Διαβάσαμε

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 22 Νοεμβρίου 2015

Χωρίς να είμαστε τίποτ’ άλλο παρά μόνο άνθρωποι, περπατήσαμε μέσ’ απ’ τα δέντρα

Φοβισμένοι, αφήνοντας τις λέξεις μας να είναι τρυφερές Από φόβο μήπως ξυπνήσουμε τις κουρούνες,

Από φόβο μήπως έρθουμε Αθόρυβα μέσα σ’ έναν κόσμο φτερών και κραυγών.

Αν ήμασταν παιδιά, ίσως να σκαρφαλώναμε, Θα πιάναμε τις κουρούνες να κοιμούνται, και δεν θα σπάγαμε ούτε κλαράκι,

Και, μετά το μαλακό ανέβασμα, Θα τινάζαμε τα κεφάλια μας πιο πάνω απ’ τα κλαριά Για να θαυμάσουμε την τελειότητα των άστρων.

Πέρα απ’ τη σύγχυση, όπως συμβαίνει συνήθως, Και τον θαυμασμό για όσα ο άνθρωπος γνωρίζει,

Πέρα απ’ το χάος θα ‘ρχόταν η μακαριότητα.

Αυτό, τότε, είναι ομορφιά, είπαμε, Παιδιά που με θαυμασμό κοιτάζουν τ’ αστέρια,

Είναι ο σκοπός και το τέλος. Χωρίς να είμαστε τίποτ’ άλλο παρά μόνο άνθρωποι, περπατήσαμε μέσ’ απ’ τα δέντρα

 

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 8 Νοεμβρίου 2015

Νικηφόρος Βρεττάκος: «Η ποίηση δεν είναι παρά ένας μεγεθυντικός φακός της πραγματικότητας. Η μεγέθυνση των αληθινών διαστάσεων του ανθρώπου και του κόσμου που μας περιβάλλει, μπορεί να μας μεταδώσει την αίσθηση του μεγαλείου της ζωής την οποία είμαστε έτοιμοι να καταστρέψουμε.»

 

Κική Δημουλά : «Είναι από τα πιο επηρμένα μυστήρια, τα πιο αχανή, και μόνο ικανοποίηση στις παρομοιώσεις δίνεις αν πεις ότι η ποίηση είναι ένα μείγμα εύγεστων δηλητηρίων σε χρυσά δελεαστικά ποτήρια, ή ότι είναι ο πειρασμός, ο δαίμονας που μπαίνει ξαφνικά στο σώμα του κανονικού, προκαλώντας ένα σεληνιασμό γόνιμο, ή ακόμα ότι είναι ένα είδος ευθανασίας των πραγμάτων που υποφέρουν μέσα μας, είτε ως ανικανοποίητα είτε ως προδομένα.

Ευκολότερα θα μπορούσε να ορίσει κανείς το ποίημα, μια και αυτό έχει υποκύψει στη σύμβαση να πάρει μια μορφή, ένα σχήμα, που είναι η φυλακή και η απελευθέρωση ταυτόχρονα κάποιου μηνύματος. Ένα ποίημα λοιπόν είναι η διπλή ζωή των λέξεων, ο κρυμμένος ερωτισμός τους και η λαγνεία τους για παρθένα οράματα. Είναι ο τυχοδιώκτης των λέξεων, η πλεονεξία τους: κάθε τόσο εγκαταλείπουν τη μετριότητα της χρήσης τους και ακολουθώντας δυσανάγνωστους χάρτες, που χάραξε ανώνυμη ανησυχία, ψάχνουν, σκάβουν να βρουν φλέβες χρυσού λυτρωτικού ρόλου.

Κι αλλιώς ο ίδιος ορισμός : βαδίζεις σε μιαν έρημο. Ακούς ένα πουλί που κελαηδάει. Όσο κι αν είναι απίθανο να εκκρεμεί ένα πουλί στην έρημο, ωστόσο εσύ είσαι υποχρεωμένος να του φτιάξεις ένα δένδρο. Αυτό είναι το ποίημα».

 

Η Ποίηση λοιπόν είναι ..Ίση με την Ίηση και την Όίηση, -τόσον, όσο και το ύψιστο, παραπετάμενο, ρηξικέλευθο σάλτο στο κενό χωρίς αλεξίπτωτο-, μιας ευαίσθητης κι οργιάζουσας φανταστικής φαντασίας.

 

Καφαντζής : «Ποίηση είναι ένα παράθυρο, για να βλέπουμε από ένα υπόγειο που σιωπούμε».

 

Καβάφης: « Πολύ υψηλή της Ποιήσεως η σκάλα»

 

Κ.Νεάρχου : « Ποίηση είναι η αίσθηση και η προτροπή που σου προκαλεί η αφέντρα του ουρανού Σελήνη να γράφεις σαν μια Αυγουστιάτικη Πανσέληνος».

 

Λόρκα : «Μα τι να σου πω για την Ποίηση; Τι να σου γι’ πω αυτά τα σύννεφα, γι’ αυτό τον ουρανό; Να τα κοιτάζω, να τα κοιτάζω, να τα κοιτάζω και τίποτ’ άλλο. Καταλαβαίνεις πως ένας ποιητής δεν μπορεί να πει τίποτα για την Ποίηση• ας τ’ αφήσουμε αυτά στους κριτικούς και τους δασκάλους. Μα ούτε εσύ, ούτε εγώ, ούτε κανένας ποιητής, δεν ξέρουμε τι είναι Ποίηση. Είναι εκεί! κοίταξε. Έχω τη φωτιά μέσα στα χέρια μου, το ξέρω και δουλεύω τέλεια μαζί της, μα δεν μπορώ να μιλήσω γι’ αυτή χωρίς να κάνω φιλολογία. Καταλαβαίνω όλες τις ποιητικές τέχνες. Θα μπορούσα να μιλήσω γι’ αυτές, αν δεν άλλαζα γνώμη κάθε πέντε λεπτά. Δεν ξέρω. Ίσως μια μέρα ν’ αγαπήσω πολύ την κακή ποίηση, όπως αγαπώ σήμερα την κακή μουσική, παράφορα. Θα κάψω ένα βράδυ τον Παρθενώνα για ν’ αρχίσω να τον χτίζω το πρωί και να μην τον τελειώσω ποτέ. Στις διαλέξεις μου μίλησα κάποτε για την Ποίηση, αλλά το μόνο για το οποίο δεν μπορώ να μιλήσω είναι η ποίησή μου. Όχι γιατί δεν έχω συνείδηση του τι κάνω. Αντίθετα, αν είν’ αλήθεια πως είμαι ποιητής από χάρη του Θεού -ή του δαίμονα- είναι εξίσου αλήθεια ότι είμαι ποιητής χάρη στην τεχνική και την προσπάθεια, και γιατί κατέχω απόλυτα του τι είναι ποίημα.»

 

Στήβενς : «Η ποίηση είναι η αναζήτηση του ανεξήγητου.»

 

Μίλτον : «-Η ποίηση αρχίζει πάντα, όταν κάποιος που πρόκειται να γίνει ποιητής, διαβάζει ένα ποίημα.»

 

Σεφέρης : «Η ποίηση έχει τις ρίζες της στην ανθρώπινη ανάσα.»

 

Ζεζλάβ Μίλοζ : Η ποίηση υπαγορεύεται από ένα δαιμόνιο, αν και θα ήταν υπερβολή να το χαρακτηρίσει κανείς αγγελικό.

 

Αναγνωστάκης : «Η ποίηση δεν είναι ο τρόπος να μιλήσουμε αλλά ο καλύτερος τοίχος να κρύψουμε το πρόσωπό μας.»

 

Μπόρχες : «Η ομορφιά καραδοκεί. Αν είμαστε ευαίσθητοι, θα την αισθανθούμε μέσα στην ποίηση όλων των γλωσσών.»

 

Μπλουμ : «Η ποίηση αρχίζει με την επίγνωση εκ μέρους μας όχι της Πτώσης, αλλά του ότι πέφτουμε.»

 

Πλάτων : «Η ποίηση ένα πράγμα ανάλαφρο, ιερό και φτερωτό.» «Η ποίηση είναι η αιτία που φθείρει το κάθε τι από το μη είναι στο είναι.»

 

Έλιοτ : «Η ποίηση δεν είναι ένα ελευθέρωμα της συγκίνησης, αλλά απόδραση από τη συγκίνηση. Δεν είναι έκφραση της προσωπικότητας, αλλά απόδραση από την προσωπικότητα.»

 

Πάουντ : «Η ποίηση είναι η πιο πυκνή μορφή προφορικής έκφρασης.»

 

Κόλεριτζ : «Η ποιότητα ενός μεγάλου ποιητή είναι πανταχού παρούσα και πουθενά ορατή σαν μία ξεχωριστή συγκίνηση.»

 

Π.Νερούντα : ««Η ποίηση δεν ανήκει σ’ αυτούς που τη γράφουν αλλά σ’ αυτούς που την έχουν ανάγκη»»

 

Jakobson : “Η ποιητική λειτουργία της γλώσσας έγκειται εν μέρει στο να αντιμετωπίζει κανείς τις λέξεις (σημεία) σαν ανερμήνευτα αντικείμενα . Η “θάλασσα” γίνεται έτσι μια έμμετρη υπέρθεση του θήτα, του λάμδα και των δυο σίγμα με το άλφα σε ρόλο μετρονόμου. Συγγενέυει περισσότερο με τη “λύσσα” (παρά το ύψιλον), ας πούμε, παρά με το “κύμα”.”

 

Μάρκος Μέσκος : «Ενας ορισμός της ποίησής μου: ο απελπισμένος έρωτας της ουτοπίας»

 

Οδ . Ελύτης :«Η ποίηση αρχίζει εκεί όπου αρχίζει να ηττάται ο θάνατος .»

 

Μπουκόφσκι : «ποίηση είναι αυτό που συμβαίνει, όταν δεν μπορεί να συμβεί τίποτα άλλο».

 

Έντγκαρ Άλαν Πόε : «Η ποίηση είναι σκέψεις που αναπνέουν, και λέξεις που καίνε.»

 

Ρόμπερτ Φροστ : «Η ποίηση είναι αυτό που χάνεται στη μετάφραση» .

 

Ρόμπερτ Φροστ : «Ποίηση είναι όταν ένα συναίσθημα έχει βρει τη σκέψη της και η σκέψη έχει βρει λέξεις.»

 

 

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 31 Οκτωβρίου 2015

Και μόνοι με τον ορίζοντα. Τα κύματα έρχονται απ’ την αόρατη Ανατολή, ένα ένα, υπομονετικά. Φτάνουνε μέχρις εμάς και πάλι υπομονετικά φεύγουν προς την άγνωστη Δύση, ένα ένα. Ατέλειωτη πορεία που δεν άρχισε ούτε τελείωσε ποτέ… Ποτάμια μικρά και μεγάλα περνούν, η θάλασσα περνά και μένει. Έτσι θα ‘πρεπε ν’ αγαπώ, πιστά και φευγαλέα. Σμίγω με τη θάλασσα (…).

Μερικές νύχτες που η γλυκύτητά τους παρατείνεται, ναι, μπορούμε άφοβα να πεθάνουμε τότε, ξέροντας πως τούτες οι νύχτες θα ξανάρθουν ύστερα από μας πάνω στη γη και στη θάλασσα. Απέραντη θάλασσα, πάντα οργωμένη, πάντα παρθένα, η θρησκεία μου μαζί με τη νύχτα! Μας πλένει και μας χορταίνει στα στείρα αυλάκια της, μας ελευθερώνει και μας κρατάει ορθούς (…).

Σε κάθε κύμα μια υπόσχεση, πάντα η ίδια. Τι λέει το κύμα; Αν θα ‘πρεπε να πεθάνω περιστοιχισμένος από κρύα βουνά, αγνοημένος από τον κόσμο, δίχως την αγάπη των δικών μου, εξουθενωμένος τέλος, η θάλασσα, την ύστατη στιγμή, θα γέμιζε το κελί μου, θα ερχόταν να με συγκρατήσει πάνω από το είναι μου και να με βοηθήσει να πεθάνω χωρίς μίσος (…).

Ο χώρος και η σιωπή σμίγουν και γίνονται βάρος στην καρδιά. Μια ξαφνική αγάπη, ένα μεγάλο έργο, μια αποφασιστική πράξη, μια σκέψη που μεταμορφώνει προκαλούν σε ορισμένες στιγμές την ίδια ανυπόφορη αγωνία, ανάμεικτη μ’ ακαταμάχητα θέλγητρα. Γλυκιά υπαρξιακή αγωνία, εξαίσιο άγγιγμα ενός κινδύνου που δεν ξέρουμε τ’ όνομά του, το ότι ζω σημαίνει άραγε πως τρέχω προς το χαμό μου; Ας τρέξουμε πάλι χωρίς ανάπαυλα προς το χαμό μας. Είχα πάντα την αίσθηση πως ζούσα στο πέλαγος, σε κίνδυνο, στην καρδιά μιας μεγαλόπρεπης ευτυχίας (…).

 

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 31 Οκτωβρίου 2015

Έκλεισα τα μάτια και φαντάστηκα «Όταν ήμουν μικρός μου άρεσε πολύ το τσίρκο, και στο τσίρκο μού άρεσαν πιο πολύ τα ζώα. Μου έκανε τρομερή εντύπωση ο ελέφαντας που, όπως έμαθα αργότερα, είναι το αγαπημένο ζώο όλων των παιδιών. Στην παράσταση, το θεόρατο ζώο έκανε επίδειξη του τεράστιου βάρους του, του όγκου και της δύναμής του.Όμως μετά την παράσταση και λίγο προτού επιστρέψει στη σκηνή, ο ελέφαντας στεκόταν δεμένος συνεχώς σ’ ένα μικρό ξύλο μπηγμένο στο έδαφος. Μια αλυσίδα κρατούσε φυλακισμένα τα πόδια του

Μολονότι η αλυσίδα ήταν χοντρή και δυνατή, μου φαινόταν ολοφάνερο ότι ένα ζώο που μπορούσε να ξεριζώνει δέντρα με τη δύναμή του, θα μπορούσε εύκολα να λυθεί και να φύγει. Το θεωρούσα αληθινό μυστήριο. Μα τι τον κρατάει; Γιατί δεν το σκάει; Όταν ήμουν έξι ετών  πίστευα ακόμα στη σοφία των μεγάλων. Ρώτησα τότε κάποιον δάσκαλο ή τον πατέρα μου για το μυστήριο του ελέφαντα. Μου εξήγησαν ότι ο ελέφαντας είναι δαμασμένος. Έκανα τότε την προφανή ερώτηση: Κι αφού είναι δαμασμένος, γιατί τον αλυσοδένουν;

Δεν θυμάμαι να πήρα ικανοποιητική απάντηση. Με τον καιρό, ξέχασα το μυστήριο του ελέφαντα με το παλούκι, και το θυμόμουν μόνο όταν βρισκόμουν με κάποιους που είχαν αναρωτηθεί κάποτε πάνω στο ίδιο θέμα.

Πριν από μερικά χρόνια ανακάλυψα-ευτυχώς για μένα- ότι κάποιος είχε αρκετή σοφία ώστε ν’ ανακαλύψει την απάντηση. Ο ελέφαντας του τσίρκου δεν το σκάει γιατί τον έδεναν από τότε που ήταν πολύ, πολύ μικρός.

Έκλεισα τα μάτια και φαντάστηκα  τον νεογέννητο ελέφαντα δεμένο στο παλούκι. Είμαι βέβαιος ότι τότε το ελεφαντάκι είχε σπρώξει, τραβήξει και ιδρώσει πασχίζοντας να λευτερωθεί. Μα, παρόλες τις προσπάθειές του, δεν τα είχε καταφέρει, γιατί το παλούκι ήταν πολύ γερό για τις δυνάμεις του. Φαντάστηκα ότι θα κοιμόταν εξαντλημένο και την επόμενη μέρα θα προσπαθούσε ξανά, και τη μεθεπόμενη το ίδιο… Ώσπου μια μέρα, μια φρικτή μέρα για την ιστορία του, το ζώο θα παραδεχόταν την αδυναμία του και θα υποτασσόταν στη μοίρα του.

Αυτός ο θεόρατος ελέφαντας που βλέπουμε στο τσίρκο δεν το σκάει γιατί νομίζει ότι δεν μπορεί, ο δυστυχής. Η ανάμνηση της αδυναμίας που ένιωσε λίγο μετά τη γέννησή του είναι χαραγμένη στη μνήμη του. Και το χειρότερο είναι ότι ποτέ δεν αμφισβήτησε σοβαρά αυτή την ανάμνηση. Ποτέ μα ποτέ δεν ξαναπροσπάθησε να δοκιμάσει τις δυνάμεις του.

– Έτσι είναι Ντέμιαν, όλοι είμαστε λίγο πολύ σαν τον ελέφαντα του τσίρκου. Περιδιαβαίνουμε τον κόσμο δεμένοι σε εκατοντάδες παλούκια που μας στερούν την ελευθερία. Ζούμε πιστεύοντας ότι δεν μπορούμε να κάνουμε ένα σωρό πράγματα, απλώς επειδή μια φορά, πριν από πολύ καιρό, όταν είμαστε μικροί, προσπαθήσαμε και δεν τα καταφέραμε. Πάθαμε το ίδιο με τον ελέφαντα. Χαράξαμε στη μνήμη μας αυτό το μήνυμα: Δεν μπορώ, δεν μπορώ και ποτέ δεν θα μπορέσω.

Ο Χόρχε έκανε μιά μεγάλη παύση. Ύστερα πλησίασε, κάθισε στο πάτωμα μπροστά μου και συνέχισε: Αυτό σου συμβαίνει, Ντέμι. Ζεις μέσα στα όρια της ανάμνησης ενός Ντέμιαν που δεν υπάρχει πια, εκείνου που δεν τα κατάφερε.

Ο ΜΟΝΑΔΙΚΟΣ ΤΡOΠΟΣ ΝΑ ΜΑΘΕΙΣ ΑΝ ΜΠΟΡΕΙΣ, ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΠΡΟΣΠΑΘΗΣΕΙΣ ΠΑΛΙ ΜΕ ΟΛΗ ΣΟΥ ΤΗ ΨΥΧΗ

 

 

Σταυρούλα Σωτηροπούλου στις 28 Οκτωβρίου 2015

Η διάκριση ανάμεσα στο έχει και το είναι δεν είναι και τόσο ξεκάθαρη για την κοινή λογική. Το έχει φαίνεται να είναι μια φυσιολογική λειτουργία της ζωής μας: για να ζήσουμε πρέπει να έχουμε πράγματα. Ακόμα περισσότερο, πρέπει να έχουμε πράγματα για να μπορούμε να τα απολαμβάνουμε. Σ’ ένα πολιτισμό όπου ό ύψιστος σκοπός είναι η κατοχή θα έλεγε κανείς ότι η βαθύτερη σημασία του είναι , είναι το έχει. Και όταν κάποιος δεν έχει τίποτα δεν είναι τίποτα.

Τα εμπειρικά ανθρωπολογικά και ψυχαναλυτικά δεδομένα δείχνουν ότι το έχει και το είναι αποτελούν τους δύο βασικούς τρόπους εμπειρίας, και οι αντίστοιχες δυνάμεις τους καθορίζουν τις διαφορές ανάμεσα στους χαρακτήρες των ατόμων καθώς και τους διάφορους τύπους του κοινωνικού χαρακτήρα.

Τους τελευταίους αιώνες στις δυτικές γλώσσες άρχισε να γίνεται φανερή μια κάποια αλλαγή στην έμφαση που δίνουν στο έχει και στο είναι, καθώς η τάση της υποκατάστασης των ρημάτων με ουσιαστικά έχει πάρει μεγάλες διαστάσεις. Το ουσιαστικό είναι η ακριβής έκφραση για ένα πράγμα. Ενώ για μια ενέργεια είναι το ρήμα. Παρόλα αυτά όλο και πιο συχνά μια ενέργεια εκφράζεται με τύπους του έχω.

Για παράδειγμα: «Γιατρέ έχω ένα πρόβλημα. Έχω αϋπνία. Αν και έχω ένα όμορφο σπίτι, χαριτωμένα παιδιά και ευτυχισμένο γάμο, έχω πολλές στεναχώριες». Πριν από μερικές δεκαετίες αντί ο άρρωστος να πει «έχω πρόβλημα», πιθανόν να έλεγε «είμαι στεναχωρημένος», αντί «έχω αϋπνία», «δεν μπορώ να κοιμηθώ», και αντί «έχω ένα ευτυχισμένο γάμο», «είμαι ευτυχισμένος στον γάμο μου».

Το σύγχρονο γλωσσικό ύφος δείχνει τον ψηλό βαθμό αλλοτρίωσης που επικρατεί. Το εγώ της εμπειρίας αντικαθίσταται με το αυτό της κτήσης.

Το έχω είναι μια απατηλή έννοια. Αυτοί που πιστεύουν ότι η κατοχή είναι η πιο φυσική ιδιότητα της ανθρώπινης ύπαρξης θα εκπλαγούν αν μάθουν ότι πολλές γλώσσες δεν έχουν λέξη για το έχω. Στα εβραϊκά για παράδειγμα το έχω εκφράζεται με την φράση «είναι για εμένα». Είναι πολύ ενδιαφέρον να δούμε ότι κατά την εξέλιξη πολλών γλωσσών η φράση «είναι δικό μου» αντικαταστάθηκε πολύ αργότερα από το ρήμα έχω. Το γεγονός αυτό υπονοεί ότι το ρήμα έχω εξελίχτηκε παράλληλα με την ανάπτυξη της ατομικής ιδιοκτησίας και είναι ανύπαρκτο σε κοινωνίες όπου κυριαρχεί η λειτουργική ιδιοκτησία, δηλαδή η κτήση πραγμάτων για συγκεκριμένη χρήση. Όταν το έχει καθορίζει τον τρόπο ύπαρξης μου η σχέση μου με τον υπόλοιπο κόσμο είναι κτητική.

Το είμαι στις ινδοευρωπαϊκές γλώσσες εκφράζεται με την ρίζα του es που σημαίνει υπάρχω. Το είμαι δηλώνει την πραγματικότητα της ύπαρξης αυτού που είναι. Όταν λέμε ότι κάποιος ή κάτι είναι αναφερόμαστε στην ουσία του ανθρώπου ή του πράγματος και όχι στην εμφάνιση του.

Όταν χρησιμοποιώ τα ρήματα είμαι ή έχω, αναφέρομαι σε δυο βασικούς τρόπους ύπαρξης σε δυο διαφορετικές στάσεις απέναντι στον ίδιο τον εαυτό μου και τον κόσμο. Η διαφορά είναι ανάμεσα σε μια κοινωνία, που το ενδιαφέρον της συγκεντρώνεται στους ανθρώπους, και σε μια άλλη που το ενδιαφέρον της συγκεντρώνεται στα πράγματα.

 

  ~ Άπόσπασμα απο το βιβλίο του Έριχ Φρόμ Να Έχεις ή να Είσαι;

   Πηγή: zbaro.blogspot.gr

by Αντικλείδι , http://antikleidi.com

 

Σταυρούλα Σωτηροπούλου στις 28 Οκτωβρίου 2015

Η εμπειρία με έχει διδάξει ότι το σώμα μου είναι η πηγή όλων των ζωτικών πληροφοριών που μου ανοίγουν τον δρόμο για περισσότερη αυτονομία και αυτοπεποίθηση. Από τότε που επέτρεψα στα αισθήματά μου, τα οποία επί μακρόν ήταν εγκλωβισμένα μέσα μου, να εκφραστούν και κατάφερα να τα νιώσω, απελευθερωνόμουν ολοένα και περισσότερο από το παρελθόν μου.

Τα αληθινά συναισθήματα δεν αποβάλλονται δια της βίας. Είναι διαρκώς παρόντα και έχουν λόγο ύπαρξης, παρότι συχνά ο λόγος αυτός παραμένει κρυφός. Δεν μπορώ να αναγκάσω τον εαυτό μου να αγαπάει ή έστω να τιμάει τους γονείς μου, όταν το σώμα μου, για λόγους που πού καλά γνωρίζει, αρνείται κάτι τέτοιο. Αν, παρόλα αυτά, θέλω να ακολουθήσω την Τέταρτη Εντολή, παραδίνομαι στο στρες, όπως συμβαίνει πάντα όταν απαιτώ από τον εαυτό μου το αδύνατο. Σε τέτοια κατάσταση στρες ζούσα σχεδόν όλη μου τη ζωή.»

Μετά από πολλές μάταιες προσπάθειες ήρθε και γι αυτήν η συνειδητοποίηση πως «δεν μπορεί να εκβιάσει την αγάπη όταν αυτή είναι απούσα», και συνεχίζει: «από την άλλη πλευρά, αναγνώριζα ότι το αίσθημα της αγάπης εμφανίζεται αυθόρμητα, για παράδειγμα απέναντι στα παιδιά μου ή σε φίλους, όταν δεν το πιέζω και όταν δεν προσπαθώ να ακολουθήσω τις επιταγές της ηθικής. Και εμφανίζεται μόνο όταν νιώθω ελεύθερη και ανοιχτή απέναντι σε όλα τα αισθήματά μου, ακόμα και τα αρνητικά.»

Η επίγνωση…

«Δεν μπορώ να χειραγωγήσω τα αισθήματά μου, δεν μπορώ ούτε θέλω να κοροϊδεύω τον εαυτό μου και τους άλλους , και αυτά ήταν πολύ ανακουφιστικά και απελευθερωτικά. Έτσι, από εκείνη τη στιγμή άρχισα να συνειδητοποιώ πόσο πολλοί άνθρωποι οδηγούνται στην καταστροφή σχεδόν όταν προσπαθούν –όπως έκανα κι εγώ παλιότερα- να υποταχθούν στην Τέταρτη Εντολή, χωρίς να αντιλαμβάνονται το τίμημα που πληρώνει το σώμα τους ή τα παιδιά τους. Όσο τα παιδιά επιτρέπουν στον εαυτό τους να παραμένουν υποχείρια αυτού του τιμήματος, είναι πολύ πιθανόν ο γονιός να ζήσει και εκατό χρόνια χωρίς να αναγνωρίσει την αλήθεια του και χωρίς να αρρωστήσει από την αυταπάτη.»

Μπορεί μια μητέρα να σπάσει την αλυσίδα της αυταπάτης;

«Μια μητέρα που παραδέχεται ότι, λόγω έλλειψης ανάλογων εμπειριών στην παιδική τους ηλικία, είναι ανίκανη να αγαπήσει τα παιδιά της, παρότι πασχίζει γι’ αυτό, δεν μπορεί παρά να περιμένει ότι θα κατηγορηθεί για ανηθικότητα όταν εκφράσει λεκτικά αυτήν την αλήθεια της. Όμως, πιστεύω ότι η αναγνώριση των αληθινών αισθημάτων της, ανεξάρτητα από τις επιταγές της ηθικής, θα τη βοηθήσει να υποστηρίξει ειλικρινά τον εαυτό της και το παιδί της και να σπάσει την αλυσίδα της αυταπάτης.»

Όταν γεννιέται ένα παιδί…

«Χρειάζεται από τους γονείς του αγάπη, δηλαδή στοργή, προσοχή, προστασία, συμπάθεια, φροντίδα και προθυμία για επικοινωνία. Αν ικανοποιηθούν αυτές οι ανάγκες του, το σώμα του θα κρατήσει την καλή ανάμνηση, και αργότερα, ως ενήλικος, θα μπορεί να προσφέρει την ίδια αγάπη στα παιδιά του. Αν όμως όλα αυτά απουσιάζουν, σε όλη του τη ζωή θα λαχταρά την εκπλήρωση των πρώτων σημαντικών αναγκών του. Αυτή η λαχτάρα θα μεταφέρεται αργότερα στη ζωή του σε άλλους ανθρώπους ή και θα κρέμεται όλο και περισσότερο από τους γονείς του, περιμένοντας από αυτούς όσα δεν του παρείχαν την κατάλληλη στιγμή.»

Ο μοναδικός τρόπος για να απαλλαγούμε από μια τέτοια κατάσταση.

«Να συνειδητοποιήσουμε αυτούς τους μηχανισμούς και να προσπαθήσουμε –αναστέλλοντας τις διαδικασίες απώθησης και άρνησης- να αναγνωρίσουμε την πραγματικότητα της παιδικής μας ηλικίας. Κατ’ αυτόν τον τρόπο θα δημιουργήσουμε μέσα μας ένα άτομο το οποίο θα μπορεί να ικανοποιήσει τις ανάγκες που περιμένουν να εκπληρωθούν από τη γέννησή μας, αν όχι από πολύ νωρίτερα. Μόνο έτσι μπορούμε να προσφέρουμε εμείς οι ίδιοι στον εαυτό μας την προσοχή, τον σεβασμό, την κατανόηση των αισθημάτων μας, την απαραίτητη προστασία, την άνευ όρων αγάπη που μας στέρησαν οι γονείς μας.»

Τι χρειάζεται για να συμβεί αυτό, και το «πρόσωπο αρωγός».

«Χρειαζόμαστε την εμπειρία της αγάπης για το παιδί που κάποτε ήμασταν, διαφορετικά δεν μπορούμε να γνωρίζουμε σε τι συνίσταται τούτη η αγάπη. Χρειαζόμαστε ένα σύντροφο, ένα «πρόσωπο αρωγό», όπως τον ονομάζω, ώστε να συμπαρασταθούμε εμείς οι ίδιοι στο παιδί που κρύβουμε μέσα μας, να κατανοήσουμε τη γλώσσα του σώματός του και να ανταποκριθούμε στις ανάγκες του, αντί να τις αγνοήσουμε, όπως ακριβώς έκαναν κάποτε οι γονείς μας.

Δεν χρειαζόμαστε ένα ουδέτερο σύντροφο, αλλά το αντίθετο: ένα μεροληπτικό, που να μπορεί να μοιραστεί μαζί μας τον τρόμο και την αγανάκτηση που σταδιακά αποκαλύπτονται τόσο σε εκείνον όσο και σε μας τους ίδιους, τον τρόμο και την αγανάκτηση για το πόσο υπέφερε το μικρό παιδί, για όλα αυτά που πέρασε, ολομόναχο, όταν η ψυχή και το σώμα του μάχονταν να διατηρηθούν στη ζωή, μια ζωή που επί χρόνια βρισκόταν σε διαρκή κίνδυνο.»

Αυτό το «πρόσωπο αρωγός», εξηγεί η Miller, πως, θα μπορούσε να ήταν ένας καλός θεραπευτής, ή καλοί φίλοι. Και αναφέρεται σε άλλο σημείο στο βιβλίο της, στη μαύρη παιδαγωγική.

«Μέσα από τα βιβλία μου επιχειρώ να καταδείξω με διαφορετικούς τρόπους , ότι η εμπειρία της σκληρής, βάναυσης διαπαιδαγώγησης (μαύρη παιδαγωγική, όπως την αποκαλώ) στην παιδική ηλικία περιορίζει αργότερα τη ζωτικότητά μας και συρρικνώνει, αν δεν σκοτώνει, το αίσθημα της πραγματικής μας ύπαρξης, των αληθινών αισθημάτων και αναγκών μας. Η βάναυση διαπαιδαγώγηση ανατρέφει υπέρ το δέον προσαρμοστικούς ανθρώπους, που δεν εμπιστεύονται παρά μόνο τη μάσκα τους, γιατί όταν ήταν παιδιά ζούσαν διαρκώς με τον φόβο της τιμωρίας. “Σε μεγαλώνω με τον καλύτερο τρόπο, ακόμα κι όταν σε δέρνω ή σου μιλάω άσχημα το κάνω για το καλό σου» – αυτό είναι το υπέρτατο αξίωμα.”»

Τι σημαίνει όμως, αντιμετωπίζω σοβαρά τα τραύματα της παιδικής ηλικίας και απελευθερώνομαι από την Τέταρτη Εντολή;

«Βέβαια δεν σημαίνει ότι πρέπει να πάρουμε εκδίκηση από τους γονείς μας για τη σκληρότητά τους, αλλά ότι οφείλουμε να τους δούμε όπως πραγματικά ήταν, να εξετάσουμε πώς μας ανέθρεψαν όταν ήμασταν παιδιά, ώστε να απαλλάξουμε τα δικά μας παιδιά και τον ίδιο μας τον εαυτό από αυτό το πρότυπο»

*********

Η Alice Miller γεννήθηκε στην Πολωνία και σπούδασε στη Βασιλεία (Ελβετία) φιλοσοφία, ψυχολογία και κοινωνιολογία. Μιλά για τη μαύρη παιδαγωγική. Μετά τη διδακτορική διατριβή της, η Miller εκπαιδεύτηκε στη Ζυρίχη ως ψυχαναναλύτρια και για 20 χρόνια, άσκησε αυτό το επάγγελμα ενώ παράλληλα δίδασκε. Το 1980 σταμάτησε τη ψυχαναλυτική και διδακτική πρακτική και ασχολήθηκε με τη συγγραφή βιβλίων τα οποία στηρίζονται σε έρευνές της. Γι αυτές τις έρευνες έχει κερδίσει τη διεθνή αναγνώριση. Στο πόνημά της, «Το σώμα δεν ψεύδεται ποτέ» μιλά για την Τέταρτη Εντολή και την απελευθέρωση από το δικό της παρελθόν.

Ελευθερία Ρίζου

Πηγή: pressworkers

Αντικλείδι , http://antikleidi.com

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 25 Οκτωβρίου 2015

Έμαθα ότι παίρνει χρόνια να οικοδομήσεις εμπιστοσύνη, και αρκούν μερικά δευτερόλεπτα για να την καταστρέψεις.

Έμαθα ότι δεν μπορείς να κάνεις κάποιον να σε αγαπήσει. Το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να είσαι άξιος να αγαπηθείς. Τα υπόλοιπα επαφύονται σ’ αυτόν.

Έμαθα ότι ανεξαρτήτως πόσο καλός φίλος είναι κάποιος, κάποιες φορές θα σε πληγώσει, και εσύ θα πρέπει να τον συγχωρήσεις.

Έμαθα ότι δεν έχει σημασία τι έχεις στη ζωή σου, αυτό που μετράει είναι ποιους έχεις στη ζωή σου. Έμαθα ότι δεν πρέπει ποτέ να καταστρέφεις  μια συγγνώμη με μία δικαιολογία.

Έμαθα ότι δεν πρέπει να συγκρίνεις τον εαυτό σου, με ότι καλύτερο μπορούν οι άλλοι να κάνουν.

Έμαθα ότι αρκεί μια στιγμή για να κάνεις κάτι που θα σε στενοχωρεί όλη σου τη  ζωή

Έμαθα ότι χρειάζεται πολύς χρόνος για να γίνεις αυτός που θέλεις να είσαι

Έμαθα ότι θα πρέπει πάντα να αποχωρίζεσαι τα αγαπημένα πρόσωπα με λόγια αγάπης. Μπορεί να είναι η τελευταία φορά που τα βλέπεις.

Έμαθα ότι είμαστε υπεύθυνοι για αυτό που κάνουμε, δεν έχει σημασία το πώς αισθανόμαστε για αυτό που κάνουμε.

Έμαθα ότι είτε μπορείς να ελέγχεις τη συμπεριφορά σου είτε  θα σ’ ελέγχει αυτή.

Έμαθα ότι ανεξάρτητα από το πόσο θερμή είναι μια σχέση στην αρχή, το πάθος εξασθενίζει και πρέπει να υπάρχει κάτι άλλο να πάρει τη θέση του.

Έμαθα ότι ήρωες είναι αυτοί που κάνουν αυτό που πρέπει να γίνει, όταν χρειάζεται να γίνει, ανεξάρτητα από τις συνέπειες. Έμαθα ότι τα χρήματα είναι ένας άθλιος τρόπος να αξιολογείς την ζωή σου.

Έμαθα ότι μερικές φορές οι άνθρωποι που περιμένεις να σε κλωτσήσουν όταν είσαι στα κάτω σου, είναι αυτοί που θα σε βοηθήσουν να πάρεις τα πάνω σου.

Έμαθα ότι όταν είμαι θυμωμένος έχω το δικαίωμα να το δείχνω, αλλά αυτό δεν μου δίνει το δικαίωμα να γίνομαι σκληρός με τους άλλους.

Έμαθα ότι η αληθινή φιλία διατηρείται ακόμα και όταν υπάρχει μεγάλη απόσταση. Το ίδιο ισχύει και για την αληθινή αγάπη.

Έμαθα ότι μόνο και μόνο επειδή κάποιος δεν σε αγαπάει με τον τρόπο που θέλεις, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν σε αγαπάει όσο περισσότερο μπορεί.

Έμαθα ότι η ωριμότητα σχετίζεται περισσότερο με τις εμπειρίες που είχες καθώς και από τι έχεις μάθει από αυτές,  και λιγότερο από το πόσα γενέθλια γιόρτασες.

Έμαθα ότι δεν πρέπει ποτέ να λες σ’ ένα παιδί ότι τα όνειρά του είναι  εξωπραγματικά. Τι τραγωδία θα ήταν αν σε πίστευε.

Έμαθα ότι δεν είναι πάντα αρκετό να σε συγχωρέσουν οι άλλοι. Αρκετές φορές πρέπει να μπορούμε να συγχωρούμε οι ίδιοι τον εαυτό μας.

Έμαθα ότι δεν έχει σημασία πόσο άσχημα ράγισε η καρδιά σου, η ζωή  δεν σταματά για να ξεπεράσεις τη θλίψη σου.

Έμαθα ότι οι περιστάσεις και οι συνθήκες μπορεί να έχουν επηρεάσει το ποιοι είμαστε, όμως είμαστε υπεύθυνοι για αυτό που έχουμε γίνει.

Έμαθα ότι πλούσιος δεν είναι αυτός που έχει τα περισσότερα, αλλά αυτός που χρειάζεται τα λιγότερα.

Έμαθα ότι μόνο και μόνο επειδή δύο άτομα μαλώνουν, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν αγαπούν ο ένας τον άλλο. Ισχύει και το αντίθετο, επειδή δεν μαλώνουν δεν σημαίνει ότι αγαπούν ο ένας τον άλλο

Έμαθα ότι δεν πρέπει να είμαστε τόσο πρόθυμοι να μάθουμε ένα μυστικό. Θα μπορούσε να αλλάξει τη ζωή μας για πάντα.

Έμαθα ότι δύο άνθρωποι μπορούν να κοιτούν ακριβώς το ίδιο πράγμα και να βλέπουν κάτι εντελώς διαφορετικό

Έμαθα ότι τα διαπιστευτήρια στον τοίχο, δεν σε κάνουν αξιοπρεπή άνθρωπο.

Έμαθα ότι οι άλλοι θα ξεχάσουν τι τους είπες,  θα ξεχάσουν τι τους έκανες, αλλά  δεν θα ξεχάσουν ποτέ πώς τους έκανες να αισθάνονται.

Omer B. Washington, Παλαιστίνιος δημοσιογράφος

 

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 22 Οκτωβρίου 2015

Πώς αντέχεις να πεθάνεις χωρίς να γίνεις όλα όσα είσαι; Αυτό θα το πετύχεις, αν αποφασίσεις να το κάνεις. Είναι τόσο εύκολο. Έτσι γίνονται οι αλλαγές και η αλλαγή είναι πάντα δυνατή. Δεν αντέχω ν’ ακούω κουβέντες όπως… «Το γέρικο σκυλί δεν μαθαίνει καινούργιο κόλπα». Έχω διδάξει πολλά καινούργια κόλπα σε γέρικα σκυλιά. Μπορείς όμως να διαλέξεις. Η ζωή είναι επιλογή και είναι στα χέρια σου. Μπορείς να την ζήσεις χαρούμενα ή να την ζήσεις θλιβερά. Μπορείς να είσαι επιπόλαιος. Μπορεί να είσαι πολύ σοβαρός. Ανάλαβε όμως ολόκληρη την ευθύνη για την επιλογή που κάνεις. Αν πλήττεις, αν φοβάσαι, αν δεν σ’αρέσει το σκηνικό σου, άνοιξε την πόρτα και φύγε. Ποιος είπε, ότι πρέπει να μείνεις εδώ; Όσο η καρδιά και το μυαλό σου δουλεύουν και το ηθικό είναι ακμαίο, μπορείς να μπεις σε όποιο σκηνικό θελήσεις. Μπορείς να φτιάξεις το δικό σου. Να δημιουργήσεις ένα νέο. Από αύριο κιόλας τα πράγματα θα είναι διαφορετικά. Κάνε τα διαφορετικά, γιατί μόνο η πράξη αλλάζει. Οι κουβέντες είναι καλές μόνο στην αρχή. Η συνειδητοποίηση είναι μόνο η μισή λύση. Τα υπόλοιπα είναι πράξη. Διάλεξε το δρόμο της ζωής. Διάλεξε το δρόμο της αγάπης. Διάλεξε τον δρόμο του ενδιαφέροντος. Διάλεξε το δρόμο της ελπίδας. Διάλεξε το δρόμο της πίστης στο αύριο. Διάλεξε το δρόμο της εμπιστοσύνης. Διάλεξε το δρόμο της καλοσύνης. Από εσένα εξαρτάται. Εσύ θα διαλέξεις. Μπορείς να διαλέξεις την απελπισία, την δυστυχία. Μπορείς να κάνεις τη ζωή δύσκολη για τους άλλους. Μπορείς να διαλέξεις την θρησκοληψία. Γιατί όμως; Δεν έχει νόημα. Είναι και πάλι αυτο-μαστίγωμα. Σε προειδοποιώ όμως ότι, αν αποφασίσεις να πάρεις την πλήρη ευθύνη για τη ζωή σου, δεν πρόκειται να είναι εύκολο πράγμα και θα πρέπει να μάθεις ξανά να ρισκάρεις. Το ρίσκο -αυτό είναι το κλειδί για την αλλαγή. Η μεγαλύτερή σου υποχρέωση σου είναι να γίνεις όλα όσα είσαι, όχι μόνο για δικό σου όφελος, αλλά και για δικό μου.

Απόσπασμα από το βιβλίο του Λέο Μπουσκάλια, Να ζεις, ν’ αγαπάς και να μαθαίνεις, εκδόσεις Γλάρος.

 

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 22 Οκτωβρίου 2015

Φιλοσοφικό έργο σε θεατρική μορφή). Θέατρο ΚΑΡΕΖΗ

Με τον Νικήτα Τσακίρογλου & την Κατερίνα Διδασκάλου.

 

Ας ενωθούμε, ας πιαστούμε σφιχτά, ας σμίξουμε τις καρδιές μας, ας δημιουργήσουμε έναν εγκέφαλο και μιαν καρδιά στη Γης, ας δώσουμε ένα νόημα ανθρώπινο στον υπερανθρώπινον αγώνα!

Ν.ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ.

 

Η τολμηρή απόπειρα παρουσίασης του φιλοσοφικού έργου, σε δραματική μορφή, κάνει τον θεατή να αποκτήσει μια πρωτόγνωρη, πιο ουσιώδη επικοινωνία με τις μεγάλες αγωνίες και τα ιδανικά του Νίκου Καζαντζάκη.

 

Ο λόγος της ‘’ ΑΣΚΗΤΙΚΗΣ’’ μας οδηγεί σε άγνωστα μονοπάτια της ανθρώπινης εμπειρίας αποκαλύπτοντας, ταυτόχρονα, πολλές μεταφυσικές αλήθειες.Μας διαπαιδαγωγεί στον αγώνα της ζωής και μας διδάσκει ότι μέσα από τις δυσκολίες και τις αιματηρές μάχες, αν ο άνθρωπος δεν φοβηθεί να αντιμετωπίσει τη φθορά του αλλά και το εσωτερικό του μεγαλείο,δεν θα μπορέσει να απαντήσει στα μεγάλα ερωτηματικά της ζωής και να βρει τη λύτρωση

 

Το έργο του Νίκου Καζαντζάκη έχει σημειώσει ευρεία διάδοση ,έχει βρει βαθιά απήχηση στις ψυχές των ανθρώπων, από διάφορες εθνικότητες και ανόμοιες πολιτικές και θρησκευτικές πεποιθήσεις. Eπιβλήθηκε και καταξιώθηκε στα χρόνια μας, απέκτησε παγκόσμια φήμη και κέρδισε να παραμείνει κλασικό στη ροή των αιώνων.

—————————-

Η δραματοποίηση φιλοσοφικών έργων, θέτουν μόνο μεγάλα ερωτήματα και δίνουν ερεθίσματα στους θεατές, να διεισδύσουν πιο βαθειά και πιο αληθινά στο κείμενο. Μέσα από αυτό το φιλοσοφικό έργο, εκείνο που αναζητάς ,είναι το φως και μέσα από την αναζήτηση αυτή βρίσκεις με ελεύθερη βούληση, το βασικό σου στόχο, την απόλυτη ελευθερία.

Πάνος Αγγελόπουλος, Σκηνοθέτης

 

Σταυρούλα Σωτηροπούλου στις 20 Οκτωβρίου 2015

Πολλές φορές αναρωτιόμουν, τα προηγούμενα χρόνια, το πώς μπορούσαν και επιβίωναν οι άνθρωποι μέσα στην κακουχία, τον πόλεμο και τον εξευτελισμό του σώματος και της ψυχής, κατά το πρόσφατο κυρίως, παρελθόν. Μου φαίνονταν σα μακρινές ιστορίες χαμένες σε σειρές βιβλίων, έτοιμες ώστε να γίνει η αναβίωση στα μυαλά όσων κοιτάζουν την ιστορία και το παρελθόν.

Δε φανταζόμουν πότε πως θα βίωνε και το δικό μου κορμί τον διαμελισμό των ονείρων και την αδυναμία καλλιέργειας της ελπίδας. Όχι γιατί είναι καλύτερο, αλλά γιατί υποτίθεται ότι το ονειρικό μέλλον των τότε ανθρώπων θα ήταν το δικό μας πραγματικό και κατακτημένο παρόν.

Αλλά από αυτό το όνειρο έμεινε μόνο… δε ξέρω αν έμεινε κάτι! Αν κερδίσαμε κάτι, γιατί και στο σήμερα χάσαμε την ελπίδα. Πόλεμοι, φτώχεια, σκλαβιά, εξαθλίωση, δουλεία διάφορων μορφών, εκμετάλλευση, αδιαφορία για την κατάσταση του διπλανού μας ανθρώπου, το διπλανού μας σπιτιού, της διπλανής μας χώρας, του διπλανού χωριού σε αυτό το παγκόσμιο Χωριό που λέγεται Γη!

Σε αυτόν λοιπόν τον κατακερματισμένο κόσμο, τα άτομα με αναπηρία δεν έχουν χώρο επιβίωσης. Δεν υπάρχει, ακόμα και σήμερα στον 21ο αιώνα, η αναγνώριση της διαφορετικότητας του ανθρώπου, της ποικιλότητας του ανθρώπινου είδους. Πόσο μάλλον για τους ανθρώπους με αναπηρία που θεωρούνται αδύναμοι, βάρος και αναίτιος λόγος ύπαρξης σε μια ζωή που τρέχει.

Και αν αυτά τα λόγια είναι βαριά, υπερβολικά και ψεύτικα τότε θα έπρεπε να ζούμε σε μια κοινωνία που τα ιδρύματα δεν υπάρχουν, που υπάρχει προσβασιμότητα σε μια παιδεία για όλους, που ο άνθρωπος με αναπηρία δεν περιορίζεται ως μη αποδεκτό κοινωνικό πρότυπο, που έχει την επιλογή να έχει προσωπικούς βοηθούς ώστε να επιλέγει με ποιον και το πού θα μείνει. Και όμως, αυτά ούτε σήμερα υπάρχουν ούτε προβλέπεται να δομηθούν σε μια Ελλάδα ακυβέρνητη και σκυμμένη, με αδυναμία χάραξης πολιτικής.

Αν και κανένας πολιτικός από αυτούς που τους δόθηκε το χρίσμα δεν επέστρεψε τη χάρη στον λαό του, συνεχίζουμε ψευδώς να πιστεύουμε πως κάποιος μπορεί να γίνει Ηγέτης, κάποιος που προέρχεται από τον πυρήνα αυτόν που γαλουχήθηκε στο ψέμα, στην απραγία, στην εκτέλεση εντολών, πειθήνια, χωρίς δεύτερη σκέψη. Από αυτούς δεν υπάρχει ουρανός, μόνο χώμα. Υπάρχει μόνο το Εγώ στο τώρα, όχι το εμείς στο αύριο.

Είμαι ένας νέος επιστήμονας με βαριά κινητική αναπηρία, που ως τώρα πέτυχα τους στόχους μου, τα όνειρα μου, χάρη στο πείσμα των γονιών μου. Θέλω όμως και τα επόμενα χρόνια να μπορώ να επιλέγω το «πώς» μου και το «τι» μου! Για αυτό, δε σταματώ να προσπαθώ, στο τώρα, για το καλύτερο.

Όσο και να φοβάμαι, θα προσπαθώ να ζητάω το μέγιστο όχι μόνο για εμένα, αλλά για όλους αυτούς που ονειρεύονται μια ωραιότερη, πιο φιλόξενη, πιο καινοτόμα, πιο κοινωνική για όλους Ελλάδα!

********

Στέλιος Κυμπουρόπουλος – ειδικευόμενος ψυχίατρος και πρόεδρος «i-Living- Οργανισμός Ανεξάρτητης Διαβίωσης Ελλάδας»

Αντικλείδι , http://antikleidi.com

 

 

Σταυρούλα Σωτηροπούλου στις 20 Οκτωβρίου 2015

…γλώσσα και γραφή, προφορικός και γραπτός λόγος δεν είναι το ίδιο πράγμα. Τα γράμματα είναι εικόνες (σημάδια πάνω στο χαρτί) του λόγου. Ο λόγος είναι ανεξάρτητος από τη γραφή. Θυμηθείτε τους «αγράμματους» ανθρώπους ή το μικρό παιδί που μιλά και επικοινωνεί χωρίς να ξέρει, ακόμη, να γράφει.

Αλλά γιατί, πότε και πώς χρειάστηκε να βρουν οι άνθρωποι έναν τρόπο να καταγράφουν τον λόγο; Το γιατί δεν είναι δύσκολο να το φανταστεί κανείς. «Τα λόγια πετούν», έλεγαν οι αρχαίοι Έλληνες. «Τα γράμματα μένουν», έλεγαν οι Ρωμαίοι. Η ανακάλυψη της γραφής δεν μπορεί παρά να ξεκίνησε από την ανάγκη να αποκτήσει ο λόγος (και ό,τι μεταφέρουμε ως πληροφορία, ως μήνυμα με τον λόγο) μια μονιμότητα. Με τη γραφή τα λόγια δεν «πετούν» και δεν χάνονται μόλις τα εκφωνήσει ο ομιλητής, δηλαδή μόλις τα πει, ή μόλις φύγουν από τη μνήμη του ακροατή. Αυτή τη μονιμότητα που δίνει στον λόγο η γραφή την εκφράζουν χαρακτηριστικά οι εκφράσεις που χρησιμοποιούμε για τη μοίρα. Η μοίρα του καθενός μας είναι το «γραφτό» μας, «ό,τι γράφει δεν ξεγράφει». Η «μοίρα» μας δεν είναι λόγια που «πετούν» και χάνονται αλλά «γράμματα» που μένουν και δεν αλλάζουν.


Παραμύθια για τη γραφή

Ακούστε τώρα έναν πολύ παλιό μύθο (τον παλιότερο) για την εφεύρεση της γραφής. Τον μύθο αυτό τον βρίσκουμε γραμμένο σε ένα μεγάλο ποίημα των Σουμερίων, ενός λαού της Μεσοποταμίας (σημερινού Ιράκ- βλ. εικ. 11), με τίτλο «Ο Ενμερκάρ και ο άρχοντας της Αράττας». Το ποίημα αυτό πρέπει να γράφτηκε 2.700 χρόνια πριν από τη γέννηση του Χριστού! Διηγείται πώς ο Ενμερκάρ, άρχοντας της πόλης Ουροόκ-Κουλάμπα, έστειλε έναν απεσταλμένο του στον άρχοντα της Αράττας για να ζητήσει ξυλεία, χρυσάφι, ασήμι και πολύτιμους λίθους, γιατί ήθελε να ξαναχτίσει και να στολίσει τον ναό της θεάς Ινάνα. Ο απεσταλμένος πήγαινε κι ερχόταν ανάμεσα στις δύο πόλεις και στους δύο άρχοντες μεταφέροντας τα μηνύματα του Ενμερκάρ στον άρχοντα της Αράττας και πάλι πίσω μεταφέροντας τις απαντήσεις του άρχοντα της Αράττας στον Ενμερκάρ. Κάποια στιγμή ο ταλαίπωρος απεσταλμένος «παρέδωσε τα όπλα»: οι οδηγίες που του έδινε ο Ενμερκάρ ήταν τόσο περίπλοκες, που δεν μπορούσε πια να τις απομνημονεύσει. Τότε, λέει το ποίημα, ο Ενμερκάρ, για να λύσει το πρόβλημα, επινόησε τη γραφή: έγραφε το μήνυμα πάνω σε μια πινακίδα από πηλό. Και με τα λόγια του ποιήματος:

Το στόμα του απεσταλμένου είχε γεμίσει· δεν μπορούσε ούτε να πει ούτε να θυμηθεί το μήνυμα. Επειδή το στόμα του απεσταλμένου είχε γεμίσει και δεν μπορούσε ούτε να πει ούτε να θυμηθεί το μήνυμα, ο άρχοντας της Κουλάμπα έπλασε πηλό και έγραψε το μήνυμα πάνω στην πήλινη πινακίδα που έφτιαξε.

Παλιά δεν ήξεραν να γράφουν μηνύματα πάνω σε πηλό.

Σε ένα άλλο σουμεριακό ποίημα η γραφή περιγράφεται ως ένα από τα βασικά μυστικά του πολιτισμού που κρατούσε ζηλότυπα για τον εαυτό του ο Ίγκι, ο θεός της σοφίας. Η θεά Ινάνα, προστάτισσα της πόλης Ουρουκ, ήθελε αυτά τα μυστικά για την αγαπημένη της πόλη και γι αυτό αποφάσισε να βρει τρόπο να του τα πάρει. Και το κατάφερε μεθώντας τον Έγκί:

Κι αφού oι καρδιές τους γέμισαν χαρά με το ποτό, ο Έγκι βροντοφωνάζει:

«Ω όνομα της δύναμής μου, ω όνομα της δύναμής μου, στη λαμπερή Ινάνα, τη θυγατέρα μου, θα χαρίσω τις τέχνες του ξύλου, του μετάλλου, του δέρματος, της γραφής, της καλαθοπλεκτικής, του χτισίματος.»

Και η αγνή Ινάνα τις πήρε.

Και αφού πήρε τα δώρα, η Ινάνα ξεκίνησε για να τα πάει στην Ουρούκ. Και τα κατάφερε, παρόλο που ο ξεμέθυστος πια και μετανιωμένος Έγκι έκανε ό,τι μπορούσε (έστειλε θύελλες, θαλάσσια τέρατα) για να τα πάρει πίσω.

Θεϊκό λοιπόν κτήμα και δώρο η γραφή, μαζί με τα άλλα αγαθά του πολιτισμού: ξυλουργική, μεταλλοτεχνία, οικοδομική, επεξεργασία του δέρματος, καλαθοπλεκτική. Θεϊκό κτήμα και δώρο η γραφή και για τον ιουδαϊσμό και τον χριστιανισμό: στην Παλαιά Διαθήκη η θέληση του Θεού δίνεται στον Μωυσή στο όρος Σινά σε πινακίδες «γραμμένες από το χέρι του Θεού».

Τα παραμυθία και οι αλήθειες τους για τη γραφή

Παραμύθια, ίσως πείτε. Αλλά τα αρχαία αυτά παραμύθια κλείνουν μέσα τους κάποιες μεγάλες αλήθειες γι αυτό που ψάχνουμε στο κεφάλαιο αυτό: τα μυστικά της γραφής, δηλαδή γιατί, πότε και πώς επινοήθηκε η γραφή. Η θεϊκή καταγωγή της γραφής είναι ένας τρόπος – μυθικός – για να εκφραστεί η τεράστια σημασία που είχε για τους ανθρώπους η ανακάλυψή της. Η ανακάλυψη αυτή, μαζί με άλλες ανακαλύψεις που περιγράφονται στους μύθους που είδαμε, έκανε τη ζωή τους πιο εύκολη, πιο πολιτισμένη. Και αυτό, για τους αρχαίους ανθρώπους, δεν μπορούσε παρά να είναι «δώρο θεού».

Ο πρώτος μύθος που παρουσιάσαμε δίνει μια απάντηση στο ερώτημα «γιατί εφευρέθηκε η γραφή» που είναι πολύ κοντά στην απάντηση που μπορεί να δώσει η κοινή λογική του καθενός μας. Και αυτή την απάντηση της κοινής λογικής ήδη την αναφέραμε*, η γραφή γεννήθηκε από την ανάγκη τα «φτερωτά λόγια» να αποκτήσουν μια μονιμότητα, πέρα από τη στιγμή που λέγονται και πέρα από τους περιορισμούς της ανθρώπινης μνήμης. Αυτό λέει με τον τρόπο του ο Ενμερκάρ: μπροστά στην αδυναμία του απεσταλμένου του να απομνημονεύσει και να μεταφέρει ένα περίπλοκο μήνυμα που είχε να κάνει με εμπορικές συναλλαγές, ο άρχοντας Ενμερκάρ επινοεί τη γραφή, που λύνει το πρόβλημα του απεσταλμένου του.

Όμως, τόσο το παραμύθι του Ενμερκάρ όσο και το παραμύθι του Έγκι προσθέτουν κάποιες σημαντικές λεπτομέρειες όχι μόνο για το γιατί αλλά και για το πότε και το πώς ανακαλύφθηκε η γραφή. Η ανάγκη για τη γραφή γεννιέται, όταν το μήνυμα που πρέπει να μεταφερθεί γίνεται ιδιαίτερα σύνθετο και γι’ αυτό δεν είναι δυνατό να απομνημονευθεί. Και αυτό συμβαίνει μέσα σε σύνθετες κοινωνικές συνθήκες, όπως τις περιγράφει το παραμύθι: πόλεις, άρχοντες και υπήκοοι, εμπορικές συναλλαγές, ναοί. Και μέσα σε αυτές τις κοινωνικές συνθήκες υπάρχουν και λειτουργούν και άλλες τέχνες, όπως τις περιγράφει το παραμύθι του Έγκι και τις υπονοεί το παραμύθι του Ενμερκάρ: ξυλουργική, μεταλλοτεχνία, οικοδομική, επεξεργασία του δέρματος, καλαθοπλεκτική. Ένας κόσμος, λοιπόν, πόλεων με άρχοντες, ιερείς, τεχνίτες, εμπόριο και εμπορικές επαφές. Ένας κόσμος δηλαδή με κοινωνική ιεραρχία, όπου ένα σημαντικό μέρος των αγαθών που παράγονται πηγαίνει στα θησαυροφυλάκια των αρχόντων και των ναών. Και γίνονται αντικείμενο εμπορικών συναλλαγών με στόχο να αυξηθεί ακόμη περισσότερο η δύναμη του άρχοντα, να δημιουργηθούν στρατοί, παλάτια, ναοί κλπ. Μέσα σε αυτές τις σύνθετες κοινωνικές συνθήκες (και όχι πριν) δημιουργείται η ανάγκη για τη γραφή. Η μνήμη του ταλαίπωρου απεσταλμένου δεν επαρκεί πια για να απομνημονεύσει τις οδηγίες του άρχοντα που αφορούν εμπορικές συναλλαγές, με τον ίδιο τρόπο που η μνήμη του θησαυροφύλακα του παλατιού ή του ναού δεν φτάνει για να θυμάται τον πλούτο που βρίσκεται αποθηκευμένος εκεί. Χρειάζεται πια ένα νέο εργαλείο που θα λύσει το πρόβλημα, και αυτό είναι η γραφή.

Αυτό είναι το «σενάριο» που διηγούνται, με τον δικό τους τρόπο, οι μύθοι για τις αρχές της γραφής. Και αυτό το «σενάριο» επιβεβαιώνεται από την αρχαιολογική και την ιστορική έρευνα.

Ιστορία της αρχαίας ελληνικής γλώσσας– Α.-Φ. Χριστίδης, 2005

Αντικλείδι , http://antikleidi.com

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 17 Οκτωβρίου 2015

Κανένας δεν αφήνει την πατρίδα του, εκτός αν πατρίδα είναι το στόμα ενός καρχαρία

τρέχεις προς τα σύνορα μόνο όταν βλέπεις ολόκληρη την πόλη να τρέχει κι εκείνη

οι γείτονές σου τρέχουν πιο γρήγορα από σένα με την ανάσα ματωμένη στο λαιμό τους το αγόρι που ήταν συμμαθητής σου

που σε φιλούσε μεθυστικά πίσω από το παλιό εργοστάσιο τσίγκου κρατά ένα όπλο μεγαλύτερο από το σώμα του

αφήνεις την πατρίδα μόνο όταν η πατρίδα δε σε αφήνει να μείνεις.

Κανένας δεν αφήνει την πατρίδα εκτός αν η πατρίδα σε κυνηγά φωτιά κάτω απ΄ τα πόδια σου

ζεστό αίμα στην κοιλιά σου δεν είναι κάτι που φαντάστηκες ποτέ ότι θα έκανες μέχρι που η λεπίδα χαράζει απειλές στο λαιμό σου

και ακόμα και τότε ψέλνεις τον εθνικό ύμνο ανάμεσα στα δόντια σου και σκίζεις το διαβατήριό σου σε τουαλέτες αεροδρομίων

κλαίγοντας καθώς κάθε μπουκιά χαρτιού δηλώνει ξεκάθαρα ότι δεν πρόκειται να γυρίσεις.

Πρέπει να καταλάβεις ότι κανένας δε βάζει τα παιδιά του σε μια βάρκα εκτός αν το νερό είναι πιο ασφαλές από την ξηρά

κανένας δεν καίει τις παλάμες του κάτω από τρένα, ανάμεσα από βαγόνια κανένας δεν περνά μέρες και νύχτες στο στομάχι ενός φορτηγού τρώγοντας εφημερίδες εκτός αν τα χιλιόμετρα που ταξιδεύει σημαίνουν κάτι παραπάνω από ένα ταξίδι.

Κανένας δε σέρνεται κάτω από φράχτες κανένας δε θέλει να τον δέρνουν να τον λυπούνται κανένας δε διαλέγει τα στρατόπεδα προσφύγων ή τον πλήρη σωματικό έλεγχο σε σημεία όπου το σώμα σου πονούσε ή τη φυλακή,

επειδή η φυλακή είναι ασφαλέστερη από μια πόλη που φλέγεται και ένας δεσμοφύλακας το βράδυ

είναι προτιμότερα από ένα φορτηγό γεμάτο άντρες που μοιάζουν με τον πατέρα σου

κανένας δε θα το μπορούσε κανένας δε θα το άντεχε κανένα δέρμα δε θα ήταν αρκετά σκληρό για να ακούσει τα: γυρίστε στην πατρίδα σας μαύροι πρόσφυγες βρομομετανάστες ζητιάνοι ασύλου που ρουφάτε τη χώρα μας

αράπηδες με τα χέρια απλωμένα μυρίζετε περίεργα απολίτιστοι κάνατε λίμπα τη χώρα σας και τώρα θέλετε να κάνετε και τη δική μας πώς δε δίνουμε σημασία στα λόγια στα άγρια βλέμματα ίσως επειδή τα χτυπήματα είναι πιο απαλά από το ξερίζωμα ενός χεριού ή ποδιού

ή τα λόγια είναι πιο τρυφερά από δεκατέσσερις άντρες ανάμεσα στα πόδια σου ή οι προσβολές είναι πιο εύκολο να καταπιείς από τα χαλίκια, από τα κόκαλα από το κομματιασμένο κορμάκι του παιδιού σου.

Θέλω να γυρίσω στην πατρίδα, αλλά η πατρίδα είναι το στόμα ενός καρχαρία πατρίδα είναι η κάννη ενός όπλου

και κανένας δε θα άφηνε την πατρίδα εκτός αν η πατρίδα σε κυνηγούσε μέχρι τις ακτές εκτός αν η πατρίδα σού έλεγε να τρέξεις πιο γρήγορα να αφήσεις πίσω τα ρούχα σου

να συρθείς στην έρημο να κολυμπήσεις ωκεανούς να πνιγείς να σωθείς να πεινάσεις να εκλιπαρήσεις να ξεχάσεις την υπερηφάνεια η επιβίωσή σου είναι πιο σημαντική.

.Κανένας δεν αφήνει την πατρίδα εκτός αν η πατρίδα είναι μια ιδρωμένη φωνή στο αυτί σου που λέει φύγε, τρέξε μακριά μου τώρα δεν ξέρω τι έχω γίνει αλλά ξέρω ότι οπουδήποτε αλλού θα είσαι πιο ασφαλής απ΄ ό,τι εδώ»

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 17 Οκτωβρίου 2015

Ας μου επιτραπεί, παρακαλώ, να μιλήσω στο όνομα της φωτεινότητας και της διαφάνειας. Επειδή οι ιδιότητες αυτές είναι που καθορίσανε τον χώρο μέσα στον οποίο μου ετάχθη να μεγαλώσω και να ζήσω. Και αυτές είναι που ένιωσα, σιγά-σιγά, να ταυτίζονται μέσα μου με την ανάγκη να εκφρασθώ. Είναι σωστό να προσκομίζει κανείς στην τέχνη αυτά που του υπαγορεύουν η προσωπική του εμπειρία και οι αρετές της γλώσσας του. Πολύ περισσότερο όταν οι καιροί είναι σκοτεινοί και αυτό που του υπαγορεύουν είναι μια όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ορατότητα. Δεν μιλώ για τη φυσική ικανότητα να συλλαμβάνει κανείς τ’ αντικείμενα σ’ όλες τους τις λεπτομέρειες αλλά για τη μεταφορική, να κρατά την ουσία τους και να τα οδηγεί σε μια καθαρότητα τέτοια που να υποδηλώνει συνάμα την μεταφυσική τους σημασιολογία. Ο τρόπος με τον οποίο μεταχειρίστηκαν την ύλη οι γλύπτες της Κυκλαδικής περιόδου, που έφτασαν ίσια-ίσια να ξεπεράσουν την ύλη, το δείχνει καθαρά. Όπως επίσης, ο τρόπος που οι εικονογράφοι του Βυζαντίου επέτυχαν από το καθαρό χρώμα να υποβάλλουν το «θείο». Μια τέτοια, διεισδυτική και συνάμα μεταμορφωτική, επέμβαση, μέσα στην πραγματικότητα επεχείρησε πιστεύω ανέκαθεν και κάθε υψηλή ποίηση. Οχι ν’ αρκεστεί στο «νυν έχον» αλλά να επεκταθεί στο «δυνατόν γενέσθαι». Κάτι που, είναι η αλήθεια, δεν εκτιμήθηκε πάντοτε. Ίσως γιατί οι ομαδικές νευρώσεις δεν το επέτρεψαν. Ίσως γιατί ο ωφελιμισμός δεν άφησε τα μάτια των ανθρώπων ανοιχτά όσο χρειάζεται. Η ομορφιά και το φως συνέβη να εκληφθούν άκαιρα ή ανώδυνα. Και όμως. Η διεργασία που απαιτείται για να φτάσει κανείς στο σχήμα του Αγγέλου είναι, πιστεύω πολύ πιο επώδυνη από την άλλη που εκμαιεύει όλων των λογιών τους Δαιμόνους. Βέβαια υπάρχει το αίνιγμα. Βέβαια υπάρχει το μυστήριο. Αλλά το μυστήριο δεν είναι μια σκηνοθεσία που επωφελείται από τα παιχνίδια της σκιάς και του σκότους για να μας εντυπωσιάσει απλώς. Είναι αυτό που εξακολουθεί να παραμένει μυστήριο και μέσα στο απόλυτο φως. Είναι τότε που προσλαμβάνει την αίγλη εκείνη που ελκύει και που την ονομάζουμε ομορφιά. Την ομορφιά που είναι μια οδός -η μόνη ίσως οδός- προς το άγνωστο μέρος του εαυτού μας, προς αυτό που μας υπερβαίνει. Επειδή αυτό είναι στο βάθος η ποίηση: η τέχνη να οδηγείσαι και να φτάνεις προς αυτό που σε υπερβαίνει. Από τα μυριάδες μυστικά σήματα, που μ’ αυτά είναι διάσπαρτος ο κόσμος και που αποτελούν άλλες τόσες συλλαβές μιας άγνωστης γλώσσας, να συνθέσεις λέξεις και από τις λέξεις φράσεις που η αποκρυπτογράφησή τους να σε φέρνει πιο κοντά στην βαθύτερη αλήθεια. Πού λοιπόν βρίσκεται σε έσχατη ανάλυση η αλήθεια; Στην φθορά και στον θάνατο που διαπιστώνουμε κάθε μέρα γύρω μας ή στη ροπή που μας ωθεί να πιστεύουμε ότι αυτός ο κόσμος είναι ακατάλυτος και αιώνιος; Είναι φρόνιμο ν’ αποφεύγουμε τις μεγαλεπήβολες εκφράσεις, το ξέρω. Οι κατά καιρούς κοσμολογικές θεωρίες τις χρησιμοποίησαν, ήρθαν σε σύγκρουση, ακμάσανε, πέρασαν. Η ουσία όμως έμεινε, μένει. Και η ποίηση, που εγείρεται στο σημείον όπου ο ορθολογισμός καταθέτει τα όπλα του για να τ’ αναλάβει εκείνη και να προχωρήσει μέσα στην απαγορευμένη ζώνη, ελέγχεται να είναι ίσια-ίσια εκείνη που προσβάλλεται λιγότερο από τη φθορά. Διασώζει σε καθαρή μορφή τα μόνιμα, τα βιώσιμα στοιχεία που καταντούν δυσδιάκριτα μέσα στο σκότος της συνείδησης όπως τα φύκια μέσα στους βυθούς των θαλασσών. Να γιατί μας χρειάζεται η διαφάνεια. Για να διακρίνουμε τους κόμπους στο νήμα που μες από τους αιώνες τεντώνεται και μας βοηθεί να σταθούμε όρθιοι πάνω σ’ αυτή τη γη. Από τον Ηράκλειτο έως τον Πλάτωνα και από τον Πλάτωνα έως τον Ιησού διακρίνουμε αυτό το «δέσιμο» που φτάνει κάτω από διάφορες μορφές ως τις ημέρες μας και που μας λέει περίπου το ίδιο: ότι εντός του κόσμου τούτου εμπεριέχεται και με τα στοιχεία του κόσμου τούτου ανασυντίθεται ο άλλος κόσμος, ο «πέραν» η δεύτερη πραγματικότητα η υπερτοποθετημένη επάνω σ’ αυτήν όπου παρά φύσιν ζούμε. Είναι μια πραγματικότητα που τη δικαιούμαστε και που από δική μας ανικανότητα δεν αξιωνόμαστε. Δεν είναι διόλου τυχαίο ότι σε εποχές υγιείς το κάλλος ταυτίσθηκε με το αγαθόν και το αγαθόν με τον Ήλιο. Κατά το μέτρο που η συνείδηση καθαίρεται και πληρούται με φως, τα μελανά σημεία υποχωρούν και σβήνουν αφήνοντας κενά που -όπως ακριβώς στους φυσικούς νόμους- τα αντίθετά τους έρχονται να πληρώσουν τη θέση τους. Κι αυτό, με τέτοιον τρόπο που τελικά το δημιουργημένο αποτέλεσμα να στηρίζεται και στις δύο πλευρές, θέλω να πω στο «εδώ» και στο «επέκεινα». Ο Ηράκλειτος δεν είχε ήδη μιλήσει για μιαν «εκ των διαφερόντων καλλίστην αρμονίην»; Εάν είναι ο Απόλλων ή η Αφροδίτη, ο Χριστός ή η Παναγία, που ενσαρκώνουν και προσωποποιούν την ανάγκη να δούμε υλοποιημένο εκείνο που σε ορισμένες στιγμές διαισθανόμαστε, δεν έχει σημασία. Σημασία έχει η αναπνοή της αθανασίας που μας επιτρέπουν. Η ποίηση οφείλει, κατά την ταπεινή μου γνώμη, πέραν από συγκεκριμένα δόγματα, να επιτρέπει αυτή την αναπνοή.

Ας μου επιτραπεί, παρακαλώ, να μιλήσω στο όνομα της φωτεινότητας και της διαφάνειας. Επειδή οι ιδιότητες αυτές είναι που καθορίσανε τον χώρο μέσα στον οποίο μου ετάχθη να μεγαλώσω και να ζήσω. Και αυτές είναι που ένιωσα, σιγά-σιγά, να ταυτίζονται μέσα μου με την ανάγκη να εκφρασθώ. Είναι σωστό να προσκομίζει κανείς στην τέχνη αυτά που του υπαγορεύουν η προσωπική του εμπειρία και οι αρετές της γλώσσας του. Πολύ περισσότερο όταν οι καιροί είναι σκοτεινοί και αυτό που του υπαγορεύουν είναι μια όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ορατότητα. Δεν μιλώ για τη φυσική ικανότητα να συλλαμβάνει κανείς τ’ αντικείμενα σ’ όλες τους τις λεπτομέρειες αλλά για τη μεταφορική, να κρατά την ουσία τους και να τα οδηγεί σε μια καθαρότητα τέτοια που να υποδηλώνει συνάμα την μεταφυσική τους σημασιολογία. Ο τρόπος με τον οποίο μεταχειρίστηκαν την ύλη οι γλύπτες της Κυκλαδικής περιόδου, που έφτασαν ίσια-ίσια να ξεπεράσουν την ύλη, το δείχνει καθαρά. Όπως επίσης, ο τρόπος που οι εικονογράφοι του Βυζαντίου επέτυχαν από το καθαρό χρώμα να υποβάλλουν το «θείο». Μια τέτοια, διεισδυτική και συνάμα μεταμορφωτική, επέμβαση, μέσα στην πραγματικότητα επεχείρησε πιστεύω ανέκαθεν και κάθε υψηλή ποίηση. Οχι ν’ αρκεστεί στο «νυν έχον» αλλά να επεκταθεί στο «δυνατόν γενέσθαι». Κάτι που, είναι η αλήθεια, δεν εκτιμήθηκε πάντοτε. Ίσως γιατί οι ομαδικές νευρώσεις δεν το επέτρεψαν. Ίσως γιατί ο ωφελιμισμός δεν άφησε τα μάτια των ανθρώπων ανοιχτά όσο χρειάζεται. Η ομορφιά και το φως συνέβη να εκληφθούν άκαιρα ή ανώδυνα. Και όμως. Η διεργασία που απαιτείται για να φτάσει κανείς στο σχήμα του Αγγέλου είναι, πιστεύω πολύ πιο επώδυνη από την άλλη που εκμαιεύει όλων των λογιών τους Δαιμόνους. Βέβαια υπάρχει το αίνιγμα. Βέβαια υπάρχει το μυστήριο. Αλλά το μυστήριο δεν είναι μια σκηνοθεσία που επωφελείται από τα παιχνίδια της σκιάς και του σκότους για να μας εντυπωσιάσει απλώς. Είναι αυτό που εξακολουθεί να παραμένει μυστήριο και μέσα στο απόλυτο φως. Είναι τότε που προσλαμβάνει την αίγλη εκείνη που ελκύει και που την ονομάζουμε ομορφιά. Την ομορφιά που είναι μια οδός -η μόνη ίσως οδός- προς το άγνωστο μέρος του εαυτού μας, προς αυτό που μας υπερβαίνει. Επειδή αυτό είναι στο βάθος η ποίηση: η τέχνη να οδηγείσαι και να φτάνεις προς αυτό που σε υπερβαίνει. Από τα μυριάδες μυστικά σήματα, που μ’ αυτά είναι διάσπαρτος ο κόσμος και που αποτελούν άλλες τόσες συλλαβές μιας άγνωστης γλώσσας, να συνθέσεις λέξεις και από τις λέξεις φράσεις που η αποκρυπτογράφησή τους να σε φέρνει πιο κοντά στην βαθύτερη αλήθεια. Πού λοιπόν βρίσκεται σε έσχατη ανάλυση η αλήθεια; Στην φθορά και στον θάνατο που διαπιστώνουμε κάθε μέρα γύρω μας ή στη ροπή που μας ωθεί να πιστεύουμε ότι αυτός ο κόσμος είναι ακατάλυτος και αιώνιος; Είναι φρόνιμο ν’ αποφεύγουμε τις μεγαλεπήβολες εκφράσεις, το ξέρω. Οι κατά καιρούς κοσμολογικές θεωρίες τις χρησιμοποίησαν, ήρθαν σε σύγκρουση, ακμάσανε, πέρασαν. Η ουσία όμως έμεινε, μένει. Και η ποίηση, που εγείρεται στο σημείον όπου ο ορθολογισμός καταθέτει τα όπλα του για να τ’ αναλάβει εκείνη και να προχωρήσει μέσα στην απαγορευμένη ζώνη, ελέγχεται να είναι ίσια-ίσια εκείνη που προσβάλλεται λιγότερο από τη φθορά. Διασώζει σε καθαρή μορφή τα μόνιμα, τα βιώσιμα στοιχεία που καταντούν δυσδιάκριτα μέσα στο σκότος της συνείδησης όπως τα φύκια μέσα στους βυθούς των θαλασσών. Να γιατί μας χρειάζεται η διαφάνεια. Για να διακρίνουμε τους κόμπους στο νήμα που μες από τους αιώνες τεντώνεται και μας βοηθεί να σταθούμε όρθιοι πάνω σ’ αυτή τη γη. Από τον Ηράκλειτο έως τον Πλάτωνα και από τον Πλάτωνα έως τον Ιησού διακρίνουμε αυτό το «δέσιμο» που φτάνει κάτω από διάφορες μορφές ως τις ημέρες μας και που μας λέει περίπου το ίδιο: ότι εντός του κόσμου τούτου εμπεριέχεται και με τα στοιχεία του κόσμου τούτου ανασυντίθεται ο άλλος κόσμος, ο «πέραν» η δεύτερη πραγματικότητα η υπερτοποθετημένη επάνω σ’ αυτήν όπου παρά φύσιν ζούμε. Είναι μια πραγματικότητα που τη δικαιούμαστε και που από δική μας ανικανότητα δεν αξιωνόμαστε. Δεν είναι διόλου τυχαίο ότι σε εποχές υγιείς το κάλλος ταυτίσθηκε με το αγαθόν και το αγαθόν με τον Ήλιο. Κατά το μέτρο που η συνείδηση καθαίρεται και πληρούται με φως, τα μελανά σημεία υποχωρούν και σβήνουν αφήνοντας κενά που -όπως ακριβώς στους φυσικούς νόμους- τα αντίθετά τους έρχονται να πληρώσουν τη θέση τους. Κι αυτό, με τέτοιον τρόπο που τελικά το δημιουργημένο αποτέλεσμα να στηρίζεται και στις δύο πλευρές, θέλω να πω στο «εδώ» και στο «επέκεινα». Ο Ηράκλειτος δεν είχε ήδη μιλήσει για μιαν «εκ των διαφερόντων καλλίστην αρμονίην»; Εάν είναι ο Απόλλων ή η Αφροδίτη, ο Χριστός ή η Παναγία, που ενσαρκώνουν και προσωποποιούν την ανάγκη να δούμε υλοποιημένο εκείνο που σε ορισμένες στιγμές διαισθανόμαστε, δεν έχει σημασία. Σημασία έχει η αναπνοή της αθανασίας που μας επιτρέπουν. Η ποίηση οφείλει, κατά την ταπεινή μου γνώμη, πέραν από συγκεκριμένα δόγματα, να επιτρέπει αυτή την αναπνοή.

 

]

 

 

Σταυρούλα Σωτηροπούλου στις 14 Οκτωβρίου 2015

Πρόλογος από τον αείμνηστο Ιάκωβο Καμπανέλη για το “Παραμύθι χωρίς όνομα” που γράφτηκε (ή καλύτερα διαμορφώθηκε) το 1958-1959 για το θίασο Βασίλη Διαμαντόπουλου-Μαρίας Αλκαίου.

____________________________________

Κι ήταν που λέτε μία φορά
οπού είχαμε έναν βασιλιά
καλό ανθρωπάκι

Βαριά του ερχόταν η δουλειά
κι ήταν τα ζώα μου αργά
καλό ανθρωπάκι

Απ’το να τρέχει δω κι εκεί
κάλλιο είχε μάσα και πιοτί
κι ένα υπνάκι

Έτσι μας άφησε η χαρά
κι έτσι μας ήρθε η συμφορά
και το φαρμάκι

Ρημάζουνε τα μαγαζιά
κλέφτει τους νιούς η ξενιτιά
καλό ανθρωπάκι

Μας εβαρέθει και ο Θεός
στάλα δε ρίχνει ο ουρανός
πάει το ψωμάκι

Κι όλο πληθαίνουν οι φτωχοί 
κι η πείνα μας καλοναρχεί
ψωμί ψωμάκι

Αυτά που λέτε τη φορά 
που είχαμε ένα βασιλιά
καλό ανθρωπάκι

____________________________________

__

  Ευχαριστούμε τον κ. Παναγιώτη Κολέλη για την υπόδειξη του συγκεκριμένου αποσπάσματος.

by Αντικλείδι , http://antikleidi.com

 

Σταυρούλα Σωτηροπούλου στις 7 Οκτωβρίου 2015

H μεγαλύτερη και πιο επικίνδυνη αμάθεια εκ μέρους του ανθρώπινου γένους είναι η αδυναμία του να γνωριστεί και να μάθει τον εαυτό του.
Η παράλογη συσχέτιση της μοναξιάς και μοναχικότητας –το πρώτο είναι περιττό, ενώ το δεύτερο αναγκαίο-, έχει οδηγήσει στον εκτροχιασμό της σχέσης που έχουμε με τον εαυτό μας και μας «επιβάλλει» την αποξένωση από αυτόν.
Η πρώτη επαφή με τον εσώτατο κόσμο μας, ίσως να είναι τρομακτική, καθώς θα ανακαλύψουμε στοιχεία, ενδόμυχες σκέψεις, εσωτερικές δυνάμεις και κίνητρα που έχουμε υποκρύψει τόσο καλά, όσο να μη μπορούμε να τις διακρίνουμε εξ αρχής.
Η κραυγαλέα ανάγκη για κοινωνικοποίηση, ακόμα κι όταν είναι πλήρως αντιπαραγωγική και άγονη, έχει υποκαταστήσει την ταυτότητα της προσωπικής μας ζωής και της ωφέλιμης ιδιωτικής απομόνωσης, όσον αφορά στην ανέλιξη της παροντικής ψυχοπνευματικής μας κατάστασης.
Μαθαίνουμε να ακούμε τον θόρυβο των πολλών, για να αποφύγουμε όσα προσπαθεί να μας πει η εσωτερική φωνή μας, αφήνοντας αδιαμόρφωτη την αρχιτεκτονική δομή του χαρακτήρα μας, ο οποίος αδυνατεί να υπερβεί τα εγκόσμια περιγράμματά του και παραμένει αναχρονιστικά στάσιμος, μη εξελίσιμος και ανολοκλήρωτος.
Κάνοντας μια βουτιά στα μύχια της ψυχής μας –κι αυτό επιτυγχάνεται μονάχα όταν αποφασίσουμε υπεύθυνα και συνειδητοποιημένα να απομονωθούμε-, θα επιτύχουμε την πιο αξιοζήλευτη και ενδιαφέρουσα εξερεύνηση αναζήτησης του πιο «οικείου αγνώστου», του εαυτού μας.
Σε αυτό το κομμάτι, ελοχεύει ο κίνδυνος να νιώσουμε μοναξιά και να βυθιστούμε σε σκέψεις που μας φθείρουν και μας πνίγουν. Να τονίσω, πως στο ταξίδι αυτό, είναι απολύτως φυσιολογικό να συναντήσουμε τέτοιου είδους νοερά τροχοπέδια , όμως, αυτό είναι το κομβικό σημείο, όπου είτε θα μας σκοτώσει, είτε θα μας κάνει πιο δυνατούς.
Βάσει –προσωπικής- λογικής, αυτός που θα αντέξει και θα εκτιμήσει αυτή τη δοκιμασία, θα θελήσει να την επαναλάβει και να κυριαρχήσει αυτής, θέτοντάς τη ως αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής του.
Αντίθετα, εκείνος που θα κουραστεί, αυτόματα θα ονομάσει μια εν δυνάμει παραγωγική διαδικασία μοναχικότητας, ως αντικοινωνική μοναξιά.
Είναι πραγματικά λυπηρό, να ζούμε σε μία κοινωνία, που ενώ θεωρητικά υποστηρίζει πως η ιδέα της αυτό-εκτίμησης και της αυτό-εξάρτησης αποτελούν το έναυσμα μιας ποιοτικής ζωής, πρακτικά αποποιείται της ευθύνης να (εκ)παιδευτεί και να μυηθεί στην πιο ουσιαστική σχέση που θα συνάψει ποτέ, η οποία δεν είναι άλλη από την προσωπική γνωριμία με τον εαυτό του.
Ελευθερία Καρακατσίνα
Πηγή: freedomsays
Αντικλείδι , http://antikleidi.com