Διαβάσαμε

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 12 Ιανουαρίου 2020
Μὲ κατακρίνεις
ὅτι συμπεριφέρομαι λιπόψυχα, ἀργὰ
ὅπως κοντοστέκεται ἡ φοβία νὰ ἐντοπίσει
ποιὸς κίνδυνος ἀπὸ μακριὰ
φωνάζει τ᾿ ὄνομά της.Εἶμαι τρωτὴ, γι᾿ αὐτό.
Ὄχι στὴ φτέρνα μόνο,

τὸ ἐνιωσα
παρότι ἦταν ἀκόμα στὰ σκαριὰ
στὶς δοκιμὲς ἡ ἰδιοσυγκρασία.
Κι ὅμως ἐγὼ τὰ ἄκουσα τὰ λάδια
νοθευμένα
δὲ γράσωναν καλὰ τὴν ἄμυνά μου
-τί τὰ θὲς, τεχνίτες ἀνειδίκευτοι
οἱ ἀστερισμοί μας.

Μάνα, τὴν παρακάλεσα, πήγαινε στὴ Θέτιδα
γνωρίζεστε ἐξ αἵματος μάνες κι οἱ δυὸ
ἐβγάζατε ἀπὸ πάνω σας καὶ ξεπετούσατε
στὸ χῶμα τὰ βραχιόλια καὶ τὰ δαχτυλίδια
καὶ ζήτα της τὸ ἀθάνατο περίσσευμα
ἀπ᾿ τὴ θνητή ἐπάλειψη τοῦ γιοῦ της
τοῦ Ἀχιλλέα.

Ὄχι μὲ ἀθανασία
μὲ βεβαιότητα νὰ μὲ ἐπικαλύψεις.
Μοῦ χίμηξε
τὶ ἀθανασία τὶ βεβαιότης εἶπε
ἐξίσου ἄτρωτες οὐσίες καὶ οἱ δυό.
Καὶ μάθε ἀκόμα
πὼς τὸ περίσσευμα ἀπ᾿ τὸ παλιό του λάθος
κανεὶς δὲν τὸ χαρίζει σὲ κανέναν.
Βαθιὰ
μὲς στὶς ἀμετανόητες προθέσεις του τὸ κρύβει
νὰ ἐπαλείψει ἀθάνατο
καὶ τὸ ἑπόμενο προσφιλές του λάθος.

Τὸ κυριότερο
– συνέχισε ἡ μάνα μου μιλώντας
μὲ οἶκτο χλευαστῆ –
παιδὶ μου πῶς θὰ ζήσεις χωρὶς τρωτὰ σημεῖα
χωρὶς τῆς ἀγωνίας τὰ ἐφόδια
τὶ προκοπὴ θὰ κάνει ἡ άντοχὴ σου
χωρὶς εἰσόδημα πικρίας
πῶς θ᾿ ἀναθρέψεις τὴν ἀπώλεια
πῶς θ᾿ ἀντικρίσεις τοὺς ἐχθρούς σου.
Οἱ ἐνοχὲς σου τὶ θ᾿ ἀπογίνουν
ὅταν τοὺς κόψεις τὴ διατροφή
θ᾿ ἁγιάσουνε ὡς φτωχὲς μετὰ ἀπὸ τόσα πλούτη;
Θ᾿ ἀπαρνηθεῖς τὴν ἥττα;
Ἡ ἥττα εἶναι παράδοση
μιλιέται ἀπὸ σῶμα σὲ σῶμα διαιωνίζεται.
Εἶδες ποτὲ κανένα ὄνειρο
μεταμοντέρνας νίκης νὰ διαρκεῖ;

Ἂν δὲν τρωθεῖς
ποῦ θὰ σὲ βρεῖ ἡ ἀγάπη.
Τὸ βέλος θὰ τὴν ὁδηγήσει στὴν πληγὴ σου.
Γιὰ ποιὸν νομίζεις ξεκινάει ἀπὸ τὸ μακρινὸ
τὸ ἔρημο τὸ ἀβέβαιο ὄνομά της;
Ὄχι γιὰ τὸ ἀξέχαστο βλέμμα τοῦ τοξότη
στῆς ἕλξης τὸ φαρμάκι βουτηγμένο.
Γιὰ νὰ τραφεῖ ἀπ᾿ τὴν πληγὴ σου ξεκινάει
ἡ πεινασμένη ὕπαρξή της.

Ἀβέβαια ζῆσε.
Τίμα τὴν προέλευσή σου.

Κατάλαβέ το, ἐρχόμαστε ἀπὸ μιὰ
παροδικὴ ἀβεβαιότητα τοῦ θανάτου.
ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 6 Ιανουαρίου 2020

Λειτουργία των Θεοφανείων. Έτσι τον ρίχναν και στην πατρίδα μου κι ήταν ένα θέαμα έμορφο και παράξενο.

Εκινούσε η συνοδεία από τη Μητρόπολη. Μπροστά πηγαίνανε τα ξαφτέρουγα και τα μπαϊράκια κι ύστερα πηγαίνανε οι παπάδες με τον Δεσπότη, ντυμένοι με τα χρυσά τα άμφια, παπάδες πολλοί κι αρχιμανδρίτες, γιατί η πολιτεία είχε δώδεκα εκκλησίες και κατά τις επίσημες μέρες στις μικρές ενορίες τελειώνανε γρήγορα τη λειτουργία και πηγαίνανε οι παπάδες στη Μητρόπολη για να γίνει η γιορτή πιο επίσημη. Οι ψαλτάδες ήτανε κι εκείνοι κάμποσοι κι οι πιο καλλίφωνοι, και ψέλνανε με μεγαλοπρέπεια βυζαντινά, δηλαδή ελληνικά. Από πίσω ακολουθούσε λαός πολύς.

fota_protiΣαν φτάνανε στ’ Αγγελή τον Γιαλό, όπως λέγανε κείνη την ακρογιαλιά, ο Δεσπότης με τους παπάδες ανεβαίνανε σε μια μεγάλη σανιδωτή εξέδρα εμορφοσκαρωμένη, για να κάνουνε τον Αγιασμό.

Ο κόσμος έπιανε την ακρογιαλιά κι ανέβαινε ο καθένας όπου έβρισκε, για να μπορεί να βλέπει. Τα σπίτια που ήτανε γύρο, γεμίζανε κόσμο. Οι γυναίκες θυμιάζανε από τα παραθύρια.

Από το μέρος της θάλασσας ήτανε μαζεμένα ίσαμε εκατό καΐκια και βάρκες αμέτρητες, με τις πλώρες γυρισμένες κατά το μέρος που στεκόταν ο Δεσπότης. Έτσι που ήτανε παρατεταγμένα τα καΐκια, μοιάζανε σαν αρμάδα που θα κάνει πόλεμο. Πιο ανοιχτά, κατά το πέλαγο, έβλεπες φουνταρισμένα τα μεγάλα καΐκια, γεμάτα κόσμο κι εκείνα. Άλλα πάλι είχανε περιζωσμένες τις βάρκες που βρισκόντανε γιαλό κι ήτανε κι αυτά γεμάτα κόσμο, προπάντων θαλασσινοί και παιδομάνι.

Σ’ αυτά τα μέρη κάνει πολύ κρύο και τις πιο πολλές φορές οι αντένες των καραβιών ήτανε χιονισμένες, ένα θέαμα πολύ έμορφο. Απάνου στα ξάρτια και στις σκαλιέρες, στις γάμπιες και στα μπαστούνια των καραβιών ήτανε σκαλωμένοι πλήθος θαλασσινοί, μεγάλοι και μικροί. Η θάλασσα ήτανε κοιμισμένη, μπουνάτσα. Κρούσταλλα κρεμόντανε από τα ξάρτια σε πολλά καΐκια. Κρύο τάρταρος.

aibali_andresΣτην κάθε βάρκα από κείνες που είχανε κοντοζυγώσει στη στεριά και περιμένανε να πέσει ο Σταυρός στη θάλασσα, στεκόντανε από ένα δυο νοματέοι απάνω στην πλώρη, ενώ άλλοι δυο ήτανε στα κουπιά. Οι πιο πολλοί ήτανε σαν θερία, χεροδύναμοι, πλαταράδες, χοντρολαίμηδες, μαλλιαρόστηθοι, τα κορμιά τους ήτανε κόκκινα από το κρύο. Τα ποδάρια τους ήτανε γερά και φουσκωμένα σαν αδράχτια. Θαλασσάνθρωποι, γεμιτζήδες, κοντραμπατζήδες, ψημένοι με τ’ αλάτι. Οι πιο πολλοί είχανε ριγμένες στις πλάτες τις γούνες τους για να μην παγώσουνε, ένας-δύο όμως στεκόντανε γυμνοί και κάνανε κάπου κάπου τον σταυρό τους. Μα το μάτι τους ήτανε καρφωμένο στο μέρος που θα ‘ριχνε τον Σταυρό ο Δεσπότης.

Ανάμεσά τους ήτανε ο Κωστής ο Γιωργάρας, ο Στρατής ο Μπεκός, ο Γιωργής ο Σόνιος, ο Δημητρός ο Μπούμπας, ο Πέτρος ο Κλόκας, ο Βασίλης ο Αρναούτης, ο παλαβο-Παρασκευάς κι άλλοι. Σαν να τους βλέπω μπροστά μου.

Σαν σίμωνε λοιπόν η συνοδεία στη θάλασσα κι ακουγόταν από μακριά η ψαλμωδία, γινότανε μεγάλος αλαλαγμός απάνω στις βάρκες. Οι βουτηχτάδες πετούσανε τις γούνες τους κι οι άλλοι τραβούσανε τα κουπιά, για να ‘ναι οι βάρκες τους κοντά στο μέρος που θα ‘πεφτε ο Σταυρός. Άλλοι φωνάζανε από τα ξάρτια, άλλοι μαλώνανε, άλλοι ανεβαίνανε στις κουπαστές για να δούνε.

Τέλος φτάνανε οι στρατιώτες και ταχτοποιούσανε τον κόσμο. Μπροστά πήγαινε ο αξιωματικός ο Τούρκος κι άνοιγε τον δρόμο να περάσει ο Δεσπότης, κι έλεγε: «Γιολ βέριν εφεντιά!» (Κάντε δρόμο στον αφέντη). Ο στρατός αραδιαζότανε σε παράταξη κι οι ψαλτάδες ψέλνανε πολλές φορές «Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου σου Κύριε». Στο τέλος το ‘ψελνε κι ο Δεσπότης κι έριχνε τον Σταυρό στη θάλασσα.

fota_colour1_mesa

Αλαλαγμός σηκωνότανε μέσα στη θάλασσα. Οι βάρκες και τα καΐκια καργάρανε τα κουπιά και τρακάρανε το ‘να στ’ άλλο. Οι πλώρες χτυπούσανε η μία την άλλη. Κουπιά, κοντάρια, καμάκια, απόχες μπερδευότανε μεταξύ τους. Οι βουτηχτάδες πέφτανε στο νερό κι η θάλασσα άφριζε σαν να παλεύανε σκυλόψαρα. Πολλοί απ’ αυτούς κάνανε ώρα πολλή ν’ ανεβούνε απάνω, παίρνανε μακροβούτι και ψάχνανε στον πάτο να βρούνε τον Σταυρό. Για μια στιγμή φανερωνότανε κανένα κεφάλι και βούλιαζε γρήγορα πριν να το δεις.

Άξαφνα βγήκε ένα κεφάλι με κόκκινα γένια κι ένα χέρι ξενέρισε και βαστούσε τον Σταυρό. Ήτανε ο παλαβο-Παρασκευάς. Με δυο τρεις χεροβολιές κολύμπησε κατά το μέρος του Δεσπότη και σκάλωσε στην αραξιά. Έκανε μετάνοια και φίλησε το χέρι του κι έδωσε τον Σταυρό. Ο Δεσπότης τον πήρε, τον ασπάστηκε και τον έβαλε στον ασημένιο δίσκο κι ύστερα έδωσε τον δίσκο στον Παρασκευά. Οι ψαλτάδες πιάσανε πάλι και ψέλνανε κι ο κόσμος αλάλαζε. Ύστερα η συνοδεία τράβηξε πάλι για την εκκλησιά.

fota_colour2_mesaΟ Παρασκευάς, με τον δίσκο στα χέρια, γύριζε στους μεγάλους καφενέδες και στις ταβέρνες κι έριχνε ο καθένας ό,τι ρεγάλο ήθελε. Τόσες ώρες γυμνός και βρεμένος μήτε κρύωνε μήτε τους ώμους του δεν ανασήκωνε.

Την ώρα που έπεφτε ο Σταυρός στη θάλασσα, όλα τα καΐκια και τα καράβια που ήτανε φουνταρισμένα ανοιχτά στο πέλαγο, γυρίζανε την πλώρη τους κατά την Ανατολή, από κει που ήρθε ο Χριστός στον κόσμο.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 5 Ιανουαρίου 2020

Από την Κυριακή

Αλλά σαν άκουσε που εκλαίγαν η γυναίκες
και για το χάλι του που τον θρηνούσαν,
με ανατολίτικες χειρονομίες η κερά,
κ’ η δούλες με τα ελληνικά τα βαρβαρίζοντα,
η υπερηφάνεια μες στην ψυχή του
σηκώθηκεν, αηδίασε το ιταλικό του αίμα,
και τον εφάνηκαν ξένα κι αδιάφορα
αυτά που ως τότε λάτρευε τυφλά –
όλ’ η παράφορη Αλεξανδρεινή ζωή του –
κ’ είπε «Να μην τον κλαίνε. Δεν ταιριάζουν τέτοια.
Μα να τον εξυμνούνε πρέπει μάλλον,
που εστάθηκε μεγάλος εξουσιαστής,
κι απέκτησε τόσ’ αγαθά και τόσα.
Και τώρα αν έπεσε, δεν πέφτει ταπεινά,
αλλά Ρωμαίος από Ρωμαίο νικημένος”
Κ. Π. Καβάφης

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 26 Δεκεμβρίου 2019

Τα Χριστούγεννα του Τεμπέλη (1896, δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Ακρόπολις)

Το βράδυ, αφού ενύκτωσε, επήγε με τόλμην από τας πολλάς σπονδάς και από την ενθύμησιν του κούρκου και έκρουε την θύραν της οικογενείας του. Η θύρα ήτο κλεισμένη έσωθεν.
–Καλησπέρα, κυρα-Παύλαινα, εφώναξεν απ’έξω, χρόνους πολλούς. Πώς πήγε ο γάλος; Βλέπεις, εγώ πάλε;
Ουκ ην φωνή, ουδέ ακρόασις. Όλη η αυλή ήτο ήσυχος. Τα ισόγεια, αι τρώγλαι, τα κοτέτσια της κυρα-Στρατίνας, όλα εκοιμώντο. Ο σκύλος μόνον εγνώρισε τον μαστρο-Παύλον, έγρυξεν ολίγον και πάλιν ησύχασεν.
Υπήρχον εκεί εκτός από το ψυχομέτρι τριων ή τεσσάρων οικογενειών, οπού εκατοικούσαν εις τ’ ανήλια δωμάτια, δύο γίδες, δώδεκα όρνιθες, τέσσαρες γάτοι, δύο ινδιάνοι και πολλά ζεύγη περιστερών. Αι δύο γίδες ανεχάραζαν βαθιά εις το σκεπασμένο μανδράκι τους, αι όρνιθες έκλωζον υποκώφως εις το κοτέτσια τους, τα περιστέρια είχαν μαζωχθή εις τους περιστερώνας περίτρομαα από το κυνήγι, οπού ήρχιζον εναντίον των την νύκτα οι γάτοι. Όλοι αυτοί οι μικροί θόρυβοι ήσαν το ροχάλισμα της αυλής κοιμωμένης.
Πάραυτα ηκούσθη κρότος βημάτων εις το σπίτι.
–Έ, μαστρο-Παύλε, είπε πλησιάσασα η κυρα-Στρατίνα, νάχουμε και καλό ρώτημα… Τί γάλος και γαλίζεις και γυαλίζεις και καλό να μούχης, ασίκη μου; Είδαμε κι επάθαμε να σκεπάσουμε το πράμα, να μη προσβαλθή το σπίτι… Εκείνος που ήτον δικός του ο γάλος, ήλθε μεσάνυκτα κι εφώναζε, έκανε το κακό, και μας φοβέριζεν όλους, κι η φαμίλια σου, επειδής τον είχε κόψει το γάλο, μαθές, και τον είχε βάλει στο τσουκάλι, βρέθηκε στα στενά… κλειδώθηκε μες στην κάμαρα, και δεν ήξευρε τι να κάμη… Είπε και ο κουνιάδος σου.. καλό κελεπούρι ήτανε κι αυτό, μαθές… και επέρασεν η φαμίλια σου όλην την ημέραν κλειδομανταλωμένη μέσα, από φόβον μην ξαναέλθη εκείνος πούχε το γάλο και μας φέρη και την αστυνομία… ήτον φόβος να μην προσβαλθή κι εμένα το σπίτι μου. Άλλη φορά, τέτοιαα αστεία να μην τα κάνης, μαστρο-Παυλάκη. Τέτοια προσβολή να λείπη από το σπίτι μου, εμένα, τ’ ακουσες;
Ο μαστρο-Παύλος ηρώτησε δειλά·
–Τώρα… είναι μέσα η φαμίλια μου;
–Είναι μέσα όλοι τους, κι έχουνε κλειδωμένα καλά, και το φως κατεβασμένο, δια τον φόβο των Ιουδαίων. Κοίταξε, μη σε νοιώση από πουθενά, κείνος ο σκιάς ο κουνιάδος σου, πάλε…
–Είναι μέσα;
–Ή μέσα είναι, ή όπου είναι έφθασε… να, κάπου ακούω τη φωνή του.
Ηκούσθη, τω όντι, μία φωνή εκεί πλησίον, ήτις δεν υπέσχετο καλά δια τον νυκτερινόν επισκέπτην.
–Έ, μαστρο-Παυλίνε, έλεγε, καλός ήταν ο γάλος…
Ποίος ήτον ο ομιλήσας, άδηλον. Ίσως να ήτο ο μαστρο-Δημήτρης ο γείτων. Δυνατόν να ήτο και ο φοβερός γυναικάδελφος του μαστρο–Παύλου.
–Και να μην πάρω κι εγώ ένα μεζέ; παρεπονέθη ως τόσον ο άνθρωπός μας.
Τι σου χρειάζεται ο μεζές, μαστρο-Παυλάκη μου; επανέλαβεν η Στρατίνα. Τα πράματα είναι πολύ σκούρα. Άφσε τα αυτά. Δουλειά, δουλειά! Η δουλειά βγάζει παλληκάρια. Ό,τι έγινε–έγινε, να πας να δουλέψης, να μου φέρης εμένα τα νοίκια μου. Τ’ ακούς;
–Τ’ ακούω.

Χριστούγεννα

Εάν το Πάσχα είναι η λαμπρότατη του Χριστιανισμού εορτή, τα Χριστούγεννα βεβαίως είναι η γλυκύτατη και συγκινητικωτάτη, και δια τούτο ανέκαθεν εθεωρήθη ως οικογενειακή κατ’ εξοχήν εορτή.
Εν τη Εσπερία δε τα κατ’ αυτήν ανεπτύχθησαν και διετυπώθησαν όντως, ώστε προσέλαβεν ιδιόρρυθμόν τινα τύπον, και ήθη, έθιμα και παραδόσεις ιδιαίτεραι προς αυτήν συνεκροτήθησαν και επ’ αυτής αντεπέδρασαν.
Ολόκληρον φιλολογίαν αποτελούσι τα λεγόμενα Contes de Noël, τα χριστούγεννιάτικα δηλ. παραμύθια, ών τινα εξόχων συγγραφέων έργα είναι ωραιότατα, βιβλιοθήκην δε ολόκληρον δύνανται να γεμίσωσι τα κατ’ έτος εκδιδόμενα Christmas Numbers, τα έκτακτα δηλ. φυλλάδια των εικονογραφημένων περιοδικών, τα δημοσιευόμενα επί τη εορτή των Χριστουγέννων, μετά καλών εικόνων και ποικιλωτάτης τερπνής ύλης.
Ουδέν δε άπορον αν εν τη Δύσει ιδίως ανεπτύχθη η εορτή αύτη, διότι εκ της Δύσεως έχει αν όχι την αρχήν, τουλάχιστον την τάξιν και την σύστασιν.
Γνωστόν ότι πρώτος ο θείος Χρυσόστομος, «ελθόντων τινών από της Δύσεως και απαγγειλάντων», εκανόνισε την εορτήν ταύτην εν τη Ανατολική Εκκλησία, ότε, κατ’ αυτόν τον μήνα Δεκέμβριον τη ιε’, εχειροτονήθη πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, περί τα τέλη του δ’ αιώνος.
Διότι, φαίνεται, έως τότε επεκράτει σύγχυσις, και εωρτάζετο μεν κατά τόπους η Χριστού Γέννησις, αλλ’ ετέλουν την εορτήν άλλοι άλλοτε και δεν συνεφώνουν περί της ημέρας. Η Δυτική Εκκλησία είχεν ορίσει απ’ αρχής την κε’ του Δεκεμβρίου και την ημέραν ταύτην έταξεν εν τη Ανατολή ο ιερός Χρυσόστομος.
Ουχ ήττον όμως η Χριστού Γέννησις ετιμάτο έκπαλαι εν τη Ανατολική Εκκλησία, οι μέγιστοι δε των Πατέρων, οίτινες έζησαν κατά την Δ’ εκατονταετηρίδα, τον χρυσούν εκείνον αιώνα της χριστιανικής Εκκλησίας, ων πολλοί είναι κατά τι αρχαιότεροι του Χρυσορρήμονος διδασκάλου, συνέθεσαν πανηγυρικούς και εγκωμιαστικούς λόγους προς τιμήν της ημέρας. Το δημοτικώτατον εκείνο άσμα, το «Χριστός γεννάται, δοξάσατε, Χριστός εξ ουρανών, απαντήσατε, Χριστός επί γης, υψώθητε», είναι κατά λέξιν ηρανισμένον εκ του πανηγυρικού του ιερού Γρηγορίου του Ναζιανζηνού, του και Θεολόγου επικαλουμένου. Εκ πανηγυρικού λόγου ελήφθη επίσης και το εξαποστειλάριον της εορτής. «Επεσκέψατο ημάς εξ ύψους ο Σωτήρ ημών, ανατολή ανατολών…» Η τελευταία αυτή φράσις, έχει το προνόμιον, ως ήκουσα, να εμπνέη μέγαν ενθουσιασμόν εις τους ατυχήσαντας μεν περί την γλώσσαν, Έλληνας δε την καρδίαν και το φρόνημα αδελφούς ημών της Καισαρείας και Καππαδοκίας, ευλόγως καυχωμένους και λέγοντας ότι «εξ Ανατολής το φως»

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 26 Δεκεμβρίου 2019

ΚΑΘΕ ΓΙΟΡΤΗ Η ΜΟΝΑΞΙΑ
ΝΤΥΝΕΤΑΙ ΤΑ ΚΑΛΑ ΤΗΣ
ΤΑ ΜΑΥΡΑ ΤΑ ΜΕΤΑΞΩΤΑ
Τ ΑΡΑΧΝΟΥΦΑΝΤΑ ΤΗΣ

ΚΑΘΕΤΑΙ ΜΕΣΑ ΣΤΟΥΣ
ΠΟΛΛΟΥΣ
ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΤΗ ΘΩΡΟΥΝΕ ΔΙΑΛΕΓΕΙ ΕΚΕΙΝΟΥΣ ΤΟΥΣ ΚΑΛΟΥΣ
ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΜΙΛΟΥΝΕ!

ΚΑΙ ΟΤΑΝ ΤΕΛΕΙΩΣΕΙ

Ο ΧΟΡΟΣ

ΤΟ ΠΕΠΛΟ ΤΗΣ ΦΟΡΑΕΟ

ΤΟΥΣ ΛΕΕΙ ΚΑΤΙ ΤΙΣ ΣΤΟ ΑΥΤΙ

ΚΑΙ ΠΑΕΙ ..

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 21 Δεκεμβρίου 2019

Από την Κυριακή

 

ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΤΗΣ ΚΟΚΚΙΝΟΣΚΟΥΦΊΤΣΑΣ.Η ΕΚΔΟΧΉ ΤΟΥ ΛΎΚΟΥ

Το δάσος ήταν το σπιτικό μου. Ζούσα εκεί και νοιαζόμουν γι’ αυτό.
Προσπαθούσα να το διατηρώ τακτικό και καθαρό.

Κάποτε, μια ηλιόλουστη μέρα, ενώ προσπαθούσα να συμμαζέψω κάτι σκουπίδια που κλασικά παράτησαν δυο εκδρομείς, άκουσα βήματα.
Πήδηξα πίσω από ένα δέντρο και είδα μια μικρή κοπέλα να έρχεται, κρατώντας ένα καλάθι.
Μου φάνηκε ύποπτη από την αρχή, γιατί φορούσε αστεία κατακκόκινα ρούχα και το κεφάλι της ήταν καλυμμένο με κουκούλα σαν να μην ήθελε να την αναγνωρίσουν.

Φυσικά τη σταμάτησα για να ερευνήσω το ζήτημα.
Τη ρώτησα ποια ήταν, από πού ερχόταν κ.τ.λ.
Μου είπε μια ιστορία για κάποια γιαγιά που έμενε λίγο πιο κάτω και της πήγαινε φαγητό.
Βασικά, μπορεί να ήταν και έντιμο άτομο, αλλά βρισκόταν στο δάσος μου και έδειχνε πολύ ύποπτη μ’ αυτά τα ρούχα.
Έτσι αποφάσισα να της δείξω πόσο σοβαρό ήταν να εισβάλλει χωρίς ειδοποίηση, ντυμένη περίεργα.

Την άφησα να συνεχίσει, αλλά έτρεξα πριν από αυτήν στο σπίτι της γιαγιάς της.
Όταν συνάντησα τη συμπαθητική γριούλα της εξήγησα το πρόβλημα μου και συμφώνησε ότι η εγγονή της χρειαζόταν ένα μάθημα.
Η γριούλα δέχτηκε να κρυφτεί ώσπου να τη φωνάξω. Έτσι, κρύφτηκε κάτω από το κρεβάτι.

Όταν έφτασε η Κοκκινοσκουφίτσα, την κάλεσα να μπει στην κρεβατοκάμαρα όπου βρισκόμουν ήδη στο κρεβάτι, ντυμένος γιαγιά.
Το κορίτσι ήρθε και μόλις με είδε είπε κάτι άσχημο για τα μεγάλα μου αυτιά.
Με είχαν προσβάλλει κι άλλοτε, αλλά προσπάθησα να είμαι ευγενικός.
Είπα ότι, ίσως, τα μεγάλα μου αυτιά, μου επέτρεπαν να την ακούω καλύτερα.
Δηλαδή έδειχνα ότι τη συμπαθούσα και ήθελα να πιάνω καλά αυτά που λέει.

Αλλά έκανε άλλο ένα καλαμπούρι, για τα γουρλωτά μου μάτια.
Τώρα καταλαβαίνετε πώς άρχισα να αισθάνομαι γι’ αυτή τη μικρή, που ενώ ήταν γλυκιά ήταν και τόσο κακοήθης.
Παρ’ όλα αυτά, έχω την τακτική να γυρίζω και το άλλο μάγουλο και της είπα ότι τα γουρλωτά μου μάτια με βοηθούν να τη βλέπω καλύτερα.

Η επόμενη προσβολή στ’ αλήθεια με νευρίασε.
Έχω κάποιο κόμπλεξ για τα μεγάλα μου δόντια κι αυτό το κορίτσι έκανε μία προσβλητική παρατήρηση.
Με ρώτησε γιατί έχω τόσο μεγάλα δόντια.
Ξέρω ότι θα έπρεπε να μη χάσω την ψυχραιμία μου, αλλά πήδηξα από το κρεβάτι και της φώναξα πως τα μεγάλα μου δόντια ήταν χρήσιμα για να τη φάω.

Τώρα ας είμαστε ειλικρινείς, κανείς λύκος δεν θα έτρωγε ποτέ ένα κορίτσι, όλοι το ξέρουν αυτό, αλλά αυτό το τρελοκόριτσο άρχισε να τρέχει γύρω-γύρω ουρλιάζοντας κι εγώ προσπαθούσα να το φτάσω για να το ηρεμήσω.
Έβγαλα και τα ρούχα της γιαγιάς, αλλά αυτό φάνηκε να χειροτερεύει τα πράγματα.

Ξαφνικά όμως ανοίγει η πόρτα με δυνατό κρότο και ένας μεγαλόσωμος τύπος στεκόταν μπροστά μου με το τσεκούρι του.
Τον κοίταξα και κατάλαβα ότι είχα βρει το μπελά μου.
Υπήρχε ένα ανοιχτό παράθυρο πίσω μου και την κοπάνησα σφαίρα.

Θα ήθελα να μπορούσα να πω πως εδώ τελειώνει η ιστορία.
Όμως αυτή η γιαγιά ποτέ δεν είπε την αλήθεια.
Σύντομα κυκλοφόρησε η φήμη ότι ήμουν κακός και μοχθηρός.
Όλοι άρχισαν να με αποφεύγουν.
Δεν ξέρω τι έγινε το κακοήθες κοριτσάκι με τα αστεία κόκκινα ρούχα, όμως εγώ δεν πέρασα καλά από τότε.
Έτσι, αποφάσισα να σας γράψω την ιστορία μου, μήπως και σώσω τη φήμη μου, έστω και τώρα.
Και να θυμάστε: μην πιστεύετε κανέναν, αν δεν ακούσετε και την άλλη πλευρά.
Μπορεί να είναι παραμύθι.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 14 Δεκεμβρίου 2019

Στὸ Δροσίνη, ποὺ τὸ πρωτάκουσε.

Mέσα σ᾿ ἕνα περιβόλι, γύρω στὸν ἴσκιο μιᾶς φοινικιᾶς,
κάποια γαλανὰ λουλουδάκια, ἐδῶ κατάβαθα,
καὶ κεῖ πιὸ ἀνοιχτά, μιλούσανε.
Πέρασ᾿ ἕνας ποιητής, (ποὺ πέθανε τώρα),
καὶ ρύθμισε τὸ μίλημά τους ἔτσι:

Ὦ Φοινικιά, μᾶς ἔρριξεν ἐδῶ ἕνα χέρι·
τὸ χέρι τό ῾βαλε καταραμένη Μοῖρα;
τὸ πῆγε νοῦς καλοπροαίρετος; Ποιὸς ξέρει!
Ἀπὸ ἑνὸς ὕπνου κάτου τὸν καταποτήρα
ποιὰ ὁρμὴ μᾶς ἄδραξε καὶ ποιὸς μᾶς ἔχει φέρει;
Τάχ᾿ ἀπὸ χαλαστῆ γιὰ τάχ᾿ ἀπὸ Σωτῆρα;
Νά μας ἀσάλευτα στὸν ἴσκιο σου ἀποκάτου·
ὁ ἴσκιος σου εἶναι τῆς ζωῆς ἢ τοῦ θανάτου;

Τὰ καταχώνιαζε ὅλα γύρω τὸ λιοπύρι,
ἐδῶ κ᾿ ἐκεῖ ψάχνανε λαίμαργες ἀκρίδες,
κ᾿ ἦρθε βροχή· καὶ τ᾿ ἄνθια, ποὺ εἶχαν ἀχνογύρει,
ξυπνοῦνε καὶ ποτίζονται δροσοσταλίδες·
κ᾿ ὕστερ᾿ ἀκόμα πιὸ γλαυκὸ τὸ πανηγύρι
τοῦ ξάστερου οὐρανοῦ ξαναρχισμένο τὸ εἶδες·
τρικυμιστὴ μόνο ἡ κορφή σου ἀνάρια ἀνάρια
σταλοβολάει ἁδρὰ βροχομαργαριτάρια.

Λαμποκοπάει ἀνάσταση τὸ περιβόλι,
κάθε πουλὶ ὀνειρεύεται πὼς εἶναι ἀηδόνι,
μονάχα πέφτει ἀπὸ τὰ ὕψη σου σὰ βόλι
τὸ μαργαριταρένιο στάλαμα, καὶ ―ὢ πόνοι―!
ὅλων κορῶνα τοὺς φορεῖ τὸ δροσοβόλι,
ὅλα τὸ γάργαρο νερὸ τὰ μπαλσαμώνει·
γιατί σ᾿ ἐμᾶς ἡ θεία τῶν ὅλων καλωσύνη
γίνεται λάβωμα κι ἀρρώστια καὶ καμίνι;

Πόσο σκληρὰ χτυπάει τὸ βόλι τὸ δικό σου!
Κανέν᾿ αὐτὶ ψηλά, κανένα μάτι ἐμπρός μας.
Ζοῦμε στὸν ἴσκιο σου, ἕνας κόσμος ὁ κορμός σου,
τὸ στέμμα σου οὐρανὸς μὲ τ᾿ ἄστρα· ὁ οὐρανός μας.
Θεὸς ἀλύπητος ἂν εἶσαι, φανερώσου.
Ἂν ὄχι, γνέψε μας, καὶ μία γαλήνη δός μας,
καὶ μὴ σκοτώνῃς μας ἀγάλια ἀγάλια, ἢ δρᾶμε
καὶ ρῖξε μας νεροποντὴ μὲ μιᾶς νὰ πᾶμε!

Σὰν πληρωμὴ εἶν᾿ ὁ πόνος μας καὶ σὰ βρετήκι,
τῆς ἁρμονίας μας σφράγισεν ἡ χρυσὴ βούλλα,
ἐνῷ μᾶς ῾γγίζει ὁ Χάρος, μᾶς θεριεύει ἡ Νίκη,
τρέμομε, χαῖρε, τοῦ ρυθμοῦ ἱερὴ τρεμούλα!
Καταχωμένο ἀνήλιαγο ζῇ τὸ σκουλῆκι
γιὰ νὰ χαρῇ μεταξοφτέρουγη ψυχούλα
μίαν ὥρα τὴν ὡραία ζωή, καὶ νὰ πεθάνῃ.―
―Τὸ χάσμα τῆς πληγῆς γίνεται συντριβάνι.

Τὰ σταχτερά, τὰ διάφανα, τὰ χίλια μύρια
πράσινα, τ᾿ ἀναβρύσματα· καὶ τὰ μαμούδια
καὶ τὰ δετὰ τῆς γῆς· τ᾿ ἀνάερα τρεχαντήρια,
τὰ σκουληκάκια, οἱ μέλισσες, τὰ πεταλούδια,
λουλούδια, ὦ δισκοπότηρα καὶ θυμιατήρια!
Χάιδια τῆς χλόης, παντοῦ φιλιά, τοῦ μούσκλου χνούδια,
τοῦ κάτου κόσμου ἀχός, αἰθέρια μαντολίνα·
στὰ φύλλα μία λαχτάρα, λίγωμα στὰ κρίνα!

Ἄνθια, ὅσα ξέρετε, δὲν ξέρουν τὰ τρυγόνια,
ὡραίων ἐρώτων εἶστ᾿ ἐσεῖς τὰ διαλεμένα,
σαλέματα, φιλιά, ταιριάσματα στὰ κλώνια,
μιᾶς πλάσης εἶναι αὐγὴ τοῦ καθενὸς ἡ γέννα·
τῆς ἡδονῆς καὶ τῆς χαρᾶς τὰ παναιώνια
τὰ ξέρετε, ὦ λιγόζωα σεῖς καὶ ὦ δακρυσμένα!
Ἐμεῖς, ―ὢ τὰ χρυσά της ρίζας σου πλεμάτια!―
μοιάσαμε τὰ στοχαστικὰ καὶ τ᾿ ἄυλα μάτια.

Ἂς εἶστ᾿ ἐσεῖς, ἄπλεροι ἀνθοί, μεστὰ ἀνθοκλάδια,
ἀπὸ τὰ χρυσολούλουδα ὡς τὰ χαμομήλια,
σὰν ἀναμμένα κάρβουνα καὶ σὰν πετράδια,
σὰν τὰ παρθένα μάγουλα καὶ σὰν τὰ χείλια,
σὰ χέρια ἂς γλυκανοίγεστε, γιομάτα ἢ ἄδεια,
χαράματα κι ἂς εἶστε αὐγῆς, βραδιοῦ καντήλια,
τῆς νεράιδας δροσιᾶς ἂς εἶστε τὰ παλάτια·
τὰ μάτια εἴμαστ᾿ ἐμεῖς, εἴμαστ᾿ ἐμεῖς τὰ μάτια.

Σ᾿ ἐμᾶς, μικρά, κόσμο ξανοίγετε μεγάλο,
καὶ σύγνεφ᾿ ἀπὸ ἔγνοιες καὶ καημοὺς λαγκάδια,
καὶ τ᾿ οὐρανοῦ τ᾿ ἀσάλευτο σ᾿ ἐμᾶς, τὸ σάλο
τοῦ πέλαου γύρω στὰ καράβια πρὸς τὰ βράδια,
τὸ δάκρυ ἀκύλιστο, κι ἀξήγητο κάτι ἄλλο…
Ποιᾶς φυλακῆς νά ῾μαστ᾿ ἐμεῖς τὰ συγγενάδια;
Ἦρθε καὶ κλείστη μέσα μας, ―ποιὸς νὰ πιστέψῃ!―
μιὰ κολασμένη καὶ μία θεία· ἡ Σκέψη, ἡ Σκέψη!

T᾿ ἀνάστημα ἔχετε, τὸ παίξιμο, τὸ νάζι,
καὶ κάποιο ἀμίλητο περήφανο καμάρι,
καὶ κάποιο μάγεμα ποὺ ρίχνεται κι ἁρπάζει,
κι ἀπ᾿ τὴν πρωτόπλαστη ὀμορφάδα ἔχετε πάρει.
Σὰν εἴδωλα χλωμὰ σᾶς δείχνει τὸ μαράζι,
καὶ τὸ πουλὶ σᾶς δίνει κάποτε τὴ χάρη,
καὶ τὸν ἀέρα μία νεράϊδα ἀνεμοπόδα,
ὢ μὲ τὰ μύρια θεία χαμογέλια, ὢ ρόδα!

Τὸ πρόσταξε θεὸς Ἀπρίλης ἀνθομάλλης·
―ὦ μοσκοβόλισμα, ἄλλαξε καὶ λάμψη γίνε!
Γιὰ τοῦτο ἀμύριστα εἶστε, ρόδα τῆς Βεγγάλης,
ὅλων τῶν ἄλλων ἡ εὐωδιὰ σ᾿ ἐσᾶς φῶς εἶναι.
K᾿ ἐσὺ ποὺ στέκεις, τῶν ἀνθὼν ὡς νὰ εἶσαι ὁ κράλης,
ἀπὸ ποιὸν κόσμο παραστράτισες, ὦ κρῖνε;
Ἀπὸ τῆς εὐωδιᾶς τὴ μάννα, ἀπὸ τ᾿ ἀστέρι
τὸ πιὸ λευκόν;
Ὦ Φοινικιά, κ᾿ ἐμεῖς; Ποιὸς ξέρει!

Τῆς εὐωδιᾶς αἰθεροπόταμο, κρατήσου·
δὲν ἔτρεξες, δὲν πότισες τὴν ἄνθησή μας·
τῆς εὐωδιᾶς εἴπαμε: πάψε τὴν ὁρμή σου,
μὴ χύνεσαι ἀπὸ μᾶς, μὴ γίνεσαι πνοή μας,
βυθίσου μὲς στὰ φυλλοκάρδια μας, καὶ κλείσου
ἀκάτεχη ἀπ᾿ τὸ μύρισμα, μὲς στὴν ψυχή μας·
ψάξε νὰ βρῇς τὴ σκέψη μας, καὶ ὁμάδι ζῆσε.
Ἂς εἶναι ἡ μέλισσα, κ᾿ ἐσὺ τὸ μέλι ἂς εἶσαι!

Ἀπὸ τὸ βιὸς τοῦ ἥλιου ὅλα ἀραδιάστε τὰ ὄξω,
λουλούδια, ὅλα τὰ χρώματα, καὶ στολιστῆτε.
K᾿ εἴπαμε στ᾿ ἀδερφάκια μας: τὸ οὐράνιο τόξο
φορεματάκια κάμετέ το, καὶ ντυθῆτε!
K᾿ εἴπαμε τὸ καθένα μας: «Ψυχή, θὰ διώξω
κάθε λαμπράδα, μήτ᾿ ἡ αὐγή, καὶ ἡ δύση μήτε·
μοῦ φτάνει κάτι ἀπὸ τὴ θάλασσα, κι ἀκόμα
κάτι σὰ γέλιο, ποὺ γελᾷ τὸ οὐράνιο στόμα!»

Σύγνεφο γίνε, μίλα μὲ τ᾿ ἀστραποβόλι,
κορυδαλλός, καὶ λάλησε, Πόθε μεγάλε,
καὶ ὑψώσου πρὸς ἀστέρινο ἄλλο περιβόλι.
Ὅλη τη μουσικὴ μὲς στὴν ἀγάπη βάλε,
καὶ βάλε τῶν παιδιῶν τὴν ἀθῳότητα ὅλη,
καὶ βάλε κι ὅλη σου τὴν ὀμορφιά, καὶ πάλε
θά ῾χῃς τὸν ἴσκιο τῆς ἀγάπης· ὄχι ἐκείνη·
ἐκείνη λάμπει, καίει, φωτίζει καὶ δὲ σβήνει!

Ἀπὸ μία τρίδιπλη ψυχὴ τὸ περιβόλι,
συρτὴ καὶ ριζωτὴ καὶ φτερωμένη, πλέκει
τὸ εἶναι· ἡ κάμπια ὁλόβαθα χτίζει μία πόλη,
καὶ τὸ πουλὶ χτίζει ἕναν ἔρωτα παρέκει
πρὸς τὸν αἰθέρα· καὶ ἡ χλωράδα γύρω σου ὅλη
δὲν ἔχει νόημα, δὲν ὑπάρχει, ἢ γιὰ νὰ στέκῃ
καὶ νὰ εἶναι, ἀκροπρεπίδι σου, στὴ δούλεψή σου·
ὤ! πῶς ὑψώνεται στὸν ἥλιο τὸ κορμί σου!

Δὲ σταματάει κισσός, δὲν κόβει παρακλάδι
τοῦ κορμιοῦ σου χυτὴ κ᾿ ἐλεύτερη τὴ γύμνια·
ὅμως, γυμνή, μὲ ὀνειροΰφαντο μαγνάδι
σκεπάζεις τὰ χλωρὰ τοῦ κήπου στενορρύμια.
Λαμποκοπάει τῆς βασιλείας σου σημάδι
κορῶνα ἀχτίδων ἀπὸ σμάραγδα κι ἀσήμια
κρεμάμενη, τρεμάμενη ἀπὸ τὴν κορφή σου·
ὤ! τί ρυθμὸς ποὺ κυβερνάει τὸ θεῖο κορμί σου!

Ἔτσι δὲν εἶναι ὡραῖο τὸ νέο κυπαρίσσι
λιγώντας αὐροσάλευτο πρὸς τὸν αἰθέρα,
ἔτσι δὲν εἶναι ὡραία ἡ χλοϊσμένη βρύση
ποὺ ψέλνει σὰν ποιητὴς καὶ θρέφει σὰ μητέρα,
ἔτσι δὲν εἶν᾿ ἡ ἀνατολή, δὲν εἶναι ἡ δύση·
ἀπ᾿ τὴν κορφή σου κρέμεται ἄλλου κόσμου μέρα·
ἔτσι ὄμορφη δὲν εἶν᾿ ἡ ἀναπαμένη λίμνη·
στὰ πόδια σου οἱ θεοὶ κ᾿ οἱ θεολάλητοι ὕμνοι!

Ἀγγέλου φάντασμα στὴ σκήτη τοῦ ἐρημίτη,
στῆς νύχτας τὴ σιωπὴ τῆς ἁρμονίας τὸ στόμα,
ἡ σκέψη, ἐκεῖ ποὺ πρωτοστράφτει στοῦ τεχνίτη
τὸν πλατυμέτωπο οὐρανό, καὶ πρὶν ἀκόμα,
ὄνειρο ἀσκλάβωτο κι ἀπάρθενο, εὕρῃ σπίτι
καὶ γίνῃ λόγος, μουσική, μάρμαρο, χρῶμα,
σὰν τὴν ἰδέα σου δὲν εἶναι, καθὼς πέφτει
κι ἀντιχτυπάει στοῦ λογισμοῦ μας τὸν καθρέφτη.

Μέσα σου ρέει τὸ διάφανο, τ᾿ ἀθάνατο αἷμα,
ἢ ὁ χυμὸς ὁ ἀνήμπορος νὰ σὲ ξυπνήσῃ
ἀπό ῾ναν ὕπνο δίχως μίλημα καὶ βλέμμα
σὲ μιᾶς ἀθόλωτης ζωῆς τ᾿ ὡραῖο μεθύσι;
Τὸ στέμμα τῆς κορφῆς σου εἶν᾿ ἕνα ξένο ψέμα
ἢ τὰ μαλλιά σου, ποὺ ἡ πνοὴ σὰν τὰ χτυπήσῃ,
γίνονται λύρες γιὰ νὰ εἰποῦν ὁλόγυρά σου
τὴ συμφωνία τῶν ὅλων καὶ τῆς ὀμορφιᾶς σου;

Μήτε κλαδιά, μήτε μαλλιά. Φτερὰ εἶν᾿ ἐκεῖνα,
καὶ δοκιμάζεις τα καὶ τὰ τρεμοσαλεύεις.
Φτερά; δὲν εἶναι, γίνονται· σὲ τρώει μία πεῖνα,
καὶ σὲ μία πλάση ἀνώτερη νά ῾μπῃς παλεύεις.
Μιὰ πολιτεία, μίαν ἠλιοστάλαχτην Ἀθήνα
δεξιά, ζερβά, μακριά, στὰ ὕψη, ὅλο γυρεύεις,
καὶ στέκεσαι νὰ φύγῃς πρὸς τὰ μισουράνια
πετώντας μὲ τοὺς κύκνους καὶ μὲ τὰ γεράνια.

Λείψανο εἶσαι ἀπὸ νεκρὸ μεγάλο αἰῶνα,
ζωῆς, ποῦ γίνεται, εἶσαι ἡ πρώτη δροσεράδα;
Πότε ἀπὸ μέσα σου κοιτάει, τραβάει ἀγῶνα
γιὰ νὰ χυθῇ στὸ φῶς μία νύφη Ἀμαδρυάδα,
πότε σὰν τελευταῖα ὑψώνεσαι κολῶνα
ναοῦ, ποὺ κάποτ᾿ ἔστεκε σὲ μίαν Ἑλλάδα.
Τέλος ἢ ἀρχή, βραδιὰ ἢ πρωί, σὲ δένει κάτι
μὲ τοὺς ὁρίζοντες ποὺ χάνεται τὸ μάτι.

Ὡσαννὰ χύνουν οἱ βλαστοί σου καὶ τὰ βάγια
καὶ τὸ βασιλικὸ ὡσαννὰ τ᾿ ἀνάστημά σου
πρὸς ἄγνωστου θεοῦ διαβατικοῦ τὰ μάγια,
φανερωμένου πρῶτα πρῶτα στὴ ματιά σου.
Ἐσὺ ὡσαννά, ὡσαννὰ ἀποκρίνονται τὰ πλάγια.
Ὤ! ποιὰ τὰ ὁράματα καὶ ποιὰ τὰ μυστικά σου;
Σφάζει τὰ λυγερὰ λουλούδια καὶ τὰ φύλλα
ἀπὸ καινούργιους οὐρανοὺς ἀνατριχίλα.

K᾿ ἐμεῖς; Ἦρθε ὡς ἐμᾶς τὸ μακρινὸ πουλάκι,
τ᾿ ἀγεράκι μας ἄγγιξε μὲ τὰ φτερά του,
καὶ κονταστάθηκε τὸ βιαστικὸ τὸ ρυάκι,
καὶ τὸ παιδί μας ἔρριξε τ᾿ ἀνάβλεμμά του,
καὶ τὸ περήφανό μας ἔγνεψε ζαμπάκι,
καὶ τὸ φεγγάρι ἦρθε γιὰ μᾶς ὡς ἐδῶ κάτου,
κ᾿ εἶδε καθεὶς τ᾿ ἀπόξω μας, κανεὶς τὰ βάθη·
ὁ κόσμος γλίστρησεν ἀπάνω μας κ᾿ ἐχάθη.

Πορτοκαλλάνθια, τί σᾶς ρώτησαν τ᾿ ἀηδόνια;
Ὁ τζίτζικας τί θέλει ἀπὸ τὰ μεσημέρια;
Κι ὅσα βογγοῦνε σὰν ἀπὸ τὰ καταχθόνια,
κι ὅσα ἀνεβαίνουνε τραγούδια πρὸς τ᾿ ἀστέρια,
τοῦ σαρακιοῦ ἡ φωνή, τ᾿ ἀνήσυχα τριζόνια,
τ᾿ ἀρώματα, οἱ πνοές, τὰ ἕρμα καὶ τὰ ταίρια,
ὅσα πετοῦνε, σέρνονται, λιγιένται, σκύβουν,
κάτι γνωρίζουνε γιὰ σὲ καὶ μᾶς τὸ κρύβουν.

Μέσα μας μιὰ ψυχὴ ἀπὸ μπόρα κι ἀπὸ πίσσα
τὸ πονηρὸ γιὰ σὲ στὸ λογισμό μας βάζει.
Στὴ νυχτερίδα ὅλο γιὰ σὲ μιλοῦσε ἡ κίσσα
κ᾿ ἡ ἀκρίδα τὸ παινεύτηκε μ᾿ ἐσὲ πὼς μοιάζει,
κ᾿ ἡ σφῆκα ηὗρε χαρὰ στὴ σκέπη σου περίσσα,
κι ὁ νυχτοκόρακας μ᾿ ἐσένα ἀναγαλλιάζει·
μιὰ πλάση ―Ἐσὺ ποὺ ἀτάραχη τραβᾶς πρὸς τ᾿ ἄστρα,
παραμονεύει σὲ κακὴ κι ἀναγελάστρα!

Ὦ φυσημένη ἀπ᾿ τὴν καρδιὰ τοῦ πεύκου, Ὑγεία!
Πατᾷς, παντοῦ οἱ καρποὶ στ᾿ ἀγκάθια, στὰ τριφύλλια,
κυλᾷς μὲ τὰ νερά, καὶ λάμπουν τὰ στοιχεῖα,
γιὰ τ᾿ ἄδολο κρασὶ τρυγᾷς τὰ ὡραῖα σταφύλια,
ὅπου σταθῇς, θ᾿ ἀναστηθῇ μία πολιτεία,
πάντα ὁ μαστός σου γάλα ρέει, δροσιὰ τὰ χείλια.
Ὦ μάννα στρογγυλὴ καὶ καρπερὴ καὶ ἀκέρια,
μᾶς λυών᾿ ἡ ἀρρώστια· μοιάσαμε τὰ νεκροκέρια.

Κλαδιά, μαλλιά, φτερά. Ἴσκιοι, ποὺ ἡ θεία της χάρη
παίζει κι ἁπλώνει, πρῶτε, δεύτερε καὶ τρίτε,
ἀπὸ τὸ στοιχειωμένο τὸ σκληρὸ φεγγάρι
―μήτε κλαδιά, μήτε μαλλιά, καὶ φτερὰ μήτε!―
Προψὲς μίαν ὄψη τέταρτην εἴχατε πάρει·
σπαθιά! καὶ καρτερούσατε γιὰ νὰ χυθῆτε.
Νυχτοπετοῦσα πεταλούδα, ἔλεος κᾶμε·
ἀπάνω στὰ φτερά σου πᾶρε μας νὰ πᾶμε!

Ἡ ἀρρώστια μᾶς τυράγνησε μὲ τὴν ἀγρύπνια,
ὦ Φοινικιά, καὶ σὲ εἴδαμε νὰ κρυφογέρνῃς,
οἱ δρακοντιές, τὰ σκυλοβότανα, ὅλα ξύπνια,
νύχτα εἴταν, ἄμοιαστο χορὸ μ᾿ αὐτὰ νὰ σέρνῃς,
καὶ σ᾿ εἴδαμε ὄνειρο βαρὺ στὰ πρωτοΰπνια
μὲ φλόμους καὶ μὲ χαμαιλιοὺς νὰ παραδέρνῃς,
καὶ γύρω σ᾿ ἔπνιγαν ἀζώηρων περιβόλια,
κι ἀπὸ σκληρὲς ἀλόες λαὸς κι ἀπὸ τριβόλια.

K᾿ εἴσουνα, τῆς ζωῆς ὡς νὰ ζητοῦσες φόρο
αἱματοπότιστο, κι ὀλάγρια ἀντιχτύπα
πεῖνα στὸ εἶναι σου, καὶ κάποιο σαρκοβόρο
ηὗρε σ᾿ ἐσὲ καὶ φώλιασε, κ᾿ ἔσκαψε τρῦπα,
κ᾿ ἔγινε σπήλαιο τὸ κορμὶ τὸ φτεροφόρο,
καὶ τῆς κορφῆς σου γιὰ κορφὴ φόρεσες γύπα·
σὰ φλόγες καὶ σὰν κύματα καὶ σὰ λεπίδια
συρμένα ἀπὸ τὴ ρίζα ὡς τὴν κορφή σου φίδια.

Ποιὸς τὸ στοχάστηκε, ποιᾶς Μοίρας εἶναι τάμα,
ἀπὸ τὰ κακομύριστα καὶ τ᾿ ἀπορρίμια
νὰ ὑψώνωνται τὰ ὁλόχλωρα, καὶ ἁγνὸ τὸ θάμα
τοῦ Μάη κι Ἀπρίλη ἀπ᾿ τὴν ἀκάθαρτην ἀσκήμια;
Γι᾿ αὐτὸ γαλάζια μέσα μας καὶ μαῦρα ἀντάμα,
καὶ στὴν ψυχή μας ὠκεανοὶ καὶ στενορρύμια,
κ᾿ ἐκεῖ ποὺ ὁ νοῦς μὲ τὰ ὑπέρτατα παλεύει,
κάτι πανάθλιο μᾶς κρατεῖ καὶ μᾶς μολεύει.

Ἥλιε, τὰ μαῦρα ὀνείρατα πάρ᾿ τα καὶ πνίχ᾿ τα,
θολοὶ εἶν᾿ ἀχνοί, κ᾿ εἶναι κακόπραγα τελώνια.
Θρέψε τὰ ὡραῖα καὶ τ᾿ ἀγαθά, τὰ πάντα δεῖχ᾿ τα,
σὰν ἀχτιδοπαιξίματα καὶ σὰν ἀηδόνια.
K᾿ ἐσύ, φεγγάρι ξάπλωσε στὴν ἄγρια νύχτα
διάφανη σκέπη ἀπὸ καρδιὰ καὶ ψυχοπόνια,
τῆς Καλλονῆς παντοῦ κυμάτισε, ὢ πορφύρα,
κ᾿ ἡ πλάση ἂς γίνῃ ἀγάπη κι ἂς χτυπάῃ σὰ λύρα!

Ξημέρωσε. Τὸ φῶς χίλια σου σπέρνει μάτια,
γιὰ ν᾿ ἀγκαλιάζεις τὰ βουνὰ καὶ τὰ ρουμάνια,
στὰ δέντρα τὶς φωλιές, στὶς χῶρες τὰ παλάτια,
καὶ τὰ καράβια στ᾿ ἀνοιχτὰ καὶ στὰ λιμάνια.
Τὴ νύχτα ὡραῖα ξωτικὰ σὲ ἀχτίδων ἄτια
νὰ σὲ δουλέψουν ἔρχονται ἀπὸ τὰ οὐράνια.
Χέρια φυτρώνει ἡ λεῦκα καὶ στ᾿ ἁπλώνει πλείσια
σὲ νανουρίζουν ἥσυχα τὰ κυπαρίσσια.

Μιλᾷς μὲ τὸν ἀϊτὸ καὶ μὲ τὸν πελεκάνο,
ρουφᾷς τὴ μουσικὴ τοῦ κόσμου στάλα στάλα,
βλέπεις τὰ μακρινά, τὰ γύρω καὶ τ᾿ ἀπάνω,
τ᾿ ἀπέραντα καὶ τ᾿ ἄπιαστα καὶ τὰ μεγάλα,
ἀνταποκρίνεσαι μὲ κάθε ἀεροπλάνο,
μὲ ἀχτίδες, μὲ φτερά, μὲ τὴν παγκόσμια σκάλα.
K᾿ ἐμεῖς γυρτὰ στὴ γῆ, δαρμέν᾿ ἀπὸ μία λύπη,
ἀκούσαμε τῆς γῆς τὸ μέγα καρδιοχτύπι.

Ἀκούσαμε τῆς γῆς τὸ μέγα καρδιοχτύπι.
Νέο τραγούδι ἀφάνταστο ποὺ δὲν εἰπώθῃ,
ἦχος ποὺ τίποτ᾿ ἀπὸ μέσα του δὲ λείπει·
μέσα του ρυάζεται ἄγγελος ποὺ κεραυνώθη,
κι ὅλοι γλυκανασαίνουνε τ᾿ Ἀπρίλη οἱ κῆποι·
κρυφοὶ ἀναπάντεχοι μέσα του κλαῖνε πόθοι,
καὶ τρίζει μία φωτιά, ποὺ κόσμους θὰ χαλάῃ·
κάτι ποὺ μένει ἀξήγητο καὶ σὲ περνάει!

Πές μας τὴ φωτερὴ τ᾿ ἀέρινου ἱστορία,
τοῦ μαύρου θὰ σοῦ ποῦμ᾿ ἐμεῖς τὸ συναξάρι,
κ᾿ ἔλα νὰ τὰ ταιριάσουμε τὰ δυὸ στοιχεῖα,
τὴ δύναμή σου ἐσὺ μὲ τὴ δική μας χάρη.
Στ᾿ ἄφαντα, στὰ μικρά, στ᾿ ἀνήλιαγα, στὰ κρύα
ζοῦν ἕνας κόσμος δουλευτάδες καὶ κουρσάροι,
κ᾿ ἔχουν οἱ δρόμοι καὶ τὰ ἔργα τους καὶ οἱ μέρες
κι ὅσα δὲν ἔχουν τῶν ἀπέραντων οἱ αἰθέρες.

Τὴ ζωή του μᾶς εἶπε τὸ μελισσολόι
κι ἄστραψαν ὡς ἐμᾶς καινούργια νιάτα·
θάματ᾿ ἀνυποψίαστα σκεπάζ᾿ ἡ χλόη,
στὸ πλάϊ μας τὸ μυρμῆγκι ἀνοίγει βαθιὰ στράτα,
μιὰ σαύρα ἀργοσυρμένη μέσ᾿ ἀπὸ κατώι,
χωρῶν, ἐθνῶν, τεχνῶν ἔφερ᾿ ἐδῶ μαντάτα.
Μιὰ πεταλούδα, ποὺ ἔτρεχε γιὰ νὰ παντρέψη
τὰ λουλουδάκια, μᾶς ἐπλάτυνε τὴ σκέψη.

Ἀπάντρευτη, ἄκαρπη, κι ἀξήγητη καὶ ὡραῖα!
Παράξενη εἴταν ὥρα, ποιὸς θὰ τὸ πιστέψη;
Βουλήθη ὁ θεῖος κόσμος, κ᾿ ἔγινεν Ἰδέα,
καὶ στὴ δική μας φανερώθηκε τὴ σκέψη.
Τώρα σ᾿ αἰνίγματα καὶ σὲ σκοτάδια νέα
εἶν᾿ ἕτοιμη ἡ ζωούλα μας γιὰ νὰ μισέψῃ.
―Ὦ Φοινικιά, ἀποκρίσου· νά! φυλάει καρτέρι,
πρὶν πῇς τὸ λόγο τὸν ὑπέρτατο, ἕνα χέρι.

Ὦ Φοινικιά, μᾶς ἔσπειρεν ἐδῶ ἕνα χέρι,
καὶ θὰ ξαναπλωθῇ, καὶ θὰ μᾶς ξερριζώσῃ,
καὶ θὰ πεθάνουμε· τὸ κῦμα καὶ τ᾿ ἀγέρι
καὶ τὸ νερὸ ἀνελεήμονα θὰ μᾶς σαρώσῃ,
καὶ δὲ θὰ κλάψῃ μας τ᾿ ὁλόανθο καλοκαῖρι,
κ᾿ ἡ πλατιὰ πλάση τὸ χαμό μας δὲ θὰ νιώσῃ,
καὶ κάτου ἀπὸ τοῦ ἴσκιου σου τὰ μάγια πάλι
θ᾿ ἀναστηθῇ μοσκόπνοη μιὰ βλάστηση ἄλλη.
Καὶ μήτε θὰ βρεθῇ γιὰ μᾶς κανένα μνῆμα
τοῦ διάβα μας τὸ φάντασμα νὰ συγκρατήσῃ·
μονάχα ὁλόφωτο τριγύρω σου ἕνα ντύμα
μὲ νέα μία λάμψη ἀχάλαστη θὰ σὲ στολίσῃ,
καὶ θὰ εἶναι ἡ σκέψη μας κι ὁ λόγος μας καὶ ἡ ρίμα.
Καὶ θὰ φανῆς ἐσὺ στὴν ξαφνισμένη χτίση
σὰν ἕνα χρυσοπράσινο καινούργιο ἀστέρι.
Καὶ μήτ᾿ ἐσύ, μήτε κανεὶς δὲ θὰ μᾶς ξέρῃ

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 14 Δεκεμβρίου 2019

Από την ΚΥΡΙΑΚΗ

 

..κι ειδε καθεὶς τἀ απόξω μας, κανεὶς τὰ βάθη·

ὁ κόσμος εγλίστρησεν απάνω μας κι εχάθη.

Κ . Παλαμας, Φοινικιά

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 14 Δεκεμβρίου 2019

Aπό την Κυριακή

Επάνω του η Σφιγξ είναι πεσμένη
με δόντια και με νύχια τεντωμένα
και μ’ όλην της ζωής την αγριάδα.
Ο Οιδίπους έπεσε στην πρώτη ορμή της,
τον τρόμαξεν η πρώτη εμφάνισή της —
τέτοια μορφή και τέτοιαν ομιλία
δεν είχε φαντασθή ποτέ έως τότε.
Μα μ’ όλο που ακκουμπά τα δυο του πόδια
το τέρας στου Οιδίποδος το στήθος,
συνήλθε εκείνος γρήγορα — και διόλου
τώρα δεν την φοβάται πια, γιατί έχει
την λύσιν έτοιμη και θα νικήση.
Κι’ όμως δεν χαίρεται γι’ αυτήν την νίκη.
Το βλέμμα του μελαγχολία γεμάτο
την Σφίγγα δεν κυττάζει, βλέπει πέρα
τον δρόμο τον στενό που πάει στας Θήβας,
και που στον Κολωνό θ’ αποτελειώση.
Και καθαρά προαισθάνεται η ψυχή του
που η Σφιγξ εκεί θα τον μιλήση πάλι
με δυσκολώτερα και πιο μεγάλα
αινίγματα που απάντησι δεν έχουν.

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 23 Νοεμβρίου 2019

«Όταν πρότεινα τη θεωρία της σχετικότητας, ελάχιστοι με κατάλαβαν.  Και αυτό που θα αποκαλύψω τώρα, θα συγκρουστεί με την παρανόηση και την προκατάληψη του κόσμου. Σου ζητώ να φυλάξεις τα γράμματα για όσο διάστημα χρειαστεί, χρόνια, δεκαετίες, έως ότου η κοινωνία είναι αρκετά προηγμένη για να δεχτεί αυτό που θα εξηγήσω παρακάτω. Υπάρχει μια εξαιρετικά ισχυρή δύναμη που, μέχρι σήμερα, η επιστήμη δεν έχει βρει επίσημη εξήγηση για αυτήν. Είναι μια δύναμη που περιλαμβάνει και διέπει όλους, είναι πίσω από κάθε φαινόμενο που λειτουργεί στο σύμπαν και δεν έχει ακόμη προσδιοριστεί από εμάς. Αυτή η παγκόσμια δύναμη είναι η ΑΓΑΠΗ.   Η Αγάπη ξεδιπλώνει και αποκαλύπτει. Για την αγάπη ζούμε και πεθαίνουμε. Αγάπη είναι ο Θεός και Θεός είναι η Αγάπη   Όταν οι επιστήμονες ερεύνησαν για μια ενοποιημένη θεωρία του σύμπαντος ξέχασαν την πιο ισχυρή αόρατη δύναμη. Η αγάπη είναι φως, που φωτίζει αυτούς που δίνουν και λαμβάνουν. Η αγάπη είναι βαρύτητα, επειδή κάνει τους ανθρώπους να αισθάνονται έλξη για άλλους. Η αγάπη είναι δύναμη, διότι πολλαπλασιάζει το καλύτερο που έχουμε, και επιτρέπει στην ανθρωπότητα να μην σβήσει στον τυφλό εγωισμό της. Η Αγάπη ξεδιπλώνει και αποκαλύπτει. Για την αγάπη ζούμε και πεθαίνουμε. Αγάπη είναι ο Θεός και Θεός είναι η Αγάπη. Η δύναμη αυτή εξηγεί τα πάντα και δίνει νόημα στη ζωή. Αυτή είναι η μεταβλητή που έχουμε αγνοήσει για πολύ καιρό, ίσως γιατί φοβόμαστε την αγάπη, γιατί είναι η μόνη ενέργεια στο σύμπαν που ο άνθρωπος δεν έχει μάθει να οδηγεί κατά βούληση. Για να δώσω ορατότητα στην αγάπη, έκανα μια απλή αντικατάσταση στην πιο διάσημη εξίσωση μου. Αν αντί για E = mc2, δεχθούμε ότι η ενέργεια για να θεραπεύσει τον κόσμο μπορεί να επιτευχθεί μέσα από την αγάπη όταν πολλαπλασιάζεται με την ταχύτητα του φωτός στο τετράγωνο, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι η αγάπη είναι η πιο ισχυρή δύναμη που υπάρχει, διότι δεν έχει όρια.   Αν θέλουμε να σώσουμε τον κόσμο και κάθε ον με αισθήσεις που κατοικεί σε αυτόν, η αγάπη είναι η μία και μοναδική απάντηση   Μετά την αποτυχία της ανθρωπότητας στη χρήση και τον έλεγχο των άλλων δυνάμεων του σύμπαντος, που έχουν στραφεί εναντίον μας, είναι επιτακτική ανάγκη να τραφούμε με ένα άλλο είδος ενέργειας. Αν θέλουμε το είδος μας να επιβιώσει, αν θέλουμε να βρούμε το νόημα της ζωής, αν θέλουμε να σώσουμε τον κόσμο και κάθε ον με αισθήσεις που κατοικεί σε αυτόν , η αγάπη είναι η μία και μοναδική απάντηση. Ίσως δεν είμαστε ακόμη έτοιμοι να κάνουμε μια βόμβα αγάπης, μια συσκευή αρκετά ισχυρή ώστε να καταστρέψει εντελώς το μίσος, τον εγωισμό και την απληστία που καταστρέφουν τον πλανήτη. Ωστόσο, κάθε άτομο φέρει μέσα του μια μικρή αλλά ισχυρή γεννήτρια αγάπης της οποίας η ενέργεια περιμένει να απελευθερωθεί. Όταν μάθουμε να δίνουμε και να λαμβάνουμε αυτή την παγκόσμια ενέργεια, αγαπητή Lieserl, θα έχουμε επιβεβαιώσει ότι η αγάπη κατακτά τα πάντα, είναι σε θέση να ξεπεράσει τα πάντα, γιατί η αγάπη είναι η πεμπτουσία της ζωής. Με λυπεί βαθύτατα που δεν μπόρεσα να εκφράσω ό, τι έχω στην καρδιά μου, που χτυπά για σένα μια ζωή. Ίσως είναι πολύ αργά για να ζητήσω συγγνώμη, αλλά καθώς ο χρόνος είναι σχετικός, πρέπει να σου πω ότι σ’ αγαπώ και πως χάρη σε εσένα έφτασα στην τελική απάντηση.

Ο πατέρας σου, Άλμπερτ Αϊνστάιν»

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 26 Οκτωβρίου 2019

Δεν μπορώ να σου δώσω λύσεις
για όλα τα προβλήματα της ζωής σου,
ούτε έχω απαντήσεις
για τις αμφιβολίες και τους φόβους σου ˙
όμως μπορώ να σ’ ακούσω
και να τα μοιραστώ μαζί σου.

Δεν μπορώ ν’ αλλάξω
το παρελθόν ή το μέλλον σου.
Όμως όταν με χρειάζεσαι
θα είμαι εκεί μαζί σου.

Δεν μπορώ να αποτρέψω τα παραπατήματα σου.
Μόνο μπορώ να σου προσφέρω το χέρι μου
να κρατηθείς και να μη πέσεις.

Οι χαρές σου, οι θρίαμβοι και οι επιτυχίες σου
δεν είναι δικές μου.
Όμως ειλικρινά απολαμβάνω να σε βλέπω ευτυχισμένο.

Δεν μπορώ να περιορίσω μέσα σε όρια
αυτά που πρέπει να πραγματοποιήσεις,
όμως θα σου προσφέρω τον ελεύθερο χώρο
που χρειάζεσαι για να μεγαλουργήσεις.

Δεν μπορώ να αποτρέψω τις οδύνες σου
όταν κάποιες θλίψεις
σου σκίζουν την καρδιά,
όμως μπορώ να κλάψω μαζί σου
και να μαζέψω τα κομμάτια της
για να την φτιάξουμε ξανά πιο δυνατή.

Δεν μπορώ να σου πω ποιος είσαι
ούτε ποιος πρέπει να γίνεις.
Μόνο μπορώ
να σ’ αγαπώ όπως είσαι
και να είμαι φίλος σου.

Αυτές τις μέρες σκεφτόμουν
τους φίλους μου και τις φίλες μου,
δεν ήσουν πάνω
ή κάτω ή στη μέση.

Δεν ήσουν πρώτος
ούτε τελευταίος στη λίστα.
Δεν ήσουν το νούμερο ένα ούτε το τελευταίο.

Να κοιμάσαι ευτυχισμένος.
Να εκπέμπεις αγάπη.
Να ξέρεις ότι είμαστε εδώ περαστικοί.

Ας βελτιώσουμε τις σχέσεις με τους άλλους.

Να αρπάζουμε τις ευκαιρίες.
Να ακούμε την καρδιά μας.
Να εκτιμούμε τη ζωή.

Πάντως δεν έχω την αξίωση να είμαι
ο πρώτος, ο δεύτερος ή ο τρίτος
στη λίστα σου.

Μου αρκεί που με θέλεις για φίλο.
Ευχαριστώ που είμαι.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 12 Οκτωβρίου 2019

“Είναι χειμώνας. Με όσα αυτό συνεπάγεται. Μια κρύα νύχτα του, ένα λαμπερό αστέρι, όμοιο με κομμάτι από χρυσάφι, πέφτει από τον ουρανό αγγίζοντας κι άλλα αστέρια στην τροχιά του. Στις ιτές θα φωλιάζει, είπαν οι ξυλοκόποι που το είδαν να πέφτει κι έτρεξαν κατακεί. Οι ξυλοκόποι έσκυψαν να πιάσουν το θησαυρό. Σηκώνουν τον καμωμένο από αστέρια χρυσαφένιο μανδύα αλλά θησαυρός δεν υπάρχει. Μονάχα ένα παιδί που κοιμάται. Ένα αστερόπαιδο.

Ο ένας ξυκλοκόπος αρνείται να το πάρει. Είναι φτωχός. Ο άλλος δεν το συζητά. Ας είναι φτωχός. Θα το πάρει σπίτι του. Η ανάδοχη οικογένεια, καίτοι έχει πολλά παιδιά, το περιβάλλει με θαλπωρή. Καθώς μεγαλώνει, γίνεται ολοένα και ομορφότερο, χρυσά δαχτυλίδια τα μαλλιά του, λευκή επιδερμίδα σαν ελεφαντόδοντο, νάρκισσος το κορμί του. Μα όσο ομορφότερο γινόταν, τόσο σκληρότερο και περιφρονητικό προς όλους έμοιαζε. Από ένα αστέρι γεννημένος αυτός, πώς θα ήταν ίδιος και ίσος με τους άλλους; Τους άσχημους, τους φτωχούς, τους διαφορετικούς. Κυνηγούσε ζώα, έστηνε παγίδες, τα βασάνιζε.

Κάποτε έφτασε στο χωριό μια ζητιάνα, άσχημη και βρομιάρα. Είπε πως ήταν η μάνα του κι ο υξλοκόπος το φώναξε να τη δει. “Αν είσαι στ’ αλήθεια η μητέρα μου, καλύτερα να φύγεις. Με ντροπιάζεις. Εγώ νόμιζα πως γεννήθηκα από ένα αστέρι κι όχι από μια ζητιάνα. Φύγε. Δε θέλω να σε ξαναδώ… Καλύτερα να με φιλήσει οχιά ή βάτραχος παρά εσύ”, της είπε το λιγότερο απαξιωτικά. Παράξενο. Οι σύντροφοί του άρχισαν να το κοροιδεύουν. Είχε πια πάρει την όψη βάτραχου και το κορμί οχιάς. Μετάνιωσε που αρνήθηκε τη μητέρα του και τιμωρήθηκε κι αποφάσισε να πάει να τη βρει. Κανείς δεν έδειχνε προθυμία να βοηθήσει όμως ένα τόσο άσχημο πλάσμα. Τον περιγελούσαν, τον έδιωχναν από παντού. Μέχρι που ένας αξιωματούχος μιας πολιτείας με ψηλά τείχη, τον πήρε και τον πούλησε δούλο για μια κούπα κρασί σε έναν γέρο, πανούργο μάγο. Αυτός του έβαλε σκληρές δουλειές, να του φέρει τρία κομμάτια χρυσάφι από το δάσος της πολιτείας. Το αστερόπαιδο έβρισκε τα κομμάτια αλλά στο δρόμο του γυρισμού κάποιος τον παρακαλούσε να τον λυπηθεί κι αυτό τους τα χάριζε. Ώσπου πήρε την αρχική του μορφή και όλα άρχισαν να παίρνουν έναν αλλιώτικο δρόμο που θα μεταμόρφωνε το αστερόπαιδο όχι σε έναν πανέμορφο πρίγκιπα αλλά και σε έναν αναγεννημένο χαρακτήρα…

Μια σύμβαση η ομορφιά, μια παραδοξότητα την οποία προσκυνούμε όλοι. Το αστερόπαιδο όσο ήταν ένας άγγελος ομορφιάς είχε έναν τραγικά κακό χαρακτήρα. Προκλητικός, εριστικός, κακότροπος, εξουσιαστικός, ένα control freak με αρνητικό πρόσημο σε όλες του τις εκδοχές. Όταν η εξωτερική του ομορφιά απωλέσθη, τότε η εσωτερική του αναγέννηση άρχισε να χτίζεται με γοργό ρυθμό, πρώτα με την αναζήτηση της ζητιάνας μητέρας του, κατόπιν με όλη την αλλαγή στη συμπεριφορά και στον αξιακό του κώδικα. Η ομορφιά του προσώπου και του σώματος, η outer εκδοχή μας, μοιάζει για τον Γουάιλντ η γενεσιουργός αιτία της ηθικής συντριβής του ανθρώπου. Η ηθική κι η αισθητική ομορφιά (εσωτερική και εξωτετική αντίστοιχα) κονταροχτυπιούνται σκληρά στο Αστερόπαιδο. Γεννιέται από άλλους αλλά ανατρέφεται από καλούς, ταπεινούς, φτωχούς ανθρώπους. Ωστόσο μεγαλώνοντας αναπτύσσει μια ανίκητη κακοτροπία. Το σχόλιο του Ουάιλντ για τη φύση των ανθρώπων, την επιρροή της ανατροφής αλλά κυρίως την ηθική πτώση στην οποία μπορεί να σε οδηγήσει η εξωτερική ομορφιά παρά το περιβάλλον στο οποίο μεγαλώνεις, είναι σαφές αλλά και την ίδια στιγμή νεφελώδες, επιδεχόμενο πολλών ερμηνειών. Είναι η ομορφιά που σου δίνει το δικαίωμα να ενεργείς, όχι απλά εξουσιαστικά, αλλά ουσιαστικά δίχως κανόνες και μέτρο; Είναι τόσο εγκλωβιστικός για τον “όμορφο” άνθρωπο αυτός ο ναρκισσιμός που τον οδηγεί σε απώλεια πολλών ή όλων των ποιοτικών του χαρακτηριστικών;
Η μεταμόρφωση έρχεται μέσα από τη βίωση ακραίων καταστάσεων. Και η ηθική αναγέννηση του Αστερόπαιδου θα συμβεί καθώς θα εκτεθεί σε ένα πλέγμα κινδύνων όπου το βάζει ο γέροντας-μάγος, μια ακόμα αινιγματική φυσιογνωμία της ιστορίας του διάσημου συγγραφέα. Ένα παραμύθι που ξεφεύγει από το συμβατικό ολοκάθαρο τέλος, που “ματώνει” τον ήρωα για να τον εξαγνίσει.

Μια ιστορία που σε βάζει σε σκέψεις δραματοποίησης, φιλοσοφίας, εκτενών συζητήσεων για την ομορφιά, την μητέρα, τη μετάνοια, την ηθική, τη συμπεριφορά, τον πλούτο.”

Από lecturesbureau

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 12 Οκτωβρίου 2019

Τα πολύ παλιά τα χρόνια γεννήθηκε σ’ ένα δάσος ένας όμορφος ελέφαντας. Το δέρμα του ήταν άσπρο και μαλακό σαν τα πούπουλα του κύκνου. Όσο μεγάλωνε, τόσο πιο όμορφος και δυνατός γινόταν, και όσοι τύχαινε να τον συναντήσουν στο δάσος θαύμαζαν την ομορφιά και τη δύναμή του.

Η φήμη του απλώθηκε σε όλη τη χώρα, κι έφτασε στα αυτιά του βασιλιά, που θέλησε να αποκτήσει αυτόν τον  σπάνιο ελέφαντα. Γι’ αυτό, έστειλε στο δάσος τους εκπαιδευτές ελεφάντων, για να τον πιάσουν. Αυτοί τον κυνηγούσαν πολλές μέρες και τελικά κατάφεραν να τον βρουν και να τον αιχμαλωτίσουν. Τον πήγαν στον κήπο του παλατιού και τον έδεσαν με αλυσίδες. Άρχισαν να τον εκπαιδεύουν να υπακούει σε ό,τι τον πρόσταζαν να κάνει. Αλλά ο ελέφαντας δεν καταλάβαινε πάντα τι του ζητούσαν οι εκπαιδευτές του, και πολλές φορές δεν υπάκουε. Τότε αυτοί τον έδερναν. Γρήγορα το ωραίο άσπρο του δέρμα γέμισε με μελανιές και ο άσπρος ελέφαντας ήταν πάντα τρομαγμένος.

Μια μέρα ο ελέφαντας τρόμαξε τόσο πολύ που σηκώθηκε όρθιος στα πίσω πόδια του, έσπασε τις αλυσίδες και το έσκασε χωρίς να μπορέσουν να τον εμποδίσουν οι εκπαιδευτές του. Έτρεξε στο βουνό και χώθηκε τόσο βαθειά στο δάσος που οι εκπαιδευτές του δεν μπόρεσαν να τον βρουν όσο κι αν έψαξαν. Έτσι έπαψαν να τον ψάχνουν, γύρισαν στο παλάτι και τον ξέχασαν.

Όμως ο άσπρος ελέφαντας δεν ξέχασε ούτε αυτούς ούτε το φόβο του. Και κάθε φορά που το φύσημα του αγέρα ακουγόταν σαν βογκητό, σαν κλάμα, σαν στριγκλιά, ο ελέφαντας τρελαινόταν από το φόβο του και έτρεχε γύρω γύρω, χτυπώντας την προβοσκίδα του δεξιά αριστερά.

Και παρόλο που ήταν ελεύθερος, έκανε σαν να τον είχαν ξανααιχμαλωτίσει, γιατί τώρα πια το μυαλό του ήταν τόσο ταραγμένο  που ξεχνούσε ακόμα και να φάει. Σε λίγο καιρό το γερό και μεγάλο σώμα του έγινε αδύνατο και αδύναμο. Κι όποτε έτρεχε με πανικό μέσα στο δάσος σκόνταφτε και έπεφτε πάνω στους κορμούς των δέντρων και στα μεγάλα βράχια.

Οι μόνες φορές που ένιωθε ηρεμία ήταν όταν σταματούσε κάτω από ένα συγκεκριμένο δέντρο για να πάρει ανάσα. Αυτό το δέντρο είχε ένα λείο, χοντρό κορμό και ένα φουντωτό πυκνό φύλλωμα, που έκοβε τη φόρα του ανέμου και τον ανάγκαζε να περνάει μαλακά ανάμεσα από τα κλαδιά του και να μουρμουρίζει γλυκά. Όποτε ο ελέφαντας στεκόταν να ξεκουραστεί κάτω από αυτό το δέντρο, το δέντρο ένιωθε το φόβο που τον ταλαιπωρούσε, και τον συμπονούσε.

Μια μέρα που ο ελέφαντας χτυπιόταν πάνω στον κορμό του με μεγαλύτερη μανία από κάθε άλλη φορά, το δέντρο κούνησε τα φύλλα του και του ψιθύρισε:

« Γιατί φοβάσαι τον άνεμο; Αυτός το μόνο που κάνει είναι να μετακινεί τα σύννεφα και να στεγνώνει την πρωινή δροσιά! Δεν μπορεί να κάνει κακό σε σένα. Κοίταξε μέσα στο μυαλό σου! Εκεί μέσα υπάρχει ο φόβος σου, που σε έχει αιχμαλωτίσει!».

Ο άσπρος ελέφαντας χαμογέλασε. Κατάλαβε ξαφνικά ότι δεν υπήρχε τίποτα που να τον απειλεί παρά μόνο η παλιά του συνήθεια να είναι φοβισμένος. Από τότε βρήκε τη γαλήνη του και άρχισε να χαίρεται τη ζωή του στο βουνό. Από τότε βρήκε την ελευθερία του!

Aπό lecturesbureau

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 6 Οκτωβρίου 2019

 

Από το μπαλκόνι μια βραδιά
κοίταζα το φεγγάρι
και φάνηκε μου μια στιγμή
πως περπατητε ομάδι

Καθόρισε μια στιγμή
πες μου ακριβώς πιο βράδυ
να το ξανοίγομαι ομάδι το φεγγάρι

Που ίσως αντανάκλαση
κείνη την ώρα γινει
να δούμε ο γεις τον άλλο μας απάνω στη Σελήνη

Βιτωροκωστας

Aπό Λουδοβίκος των Ανωγείων

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 4 Οκτωβρίου 2019

Τον μύθο του Περσέα, του νεαρού από τη Σέριφο που έταξε στον Βασιλιά το κεφάλι της Μέδουσας, την οποία κατάφερε να σκοτώσει με το τέχνασμα της αντανάκλασης, λίγο-πολύ τον γνωρίζουμε όλοι. Αυτό που δεν γνωρίζουμε, είναι πως από την υπόσχεση του Περσέα στον Βασιλιά μέχρι τον θάνατο της Μέδουσας, μεσολάβησε μια περιπέτεια με φοβερές και τρομερές μορφές της μυθολογίας. Η θεά Αθηνά ανέλαβε να βοηθήσει τον απογοητευμένο από το αδύνατο της αποστολής του Περσέα, πηγαίνοντάς τον στις Ναϊάδες. Οι νύμφες του υγρού στοιχείου τον προίκισαν με φτερωτά σανδάλια και με ένα κράνος που τον έκανε αόρατο. Ξεκίνησε έτσι να βρει την Μέδουσα, αλλά οι μόνες που γνώριζαν πού βρίσκεται ήταν οι Γραίες. Αυτές οι τρεις εφιαλτικές οντότητες της μυθολογίας ήταν θεές με τη μορφή γερασμένων γυναικών. Την ζοφερή της εμφάνιση ολοκλήρωναν τα εκ γενετής φαλακρά τους κεφάλια και το γεγονός πως είχαν από κοινού μόνο ένα μάτι και ένα δόντι, τα οποία δανείζονταν με τη σειρά. Μία εξ αυτών λοιπόν κάθε φορά έπαιρνε το μάτι τους και φυλούσε την σπηλιά τους, αλλά την στιγμή που η επόμενη Γραία άλλαζε… βάρδια και έπαιρνε με τη σειρά της το μάτι, και οι τρεις τους ήταν τυφλές. Αυτό το δευτερόλεπτο της αλλαγής εκμεταλλεύτηκε ο Περσέας που παραμόνευε, άρπαξε το μάτι και τους δήλωσε πως θα τους το επιστρέψει μόνο αν του πουν πού κρύβεται η Μέδουσα. Όπως και τελικά έγινε…

 

Ο Φινέας και οι Άρπυιες
Ο Φινέας ήταν ο βασιλιάς της Θράκης και του Βόσπορου, και τύχαινε να είναι επίσης και πολύ γνωστός μάντης της περιοχής. Ήταν τόσο καλός στους χρησμούς του, που ο μύθος αναφέρει ότι ο Δίας οργίστηκε φοβερά, γιατί ο Φινέας αποκάλυπτε στους ανθρώπους λεπτομερώς όλα τα σχέδιά του. Φρόντισε λοιπόν να τον τιμωρήσει: Αρχικά, έριξε τον κεραυνό του και τον τύφλωσε. Αυτό όμως δεν εμπόδισε τον Φινέα να συνεχίσει την δουλειά του ως τυφλός μάντης. Έτσι, ο Δίας πέρασε στην επόμενη «πίστα»: Έστειλε στα μέρη τους τις Άρπυιες, πέντε μυθολογικά όντα με σώμα πουλιού και κεφάλι γυναίκας. Αυτές, κάθε φορά που ο Φινέας ετοιμαζόταν να φάει, άρπαζαν το φαγητό του ή του έριχναν… κουτσουλιές, προφανώς για να του «τη σπάσουν» και να τον κρατήσουν για πάντα πεινασμένο και εξαθλιωμένο. Από αυτό το βασανιστήριο προσπάθησαν να τον απαλλάξουν οι διερχόμενοι Αργοναύτες. Δύο εξ αυτών, οι γοργοπόδαροι Καλάις και Ζήτης, ήταν «γραφτό» από χρησμό να κυνηγήσουν τις Άρπυιες και είτε να τις πιάσουν και να τις σκοτώσουν, είτε να αποτύχουν και να σκοτωθούν. Τελικά, προς μεγάλη δυσφήμηση των χρησμών, τίποτα από τα δύο δεν έγινε: Αργοναύτες και Άρπυιες ήρθαν σε συμβιβασμό: Οι πρώτοι τους χάρισαν τη ζωή, και οι δεύτερες συμφώνησαν να μεταναστεύσουν στην Κρήτη και να μην ξαναενοχλήσουν τον Φινέα. Ο τυφλός μάντης, για να τους ευχαριστήσει, τους αποκάλυψε πώς να περάσουν με ασφάλεια τις Συμπληγάδες.

 

 

Ο μύθος των Αλκυονίδων
Όταν στην καρδιά του χειμώνα ξαφνικά εμφανίζονται κάποιες ημέρες ηλιόλουστες, λέμε πως έφτασαν οι Αλκυονίδες ημέρες. Γνωρίζατε όμως τον μύθο πίσω από την ονομασία αυτή; Στην ελληνική μυθολογία, η Αλκυόνη, κόρη του Αιόλου, ζούσε ευτυχισμένη με τον Κύηκα πλάι στη θάλασσα. Η ευτυχία τους ήταν τόση, που κάποια στιγμή θεώρησαν εαυτούς ισάξιους αθάνατων θεών. Κάτι τέτοιο, όπως είναι αναμενόμενο, εξόργισε το δωδεκάθεο. Όταν μάλιστα το ζεύγος άρχισε να αλληλοαποκαλείται με τα ονόματα του Δία και της Ήρας αντί για τα δικά τους, ο Ζευς περίμενε να σαλπάρει ο Κύηκας μια μέρα, και έριξε κεραυνό στο καράβι του. Η Αλκυόνη παρακολουθούσε το ναυάγιο από μακριά και στη θέα του συζύγου της να πνίγεται, όρμηξε στη θάλασσα από ψηλό βράχο για να σκοτωθεί. Εκείνη την ώρα, οι θεοί άλλαξαν γνώμη και τους λυπήθηκαν, και τους μεταμόρφωσαν σε πουλιά, με το όνομα αλκυόνες. Ως πουλιά με λαμπερά γαλάζια φτερά πια, το ζευγάρι εξακολούθησε να ζει δίπλα στην ακτή, και να γεννά τα αυγά του μέσα στη βαρυχειμωνιά. Η μανιασμένη θάλασσα όμως κατέστρεφε τα αυγά τους, κι έτσι σε μια τελευταία ένδειξη συμπόνιας, ο Δίας αποφάσισε να φέρνει κάθε χρόνο, μέσα στον χειμώνα, λίγες ημέρες ήλιου και καλοκαιρίας για να μπορέσει η αλκυόνα να κλωσήσει τα αυγά της. Εξ ου και οι Αλκυονίδες ημέρες.

 

Ο μύθος της Έμπουσας
Αυστηρή και παράξενη, η Εκάτη ήταν χθόνια θεότητα των αρχαίων Ελλήνων, στην οποία αποδίδονταν μαγικές δυνάμεις – λεγόταν μάλιστα θεά της μαγικής τέχνης του Κάτω Κόσμου. Μέσα στα «μαγικά» της, φρόντισε να κάνει κι αυτό: Να δημιουργήσει την Έμπουσα, ένα πλάσμα-φάντασμα που έστελνε η θεά ως προάγγελο δυστυχιών, και που τρόμαζε τους ταξιδιώτες. Η Έμπουσα παρουσιαζόταν ως αγελάδα, πτηνό, όμορφη γυναίκα, σκύλος, δέντρο, πέτρα κλπ, ενώ στην κανονική της μορφή – όσο κανονική μπορεί κανείς να την πει – είχε πρόσωπο πύρινη, που έλαμπε, ένα χάλκινο πόδι και ένα πόδι γαϊδάρου. Ο μύθος μάλιστα την ήθελε να τρέφεται με ανθρώπινες σάρκες – τα σαρκοφόρα έντομα «εμπουσίδες» μάλιστα οφείλουν σ’ αυτήν το όνομά τους. Σύμφωνα με τη μυθολογία, την Εμπούσα μπορούσε κανείς να την αντιμετωπίσει μόνο με συγκεκριμένες, άγριες βρισιές, στο άκουσμα των οποίων έφευγε τσιρίζοντας. Οι πιο σκοτεινές πτυχές της μυθολογίας, την θέλουν να μεταμορφώνεται σε όμορφη κοπέλα, να ξελογιάζει άνδρες, να ξαπλώνει μαζί τους και κατά την διάρκεια του μεσημεριανού τους ύπνου να τους ρουφά την «ζωή» από μέσα τους. Αυτές τις ιδιότητες – ή έστω, χωρίς τις πιο μακάβριες πλευρές του – χρησιμοποιούσαν οι μητέρες της αρχαιότητας για να πείσουν τα άτακτα παιδιά να φάνε το φαγητό τους και να μείνουν φρόνιμα. Εμπούσα, επίσης, αποκαλούσαν κοροϊδευτικά οι Αθηναίοι την μητέρα του γνωστού ρήτορα Αισχίνη, η οποία ήταν ιέρεια των Μυστηρίων, και τα βράδια εμφανιζόταν ξαφνικά μπροστά στους μυούμενους και τους τρόμαζε.

 

Η γέννηση και ο θάνατος του Ασκληπιού
Ο περίφημος «θεραπευτής θεός», όπως τον λάτρευαν στην αρχαία Ελλάδα, Ασκληπιός, είχε –σύμφωνα πάντα με τον μύθο – γέννηση εξίσου τραγική με τον θάνατό του. Η θνητή μητέρα του, Κορωνίδα, πλάγιασε με τον θεό Απόλλωνα και έμεινε έγκυος στον Ασκληπιό. Εν τω μεταξύ, όμως, γνώρισε στη Θεσσαλία και έναν άλλο άνδρα, που θεωρήθηκε πατέρας του εμβρύου. Όταν έμαθε τα μαντάτα ο Απόλλωνας, θύμωσε τόσο πολύ, που ξέσπασε στο κατάλευκο αγγελιοφόρο του πτηνό, τον λευκό κόρακα. Από την κατάρα, ο κόρακας έγινε μαύρος, και έμεινε έτσι έκτοτε. Στη συνέχεια, έβαλε την αδερφή του την Άρτεμη να σκοτώσει με βέλος αυτό τον άνδρα και έκαψε στην πυρά την Κορωνίδα. Εμφανίστηκε όμως, σαν από μηχανής θεός, την τελευταία στιγμή, και έβγαλε από το φλεγόμενο σώμα της τον νεογέννητο Ασκληπιό. Εκείνος, έμελλε να γίνει μεγάλος ιατρός-θεραπευτής με φοβερές ικανότητες, που έφτασαν μέχρι και την θεραπεία πολλών Αργοναυτών, αλλά και την ανάσταση από τον θάνατο άλλων τόσων. Αυτό ήταν κάτι που δεν εκτίμησε ιδιαίτερα ο θεός του Κάτω Κόσμου, Πλούτωνας, που βλέποντας την πελατεία του να μειώνεται, έριξε τον κεραυνό του Δία και σκότωσε τον Ασκληπιό. Ο Απόλλωνας, για να εκδικηθεί τον θεό του Άδη, σκότωσε τους Κύκλωπες, που είχαν χαρίσει στον Δία τον θανατηφόρο κεραυνό. Για να επανέλθει η ισορροπία στις τάξεις του Ολύμπου, ο Ασκληπιός, ταυτόχρονα με τον Ηρακλή, έγινε δεκτός μετά θάνατον στο παλάτι του Δωδεκάθεου.

Από ΤΑ ΝΕΑ