύτερο πια, μενεξελιά φορώντας ομιχλώματα,

εγώ που τους πλινθόχρωμους τρυπούσα ουρανοθόλους,

ήλιου λειχήνες έμπλεο και βλέννες κυανότητας,

είδη πολύ επιθυμητά στους ποιητές σας όλους,

 

πού ’φευγα με μηνοειδείς ηλεχτρικές κατάστιχτο,

τρελή σανίδα ιππόκαμποι που την ακολουθούσαν,

ενώ τους πόντιους ουρανούς, χοάνες φλογερότατες,

οι Ιούλιοι με χτυπήματα ροπάλων εγκρεμούσαν,

 

εγώ, πού ’τρεμα ακούοντας μίλια μακριά να οργάζουνε

τ’ αβυσσαλέα Μάελστρομ κι οι Βεεμώθ κατόπι,

εγώ, ο πολύς ταξιδευτής των γαλανών εκτάσεων,

κατάβαθά μου λαχταρώ τη γηραιάν Ευρώπη.

 

Είδα αστρικά αρχιπέλαγα, νησιά με στερεώματα

παροξυσμών που είν’ ανοιχτοί για κάθε ναύτη δρόμοι:

Σ’ απύθμενες τέτοιες νυχτιές κοιμάσαι κι εξορίζεσαι,

ω σμάρι από χρυσά πουλιά, μελλοντική εσύ ρώμη;

 

Μ’ αλήθεια, εθρήνησα πολύ. Όλες οι αυγές αφόρητες,

πικρός ο ήλιος και φριχτό το κάθε είναι φεγγάρι.

Σε νάρκωση μεθυστική ο αψύς με βύθισε έρωτας.

Να σπάσει πια η καρίνα μου! Το κύμα να με πάρει!

 

Αν της Ευρώπης λαχταρώ κάποια νερά, τα στάσιμα

θαμπά νερά αποθύμησα που ενώ γλυκοβραδιάζει,

με θλίψη αφήνει ένα παιδί σ’ αυτά το καραβάκι του,

τόσο λεπτό, που ωσάν Μαγιού πεταλουδούλα μοιάζει.

 

Δεν το μπορώ πιά, ω κύματα, λουσμένο μες στα θάλπη σας,

τα μπάρκα εγώ του μπαμπακιού να παραβγώ κι ακόμα

σημαίες αλαζονικές ν’ αντιπερνάω και φλάμπουρα

και κάτω από των ποντονιών να κολυμπάω το σκώμμα!

(Μετάφραση: Αλέξανδρος Μπάρας)

 

Γιάννης Σκαρίμπας, «Το πλοίο»

(Ο Τιτανικός)

 

«Εκεί, προς τις γραμμές του Νότιου απείρου

περήφανο ως λικνίζονταν το πλοίο

με δυο γλαρά φουγάρα και ονείρου

φώτα χρυσά – η Κυρία μ’ ένα βιβλίο,

 

στο χέρι εμελαγχόλει… Τι θεία ώρα

στο βαλς που η σάλα αντήχει κι είχεν έβγει

μισή φωτιά η σελήνη!… Και τι φιόρα

οι έξωμες μηλαΐδες και τα ζεύγη,

 

που ωραία στροβιλίζονταν. Η μπάντα

που ανύποπτους σε μέθη αιθέρια αιώρει!

Και η Κυρία – ωωω!… – που εκράτει πάντα

εκείνο το βιβλίο… Το βαπόρι

 

στο πέλαο που αγάλι έκανε κ ρ ά τ ε ι …

Ω η Κυρία, η Κυρία αυτή η μοιραία

με πάντα το βιβλίο – τώρα – ω νάτη –

κρυφά το σκα απ’ την πόρτα κι είν’ ωραία,

 

μα ωχρή… Ενώ το πλοίο πλέει (ή δεν πλέει;)

τον πλοίαρχο κρατεί κι αχνή και κρύα:

«Γροίκησα σαν κάποιο τίναγμα…», του λέει.

– Μα, βέβαια, βυθιζόμεθα Κυρία!…»

(«Ουλαλούμ», εκδ. Νεφέλη, Αθήνα, 2010)

 

Κώστας Καρυωτάκης, [Αλαργινό καράβι]

«Καλό ταξίδι, αλαργινό καράβι μου, στου απείρου

και στης νυχτός την αγκαλιά, με τα χρυσά σου φώτα!

Νάμουν στην πλώρη σου ήθελα, για να κοιτάζω γύρου

σε λιτανεία να περνούν τα ονείρατα τα πρώτα.

Η τρικυμία στο πέλαγος και στη ζωή να παύη,

μακριά μαζί σου φεύγοντας πέτρα να ρίχνω πίσω,

να μου λικνίζης την αιώνια θλίψη μου, καράβι,

δίχως να ξέρω πού με πας και δίχως να γυρίσω !»

(Κ. Καρυωτάκης, «Τελευταίο ταξίδι»)

 

 

 

 

 

 

 

 

Σταυρούλα Σωτηροπούλου στις 20 Αυγούστου 2015

Υπάρχει μια φυλή στην Αφρική, όπου η ημερομηνία γέννησης ενός παιδιού δεν υπολογίζεται από τη στιγμή που γεννήθηκε , ούτε από τη στιγμή της σύλληψης , αλλά από την ημέρα που το παιδί υπήρξε ως σκέψη στο μυαλό της μητέρας του . Και όταν μια γυναίκα αποφασίζει ότι θα έχει ένα παιδί, πάει και κάθεται κάτω από ένα δέντρο μόνη και ακούει όσο μπορεί να ακούσει το τραγούδι του παιδιού που θέλει να έρθει . Και αφού έχει ακούσει το τραγούδι, πάει πίσω στον άνθρωπο που θα είναι ο πατέρας του παιδιού , και το διδάσκει σ ‘αυτόν . Και στη συνέχεια , όταν κάνουν έρωτα για να συλλάβουν σωματικά το παιδί, τραγουδούν το τραγούδι του παιδιού , ως ένα τρόπο για να το καλέσουν.
Και στη συνέχεια , όταν η μητέρα είναι έγκυος , η μητέρα διδάσκει το τραγούδι του παιδιού στις μαίες και τις ηλικιωμένες γυναίκες του χωριού , έτσι ώστε όταν το παιδί γεννιέται , οι μαίες και οι άνθρωποι γύρω του να τραγουδήσουν το τραγούδι του παιδιού για να το υποδεχθούνε . Και τότε , καθώς το παιδί μεγαλώνει , οι άλλοι κάτοικοι του χωριού διδάσκονται το τραγούδι του παιδιού . Εάν το παιδί πέσει ή όταν πονάει το γόνατο του , κάποιος αρχίζει να του τραγουδά το τραγούδι του. Ή όταν το παιδί κάνει κάτι θαυμάσιο , ή περνά μέσα από τις τελετές της εφηβείας και της ενηλικίωσης, οι κάτοικοι του χωριού τραγουδούν το τραγούδι του για να το τιμήσουν.
Στην αφρικανική φυλή υπάρχει μία άλλη περίσταση κατά την οποία οι κάτοικοι τραγουδούν για το παιδί . Σε οποιαδήποτε στιγμή κατά τη διάρκεια της ζωής του, κάποιος που διαπράττει ένα έγκλημα ή μια παρεκκλίνουσα κοινωνική πράξη καλείται στο κέντρο του χωριού και οι άνθρωποι στην κοινότητα σχηματίζουν ένα κύκλο γύρω του. Στη συνέχεια, τραγουδούν το τραγούδι του ενόχου.
Η φυλή αναγνωρίζει ότι η διόρθωση της αντικοινωνικής συμπεριφοράς δεν είναι η τιμωρία. Είναι η αγάπη και η ανάμνηση της ταυτότητας. Όταν έχω αναγνωρίσει το δικό μου τραγούδι , δεν έχω καμία επιθυμία ή την ανάγκη να κάνω κάτι που θα βλάψει τον άλλο.
Και το τραγούδι είναι ο τρόπος μέσα από τη ζωή τους. Στο γάμο , τα τραγούδια των νεόνυμφων τραγουδιούνται , μαζί . Και τέλος , όταν αυτό το παιδί είναι ξαπλωμένο στο κρεβάτι , έτοιμο να πεθάνει , όλοι οι κάτοικοι γνωρίζουν το τραγούδι του, και του τραγουδούν – για τελευταία φορά – το τραγούδι του.
Μπορεί να μην έχουμε μεγαλώσει σε μια αφρικανική φυλή που τραγουδάει το τραγούδι μας σε κρίσιμες μεταβάσεις της ζωής μας, αλλά η ζωή πάντα μας υπενθυμίζει πότε είμαστε σε αρμονία με τον εαυτό μας και πότε όχι. Όταν αισθανόμαστε καλά, αυτό που κάνουμε ταιριάζει με το τραγούδι μας ενώ όταν αισθανόμαστε άσχημα, είμαστε σε δυσαρμονία. Στο τέλος , θα αναγνωρίσουμε όλοι μας το τραγούδι μας και θα το τραγουδούμε καλά. Μπορεί να αισθανθούμε λίγο αμήχανα εκείνη τη στιγμή, αλλά έτσι έχουν συμβαίνει πάντα στους σπουδαίους τραγουδιστές. Ας συντονιστούμε με το τραγούδι μας και θα βρούμε το δρόμο για το “σπίτι”.
Από το Κυριακάτικο Σχολείο Μεταναστών
By enallktikidrasi.com.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 16 Αυγούστου 2015

Τι παλιόκαιρος σήμερα… Βρέχει από το πρωί. Δεν ξέρω γιατί, αλλά η νοσταλγία έχει το άρωμα της βροχής…»

 

 

 

«Αυτός ο κόσμος ο κερατάς- μου ‘λεγε μια φορά η φίλη μου η Βιργινία – λες κι είναι καμωμένος μόνο γι’ αυτούς που ξέρουν να καταπατούν. Γι’ αυτούς που στήνουν ταμπέλες. Που κάνουν περιφράξεις και βάζουν μέσα άγρια σκυλιά για φύλακες. Αυτός ο κόσμος ο κερατάς λες κι είναι καμωμένος, μόνο για μπρατσωμένες ψυχές.»

 

 

 

«Τι θα ‘κανα χωρίς εσένα Νανώ… (Μου ‘γραφε κάποτε σ’ ένα σημείωμα). Τι αξία θα είχαν οι ακρογιαλιές της ψυχής μου, αν δεν στεκόσουνα εκεί, να με περιμένεις…»

 

 

 

«Τα κύματα σ’ οδηγούν εκεί που  θέλουν να σε ξεβράσουν. Είναι να μη βρεθεί η ψυχή σου, άδειο κοχύλι, πεταμένη στο θυμό τους. Κάποιοι όμως είναι τυχεροί. Στ’ άδεια κοχύλια της ψυχής τους οι Γοργόνες κρύβουν τα τραγούδια τους. Κάποιοι… δε θα τους βρεις σε κάθε βήμα σου…»

 

«Το πιο όμορφο γαλάζιο της ψυχής μου το ξόδεψα προσπαθώντας να γλυκάνω το βλέμμα της απουσίας.»

 

 

 

«Συμβαίνει κι αυτό. Να ‘χεις ρίξει κάτω τον άλλον κι ύστερα να βγαίνεις στη ράχη του, να χοροπηδάς και να προσπαθείς να τον πείσεις (συχνά τον πείθεις) πως είναι ένοχος, γιατί η ράχη του έχει κόκκαλα και σου πληγώνουν τα βελούδινα ‘’πατουχάκια’’ σου…»

 

 

«Πάνω σ’ ένα ζουμπούλι, ξεψύχησε η Άνοιξη…»

 

 

 

«Αν δεις την ψυχή μου με ματωμένα γόνατα να τρέχει κοντά σου, μην τρομάξεις. Δεν είναι τίποτα καλέ. Από το παιχνίδι είναι. Όλα τ’ απογεύματα της ζωής τα πέρασα παίζοντας κυνηγητό με τα όνειρά μου.»

 

 

 

«Αυτό το ”απόλυτα εντάξει” πάντα με τρόμαζε. Μου δημιουργούσε μια αποστροφή κάτι σαν ναυτία. Κάτι μου ‘λεγε πως η αγάπη δε βολεύεται στην απόλυτη τάξη. Είναι στο λίγο, στο ελάχιστο φάλτσο. Στο αδιόρατα στραβό. Δεν είναι πουκάμισο κολλαριστό η αγάπη. Είναι ρούχο τσαλακωμένο. Φορεμένο. Με τα σημάδια του ιδρώτα να διακρίνονται πάνω του.»

 

«”Να ονειρεύεσαι …” μου ‘λεγε ένας φίλος που μ’ αγαπούσε και με ήξερε καλά.

 

Τα όνειρα, συνήθως προδίδουν.

 

Παραπλανούν.

 

Καμιά φορά και σκοτώνουν.

 

Όμως, δεν γίνεται να ζεις χωρίς να ονειρεύεσαι …

 

Δεν έχει νόημα.

 

Δεν έχει ουσία.

 

Να ονειρεύεσαι!

 

Κοίτα μόνο να ‘χεις σταμπάρει καλά την έξοδο κινδύνου από τα όνειρά σου.

 

Τότε σώζεσαι …

 

Και ποια είναι η έξοδος κινδύνου;

 

Τίποτα δεν είναι στη ζωή, το παν!

 

Έχει και παρακάτω …;

 

Έχει κι άλλο …

 

Προχώρα, λοιπόν, ξεκόλλα!

 

Αυτή είναι η έξοδος κινδύνου!»

 

«Καθένας έχει διαλέξει μόνος του το σταυρό του, άσχετα αν δεν το παραδέχεται, ή αν δεν το συνειδητοποιεί πολλές φορές.»

 

«-Εγώ την τρέλα μου την φοράω καπέλο, μεγάλε. Δεν την αφήνω να μου γίνει θηλιά. Κι όσο για την παράγκα μου, μόλις δω πως πιάνει κοριούς, ανάβω ένα σπίρτο και την καίω. Δεν το ‘χω για τίποτα. ‘’Πόσο κάνει;’’ Λέω στη μοίρα μου. Τι χρωστάω; Τόσο… Μου λέει. Παρ’ τα και δίνε του. Έχω ένα ραντεβουδάκι με την επόμενη μέρα…»

 

 

«Δε φοβήθηκα ποτέ μου τη βροχή. Φοβήθηκα πολλές φορές όμως αυτούς που μου φώναζαν να γυρίζω πίσω για να μου δώσουν μια ομπρέλα. »

 

«-Σκέφτομαι… Σκέφτομαι… Γιατί να μην έχουν οι άνθρωποι ουρά, Νανώ; Μη γελάς. Θα την κουνούσαν όπως τα σκυλιά και θα καταλαβαίναμε από μακριά τις προθέσεις τους. Σου είπα, μη γελάς…»

 

«Άσχετο, αλλά:

 

Ποτέ μου δεν αγάπησα τους θριαμβευτές. Τους τροπαιούχους.

 

Πάντα με φοβίζει το ποδοβολητό των καβαλάρηδων.

 

Αγάπησα τους μοναχικούς. Τους ορειβάτες. Τους κουρασμένους παλιάτσους.

 

Αγάπησα αυτούς που έχουν ένα στυφό χαμόγελο και ψάχνουν ένα ανθισμένο κλαδί, για να ενωθούν ξανά με τη ζωή.

 

Αυτούς που όταν γλιστρήσουν στη λακκούβα με τα λασπόνερα, γελάνε με το χάλι των ποδιών τους.

 

Καθόλου δε λυπάμαι που με πέταξε έξω από τη δεξίωση ο πορτιέρης, γιατί δε φορούσα το κατάλληλο ένδυμα.

 

Λυπάμαι μόνο που σπατάλησα πολύτιμο χρόνο, ψάχνοντας τις λάθος διευθύνσεις, που μου είχαν χώσει στην τσέπη διάφοροι επιτήδειοι.

 

Λυπάμαι μόνο που δεν μπορώ πια να φοράω κατάσαρκα το βλέμμα των ανθρώπων.»

 

 

 

«Θυμάμαι ακόμα εκείνο το γλάρο τον μοναχικό. Πετούσε γρήγορα προς την αντικρινή στεριά, σαν να ήθελε να γλυτώσει από το βλέμμα του Θεού. Θυμάμαι ακόμα εκείνη τη θάλασσα. Τόσο απόλυτα, τόσο αλαζονικά γαλάζια…»

 

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 16 Αυγούστου 2015

Μια από τις μεγαλύτερες λαχτάρες της ζωής μου στάθηκε πάντα το ταξίδι΄ να δω,ν’αγγίξω άγνωρα χώματα,να μπω να κολυμπήσω σε άγνωρες θάλασσες,να γυρίσω τη γης,να βλέπω,να βλέπω και να μη χορταίνω καινούριες στεριές και θάλασσες κι ανθρώπους κι ιδέες και να τα βλέπω όλα για πρώτη φορά,να τα βλέπω όλα για τελευταία φορά,με μακρόσερτη ματιά,κι έπειτα να σφαλνώ τα μάτια και να νιώθω τα πλούτη να κατασταλάζουν μέσα μου ήσυχα,τρικυμιστά,όπως θέλουν,ωσότου να τα περάσει από την ψιλή κρισάρα ο καιρός,να κατασταλάξει απ’όλες τις χαρές και τις πίκρες το ξαθέρι-τούτη η αλχημεία της καρδιάς είναι,θαρρώ,μια μεγάλη,αντάξια του ανθρώπου ηδονή.

 

 

Και το φως ορκίστηκε να μην παραδοθεί, μα το ξέρει, σωτηρία δεν υπάρχει, δεν θα παραδοθεί, μα θα σβήσει.

 

 

Κάθε άνθρωπος άξιος να λέγεται γιος του ανθρώπου σηκώνει το  σταυρό του κι ανεβαίνει το Γολγοθά του. Πολλοί, οι πιο πολλοί, φτάνουν στο πρώτο, στο δεύτερο σκαλοπάτι, λαχανιάζουν, σωριάζονται στη μέση της πορείας και δε φτάνουν στην κορφή του Γολγοθά –θέλω να πω στην

κορφή του χρέους τους– να σταυρωθούν, ν’ αναστηθούν, και να σώσουν  την ψυχή τους. Λιποψυχούν, φοβούνται να σταυρωθούν, και δεν ξέρουν πως η σταύρωση είναι ο μόνος δρόμος της ανάστασης. Άλλον δεν έχει.

 

 

Δε ζυγιάζω, δε μετρώ, δε βολεύομαι! Ακολουθώ το βαθύ μου χτυποκάρδι.

 

Λίγα πράγματα καταλάβαινα από τα καινούρια τούτα συναξάρια, μα καταστάλαζε βαθιά στην ψυχή μου η ουσία. Άνοιγε το μυαλό μου και γέμιζε τώρα μεσαιωνικούς πύργους και ξωτικά τοπία και νησιά μυστηριώδη που μύριζαν μοσκοκάρφι και κανέλα. Έμπαιναν μέσα μου άγριοι, με κόκκινα φτερά, άναβαν πυρές, έψηναν ανθρώπους, χόρευαν, και τα νησιά γύρα τους χαμογελούσαν σα βρέφη. Κι οι καινούριοι ετούτοι άγιοι δε ζητιάνευαν· ό,τι ήθελαν το ’παιρναν με το σπαθί τους· να μπορούσε, λέει, να μπει κανείς έτσι, σαν τους ιππότες τούτους, καβαλάρης στην Παράδεισο! Ήρωας κι άγιος, να ο τέλειος άνθρωπος, συλλογίζουμουν.

 

 

Για να λυτρωθείς, θα πρέπει πρώτα να λυτρωθείς από την ιδέα της λύτρωσης.

 

 

Σε ποιόν να πω πόσες φορές σκαρφαλώνοντας, με τα πόδια, με τα χέρια, τον κακοτράχαλο ανήφορο του Θεού,  γλίστρησα κι έπεσα, πόσες φορές σηκώθηκα, όλο αίματα, και ξανάρχισα ν’ ανηφορίζω; Πού να βρω μιάν ψυχή σαρανταπληγιασμένη κι απροσκύνητη, σαν την ψυχή μου, να της ξομολογηθώ;

 

 

Aὐτὸ θὰ πει ανθρωπος: νὰ πονας, ν’ ἀδικιέσαι, νὰ παλεύεις καὶ νὰ μὴν τὸ βάνεις κάτω.

 

 

Ο δημιουργός παλεύει με ουσία σκληρή, αόρατη, ανώτερη του, κι ο πιο μεγάλος νικητής βγαίνει νικημένος. Για πάντα το πιο βαθύ μας μυστικό, το μόνο που άξιζε να ειπωθεί, μένει ανείπωτο. Δεν υποτάσεται ποτέ αυτό στο υλικό περίγραμμα της τέχνης. Πλαντούμε στην κάθε λέξη, βλέπουμε ένα δέντρο ανθισμένο, έναν ήρωα, μια γυναίκα, το άστρο της αυγής και φωνάζουμε: Αχ! και τίποτ’ άλλο δεν μπορεί να χωρέσει τη χαρά μας. Όταν το Αχ! αυτό θελήσουμε, αναλύοντάς το να το μεταδώσουμε στους ανθρώπους, να το σώσουμε απο την ίδια μας τη φθορά, πως εξευτελίζεται σε λόγια αδιάντροπα, βαμμένα γεμάτα αέρα και φαντασία.

 

 

“Είσαι κατσίκα” έλεγα συχνά στην ψυχή μου και μάχουμουν να γελάσω,για να μην αρχίσω το θρήνο. “Είσαι κατσίκα, κακόμοιρη ψυχή μου. Πεινάς, κι αντί να φας κρέας και ψωμί και να πιεις κρασί, παίρνεις μια κόλλα άσπρο χαρτί και γράφεις: κρέας, ψωμί, κρασί. Και τρως το χαρτί.

 

 

Ο νους βολεύεται, έχει υπομονή, του αρέσει να παίζει μα η καρδιά αγριεύει, δεν καταδέχεται αυτή να παίξει, πλαντάει και χιμάει να ξεσκίσει το δίχτυ της ανάγκης.

 

 

Δεν ελπίζω τίποτα, δεν φοβούμαι τίποτα, λυτρώθηκα από το νου κι από την καρδιά, ανέβηκα πιο πάνω, είμαι λεύτερος.

 

 

Δεν υπάρχουν ιδέες – υπάρχουν μονάχα άνθρωποι που κουβαλούν τις ιδέες – κι αυτές παίρνουν το μπόι του ανθρώπου που τους κουβαλάει.

 

 

«Ε κακομοίρη άνθρωπε», είπε δυνατά, «μπορείς να μετακινήσεις βουνά, να κάμεις θάματα, κι εσύ να βουλιάζεις στην κοπριά, στην τεμπελιά και στην απιστία! Θεό έχεις μέσα σου, Θεό κουβαλάς και δεν το ξέρεις – το μαθαίνεις μονάχα την ώρα που πεθαίνεις, μα ‘ναι πολύ αργά. Ας ανασκουμπωθούμε εμείς που το ξέρουμε, ας σύρουμε μπορεί να μας ακούσουν!

 

 

Ερχόμαστε απο μία σκοτεινή άβυσσο. Καταλήγουμε σε μία σκοτεινή άβυσσο. Το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή. Ευθύς ως γεννηθούμε, αρχίζει και η επιστροφή, ταυτόχρονα το ξεκίνημα και ο γυρισμός. Κάθε στιγμή πεθαίνουμε. Γι’ αυτό πολλοί διαλάλησαν. Σκοπός της εφήμερης ζωής είναι η αθανασία.

 

 

Μπας και βρίσκεται στον πάτο της Κόλασης, Κύριε, η πόρτα του Παραδείσου;

 

 

Η καρδιά σμίγει ό,τι ο νους χωρίζει, ξεπερνάει την παλαίστρα της ανάγκης και μετουσιώνει το πάλεμα σε αγάπη.

 

 

Μαζεύω τα σύνεργά μου: Όραση, ακοή, γέψη, όσφρηση, αφή, μυαλό, βράδυασε πια, τελεύει το μεροκάματο, γυρίζω σαν τον τυφλοπόντικα σπίτι μου, στο χώμα. Όχι γιατί κουράστηκα να δουλεύω, δεν κουράστηκα, μα ο ήλιος βασίλεψε.

 

 

Χαρά στο νέο που θαρρεί πως έχει χρέος να ξαναδημιουργήσει τον κόσμο, να τον κάμει πιο σύμφωνο με την αρετή και τη δικαιοσύνη, πιο σύμφωνο με την καρδιά του, αλίμονο σε όποιον αρχίζει τη ζωή του χωρίς παραφροσύνη.

 

 

Πολύ συχνά δεν αντέχει ο άνθρωπος να κρατήσει αλάκερη του την ανθρωποσύνη, κουτσουρεύεται. Πότε θέλει ν’απαλλαχτεί απ’τη ψυχή του, πότε από το σώμα του και τα δύο μαζί να τα χαίρεται του πέφτει βαρύ. Μα εδώ στην Ελλάδα τα δύο αιώνια τούτα χαριτωμένα στοιχεία μπορούν να συγκεραστούν, να πάρει η ψυχή από το σώμα και το σώμα απο την ψυχή και να φιλιώσουν κι έτσι να μπορεί ο άνθρωπος στο Θείο αλώνι της Ελλάδας να ζει και να πορεύεται ακέραιος.

 

 

Μην καταδέχεσαι να ρωτάς: “Θα νικήσουμε; Θα νικηθούμε;” Πολέμα!

 

 

Έχεις ευθύνη. Δεν κυβερνάς πια μονάχα τη μικρή ασήμαντη ύπαρξή σου. Είσαι μια ζαριά όπου για μια στιγμή παίζεται η μοίρα του σογιού σου.

 

 

Ζούμε μόνοι, πεθαίνουμε μόνοι, το ενδιάμεσο φωτεινό σημείο το λέμε ζωή.

 

 

Αν δεν ξεχειλίσει η καρδιά του ανθρώπου από αγάπη ή από θυμό, τίποτα δεν μπορεί να γίνει στον κόσμο.

 

 

Μαρία Ανδρεάδου στις 14 Αυγούστου 2015

του σκηνοθέτη Βασίλη Λουλέ
Εικόνα: Μαρία Ανδρεάδου

 

 

Σα νότες ακουστικής κιθάρας που παίζει σόλο σε αργή ταχύτητα τη «Μισιρλού», σε μια εκτέλεση που δεν έχει ακόμα γραφτεί — παρά τις εκατοντάδες που υπάρχουν σε όλο τον κόσμο. Ή σαν οι ίδιες νότες να ακούγονται τώρα από σόλο βιμπράφωνο. Ή από μακρυνή τρομπέτα, σόλο κι αυτή.
Νότες που ολοένα και απομακρύνονται η μια από την άλλη, σα να ξεκολλάνε. Μέχρι να σταματήσει, να μείνει μετέωρη η μελωδία.

Ο ήχος της μοτοσυκλέτας που τρέχει σα σφαίρα δεν ακούγεται μέσα στη νύχτα —η σκηνή είναι βουβή—, μόνο εικόνα υπάρχει, με γρήγορα cut. Όταν όλα γίνονται τόσο αστραπιαία μόνο η εικόνα, το φως, προλαβαίνει να φτάσει, ο ήχος καθυστερεί πολύ — νόμοι της Φυσικής. Ούτε μαρσάρισμα ακούγεται ούτε γκάζωμα ούτε φρενάρισμα ούτε σύγκρουση στον τοίχο ούτε πτώση στην άσφαλτο ούτε πρόσωπα που μαζεύονται από πάνω και σου μιλάνε ούτε το ασθενοφόρο που έφτασε αργά (πάντα αργούν) ούτε οι ομιλίες των νοσοκόμων — κάτι κάνουν με σένα, «Μα τι θέλουν όλοι αυτοί από μένα;», απόρησες, ίσως.
Μαύρο.

Στο μαύρο του δικού μου ύπνου το τηλέφωνο χτύπαγε επίμονα, εκκωφαντικά στις 5 τα ξημερώματα — μού τρύπαγε τ’ αυτιά, δεν ήθελα να το ακούω, λες και ήξερα: «Έλα αμέσως, ο αδελφός σου δεν είναι καλά». «Στις 3 και είκοσι». «Τρίκαλα».

Το ξημέρωμα της 6ης Ιουλίου 1991 μπήκε στη ζωή μου απότομα. Κι έμεινε.
Στης μάνας μου και του πατέρα καρφώθηκε στην καρδιά.
Σε μένα έμειναν και οι μεγεθυμένοι ήχοι που ήρθαν με καθυστέρηση, σαν τη βροντή μετά την αστραπή: οι θρήνοι και οι κραυγές, τα τραίνα που σφύριζαν την ώρα του οριστικού αποχωρισμού περνώντας δίπλα απ΄ το κοιμητήριο όπου θάβαμε τον Παναγιώτη, οι φτυαριές και το χώμα, τα ασθενοφόρα που ουρλιάζουν στις αθηναϊκές λεωφόρους — και τ’ ακούω πρώτος από μακρυά.

Έμεινε και μια μελωδία μακρινή, που μου κόλλησε ξαφνικά στο μυαλό τότε, εκείνη την 6η Ιουλίου 1991. Μια μελωδία ακουστικής κιθάρας, βιμπράφωνου ή τρομπέτας, σα φύσημα μοιάζει, σαν πνοή — άλλες φορές την παίρνει ο αέρας και χάνεται δεν υπάρχει, σα να μην υπήρξε ποτέ, κι άλλες φορές τη φέρνει απότομα σε μια μόνη στιγμή δυνατά μέσα στα αυτιά μου πολύ δυνατά. Και πονάνε πολύ.
……………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………..

Η «Μισιρλού» (που είχα την λάθος εντύπωση ότι είχε πρωτογραφτεί από τον συμπατριώτη μου Βασίλη Τσιτσάνη) μού κόλλησε τότε, έτσι, χωρίς να είναι το αγαπημένο τραγούδι του Παναγιώτη — δεν ξέρω καν αν το είχε ποτέ σιγοσφυρίξει στα 28 του χρόνια. Ανάμεσα στις εκατοντάδες εκτελέσεις ανά τον κόσμο δεν βρήκα ούτε μία που να ταιριάζει με αυτή που ακούω μέσα μου — ίσως πρέπει να τη γράψω εγώ πλέον με τη βοήθεια φίλων.
Διάλεξα όμως μια που έχει κάτι λίγο από αυτό που φαντάζομαι.
Αυτή η συγκεκριμένη «Μισιρλού» μού αρέσει γιατί είναι BossaNova, και ξέρω πως πολύ θα του άρεσε να τη χορεύει όλη νύχτα αγκαλιά με μια κοπέλλα.

Ας αρχίσει η μουσική λοιπόν!
Μέρα της γιορτής σου η Κοίμηση, ο Δεκαπενταύγουστος, Γιώτη μου.

Misirlou

 

πηγη :  http://www.parallaximag.gr/parallax-view/koimisi#sthash.5Ed0oG4J.dpuf

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 10 Αυγούστου 2015

Οι δρόμοι του μέλλοντος θα «μυρίζουν» ανακύκλωση, υποστηρίζουν οι ειδικοί της ολλανδικής εταιρείας VolkerWessels. Σύμφωνα με το πρότζεκτ τους PlasticRoad, η άσφαλτος στους δρόμους θα μπορούσε μελλοντικά να αντικατασταθεί από οικολογικά «πλακάκια» κατασκευασμένα από ανακυκλωμένα πλαστικά μπουκάλια. Στη λογική των Lego, κατά τους ειδικούς από το Ρότερνταμ, τα ειδικά πλαστικά πλακάκια θα τοποθετούνται το ένα δίπλα στο άλλο, γεγονός που σημαίνει ότι σε περίπτωση φθοράς η αντικατάστασή τους θα είναι παιχνιδάκι. Οπως αναφέρει η μελέτη τους, το νέο υλικό θα αντέχει σε αντίξοες συνθήκες όπως π.χ. θερμοκρασίες μεταξύ -40 και 80 βαθμών Κελσίου. Η άσφαλτος η οποία στρώνεται στους δρόμους, υποστηρίζουν οι ειδικοί, απελευθερώνει περί τους 1,6 εκατ. τόνους διοξειδίου του άνθρακα στην ατμόσφαιρα ετησίως σε παγκόσμιο επίπεδο, αριθμός που μεταφράζεται στο 2% των ρύπων που προέρχονται από τις μετακινήσεις των πολιτών. «Το πλαστικό θα μπορούσε να ανοίξει νέους δρόμους ως προς την κατασκευή οδικών δικτύων» αναφέρει ο επικεφαλής της εταιρείας Ρολφ Μαρς. Σύμφωνα με τον ίδιο, οι «πλαστικοί δρόμοι» θα είναι ελαφρύτεροι μειώνοντας έτσι σημαντικά το βάρος που δέχεται το έδαφος και θα επιτρέπουν την εύκολη πρόσβαση για την τοποθέτηση καλωδίων ή σωλήνων κάτω από την επιφάνειά τους.

Κυψελωτές αεροπορικές θέσεις εν όψει Την επόμενη φορά που θα παραπονεθείτε για την έλλειψη χώρου στην οικονομική θέση, σκεφθείτε ότι τα πράγματα θα μπορούσαν να γίνουν και… χειρότερα. Ή τουλάχιστον αυτό αποκαλύπτει πρόσφατη αίτηση για δίπλωμα ευρεσιτεχνίας που είχε καταθέσει η βρετανική εταιρεία κατασκευής αεροπορικών καθισμάτων Zodiac Seats, η οποία κάνει λόγο για «κυψελωτές» αεροπορικές θέσεις με στόχο την αύξηση της χωρητικότητας των επιβατών στο αεροσκάφος. Η πατέντα με τίτλο Economy Class Cabin Hexagon ουσιαστικά ακολουθεί τη λογική μιας ζιγκ-ζαγκ διάταξης των θέσεων, γεγονός που σημαίνει ότι οι θέσεις σε μια σειρά κοιτούν μία προς τα πίσω και μία προς τα εμπρός δημιουργώντας την ψευδαίσθηση μιας κυψέλης. Σύμφωνα με τα απαραίτητα σχεδιαγράμματα της εταιρείας, κάτι τέτοιο μεταφράζεται στο ότι ο «διπλανός» μας δεν θα κάθεται ακριβώς δίπλα μας αλλά σχεδόν απέναντί μας!

Phree: ένα στυλό με νοημοσύνη Δέχεται τηλεφωνικές κλήσεις, δείχνει ενημερώσεις που λαμβάνει ο κάτοχός του στο smartphone του και του επιτρέπει να γράφει σε οποιαδήποτε επιφάνεια μεταφέροντας τις σημειώσεις του αυτομάτως στο κινητό του. Ο λόγος για το «έξυπνο» στυλό Phree από το Ισραήλ με τεχνολογία Bluetooth, το οποίο εκτός όλων των άλλων διορθώνει και τα ορθογραφικά λάθη του ιδιοκτήτη του. Το στυλό, σύμφωνα με την επινοήτρια εταιρεία OTM, «βλέπει» τις κινήσεις του χρήστη με τη βοήθεια ενός τρισδιάστατου συμβολόμετρου λέιζερ. Κάτι τέτοιο του επιτρέπει να ακολουθεί το χέρι του κατόχου του και να αναγνωρίζει τα γράμματα που σχηματίζει κάθε φορά. Το Phree είναι σε θέση να αναγνωρίζει τα γράμματα είτε αυτά σχηματίζονται στην επιφάνεια ενός τραπεζιού, μιας καρέκλας ή ακόμη και στο ταμπλό του αυτοκινήτου. Οι λέξεις περνούν στο smartphone με τη βοήθεια συμβατών με το στυλό εφαρμογών, όπως π.χ. τα apps OneNote, Office, Viber κ.ά. Προς το παρόν το Phree βρίσκεται σε φάση προσέλκυσης κεφαλαίου μέσω της ιστοσελίδας Kickstarter.

Περάστε στο εικονικό δοκιμαστήριο Για τους βιαστικούς που δεν έχουν χρόνο (ούτε χρήμα) να σπαταλούν στα πολύωρα ψώνια περιμένοντας με τις ώρες στην ουρά για το δοκιμαστήριο, οι ειδικοί του Πανεπιστημίου Τεχνολογίας του Σίδνεϊ (UTS) ανέπτυξαν μια εφαρμογή για την πραγματοποίηση εικονικών δοκιμών ρούχων. Η επαναστατική εφαρμογή δημιουργεί αρχικά την εικόνα της σιλουέτας του χρήστη επιτρέποντάς του στη συνέχεια να δοκιμάζει εικονικά τα κομμάτια που έχει ξεχωρίσει. Παρά το γεγονός ότι οι ειδικοί δεν έχουν αποκαλύψει πολλές λεπτομέρειες γύρω από τον τρόπο λειτουργίας του app, υποστηρίζουν ότι θα βασίζεται στην απεικόνιση AR η οποία «παντρεύει» την εικονική πραγματικότητα με στοιχεία του πραγματικού κόσμου. Για την ώρα οι καταναλωτές online καταστημάτων έχουν τη δυνατότητα να δοκιμάσουν εικονικά ρούχα στον υπολογιστή τους, αλλά όχι π.χ. με τη βοήθεια ενός smartphone ανά χείρας.

ΑΠΟ ΤΟ ΒΗΜΑ

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 8 Αυγούστου 2015

“Ξαναδιάβασα τα γράμματά σου από την αρχή. Σου γράφω “δύο λόγια αγάπης”. Ένα πράγμα αισθάνομαι πως είναι το δυσκολότερο να σου δώσω να καταλάβεις: πόσο σε νιώθω, πόσο σε παρακολουθώ κι από μια σου λέξη ακόμη, όπως άλλοτε από ένα παίξιμο του χεριού σου. Τώρα που ξανακοίταξα όλα αυτά τα χαρτιά, βρίσκω πάντα ένα φόβο μήπως δεν λες καλά ό,τι ήθελες να πεις, ένα δισταγμό μην τύχει και πεις πολλά, και προς το τέλος αρχίζεις κιόλας να γράφεις και να σκίζεις. Άφησε, χρυσή μου, τον εαυτό σου, είναι τόσο χαριτωμένος έτσι όπως είναι, άφησέ τον να μη μιλήσει όπως ξέρει αυτός. Θα μου πεις: “Εσύ μήπως δεν κάνεις το ίδιο;” Κι αν το κάνω, δεν υπάρχει κανένας λόγος να με μιμηθείς. Το κάνω, άλλωστε, τόσο άσχημα. Αν έχεις απελπισία, δώσε μου την απελπισία σου, όπως μου δίνεις τόσες φορές τη χαρά σου. Δώσε μου ό,τι έχεις κι ό,τι μπορείς. Μα κατάλαβε, επιτέλους, πως δεν γυρεύω τίποτε άλλο. Αν αργήσουμε τώρα να ιδωθούμε, θα πρέπει να προσπαθήσουμε μ’ αυτά τα λίγα και γλίσχρα μέσα που έχουμε, μ’ αυτό το χαρτί που μαυρίζουμε, να είμαστε όσο μπορούμε πιο κοντά, όχι να αποχωριζόμαστε και να πληγώνει ο ένας τον άλλον. Έτσι νομίζω. Αν με θέλεις ακόμη, έλα, χρυσή μου, να τα λέμε όλα χωρίς να σκεπτόμαστε ότι υπάρχουν πράγματα που δεν πρέπει. Ξέρεις, συλλογίζομαι ακόμη πως έτσι θα μπορούσαμε, όταν μας δοθεί να ιδωθούμε, να μην πούμε ούτε μια λέξη παρά να χαζεύει ο ένας τον άλλον. Και θα είναι τόσο ξεκουραστικό. Καληνύχτα, αγάπη. Όλη τη μέρα σήμερα γύρευα τη στοργή σου».

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 8 Αυγούστου 2015

«Βιογραφικό σε πρώτο προσωπικό». Το έως τώρα άγνωστο κείμενο του Μάνου Χατζιδάκι, που έγραψε στη Μελβούρνη το 1980. Το κείμενο δημοσιεύεται στην ομογενειακή εφημερίδα Νέος Κόσμος, με την ευκαιρία της συμπλήρωσης 20 χρόνων από τον θάνατό του

“. ΓΕΝΝΗΘΗΚΑ ΣΤΙΣ 23 ΟΚΤΩΒΡΗ ΤΟΥ ’25 στην Ξάνθη τη διατηρητέα κι όχι την άλλη τη φριχτή, που χτίστηκε μεταγενέστερα από τους μεταπολεμικούς της ενδοχώρας μετανάστες. Η μητέρα μου ήταν από την Αδριανούπολη και ο πατέρας μου απ’ την Κρήτη. Με φέραν το ’31 στην Αθήνα απ’ όπου έλαβα την Αττική παιδεία – όταν ακόμη υπήρχε στον τόπο μας και Αττική και Παιδεία. ΕΙΜΑΙ ΛΟΙΠΟΝ ΓΕΝΝΗΜΑ ΘΡΕΜΜΑ ΔΥΟ ΑΝΘΡΩΠΩΝ που δεν συνεργάστηκαν ποτέ, εκτός απ’ τη στιγμή που αποφάσισαν την κατασκευή μου. Γι’ αυτό και περιέχω μέσα μου όλες τις δυσκολίες του Θεού και όλες τις αντιθέσεις. Όμως η αστική μου συνείδηση, μαζί με τη θητεία μου την ευρωπαϊκή, φέραν έν’ αποτέλεσμα εντυπωσιακό. Έγινα τόσο ομαλός, έτσι που οι γύρω μου να φαίνονται ως ανώμαλοι.

Η ΚΑΤΟΧΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΜΟΥ ΣΥΝΕΙΔΗΤΟΠΟΙΗΣΕ πως δεν χρειαζόμουν τα μαθήματα της Μουσικής, γιατί με καθιστούσαν αισθηματικά ανάπηρο και ύπουλα μ’ απομάκρυναν απ’ τους αρχικούς μου στόχους που ήταν: Να διοχετευθώ, να επικοινωνήσω και να εξαφανιστώ. Γι’ αυτό και τα σταμάτησα ευθύς μετά την κατοχή – σαν ήρθε η απελευθέρωση. Δεν σπούδασα σε Ωδείο και συνεπώς δεν μοιάζω φυσιογνωμικά με μέλος του γνωστού Πανελλήνιου Μουσικού Συλλόγου. ΤΑΞΙΔΕΨΑ ΠΟΛΥ. ΚΙ ΑΥΤΟ ΜΕ ΒΟΗΘΗΣΕ ΝΑ ΑΝΤΙΛΗΦΘΩ πως η βλακεία δεν ήταν μόνο προϊόν του τόπου μας αποκλειστικό, όπως περήφανα αποδεικνύουν συνεχώς οι Έλληνες σωβινιστές και οι ντόπιοι εθνικιστές. Έτσι ενισχύθηκε η έμφυτη ελληνικότητά μου και μίκραινε κατά πολύ ο ενθουσιασμός μου για τους αλλοδαπούς.

ΕΓΡΑΨΑ ΜΟΥΣΙΚΗ ΓΙΑ ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ, για τον Κινηματογράφο και τον Χορό. Παράλληλα έγραψα πολλά τραγούδια – δύο χιλιάδες μέχρι στιγμής, – μέσ’ απ’ τα οποία ξεχωρίζω όλα όσα περιέχει αυτή μου η συναυλία. TΟ 1996 ΒΡΕΘΗΚΑ ΣΤΗΝ ΑΜΕΡΙΚΗ, και επειδή χρωστούσα στην ελληνική εφορία κάπου τρεισήμισι εκατομμύρια δραχμές, αναγκάστηκα να κατοικήσω εκεί ώσπου να τα εξοφλήσω. Εξόφλησα τα χρέη μου το ’72 κι επέστρεψα στην Αθήνα, για να κατασκευάσω το καφενείο με το όνομα «Πολύτροπο». Ήρθε όμως ο τυφώνας που ονομάστηκε «Μεταπολίτευση», με τις σειρήνες των γηπέδων και των σφαιριστηρίων και τους χιλιάδες εκ των υστέρων αντιστασιακούς, που αγανακτισμένοι τραγουδούσαν τραγούδια ενάντια στη Δικτατορία, και που με αναγκάσανε να κλείσω το «Πολύτροπο», μ’ ένα παθητικό περίπου πάλι των τρεισήμισι εκατομμυρίων. Μοιραίος αριθμός.

ΚΙ ΕΤΣΙ ΤΟ ’75 ΑΡΧΙΖΕΙ ΜΙΑ ΔΙΑΣΗΜΗ «ΕΠΟΧΗ ΜΟΥ» που θα τη λέγαμε, για να την ξεχωρίσουμε, η υπαλληλική και που με κατέστησε πάλι διάσημο σ’ όλους τους απληροφόρητους συμπατριώτες μου και σ’ όσους πίστεψαν πως τοποθετήθηκα χαρακτηριστικά στις όποιες θέσεις της δημόσιας ζωής. Μέσα σ’ αυτή που λέτε την περίοδο, προσπάθησα ανεπιτυχώς, είναι αλήθεια, να πραγματοποιήσω «ακριβές καφενειακές ιδέες» πότε στην ΕΡΤ και πότε στο Υπουργείο Πολιτισμού. Και οι δύο ετούτοι οργανισμοί, βαθύτατα διαβρωμένοι και σαθροί από τη γέννησή τους, κατάφεραν ν’ αντισταθούν επιτυχώς ώσπου στο τέλος να με νικήσουν «κατά κράτος». Παρ’ όλα αυτά, μέσα σε τούτον τον καιρό, γεννήθηκε η φιλελεύθερη έννοια του ΤΡΙΤΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ και επιβλήθηκε σε ολόκληρο τον τόπο.

Και καταστάλαγμα μέχρι στιγμής του βίου μου είναι: ΑΔΙΑΦΟΡΩ ΓΙΑ ΤΗ ΔΟΞΑ. Με φυλακίζει στα όρια που εκείνη καθορίζει κι όχι εγώ. ΠΙΣΤΕΥΩ ΣΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ που μας αποκαλύπτει κι όχι σ’ αυτό που μας διασκεδάζει και μας κολακεύει εις τας βιαίως αποκτηθείσας συνήθειές μας.ΠΕΡΙΦΡΟΝΩ ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΣΤΟΧΕΥΟΥΝ ΣΤΗΝ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ και στην πνευματική νεότητα, τους εύκολα «επώνυμους» πολιτικούς και καλλιτέχνες, τους εφησυχασμένους συνομήλικους, τη σκοτεινή και ύποπτη δημοσιογραφία, την πάσα λογής χυδαιότητα καθώς και κάθε ηλίθιο του καιρού μου.

Συνέντευξη στη Ροζαλίνα Ντότσεβα
Μετάφραση: Μιχάλης Σιάτης, Κλινικός και Συμβουλευτικός Ψυχολόγος, MSc

 

Ρ.Ντ: Οι ψυχαναλυτές δίνουν τεράστια σημασία στην οικογενειακή ιστορία σε σχέση με την ψυχική οργάνωση του παιδιού. Τελευταίως, οι ίδιοι άρχισαν να μιλάνε και για τον ρόλο που παίζουν τα μυστικά, τα λεγόμενα «αν-είπωτα».

 

Π.Ντ: Πράγματι, η οικογενειακή ιστορία είναι καθοριστική για την ψυχική οργάνωση του παιδιού. Με τον όρο «αν-είπωτο» εννοούμε τα θέματα -ταμπού, τα οικογενειακά μυστικά σχετικά με την γενεαλογία, όπως καταγωγή, αιμομιξία, έγκλημα κτλ. Γενικώς, όλα εκείνα, τα οποία οι γονείς, όπως επίσης οι γιαγιάδες κι οι παππούδες, συνήθως αποκρύπτουν από τα παιδιά, με σκοπό «να τα προστατεύσουν». Αυτό όμως είναι αυταπάτη. Αντιθέτως, τα απόκρυφα οικογενειακά μυστικά είναι εκείνα που μπορούν να αποβούν τραυματικά για τα παιδιά. Τα παιδιά δεν απατώνται όταν βρεθούν αντιμέτωπα με κάτι το αν-είπωτο, αν δεν λάβουν κάποια απάντηση στην πρώτη τους ερώτηση, και ως συνήθως ούτε και στην τελευταία τους. Η απαγόρευση να σκέφτεται πάνω στις εν λόγω συγκυρίες δεν προστατεύει το παιδί, αλλά το διαταράσει και μάλιστα πολύ περισσότερο απ’ ό,τι η πραγματικότητα, όσο δραματική και πικρή κι αν είναι αυτή. Στη Γαλλίδα ψυχαναλύτρια Φρανσουάζ Ντολτό άρεσε να λέει: «Να θέλουμε από το παιδί να δομηθεί πάνω στη βάση κάποιου «αν-είπωτου», σημαίνει να θέλουμε από το ίδιο να αποποιηθεί ένα μέρος του εαυτού του». Ο κάθε ψυχαναλυτικός θεραπευτής διαπιστώνει μέσα από την εμπειρία του πόσο ευαίσθητα είναι τα παιδιά στη συγκάλυψη μέσα στην οικογενειακή ιστορία και σε ποιο βαθμό τα παιδικά συμπτώματα μπορούν να μαρτυρούν την ύπαρξη κάποιου μυστικού. Κι ακόμη  παραπέρα – το «αν-είπωτο» δεν είναι τραυματικό μόνο για εκείνον που το υπομένει, αλλά είναι πολύ πιο τραυματικό και για τις επόμενες γενεές, αφού οι τελευταίες δεν διαθέτουν τα απαραίτητα μέσα και στοιχεία για να το ανασκευάσουν και κατανοήσουν.


Ρ.Ντ: Σε μια εποχή, όπου ο ακραίος φιλελευθερισμός  στον τρόπο διαπαιδαγώγησης επικρατεί, εσείς στα βιβλία σας ισχυρίζεστε, πως το κύρος και η απαγόρευση είναι απολύτως αναγκαία για την ανάπτυξη του παιδιού. Γιατί;

Π.Ντ: Ζούμε σε μια εποχή, που όπως όλες οι άλλες, προσπαθεί να διορθώσει τις αυταπάτες της προηγούμενης. Και η κάθε καινούργια εποχή αναναιώνει τη διόρθωση των λαθών διαπαιδαγώγησης, από τα οποία υπέφερε. Δυστυχώς, παρόμοιες διορθώσεις (ή προσπάθειες για τέτοιες διορθώσεις) μερικές φορές παράγουν ένα γελοιογραφικό ταλάντευμα στην αντίθετη κατεύθυνση. Έτσι για παράδειγμα ο αυταρχισμός γεννά τον λαξισμό/ χαλαρωτισμό[i]. Ο αυταρχισμός, δηλαδή, η εξουσία η οποία δεν αμφισβητείται, πυροδοτεί στους γονείς, οι οποίοι τον υπόμεναν, λαξισμό χωρίς απαγορεύσεις, του οποίου τα αποτελέσματα είναι ακόμη πιο καταστρεπτικά για την διαπαιδαγώγηση των παιδιών. Αναμφιβόλως, και ο ένας και ο άλλος τρόπος είναι λανθασμένοι. Ο αυταρχισμός αντικαθιστά τον λόγο με το «σκληρό χέρι», το οποίο όπως υποδεικνύει και η πιο πάνω φράση, εκπαιδεύει το παιδί σαν ζώο. Ο λαξισμός, από την άλλη, θεωρεί πως δεν πρέπει να αντιτάσσεται τίποτα στο παιδί και ουσιαστικά το εγκαταλείπει υπόλογο των ιδιοτροπιών και καπριτσιών του. Ωστόσο, το παιδί οργανώνεται, από τη μία, χάρη σ’ εκείνα που του δίνονται, κι από την άλλη, χάρη σ΄εκείνα που του απαγορεύονται. Η διαπαιδαγώγηση χωρίς απαγορεύσεις αρνείται την διαφόρα μεταξύ των γενεών. Στην πραγματικότητα η απαγόρευση για το παιδί δεν έχει την ίδια σημασία που έχει και για τον ενήλικα. Για τους ενήλικες η έλλειψη απαγορεύσεων έχει την έννοια της ελευθερίας. Ενώ για τα παιδιά, αυτή η έλλειψη τα ωθεί προς την έκθεση τους σε διάφορους κινδύνους. Επίσης, το παιδί έχει ανάγκη από «πλαισίωση», από κάποια όρια, διότι η απουσία τους γεννά ανησυχία μέσα του. Έχει ανάγκη από γονείς, οι οποίοι να το καθοδηγούν και ως μία συγκεκριμένη ηλικία να παίρνουν αποφάσεις, αντί του ιδίου. Έτσι, λοιπόν, η απαγόρευση με την πιο πλατιά έννοια του όρου είναι σημαντική σε τρεις τομείς: στη διαπαιδαγώγηση (δεν υπάρχει διαπαιδαγώγηση χωρίς απαγόρευση) , στην κοινωνική ζωή (δηλαδή έξω από τον οικογενειακό περίγυρο) και στην ψυχική υγεία. Θα μπορούσαμε να πούμε, πως κάθε λογής ελαφρά ή πιο σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα, αρχίζοντας από την κοινότυπη κινητική αστάθεια και φτάνοντας μέχρι τις βαρετές διαταραχές της προσωπικότητας, προέρχονται από την απουσία απαγορεύσεων. Οι τελευταίες όμως δεν πρέπει να συγχέονται με την τιμωρία. Θα ήθελα να γίνω ορθά κατανοητός – δεν υπερασπίζομαι την επιστροφή στον αυστηρό, «αγγλικό τύπο» διαπαιδαγώγησης. Εκείνο που θέλω να πω, είναι πως το κύρος των γονιών πρέπει να είναι απόλυτα αρκετό, για να μπορεί να ωθήσει το παιδί να σεβαστεί τις επιβαλλόμενες από εκείνους απαγορεύσεις. Και όσο πιο σταθερό είναι το κύρος τους, τόσο πιο λίγο θα χρειάζονται να επιβάλλουν απαγορεύσεις. Εκτός αυτού, το παιδί έχει ανάγκη να υπακούει τους γονείς του, και όχι τους παππούδες του και της γιαγιάδες του.

Ρ.Ντ: Πώς η θέση που παίρνουν η μητέρα και ο πατέρας στην παιδκή ηλικία, αλλάζει στην εφηβεία;

Π.Ντ: Σ’ αυτό το σημείο θα πρέπει να μιλήσω πάλι για το κύρος, τον αντιπρόσωπό του και τον τρόπο που μεταβάλλεται στην εφηβεία. Ο νεοεγελιανός φιλόσοφος Alexander Kojev, διαχωρίζει 4 τύπους κύρους, τους οποίους εγώ επεξεργάστηκα και εφάρμοσα πάνω στις οικογένειες. Ο πρώτος τύπος, παρμένος από την διδασκαλία του Πλάτωνα, βασίζεται πάνω στην ιδέα του δικαίου. Αυτός ο τύπος αντιπροσωπέυεται και από τους δύο γονείς, η φόρμουλά του είναι «Ισότητα». Ο δεύτερος τύπος, του οποίου η βάση είναι η θεοκρατία, προέρχεται από την ιδέα του «πατέρα ως αντιπροσώπου του θεού» και η φόρμουλά του είναι «Έτσι είναι, και όχι αλλιώς». Αυτός ο τύπος επιβάλει την εξουσία χωρίς εξηγήσεις. Ο τρίτος τύπος βασίζεται πάνω στις ιδέες του Αριστοτέλη και κατευθύνεται από τον μεγαλύτερο προς τον μικρότερο, από το δάσκαλο στον μαθητή. Σε γενικές γραμμές αντιπροσωπεύει το κύρος του μεγαλύτερου, ο οποίος ξέρει περισσότερα για το μέλλον απ’ ότι ο μικρότερος, και τον διδάσκει τι θα πει ζωή. Η φόρμουλά του είναι: «Ακολούθα το παράδειγμά μου!». Στην οικογένεια αυτός ο τύπος μπορεί να αντιπροσωπευθεί όπως από την μητέρα, έτσι και από τον πατέρα. Ο τέταρτος τύπος, ο οποίος βασίζεται πάνω στη διδασκαλία του Χέγκελ, είναι «ο νόμος του δυνατότερου». Ο δυνατότερος σ’ αυτή την περίπτωση είναι η μητέρα, διότι εκείνη έχει άμεση επαφή και εξουσία πάνω στο παιδί, κάτι το οποίο στην περίπτωση του πατέρα γίνεται μέσω του λόγου. Ο πατέρας είναι εκείνος, ο οποίος λέει τι πρέπει να γίνει, αλλά δεν ελέγχει αν τον έχουν υπακούσει. Η μητέρα από την άλλη λέει κάτι και αμέσως ελέγχει αν έχει γίνει. Στην πρώτη περίπτωση το παιδί υπακούει, μόνο αν το θελήσει, ενώ στην δεύτερη – υπακούει διότι είναι αναγκασμένο. Η φόρμουλα είναι: «Κάνε ό,τι σου λέω!». Εάν κατά τη διάρκεια της παιδικής ηλικίας υπάρχουν και οι τέσσερεις τύποι μέσα στην οικογένεια, τότε στην εφηβεία σταδιακά θα υποχωρήσουν (ή τουλάχιστον θα αμφισβητηθούν από τον έφηβο) δύο εξ αυτών – εκείνοι οι οποίοι αντιπροσωπεύονται μόνο από τον ένα γονιό: ο θεοκρατικός πατέρας (τύπος 2) και η «παντοδύναμη» μητέρα (τύπος 4). Την ίδια στιγμή, ο έφηβος επίμονα θα επιδιώκει τον πρώτο και τρίτο τύπο κύρους, οι οποίοι ασκούνται και από τους δύο γονείς και οι οποίοι βασίζονται στην «δικαιοσύνη» και το «μέλλον». Αυτός ο καινούργιος τύπος κύρους πρόκειται να «αντιπαρατεθεί» και «προσαρμοστεί» κατα την περίοδο της εφηβείας, σε εξάρτηση πάντοτε με την κάθε ξεχωριστή περίπτωση.

 

Περίληψη

–          Η απαγόρευση και το κύρος «πλαισιώνουν» το παιδί, το προστατεύουν από διάφορους κινδύνους και ψυχολογικά προβλήματα.

–          Η εφηβεία αμφισβητεί την αυταρχικότητα και τον «θεοκρατικό πατέρα» και «θεοκρατική μητέρα» και επιβάλει νέο τύπο γονικού κύρους.

–          Τα θέματα-ταμπού τραυματίζουν το παιδί.



Ο Πατρίκ Ντελαρός είναι γάλλος ψυχίατρος και ψυχαναλυτής, με περισσότερο από 30 χρόνια εμπειρία στην θεραπεία νεαρών με προβλήματα. Έχει συγγράψει 13 βιβλία για γονείς και ειδικούς.

πηγη : http://psychografimata.com

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 1 Αυγούστου 2015

Και μόνοι με τον ορίζοντα.

Τα κύματα έρχονται απ’ την αόρατη Ανατολή, ένα ένα, υπομονετικά. Φτάνουνε μέχρις εμάς και πάλι υπομονετικά φεύγουν προς την άγνωστη Δύση, ένα ένα. Ατέλειωτη πορεία που δεν άρχισε ούτε τελείωσε ποτέ…

Ποτάμια μικρά και μεγάλα περνούν, η θάλασσα περνά και μένει. Έτσι θα ‘πρεπε ν’ αγαπώ, πιστά και φευγαλέα. Σμίγω με τη θάλασσα (…). Μερικές νύχτες που η γλυκύτητά τους παρατείνεται, ναι, μπορούμε άφοβα να πεθάνουμε τότε, ξέροντας πως τούτες οι νύχτες θα ξανάρθουν ύστερα από μας πάνω στη γη και στη θάλασσα.

Απέραντη θάλασσα, πάντα οργωμένη, πάντα παρθένα, η θρησκεία μου μαζί με τη νύχτα! Μας πλένει και μας χορταίνει στα στείρα αυλάκια της, μας ελευθερώνει και μας κρατάει ορθούς (…). Σε κάθε κύμα μια υπόσχεση, πάντα η ίδια. Τι λέει το κύμα; Αν θα ‘πρεπε να πεθάνω περιστοιχισμένος από κρύα βουνά, αγνοημένος από τον κόσμο, δίχως την αγάπη των δικών μου, εξουθενωμένος τέλος, η θάλασσα, την ύστατη στιγμή, θα γέμιζε το κελί μου, θα ερχόταν να με συγκρατήσει πάνω από το είναι μου και να με βοηθήσει να πεθάνω χωρίς μίσος (…).

Ο χώρος και η σιωπή σμίγουν και γίνονται βάρος στην καρδιά. Μια ξαφνική αγάπη, ένα μεγάλο έργο, μια αποφασιστική πράξη, μια σκέψη που μεταμορφώνει προκαλούν σε ορισμένες στιγμές την ίδια ανυπόφορη αγωνία, ανάμεικτη μ’ ακαταμάχητα θέλγητρα. Γλυκιά υπαρξιακή αγωνία, εξαίσιο άγγιγμα ενός κινδύνου που δεν ξέρουμε τ’ όνομά του, το ότι ζω σημαίνει άραγε πως τρέχω προς το χαμό μου; Ας τρέξουμε πάλι χωρίς ανάπαυλα προς το χαμό μας.

Είχα πάντα την αίσθηση πως ζούσα στο πέλαγος, σε κίνδυνο, στην καρδιά μιας μεγαλόπρεπης ευτυχίας (…).