Διαβάσαμε
Η τέχνη της μουσικής θεωρήθηκε ιδιαιτέρως θεία, επειδή είναι το ακριβές αντίγραφο του νόμου που λειτουργεί στο σύμπαν. Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι η μουσική είναι η γλώσσα της ομορφιάς του Ενός, το οποίον κάθε ψυχή αγαπάει.
Πολλοί την θεωρούν πηγή διασκέδασης, χόμπι ή μια τέχνη όμως για εκείνους που ακολουθούν την εσωτερική ατραπό, η μουσική υπερβαίνει όλες τις τέχνες γιατί μπορεί να εξυψώσει την ψυχή πάνω από τη μορφή. Η αληθινή χρήση της είναι να γίνει κανείς μουσικός στις σκέψεις, στα λόγια και στις πράξεις του.
Θα πρέπει να είμαστε ικανοί να προσφέρουμε την αρμονία την οποία ποθεί η ψυχή και την οποία επιθυμεί κάθε στιγμή…
Πολλούς αιώνες πριν η ΝΑΣΑ αποδείξει την ύπαρξη μουσικής στο Σύμπαν ο Πλάτωνας την ονόμαζε ως «ομορφιά του Σύμπαντος» κι έλεγε ότι «Η Μουσική είναι ένας ηθικός κανόνας. Δίνει ψυχή στο Σύμπαν, φτερά στη σκέψη, απογειώνει τη φαντασία, χαρίζει χαρά στη λύπη και ζωή στα πάντα».
Η μουσική για τους Πυθαγόρειους ήταν η εικόνα της ουράνιας αρμονίας. Η μουσική ήταν πάνω από όλα μαθηματικά γιατί οι αρμονικές σχέσεις των αριθμών μεταφέρονταν στους πλανήτες. Ο μεγάλος φιλόσοφος δίδασκε ότι οι πλανήτες καθώς περιστρέφονται παράγουν διάφορους μουσικούς ήχους τους οποίους δεν ακούμε. Επίσης πίστευαν ότι όλη η ύλη προήλθε από μουσικές αποχρώσεις, ωστόσο ήταν σε ένα επίπεδο όπου κανείς δεν μπορούσε να ακούσει παρά μόνο ο πραγματικός Θεουργός.
Αν σταθούμε για λίγο στη γεωμετρική και μαθηματική πλευρά του θέματος θα παρατηρήσουμε ότι υπάρχουν πέντε συμμετρικά πολύεδρα. Ο Πλάτων έλεγε ότι αυτά τα πολύεδρα είναι οι βασικοί δομικοί κρίκοι, τα πλέον σημαντικά δομικά στοιχεία στην δημιουργία του σύμπαντος.
Ο Κέπλερ που μελέτησε τα έργα των αρχαίων Ελλήνων και ιδιαίτερα του Πλάτωνα παρατήρησε με τις έρευνές του ότι οι τροχιές των πλανητών, και φυσικά της Γης, σχηματίζουν την περιφέρεια συγκεκριμένων πολύεδρων.
Για παράδειγμα η τροχιά του Αρη σχηματίζει την περιφέρεια ενός τετράεδρου που συμβολίζει το Πυρ. Η τροχιά του Διός σχηματίζει την περιφέρεια ενός κύβου που συμβολίζει τη γη. Η τροχιά της Αφροδίτης σχηματίζει την περιφέρεια ενός οκτάεδρου που συμβολίζει τον Αέρα, ενώ η τροχιά της Γης σχηματίζει την περιφέρεια ενός εικοσάεδρου που συμβολίζει το Νερό.
Και οι αποκαλύψεις δεν σταματούν εδώ.
Οι Πυθαγόρειοι ταύτιζαν τους πλανήτες με τις νότες της μουσικής ΝΤΟ, ΡΕ ΜΙ, ΦΑ, ΣΟΛ, ΛΑ, ΣΙ, ΝΤΟ, δηλαδή με τους νόμους της μουσικής. Κάτι που έχει επαληθευτεί και από σύγχρονους επιστήμονες, δηλαδή ότι οι συγκεκριμένες νότες αποδίδουν συγκεκριμένα γεωμετρικά σχήματα – στερεά.
Επίσης η φιλοσοφία της Τετρακτύος πρέσβευε ότι οι ήχοι των ουρανίων σωμάτων συνθέτουν μια κοσμική μουσική, γιατί οι αποστάσεις και οι ταχύτητες των πλανητών και των απλανών αστέρων διέπονται από αριθμητικούς λόγους που παράγουν και τη συμφωνία των ήχων. Οι συμφωνίες των ήχων παράγουν αρμονικό αποτέλεσμα και έχουν μορφή απλών αριθμητικών σχέσεων όπως μας διδάσκουν: 2/1 (οκτάβα), 3/2 (Πέμπτη), 4/3 (τέταρτη).
Επομένως για τους Πυθαγόρειους το μυστικό της μουσικής και της κοσμικής Αρμονίας κρύβεται στις σχέσεις των τεσσάρων πρώτων φυσικών αριθμών (1, 2, 3, 4).
Με τη θεωρία της αρμονίας των σφαιρών, που συνδυάζει την κοσμική αρμονία με τη μουσική αρμονία, ο μεγάλος φιλόσοφος επιχείρησε να εξηγήσει τη θέση και την κίνηση των πλανητών στον ουράνιο θόλο. Χρησιμοποιώντας μουσικούς όρους, δηλαδή τα μουσικά διαστήματα που ανέφερα πιο πάνω, καθόρισε υπό μορφή κλίμακας τις μεσοπλανητικές αποστάσεις.
Για τους Πυθαγόρειους η μουσική κλίμακα είναι ένα κοσμολογικό πρόβλημα και η αστρονομία η θεωρία της ουράνιας μουσικής.
Ο Βοήθιος (σημαντικός Ρωμαίος φιλόσοφος, θεολόγος και πολιτικός που έζησε στα τέλη του 5ου αιώνα) αντιστοιχούσε συγκεκριμένη μουσική νότα σε κάθε έναν από τους επτά πλανήτες καθώς και με τις ηλικίες του ανθρώπου όπως και με συγκεκριμένα φωνήεντα.
Ετσι:
Η Σελήνη αντιστοιχεί στην παιδική ηλικία, το φωνήεν Α και τη νότα ΛΑ
Ο Ερμής αντιστοιχεί στην παιδική ηλικία, το φωνήεν Ε και τη νότα ΣΟΛ
Η Αφροδίτη αντιστοιχεί στην νεότητα, στο φωνήεν Η και στη νότα ΦΑ
Ο Ηλιος αντιστοιχεί στην ενηλικίωση, στο φωνήεν Ι και στη νότα ΜΙ
Ο Αρης αντιστοιχεί στην Πλήρη Ισχύ, στο φωνήεν Ο και στη νότα ΡΕ
Ο Δίας αντιστοιχεί στην Ωριμότητα, στο φωνήεν Υ και στη νότα ΝΤΟ, ενώ
Ο Κρόνος αντιστοιχεί στα γηρατεία, στο φωνήεν Ω και στη νότα ΣΙ.
Δικαιολογημένα λοιπόν η τέχνη της Μουσικής δεν μπορεί να είναι τίποτε άλλο παρά μια ανώτερη εσωτερική έκφραση. Γίνεται λοιπόν ένα είδος καθολικής γλώσσας, η οποία έχει τη δυνατότητα να εξωτερικεύσει όλα όσα συντελούνται στον εσωτερικό κόσμο κάθε έλλογου όντος. Οι αρχαίοι θεωρούσαν ότι ήταν η μόνη τέχνη η οποία μπορούσε να επηρεάσει θνητούς και Θεούς. Η συμβολική αναφορά του μύθου του Ορφέα, ο οποίος με τη μουσική κατόρθωσε να περάσει τα σύνορα του Αδη, δείχνει τη δύναμη της Τέχνης των Ήχων αλλά και τη φύση της στην τέρψη των αισθήσεων, στην εσωτερική μεταμόρφωση του ατόμου.
Ο γερμανός φιλόσοφος, θεολόγος και ποιητής Γιόχαν Χέρντερέλεγε πως «η μουσική αποκαλύπτει σχέσεις προς τα σύμπαντα, τον κύκλο του Όντος, μας κάνει να αισθανόμαστε τις κινήσεις και τις δονήσεις του παγκόσμιου πνεύματος, του Σύμπαντος».
Πράγματι, όταν δημιουργούμε ή ακούμε μουσική γινόμαστε εν δυνάμει μάρτυρες της δημιουργίας του κόσμου. Γιατί ο ήχος έχει γεννηθεί από το άπειρο δυναμικό του κενού.Και ξαφνικά τι γίνεται; Εξαφανίζεται! Πού πάει; Επιστρέφειπίσω στο κενό της σιωπής, στο μη-Ον. Μπορεί να διαρκεί γιαμια στιγμή στη μνήμη όπως η φευγαλέα παρουσία του αγγίζειτη φευγαλέα παρουσία των ήχων που ακολουθούν, αλλάπάντα η σιωπή είναι αυτή που προηγείται και πάντα σε σιωπήθα τελειώνει.
Κάθε κίνηση που ξεπηδά από αυτή την Απόλυτη σιωπηλή Ζωή είναι μια δόνηση και ένας δημιουργός δονήσεων. Όπως η κίνηση προκαλεί κίνηση έτσι και η σιωπηλή ζωή γίνεται ενεργός σε ένα ορισμένο μέρος και δημιουργεί κάθε στιγμή όλο και περισσότερες δονήσεις που ευθύνονται για τα διάφορα πεδία ύπαρξης. Αυτά τα πεδία φανταζόμαστε ότι διαφέρουν μεταξύ τους αλλά στην πραγματικότητα δεν είναι χωριστά το ένα από το άλλο.
Το ορυκτό, το φυτικό το ζωικό και το ανθρώπινο βασίλειο είναι βαθμιαίες αλλαγές δονήσεων, που διαφέρουν μεταξύ τους σε βαρύτητα, πλάτος, μήκος, χρώμα, επίδραση, ήχο και ρυθμό.
Ο άνθρωπος όχι μόνο σχηματίζεται από δονήσεις αλλά ζει και κινείται μέσα σε αυτές. Οι διάφορες διαθέσεις του, οι τάσεις, οι ασχολίες, οι επιτυχίες και οι αποτυχίες του καθώς και όλες οι συνθήκες της ζωής του εξαρτώνται από ορισμένη δράση δονήσεων, είτε αυτές είναι σκέψεις, συναισθήματα ή αισθήματα.
Υπάρχουν δύο όψεις της δόνησης: λεπτή και χονδροειδής.
Μερικές γίνονται αντιληπτές από την ψυχή, άλλες από το νου, και μερικές από τα μάτια. Εκείνα που αντιλαμβάνεται η ψυχή είναι οι δονήσεις των αισθημάτων, εκείνα που αντιλαμβάνεται ο νους είναι οι δονήσεις των σκέψεων, ενώ εκείνα που βλέπει το μάτι είναι οι δονήσεις που έχουν στερεοποιηθεί από την αιθερική τους κατάσταση και αποτελούν τα στοιχεία αιθέρα, αέρα, πυρ, νερό και γη, ενώ οι πιο λεπτές δονήσεις είναι ασύλληπτες ακόμη και από την ψυχή.
Αν δεν υπήρχε δόνηση οι πολύτιμοι λίθοι δεν θα μας έδειχναν το χρώμα και τη λάμψη τους, τα δέντρα δεν θα αναπτύσσονταν δεν θα υπήρχαν λουλούδια και καρποί. Οι δονήσεις μπορούν να κατανοηθούν σαν αιτία και αποτέλεσμα. Το αν ένα πράγμα είναι ορατό ή ακουστό, αντιληπτό ή ασύλληπτο, εξαρτάται από την ταχύτητα των δονήσεων. Το καθετί έχει τον ήχο και τη μορφή του.
Ακόμη και τα πράγματα που δεν μπορούμε να αντιληφθούμε. Αυτό που ονομάζουμε ζωή και θάνατο είναι στην ουσία διαφορετικοί ρυθμοί δονήσεων. Για παράδειγμα όταν ένας καρπός σαπίσει, όταν ένα λουλούδι μαραθεί υφίσταται μια αλλαγή στις δονήσεις του. Αν προσπαθήσουμε να δούμε τη ζωή μέσα από αυτή τη σκοπιά, ίσως συνειδητοποιήσουμε ότι η γέννηση και ο θάνατος είναι μόνο δικές μας ιδέες για τη ζωή, ότι δεν υπάρχει θάνατος και ότι τα πάντα είναι ζώντα γιατί η διαφορά στις δονήσεις νεκρών και ζώντων σωμάτων είναι η διαφορά του ρυθμού των δονήσεων.
Ο νόμος του ρυθμού κρύβεται πίσω από τη φύση. Η ανατολή και η δύση του Ήλιου, η αύξηση και η μείωση της σελήνης, η ρυθμική αλλαγή της πλημμύριδας στη θάλασσα και οι αλλαγές των εποχών δείχνουν έναν ρυθμό. Για ποιο λόγο άραγε η μουσική που τονίζει το ρυθμό μας δημιουργεί την επιθυμία για χορό;
Το μωρό ηρεμεί όταν η μητέρα του το κτυπά απαλά στην πλάτη, γιατί ενστικτωδώς δίνει ένα ρυθμό στο σώμα του.
Ένα άτομο είναι ρυθμικό και η επιρροή του είναι ηρεμιστική, άλλο είναι άρρυθμο και μας αναστατώνει. Γιατί ο ρυθμός να έχει τέτοια επίδραση πάνω μας; Γιατί οι ίδιοι είμαστε ρυθμός. Ο κτύπος της καρδιάς, ο σφυγμός, η κυκλοφορία του αίματος είναι ρυθμική. Όταν ο ρυθμός αυτός παρεμποδίζεται προκύπτει αταξία, ασθένεια, ενόχληση, απελπισία.
Ο νόμος του ρυθμού μπορεί να θεωρηθεί ότι κυβερνά τέσσερις τομείς στον άνθρωπο:
Α) τον ορθό ή λαθεμένο ρυθμό στο αίσθημα,
Β) τον ορθό ή λαθεμένο ρυθμό στη σκέψη,
Γ) τον ορθό ή λαθεμένο ρυθμό στην ομιλία, και
Δ) τον ορθό ή λαθεμένο ρυθμό στη δράση.
Για παράδειγμα, αν το σώμα χάσει το ρυθμό του, κάτι πάει στραβά στο νου, αν ο νους χάσει το ρυθμό του το σώμα μπερδεύεται, αν η καρδιά χάσει το ρυθμό της ο νους ταράζεται, και αν ο ρυθμός της ψυχής χαθεί τότε όλα πηγαίνουν στραβά.
Επιστημονικές έρευνες που έγιναν πρόσφατα στο νοσοκομείο Piedmont στην Ατλάντα, απέδειξαν ότι νεογέννητα – κυρίως πρόωρα – που εκτίθενται σε μουσική ακρόαση ειδικά επεξεργασμένων ενδομήτριων ήχων και σε νανουρίσματα με την φωνή της μητέρας, κερδίζουν πολύ γρηγορότερα βάρος και εξέρχονται από τη μονάδα εντατικής θεραπείας νεογνών ταχύτερα σε σχέση με νεογνά που δεν έχουν εκτεθεί σε μουσική.
Ακόμη, έδειξαν ότι η ακρόαση της Κ.448 σονάτας για πιάνο του W.A. Mozart μπορεί να βελτιώνει την ικανότητα επίλυσης περίπλοκων μαθηματικών προβλημάτων. Η ίδια σονάτα επίσης χρησιμοποιήθηκε σαν φάρμακο για την καταστολή κρίσεων σε επιληπτικούς ασθενείς.
Σύμφωνα με τα μέχρι τώρα επιστημονικά δεδομένα η μουσική επηρεάζει:
τον καρδιακό ρυθμό και το σφυγμό, το ρυθμό της αναπνοής, την αρτηριακή πίεση, τον όγκο του αίματος, τη θερμοκρασία του δέρματος, τη γαστρική κίνηση, τα ανακλαστικά της κόρης του ματιού, την οξυγόνωση του αίματος, τις ορμόνες, την αντιμετώπιση του στρες, του άγχους, του πόνου, των συνεπειών των εγκεφαλικών επεισοδίων, του καρκίνου και της κατάθλιψης.
Μετά από σύγχρονες έρευνες νευροεπιστημόνων γνωρίζουμε ότι:
1) υπάρχει ένας ξεχωριστός μηχανισμός στον εγκέφαλο ο οποίος διαχωρίζει τη μουσική από άλλους ήχους συμπεριλαμβανομένης της γλώσσας.
2) ότι παρόλο που το δεξί είναι το κυρίαρχο ημισφαίριο της μουσικής η επεξεργασία των διαφόρων μουσικών στοιχείων πραγματοποιούνται ξεχωριστά στον εγκέφαλο.
3) ότι ο άνθρωπος διατηρεί την ικανότητά του να αισθάνεται και να απολαμβάνει τη μουσική πέρα από τις όποιες εγκεφαλικές βλάβες και
4) ότι η μουσική, εκτός από τέχνη των ήχων, αποτελεί πολύπλοκη εκδήλωση της συμπεριφοράς όχι μόνο του ανθρώπου.
Για παράδειγμα, ο Χανς Τζένυ (Ελβετός) πειραματίστηκε με διάφορους ήχους και μουσικές και μελέτησε την επίδρασή τους σε ρινίσματα σιδήρου και σε υδράργυρο. Το πλήθος σχημάτων έδειξε, ότι ο ήχος είναι ο κρυμμένος δημιουργικός παράγων πίσω από τον κόσμο των ορατών μορφών. Οι δονήσεις, οι συχνότητες, η περιοδικότητα και τα ρυθμικά μοτίβα ίσως είναι η γενεσιουργός αιτία της ύλης, αποτελώντας ταυτόχρονα μια γιγάντια μουσική ορχήστρα ηχοχρωμάτων, που αέναα εκτελεί ένα μουσικό έργο εν αγνοία μας.
Ετσι λοιπόν όταν η φιλοσοφία, η επιστήμη, ο μυστικισμός αγγίζουν την κορυφή της γνώσης τους όλα συμφωνούν σε ένα σημείο και αυτό είναι η κίνηση, είναι ο κραδασμός, είναι η δόνηση.
Αυτή η κίνηση έχει δύο όψεις γιατί έχουμε αναπτύξει δύο βασικές ιδιότητες: την όραση και την ακοή. Η όψη που απευθύνεται στην ακοή μας είναι αυτή που ονομάζουμε ήχο, ενώ η άλλη που απευθύνεται στην όραση την αποκαλούμε φως ή χρώμα. Το αποτέλεσμα της σχέσης των ήχων, της σχέσης των χρωμάτων και της σχέσης ήχου και χρώματος είναι η αρμονία.
Καθώς αναπτύσσεται κανείς πνευματικά μέσα στη ζωή αλλάζουν οι προτιμήσεις του για τα χρώματα. Σε κάποιους αρέσουν τα έντονα χρώματα ενώ σε άλλους τα απαλά. Ο λόγος είναι ότι τα έντονα χρώματα έχουν έντονες δονήσεις ενώ τα απαλά έχουν απαλές αρμονικές δονήσεις. Οπότε ανάλογα με τη συναισθηματική κατάσταση προτιμά διαφορετικά χρώματα.
Ετσι:
Το κόκκινο αντιστοιχεί στη νότα ΝΤΟ
Το πορτοκαλί στη νότα ΡΕ
Το κίτρινο στη νότα ΜΙ
Το πράσινο στη νότα ΦΑ
Το μπλε στη νότα ΣΟΛ
Το ίντιγκο στη νότα ΛΑ
Το βιολετί στη νότα ΣΙ και
Το σκούρο κόκκινο πάλι στη νότα ΝΤΟ
Το ίδιο ισχύει και για τον ήχο. Κάθε άτομο έχει τη δική του νότα και έναν ήχο που συγγενεύει με την δική του ιδιαίτερη εξέλιξη. Για άλλη μια φορά έρχεται η φιλοσοφία των Πυθαγόρειων να μας πει πως «Όλα τα όντα τραγουδούν τον Δημιουργό. Ο άνθρωπος όμως αδυνατεί να ακούσει αυτές τις θείες μελωδίες επειδή η ψυχή του είναι εγκλωβισμένη στην ψευδαίσθηση της ύλης. Οταν λοιπόν η ανθρώπινη ψυχή ξανακερδίσει την πραγματική της υπόσταση τότε όχι μόνο θα ακούει την ουράνια χορωδία αλλά θα συμμετέχει και η ίδια στην δοξολογία του Αιώνιου Θεού γιατί η Αρμονία αναγνωρίζει την Αρμονία».
Αντίστοιχα σε χιλιάδες χρόνια αργότερα ένας Σούφι ποιητής και φιλόσοφος (Ιναγιάτ Χαν) αναφέρει σε βιβλίο του:«Η καρδιά ενός ανθρώπου από τη στιγμή που θα διευρυνθεί γίνεται πιο μεγάλη από όλους τους ουρανούς. Δεν είναι πόσο γνωστό πόσο μακρινό είναι το τέρμα, αλλά μια μουσική από μακριά φθάνει στα αυτιά μου. Η μουσική των σφαιρών μοιάζει με τον φάρο στο λιμάνι που φαίνεται από τη θάλασσα και ο οποίος μου δείχνει ότι πλησιάζω στον προορισμό μου.
Τι είδους μουσική θα μπορούσε να ήταν αυτή; Αν δεν υπήρχε αρμονία στην ουσία της ζωής, η ζωή δεν θα μπορούσε να δημιουργήσει αρμονία σε αυτό τον κόσμο της ποικιλίας. Επομένως η μουσική των σφαιρών είναι η μουσική που αποτελεί την πηγή της δημιουργίας, η μουσική που γίνεται ακουστή όταν ταξιδεύουμε προς το σκοπό όλης της δημιουργίας. Και αυτή την ακούν και την απολαμβάνουν εκείνοι που αγγίζουν τα ίδια τα βάθη της ζωής τους. Γιατί εκείνο που υπήρχε πριν από την δημιουργία ήταν η Τέλεια Ύπαρξη.
Το πνεύμα της έννοιας της τελειότητας που βρίσκεται πέρα από λόγια. Είναι η τελειότητα του κάλλους, της σοφίας, της δύναμης, η τελειότητας της αγάπης και της γαλήνης. Αλλά εκεί που υπάρχουν μάτια πρέπει να υπάρχει και ένα αντικείμενο να το δουν, να το θαυμάσουν, έτσι εκπληρώνεται ο σκοπός των ματιών.
Εκεί όπου υπάρχουν αυτιά, πρέπει να υπάρχει ένας ήχος για να ακουστεί προκειμένου να απολαύσουν την ομορφιά, εκεί βρίσκεται η τελείωση των αυτιών. Έτσι η Τέλεια Ύπαρξη ήταν αναγκαία προκειμένου να αντιληφθεί την ίδια της την τελειότητα, να δημιουργήσει μια περιορισμένη τελειότητα της δικής της Ύπαρξης και έτσι χωρίστηκε σε τρεις όψεις. Αυτή η ιδέα κρύβεται πίσω από την Τριάδα. Ο θεατής, η θέαση και το θέαμα».
Ο ίδιος φιλόσοφος συνεχίζει: «Η μουσική μας βοηθά να εκπαιδευθούμε στην αρμονία. Όταν ακούμε τη μουσική που μας αρέσει, μας συντονίζει σε αρμονία με τη ζωή. Εκείνο που στερεί τον άνθρωπο από όλη την ομορφιά γύρω του είναι η βαρύτητα του σώματος ή η βαρύτητα της καρδιάς. Έλκεται προς τη γη και καθετί γίνεται περιορισμένο.
Μόνο όταν διώξει αυτή τη βαρύτητα γίνεται ανάλαφρος και αποκτά όλες τις καλές τάσεις όπως ευγένεια, ανεκτικότητα, μεγαλοψυχία, αγάπη και εκτίμηση. Η ζωή είναι όπως ο ωκεανός. Όταν δεν υπάρχει εκτίμηση, δεν υπάρχει δεκτικότητα, ο άνθρωπος βυθίζεται σαν ένα κομμάτι σίδερο ή μια πέτρα στο βυθό της θάλασσας.
Δεν μπορεί να επιπλεύσει όπως η βάρκα, που είναι κοίλη και δεκτική. Τα δύσκολα στην πνευματική ατραπό είναι πάντα εκείνα που έρχονται από τον εαυτό μας. Αυτός που μαθαίνει να βαδίζει την πνευματική ατραπό, πρέπει να γίνει σαν ένα άδειο κύπελλο, προκειμένου ο οίνος της μουσικής και της αρμονίας να χυθεί μέσα στην καρδιά του».
Εργασία Σίσης Γαλανοπούλου
Βιβλιογραφία
- Ο Μυστικισμός του Ήχου,
- Η εσωτερική διάσταση της Μουσικής,
- Η θεραπευτική δύναμη του ήχου,
- Το μικρό βιβλίο της θεωρίας των χορδών,
- Ο Πυθαγόρας και η μυστική διδασκαλία του Πυθαγορισμό
«Ας υποθέσουμε πως δεν έχουμε φτάσει
στο μαύρο αδιέξοδο, στην άβυσσο του νου.
Ας υποθέσουμε πως ήρθανε τα δάση
μ’ αυτοκρατορικήν εξάρτηση πρωινού
θριάμβου, με πουλιά, με το φως τ’ ουρανού,
και με τον ήλιο όπου θα τα διαπεράσει.
Ας υποθέσουμε πως είμαστε κει πέρα,
σε χώρες άγνωστες, της δύσης, του βορρά,
ενώ πετούμε το παλτό μας στον αέρα,
οι ξένοι βλέπουνε περίεργα, σοβαρά.
Για να μας δεχθεί κάποια λαίδη τρυφερά,
έδιωξε τους υπηρέτες της ολημέρα.
Ας υποθέσουμε πως του καπέλου ο γύρος
άξαφνα εφάρδυνε, μα εστένεψαν, κολλούν,
τα παντελόνια μας και, με του πτερνιστήρος
το πρόσταγμα, χιλιάδες άλογα κινούν.
Πηγαίνουμε — σημαίες στον άνεμο χτυπούν —
ήρωες σταυροφόροι, σωτήρες του Σωτήρος.
Ας υποθέσουμε πως δεν έχουμε φτάσει
από εκατό δρόμους, στα όρια της σιγής,
κι ας τραγουδήσουμε, — το τραγούδι να μοιάσει
νικητήριο σάλπισμα, ξέσπασμα κραυγής —
τους πυρρούς δαίμονες, στα έγκατα της γης,
και, ψηλά, τους ανθρώπους να διασκεδάσει.»
Ήταν κάποτε ένα όμορφο και εντυπωσιακό κόκκινο τριαντάφυλλο το οποίο όμως φοβόταν όσο τίποτα άλλο την απόρριψη.
Ήθελε να το αγαπούν όλοι, να βρίσκεται σε συμφωνία με κάθε περιβάλλον και να μην προκαλεί καμία χρωματική αντίθεση.
Έτσι αποφάσισε να παρουσιαστεί σαν λευκό για να ταιριάζει με τα πάντα.
Σκέφτηκε ότι το λευκό είναι μια ασφαλής επιλογή, ένα ευέλικτο και ευπροσάρμοστο χρώμα γιατί μπορεί να συνδυαστεί με τα πάντα και έτσι θα μπορούσε να το προστατέψει από την πιθανή απόρριψη.
Πίστεψε, λοιπόν, ότι θα λαμβάνε αποδοχή και αναγνώριση από τα άλλα λουλούδια τα οποία θα το ήθελαν σίγουρα στο περιβάλλον τους.
Έκανε, όμως, ένα λάθος. Θεώρησε ότι το λευκό σημαίνει υποστηρίζω τα πάντα, ενώ στην πραγματικότητα σημαίνει δεν έχω άποψη, άρα απέχω. Και το να μην μπορεί κάποιος να συμφωνήσει ή να διαφωνήσει μαζί σου, δε σε κάνει αξιαγάπητο αλλά βαρετό και αδιάφορο.
Το κόκκινο τριαντάφυλλο δεν ήταν σίγουρα αδιάφορο, είχε πέσει, όμως, στην παγίδα να πιστέψει ότι το εν λευκώ σημαίνει έχω το κεφάλι μου ήσυχο γιατί με αποδέχονται όλοι και μπορώ να προσαρμοστώ σε οποιοδήποτε περιβάλλον.
Στην πραγματικότητα, όμως, σημαίνει ότι κρύβω την πραγματική ταυτότητα μου, χάνω την ιδιαιτερότητά μου και στερώ από τους άλλους τη δυνατότητα να με αγαπήσουν για αυτό που είμαι και όπως μου αξίζει.
Δεν έφταιγε, βέβαια, και το ίδιο γιατί έτσι του είχαν μάθει. Του είχαν πει ότι σημασία έχει να μην ξεχωρίζεις και να μην προκαλείς αλλά να ταιριάζεις με τους περισσότερους. Στην πραγματικότητα, βέβαια, αρκεί να ταιριάζεις με τους εκλεκτούς σου.
Πέρασε καιρός ώσπου ήρθε η ώρα που το κόκκινο τριαντάφυλλο διαπίστωσε το λάθος του στην πράξη. Τα σημάδια της φθοράς ήταν πλέον ορατά. Με τον καιρό άρχισε να μαραίνεται γιατί κανείς δεν του έδινε σημασία, αντιθέτως όλοι το θεωρούσαν μια δεύτερη επιλογή, μια ακόμα εναλλακτική λύση. Μέχρι και το ίδιο άρχισε να αμφιβάλει για τον εαυτό του και για το αν άξιζε να αγαπηθεί.
Η αλήθεια είναι πως δε λάμβανε την αγάπη και το ενδιαφέρον που θεωρούσε ότι του άξιζε, όμως, σε αυτό είχε και εκείνο ένα μερίδιο ευθύνης γιατί δεν άφηνε να βγει προς τα έξω η πραγματική, ξεχωριστή του φύση.
Προτιμούσε να μένει προφυλαγμένο πίσω από την ασφάλεια του λευκού. Αγνοούσε ότι αυτό το ασφαλές λευκό λειτουργούσε, παράλληλα ως πανοπλοία που το εμπόδιζε να έρθει σε ουσιαστική επαφή με άλλα τριαντάφυλλα σαν και εκείνο.
Γιατί βρέθηκε δίπλα σε πολλά κόκκινα τριαντάφυλλα αλλά δεν τον αναγνώρισαν. Και αντίστοιχα συνάντησε πολλά λευκά τριαντάφυλλα που ήταν κατά βάθος κόκκινα. Δεν το φαντάστηκε ότι ήταν σαν και εκέινο.
Μέχρι που το κόκκινο τριαντάφυλλο, ένα βήμα πριν μαραθεί τελείως, αποφάσισε να τα παίξει όλα για όλα και να αποκαλύψει την πραγματική του φυσιογνωμία.Έτσι και αλλιώς ήταν ένα βήμα πριν τον όλεθρο, δεν είχε να φοβηθεί κάτι. Μόνο προς το καλύτερο θα μπορούσαν να πάνε τα πράγματα. Τότε άνοιξε τα πέταλά του και βγήκε προς τα έξω το κόκκινο χρώμα του.
Τότε ήταν η στιγμή που ξαναγεννήθηκε και βρήκε την αγάπη που έψαχνε τόσο καιρό, η οποία παρεπιμπτόντως ήταν μπροστά του αλλά το ίδιο ήταν τόσο ερμητικά κλειστό που δε μπορούσε να τη δει.
Η ιστοριά με το κόκκινο τριαντάφυλλο που ήθελε να γίνει λευκό είναι μια αναλογία που αφορά την προσπάθεια που κάνει ο άνθρωπος για κοινωνική αποδοχή, συχνά παρεμελώντας ιδιαίτερα στοιχεία της προσωπικότητάς του και εν τέλει βάζοντας σε δεύτερη μοίρα την προσωπική του ευτυχία. Δε χρειάζεται να γίνετε αποδεκτοί από όλους, μόνο από αυτούς που έχουν σημασία για εσάς.
Αντιγόνη Παπαζαρκάδα newsitames
Της Αγγελικής Μπολουδάκη
«Για να καταλάβεις την καρδιά και το μυαλό ενός ανθρώπου, δες τι σε εμπνέει να κάνεις» – Χαλίλ Γκιμπράν
Η σχέση ανθίζει στην αμοιβαιότητα των συναισθημάτων, στην αποδοχή και στην επιθυμία και χάρη σε αυτά ριζώνει, γίνεται ένα πλατύφυλλο δέντρο, όπου εμείς στην σκιά του χαιρόμαστε την δροσιά του και τη μοιραζόμαστε γενναιόδωρα μεταξύ μας. Για να μπορούμε όμως να χαρούμε με την μέθεξη που δημιουργεί η σχέση, χρειάζεται ο ψυχισμός μας να διακρίνεται από συναισθηματική επάρκεια, ώστε να μπορέσουμε να αναγνωρίσουμε και να εκτιμήσουμε αυτό που μας προσφέρεται, για να αποδεχτούμε την προσφορά.
Ο ψυχικός μας ιστός χρειάζεται να διακρίνεται από πυκνότητα και συνοχή, ώστε οποιοδήποτε συναισθηματικό ερέθισμα νιώθουμε, να το καλοδεχόμαστε ακουμπώντας το στη σχέση αν είναι ωφέλιμο, ενώ, αν αντηχεί δυσάρεστα συναισθήματα, να το φιλτράρουμε προσεκτικά. Αν η ψυχική δυσκολία προέρχεται από δικά μας δύσκολα κομμάτια, που εμποδίζουν την χαρά, να το επεξεργαζόμαστε, ενώ, αν προέρχεται από νοσηρές συμπεριφορές άλλων, να αποσυρόμαστε από εκείνους, ώστε να διαφυλάξουμε την ψυχική μας υγεία.
Εάν είμαστε ώριμοι συναισθηματικά, είναι εύκολο να διακρίνουμε την επιβεβαίωση από την εκτίμηση. Η εκτίμηση σχετίζεται με την ικανότητά μας να αγαπάμε, ενώ η επιβεβαίωση αφορά στην ανάγκη μας να αισθανθούμε αξία. Την επιβεβαίωση την εισπράττουμε στις κοινωνικές σχέσεις μας μέσα από την εργασία μας, τη δημιουργικότητά μας, τα ιδιαίτερά μας χαρίσματα τα οποία τα μοιραζόμαστε με τους άλλους και εκείνοι τα θαυμάζουν. Την εκτιμάμε όταν μας προσφέρεται, αλλά είναι σημαντικό να γνωρίζουμε ότι εστιάζεται στα σημεία μας, τα οποία με κάποιο τρόπο εξελίσσουν τους άλλους, αλλά και εμάς γιατί τα αποδεχόμαστε περισσότερο.
Η εκτίμηση αφορά στις προσωπικές μας σχέσεις, όπου αισθανόμαστε ευγνωμοσύνη για τη συναισθηματική ανταπόκριση των ανθρώπων μας και θαυμάζουμε ο ένας τον άλλον για την προσωπικότητά του και τα επιτεύγματά του. Νοιαζόμαστε για τον άνθρωπο που εκτιμάμε και έχουμε επίγνωση της αξίας που έχει ο καθένας στη ζωή μας, αλλά και στην επιθυμία μας για ζωή. Στην εκτίμηση υπάρχει η ελευθερία να καλλιεργεί ο καθένας τον εαυτό του, ενώ κάθε φορά που εξελισσόμαστε εμπεριέχουμε και τον άνθρωπό μας, επειδή υπάρχει σεβασμός μεταξύ μας.
Η επιβεβαίωση στοχεύει στο σημείο, που θαυμάζει κάποιος, όσο διαρκεί, όπου ωφελείται από αυτό, χωρίς όμως απαραίτητα να γίνεται καλύτερος ο εαυτός του, γιατί για αυτό χρειάζεται δέσμευση. Η εκτίμηση εστιάζει στην προσωπικότητα των ανθρώπων που ενδιαφέρονται ο ένας για τον άλλον και ο θαυμασμός που νιώθουν παραμένει ανεπηρέαστος από επιτυχίες ή αποτυχίες, γιατί αισθάνονται πιο όμορφα με τον εαυτό τους αλλά και με τον άλλο άνθρωπο που μοιράζονται συναισθηματικά δώρα αγάπης.
Εάν εκτιμάμε κάθε πτυχή του εαυτού μας, είναι πιο εύκολο να αναζητήσουμε στην πηγή της αγάπης τους ανθρώπους μας και να μην παρασυρθούμε από καθρεφτίσματα που αντανακλούν τα ελλείμματα μας. Όσο πιο ολοκληρωμένη μορφή έχει η εικόνα μας στο νοητό μας καθρέφτη, τα αιτήματα που απευθύνουμε στους ανθρώπους μας είναι αιτήματα αγάπης, που πηγάζουν από την επιθυμία μας να τους συναντήσουμε μέσα από μια αμοιβαιότητα εκτίμησης.
Εάν όμως η απουσία καθρεφτίσματος σκίασε την ύπαρξη μας, χρειάζεται να διαφοροποιηθούμε από μια εικόνα, θαμπή στο σύνολό της ή σε μέρη της, την οποία δανειστήκαμε, προκειμένου να επιβεβαιωθεί η ύπαρξή μας και να αποκτήσει ομοίωμα ο εαυτός μας. Χρειάζεται να προσπαθήσουμε να θωρακίσουμε την αξία μας, αγαπώντας τον εαυτό μας. Ξεφυλλίζοντας τις μνήμες μας, κατανοούμε το παιδί μέσα μας που έκανε λάθη από άγνοια.
Προστατεύουμε τα συναισθήματά του με μητρικό και πατρικό τρόπο νουθετώντας το, ώστε να συνειδητοποιήσει πως το κάθε μάθημα ζωής που έλαβε από τα βιώματά του ήταν πολύτιμο στάλαγμα στην ύπαρξή του. Οι όμορφες εμπειρίες ανθίζουν τη ζωή μας, οι δυσάρεστες, όταν επιβεβαιώσουμε τον εαυτό μας πως άξιζε να τις ζήσουμε, μας μαθαίνουν να δίνουμε αξία και να δεσμευόμαστε με ό,τι ηχεί μελωδικά στην καρδιά μας.
Αν όμως δεν επιβεβαιώσουμε εμείς τον εαυτό μας με καθησυχαστικά λόγια που θα μας κάνουν να αισθανθούμε περήφανοι για μας, η κάθε κίνησή μας θα στρέφεται απεγνωσμένα στους άλλους, ώστε να θαμπωθούμε από την αντανάκλαση που θα δούμε στο βλέμμα τους, ελπίζοντας στην εκτίμησή τους. Θα επιζητάμε μια όαση, όχι για να μοιραστούμε συναισθήματα, αλλά γιατί φανταζόμαστε πως στον αντικατοπτρισμό της θα αποκατασταθεί η εικόνα μας και θα αναστυλωθεί η αξία μας. Θα εξαρτιόμαστε από εκείνους και θα γινόμαστε πιόνια στις διαθέσεις τους γιατί ως τρεμάμενα σχήματα θα προσμένουμε την κίνηση τους, για να σταθεροποιήσουμε τη μορφή μας και να μη μείνουμε μόνο περιγράμματα.
Θα ξοδεύουμε αλόγιστα την ψυχή μας, προσπαθώντας να εξαγοράσουμε τα συναισθήματά τους, έχοντας την ψευδαίσθηση πως όσο προσφερόμαστε στο βωμό ως θυσία, τόσο οι άλλοι θα διακρίνουν το μέγεθος της αξίας μας, για να το χωρέσουμε και εμείς. Θα τρέφουμε την αυταπάτη πως χάρη στο επιβεβαιωτικό τους βλέμμα κάθε αρνητικό θα το μετατρέψουμε σε πηγή θετικής ακτινοβολίας, οπότε η δική μας ανάγκη θα μετουσιωθεί σε επιθυμία για ζωή και ο έρωτας θα αναγεννηθεί μέσα μας.
Προσαρμοσμένοι σε αιτήματα άλλων, χάνουμε τον αληθινό μας καθρέφτη. Υποταγμένοι ενός ψευδούς εαυτού, για να ικανοποιήσουμε αυτό που επιθυμούν οι άλλοι για μας, χάνουμε την αλήθεια μας και πορευόμαστε με ένα εαυτό που δεν είναι δικός μας. Εάν προσαρμοστούμε σε προσδοκίες άλλων, σε ανεκπλήρωτες ανάγκες, προκειμένου να βρούμε τον δρόμο μας στη ζωή, η πορεία μας γίνεται μονόδρομος όπου δεν υπάρχει χώρος για προσωπικές αναζητήσεις, ελευθερία, ψυχική ανάταση, εμπιστοσύνη στη ζωή και αγάπη για αυτήν και φυσικά χάνουμε την εκτίμησή μας προς εμάς.
Ακολουθούμε τυφλά μονοπάτια άλλων που υπόσχονται αντανακλάσεις, προσπαθώντας να επιβεβαιώσουμε τις δικές μας πορείες, γιατί δεν αποδεχόμαστε αυτό που είμαστε, λες και έχουμε απεγνωσμένα την ανάγκη να γίνουμε κάτι άλλο μακρινό, σχεδόν εξόριστο που δεν μπορούμε να το φτάσουμε. Η τέλεια σιλουέτα, το ιδανικό πρόσωπο, η αψεγάδιαστη συμπεριφορά, η αλάνθαστη τελειότητα, η άφθαρτη νεότητα. Πίσω από αυτήν την ατέρμονη αναζήτηση κρύβεται το αίτημά μας για αγάπη. Ένα αίτημα σιωπηλό, αθόρυβο, που πνίγεται κάθε φορά που ξεπροβάλλει, για να μας απευθυνθεί να το αποδεχτούμε, για να μπορέσουμε να το προφέρουμε.
Έχουμε ανάγκη να μας αγαπήσουμε με τις μικρές αλλά και τις μεγάλες μας αδυναμίες, με τις δυνατότητές μας που αγωνίζονται να πάρουν μια θέση για να τις αναγνωρίσουμε, με τα σημαντικά αλλά και με εκείνα που θεωρούμε ασήμαντα κομμάτια του εαυτού μας, που ζητούν δειλά- δειλά να πάρουν μια θέση στην καρδιά μας, για να εκτιμηθούν από μας.
——
Η Αγγελική Μπολουδάκη είναι ιδιώτης Κοινωνική Λειτουργός, τέως στέλεχος του Κέντρου πρόληψης της χρήσης εξαρτησιογόνων ουσιών Ν.Χανίων και τέως Εκπαιδευτικός Α.Τ.Ε.Ι. Είναι συγγραφέας του βιβλίου ‘Μαμά, μπαμπά, δε με κοιτάξατε και χάθηκα’, Εκδόσεις Αραξοβόλι
πηγή : http://enallaktikidrasi.com
Σάββας Ν. Σαλπιστής, Ph.D., Κλινικός Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπευτής
πηγή : http://enallaktikidrasi.com
Η συνεχής ανάγκη επιβεβαίωσης και συμπάθειας από τους άλλους είναι, στην ουσία, σαν να λέμε στον εαυτό μας πως η γνώμη των άλλων για εμάς είναι σημαντικότερη και εγκυρότερη από αυτήν που εμείς οι ίδιοι έχουμε για τον εαυτό μας. Η κατασπατάληση χρόνου και ενέργειας, στην περίπτωση αυτή, είναι τεράστια, τα δε αποτελέσματα σχεδόν πάντα ανεπαρκή καθώς μόνο προσωρινή ανακούφιση παρέχουν.
Το πρώτο σημαντικό βήμα, για όσους νιώθουν έτσι, είναι η συνειδητοποίηση πως η αναζήτηση της συμπάθειας των άλλων δεν είναι μία ανάγκη αλλά μία επιθυμία. Όλοι μας νιώθουμε ικανοποίηση όταν εισπράττουμε το θαυμασμό, το χειροκρότημα ή τα θετικά σχόλια των άλλων, και αυτό είναι κάτι το απόλυτα φυσιολογικό. Σε πρόβλημα μετατρέπεται όταν ανάγεται σε αυτοσκοπό, όταν, δηλαδή, μετατρέπεται σε ανάγκη που, αν δεν ικανοποιηθεί, μπορεί να οδηγήσει κάποιον σε απόγνωση, θλίψη και αυτοαμφισβήτηση.
Οι αποχρώσεις μιας τέτοιας ανάγκης είναι πολλές, αγγίζοντας τα όρια του τραγικού, όταν κάποιος αναζητά απεγνωσμένα τη συμπάθεια και επιβράβευση ΟΛΩΝ για οτιδήποτε κάνει. Στην περίπτωση αυτή, μιλάμε για μια πραγματική θυσία του εαυτού στο βωμό της γνώμης και των προτιμήσεων των άλλων. Πιστεύω πως, στην ομάδα αυτή, ανήκει ένα μεγάλο μέρος των πολιτικών, γενικώς. Η ανάγκη τους για αποδοχή και συμπάθεια είναι απύθμενη και, χωρίς αυτά, θα ήσαν, στην κυριολεξία, άνεργοι. Για το λόγο αυτό, δεν μιλούν, συνηθέστατα, τη γλώσσα της αλήθειας αλλά λένε και υπόσχονται πράγματα, πέραν των πεποιθήσεών τους, με μοναδικό σκοπό την απόκτηση της συμπάθειας και εύνοιας αυτών στους οποίους απευθύνονται, δηλαδή, των μελλοντικών τους ψηφοφόρων.
Αυτού του είδους η συμπεριφορά είναι πολύ εύκολα αναγνωρίσιμη στους πολιτικούς από τους περισσότερούς μας. Πόσο εύκολο είναι, όμως, να την εντοπίσουμε στους εαυτούς μας, ιδίως εάν έχει γίνει στοιχείο του χαρακτήρα μας, δυσχεραίνοντας κατά πολύ τη δυνατότητα αυτοπαρατήρησής μας; Δεν υπάρχει άλλος τρόπος απαλλαγής από αυτήν τη μέγγενη, πέραν της αυτογνωσίας και του εντοπισμού των αιτιών της, εντός μας.
Πρώιμα μηνύματα που οδηγούν το παιδί να αναζητά την επιβεβαίωση των άλλων
Πριν από λίγα χρόνια, περίμενα τη σειρά μου για να πληρώσω στο ταμείο ενός σούπερ-μάρκετ. Εμπρός μου, βρίσκονταν μία μητέρα με το πεντάχρονο, περίπου, και πολύ συμπαθητικό, φυσιογνωμικά, αγοράκι της. Η ταμίας του χαμογέλασε, λέγοντάς του πόσο γλυκό αγόρι είναι και ρωτώντας το εάν θέλει να του δώσει μία καραμέλα. Το αγοράκι στράφηκε τότε προς τη μητέρα του, ρωτώντας την: «Θέλω μια καραμέλα;» Ένιωσα ένα σφίξιμο στην καρδιά, παρόλο που έχω ξανασυναντήσει πολλές φορές ανάλογες συμπεριφορές, δηλαδή, παιδιά -ακόμα και ενήλικες- που ρωτούν τους γονείς τους -ή κάποιον άλλον ενήλικα- για το τι θα φάνε, με τι να παίξουν, με ποιους θα παίξουν, αν θα κοιμηθούν, τι θα φορέσουν κ.ά.
Υπάρχουν γονείς που βλέπουν τα παιδιά τους ως κτήμα τους, θέλοντας να τα διαμορφώσουν κατά πως οι ίδιοι επιθυμούν, ως να επρόκειτο για τους εαυτούς τους. Γίνονται αδυσώπητοι κριτές τους και μπορεί να φθάνουν ακόμα και μέχρι του σημείου να απειλούν με απόσυρση της αγάπης τους («Η μαμά δεν σ΄αγαπάει αν δεν είσαι καλό παιδάκι» ή «Αν κάνεις έτσι, η μαμά θα πάρει άλλο παιδάκι» κ.τ.λ.) -όταν το παιδί προσπαθεί, ως δικαιούται, να υπερασπιστεί τα θέλω του- και υμνητές του, όταν «συμμορφώνεται προς τας υποδείξεις»…
Ένα παιδί, με ανάλογες εμπειρίες, δεν πρόκειται να εμπιστευτεί τον εαυτό του, σε βαθμό που να νιώθει ασφάλεια και αυτοπεποίθηση. Η σπίθα αυτονομίας που διεκδικούσε με τόση λαχτάρα ο αναδυόμενός του εαυτός σβήστηκε βίαια με πυροσβεστήρες αποδοκιμασιών, μομφών και αμφισβητήσεων.
Παράδειγμα:
Το παιδί ρωτά τη μητέρα του τι ρούχα να φορέσει
Μητέρα: «Φόρεσε ότι θέλεις»
Παιδί: «Πως σου φαίνεται αυτό, μαμά;»
Μητέρα: «Όχι, παιδί μου! Θα βγεις έτσι έξω; Δεν ταιριάζει αυτή η μπλούζα με αυτό το παντελόνι. Πήγαινε και άλλαξε γρήγορα!».
Λίγες ημέρες αργότερα…
– «Τι να φορέσω μαμά;»
– «Μα σου είπα, φόρεσε ότι θέλεις! Γιατί συνέχεια πρέπει να με ρωτάς!»…
Κάπως έτσι αντιμετώπιζε την Κ. η μητέρα της. Καταξιωμένο άτομο, σήμερα, πολύ ευφυής και με μεγάλη επιστημονική και κοινωνική αναγνώριση. Ότι και αν κάνει, όσο πολύ και αν προσπαθεί, πάντα πιστεύει πως δεν είναι αρκετό, πως «δεν θα αρέσει», πως θα επικριθεί. Σχεδόν όλα της τα Σαββατοκύριακα τα αφιέρωνε στις διάφορες εργασίες της για να είναι «τέλειες» ώστε να μην μπορεί κάποιος να της προσάψει το παραμικρό, νιώθοντας ταυτόχρονα τεράστιες ενοχές για το χρόνο που σχεδόν ποτέ δεν περίσσευε για τα παιδιά της που, συνήθως, τα επέπληττε ουρλιάζοντας όταν τη διέκοπταν από τη μελέτη της, θέλοντας να ζητήσουν ή να ρωτήσουν κάτι.
Στη θεραπεία της, κάθε φορά που πρόφερε τη λέξη «μητέρα», αναφερόμενη στη μητέρα της, βούρκωνε ή έκλαιγε γοερά. Μόλις την περασμένη βδομάδα, ψέλλισε μέσα στο ασταμάτητο κλάμα της:
– «Ποτέ της δεν αναγνώρισε στο ελάχιστο ό,τι και αν έκανα, όσο σπουδαίο και αν ήταν αυτό. Ποτέ δεν ήταν αρκετό, νόμιζα πως δεν με αγαπά για αυτό που είμαι»…
Πολλοί είναι οι γονείς που λειτουργούν ως τροχονόμοι και κριτές των επιλογών και της ζωής του παιδιού τους, θεωρώντας πως οι ίδιοι γνωρίζουν πάντα καλύτερα, ακόμα και τις ανάγκες του, και στερώντας του τη δυνατότητα να δοκιμάσει, να γνωρίσει και να αρχίσει να εμπιστεύεται τον εαυτό και τις δυνάμεις του. Το να γνωρίζει ο γονιός καλύτερα δεν σημαίνει πως πρέπει να υποκαθιστά και να ακυρώνει το παιδί. Ο ρόλος του είναι να φροντίζει για το «ευ ζην» του παιδιού του, δίνοντάς του σταδιακά, από την αρχή της ζωής, ολοένα και περισσότερο χώρο ώστε να εξελίξει τον αληθινό εαυτό και τις ιδιαίτερες δυνατότητές του. Να βρίσκεται, συνήθως, ένα βήμα πίσω από το παιδί και όχι ένα ή περισσότερα μπροστά, ανοίγοντάς του το δρόμο ως μπουλντόζα…
Πολλά είναι τα παιδιά εκείνα που, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο «εκπαιδεύονται» στο να γίνουν άτομα εξαρτημένα, τουλάχιστον, από τη γνώμη, την αποδοχή, την επιβεβαίωση και το θαυμασμό των άλλων, και, αργότερα στη ζωή, ως ζωντανοί ετερόφωτοι αστέρες, να μοιάζει σαν να μην υπάρχουν αν δεν «φωτιστούν» από κάποιους άλλους…
Τα παιδιά, σχεδόν πάντα, αντιστέκονται
Τα περισσότερα παιδιά, όμως, αντιστέκονται, με το δικό τους τρόπο και τα μέσα που διαθέτουν, μπροστά σε αυτού του είδους την καλοπροαίρετη άσκηση βίας. Πόσοι είναι οι γονείς που συναινούν, για παράδειγμα, στην επιθυμία του τρίχρονου παιδιού τους να δοκιμάσει τον εαυτό του και λέει: «Μόνος», θέλοντας να βάλει χωρίς βοήθεια το μπουφάν του, το πρωί πριν την αναχώρηση για τον παιδικό σταθμό και όταν ο χρόνος πιέζει; Τα παιδιά δεν μπορούν, φυσικά, να τα βγάλουν πέρα με έναν ενήλικα που τόσο ανάγκη έχουν για τη φυσική και συναισθηματική τους επιβίωση, αντιδρούν, όμως, με τα δικά τους «όπλα» ώστε να διατηρήσουν ή να περισώσουν έστω και μια ψευδαίσθηση αυτονομίας. Έτσι, λοιπόν, μπορεί να αρνούνται να φάνε το φαγητό τους, να καθίσουν στο γιο-γιο τους για την ανάγκη τους, να μην κοιμούνται κ. ά.
Με τι εφόδια θα αντιμετωπίσει ένα τέτοιο παιδί, εκτός σπιτιού, το αναπόφευκτο κάποια στιγμή ενδεχόμενο να χρειασθεί να αντιπαρατεθεί ή να συγκρουσθεί με άλλα παιδιά, υπερασπιζόμενο τον εαυτό και την αξιοπρέπειά του; Πως θα μπορέσει να διαχειρισθεί μια σοβαρή συναισθηματική ματαίωση, φιλικής ή ερωτικής μορφής και τόσες άλλες καταστάσεις όπου ο γονιός δεν μπορεί, σε καμία περίπτωση, να είναι παρών;
Με άλλα λόγια, το πρόβλημα δεν είναι η ανάγκη του παιδιού για επιβεβαίωση, συμπάθεια, εκτίμηση και αποδοχή αλλά το να παρέχονται όλα αυτά από το γονιό ως επιβράβευση αποδεκτών σε αυτόν συμπεριφορών του παιδιού του. Σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει η αυτοεκτίμηση του παιδιού να εξαρτάται από την επιδοκιμασία των άλλων αλλά από τη θετική εικόνα που το ίδιο έχει αποκτήσει για τον εαυτό του, έχοντας ενθαρρυνθεί -και όχι υποκατασταθεί- προς την κατεύθυνση αυτή από το άμεσό του περιβάλλον.
Ο ρόλος του σχολείου
Όλη η φιλοσοφία του σημερινού εκπαιδευτικού μας συστήματος δεν ευνοεί μια πιο ελεύθερη σκέψη και διάθεση αυτονομίας, την κριτική ικανότητα και εμπιστοσύνη στις ίδιες δυνάμεις του παιδιού. Παπαγαλία, φροντιστήρια ή ιδιαίτερα, «προσαρμογή» στους κανόνες και τις απαιτήσεις της αγοράς κ.τ.λ. Μαθητές που δείχνουν τάσεις πιο αυτόνομης λειτουργίας και ελεύθερης σκέψης, που δεν λειτουργούν ενοχικά, που δεν έχουν μάθει να επιβεβαιώνονται μόνο όντας αρεστοί στους άλλους και που δεν «προσαρμόζονται» στις απαιτήσεις του σχολείου ή/και των εκπαιδευτικών, εύκολα μπορούν να χαρακτηριστούν ως «δύσκολα» «προβληματικά» ή «απροσάρμοστα» παιδιά.
Το σχολείο, ως οργανισμός, δεν αποδέχεται και δεν μπορεί να διαχειρισθεί αποτελεσματικά παιδιά που σκέφτονται πιο ελεύθερα και ανεξάρτητα. Συχνά, σε πολλά σχολεία, ο δρόμος προς την «επιτυχία» περνά μέσα από την προσπάθεια απόκτησης της συμπάθειας του εκπαιδευτικού προσωπικού. Αυτό ήταν ακόμα πιο κραυγαλέο παλαιότερα. Κάτι ανάλογο συμβαίνει συχνά και στα πανεπιστήμια…
Επίλογος
Η ανάγκη επιβεβαίωσης αποτελεί πανανθρώπινη ανάγκη και παράγοντα που μπορεί να κάνει τη διαφορά στη ζωή του καθενός μας, αρκεί να μην δίνεται με ανταλλάγματα και προϋποθέσεις ξένες προς εμάς.
Η σημασία επιβεβαίωσης διαφαίνεται πολύ ανάγλυφα από αυτό που ισχύει σε μια φυλή της Αφρικής. Στη φυλή αυτή, η χειρότερη ποινή την οποία κάποιος μπορεί να εισπράξει δεν είναι φυλάκιση, εκτέλεση ή κάτι παρόμοιο. Το άτομο που υπέπεσε σε κάποιο βαρύ παράπτωμα μπορεί να συνεχίσει να ζει στο χωριό αλλά κανένας δεν το κοιτά, δεν του μιλά ή δεν κάνει κάτι που να υποδηλοί πως το άτομο αυτό υπάρχει. Τα άτομα που καταδικάστηκαν σε αυτού του είδους την ποινή πολύ συχνά αρρώσταιναν βαριά μετά από κάποιο χρονικό διάστημα και ορισμένα πέθαιναν εξαιτίας αυτής της παντελούς έλλειψης ανθρώπινης επιβεβαίωσης.
Ο σουηδός συγγραφέας Hjalmar Söderberg λέει χαρακτηριστικά (ελεύθερη μετάφραση): «Θέλουμε να αγαπηθούμε, αλλά ελλείψει αυτού να μας φοβούνται, ελλείψει αυτού να μας απεχθάνονται και να μας περιφρονούν. Έχουμε ανάγκη να προκαλούμε κάποιου είδους συναίσθημα στους ανθρώπους. Η ψυχή παγώνει στο κενό και αναζητά την επαφή με κάθε αντίτιμο».
“Αυτός ο κόσμος τσακίζει τους ανθρώπους και στο μέρος που τσακίζονται εμφανίζεται ένα ράγισμα. Κι όσοι αρνούνται να τσακιστούν, αυτούς ο κόσμος τους σκοτώνει».
«Σκοτώνει χωρίς να λογαριάζει τους πολύ γενναίους, τους πολύ δυνατούς και τους πολύ ρομαντικούς. Αν δεν είστε από αυτούς θα σας σκοτώσει επίσης. Όμως τότε θα αφήσει τον χρόνο να κάνει την δουλειά του».
«Κανένας άνθρωπος δεν είναι νησί, ακέριος μοναχός του. Κάθε άνθρωπος είναι ένα κομμάτι ηπείρου, ένα μέρος στεριάς. Αν η θάλασσα ξεπλύνει ένα σβόλο χώμα, η Ευρώπη γίνεται μικρότερη. Όπως κι αν ξεπλύνει ένα ακρωτήρι ή ένα σπίτι φίλων σου ή δικό σου».
«Κάθε ανθρώπου ο θάνατος λιγοστεύει εμένα τον ίδιο, γιατί είμαι ένα με την Ανθρωπότητα. Κι έτσι ποτέ σου μη στέλνεις να ρωτήσεις για ποιον χτυπά η καμπάνα. Χτυπάει για σένα».
Δάσκαλε, την ηρεμία πως την κατακτάς;
-Η ζωή παιδί μου, είναι ροή. Προχωράει αδιάκοπα και δεν νοιάζεται για τη δική σου κατάσταση.
Η ζωή ακόμα, είναι δημιουργία. Κάθε στιγμή, αναπλάθει τον εαυτό της και ξαναδημιουργείται. Όλα τα τμήματά της συμβάλλουν σε αυτό. Ακόμα και η δική σου στάση.
Μπροστά μας, βγαίνουν προβλήματα. Καλούμαστε να τα επιλύσουμε. Άλλο πράγμα το πρόβλημα, άλλο πράγμα η λύση του.
Το μπλοκάρισμα προκαλείται όταν ο νους εστιάζει στο πρόβλημα και όχι στη λύση του. Όταν το κοιτάς, το γιγαντώνεις, ενώ θα έπρεπε να διαθέτεις την ενέργειά σου στη λύση. Εκεί βρίσκεται η απάντηση που ψάχνεις. Στη λύση.
Όποτε κάνεις βήματα για τη λύση, δημιουργείς, και είσαι σύμφωνος με τη ροή.
Όποτε εστιάζεις στο πρόβλημα, κολλάς στο παρελθόν, και η ζωή σε προσπερνάει. Το πρόβλημα, κάποτε γεννήθηκε. Τώρα, είναι παρελθόν. Η εστίαση σε αυτό, φέρνει ταραχή. Η χρόνια ταραχή, σωματοποιείται, και εκφράζεται με την ασθένεια. Έτσι δημιουργείς σε αντίθεση με τη ροή, και διαμέσου του ταραγμένου νου.
Αν ξέρεις τη λύση στο πρόβλημά σου, βάδισε προς αυτή, και ξεκίνα να δημιουργείς. Έτσι ο νους ευφραίνεται, μπαίνει σε καινούργια μονοπάτια, και η δημιουργία σου έχει ξεφύγει από το πρόβλημα που γεννήθηκε στο παρελθόν, και μπαίνει στη διαδρομή της ροής, η οποία δεν κοιτάζει πίσω.
Αν δεν ξέρεις τη λύση, εμπιστεύσου λίγο περισσότερο τη δύναμη της ζωής σε αυτό. Ίσως η λογική σου να μην βλέπει όλες τις πληροφορίες, οι πεποιθήσεις σου να είναι πολύ παγιωμένες, η αντίληψή σου ελλιπής, ο φόβος σου πολύ μεγάλος. Ίσως κάνεις μεγάλο θόρυβο και δεν ακούς την απάντηση. Ίσως την απορρίπτεις χωρίς να έχεις αφήσει περιθώριο στην καρδιά σου να σου μιλήσει.
Και πάνω από όλα, μέσα στη ταραχή και τον εγκλωβισμό που δημιουργεί ένα πρόβλημα, ζήτησες ποτέ να ακούσεις κάποια λύση, δείχνοντας εμπιστοσύνη στο καινούργιο, και επιτρέποντας στο παλιό να αποχωρήσει;
Να ξέρεις, η ροή, ζητάει θυσία. Η ζωή, θα προχωρήσει αδιαφορώντας για τις πεποιθήσεις σου.
Από Awaken.gr
“Μέτρησα τα χρόνια μου και συνειδητοποίησα, ότι μου υπολείπεται λιγότερος χρόνος ζωής απ” ότι έχω ζήσει ως τώρα…
Αισθάνομαι όπως αυτό το παιδάκι που κέρδισε μια σακούλα καραμέλες: τις πρώτες τις καταβρόχθισε με λαιμαργία αλλά όταν παρατήρησε ότι του απέμεναν λίγες, άρχισε να τις γεύεται με βαθιά απόλαυση.
Δεν έχω πια χρόνο για ατέρμονες συγκεντρώσεις όπου συζητούνται, καταστατικά, νόρμες, διαδικασίες και εσωτερικοί κανονισμοί, γνωρίζοντας ότι δε θα καταλήξει κανείς πουθενά.
Δεν έχω πια χρόνο για να ανέχομαι παράλογους ανθρώπους που παρά τη χρονολογική τους ηλικία, δεν έχουν μεγαλώσει.
Δε θέλω να βρίσκομαι σε συγκεντρώσεις όπου παρελαύνουν παραφουσκωμένοι εγωισμοί.
Δεν ανέχομαι τους χειριστικούς και τους καιροσκόπους.
Με ενοχλεί η ζήλια και όσοι προσπαθούν να υποτιμήσουν τους ικανότερους για να οικειοποιηθούν τη θέση τους, το ταλέντο τους και τα επιτεύγματα τους.
Μισώ, να είμαι μάρτυρας των ελαττωμάτων που γεννά η μάχη για ένα μεγαλοπρεπές αξίωμα.
Οι άνθρωποι δεν συζητούν πια για το περιεχόμενο… μετά βίας για την επικεφαλίδα.
Ο χρόνος μου είναι λίγος για να συζητώ για τους τίτλους, τις επικεφαλίδες.
Θέλω την ουσία, η ψυχή μου βιάζεται… Μου μένουν λίγες καραμέλες στη σακούλα…
Θέλω να ζήσω δίπλα σε πρόσωπα με ανθρώπινη υπόσταση.
Που μπορούν να γελούν με τα λάθη τους.
Πoυ δεν επαίρονται για το θρίαμβό τους.
Που δε θεωρούν τον εαυτό τους εκλεκτό, πριν από την ώρα τους.
Που δεν αποφεύγουν τις ευθύνες τους.
Που υπερασπίζονται την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και που το μόνο που επιθυμούν είναι να βαδίζουν μαζί με την αλήθεια και την ειλικρίνεια.
Το ουσιώδες είναι αυτό που αξίζει τον κόπο στη ζωή.
Θέλω να περιτριγυρίζομαι από πρόσωπα που ξέρουν να αγγίζουν την καρδιά των ανθρώπων…
Άνθρωποι τους οποίους τα σκληρά χτυπήματα της ζωής, τους δίδαξαν πως μεγαλώνει κανείς με απαλά αγγίγματα στην ψυχή.
Ναι, βιάζομαι, αλλά μόνο για να ζήσω με την ένταση που μόνο η ωριμότητα μπορεί να σου χαρίσει.
Σκοπεύω να μην πάει χαμένη καμιά από τις καραμέλες που μου απομένουν… Είμαι σίγουρος ότι ορισμένες θα είναι πιο νόστιμες απ΄ όσες έχω ήδη φάει.
Σκοπός μου είναι να φτάσω ως το τέλος ικανοποιημένος και σε ειρήνη με τη συνείδησή μου και τους αγαπημένους μου…»
Ποία είναι η ωραιοτέρα λέξις της ελληνικής γλώσσης;» αναρωτιόταν ο Πέτρος Χάρης (Ιωάννης Μαρμαριάδης 1902-1998) πριν από περίπου 80 χρόνια και ξεκινούσε ένα όμορφο δημοσιογραφικό παιχνίδι, δημοσιεύοντας τις απόψεις των σπουδαιότερων λογοτεχνών, δημοσιογράφων αλλά και πολιτικών της εποχής· μιας εποχής κατά την οποία κυρίως ο κόσμος των Τεχνών και των Γραμμάτων ερωτοτροπούσε με τη γλώσσα μας, επηρεασμένος σαφώς από την εθνική πολιτική και τον αστικό εκσυγχρονισμό της σχολικής γνώσης που διαμόρφωνε τη νέα ελληνική γλώσσα.
Nομοσχέδια και γλωσσο-εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις από το 1913 και εντεύθεν, καθώς και το νεοφιλελληνικό γλωσσικό κίνημα που αναπτύχθηκε στο εξωτερικό –κυρίως στη Γαλλία με αιχμή την ίδρυση του Ινστιτούτου της Σορβόνης (1920) από τον Hubert Pernot (1870-1946)– έδιναν νέες διαστάσεις στην ευρεία κατανόηση και διάδοση του ελληνικού πνεύματος τόσο στο εσωτερικό όσο και στην Ευρώπη.
Στην Ελλάδα ο Π. Χάρης, εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι στον τόπο μας ακόμη και η καθημερινή γλώσσα χώριζε τους ανθρώπους σε στρατόπεδα, καλούσε τους διανοούμενους να απαντήσουν.
Έτσι, ο Κωστής Παλαμάς απάντησε ότι η ωραιότερη λέξη είναι ο «δημοτικισμός», ο Γρηγόρης Ξενόπουλος έβρισκε γοητεία στη λέξη «αισιοδοξία», ο Σπύρος Μελάς χωρίς δισταγμό έβρισκε πιο ελκυστική τη λέξη «ελευθερία» και ο στιλίστας Ζαχαρίας Παπαντωνίου εξήρε την ομορφιά της λέξης «μοναξιά». Ο ζωγράφος και καθηγητής της Σχολής Καλών Τεχνών Ουμβέρτος Αργυρός επέλεγε τη λέξη «χάρμα» διότι, όπως υποστήριζε, δεν υπάρχει σε καμία άλλη γλώσσα και στα πέντε γράμματά της κλείνει ό,τι χίλιες άλλες λέξεις μαζί.
Ο Σωτήρης Σκίπης ανέσυρε τη λέξη «απέθαντος» από τα βυζαντινά κείμενα, διαχωρίζοντάς την από τη λέξη «αθάνατος», και ο Παντελής Χορν δήλωσε παντοτινή προτίμηση στη λέξη «νειάτα».
Ο αλησμόνητος Αθηναιογράφος Δημήτριος Γρ. Καμπούρογλους, παρά τα χρόνια του, προτιμούσε τη λέξη «ιμερτή», δηλαδή την αγαπητή, την ποθητή.
Ο θεατράνθρωπος Νικόλαος Λάσκαρις τη «ζάχαρη», ο ιστορικός Διονύσιος Κόκκινος τη λέξη «χίμαιρα», ο ζωγράφος Παύλος Μαθιόπουλος το «φως» και ο γλύπτης Μιχαήλ Τόμπρος τη λέξη «ουσία».
Ο Παύλος Νιρβάνας (Πέτρος Κ. Αποστολίδης), προφανώς επηρεασμένος από τον τόπο του (Σκόπελο), αγαπούσε τη λέξη «θάλασσα».
Οι ζωγράφοι αποκάλυπταν τις ευαισθησίες τους: Ο Δημήτριος Γερανιώτης ήθελε την «αρμονία», ο Κωνσταντίνος Παρθένης την «καλημέρα» και ο Δημήτριος Μπισκίνης το «όνειρο».
Ως προς τις γυναίκες που κυριαρχούσαν στην πνευματική ζωή η λαογράφος Αγγελική Χατζημιχάλη ήθελε «πίστη», ενώ η 25χρονη ηθοποιός Ελένη Παπαδάκη, η οποία έμελλε να δολοφονηθεί άδικα στα Δεκεμβριανά του 1944, δήλωνε πως «η λέξις που περικλείει τα περισσότερα πράγματα, τα πάντα θα έλεγα, είναι η λέξις» «ΖΩΗ»!
Η γιατρός και συγγραφέας Άννα Κατσίγρα ήθελε «χαρά» και η καθηγήτρια του Ελληνικού Ωδείου Αύρα Θεοδωροπούλου αναζητούσε την «καλοσύνη».
Ενδιαφέρουσες όμως ήταν και οι απαντήσεις των πολιτικών του 1933:
Ο στρατιωτικός και Πρόεδρος της Γερουσίας Στυλιανός Γονατάς προτιμούσε το «εμπρός», ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου τη λέξη «μάννα» και ο πρόεδρος της Βουλής Θεμιστοκλής Σοφούλης τη λέξη «φιλότιμο» διότι εκφράζει έναν ολόκληρο ηθικό κόσμο και δεν υπάρχει σε άλλη γλώσσα του κόσμου.
Ο αρχηγός του Αγροτικού Κόμματος Ελλάδος Ιωάννης Σοφιανόπουλος πρότασσε την «ανατολή» και ο ιδρυτής του ίδιου κόμματος Αλέξανδρος Μυλωνάς τη λέξη «πόνος».
Αισιοδοξία, ελευθερία, μοναξιά, νειάτα, ιμερτή, θάλασσα, αρμονία, καλημέρα, όνειρο, πίστη και ζωή είναι λέξεις με τις οποίες πορευόταν η Ελλάδα πριν από ογδόντα χρόνια. Ατένιζε την έξοδο από την οικονομική κρίση, έπαιζε με τη ζωντανή ελληνική γλώσσα και επέτρεπε στην παγκόσμια κοινότητα να βαφτίζεται στα νάματά της.
Του Ελευθερίου Γ. Σκιαδά
Η Οδύσσεια είναι έπος μετατρωικό, επομένως μεταπολεμικό. Από την άποψη αυτή μπορεί να θεωρηθεί έργο μεταηρωικό και, κατά κάποιον τρόπο, ειρωνικό. Υπενθυμίζεται ότι ο κεντρικός ήρωας, ο Οδυσσέας, προβάλλεται στον πρώτο στίχο του έπους ως πολύτροπος. Τούτο σημαίνει ότι εμφορείται λιγότερο από την πολεμική αρετή, η οποία χαρακτηρίζει τους κορυφαίους ιλιαδικούς ήρωες, και περισσότερο από την ευελιξία και την πολυμέρεια του μυαλού του. Η πρωτεϊκή φύση και συμπεριφορά του εκδηλώνεται άλλοτε με την απόκρυψη της πραγματικής του ταυτότητας, άλλοτε με την επικάλυψή της μέσω της σωματικής και ρητορικής μεταμόρφωσης. Γενικότερα στην περίπτωση του Οδυσσέα, και όχι μόνον, συγχέονται τα όρια προσωπείου και προσώπου, υπόκρισης και ανυπόκριτης ομολογίας, αληθοφανούς ψεύδους και αλήθειας. Με τη μέθοδο αυτή η Οδύσσεια διευρύνει και περιπλέκει τη θεολογική, ανθρωπολογική, πολιτική και ηθολογική διάσταση της Ιλιάδας όπου οι αντίθετοι όροι και στα τρία αυτά επίπεδα παραμένουν κατά κανόνα διακεκριμένοι και άμεικτοι. Στην Οδύσσεια αντίθετα συμβάλλονται συχνά παραπληρωματικές αντιθέσεις δημιουργώντας αλλεπάλληλα μείγματα, στο εσωτερικό των οποίων μπορεί να διακριθούν ακόμη και αντιφάσεις.
Τούτο ισχύει καταρχήν για τον μύθο του έπους, ο οποίος συντίθεται από παραμυθικά, νοβελιστικά και επικά στοιχεία, ενώ συγχρόνως φιλοξενεί φανταστικές αλλά και άκρως ρεαλιστικές μορφές και συμπεριφορές. Αναλόγως περιπλέκεται στο έπος αυτό και το κυρίαρχο μεγάθεμα του νόστου, που διχοτομείται εξαρχής στη θετική και αρνητική εκδοχή του, στο ενδιάμεσο των οποίων αναπτύσσονται τα θέματα της αναζήτησης του ήρωα και των διαδοχικών αναγνωρισμών του. Έτσι ο οδυσσειακός νόστος δοκιμάζεται απαρχής μέχρι τέλους του έπους: ο διπλός στόχος του (η επανάκτηση της βασιλικής εξουσίας και της νόμιμης συζύγου) ταλαντεύεται, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, όχι μόνον πριν αλλά και μετά τη Μνηστηροφονία· απαιτείται η παρέμβαση της Αθηνάς στην τελευταία ραψωδία της Οδύσσειας, για να αποτραπεί εμφύλια σύρραξη στην Ιθάκη. Τούτο σημαίνει ότι το happy end του έπους είναι μάλλον διφορούμενο, αν μάλιστα συνυπολογιστεί η προβλεπόμενη δεύτερη αποδημία του ήρωα, που την έχει προετοιμάσει ήδη εντός της Οδύσσειας η προφητεία του Τειρεσία.
Περίπλοκη ελέγχεται και η σχέση του Οδυσσέα με την Πηνελόπη. Στον κύκλο του εξωτερικού νόστου (προτού δηλαδή ο Οδυσσέας πατήσει το πόδι του στην Ιθάκη) ο ήρωας εμπλέκεται ερωτικά ή συναισθηματικά με τρεις γυναικείες μορφές: σε χρονογραφική σειρά, με την Κίρκη, την Καλυψώ και τη Ναυσικά· σε αφηγηματική διαδοχή, με την Καλυψώ, τη Ναυσικά και την Κίρκη. Και οι τρεις αυτές γυναικείες μορφές (δαιμονικές θεές οι δύο, βασιλική κόρη η άλλη) μετατρέπονται καθ’ οδόν από ανασταλτικούς σε προωθητικούς συντελεστές του νόστου, σχηματίζοντας έτσι μια τρίβαθμη κλίμακα, η οποία οδηγεί τελικώς τον Οδυσσέα στην Πηνελόπη.
Εξέχουσες οι τρεις γυναίκες μέσα στην Οδύσσεια, εμφανίζονται και αποσύρονται στο πρώτο μισό του έπους. Η Κίρκη ανήκει στο εγκιβωτισμένο αφηγηματικό παρελθόν· η Ναυσικά στο αφηγηματικό παρόν· η Καλυψώ μετέχει άνισα και στους δύο χρόνους. Η απομόνωση του ήρωα στο νησί της Κίρκης δεν ξεπερνά τελικώς τον ένα χρόνο· η καθήλωσή του στο νησί της Καλυψώς υπερβαίνει τα οκτώ χρόνια· η φιλοξενία του στο νησί της Ναυσικάς είναι μόλις τριήμερη. Στο νησί της Κίρκης ο Οδυσσέας φτάνει μαζί με τους εταίρους του. Στα άλλα δύο ύστερα από προηγούμενο συντριπτικό ναυάγιο: μεταξύ Θρινακίας και Ωγυγίας το ένα· μεταξύ Ωγυγίας και Σχερίας το άλλο.
Η ξωθιά Καλυψώ, η φαρμακός Κίρκη, η αδάμαστη παρθένα Ναυσικά, που ευχήθηκε στο μεταξύ να είχε ταίρι της τον Οδυσσέα, συστήνουν το τρίγωνο των παρασυζυγικών σχέσεων του ήρωα. Αν συγκριθούν οι σχέσεις αυτές με τις αντίστοιχες της Ιλιάδας (τη μακροσκοπική της Ελένης με τον Πάρη, τη μικροσκοπική του Αγαμέμνονα με τη Βρισηίδα, που η πρώτη προκαλεί τον τρωικό και η δεύτερη τον ιλιαδικό πόλεμο), αποδεικνύονται τελικώς αποδεκτές και ευάγωγες. Ο ποιητής της Οδύσσειας φαίνεται να ξεπερνά και σε τούτο το κεφάλαιο παραδοσιακού τύπου απαγορευτικές εντολές· αφήνει τον ήρωά του να πέσει στο κρεβάτι μιας νύμφης και μιας μάγισσας, να ομολογήσει το θάμβος του μπροστά στην ομορφιά μιας παρθένας, προτού φτάσει στην Ιθάκη και πλαγιάσει στην κλίνη της πιστής γυναίκας του. Η ερωτική ωστόσο αυτή ελευθεριότητα του Οδυσσέα πραγματοποιείται κάθε φορά σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης· θα έλεγε κάποιος πως είναι υποχρεωτική και, ως ένα σημείο, αναλογεί στους ελιγμούς της Πηνελόπης απέναντι στους μνηστήρες.
Στην επιφάνεια του έπους η Πηνελόπη παραμένει, είκοσι χρόνια ολόκληρα, αμετακίνητα πιστή· φαντάζει αντίβαρο της άπιστης Ελένης και της ανδροφονικής Κλυταιμνήστρας. Στο υπέδαφος όμως της Οδύσσειας η Πηνελόπη γίνεται κατά κάποιον τρόπο και ερωτικά διφορούμενη: ανέχεται την παρουσία των μνηστήρων στο παλάτι, γεγονός που προκαλεί και τη μομφή του Τηλεμάχου· έστω μέσα στη μαύρη απελπισία της για τον οριστικό, όπως πιστεύει, χαμό του Οδυσσέα, δεν αποκλείει δεύτερο γάμο με κάποιον από τους μνηστήρες της. Τον αναβάλλει όσο μπορεί· στο τέλος όμως, με τη συναίνεση και του αδιάγνωστου ακόμη νόμιμου άντρα της, τον προκαλεί, επινοώντας το άθλημα της τοξοθεσίας, κυριολεκτικώς στο παρά πέντε. Αυτό το άθλημα βεβαίως θα οδηγήσει στην αποκάλυψη του Οδυσσέα, στην πράξη της μνηστηροφονίας, εφεξής στον αναγνωρισμό του ήρωα από τη γυναίκα του και στην ερωτική τους συγκοίμηση.
Υπάρχουν και άλλα παρόμοια στοιχεία μέσα στην Οδύσσεια τα οποία καθιστούν την Πηνελόπη, αναλογικώς προς τον Οδυσσέα, πολύτροπη· και είναι πιθανό, αν όχι βέβαιο, πως το λογοτυπικό επίθετο περίφρων, που συνοδεύει σταθερά το όνομά της, παραπέμπει όχι τόσο στην αδέκαστη φρόνησή της όσο στο ευέλικτο μυαλό της.
Τούτο σημαίνει ότι το ζεύγος «Οδυσσέας-Πηνελόπη» δεν είναι, όπως φαίνεται σε πρώτη ματιά, τόσο ετεροβαρές: ενεργητικός και ελευθέριος ερωτικά ο άντρας· παθητική και απόλυτα έμπιστη η γυναίκα. Πρόκειται για ισόρροπη μάλλον συζυγία και σε τούτο το κεφάλαιο. Η διαφορά ανάμεσα στην Πηνελόπη και στην Ελένη, ή και στην Κλυταιμνήστρα, βρίσκεται αλλού· αυτή τιθασεύει τα διαθέσιμα πάθη της, ενώ εκείνες τα άφησαν ατιθάσευτα. Σε τούτο το σημείο λίγο πολύ συμφωνεί η Πηνελόπη με τον Οδυσσέα· ο οποίος αισθάνεται πως πρέπει να περάσει μέσα από τις ερωτικές συμπληγάδες της Κίρκης, της Καλυψώς και της Ναυσικάς για να βρεθεί στην αγκάλη της νόμιμης γυναίκας του.
Αν η Οδύσσεια μοιάζει με ενάρετο παραμύθι στην επιφάνειά της, στο βάθος όμως μελετά με τόλμη την ερωτική παθολογία· συμφιλιώνοντας τις παρασυζυγικές εκτροπές με τη συζυγική τροπή. Ζητούμενο είναι να βρεθεί τρόπος ευάγωγος που ευνοεί το πέρασμα από τις πρώτες στη δεύτερη. Τέλος καλό, όλα καλά.
Δ. Ν. ΜΑΡΩΝΙΤΗΣ
Ομότιμος καθηγητής Α.Π.Θ
Οδυσσέας Ελύτης, «Ο Αύγουστος»
Ο Αύγουστος ελούζονταν μες στην αστροφεγγιά
Κι από τα γένια του έσταζαν άστρα και γιασεμιά
Αύγουστε μήνα και Θεέ σε σέναν ορκιζόμαστε
Πάλι του χρόνου να μας βρεις στο βράχο να φιλιόμαστε
Απ΄την Παρθένο στον Σκορπιό χρυσή κλωστή να ράψουμε
Κι έναν θαλασσινό σταυρό στη χάρη σου ν΄ανάψουμε
Ο Αύγουστος ελούζονταν μες στην αστροφεγγιά
Κι από τα γένια του έσταζαν άστρα και γιασεμιά.
(Τα Ρω του Έρωτα, Ο. Ελύτης, εκδ. Ίκαρος)
Γιάννης Ρίτσος, «Αύγουστος»
Το φως είναι μαύρο, καμένο απ’ τη ζέστη σαν ανθρώπινο σώμα.
Πόδια γυμνά, δυνατά, βαμμένα απ’ τη θάλασσα ή το μούστο.
Στήθια κρουστά, σφιγμένα στις παλάμες του ήλιου. Ο αγωγιάτης,
ο αμπελουργός, ο βαρκάρης, οι τρεις του θυγατέρες
κρέμονται πάνω από βαθιά, χρυσά πηγάδια. Πάνω στ’ αλώνια
λιχνίζουνε μεγάλα στάχυα. Μες στα μάτια των παιδιών
χώνονται τ’ άχυρα. Τρέχουν. Τ’ αμπέλια είναι απέραντα
σαν τη δόξα ή την άγνοια. Λίγο να κάνεις να σκύψεις
θα βουλιάξεις ακέριος στο γαλάζιο. Τα παράθυρα πνίγηκαν κιόλας
μέσα στο χώμα. Και τούτα τα κόκκινα λουλούδια του κήπου
είναι από κείνα τα πανάρχαια αγάλματα, πλαγιασμένα, σε στύση.
(Γ. Ρίτσος, Ποιήματα, 4ος τ., εκδ. Κέδρος)
Κ.Καβάφης,Μακρυα
Θαθελα αυτην την μνημη να την πω»’
Μα ετσι εσβυσθη πια»’ σαν τιποτε δεν απομενει-
γιατι μακρυα, στα πρωτα εφηβικα μου χρονια κειται.
Δερμα σαν καμωμενο απο ιασεμι»’
Εκεινη του Αυγουστου-Αυγουστος ηταν?-η βραδυα»’
Μολις θυμουμαι πια τα ματια. Ησαν, θαρρω, μαβια»’
Α ναι, μαβια, ενα σαπφειρινο μαβι.
Οδυσσέας Ελύτης, Ηλικία της γλαυκής θύμησης (απόσπασμα)
Ελαιώνες κι αμπέλια μακριά ως τη θάλασσα
Κόκκινες ψαρόβαρκες πιο μακριά ως τη θύμηση
Έλυτρα χρυσά του Αυγούστου στον μεσημεριάτικο ύπνο
Με φύκια ή όστρακα. Κι εκείνο το σκάφος
Φρεσκοβγαλμένο, πράσινο, που διαβάζει ακόμη στην ειρήνη
του κόλπου των νερών Έχει ο Θεός
Περάσανε τα χρόνια φύλλα ή βότσαλα
Θυμάμαι τα παιδόπουλα, τους ναύτες που έφευγαν
Βάφοντας τα πανιά σαν την καρδιά τους
Τραγουδούσαν τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα
Κι είχαν ζωγραφιστούς βοριάδες μες στα στήθια.
Στίχοι: Ηλίας Κατσούλης
Μουσική: Παντελής Θαλασσινός
Αύγουστος είναι το τραγούδι του Νικόλα
και κάποια νύχτα στη ζωή που τα ‘χεις όλα
μια αγκαλιά και φορητό ραδιοφωνάκι
να παίζει Μάλαμα, Περίδη και Λιδάκη
Αύγουστος είναι και του Ρίτσου η σονάτα
αλλά μπορεί κι ένα χωνάκι σοκολάτα
του σεληνόφωτος αυτή η πανδαισία
να ξεγελιέσαι πως υπάρχει αθανασία…
Αύγουστος είναι ο ρεμβασμός του Σκιαθίτη
κι οι αναμνήσεις απ’ το φως του Πανορμίτη
φλόγα κεριού σε ταπεινό προσκυνητάρι
με το σπαθί του Αρχαγγέλου στο θηκάρι.
Αύγουστος είναι και το δεύτερο φεγγάρι
προτού προλάβει ο Σεπτέμβρης να το πάρει
πέντε έξι στίχοι που αγαπάς και τους θυμάσαι
είσαι κι εσύ που ξαγρυπνάς κι όταν κοιμάσαι..
Η σύγκριση είναι μια ύπουλη μολυσματική νόσος που διαβρώνει την προσωπικότητα. Ξεκινά από την παιδική ηλικία. Οι γονείς προκειμένου να παραδειγματίσουν και να κινητοποιήσουν τα παιδιά τους, διαρκώς τα συγκρίνουν με άλλα παιδιά.
Το παιδί, ακόμη κι αν πετύχει τον στόχο, νιώθει ευάλωτο. Ο γονιός δεν συνειδητοποιεί τον πόνο που δημιουργεί στο παιδί του. Μπορεί άραγε η αγάπη του γονιού να στηρίζεται σε αντικειμενικά κριτήρια συμμόρφωσης και απόδοσης;
Η σύγκριση αποτελεί μια μόνιμη διαρροή της χαράς και της ικανοποίησης από κάθε επιτυχία. Παραμένει μόνο η κούραση και η πίκρα. Ζητάει να καλύψει κενά του παρελθόντος και έτσι δεν επιτρέπει την ευτυχία στις μικρές πολύτιμες στιγμές του παρόντος.
Η σύγκριση απαγορεύει την ισότιμη λειτουργική σχέση. Αναζητεί κατώτερους, για να καθησυχάζονται και να επιβεβαιώνονται εκείνοι που την οικειοποιούνται.
Η σύγκριση ζει ισόβια με το άγχος των εξετάσεων. Είναι ισόβιος πόλεμος με έναν αόρατο εχθρό. Η χαρά της επιτυχίας χάνεται την αμέσως επόμενη στιγμή, καθώς επικρέμαται διαρκώς η επιβουλή κάποιου αντιπάλου.
Η σύγκριση αρρωσταίνει τους υγιείς. Δημιουργεί ντοπαρισμένους άρρωστους πρωταθλητές. Όταν κανείς μετρά τη ζωή του με γνώμονα την σύγκριση, τότε το βλέμμα του είναι μόνιμα στραμμένο προς τους άλλους. Δεν ικανοποιείται από τα όποια δικά του επιτεύγματα, καθώς το σημαντικό δεν είναι το ίδιο το γεγονός, αλλά η επικράτηση.
Το νερό της όποιας επιτυχίας δεν τον ξεδιψά , γιατί είναι γλυφό. Τελικά ο ανταγωνισμός που δημιουργεί η σύγκριση λειτουργεί ως εθισμός. Ως ναρκωτικό προσωρινά προσφέρει ικανοποίηση, αλλά αμέσως μετά δημιουργεί στερητικά συμπτώματα.
Η αίσθηση αδικίας είναι μονίμως παρούσα στις συγκρίσεις. Από την βαθμολογία και την κατάταξη των παιδιών στο σχολείο, μέχρι την κατάληψη μιας ανώτατης επαγγελματικής θέσης. Η γενικευμένη αυτή στάση βασίζεται στην αντίληψη που ορίζει ότι αν δέχεσαι την καλύτερη αξιολόγηση, το αξίζεις. Αν είναι κάποιος άλλος που αναγνωρίζεται, τότε αδικείσαι, αφού κάτι ύποπτο συνέβη.
Αυτοί που διψούν για αναγνώριση δεν νιώθουν ότι κρίνεται ένα έργο τους, αλλά εισπράττουν την αξιολόγηση ως κρίση του ίδιου του εαυτού τους. Επομένως μια δυσμενής κρίση τους καταρρακώνει και θα πρέπει υποχρεωτικά να την αρνηθούν για ν’ αντέξουν.
Είναι σαν τα μικρά παιδιά που πηγαίνουν χαρούμενα να αναγγείλουν τον καλό βαθμό στους γονείς τους και αυτοί ρωτούν για τους βαθμούς των συμμαθητών, για να κρίνουν αν θα πρέπει να επαινέσουν τα παιδιά τους. Είναι οι ανασφαλείς γονείς που φοβούνται να εκφράσουν απλόχερα τα θετικά τους συναισθήματα προς τα παιδιά τους, με τον φόβο μήπως εκείνα εφησυχάσουν και δεν συνεχίσουν να προσπαθούν.
Πίσω από τις συγκρίσεις μεταξύ αδελφών, ξαδελφών και γνωστών εκφράζονται οι προσωπικές άλυτες εμπλοκές των γονιών. Ο στόχος μπορεί να είναι καλοπροαίρετος, αλλά η μέθοδος απάνθρωπη και τις περισσότερες φορές αναποτελεσματική.
Αν η σύγκριση γίνει στοιχείο της ζωής του παιδιού, τότε μπορεί να του διασφαλίσει σημαντικές διακρίσεις, αλλά και μια βασανιστική ζωή. Η ένταξη των παιδιών στον ανηλεή ανταγωνισμό και επαχθή πρωταθλητισμό δημιουργεί στρέβλωση στην διαμορφούμενη προσωπικότητά τους.
Πολλοί γονείς φορτώνουν τα παιδιά τους. Τα θέλουν πρώτα. Ίσως γιατί αυτοί δεν έγιναν πρώτοι. Τα πιέζουν διαρκώς να διαβάζουν για να πετύχουν. Αλλά όχι μόνο στα μαθήματα. (…………)
Όταν το παιδί δέχεται να παίξει τον ρόλο του κυνηγού της πρωτιάς, υφίσταται τέτοια εσωτερική πίεση που πολλές φορές το καταβάλλει. Θυμάμαι τις έντονες φοβίες και τους τρομερούς νυχτερινούς εφιάλτες κάποιου νεαρού πρωταθλητή γυμναστικής, που κάθε βράδυ έβλεπε ότι έπεφτε από την δοκό.
Ακόμα κι αν τα παιδιά πετυχαίνουν να γίνουν πρωταθλητές, αναπτύσσονται μονομερώς, όπως πχ. συμβαίνει με τις παγκόσμιες πρωταθλήτριες γυμναστικής , που δεν προλαβαίνουν να χαρούν σαν παιδιά, αφού ζουν σε μια ατσάλινη απάνθρωπη πειθαρχία, όπου κάθε επιπλέον θερμίδα είναι απαγορευμένη και το παγωτό ή η σοκολάτα ένα άπιαστο όνειρο.
«Η ισότητα της διαφοράς» ήταν ο τίτλος ενός σημαντικού δοκιμίου, που αναφερόταν στους ισότιμους μα διακριτούς ρόλους της γυναίκας και του άντρα. Αυτό θα μπορούσε να αποτελέσει στόχο της ανατροφής των παιδιών. Όχι μόνο ως προς το φύλο , αλλά και ως προς ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και τις διαφορετικές ικανότητες. Κάθε παιδί δικαιούται αναγνώριση και εκτίμηση κι αυτό δεν προϋποθέτει σε καμία περίπτωση την ύπαρξη κάποιων μετρήσιμων αντικειμενικών επιτυχιών.
Αυτός που κάνει συγκρίσεις για να νιώσει καλά, δεν συνειδητοποιεί ότι θέτει τον εαυτό του σε διαρκή ανασφάλεια. Η σύγκριση είναι μια πληγή διαρκώς ανοιχτή και δεν επουλώνεται. Ανεξάρτητα από το όποιο αποτέλεσμα, αξιολογείται ως βλαπτική.
Το να είσαι καλύτερος από κάποιον άλλο δεν σημαίνει αναγκαστικά ότι είσαι και όντως καλός. Το να είσαι ο καλύτερος όλων δεν σημαίνει ότι αυτή την ιδιότητα θα την έχεις και την αμέσως επόμενη στιγμή.
Ο στόχος είναι να είσαι καλός σύμφωνα με τον εαυτό σου. Αυτό είναι κάτι που δεν μπορεί να σου το αμφισβητήσει κανείς. Η αίσθηση αδικίας και η διαμάχη είναι άμεσα συνδεδεμένες με την σύγκριση. Αντιλήψεις για τον μοναδικό περιούσιο λαό ή για την μία εκλεκτή φυλή προκάλεσαν καταστροφικούς πολέμους και δημιούργησαν μεγάλες δυστυχίες και αφόρητους πόνους.
Οι οδυνηρές συνέπειες της σύγκρισης δεν περιορίζονται μόνο στο κοινωνικό πεδίο, αλλά δηλητηριάζουν και τις προσωπικές σχέσεις. Όταν η σύγκριση παρεισδύει στις συντροφικές σχέσεις, αυτές μεταβάλλονται σε πεδία άγονων αντιπαραθέσεων και πολεμικών συγκρούσεων. Ο σύντροφος γίνεται ανταγωνιστής, αντίπαλος, εχθρός. Αναλώνονται τεράστια ποσά ενέργειας και επιχειρημάτων προκειμένου να μειωθεί το όποιο χάρισμα, η όποια ικανότητα ή επιτυχία του συντρόφου.
Το πεδίο συγκρούσεων τότε περιλαμβάνει τα πάντα. Την πατρική οικογένεια, τον τόπο καταγωγής, την οικονομική κατάσταση, την εργασία, την εμφάνιση, την ενδυμασία, τη διατροφή, το είδος διασκέδασης, τον τρόπο ανατροφής των παιδιών, το κοσμοείδωλο του άλλου, που ξαφνικά κρίνεται ως ελλιπές κι ανεπαρκές.
«Υπάρχουν και χειρότερα…». Η μίζερη αμήχανη συμπαράσταση στις δύσκολες στιγμές ενός ανθρώπου, που προτείνει την παρηγοριά βάσει του ότι κάποιος άλλος μπορεί να υποφέρει περισσότερο, είναι μία αντίστροφη σύγκριση που περικλείει όμως όλη τη δυναμική της ανταγωνιστικότητας.
Ένας αυθεντικά ώριμος άνθρωπος που βρίσκεται σε δύσκολες στιγμές, δεν αποζητάει να δυσκολεύονται κι οι άλλοι. Προτιμά να πληροφορείται ευτυχή γεγονότα από τη ζωή τους. Δεν αποζητάει μια ροζ πλασματική πραγματικότητα, όπως σε κάποιες χολιγουντιανές ταινίες, αλλά αυθεντικές στιγμές χαράς που του υπενθυμίζουν αντίστοιχες δικές του.
Η υγιής άρνηση της σύγκρισης δεν αντιστοιχεί στον εφησυχασμό και την μετριότητα. Δεν στοχεύει στην ισοπέδωση και στην απουσία φιλοδοξιών. Δεν κολακεύει τους ράθυμους διεκδικητές της διαρκούς ευχαρίστησης. Δεν ευνοεί την άκοπη απολαβή, την απουσία της αξιοκρατικής κρίσης, την διαρκή αναζήτηση της αλήθειας, την δημιουργική εργασία.
Η υγιής άρνηση της σύγκρισης αντιστοιχεί στην επίτευξη υγιούς άμιλλας σε συνεργατικές σχέσεις. Τα πρόσωπα είναι ανοιχτά να κερδίσουν από τον άλλο. Διαπνέονται από την επιθυμία και την τρυφερή ζήλεια που λαχταρά, δίχως να επιζητεί το κακό του άλλου. Η διαρκής αμοιβαία ανατροφοδότηση με την έκφραση των θετικών συναισθημάτων επιτρέπει το άνοιγμα προς τον άλλο, τη θαυμαστή ευρυχωρία που μόνο κέρδος δύναται να αποφέρει.
Η σύγκριση απαγορεύει την ανάδειξη των διαφορετικοτήτων, καθώς υπάρχει μόνο μια θέση. Τελικά κάθε φορά που υπεισερχόμαστε σε συγκρίσεις, χάνουμε το θεϊκό στοιχείο της μοναδικότητας του προσώπου μας.
Οι εγκλωβιστικοί ρόλοι
Στα πλαίσια μιας ομάδας είναι αναγκαίο να εκχωρούνται στα μέλη ρόλοι, που να συμβάλλουν στη λειτουργία της. Η κατανομή των ρόλων είναι μια σημαντική λειτουργία για την επιβίωση της ομάδας και την εύρυθμη λειτουργία της.
Οι διακριτοί ρόλοι επιτρέπουν την ανάληψη υπευθυνότητας στην ολότητα της ομάδας, αλλά και στις επιμέρους λειτουργίες της.
Ένας ικανός άνθρωπος γνωρίζει να αφουγκράζεται τη διαφορετικότητα κάθε ομάδας στην οποία μετέχει. Αναλόγως καταλαμβάνει άλλοτε την ηγετική θέση και άλλοτε του απλού μέλους.
Τα κλειστά άκαμπτα συστήματα και οι δυσλειτουργικές οικογένειες δεν επιτρέπουν διαφοροποίηση των ρόλων. Αναθέτουν ένα ρόλο σε κάθε μέλος τον οποίο θα πρέπει να το φέρει πάντα, σε βαθμό που να ταυτίζεται με αυτόν.
Η ανάθεση ρόλου δεν σχετίζεται τόσο με την προσωπικότητα του παιδιού, όπως δικαιολογείται εκ των υστέρων, αλλά κυρίως με την φάση της οικογένειας ή της γονικές ανάγκες. Ο ρόλος του μικρού ή του μεγάλου, του αδύνατου ή του δυνατού, του ικανού ή του ανίκανου, του ευαίσθητου ή του αναίσθητου, του αποδιοπομπαίου τράγου ή του διαιτητή.
Η δυσλειτουργία της συντροφικής σχέσης μπορεί να παράγει το παιδί σύντροφο, το παιδί υπεργονιό ή το παιδί εκδικητή. Τότε οι ρόλοι γίνονται έναν καλούπι που σε εγκλωβίζει και σου απαγορεύει να διαφοροποιηθείς και να αναπτυχθείς.
Η ανάθεση ρόλου στο οικογενειακό σύστημα γίνεται με ασυνείδητους μηχανισμούς και επομένως δεν κατανοείται. Ως εκ τούτου ενεργοποιείται η σύγκριση και η υποτίμηση των μελών που έχουν αναλάβει τους πιο δυσλειτουργικούς ρόλους, που θεωρούνται ως δική τους επιλογή.
Οι ταμπέλες καταγράφονται με ανεξίτηλο μελάνι. Παιδιά που έχουν προσλάβει τις φανερές και τις αφανείς αγωνίες της οικογένειας, καταγράφονται ως φοβικά. Παιδιά που έχουν εξαφανίσει τις επιθυμίες τους, προκειμένου να μη δυσκολεύουν τους γονείς τους κατακρίνονται ως δειλά ή ψυχαναγκαστικά. Παιδιά που έχουν απορροφήσει τις οικογενειακές εντάσεις, κατατάσσονται ως διαταρχτικά.
Είναι άδικο κάποιος να παραμένει για πάντα μικρός και ανώριμος για τους δικούς του, ενώ εξίσου άδικο είναι κάποιος άλλος να έχει αναλάβει να είναι μεγάλος από τη νηπιακή του ηλικία.
Είναι άδικο κάποιος να καταγράφεται ως αδιάφορος και να το αποδέχεται, ενώ είναι επίσης άδικο κάποιος άλλος να χρεώνεται το ευαίσθητος.
Η αδικία από την ταύτιση με τους άκαμπτους ρόλους είναι συγκλονιστική, καθώς , αν δεν αμφισβητηθούν, θα οδηγήσουν σε ισόβια δεσμά.
Καθοριστικό στοιχείο μιας ψυχοθεραπείας αποτελεί η κατανόηση του ρόλου που το πρόσωπο είχε αναλάβει στα πλαίσια του οικογενειακού του συστήματος και η απελευθέρωσή του από αυτόν.
Αντίθετα, η μη αναγνώριση του ρόλου οδηγεί στην αναπαραγωγή του και εκτός οικογενειακού πλαισίου. Επομένως τείνει να ταυτίζεται με την προσωπικότητα. Το προσωπείο δηλαδή απορροφά το πρόσωπο. Η μονομερής ταύτιση με ένα ρόλο αποτελεί αδικία, γιατί ταυτίζεσαι μόνο με κάποιες πλευρές σου, ενώ οι άλλες παραμένουν απαγορευμένες.
Α-δυναμίες
Η αδυναμία σε κάποιο αγαπημένο πρόσωπο συνιστά μια ξεχωριστή σχέση που το διακρίνει από τους άλλους. Η αδυναμία εκφράζεται με μια ειδική μεταχείριση και με την παροχή ιδιαίτερης φροντίδας.
Οι λόγοι που ένας γονιός έλκεται από κάποιο παιδί ιδιαίτερα και το ξεχωρίζει από τα άλλα, αφορούν ασυνείδητες εμπλοκές που δεν έχει επιτύχει να επιλύσει στην προσωπική του ζωή.
Η επιλογή μπορεί να έχει να κάνει με το φύλο. Με την αισθητική. Με την εξυπνάδα. Με την ομοιότητα με κάποιο συγγενικό ή άλλο πρόσωπο. Με προσωπικές ταυτίσεις. Με κάποιο χαρακτηριστικό της προσωπικότητας.
Τα στοιχεία που οδηγούν στην αίσθηση αδυναμίας ποικίλλουν, αλλά η εμπλοκή είναι πάντα παρούσα, καθώς περιέχει ταυτίσεις που απαγορεύουν την διαφοροποίηση του παιδιού.
Η αδυναμία κατανοείται ως μια ιδιαίτερη προστασία, ώστε το παιδί να διευκολυνθεί, να μην έλθει σε επαφή με τα δύσκολα. Πρόκειται για μια καλοπροαίρετη αλλά μυωπική θεώρηση, που δεν αντιλαμβάνεται το μέγεθος της βλάβης που προκαλεί στο αντικείμενο της αγάπης. Η στάση αυτή είναι οφθαλμοφανώς αντιληπτή από τους τρίτους , αλλά δύσκολα αναστρέψιμη.
Ο γονιός , για δικούς του ασυνείδητους λόγους, μεγαλώνει το παιδί του κατά τρόπο που να μη δυσκολευτεί, με αποτέλεσμα να δυσκολεύεται όταν είναι ενήλικος.
Μια πιο προσεκτική μελέτη αποδεικνύει ότι ο γονιός που υπερπροστατεύει, είναι ο ίδιος που δυσκολεύεται σε αντίστοιχες καταστάσεις και επομένως προστατεύει ένα δικό του ανασφαλές στοιχείο. Ο γονιός που συμπεριφέρεται με αυτόν τον τρόπο είναι πεπεισμένος ότι μια διαφορετική στάση, πιο ισορροπημένη, ισοδυναμεί με συναισθηματική εγκατάλειψη του παιδιού του.
Στην προσπάθειά μου να εξηγήσω σε κάποιους γονείς την αναγκαιότητα να αναπτύξει το παιδί τις δεξιότητες, ώστε να αντιπαρέρχεται μόνο του, από μικρό, τις δύσκολες καταστάσεις, τους παραθέτω το παράδειγμα του εμβολιασμού.
Τους ρωτώ αν έκαναν εμβόλια στα παιδιά τους από την βρεφική ηλικία. Οι γονείς απαντούν, βεβαίως, καταφατικά. Στη συνέχεια τους ρωτώ ποια στοιχεία περιέχει το εμβόλιο με κοιτούν με βεβαιότητα κι απαντούν ‘’αντισώματα’’. Άνθρωποι με καλή μόρφωση, παρασυρμένοι από το συναίσθημά τους, ξεχνούν την στοιχειώδη γνώση ότι τα εμβόλια περιέχουν εξασθενημένα μικρόβια. Οι γονείς οφείλουν να συνειδητοποιήσουν ότι σημαντικός στόχος στην ανατροφή του παιδιού τους είναι ή ανάπτυξη ενός ικανού ψυχικού ανοσοποιητικού συστήματος.
Την ίδια ώρα που κάποιοι γονείς παιδιών με σωματική ή νοητική αναπηρία τα ασκούν ασταμάτητα, ώστε να αναπτύξουν τις όποιες ικανότητες τους και να μπορέσουν να αντεπεξέλθουν στη ζωή, κάποιοι άλλοι γονείς υπερπροστατεύουν ένα υγιές παιδί με αποτέλεσμα να το μεταλλάσσουν σε ένα τραγικά ανάπηρο άτομο.
Το παιδί τελικά πληρώνει την αδυναμία των γονιών του προς αυτό, με το να αδυνατεί να σχετισθεί ισότιμα με συμμαθητές, φίλους και αδέλφια. Αυτή η αδυναμία επεκτείνεται αργότερα στη σχέση με τον σύντροφο και με τους συναδέλφους. Τελικά, μη μπορώντας να κατανοήσει την δική του ανεπάρκεια, κατηγορεί όλους τους άλλους ότι δήθεν τον αδικούν.
Είναι εκπληκτικά εντυπωσιακός ο τρόπος, με τον οποίο κάποιος που έχει βιώσει αυτή τη χαριστική στάση, τη θεωρεί ως δεδομένη και αυτονόητη. Θεωρεί ότι όλοι θα πρέπει να του συμπεριφέρονται όπως η μαμά του και να του χαρίζονται. Επομένως απαιτεί την ίδια χαριστική συμπεριφορά απ’ όσους σχετίζονται μαζί του. Διαφορετικά, νιώθει ριγμένος, αδικημένος και αγανακτισμένος με τους άλλους που δεν καταλαβαίνουν.
Η στάση αυτή είναι ένα μαρτύριο για τα αδέλφια τους. Αφενός μεν υπέστησαν την στέρηση και την αδικία από τους γονείς τους στο παρελθόν, αφετέρου θα πρέπει να ανέχονται τις απαιτήσεις των αδελφών τους, όταν οι γονείς τους δεν θα είναι στη ζωή. Τότε ωθούνται είτε στην επανάληψη της γονικής στάσης με το να βρίσκονται στην διαρκή υπηρεσία του αδελφού τους, είτε στη διακοπή της ανυπόφορης αδελφικής σχέσης.
Οι εκφράσεις «καλομαθημένο» και «κακομαθημένο» παιδί αντιστοιχούν ακριβώς στο ίδιο περιεχόμενο, αλλά σε διαφορετική χρονική περίοδο.
Το παιδί της γονικής αδυναμίας είναι αυτός που τελικά θα πάρει τα περισσότερα στην κληρονομιά, αλλά επίσης αυτό που θα έχει εφοδιαστεί με τις λιγότερες δεξιότητες για να μπορεί να διαχειριστεί τη ζωή του. Του έχουν κλέψει τα παιδικά του χρόνια. Έχει μάθει να υπάρχει στο περιβάλλον του προστατευμένου θερμοκηπίου. Όταν έρχεται κάποια στιγμή που εκείνοι που το προσέφεραν παύουν να υφίστανται, νιώθει ανίκανος να αντεπεξέλθει στις νέες καταστάσεις.
Είναι η κατηγορία των τραγικών ξεπεσμένων ευγενών. Έχουν απολέσει τις περιουσίες τους, αλλά περιφέρονται στις δεξιώσεις με επιτηδευμένο ύφος που προσπαθεί να περισώσει τα ράκη της τραγικής τους ανεπάρκειας. Αντίστοιχοι ξεπεσμένοι πρίγκιπες μπορεί να προέρχονται από χαμηλότερες οικονομικά τάξεις.
Η υπαρξιακή προσέγγιση που καταγράφει την ανθρώπινη πορεία στο βάθος του χρόνου σημειώνει ότι τραγικά χαμένος δεν είναι αυτός που οι γονείς και η ζωή δεν του χαρίστηκαν στο ξεκίνημά του, αλλά το αντίθετο.
Στη διάρκεια της ψυχοθεραπείας με μια αντιστροφή της συνήθους αντίληψης φανερώνεται ότι ο δήθεν ευνοημένος έχει ουσιαστικά αδικηθεί. Αντίθετα, ο αδικημένος από τους γονείς –αν ο ίδιος δεν αδικήσει τον εαυτό του με το να επιτρέψει το παράσιτο του παράπονου να του στερήσει τη ζωή- θα είναι ο ικανός για το όμορφο, αλλά απαιτητικό παιγνίδι της ζωής.
Δημήτρης Καραγιάννης, Παιδοψυχίατρος-Ψυχοθεραπευτής
«Η αδικία που πληγώνει», εκδόσεις Αρμός
φωτ.: Νέκτη Σταμέλου
Πηγή: omada-aerostato /http://www.o-klooun.com
Ο καθένας από εμάς βιώνει δύο διαφορές πραγματικότητες.
Η πρώτη είναι απτή, ορατή και υλική. Είναι η εξωτερική πραγματικότητα, μια σειρά γεγονότων που συμβαίνουν στη ζωή.
Η δεύτερη, είναι μη ορατή, άυλη και υποκειμενική. Πρόκειται για τη λεγόμενη εσωτερική πραγματικότητα, την εσωτερική δηλαδή φύση του κάθε ανθρώπου. Η εσωτερική αυτή πραγματικότητα, μοναδική για κάθε άνθρωπο, αποτελείται από τα συναισθήματα και τις σκέψεις μας.
Πόσο σημαντικός είναι όμως ο τρόπος που σκεφτόμαστε για την ευτυχία μας; Είναι οι σκέψεις οι σκιές της ευτυχίας ή της δυστυχίας μας;
Αυτό που πραγματικά συμβαίνει είναι ότι η εσωτερική μας πραγματικότητα καθορίζει την εξωτερική. Ο τρόπος ο οποίος αντιλαμβανόμαστε τις εξωτερικές καταστάσεις εξαρτάται άμεσα και κατεξοχήν από τον τρόπο που σκεφτόμαστε για αυτές. Τα γεγονότα και οι καταστάσεις της εξωτερικής πραγματικότητας είναι άχρωμα και ουδέτερα.
Αντιθέτως, οι σκέψεις μας και οι αντιλήψεις μας για αυτά τα κάνουν καλά η κακά, ευχάριστα ή δυσάρεστα. Το καλό/κακό, ευχάριστο/δυσάρεστο, οδυνηρό ή μη, είναι καταστάσεις του νου. Ακριβέστερα είναι η ψυχική μας διάθεση που την προβάλουμε πάνω στα γεγονότα μετατρέποντας τα σε θετικά ή αρνητικά.
Είναι η ποιότητα των σκέψεων μας που καθορίζει την ποιότητα της ζωής μας και όχι το αντίστροφο. Στον ίδιο βαθμό, τα όσα μας συμβαίνουν στη ζωή είναι αποτέλεσμα της ψυχικής μας κατάστασης και όχι η ψυχική μας κατάσταση αποτέλεσμα των γεγονότων.
Με άλλα λόγια, είμαστε αυτό που σκεφτόμαστε. Ένας άνθρωπος που έχει επιλέξει να σκέφτεται αυτό-ενισχυτικά και ενθαρρυντικά για τον εαυτό του κατά συνέπεια θα έχει μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση καθώς και καλύτερη ποιότητα ζωής από κάποιον που έχει επιλέξει τον αυτό-ακυρωτικό τρόπο σκέψης.
Αυτοπεποίθηση σημαίνει πίστη στον εαυτό και τις δυνάμεις μας. Σημαίνει θεωρώ τον εαυτό μου ικανό να ανταπεξέλθει στις περιστάσεις της ζωής, όσο φαινομενικά δύσκολες και αν είναι, στηριζόμενος πάντα στην αυθεντικότητα των συναισθηματικών μου δυνάμεων.
Βέβαια πολλές φορές η έννοια της αυτοπεποίθησης έχει λαθεμένα ταυτιστεί με τον ναρκισσισμό. Στην πραγματικότητα οι δύο έννοιες είναι εκ διαμέτρου αντίθετες. Ο ναρκισσισμός είναι το αντίθετο της αυτοπεποίθησης και δημιουργείται λόγω έλλειψης της τελευταίας κατασκευάζοντας έναν ψευδή εαυτό ως μηχανισμό άμυνας που προφυλάσσει το άτομο από τα καταθλιπτικά συναισθήματα.
Δυστυχώς, πολλές φορές η αυτό-αξία μας εξαρτάται από την άποψη που έχουν τρίτα πρόσωπα για εμάς. Οι σκέψεις ενός ανθρώπου που επιδιώκει συνεχώς την έγκριση των άλλων δεν είναι αυθεντικές αλλά εξωτερικά καθοριζόμενες. Και φυσικά, σε πολλές περιπτώσεις, η έλλειψη έγκρισης, αποδοχής και κυρίως αγάπης από τους άλλους πυροδοτεί καταθλιπτικές και αγχώδεις σκέψεις.
Παρόλα αυτά, ένας άνθρωπος μπορεί να βλαφτεί μόνο από «μέσα προς τα έξω» και όχι από έξω προς τα μέσα.
Δηλαδή, κανένα εξωτερικό γεγονός δε μπορεί να βλάψει έναν κυρίαρχο νου. Μπορεί να τον βλάψει μόνο αν ο ίδιος ο νους το ερμηνεύσει ως βλαβερό και καταστροφικό.
Το ότι ο άνθρωπος μπορεί να πάθει κάτι κακό αποκλειστικά μόνο εάν ο νους του το ερμηνεύσει ως «κακό» το υποστήριξε εμπράκτως ο Σωκράτης. Λέγοντας απερίφραστα στους δημίους του λίγο πριν την εκτέλεση του «Μπορείτε να με σκοτώσετε, αλλά δε μπορείτε να με βλάψετε» ο Σωκράτης αποδεικνύει ότι, ακόμη και στην περίπτωση του θανάτου, ο τρόπος ερμηνείας ενός γεγονότος το καθιστά οδυνηρό ή μη.
Αυτή είναι μάλλον και μία από τις υψηλότερες μορφές αυτοκυριαρχίας η οποία συνίσταται στον πλήρη έλεγχο της σκέψης. Οι σκέψεις και οι πεποιθήσεις μας έχουν αποστολέα και παραλήπτη τον ίδιο μας τον εαυτό. Καθορίζονται από εμάς και είναι αποτέλεσμα της προσωπικής εκλογής που κάνουμε για το αν θέλουμε να είμαστε ευτυχισμένοι ή δυστυχισμένοι.
Οι αυτό- ενισχυτικές σκέψεις και η αυτοεκτίμηση έχουν ως αποτέλεσμα μια αποδοτική και γεμάτη ζωή. Οι ακυρωτικές σκέψεις βυθίζουν το άτομο στη μιζέρια και τη δυστυχία. Εμείς καθορίζουμε τις εμπειρίες της ζωής μας μέσω του τρόπου που σκεφτόμαστε για αυτές και κυρίως του τρόπου μέσω του οποίου τις ερμηνεύουμε.
Εν κατακλείδι, είναι αυτή η ίδια η ποιότητα των σκέψεων μας που καθορίζει την ποιότητα της ζωής μας.
ΓΡΑΦΕΙ Ο ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΠΑΠΑΓΑΘΟΝΙΚΟΥ
