Αγωγή του παιδιού
ΤΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟ ΤΙΣ ΠΙΟ ΕΥΓΕΝΙΚΕΣ ΑΣΚΗΣΕΙΣ κι από τους πιο υψηλούς πόθους του ανθρώπου. Η παιδεία είναι ο κυβερνήτης του βίου. Κι επειδή οι αρχές αυτές είναι αληθινές, πρέπει να μην ξεχνούμε πως υπάρχει μια καλή παιδεία, εκείνη που ελευθερώνει και βοηθά τον άνθρωπο να ολοκληρωθεί σύμφωνα με τον εαυτό του και μια κακή παιδεία, εκείνη που διαστρέφει και αποστεγνώνει και είναι μια βιομηχανία που παράγει τους ψευτομορφωμένους και τους νεόπλουτους της μάθησης, που έχουν την ίδια κίβδηλη ευγένεια με τους νεόπλουτους του χρήματος». «ΛΕΜΕ ΚΑΙ ΔΙΑΠΙΣΤΩΝΟΥΜΕ ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ ότι ζούμε σ’ ένα χάος ηθικό. Κι αυτό, τη στιγμή που ποτέ άλλοτε η κατανομή των στοιχείων της υλικής μας ύπαρξης δεν έγινε με τόσο σύστημα, τόση στρατιωτική, θα έλεγα, τάξη, τόσον αδυσώπητο έλεγχο. Η αντίφαση είναι διδακτική. Όταν σε δύο σκέλη το ένα υπερτροφεί, το άλλο ατροφεί. Μια αξιέπαινη ροπή να συνενωθούν σε ενιαία μονάδα οι λαοί της Ευρώπης προσκόπτει σήμερα στην αδυναμία να συμπέσουν τα ατροφικά και τα υπερτροφικά σκέλη του πολιτισμού μας. Οι αξίες μας, ούτε αυτές δεν αποτελούν μια γλώσσα κοινή». «ΑΝ Η ΓΛΩΣΣΑ ΑΠΟΤΕΛΟΥΣΕ ΑΠΛΩΣ ΕΝΑ ΜΕΣΟΝ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ, πρόβλημα δεν θα υπήρχε. Συμβαίνει όμως ν’ αποτελεί και εργαλείο μαγείας και φορέα ηθικών αξιών. Προσκτάται η γλώσσα στο μάκρος των αιώνων ένα ορισμένο ήθος. Και το ήθος αυτό γεννά υποχρεώσεις. Χωρίς να λησμονεί κανείς ότι στο μάκρος είκοσι πέντε αιώνων δεν υπήρξε ούτε ένας, επαναλαμβάνω ούτε ένας, που να μη γράφτηκε ποίηση στην ελληνική γλώσσα. Nα τι είναι το μεγάλο βάρος παράδοσης που το όργανο αυτό σηκώνει. Το παρουσιάζει ανάγλυφα η νέα ελληνική ποίηση». «ΔΕΝ ΑΡΚΕΙ ΝΑ ΟΝΕΙΡΟΠΟΛΟΥΜΕ με τους στίχους. Είναι λίγο. Δεν αρκεί να πολιτικολογούμε. Είναι πολύ. Κατά βάθος, ο υλικός κόσμος είναι απλώς ένας σωρός από υλικά. Θα εξαρτηθεί από το αν είμαστε καλοί ή κακοί αρχιτέκτονες το τελικό αποτέλεσμα. Ο Παράδεισος ή η Κόλαση που θα χτίσουμε. Εάν η Ποίηση παρέχει μια διαβεβαίωση, και δη στους καιρούς τους dürftiger, είναι ακριβώς αυτή: ότι η μοίρα μας παρ’ όλ’ αυτά βρίσκεται στα χέρια μας». [Πηγή: www.doctv.gr]
Τα χαρακτηριστικά του χειριστικού γονιού και της χειριστικής σχέσης
Χειριστικός μπορεί να θεωρηθεί ένας άνθρωπος, ο οποίος ξέρει πολύ καλά να οδηγεί έτσι τις καταστάσεις, ώστε να επωφεληθεί ο ίδιος.
Όταν το χαρακτηριστικό αυτό αποδίδεται σε ένα γονέα είναι αρκετά οξύμωρο, καθώς ο γονικός ρόλος προϋποθέτει την υπέρβαση του εαυτού και της ατομικότητας. Πώς λοιπόν γίνεται ένας γονιός να είναι χειριστικός; Να χειρίζεται καταστάσεις που αφορούν το παιδί του – ανήλικο ή ενήλικο –προς δικός του όφελος;
Όλα ξεκινούν όταν στη βάση της σχέσης υπάρχει η θυσία. Ένας άνθρωπος, ο οποίος θεωρεί ότι θυσιάζει στοιχεία του εαυτού του ή της ζωής του, κάποια στιγμή θα το ζητήσει πίσω. Στην περίπτωση λοιπόν ενός χειριστικού γονιού, υπάρχει η αίσθηση του «χρέους» ή της «υποχρέωσης» ή της «οφειλής» από το παιδί προς το γονιό, στο όνομα της θυσίας που ταυτίζεται με την αγάπη. Ως αποτέλεσμα, το παιδί οφείλει στο γονιό του να ζήσει μια ζωή όπως ο γονιός τη φαντάζεται για το ίδιο. Οποιαδήποτε απόκλιση από αυτό το σενάριο θα καταγραφεί ως αχαριστία, ως λάθος, ως αδιαφορία.
Αυτό συμβαίνει, όταν οι γονείς βιώνουν απουσία χαράς από το γάμος τους. Έτσι, ασυνείδητα ζητούν από τα παιδιά τους να τους φροντίσουν συναισθηματικά και να έχουν για πάντα κυρίαρχο ρόλο στη ζωή τους: με το να φροντίζουν το εγγόνι όχι ως παππούδες αλλά ως γονείς, να έχουν λόγο στο γάμο τους παιδιού τους, να εμπλέκονται στη δουλειά, τις επιλογές, τις αποφάσεις του. Κι αν το παιδί δυσανασχετήσει, ο γονιός θυμώνει παιδιάστικα, δίνει διπλά μηνύματα «εσύ να είσαι καλά και άσε με εμένα» και φέρεται σαν να νοιώθει προδομένος και εγκαταλελειμμένος.
Τι κακό μπορεί να κάνει ένας χειριστικός γονιός στο παιδί του;
Για να μπορέσει να υπάρξει μια τέτοιου είδους σχέσης που ζητάει ο γονιός αυτός, σημαίνει ότι το παιδί δεν έχει αυτονομηθεί. Και αυτό είναι το τίμημα που πληρώνει το παιδί ως ενήλικας: δεν μπορεί να σταθεί στα πόδια του και αναρωτιέται συνεχώς για τα λάθος επιλογές που κάνει.
Ένας γονιός που ζητά φροντίδα από το παιδί του και θέλει να έχει ενεργό ρόλο στην ενήλικη πια ζωή του, στην πραγματικότητα του ζητά να μην μπορέσει να αυτονομηθεί, να διαφοροποιηθεί, να ενηλικιωθεί, να ζήσει με ευθύνη ζωής. Κι ενώ το παιδί – ενήλικας θα καταγραφεί ως ανεπαρκής, στην πραγματικότητα η ανεπάρκεια του γονιού είναι που δεν επιτρέπει στο παιδί να ωριμάσει.
Η κατάσταση αυτή δεν γίνεται αμέσως αντιληπτή, καθώς το κύριο χαρακτηριστικό ενός χειριστικό γονιού είναι η συνεχής παροχή και η φροντίδα με τη μορφή εξυπηρέτησης. Και αυτό ακριβώς είναι που δημιουργεί τύψεις στο παιδί – ενήλικα. «πώς γίνεται να δυσανασχετώ και να θυμώνω με τον άνθρωπο που μου προσφέρει τόσα;» Η παγίδα είναι πως αυτή η εξυπηρέτηση βολεύει και το παιδί – ενήλικας στερεί τον εαυτό του από το παράγει άλλες λύσεις και προτιμά την έτοιμη παροχή.,
Www.healingefect.gr
Σύμφωνα με τον ανθρωπολόγο Μαρσέλ Μάους, μέσω του παιχνιδιού καθίσταται δυνατή η ανάγνωση μιας κοινωνίας. Η θέση μας σήμερα ως ενήλικες απέναντι στο παιχνίδι των παιδιών, καθρεφτίζει την κοινωνίας μας, η οποία μοιάζει να το αντιστρατεύεται. Κατά τον Φρόιντ, «Το αντίθετο του παιχνιδιού δεν είναι η σοβαρότητα, αλλά η πραγματικότητα», με τον σημερινό άνθρωπο να προσαρμόζεται εύκολα, πεπεισμένος ότι δεν μπορεί να κάνει και πολλά για να την αλλάξει. Ο μεταβατικός χώρος του παιχνιδιού είναι το σημείο όπου το παιδί διερευνά το άγνωστο, βιώνοντας την ελευθερία της ύπαρξής του, αναδημιουργώντας τον εαυτό του και τον κόσμο του. Παίζοντας έτσι ως παιδί, είναι πιο πιθανό ως ενήλικας να είναι σε θέση να βιώνει τις επερχόμενες μεταβολές ως προκλήσεις και όχι ως μείζονα προσωπική αμφισβήτηση και να συμβάλλει στην δημιουργία του κόσμου του αύριο, απαρνούμενος τη θέση του παθητικού υποκειμένου. Δυστυχώς σήμερα η διάθεση για παιχνίδι, αν και πρωταρχική ιδιότητα του παιδιού, μοιάζει να μην του επιτρέπεται από τους ενήλικες. Ως εκπρόσωποι του καταναλωτισμού τείνουμε να συγχέουμε τα υλικά παιχνίδια με την πράξη του παιχνιδιού. Παρέχουμε στα παιδιά πληθώρα παιχνιδιών που τελούν στην υπηρεσία ενός μετρήσιμου γνωστικού στόχου, στομώνοντας έτσι την δημιουργικότητά τους. Ξεχνάμε πως «παίζω δεν σημαίνει τείνω προς ένα συγκεκριμένο στόχο αλλά είμαι δεκτικός στο απρόσμενο». Ξεχνάμε πως η λειτουργία του παιχνιδιού δεν αφορά την εξάρτηση του «έχω» μα την ελευθερία του «είναι». Μια χαρτοπετσέτα, ένα κουρελάκι μπορεί να «είναι» καπέλο, πουλί, αέρας, σύννεφο..ένας ολόκληρος κόσμος εν τη γενέσει του. Αυτή η δυνητικότητα συνιστά την συναρπαστικότητα του παιχνιδιού, την περιέργεια για το τι θα συμβεί μετά, την έκπληξη μπρος στο απρόσμενο, την δυναμική -του τι μπορώ να κάνω, την εξερεύνηση- του πώς μπορώ να είμαι. Πόσο φοβόμαστε τελικά το παιχνίδι; Πόσο τρέμουμε την ελευθερία της αταξίας που δημιουργεί, των αναπόφευκτων αμφισβητήσεων που προκύπτουν από αυτό, ώστε να αισθανόμαστε την ανάγκη να το υποτάξουμε στους νόμους της αγοράς και της ζήτησης, να το καθηλώσουμε σε ένα ακόμη προϊόν ή και παρεχόμενη υπηρεσία μέσω των εργαστηρίων παιχνιδιού για παιδιά και γονείς που εμφανίζονται τα τελευταία χρόνια. Γιατί προωθούνται τα παιχνίδια –games εις βάρος του ελεύθερου παιχνιδιού– play; Με τα games, διασφαλίζεται εκ των προτέρων, το σημείο λήξης του παιχνιδιού: νίκη, ήττα, ισοπαλία, σκορ. Αυτό που ορίζει τα games, δεν είναι η αυτοδιάθεση του παιδιού μα η φύση του αποτελέσματος. Με την αυστηρή δομή τους το ωθούν να δομεί με τη σειρά του, μια άμυνα απέναντι στο μη προβλέψιμο που προσφέρει το συμβολικό ελεύθερο παιχνίδι (play). Κι επειδή, «χωρίς καμία αμφιβολία θα ζήσουμε όπως παίξαμε»[1], μεγαλώνοντας εξακολουθούμε να παίζουμε με αφάνταστη σοβαρότητα παρόμοια παιχνίδια με τον εαυτό μας και τους άλλους. Χρειάζονται και τα games-παιχνίδια. Μα στον καιρό μας μοιάζει να υπερκαλύπτουν το μεταβατικό χώρο του συμβολικού παιχνιδιού. Κι έχει σημασία αυτό να το δούμε. Γιατί, ό,τι μας κρατά ως παιδιά περιορισμένους μέσα σε ένα συγκεκριμένο εύρος αλληλεπιδράσεων, χρησιμοποιώντας ένα επιβεβλημένο σύνολο κανόνων, εξακολουθεί και στη ζωή μας να μας κινεί και να θέτει όρια στο τι μπορούμε να κάνουμε, «φυλακίζοντάς» μας, σε ένα ανταγωνιστικό πλαίσιο συμμόρφωσης κι εξάρτησης. Σίγουρα έτσι νοιώθουμε ασφαλείς. Κάθε ιδέα ενός μεγαλύτερου ή και διαφορετικού εύρους αλληλεπίδρασης μοιάζει τρομακτική ακόμη και για να την φανταστεί κανείς. Εύκολα μπορούμε να κάνουμε τις αναγωγές σε σχέση με την λειτουργία μας στην κοινωνία και τις αντιστάσεις μας στη δημιουργικότητα και την αλλαγή που οδηγούν σε νέους τρόπους ύπαρξης, συνοχής και αλληλεπίδρασης. Στο ελεύθερο συμβολικό παιχνίδι, το παιδί ακολουθεί την εσωτερική του παρώθηση. Αφήνεται σε μια περιπέτεια, εξερευνώντας το άγνωστο μέσα κι έξω από τον εαυτό του, εμπιστευόμενο τη διαδικασία του παιχνιδιού. Αν αφιερώναμε λίγο χρόνο να το παρατηρήσουμε χωρίς να επεμβαίνουμε, θα ανακαλούσαμε την φράση του Σίλο: «Σου μιλώ για απελευθέρωση, για κίνηση, για διαδικασία». Παίζοντας μοιράζονται πράγματα και εμπειρίες, συναισθήματα, νέες αισθήσεις, δημιουργούνται αναφορές. Κι όλα αυτά τα γεννήματα της στιγμής τα υποδέχονται με χαρά και πνεύμα ανοίγματος. Μη προσδοκώντας κανένα όφελος, παρά μόνο ελπίζοντας στην επόμενη στιγμή. Ο Λάο Τσε είχε πει: «Του τροχού τον άξονα μοιράζονται τριάντα ακτίνες. Χρήσιμος όμως γίνεται από την κεντρική του τρύπα. Πλάσε κανάτι με πηλό. Χρήσιμο γίνεται από τον εσωτερικό του άδειο χώρο. Το όφελος λοιπόν έρχεται από τούτο που υπάρχει. Το χρήσιμο προκύπτει από εκείνο που λείπει». Είναι ανάγκη να αφήνουμε κενό χώρο στα παιδιά να παίζουν ελεύθερα, χωρίς σκοπό. Αυτό μόνο αρκεί! Σήμερα αποτιμάται ως χάσιμο χρόνου το να μην κάνουμε τίποτα άλλο εκτός από το να παίζουμε, το να μην έχουμε άλλο σκοπό εκτός από το να γνωριστούμε. Κι όμως μέσω αυτού που παραχωρούμε οι ενήλικες στον εαυτό μας ως ευκαιρία για απόλαυση και παιχνίδι, μεταβιβάζουμε στα παιδιά το πιο ουσιώδες, την επιθυμία και την χαρά για ζωή.
[Πηγή: www.doctv.gr]
Της Αγγελικής Μπολουδάκη
«Για να καταλάβεις την καρδιά και το μυαλό ενός ανθρώπου, δες τι σε εμπνέει να κάνεις» – Χαλίλ Γκιμπράν
Η σχέση ανθίζει στην αμοιβαιότητα των συναισθημάτων, στην αποδοχή και στην επιθυμία και χάρη σε αυτά ριζώνει, γίνεται ένα πλατύφυλλο δέντρο, όπου εμείς στην σκιά του χαιρόμαστε την δροσιά του και τη μοιραζόμαστε γενναιόδωρα μεταξύ μας. Για να μπορούμε όμως να χαρούμε με την μέθεξη που δημιουργεί η σχέση, χρειάζεται ο ψυχισμός μας να διακρίνεται από συναισθηματική επάρκεια, ώστε να μπορέσουμε να αναγνωρίσουμε και να εκτιμήσουμε αυτό που μας προσφέρεται, για να αποδεχτούμε την προσφορά.
Ο ψυχικός μας ιστός χρειάζεται να διακρίνεται από πυκνότητα και συνοχή, ώστε οποιοδήποτε συναισθηματικό ερέθισμα νιώθουμε, να το καλοδεχόμαστε ακουμπώντας το στη σχέση αν είναι ωφέλιμο, ενώ, αν αντηχεί δυσάρεστα συναισθήματα, να το φιλτράρουμε προσεκτικά. Αν η ψυχική δυσκολία προέρχεται από δικά μας δύσκολα κομμάτια, που εμποδίζουν την χαρά, να το επεξεργαζόμαστε, ενώ, αν προέρχεται από νοσηρές συμπεριφορές άλλων, να αποσυρόμαστε από εκείνους, ώστε να διαφυλάξουμε την ψυχική μας υγεία.
Εάν είμαστε ώριμοι συναισθηματικά, είναι εύκολο να διακρίνουμε την επιβεβαίωση από την εκτίμηση. Η εκτίμηση σχετίζεται με την ικανότητά μας να αγαπάμε, ενώ η επιβεβαίωση αφορά στην ανάγκη μας να αισθανθούμε αξία. Την επιβεβαίωση την εισπράττουμε στις κοινωνικές σχέσεις μας μέσα από την εργασία μας, τη δημιουργικότητά μας, τα ιδιαίτερά μας χαρίσματα τα οποία τα μοιραζόμαστε με τους άλλους και εκείνοι τα θαυμάζουν. Την εκτιμάμε όταν μας προσφέρεται, αλλά είναι σημαντικό να γνωρίζουμε ότι εστιάζεται στα σημεία μας, τα οποία με κάποιο τρόπο εξελίσσουν τους άλλους, αλλά και εμάς γιατί τα αποδεχόμαστε περισσότερο.
Η εκτίμηση αφορά στις προσωπικές μας σχέσεις, όπου αισθανόμαστε ευγνωμοσύνη για τη συναισθηματική ανταπόκριση των ανθρώπων μας και θαυμάζουμε ο ένας τον άλλον για την προσωπικότητά του και τα επιτεύγματά του. Νοιαζόμαστε για τον άνθρωπο που εκτιμάμε και έχουμε επίγνωση της αξίας που έχει ο καθένας στη ζωή μας, αλλά και στην επιθυμία μας για ζωή. Στην εκτίμηση υπάρχει η ελευθερία να καλλιεργεί ο καθένας τον εαυτό του, ενώ κάθε φορά που εξελισσόμαστε εμπεριέχουμε και τον άνθρωπό μας, επειδή υπάρχει σεβασμός μεταξύ μας.
Η επιβεβαίωση στοχεύει στο σημείο, που θαυμάζει κάποιος, όσο διαρκεί, όπου ωφελείται από αυτό, χωρίς όμως απαραίτητα να γίνεται καλύτερος ο εαυτός του, γιατί για αυτό χρειάζεται δέσμευση. Η εκτίμηση εστιάζει στην προσωπικότητα των ανθρώπων που ενδιαφέρονται ο ένας για τον άλλον και ο θαυμασμός που νιώθουν παραμένει ανεπηρέαστος από επιτυχίες ή αποτυχίες, γιατί αισθάνονται πιο όμορφα με τον εαυτό τους αλλά και με τον άλλο άνθρωπο που μοιράζονται συναισθηματικά δώρα αγάπης.
Εάν εκτιμάμε κάθε πτυχή του εαυτού μας, είναι πιο εύκολο να αναζητήσουμε στην πηγή της αγάπης τους ανθρώπους μας και να μην παρασυρθούμε από καθρεφτίσματα που αντανακλούν τα ελλείμματα μας. Όσο πιο ολοκληρωμένη μορφή έχει η εικόνα μας στο νοητό μας καθρέφτη, τα αιτήματα που απευθύνουμε στους ανθρώπους μας είναι αιτήματα αγάπης, που πηγάζουν από την επιθυμία μας να τους συναντήσουμε μέσα από μια αμοιβαιότητα εκτίμησης.
Εάν όμως η απουσία καθρεφτίσματος σκίασε την ύπαρξη μας, χρειάζεται να διαφοροποιηθούμε από μια εικόνα, θαμπή στο σύνολό της ή σε μέρη της, την οποία δανειστήκαμε, προκειμένου να επιβεβαιωθεί η ύπαρξή μας και να αποκτήσει ομοίωμα ο εαυτός μας. Χρειάζεται να προσπαθήσουμε να θωρακίσουμε την αξία μας, αγαπώντας τον εαυτό μας. Ξεφυλλίζοντας τις μνήμες μας, κατανοούμε το παιδί μέσα μας που έκανε λάθη από άγνοια.
Προστατεύουμε τα συναισθήματά του με μητρικό και πατρικό τρόπο νουθετώντας το, ώστε να συνειδητοποιήσει πως το κάθε μάθημα ζωής που έλαβε από τα βιώματά του ήταν πολύτιμο στάλαγμα στην ύπαρξή του. Οι όμορφες εμπειρίες ανθίζουν τη ζωή μας, οι δυσάρεστες, όταν επιβεβαιώσουμε τον εαυτό μας πως άξιζε να τις ζήσουμε, μας μαθαίνουν να δίνουμε αξία και να δεσμευόμαστε με ό,τι ηχεί μελωδικά στην καρδιά μας.
Αν όμως δεν επιβεβαιώσουμε εμείς τον εαυτό μας με καθησυχαστικά λόγια που θα μας κάνουν να αισθανθούμε περήφανοι για μας, η κάθε κίνησή μας θα στρέφεται απεγνωσμένα στους άλλους, ώστε να θαμπωθούμε από την αντανάκλαση που θα δούμε στο βλέμμα τους, ελπίζοντας στην εκτίμησή τους. Θα επιζητάμε μια όαση, όχι για να μοιραστούμε συναισθήματα, αλλά γιατί φανταζόμαστε πως στον αντικατοπτρισμό της θα αποκατασταθεί η εικόνα μας και θα αναστυλωθεί η αξία μας. Θα εξαρτιόμαστε από εκείνους και θα γινόμαστε πιόνια στις διαθέσεις τους γιατί ως τρεμάμενα σχήματα θα προσμένουμε την κίνηση τους, για να σταθεροποιήσουμε τη μορφή μας και να μη μείνουμε μόνο περιγράμματα.
Θα ξοδεύουμε αλόγιστα την ψυχή μας, προσπαθώντας να εξαγοράσουμε τα συναισθήματά τους, έχοντας την ψευδαίσθηση πως όσο προσφερόμαστε στο βωμό ως θυσία, τόσο οι άλλοι θα διακρίνουν το μέγεθος της αξίας μας, για να το χωρέσουμε και εμείς. Θα τρέφουμε την αυταπάτη πως χάρη στο επιβεβαιωτικό τους βλέμμα κάθε αρνητικό θα το μετατρέψουμε σε πηγή θετικής ακτινοβολίας, οπότε η δική μας ανάγκη θα μετουσιωθεί σε επιθυμία για ζωή και ο έρωτας θα αναγεννηθεί μέσα μας.
Προσαρμοσμένοι σε αιτήματα άλλων, χάνουμε τον αληθινό μας καθρέφτη. Υποταγμένοι ενός ψευδούς εαυτού, για να ικανοποιήσουμε αυτό που επιθυμούν οι άλλοι για μας, χάνουμε την αλήθεια μας και πορευόμαστε με ένα εαυτό που δεν είναι δικός μας. Εάν προσαρμοστούμε σε προσδοκίες άλλων, σε ανεκπλήρωτες ανάγκες, προκειμένου να βρούμε τον δρόμο μας στη ζωή, η πορεία μας γίνεται μονόδρομος όπου δεν υπάρχει χώρος για προσωπικές αναζητήσεις, ελευθερία, ψυχική ανάταση, εμπιστοσύνη στη ζωή και αγάπη για αυτήν και φυσικά χάνουμε την εκτίμησή μας προς εμάς.
Ακολουθούμε τυφλά μονοπάτια άλλων που υπόσχονται αντανακλάσεις, προσπαθώντας να επιβεβαιώσουμε τις δικές μας πορείες, γιατί δεν αποδεχόμαστε αυτό που είμαστε, λες και έχουμε απεγνωσμένα την ανάγκη να γίνουμε κάτι άλλο μακρινό, σχεδόν εξόριστο που δεν μπορούμε να το φτάσουμε. Η τέλεια σιλουέτα, το ιδανικό πρόσωπο, η αψεγάδιαστη συμπεριφορά, η αλάνθαστη τελειότητα, η άφθαρτη νεότητα. Πίσω από αυτήν την ατέρμονη αναζήτηση κρύβεται το αίτημά μας για αγάπη. Ένα αίτημα σιωπηλό, αθόρυβο, που πνίγεται κάθε φορά που ξεπροβάλλει, για να μας απευθυνθεί να το αποδεχτούμε, για να μπορέσουμε να το προφέρουμε.
Έχουμε ανάγκη να μας αγαπήσουμε με τις μικρές αλλά και τις μεγάλες μας αδυναμίες, με τις δυνατότητές μας που αγωνίζονται να πάρουν μια θέση για να τις αναγνωρίσουμε, με τα σημαντικά αλλά και με εκείνα που θεωρούμε ασήμαντα κομμάτια του εαυτού μας, που ζητούν δειλά- δειλά να πάρουν μια θέση στην καρδιά μας, για να εκτιμηθούν από μας.
——
Η Αγγελική Μπολουδάκη είναι ιδιώτης Κοινωνική Λειτουργός, τέως στέλεχος του Κέντρου πρόληψης της χρήσης εξαρτησιογόνων ουσιών Ν.Χανίων και τέως Εκπαιδευτικός Α.Τ.Ε.Ι. Είναι συγγραφέας του βιβλίου ‘Μαμά, μπαμπά, δε με κοιτάξατε και χάθηκα’, Εκδόσεις Αραξοβόλι
πηγή : http://enallaktikidrasi.com
Σάββας Ν. Σαλπιστής, Ph.D., Κλινικός Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπευτής
πηγή : http://enallaktikidrasi.com
Η συνεχής ανάγκη επιβεβαίωσης και συμπάθειας από τους άλλους είναι, στην ουσία, σαν να λέμε στον εαυτό μας πως η γνώμη των άλλων για εμάς είναι σημαντικότερη και εγκυρότερη από αυτήν που εμείς οι ίδιοι έχουμε για τον εαυτό μας. Η κατασπατάληση χρόνου και ενέργειας, στην περίπτωση αυτή, είναι τεράστια, τα δε αποτελέσματα σχεδόν πάντα ανεπαρκή καθώς μόνο προσωρινή ανακούφιση παρέχουν.
Το πρώτο σημαντικό βήμα, για όσους νιώθουν έτσι, είναι η συνειδητοποίηση πως η αναζήτηση της συμπάθειας των άλλων δεν είναι μία ανάγκη αλλά μία επιθυμία. Όλοι μας νιώθουμε ικανοποίηση όταν εισπράττουμε το θαυμασμό, το χειροκρότημα ή τα θετικά σχόλια των άλλων, και αυτό είναι κάτι το απόλυτα φυσιολογικό. Σε πρόβλημα μετατρέπεται όταν ανάγεται σε αυτοσκοπό, όταν, δηλαδή, μετατρέπεται σε ανάγκη που, αν δεν ικανοποιηθεί, μπορεί να οδηγήσει κάποιον σε απόγνωση, θλίψη και αυτοαμφισβήτηση.
Οι αποχρώσεις μιας τέτοιας ανάγκης είναι πολλές, αγγίζοντας τα όρια του τραγικού, όταν κάποιος αναζητά απεγνωσμένα τη συμπάθεια και επιβράβευση ΟΛΩΝ για οτιδήποτε κάνει. Στην περίπτωση αυτή, μιλάμε για μια πραγματική θυσία του εαυτού στο βωμό της γνώμης και των προτιμήσεων των άλλων. Πιστεύω πως, στην ομάδα αυτή, ανήκει ένα μεγάλο μέρος των πολιτικών, γενικώς. Η ανάγκη τους για αποδοχή και συμπάθεια είναι απύθμενη και, χωρίς αυτά, θα ήσαν, στην κυριολεξία, άνεργοι. Για το λόγο αυτό, δεν μιλούν, συνηθέστατα, τη γλώσσα της αλήθειας αλλά λένε και υπόσχονται πράγματα, πέραν των πεποιθήσεών τους, με μοναδικό σκοπό την απόκτηση της συμπάθειας και εύνοιας αυτών στους οποίους απευθύνονται, δηλαδή, των μελλοντικών τους ψηφοφόρων.
Αυτού του είδους η συμπεριφορά είναι πολύ εύκολα αναγνωρίσιμη στους πολιτικούς από τους περισσότερούς μας. Πόσο εύκολο είναι, όμως, να την εντοπίσουμε στους εαυτούς μας, ιδίως εάν έχει γίνει στοιχείο του χαρακτήρα μας, δυσχεραίνοντας κατά πολύ τη δυνατότητα αυτοπαρατήρησής μας; Δεν υπάρχει άλλος τρόπος απαλλαγής από αυτήν τη μέγγενη, πέραν της αυτογνωσίας και του εντοπισμού των αιτιών της, εντός μας.
Πρώιμα μηνύματα που οδηγούν το παιδί να αναζητά την επιβεβαίωση των άλλων
Πριν από λίγα χρόνια, περίμενα τη σειρά μου για να πληρώσω στο ταμείο ενός σούπερ-μάρκετ. Εμπρός μου, βρίσκονταν μία μητέρα με το πεντάχρονο, περίπου, και πολύ συμπαθητικό, φυσιογνωμικά, αγοράκι της. Η ταμίας του χαμογέλασε, λέγοντάς του πόσο γλυκό αγόρι είναι και ρωτώντας το εάν θέλει να του δώσει μία καραμέλα. Το αγοράκι στράφηκε τότε προς τη μητέρα του, ρωτώντας την: «Θέλω μια καραμέλα;» Ένιωσα ένα σφίξιμο στην καρδιά, παρόλο που έχω ξανασυναντήσει πολλές φορές ανάλογες συμπεριφορές, δηλαδή, παιδιά -ακόμα και ενήλικες- που ρωτούν τους γονείς τους -ή κάποιον άλλον ενήλικα- για το τι θα φάνε, με τι να παίξουν, με ποιους θα παίξουν, αν θα κοιμηθούν, τι θα φορέσουν κ.ά.
Υπάρχουν γονείς που βλέπουν τα παιδιά τους ως κτήμα τους, θέλοντας να τα διαμορφώσουν κατά πως οι ίδιοι επιθυμούν, ως να επρόκειτο για τους εαυτούς τους. Γίνονται αδυσώπητοι κριτές τους και μπορεί να φθάνουν ακόμα και μέχρι του σημείου να απειλούν με απόσυρση της αγάπης τους («Η μαμά δεν σ΄αγαπάει αν δεν είσαι καλό παιδάκι» ή «Αν κάνεις έτσι, η μαμά θα πάρει άλλο παιδάκι» κ.τ.λ.) -όταν το παιδί προσπαθεί, ως δικαιούται, να υπερασπιστεί τα θέλω του- και υμνητές του, όταν «συμμορφώνεται προς τας υποδείξεις»…
Ένα παιδί, με ανάλογες εμπειρίες, δεν πρόκειται να εμπιστευτεί τον εαυτό του, σε βαθμό που να νιώθει ασφάλεια και αυτοπεποίθηση. Η σπίθα αυτονομίας που διεκδικούσε με τόση λαχτάρα ο αναδυόμενός του εαυτός σβήστηκε βίαια με πυροσβεστήρες αποδοκιμασιών, μομφών και αμφισβητήσεων.
Παράδειγμα:
Το παιδί ρωτά τη μητέρα του τι ρούχα να φορέσει
Μητέρα: «Φόρεσε ότι θέλεις»
Παιδί: «Πως σου φαίνεται αυτό, μαμά;»
Μητέρα: «Όχι, παιδί μου! Θα βγεις έτσι έξω; Δεν ταιριάζει αυτή η μπλούζα με αυτό το παντελόνι. Πήγαινε και άλλαξε γρήγορα!».
Λίγες ημέρες αργότερα…
– «Τι να φορέσω μαμά;»
– «Μα σου είπα, φόρεσε ότι θέλεις! Γιατί συνέχεια πρέπει να με ρωτάς!»…
Κάπως έτσι αντιμετώπιζε την Κ. η μητέρα της. Καταξιωμένο άτομο, σήμερα, πολύ ευφυής και με μεγάλη επιστημονική και κοινωνική αναγνώριση. Ότι και αν κάνει, όσο πολύ και αν προσπαθεί, πάντα πιστεύει πως δεν είναι αρκετό, πως «δεν θα αρέσει», πως θα επικριθεί. Σχεδόν όλα της τα Σαββατοκύριακα τα αφιέρωνε στις διάφορες εργασίες της για να είναι «τέλειες» ώστε να μην μπορεί κάποιος να της προσάψει το παραμικρό, νιώθοντας ταυτόχρονα τεράστιες ενοχές για το χρόνο που σχεδόν ποτέ δεν περίσσευε για τα παιδιά της που, συνήθως, τα επέπληττε ουρλιάζοντας όταν τη διέκοπταν από τη μελέτη της, θέλοντας να ζητήσουν ή να ρωτήσουν κάτι.
Στη θεραπεία της, κάθε φορά που πρόφερε τη λέξη «μητέρα», αναφερόμενη στη μητέρα της, βούρκωνε ή έκλαιγε γοερά. Μόλις την περασμένη βδομάδα, ψέλλισε μέσα στο ασταμάτητο κλάμα της:
– «Ποτέ της δεν αναγνώρισε στο ελάχιστο ό,τι και αν έκανα, όσο σπουδαίο και αν ήταν αυτό. Ποτέ δεν ήταν αρκετό, νόμιζα πως δεν με αγαπά για αυτό που είμαι»…
Πολλοί είναι οι γονείς που λειτουργούν ως τροχονόμοι και κριτές των επιλογών και της ζωής του παιδιού τους, θεωρώντας πως οι ίδιοι γνωρίζουν πάντα καλύτερα, ακόμα και τις ανάγκες του, και στερώντας του τη δυνατότητα να δοκιμάσει, να γνωρίσει και να αρχίσει να εμπιστεύεται τον εαυτό και τις δυνάμεις του. Το να γνωρίζει ο γονιός καλύτερα δεν σημαίνει πως πρέπει να υποκαθιστά και να ακυρώνει το παιδί. Ο ρόλος του είναι να φροντίζει για το «ευ ζην» του παιδιού του, δίνοντάς του σταδιακά, από την αρχή της ζωής, ολοένα και περισσότερο χώρο ώστε να εξελίξει τον αληθινό εαυτό και τις ιδιαίτερες δυνατότητές του. Να βρίσκεται, συνήθως, ένα βήμα πίσω από το παιδί και όχι ένα ή περισσότερα μπροστά, ανοίγοντάς του το δρόμο ως μπουλντόζα…
Πολλά είναι τα παιδιά εκείνα που, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο «εκπαιδεύονται» στο να γίνουν άτομα εξαρτημένα, τουλάχιστον, από τη γνώμη, την αποδοχή, την επιβεβαίωση και το θαυμασμό των άλλων, και, αργότερα στη ζωή, ως ζωντανοί ετερόφωτοι αστέρες, να μοιάζει σαν να μην υπάρχουν αν δεν «φωτιστούν» από κάποιους άλλους…
Τα παιδιά, σχεδόν πάντα, αντιστέκονται
Τα περισσότερα παιδιά, όμως, αντιστέκονται, με το δικό τους τρόπο και τα μέσα που διαθέτουν, μπροστά σε αυτού του είδους την καλοπροαίρετη άσκηση βίας. Πόσοι είναι οι γονείς που συναινούν, για παράδειγμα, στην επιθυμία του τρίχρονου παιδιού τους να δοκιμάσει τον εαυτό του και λέει: «Μόνος», θέλοντας να βάλει χωρίς βοήθεια το μπουφάν του, το πρωί πριν την αναχώρηση για τον παιδικό σταθμό και όταν ο χρόνος πιέζει; Τα παιδιά δεν μπορούν, φυσικά, να τα βγάλουν πέρα με έναν ενήλικα που τόσο ανάγκη έχουν για τη φυσική και συναισθηματική τους επιβίωση, αντιδρούν, όμως, με τα δικά τους «όπλα» ώστε να διατηρήσουν ή να περισώσουν έστω και μια ψευδαίσθηση αυτονομίας. Έτσι, λοιπόν, μπορεί να αρνούνται να φάνε το φαγητό τους, να καθίσουν στο γιο-γιο τους για την ανάγκη τους, να μην κοιμούνται κ. ά.
Με τι εφόδια θα αντιμετωπίσει ένα τέτοιο παιδί, εκτός σπιτιού, το αναπόφευκτο κάποια στιγμή ενδεχόμενο να χρειασθεί να αντιπαρατεθεί ή να συγκρουσθεί με άλλα παιδιά, υπερασπιζόμενο τον εαυτό και την αξιοπρέπειά του; Πως θα μπορέσει να διαχειρισθεί μια σοβαρή συναισθηματική ματαίωση, φιλικής ή ερωτικής μορφής και τόσες άλλες καταστάσεις όπου ο γονιός δεν μπορεί, σε καμία περίπτωση, να είναι παρών;
Με άλλα λόγια, το πρόβλημα δεν είναι η ανάγκη του παιδιού για επιβεβαίωση, συμπάθεια, εκτίμηση και αποδοχή αλλά το να παρέχονται όλα αυτά από το γονιό ως επιβράβευση αποδεκτών σε αυτόν συμπεριφορών του παιδιού του. Σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει η αυτοεκτίμηση του παιδιού να εξαρτάται από την επιδοκιμασία των άλλων αλλά από τη θετική εικόνα που το ίδιο έχει αποκτήσει για τον εαυτό του, έχοντας ενθαρρυνθεί -και όχι υποκατασταθεί- προς την κατεύθυνση αυτή από το άμεσό του περιβάλλον.
Ο ρόλος του σχολείου
Όλη η φιλοσοφία του σημερινού εκπαιδευτικού μας συστήματος δεν ευνοεί μια πιο ελεύθερη σκέψη και διάθεση αυτονομίας, την κριτική ικανότητα και εμπιστοσύνη στις ίδιες δυνάμεις του παιδιού. Παπαγαλία, φροντιστήρια ή ιδιαίτερα, «προσαρμογή» στους κανόνες και τις απαιτήσεις της αγοράς κ.τ.λ. Μαθητές που δείχνουν τάσεις πιο αυτόνομης λειτουργίας και ελεύθερης σκέψης, που δεν λειτουργούν ενοχικά, που δεν έχουν μάθει να επιβεβαιώνονται μόνο όντας αρεστοί στους άλλους και που δεν «προσαρμόζονται» στις απαιτήσεις του σχολείου ή/και των εκπαιδευτικών, εύκολα μπορούν να χαρακτηριστούν ως «δύσκολα» «προβληματικά» ή «απροσάρμοστα» παιδιά.
Το σχολείο, ως οργανισμός, δεν αποδέχεται και δεν μπορεί να διαχειρισθεί αποτελεσματικά παιδιά που σκέφτονται πιο ελεύθερα και ανεξάρτητα. Συχνά, σε πολλά σχολεία, ο δρόμος προς την «επιτυχία» περνά μέσα από την προσπάθεια απόκτησης της συμπάθειας του εκπαιδευτικού προσωπικού. Αυτό ήταν ακόμα πιο κραυγαλέο παλαιότερα. Κάτι ανάλογο συμβαίνει συχνά και στα πανεπιστήμια…
Επίλογος
Η ανάγκη επιβεβαίωσης αποτελεί πανανθρώπινη ανάγκη και παράγοντα που μπορεί να κάνει τη διαφορά στη ζωή του καθενός μας, αρκεί να μην δίνεται με ανταλλάγματα και προϋποθέσεις ξένες προς εμάς.
Η σημασία επιβεβαίωσης διαφαίνεται πολύ ανάγλυφα από αυτό που ισχύει σε μια φυλή της Αφρικής. Στη φυλή αυτή, η χειρότερη ποινή την οποία κάποιος μπορεί να εισπράξει δεν είναι φυλάκιση, εκτέλεση ή κάτι παρόμοιο. Το άτομο που υπέπεσε σε κάποιο βαρύ παράπτωμα μπορεί να συνεχίσει να ζει στο χωριό αλλά κανένας δεν το κοιτά, δεν του μιλά ή δεν κάνει κάτι που να υποδηλοί πως το άτομο αυτό υπάρχει. Τα άτομα που καταδικάστηκαν σε αυτού του είδους την ποινή πολύ συχνά αρρώσταιναν βαριά μετά από κάποιο χρονικό διάστημα και ορισμένα πέθαιναν εξαιτίας αυτής της παντελούς έλλειψης ανθρώπινης επιβεβαίωσης.
Ο σουηδός συγγραφέας Hjalmar Söderberg λέει χαρακτηριστικά (ελεύθερη μετάφραση): «Θέλουμε να αγαπηθούμε, αλλά ελλείψει αυτού να μας φοβούνται, ελλείψει αυτού να μας απεχθάνονται και να μας περιφρονούν. Έχουμε ανάγκη να προκαλούμε κάποιου είδους συναίσθημα στους ανθρώπους. Η ψυχή παγώνει στο κενό και αναζητά την επαφή με κάθε αντίτιμο».
Η σύγκριση είναι μια ύπουλη μολυσματική νόσος που διαβρώνει την προσωπικότητα. Ξεκινά από την παιδική ηλικία. Οι γονείς προκειμένου να παραδειγματίσουν και να κινητοποιήσουν τα παιδιά τους, διαρκώς τα συγκρίνουν με άλλα παιδιά.
Το παιδί, ακόμη κι αν πετύχει τον στόχο, νιώθει ευάλωτο. Ο γονιός δεν συνειδητοποιεί τον πόνο που δημιουργεί στο παιδί του. Μπορεί άραγε η αγάπη του γονιού να στηρίζεται σε αντικειμενικά κριτήρια συμμόρφωσης και απόδοσης;
Η σύγκριση αποτελεί μια μόνιμη διαρροή της χαράς και της ικανοποίησης από κάθε επιτυχία. Παραμένει μόνο η κούραση και η πίκρα. Ζητάει να καλύψει κενά του παρελθόντος και έτσι δεν επιτρέπει την ευτυχία στις μικρές πολύτιμες στιγμές του παρόντος.
Η σύγκριση απαγορεύει την ισότιμη λειτουργική σχέση. Αναζητεί κατώτερους, για να καθησυχάζονται και να επιβεβαιώνονται εκείνοι που την οικειοποιούνται.
Η σύγκριση ζει ισόβια με το άγχος των εξετάσεων. Είναι ισόβιος πόλεμος με έναν αόρατο εχθρό. Η χαρά της επιτυχίας χάνεται την αμέσως επόμενη στιγμή, καθώς επικρέμαται διαρκώς η επιβουλή κάποιου αντιπάλου.
Η σύγκριση αρρωσταίνει τους υγιείς. Δημιουργεί ντοπαρισμένους άρρωστους πρωταθλητές. Όταν κανείς μετρά τη ζωή του με γνώμονα την σύγκριση, τότε το βλέμμα του είναι μόνιμα στραμμένο προς τους άλλους. Δεν ικανοποιείται από τα όποια δικά του επιτεύγματα, καθώς το σημαντικό δεν είναι το ίδιο το γεγονός, αλλά η επικράτηση.
Το νερό της όποιας επιτυχίας δεν τον ξεδιψά , γιατί είναι γλυφό. Τελικά ο ανταγωνισμός που δημιουργεί η σύγκριση λειτουργεί ως εθισμός. Ως ναρκωτικό προσωρινά προσφέρει ικανοποίηση, αλλά αμέσως μετά δημιουργεί στερητικά συμπτώματα.
Η αίσθηση αδικίας είναι μονίμως παρούσα στις συγκρίσεις. Από την βαθμολογία και την κατάταξη των παιδιών στο σχολείο, μέχρι την κατάληψη μιας ανώτατης επαγγελματικής θέσης. Η γενικευμένη αυτή στάση βασίζεται στην αντίληψη που ορίζει ότι αν δέχεσαι την καλύτερη αξιολόγηση, το αξίζεις. Αν είναι κάποιος άλλος που αναγνωρίζεται, τότε αδικείσαι, αφού κάτι ύποπτο συνέβη.
Αυτοί που διψούν για αναγνώριση δεν νιώθουν ότι κρίνεται ένα έργο τους, αλλά εισπράττουν την αξιολόγηση ως κρίση του ίδιου του εαυτού τους. Επομένως μια δυσμενής κρίση τους καταρρακώνει και θα πρέπει υποχρεωτικά να την αρνηθούν για ν’ αντέξουν.
Είναι σαν τα μικρά παιδιά που πηγαίνουν χαρούμενα να αναγγείλουν τον καλό βαθμό στους γονείς τους και αυτοί ρωτούν για τους βαθμούς των συμμαθητών, για να κρίνουν αν θα πρέπει να επαινέσουν τα παιδιά τους. Είναι οι ανασφαλείς γονείς που φοβούνται να εκφράσουν απλόχερα τα θετικά τους συναισθήματα προς τα παιδιά τους, με τον φόβο μήπως εκείνα εφησυχάσουν και δεν συνεχίσουν να προσπαθούν.
Πίσω από τις συγκρίσεις μεταξύ αδελφών, ξαδελφών και γνωστών εκφράζονται οι προσωπικές άλυτες εμπλοκές των γονιών. Ο στόχος μπορεί να είναι καλοπροαίρετος, αλλά η μέθοδος απάνθρωπη και τις περισσότερες φορές αναποτελεσματική.
Αν η σύγκριση γίνει στοιχείο της ζωής του παιδιού, τότε μπορεί να του διασφαλίσει σημαντικές διακρίσεις, αλλά και μια βασανιστική ζωή. Η ένταξη των παιδιών στον ανηλεή ανταγωνισμό και επαχθή πρωταθλητισμό δημιουργεί στρέβλωση στην διαμορφούμενη προσωπικότητά τους.
Πολλοί γονείς φορτώνουν τα παιδιά τους. Τα θέλουν πρώτα. Ίσως γιατί αυτοί δεν έγιναν πρώτοι. Τα πιέζουν διαρκώς να διαβάζουν για να πετύχουν. Αλλά όχι μόνο στα μαθήματα. (…………)
Όταν το παιδί δέχεται να παίξει τον ρόλο του κυνηγού της πρωτιάς, υφίσταται τέτοια εσωτερική πίεση που πολλές φορές το καταβάλλει. Θυμάμαι τις έντονες φοβίες και τους τρομερούς νυχτερινούς εφιάλτες κάποιου νεαρού πρωταθλητή γυμναστικής, που κάθε βράδυ έβλεπε ότι έπεφτε από την δοκό.
Ακόμα κι αν τα παιδιά πετυχαίνουν να γίνουν πρωταθλητές, αναπτύσσονται μονομερώς, όπως πχ. συμβαίνει με τις παγκόσμιες πρωταθλήτριες γυμναστικής , που δεν προλαβαίνουν να χαρούν σαν παιδιά, αφού ζουν σε μια ατσάλινη απάνθρωπη πειθαρχία, όπου κάθε επιπλέον θερμίδα είναι απαγορευμένη και το παγωτό ή η σοκολάτα ένα άπιαστο όνειρο.
«Η ισότητα της διαφοράς» ήταν ο τίτλος ενός σημαντικού δοκιμίου, που αναφερόταν στους ισότιμους μα διακριτούς ρόλους της γυναίκας και του άντρα. Αυτό θα μπορούσε να αποτελέσει στόχο της ανατροφής των παιδιών. Όχι μόνο ως προς το φύλο , αλλά και ως προς ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και τις διαφορετικές ικανότητες. Κάθε παιδί δικαιούται αναγνώριση και εκτίμηση κι αυτό δεν προϋποθέτει σε καμία περίπτωση την ύπαρξη κάποιων μετρήσιμων αντικειμενικών επιτυχιών.
Αυτός που κάνει συγκρίσεις για να νιώσει καλά, δεν συνειδητοποιεί ότι θέτει τον εαυτό του σε διαρκή ανασφάλεια. Η σύγκριση είναι μια πληγή διαρκώς ανοιχτή και δεν επουλώνεται. Ανεξάρτητα από το όποιο αποτέλεσμα, αξιολογείται ως βλαπτική.
Το να είσαι καλύτερος από κάποιον άλλο δεν σημαίνει αναγκαστικά ότι είσαι και όντως καλός. Το να είσαι ο καλύτερος όλων δεν σημαίνει ότι αυτή την ιδιότητα θα την έχεις και την αμέσως επόμενη στιγμή.
Ο στόχος είναι να είσαι καλός σύμφωνα με τον εαυτό σου. Αυτό είναι κάτι που δεν μπορεί να σου το αμφισβητήσει κανείς. Η αίσθηση αδικίας και η διαμάχη είναι άμεσα συνδεδεμένες με την σύγκριση. Αντιλήψεις για τον μοναδικό περιούσιο λαό ή για την μία εκλεκτή φυλή προκάλεσαν καταστροφικούς πολέμους και δημιούργησαν μεγάλες δυστυχίες και αφόρητους πόνους.
Οι οδυνηρές συνέπειες της σύγκρισης δεν περιορίζονται μόνο στο κοινωνικό πεδίο, αλλά δηλητηριάζουν και τις προσωπικές σχέσεις. Όταν η σύγκριση παρεισδύει στις συντροφικές σχέσεις, αυτές μεταβάλλονται σε πεδία άγονων αντιπαραθέσεων και πολεμικών συγκρούσεων. Ο σύντροφος γίνεται ανταγωνιστής, αντίπαλος, εχθρός. Αναλώνονται τεράστια ποσά ενέργειας και επιχειρημάτων προκειμένου να μειωθεί το όποιο χάρισμα, η όποια ικανότητα ή επιτυχία του συντρόφου.
Το πεδίο συγκρούσεων τότε περιλαμβάνει τα πάντα. Την πατρική οικογένεια, τον τόπο καταγωγής, την οικονομική κατάσταση, την εργασία, την εμφάνιση, την ενδυμασία, τη διατροφή, το είδος διασκέδασης, τον τρόπο ανατροφής των παιδιών, το κοσμοείδωλο του άλλου, που ξαφνικά κρίνεται ως ελλιπές κι ανεπαρκές.
«Υπάρχουν και χειρότερα…». Η μίζερη αμήχανη συμπαράσταση στις δύσκολες στιγμές ενός ανθρώπου, που προτείνει την παρηγοριά βάσει του ότι κάποιος άλλος μπορεί να υποφέρει περισσότερο, είναι μία αντίστροφη σύγκριση που περικλείει όμως όλη τη δυναμική της ανταγωνιστικότητας.
Ένας αυθεντικά ώριμος άνθρωπος που βρίσκεται σε δύσκολες στιγμές, δεν αποζητάει να δυσκολεύονται κι οι άλλοι. Προτιμά να πληροφορείται ευτυχή γεγονότα από τη ζωή τους. Δεν αποζητάει μια ροζ πλασματική πραγματικότητα, όπως σε κάποιες χολιγουντιανές ταινίες, αλλά αυθεντικές στιγμές χαράς που του υπενθυμίζουν αντίστοιχες δικές του.
Η υγιής άρνηση της σύγκρισης δεν αντιστοιχεί στον εφησυχασμό και την μετριότητα. Δεν στοχεύει στην ισοπέδωση και στην απουσία φιλοδοξιών. Δεν κολακεύει τους ράθυμους διεκδικητές της διαρκούς ευχαρίστησης. Δεν ευνοεί την άκοπη απολαβή, την απουσία της αξιοκρατικής κρίσης, την διαρκή αναζήτηση της αλήθειας, την δημιουργική εργασία.
Η υγιής άρνηση της σύγκρισης αντιστοιχεί στην επίτευξη υγιούς άμιλλας σε συνεργατικές σχέσεις. Τα πρόσωπα είναι ανοιχτά να κερδίσουν από τον άλλο. Διαπνέονται από την επιθυμία και την τρυφερή ζήλεια που λαχταρά, δίχως να επιζητεί το κακό του άλλου. Η διαρκής αμοιβαία ανατροφοδότηση με την έκφραση των θετικών συναισθημάτων επιτρέπει το άνοιγμα προς τον άλλο, τη θαυμαστή ευρυχωρία που μόνο κέρδος δύναται να αποφέρει.
Η σύγκριση απαγορεύει την ανάδειξη των διαφορετικοτήτων, καθώς υπάρχει μόνο μια θέση. Τελικά κάθε φορά που υπεισερχόμαστε σε συγκρίσεις, χάνουμε το θεϊκό στοιχείο της μοναδικότητας του προσώπου μας.
Οι εγκλωβιστικοί ρόλοι
Στα πλαίσια μιας ομάδας είναι αναγκαίο να εκχωρούνται στα μέλη ρόλοι, που να συμβάλλουν στη λειτουργία της. Η κατανομή των ρόλων είναι μια σημαντική λειτουργία για την επιβίωση της ομάδας και την εύρυθμη λειτουργία της.
Οι διακριτοί ρόλοι επιτρέπουν την ανάληψη υπευθυνότητας στην ολότητα της ομάδας, αλλά και στις επιμέρους λειτουργίες της.
Ένας ικανός άνθρωπος γνωρίζει να αφουγκράζεται τη διαφορετικότητα κάθε ομάδας στην οποία μετέχει. Αναλόγως καταλαμβάνει άλλοτε την ηγετική θέση και άλλοτε του απλού μέλους.
Τα κλειστά άκαμπτα συστήματα και οι δυσλειτουργικές οικογένειες δεν επιτρέπουν διαφοροποίηση των ρόλων. Αναθέτουν ένα ρόλο σε κάθε μέλος τον οποίο θα πρέπει να το φέρει πάντα, σε βαθμό που να ταυτίζεται με αυτόν.
Η ανάθεση ρόλου δεν σχετίζεται τόσο με την προσωπικότητα του παιδιού, όπως δικαιολογείται εκ των υστέρων, αλλά κυρίως με την φάση της οικογένειας ή της γονικές ανάγκες. Ο ρόλος του μικρού ή του μεγάλου, του αδύνατου ή του δυνατού, του ικανού ή του ανίκανου, του ευαίσθητου ή του αναίσθητου, του αποδιοπομπαίου τράγου ή του διαιτητή.
Η δυσλειτουργία της συντροφικής σχέσης μπορεί να παράγει το παιδί σύντροφο, το παιδί υπεργονιό ή το παιδί εκδικητή. Τότε οι ρόλοι γίνονται έναν καλούπι που σε εγκλωβίζει και σου απαγορεύει να διαφοροποιηθείς και να αναπτυχθείς.
Η ανάθεση ρόλου στο οικογενειακό σύστημα γίνεται με ασυνείδητους μηχανισμούς και επομένως δεν κατανοείται. Ως εκ τούτου ενεργοποιείται η σύγκριση και η υποτίμηση των μελών που έχουν αναλάβει τους πιο δυσλειτουργικούς ρόλους, που θεωρούνται ως δική τους επιλογή.
Οι ταμπέλες καταγράφονται με ανεξίτηλο μελάνι. Παιδιά που έχουν προσλάβει τις φανερές και τις αφανείς αγωνίες της οικογένειας, καταγράφονται ως φοβικά. Παιδιά που έχουν εξαφανίσει τις επιθυμίες τους, προκειμένου να μη δυσκολεύουν τους γονείς τους κατακρίνονται ως δειλά ή ψυχαναγκαστικά. Παιδιά που έχουν απορροφήσει τις οικογενειακές εντάσεις, κατατάσσονται ως διαταρχτικά.
Είναι άδικο κάποιος να παραμένει για πάντα μικρός και ανώριμος για τους δικούς του, ενώ εξίσου άδικο είναι κάποιος άλλος να έχει αναλάβει να είναι μεγάλος από τη νηπιακή του ηλικία.
Είναι άδικο κάποιος να καταγράφεται ως αδιάφορος και να το αποδέχεται, ενώ είναι επίσης άδικο κάποιος άλλος να χρεώνεται το ευαίσθητος.
Η αδικία από την ταύτιση με τους άκαμπτους ρόλους είναι συγκλονιστική, καθώς , αν δεν αμφισβητηθούν, θα οδηγήσουν σε ισόβια δεσμά.
Καθοριστικό στοιχείο μιας ψυχοθεραπείας αποτελεί η κατανόηση του ρόλου που το πρόσωπο είχε αναλάβει στα πλαίσια του οικογενειακού του συστήματος και η απελευθέρωσή του από αυτόν.
Αντίθετα, η μη αναγνώριση του ρόλου οδηγεί στην αναπαραγωγή του και εκτός οικογενειακού πλαισίου. Επομένως τείνει να ταυτίζεται με την προσωπικότητα. Το προσωπείο δηλαδή απορροφά το πρόσωπο. Η μονομερής ταύτιση με ένα ρόλο αποτελεί αδικία, γιατί ταυτίζεσαι μόνο με κάποιες πλευρές σου, ενώ οι άλλες παραμένουν απαγορευμένες.
Α-δυναμίες
Η αδυναμία σε κάποιο αγαπημένο πρόσωπο συνιστά μια ξεχωριστή σχέση που το διακρίνει από τους άλλους. Η αδυναμία εκφράζεται με μια ειδική μεταχείριση και με την παροχή ιδιαίτερης φροντίδας.
Οι λόγοι που ένας γονιός έλκεται από κάποιο παιδί ιδιαίτερα και το ξεχωρίζει από τα άλλα, αφορούν ασυνείδητες εμπλοκές που δεν έχει επιτύχει να επιλύσει στην προσωπική του ζωή.
Η επιλογή μπορεί να έχει να κάνει με το φύλο. Με την αισθητική. Με την εξυπνάδα. Με την ομοιότητα με κάποιο συγγενικό ή άλλο πρόσωπο. Με προσωπικές ταυτίσεις. Με κάποιο χαρακτηριστικό της προσωπικότητας.
Τα στοιχεία που οδηγούν στην αίσθηση αδυναμίας ποικίλλουν, αλλά η εμπλοκή είναι πάντα παρούσα, καθώς περιέχει ταυτίσεις που απαγορεύουν την διαφοροποίηση του παιδιού.
Η αδυναμία κατανοείται ως μια ιδιαίτερη προστασία, ώστε το παιδί να διευκολυνθεί, να μην έλθει σε επαφή με τα δύσκολα. Πρόκειται για μια καλοπροαίρετη αλλά μυωπική θεώρηση, που δεν αντιλαμβάνεται το μέγεθος της βλάβης που προκαλεί στο αντικείμενο της αγάπης. Η στάση αυτή είναι οφθαλμοφανώς αντιληπτή από τους τρίτους , αλλά δύσκολα αναστρέψιμη.
Ο γονιός , για δικούς του ασυνείδητους λόγους, μεγαλώνει το παιδί του κατά τρόπο που να μη δυσκολευτεί, με αποτέλεσμα να δυσκολεύεται όταν είναι ενήλικος.
Μια πιο προσεκτική μελέτη αποδεικνύει ότι ο γονιός που υπερπροστατεύει, είναι ο ίδιος που δυσκολεύεται σε αντίστοιχες καταστάσεις και επομένως προστατεύει ένα δικό του ανασφαλές στοιχείο. Ο γονιός που συμπεριφέρεται με αυτόν τον τρόπο είναι πεπεισμένος ότι μια διαφορετική στάση, πιο ισορροπημένη, ισοδυναμεί με συναισθηματική εγκατάλειψη του παιδιού του.
Στην προσπάθειά μου να εξηγήσω σε κάποιους γονείς την αναγκαιότητα να αναπτύξει το παιδί τις δεξιότητες, ώστε να αντιπαρέρχεται μόνο του, από μικρό, τις δύσκολες καταστάσεις, τους παραθέτω το παράδειγμα του εμβολιασμού.
Τους ρωτώ αν έκαναν εμβόλια στα παιδιά τους από την βρεφική ηλικία. Οι γονείς απαντούν, βεβαίως, καταφατικά. Στη συνέχεια τους ρωτώ ποια στοιχεία περιέχει το εμβόλιο με κοιτούν με βεβαιότητα κι απαντούν ‘’αντισώματα’’. Άνθρωποι με καλή μόρφωση, παρασυρμένοι από το συναίσθημά τους, ξεχνούν την στοιχειώδη γνώση ότι τα εμβόλια περιέχουν εξασθενημένα μικρόβια. Οι γονείς οφείλουν να συνειδητοποιήσουν ότι σημαντικός στόχος στην ανατροφή του παιδιού τους είναι ή ανάπτυξη ενός ικανού ψυχικού ανοσοποιητικού συστήματος.
Την ίδια ώρα που κάποιοι γονείς παιδιών με σωματική ή νοητική αναπηρία τα ασκούν ασταμάτητα, ώστε να αναπτύξουν τις όποιες ικανότητες τους και να μπορέσουν να αντεπεξέλθουν στη ζωή, κάποιοι άλλοι γονείς υπερπροστατεύουν ένα υγιές παιδί με αποτέλεσμα να το μεταλλάσσουν σε ένα τραγικά ανάπηρο άτομο.
Το παιδί τελικά πληρώνει την αδυναμία των γονιών του προς αυτό, με το να αδυνατεί να σχετισθεί ισότιμα με συμμαθητές, φίλους και αδέλφια. Αυτή η αδυναμία επεκτείνεται αργότερα στη σχέση με τον σύντροφο και με τους συναδέλφους. Τελικά, μη μπορώντας να κατανοήσει την δική του ανεπάρκεια, κατηγορεί όλους τους άλλους ότι δήθεν τον αδικούν.
Είναι εκπληκτικά εντυπωσιακός ο τρόπος, με τον οποίο κάποιος που έχει βιώσει αυτή τη χαριστική στάση, τη θεωρεί ως δεδομένη και αυτονόητη. Θεωρεί ότι όλοι θα πρέπει να του συμπεριφέρονται όπως η μαμά του και να του χαρίζονται. Επομένως απαιτεί την ίδια χαριστική συμπεριφορά απ’ όσους σχετίζονται μαζί του. Διαφορετικά, νιώθει ριγμένος, αδικημένος και αγανακτισμένος με τους άλλους που δεν καταλαβαίνουν.
Η στάση αυτή είναι ένα μαρτύριο για τα αδέλφια τους. Αφενός μεν υπέστησαν την στέρηση και την αδικία από τους γονείς τους στο παρελθόν, αφετέρου θα πρέπει να ανέχονται τις απαιτήσεις των αδελφών τους, όταν οι γονείς τους δεν θα είναι στη ζωή. Τότε ωθούνται είτε στην επανάληψη της γονικής στάσης με το να βρίσκονται στην διαρκή υπηρεσία του αδελφού τους, είτε στη διακοπή της ανυπόφορης αδελφικής σχέσης.
Οι εκφράσεις «καλομαθημένο» και «κακομαθημένο» παιδί αντιστοιχούν ακριβώς στο ίδιο περιεχόμενο, αλλά σε διαφορετική χρονική περίοδο.
Το παιδί της γονικής αδυναμίας είναι αυτός που τελικά θα πάρει τα περισσότερα στην κληρονομιά, αλλά επίσης αυτό που θα έχει εφοδιαστεί με τις λιγότερες δεξιότητες για να μπορεί να διαχειριστεί τη ζωή του. Του έχουν κλέψει τα παιδικά του χρόνια. Έχει μάθει να υπάρχει στο περιβάλλον του προστατευμένου θερμοκηπίου. Όταν έρχεται κάποια στιγμή που εκείνοι που το προσέφεραν παύουν να υφίστανται, νιώθει ανίκανος να αντεπεξέλθει στις νέες καταστάσεις.
Είναι η κατηγορία των τραγικών ξεπεσμένων ευγενών. Έχουν απολέσει τις περιουσίες τους, αλλά περιφέρονται στις δεξιώσεις με επιτηδευμένο ύφος που προσπαθεί να περισώσει τα ράκη της τραγικής τους ανεπάρκειας. Αντίστοιχοι ξεπεσμένοι πρίγκιπες μπορεί να προέρχονται από χαμηλότερες οικονομικά τάξεις.
Η υπαρξιακή προσέγγιση που καταγράφει την ανθρώπινη πορεία στο βάθος του χρόνου σημειώνει ότι τραγικά χαμένος δεν είναι αυτός που οι γονείς και η ζωή δεν του χαρίστηκαν στο ξεκίνημά του, αλλά το αντίθετο.
Στη διάρκεια της ψυχοθεραπείας με μια αντιστροφή της συνήθους αντίληψης φανερώνεται ότι ο δήθεν ευνοημένος έχει ουσιαστικά αδικηθεί. Αντίθετα, ο αδικημένος από τους γονείς –αν ο ίδιος δεν αδικήσει τον εαυτό του με το να επιτρέψει το παράσιτο του παράπονου να του στερήσει τη ζωή- θα είναι ο ικανός για το όμορφο, αλλά απαιτητικό παιγνίδι της ζωής.
Δημήτρης Καραγιάννης, Παιδοψυχίατρος-Ψυχοθεραπευτής
«Η αδικία που πληγώνει», εκδόσεις Αρμός
φωτ.: Νέκτη Σταμέλου
Πηγή: omada-aerostato /http://www.o-klooun.com
Μεγάλωσε, λένε, όλα τα αδέλφια του. Τέσσερα στον αριθμό κι ένας εκείνος, πέντε παρακαλώ. Έζησε πόλεμο, κακουχίες, πείνασε, αγάπησε, παντρεύτηκε κι έκανε τέσσερα παιδιά. Οι μεγαλύτερες αγάπες της ζωής του. Αν τον έβλεπες, ποτέ σου δε θα φανταζόσουν τι είχε περάσει. Ευθυτενής, καμαρωτό περπάτημα, ψάθινο καπελάκι, χαμόγελο στα μάτια και καραμέλες στην τσέπη.
Ποτέ δεν τον άκουσα να υψώνει τον τόνο της φωνής του. Όταν τον έπνιγε το δίκιο, γούρλωνε τα μάτια για να καταλάβεις πως έχει νεύρα. Μέχρι εκεί. Ακόμη κι αν δεν είχε λόγους να ξεσπάσει, πάντα του έδινε η γυναίκα του αρκετούς. Εκείνος, όμως, βράχος ακλόνητος, ο ορισμός της ηρεμίας και της καλοσύνης. Τη δικαιολογούσε ακόμη και τις φορές που είχε ολοφάνερο άδικο. «Άστη. Έχει περάσει πολλά», έλεγε ο άνθρωπος που είχε περάσει περισσότερα.
Μια μέρα, θέλοντας να δείξω πόσο με είχε εντυπωσιάσει γύρισα και είπα πόσο υπέροχος άνθρωπος είναι, παρόλο που είναι αμόρφωτος. Ακόμη, θυμάμαι το βλέμμα της μάνας μου. «Ο παππούς σου μπορεί να μην ξέρει πολλά γράμματα αλλά είναι ο πιο μορφωμένος άνθρωπος που ξέρω». Ήταν αυτή της η πρόταση που έσκασε σαν χαστούκι στο πρόσωπό μου και με έκανε να καταλάβω τη διαφορά μεταξύ του αγράμματου και του αμόρφωτου.
Βλέπεις, συνηθίσαμε να τα ταυτίζουμε. Αγράμματος κι αμόρφωτος το ίδιο και το αυτό. Βάλαμε σε ένα τσουβάλι όσους δεν μπόρεσαν να μάθουν γράμματα, να γίνουν πρώτοι μαθητές, να σπουδάσουν, και σε ένα άλλο όσους φόρτωσαν τους τοίχους με πτυχία κι ακαδημαϊκές γνώσεις. Τους κατηγοριοποιήσαμε τους μεν, χαμηλά στην κοινωνική μας βαθμίδα και τους δε, ψηλά. Έτσι, μάθαμε να ορίζουμε την αξία των ανθρώπων. Από τα χαρτιά που συνέλλεξαν στη διαδρομή τους.
Κι όμως, υπάρχουν άνθρωποι με γνώσεις και βραβεία που δε συναντήθηκαν ποτέ με την κοινωνική μόρφωση. Δεν ξέρουν να φερθούν, δεν ξέρουν να μιλήσουν, μήτε να ανταπεξέλθουν στις δυσκολίες που ήρθαν στο διάβα τους. Δεν ήταν στη διδακτική τους ύλη αυτά. Είναι εκείνοι που συχνά, σνομπάρουν τους «αμόρφωτους» στον περίγυρό τους γιατί τους χαλάνε το image. Η αλήθεια είναι πως δεν τους φτάνουν ούτε στο μικρό τους δακτυλάκι γιατί ποτέ δεν μπόρεσαν να καταλάβουν πως καμία σχέση δεν έχει η ουσιαστική μόρφωση με τις ξερές γνώσεις που έμαθαν στα θρανία. Είναι κάτι περισσότερο από αυτό. Είναι πλάσιμο προσωπικότητας και πλήθος ηθικών αξιών που δε γράφονται σε κανένα βιβλίο.
Ο αγράμματος μπορεί να δυσκολεύτηκε να μάθει γράψιμο αλλά ποτέ δε ζήλεψε τον κόπο άλλων ανθρώπων. Ήξερε πως όλα γίνονται με μόχθο και σκληρή δουλειά.
Ο αγράμματος σιχαίνεται την αδικία και το συμφέρον στους ανθρώπους. Προστατεύει πάντα τους πιο αδύναμους, όσους δεν είναι σε θέση να υπερασπιστούν τους εαυτούς τους.
Ο αγράμματος μπορεί να υπογράφει με σταυρό αλλά τιμάει την υπογραφή του γιατί γνωρίζει τη σημασία της. Μπορεί να μην αρίστευσε σε μεγάλα εκπαιδευτικά ιδρύματα αλλά πήρε από νωρίς εφόδια που τον βοήθησαν να επιβιώσει.
Ο αγράμματος ξέρει να αγαπά δίχως να περιμένει ανταπόδοση. Αγαπά αληθινά κι αυτό είναι αρκετό. Βλέπει το καλό στους άλλους ακόμη κι όταν εκείνοι δεν το βλέπουν γιατί γνωρίζει πως οι δυσκολίες φέρνουν χαρές και οι χαρές δυσκολίες.
Ο αγράμματος είναι διακριτικός κι ευγενής. Δε ρωτά, δε φέρνει σε δύσκολη θέση. Ξέρει να διαβάζει τα μάτια. Από εκεί αντλεί πληροφορίες χωρίς να χρειαστεί να του μιλήσεις.
Μοιράζει τις συμβουλές του για να βοηθήσει πραγματικά κι όχι για να κάνει τον καμπόσο. Δε σου τρίβει στην μούρη την εμπειρία του. Σε αφήνει να κάνεις τα δικά σου λάθη γνωρίζοντας πώς θα είναι πάντα εκεί.
Ο αγράμματος είναι άξιος. Πιάνουν τα χέρια του. Κάνει δουλειές χωρίς να βαρυγκωμά, προσφέρει έργο όπου χρειάζεται, χαμογελά δυνατά και κλαίει βουβά. Δε θέλει να γίνεται βάρος στους δικούς του αλλά βρίσκεται κοντά ακόμη κι όταν είναι μακριά.
Ο αγράμματος άνθρωπος μπορεί να μην έμαθε μαθηματικά αλλά είναι δίκαιος στις συναλλαγές του. Μπορεί να μην ξέρει καλούς τρόπους αλλά το σπίτι του είναι πάντα ανοιχτό. Μπορεί να μην έγινε δάσκαλος αλλά ποτέ δε σήκωσε χέρι στα παιδιά του. Μπορεί να μη γύρισε όλο τον κόσμο αλλά μάζεψε σοφία από τις πιο μικρές στιγμές της ζωής του.
Ο δικός μου αγράμματος άνθρωπος ήταν πολύ πιο μορφωμένος από πολλούς γραμματιζούμενους εκεί έξω. Είχε παιδεία. Όχι πτυχία.
Πηγή: mindthetrap.gr
[Αποσπάσματα από το βιβλίο του Paulo Freire «Δέκα Επιστολές προς εκείνους που τολμούν να διδάσκουν» εκδ. Επίκεντρο, Αθήνα, 2006]
“Η εκπαίδευση δεν αλλάζει τον κόσμο. Η εκπαίδευση αλλάζει τους ανθρώπους. Αυτοί αλλάζουν τον κόσμο.”
Θα ήθελα να ξεκαθαρίσω ότι τα προσόντα για τα οποία θα μιλήσω, τα οποία θεωρώ απαραίτητα για τον προοδευτικό δάσκαλο, είναι προσόντα που αποκτώνται σταδιακά, μέσα από την καθημερινή πρακτική. Επιπλέον, αναπτύσσονται μέσα από την πρακτική, παράλληλα με την πολιτική απόφαση ότι ο ρόλος του εκπαιδευτικού είναι εξαιρετικής σημασίας. Έτσι, τα προσόντα για τα οποία θα μιλήσω δεν μπορούμε να τα έχουμε εκ γενετής ούτε μπορούν να μας δοθούν με διάταγμα ή ως δώρο. Επίσης, η σειρά με την οποία τα παρουσιάζω εδώ δεν αφορά την αξία τους. Είναι όλα εξίσου αναγκαία για μια προοδευτική εκπαιδευτική πράξη.
Θα αρχίσω με την ταπεινοφροσύνη, χωρία να υπονοείται με κανένα τρόπο η έλλειψη αυτοσεβασμού, η μοιρολατρία ή η δειλία. Αντίθετα, η ταπεινοφροσύνη προϋποθέτει θάρρος, αυτοπεποίθηση, αυτοσεβασμό και σεβασμό για τους άλλους.
Η ταπεινοφροσύνη μας βοηθά να καταλάβουμε μια προφανή αλήθεια: κανείς δεν τα ξέρει όλα. Κανείς δεν τα αγνοεί όλα. Όλοι ξέρουμε κάτι. Όλοι αγνοούμε κάτι. Κάποιος χωρίς ταπεινοφροσύνη δεν μπορεί καν να ακούσει με σεβασμό εκείνους που θεωρεί πολύ κατώτερους του δικού του επιπέδου ικανοτήτων […]
Μια από τις ελλείψεις που μπορεί να έχει ο εκπαιδευτικός είναι η ανικανότητα να παίρνει αποφάσεις. Μια τέτοια αναποφαστικότητα εκλαμβάνεται από τους μαθητές είτε ως ηθική αδυναμία είτε ως επαγγελματική ανικανότητα. Οι δημοκρατικοί εκπαιδευτικοί δεν πρέπει να ακυρώνουν τον εαυτό τους στο όνομα της δημοκρατικότητάς τους. Αντίθετα, μολονότι δεν μπορούν να πάρουν την αποκλειστική ευθύνη για τη ζωή των μαθητών τους, δεν πρέπει στο όνομα της δημοκρατίας να αποφύγουν την ευθύνη της λήψης αποφάσεων. Παράλληλα, δεν πρέπει να αυθαιρετούν στις αποφάσεις τους […]
Μολονότι αναγνωρίζω ότι αυτές οι σκέψεις περί προσόντων είναι ανολοκλήρωτες, θα ήθελα επίσης να αναφέρω με συντομία τη χαρά της ζωής, που τη θεωρώ θεμελιώδη αρετή για τη δημοκρατική εκπαιδευτική πρακτική.
Είτε είμαστε πρόθυμοι να ξεπεράσουμε παραλείψεις ή ασυνέπειες είτε όχι, με ταπεινοφροσύνη, με στοργική αγάπη, με θάρρος, ανοχή, ικανότητα, αποφαστικότητα, υπομονή – ανυπομονησία και λεκτική φειδώ, συμβάλλουμε στη δημιουργία ενός ευτυχισμένου, χαρούμενου σχολείου. Εργαζόμαστε για ένα σχολείο – περιπέτεια, ένα σχολείο που πάει μπροστά, που δεν φοβάται να ριψοκινδυνεύει, που απορρίπτει τη στασιμότητα. Είναι ένα σχολείο που σκέφτεται, συμμετέχει, δημιουργεί, μιλά, αγαπά, φαντάζεται, αγκαλιάζει με πάθος και λέει ναι στη ζωή. Δεν είναι ένα σχολείο που σιωπά και παραιτείται.
Πράγματι, ο εύκολος τρόπος να αντιμετωπίσουμε τα εμπόδια που ορθώνονται από την κυβερνητική περιφρόνηση και την αυθαιρεσία των αντιδημοκρατικών αρχών είναι η μοιρολατρική παραίτηση, στην οποία πολλοί από εμας καταφεύγουμε.
«Και τι μπορώ να κάνω; Είτε με αποκαλούν δάσκαλο είτε στοργική μητέρα, εγώ πάλι είμαι κακοπληρωμένος, αγνοημένος και παραμελημένος. Ας είναι, λοιπόν». Στην πραγματικότητα αυτή είναι η πιο βολική θέση, αλλά είναι και η θέση αυτού που παραιτείται από τον αγώνα, που παραιτείται από την ιστορία. Είναι η θέση εκείνων που αποκηρύσσουν τη σύγκρουση, η έλλειψη της οποίας υπονομεύει την αξιοπρέπεια της ζωής. Δεν μπορεί να υπάρξει ζωή ή ανθρώπινη ύπαρξη χωρίς αγώνα και σύγκρουση. Η σύγκρουση ενυπάρχει στη συνείδησή μας. Αν αρνηθούμε τη σύγκρουση παραβλέπουμε τις πιο θεμελιακές όψεις της φυσικής και της κοινωνικής μας εμπειρίας. Προσπαθώντας να αποφύγουμε τη σύγκρουση, συντηρούμε το στάτους κβο.
Δεν βλέπω, συνεπώς, άλλη εναλλακτική λύση για τους εκπαιδευτικούς από την ενότητα μέσα στην ποικιλομορφία των ενδιαφερόντων τους για να υπερασπίσουν τα δικαιώματά τους. Αυτά τα δικαιώματα περιλαμβάνουν το δικαίωμα της ελευθερίας στη διδασκαλία, το δικαίωμα να λένε τη γνώμη τους. Το δικαίωμα για καλύτερες συνθήκες στην άσκηση του παιδαγωγικού τους έργου, το δικαίωμα να παίρνουν πληρωμένες ετήσιες άδειες για επιμόρφωση, το δικαίωμα να είναι συγκροτημένοι. Το δικαίωμα να κρίνουν τις αρχές χωρίς το φόβο αντίποινων (που συνεπάγεται το καθήκον να κρίνουμε ειλικρινά). Το δικαίωμα στο καθήκον να είναι σοβαροί και σαφείς και να μην ψεύδονται για να επιβιώσουν.
Πρέπει να αγωνιζόμαστε ώστε αυτά τα δικαιώματα όχι μόνο να αναγνωριστούν, αλλά και να γίνουν σεβαστά και να εφαρμοστούν. Κάποιες φορές μπορεί να χρειαστεί να αγωνιστούμε στο πλευρό των συνδικαλιστικών οργανώσεων κι άλλες φορές εναντίον τους, αν η ηγεσία τους είναι σεχταριστική, είτε είναι αριστερή είτε δεξιά. Άλλες φορές πάλι μπορεί να πρέπει να αγωνιστούμε ως προοδευτική διοίκηση ενάντια στην οργισμένη αντίδραση της συντήρησης, των προσηλωμένων στις παραδόσεις και εναντίον των νεοφιλελεύθερων που βλέπουν τον εαυτό τους ως το απαύγασμα της ιστορίας […]
Οι προοδευτικοί εκπαιδευτικοί πρέπει να πείσουν τον εαυτό τους ότι δεν είναι μόνο δάσκαλοι – κάτι τέτοιο δεν ευσταθεί – δεν είναι μόνο ειδικοί της διδασκαλίας. Είμαστε πολιτικοί αγωνιστές, επειδή είμαστε δάσκαλοι. Η δουλειά μας δεν τελειώνει στη διδασκαλία των μαθηματικών, της γεωγραφίας, του συντακτικού, της ιστορίας. Η δουλειά μας είναι να διδάξουμε αυτά τα πράγματα με σοβαρότητα και επιδεξιότητα, αλλά και να συμμετέχουμε, να αφιερωθούμε στον αγώνα για να νικηθεί η κοινωνική αδικία.
Δεν έχει μαθήματα ή διάβασμα. Ούτε καν θρανία. Μόνο κήπους με φυτά, θερμοκήπια και ζωάκια της φάρμας. To Nursery Fields Forever είναι ένα μέρος όπου μαθαίνει στα παιδιά πως να είναι κοντά στη φύση αλλά και το πώς να την καλλιεργούν. Το σχολείο βρίσκεται στη Ρώμη και πήρε το Α’ βραβείο στον διεθνή αρχιτεκτονικό διαγωνισμό AWR.
Εδώ ο σκοπός δεν είναι να μάθουν τα παιδιά εγκυκλοπαιδικά πράγματα αλλά μέσα από την ίδια τους την επαφή με τη φύση, να αποκτήσουν γνώσεις, υπευθυνότητα και εμπειρίες από πρώτο χέρι. Το τι σημαίνει η καλλιέργεια των λαχανικών, πως περιποιείται κανείς ένα ζωάκι φάρμας αλλά και πως λειτουργούν οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, είναι μόνο λίγα από αυτά που μαθαίνουν τα πιτσιρίκια στο οικολογικό αυτό σχολείο, που λειτουργεί αποκλειστικά με φωτοβολταϊκά και ανεμογενήτριες. Εδώ δεν υπάρχει τυπικό ωράριο ούτε πρόγραμμα μαθημάτων. Μόνο καλλιέργεια της ελευθερίας αλλά και της υπευθυνότητας που τη συνοδεύει. Έτσι τα παιδιά διαχειρίζονται μόνα τους, υπό την καθοδήγηση των δασκάλων, το ζήτημα της τροφής και της ανάπτυξης, μέσα από μια νέα, ολιστική προσέγγιση που συνδυάζει τη φύση με την καλλιέργεια τροφίμων.
Παιχνίδι, φύση και τεχνική συνδυάζονται μέσα σε φυτώρια γεμάτα λαχανικά. Η ανάπτυξη των παιδιών ενθαρρύνεται και μέσα από την αλληλεπίδρασή τους με τα ζώα. Τα παιδιά αποκτούν δεξιότητες, ενθαρρύνονται και παίρνουν ευθύνες και πρωτοβουλίες, μέσα σε έναν τόπο που κάνει τα πάντα να μοιάζουν με παιχνίδι. Ακόμα και παθητικά, παιδιά και βρέφη μπορούν να ωφεληθούν από περιβάλλον του σχολείου – φάρμας. Η επαφή με τα ζώα ωφελεί την χαλάρωση, ενισχύει την περιέργεια των μικρών αλλά «εκπαιδεύει» και το ανοσοποιητικό σύστημα να αντιστέκεται στα σε πολλά αλλεργιογόνα.
Το Nursery Fields Forever διεκδικεί χώρο ώστε το νηπιαγωγείο να μην είναι απλώς ένα μέρος όπου οι μεγάλοι κρατάνε και απασχολούν τα παιδιά αλλά ένα μέρος όπου τα ίδια τα παιδιά θα μεγαλώνουν και θα βελτιώνουν τους εαυτούς τους. Τα κλασικά συστήματα παιδείας με τα προκατασκευασμένα «one size» προγράμματα για όλους, θα μπορούσαν να μάθουν πολλά από αυτό.
Όταν νόμιζες ότι δεν κοιτούσα, σε είδα να φτιάχνεις για μένα το αγαπημένο μου γλυκό και έμαθα ότι μικρά πράγματα μπορεί να έχουν ξεχωριστή σημασία στη ζωή.
Όταν νόμιζες ότι δεν κοιτούσα, σε παρακολουθούσα και έμαθα τα περισσότερα «μαθήματα ζωής», εφόδια για να γίνω καλύτερο και παραγωγικότερο άτομο όταν μεγαλώσω.
Όταν νόμιζες ότι δεν κοιτούσα, σε είδα να κρεμάς την ζωγραφιά μου στο ψυγείο και αμέσως ήθελα να ζωγραφίσω την επόμενη.
Όταν νόμιζες ότι δεν κοιτούσα, ακόμη και όταν ήσουν θυμωμένη με συμβούλευσες ήρεμα και απλά για να καταλάβω το γιατί και έτσι έμαθα ότι ο διάλογος και η επικοινωνία είναι σημαντικά ακόμη και όταν τα πράγματα είναι δύσκολα.
Όταν νόμιζες ότι δεν κοιτούσα, σε είδα να φτιάχνεις φαγητό για κάποιο φίλο που ήταν άρρωστος και έμαθα ότι όλοι μας πρέπει να νοιαζόμαστε και να φροντίζουμε ο ένας τον άλλο.
Όταν νόμιζες ότι δεν κοιτούσα, σε είδα να φροντίζεις το σπίτι και όσους ζούμε σε αυτό και έμαθα ότι πρέπει να εκτιμάμε ότι μας προσφέρεται.
Όταν νόμιζες ότι δεν κοιτούσα, σε είδα να φροντίζεις ένα αδέσποτο γατάκι και έμαθα ότι είναι καλό να είσαι ευγενικός με τα ζώα.
Όταν νόμιζες ότι δεν κοιτούσα, ένοιωσα ότι νοιαζόσουν και ήθελα να γίνω καλύτερος.
Όταν νόμιζες ότι δεν κοιτούσα, σε είδα να κλαις και έμαθα ότι κάποια πράγματα στη ζωή πληγώνουν αλλά έχεις δικαίωμα να είσαι στενοχωρημένος.
Όταν νόμιζες ότι δεν κοιτούσα, σε είδα να αναλαμβάνεις τις ευθύνες ακόμα και όταν οι καταστάσεις ήταν δύσκολες και έμαθα ότι πρέπει να είμαι υπεύθυνο άτομο.
(Μπορούμε να τυπώσουμε την παρακάτω εικόνα και να θυμόμαστε ότι οι πράξεις μας οι ίδιες είναι το παράδειγμά μας για τους άλλους)
πηγή :
(απο την Σταυρούλα)
Κάποτε, στα τέλη της δεκαετίας του ’90, όταν το Υπουργείο Παιδείας στεγαζόταν στην Μητροπόλεως, επισκέφθηκα ένα σύμβουλο του Υπουργού και καθώς καθυστερούσε – κατά τα συνήθη – η συνάντηση, για να «σκοτώσω» τον χρόνο μου στον προθάλαμο όπου καθόμουν, άρχισα να μετρώ στην απέναντί μου τεράστια εντοιχισμένη μαρμάρινη πλάκα, τους διατελέσαντες υπουργούς Παιδείας από την σύσταση του ελληνικού κράτους μέχρι τότε:
Στα 170 χρόνια συνέχειας ελληνικού κράτους είχαν διατελέσει υπουργοί Παιδείας, 180 περίπου ψυχές. Έχει υπάρξει μάλιστα και ημερήσιος Υπουργός Παιδείας…
Θυμάμαι καλά αυτό το περιστατικό κάθε φορά που ακούω πως ο κάθε νέος Υπουργός ανακοινώνει την έναρξη ενός διαλόγου ή τις προθέσεις του για μεταρρυθμίσεις:συνήθως η επιφυλακτικότητα, ορισμένες φορές η καχυποψία, και ένα μειδίαμα στο άκουσμά τους, περιγράφουν το τι εισπράττω από τις ανακοινώσεις του εκάστοτε κ. Υπουργού Παιδείας.
Παρ’ όλα αυτά η πρόσφατη έναρξη του διαλόγου για την Παιδεία, μ’ έχει οπλίσει με μια σχετική αισιοδοξία:
Τόσο η ποιότητα των μελών της επιτροπής (πως μπορείς να μην εμπιστευθείς κάποια τουλάχιστον από τα μέλη μιας – τόσο σημαντικής- επιτροπής όταν μάλιστα είσαι φίλιος αναγνώστης των γραπτών και των βιβλίων τους;), όσο και η δομή του (μια από τις πολύ ενδιαφέρουσες καινοτομίες εντοπίζεται στο γεγονός ότι δεν θα υπάρχει μόνο οριζόντια αλλά και κάθετη δομή με ευκταίο αποτέλεσμα την αποφυγή στεγανών μεταξύ των βαθμίδων εκπαίδευσης), αποτελούν ένα αξιόπιστο εχέγγυο.
Βέβαια από την καλή δομή ενός εθνικού διαλόγου και την ποιότητα των μελών μιας επιτροπής μέχρι το δια ταύτα, υπάρχει μεγάλη διαδρομή.
Άλλωστε το γεγονός της ύπαρξης 180 (και βάλε) διατελεσάντων υπουργών Παιδείας, σχετικοποιεί την αισιοδοξία: Το πολλάκις εξαμαρτείν ουκ ανδρός σοφού…
Τις ίδιες πάνω-κάτω μέρες με την έναρξη του διαλόγου στην Παιδεία σε μια 4η τάξη ενός Δημοτικού σχολίου η δασκάλα ή ο δάσκαλος έβαλε σαν θέμα έκθεσης το «Πού βρίσκεται η ποίηση;»
Η απάντηση ενός παιδιού 9 μόλις ετών ήταν ακριβώς η παρακάτω:
Ώστε εκεί βρίσκεται η ποίηση. Και η ποίηση στην Παιδεία, που βρίσκεται;
Υπάρχει μια πλατεία στο Παρίσι, η Place Maubert, που λέγεται ότι πήρε το όνομά της από τον Αλβέρτο τον Μέγα.
Ανάμεσα στην «καρολίγγεια αναγέννηση» και την ανάπτυξη των πανεπιστημίων του 13ου αιώνα, η μετάδοση της της γνώσης στην Ευρώπη εξασφαλίσθηκε κυρίως μέσω των μοναστηριακών και κατόπιν εκκλησιαστικών σχολών.
Καθηγητές και μαθητές είναι περιπλανώμενοι: οι δεύτεροι ακολουθούν τους πρώτους στις μετακινήσεις σ’ όλη την Ευρώπη, ταξιδεύοντας από πόλη σε πόλη στο ρυθμό μιας ζήτησης που αυξάνεται όσο μεγαλύτερη είναι η φήμη του δασκάλου (1).
Ο Αλβέρτος για παράδειγμα είχε χρηματίσει καθηγητής στο Ράτισμπον, κατόπιν στο Στρασβούργο και την Κολωνία προτού διδάξει στο Παρίσι όπου τα μαθήματά του γνωρίζουν τέτοια επιτυχία ώστε αναγκάζεται να τα παραδίδει σε ανοιχτό χώρο, σε μια πλατεία που διατηρεί το όνομά του : την πλατεία Μωμπέρ.
Αναρωτιέμαι πόσοι αλήθεια ήταν τυχεροί στην ζωή τους να συναντήσουν τέτοιους δασκάλους;
Θα μπορούσε άραγε να υπάρξει ένα εκπαιδευτικό σύστημα που να δημιουργεί τις προϋποθέσεις ώστε τα αμφιθέατρα να μην επαρκούν να χωρέσουν τους φοιτητές εξ αιτίας της ρητορικής γοητείας των της πλειοψηφίας των δασκάλων τους;
Στα χρόνια που σπούδασα στο Παρίσι, θυμάμαι πως φοιτητές διαφόρων Πανεπιστημίων και ειδικοτήτων συσσωρεύονταν στους υπαίθριους χώρους του Πανεπιστημίου της Βενσέν για να παρακολουθήσουν την εκφορά του λόγου του Ντελέζ, τα μαθήματά του δηλαδή. Τόσο ήταν το πλήθος.
Στα χρόνια που κύλησαν, είχα την τύχη να διαβάσω στο «Βήμα» το παρακάτω κείμενο του Κωνσταντίνου Τσουκαλά με τίτλο «Μνήμη Αθανασίου Κανελλόπουλου»:
«Είχα πολλούς δασκάλους στην ζωή μου. Άκουσα και πάσχισα να παρακολουθήσω σοφούς ή λιγότερους σοφούς καθηγητές. Πολλές φορές γοητεύτηκα και συγκλονίστηκα, και ποιο πολλές ακόμη έπηξα θανάσιμα. Οι γνώσεις, οι εντυπώσεις και οι αναμνήσεις σωρεύτηκαν, παγιώθηκαν, ανακατεύτηκαν και με τον καιρό ξεθώριασαν. Και, στο τέλος, μέσα από διεργασίες απρόβλεπτες και εν πολλοίς αθέλητες, έγινα δάσκαλος και ο ίδιος. Δεν ήρθε βέβαια ο καιρός του απολογισμού. Δεν έχω επιχειρήσει ποτέ να σταθμίσω τις επιρροές που δέχθηκα και δέχομαι ακόμη. Επιρροές που γλιστρούν η μία πίσω από την άλλη, επιρροές ρητές ή αφανείς, που η καθεμιά τους ακολουθεί τη δική της άδηλη πορεία.
Οι μνήμες όμως παραμένουν. Και αναμοχλεύοντάς τες ότι την πιο συγκροτημένη διδασκαλία δεν την απήλαυσα ούτε στο Αθήνησι ούτε στη Χαϊδελβέργη ούτε στη Σορβόννη ούτε στο Yale, αλλά στο ετοιμόρροπο, σκονισμένο, κακοφωτισμένο και αθέρμαστο νομικό φροντιστήριο της οδού Καπλανών, στη μουντή και ασφυκτική ατμόσφαιρα της μετεμφυλιακής Αθήνας. Εκεί όπου, έχοντας επιστρέψει από την εξορία, ο Θανάσης Κανελλόπουλος δίδασκε, αργά πάντα το βράδυ αστικό δίκαιο.
Είναι βέβαια δύσκολο, μετά από τόσα χρόνια, να εντοπίσω με ακρίβεια τους λόγους για τους οποίους η διδασκαλία του μένει πάντα ζωντανή στη θύμησή μου. Η αυστηρότητα στην έκφραση και η ακριβολογία δεν ήταν αποκλειστικά δικό του προνόμιο. Αλλά και η ευρυμάθεια, το χιούμορ, η ευρηματικότητα και η ευστοχία των παραδειγμάτων και ανεκδότων με τα οποία διάνθιζε την ομιλία του είναι στοιχεία που τα συνάντησα και σε άλλους.
Ο Θανάσης Κανελλόπουλος γεννούσε λόγο ρέοντα, πειστικό και γοητευτικό, χωρίς κενά, αλλά και δίχως επιτήδευση ή στόμφο. Σ’ αυτό όμως δεν διέφερε από άλλους προικισμένους δασκάλους που έχουν την έκτη εκείνη αίσθηση που επιτρέπει την άμεση κατάκτηση του ακροατηρίου.
Αυτό που θυμάμαι απ’ αυτόν ξεπερνάει τόσο το περιεχόμενο του λόγου του όσο και το ύφος του. Περισσότερο από οτιδήποτε άλλο ο Θανάσης Κανελλόπουλος μετέδιδε τη χαρά της αποδεικτικής επιχειρηματολογίας, την ομορφιά του αυστηρού συλλογισμού, την αισθητική και αισθαντική αυταξία της αφαιρετικής σκέψης.
Οι νομικές κατηγορίες και έννοιες δεν εμφανίζονταν σαν ψυχρά αντικείμενα μάθησης και γνώσης, αλλά ζωντάνευαν σαν στοιχεία ενός λογικού παιγνίου, ενός αινίγματος ή γρίφου που καλούμαστε να επιλύσουμε, να αναστρέψουμε και να απολαύσουμε.
Σωκρατικά, διασκέδαζε κατασκευάζοντας σοφιστικά οικοδομήματα με στόχο να τα ανατρέψει, μας ενέπλεκε σε λογικούς μαιάνδρους, αφήνοντάς μας να επινοήσουμε δικές μας εξόδους από τον λαβύρινθο, μας έκανε να πιστεύουμε ότι είμαστε πιο έξυπνοι από ό,τι ήμαστε και να θέλουμε να γίνουμε ακόμη εξυπνότεροι. Μας δίδαξε πολύ περισσότερα από το να αγαπήσουμε το αστικό δίκαιο και τη νομική επιστήμη.Μας εμφύσησε την απόλαυση της σκέψης.»
Αλήθεια, είναι εφικτό, η εμφύσηση της απόλαυσης της σκέψης να μην αποτελεί χαρισματικό προνόμιο μιας χούφτας διδασκόντων αλλά να μπορεί να υιοθετηθεί ως όραμα μιας εθνικής εκπαιδευτικής πολιτικής;
Στα τέλη της δεκαετίας του ’90, η διαμόρφωση των πολιτών του 21ου αιώνα αποτέλεσε το θέμα ευρείας συζήτησης στους εκπαιδευτικούς κύκλους της Γαλλίας την οποία ξεκίνησε το Υπουργείο Παιδείας με την συνεργασία του γαλλικού Κοινοβουλίου.
Οργανώθηκαν «Ημερίδες περισυλλογής» με στόχο την ανανέωση ενός ουμανιστικού και λαϊκού πολιτισμού, παρέχοντας στοιχεία πληροφόρησης και σκέψης.
Ο πρόεδρος του γαλλικού Επιστημονικού Συμβουλίου Εθνικής ΓνωμοδότησηςΕντγκάρ Μορέν προσδιόρισε τον στόχο του διαλόγου σαν μια απελευθέρωση της γνώσης και σαν μια αναγκαιότητα μεταρρύθμισης της σκέψης, δηλαδή κάτι πολύ περισσότερο από την εκπόνηση νέων πολύ συγκεκριμένων προγραμμάτων (που και αυτά θα διαμορφωθούν με την σειρά τους), αλλά σαν προώθηση νέων τρόπων σκέψης(2):
«Κατά το δεύτερο ήμισυ του 20ου αιώνα εμφανίστηκε ένας αριθμός επιστημών, οι οποίες συνδύαζαν πολλά γνωστικά αντικείμενα, γεγονός που επέτρεψε την απελευθέρωσή τους και τα κατέστησε περισσότερο γόνιμα. Ο διαχωρισμός των γνώσεων σε κατηγορίες είναι επιζήμιος στη διαμόρφωση της σκέψης. Κι εδώ έχουμε μια πραγματική πρόκληση.
Οι γνώσεις είναι όλο και πιο διαιρεμένες και τα προς επίλυση προβλήματα όλο και πιο σύνθετα και γενικά. Γνωρίζω πως είναι τεράστιες οι αντιστάσεις στις συνήθειες της σκέψης και των θεσμών.
Οι οικονομικές επιστήμες και η Κοινωνιολογία για παράδειγμα, μαθήματα που στο Λύκειο μελετώνται παράλληλα, στο Πανεπιστήμιο χωρίζουν απότομα. Πως θα αντιμετωπισθούν τέτοιου είδους δυσκολίες;
Αυτό που πρέπει να επιδιώξουμε είναι η διάνοιξη νέου τρόπου σκέψης. Υπάρχουν «φυσικά αντικείμενα», π.χ. ο κόσμος, η Γη, η βιόσφαιρα, που έχουμε κατανοήσει μέσα από πολυεπιστημονικά γνωστικά αντικείμενα που αναπτύχθηκαν εδώ και πενήντα χρόνια.
Αν πάρουμε ως παράδειγμα την οικολογία, είναι προφανές πως καθηγητές Φυσικής, Χημείας ή Βιολογίας ακόμη και Ιστορίας ή Οικονομίας θα συναντώνται και θα εργάζονται από κοινού πάνω σε αυτά τα θέματα. Μήπως όμως αυτό σημαίνει πως πρέπει να διαμορφώσουμε έναν πολυδύναμο καθηγητή για όλα αυτά; Καθόλου.
Θα ήθελα να τους δείξω πως υπάρχουν κοινές θεματικές, ώστε να μπορούν οι ίδιοι στην συνέχεια να θεμελιώσουν τις ανάλογες σχέσεις. Θα ήταν ευχής έργο αν μπορούσαμε να δημιουργήσουμε ένα Κέντρο για εκπαιδευτικούς της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, όπου θα περνούν εκεί κάποιο χρόνο μελετώντας προβλήματα που άπτονται της επιστημονικότητας, του ορθολογισμού, των σχέσεων μεταξύ ανθρωπιστικών και φυσικών επιστημών και, γιατί όχι, ανθρωπιστικών επιστημών και λογοτεχνίας.
Η λογοτεχνία είναι επίσης πολύ σημαντική. Διαθέτει αυτή την ανωτερότητα επί της Ιστορίας και της Κοινωνιολογίας, καθώς θεωρεί τα άτομα ενταγμένα σε ένα περιβάλλον, σε μια κοινωνία, σε μια προσωπική υπόθεση. Η λογοτεχνία και ο κινηματογράφος είναι σχολεία ζωής για τους εφήβους, όπου μαθαίνουν να αναγνωρίζονται μεταξύ τους.»
Αν όλα τα παραπάνω ισχύουν κάπου εκεί θα πρέπει να βρίσκεται το όραμα στην Παιδεία. Δεν έχουμε παρά να προσπαθήσουμε να αναζητήσουμε και να εφαρμόσουμε μια νέα μορφή διδασκαλίας που στο επίκεντρό της θα βρίσκεται η πολυεπιστημονική προσέγγιση και μετάδοση της γνώσης, με δεσπόζουσα την θέση της λογοτεχνίας στην εκπαιδευτική διαδικασία ασχέτως διδασκόμενου γνωστικού αντικειμένου.
Αυτά, ίσως θα ήταν επαρκή πριν είκοσι χρόνια ώστε να διαμορφώσουμε μια τέτοια μορφή εκπαιδευτικού μοντέλου. Όμως η αλματώδης εισβολή των νέων τεχνολογιών στις ζωές όλων μας, μας έχει σταδιακά μετατρέψει από αναγνώστες του κόσμου σε θεατές του.
O Χανς Γκέοργκ Γκάνταμερ σε μια συνέντευξή του, το 1996 που αναδημοσιεύθηκε στον ελληνικό Τύπο (3) απάντησε ως εξής στην ερώτηση «Τι σημαίνει να διαβάζουμε ένα κείμενο, καθηγητή Γκάνταμερ;»:
«Είναι ένα από τα πιο δύσκολα και πιο επίκαιρα ερωτήματα σήμερα, δεδομένου ότι ζούμε το τέλος της εποχής του Γουτεμβέργιου. Οι θρίαμβοι της τεχνολογίας καθόρισαν τον αιώνα μας και το μέλλον μας. Ή καλύτερα ίσως την έλλειψη του μέλλοντος μας. Γι’ αυτό και σπρώχνουμε όλο και περισσότερο στο περιθώριο την εμπειρία της ανάγνωσης. Το δίκτυο ηλεκτρονικών πληροφοριών αναπτύσσεται όλο και περισσότερο επενδύοντας ήδη μέχρι την καρδιά κάθε οικογένειας. Όλες οι αποστάσεις έχουν χαθεί και ο καθένας μας μπορεί να βλέπει σε κάθε γωνιά τη Γης.Δεν είμαστε πλέον αναγνώστες του κόσμου, είμαστε θεατές του».
Έχοντας κατασταλάξει λοιπόν σε μια μορφή νέα διδασκαλίας και έχοντας υπόψη μας ότι οι γενιές που πρόκειται να εκπαιδευθούν δεν είναι πλέον αναγνώστες του κόσμου, αλλά θεατές του, θα πρέπει να αναζητηθούν τα αναγκαία εκείνα τεχνικά εργαλεία που προσφέρει η άνθιση των νέων τεχνολογιών, να υιοθετηθούν και να τύχουν εφαρμογής στην εκπαιδευτική κλίμακα όλων των βαθμίδων:
Από τα Μαζικά Ελεύθερα Διαδικτυακά Μαθήματα και την Παιχνιδοποίηση (Gamification) ως τα διεθνικά διαδικτυακά δίκτυα που προσφέρουν την δυνατότητα οι φοιτητές συνεργαζόμενων Πανεπιστημίων να ασκούνται στην συζήτηση και επίλυση κοινών προβλημάτων και ως το Moodle και γιατί όχι το Facebook.
Όμως εδώ ελλοχεύει ο μεγάλος κίνδυνος όπως τον επισημαίνει ο Φερνάντο Σαβατέρσε μια πρόσφατη συνέντευξή του: «Το εκπαιδευτικό σύστημα εγκαταλείπει τη φιλοσοφία και τη λογοτεχνία και εκχωρεί τις οδηγίες χρήσης του στο iPhone».
Και συμπληρώνει: «Δεν υφίσταται καμία τεχνολογία που να σου λέει τι πρέπει να κάνεις και πού να πας. Είναι μόνο ένα μέσον, ο ανθρωπισμός είναι ο στόχος. Ο κόσμος διαβάζει, το ζήτημα είναι να θέλει να διαβάζει βιβλία.»
Για να συμβεί όμως αυτό, θα πρέπει κάποιος να του εμφυσήσει την απόλαυση της σκέψης και να τον αναστρέψει: από θεατή του κόσμου σε αναγνώστη του.
Κάπου εκεί θα βρίσκεται η ποίηση στην Παιδεία.
Νομίζω.
*************
(1) Berstein Serge, Milza Pierre, «Ιστορία της Ευρώπης», 1ος Τόμος, Από την Ρωμαϊκή αυτοκρατορία στα ευρωπαϊκά κράτη (5ος – 18ος αιώνας), Εκδόσεις Αλεξάνδρεια,
(2) Εφημερίδα «Ελευθεροτυπία»,10-3-1998
(3) Εφημερίδα «Ελευθεροτυπία»,10-11-1996
Αντικλείδι , http://antikleidi.com
Με ρώτησαν σε μια συνέντευξη που είδα την πιο εκπληκτική εικόνα στη ζωή μου.
Τους είπα στο μαιευτήριο Αλεξάνδρα, όταν γεννούσε η αδερφή μου. Ήταν δύσκολος τοκετός, είχαμε μαζευτεί όλη η οικογένεια και βολτάραμε πάνω κάτω σαν παλαβοί μέχρι να αρχίσει η γέννα.
Φτάνοντας στην άκρη του ορόφου βλέπαμε το θάλαμο των νεογέννητων, μια γιορτή ολόκληρος. Τα μωρά ροδοκόκκινα έκλαιγαν με όλα τους τα πνευμόνια, οι χαμογελαστές νοσοκόμες τα σήκωναν όρθια για να τα δείξουν στους ευτυχείς μπαμπάδες που τα φωτογράφιζαν, οι παππούδες δάκρυζαν, οι φίλοι κουνούσαν γαλάζια και ροζ μπαλόνια.
Μετά από 5 ώρες βαρέθηκα να ανεβοκατεβαίνω σαν παλαβή τον ίδιο όροφο κι άρχισα να κατεβαίνω προς τα κάτω. Ο θόρυβος όσο κατέβαινες, κατέβαινε κι αυτός. Η χαρά το ίδιο. Ελάχιστες φωνές έσπαγαν τη σιωπή που δεν μύριζε ταλκ αλλά χλωρίνη.
Στον τελευταίο διάδρομο η σιωπή ήταν τόσο παγερή που βάδιζα διστακτικά σαν να έκανα κάτι απαγορευμένο όταν στην άκρη του διαδρόμου είδα ένα θάλαμο πανομοιότυπο με τον γιορτινό του 4ου ορόφου. ΚΙ αυτός γεμάτος νεογέννητα, μόνο που αυτά σώπαιναν σαν ψαράκια έξω απ΄το νερό. Όλα. Απ΄έξω ούτε μπαμπάδες, ούτε παπούδες, ούτε νονοί. Κοίταξα για το προσωπικό. Μόνο δυο νεαρές νοσοκόμες που άλλαζαν κάτι σεντόνια. Πλησίασα και κόλλησα τη μούρη μου στο τζάμι. Τότε άκουσα στο βάθος ένα μωράκι που κλαψούριζε- μια παραφωνία στη σιωπή των βρεφών.
Η εικόνα με καθήλωσε. Αποφάσισα να καθίσω απ΄εξω μέχρι να βγει μια νοσηλεύτρια να τη ρωτήσω, να μάθω. Σε δέκα λεπτά το ένα κορίτσι άνοιξε την πόρτα του θαλάμου. Έτρεξα.
-Δεσποινίς τι είναι εδώ; τη ρώτησα.
-Κέντρο βρεφών ΜΗΤΕΡΑ για εγκαταλελειμμένα, μου είπε με φωνή που βαριόταν.
-Και γιατί δεν κλαίνε τα βρέφη αυτά όπως τα άλλα στον 4ο; επέμεινα.
-Δυο άτομα είμαστε. Δεν κλαινε γιατί ξέρουν ότι δεν υπάρχει κανείς να τα σηκώσει.
Έμεινα βουβή σαν ψάρι για ένα λεπτό. Μετά ξαναρώτησα
-Και το μωράκι στο βάθος γιατί κλαίει;
Το πρόσωπό της φωτίστηκε καθώς έσκασε ένα αθέλητο χαμόγελο.
-Ααααα αυτός; Αυτός είναι ο Γιαννάκης. Είναι κούκλος ο άτιμος. Όλες τον σηκώνουμε.
Αυτά είπε και έφυγε αγνοώντας ότι μου έδωσε το μεγαλύτερο μάθημα της ζωής μου.
Μαθαίνουμε λοιπόν από την ημέρα νούμερο 1 πάνω σ΄αυτή τη γη, τι μας περιμένει και προσαρμοζόμαστε. Μερικές φορές μέχρι θανάτου.
*******
Από το facebook της Λένας Διβάνη
Αντικλείδι , http://antikleidi.com
«ΤΟ ΚΑΘΕ ΠΑΙΔΙ ΕΙΝΑΙ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ. Το πρόβλημα είναι πώς να παραμείνει καλλιτέχνης όταν ενηλικιώνεται» είχε πει ο Πικάσο. Και η πικρή αλήθεια είναι ότι κάνουμε ό,τι μπορούμε για να καυτηριάσουμε τον καλλιτέχνη μέσα στο παιδί. Αντί να ενθαρρύνουμε και να αναπτύσσουμε, αγνοούμε ή ακόμα και διώκουμε τη φαντασία και τη δημιουργικότητα, τα δύο sine qua non της τέχνης. Η ΕΝΘΑΡΡΥΝΣΗ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΟΤΗΤΑΣ και η καλλιέργεια της φαντασίας είναι από τις πιο παραμελημένες πλευρές των σύγχρονων εκπαιδευτικών συστημάτων. Η φαντασία συνδέεται με το ψεύδος και η δημιουργικότητα με την παράβαση κανόνων και την προσβολή ιερών αγελάδων. Τα παιδιά εισέρχονται στο σχολείο προικισμένα με πλούσια φαντασία και αστείρευτη δημιουργικότητα και αποφοιτούν με φαντασίες ατροφικές και δημιουργικές δυνατότητες στραγγαλισμένες.
«ΕΙΝΑΙ ΣΚΑΝΔΑΛΩΔΕΣ, ΓΡΑΦΕΙ Ο JOHN WATSON, ότι τα σχολεία παραγεμίζουν τα παιδιά σαν γαλοπούλες με γνώσεις, ενώ αφήνουν τη φαντασία τους να λιμοκτονεί». Σε μια εποχή που η γνώση είναι εύκολα προσβάσιμη και τη θέση «των βιβλίων τσέπης» παίρνουν «βιβλιοθήκες τσέπης» (γιατί τι άλλο είναι οι ηλεκτρονικές συσκευές που επιτρέπουν στον καθένα να κυκλοφορεί με το περιεχόμενο πολλών βιβλιοθηκών στην τσέπη του;) η εκπαίδευση, αντί να εμπνέει και να χαρίζει δημιουργικά φτερά, συνθλίβει και καταθλίβει με τη συσσώρευση γνώσεων το παιδί, ενώ θα έπρεπε να του προσφέρει το εφόδιο της φαντασίας για τη δημιουργική αξιοποίηση αυτών των γνώσεων. ΑΥΤΟ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΕΠΕΙΔΗ Η ΠΑΣΗΣ ΦΥΣΕΩΣ ΕΞΟΥΣΙΑ, θρησκευτική, πολιτική οικονομική, εκπαιδευτική, έχει τη ροπή να θεωρεί αμετάβλητα όσα είναι ρευστά, να μην ανέχεται διαφορετική από την κρατούσα πραγματικότητα, να ανάγει σε υπέρτατες αξίες τη σταθερότητα και την προβλεψιμότητα. Η κάθε εξουσία τότε μόνο αισθάνεται ασφαλής όταν τα πάντα είναι αυστηρά καθορισμένα και οριοθετημένα. ΟΙ ΑΣΚΟΥΝΤΕΣ ΕΞΟΥΣΙΑ ΛΑΤΡΕΥΟΥΝ τη στασιμότητα και φοβούνται καθετί το ρευστό, το αντιφατικό, το μεταβατικό, το υπερβατικό, το μεταβλητό. Εκλαμβάνουν συνεπώς ως απειλή την αντιφατική ματιά, την απείθαρχη εστίαση της φαντασίας και το «εν δυνάμει» της δημιουργικότητας και έχουν κάθε συμφέρον να τα θέτουν υπό διωγμόν. Ο διωγμός όμως της φαντασίας και της δημιουργικότητας όχι μόνον στραγγαλίζει τον καλλιτέχνη μέσα στο παιδί, αλλά απονευρώνει και τον μελλοντικό επιστήμονα δεδομένου του κρίσιμου ρόλου των δύο αυτών παραγόντων στην επιστημονική πρόοδο και καινοτομία.
ΌΣΟ ΟΙ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΕΣ ΕΡΕΥΝΟΥΝ όλο και ευρύτερες εκτάσεις χώρου, όσο ανατέμνουν όλο και μικρότερες μονάδες ύλης, τόσο και πιο δυσδιάκριτη καθίσταται η διαχωριστική γραμμή μεταξύ πραγματικού και φανταστικού. Στην κβαντική φυσική τα συστατικά στοιχεία της πραγματικότητας που μας περιβάλλει, δηλαδή τα άτομα, είναι δυνατόν να υπάρχουν την ίδια στιγμή σε δύο διαφορετικούς χώρους. Ένα σύμπαν γεμάτο «κόκκινους νάνους» και «μαύρες τρύπες» που καταπίνουν αστέρια είναι πιο κοντά στον χώρο τou φανταστικού παρά στην κλασική φυσική. Eξού και το μεταμοντερνιστικό συμπέρασμα ότι «η αλήθεια είναι μύθος και ο μύθος είναι αλήθεια». ΜΟΝΟ ΑΝ ΚΑΤΑΦΕΡΟΥΜΕ ΝΑ ΔΙΑΤΗΡΗΣΟΥΜΕ ΤΟΝ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗ μέσα στο παιδί, μόνο αν τονώσουμε τη φαντασία και καλλιεργήσουμε τη δημιουργικότητά του, μόνο αν το μάθουμε, αντί να υπηρετεί, να υπερβαίνει την πραγματικότητα, και πιο πολύ από «γιατί;» να ρωτάει «γιατί όχι;» έχουμε ελπίδα να αποφύγουμε τη στασιμότητα, την αδράνεια και την κοινωνική αποτελμάτωση.
Α3πό DOCTV
Συνέντευξη στη Ροζαλίνα Ντότσεβα
Μετάφραση: Μιχάλης Σιάτης, Κλινικός και Συμβουλευτικός Ψυχολόγος, MSc
Ρ.Ντ: Οι ψυχαναλυτές δίνουν τεράστια σημασία στην οικογενειακή ιστορία σε σχέση με την ψυχική οργάνωση του παιδιού. Τελευταίως, οι ίδιοι άρχισαν να μιλάνε και για τον ρόλο που παίζουν τα μυστικά, τα λεγόμενα «αν-είπωτα».
Π.Ντ: Πράγματι, η οικογενειακή ιστορία είναι καθοριστική για την ψυχική οργάνωση του παιδιού. Με τον όρο «αν-είπωτο» εννοούμε τα θέματα -ταμπού, τα οικογενειακά μυστικά σχετικά με την γενεαλογία, όπως καταγωγή, αιμομιξία, έγκλημα κτλ. Γενικώς, όλα εκείνα, τα οποία οι γονείς, όπως επίσης οι γιαγιάδες κι οι παππούδες, συνήθως αποκρύπτουν από τα παιδιά, με σκοπό «να τα προστατεύσουν». Αυτό όμως είναι αυταπάτη. Αντιθέτως, τα απόκρυφα οικογενειακά μυστικά είναι εκείνα που μπορούν να αποβούν τραυματικά για τα παιδιά. Τα παιδιά δεν απατώνται όταν βρεθούν αντιμέτωπα με κάτι το αν-είπωτο, αν δεν λάβουν κάποια απάντηση στην πρώτη τους ερώτηση, και ως συνήθως ούτε και στην τελευταία τους. Η απαγόρευση να σκέφτεται πάνω στις εν λόγω συγκυρίες δεν προστατεύει το παιδί, αλλά το διαταράσει και μάλιστα πολύ περισσότερο απ’ ό,τι η πραγματικότητα, όσο δραματική και πικρή κι αν είναι αυτή. Στη Γαλλίδα ψυχαναλύτρια Φρανσουάζ Ντολτό άρεσε να λέει: «Να θέλουμε από το παιδί να δομηθεί πάνω στη βάση κάποιου «αν-είπωτου», σημαίνει να θέλουμε από το ίδιο να αποποιηθεί ένα μέρος του εαυτού του». Ο κάθε ψυχαναλυτικός θεραπευτής διαπιστώνει μέσα από την εμπειρία του πόσο ευαίσθητα είναι τα παιδιά στη συγκάλυψη μέσα στην οικογενειακή ιστορία και σε ποιο βαθμό τα παιδικά συμπτώματα μπορούν να μαρτυρούν την ύπαρξη κάποιου μυστικού. Κι ακόμη παραπέρα – το «αν-είπωτο» δεν είναι τραυματικό μόνο για εκείνον που το υπομένει, αλλά είναι πολύ πιο τραυματικό και για τις επόμενες γενεές, αφού οι τελευταίες δεν διαθέτουν τα απαραίτητα μέσα και στοιχεία για να το ανασκευάσουν και κατανοήσουν.
Ρ.Ντ: Σε μια εποχή, όπου ο ακραίος φιλελευθερισμός στον τρόπο διαπαιδαγώγησης επικρατεί, εσείς στα βιβλία σας ισχυρίζεστε, πως το κύρος και η απαγόρευση είναι απολύτως αναγκαία για την ανάπτυξη του παιδιού. Γιατί;
Π.Ντ: Ζούμε σε μια εποχή, που όπως όλες οι άλλες, προσπαθεί να διορθώσει τις αυταπάτες της προηγούμενης. Και η κάθε καινούργια εποχή αναναιώνει τη διόρθωση των λαθών διαπαιδαγώγησης, από τα οποία υπέφερε. Δυστυχώς, παρόμοιες διορθώσεις (ή προσπάθειες για τέτοιες διορθώσεις) μερικές φορές παράγουν ένα γελοιογραφικό ταλάντευμα στην αντίθετη κατεύθυνση. Έτσι για παράδειγμα ο αυταρχισμός γεννά τον λαξισμό/ χαλαρωτισμό[i]. Ο αυταρχισμός, δηλαδή, η εξουσία η οποία δεν αμφισβητείται, πυροδοτεί στους γονείς, οι οποίοι τον υπόμεναν, λαξισμό χωρίς απαγορεύσεις, του οποίου τα αποτελέσματα είναι ακόμη πιο καταστρεπτικά για την διαπαιδαγώγηση των παιδιών. Αναμφιβόλως, και ο ένας και ο άλλος τρόπος είναι λανθασμένοι. Ο αυταρχισμός αντικαθιστά τον λόγο με το «σκληρό χέρι», το οποίο όπως υποδεικνύει και η πιο πάνω φράση, εκπαιδεύει το παιδί σαν ζώο. Ο λαξισμός, από την άλλη, θεωρεί πως δεν πρέπει να αντιτάσσεται τίποτα στο παιδί και ουσιαστικά το εγκαταλείπει υπόλογο των ιδιοτροπιών και καπριτσιών του. Ωστόσο, το παιδί οργανώνεται, από τη μία, χάρη σ’ εκείνα που του δίνονται, κι από την άλλη, χάρη σ΄εκείνα που του απαγορεύονται. Η διαπαιδαγώγηση χωρίς απαγορεύσεις αρνείται την διαφόρα μεταξύ των γενεών. Στην πραγματικότητα η απαγόρευση για το παιδί δεν έχει την ίδια σημασία που έχει και για τον ενήλικα. Για τους ενήλικες η έλλειψη απαγορεύσεων έχει την έννοια της ελευθερίας. Ενώ για τα παιδιά, αυτή η έλλειψη τα ωθεί προς την έκθεση τους σε διάφορους κινδύνους. Επίσης, το παιδί έχει ανάγκη από «πλαισίωση», από κάποια όρια, διότι η απουσία τους γεννά ανησυχία μέσα του. Έχει ανάγκη από γονείς, οι οποίοι να το καθοδηγούν και ως μία συγκεκριμένη ηλικία να παίρνουν αποφάσεις, αντί του ιδίου. Έτσι, λοιπόν, η απαγόρευση με την πιο πλατιά έννοια του όρου είναι σημαντική σε τρεις τομείς: στη διαπαιδαγώγηση (δεν υπάρχει διαπαιδαγώγηση χωρίς απαγόρευση) , στην κοινωνική ζωή (δηλαδή έξω από τον οικογενειακό περίγυρο) και στην ψυχική υγεία. Θα μπορούσαμε να πούμε, πως κάθε λογής ελαφρά ή πιο σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα, αρχίζοντας από την κοινότυπη κινητική αστάθεια και φτάνοντας μέχρι τις βαρετές διαταραχές της προσωπικότητας, προέρχονται από την απουσία απαγορεύσεων. Οι τελευταίες όμως δεν πρέπει να συγχέονται με την τιμωρία. Θα ήθελα να γίνω ορθά κατανοητός – δεν υπερασπίζομαι την επιστροφή στον αυστηρό, «αγγλικό τύπο» διαπαιδαγώγησης. Εκείνο που θέλω να πω, είναι πως το κύρος των γονιών πρέπει να είναι απόλυτα αρκετό, για να μπορεί να ωθήσει το παιδί να σεβαστεί τις επιβαλλόμενες από εκείνους απαγορεύσεις. Και όσο πιο σταθερό είναι το κύρος τους, τόσο πιο λίγο θα χρειάζονται να επιβάλλουν απαγορεύσεις. Εκτός αυτού, το παιδί έχει ανάγκη να υπακούει τους γονείς του, και όχι τους παππούδες του και της γιαγιάδες του.
Ρ.Ντ: Πώς η θέση που παίρνουν η μητέρα και ο πατέρας στην παιδκή ηλικία, αλλάζει στην εφηβεία;
Π.Ντ: Σ’ αυτό το σημείο θα πρέπει να μιλήσω πάλι για το κύρος, τον αντιπρόσωπό του και τον τρόπο που μεταβάλλεται στην εφηβεία. Ο νεοεγελιανός φιλόσοφος Alexander Kojev, διαχωρίζει 4 τύπους κύρους, τους οποίους εγώ επεξεργάστηκα και εφάρμοσα πάνω στις οικογένειες. Ο πρώτος τύπος, παρμένος από την διδασκαλία του Πλάτωνα, βασίζεται πάνω στην ιδέα του δικαίου. Αυτός ο τύπος αντιπροσωπέυεται και από τους δύο γονείς, η φόρμουλά του είναι «Ισότητα». Ο δεύτερος τύπος, του οποίου η βάση είναι η θεοκρατία, προέρχεται από την ιδέα του «πατέρα ως αντιπροσώπου του θεού» και η φόρμουλά του είναι «Έτσι είναι, και όχι αλλιώς». Αυτός ο τύπος επιβάλει την εξουσία χωρίς εξηγήσεις. Ο τρίτος τύπος βασίζεται πάνω στις ιδέες του Αριστοτέλη και κατευθύνεται από τον μεγαλύτερο προς τον μικρότερο, από το δάσκαλο στον μαθητή. Σε γενικές γραμμές αντιπροσωπεύει το κύρος του μεγαλύτερου, ο οποίος ξέρει περισσότερα για το μέλλον απ’ ότι ο μικρότερος, και τον διδάσκει τι θα πει ζωή. Η φόρμουλά του είναι: «Ακολούθα το παράδειγμά μου!». Στην οικογένεια αυτός ο τύπος μπορεί να αντιπροσωπευθεί όπως από την μητέρα, έτσι και από τον πατέρα. Ο τέταρτος τύπος, ο οποίος βασίζεται πάνω στη διδασκαλία του Χέγκελ, είναι «ο νόμος του δυνατότερου». Ο δυνατότερος σ’ αυτή την περίπτωση είναι η μητέρα, διότι εκείνη έχει άμεση επαφή και εξουσία πάνω στο παιδί, κάτι το οποίο στην περίπτωση του πατέρα γίνεται μέσω του λόγου. Ο πατέρας είναι εκείνος, ο οποίος λέει τι πρέπει να γίνει, αλλά δεν ελέγχει αν τον έχουν υπακούσει. Η μητέρα από την άλλη λέει κάτι και αμέσως ελέγχει αν έχει γίνει. Στην πρώτη περίπτωση το παιδί υπακούει, μόνο αν το θελήσει, ενώ στην δεύτερη – υπακούει διότι είναι αναγκασμένο. Η φόρμουλα είναι: «Κάνε ό,τι σου λέω!». Εάν κατά τη διάρκεια της παιδικής ηλικίας υπάρχουν και οι τέσσερεις τύποι μέσα στην οικογένεια, τότε στην εφηβεία σταδιακά θα υποχωρήσουν (ή τουλάχιστον θα αμφισβητηθούν από τον έφηβο) δύο εξ αυτών – εκείνοι οι οποίοι αντιπροσωπεύονται μόνο από τον ένα γονιό: ο θεοκρατικός πατέρας (τύπος 2) και η «παντοδύναμη» μητέρα (τύπος 4). Την ίδια στιγμή, ο έφηβος επίμονα θα επιδιώκει τον πρώτο και τρίτο τύπο κύρους, οι οποίοι ασκούνται και από τους δύο γονείς και οι οποίοι βασίζονται στην «δικαιοσύνη» και το «μέλλον». Αυτός ο καινούργιος τύπος κύρους πρόκειται να «αντιπαρατεθεί» και «προσαρμοστεί» κατα την περίοδο της εφηβείας, σε εξάρτηση πάντοτε με την κάθε ξεχωριστή περίπτωση.
Περίληψη
– Η απαγόρευση και το κύρος «πλαισιώνουν» το παιδί, το προστατεύουν από διάφορους κινδύνους και ψυχολογικά προβλήματα.
– Η εφηβεία αμφισβητεί την αυταρχικότητα και τον «θεοκρατικό πατέρα» και «θεοκρατική μητέρα» και επιβάλει νέο τύπο γονικού κύρους.
– Τα θέματα-ταμπού τραυματίζουν το παιδί.
Ο Πατρίκ Ντελαρός είναι γάλλος ψυχίατρος και ψυχαναλυτής, με περισσότερο από 30 χρόνια εμπειρία στην θεραπεία νεαρών με προβλήματα. Έχει συγγράψει 13 βιβλία για γονείς και ειδικούς.
πηγη : http://psychografimata.com
Του Γιώργου Μόσχου, Βοηθού Συνηγόρου του Πολίτη για τα Δικαιώματα του Παιδιού
Πρώτα από όλα θα πρότεινα να αποφεύγουμε να τους μεταφέρουμε λογικές θυμού και μίσους – επιθετικότητας για κάποιους που φαίνεται ότι «φταίνε» για τη σημερινή κρίση. Αρκετά έχουν χορτάσει να ακούνε κατηγόριες, από την κοινωνία των ενηλίκων.
Δεύτερον, επειδή η ανασφάλεια είναι κακός σύμβουλος (όλων μας) είναι σπουδαίο να τους επιβεβαιώσουμε την ασφάλεια της σχέσης μας και των συναισθημάτων μας, που είναι ο καλύτερος πλοηγός στις δύσκολες φουρτούνες, όποτε και αν ξεσπάνε.
Τρίτο, θα έλεγα, να αποφεύγουμε να κάνουμε μπροστά τους διαλόγους πανικού για το χρήμα και την οικονομική κατάσταση. Αντίθετα, χρειάζεται να περάσουμε στα παιδιά, περισσότερο από ποτέ, το μήνυμα ότι δεν θα μας κάνει το χρήμα ευτυχισμένους αλλά η αίσθηση ότι ανήκουμε σε ομάδες και κοινότητες που μοιράζονται κοινά και όμορφα ιδανικά και νοιάξιμο για τον άλλο / την άλλη.
Και τέταρτο, προτείνω, αυτή την εβδομάδα -όπως και κάθε φορά που η κοινωνία μπαίνει σε συλλογική παράκρουση- να μην αφήνουμε την τηλεόραση να πλημμυρίζει τα σπίτια μας με τοξικότητα.
Ας περπατήσουμε μαζί με τα παιδιά στη φύση, ας παίξουμε, ας ακούσουμε τους ήχους, ας θαυμάσουμε τα χρώματα, ας σκαρφαλώσουμε ανηφόρες μαζί τους και ας τους υποσχεθούμε ότι η ύπαρξή μας θα αντέξει και θα ανθίζει σε κάθε καθεστώς, αρκεί να ποτίζεται τακτικά από την απόλαυση της ενεργητικής, δημιουργικής, αγωνιστικής και αλληλεπιδραστικής πραγμάτωσης της ανθρώπινης μας μοναδικότητας,
Ας χαιρόμαστε που υπάρχουμε, που είμαστε μαζί, που δεν τα παρατάμε στα δύσκολα και που, σε κάθε περίπτωση, είμαστε εμείς που ορίζουμε το νόημα και το περιεχόμενο της ζωής μας.
www.talcmag.gr
by enallaktikidrasi.com



