Διαβάσαμε
Από την Κυριακή
- Αυτά που μ’ αρέσουν είναι η μοναξιά μου. Δεν σιμώνει κανένας. Χρόνια τώρα περνάω τις ώρες μου συντροφιά με κάτι μεγάλες μισοσβησμένες νωπογραφίες, εικόνες παλιές, αλλά φρέσκες ακόμη από τα χείλη εκείνων που τις ασπάστηκαν, γυναίκες της αμιλησιάς και του κοντού χιτώνα που φυλάγουν το κουτί με τα διαμαντικά του ωκεανού. Δεν σιμώνει κανένας. Αν δεν είχα κάτι το πολύ δυνατό και αθώο συνάμα να με συντηρεί, όπως οι μέντες και οι λουίζες που ευδοκιμούν στον εξώστη μου, θα ‘χα πεθάνει της πείνας.
Τόσο μακριά βρίσκομαι από τα πράγματα, τόσο κοντά στο κρυφό τους καρδιοχτύπι. Ξυπνάω τις νύχτες ανήσυχος για κάποιαν απόχρωση του μωβ, ποτέ όμως για το τι μπορεί να γίνεται στα εμπορεία της Αγοράς. Αλήθεια, δεν έχω ιδέαν. Ακούω πως έχουν πάντα μεγάλη πέραση τα δάκρυα και οι αναστεναγμοί (τ’ αντίγραφα, όχι τα πρωτότυπα) όπως και οι διακυμάνσεις του δολαρίου, ο πληθωρισμός, οι συναλλαγές των κομμάτων – αλίμονο. Μ’ έφαγε, όπως τις καρένες των καϊκιών ο αρμόβουρκος, η μοναξιά. Και τα χρόνια περνούν.
Ο Παράδεισος δεν ήταν μια νοσταλγία.
Άργησα πολύ να καταλάβω τι σημαίνει ταπεινοσύνη και φταίνε αυτοί που μου μάθανε να την τοποθετώ στον άλλο πόλο της υπερηφάνειας.
Πρέπει να εξημερώσεις την ιδέα της ύπαρξης μέσα σου, για να την καταλάβεις.
Μια μέρα που ένιωθα να μ’ έχουν εγκαταλείψει όλα και μια μεγάλη θλίψη να πέφτει αργά στην ψυχή μου, τράβηξα κει που περπατούσα μες στα χωράφια χωρίς σωτηρία, ένα κλωνάρι άγνωστου θάμνου.
Το ‘κοψα και το ‘φερα στο απάνω χείλι μου. Ευθύς αμέσως κατάλαβα ότι ο άνθρωπος είναι αθώος.
Το διάβασα σ’ αυτή τη στυφή από αλήθεια ευωδιά τόσο έντονα, που πήρα να προχωρώ το δρόμο της μ’ ελαφρύ βήμα και καρδιά ιεραπόστολου.
Ώσπου, σε μεγάλο βάθος, μου έγινε συνείδηση πια, ότι όλες οι θρησκείες λέγανε ψέματα.
Ναι, ο Παράδεισος δεν ήταν μια νοσταλγία.
Ούτε, πολύ περισσότερο, μια ανταμοιβή.
Ήταν ένα δικαίωμα.
Οδυσσέας Ελύτης
Οδυσσέα Ελύτη, «Μυρίσαι το άριστον. XIV»
Τ’ ανώτερα μαθηματικά μου τα έκανα στο Σχολείο της θάλασσας. Ιδού και μερικές πράξεις για παράδειγμα:
1. Εάν αποσυνδέσεις την Ελλάδα, στο τέλος θα δεις να σου απομένουν μια ελιά, ένα αμπέλι κι ένα καράβι. Που σημαίνει: με άλλα τόσα την ξαναφτιάχνεις.
2. Το γινόμενο των μυριστικών χόρτων επί την αθωότητα δίνει πάντοτε το σχήμα κάποιου Ιησού Χριστού.
3. Η ευτυχία είναι η ορθή σχέση ανάμεσα στις πράξεις (σχήματα) και στα αισθήματα (χρώματα). Η ζωή μας κόβεται, και οφείλει να κόβεται, στα μέτρα που έκοψε τα χρωματιστά χαρτιά του ο Matisse.
4. Όπου υπάρχουν συκιές υπάρχει Ελλάδα. Όπου προεξέχει το βουνό απ’ τη λέξη του υπάρχει ποιητής. Η ηδονή δεν είναι αφαιρετέα.
5. Ένα δειλινό στο Αιγαίο περιλαμβάνει τη χαρά και τη λύπη σε τόσο ίσες δόσεις που δε μένει στο τέλος παρά η αλήθεια.
6. Κάθε πρόοδος στο ηθικό επίπεδο δεν μπορεί παρά να είναι αντιστρόφως ανάλογη προς την ικανότητα που έχουν η δύναμη κι ο αριθμός να καθορίζουν τα πεπρωμένα μας.
7. Ένας «Αναχωρητής» για τους μισούς είναι, αναγκαστικά, για τους άλλους μισούς, ένας «Ερχόμενος».
- Από τη συλλογή Ο Μικρός Ναυτίλος (1985)
Οδυσσέας Ελύτης
“ΟΧΙ, ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΛΥΠΗΜΕΝΗ. ΣΕ ΣΩΣΤΗ ΩΡΑ ΝΥΧΤΩΝΕΙ…”
Περπατώ και νυχτώνει.
Αποφασίζω και νυχτώνει.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.
Υπήρξα περίεργη και μελετηρή.
Ξέρω απ’ όλα. Λίγο απ’ όλα.
Τα ονόματα των λουλουδιών όταν μαραίνονται,
πότε πρασινίζουν οι λέξεις και πότε κρυώνουμε.
Πόσο εύκολα γυρίζει η κλειδαριά των αισθημάτων
μ’ ένα οποιοδήποτε κλειδί της λησμονιάς.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.
Πέρασα μέρες με βροχή,
εντάθηκα πίσω απ’ αυτό
το συρματόπλεγμα το υδάτινο
υπομονετικά κι απαρατήρητα,
όπως ο πόνος των δέντρων
όταν το ύστατο φύλλο τους φεύγει
κι όπως ο φόβος των γενναίων.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.
Πέρασα από κήπους, στάθηκα σε συντριβάνια
και είδα πολλά αγαλματίδια να γελούν
σε αθέατα αίτια χαράς.
Και μικρούς ερωτιδείς, καυχησιάρηδες.
Τα τεντωμένα τόξα τους
βγήκανε μισοφέγγαρο σε νύχτες μου και ρέμβασα.
Είδα πολλά και ωραία όνειρα
και είδα να ξεχνιέμαι.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.
Περπάτησα πολύ στα αισθήματα,
τα δικά μου και των άλλων,
κι έμενε πάντα χώρος ανάμεσά τους
να περάσει πλατύς ο χρόνος.
Πέρασα από ταχυδρομεία και ξαναπέρασα.
Έγραψα γράμματα και ξαναέγραψα
και στο θεό της απαντήσεως προσευχήθηκα άκοπα.
Έλαβα κάρτες σύντομες:
εγκάρδιο αποχαιρετιστήριο από την Πάτρα
και κάτι χαιρετίσματα
από τον Πύργο της Πίζας που γέρνει.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη που γέρνει η μέρα.
Μίλησα πολύ. Στους ανθρώπους,
στους φανοστάτες, στις φωτογραφίες.
Και πολύ στις αλυσίδες.
Έμαθα να διαβάζω χέρια
και να χάνω χέρια.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.
Ταξίδεψα μάλιστα.
Πήγα κι από δω, πήγα κι από κει…
Παντού έτοιμος να γεράσει ο κόσμος.
Έχασα κι από δω, έχασα κι από κει.
Κι από την προσοχή μου μέσα έχασα
κι από την απροσεξία μου.
Πήγα και στη θάλασσα.
Μου οφειλόταν ένα πλάτος. Πες πως το πήρα.
Φοβήθηκα τη μοναξιά
και φαντάστηκα ανθρώπους.
Τους είδα να πέφτουν
απ’ το χέρι μιας ήσυχης σκόνης,
που διέτρεχε μιαν ηλιαχτίδα
κι άλλους από τον ήχο μιας καμπάνας ελάχιστης.
Και ηχήθηκα σε κωδωνοκρουσίες
ορθόδοξης ερημίας.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.
Έπιασα και φωτιά και σιγοκάηκα.
Και δεν μου ‘λειψε ούτε των φεγγαριών η πείρα.
Η χάση τους πάνω από θάλασσες κι από μάτια,
σκοτεινή με ακόνισε.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.
Όσο μπόρεσα έφερ’ αντίσταση σ’ αυτό το ποτάμι
όταν είχε νερό πολύ, να μη με πάρει,
κι όσο ήταν δυνατόν φαντάστηκα νερό
στα ξεροπόταμα
και παρασύρθηκα.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.
Σε σωστή ώρα νυχτώνει.
Άφησα να μην Ξέρω
Aπό τον κόσμο των γρίφων
φεύγω ήσυχη.
Δεν έχω βλάψει στη ζωή μου αίνιγμα:
δεν έλυσα κανένα.
Oύτε κι αυτά που θέλαν να πεθάνουν
πλάι στα παιδικά μου χρόνια:
έχω ένα βαρελάκι που ‘χει δυο λογιών κρασάκι.
Tο κράτησα ώς τώρα
αχάλαστο ανεξήγητο,
γιατί ώς τώρα
δυο λογιών κρασάκι
έχουν λυμένα κι άλυτα που μου τυχαίνουν.
Συμβίωσα σκληρά
μ’ έναν ψηλό καλόγερο που κόκαλα δεν έχει
και δεν τον ρώτησα ποτέ
ποιας φωτιάς γιος είναι,
σε ποιο θεό ανεβαίνει και μου φεύγει.
Δεν του λιγόστεψα του κόσμου
τα προσωπιδοφόρα πλάσματά του,
του ανάθρεψα του κόσμου το μυστήριο
με θυσία και με στέρηση.
Mε το αίμα που μου δόθηκε
για να τον εξηγήσω.
Ό,τι ήρθε με δεμένα μάτια
και σκεπασμένη πρόθεση
έτσι το δέχτηκα
κι έτσι τ’ αποχωρίστηκα:
με δεμένα μάτια και σκεπασμένη πρόθεση.
Aίνιγμα δανείστηκα,
αίνιγμα επέστρεψα.
Άφησα να μην ξέρω
πώς λύνεται ένα χθες,
ένα εξαρτάται,
το αίνιγμα των ασυμπτώτων.
Άφησα να μην ξέρω τι αγγίζω,
ένα πρόσωπο ή ένα βιάζομαι.
Oύτε κι εσένα σε παρέσυρα στο φως
να σε διακρίνω.
Στάθηκα Πηνελόπη
στη σκοτεινή ολιγωρία σου.
Kι αν ρώτησα καμιά φορά πώς λύνεσαι,
πηγή αν είσαι ή κρήνη,
θα ‘ταν κάποια καλοκαιριάτικη ημέρα
που, Πηνελόπες και όχι,
μας κυριεύει αυτός ο δαίμων του νερού
για να δοξάζεται το αίνιγμα
πώς μένουμε αξεδίψαστοι.
Aπό τον κόσμο των γρίφων
φεύγω ήσυχη.
Aναμάρτητη:
αξεδίψαστη.
Στο αίνιγμα του θανάτου
πάω ψυχωμένη.
Η Περιφραστική Πέτρα
Μίλα.
Πὲς κάτι, ὁτιδήποτε.
Μόνο μὴ στέκεις σὰν ἀτσάλινη ἀπουσία.
Διάλεξε ἔστω κάποια λέξη,
ποὺ νὰ σὲ δένει πιὸ σφιχτὰ
μὲ τὴν ἀοριστία.
Πές:
«ἄδικα»,
«δέντρο»,
«γυμνό».
Πές:
«θὰ δοῦμε»,
«ἀστάθμητο»,
«βάρος».
Ὑπάρχουν τόσες λέξεις ποὺ ὀνειρεύονται
μιὰ σύντομη, ἄδετη, ζωὴ μὲ τὴ φωνή σου.
Μίλα.
Ἔχουμε τόση θάλασσα μπροστά μας.
Ἐκεῖ ποὺ τελειώνουμε ἐμεῖς
ἀρχίζει ἡ θάλασσα.
Πὲς κάτι.
Πὲς «κῦμα», ποὺ δὲν στέκεται.
Πὲς «βάρκα», ποὺ βουλιάζει
ἂν τὴν παραφορτώσεις μὲ προθέσεις.
Πὲς «στιγμή»,
ποὺ φωνάζει βοήθεια ὅτι πνίγεται,
μὴν τὴ σῴζεις,
πὲς
«δὲν ἄκουσα».
Μίλα.
Οἱ λέξεις ἔχουν ἔχθρες μεταξύ τους,
ἔχουν τοὺς ἀνταγωνισμούς:
ἂν κάποια ἀπ᾿ αὐτὲς σὲ αἰχμαλωτίσει,
σ᾿ ἐλευθερώνει ἄλλη.
Τράβα μία λέξη ἀπ᾿ τὴ νύχτα
στὴν τύχη.
Ὁλόκληρη νύχτα στὴν τύχη.
Μὴ λὲς «ὁλόκληρη»,
πὲς «ἐλάχιστη»,
ποὺ σ᾿ ἀφήνει νὰ φύγεις.
Ἐλάχιστη
αἴσθηση,
λύπη
ὁλόκληρη
δική μου.
Ὁλόκληρη νύχτα.
Μίλα.
Πὲς «ἀστέρι», ποὺ σβήνει.
Δὲν λιγοστεύει ἡ σιωπὴ μὲ μιὰ λέξη.
Πὲς «πέτρα»,
ποὺ εἶναι ἄσπαστη λέξη.
Ἔτσι, ἴσα ἴσα,
νὰ βάλω ἕναν τίτλο
σ᾿ αὐτὴ τὴ βόλτα τὴν παραθαλάσσια
Ήταν που λέτε μια φορά κι ένα καιρό ένα σκιουράκι. Ούτε όμορφο, ούτε άσχημο. Ούτε έξυπνο, ούτε κουτό. Ένα συνηθισμένο σκιουράκι ήτανε, που θα ‘μοιαζε μ’ όλα τα’ άλλα, αν δεν είχε μια παράξενη συνήθεια. Μόλις σουρούπωνε, το ‘σκαγε απ΄ τη φωλιά του και πήγαινε και στηνότανε στην άκρη του δάσους, δίπλα στο ποτάμι, καρτερώντας τα ζώα που πήγαιναν να πιουν νερό…
Περνούσαν λέαινες, ζαρκάδια κι αρκούδες και λαγοί κι ασβοί και βατραχάκια… Το σκιουράκι ένιωθε πως με όλα έμοιαζε λιγάκι, πως όλα τους είχανε κάτι όμορφο, κάτι ξεχωριστό. Έτσι, τα σταματούσε όλα, τα κοίταζε στα μάτια και τα ρωτούσε:
– Μπορείς να μ’ αγαπάς;
Τα πιο πολλά γελούσαν. Αλλα δεν έμπαιναν στον κόπο να απαντήσουν. Και άλλα του απαντούσαν: Δεν έχω χρόνο…Και άλλα του απαντούσαν: δεν ξέρω τι είναι ν’ αγαπάς…
Κι αυτό γινόταν κάθε σούρουπο κι έτσι είχαν τα πράγματα, ώσπου μια μέρα, το σκιουράκι ξαναρώτησε και τότε ένας ασβός του χαμογέλασε και του είπε:
– Μπορώ. Έλα να αγαπηθούμε.
– Μπορείς; Πόσο χαίρομαι! Πες μου, όμως, τι πά’ να πει ν’ αγαπηθούμε;
– Λοιπόν, το πιο σπουδαίο είναι να μη βιαστείς να καταλάβεις. Και τώρα άκου: Ν’ αγαπηθούμε, πρώτα-πρώτα πά’ να πει να κοιταζόμαστε στα μάτια.
Κι έτσι κοιταζόταν στα μάτια για μερόνυχτα…
– Τώρα αγαπιόμαστε;
– Όχι βέβαια. Αλίμονο αν ήταν τόσο απλό.
Ν’ αγαπηθούμε πά’ να πει να φτιάξουμε κάτι μαζί.
Κι έφτιαξαν πράγματα μαζί. Κι ήταν τόσο χαρούμενα!…
– Τι ωραίο να σ’ αγαπάω! Τώρα δεν αγαπιόμαστε;
– Όχι ακόμα. Γιατί ν’ αγαπηθούμε πά’ να πει και να ‘χουμε κάτι ο ένας απ’ τον άλλον. Δώσ’ μου λίγο απ’ το καστανόμαυρο τρίχωμά σου κι εγώ θα σου δώσω απ΄ το κίτρινο των ματιών μου.
Κι έκαναν έτσι…
Το σκιουράκι καθρεφτίστηκε στα μάτια του ασβού και καμάρωσε την κίτρινη λάμψη τους στα δικά του μάτια. Κι ύστερα του χάρισε το πιο γλυκό καστανόμαυρο τρίχωμα που είχε στην πλάτη του.
– Τώρα αγαπιόμαστε;
– Όχι, όχι ακόμα. Μας μένει το πιο δύσκολο. Πρέπει να αγκαλιαστούμε σφιχτά, πολύ σφιχτά, και να τρέξουμε στον ήλιο, καβαλώντας μιαν αχτίδα από φως. Έλα, με το ένα, με το δύο, με το τρία, να προλάβουμε αυτήν εκεί την αχτίδα.
– Ένα, δύο, τρία, εεεεεεεεεεεεεε… ωπ!
– Τώρα αγαπιόμαστε;
– Τώρα ναι αγαπιόμαστε.
Και που λέτε, όσο κι αν φαίνεται παράξενο, κάπως έτσι έγινε κι έτρεχαν για τον ήλιο. Κι άρχισε να πέφτει βροχή, γλυκιά σα μέλι. Ήταν τα δάκρυα της χαράς τους, που απ’ την τεράστια ταχύτητα – που ζάλισε όλα τα πουλιά κι όλα τ’ αστέρια – έγιναν ένα… Κι ύστερα βγήκε ένα ουράνιο τόξο τόσο λαμπερό, που όλοι στη γη βάλανε το χέρι πάνω από τα μάτια να μην τυφλωθούνε, κι αναρωτιόντουσαν τι είχε συμβεί πάνω απ’ τα σύννεφα…
Και πέρασε καιρός. Να ‘τανε χρόνια, να ‘τανε ένα λεπτό μονάχα, κανένας δε θα μπορούσε να μας πει, γιατί ο χρόνος ήταν άχρονος, μέχρι που ο ασβός ψιθύρισε:
– Κουράστηκα. Μη σου κακοφανεί. Μπορεί και να ζαλίστηκα απ’ το τρέξιμο.Θα ‘θελα να γυρίσω πίσω.
– Κουράστηκες; Όμως, δεν τρέχουμε πατώντας στο χώμα. Είναι το φως που μας κρατά …;και είναι σαν να πετάμε δίχως κούραση να καταπονεί τα μικρά μας πόδια. Δεν είναι κουραστικό.
– Για μένα είναι. Έπειτα το ‘χω ξανακάνει. Λίγοι το αντέχουν δεύτερη φορά. Είν’ επικίνδυνο. Γυρίζω πίσω…
Αυτά είπε. Και με μεγάλη ευκολία, πήδηξε σ’ ένα μετεωρίτη που κατέβαινε στη γη και χάθηκε…
– Μη φεύγεις, φώναξε το σκιουράκι. Φοβάμαι πως δε θα μπορέσω ποτέ πια να σταματήσω, κι είν’ αστείο να τρέχω μόνος μου στον ουρανό…
Όμως, τη φωνή του την άκουσε μονάχα το σκοτάδι, κι ίσως – δε σας τ’ ορκίζομαι το φεγγαράκι που πρόβαλε πίσω από ένα σύννεφο δειλά.
– Εεεεεεε… ωωωωωωωωωωπ… Είναι κανείς εδώ; Δεν έχει νόημα πια να πάω στον ήλιο. Ποιος θα μπορούσε να μου πει πώς θα ξαναγυρίσω πίσω;
Αλλά το σύμπαν εκείνη τη στιγμή ήτανε άδειο, κι έτσι απάντηση δεν πήρε παρα μόνο σιωπή.
– Μου φαίνεται πως τώρα τρέχω πιο γρήγορα από πρώτα.
Κι άρχισα να κρυώνω. Κι αν τρέχω έτσι μόνο μου για πάντα; Εεεεεεε… με ακούει κανείς;… Βοήθεια! Δεν είναι κανείς εδώ;
Τότε, μια μικρή φωνούλα έφτασε στ’ αφτιά του, τόσο γλυκιά και σιγανή σα να ‘βγαινε από μέσα του.
– Ψιτ, ψιτ! Σκιουράκι!
– Μου μίλησε κανείς; Τίποτε δεν βλέπω.
– Ψιτ, εδώ δίπλα στην κοιλιά σου. Είμαι η ηλιαχτίδα που σε μετέφερε μαζί με τον ασβό βόλτα στον Γαλαξία.
Ακόμα πάνω μου τρέχεις. Ακου. Μόνο εγώ μπορώ να σε γυρίσω πίσω. Πρώτα θα μπούμε σε τροχιά γύρω από τη γη, ύστερα σιγά-σιγά θα κατέβουμε. Μόνο που ‘χω τρέξει άπειρα χιλιόμετρα κι η ενέργειά μου έχει σχεδόν εξαντληθεί. Για να γυρίσουμε πρέπει να θυσιάσεις κάτι από σένα, να το καίω, να γεμίζω τις μπαταρίες μου, να προχωράμε…
– Ότι πεις. Τι θες να θυσιάσω;
– Ξέρω κι εγώ;Το τρίχωμά σου, τις μικρές πατούσες σου, ένα κομμάτι από την καρδιά σου…
– Το τρίχωμά μου, οι πατούσες μου, δικά σου. Μόνο που καρδιά δεν έχω πια. Την πήρε ο ασβός μαζί του. Κι αυτό δεν αλλάζει…
– Εντάξει, παίρνω τις μικρές σου πατούσες , δεν το θέλω μα δεν γίνεται αλλιώς. Ελπίζω να μας φτάσουν. Έκαψε την πρώτη… Πονάς το ξέρω. Μην κλαις, δεν το αντέχω. Ησύχασε. Κρατήσου τώρα. Αλλάζουμε πορεία.
Κι έτσι μπήκανε σε τροχιά… Το σκιουράκι μ’ ένα πόδι, κοίταζε τη γη – τόσο μικρούλα – κι όμως του φαινότανε πως διέκρινε στο δάσος τον ασβό του.
Κι ήταν το κέντρο της γης ο ασβός γι’ αυτό. Μόνο εκείνος μέτραγε εκεί κάτω. Τίποτ’ άλλο.
– Παράξενο να μπαίνεις σε τροχιά. Το κέντρο της ζωής σου είν’ αυτό το κάτι που τρέχεις γύρω του. Κι όμως είν’ άσκοπο να τρέχεις, γιατί δεν μπορείς να το φτάσεις, ούτε και να ξεφύγεις απ’ αυτό…
– Σσσσσσστ! Μη μιλάς, δάγκωσε τα χείλη, είπε η λιαχτίδα.
Συνέχισε να καίει τα μικρά ποδαράκια του σκίουρου. Καταβαίνουμε…
Κι αρχίσανε να κατεβαίνουν κάνοντας τούμπες στον αέρα,μέσα σε ρεύματα τόσο τρελά, που όλα δείχνουν πως δίχως άλλο θα γκρεμοτσακιστούνε. Το σκιουράκι δίχως πόδια, κι η γη να μεγαλώνει, να μεγαλώνει, το δάσος να φαίνεται πια καθαρά, τα δένδρα, τα πουλάκια, το ποτάμι και ξαφνικά…
Πλατς!… Και μετά τίποτα…
Όταν το σκιουράκι, ύστερα από ώρα, άρχισε να συνέρχεται, πόναγε σ’ όλο του το κορμί. Όμως κατάλαβε πως κάποιος ήταν κοντά του και το φρόντιζε με επιθέματα επάνω στις πληγές του, και του ‘βαζε κομπρέσες κι επιδέσμους και το χάιδευε στοργικά…
– Ο ασβός μου, σκέφτηκε κι άνοιξε τα μάτια.
Όμως, είδε τότε ένα κάστορα που ούτε τον είχε ματαδεί ποτέ. Ήταν ένας μικρόσωμος κανελής κάστορας μ’ αστεία μουσούδα, και το βλέμμα του ήταν τόσο φωτεινό, που σαν σε κοιτούσε νόμιζες πως λαμπύριζαν πυγολαμπίδες στη ματιά του. Κι είχε ένα χαμόγελο τόσο, μα τόσο τρυφερό, και το σκιουράκι πλημμυρισμένο από ευγνωμοσύνη δάκρυσε. Κοιταζόταν σιωπηλά ώρα πολλή. Ύστερα, ο κάστορας ρώτησε κάτι που το σκιουράκι άπειρες φορές είχε ρωτήσει πιο παλιά, όταν ήταν ανυποψίαστο για όλα…
– Μπορείς να μ’ αγαπάς;
Το σκιουράκι αναστέναξε, χωρίς καθόλου λύπη.
– Φοβάμαι πως δεν μπορώ.Δεν έχω πια καρδιά για ν’ αγαπήσω…
– Δεν πειράζει. Αν το θες, θα σου δώσω ένα κομμάτι απ’τη δικιά μου.
– Όμως ν’ αγαπηθούμε πά’να πει να τρέχουμε μαζί – κι εγώ δεν έχω πόδια.
– Να τρέχουμε, έτσι άσκοπα, γιατί;
– Ν’ αγαπηθούμε πά’ να πει να κάνουμε μαζί ένα δρόμο, όπως μπορούμε. Το πιο σπουδαίο είναι να ‘μαστε οι δυο μας, και όχι πόσο γρήγορα θα τρέχουμε, ούτε που θα πάμε…
Μικρό μου σκιουράκι, αν μπορείς να μ’αγαπάς, θα σου φτιάξω ξυλοποδαρα από αγριοτριανταφυλλιά.
Κι αν δε θες, θα σε μάθω να περπατάς με τα χέρια.
Κι αν κουραστείς, θα σε πάρω αγκαλιά …
Και θα μαι εγώ εσύ κι εσύ εγώ…
Και δε θα ξέρουμε αν είσαι εσύ ή εγώ, εγώ ή εσύ…
Θα ‘μαστε εμείς…
Τι έγινε μετά, κανείς δεν έμαθε στα σίγουρα – κι εγώ που να το ξέρω; Λένε πως τους είδανε να φεύγουνε για την Ανατολή, περπατώντας με τα χέρια, και να γελάνε, να γελάνε… Ο απόηχος απ’ το γέλιο τους ξέμεινε στα φυλλώματα των δένδρων – λένε… Πάντως, ποτέ – μα ποτέ – κανείς πια δεν τους ξανάδε..
Η αίσθηση του χιούμορ κι οι αποχρώσεις που μπορεί να έχει είναι από παλιά γνωστό πως χαρακτηρίζουν την προσωπικότητα ενός ανθρώπου. Μάλιστα, ένας από τους θεμελιωτές του αγγλικού Εμπειρισμού, ο Λόρδος Σέιφτσμπερι, στο «Δοκίμιο για την Ελευθερία του Πνευματώδους και του Χιούμορ» (Essay on the Freedom of Wit and Humor, 1709) το συσχέτιζε με την ελευθερία και την ηθική, ως ιδιότητα του καλλιεργημένου και ορθολογικού υποκειμένου που δύναται αυτόνομα να αντιλαμβάνεται τα γεγονότα και τις δεοντικές (νομικές) διαστάσεις της κοινωνικής ζωής, πολιτικής κι αισθητικής περιλαμβανομένων.
Το πόσο αντιδρά με χιούμορ και πως το χρησιμοποιεί ο άνθρωπος, είναι μία χαρακτηριστική ιδιότητα, που η κοινωνική διάστασή της πάντοτε απασχολούσε την επιστήμη. Ο ψυχολόγος Ροντ Μάρτιν μάλιστα, από το 2003, είχε επεξεργασθεί τέσσερις τύπους χιούμορ, τους οποίους πλέον αναγνωρίζει και συμφωνεί με την κατάταξή τους και ολόκληρη η επιστημονική κοινότητα.
Σύμφωνα με τον Μάρτιν υπάρχουν οι καλοήθεις χρήσεις του χιούμορ, για να ενισχυθεί το εγώ του υποκειμένου (Self-enhancing) και για να βελτιωθούν οι σχέσεις του με τους άλλους (affiliative). Υπάρχουν, ωστόσο, και οι παθολογικές χρήσεις του, όπως ο σαρκασμός και η ειρωνεία με μειωτικούς σκοπούς απέναντι στους άλλους, επιθετικά (aggressive) και η αυτοσαρκαστική, αυτό-μειωτική χρήση του για την ενίσχυση των σχέσεων του υποκειμένου με τους άλλους (self -defeating).
O πρώτος τύπος, σύμφωνα με την ονομαστή μελέτη του που δημοσιεύθηκε στο Journal of Research in Personality, αναφέρεται στους ανθρώπους που συχνά συναντούμε στη ζωή μας να διηγούνται συνεχώς ανέκδοτα, ή να παρεμβαίνουν με πνευματώδεις παρατηρήσεις στη συζήτηση. Η ψυχολογικά συνειρμική (associative) χρήση του χιούμορ στόχο έχει να ενισχύσει την εικόνα του υποκειμένου προς τους άλλους και να βελτιώσει τις σχέσεις του.
Ο δεύτερος τύπος έχει στόχο αυτό καθαυτό το υποκείμενο γιατί πασχίζει να περιβάλλει τα πάντα στη ζωή του με το πνεύμα του χιούμορ στην προσπάθειά του να αισθάνεται το ίδιο καλά.
Ο επιθετικός τύπος του χιούμορ στόχο έχει την προσβολή των ανθρώπων και των καταστάσεων που περιβάλλουν το υποκείμενο, με συστατικά τον κακοήθη σαρκασμό και την ειρωνεία, ή τη γελοιοποίηση.
Ο τέταρτος τύπος χαρακτηρίζεται από την επιστημονική κοινότητα «αντιπαραγωγικός», γιατί καταφεύγει στον αυτό-υποβιβασμό του ίδιου του υποκειμένου, στον αυτοσαρκασμό και μείωση της προσωπικότητάς του, προκειμένου να προσελκύσει την προσοχή των άλλων.
Ο ίδιος ο Μάρτιν, το 2017 δημοσίευσε στο περιοδικό The Cut ένα απλό ερωτηματολόγιο, προκειμένου να είναι σε θέση κάποιος να μετρήσει, πρόχειρα κι εμπειρικά, τον τύπο και το εύρος του χιούμορ του.
Το ερωτηματολόγιο καλεί τον ενδιαφερόμενο να μετρήσει, σε μία κλίμακα από 1 έως 5, εάν συμφωνεί με μία σειρά από διαπιστώσεις, όπως «συχνά υπερβάλλω, γίνομαι γελοίος, κάνοντας μορφασμούς, προσπαθώντας να γίνω διασκεδαστικός», ή «εάν νοιώθω θλίψη, ή οργή, συνήθως χάνω την αίσθηση του χιούμορ».
Κάθε τύπος χιούμορ έχει πλεονεκτήματα, ή μειονεκτήματα κι η εμπειρική ψυχολογία τους χρησιμοποιεί δεόντως για να εντοπίσει εάν πρόκειται για έναν εξωστρεφή χαρακτήρα (οι πρώτοι δύο τύποι), ή για το εάν το υποκείμενο δείχνει συμπτώματα νεύρωσης (όπως στον τέταρτο, αυτοσαρκαστικό, τύπο). Κάθε ένας από αυτούς τους τύπους, ακόμη κι ο επιθετικός, έχουν έναν δικό τους ρόλο στη ζωή του ανθρώπου, κι εξαρτάται από το πώς χρησιμοποιούμε και γιατί το χιούμορ στις καθημερινές μας δραστηριότητες.
Τι δείχνει το μαύρο χιούμορ
Πρόσφατα ερευνητές στην Αυστρία εντόπισαν πως όποιος έχει μεγάλη αίσθηση του χιούμορ, ιδίως δε του λεγόμενου «μαύρου χιούμορ» έχει μεγαλύτερο δείκτη ευφυΐας από τους υπόλοιπους. Όπως υποστηρίζουν, απαιτούνται μεγαλύτερες γνωστικές και συναισθηματικές ικανότητες για την επεξεργασία και παραγωγή χιούμορ κι όσοι τις διαθέτουν είναι πιο χαρούμενοι, υγιείς και πιο ευτυχισμένοι, καθώς δεν υποχωρούν στις καταδρομές της κατήφειας και δεν καταφεύγουν στην επιθετικότητα. Επίσης, είναι ευεργετικοί και για τους γύρω τους, καθώς δημιουργούν μία ευχάριστη ατμόσφαιρα.
Οι δε εξελικτικοί ψυχολόγοι περιγράφουν το χιούμορ ως «κληρονομικό χαρακτηριστικό», που υποδεικνύει καλύτερη νοητική και διανοητική εξοικείωση και προσαρμογή του υποκειμένου στις εκάστοτε συνθήκες.
Μάλιστα, το πώς κι εάν καταφεύγουμε στο χιούμορ στη ζωή μας έχει συγκεκριμένα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα. Αν και οι απόψεις διίστανται: ορισμένοι ερευνητές πιστεύουν πως το χιούμορ συμβάλλει στο να θεωρούνται πιο ελκυστικά κι αγαπητά ορισμένα υποκείμενα, ενώ ο ερευνητής του Πανεπιστημίου του Κάνσας, Τζέφρι Χολ, σε μελέτη του, με βάση τα κλινικά δεδομένα της έρευνάς του αναφορικά με το χιούμορ και τον ρομαντισμό στη σχέση, υποστηρίζει πως σε μία σχέση δεν είναι αναγκαστικά επιτυχημένη η συνταγή του χιούμορ, αλλά το πώς χρησιμοποιείται κι εάν αμφότεροι οι ερωτικοί σύντροφοι συνδιαμορφώνουν το χιουμοριστικό περιβάλλον στη σχέση τους
Από ΤΑ ΝΕΑ
K. Καρυωτάκης
Το Εγκώμιο της Θαλάσσης
Η θάλασσα είναι η μόνη μου αγάπη. Γιατί έχει την όψη του ιδανικού. Και τ’ όνομά της είναι ένα θαυμαστικό. Δε θυμάμαι το πρώτο αντίκρισμά της. Χωρίς άλλο θα κατέβαινα από μια κορφή, φέρνοντας αγκαλιές λουλούδια. Παιδί ακόμα, εσκεπτόμουν το ρυθμό του φλοίσβου της. Ξαπλωμένος στην αμμουδιά, εταξίδευα με τα καράβια που περνούσαν. Ένας κόσμος γεννιόταν γύρω μου. Οι αύρες μού άγγιζαν τα μαλλιά. Αστραφτε η μέρα στο πρόσωπό μου και στα χαλίκια. Όλα μου ήταν ευπρόσδεκτα: ο ήλιος, τα λευκά σύννεφα, η μακρινή βοή της. Αλλά η θάλασσα επειδή ήξερε, είχε αρχίσει το τραγούδι της, το τραγούδι της που δεσμεύει και παρηγορεί. Είδα πολλά λιμάνια. Στοιβαγμένες πράσινες βάρκες επήγαιναν δώθε κείθε σαν εύθυμοι μικροί μαθητές. Κουρασμένα πλοία, με ονόματα περίεργα, εξωτικά, ύψωναν κάθε πρωί τη σκιά τους. Ανθρωποι σκεφτικοί, ώριμοι από την άλμη, ανέβαιναν σταθερά τις απότομες, κρεμαστές σκάλες. Αγρια περιστέρια ζυγίζονταν στις κεραίες. Ύστερα ενύχτωσε. Μια κόκκινη γραμμή στον ορίζοντα, μόλις έβρισκε απάντηση στις ράχες των μεγάλων, αργών κυμάτων. Εσάλευαν σαν από κάποια μυστική, εσωτερική αιτία, και άπλωναν πλησιάζοντας, για να σπάσουν απαλά, βουβά. Όλα τ’ άλλα — ο ουρανός, τα βουνά αντίκρυ, το ανοιχτό πέλαγος — ένα τεράστιο μάυρο παραπέτασμα.
Κ. Π. Καβάφης
Φωνή απ’ την Θάλασσα (απόσπασμα)
Βγάζει η θάλασσα κρυφή φωνή — φωνή που μπαίνει μες στην καρδιά μας και την συγκινεί και την ευφραίνει.Τραγούδι τρυφερό η θάλασσα μας ψάλλει, τραγούδι που έκαμαν τρεις ποιηταί μεγάλοι, ο ήλιος, ο αέρας και ο ουρανός. Το ψάλλει με την θεία της φωνή εκείνη, όταν στους ώμους της απλώνει την γαλήνη σαν φόρεμά της ο καιρός ο θερινός. Φέρνει μηνύματα εις ταις ψυχαίς δροσάτα η μελωδία της. Τα περασμένα νειάτα θυμίζει χωρίς πίκρα και χωρίς καϋμό. Οι περασμένοι έρωτες κρυφομιλούνε, αισθήματα λησμονημένα ξαναζούνε μες στων κυμάτων τον γλυκόν ανασασμό. Τραγούδι τρυφερό η θάλασσα μας ψάλλει, τραγούδι που έκαμαν τρεις ποιηταί μεγάλοι, ο ήλιος, ο αέρας και ο ουρανός. Και σαν κυττάζεις την υγρή της πεδιάδα, σαν βλέπεις την απέραντή της πρασινάδα, τον κάμπο της πούναι κοντά και τόσο μακρυνός, γεμάτος με λουλούδια κίτρινα που σπέρνει το φως σαν κηπουρός, χαρά σε παίρνει και σε μεθά, και σε υψώνει την καρδιά. Κι αν ήσαι νέος, μες σταις φλέβες σου θα τρέξη της θάλασσας ο πόθος• θα σε ’πη μια λέξι το κύμα απ’ τον έρωτά του, και θα βρέξη με μυστική τον έρωτά σου μυρωδιά.
Οδυσσέας Ελύτης
Μικρή Πράσινη Θάλασσα
Μικρή πράσινη θάλασσα δεκατριῶ χρονῶ Πού θά ‘θελα νά σέ υἱοθετήσω Νά σέ στείλω σχολεῖο στήν Ἰωνία Νά μάθεις μανταρίνι καί ἄψινθο Μικρή πράσινη θάλασσα δεκατριῶ χρονῶ Στό πυργάκι τοῦ φάρου τό καταμεσήμερο Νά γυρίσεις τόν ἥλιο καί ν’ ἀκούσεις Πῶς ἡ μοίρα ξεγίνεται καί πῶς Ἀπό λόφο σέ λόφο συνεννοοῦνται Ἀκόμα οἱ μακρινοί μας συγγενεῖς Πού κρατοῦν τόν ἀέρα σάν ἀγάλματα Μικρή πράσινη θάλασσα δεκατριῶ χρονῶ Μέ τόν ἄσπρο γιακά καί τήν κορδέλα Νά μπεῖς ἀπ’ τό παράθυρο στή Σμύρνη Νά μοῦ ἀντιγράψεις τίς ἀντιφεγγιές στήν ὀροφή Ἀπό τά Κυριελέησον καί τά Δόξα Σοι Καί μέ λίγο Βοριά λίγο Λεβάντε Κύμα το κύμα νά γυρίσεις πίσω Μικρή πράσινη θάλασσα δεκατριῶ χρονῶ Γιά νά σέ κοιμηθῶ παράνομα Καί νά βρίσκω βαθιά στήν ἀγκαλιά σου Κομμάτια πέτρες τά λόγια τῶν Θεῶν Κομμάτια πέτρες τ’ ἀποσπάσματα τοῦ Ἡράκλειτου
Στο εργαστήριο του σπιτιού του, στην οδό Βασιλίσσης Όλγας στη Θεσσαλονίκη, μετά από πειραματισμούς, ο Χρίστος Τσιγγιρίδης εγκαθιστά τον πρώτο ραδιοφωνικό πομπό που έχει κατασκευάσει ο ίδιος από έναν εγκαταλελειμμένο ασύρματο της Γαλλικής Στρατιάς Ανατολής. Έτος 1923 – ένα μόλις χρόνο μετά το BBC στην Αγγλία.
Γεννημένος το 1877 στη Φιλιππούπολη της Ανατολικής Ρωμυλίας από Έλληνες γονείς, ο Χρίστος Τσιγγιρίδης υπήρξε επίσης ο πρώτος που εισήγαγε στην Ελλάδα την τεχνογνωσία και την τεχνολογία της μικροφωνικής εγκατάστασης και διετέλεσε υπεύθυνος για την εγκατάσταση του πρώτου ηχητικού συστήματος της Βουλής των Ελλήνων.Το 1928, ο σταθμός μεταφέρεται στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης και το ταξίδι στους ραδιοφωνικούς αιθέρες ξεκινάει και επίσημα στους 1.034 χιλιόκυκλους.
Το 1928, ο σταθμός μεταφέρεται στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης και το ταξίδι στους ραδιοφωνικούς αιθέρες ξεκινάει και επίσημα στους 1.034 χιλιόκυκλους.
Ο πρώτος ραδιοφωνικός σταθμός των Βαλκανίων είναι πλέον γεγονός, παρά τα πρωτόγονα μέσα με τα οποία αρχικά λειτουργεί. Από τις πληροφορίες που διασώζονται, προκύπτει ότι οι ακροατές άκουγαν ακόμη και το θόρυβο της βροχής που έπεφτε στη στέγη από πισσόχαρτο.
Το επονομαζόμενο «Ράδιο Τσιγγιρίδη» λειτουργεί μέχρι το 1936 μόνο στο πλαίσιο της ΔΕΘ, λόγω της ισχύουσας τότε αυστηρής νομοθεσίας για τις ραδιοφωνικές εκπομπές. Παρά το γεγονός ότι οι προσπάθειες του Τσιγγιρίδη να του χορηγηθεί η σχετική άδεια διαρκούς λειτουργίας ήταν συνεχείς, για πολλά χρόνια παρέμειναν άκαρπες και ο πομπός λειτουργούσε με ίδια έξοδα καθώς και με τα έσοδα που προέρχονταν από διαφημίσεις στη διάρκεια των ΔΕΘ.
Ένα πλούσιο ψηφιδωτό από καλλιτέχνες βρέθηκαν ως καλεσμένοι πίσω από το μικρόφωνο του ραδιοφωνικού σταθμού. Το μουσικό πρόγραμμα αποτελούνταν από ζωντανές εκτελέσεις κομματιών από τραγουδιστές και οργανοπαίχτες, μέσα στο στούντιο, με βασικούς συνεργάτες κατά τη δεκαετία του ’30 τον Μιχάλη Γροσομανίδη (ΤΤΤ), τον Νίκο Καρμίρη και τον Αλέκο Στρατίδη εκφωνητές, την Ελένη Τραϊανού στις παιδικές εκπομπές και τον Κοσμά Τσαντσάνογλου τεχνικό, τον Απόστολο Κωσταντέλλη βοηθό και τους Γερμανούς μηχανικούς Krauter και Benz.
Το 1936 του δίνεται άδεια για συνεχή λειτουργία υπό την εποπτεία της νεοϊδρυθείσας τότε Υπηρεσίας Ραδιοφωνικών Εκπομπών, αφού ο Ιωάννης Μεταξάς έχει ήδη εκφωνήσει πανηγυρικό λόγο για την «επανάσταση της 4ης Αγούστου» από τη συχνότητα του ραδιοσταθμού του Χρίστου Τσιγγιρίδη.
Κατά τη γερμανική Κατοχή ο σταθμός σίγησε, καθώς ο πομπός κατασχέθηκε και ο Τσιγγιρίδης φυλακίστηκε. Ωστόσο, τα αρχικά σχέδια των Γερμανών στρατιωτικών να λειτουργήσουν τον πομπό μόνοι τους ναυάγησαν, κι έτσι την επόμενη κιόλας ημέρα τον αποφυλάκισαν για μπορέσουν να συνεχίσουν την προπαγάνδα τους.
Μετά την Απελευθέρωση ο πομπός αγοράστηκε από τον Μάρκο Βαφειάδη και το 1945 επέστρεψε στα χέρια του ιδιοκτήτη του για να εγκαινιάσει έναν νέο κύκλο εκπομπών, διασφαλίζοντας εκ νέου προσωρινή άδεια συνεχούς λειτουργίας.
Παρά τις υποσχέσεις ότι το «Ράδιο Τσιγγιρίδη» θα παρέμενε ως Ραδιοφωνικός Σταθμός Θεσσαλονίκης, το ΕΙΡ (Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας) απαλλοτριώνει αναγκαστικά με ευτελές ποσό το σταθμό εγκαθιστώντας αγγλικό στρατιωτικό πομπό στη Δόξα Τριανδρίας, όπου εγκαινιάζεται ο κρατικός πλέον Σταθμός της Θεσσαλονίκης την 1η Μαρτίου 1947.
Ο Χρίστος Τσιγγιρίδης αφήνει την τελευταία του πνοή μέσα στη θλίψη του, στις 17 Δεκεμβρίου του 1947, χωρίς να πάρει ούτε την πενιχρή αποζημίωση της απαλλοτρίωσης του σταθμού του.
Η φωνή του ανθρώπου που μέσα από τις καινοτόμες ιδέες του έδωσε πνοή ζωής στον πρώτο ραδιοφωνικό σταθμό στην Ελλάδα και τα Βαλκάνια σίγησε για πάντα, η κληρονομιά όμως που άφησε πίσω του θα αποτελεί πάντοτε ένα πολύτιμο φορτίο πάνω στο οποίο θα προσθέτουν το λιθαράκι τους και όλες οι επόμενες γενιές.
Σήμερα στο Μουσείο Ραδιοφωνίας «Χρίστος Τσιγγιρίδης», που βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη, οι επισκέπτες έχουν την ευκαιρία να θαυμάσουν από κοντά μερικά από τα μηχανήματα του αείμνηστου πρωτοπόρου ιδρυτή και να μεταφερθούν νοερά σε εκείνη την εποχή παίρνοντας μια ιδέα από τη μαγεία του ραδιοφώνου.
Και εγένετο «Ράδιο Τσιγγιρίδη»…
πηγή: http://www.pontos-news.gr/
Το Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης (NYU) ανακοίνωσε την εισαγωγή ενός νέου μαθήματος στο πρόγραμμα σπουδών του, για τις απαρχές του ελληνικού ρεμπέτικου τραγουδιού και των αμερικανικών μπλουζ.
Στον κύκλο μαθημάτων με τίτλο «Τραγούδια των περιθωριακών: Τα αμερικανικά μπλουζ συναντούν το ελληνικό ρεμπέτικο», θα εξετάζεται η ιστορία και η σχέση μεταξύ των δύο ειδών. Το μάθημα θα ξεκινήσει, για πρώτη φορά, στο εαρινό εξάμηνο του 2020, υπό την αιγίδα του γενικού προξενείου της Ελλάδας στη Νέα Υόρκη.
Ο συνθέτης Περικλής Κανάρης θα διδάσκει το μάθημα, σε συνεργασία με το πρόγραμμα ελληνικών σπουδών Αλέξανδρος Σ. Ωνάσης του NYU και τη Μουσική Σχολή Steinhardt School of Music. «Είναι ένα ταξίδι στις ρίζες τραγουδιών των λαών, των δύο χωρών μου. Είναι μεγάλη τιμή και εξίσου μεγάλη ευθύνη», σχολίασε ο κ. Κανάρης στο Facebook. «Ανυπομονώ».
Το μάθημα θα είναι διαθέσιμο για τους φοιτητές των ανθρωπιστικών σπουδών και των κοινωνικών επιστημών.
Η περιγραφή του μαθήματος στην ιστοσελίδα του New York University αναφέρει:
«Τα τραγούδια είναι τόσο αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητάς μας που σπάνια κάνουμε “ένα βήμα πίσω” για να τα παρατηρήσουμε ως κάτι άλλο από μουσική και στίχους. Κι όμως, μπορούν να περικλείσουν σπουδαίο πλούτο πληροφορίας για την εποχή που γράφτηκαν. Στην αρχή του 20ού αιώνα, δύο ανθολογίες τραγουδιών γεννήθηκαν παράλληλα και εξελίχθηκαν σε θρυλικά μουσικά είδη, καθένα από αυτά στο πλαίσιο της κουλτούρας του.
Τα αμερικανικά μπλουζ, γεννήθηκαν από Αφρικάνους σκλάβους και τους απογόνους τους, στις νότιες φυτείες των Ηνωμένων Πολιτειών και το ελληνικό ρεμπέτικο, γεννήθηκε όταν μεγάλοι αριθμοί προσφύγων εγκαταστάθηκαν σε πόλεις – λιμάνια της Ελλάδας, στο ξεκίνημα της μικρασιατικής καταστροφής του 1922.
Παρά τις ευδιάκριτες διαφορές τους σε εθνικές και μουσικές καταβολές, το ρεμπέτικο αργότερα έγινε γνωστό στους φανατικούς του παγκοσμίως ως τα «ελληνικά μπλουζ», επειδή και τα δύο είδη αντικατόπτριζαν τη σκληρότερη πραγματικότητα των περιθωριακών που τα δημιούργησαν. Μία συγκριτική ανάλυση των δύο ειδών μέσα από τον φακό πολλαπλών σχολών, θα αποκαλύψει έκδηλες ομοιότητες και διαφορές στους τρόπους που δημιουργούσαν και υποδέχονταν αυτά τα κομμάτια. Επιλεγμένα κείμενα, ηχογραφήσεις, φιλμ και εμβόλιμες παρουσιάσεις από προσκεκλημένους, θα καθοδηγήσουν τους φοιτητές στα διαφορετικά επίπεδα αυτής της σύγκρισης».
πηγή: http://www.radioerasitexnisam.gr
Τη πρώτη νύχτα πλησιάζουνε
και κλέβουν ένα λουλούδι
από τον κήπο μας
και δε λέμε τίποτα.
Τη δεύτερη νύχτα δε κρύβονται πλέον
περπατούνε στα λουλούδια,
σκοτώνουν το σκυλί μας
και δε λέμε τίποτα.
Ώσπου μια μέρα την πιο διάφανη απ’ όλες-
μπαίνουν άνετα στο σπίτι μας
ληστεύουν το φεγγάρι μας
γιατί ξέρουνε το φόβο μας
που πνίγει τη φωνή στο λαιμό μας.
Κι επειδή δεν είπαμε τίποτα
πλέον δε μπορούμε να πούμε τίποτα.
Σ’ ΕΝΑ ΠΑΙΔΑΚΙ
Στον Αλέξη
Παιδί μου, αυτές τις μέρες που γεννήθηκες,
κόλαση η ανθρωπότητα είναι κρύα,
λιωμένο ατσάλι βρέχει στον πλανήτη μας
κι οι άνθρωποι ντροπιάζουν τα θηρία.
Έτσι μπορεί μια μέρα κι ο πατέρας σου
πριν σε χαρεί και πριν τον αγαπήσεις,
μ’ έν’ αναμμένο βόλι μες στα στήθια του
να μη σου μείνει ουδέ στις αναμνήσεις.
Η ελευθερία κυβέρνησε τη μοίρα του,
αυτή που ζωογονεί και θανατώνει,
δεν έκανε κακό, μονάχα μίλησε,
που έχει μιλήσει λίγο μετανιώνει.
Ήταν στο βάθος άνθρωπος αδύνατος
και μέθαγε στο πιο εύκολο μεθύσι,
πολλά μπορούσε, τίποτα δεν έκανε
κι έζησε περιμένοντας να ζήσει.
Μα εσύ να ζήσεις άξια και περήφανα
να ζεις και για τη ζωή να μη σε νοιάζει,
μονάχα ό,τι πληρώνεται με θάνατο,
μονάχα αυτό σε ζει και σ’ ανεβάζει.
Ασημάκης Πανσέληνος, 1943
[πηγή: αναδημοσίευση από τη σελίδα του ποιητή Αλέξη Πανσέληνου, https://www.facebook.com/photo.php?fbid=2395639443892661&set=a.817943501662271&type=3&theater ]
“Μπορεί να έχετε ελαττώματα, να ζείτε ανήσυχοι και μερικές φορές να θυμώνετε, αλλά ποτέ να μην ξεχνάτε ότι η ζωή σας είναι η μεγαλύτερη επιχείρηση στον κόσμο. Και μπορείτε να τη διαφυλάξετε από την χρεωκοπία.
Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που σας χρειάζονται, σας θαυμάζουν και σας επευφημούν.
Εύχομαι να θυμάστε πάντα ότι το να είστε ευτυχισμένοι δεν προϋποθέτει έναν ουρανό χωρίς καταιγίδες, μονοπάτια χωρίς ατυχήματα, εργασία χωρίς κόπωση, σχέσεις χωρίς απογοήτευση.
Η ευτυχία είναι η εξεύρεση δύναμης στη συγχώρεση, η ελπίδα στις μάχες, η ασφάλεια στον φόβο, η αγάπη στις διαφωνίες.
Η ευτυχία δεν εκτιμά μόνο τα χαμόγελα, αλλά αντανακλάται και στη θλίψη.
Δεν είναι μόνο ο εορτασμός της επιτυχίας, αλλά και τα μαθήματα από τις αποτυχίες.
Όχι μόνο η χαρά του χειροκροτήματος, αλλά και η χαρά της ανωνυμίας.
Η ευτυχία αναγνωρίζει ότι τη ζωή αξίζει να τη ζείτε, παρά τις προκλήσεις, τις παρεξηγήσεις και τις περιόδους κρίσης.
Η ευτυχία σημαίνει πως πλέον δεν είστε θύμα των προβλημάτων και σας ζητά να γίνετε συγγραφείς της ίδιας της ιστορίας. Είναι πέρασμα από ερήμους που βρίσκονται έξω από τον εαυτό σας, ενώ είστε σε θέση να βρείτε μια όαση στο μυστικό της ψυχής σας.
Να ευχαριστείτε τον Θεό κάθε πρωί για το θαύμα της ζωής.
Ευτυχία είναι να μην φοβάστε τα συναισθήματά σας. Είναι να ξέρετε πώς να μιλήσετε στον εαυτό σας.
Είναι το θάρρος να ακούσετε το “Όχι” και να είστε γεμάτοι αυτοπεποίθηση αν λάβετε κριτική, αν και μερικές φορές μπορεί να είναι αναληθής.
Ευτυχία είναι να αφήσουμε το παιδί που ζει μέσα μας να ζει ελεύθερο, ευτυχισμένο και απλό.
Η ευτυχία έχει την απαιτούμενη ωριμότητα να πει «έκανα λάθος».
Έχει το βασικό θάρρος να πει “συγχωρέστε με”.
Έχει την απαραίτητη ευαισθησία να πει “σε χρειάζομαι”.
Είναι σε θέση να πει “σ ‘αγαπώ”.
Έχει την ταπεινότητα της δεκτικότητας.
Θέλω η ζωή να είναι μία εστία ευκαιριών και να είστε ευτυχισμένοι. Και όταν απομακρύνεστε, ξεκινήστε ξανά. Με αυτόν τον τρόπο, θα διαπιστώσετε ότι το να είστε ευτυχισμένοι δεν σημαίνει ότι πρέπει να έχετε τέλεια ζωή, αλλά πως αξιοποιώντας τα δάκρυα ποτίζετε την ανοχή.
Αξιοποιώντας τις απώλειες βελτιώνετε την υπομονή.
Αξιοποιώντας τις αποτυχίες προσεύχεστε.
Αξιοποιώντας τα εμπόδια ανοίγετε νέα παράθυρα του νου.
Ποτέ μην εγκαταλείπετε την ελπίδα.
Ποτέ μην εγκαταλείπετε τους ανθρώπους που αγαπάτε.
Ποτέ μην σταματάτε να είστε ευτυχισμένοι, γιατί η ζωή είναι ένα εμπόδιο χωρίς σταματημό, ακόμα κι αν σας δίνει δεκάδες λόγους για να κάνετε το αντίθετο.
Πέτρες στο δρόμο; Τις κρατώ όλες … μία μέρα θα χτίσω ένα κάστρο! ”
Το… ιπτάμενο τηλεσκόπιο της NASA «φωτογράφησε» το κέντρο του γαλαξία μας –του Milky Way- αποκαλύπτοντας πολλές λεπτομέρειες οι οποίες μέχρι σήμερα δεν ήταν γνωστές στους επιστήμονες. Το τηλεσκόπιο, του οποίου η λειτουργία ξεκίνησε το 2010, βρίσκεται ενσωματωμένο σε ένα αεροπλάνο της NASA και χρησιμοποιώντας την υπέρυθρη ακτινοβολία δημιουργεί αναπαραστάσεις τόσο του γαλαξία μας όσο και των νεφελωμάτων.
Το ιπτάμενο τηλεσκόπιο Όπως ανακοίνωσε η NASA πρόσφατα, το τηλεσκόπιο του αεροσκάφους «SOFIA» έδωσε στους αστρονόμους μία λεπτομερή εικόνα του κέντρου του γαλαξία μας ως προς την πυκνότητα αερίων και σκόνης τα οποία περιέχονται στο κέντρο του Γαλαξία, στοιχεία τα οποία είναι απαραίτητα για τη δημιουργία καινούριων πλανητών. Το συγκεκριμένο τηλεσκόπιο έχει τη δυνατότητα να ανιχνεύει κύματα τα οποία δεν είναι ανιχνεύσιμα από τα τηλεσκόπια τα οποία βρίσκονται στο έδαφος της Γης. Η υψηλής ανάλυσης εικόνα η οποία προέκυψε από τις παρατηρήσεις του τηλεσκοπίου επιτρέπει στους ερευνητές να μελετήσουν καλύτερα δύο περιοχές του γαλαξία μας, την «Arches Cluster», η οποία είναι η πιο πυκνή σε ύλη απαραίτητη για τη γέννηση νέων πλανητών, και την περιοχή «Quintuplet Cluster», η οποία περιέχει πλανήτες εκατομμύρια φορές φωτεινότερους από τον Ήλιο. «Μελετώντας τις συγκεκριμένες περιοχές είναι σα να προσπαθούμε να βάλουμε τα κομμάτια ενός παζλ στη σειρά», ανέφερε ο ερευνητής Τζέιμς Ραντόμσκι από το Κέντρο Ερευνών της NASA «Ames» σε σχετικές δηλώσεις του, προσθέτοντας ότι «τα δεδομένα τα οποία συνέλεξε το τηλεσκόπιο μας δίνουν μία πληρέστερη εικόνα για τη γέννηση των πλανητών».
Ψάχνοντας απαντήσεις
Όπως εξηγούν οι επιστήμονες, τα καινούρια δεδομένα θα τους βοηθήσουν να κατανοήσουν για ποιον λόγο το κέντρο του γαλαξία διαθέτει περιοχές οι οποίες είναι πυκνότερες σε ύλη απαραίτητη για τη γέννηση νέων άστρων σε αντίθεση με άλλα μέρη του Γαλαξία, όπως τα άκρα του. Επιπλέον, τα εν λόγω δεδομένα είναι πολύτιμα ώστε να εξακριβωθεί η σύσταση του δακτυλίου ο οποίος βρίσκεται γύρω από τη μεγάλη μαύρη τρύπα στο κέντρο του γαλαξία μας και την τροφοδοτεί με ύλη.
Aπό ΤΟ ΒΗΜΑ
Από τον Πέτρο
Ο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου και διευθύνων σύμβουλος της Facebook Μαρκ Ζούκερμπεργκ αποκάλυψε σήμερα το όραμά του για την κοινωνία το 2030.
Μέχρι τώρα, στην αρχή του χρόνου ο επιχειρηματίας δημοσιοποιούσε τους προσωπικούς του στόχους για τη νέα χρονιά.
Μεταξύ άλλων, είχε δεσμευθεί να μάθει μανδαρινικά κινέζικα, να μάθει να κυνηγά και να μαγειρεύει ο ίδιος το φαγητό του και να επισκεφθεί όλες τις αμερικανικές Πολιτείες – κάτι που είχε τροφοδοτήσει εικασίες για ενδεχόμενη υποψηφιότητά του στις προεδρικές εκλογές.
«Αυτή τη δεκαετία, θα επικεντρωθώ σε μακροπρόθεσμα ζητήματα. Αντί να θέσω στον εαυτό μου προκλήσεις με ορίζοντα ενός χρόνου, προσπάθησα να σκεφτώ πώς ελπίζω να είναι ο κόσμος και η ζωή μου το 2030, ώστε να εξασφαλίσω ότι θα αφιερώσω όλη την προσοχή μου σ’ αυτό», έγραψε ο Ζούκερμπεργκ στο Facebook.
H επαυξημένη και η εικονική πραγματικότητα θα κυριαρχήσουν
Σύμφωνα με τον ιδρυτή του Facebook, από τα μέσα της δεκαετίας του 2020 και μετά, η επαυξημένη πραγματικότητα θα έχει επιβληθεί, κάτι που θα αποτελέσει μια επανάσταση στις ανταλλαγές, στην οποία θα συμβάλει πολύ η κοινωνική δικτύωση.
Για τον Μαρκ Ζούκερμπεργκ, μέχρι το τέλος της δεκαετίας οι άνθρωποι θα έχουν εγκαταλείψει το κινητό τηλέφωνο αντικαθιστώντας το με γυαλιά επαυξημένης πραγματικότητας και θα έχουν ευρέως πρόσβαση στην εικονική πραγματικότητα.
«Θα έχουμε την τεχνολογία για να αισθανόμαστε πλήρως την παρουσία ενός άλλου προσώπου, ανεξάρτητα από το πού θα βρίσκεται αυτό, και η επιστημονική έρευνα θα έχει βοηθήσει να γιατρευτούν και να προληφθούν ασθένειες ώστε το μέσο προσδόκιμο ζωής να παραταθεί κατά 2,5 χρόνια», αναφέρει.
«Φανταστείτε ότι θα μπορείτε να ζείτε στο μέρος της επιλογής σας και να εργάζεσθε εύκολα σε ένα άλλο μέρος. Αν καταφέρουμε να πραγματοποιήσουμε αυτό για το οποίο εργαζόμαστε, η δυνατότητα αυτή θα είναι μέχρι το 2030 πολύ πιο κοντά στην πραγματικότητα», έγραψε.
Η άνοδος της εικονικής και της επαυξημένης πραγματικότητας θα βοηθήσει σε μία πιο δίκαιη κατανομή των ευκαιριών ανά τον πλανήτη.
Παράλληλα, είναι πιθανόν να πέσει και το κόστος της αγοράς κατοικίας και των ενοικίων, καθώς οι άνθρωποι δεν θα αισθάνονται την ανάγκη να μετακομίζουν σε άλλες πόλεις ή χώρες για να είναι ανταγωνιστικοί στην αγορά εργασίας
Νέα σελίδα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης
Η άνοδος της εικονικής πραγματικότητας πρόκειται να αλλάξει τη φύση της κοινωνικής δικτύωσης.
Αν το Ίντερνετ επέτρεψε σε δισεκατομμύρια ανθρώπους να συνδέονται όταν και όπου θέλουν, το κοινωνικό δίκτυο του μέλλοντος θα αφορά, σύμφωνα με τον ίδιο, «τις ιδιωτικές αλληλεπιδράσεις και θα μας βοηθήσει να κατασκευάσουμε αυτές τις μικρές κοινότητες που έχουμε όλοι μας ανάγκη στη ζωή».
Ακόμα και ο ιδρυτής του Facebook αναγνωρίζει πως τα social media έχουν ξεφύγει και καταλαμβάνουν πολύ μεγάλο μέρος της ζωής μας.
Ο Ζούκερμπεργκ θέλει να γυρίσει πίσω στις ρίζες των μικρών κοινωνιών, έτσι ώστε οι χρήστες να μην νιώθουν ότι χάνεται η μοναδικότητα και η ατομικότητά τους στο πλήθος.
Θεωρεί ότι οι άνθρωποι θα θέλουν να συναναστρέφονται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μόνο με άτομα που τους αφορούν άμεσα, δηλαδή φίλους, συγγενείς, συναδέλφους και γείτονες.
Σε αυτού του είδους τις μικρές κοινότητες στοχεύει και η νέα «ιδιωτική» πλατφόρμα κοινωνικής δικτύωσης που ετοιμάζεται στα άδυτα του Facebook.
Πώς θα «κυβερνώνται» τα social media
Με την κυριαρχία των μέσων κοινωνικής δικτύωσης τη δεκαετία που μας πέρασε, δημιουργήθηκα – εύλογα – και ερωτήματα για τη σωστή διαχείριση τους.
Πρόκειται για ένα ζήτημα για το οποίο το Facebook έχει δεχθεί πολλές φορές «πυρά», είτε πρόκειται για «κενά» στην ασφάλειά του, είτε για την ασάφεια στους κανόνες του, είτε για τα προσωπικά δεδομένα που βρίσκονται στην κατοχή του.
Ο Μαρκ Ζούκερμπεργκ παραδέχεται ότι οι ιδιωτικές εταιρείες δεν μπορούν και δεν πρέπει να παίρνουν τόσο σημαντικές αποφάσεις σε ό,τι αφορά βασικές δημοκρατικές αξίες.
Με αυτό το σκεπτικό, ο CEO του Facebook προτείνει στις κυβερνήσεις να πάρουν το πάνω χέρι και να θεσπίσουν ξεκάθαρους νόμους σε θέματα όπως οι εκλογές, η ιδιωτικότητα, το «απαγορευμένο» περιεχόμενο και η διακίνηση των στοιχείων στο Διαδίκτυο.
Προτείνει ακόμη την ίδρυση ανεξάρτητων κοινοτήτων, οι οποίες θα ελέγχουν τις μεγάλες πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης.
Άνοιγμα στις μικρές επιχειρήσεις
Μιλώντας για την οικονομία, ο Ζούκερμπεργκ αναφέρει ότι ο τομέας με τη μεγαλύτερη ανάπτυξη ήταν ο τεχνολογικός.
Με τη σειρά της, η τεχνολογία μπορεί να δημιουργήσει ευκαιρίες σε άλλους τομείς της οικονομίας την επόμενη δεκαετία.
Δίνοντας πρόσβαση σε όλα όσα έχει να προσφέρει η τεχνολογία στις μικρές επιχειρήσεις, ο Μαρκ Ζούκερμπεργκ πιστεύει ότι με αυτόν τον τρόπο αυτές θα μπορέσουν να κονταροχτυπηθούν με ίσους όρους με τα μεγάλα θηρία, δημιουργώντας ταυτόχρονα νέες θέσεις εργασίας.
Η επέλαση των millenials
Το 2030, θα επέλθει μία αλλαγή των γενεών. Οι millenials θα αναλάβουν πλέον θέσεις εξουσίας, ενώ η Generation Z θα αρχίσει να ενηλικιώνεται σιγά-σιγά.
Ο Ζούκερμπεργκ θεωρεί ότι έτσι οι νεότερες γενιές θα μπορέσουν να προωθήσουν την ατζέντα τους και τα θέματα που τους αφορούν, όπως η κλιματική αλλαγή, το κόστος της εκπαίδευσης, των κατοικιών και των υπηρεσιών υγείας.
Σου έτυχε ποτέ να συναντήσεις
αληθινή γυναίκα, φίλε μου;
Δεν σου μιλάω για το καλλίγραμμο κοριτσάκι που σου συστήθηκε γυναίκα,
ούτε γι’ αυτή που πασαλείβεται με τόνους μακιγιάζ για να της μοιάσει…
Δεν σου λέω γι’αυτή που έχει αλλάξει μέχρι και πρόσωπο από τις πολλές πλαστικές,
ούτε γι’αυτή που το ντύσιμό της
δεν αφήνει και πολλά στη φαντασία σου…
Την αληθινή γυναίκα, φίλε μου,
δεν μπορείς να την αναγνωρίσεις εύκολα, γιατί χάνεται μέσα στο πλήθος…
Δεν της αρέσει να τραβάει τα βλέμματα,
δεν την ενδιαφέρει καν αν θα την προσέξεις, γι’αυτό θα τη δεις πάντα περιποιημένη και καθαρή, αλλά όχι βγαλμένη
από φιγουρίνι μόδας…
Τους ώμους της, όσα βάρη κι αν έχει σηκώσει στη ζωή της,δεν θα τους δεις
ποτέ να γέρνουν…
Το περπάτημά της, όση κούραση
κι αν αισθάνεται,θα διακρίνεται μόνο από σταθερά βήματα…
Το κεφάλι της,όσες σκέψεις κι αν το βαραίνουν, θα το έχει πάντα στητό…
Τα μάτια της δε θα τα δεις ποτέ χαμηλωμένα και το βλέμμα της,όταν της μιλάς,
θα εστιάζει μόνο στο δικό σου…
Την πραγματική γυναίκα, φίλε άντρα,
δεν θα τη δεις ποτέ να κλαίγεται,
γιατί απεχθάνεται τη μιζέρια…
Δεν θα τη δεις ποτέ να αυτοπροβάλλεται,
δεν της αρέσει,δεν της πρέπει…
Μισεί κάθε τι ψεύτικο και δήθεν,
γι’αυτό όταν χρειαστεί,
θα σε συνθλίψει η αλήθεια της…
Δεν της αρέσουν τα μεγάλα λόγια και πείθεται μόνο από πράξεις…
Στο βλέμμα της βλέπεις μια υπερηφάνεια
και την αξιοπρέπειά της
δεν τη διαπραγματεύεται…
Έχει μια απίστευτη δύναμη, μια τεράστια θέληση για ζωή και ένα πείσμα να φτιάχνει όνειρα,όσο κι αν κάποιοι προσπαθούν να της τα γκρεμίσουν…
Ω όχι,δεν σου περιγράφω την τέλεια γυναίκα, για την αληθινή σου λέω…!!!
Αυτή που θα τη δεις πολλές φορές μόνη, αλλά δεν την τρομάζει η μοναξιά,
την προτιμάει από τη δήθεν παρέα…
Αυτή που θα τη δεις να παλεύει σαν λιοντάρι, γιατί δεν έμαθε ποτέ να στηρίζεται
σε δεκανίκια…
Αυτή που θα τη δεις μόνο να γελά
κι ας έχει κλάψει αμέτρητες φορές
η ψυχή της…
Σου μιλάω γι’αυτή που δε θα διστάσει
να τα βάλει με δέκα άντρες μαζί,
αρκεί να σώσει την τιμή και την υπόληψή της. Αυτή που όσα λάθη κι αν κάνει,θα έχει πάντα τα κότσια να τα παραδεχτεί και
μια συγνώμη να σου πει…
Αυτή που δε θα σου τάξει τίποτα παραπάνω απ’αυτό που μπορεί και έχει να σου δώσει… Αυτή που όσες δυσκολίες κι αν της φέρει
η ζωή,σφίγγει τα δόντια,κάνει τα χέρια της γροθιά και ρίχνεται στη μάχη…
Και δεν τη νοιάζουν οι πληγές,γιατί είναι τα παράσημά της,είναι μια ακόμα απόδειξη ότι είναι ζωντανή και αντέχει…!!!
Η αληθινή γυναίκα,μάγκα μου,
δεν κατευθύνεται,δεν δανείζεται,
δεν χαρίζεται,μόνο κατακτιέται…!!!
Δεν γκρεμίζεται,δεν υποτάσσεται
και δεν φυλακίζεται..
γιατί η ψυχή της είναι ελεύθερη και ταξιδιάρα…
Δεν σπαταλιέται σε ανούσιες συνευρέσεις, γιατί την καρδιά και το κορμί της
τα θέλει καθαρά…
Τα χαρίζει μόνο εκεί που ξέρει
ότι θα τα εκτιμήσουν…
αλλά αν φανείς αχάριστος και λίγος,
δεν θα διστάσει στιγμή να σου τα πάρει πίσω.. Φορτώνεται την αξιοπρέπειά της
και φεύγει πάντα αθόρυβα…
Όσο για τον άντρα,δεν τον φαντάζεται πρίγκιπα καβάλα σε άσπρο άλογο,
ούτε ψηλό με πράσινα μάτια και
θεληματικό πηγούνι,όπως τον παρουσιάζουν τα μυθιστορήματα…
Τον θέλει όμως παλικάρι
και πιο άντρα από την ίδια…!!!
Η αληθινή γυναίκα,λεβέντη μου,
κουβαλάει βαρύ φορτίο και διαθέτει
μια μπέσα και μια μαγκιά που
δεν την έχεις ξαναδεί σου λέω…!!!
Γι’αυτό θα σε ρωτήσω ξανά φίλε μου…
Συνάντησες ποτέ αληθινή γυναίκα…;;;
Θέλησες ποτέ να τη γνωρίσεις πραγματικά…;
Της έδειξες άραγε ότι έχει ξεχωριστή
θέση στην καρδιά και στη ζωή σου
ή δείλιασες…;;;
Αν τρόμαξες και το κατάλαβε,
τώρα ξέρεις και γιατί την έχασες..


