Διαβάσαμε

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 27 Σεπτεμβρίου 2015

……..  “Μάινα κόντρα-φλόκο! σβέλτα! Μάινα μπαμπαφίγκο! Μάινα όξου-φλόκο! Μπρούλια ράντα! μπρούλια μαίστρα! μπρούλια τρίγκο.

 

Τις θα το επίστευεν, ότι από ένα μικρόν αμυδρόν μαυράδι έμελλε να εξέλθη τόση τρικυμία; Πώς από μίαν μικράν κηλίδα, την οποία προθύμως παραβλέπουν εκάστοτε οι άνθρωποι, ρημάζουν υποθέσεις και ναυαγούν φιλοδοξίαι!

 

Ο ουρανός ήτον ως παμμεγίστη, άπειρος κανδήλα, ολίγω πρότερον. Η θάλασσα εκουφόβραζε, ως γιγαντιαία χύτρα επάνω εις σιγανήν φωτιάν. Πέραν εκεί, εις την άκρην όπου έφθανε το όμμα, ήσαν τα «θεμέλια» του ορίζοντος. Εκεί ήσαν μερικά «καθίσματα». Εκεί είχε φανεί κάτι θολόν και μαύρον. Ητον εκείνο το ρύγχος της τρικυμίας. Ο καπετάν Τζώνης το είδε, το διέκρινε, και την ανεγνώρισεν. Ολίγα λεπτά παρήλθον, και η τρικυμία ενεφανίσθη πάνοπλος, με όλους τους βρόντους και τας ηχούς της, με όλα τα ρίγη και τας φρικιάσεις των ανθρώπων και των κυμάτων.

 

-Μάινα γάμπιες! μάινα μέσα-φλόκο! αλέστα!… Τίρα μόλα!… Στα πόστα σας!

 

Από την κανδήλαν την αχανή εκείνην κατήλθεν η βοή, ο ροίβδος της λαίλαπος, και από το κουφόβρασμα το ύπουλον ανέβη ο ρόχθος της θαλάσσης, ζευχθέντα εις φοβερόν υμέναιον, προσοχθούντα επί της ελεεινής σανίδος, ήτον ως βέλασμα οιονεί από χιλιάδας και μυριάδας ερίφια-κύματα, χαιτήεντα, φριξότριχα, κερασφόρα· και ο Βορράς, ο χιονόμαλλος βασιλεύς των χειμώνων, τα έσπρωχνε και τα ήλαυνεν εμπρός, κατά τους βράχους πάντοτε και τας εσχατιάς· ζητούντα να εύρουν τέρμα και τέρμα δεν εύρισκον, ειμή την σανίδα την ταλαίπωρον· και την κατεπάτησαν, και την έκαμαν δρόμον, βόσκοντα την σκωρίαν της, λείχοντα τας πληγάς της, ροφώντα την δύναμίν της. Εν μέσω δε και υπεράνω όλης αυτής της πάλης και της βοής, την οποίαν συνετέλουν επαναβαίνοντα τ’ αχθοφόρα κύματα, αντήχει ως θρήνος οξύς το σφύριγμα των τροχαλιών όμοιον με την απηλπισμένην κραυγήν πτωχής ερημικής κόρης, σπαρασσομένης το δέμας, βιαζομένης την τιμήν, υπό φαύλων βιαστών εις έρημον τόπον, υπό το όμμα του πολυευσπλάχνου και παντοδυνάμου Κριτού του καθημένου επί των Χερουβίμ, του βλέποντας αβύσσους.

 

– Φίλα γάμπια! τιμόνι σοφράν!… Παίρνετε μπράτσα! ι-πόντα!

 

Από μπράτσο εις μπράτσο, από μαντάρι εις μαντάρι, επηδούσαν ακαταπαύστως οι ναύται, και ως αράχναι, ως μυίαι, εκολλούσαν στα διάφορα σχοινιά. Εν τοσοτούτω ο πλοίαρχος είχε διακρίνει μικρόν σημείον υφέσεως ήδη. Η φουρτούνα έμελλεν εξ άπαντος να «στρώσει». Θα ήτον ολιγώτερον σφοδρά και περισσότερον διαρκής.

 

-Πότζα-λα-μπάντα! Φίλα γάμπια! Τιμόνι σοφράν!… Μόλα γάμπια! μόλα μαίστρα!

 

Η φουρτούνα έγινεν οριστικώς στρωτή, και επήλθε μικρά ανάπαυλα. Οι σύντροφοι εσπόγγιζον τον ιδρώτα των, την άχνην, τους αφρούς του κύματος.

 

Το βρίκιον έπλεε με μεγάλην ταχύτητα. Κατάρτια και πινά έτριζαν φοβερώς. Εφαίνοντο ότι «τώρα θα πέσουν».

 

Ο καπετάν Τζώνης ήναψε την πίπαν του, κι εστάθη ακουμβών επάνω στο παραπέτο της πρύμνης.” …….

 

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 25 Σεπτεμβρίου 2015

 

1. Κάνε τα πάντα με αγάπη!

Ζούμε με συναισθήματα, όχι με τις ώρες στο ηλιακό ρολόι. Θα έπρεπε να μετράμε το χρόνο με τους χτύπους της καρδιάς.

Αριστοτέλης

 

Η αγάπη είναι η αιτία ενότητας όλων των πραγμάτων

Αριστοτέλης

 

2. Αγκάλιασε τις προκλήσεις και μάθε από αυτές

Όπως λέει και το αρχαίο γνωμικό: «Ζήσε το σήμερα και ξέχασε το παρελθόν». Οι προκλήσεις είναι πάντα μια ευκαιρία για κάτι καινούριο. Ακόμη και το ΟΧΙ μπορεί να γίνει μια νέα για να κινηθούμε σε μια νέα κατεύθυνση. Το μεγαλύτερο εμπόδιο στη ζωή μας είναι ο εαυτός μας.

 

«Οι μικρές ευκαιρίες είναι συχνά η αρχή μεγάλων έργων».

Δημοσθένης

 

 

3. Πίστεψε στον εαυτό σου, άκουσε τον και μην παίρνεις πολύ σοβαρά αυτά που σου λένε οι άλλοι.

Κανείς δεν γνωρίζει τον εαυτό σου καλύτερα από εσένα τον ίδιο. Και κανείς τα παιδιά σου. Θα συναντήσεις πολλούς ανθρώπους που δεν θα μοιραστούν τις ίδιες ιδέες, τις ίδιες απόψεις και το ίδιο όραμα με εσένα, όσον αφορά την ανατροφή των παιδιών. Θα υπάρξουν πολλοί που θα σου δώσουν δωρεάν συμβουλές για το πώς θα πρέπει να είναι η ζωή σου ως μητέρα ή πατέρας. Άκουσε τους χωρίς να τους κρίνεις και ακολούθησε αυτό που σου λέει η καρδιά σου

 

«Εκείνος που ξέρει να ακούει επωφελείται ακόμη κι από εκείνους που μιλούν άσχημα».

Πλούταρχος

 

«Μάθε να είσαι σιωπηλός, άφησε το μυαλό ήσυχο να ακούσει και ν’ απορροφήσει»

Πυθαγόρας

 

4. Ονειρέψου αυτά που θέλεις, και όχι αυτά που δεν θέλεις

Είναι σημαντικό να ονειρευόμαστε, να κάνουμε μεγάλα όνειρα και να μην σταματήσουμε ποτέ να ονειρευόμαστε. Αλλά πάντα να ελπίζουμε στα καλύτερα

 

«Μην ξοδεύεις αυτό που έχεις επιθυμώντας αυτό που δεν έχεις. Θυμήσου ότι αυτό που έχεις τώρα, είναι κάτι απ’ όλα αυτά που κάποτε ονειρεύτηκες να αποκτήσεις»

Επίκουρος

 

5. Ποτέ μην τα παρατάς και ποτέ μη χάνεις την πίστη σου

Αντικατέστησε τον φόβο με την ελπίδα.Η ταπεινοφροσύνη, ή αγάπη και η πίστη, μπορούν να κάνουν θαύματα. Και όλα θα συμβούν την κατάλληλη στιγμή και την κατάλληλη εποχή.

 

«Δεν υπάρχει τίποτα «μεγάλο» που δημιουργείται ξαφνικά…Ένα τσαμπί σταφύλια χρειάζεται χρόνο να ανθίσει, να καρποφορήσει και να…ωριμάσει»!

Επίκτητος

 

6. Πάντα να σκέφτεσαι και να «νιώθεις» θετικά

Η θετική σκέψη είναι δημιούργημα των αρχαίων Ελλήνων. Εστιάστε πάντα στο παρόν και στους λόγους για τους οποίους χαίρεστε! Απομακρύνετε από τη ζωή σας τους αρνητικούς ανθρώπους και φροντίστε πάντα να περιβάλλεστε από ανθρώπους με θετική ενέργεια. Και όπως λένε και οι Αρχαίοι ημών πρόγονοι:

 

«Η ιατρική είναι συνυφασμένη με την ουσία του νου»

Ιπποκράτης

 

«Ηευτυχίαεξαρτάται από τον εαυτό μας»

Αριστοτέλης

 

7. Ψάξε μέσα σου τις απαντήσεις

Πάντα η σκέψη και η ενδοσκόπηση μας βοηθάει να βρούμε τη σωστή λύση, όταν νιώθουμε μπερδεμένοι

 

«Αυτό που μπορούμε να επιτύχουμε εσωτερικά θα αλλάξει την εξωτερική πραγματικότητα.» Πλούταρχος

 

8. Οι δύσκολες καταστάσεις είναι που μας κάνουν πιο θαρραλέους

«Το θάρρος μας δε φαίνεται στις καθημερινές μας χαρούμενες σχέσεις, αλλά στις προκλήσεις της ζωής και τις αντιξοότητες»

Επίκουρος

 

9. Μην αντιστέκεσαι στο πεπρωμένο σου

«Κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει από το πεπρωμένο του»

Πλάτων

 

«Στον  καθένα υπάρχουν τρεις αρετές: Η σύνεση, η δύναμη και η καλή τύχη»

Ίων ο Χίος

 

10. Δες τα λάθη σου θετικά και σαν εμπειρίες που θα κινούνται προς την κατεύθυνση των ονείρων σου.

«Αυτός που κάνει τα περισσότερα κάνει τα περισσότερα λάθη»

Ευριπίδης

 

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 19 Σεπτεμβρίου 2015

Οι Δον Κιχώτες πάνε ομπρός και βλέπουνε ως την άκρη

του κονταριού που εκρέμασαν σημαία τους την Ιδέα.

Κοντόφθαλμοι οραματιστές, ένα δεν έχουν δάκρυ

για να δεχτούν ανθρώπινα κάθε βρισιά χυδαία.

 

 

Σκοντάφτουνε στη Λογική και στα ραβδιά των άλλων

αστεία δαρμένοι σέρνονται καταμεσίς του δρόμου,

ο Σάντσος λέει «δε σ’ το ‘λεγα;» μα εκείνοι των μεγάλων

σχεδίων, αντάξιοι μένουνε και: «Σάντσο, τ’ άλογό μου!»

 

 

Έτσι αν το θέλει ο Θερβάντες, εγώ τους είδα, μέσα

στην μίαν ανάλγητη Ζωή, του Ονείρου τους ιππότες

άναντρα να πεζέψουνε και, με πικρήν ανέσα,

με μάτια ογρά, τις χίμαιρες ν’ απαρνηθούν τις πρώτες.

 

 

Τους είδα πίσω να ‘ρθουνε — παράφρονες, ωραίοι

ρηγάδες που επολέμησαν γι’ ανύπαρχτο βασίλειο —

και σαν πορφύρα νιώθοντας χλευαστικιά, πως ρέει,

την ανοιχτή να δείξουνε μάταιη πληγή στον ήλιο!

 

 

 

 

Σταυρούλα Σωτηροπούλου στις 18 Σεπτεμβρίου 2015

Για πρώτη φορά μια έρευνα μελετά την περίπτωση οι γονείς, και κυρίως ο πατέρας, να μπορούν να μεταδώσουν γενετικά τη «μνήμη» και άρα τη γνώση του φόβου και μάλιστα για περισσότερες από μια γενιές. Στη συγκεκριμένη έρευνα, που δημοσιεύθηκε στο Nature Neuroscience, ποντίκια εκπαιδεύτηκαν να συνδέουν τη μυρωδιά μιας απλής αρωματικής κετόνης, που θυμίζει άνθη κερασιάς, με ένα μικρό ηλεκτρικό σοκ.
Το αποτέλεσμα ήταν τα ποντίκια να αντιδρούν όταν εκτίθονταν απλώς και μόνο στη μυρωδιά, αλλά το ενδιαφέρον είναι ότι ο φόβος ακολουθούσε δύο επόμενες γενιές ποντικών από τα πειραματόζωα. Μάλιστα η μετάδοση μπορούσε να γίνει μόνο μέσω του σπέρματος, καθώς ο πατέρας δεν είχε καμία άλλη επαφή με τους απογόνους του, που σημαίνει ότι το νευρικό σύστημα και προφανώς τα αναπαραγωγικά κύτταρα είχαν υποστεί αλλαγές μέσω της όσφρησης. Υπάρχουν πολλά ερωτήματα που χρειάζεται ακόμα να απαντηθούν πριν υποστηριχθεί ότι κάτι αντίστοιχο ισχύει και για τους ανθρώπους.
Στην περίπτωση αυτή η μεταφορά του φόβου που βιώνει ένας άνδρας που εκτίθεται σε ψυχολογικά -και όχι μόνο- τραύματα, θα μπορούσε να μεταφερθεί στα παιδιά -και τα εγγόνια του- που συλλαμβάνονται σε ένα ασφαλές περιβάλλον. Αντίστοιχες έρευνες σε θηλυκά ποντίκια δείχνουν ότι μια τέτοια μεταφορά είναι μάλλον δύσκολη μέσω των ωαρίων. Αν μια μητέρα είναι πηγή απειλητικών πληροφοριών, οι απόγονοί της μπορούν να μάθουν και να δημιουργήσουν τις δικές τους τραυματικές μνήμες διαρκείας, πολύ νωρίς στη ζωή τους, οι οποίες μάλιστα διαρκούν πολύ περισσότερο, συγκριτικά με άλλες μορφές μάθησης των νηπίων, που χάνονται αν δεν επαναλαμβάνονται τακτικά.
Σε κάθε περίπτωση τα ευρήματα και τα ερωτήματα αν απαντηθούν είναι ιδιαίτερα σημαντικά καθώς δίνουν τη δυνατότητα να αντιληφθούμε πώς οι εμπειρίες των γονέων επηρεάζουν ψυχικές διαταραχές των απογόνων τους, που μπορεί να έχουν δια-γενετική βάση, προκειμένου να σχεδιαστούν οι κατάλληλες θεραπείες.
www.doctv.gr
by enallaktikidrasi.com

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 13 Σεπτεμβρίου 2015

Αργοπεθαίνει

όποιος γίνεται σκλάβος της συνήθειας,

επαναλαμβάνοντας κάθε μέρα τις ίδιες διαδρομές,

όποιος δεν αλλάζει το βήμα του,

όποιος δεν ρισκάρει να αλλάξει χρώμα στα ρούχα του,

όποιος δεν μιλάει σε όποιον δεν γνωρίζει.

 

Αργοπεθαίνει

όποιος έχει την τηλεόραση για μέντωρα του

 

Αργοπεθαίνει

όποιος αποφεύγει ένα πάθος,

όποιος προτιμά το μαύρο αντί του άσπρου

και τα διαλυτικά σημεία στο “ι” αντί τη δίνη της συγκίνησης

αυτήν ακριβώς που δίνει την λάμψη στα μάτια,

που μετατρέπει ένα χασμουρητό σε χαμόγελο,

που κάνει την καρδιά να κτυπά στα λάθη και στα συναισθήματα.

 

Αργοπεθαίνει

όποιος δεν “αναποδογυρίζει το τραπέζι” όταν δεν είναι ευτυχισμένος στη δουλειά του,

όποιος δεν ρισκάρει τη σιγουριά του, για την αβεβαιότητα του να τρέξεις πίσω απο ένα όνειρο,

όποιος δεν επιτρέπει στον εαυτό του, έστω για μια φορά στη ζωή του, να ξεγλιστρήσει απ’ τις πανσοφές συμβουλές.

 

Αργοπεθαίνει

όποιος δεν ταξιδεύει,

όποιος δεν διαβάζει,

όποιος δεν ακούει μουσική,

όποιος δεν βρίσκει το μεγαλείο μέσα του

 

Αργοπεθαίνει

όποιος καταστρέφει τον έρωτά του,

όποιος δεν αφήνει να τον βοηθήσουν,

όποιος περνάει τις μέρες του παραπονούμενος για τη κακή του τύχη

ή για τη βροχή την ασταμάτητη

 

Αργοπεθαίνει

όποιος εγκαταλείπει την ιδέα του πριν καν την αρχίσει,

όποιος δεν ρωτά για πράγματα που δεν γνωρίζει

ή δεν απαντά όταν τον ρωτάν για όσα ξέρει

 

Αποφεύγουμε τον θάνατο σε μικρές δόσεις,

όταν θυμόμαστε πάντα πως για να ‘σαι ζωντανός

χρειάζεται μια προσπάθεια πολύ μεγαλύτερη

από το απλό αυτό δεδομένο της αναπνοής.

 

Μονάχα με μιά φλογερή υπομονή

θα κατακτήσουμε την θαυμάσια ευτυχία.

 

 

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 12 Σεπτεμβρίου 2015

.γι αυτό και μέσα σε κάθε ζωή υπάρχει πάντα κάτι πιo βαθύ

απ’ τον εαυτό της – η ζωή των άλλων.

…η μοναξιά είναι τόσο απέραντη

ώστε έρχονται δυο – δυο για να την υπομείνουν.

Στα πρόσωπά τους οι βαθιές ρυτίδες

είναι τ’ αυλάκια που κυλάει ο χρόνος

πέφτοντας αθόρυβα

στην αιωνιότητα.

 

 

…κι είναι περίεργο πόσο ψεύτικα φαίνονται καμιά φορά

τα πιo αληθινά πράγματα…

 

 

Ήθελε να ζήσει

και δεν υπάρχει άλλος τρόπος ζωής, έξω απ’ τη ματαιοδοξία.

Δεν ήξερε,

πως το κλειδί της φυλακής του καθένας το κρατάει στην τσέπη του…

 

 

Γιατί οι γυναίκες έχουν προαιώνιους,

μυστικούς δεσμούς με το αίμα

αίμα της ήβης, αίμα της παρθενιάς, αίμα της γέννησης…

 

 

…οι πράξεις τρέχουν αίμα

απ’ τη δειλία αποκεφαλισμένες…

…αίμα για να γεννηθείς,

αίμα για να πεθάνεις

βαθύ, σα θαύμα, ανθρώπινο αίμα.

 

 

…σε τούτο το πανάθλιο ξενοδοχείο

γινόταν το πανάρχαιο μυστήριο της τιμωρίας και της συγχώρεσης…

Γιατί η ζωή είναι ατελείωτη και μπορεί κανείς να ξαναρχίσει

και δυο φορές – να ξαναρχίζει κάθε μέρα, κάθε ώρα, κάθε στιγμή…

 

“Aύριο”, λες,

και μέσα σ’ αυτήν τη μικρή αναβολή παραμονεύει ολόκληρο

το πελώριο ποτέ.

…τους μιλούσε για την ελπίδα και το μέλλον – κι άλλες

τέτοιες βλασφήμιες.

Kαι τ’ όνομά του ήταν μεγάλο, σαν οποιοδήποτε

ανθρώπινο όνομα.

Mια ζωή, αλήθεια, μπορεί να τελειώσει στη μέση, μια

άλλη να μην αρχίσει ποτέ…

 

A, ναι, με τούτο το μικρό κλειδί κει πάνω στο κομοδίνο

τα κορίτσια κλειδώνουν κάθε βράδυ τις εισπράξεις και

τη μνήμη τους

για να μπορούν να ζουν.

Kαι μόνο εκείνη η γυναίκα, θάρθει η αναπότρεπτη ώρα,

μια νύχτα, που θα νιώσει με τρόμο ξαφνικά,

πως στέρησε τον εαυτό της απ’ την πιο βαθειά, την πιο μεγάλη ερωτική πράξη

μην αφήνοντας έναν άντρα να κλάψει στα πόδια της.

…κι απ’ όλα πιό χειρότερο, όταν όχι η ελπίδα πια, μα κι

αυτός ο ίδιος ο πόνος σου σ’ αφήνει.

Kι όπως αργά, μεσάνυχτα, γυρίζαμε στα σπίτια μας

τρεκλίζοντας, δεν ήμασταν μεθυσμένοι. Γυρίζαμε

βαρειοί απ’ αλήθειες.

Mα να,

που όπως ύστερ’ από καιρό μπαίνει κανείς στο σπίτι που του λήστεψαν, ανοίγουμε δακρύζοντας και

μπαίνουμε

στην Iστορία.

 

Mα πιο πολύ νοιώσαμε την αδυναμία που κρύβεται

πίσω απ’ την κακία.

…είπαμε ψέματα από φόβο

κι ύστερα είπαμε ψέματα, έτσι, απο συνήθεια.

Ή κάποτε είπαμε και την αλήθεια, μα δε μας πίστεψαν.

 

 

 

…σ’ αναζητάω

σαν τον τυφλό που ψάχνει να βρει το πόμολο της πόρτας

σ’ ένα σπίτι πού ‘πιασε φωτιά.

Kι ο άνεργος που γυρίζει αργά, για να χουν όλοι κοιμηθεί

στο σπίτι…

…να λιχνίζει κι ο κίνδυνος την ψυχή μας και να μένει ότι

πιο άγιο και καθαρό.

…νύχτες υψωμένες ως το άπειρο, κι ακόμα ψηλότερα, ως

τον εαυτό μας,

ωριμάζοντας το απίθανο και το οριστικό.

Ήρεμος και απόμακρος, σα μια πράξη που έγινε

και την ακολουθεί η σιωπή.

 

…αν η καλοσύνη είναι το χέρι του Θεού πάνω απ’ τον κόσμο,

η δικαιοσύνη είναι το πρόσωπο του μεγάλου ανθρώπινου πλήθους

μέσα μας.

 

Γιατί ο πόνος, ο απέραντος ανθρώπινος πόνος, σ’ ανασηκώνει

πάνω απ’ τον εαυτό σου…

Kαι τότε καταλαβαίνεις

τους πόνους του απείρου

όταν κοιλοπονούσε τον κόσμο. Kαι τους πόνους της γής

για να γεννήσει ένα στάχυ. Ή τους πόνους ολόκληρης

της αιωνιότητας, για να γεννηθεί κάποτε

ένα τραγούδι.

 

Kαι μέσα στη φωνή μας τρέμαν όλοι οι αιώνιοι χωρισμοί.

…μη μας στερήσεις ποτέ, ω άγια, γλυκειά ζωή

την αγάπη μας για σένα!

Mα τα χέρια τους είναι τυφλά,

σακατεμένα απ’ το βάρος όλων αυτών

που δεν έδωσαν.

 

…άνθρωποι μικρόψυχοι μέσα στις αρετές τους, κι άλλοι

εξαγνισμένοι απ’ τις πελώριες αμαρτίες τους.

 

…κι ο κάθε πόνος μας είναι μια μυστική, πικρή επιστροφή

στην άγια ταπεινότητα των απλών πραγμάτων…

 

Δικές μας απαιτήσεις απ’ τους άλλους,

ενώ μαντεύαμε κι εκείνων τη μικρότητα

και τη δική μας υστεροβουλία.

 

Λόγια που τα προμελετήσαμε, μα που όταν

ήρθε η ώρα

δώσαν τη θέση τους σε μια δειλή σιωπή…

 

…που να πας τότε; πού θα κρυφτείς! Tι την έκανες

την ανεπανάληπτη ζωή σου;

 

Γιατί στο βάθος, μας βασανίζει ανελέητα η απόγνωση

να χουμε κάτι ολότελα δικό μας…

…κι ο εγωισμός,

είναι κι αυτός ένας απελπισμένος τρόπος

να υπάρξεις.

 

Mα όστις απωλέσει την ψυχήν αυτού, με τι θέλει

την αντικαταστήσει;

 

Ω μάνα, Γη!

H σημαία μας είναι αγέρωχη σαν τα φέρετρα

η σημαία μας είναι αναμάρτητη σαν τις μητέρες

η σημαία μας είναι σκληρή σαν το Θεό.

Nάσαι τόσο πρόσκαιρος,

και να κάνεις όνειρα

τόσο αιώνια!

 

 

 

Μαρία Ανδρεάδου στις 11 Σεπτεμβρίου 2015

πηγή : http://www.antifono.gr

Θεόδωρος Ζιάκας    :   20 + 1 ΘΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΙΔΕΙΑ

*Ομιλία στο “Σχολείο 2009: Παιδεία και γλώσσα” Πολιτιστικό κια αθλητικό κέντρο Εκπαιδευτηρίων Μαντουλίδη, Θεσσαλονίκη, 16 Μαΐου 2009 : Θ. Ζιάκας: Σύγχρονος Μηδενισμός και παιδεία

Ι
1. Φεύγοντας προς την Εσπερία εγκαταλείψαμε την ελληνική παιδεία για να την αντικαταστήσουμε με τη νεωτερική. Σήμερα ζούμε την κατάρρευση της νεωτερικής παιδείας. Δεν έχουμε πλέον παιδεία ούτε παραδοσιακή ούτε νεωτερική.

 

2. Η κρίση της παιδείας είναι βασική πτυχή της γενικότερης κρίσης του σύγχρονου πολιτισμού. Είναι κρίση δομική, γιατί η εστία της βρίσκεται στην αποσύνθεση του Ατόμου, του ανθρωπολογικού υποκειμένου της νεωτερικότητας.

3.Η σύγκριση της νεωτερικής με την ελληνική παιδεία – της νεωτερικής που την χάσαμε πριν την αποκτήσουμε, με την ελληνική που την είχαμε και την εγκαταλείψαμε- διαυγάζει τον δομικό χαρακτήρα της κρίσης και το διακύβευμά της.

ΙΙ
4. Η σύγχρονη κοινωνία είναι κοινωνία συστημάτων. Τα συστήματα διαμεσολαβούν τις ανθρώπινες σχέσεις με απρόσωπους τυποποιημένους ρόλους, σύμφωνα με το πρότυπο της Μηχανής. Τα συστήματα είναι λογικές μηχανές ενσαρκωμένες σε απρόσωπες κοινωνικές δομές. Το θεμελιώδες ανθρωπολογικό δίπολο είναι εδώ ο κυρίαρχος-μάνατζερ και ο καταναλωτής-χρήστης.

 

5. Ουσιαστική λειτουργία της σημερινής παιδείας είναι η αναπαραγωγή του συστημικού διπόλου διαχειριστή-χρήστη. Σκοπός της είναι η κατασκευή του συστημικού ανθρώπου. Οι λίγοι εκπαιδεύονται για να γίνουν κατασκευαστές και διαχειριστές συστημάτων. Και οι πολλοί για να γίνουν απλοί χρήστες των συστημάτων, υποδιαιρούμενοι σε έχοντες και μη έχοντες θέση στο Σύστημα.

 

6. Το είδος της νοητικής δυνάμεως βάσει της οποίας κατασκευάζονται και συντηρούνται τα συστήματα, είναι η αλγοριθμική-ψηφιακή σκέψη. Η καλλιέργειά της είναι ο κατ’ εξοχήν στόχος της εκπαιδευτικής διαδικασίας στην κοινωνία των συστημάτων. Ο στόχος αυτός υπερκέρασε βαθμιαία, από τον 18ο αιώνα που εγκαινιάστηκε, κάθε παράπλευρο εκπαιδευτικό προσανατολισμό. Πίσω από τη σύγχρονη μονοκαλλιέργεια της μηχανοποιητικής νόησης βρίσκεται ο τεχνολογικός μεσσιανισμός, ο πάγιος μεταφυσικός άξονας του νεωτερικού πολιτισμού.
ΙΙΙ
7. Στον ελληνικό πολιτισμό η παιδεία είχε διαμετρικά αντίθετο νόημα. Αναφερόταν σε μια σφαίρα ζωής που απλώς δεν υφίσταται σήμερα. Αναφερόταν σε μια πολιτεία αδιαμεσολάβητων εμπρόσωπων σχέσεων, όπου οι πολίτες-οπλίτες «μετέχουν κρίσεως και αρχής» και πραγματοποιούν το «μη άρχεσθαι υπό μηδενός». Η παιδεία τους βρισκόταν στους αντίποδες της σύγχρονης αποπροσωποποιητικής / συστημικής παιδείας.

 

8. Ο τύπος ανθρώπου, ο κατάλληλος να είναι μέλος του ελληνικού πολιτειακού σώματος, φτιαχνόταν από μια ειδική παιδεία που στόχο της έχει την Αρετή. Η παιδεία αυτή προικίζει το άτομο με την πίστη στο «ευ ζην» ως «κατ’ αλήθειαν ζην». Το «κατ’ αλήθειαν ζην» συμπίπτει με την αναγωγή της Αρετής σε στόχο ζωής και νόημα βίου. Αποβλέπει στην καλλιέργεια των τριών «μορίων» της ψυχής (επιθυμητικού, παθητικού, νοητικού) προς την κατεύθυνση της σωφροσύνης, της ανδρείας και της φρόνησης, ώστε να δημιουργηθεί το εσωτερικό θεμέλιο της καθολικής ατομικής ελευθερίας: η δικαιοσύνη.

 

9. Σε αντίθεση με τον σύγχρονο κόσμο οι Έλληνες δεν απέδιδαν ιδιαίτερη αξία στη Μηχανή. Το θέμα δεν είναι ότι οι αγνοούσαν την αλγοριθμική σκέψη. Μηχανές και συστήματα ήξεραν να φτιάχνουν. Ο Ήφαιστος ήταν θεός και είχε το εργαστήρι του στον Όλυμπο. Τον τιμούσαν. Θαύμαζαν τα ρομποτικά του επιτεύγματα. Δεν ξεχνούσαν όμως ότι ήταν κουτσός. Και επιπλέον απωθητικά ανέραστος, καθώς ήταν παντρεμένος με τη θεοποιημένη σεξουαλικότητα (την Αφροδίτη), που τον κεράτωνε με τη θεοποιημένη βία (τον Άρη).
10. Η ελληνική παιδεία στοχεύει σε μια άλλη μορφή νόησης που λέγεται Μήτις και είναι η μητέρα της υπέρτατης σοφίας. Η θεά της σοφίας, η Αθηνά, προστάτις του «πολυμήχανου» Οδυσσέα και πολιούχος της κλασικής Αθήνας, είναι κόρη της Μήτιδος. Μήτις λεγόταν η πρώτη γυναίκα του Δία, που την είχε καταπιεί έγκυο ο «πατήρ ανδρών τε θεών τε», για να αποκτήσει την αλάθητη διορατικότητά της. Η κόρη της θα ξεπηδήσει πάνοπλη απ’ το κεφάλι του Δία, μόλις του το ανοίξει ο Ήφαιστος, που καλείται εσπευσμένως να τον απαλλάξει από τις ωδίνες του εγκεφαλικού τοκετού… Όλες οι σχέσεις που ενδιαφέρουν την παιδεία είναι σοφά παρούσες μέσα στο Μύθο.
11. Η Μήτις είναι η συνηρημένη νοητική δύναμη και των τριών μορίων της ψυχής. Ένας τύπος νοήσεως ανοιχτός στην έκπληξη, στο παράλογο και στο ασύλληπτο, ειδικά κατάλληλος για τη χαοτική απροσδιοριστία του ελληνικού πολιτικού πεδίου, του πεδίου της καθολικής ατομικής ελευθερίας. Αντιπροσωπεύοντας τη νόηση σε κατάσταση εγρήγορσης και συνέργειας του συνόλου των καλλιεργημένων ψυχικών δυνάμεων, υπερβαίνει ριζικά τη μηχανοποιητική νόηση, η ανάπτυξη και απόδοση της οποίας προϋποθέτει την ύπνωση των άλλων νοητικών οργάνων. Ο εθισμός στην ύπνωση του επιθυμητικού, του παθητικού και των ανώτερων λειτουργιών του νοητικού, σύμφυτος με την καλλιέργεια της μηχανοποιητικής νόησης, έχει αναχθεί σε βάση της σημερινής παιδείας. Κι αυτό παρά την κοινότοπη πλέον ενοχοποίησή του για την ενδημική ψυχική υπανάπτυξη, ανισορροπία και διαστροφή.

12. Τυπική μορφή στρέβλωσης της μηχανοκρατούμενης ψυχής είναι ο νεοταξικός διαχειριστής των μεγάλων συστημάτων. Στη θέση των ανθρώπων ο τύπος αυτός βλέπει ηλεκτρονικά σύμβολα και με ένα «delete» μπορεί να τους εξαερώνει με τα μη επανδρωμένα υπερσύγχρονα βομβαρδιστικά του. Είναι το τέρας που είδε ο Όμηρος στην Ιλιάδα: «Δράκος οπίσω, λέοντας εμπρός, στη μέσην αίγα, κι ήσαν τα σπλάχνα της φωτιά και φλόγες η πνοή της».

 

ΙV
13. Εδώ υπάρχει ένα κρίσιμο πρόβλημα: Βάση της ελληνικής παιδείας είναι τα ομηρικά έπη. Ο πατέρας και παιδαγωγός των Ελλήνων είναι ο Όμηρος. Όταν ο Όμηρος «λειτουργεί» στην ελληνική ψυχή ο ελληνικός τύπος αναπτύσσεται, για να φθάσει ως την καθολική ελευθερία. Αντίθετα: όταν ο Όμηρος «απομυθοποιείται» κι ο Οδυσσέας προτιμά τον ήρεμο βίο του νοικοκύρη-ιδιώτη ή μετανιώνει πικρά που έφυγε για την Ιθάκη, αντί να παραμείνει με την Καλυψώ να απολαμβάνει αιώνια τα ανεξάντλητα κάλλη της, τότε ο ελληνικός τύπος διαλύεται. Μιλάμε για το σοφιστικό πνεύμα, για το πνεύμα του σχετικισμού, της απληστίας, της ηδονοθηρίας και της ματαιοδοξίας, που αποτελεί τη βάση κάθε εμπράγματου μηδενισμού, παλιού και νέου.

14. Άμεσο προϊόν της αποσύνθεσης, που προκαλεί ο μηδενισμός στις κοινωνίες της ατομικής ελευθερίας, είναι η τυραννία και η τάση μόνιμης υποστροφής στον δεσποτισμό. Κι αυτό παρά τα αναχώματα που μπορεί να ορθώσει η προσφυγή στη Φιλοσοφία και στην Τραγωδία. Ο φιλοσοφικός Λόγος και η από σκηνής διδασκαλία του Τραγικού, δεν μπορούν να υποκαταστήσουν τον ηρωικό Μύθο, ως μηχανισμό αυτορρύθμισης των παθών. Η πίστη στην αθανασία της ψυχής και το δέος ενώπιον του τραγικού δεν επαρκούν. Η Αρετή δεν μπορεί τελικά να σταθεροποιηθεί στην ψυχή. «Έχουσι γαρ ταραγμόν αι φύσεις βροτών».

15. Τη λύση στο πρόβλημα την έδωσε ο χριστιανισμός εισάγοντας την Αγάπη στην ελληνική ψυχή. Αποδείχτηκε ότι το άτομο της ελευθερίας μπορεί να αποφύγει την κατάρρευση, αν αναθεμελιώσει την προσωπικότητά του στην «άκτιστη» αυτή «ενέργεια». Χάρη στην Αγάπη η Αρετή, η εσωτερίκευση της δικαιοσύνης, η προϋπόθεση για τη βιώσιμη ύπαρξη πολιτικού σώματος ελευθέρων ατόμων, καθίσταται δυνατή, παρά την εξάντληση του γενέθλιου ηρωικού Μύθου.

16. Η σταύρωση του ενσαρκωμένου Λόγου αποκαλύπτει το νόημα του τραγικού και η ανάστασή Του το υπερβαίνει. Δεν σώζεται μόνο η ψυχή αλλά και το σώμα. Δεν λύνεται μόνο το «πολιτικό» πρόβλημα αλλά και το «υπαρκτικό» πρόβλημα. Το Πρόσωπο γίνεται αυταξία και η σωτηρία του υπεσυμπαντικός σκοπός. Εγγράφεται στην αιωνιότητα, υπερβαίνοντας κάθε ιστορική συλλογική μορφή. Είναι στον κόσμο και σώζει τον κόσμο, αλλά δεν ανήκει στον κόσμο. Υπερβαίνει την ενδοκοσμική αντίθεση ατομικού/συλλογικού.

17. Ο λόγος της λύσης, το ευαγγελικό έπος, ενσωματώθηκε έκτοτε στην ελληνική παιδεία, εξασφαλίζοντάς της άλλα χίλια και πλέον χρόνια συμβολής στον πολιτισμό. Η λύση ενσαρκώθηκε κοινωνικά στη δημιουργία ενός δεύτερου συλλογικού σώματος στο εσωτερικό του ελληνικού Κοινού. Ενός σώματος εσχατολογικού-μυστηριακού με διττό «θεραπευτικό» ρόλο: «μεταμορφωτικό» προς τα μέσα και «αντισηπτικό» προς τα έξω. «Φώς του κόσμου» και «άλας της γης». Στη χριστιανική μετεξέλιξη της ελληνικής ψυχής η Μήτις, συστρεφόμενη προς τα έσω και προς τα άνω, γίνεται Νήψις. Νήψη είναι η άγρυπνη και αμερόληπτη εκείνη νοητική δύναμη, που συνοδεύει την «καλή (αγαπητική) αλλοίωση» της ελληνικής ψυχής.

18. Από τη στιγμή όμως που εμφανίστηκε το σοφιστικό-σχετικιστικό πνεύμα ήταν αναπόφευκτο να διαμορφωθεί παράδοση: ο ατομοκρατικός μηδενισμός. Εκπαιδευτικός φορέας του είναι ανά τους αιώνες ο «ασύνθετος» ελληνιστής λόγιος: ο Σοφιστής. Η δεξαμενή αυτή της μισοδημίας, της αυλοκολακείας και των αιρέσεων. Κάποια κρίσιμη ιστορική στιγμή (τον 11ο αι.) ξεφεύγοντας από κάθε έλεγχο, ο μηδενισμός πήρε το πάνω χέρι και καθόρισε την παρακμή και πτώση του οικουμενικού ελληνικού πολιτισμού. Ο μηδενιστικός ατομικισμός αναπαράγεται συνεχώς και μας συνοδεύει ακόμα και στις καλύτερες νεωτερικές μας στιγμές.

 

V
19. Η μοίρα που επιφυλάσσεται στην ατομικότητα, όταν ολοκληρώσει την εξέλιξή της και καταληφθεί από το σχετικιστικό πνεύμα, έπληξε ήδη και το νεωτερικό Άτομο. Με τον υπαρκτικό του χρόνο κομματιασμένο σε ανταλλακτικά συστημάτων, την άλλη όψη της συστημικής ολοκλήρωσης, το νεωτερικό Άτομο βυθίζεται ήδη ανήμπορο στο τέλμα του μηδενισμού: «Στο ένα άκρο του πρόκειται για ένα είδος λαιμαργίας, μια ακόρεστη ζήτηση για περισσότερα, όλο και περισσότερα. Στο άλλο άκρο είναι ένα κράμα εγκατάλειψης, παραίτησης, δειλίας μπροστά στη δυστυχία και τον θάνατο.»

20. Το υποκείμενο της νεωτερικής ατομικής ελευθερίας εκλείπει και η συστημική παιδεία αναπαράγει την έκλειψή του. Οι εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις υπηρετούν ολοένα και περισσότερο την παραγωγή ανθρωπομηχανών: χιμαιρικών θηρίων στη θέση των διαχειριστών και χαύνων καταναλωτών στη θέση των χρηστών. Όμως το κυρίαρχο ανθρωπολογικό δίπολο έχει πλέον στομώσει. Κι εδώ βρίσκεται η κρυμμένη εστία της σημερινής κρίσης. Η έκλειψη του υποκειμένου περιάγει το Σύστημα σε αδιέξοδο. Επειδή, πιο συγκεκριμένα, είναι αδύνατο να υπάρξει «σύστημα διαχείρισης κρίσεων», που να υποκαθιστά το υποκείμενο, να ελέγχει τα συστήματα και να προλαμβάνει τις «κρίσεις» τους. Οι «κρίσεις» είναι ο τρόπος με τον οποίο εκτονώνεται το χαοτικό δυναμικό που γεννά η γενικευμένη συστημική λοβοτόμηση της κοινωνικής φύσης του ανθρώπου.
Για να υπάρξει διέξοδος χρειάζονται άτομα ικανά να βγαίνουν πάνω από τα συστήματα. Ικανά να πηγαίνουν κόντρα στο συστημικό ρεύμα. Ικανά να λύνουν μέσα κι έξω τους την αντίθεση ελευθερίας – δικαιοσύνης, αντλώντας απ’ «αλλού» το νόημα του προσωπικού τους βίου. Τέτοια Άτομα δεν μπορούν να υπάρξουν αν δεν διδαχθούν τους νόμους της Αγάπης, της Νήψης και της Μήτιδος. Αν δηλαδή δεν μαθητεύσουν στην ελληνική παιδεία.

 

Σταυρούλα Σωτηροπούλου στις 8 Σεπτεμβρίου 2015

Λαθεμένο μου φαινόταν πάντα τ’ όνομα που μας δίναν:
“Μετανάστες”

Θα πει, κείνοι που αφήσαν την πατρίδα τους. Εμείς, ωστόσο,
δε φύγαμε γιατί το θέλαμε,
λεύτερα να διαλέξουμε μιάν άλλη γη. Ούτε
και σε μιάν άλλη χώρα μπήκαμε
να μείνουμε για πάντα εκεί, αν γινόταν.
Εμείς φύγαμε στα κρυφά. Μας κυνήγησαν, μας προγράψανε.
Κι η χώρα που μας δέχτηκε, σπίτι δε θα ‘ναι, μα εξορία.

Έτσι απομένουμε δω πέρα, ασύχαστοι, όσο μπορούμε πιό κοντά
στα σύνορα,
προσμένοντας του γυρισμού τη μέρα, καραδοκώντας το παραμικρό
σημάδι αλλαγής στην άλλην όχθη, πνίγοντας μ’ ερωτήσεις
κάθε νεοφερμένο, χωρίς τίποτα να ξεχνάμε, τίποτα
ν’ απαρνιόμαστε,
χωρίς να συχωράμε τίποτ’ απ’ όσα έγιναν, τίποτα δε συχωράμε.
Α, δε μας ξεγελάει τούτη η τριγύρω σιωπή! Ακούμε ίσαμ’ εδώ
τα ουρλιαχτά που αντιλαλούν απ’ τα στρατόπεδά τους. Εμείς
οι ίδιοι
μοιάζουμε των εγκλημάτων τους απόηχος, που κατάφερε
τα σύνορα να δρασκελίσει. Ο καθένας μας,
περπατώντας μες στο πλήθος με παπούτσια ξεσκισμένα,
μαρτυράει τη ντροπή που τη χώρα μας μολεύει.
Όμως κανένας μας
δε θα μείνει εδώ. Η τελευταία λέξη
δεν ειπώθηκε ακόμα.
********
Μπ. Μπρεχτ, Ποιήματα, 1937 – μτφρ. Μάριος Πλωρίτης, Θεμέλιο
Αντικλείδι , http://antikleidi.com

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 5 Σεπτεμβρίου 2015

…. Η ΖΩΗ ΕΙΝΑΙ ΠΕΡΙΕΡΓΗ καθώς τη ζεις μονάχα μία φορά και την πληρώνεις δέκα. Έχεις μονάχα μία ευκαιρία για να βρεις την ιδανική συνταγή, μα αν την πετύχεις μία φορά σού είναι αρκετή. ΓΙΑ ΝΑ ΜΠΟΡΕΙΣ ΛΟΙΠΟΝ ΝΑ ΠΕΙΣ πως έφτασες στο τέρμα, πως είδες όσα ήθελες και έχεις πια χορτάσει… Πρέπει τουλάχιστον μία φορά να καεί η γλώσσα και η καρδιά σου. ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΓΡΑΤΖΟΥΝΙΣΤΟΥΝ ΤΑ ΓΟΝΑΤΑ μα και τα σχέδιά σου. Πρέπει να αποτύχεις για να επιτύχεις, γιατί όσοι δεν απέτυχαν είναι όσοι ποτέ δεν ρίσκαραν. ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΓΕΥΤΕΙΣ ΛΕΜΟΝΙ ΚΑΙ ΑΛΑΤΙ για να σε γλυκάνει μία σοκολάτα γάλακτος. ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΓΝΩΡΙΣΕΙΣ ΤΟΥΣ ΛΑΘΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ για να εκτιμήσεις την αξία της συντροφιάς, όταν βρεις επιτέλους τους σωστούς. ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΧΑΣΕΙΣ το πτυχίο γαλλικών, τη θέση στη σχολή που ονειρευόσουν από παιδί, ή έστω τα κλειδιά με το αγαπημένο σου μπρελόκ. ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΛΗΓΩΘΕΙΣ, μα πρέπει και να πληγώσεις. Να αποχωριστείς τον πρώτο σου έρωτα και να βρεις το αέναο πάθος της ζωής σου. Αφού το βρεις, όποιο κι αν είναι, πρέπει ολοκληρωτικά να του δοθείς. ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΞΥΠΝΗΣΕΙΣ ΕΝΑ ΠΡΩΙ και να αναρωτηθείς αν αντέχεις να υπομείνεις την ημέρα που ξεκινάει. ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΔΙΑΦΩΝΗΣΕΙΣ με τους γονείς σου και να επιμείνεις στη θέση σου ακόμη κι αν δεν μιλήσετε για μερικές ημέρες. Να σου κλέψουν πρέπει το πορτοφόλι, τη θέση parking, ή έστω τη σειρά στο ταμείο. Να κρυολογήσεις άσχημα επειδή δεν έβαλες ζακέτα. Να παρακοιμηθείς επειδή ζήτησες πέντε λεπτά ακόμη από το ξυπνητήρι σου. ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΙΕΙΣ ΓΙΑ ΝΑ ΞΕΧΑΣΤΕΙΣ και αντ’ αυτού να θυμηθείς γιατί αξίζει να ζεις. Να έρθει πρέπει η στιγμή που δεν θα ξέρεις τη σωστή απάντηση. Ή ακόμη και η στιγμή που δεν θα έχεις καν απάντηση. ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΠΙΛΕΞΕΙΣ το λάθος πακέτο τηλεφωνίας και τη λάθος κίνηση στο σκάκι. ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΔΟΚΙΜΑΣΕΙΣ ένα παντελόνι που δεν σου κουμπώνει και να σου κάνουν δώρο μια μπλούζα δυο νούμερα μεγάλη. ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΑΠΟΓΟΗΤΕΥΤΕΙΣ από φίλους, να γελάσεις με κρύα ανέκδοτα και να υπομείνεις βαρετές ταινίες μέχρι εκείνη που ασυναίσθητα θα σε αλλάξει για πάντα. ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΧΑΣΕΙΣ στα χαρτιά την ίδια μέρα που θα χάσεις και στην αγάπη. Να μην έχεις ούτε πίτα, ούτε σκύλο. Οι αντοχές σου πρέπει να σε εγκαταλείψουν πριν φτάσεις στη γραμμή του τερματισμού. ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΔΕΙΣ ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ λεωφορείο για τη θάλασσα να απομακρύνεται το πιο ζεστό μεσημέρι του καλοκαιριού. ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΒΡΕΙΣ ΕΝΑΝ ΑΝΘΡΩΠΟ για τον οποίο θα τα παρατούσες όλα και να αναγκαστείς να παρατήσεις την ιδέα του μαζί. ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΣΥΝΕΙΔΗΤΟΠΟΙΗΣΕΙΣ πως η ζωή σου πήρε έναν δρόμο που δεν διάλεξες εσύ. Να ευχηθείς να ήσουν για μια στιγμή αλλού, σε εκείνο το «εκεί» που τόσο σου έχει λείψει. Να έρθει η μέρα που δεν θα μπορέσεις να παραδεχθείς τα συναισθήματά σου, ούτε καν στον εαυτό σου. ΝΑ ΔΕΙΣ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΣΟΥ να καταρρέει τριγύρω μα και μέσα σου. Πρέπει να συνειδητοποιήσεις πως κάποια όνειρά σου δεν θα πραγματοποιηθούν ποτέ και ακόμη πως ποτέ δεν θα καταφέρεις να τα έχεις όλα. Πρέπει να αναγνωρίσεις, λόγω εμπειρίας και όχι θεωρίας, πως τα ωραιότερα πράγματα στη ζωή δεν είναι πράγματα, αφού επιθυμήσεις κάτι που δεν μπορείς να αγοράσεις. ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΧΑΣΕΙΣ ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ πριν βρεις το θάρρος να της εξηγήσεις. ΚΑΙ ΠΡΕΠΕΙ να πεθάνεις μερικές φορές, πριν μπορέσεις πραγματικά να ζήσεις…

 

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 5 Σεπτεμβρίου 2015

… Εγώ σου έφερα τα συναισθήματα της ντροπής, σου έδειξα όλα τα μειονεκτήματα σου, τις ασχήμιες σου, τις ανοησίες σου, τα δυσάρεστα όλα. Εγώ σου κρέμασα την ταμπέλα «διαφορετικός» όταν σου είπα για πρώτη φορά στο αφτί ότι κάτι δεν πήγαινε εντελώς καλά σ’ εσένα (…).

Είμαι ο απρόσκλητος μουσαφίρης, ο ανεπιθύμητος επισκέπτης, και ωστόσο, είμαι πρώτος που ήρθα κι ο τελευταίος που θα φύγω. Έγινα ισχυρός με τον καιρό ακούγοντας τις συμβουλές των γονιών σου για το πώς να θριαμβεύσεις στη ζωή. Παρατηρώντας τις αντιλήψεις της θρησκείας σου, που σου λέει να τι να κάνεις και τι να μην κάνεις, για να σε δεχτεί ο Θεός στις αγκάλες του. Υποφέροντας απάνθρωπα αστεία των συντρόφων σου στο σχολείο όταν γελούσαν με τις δυσκολίες σου. Υπομένοντας τις ταπεινώσεις από τους ανώτερους σου. Παρατηρώντας την άχαρη μορφή σου στον καθρέφτη και συγκρίνοντας τη μετά με την εικόνα των «διασήμων» που βγαίνουν στην τηλεόραση.

Και τώρα, επιτέλους, έτσι όπως είμαι δυνατός, και για τον απλό λόγο ότι είμαι γυναίκα, ότι είμαι νέγρος, ότι είμαι Εβραίος, ότι είμαι ομοφυλόφιλος, ότι είμαι ανατολίτης, ότι είμαι ανάπηρος, ότι είμαι ψηλός, κοντός ή χοντρός… μπορώ να σε μεταμορφώσω σ’ ένα σωρό σκουπίδια, σε παλιοσίδερα, σε αποδιοπομπαίο τράγο, στον παγκόσμια υπεύθυνο, σ’ έναν καταραμένο μπάσταρδο μιας χρήσης. Γενεές και γενεές ανδρών και γυναικών με υποστηρίζουν .Δεν μπορείς να ξεφύγεις από μένα.

Η θλίψη που προξενώ είναι τόσο ανυπόφορη που για να με αντέξεις πρέπει να με μεταδόσεις στα παιδιά σου, ώστε εκείνα να με περάσουν στα δικά τους παιδιά, στους αιώνες των αιώνων. Για να βοηθήσω εσένα και τους απογόνους σου θα μεταμφιεστώ σε τελειομανία, σε υψηλά ιδανικά, σε αυτοκριτική, σε πατριωτισμό, σε ηθικές αξίες, σε καλές συνήθειες, σε αυτοέλεγχο. Η θλίψη που σου προξενώ είναι τόσο έντονη που αν θελήσεις να με αρνηθείς και, για αυτό, θα προσπαθήσεις να με κρύψεις πίσω από τα πρόσωπα σου, πίσω από τα ναρκωτικά, πίσω από τη μάχη σου για το χρήμα, πίσω από τις νευρώσεις σου, πίσω από την απρόσωπη σεξουαλικότητα σου. Δεν έχει σημασία τι κάνεις, όμως, δεν έχει σημασία που πηγαίνεις.

Εγώ θα είμαι πάντα εκεί, πάντοτε παρών. Γιατί ταξιδεύω μαζί σου μέρα και νύχτα, ακούραστα, δίχως όρια. Εγώ είμαι η βασική αιτία της εξάρτησης, της κτητικότητας, της πίεσης, της ανηθικότητας, του φόβου, της βίας, του εγκλήματος, της τρέλας. Εγώ σου δίδαξα το φόβο της απόρριψης κι εγώ περιόρισα την ύπαρξη σου σ’ αυτό το φόβο. Από εμένα εξαρτάται το αν θα εξακολουθήσεις να είσαι αυτό το άτομο που το γυρεύουν, το λατρεύουν, το χειροκροτούν, ο ευγενικός και ο ευχάριστος που είσαι σήμερα για τους άλλους. Από εμένα εξαρτάσαι, γιατί εγώ είμαι το μπαούλο όπου έχεις κρύψει εκείνα τα πιο δυσάρεστα πράγματα, τα πιο γελοία, τα λιγότερο επιθυμητά κι από σένα τον ίδιο. Χάρη σ’ εμένα έμαθες να συμβιβάζεσαι με αυτά που σου δίνει η ζωή, γιατί τελικά, οτιδήποτε και αν ζήσεις θα είναι πάντοτε παραπάνω απ’ αυτό που νομίζεις ότι αξίζεις. Το μάντεψες, έτσι δεν είναι; Είμαι το συναίσθημα της απόρριψης που νιώθεις για τον ίδιο σου τον εαυτό». Όλα άρχισαν εκείνη τη γκρίζα μέρα που αφέθηκες να πεις περήφανος «ΕΓΩ ΕΙΜΑΙ !» Και, ντροπιασμένος και φοβισμένος, κατέβασες το κεφάλι κι άλλαξες τα λόγια και τις πράξεις σου με ένα καλό συλλογισμό: «ΕΓΩ ΘΑ ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΗΜΟΥΝ” …

 

Σταυρούλα Σωτηροπούλου στις 1 Σεπτεμβρίου 2015

Πώς κατακτά την επιτυχία ένα παιδί; Ζώντας σε «χρυσό κλουβί» ή μαθαίνοντας από νωρίς να ξανασηκώνεται; Ο Πολ Ταφ, συγγραφέας του βιβλίου «How Children Succeed», εξηγεί ότι είναι προτιμότερο το παιδί σου να έχει αυτοέλεγχο από το να βγάζει IQ 180.
Tο πείραμα είναι παλιό, αλλά πάντα επίκαιρο. Γνωστό ως «marshmallow experiment» (ας το αποδώσουμε ελεύθερα «πείραμα του ζαχαρωτού»), πραγματοποιήθηκε τη δεκαετία του ’60 από τον Γουόλτερ Μίτσελ, ψυχολόγο στο Πανεπιστήμιο του Στάνφορντ. Τα παιδιά που κατάφερναν να επιστρατεύσουν αρκετό αυτοέλεγχο ώστε να μην καταβροχθίσουν αμέσως ένα ζαχαρωτό, αλλά να περιμένουν λίγο – και ως επιβράβευση να καταβροχθίσουν δύο ζαχαρωτά – τα πήγαιναν καλύτερα στο σχολείο, ήταν πιο επιμελείς μαθητές και είχαν καλύτερη εξέλιξη ως ενήλικοι. Δεν ήταν πιο έξυπνα, δεν διέθεταν υψηλότερο IQ από άλλα, λίγο πιο λαίμαργα, παιδιά. Είχαν απλώς καλύτερη γνώση της ζωής. Και πετύχαιναν πιο εύκολα σε αυτή, επειδή ακριβώς κατείχαν τη συγκεκριμένη γνώση.
Ενα παιδί με υψηλό σκορ στα τεστ IQ, αλλά «στραβάδι» συναισθηματικά, δεν έχει πολλές ελπίδες να πετύχει στη ζωή του. Αυτό υποστηρίζει στο νέο βιβλίο του με τίτλο «How Children Succeed: Grit, Curiosity, and the Hidden Power of Character» (εκδ. Houghton Mifflin Harcourt) ο Αμερικανός Πολ Ταφ, δημοσιογράφος και «μάχιμος» ερευνητής, ο οποίος, προτού καθήσει να γράψει, έσπευσε, μεταξύ άλλων, να ζήσει από κοντά αληθινές ιστορίες παιδιών από «ζόρικες» γειτονιές του Σικάγου. Η περιέργεια, η επιμονή, ο αυτοέλεγχος, η αυτοπεποίθηση, το ψυχικό σθένος και η αποφασιστικότητα αποδεικνύονται, σύμφωνα με τον Ταφ, πολύ καλύτερη συνταγή επιβίωσης από τα CDs με ακούσματα «Baby Beethoven» και τα ταχύρρυθμα μαθήματα ρωσικών. Οπως εξηγεί ο ίδιος στο BHmagazino: «Αυτό που με συνάρπασε περισσότερο κατά τη διάρκεια της έρευνας είναι τα στοιχεία που περισυνέλεξα σχετικά με τους απόφοιτους πανεπιστημίου και τις μη γνωστικές ικανότητες. Θεωρώ ότι αντιμετωπίζουμε την απόκτηση του πτυχίου σαν υπόθεση καθαρής εξυπνάδας, και όμως οι μελετητές ανακάλυψαν πρόσφατα ότι κάποια γνωρίσματα του χαρακτήρα είναι στην πραγματικότητα καλύτεροι δείκτες από το IQ προκειμένου να προβλέψει κανείς ποιοι είναι τελικά εκείνοι που θα αποφοιτήσουν. Η ανακάλυψη αυτή με γοήτευσε, επειδή αποδεικνύει ότι μπορούμε να βοηθήσουμε τους νέους ανθρώπους να βελτιώσουν τα ισχυρά στοιχεία του χαρακτήρα τους».
H αποτυχία κάνει καλό
Στο βιβλίο του, που μόλις κυκλοφόρησε στις ΗΠΑ, ο Ταφ συνδυάζει το επιτόπιο ρεπορτάζ με τις παλαιές και νεότερες επιστημονικές έρευνες. Ανάμεσά τους αυτή της Αντζελα Ντάκγουορθ από το Πανεπιστήμιο της Πενσυλβανίας, η οποία μελέτησε ενδελεχώς το ψυχικό σθένος και την αποφασιστικότητα να φέρει κανείς εις πέρας έναν ακαδημαϊκό στόχο. Επινοώντας, μάλιστα, ένα ειδικό ερωτηματολόγιο, διαπίστωσε ότι το υψηλό σκορ στο σθένος και στην αποφασιστικότητα να επιτύχεις κάτι είναι πιο σημαντικός δείκτης ακόμη και εν συγκρίσει με την ίδια τη νοημοσύνη σου.
Ο Ταφ καταθέτει επίσης αυτό που ψυχολόγοι και νευροεπιστήμονες αγωνίζονται τις τελευταίες δεκαετίες να αποδείξουν. Οτι ο χαρακτήρας του παιδιού δομείται επάνω σε αυτό που η δυτική κοινωνία των γρανιτένιων success stories τρέμει περισσότερο από οτιδήποτε άλλο: την αποτυχία! Εξηγεί πώς παιδιά από όλα τα κοινωνικά στρώματα σήμερα στις ΗΠΑ στερούνται τελικά εμπειρίες ουσιαστικές για την ανάπτυξή τους σε υγιείς ενηλίκους. Από τη μία πλευρά, τα τέκνα των ευκατάστατων οικογενειών «μονωμένα» από οποιαδήποτε αληθινή δυσκολία ή ματαίωση, περνούν τα πρώτα τους χρόνια μέσα σε αποστειρωμένα playrooms με γιγαντιαία λούτρινα δεινοσαυράκια για να φθάσουν σε μια εξίσου εξωραϊσμένη – καθ’ ότι πλήρως ελεγχόμενη – ενηλικίωση. «Αντιλαμβάνομαι την ανάγκη να προστατεύσουμε τα παιδιά μας από κάθε κίνδυνο» λέει ο Ταφ. «Αυτό, όμως, που ανακαλύπτουμε τώρα είναι ότι τελικά, υπερπροστατεύοντας τα παιδιά μας, τους κάνουμε τελικά μεγαλύτερο κακό. Αν δεν τους δώσουμε τη δυνατότητα να αντεπεξέλθουν στις αληθινές προκλήσεις της ζωής, να πέσουν και να ξανασηκωθούν, τότε τους στερούμε την ευκαιρία να αναπτύξουν τον δικό τους χαρακτήρα». Δεν είναι τυχαίο ότι σήμερα στην Αμερική 19χρονοι υποψήφιοι, κατά τη διάρκεια της συνέντευξης που καλούνται να περάσουν για την εισαγωγή τους σε κάποιο πανεπιστήμιο, ζητούν από τους καθηγητές να τηλεφωνήσουν, για καλύτερη ενημέρωση, στους γονείς τους. Δεν είναι, μάλιστα, λίγοι εκείνοι που, ακόμη και σε συνεντεύξεις για την πρόσληψή τους σε μια εταιρεία, εμφανίζονται αγκαζέ με τη μαμά και τον μπαμπά, οι οποίοι είναι, βέβαια, πιο κατάλληλοι να διαπραγματευτούν με το big boss τον μισθό και τις συνθήκες εργασίας.
H οικογένεια ως εταιρεία
Από την άλλη πλευρά, εξηγεί ο Ταφ, τα παιδιά των φτωχών οικογενειών, που έρχονται από πολύ νωρίς αντιμέτωπα με τα αληθινά προβλήματα – από τον υποσιτισμό και την έλλειψη ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης μέχρι τα δυσλειτουργικά σχολεία και τις βυθισμένες στην παραβατικότητα γειτονιές –, δεν θα δεχτούν την υποστήριξη που χρειάζονται για να μετουσιώσουν τις δυσκολίες αυτές σε προσωπικούς «θριάμβους» που χτίζουν χαρακτήρα. Ητοι, τα πλουσιόπαιδα ζουν ισοβίως με ένα επίχρυσο δίχτυ προστασίας και δεν μαθαίνουν ποτέ πώς να διαχειριστούν την αποτυχία. Από την άλλη πλευρά, τα φτωχόπαιδα βιώνουν συχνά τόσο τραυματικά την πτώση, που δεν ξανασηκώνονται ποτέ.
Οπως μας εξηγεί ο συγγραφέας του βιβλίου, την κατάσταση επιδεινώνει ο λεγόμενος «υπεργονεϊσμός» των τελευταίων ετών, αυτή η γονεϊκή μανία – που αφορά και τους γονείς της μεσαίας τάξης – να έχουμε κάθε λεπτό της ζωής των παιδιών κάτω από διαρκή προγραμματισμό, έλεγχο, επίβλεψη και αξιολόγηση (εκτός, βέβαια, από την ώρα που είναι «παρκαρισμένα» μπροστά στην τηλεόραση ή στο PlayStation). Η σύγχρονη οικογένεια λειτουργεί σαν εταιρεία, εστιάζοντας πάνω από όλα στον τομέα της παραγωγικότητας και των σχολικών επιδόσεων. Οπως αναφέρει η ψυχολόγος-παιδοψυχολόγος Αλεξάνδρα Καππάτου: «Στην Ελλάδα τα τελευταία 20 χρόνια οι γονείς έχουμε βάλει τα παιδιά σε μια κούρσα τελειότητας. Τα τρέχουμε από πολύ μικρή ηλικία σε δραστηριότητες, δεν τους αφήνουμε χώρο και χρόνο να παίξουν και να πειραματιστούν. Θυμάμαι χαρακτηριστικά ένα τετράχρονο κοριτσάκι, του οποίου η μαμά επέμενε, εκτός από κολύμβηση, μπαλέτο και αγγλικά, να κάνει και μαθήματα κινεζικών. Τους δίνουμε, δηλαδή, ερεθίσματα και γνώση, αλλά δεν κάνουμε τίποτε για να αναπτύξουμε τη συναισθηματική, την ψυχική πλευρά τους, τα γνωρίσματα εκείνα που θα τα βοηθήσουν να διαχειριστούν την απογοήτευση, τη ματαίωση, τη ζωή τους. Υψώνουμε γύρω τους ένα προστατευτικό τείχος, σε πολλά, μάλιστα, επίπεδα. Συχνά, δεν τα αφήνουμε να διαχειριστούν ούτε τις σχέσεις με τους συνομηλίκους τους, αφού και αυτές είναι κατευθυνόμενες από εμάς. Αντιμετωπίζουν κάποιο πρόβλημα με τον δάσκαλο; Πάλι εμείς σπεύδουμε να “καθαρίσουμε”. Πρέπει να μας απασχολήσει σοβαρά, διότι τα παιδιά εμφανίζουν πλέον από πολύ μικρή ηλικία άγχος, κατάθλιψη, διατροφικές διαταραχές».
Ενδεχομένως η κρίση να βοηθήσει προς τη σωστή κατεύθυνση; «Ας δούμε μήπως, αφήνοντας πίσω τα χρόνια των παροχών, καταφέρουμε να γυρίσουμε σε κάποια μοντέλα πιο ουσιαστικής διαπαιδαγώγησης των παιδιών, βοηθώντας τα να δουν διάφορες αποχρώσεις της ζωής, περνώντας τους αξίες και ιδεολογία». Φτάνει, βέβαια, να κατορθώσουμε παράλληλα να αναχαιτίσουμε και το παλιρροϊκό κύμα της κρίσης που φαίνεται να καταργεί κάθε έννοια «επιτυχίας»: «Την τελευταία χρονιά κυρίως παρατηρώ μια έντονη απαισιοδοξία από μέρους των γονέων» επισημαίνει η κυρία Καππάτου. «Τους ακούω όλο και πιο συχνά να λένε “και να σπουδάσει, τι θα κάνει;”. Φοβάμαι πως αν αυτός ο σκεπτικισμός περάσει και στα παιδιά, θα τους μεταφέρει ένα μήνυμα ακυρωτικό, μηδενιστικό, χωρίς καμιά ελπίδα. Και παιδιά και έφηβοι χωρίς ελπίδα δεν μπορούν να προχωρήσουν».
Παπαδημητρίου Λένα
Πηγή: ΤΟ ΒΗΜΑ
by Αντικλείδι.

Μαρία Ανδρεάδου στις 30 Αυγούστου 2015

Στο πλακόστρωτο του πίσω δρόμου το φεγγάρι λιμνάζει
σιωπηλό κι ο φίλος μας τα περασμένα αναπολεί.
Τότε που του αρκούσε μια τυχαία συνάντηση
για να μη νιώθει πλέον μόνος.
Τότε, που του άρεσε ν’ αγναντεύει το φεγγάρι
και να ρουφάει της νύχτας τ’ αρώματα.
Μα πιο γλυκό, θυμάται, ήταν το άρωμα της γυναίκας
Που θα συναντούσε, η σύντομη περιπέτεια στην ετοιμόρροπη σκάλα.
Η γαλήνια κάμαρη και η επιθυμία να ζήσει εκεί για πάντα
Γέμιζαν την καρδιά του. Ύστερα, κάτω από το φως του φεγγαριού,
με μεγάλες αργόσυρτες δρασκελιές θα επέστρεφε, ευτυχισμένος.

Εκείνο τον καιρό ήταν ο καλύτερος φίλος του εαυτού του.
Ξυπνούσε το πρωί και σηκωνόταν απ’ το κρεβάτι
ξανασμίγοντας με το κορμί του και τις αναμνήσεις του.
Του άρεσε να βγαίνει έξω στη βροχή ή να την αράζει στον ήλιο
να χαζεύει την κίνηση του δρόμου
και να πιάνει κουβέντα με τους περαστικούς.
Ήταν πεπεισμένος ότι μπορούσε ν’ αλλάζει επάγγελμα κάθε πρωί,
μέχρι την τελευταία ημέρα της ζωής του.
Μετά, αποκαμωμένος, άραζε κάπου για να κάνει το τσιγάρο του.
Τότε, θυμάται, η μεγαλύτερη ικανοποίηση ήταν να είναι μόνος.

Πάει, γέρασε ο φίλος μας, και θα ’θελε ένα σπίτι ζεστό,
θα ’θελε να βγαίνει τις βόλτες του το βραδάκι
και να την αράζει στο πλακόστρωτο χαζεύοντας το φεγγάρι,
αλλά, σα γυρνάει σπίτι, να βρίσκει μια γυναίκα αφοσιωμένη,
μια γυναίκα γαλήνια, να τον περιμένει υπομονετικά.
Πάει, γέρασε ο φίλος μας, και η μοναξιά του ’γινε βάρος.
Οι περαστικοί διαβάτες είναι πάντα οι ίδιοι· ο ήλιος
και η βροχή, απαράλλακτοι· και το χάραμα, έρημος.
Δεν αξίζει τον κόπο να παιδεύεται κανείς πλέον,
και να βγαίνει έξω στη φεγγαράδα, άμα κανείς δεν τον περιμένει,
αλήθεια σας λέω, δεν αξίζει τον κόπο.

(μετάφραση :  Σπύρος Δόικας)  / πηγή : http://yannisstavrou.blogspot.gr

photo Maria Andreadou

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 23 Αυγούστου 2015

Μανόλης Αναγνωστάκης, «Όταν σφυρίζουν τα πλοία…»

 

Θυμάσαι που σου’λεγα : όταν σφυρίζουν τα πλοία μην είσαι στο λιμάνι .

Μα η μέρα που έφευγε ήτανε δικιά μας και δεν θέλαμε ποτέ να την αφήσουμε .

 

Ενα μαντήλι πικρό θα χαιρετά την ανία του γυρισμού

Κι’έβρεχε αλήθεια πολύ κι’ήτανε έρημοι οι δρόμοι

Με μιά λεπτήν ακαθόριση χινοπωριάτικη γεύση

Κλεισμένα παράθυρα κι’οι άνθρωποι τόσο λημονησμένοι

-Γιατί μας άφησαν όλοι ; Γιατί μας άφησαν όλοι ; Κι’έσφιγγα τα χέρια σου

 

Δεν είχε τίποτα τ’αλλόκοτο η κραυγή μου .

 

… Θα φύγουμε κάποτε αθόρυβα και θα πλανηθούμε

Μες στις πολύβοες πολιτείες και στις έρημες θάλασσες

Με μιά επιθυμία φλογισμένη στα χείλια μας

Είναι η αγάπη που γυρέψαμε και μας την αρνήθηκαν

Ξεχνούσες τα δάκρυα , τη χαρά και τη μνήμη μας

Χαιρετώντας λευκά πανιά π’ανεμίζονται .

Ισως δε μένει τίποτ’άλλο παρά αυτό να θυμόμαστε .

Μες στην ψυχή μου σκιρτά το εναγώνιο . Γιατί .

Ρουφώ τον αγέρα της μοναξιάς και της εγκατάλειψης

Χτυπώ τους τοίχους της υγρής φυλακής μου και προσμένω απάντηση

 

Κανείς δεν θ’αγγίξει την έκταση της στοργής και της θλίψης μου .

 

Κι’εσύ περιμένεις ένα γράμμα που δεν έρχεται :

Μιά μακρινή φωνή γυρνά στη μνήμη συ και σβήνει

Κι’ένας καθρέφτης μετρά σκυθρωπός τη μορφή σου

Τη χαμένη μας άγνοια , τα χαμένα φτερά .

 

-Οδυσσέας Ελύτης, «Το τρελοβάπορο»

 

«Βαπόρι στoλισμένo βγαίνει στα βουνά

κι αρχίζει τις μανούβρες «βίρα-μάινα»

Την άγκυρα φουντάρει στις κουκουναριές

φορτώνει φρέσκο αέρα κι απ’ τις δυο μεριές

Είναι από μαύρη πέτρα κι είναι απ’ όνειρο

κι έχει λοστρόμο αθώο ναύτη πονηρό

Από τα βάθη φτάνει τους παλιούς καιρούς

βάσανα ξεφορτώνει κι αναστεναγμούς

Έλα Χριστέ και Κύριε λέω κι απορώ

τέτοιο τρελό βαπόρι τρελοβάπορο

Χρόνους μας ταξιδεύει δε βουλιάξαμε

χίλιους καπεταναίους τους αλλάξαμε

Κατακλυσμούς ποτέ δε λογαριάσαμε

μπήκαμε μεσ’ στα όλα και περάσαμε

Κι έχουμε στο κατάρτι μας βιγλάτορα

παντοτινό τον Ήλιο τον Ηλιάτορα!»

(Ο Ήλιος ο Ηλιάτορας, «Το τρελοβάπορο»)

 

ARTUR RIMBAUD. «ΤΟ ΜΕΘΥΣΜΕΝΟ ΚΑΡΑΒΙ»

 

Σε Ποταμούς ατάραχους καθώς αργοκατέβαινα,

μ’ αφήκαν αρυμούλκητο οι αγγαρεμένοι ανθρώποι:

Κάποιοι έξαλλοι Ερυθρόδερμοι, γυμνούς αφού τους κάρφωσαν

στα παρδαλά τους ξόανα, τους τόξευαν κατόπι.

 

Έγνοια καμμιά για πλήρωμα δεν είχα εγώ, γεννήματα

φλαμανδικά κι εγγλέζικα μπαμπάκια είχα φορτίο.

Μιά και με τους ανθρώπους μου τελειώσαν τα καθέκαστα,

όπου ’θελα κι οι Ποταμοί μ’ αφήκανε να φύγω.

 

Παιδί εγώ κακοτράχαλο, του κεφαλιού μου κάνοντας,

πέρσυ το μισοχείμωνο ρίχτηκα μες στο σάλο

τον άγριο των παλιρροιών! Και του έκπλου μου οι Χερρσόνησες

δε θα θυμούνται αναβρασμό ποτέ τους πιο μεγάλο.

 

Η καταιγίδα ευλόγησε τις ναυτικές αγρύπνιες μου.

Δέκα νυχτιές, λαφρή φελλό, χωρίς ν’ αποθυμήσω

το ηλίθιο μάτι των φανών, με χόρεψαν τα κύματα

που μοίρα τους ν’ αργοκυλάν από πνιγμένους πίσω.

 

Πράσινο αφρόν ερούφηξεν η πλώρη μου η ελάτινη,

σαν το χυμό ξυνόμηλου παιδί όταν το δαγκώνει,

από κρασιά κι απ’ έμετους μ’ εξέπλυνεν η θάλασσα,

σκορπώντας μου στη μάνητα κι αρπάγες και τιμόνι.

 

Και τότε ήταν που λούστηκα στο γαλατένιο αστρόχυτο

θαλάσσιο ποίημα, τους βυθούς ρουφώντας, που συμβαίνει

κάποτε εκεί, κατάχλωμο κι εκστατικό ναυάγιο,

ένας πνιγμένος σκεφτικός να σιγοκατεβαίνει,

 

όπου τις κυανότητες αιφνίδια χρωματίζοντας,

ντελίρια κι αργοί ρυθμοί, φωτός χρυσοπλημμύρες,

οι πικραμένες του έρωτος εξάψεις συφλογίζονται,

δριμύτερες κι από τ’ αλκοόλ κι απ’ τις πλατιές σας λύρες!

 

Οι ξεσκισμένοι απ’ αστραπές γνωστοί μού είν’ ουρανόθολοι

τα ρέματα κι οι σίφουνες, γνωστό μου και το βράδι

κι η αυγή που σα φτερούγισμα περιστερών είν έξαλλη,

κι είδα όσα νόμισε γνωστά τ’ ανθρώπινο κοπάδι.

 

Την πράσινη ονειρεύτηκα νυχτιά, τα έκθαμβα χιόνια της,

στα μάτια του νερού φιλιών μετάδοση αργοπόρων,

τον κυκλισμό των άρρητων χυμών και την εγρήγορση

τη γαλανή και κίτρινη των ωδικών φωσφόρων.

 

Τον ήλιο είδα κατάστιχτο με φρίκες υπερκόσμιες

ν’ αλλάζει νέφη δυσμικά σε πάγους ιοχρόους,

τα κύματα να στέλνουνε κατάμακρα τα ρίγη τους

καθώς οι αρχαίοι ερμηνευτές της τραγωδίας τους γόους.

 

Μήνες οι φουσκοθαλασσιές να τρων το βράχο αγνάντεψα,

δαμάλινες αφρίζουσες μεγάλες υστερίες,

ξέροντας πως του Ωκεανού το ρύγχος δεν θα δάμαζαν

οι φωτοβηματίζουσες θαλασσινές Μαρίες.

 

Σ’ αφάνταστες εξόκειλα Φλωρίδες που συνταίριαζαν

άνθη με μάτια πάνθηρων, δέρματα των αγρίων

μ’ ουράνια τόξα, χαλινούς που ώς κάτω στον ορίζοντα

τεντώνανε να συγκρατούν πλήθη γλαυκών ποιμνίων.

 

Βρώμικα είδα βαλτόνερα, τεράστια καλαμόκλουβα,

μέσα τους ένα ολάκερο Λεβιάθαν να σαπίζουν,

σφοδρά νεροποντίσματα μέσα σε αγέλες βόνασων,

σ’ αβύσσους καταρραχτικά τα μάκρη να γκρεμίζουν.

 

Ήλιους θαμπούς, πάγους, νερά μαργάρινα, διάπυρους

ουρανούς και ξεβράσματα σε μυχούς κόλπων όπου

τ’ αφανισμένα από κοριούς γιγάντια φίδια πέφτουνε

δυσώδη πάν’ απ’ τα ραιβά ξερόδεντρα του τόπου.

 

Θ’ αποθυμούσα νά ’δειχνα στα παιδιά τα χρυσόψαρα,

τα ωραία τα ψάρια τα ωδικά του γαλανού αυτού πλάτους.

Άνθινοι αφροί κυλήσανε και με κατευοδώσανε

κι άρρητοι ανέμοι κάποτες μού εδώσαν τα φτερά τους.

 

Κι άλλοτε πάλι η θάλασσα, ζωνών και πόλων μάρτυρας,

με του λυγμού της το ρυθμό καθώς γλυκοκυλούσα,

μου ανέβαζεν ανθούς σκιών τίς κίτρινές της μέδουσες

και σα γυναίκα που έπεσε στα γόνατα ηρεμούσα.

 

Χερσόνησος λικνίζοντας στις όχθες μου τις έριδες,

την κόπρο κιτρινόφθαλμων πουλιών που εθορυβούσαν,

κι έλαμνα ενώ κατέβαιναν απ’ τα σχοινιά μου ανάμεσα

πνιγμένοι που το λίκνο τους στα βάθη αποζητούσαν…

 

Λοιπόν, ναυάγιο τέτοιο εγώ, κάτ’ απ’ ορμίσκων πλόκαμους,

σε μοναξιές που εχάθηκεν άπτερου αιθέρα ερήμου,

εγώ που των Χανσεατών τα πλοία κι οι Μονίτορες

το μεθυσμένο από νερό θ’ απόφευγαν σκαρί μου,

 

λεύτερο πια, μενεξελιά φορώντας ομιχλώματα,

εγώ που τους πλινθόχρωμους τρυπούσα ουρανοθόλους,

ήλιου λειχήνες έμπλεο και βλέννες κυανότητας,

είδη πολύ επιθυμητά στους ποιητές σας όλους,

 

πού ’φευγα με μηνοειδείς ηλεχτρικές κατάστιχτο,

τρελή σανίδα ιππόκαμποι που την ακολουθούσαν,

ενώ τους πόντιους ουρανούς, χοάνες φλογερότατες,

οι Ιούλιοι με χτυπήματα ροπάλων εγκρεμούσαν,

 

εγώ, πού ’τρεμα ακούοντας μίλια μακριά να οργάζουνε

τ’ αβυσσαλέα Μάελστρομ κι οι Βεεμώθ κατόπι,

εγώ, ο πολύς ταξιδευτής των γαλανών εκτάσεων,

κατάβαθά μου λαχταρώ τη γηραιάν Ευρώπη.

 

Είδα αστρικά αρχιπέλαγα, νησιά με στερεώματα

παροξυσμών που είν’ ανοιχτοί για κάθε ναύτη δρόμοι:

Σ’ απύθμενες τέτοιες νυχτιές κοιμάσαι κι εξορίζεσαι,

ω σμάρι από χρυσά πουλιά, μελλοντική εσύ ρώμη;

 

Μ’ αλήθεια, εθρήνησα πολύ. Όλες οι αυγές αφόρητες,

πικρός ο ήλιος και φριχτό το κάθε είναι φεγγάρι.

Σε νάρκωση μεθυστική ο αψύς με βύθισε έρωτας.

Να σπάσει πια η καρίνα μου! Το κύμα να με πάρει!

 

Αν της Ευρώπης λαχταρώ κάποια νερά, τα στάσιμα

θαμπά νερά αποθύμησα που ενώ γλυκοβραδιάζει,

με θλίψη αφήνει ένα παιδί σ’ αυτά το καραβάκι του,

τόσο λεπτό, που ωσάν Μαγιού πεταλουδούλα μοιάζει.

 

Δεν το μπορώ πιά, ω κύματα, λουσμένο μες στα θάλπη σας,

τα μπάρκα εγώ του μπαμπακιού να παραβγώ κι ακόμα

σημαίες αλαζονικές ν’ αντιπερνάω και φλάμπουρα

και κάτω από των ποντονιών να κολυμπάω το σκώμμα!

(Μετάφραση: Αλέξανδρος Μπάρας)

 

Γιάννης Σκαρίμπας, «Το πλοίο»

(Ο Τιτανικός)

 

«Εκεί, προς τις γραμμές του Νότιου απείρου

περήφανο ως λικνίζονταν το πλοίο

με δυο γλαρά φουγάρα και ονείρου

φώτα χρυσά – η Κυρία μ’ ένα βιβλίο,

 

στο χέρι εμελαγχόλει… Τι θεία ώρα

στο βαλς που η σάλα αντήχει κι είχεν έβγει

μισή φωτιά η σελήνη!… Και τι φιόρα

οι έξωμες μηλαΐδες και τα ζεύγη,

 

που ωραία στροβιλίζονταν. Η μπάντα

που ανύποπτους σε μέθη αιθέρια αιώρει!

Και η Κυρία – ωωω!… – που εκράτει πάντα

εκείνο το βιβλίο… Το βαπόρι

 

στο πέλαο που αγάλι έκανε κ ρ ά τ ε ι …

Ω η Κυρία, η Κυρία αυτή η μοιραία

με πάντα το βιβλίο – τώρα – ω νάτη –

κρυφά το σκα απ’ την πόρτα κι είν’ ωραία,

 

μα ωχρή… Ενώ το πλοίο πλέει (ή δεν πλέει;)

τον πλοίαρχο κρατεί κι αχνή και κρύα:

«Γροίκησα σαν κάποιο τίναγμα…», του λέει.

– Μα, βέβαια, βυθιζόμεθα Κυρία!…»

(«Ουλαλούμ», εκδ. Νεφέλη, Αθήνα, 2010)

 

Κώστας Καρυωτάκης, [Αλαργινό καράβι]

«Καλό ταξίδι, αλαργινό καράβι μου, στου απείρου

και στης νυχτός την αγκαλιά, με τα χρυσά σου φώτα!

Νάμουν στην πλώρη σου ήθελα, για να κοιτάζω γύρου

σε λιτανεία να περνούν τα ονείρατα τα πρώτα.

Η τρικυμία στο πέλαγος και στη ζωή να παύη,

μακριά μαζί σου φεύγοντας πέτρα να ρίχνω πίσω,

να μου λικνίζης την αιώνια θλίψη μου, καράβι,

δίχως να ξέρω πού με πας και δίχως να γυρίσω !»

(Κ. Καρυωτάκης, «Τελευταίο ταξίδι»)

 

 

 

 

 

 

 

 

Σταυρούλα Σωτηροπούλου στις 20 Αυγούστου 2015

Υπάρχει μια φυλή στην Αφρική, όπου η ημερομηνία γέννησης ενός παιδιού δεν υπολογίζεται από τη στιγμή που γεννήθηκε , ούτε από τη στιγμή της σύλληψης , αλλά από την ημέρα που το παιδί υπήρξε ως σκέψη στο μυαλό της μητέρας του . Και όταν μια γυναίκα αποφασίζει ότι θα έχει ένα παιδί, πάει και κάθεται κάτω από ένα δέντρο μόνη και ακούει όσο μπορεί να ακούσει το τραγούδι του παιδιού που θέλει να έρθει . Και αφού έχει ακούσει το τραγούδι, πάει πίσω στον άνθρωπο που θα είναι ο πατέρας του παιδιού , και το διδάσκει σ ‘αυτόν . Και στη συνέχεια , όταν κάνουν έρωτα για να συλλάβουν σωματικά το παιδί, τραγουδούν το τραγούδι του παιδιού , ως ένα τρόπο για να το καλέσουν.
Και στη συνέχεια , όταν η μητέρα είναι έγκυος , η μητέρα διδάσκει το τραγούδι του παιδιού στις μαίες και τις ηλικιωμένες γυναίκες του χωριού , έτσι ώστε όταν το παιδί γεννιέται , οι μαίες και οι άνθρωποι γύρω του να τραγουδήσουν το τραγούδι του παιδιού για να το υποδεχθούνε . Και τότε , καθώς το παιδί μεγαλώνει , οι άλλοι κάτοικοι του χωριού διδάσκονται το τραγούδι του παιδιού . Εάν το παιδί πέσει ή όταν πονάει το γόνατο του , κάποιος αρχίζει να του τραγουδά το τραγούδι του. Ή όταν το παιδί κάνει κάτι θαυμάσιο , ή περνά μέσα από τις τελετές της εφηβείας και της ενηλικίωσης, οι κάτοικοι του χωριού τραγουδούν το τραγούδι του για να το τιμήσουν.
Στην αφρικανική φυλή υπάρχει μία άλλη περίσταση κατά την οποία οι κάτοικοι τραγουδούν για το παιδί . Σε οποιαδήποτε στιγμή κατά τη διάρκεια της ζωής του, κάποιος που διαπράττει ένα έγκλημα ή μια παρεκκλίνουσα κοινωνική πράξη καλείται στο κέντρο του χωριού και οι άνθρωποι στην κοινότητα σχηματίζουν ένα κύκλο γύρω του. Στη συνέχεια, τραγουδούν το τραγούδι του ενόχου.
Η φυλή αναγνωρίζει ότι η διόρθωση της αντικοινωνικής συμπεριφοράς δεν είναι η τιμωρία. Είναι η αγάπη και η ανάμνηση της ταυτότητας. Όταν έχω αναγνωρίσει το δικό μου τραγούδι , δεν έχω καμία επιθυμία ή την ανάγκη να κάνω κάτι που θα βλάψει τον άλλο.
Και το τραγούδι είναι ο τρόπος μέσα από τη ζωή τους. Στο γάμο , τα τραγούδια των νεόνυμφων τραγουδιούνται , μαζί . Και τέλος , όταν αυτό το παιδί είναι ξαπλωμένο στο κρεβάτι , έτοιμο να πεθάνει , όλοι οι κάτοικοι γνωρίζουν το τραγούδι του, και του τραγουδούν – για τελευταία φορά – το τραγούδι του.
Μπορεί να μην έχουμε μεγαλώσει σε μια αφρικανική φυλή που τραγουδάει το τραγούδι μας σε κρίσιμες μεταβάσεις της ζωής μας, αλλά η ζωή πάντα μας υπενθυμίζει πότε είμαστε σε αρμονία με τον εαυτό μας και πότε όχι. Όταν αισθανόμαστε καλά, αυτό που κάνουμε ταιριάζει με το τραγούδι μας ενώ όταν αισθανόμαστε άσχημα, είμαστε σε δυσαρμονία. Στο τέλος , θα αναγνωρίσουμε όλοι μας το τραγούδι μας και θα το τραγουδούμε καλά. Μπορεί να αισθανθούμε λίγο αμήχανα εκείνη τη στιγμή, αλλά έτσι έχουν συμβαίνει πάντα στους σπουδαίους τραγουδιστές. Ας συντονιστούμε με το τραγούδι μας και θα βρούμε το δρόμο για το “σπίτι”.
Από το Κυριακάτικο Σχολείο Μεταναστών
By enallktikidrasi.com.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 16 Αυγούστου 2015

Τι παλιόκαιρος σήμερα… Βρέχει από το πρωί. Δεν ξέρω γιατί, αλλά η νοσταλγία έχει το άρωμα της βροχής…»

 

 

 

«Αυτός ο κόσμος ο κερατάς- μου ‘λεγε μια φορά η φίλη μου η Βιργινία – λες κι είναι καμωμένος μόνο γι’ αυτούς που ξέρουν να καταπατούν. Γι’ αυτούς που στήνουν ταμπέλες. Που κάνουν περιφράξεις και βάζουν μέσα άγρια σκυλιά για φύλακες. Αυτός ο κόσμος ο κερατάς λες κι είναι καμωμένος, μόνο για μπρατσωμένες ψυχές.»

 

 

 

«Τι θα ‘κανα χωρίς εσένα Νανώ… (Μου ‘γραφε κάποτε σ’ ένα σημείωμα). Τι αξία θα είχαν οι ακρογιαλιές της ψυχής μου, αν δεν στεκόσουνα εκεί, να με περιμένεις…»

 

 

 

«Τα κύματα σ’ οδηγούν εκεί που  θέλουν να σε ξεβράσουν. Είναι να μη βρεθεί η ψυχή σου, άδειο κοχύλι, πεταμένη στο θυμό τους. Κάποιοι όμως είναι τυχεροί. Στ’ άδεια κοχύλια της ψυχής τους οι Γοργόνες κρύβουν τα τραγούδια τους. Κάποιοι… δε θα τους βρεις σε κάθε βήμα σου…»

 

«Το πιο όμορφο γαλάζιο της ψυχής μου το ξόδεψα προσπαθώντας να γλυκάνω το βλέμμα της απουσίας.»

 

 

 

«Συμβαίνει κι αυτό. Να ‘χεις ρίξει κάτω τον άλλον κι ύστερα να βγαίνεις στη ράχη του, να χοροπηδάς και να προσπαθείς να τον πείσεις (συχνά τον πείθεις) πως είναι ένοχος, γιατί η ράχη του έχει κόκκαλα και σου πληγώνουν τα βελούδινα ‘’πατουχάκια’’ σου…»

 

 

«Πάνω σ’ ένα ζουμπούλι, ξεψύχησε η Άνοιξη…»

 

 

 

«Αν δεις την ψυχή μου με ματωμένα γόνατα να τρέχει κοντά σου, μην τρομάξεις. Δεν είναι τίποτα καλέ. Από το παιχνίδι είναι. Όλα τ’ απογεύματα της ζωής τα πέρασα παίζοντας κυνηγητό με τα όνειρά μου.»

 

 

 

«Αυτό το ”απόλυτα εντάξει” πάντα με τρόμαζε. Μου δημιουργούσε μια αποστροφή κάτι σαν ναυτία. Κάτι μου ‘λεγε πως η αγάπη δε βολεύεται στην απόλυτη τάξη. Είναι στο λίγο, στο ελάχιστο φάλτσο. Στο αδιόρατα στραβό. Δεν είναι πουκάμισο κολλαριστό η αγάπη. Είναι ρούχο τσαλακωμένο. Φορεμένο. Με τα σημάδια του ιδρώτα να διακρίνονται πάνω του.»

 

«”Να ονειρεύεσαι …” μου ‘λεγε ένας φίλος που μ’ αγαπούσε και με ήξερε καλά.

 

Τα όνειρα, συνήθως προδίδουν.

 

Παραπλανούν.

 

Καμιά φορά και σκοτώνουν.

 

Όμως, δεν γίνεται να ζεις χωρίς να ονειρεύεσαι …

 

Δεν έχει νόημα.

 

Δεν έχει ουσία.

 

Να ονειρεύεσαι!

 

Κοίτα μόνο να ‘χεις σταμπάρει καλά την έξοδο κινδύνου από τα όνειρά σου.

 

Τότε σώζεσαι …

 

Και ποια είναι η έξοδος κινδύνου;

 

Τίποτα δεν είναι στη ζωή, το παν!

 

Έχει και παρακάτω …;

 

Έχει κι άλλο …

 

Προχώρα, λοιπόν, ξεκόλλα!

 

Αυτή είναι η έξοδος κινδύνου!»

 

«Καθένας έχει διαλέξει μόνος του το σταυρό του, άσχετα αν δεν το παραδέχεται, ή αν δεν το συνειδητοποιεί πολλές φορές.»

 

«-Εγώ την τρέλα μου την φοράω καπέλο, μεγάλε. Δεν την αφήνω να μου γίνει θηλιά. Κι όσο για την παράγκα μου, μόλις δω πως πιάνει κοριούς, ανάβω ένα σπίρτο και την καίω. Δεν το ‘χω για τίποτα. ‘’Πόσο κάνει;’’ Λέω στη μοίρα μου. Τι χρωστάω; Τόσο… Μου λέει. Παρ’ τα και δίνε του. Έχω ένα ραντεβουδάκι με την επόμενη μέρα…»

 

 

«Δε φοβήθηκα ποτέ μου τη βροχή. Φοβήθηκα πολλές φορές όμως αυτούς που μου φώναζαν να γυρίζω πίσω για να μου δώσουν μια ομπρέλα. »

 

«-Σκέφτομαι… Σκέφτομαι… Γιατί να μην έχουν οι άνθρωποι ουρά, Νανώ; Μη γελάς. Θα την κουνούσαν όπως τα σκυλιά και θα καταλαβαίναμε από μακριά τις προθέσεις τους. Σου είπα, μη γελάς…»

 

«Άσχετο, αλλά:

 

Ποτέ μου δεν αγάπησα τους θριαμβευτές. Τους τροπαιούχους.

 

Πάντα με φοβίζει το ποδοβολητό των καβαλάρηδων.

 

Αγάπησα τους μοναχικούς. Τους ορειβάτες. Τους κουρασμένους παλιάτσους.

 

Αγάπησα αυτούς που έχουν ένα στυφό χαμόγελο και ψάχνουν ένα ανθισμένο κλαδί, για να ενωθούν ξανά με τη ζωή.

 

Αυτούς που όταν γλιστρήσουν στη λακκούβα με τα λασπόνερα, γελάνε με το χάλι των ποδιών τους.

 

Καθόλου δε λυπάμαι που με πέταξε έξω από τη δεξίωση ο πορτιέρης, γιατί δε φορούσα το κατάλληλο ένδυμα.

 

Λυπάμαι μόνο που σπατάλησα πολύτιμο χρόνο, ψάχνοντας τις λάθος διευθύνσεις, που μου είχαν χώσει στην τσέπη διάφοροι επιτήδειοι.

 

Λυπάμαι μόνο που δεν μπορώ πια να φοράω κατάσαρκα το βλέμμα των ανθρώπων.»

 

 

 

«Θυμάμαι ακόμα εκείνο το γλάρο τον μοναχικό. Πετούσε γρήγορα προς την αντικρινή στεριά, σαν να ήθελε να γλυτώσει από το βλέμμα του Θεού. Θυμάμαι ακόμα εκείνη τη θάλασσα. Τόσο απόλυτα, τόσο αλαζονικά γαλάζια…»