Σχέσεις
Όλα είναι όπως θα έπρεπε να είναι. Είναι τρελό πως καταλήγεις πάντα εκεί που προορίζεσαι να είσαι – πως, ακόμα και οι πιο τραγικές και αγχωτικές καταστάσεις τελικά σε διδάσκουν σημαντικά μαθήματα που ποτέ δεν είχες ονειρευτεί ότι θα είχες την ευκαιρία να μάθεις. Να θυμάσαι, πολλές φορές, όταν τα πράγματα καταρρέουν, στην πραγματικότητα βρίσκουν επιτέλους τη θέση τους.
2. Δεν μπορείς να αρχίσεις να βρεις τον αληθινό σου εαυτό, πριν χαθείς σε αυτό τον κόσμο. Το να συνειδητοποιήσεις ότι έχεις χαθεί είναι το πρώτο βήμα για να ζήσεις τη ζωή που θέλεις. Το δεύτερο βήμα είναι να αφήσεις τη ζωή που δεν θέλεις. Το να κάνεις μια μεγάλη αλλαγή στη ζωή σου είναι αρκετά τρομαχτικό. Αλλά ξέρεις τι είναι ακόμα πιο τρομαχτικό; Το να μετανιώνεις. Το όραμα χωρίς δράση είναι ονειροπόληση και η δράση χωρίς όραμα είναι ένας εφιάλτης. Η καρδιά σου είναι ελεύθερη, έχε το θάρρος να την ακολουθήσεις.
3. Είναι συνήθως ο πιο βαθύς πόνος που σε κάνει να αναπτύξεις πλήρως τις δυνατότητες σου. Είναι οι τρομαχτικές, αγχωτικές επιλογές που καταλήγουν να είναι οι πιο αξιόλογες. Χωρίς πόνο, δεν θα υπάρξει καμία αλλαγή. Αλλά να θυμάσαι, ο πόνος, όπως ακριβώς και τα πάντα στη ζωή, έχει ως στόχο να μάθεις από αυτόν και στη συνέχεια να αφεθείς ελεύθερος.
4. Μια από τις δυσκολότερες αποφάσεις που θα αντιμετωπίσεις ποτέ στη ζωή είναι το αν θα φύγεις μακριά ή θα κάνεις άλλο ένα βήμα προς τα εμπρός. Αν πιάσεις τον εαυτό σου σε ένα κύκλο να προσπαθείς να αλλάξεις κάποιον ή να προσπαθείς να υπερασπιστείς τον εαυτό σου εναντίον κάποιου που προσπαθεί να σε αλλάξει, φύγε μακριά. Αλλά, αν κυνηγάς ένα όνειρο, κάνε άλλο ένα βήμα. Και μην ξεχνάς ότι μερικές φορές αυτό το βήμα θα σε κάνει να τροποποιήσεις το όνειρο σου ή να σχεδιάσεις ένα νέο – είναι εντάξει να αλλάξεις γνώμη ή να έχεις περισσότερα από ένα όνειρα.
5. Θα πρέπει να φροντίσεις τον εαυτό σου πρώτα. Πριν γίνεις φίλος με άλλους, θα πρέπει να είσαι φίλος του εαυτού σου. Πριν αρχίσεις να διορθώνεις τους άλλους, θα πρέπει να διορθώσεις τον εαυτό σου. Πριν κάνεις τους άλλους χαρούμενους, θα πρέπει να κάνεις τον εαυτό σου χαρούμενο. Δεν λέγεται εγωισμός αυτό, λέγεται προσωπική ανάπτυξη. Μόλις βρεις μια ισορροπία μέσα σου, μπορείς να ισορροπήσεις και τον κόσμο γύρω σου.
6. Μια από τις μεγαλύτερες ελευθερίες είναι το να μην νοιάζεσαι για το τι σκέφτονται όλοι οι άλλοι για εσένα. Όσο ανησυχείς για το τι σκέφτονται οι άλλοι για εσένα, τους ανήκεις. Μόνο όταν δεν απαιτείς έγκριση από οποιονδήποτε άλλο εκτός του εαυτού σου μπορείς να ανήκεις σε εσένα.
7. Μπορεί να χρειαστεί να μείνεις για λίγο μόνος πριν συνειδητοποιήσεις ότι, αν και τα αντικείμενα από τις αποτυχημένες σχέσεις σου μπορεί να μην μοιράστηκαν ισόποσα, τα ζητήματα που κατέστρεψαν τις σχέσεις πιθανόν μοιράστηκαν. Γιατί, πως μπορείς να σταθείς μόνος σου με αυτοπεποίθηση ή να δεις τα ίδια ζητήματα στην νεότερη σχέση σου και να μην συνειδητοποιείς τα σπασμένα κομμάτια που σου ανήκουν; Το να συνειδητοποιείς τα ζητήματα σου και να τα αντιμετωπίζεις, θα σε κάνει πολύ πιο ευτυχισμένο άτομο μακροπρόθεσμα, από οτιδήποτε άλλο στον κόσμο.
8. Το μόνο πράγμα που μπορείς να ελέγξεις απόλυτα είναι το πώς θα αντιδράσεις στα πράγματα που δεν μπορείς να ελέγξεις. Όσο περισσότερο μπορείς να προσαρμοστείς στις καταστάσεις της ζωής, τόσο πιο ψηλά θα ανεβαίνεις και τόσο πιο γρήγορα θα είσαι σε θέση να ανακάμψεις από τις πτώσεις.
9. Κάποιοι άνθρωποι θα σου πουν ψέματα. Να θυμάσαι, ένας ειλικρινής εχθρός είναι καλύτερος από ένα φίλο που ψεύδεται. Δείξε λιγότερη προσοχή σε αυτά που οι άνθρωποι λένε και περισσότερη προσοχή σε αυτά που κάνουν. Οι ενέργειες τους θα σου δείξουν την αλήθεια, η οποία θα σε βοηθήσει να μετρήσεις την πραγματική ποιότητα της σχέσης σας σε μια μακροπρόθεσμη βάση.
10. Αν επικεντρωθείς σε αυτά που δεν έχεις, ποτέ δεν θα έχεις αρκετά. Αν είναι ευγνώμων για αυτά που έχεις, θα καταλήξεις να έχεις ακόμα περισσότερα. Η ευτυχία δεν βρίσκεται ούτε στις ιδιοκτησίες, ούτε στο χρυσό. Η ευτυχία κατοικεί στη ψυχή. Η αφθονία δεν είναι το πόσα έχεις, είναι το πώς αισθάνεσαι για αυτά που έχεις. Όταν παίρνεις τα πράγματα για δεδομένα, η ευτυχία φεύγει μακριά.
11. Ναι, έχεις αποτύχει στο παρελθόν. Αλλά μην κρίνεις τον εαυτό σου από το παρελθόν, δεν ζεις εκεί πια. Απλά επειδή δεν είσαι εκεί που θα ήθελες να είσαι σήμερα, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν θα είσαι εκεί κάποια μέρα. Μπορείς να μετατρέψεις τα πάντα γύρω σου εν ριπή οφθαλμού κάνοντας μια απλή επιλογή – να σηκωθείς, να προσπαθήσεις ξανά, να αγαπήσεις και πάλι, να ζήσεις ξανά και να ονειρευτείς ξανά.
12. Ναι, τα πάντα θα πάνε καλά. Ίσως όχι σήμερα, αλλά τελικά. Θα υπάρξουν στιγμές που φαίνεται ότι όλα όσα θα μπορούσαν να πάνε στραβά, πάνε στραβά. Και μπορεί να νιώθεις σαν να είσαι κολλημένος εκεί για πάντα, αλλά δεν θα είσαι. Σίγουρα, ο ήλιος σταματάει να λάμπει κάποιες φορές και μπορεί να βρεθείς σε μια τεράστια καταιγίδα ή δύο, αλλά τελικά ο ήλιος θα βγει και θα λάμψει και πάλι. Μερικές φορές εξαρτάται από εμάς, να μείνουμε όσο το δυνατόν πιο θετικοί γίνεται ώστε να καταφέρουμε να δούμε και πάλι τις ακτίνες του ήλιου μέσα από τα σύννεφα.
www.anapnoes.gr
ΠΑΡΟΛΟ ΠΟΥ Ο ΝΟΥΣ ΙΣΩΣ ΝΑ ΘΕΛΕΙ να έχει μόνιμη ησυχία, μόνιμη γαλήνη, μόνιμη μακαριότητα ή ό,τι άλλο σας αρέσει, υπάρχει μια τέτοια μόνιμη κατάσταση; Αν υπάρχει, τότε θα πρέπει να υπάρχει κι ένα μονοπάτι προς αυτήν, οπότε κάποιες πρακτικές, κάποια «πειθαρχία», μια μέθοδος διαλογισμού είναι πράγματα απαραίτητα για να πετύχουμε αυτή την κατάσταση. ΑΝ, ΟΜΩΣ, ΤΟ ΚΟΙΤΑΞΟΥΜΕ ΑΥΤΟ λίγο πιο προσεκτικά και βαθιά, θα ανακαλύψουμε ότι δεν υπάρχει τίποτα μόνιμο. Ο νους, όμως, απορρίπτει αυτό που είναι γεγονός, επειδή αναζητά κάποια μορφή ψυχολογικής ασφάλειας και μέσα από την ίδια του την επιθυμία προβάλλει την ιδέα της Αλήθειας σαν να είναι κάτι μόνιμο, απόλυτο, κι έπειτα προχωράει κι εφευρίσκει μονοπάτια για να τον οδηγήσουν εκεί. ΑΥΤΗ Η ΣΚΟΠΙΜΗ ΕΠΙΝΟΗΣΗ έχει πολύ μικρή σημασία για τον άνθρωπο που θέλει πραγματικά ν’ ανακαλύψει τι είναι αληθινό και τι όχι. Δεν υπάρχει, λοιπόν, μονοπάτι προς την Αλήθεια, γιατί η Αλήθεια πρέπει να ανακαλύπτεται κάθε λεπτό. Δεν είναι το τελικό αποτέλεσμα συσσωρευμένων εμπειριών. Αντίθετα πρέπει πρώτα μέσα μέσα σου όλες οι εμπειρίες σου, γιατί εκείνο που τις συσσωρεύει, που τις αποθηκεύει, είναι ο εαυτός, το «εγώ»· το «εγώ» που ακατάπαυστα αναζητά τη δική του ασφάλεια, τη δική του μονιμότητα και ατέλειωτη συνέχιση. Οποιοσδήποτε νους που η επιθυμία του πηγάζει απ’ αυτή την επιθυμία της αυτοδιαιώνισης, από την επιθυμία να αποκτήσει κάτι, να πετυχει κάτι, είτε σ’ αυτό τον κόσμο είτε στον άλλο, είναι καταδικασμένος να εγκλωβιστεί σε ψευδαισθήσεις κι επομένως θα υποφέρει. ΕΝΩ ΑΝ Ο ΝΟΥΣ ΑΡΧΙΣΕΙ ΝΑ ΚΑΤΑΝΟΕΙ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΤΟΥ, έχοντας επίγνωση της δικής του δραστηριότητας, παρατηρώντας τις δικές του κινήσεις, τις δίκες του αντιδράσεις, αν είναι ικανός να αφήσει να πεθάνει μέσα του η επιθυμία να είναι ψυχολογικά ασφαλής, κι έτσι να είναι ελεύθερος από το παρελθόν, από το παρελθόν που είναι η συσσώρευση των δικών του επιθυμιών και εμπειριών, από το παρελθόν που είναι η διαιώνιση του «εγώ», του εαυτού, του «είμαι», τότε βλέπεις ότι δεν υπάρχουν καθόλου μονοπάτια για την Αλήθεια, αλλά μόνο αδιάκοπη ανακάλυψη κάθε λεπτό. ΣΕ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΝΑΛΥΣΗ ΕΚΕΙΝΟ ΠΟΥ ΣΥΣΣΩΡΕΥΕΙ, εκείνο που αποθησαυρίζει, που έχει συνέχεια, είναι το «εγώ», ο εαυτός, που είναι το αποτέλεσμα του χρόνου. Είναι αυτή η εγωκεντρική μνήμη του «εγώ» και του «δικού μου» -η περιουσία μου, η αρετή μου, τα προσόντα μου, τα πιστεύω μου- που αναζητάει ψυχολογική ασφάλεια και επιθυμεί να έχει συνέχεια. ΕΝΑΣ ΤΕΤΟΙΟΣ ΝΟΥΣ ΕΠΙΝΟΕΙ ΟΛΑ ΕΚΕΙΝΑ τα μονοπάτια που δεν έχουν κανένα αντίκρισμα στην πραγματικότητα. Δυστυχώς, άνθρωποι που έχουν δύναμη, εξουσία, σε αυτοεπονομαζόμενες φιλοσοφικές ή πνευματικές οργανώσεις εκμεταλλεύονται άλλους ανθρώπους λέγοντας ότι υπάρχουν διαφορετικά μονοπάτια, τα απόκρυφα, τα μυστικιστικά και ούτω καθεξής. Από τη στιγμή που κάποιος τα καταλάβει όλα αυτά ανακαλύπτει από μόνος του ότι δεν υπάρχουν μονοπάτια για την Αλήθεια. ΜΟΝΟ ΟΤΑΝ Ο ΝΟΥΣ ΜΠΟΡΕΣΕΙ να αφήσει να πεθάνουν ψυχολογικά γι’ αυτόν όλα όσα έχει συσσωρεύσει για τη δική του ασφάλεια, μόνο τότε αρχίζει να υπάρχει γι’ αυτόν η Πραγματικότητα. [Πηγή: www.doctv.gr]
Μια μέρα, ένας σοφός ρώτησε τους μαθητές του:
«Γιατί οι άνθρωποι ουρλιάζουν όταν εξοργίζονται;»
«Επειδή χάνουν την ψυχραιμία τους» απάντησε κάποιος.
«Μα γιατί πρέπει να ξεφωνίζουν αφού ο άλλος βρίσκεται δίπλα τους;» επέμεινε ο σοφός.
«Γιατί θέλουν να τους ακούσει» είπε ένας άλλος μαθητής
.
«Και γιατί δεν μπορεί να του μιλήσει με χαμηλή φωνή;» ρώτησε πάλι ο δάσκαλος.
Διάφορες απαντήσεις δόθηκαν αλλά καμιά δεν τον ικανοποίησε.
«Ξέρετε γιατί ουρλιάζουν δυο άνθρωποι όταν είναι θυμωμένοι;» τους είπε τότε.
Επειδή όταν θυμώνουν, οι καρδιές τους απομακρύνονται πολύ. ΄Ετσι, για να μπορέσει ο ένας ν’ ακούσει τον άλλο, πρέπει να φωνάξει δυνατά, ώστε να καλύψει την απόσταση. Όσο πιο οργισμένοι είναι, τόσο πιο δυνατά πρέπει να φωνάξουν για ν’ ακουστούν.
Το αντίθετο γίνεται, για παράδειγμα, όταν δυο άνθρωποι είναι ερωτευμένοι. Δεν έχουν ανάγκη να ξεφωνίσουν. Μιλούν σιγανά και τρυφερά, επειδή οι καρδιές τους είναι πολύ κοντά. Η απόσταση μεταξύ τους είναι ελάχιστη. Μερικές φορές μάλιστα είναι τόσο κοντά, που δεν χρειάζεται ούτε καν να μιλήσουν. Ψιθυρίζουν μονάχα. Κι όταν η αγάπη τους είναι πολύ δυνατή, δεν είναι αναγκαίο ούτε καν να μιλήσουν, τους αρκεί να κοιταχτούν. Έτσι συμβαίνει πάντα κι όταν δυο άνθρωποι που αγαπιούνται πλησιάζει ο ένας τον άλλον.
Όταν συζητάτε, λοιπόν, μην αφήνετε τις καρδιές σας να απομακρυνθούν, μη λέτε λόγια που σας απομακρύνουν, γιατί θα έρθει μια μέρα που η απόσταση θα γίνει τόσο μεγάλη, ώστε τα λόγια σας δεν θα βρίσκουν πια το δρόμο του γυρισμού”.
____________
Πηγή: voskotopi.blogspot.gr
by Αντικλείδι , http://antikleidi.com
H αλήθεια είναι ότι δεν ξέρω πώς καταφέραμε να επιβιώσουμε…
Ήμαστε μια γενιά σε αναμονή:
περάσαμε την παιδική μας ηλικία περιμένοντας.
Έπρεπε να περιμένουμε δύο ώρες μετά το φαγητό πριν κολυμπήσουμε, δύο ώρες μεσημεριανό ύπνο για να ξεκουραστούμε και τις Κυριακές έπρεπε να μείνουμε νηστικοί όλο το πρωί για να κοινωνήσουμε.
Ακόμα και οι πόνοι περνούσαν με την αναμονή…
Κοιτάζοντας πίσω, είναι δύσκολο να πιστέψουμε ότι είμαστε ακόμα ζωντανοί… Εμείς ταξιδεύαμε σε αυτοκίνητα χωρίς ζώνες ασφαλείας και αερόσακους. Κάναμε ταξίδια 10 και 12 ωρών, πέντε άτομα σε ένα Φιατάκι και δεν υποφέραμε από το «σύνδρομο της τουριστικής θέσης».
Δεν είχαμε πόρτες, παράθυρα, ντουλάπια και μπουκάλια φαρμάκων ασφαλείας για τα παιδιά.. Ανεβαίναμε στα ποδήλατα χωρίς κράνη και προστατευτικά, κάναμε ωτο-στοπ, καβαλάγαμε μοτοσικλέτες χωρίς δίπλωμα. Οι κούνιες ήταν φτιαγμένες από μέταλλο και είχαν κοφτερές γωνίες.
Ακόμα και τα παιχνίδια μας ήταν βίαια. Περνάγαμε ώρες κατασκευάζοντας αυτοσχέδια αυτοκίνητα για να κάνουμε κόντρες κατρακυλώντας σε κάποια κατηφόρα και μόνο τότε ανακαλύπταμε ότι είχαμε ξεχάσει να βάλουμε φρένα. Παίζαμε «μακριά γαϊδούρα» και κανείς μας δεν έπαθε κήλη ή εξάρθρωση..
Βγαίναμε από το σπίτι τρέχοντας το πρωί, παίζαμε όλη τη μέρα και δεν γυρνούσαμε στο σπίτι παρά μόνο αφού είχαν ανάψει τα φώτα στους δρόμους. Κανείς δεν μπορούσε να μας βρει. Τότε δεν υπήρχαν κινητά. Σπάγαμε τα κόκκαλα και τα δόντια μας και δεν υπήρχε κανένας νόμος για να τιμωρήσει τους «υπεύθυνους»
Ανοίγανε κεφάλια όταν παίζαμε πόλεμο με πέτρες και ξύλα και δεν έτρεχε τίποτα. Ήταν κάτι συνηθισμένο για παιδιά και όλα θεραπεύονταν με λίγο ιώδιο ή μερικά ράμματα.. Δεν υπήρχε κάποιος να κατηγορήσεις παρά μόνο ο εαυτός σου. Είχαμε καυγάδες και κάναμε καζούρα ο ένας στον άλλος και μάθαμε να το ξεπερνάμε.
Τρώγαμε γλυκά και πίναμε αναψυκτικά, αλλά δεν ήμασταν παχύσαρκοι. Ίσως κάποιος από εμάς να ήταν χοντρός και αυτό ήταν όλο. Μοιραζόμασταν μπουκάλια νερό ή αναψυκτικά ή οποιοδήποτε ποτό και κανένας μας δεν έπαθε τίποτα. Καμιά φορά κολλάγαμε ψείρες στο σχολείο και οι μητέρες μας το αντιμετώπιζαν πλένοντάς μας το κεφάλι με ζεστό ξύδι.
Δεν είχαμε Playstations, Nintendo 64, 99 τηλεοπτικά κανάλια, βιντεοταινίες με ήχο surround, υπολογιστές ή Ιnternet. Εμείς είχαμε φίλους..
Κανονίζαμε να βγούμε μαζί τους και βγαίναμε.. Καμιά φορά δεν κανονίζαμε τίποτα, απλά βγαίναμε στο δρόμο και εκεί συναντιόμασταν για να παίξουμε κυνηγητό, κρυφτό, αμπάριζα… μέχρι εκεί έφτανε η τεχνολογία. Περνούσαμε τη μέρα μας έξω, τρέχοντας και παίζοντας.
Φτιάχναμε παιχνίδια μόνοι μας από ξύλα.. Χάσαμε χιλιάδες μπάλες ποδοσφαίρου. Πίναμε νερό κατευθείαν από τη βρύση, όχι εμφιαλωμένο, και κάποιοι έβαζαν τα χείλη τους πάνω στη βρύση. Κυνηγούσαμε σαύρες και πουλιά με αεροβόλα στην εξοχή, παρά το ότι ήμασταν ανήλικοι και δεν υπήρχαν ενήλικοι για να μας επιβλέπουν.
Πηγαίναμε με το ποδήλατο ή περπατώντας μέχρι τα σπίτια των φίλων και τους φωνάζαμε από την πόρτα. Φανταστείτε το! Χωρίς να ζητήσουμε άδεια από τους γονείς μας, ολομόναχοι εκεί έξω στο σκληρό αυτό κόσμο! Χωρίς κανέναν υπεύθυνο! Πώς τα καταφέραμε;
Στα σχολικά παιχνίδια συμμετείχαν όλοι και όσοι δεν έπαιρναν μέρος έπρεπε να συμβιβαστούν με την απογοήτευση. Κάποιοι δεν ήταν τόσο καλοί μαθητές όσο άλλοι και έπρεπε να μείνουν στην ίδια τάξη. Δεν υπήρχαν ειδικά τεστ για να περάσουν όλοι. Τι φρίκη!
Κάναμε διακοπές τρεις μήνες τα καλοκαίρια και περνούσαμε ατέλειωτες ώρες στην παραλία χωρίς αντηλιακή κρέμα με δείκτη προστασίας 30 και χωρίς μαθήματα ιστιοπλοΐας, τένις ή γκολφ.
Φτιάχναμε όμως φανταστικά κάστρα στην άμμο και ψαρεύαμε με ένα αγκίστρι και μια πετονιά. Ρίχναμε τα κορίτσια κυνηγώντας τα, όχι πιάνοντας κουβέντα σε κάποιο chat room και γράφοντας : ) : D : R
Είχαμε ελευθερία, αποτυχία, επιτυχία και υπευθυνότητα και μέσα από όλα αυτά μάθαμε και ωριμάσαμε.
Αν εσύ είσαι από τους «παλιούς»… συγχαρητήρια! Είχες την τύχη να μεγαλώσεις σαν παιδί…
Από fanpage.gr
Θα έρθεις σε μετωπική μαζί της και δεν θα γλυτώσεις.
Όλοι θα σου μιλήσουν για το χρόνο που θα επουλώσει τις πληγές σου.
Για το χρόνο σα γιατρό. Για το χρόνο που θα σε κάνει να το ξεπεράσεις.
Η αλήθεια όμως είναι πως το σημάδι που σου αφήνει το τραύμα σου, μπορεί να επουλώνεται, όμως ο πόνος που έχεις νιώσει από το τραύμα, σε αλλάζει ολοκληρωτικά, απόλυτα και δεν υπάρχει επιστροφή σε αυτό που ήσουν κάποτε.
Μετά το τραύμα, μετά τη στιγμή του πόνου, δεν είσαι ποτέ πια ίδιος.
Κι αυτό, είναι αναμφισβήτητο.
Μέσα από τις μέρες που θα μεσολαβήσουν μέχρι να ξαναπατήσεις γερά στα πόδια σου, θα ανακαλύψεις μέσα σου πράγματα που δεν ήξερες για τον εαυτό σου, πράγματα που μπορεί να είχες ξεχάσει.
Θα ανακαλύψεις την δύναμή σου αλλά και τις αδυναμίες σου.
Θα ξεκαθαρίσεις τα θέλω σου και τι είσαι διατεθειμένος να θυσιάσεις για να τα ζήσεις.
Πάνω από όλα, θα επιλέξεις τους ανθρώπους που θα θελήσεις να πορευτούν μαζί σου όταν πια κι εσύ θα ξαναπατήσεις στα πόδια σου.
Στην παλιά σου ζωή, δεν θα ξαναγυρίσεις ποτέ.
Μπορεί να κρατήσεις κάποιες συνήθειες, αλλά ολόιδιο δεν θα είναι ποτέ τίποτα.
Κι αυτό, γιατί θα έχεις αλλάξει εσύ.
Και δεν είναι κακό να αλλάζεις.
Ο πόνος, είναι ευεργετικός γιατί σε ξανά-συστήνει με τον ίδιο σου τον εαυτό.
Κι όταν η έντασή του περάσει, όταν πια δεν χαρακώνει αλλά γρατζουνάει γλυκά.. τότε θα μπορείς να σε ξανακοιτάξεις στον καθρέφτη της ψυχής σου και να αρχίσεις να ζεις από την αρχή.
Μια καινούρια ζωή, με όλα τα παλιά της σημάδια κι ένα ακόμα.. το καινούριο.
Μόνο που τώρα πια θα ξέρεις, πως έχει σκληρύνει η ψυχή σου, λίγο ακόμα.. γιατί κάθε κομμάτι της που πονά, πετρώνει.
Της Σοφίας Παπαηλιάδου
από newsitamea
Σου είπα ένα σωρό πράγματα, αλλά εκείνο που ήθελα να πω και μ έκανε να μουντζουρώσω τόσο χαρτί δεν το είπα: είναι σκληρή η ζωή χωρίς εσένα και άδικη…» «Η αγάπη μου ξεπέρασε πια τα λόγια και έχω την εντύπωση πως, αν ήμουν αλλιώτικος θα μ’ αγαπούσες λιγότερο» «Πιστεύω πως εσύ είσαι η ζωή μου. Αν το θέλεις να κάνω τη ζωή μου μακριά σου, βέβαια θα την κάνω -γιατί το δικό σου θέλημα θα γίνει και όχι το δικό μου- δε θα το κάνω όμως χωρίς εσένα. Αισθάνομαι πως μαζί σου άνοιξε ένας άγνωστος δρόμος μπροστά μου..» «Ένα πράγμα με πείραξε, με πλήγωσε βαθιά μέσα στο γράμμα σου. Πώς μπόρεσες, έπειτα από τόση αγάπη, να αισθανθείς ξαφνικά μόνη σου. Αυτό το “μόνη μου έπρεπε” είναι κάτι, πώς να το πω, που με ατιμάζει» «Μ’ έχεις κλείσει σ’ ένα σκοτεινό δωμάτιο, όπου ακούω τη φωνή σου χωρίς να μπορώ να διακρίνω τα λόγια σου. Τον τελευταίο καιρό έχεις χαθεί… Η τελευταία εβδομάδα ήταν άθλια. Βλέπεις, μόλις δεν είναι ο ένας πολύ κοντά στον άλλον, τίποτε δε γίνεται.» «Αν έχω την τύχη να σου δώσω κάτι που να κρατήσεις μέσα σου από την αληθινή ζωή, αν μπορέσω να σε κάνω να νιώσεις ότι έχουμε κάτι μέσα μας που είναι μεγάλη αμαρτία να το εξευτελίζουμε, θα είναι αρκετό. Κι αυτά όλα που σου γράφω, τόσο ήρεμα τώρα, με κάνουν να συλλογίζομαι πως δεν είναι δυνατό να μην είναι κανείς απάνθρωπος, όταν είναι απάνθρωπη η ζωή.» «Αισθάνομαι πως τρέχω με μια ιλιγγιώδη ταχύτητα, πως κάποιος, ίσως εσύ, μου φωνάζει «Σταμάτησε. Σταμάτησε». Ίσως αυτός που μου φωνάζει έχει δίκιο, αλλά αισθάνομαι ακόμη πως, αν σταματήσω απότομα, είναι καταστροφή.-τρελό μου παιδί, όλα αυτά τίποτα δεν ξέρουν να πουν, άμα έρθω κοντά σου ίσως καταλάβεις κάτι περισσότερο….» «Ποτέ δε φανταζόμουν πως θα μπορούσα ν’ αγαπήσω έτσι. Μου είναι αδύνατο να σου εξηγήσω τι είναι αυτό το τρομερά δυνατό και ζωντανό πράγμα που κρατώ μέσα στην ψυχή μου και μέσα στη σάρκα μου. Είμαι κάποτε σαν τρελός από τον πόνο και αισθάνομαι πως όλοι οι άλλοι μου δρόμοι έξω απ αυτόν τον πόνο, είναι κομμένοι. Πως μόνο απ΄ αυτόν μπορώ πια να περάσω.» «Καληνύχτα, αγάπη, έλα στον ύπνο μου. Ποτέ δεν έρχεσαι στον ύπνο μου. Σε συλλογίζομαι τόσο πολύ τη μέρα.» «Κι αν σου γράφω έτσι που σου γράφω, δεν είναι για να με καταλάβεις, αλλά για να με νιώσεις λίγο πιο κοντά σου όπως, αν ήταν βολετό να σε χαϊδέψω. Τίποτε άλλο» «Άκουσα τον εαυτό μου να ψιθυρίζει “Θεέ μου πόσο την αγαπώ” κι αμέσως έπειτα μια ιδέα θανάτου φανερώθηκε κοντά κοντά μ’ αυτή τη φράση. Δυό πράγματα θα μπορούσαν να με σώσουν όπως είμαι τώρα. Να σ’ έχω, είτε να κινδυνέψω τη ζωή μου. Δυστυχώς είμαι περιτριγυρισμένος από άπειρη ασφάλεια και το άλλο δε γίνεται, γιατί εγώ δε το θέλω να γίνει, όπως τουλάχιστον έχω πείσει τον εαυτό μου» «Μου λείπεις. Σε πήρε το τραίνο και σε πάει όλο και πιο μακριά. Μια βραδιά χαμένη, χαμένη αφού δεν είσαι κοντά μου…» «Είμαι πονεμένος σ’ όλες τις μεριές και στο σώμα και στο πνεύμα. Δεν μπορώ να κάνω έναν συλλογισμό στοιχειώδη χωρίς να ρθεις ξαφνικά να τον κόψεις» «Μου φαίνεται πώς κάθε γράμμα είναι το τελευταίο, και πως, αν δε σου δώσω ό,τι μπορώ να σου δώσω σε μια στιγμή, δε θα μπορέσω να σου το δώσω ποτέ.» «Τέτοια ώρα πριν ένα χρόνο ξεκίνησα να σ΄εύρω. Φανερώθηκες μέσα από ένα τίποτε-θυμάσαι; δεν μπορούσα να εξηγήσω από πού βγήκες. Ένας χρόνος και τι μαρτύριο. Σε θέλω. Ας ήσουν εδώ, ας παρουσιαζόσουν όπως εκείνη την αυγή κι ας με κάρφωναν έπειτα με τα εφτά καρφιά πάνω στα σανίδια του παραθύρου που είναι μπροστά μου..» «Η αυγή με κρυφοκοιτάζει από τα κλειστά παντζούρια. Ξύπνησα μέσα σε μια διακοπή -ένα λάκκο της λογικής μου και της ψυχραιμίας μου- είμαι μόνο μία φωνή και μία επιθυμία. Δεν είμαι τίποτε άλλο παρά ένας άνθρωπος που πονεί διαβολεμένα. Δεν ξέρω τίποτε άλλο παρά πως ξύπνησα καίγοντας και δεν ήσουν πλάι μου. Και είναι μεγάλη κόλαση αυτό, και μου είναι αδιάφορα όλα τα άλλα» «Είμαι βαρύς από ένα σωρό συναισθήματα που δε θέλω να ξεσπάσουν. Μία μέρα, αργότερα -ποιος ξέρει αν μας είναι γραφτή λίγη γαλήνη ακόμη- θα είμαι κοντά σου, θα κλείσω τα μάτια και θα τα αφήσω να βγουν… φαίνεται σήμερα σ’ αγαπώ σιωπηλά.» «Όταν πάει να πάρει κανείς μια μεγάλη απόφαση, ποτέ δε μπορεί να τα δει όλα. Βλέπει έναν κύκλο σαν το μισοφέγγαρο, μισό φωτεινό και μισό σκοτεινό. Πάνω στο φωτεινό μέρος βάζει όλη του τη λογική. Πάνω στο σκοτεινό όλη του την παλικαριά και την πίστη….» «Πόσα πράγματα που έχω να σου πώ ή να σου δείξω και που δε μ’ άφησε η λαχανιασμένη ζωή μας. Όλα τα πράγματα που λέει κανείς όταν πέσει λίγη μπουνάτσα, όταν ξεδιψάσει λίγο, και είναι σίγουρος πως δε θα χάσει τον άνθρωπό του…» «Αν είχα χρήματα, λες. Μα αν είχα οτιδήποτε απ΄αυτά που δεν έχω, δε θα είχα εσένα. Έτσι αγαπώ όλη μου τη ζωή γιατί ήρθε ως εσένα, τέτοια που ήταν κι όχι άλλη…» «…Χτες πρώτη φορά, το βράδυ, ύστερα από τόσον καιρό έπιασα λίγη λογοτεχνική δουλειά. Ήταν σα να είχες νυστάξει μέσα στη σκέψη μου και να σ΄ είχε πάρει ο ύπνος.» «…Ξέρεις πόσο πολύ είναι για μένα οι λίγες στιγμές μαζί σου;» «…Σου είπα ένα σωρό πράγματα, αλλά εκείνο που ήθελα να πω και μ’ έκανε να μουντζουρώσω τόσο χαρτί δεν το είπα: είναι σκληρή η ζωή χωρίς εσένα και άδικη…» «Σε συλλογίζομαι. Σήμερα το πρωί ξυπνώντας ήσουν εκεί. Θα σε ξαναβρώ πάλι σε κάποια γωνιά του σπιτιού μου να ξεμυτίζεις. Κι όλα αυτά είναι ο,τι είναι. Κάποτε βαριά….» «Αν μπορώ να σου δώσω μια μικρή χαρά, πρέπει να σου τη δώσω αμέσως. Μακάρι κάθε μέρα να μπορούσα. Κάθε μέρα ως την τελευταία στιγμή. Μ’ έκανες να σκεφτώ ένα πράγμα που σκεπτόμουν πολύ λίγο άλλοτε, την ευτυχία» «Και μαζί να ήμασταν από το πρωί ως το βράδυ, δε θα έφτανε. Θα έπρεπε να καταπιεί ο ένας τον άλλον. Κι όλα αυτά είναι υπερβολικά φρικαλέα για να μ’ αρέσουν» «Όπως δεν μπορείς να καταλάβεις το ψάρι, αν δεν είσαι ψάρι ή το πουλί, αν δεν είσαι πουλί, έτσι δεν μπορείς να καταλάβεις το μοναχό άνθρωπο, αν δεν είσαι μοναχός. Πώς να με καταλάβεις λοιπόν, χρυσή μου;» «Πού να είσαι τώρα; Εδώ έξι, στην Αθήνα επτά. Πού να είσαι; Πάντα το ίδιο ερώτημα, μόνο η επιθυμία είναι λιγότερη ή περισσότερη. Κάποτε τη μισώ. Δε μ’ αφήνει να σ’ αγαπώ όπως θέλω, δε μ’ αφήνει να ξέρω καν πώς σ’ αγαπώ. Κοντά και μακριά είναι βάσανο οι αισθήσεις. Πώς να είναι άνθρωπος κανείς;» «Θα ήθελα τρεις μέρες κοντά σου χωρίς λέξη. Λέξη…» «Φοβούμαι μήπως συνηθίσω έτσι πάντα από μακριά να σ αγαπώ» «Ρωτιέμαι καμιά φορά πως θα μιλούσες, αν ήσουν κοντά μου. Πόσα λίγα πράγματα μπορεί να φτιάξει η φαντασία. Ρωτιέμαι ακόμη πως θα ήσουν, εσύ, ζωντανή, κοντά μου…» «Δεν έχω τίποτα άλλο να σου δώσω τώρα, παρά αυτές τις ανόητες λέξεις. Και πάλι, δε θα σου τις έγραφα, αν δε με παρακινούσε η ελπίδα πως κάποτε, έστω και για μια στιγμή, όταν σου κρατήσω το χέρι, δυο άνθρωποι, μέσα σ αυτόν τον ψόφιο κόσμο που μας τριγυρίζει, θα μπορέσουν να νιώσουν ότι ανασαίνουν επιτέλους, έξω απ’ όλα -κάποτε, όταν αυτά που λέμε τώρα πάρουν μια ανθρώπινη υπόσταση και πάψουν να τριγυρνούν σα φαντάσματα»
Τα χαρακτηριστικά του χειριστικού γονιού και της χειριστικής σχέσης
Χειριστικός μπορεί να θεωρηθεί ένας άνθρωπος, ο οποίος ξέρει πολύ καλά να οδηγεί έτσι τις καταστάσεις, ώστε να επωφεληθεί ο ίδιος.
Όταν το χαρακτηριστικό αυτό αποδίδεται σε ένα γονέα είναι αρκετά οξύμωρο, καθώς ο γονικός ρόλος προϋποθέτει την υπέρβαση του εαυτού και της ατομικότητας. Πώς λοιπόν γίνεται ένας γονιός να είναι χειριστικός; Να χειρίζεται καταστάσεις που αφορούν το παιδί του – ανήλικο ή ενήλικο –προς δικός του όφελος;
Όλα ξεκινούν όταν στη βάση της σχέσης υπάρχει η θυσία. Ένας άνθρωπος, ο οποίος θεωρεί ότι θυσιάζει στοιχεία του εαυτού του ή της ζωής του, κάποια στιγμή θα το ζητήσει πίσω. Στην περίπτωση λοιπόν ενός χειριστικού γονιού, υπάρχει η αίσθηση του «χρέους» ή της «υποχρέωσης» ή της «οφειλής» από το παιδί προς το γονιό, στο όνομα της θυσίας που ταυτίζεται με την αγάπη. Ως αποτέλεσμα, το παιδί οφείλει στο γονιό του να ζήσει μια ζωή όπως ο γονιός τη φαντάζεται για το ίδιο. Οποιαδήποτε απόκλιση από αυτό το σενάριο θα καταγραφεί ως αχαριστία, ως λάθος, ως αδιαφορία.
Αυτό συμβαίνει, όταν οι γονείς βιώνουν απουσία χαράς από το γάμος τους. Έτσι, ασυνείδητα ζητούν από τα παιδιά τους να τους φροντίσουν συναισθηματικά και να έχουν για πάντα κυρίαρχο ρόλο στη ζωή τους: με το να φροντίζουν το εγγόνι όχι ως παππούδες αλλά ως γονείς, να έχουν λόγο στο γάμο τους παιδιού τους, να εμπλέκονται στη δουλειά, τις επιλογές, τις αποφάσεις του. Κι αν το παιδί δυσανασχετήσει, ο γονιός θυμώνει παιδιάστικα, δίνει διπλά μηνύματα «εσύ να είσαι καλά και άσε με εμένα» και φέρεται σαν να νοιώθει προδομένος και εγκαταλελειμμένος.
Τι κακό μπορεί να κάνει ένας χειριστικός γονιός στο παιδί του;
Για να μπορέσει να υπάρξει μια τέτοιου είδους σχέσης που ζητάει ο γονιός αυτός, σημαίνει ότι το παιδί δεν έχει αυτονομηθεί. Και αυτό είναι το τίμημα που πληρώνει το παιδί ως ενήλικας: δεν μπορεί να σταθεί στα πόδια του και αναρωτιέται συνεχώς για τα λάθος επιλογές που κάνει.
Ένας γονιός που ζητά φροντίδα από το παιδί του και θέλει να έχει ενεργό ρόλο στην ενήλικη πια ζωή του, στην πραγματικότητα του ζητά να μην μπορέσει να αυτονομηθεί, να διαφοροποιηθεί, να ενηλικιωθεί, να ζήσει με ευθύνη ζωής. Κι ενώ το παιδί – ενήλικας θα καταγραφεί ως ανεπαρκής, στην πραγματικότητα η ανεπάρκεια του γονιού είναι που δεν επιτρέπει στο παιδί να ωριμάσει.
Η κατάσταση αυτή δεν γίνεται αμέσως αντιληπτή, καθώς το κύριο χαρακτηριστικό ενός χειριστικό γονιού είναι η συνεχής παροχή και η φροντίδα με τη μορφή εξυπηρέτησης. Και αυτό ακριβώς είναι που δημιουργεί τύψεις στο παιδί – ενήλικα. «πώς γίνεται να δυσανασχετώ και να θυμώνω με τον άνθρωπο που μου προσφέρει τόσα;» Η παγίδα είναι πως αυτή η εξυπηρέτηση βολεύει και το παιδί – ενήλικας στερεί τον εαυτό του από το παράγει άλλες λύσεις και προτιμά την έτοιμη παροχή.,
Www.healingefect.gr
Ζούμε την εποχή της παντοδυναμίας του σώματος. Το σώμα μοιάζει από μόνο του ένας Θεός, ένα τοτέμ για λατρευτικές δοξασίες αλλά και ένα ταμπού τη στιγμή που γερνάει ή όταν δεν μας αρέσει. Στις παραλίες, κάθε καλοκαίρι, φαίνεται εκκεντρικός αυτός που δεν έχει ζωγραφίσει το σώμα του. Το τατουάζ, από συνήθειο της φυλακής και του ποντοπόρου ναυτικού, έχει μετατραπεί σε στολίδι, αφήγηση, υπερβολή ή και τρόμο, ανάλογα με την ποσότητα και τις εικόνες που αυτό αναπαριστά. Αλλά και τα σκουλαρίκια, οι τρύπες στα αυτιά, στον αφαλό, στο στήθος, στη γλώσσα ή και οι συνεχείς αισθητικές επεμβάσεις, μικρές, εμφανείς ή και μεγαλύτερες, παραμορφωτικές ή ακόμη τα μικρά «ανώδυνα» bottox αναδεικνύουν την επιθυμία του υποκειμένου να επέμβει στο σώμα του, να το οικειοποιηθεί, να το αλλάξει, να το βελτιώσει και ίσως τελικά να το αγαπήσει. Τι δηλώνουν οι άνθρωποι μέσα από τις παρεμβάσεις στο σώμα τους; Τι θέλει να πει η ψυχή που δεν μπορεί να το αφηγηθεί με άλλον τρόπο και μεταθέτει στο σώμα τη μοίρα της αφήγησης; Η Ιταλίδα ψυχαναλύτρια Alessandra Lemma καταθέτει με την ψυχαναλυτική της μελέτη, που κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Αρμός, με τίτλο «Κάτω από το δέρμα», μια πολύ ενδιαφέρουσα τοποθέτηση πάνω σε αυτά τα επίκαιρα ζητήματα. Εχοντας διατρέξει τη διεθνή βιβλιογραφία και έχοντας εστιάσει στις ελλείψεις και τις ανεπάρκειες αυτής, ανοίγει μια συζήτηση και από το δικό της κλινικό υλικό για να κατανοηθούν τα αίτια της σωματικής παρέμβασης –που είναι πολλά και διαφορετικά για τον καθένα- καθώς και για τη δυνατότητα που μπορεί να έχουν όσοι δουλεύουν ψυχικά με τέτοιους ασθενείς, προκειμένου να συνυπολογίσουν τον παράγοντα «σώμα» ως εκφραστή ενός ασυνείδητου ψυχικού νοήματος που δεν ρηματοποιείται.
Ψυχή, σώμα: αδιαχώριστα
Τι είναι το Εγώ του ανθρώπου αν όχι ένας ψυχικός χάρτης, μια προβολή της επιφάνειας του σώματος. Από την πρώτη στιγμή της γέννησης ενός ανθρώπου δύο είναι οι ενστικτώδεις κινήσεις: λήψη της τροφής και φτύσιμο ή κένωση αυτής. Κάτι μπαίνει στο σώμα του παιδιού και κάτι αυτόματα βγαίνει, καθορίζοντας αυτό που λέμε αργότερα στην ψυχική ζωή προβολή και ενδοβολή. Και κάπως έτσι χτίζεται όλη η ζωή μας. Τα πρώτα θεμέλια έβαλε ο Φρόιντ και μετέπειτα σημαντικοί συνεχιστές, όπως ο Winnicott, οι οποίοι ορίζουν ότι ο σωματικός εαυτός είναι το περιέχον και η θεμελίωση για την αίσθηση του εαυτού. Η μητέρα είναι φυσικά σε όλα αυτά παρούσα, περιέχουσα και θεμελιωτής της αίσθησης του εαυτού για το μωρό της, πριν αυτό γίνει αυτόνομο, ανεξάρτητο, διαφορετική ύπαρξη από εκείνη.
Με το άγγιγμα, την αγκαλιά, την τρυφερότητα, την επαφή και με το βλέμμα –εμπεριέχον όλο τον συμβολισμό της ψυχικής μεταβίβασης– ο άνθρωπος ξεκινά το ταξίδι του στη ζωή, με όσα του δίνονται και όσα του λείπουν. Το σώμα, δηλαδή, δεν είναι απλώς μια επιφανειακή οντότητα, αλλά η ίδια η προβολή μιας επιφάνειας. Σώμα και ψυχή, άλλωστε, είναι άρρηκτα δεμένα και στοχεύουν σε μια διπλή διεργασία, η πρώτη αφορά τον μετασχηματισμό των ερεθισμάτων τα οποία γεννιούνται στο σώμα και φθάνουν στον ψυχισμό και πρέπει να μετατραπούν από σωματικές διεγέρσεις σε ψυχικούς αντιπροσώπους. Και η δεύτερη διεργασία αφορά το πώς διαχειρίζεται ο ψυχισμός τις ματαιώσεις, τις ελλείψεις και πώς φτιάχνει τη δυνατότητα να μεταφερθούν οι αναπαραστάσεις στον άλλον. Τι συμβαίνει, όμως, με μερικούς ανθρώπους που επιλέγουν να ξαναγεννηθούν μέσω της πλαστικής χειρουργικής; Ή τι συμβαίνει με όσους παραμορφώνουν το σώμα τους; Ή με αυτούς που αφηγούνται ολόκληρες ιστορίες μέσα από τα τατουάζ τους, καλύπτοντας όλη την επιφάνεια του σώματός τους; Γιατί δεν μπορούν να τις αφηγηθούν διαφορετικά;
Αφετηρία ή εγκλωβισμός;
Στη Νέα Υόρκη, μας πληροφορεί η Lemma, κάποιοι γονείς ανταμείβουν τις κόρες τους για την αποφοίτησή τους από το κολέγιο δωρίζοντάς τους μια πλαστική επέμβαση στο στήθος. Στην Κίνα υπάρχει ειδικό νοσοκομείο πλαστικής με τον ευφάνταστο τίτλο «Η φαντασίωση του ονειροπόλου κοριτσιού». Από την άλλη, σε παραδοσιακές κουλτούρες, τα τατουάζ και οι σκαριφισμοί είναι ενταγμένα μέσα σε προφυλακτικές ή θεραπευτικές λειτουργίες.
Ολοι οι άνθρωποι, λίγο ή πολύ, επεμβαίνουμε στο σώμα μας. Η χρήση μιας αντιγηραντικής κρέμας βρίσκεται στο ίδιο συνεχές με το bottox, η ανάγκη είναι ίδια, σημειώνει η συγγραφέας. Δεν είναι όμως το ίδιο ένας νέος που κάνει ένα μικρό τατουάζ με τους φίλους του ως επιστέγασμα μιας φιλίας με αυτόν που δεν αφήνει ίχνος δέρματος χωρίς τατουάζ.
Ολοι θέλουμε να μας βλέπουν και να μας αγαπούν. Για όλους η ομορφιά –όπως την αντιλαμβάνεται ο καθένας– είναι επιθυμητή. Το ζήτημα είναι, όμως, εάν κατοικούμε σε ένα μονήρες ή σε ένα δυαδικό σώμα.
Εάν το σώμα μας, πληγωμένο από την παρουσία του Αλλου, διεκδικεί τη φαντασίωση της αυθυπαρξίας ή της νέας γέννησης ή εάν το σώμα μας είναι ανοικτό στην ψυχική επέμβαση του Αλλου, τον έχει εγγράψει μέσα του, τον κουβαλά, οπότε δεν έχει ανάγκη από τόσες πολλές άλλες ναρκισσιστικές ή παθολογικές εγγραφές πάνω στο σώμα.
Από την ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
Δεν μπορείτε να κάνετε τα πάντα, για τους πάντες και συνέχεια.
Μία ζωή όπου δεν θέτει κάποιος τα προσωπικά του όρια, είναι μία ζωή στην οποία δεν μπορεί να πει «όχι». Οι άνθρωποι εκείνοι που βάζουν πάντα τους άλλους πριν από τους ίδιους τους τους εαυτούς, εξαντλούνται προσπαθώντας να ικανοποιήσουν τους γύρω τους, κάτι που τους προκαλεί άγχος και δεν τους αφήνει να ευχαριστηθούν τη ζωή. Εκεί είναι που έρχονται τα όρια για να μας βοηθήσουν. Είναι ο τρόπος που μπορεί να μας βοηθήσει να κάνουμε τη ζωή μας πιο ευχάριστη, τόσο για εσάς τους ίδιους, όσο και για τους γύρω σας.
Ζητήσαμε από τον Chad Buck, Κλινικό Ψυχολόγο, να μας πει τι συμβαίνει στη ζωή κάποιου μόλις αποφασίσει να θέσει διακριτά όρια στη ζωή και τις σχέσεις του.
1. Θα αρχίσετε να αντιλαμβάνεστε καλύτερα τον εαυτό σας
Το να γνωρίζει κανείς καλά τον εαυτό του σημαίνει να αναγνωρίζει καλύτερα τα συναισθήματα και τις ανάγκες του και να εξαρτάται από άλλους ανθρώπους ή το περιβάλλον του. Θέτοντας όρια, βοηθάτε τον εαυτό σας να διαχωρίσει τις σκέψεις του από τις σκέψεις των γύρω του και να κατανοήσει καλύτερα τον εαυτό του.
2. Θα γίνετε καλύτερος φίλος και σύντροφος
Τα όρια σας βοηθούν να γεμίσετε τις μπαταρίες σας και να έχετε περισσότερη ενέργεια που μπορείτε να αφιερώσετε στα αγαπημένα σας πρόσωπα.
3. Θα φροντίζετε περισσότερο τον εαυτό σας
Τα όριο θα σας βοηθήσουν να βάζετε πρώτο τον εαυτό σας και το να είστε εσείς καλά. Δεν είναι εγωιστικό να θέλετε να φροντίσετε τον εαυτό σας και να ικανοποιήσετε τις ανάγκες σας.
4. Θα έχετε λιγότερο άγχος
Επιτρέποντας συνέχεια στους άλλους να καθορίζουν την συμπεριφορά σας είναι εξουθενωτικό. Άλλωστε, όλοι έχουν προβλήματα και άγχος και δεν χρειάζεται να επιβαρύνονται και με τα θέματα που έχουν οι άλλοι.
5. Θα επικοινωνείτε καλύτερα
Εάν θέλετε να θέσετε πραγματικά όριο πρέπει να δηλώσετε πρώτα τι είναι αυτό που δεν ανέχεστε. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να είστε ξεκάθαροι και να μπορείτε να εκφράσετε τις ανάγκες σας. Όλα αυτά τα παραπάνω είναι στοιχεία της καλής επικοινωνίας.
6. Θα ξεκινήσετε να εμπιστεύεστε περισσότερο τους ανθρώπους
Πολλοί άνθρωποι ανησυχούν ότι θα στεναχωρήσουν ή θα εκνευρίσουν τους γύρω τους, αν αρχίσουν να θέτουν όρια. Για πολλούς η αποδοχή και η αγάπη των γύρω τους είναι συνδεδεμένη με το κατά πόσο ευχαριστούν τους άλλους και θέτοντας όρια ρισκάρουν αυτή την αγάπη και την αποδοχή. Καμία σχέση, όμως, δεν πρέπει να εξαρτάται από τον φόβο και τον έλεγχο. Θέτοντας όρια στις σχέσεις σας, σημαίνει ότι έχετε εμπιστοσύνη σε αυτούς. Και η εμπιστοσύνη ισοδυναμεί με καλύτερες σχέσεις.
7. Θα είστε λιγότερο θυμωμένοι
Όταν δεν έχετε θέσει τα όριά σας δίνεται την ευκαιρία στους γύρω σας να ελέγχουν την ζωή σας, κάτι που μπορεί να σας οδηγήσει στον θυμό.
8. Μαθαίνετε πώς να λέτε «όχι»
Το «όχι» μπορεί να είναι μία μικρή λέξη, αλλά είναι και ισχυρή. Ταυτόχρονα, είναι και ο πιο αποτελεσματικός τρόπος για να θέσει κανείς όρια.
9. Θα κάνετε πράγματα που πραγματικά θέλετε
Φανταστείτε την ζωή σας χωρίς αχρείαστες υποχρεώσεις. Τα όρια θα σας βοηθήσουν να κάνετε αυτά που πραγματικά θέλετε, είτε πρόκειται για δουλειά, είτε για δραστηριότητες.
10. Θα ξεκινήσετε να κατανοείτε περισσότερο τους ανθρώπους
Ακούγεται περίεργο αλλά αν το καλοσκεφτείτε, όσοι δείχνουν αγάπη και κατανόηση προς τον εαυτό τους, είναι πιο ανεκτικοί και προς τους γύρω τους.
Το άρθρο αυτό δημοσιεύτηκε αρχικά στην αμερικάνικη έκδοση της HuffPost.
Ο άνθρωπος όταν μένει πολύ καιρό μόνος του αγριεύει…
Αγριεύει και ξεχνάει…
Ξεχνάει πως είναι να μοιράζεσαι στιγμές…
Ξεχνάει το μαγικό άγγιγμα μιας αγκαλιάς τη νύχτα…
Ξεχνάει πως είναι να παραγγέλνεις φαγητό για δύο…
Ξεχνάει πως είναι να σε περιμένει κάποιος στο σπίτι μετά τη δουλειά…
Ξεχνάει πώς είναι να μαλώνεις γιατί δεν ήταν η σειρά σου να πλύνεις τα πιάτα…
Ξεχνάει πως είναι να βλέπεις ταινίες με τον άνθρωπο σου και να σχολιάζεις τα κενά στο σενάριο…
Ξεχνάει πως είναι να κάνεις υποχωρήσεις και να προσπαθείς…
Ξεχνάει πως είναι να παίρνεις τα χούγια του και τις εκφράσεις του άλλου και μετά από καιρό να σας περνάνε γι’αδέρφια…
Ξεχνάει πως είναι να μην σε παίρνει ο ύπνος γιατί μαλώσατε σήμερα…
Ξεχνάει πως είναι να σχεδιάζετε διακοπές μαζί και να μαλώνετε σε ποιό νησί θα πάτε…
Ξεχνάει πως είναι να σου φέρνουν το αγαπημένο σου γλυκό για να σου φτιάξουν τη μέρα…
Ξεχνάει πως είναι να ψιθυρίζεις σ’αγαπώ κάτω απ’τα σεντόνια…
Ξεχνάει να νιώθει…
Κι όσο ο χρόνος περνάει… ξεχνάει όλο και περισσότερο… ξεχνάει γιατί συνήθισε πιά…
Συνήθισε να είναι μόνος,να περπατάει μόνος,να τρώει μόνος,να παλεύει μόνος,να γελάει μόνος,να βλέπει ταινίες μόνος,να πορεύεται μόνος,να σχεδιάζει τη ζωή του μόνος,να κοιμάται και να ξυπνάει μόνος…
Συνήθισε…
Γι’αυτό μην τον παρεξηγείς…έμεινε πολύ καιρό μόνος και συνήθισε…
Κάποτε ήταν εξημερωμένος… μα τώρα πια είναι αγρίμι στο κλουβί της μοναξιάς του κι ακόμη κι αν σπάσεις τις κλειδαριές και του ανοίξεις την πόρτα είναι δεμένος μ’αόρατες αλυσίδες… κι όσο κι αν θέλει να ελευθερωθεί δεν θα προσπαθήσει να το σκάσει…
Θέλει πολύ χρόνο και υπομονή για να εξημερωθεί ξανά…
κι αν δεν είσαι διατεθειμένος να του τα προσφέρεις άφησέ τον ήσυχο μες το κλουβί του.
Μην απορείς μαζί του.
Μην τον λυπάσαι.
Είναι πολύ πιο δυνατός απ’όλους εσάς τους ”εξημερωμένους”.
Κρύβει μια δύναμη που όμοια της δεν έχεις συναντήσει.Τη φυλάει καλά κρυμμένη.Κι όταν έρθει ο κατάλληλος άνθρωπος θα την απελευθερώσει και θα ελευθερωθεί..μα μέχρι τότε άφησε τον..αγάπα τον από μακρυά..θα’ρθει εκείνος σ’εσένα…
Μην ξεχνάς ότι είναι αγρίμμι… και τ’αγρίμμια παλεύουν για κάτι μόνο όταν υπάρχει λόγος…
Γράφει η Luna Sirano, anapnoes.gr
Αλλά τι σημαίνει να δίνεις; Όσο και αν η απάντηση σε αυτό το ερώτημα φαίνεται αρχικά απλή, στην πραγματικότητα είναι γεμάτη αμφισημίες και πολυπλοκότητες. Η πιο διαδεδομένη παρανόηση είναι εκείνη σύμφωνα με την οποία όταν δίνεις σημαίνει «ότι παραιτείσαι» εσύ από κάτι, ότι στερείσαι κάτι, ότι το θυσιάζεις. Το άτομο, του οποίου ο χαρακτήρας δεν αναπτύχθηκε πέρα από το στάδιο τού να προσανατολίζεται στο πώς θα επωφεληθεί, θα εκμεταλλευτεί και θα αποθησαυρίσει και μόνο με αυτό τον τρόπο μπορεί να νιώσει το δόσιμο. Ο εμπορικός αυτός ανθρώπινος τύπος είναι πρόθυμος να δώσει, αλλά μόνο με το αντάλλαγμα ότι θα λάβει κάτι` το να δώσει χωρίς να πάρει είναι για αυτόν ισοδύναμο με εξαπάτηση. Οι άνθρωποι, των οποίων ο κύριος προσανατολισμός είναι μη δημιουργικός, νιώθουν το δόσιμο σαν κάτι που τους κάνει πιο φτωχούς. Για αυτό ακριβώς οι περισσότεροι άνθρωποι αυτού του τύπου είναι τόσο αρνητικοί στο να δίνουν. Μερικοί ανάγουν το δόσιμο σε θυσία και το αποκαλούν αρετή. Νιώθουν ότι απλώς και μόνο επειδή το να δίνεις είναι οδυνηρό, ο άνθρωπος πρέπει να δίνει` η αρετή τού να δίνεις έγκειται για αυτούς ακριβώς στην αποδοχή της θυσίας. Για αυτούς δηλαδή, το στερεότυπο ότι είναι προτιμότερο να δίνεις παρά να παίρνεις σημαίνει ότι είναι προτιμότερο να υποφέρεις από τη στέρηση παρά να βιώνεις χαρά.
Για τον δημιουργικό χαρακτήρα, το να δίνεις αποκτά μία εντελώς διαφορετική σημασία. Το να δίνεις είναι η υψηλότερη έκφραση της ανθρώπινης δυνατότητας. Στην ίδια την πράξη της προσφοράς βιώνω τη δύναμή μου, τον πλούτο μου, την ικανότητά μου. Αυτή η εμπειρία της αυξημένης ζωτικότητας και δυνατότητας με γεμίζει ευδαιμονία. Αισθάνομαι τον εαυτό μου να πλημμυρίζει, να προσφέρει, είμαι γεμάτος ζωή και επομένως ευτυχισμένος. Το να δίνω με γεμίζει με περισσότερη χαρά από ό, τι το να παίρνω όχι επειδή είναι μία πράξη με την οποία στερούμαι κάτι, αλλά επειδή μέσα στην ίδια την πράξη του δοσίματος έγκειται η εκδήλωση της ζωντάνιάς μου.
…
Στη σφαίρα των υλικών πραγμάτων, το να δίνει κανείς σημαίνει και ότι είναι πλούσιος. Δεν είναι πλούσιος αυτός ο οποίος έχει πολλά, αλλά αυτός ο οποίος δίνει πολλά. Ο άνθρωπος ο οποίος απλώς αποθησαυρίζει γεμάτος άγχος μήπως χάσει και το παραμικρό, είναι από ψυχολογικής άποψης φτωχός, εξαθλιωμένος, ανεξάρτητα από το πόσα πολλά έχει. Πλούσιος είναι όποιος είναι ταυτόχρονα ικανός να δίνει κάτι από τον εαυτό του. Αυτός νιώθει τον εαυτό του ως κάποιον που μπορεί να προσφέρει στους άλλους κάτι από αυτόν ακριβώς τον εαυτό. Μόνο ο άνθρωπος που είναι στερημένος ακόμη και των βασικών μέσων για να ικανοποιήσει τις στοιχειώδεις ανάγκες επιβίωσης θα ήταν ανίκανος να απολαύσει την πράξη τού να δίνει υλικά πράγματα. Όμως, η καθημερινή εμπειρία μας δείχνει ότι αυτό το οποίο ο κάθε άνθρωπος θεωρεί και αντιλαμβάνεται ως στοιχειώδεις ανάγκες εξαρτάται τόσο από το τι έχει πραγματικά στην κατοχή του όσο και από το χαρακτήρα του. Είναι ευρέως γνωστό ότι οι φτωχοί είναι πολύ περισσότερο πρόθυμοι από τους πλούσιους να δώσουν. Ωστόσο, η φτώχεια η οποία υπερβαίνει κάποιο όριο, μπορεί να καταστήσει αδύνατη την πράξη της προσφοράς, και είναι τόσο ταπεινωτική όχι μόνο εξαιτίας των βασάνων που άμεσα προκαλεί αλλά και εξαιτίας του γεγονότος ότι στερεί από τον άνθρωπο τη χαρά της προσφοράς.
Όμως ο πιο σημαντικός τομέας της προσφοράς δεν αφορά τα υλικά πράγματα, αλλά την πολύ ιδιαίτερη επικράτεια του ανθρώπου. Τι δίνει λοιπόν ένας άνθρωπος σ’ έναν άλλο άνθρωπο; Του δίνει κάτι από τον εαυτό του, από το πιο πολύτιμο που έχει, από τη ζωή του. Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι θυσιάζει τη ζωή του για τον άλλο – αλλά ότι του δίνει από ό, τι πιο ζωντανό υπάρχει μέσα του` του δίνει από τη χαρά του, από το ενδιαφέρον, από την κατανόησή του, από τη γνώση του, από το χιούμορ του, από τη θλίψη του – από όλες τις εκφάνσεις και εκδηλώσεις του ζωντανού πυρήνα της ύπαρξής του. Και με αυτού του είδους την προσφορά από την ίδια του τη ζωή εμπλουτίζει τους άλλους, ενδυναμώνει μέσα τους την επίγνωσή τους ότι είναι ζωντανοί, ενδυναμώνοντας έτσι και μέσα στον εαυτό του την ίδια αυτή επίγνωση. Δεν δίνει με σκοπό να πάρει` η προσφορά του είναι από μόνη της μία πηγαία χαρά. Παρ’ όλα αυτά, δίνοντας δεν μπορεί παρά να κάνει να γεννηθεί κάτι μέσα στον άλλο άνθρωπο, και αυτό το οποίο γεννιέται αντανακλάται πάλι σε αυτόν. Το να δίνεις αληθινά σημαίνει και πως δεν μπορεί παρά να λάβεις αυτό που θα σου ξαναδοθεί. Το να δίνεις σημαίνει με άλλα λόγια ότι θα κάνεις και τον άλλο άνθρωπο να δώσει, κι έτσι δύο άτομα πια θα μοιράζονται τη χαρά για αυτό που έκαναν να γεννηθεί. Μέσα στην ίδια την πράξη της προσφοράς, πάντοτε κάτι γεννιέται ώστε και οι δύο άνθρωποι που εμπλέκονται να νιώθουν ευγνωμοσύνη για τη νέα αυτή ζωντανή κατάσταση η οποία γεννήθηκε και για τους δυο τους. Ειδικότερα όσον αφορά την αγάπη, αυτό σημαίνει: η αγάπη είναι μία δύναμη που παράγει αγάπη` η αδυναμία είναι η ανικανότητα να γεννήσεις αγάπη.
Σύμφωνα με τον ανθρωπολόγο Μαρσέλ Μάους, μέσω του παιχνιδιού καθίσταται δυνατή η ανάγνωση μιας κοινωνίας. Η θέση μας σήμερα ως ενήλικες απέναντι στο παιχνίδι των παιδιών, καθρεφτίζει την κοινωνίας μας, η οποία μοιάζει να το αντιστρατεύεται. Κατά τον Φρόιντ, «Το αντίθετο του παιχνιδιού δεν είναι η σοβαρότητα, αλλά η πραγματικότητα», με τον σημερινό άνθρωπο να προσαρμόζεται εύκολα, πεπεισμένος ότι δεν μπορεί να κάνει και πολλά για να την αλλάξει. Ο μεταβατικός χώρος του παιχνιδιού είναι το σημείο όπου το παιδί διερευνά το άγνωστο, βιώνοντας την ελευθερία της ύπαρξής του, αναδημιουργώντας τον εαυτό του και τον κόσμο του. Παίζοντας έτσι ως παιδί, είναι πιο πιθανό ως ενήλικας να είναι σε θέση να βιώνει τις επερχόμενες μεταβολές ως προκλήσεις και όχι ως μείζονα προσωπική αμφισβήτηση και να συμβάλλει στην δημιουργία του κόσμου του αύριο, απαρνούμενος τη θέση του παθητικού υποκειμένου. Δυστυχώς σήμερα η διάθεση για παιχνίδι, αν και πρωταρχική ιδιότητα του παιδιού, μοιάζει να μην του επιτρέπεται από τους ενήλικες. Ως εκπρόσωποι του καταναλωτισμού τείνουμε να συγχέουμε τα υλικά παιχνίδια με την πράξη του παιχνιδιού. Παρέχουμε στα παιδιά πληθώρα παιχνιδιών που τελούν στην υπηρεσία ενός μετρήσιμου γνωστικού στόχου, στομώνοντας έτσι την δημιουργικότητά τους. Ξεχνάμε πως «παίζω δεν σημαίνει τείνω προς ένα συγκεκριμένο στόχο αλλά είμαι δεκτικός στο απρόσμενο». Ξεχνάμε πως η λειτουργία του παιχνιδιού δεν αφορά την εξάρτηση του «έχω» μα την ελευθερία του «είναι». Μια χαρτοπετσέτα, ένα κουρελάκι μπορεί να «είναι» καπέλο, πουλί, αέρας, σύννεφο..ένας ολόκληρος κόσμος εν τη γενέσει του. Αυτή η δυνητικότητα συνιστά την συναρπαστικότητα του παιχνιδιού, την περιέργεια για το τι θα συμβεί μετά, την έκπληξη μπρος στο απρόσμενο, την δυναμική -του τι μπορώ να κάνω, την εξερεύνηση- του πώς μπορώ να είμαι. Πόσο φοβόμαστε τελικά το παιχνίδι; Πόσο τρέμουμε την ελευθερία της αταξίας που δημιουργεί, των αναπόφευκτων αμφισβητήσεων που προκύπτουν από αυτό, ώστε να αισθανόμαστε την ανάγκη να το υποτάξουμε στους νόμους της αγοράς και της ζήτησης, να το καθηλώσουμε σε ένα ακόμη προϊόν ή και παρεχόμενη υπηρεσία μέσω των εργαστηρίων παιχνιδιού για παιδιά και γονείς που εμφανίζονται τα τελευταία χρόνια. Γιατί προωθούνται τα παιχνίδια –games εις βάρος του ελεύθερου παιχνιδιού– play; Με τα games, διασφαλίζεται εκ των προτέρων, το σημείο λήξης του παιχνιδιού: νίκη, ήττα, ισοπαλία, σκορ. Αυτό που ορίζει τα games, δεν είναι η αυτοδιάθεση του παιδιού μα η φύση του αποτελέσματος. Με την αυστηρή δομή τους το ωθούν να δομεί με τη σειρά του, μια άμυνα απέναντι στο μη προβλέψιμο που προσφέρει το συμβολικό ελεύθερο παιχνίδι (play). Κι επειδή, «χωρίς καμία αμφιβολία θα ζήσουμε όπως παίξαμε»[1], μεγαλώνοντας εξακολουθούμε να παίζουμε με αφάνταστη σοβαρότητα παρόμοια παιχνίδια με τον εαυτό μας και τους άλλους. Χρειάζονται και τα games-παιχνίδια. Μα στον καιρό μας μοιάζει να υπερκαλύπτουν το μεταβατικό χώρο του συμβολικού παιχνιδιού. Κι έχει σημασία αυτό να το δούμε. Γιατί, ό,τι μας κρατά ως παιδιά περιορισμένους μέσα σε ένα συγκεκριμένο εύρος αλληλεπιδράσεων, χρησιμοποιώντας ένα επιβεβλημένο σύνολο κανόνων, εξακολουθεί και στη ζωή μας να μας κινεί και να θέτει όρια στο τι μπορούμε να κάνουμε, «φυλακίζοντάς» μας, σε ένα ανταγωνιστικό πλαίσιο συμμόρφωσης κι εξάρτησης. Σίγουρα έτσι νοιώθουμε ασφαλείς. Κάθε ιδέα ενός μεγαλύτερου ή και διαφορετικού εύρους αλληλεπίδρασης μοιάζει τρομακτική ακόμη και για να την φανταστεί κανείς. Εύκολα μπορούμε να κάνουμε τις αναγωγές σε σχέση με την λειτουργία μας στην κοινωνία και τις αντιστάσεις μας στη δημιουργικότητα και την αλλαγή που οδηγούν σε νέους τρόπους ύπαρξης, συνοχής και αλληλεπίδρασης. Στο ελεύθερο συμβολικό παιχνίδι, το παιδί ακολουθεί την εσωτερική του παρώθηση. Αφήνεται σε μια περιπέτεια, εξερευνώντας το άγνωστο μέσα κι έξω από τον εαυτό του, εμπιστευόμενο τη διαδικασία του παιχνιδιού. Αν αφιερώναμε λίγο χρόνο να το παρατηρήσουμε χωρίς να επεμβαίνουμε, θα ανακαλούσαμε την φράση του Σίλο: «Σου μιλώ για απελευθέρωση, για κίνηση, για διαδικασία». Παίζοντας μοιράζονται πράγματα και εμπειρίες, συναισθήματα, νέες αισθήσεις, δημιουργούνται αναφορές. Κι όλα αυτά τα γεννήματα της στιγμής τα υποδέχονται με χαρά και πνεύμα ανοίγματος. Μη προσδοκώντας κανένα όφελος, παρά μόνο ελπίζοντας στην επόμενη στιγμή. Ο Λάο Τσε είχε πει: «Του τροχού τον άξονα μοιράζονται τριάντα ακτίνες. Χρήσιμος όμως γίνεται από την κεντρική του τρύπα. Πλάσε κανάτι με πηλό. Χρήσιμο γίνεται από τον εσωτερικό του άδειο χώρο. Το όφελος λοιπόν έρχεται από τούτο που υπάρχει. Το χρήσιμο προκύπτει από εκείνο που λείπει». Είναι ανάγκη να αφήνουμε κενό χώρο στα παιδιά να παίζουν ελεύθερα, χωρίς σκοπό. Αυτό μόνο αρκεί! Σήμερα αποτιμάται ως χάσιμο χρόνου το να μην κάνουμε τίποτα άλλο εκτός από το να παίζουμε, το να μην έχουμε άλλο σκοπό εκτός από το να γνωριστούμε. Κι όμως μέσω αυτού που παραχωρούμε οι ενήλικες στον εαυτό μας ως ευκαιρία για απόλαυση και παιχνίδι, μεταβιβάζουμε στα παιδιά το πιο ουσιώδες, την επιθυμία και την χαρά για ζωή.
[Πηγή: www.doctv.gr]
Αυτό που έχουμε μέσα μας, αυτό που μας συντροφεύει ακόμα και στην άκρα μοναξιά, αυτό που κανείς δεν μπορεί να μας το πάρει αλλά ούτε και να μας το δώσει, είναι πολύ πιο ουσιαστικό απ’ όλα τα αγαθά που μπορεί να διαθέτουμε, απ’ όλες τις εντυπώσεις που μπορεί να δίνουμε στους άλλους.
Ο πλούσιος πνευματικά άνθρωπος απασχολείται και διασκεδάζει έξοχα, ακόμα και σε απόλυτη μοναξιά με τις δικές του σκέψεις και φαντασιώσεις: ενώ ο περιορισμένος, παρά τη συνεχή εναλλαγή έργων, εορτών και ταξιδιών, νιώθει αγιάτρευτη πλήξη. – Ένας καλός, ολιγαρκής, ελαφρός χαρακτήρας μπορεί να νιώθει ικανοποιημένος ακόμα και σε συνθήκες στέρησης, ενώ ένας κακός, άπληστος, ζηλόφθονος χαρακτήρας δε νιώθει ευτυχία όσα πλούτη κι αν κατέχει. (Λέει πολύ σωστά ο Γκαίτε στο Ντιβάν: «Η μεγαλύτερη ευτυχία είναι η προσωπικότητα». Ο άνθρωπος μπορεί ν’ αφομοιώσει από έξω πολύ λιγότερα πράγματα απ’ ό,τι συνήθως νομίζουμε). – Πόσες και πόσες απολαύσεις δεν είναι περιττές, ίσως μάλιστα ενοχλητικές και επαχθείς για τον άνθρωπο που διαθέτει τη μόνιμη απόλαυση μιας εξαίρετης ατομικότητας.
*Σωκράτης, Οράτιος [εδώ ο Σοπενχάουερ παραπέμπει στην πρόταση του Σωκράτη σε σχέση με μια έκθεση ειδών πολυτελείας: «Πόσα πράγματα υπάρχουν λοιπόν που αν δεν τα’χω δε θα μου λείψουν καθόλου» και στο στίχο του Οράτιου: «Φίλντισι, μάρμαρο, κοσμήματα, τυρρηνικά αγάλματα, πίνακες, ασημικά, λουσάτα ρούχα βαμμένα στην πορφύρα. Τα λιμπίζονται πολλοί, αλλά υπάρχουν μερικοί που ούτε καν ρωτούν γι’ αυτά». (Οράτιος, Επιστολές, II, 2,180-182.)]
Πηγή Lecture bureau
Για τη φιλοσοφία δεν υπάρχουν διακοπές. Κυριολεκτικά! Αυτό γιατί για τον φιλοσοφικό στοχασμό η δραστηριότητα που ονομάζουμε «διακοπές» είναι κάτι ουσιαστικά ξένο. Ενώ υπάρχουν αναλύσεις και θεωρίες για την εργασία, τη σημασία της κτλ., κάτι αντίστοιχο για τις διακοπές απουσιάζει.
Η αλήθεια, βέβαια, είναι ότι η δραστηριότητα «διακοπές» εμφανίστηκε μάλλον αργά (με τη μορφή που έχουν σήμερα διαμορφώθηκε τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα). Για παράδειγμα, στην Αμερική οι διακοπές αποτελούσαν προνόμιο της ελίτ των αρχών του 19ου αιώνα, ενώ σταδιακά η μεσοαστική τάξη (όρος που περιλαμβάνει ένα ευρύτατο φάσμα επαγγελματιών) άρχισε και αυτή να κάνει διακοπές. Στις αρχές του 20ού αιώνα η πρακτική των διακοπών επεκτάθηκε σημαντικά, ακόμα και στην εργατική τάξη. Μάλιστα, ήταν την περίοδο του Κραχ, όταν η πλειοψηφία της εργατικής τάξης κέρδισε το δικαίωμα στις διακοπές.
Με μια πρώτη ματιά, οι διακοπές φαίνεται να μην έχουν τίποτα το άξιο προσοχής, από φιλοσοφικής άποψης πάντα. Διότι, τι άλλο είναι παρά διασκέδαση, ξεκούραση, χαλάρωση και ευκαιρία για να κάνει κανείς κάτι διαφορετικό; Με άλλα λόγια, περιλαμβάνει δραστηριότητες που κάνουμε κατά τη διάρκεια του έτους – τα Σαββατοκύριακα, τις γιορτές και τις αργίες ή και κάποια απογεύματα μέσα στην εβδομάδα.
Ωστόσο, οι διακοπές δεν ταυτίζονται με τον ελεύθερο χρόνο, τη διασκέδαση ή την ψυχαγωγία. Αυτά υπήρχαν από παλιά και βρίσκουμε, για παράδειγμα, σχετικές αναφορές για τη σημασία του παιχνιδιού, της ψυχαγωγίας, ακόμα και στον Πλάτωνα. Στις διακοπές κάποιος ενδέχεται να μην κάνει απολύτως τίποτα, ενώ όλο τον υπόλοιπο καιρό να πηγαίνει θέατρο, κινηματογράφο, να συναντιέται με φίλους κτλ.
Οι διακοπές διαφέρουν από τις μέρες της αργίας σε ορισμένα σημαντικά σημεία. Κατ’ αρχάς από άποψη χρόνου. Καλύπτουν ένα πολύ μεγαλύτερο χρονικό εύρος απ’ ό,τι οι ημέρες αργίας (γιορτές, Σαββατοκύριακα κτλ.). Η χρονική αυτή διάρκεια τις διαχωρίζει από την καθημερινότητα της παραγωγικής διαδικασίας, κάτι που δεν συμβαίνει με τις μέρες αργίας. Έστω κι αν δίνονται (και δίνονταν) ως μέσο για τη βελτίωση της παραγωγικότητας, η περίοδος των διακοπών αποδεσμεύει το πρόσωπο από την παραγωγή, από την εργασία.
Αυτό έχει ως συνέπεια τη διαμόρφωση μιας νέας καθημερινότητας. Η απουσία από την εργασία από μόνη της συνιστά ανατροπή της καθημερινότητας. Επειδή όμως δεν μπορούμε να ζήσουμε χωρίς συνήθειες (μικρές ή μεγάλες), καθώς μας παρέχουν την απαραίτητη αίσθηση σταθερότητας (ό,τι κι αν αυτή περιλαμβάνει για τον καθένα), φτιάχνουμε νέες συνήθειες. Η καθημερινότητα των διακοπών αντλεί την ελκυστικότητά της όχι τόσο επειδή κάνουμε αυτά που μας αρέσουν και είναι διαφορετικά από εκείνα των υπόλοιπων ημερών, αλλά κυρίως επειδή αυτή η καθημερινότητα έχει περιορισμένη διάρκεια, δηλαδή είναι μια συνήθεια που δεν διαρκεί τόσο ώστε να μεταβληθεί σε κάτι το κουραστικό, το βαρετό ή να προκαλέσει άλλα αρνητικά συναισθήματα.
Μέσα στην καθημερινότητα αυτή εντάσσονται και οι σχέσεις με τους άλλους. Η αλλαγή της καθημερινής ρουτίνας συνεπάγεται και μεταβολή των σχέσεων τόσο με τους οικείους όσο και με τους γνωστούς και, κατ’ επέκταση, με τους ξένους. Ο λόγος είναι ότι αλλάζει η συχνότητα επαφής, ο τρόπος, ενώ και ορισμένοι σκοποί μεταβάλλονται. Με άλλα λόγια, οι διακοπές είναι μια περίοδος όπου έχουμε μια σύντομη (σε σχέση με τον υπόλοιπο καιρό) νέα πραγματικότητα, η οποία καλύπτει ολόκληρο το φάσμα της ζωής μας, χωρίς φυσικά να μεταβάλλονται τα πάντα. Το βασικό είναι ότι έχει αλλάξει ο δικός μας τρόπος που βλέπουμε τη ζωή μας.
Επιπλέον, η περίοδος των διακοπών επιλέγεται, δεν είναι σταθερή, όπως συμβαίνει με τις γιορτές και τις αργίες. Μπορεί οι καλοκαιρινοί μήνες να προτιμώνται από την πλειοψηφία των ανθρώπων σήμερα, αλλά όπως και να ’χει, καθένας ορίζει από μόνος του το πότε θα κάνει διακοπές – έστω κι αν ορισμένες φορές δεν έχει τις επιλογές που θα ήθελε. Αυτό σημαίνει ότι, σε αντίθεση με όλες τις άλλες περιπτώσεις ανάπαυλας, οι διακοπές είναι αποκλειστικά προσωπική υπόθεση.
Βέβαια, θα πρέπει να σημειωθεί ότι, όπως συμβαίνει σε όλα, έτσι και οι αποφάσεις για τις διακοπές λαμβάνονται μέσα στο κοινωνικο-πολιτιστικό πλαίσιο, όπου ζούμε. Κατά συνέπεια η ίδια η αντίληψη περί διακοπών, όπως και οι παρεχόμενες επιλογές επηρεάζονται από τις τρέχουσες αντιλήψεις για το τι είναι και πώς θα πρέπει να ζήσει κανείς τις διακοπές.
Πέρα από αυτά, οι διακοπές είναι μια περίοδος με τη δική τους ξεχωριστή «μυθολογία». Αυτό σημαίνει ότι έχουν ένα ιδιαίτερο νοηματικό πλαίσιο και περιεχόμενο σε σχέση με κάθε άλλη δραστηριότητα, ακόμα κι αν είναι συναφής (π.χ. γιορτές, αργίες). Όσο διαφορετικός κι αν είναι ο τρόπος με τον οποίο καθένας μας κάνει διακοπές, το ευρύτερο πλαίσιο, οι έννοιες και τα συναισθήματα που προκαλούν είναι κοινά. Είναι η κοινότητα μιας ετερότητας.
Εξεταζόμενες ακόμα και στο ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο, οι διακοπές έχουν την ιδιαιτερότητά τους. Για να γίνει αυτό κατανοητό, ας ανατρέξουμε στον Georges Bataille και στη θεώρησή του της δαπάνης. Για τον γάλλο στοχαστή, οι δαπάνες χωρίζονται στις παραγωγικές και στη μη-παραγωγικές. Στις πρώτες περιλαμβάνονται οι δαπάνες που γίνονται προκειμένου να διατηρείται η ζωή και να συνεχίζει η παραγωγικότητα (εδώ περιλαμβάνεται και ο καταναλωτισμός), ενώ στις δεύτερες εντάσσονται δραστηριότητες που είναι αυτοσκοποί, όπως η πολυτέλεια, το πένθος, τα θεάματα, η τέχνη, η σεξουαλική πράξη που δεν αποσκοπεί στη διαιώνιση του είδους κτλ.
Με βάση λοιπόν αυτόν το διαχωρισμό, οι διακοπές φαίνεται να ανήκουν στη δεύτερη κατηγορία δαπανών. Κι αυτό γιατί είναι ένας μη-παραγωγικός αυτοσκοπός (από την πλευρά, βέβαια, εκείνων που κάνουν διακοπές και όχι αυτών που εργάζονται στη βιομηχανία του τουρισμού). Η συμβολή τους στην παραγωγική διαδικασία (αν θέλουμε να ακολουθήσουμε τον Bataille) είναι έμμεση, καθώς η παραγωγή μπορεί να συνεχιστεί και χωρίς να υπάρξουν οι οποιεσδήποτε διακοπές. Ωστόσο, δεν μπορούν να ταυτιστούν με τις υπόλοιπες περιπτώσεις δαπανών, λόγω της διάρκειάς τους (πέρα από οτιδήποτε άλλο), για την οποία έγινε λόγος παραπάνω.
Πέρα από αυτά, ξεχωριστό ενδιαφέρον παρουσιάζει διερεύνηση των διακοπών σε σχέση με το πρόσωπο. Με άλλα λόγια, τι σημαίνει για τον καθένα από εμάς η περίοδος των διακοπών;
Κατ’ αρχάς, υπάρχει απελευθέρωση (ελευθερίας). Οι διακοπές είναι μια περίοδος, όπου αποδεσμευόμαστε από ό,τι κάνουμε κατά τρόπο καθημερινό και επιτακτικό, όπως η δουλειά. Έτσι έχουμε περισσότερο ελεύθερο χρόνο για να κάνουμε αυτό που θέλουμε, πάντα στο πλαίσιο των υπαρχουσών δυνατοτήτων. Η απελευθέρωση αυτή είναι πηγή χαράς.
Επίσης, υπάρχει το άγχος των διακοπών. Στην περίπτωση αυτή βρισκόμαστε μπροστά στο εξής παράδοξο: από τη μια, υπάρχει η ανάγκη για διακοπές και, από την άλλη, η ανάγκη αυτή προκαλεί ορισμένες φορές άγχος σχετικά με την πορεία της δουλειάς, ότι για παράδειγμα κάτι μπορεί να πάει στραβά και να μην προλάβουμε να το διορθώσουμε. Αυτό δεν είναι κάτι το σύγχρονο, αντιθέτως ισχύει σχεδόν από τότε που άρχισαν να εφαρμόζονται οι διακοπές.
Τρίτο, οι διακοπές είναι η περίοδος των προσωπικών ψευδαισθήσεων. Όχι ότι τον υπόλοιπο χρόνο αυτές δεν υπάρχουν, αλλά η απελευθέρωση που συνεπάγεται η περίοδος των διακοπών είναι η ορμή για την προσπάθεια υλοποίησης των ψευδαισθήσεων που συνδέονται με τις διακοπές. Ψευδαισθήσεων που είναι σημαντικές γιατί συνδέονται με έναν χαλαρό και ήρεμο τρόπο ζωής. Ωστόσο, οι ψευδαισθήσεις διατηρούνται ως ψευδαισθήσεις. Αυτό μπορεί να συμβεί είτε επειδή δεν υπάρχει η δυνατότητα πραγματοποίησής τους, είτε επειδή τελικά δεν επιφέρουν το επιθυμητό αποτέλεσμα, π.χ. μια πολυτελής διαβίωση σε ένα νησί δεν επιφέρει την ψυχοσυναισθηματική πληρότητα που περίμενε αυτός που την κάνει ή, ενώ δεν νιώθει αυτή την πληρότητα ή γαλήνη, δημιουργεί την ψευδαίσθηση ότι τη νιώθει, επειδή έτσι θα πρέπει να νιώθει. Οι περιπτώσεις είναι πολλές. Αυτό όμως που έχει σημασία είναι ότι με αυτόν τον τρόπο χάνεται η βιωματική πληρότητα που συνεπάγεται η γνήσια βίωση των διακοπών.
Τέταρτο, και σημαντικότερο, στις διακοπές παραμένουμε ο εαυτός μας. Η μεγαλύτερη ψευδαίσθηση είναι ότι «ξεφεύγουμε» και από τον ίδιο μας τον εαυτό, γιατί έχουμε τη δυνατότητα να κάνουμε πράγματα που συνήθως δεν κάνουμε (π.χ. ξέφρενα πάρτι). Στην πραγματικότητα, μπορεί όντως να κάνουμε πράγματα που δεν κάνουμε τον υπόλοιπο χρόνο, αλλά ό,τι κάνουμε εκφράζει τον εαυτό μας και μόνο αυτόν. Ακόμα κι αν αποφασίσουμε να κάνουμε πράγματα εντελώς αντίθετα από αυτά που κάνουμε τον υπόλοιπο χρόνο, η απόφαση αυτή είναι μια προσωπική απόφαση και εκφράζει την προσωπικότητά μας, η οποία έτσι αποκαλύπτει μια διαφορετική διάστασή της. Με άλλα λόγια, όσο και να προσπαθήσουμε, ποτέ δεν γινόμαστε κάποιος άλλος. Πάντα είμαστε ο εαυτός μας που κινείται σε διαφορετικό περιβάλλον, με άλλους στόχους κ.ο.κ.
Οι παραπάνω σύντομες παρατηρήσεις καθιστούν αντιληπτό ότι οι διακοπές δεν αποτελούν απλώς μια ανάπαυλα χωρίς ιδιαίτερη σημασία, αλλά είναι μια σημαντική δραστηριότητα, η οποία μπορεί να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε διάφορες πτυχές του εαυτού μας, αλλά και της κοινωνίας όπου ζούμε.
Mιχάλης Κατσιμίτσης www.indeepanalysis.gr
