Σχέσεις

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 4 Σεπτεμβρίου 2016

Αλλά τι σημαίνει να δίνεις; Όσο και αν η απάντηση σε αυτό το ερώτημα φαίνεται αρχικά απλή, στην πραγματικότητα είναι γεμάτη αμφισημίες και πολυπλοκότητες. Η πιο διαδεδομένη παρανόηση είναι εκείνη σύμφωνα με την οποία όταν δίνεις σημαίνει «ότι παραιτείσαι» εσύ από κάτι, ότι στερείσαι κάτι, ότι το θυσιάζεις. Το άτομο, του οποίου ο χαρακτήρας δεν αναπτύχθηκε πέρα από το στάδιο τού να προσανατολίζεται στο πώς θα επωφεληθεί, θα εκμεταλλευτεί και θα αποθησαυρίσει και μόνο με αυτό τον τρόπο μπορεί να νιώσει το δόσιμο. Ο εμπορικός αυτός ανθρώπινος τύπος είναι πρόθυμος να δώσει, αλλά μόνο με το αντάλλαγμα ότι θα λάβει κάτι` το να δώσει χωρίς να πάρει είναι για αυτόν ισοδύναμο με εξαπάτηση. Οι άνθρωποι, των οποίων ο κύριος προσανατολισμός είναι μη δημιουργικός, νιώθουν το δόσιμο σαν κάτι που τους κάνει πιο φτωχούς. Για αυτό ακριβώς οι περισσότεροι άνθρωποι αυτού του τύπου είναι τόσο αρνητικοί στο να δίνουν. Μερικοί ανάγουν το δόσιμο σε θυσία και το αποκαλούν αρετή. Νιώθουν ότι απλώς και μόνο επειδή το να δίνεις είναι οδυνηρό, ο άνθρωπος πρέπει να δίνει` η αρετή τού να δίνεις έγκειται για αυτούς ακριβώς στην αποδοχή της θυσίας. Για αυτούς δηλαδή, το στερεότυπο ότι είναι προτιμότερο να δίνεις παρά να παίρνεις σημαίνει ότι είναι προτιμότερο να υποφέρεις από τη στέρηση παρά να βιώνεις χαρά.

Για τον δημιουργικό χαρακτήρα, το να δίνεις αποκτά μία εντελώς διαφορετική σημασία. Το να δίνεις είναι η υψηλότερη έκφραση της ανθρώπινης δυνατότητας. Στην ίδια την πράξη της προσφοράς βιώνω τη δύναμή μου, τον πλούτο μου, την ικανότητά μου. Αυτή η εμπειρία της αυξημένης ζωτικότητας και δυνατότητας με γεμίζει ευδαιμονία. Αισθάνομαι τον εαυτό μου να πλημμυρίζει, να προσφέρει, είμαι γεμάτος ζωή και επομένως ευτυχισμένος. Το να δίνω με γεμίζει με περισσότερη χαρά από ό, τι το να παίρνω όχι επειδή είναι μία πράξη με την οποία στερούμαι κάτι, αλλά επειδή μέσα στην ίδια την πράξη του δοσίματος έγκειται η εκδήλωση της ζωντάνιάς μου.

Στη σφαίρα των υλικών πραγμάτων, το να δίνει κανείς σημαίνει και ότι είναι πλούσιος. Δεν είναι πλούσιος αυτός ο οποίος έχει πολλά, αλλά αυτός ο οποίος δίνει πολλά. Ο άνθρωπος ο οποίος απλώς αποθησαυρίζει γεμάτος άγχος μήπως χάσει και το παραμικρό, είναι από ψυχολογικής άποψης φτωχός, εξαθλιωμένος, ανεξάρτητα από το πόσα πολλά έχει. Πλούσιος είναι όποιος είναι ταυτόχρονα ικανός να δίνει κάτι από τον εαυτό του. Αυτός νιώθει τον εαυτό του ως κάποιον που μπορεί να προσφέρει στους άλλους κάτι από αυτόν ακριβώς τον εαυτό. Μόνο ο άνθρωπος που είναι στερημένος ακόμη και των βασικών μέσων για να ικανοποιήσει τις στοιχειώδεις ανάγκες επιβίωσης θα ήταν ανίκανος να απολαύσει την πράξη τού να δίνει υλικά πράγματα. Όμως, η καθημερινή εμπειρία μας δείχνει ότι αυτό το οποίο ο κάθε άνθρωπος θεωρεί και αντιλαμβάνεται ως στοιχειώδεις ανάγκες εξαρτάται τόσο από το τι έχει πραγματικά στην κατοχή του όσο και από το χαρακτήρα του. Είναι ευρέως γνωστό ότι οι φτωχοί είναι πολύ περισσότερο πρόθυμοι από τους πλούσιους να δώσουν. Ωστόσο, η φτώχεια η οποία υπερβαίνει κάποιο όριο, μπορεί να καταστήσει αδύνατη την πράξη της προσφοράς, και είναι τόσο ταπεινωτική όχι μόνο εξαιτίας των βασάνων που άμεσα προκαλεί αλλά και εξαιτίας του γεγονότος ότι στερεί από τον άνθρωπο τη χαρά της προσφοράς.

Όμως ο πιο σημαντικός τομέας της προσφοράς δεν αφορά τα υλικά πράγματα, αλλά την πολύ ιδιαίτερη επικράτεια του ανθρώπου. Τι δίνει λοιπόν ένας άνθρωπος σ’ έναν άλλο άνθρωπο; Του δίνει κάτι από τον εαυτό του, από το πιο πολύτιμο που έχει, από τη ζωή του. Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι θυσιάζει τη ζωή του για τον άλλο – αλλά ότι του δίνει από ό, τι πιο ζωντανό υπάρχει μέσα του` του δίνει από τη χαρά του, από το ενδιαφέρον, από την κατανόησή του, από τη γνώση του, από το χιούμορ του, από τη θλίψη του – από όλες τις εκφάνσεις και εκδηλώσεις του ζωντανού πυρήνα της ύπαρξής του. Και με αυτού του είδους την προσφορά από την ίδια του τη ζωή εμπλουτίζει τους άλλους, ενδυναμώνει μέσα τους την επίγνωσή τους ότι είναι ζωντανοί, ενδυναμώνοντας έτσι και μέσα στον εαυτό του την ίδια αυτή επίγνωση. Δεν δίνει με σκοπό να πάρει` η προσφορά του είναι από μόνη της μία πηγαία χαρά. Παρ’ όλα αυτά, δίνοντας δεν μπορεί παρά να κάνει να γεννηθεί κάτι μέσα στον άλλο άνθρωπο, και αυτό το οποίο γεννιέται αντανακλάται πάλι σε αυτόν. Το να δίνεις αληθινά σημαίνει και πως δεν μπορεί παρά να λάβεις αυτό που θα σου ξαναδοθεί. Το να δίνεις σημαίνει με άλλα λόγια ότι θα κάνεις και τον άλλο άνθρωπο να δώσει, κι έτσι δύο άτομα πια θα μοιράζονται τη χαρά για αυτό που έκαναν να γεννηθεί. Μέσα στην ίδια την πράξη της προσφοράς, πάντοτε κάτι γεννιέται ώστε και οι δύο άνθρωποι που εμπλέκονται να νιώθουν ευγνωμοσύνη για τη νέα αυτή ζωντανή κατάσταση η οποία γεννήθηκε και για τους δυο τους. Ειδικότερα όσον αφορά την αγάπη, αυτό σημαίνει: η αγάπη είναι μία δύναμη που παράγει αγάπη` η αδυναμία είναι η ανικανότητα να γεννήσεις αγάπη.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 4 Σεπτεμβρίου 2016

Σύμφωνα με τον ανθρωπολόγο Μαρσέλ Μάους, μέσω του παιχνιδιού καθίσταται δυνατή η ανάγνωση μιας κοινωνίας. Η θέση μας σήμερα ως ενήλικες απέναντι στο παιχνίδι των παιδιών, καθρεφτίζει την κοινωνίας μας, η οποία μοιάζει να το αντιστρατεύεται. Κατά τον Φρόιντ, «Το αντίθετο του παιχνιδιού δεν είναι η σοβαρότητα, αλλά η πραγματικότητα», με τον σημερινό άνθρωπο να προσαρμόζεται εύκολα, πεπεισμένος ότι δεν μπορεί να κάνει και πολλά για να την αλλάξει. Ο μεταβατικός χώρος του παιχνιδιού είναι το σημείο όπου το παιδί διερευνά το άγνωστο, βιώνοντας την ελευθερία της ύπαρξής του, αναδημιουργώντας τον εαυτό του και τον κόσμο του. Παίζοντας έτσι ως παιδί, είναι πιο πιθανό ως ενήλικας να είναι σε θέση να βιώνει τις επερχόμενες μεταβολές ως προκλήσεις και όχι ως μείζονα προσωπική αμφισβήτηση και να συμβάλλει στην δημιουργία του κόσμου του αύριο, απαρνούμενος τη θέση του παθητικού υποκειμένου. Δυστυχώς σήμερα η διάθεση για παιχνίδι, αν και πρωταρχική ιδιότητα του παιδιού, μοιάζει να μην του επιτρέπεται από τους ενήλικες. Ως εκπρόσωποι του καταναλωτισμού τείνουμε να συγχέουμε τα υλικά παιχνίδια με την πράξη του παιχνιδιού. Παρέχουμε στα παιδιά πληθώρα παιχνιδιών που τελούν στην υπηρεσία ενός μετρήσιμου γνωστικού στόχου, στομώνοντας έτσι την δημιουργικότητά τους. Ξεχνάμε πως «παίζω δεν σημαίνει τείνω προς ένα συγκεκριμένο στόχο αλλά είμαι δεκτικός στο απρόσμενο». Ξεχνάμε πως η λειτουργία του παιχνιδιού δεν αφορά την εξάρτηση του «έχω» μα την ελευθερία του «είναι». Μια χαρτοπετσέτα, ένα κουρελάκι μπορεί να «είναι» καπέλο, πουλί, αέρας, σύννεφο..ένας ολόκληρος κόσμος εν τη γενέσει του. Αυτή η δυνητικότητα συνιστά την συναρπαστικότητα του παιχνιδιού, την περιέργεια για το τι θα συμβεί μετά, την έκπληξη μπρος στο απρόσμενο, την δυναμική -του τι μπορώ να κάνω, την εξερεύνηση- του πώς μπορώ να είμαι. Πόσο φοβόμαστε τελικά το παιχνίδι; Πόσο τρέμουμε την ελευθερία της αταξίας που δημιουργεί, των αναπόφευκτων αμφισβητήσεων που προκύπτουν από αυτό, ώστε να αισθανόμαστε την ανάγκη να το υποτάξουμε στους νόμους της αγοράς και της ζήτησης, να το καθηλώσουμε σε ένα ακόμη προϊόν ή και παρεχόμενη υπηρεσία μέσω των εργαστηρίων παιχνιδιού για παιδιά και γονείς που εμφανίζονται τα τελευταία χρόνια. Γιατί προωθούνται τα παιχνίδια –games εις βάρος του ελεύθερου παιχνιδιού– play; Με τα games, διασφαλίζεται εκ των προτέρων, το σημείο λήξης του παιχνιδιού: νίκη, ήττα, ισοπαλία, σκορ. Αυτό που ορίζει τα games, δεν είναι η αυτοδιάθεση του παιδιού μα η φύση του αποτελέσματος. Με την αυστηρή δομή τους το ωθούν να δομεί με τη σειρά του, μια άμυνα απέναντι στο μη προβλέψιμο που προσφέρει το συμβολικό ελεύθερο παιχνίδι (play). Κι επειδή, «χωρίς καμία αμφιβολία θα ζήσουμε όπως παίξαμε»[1], μεγαλώνοντας εξακολουθούμε να παίζουμε με αφάνταστη σοβαρότητα παρόμοια παιχνίδια με τον εαυτό μας και τους άλλους. Χρειάζονται και τα games-παιχνίδια. Μα στον καιρό μας μοιάζει να υπερκαλύπτουν το μεταβατικό χώρο του συμβολικού παιχνιδιού. Κι έχει σημασία αυτό να το δούμε. Γιατί, ό,τι μας κρατά ως παιδιά περιορισμένους μέσα σε ένα συγκεκριμένο εύρος αλληλεπιδράσεων, χρησιμοποιώντας ένα επιβεβλημένο σύνολο κανόνων, εξακολουθεί και στη ζωή μας να μας κινεί και να θέτει όρια στο τι μπορούμε να κάνουμε, «φυλακίζοντάς» μας, σε ένα ανταγωνιστικό πλαίσιο συμμόρφωσης κι εξάρτησης. Σίγουρα έτσι νοιώθουμε ασφαλείς. Κάθε ιδέα ενός μεγαλύτερου ή και διαφορετικού εύρους αλληλεπίδρασης μοιάζει τρομακτική ακόμη και για να την φανταστεί κανείς. Εύκολα μπορούμε να κάνουμε τις αναγωγές σε σχέση με την λειτουργία μας στην κοινωνία και τις αντιστάσεις μας στη δημιουργικότητα και την αλλαγή που οδηγούν σε νέους τρόπους ύπαρξης, συνοχής και αλληλεπίδρασης. Στο ελεύθερο συμβολικό παιχνίδι, το παιδί ακολουθεί την εσωτερική του παρώθηση. Αφήνεται σε μια περιπέτεια, εξερευνώντας το άγνωστο μέσα κι έξω από τον εαυτό του, εμπιστευόμενο τη διαδικασία του παιχνιδιού. Αν αφιερώναμε λίγο χρόνο να το παρατηρήσουμε χωρίς να επεμβαίνουμε, θα ανακαλούσαμε την φράση του Σίλο: «Σου μιλώ για απελευθέρωση, για κίνηση, για διαδικασία». Παίζοντας μοιράζονται πράγματα και εμπειρίες, συναισθήματα, νέες αισθήσεις, δημιουργούνται αναφορές. Κι όλα αυτά τα γεννήματα της στιγμής τα υποδέχονται με χαρά και πνεύμα ανοίγματος. Μη προσδοκώντας κανένα όφελος, παρά μόνο ελπίζοντας στην επόμενη στιγμή. Ο Λάο Τσε είχε πει: «Του τροχού τον άξονα μοιράζονται τριάντα ακτίνες. Χρήσιμος όμως γίνεται από την κεντρική του τρύπα. Πλάσε κανάτι με πηλό. Χρήσιμο γίνεται από τον εσωτερικό του άδειο χώρο. Το όφελος λοιπόν έρχεται από τούτο που υπάρχει. Το χρήσιμο προκύπτει από εκείνο που λείπει». Είναι ανάγκη να αφήνουμε κενό χώρο στα παιδιά να παίζουν ελεύθερα, χωρίς σκοπό. Αυτό μόνο αρκεί! Σήμερα αποτιμάται ως χάσιμο χρόνου το να μην κάνουμε τίποτα άλλο εκτός από το να παίζουμε, το να μην έχουμε άλλο σκοπό εκτός από το να γνωριστούμε. Κι όμως μέσω αυτού που παραχωρούμε οι ενήλικες στον εαυτό μας ως ευκαιρία για απόλαυση και παιχνίδι, μεταβιβάζουμε στα παιδιά το πιο ουσιώδες, την επιθυμία και την χαρά για ζωή.

[Πηγή: www.doctv.gr]

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 27 Αυγούστου 2016

Αυτό που έχουμε μέσα μας, αυτό που μας συντροφεύει ακόμα και στην άκρα μοναξιά, αυτό που κανείς δεν μπορεί να μας το πάρει αλλά ούτε και να μας το δώσει, είναι πολύ πιο ουσιαστικό απ’ όλα τα αγαθά που μπορεί να διαθέτουμε, απ’ όλες τις εντυπώσεις που μπορεί να δίνουμε στους άλλους.

Ο πλούσιος πνευματικά άνθρωπος απασχολείται και διασκεδάζει έξοχα, ακόμα και σε απόλυτη μοναξιά με τις δικές του σκέψεις και φαντασιώσεις: ενώ ο περιορισμένος, παρά τη συνεχή εναλλαγή έργων, εορτών και ταξιδιών, νιώθει αγιάτρευτη πλήξη. – Ένας καλός, ολιγαρκής, ελαφρός χαρακτήρας μπορεί να νιώθει ικανοποιημένος ακόμα και σε συνθήκες στέρησης, ενώ ένας κακός, άπληστος, ζηλόφθονος χαρακτήρας δε νιώθει ευτυχία όσα πλούτη κι αν κατέχει. (Λέει πολύ σωστά ο Γκαίτε στο Ντιβάν: «Η μεγαλύτερη ευτυχία είναι η προσωπικότητα». Ο άνθρωπος μπορεί ν’ αφομοιώσει από έξω πολύ λιγότερα πράγματα απ’ ό,τι συνήθως νομίζουμε). – Πόσες και πόσες απολαύσεις δεν είναι περιττές, ίσως μάλιστα ενοχλητικές και επαχθείς για τον άνθρωπο που διαθέτει τη μόνιμη απόλαυση μιας εξαίρετης ατομικότητας.

 

*Σωκράτης, Οράτιος [εδώ ο Σοπενχάουερ παραπέμπει στην πρόταση του Σωκράτη σε σχέση με μια έκθεση ειδών πολυτελείας: «Πόσα πράγματα υπάρχουν λοιπόν που αν δεν τα’χω δε θα μου λείψουν καθόλου» και στο στίχο του Οράτιου: «Φίλντισι, μάρμαρο, κοσμήματα, τυρρηνικά αγάλματα, πίνακες, ασημικά, λουσάτα ρούχα βαμμένα στην πορφύρα. Τα λιμπίζονται πολλοί, αλλά υπάρχουν μερικοί που ούτε καν ρωτούν γι’ αυτά». (Οράτιος, Επιστολές, II, 2,180-182.)]

Πηγή Lecture bureau

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 26 Αυγούστου 2016

Για τη φιλοσοφία δεν υπάρχουν διακοπές. Κυριολεκτικά! Αυτό γιατί για τον φιλοσοφικό στοχασμό η δραστηριότητα που ονομάζουμε «διακοπές» είναι κάτι ουσιαστικά ξένο. Ενώ υπάρχουν αναλύσεις και θεωρίες για την εργασία, τη σημασία της κτλ., κάτι αντίστοιχο για τις διακοπές απουσιάζει.

Η αλήθεια, βέβαια, είναι ότι η δραστηριότητα «διακοπές» εμφανίστηκε μάλλον αργά (με τη μορφή που έχουν σήμερα διαμορφώθηκε τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα). Για παράδειγμα, στην Αμερική οι διακοπές αποτελούσαν προνόμιο της ελίτ των αρχών του 19ου αιώνα, ενώ σταδιακά η μεσοαστική τάξη (όρος που περιλαμβάνει ένα ευρύτατο φάσμα επαγγελματιών) άρχισε και αυτή να κάνει διακοπές. Στις αρχές του 20ού αιώνα η πρακτική των διακοπών επεκτάθηκε σημαντικά, ακόμα και στην εργατική τάξη. Μάλιστα, ήταν την περίοδο του Κραχ, όταν η πλειοψηφία της εργατικής τάξης κέρδισε το δικαίωμα στις διακοπές.

Με μια πρώτη ματιά, οι διακοπές φαίνεται να μην έχουν τίποτα το άξιο προσοχής, από φιλοσοφικής άποψης πάντα. Διότι, τι άλλο είναι παρά διασκέδαση, ξεκούραση, χαλάρωση και ευκαιρία για να κάνει κανείς κάτι διαφορετικό; Με άλλα λόγια, περιλαμβάνει δραστηριότητες που κάνουμε κατά τη διάρκεια του έτους – τα Σαββατοκύριακα, τις γιορτές και τις αργίες ή και κάποια απογεύματα μέσα στην εβδομάδα.

Ωστόσο, οι διακοπές δεν ταυτίζονται με τον ελεύθερο χρόνο, τη διασκέδαση ή την ψυχαγωγία. Αυτά υπήρχαν από παλιά και βρίσκουμε, για παράδειγμα, σχετικές αναφορές για τη σημασία του παιχνιδιού, της ψυχαγωγίας, ακόμα και στον Πλάτωνα. Στις διακοπές κάποιος ενδέχεται να μην κάνει απολύτως τίποτα, ενώ όλο τον υπόλοιπο καιρό να πηγαίνει θέατρο, κινηματογράφο, να συναντιέται με φίλους κτλ.

Οι διακοπές διαφέρουν από τις μέρες της αργίας σε ορισμένα σημαντικά σημεία. Κατ’ αρχάς από άποψη χρόνου. Καλύπτουν ένα πολύ μεγαλύτερο χρονικό εύρος απ’ ό,τι οι ημέρες αργίας (γιορτές, Σαββατοκύριακα κτλ.). Η χρονική αυτή διάρκεια τις διαχωρίζει από την καθημερινότητα της παραγωγικής διαδικασίας, κάτι που δεν συμβαίνει με τις μέρες αργίας. Έστω κι αν δίνονται (και δίνονταν) ως μέσο για τη βελτίωση της παραγωγικότητας, η περίοδος των διακοπών αποδεσμεύει το πρόσωπο από την παραγωγή, από την εργασία.

Αυτό έχει ως συνέπεια τη διαμόρφωση μιας νέας καθημερινότητας. Η απουσία από την εργασία από μόνη της συνιστά ανατροπή της καθημερινότητας. Επειδή όμως δεν μπορούμε να ζήσουμε χωρίς συνήθειες (μικρές ή μεγάλες), καθώς μας παρέχουν την απαραίτητη αίσθηση σταθερότητας (ό,τι κι αν αυτή περιλαμβάνει για τον καθένα), φτιάχνουμε νέες συνήθειες. Η καθημερινότητα των διακοπών αντλεί την ελκυστικότητά της όχι τόσο επειδή κάνουμε αυτά που μας αρέσουν και είναι διαφορετικά από εκείνα των υπόλοιπων ημερών, αλλά κυρίως επειδή αυτή η καθημερινότητα έχει περιορισμένη διάρκεια, δηλαδή είναι μια συνήθεια που δεν διαρκεί τόσο ώστε να μεταβληθεί σε κάτι το κουραστικό, το βαρετό ή να προκαλέσει άλλα αρνητικά συναισθήματα.

Μέσα στην καθημερινότητα αυτή εντάσσονται και οι σχέσεις με τους άλλους. Η αλλαγή της καθημερινής ρουτίνας συνεπάγεται και μεταβολή των σχέσεων τόσο με τους οικείους όσο και με τους γνωστούς και, κατ’ επέκταση, με τους ξένους. Ο λόγος είναι ότι αλλάζει η συχνότητα επαφής, ο τρόπος, ενώ και ορισμένοι σκοποί μεταβάλλονται. Με άλλα λόγια, οι διακοπές είναι μια περίοδος όπου έχουμε μια σύντομη (σε σχέση με τον υπόλοιπο καιρό) νέα πραγματικότητα, η οποία καλύπτει ολόκληρο το φάσμα της ζωής μας, χωρίς φυσικά να μεταβάλλονται τα πάντα. Το βασικό είναι ότι έχει αλλάξει ο δικός μας τρόπος που βλέπουμε τη ζωή μας.

Επιπλέον, η περίοδος των διακοπών επιλέγεται, δεν είναι σταθερή, όπως συμβαίνει με τις γιορτές και τις αργίες. Μπορεί οι καλοκαιρινοί μήνες να προτιμώνται από την πλειοψηφία των ανθρώπων σήμερα, αλλά όπως και να ’χει, καθένας ορίζει από μόνος του το πότε θα κάνει διακοπές – έστω κι αν ορισμένες φορές δεν έχει τις επιλογές που θα ήθελε. Αυτό σημαίνει ότι, σε αντίθεση με όλες τις άλλες περιπτώσεις ανάπαυλας, οι διακοπές είναι αποκλειστικά προσωπική υπόθεση.

Βέβαια, θα πρέπει να σημειωθεί ότι, όπως συμβαίνει σε όλα, έτσι και οι αποφάσεις για τις διακοπές λαμβάνονται μέσα στο κοινωνικο-πολιτιστικό πλαίσιο, όπου ζούμε. Κατά συνέπεια η ίδια η αντίληψη περί διακοπών, όπως και οι παρεχόμενες επιλογές επηρεάζονται από τις τρέχουσες αντιλήψεις για το τι είναι και πώς θα πρέπει να ζήσει κανείς τις διακοπές.

Πέρα από αυτά, οι διακοπές είναι μια περίοδος με τη δική τους ξεχωριστή «μυθολογία». Αυτό σημαίνει ότι έχουν ένα ιδιαίτερο νοηματικό πλαίσιο και περιεχόμενο σε σχέση με κάθε άλλη δραστηριότητα, ακόμα κι αν είναι συναφής (π.χ. γιορτές, αργίες). Όσο διαφορετικός κι αν είναι ο τρόπος με τον οποίο καθένας μας κάνει διακοπές, το ευρύτερο πλαίσιο, οι έννοιες και τα συναισθήματα που προκαλούν είναι κοινά. Είναι η κοινότητα μιας ετερότητας.

Εξεταζόμενες ακόμα και στο ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο, οι διακοπές έχουν την ιδιαιτερότητά τους. Για να γίνει αυτό κατανοητό, ας ανατρέξουμε στον Georges Bataille και στη θεώρησή του της δαπάνης. Για τον γάλλο στοχαστή, οι δαπάνες χωρίζονται στις παραγωγικές και στη μη-παραγωγικές. Στις πρώτες περιλαμβάνονται οι δαπάνες που γίνονται προκειμένου να διατηρείται η ζωή και να συνεχίζει η παραγωγικότητα (εδώ περιλαμβάνεται και ο καταναλωτισμός), ενώ στις δεύτερες εντάσσονται δραστηριότητες που είναι αυτοσκοποί, όπως η πολυτέλεια, το πένθος, τα θεάματα, η τέχνη, η σεξουαλική πράξη που δεν αποσκοπεί στη διαιώνιση του είδους κτλ.

Με βάση λοιπόν αυτόν το διαχωρισμό, οι διακοπές φαίνεται να ανήκουν στη δεύτερη κατηγορία δαπανών. Κι αυτό γιατί είναι ένας μη-παραγωγικός αυτοσκοπός (από την πλευρά, βέβαια, εκείνων που κάνουν διακοπές και όχι αυτών που εργάζονται στη βιομηχανία του τουρισμού). Η συμβολή τους στην παραγωγική διαδικασία (αν θέλουμε να ακολουθήσουμε τον Bataille) είναι έμμεση, καθώς η παραγωγή μπορεί να συνεχιστεί και χωρίς να υπάρξουν οι οποιεσδήποτε διακοπές. Ωστόσο, δεν μπορούν να ταυτιστούν με τις υπόλοιπες περιπτώσεις δαπανών, λόγω της διάρκειάς τους (πέρα από οτιδήποτε άλλο), για την οποία έγινε λόγος παραπάνω.

Πέρα από αυτά, ξεχωριστό ενδιαφέρον παρουσιάζει διερεύνηση των διακοπών σε σχέση με το πρόσωπο. Με άλλα λόγια, τι σημαίνει για τον καθένα από εμάς η περίοδος των διακοπών;

Κατ’ αρχάς, υπάρχει απελευθέρωση (ελευθερίας). Οι διακοπές είναι μια περίοδος, όπου αποδεσμευόμαστε από ό,τι κάνουμε κατά τρόπο καθημερινό και επιτακτικό, όπως η δουλειά. Έτσι έχουμε περισσότερο ελεύθερο χρόνο για να κάνουμε αυτό που θέλουμε, πάντα στο πλαίσιο των υπαρχουσών δυνατοτήτων. Η απελευθέρωση αυτή είναι πηγή χαράς.

Επίσης, υπάρχει το άγχος των διακοπών. Στην περίπτωση αυτή βρισκόμαστε μπροστά στο εξής παράδοξο: από τη μια, υπάρχει η ανάγκη για διακοπές και, από την άλλη, η ανάγκη αυτή προκαλεί ορισμένες φορές άγχος σχετικά με την πορεία της δουλειάς, ότι για παράδειγμα κάτι μπορεί να πάει στραβά και να μην προλάβουμε να το διορθώσουμε. Αυτό δεν είναι κάτι το σύγχρονο, αντιθέτως ισχύει σχεδόν από τότε που άρχισαν να εφαρμόζονται οι διακοπές.

Τρίτο, οι διακοπές είναι η περίοδος των προσωπικών ψευδαισθήσεων. Όχι ότι τον υπόλοιπο χρόνο αυτές δεν υπάρχουν, αλλά η απελευθέρωση που συνεπάγεται η περίοδος των διακοπών είναι η ορμή για την προσπάθεια υλοποίησης των ψευδαισθήσεων που συνδέονται με τις διακοπές. Ψευδαισθήσεων που είναι σημαντικές γιατί συνδέονται με έναν χαλαρό και ήρεμο τρόπο ζωής. Ωστόσο, οι ψευδαισθήσεις διατηρούνται ως ψευδαισθήσεις. Αυτό μπορεί να συμβεί είτε επειδή δεν υπάρχει η δυνατότητα πραγματοποίησής τους, είτε επειδή τελικά δεν επιφέρουν το επιθυμητό αποτέλεσμα, π.χ. μια πολυτελής διαβίωση σε ένα νησί δεν επιφέρει την ψυχοσυναισθηματική πληρότητα που περίμενε αυτός που την κάνει ή, ενώ δεν νιώθει αυτή την πληρότητα ή γαλήνη, δημιουργεί την ψευδαίσθηση ότι τη νιώθει, επειδή έτσι θα πρέπει να νιώθει. Οι περιπτώσεις είναι πολλές. Αυτό όμως που έχει σημασία είναι ότι με αυτόν τον τρόπο χάνεται η βιωματική πληρότητα που συνεπάγεται η γνήσια βίωση των διακοπών.

Τέταρτο, και σημαντικότερο, στις διακοπές παραμένουμε ο εαυτός μας. Η μεγαλύτερη ψευδαίσθηση είναι ότι «ξεφεύγουμε» και από τον ίδιο μας τον εαυτό, γιατί έχουμε τη δυνατότητα να κάνουμε πράγματα που συνήθως δεν κάνουμε (π.χ. ξέφρενα πάρτι). Στην πραγματικότητα, μπορεί όντως να κάνουμε πράγματα που δεν κάνουμε τον υπόλοιπο χρόνο, αλλά ό,τι κάνουμε εκφράζει τον εαυτό μας και μόνο αυτόν. Ακόμα κι αν αποφασίσουμε να κάνουμε πράγματα εντελώς αντίθετα από αυτά που κάνουμε τον υπόλοιπο χρόνο, η απόφαση αυτή είναι μια προσωπική απόφαση και εκφράζει την προσωπικότητά μας, η οποία έτσι αποκαλύπτει μια διαφορετική διάστασή της. Με άλλα λόγια, όσο και να προσπαθήσουμε, ποτέ δεν γινόμαστε κάποιος άλλος. Πάντα είμαστε ο εαυτός μας που κινείται σε διαφορετικό περιβάλλον, με άλλους στόχους κ.ο.κ.

Οι παραπάνω σύντομες παρατηρήσεις καθιστούν αντιληπτό ότι οι διακοπές δεν αποτελούν απλώς μια ανάπαυλα χωρίς ιδιαίτερη σημασία, αλλά είναι μια σημαντική δραστηριότητα, η οποία μπορεί να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε διάφορες πτυχές του εαυτού μας, αλλά και της κοινωνίας όπου ζούμε.

 Mιχάλης Κατσιμίτσης www.indeepanalysis.gr

Μαρία Ανδρεάδου στις 24 Αυγούστου 2016

Της Αγγελικής Μπολουδάκη

«Για να καταλάβεις την καρδιά και το μυαλό ενός ανθρώπου, δες τι σε εμπνέει να κάνεις» – Χαλίλ Γκιμπράν

Η σχέση ανθίζει στην αμοιβαιότητα των συναισθημάτων, στην αποδοχή και στην επιθυμία και χάρη σε αυτά ριζώνει, γίνεται ένα πλατύφυλλο δέντρο, όπου εμείς στην σκιά του χαιρόμαστε την δροσιά του και τη μοιραζόμαστε γενναιόδωρα μεταξύ μας. Για να μπορούμε όμως να χαρούμε με την μέθεξη που δημιουργεί η σχέση, χρειάζεται ο ψυχισμός μας να διακρίνεται από συναισθηματική επάρκεια, ώστε να μπορέσουμε να αναγνωρίσουμε και να εκτιμήσουμε αυτό που μας προσφέρεται, για να αποδεχτούμε την προσφορά.

Ο ψυχικός μας ιστός χρειάζεται να διακρίνεται από πυκνότητα και συνοχή, ώστε οποιοδήποτε συναισθηματικό ερέθισμα νιώθουμε, να το καλοδεχόμαστε ακουμπώντας το στη σχέση αν είναι ωφέλιμο, ενώ, αν αντηχεί δυσάρεστα συναισθήματα, να το φιλτράρουμε προσεκτικά. Αν η ψυχική δυσκολία προέρχεται από δικά μας δύσκολα κομμάτια, που εμποδίζουν την χαρά, να το επεξεργαζόμαστε, ενώ, αν προέρχεται από νοσηρές συμπεριφορές άλλων, να αποσυρόμαστε από εκείνους, ώστε να διαφυλάξουμε την ψυχική μας υγεία.

Εάν είμαστε ώριμοι συναισθηματικά, είναι εύκολο να διακρίνουμε την επιβεβαίωση από την εκτίμηση. Η εκτίμηση σχετίζεται με την ικανότητά μας να αγαπάμε, ενώ η επιβεβαίωση αφορά στην ανάγκη μας να αισθανθούμε αξία. Την επιβεβαίωση την εισπράττουμε στις κοινωνικές σχέσεις μας μέσα από την εργασία μας, τη δημιουργικότητά μας, τα ιδιαίτερά μας χαρίσματα τα οποία τα μοιραζόμαστε με τους άλλους και εκείνοι τα θαυμάζουν. Την εκτιμάμε όταν μας προσφέρεται, αλλά είναι σημαντικό να γνωρίζουμε ότι εστιάζεται στα σημεία μας, τα οποία με κάποιο τρόπο εξελίσσουν τους άλλους, αλλά και εμάς γιατί τα αποδεχόμαστε περισσότερο.

Η εκτίμηση αφορά στις προσωπικές μας σχέσεις, όπου αισθανόμαστε ευγνωμοσύνη για τη συναισθηματική ανταπόκριση των ανθρώπων μας και θαυμάζουμε ο ένας τον άλλον για την προσωπικότητά του και τα επιτεύγματά του. Νοιαζόμαστε για τον άνθρωπο που εκτιμάμε και έχουμε επίγνωση της αξίας που έχει ο καθένας στη ζωή μας, αλλά και στην επιθυμία μας για ζωή. Στην εκτίμηση υπάρχει η ελευθερία να καλλιεργεί ο καθένας τον εαυτό του, ενώ κάθε φορά που εξελισσόμαστε εμπεριέχουμε και τον άνθρωπό μας, επειδή υπάρχει σεβασμός μεταξύ μας.

Η επιβεβαίωση στοχεύει στο σημείο, που θαυμάζει κάποιος, όσο διαρκεί, όπου ωφελείται από αυτό, χωρίς όμως απαραίτητα να γίνεται καλύτερος ο εαυτός του, γιατί για αυτό χρειάζεται δέσμευση. Η εκτίμηση εστιάζει στην προσωπικότητα των ανθρώπων που ενδιαφέρονται ο ένας για τον άλλον και ο θαυμασμός που νιώθουν παραμένει ανεπηρέαστος από επιτυχίες ή αποτυχίες, γιατί αισθάνονται πιο όμορφα με τον εαυτό τους αλλά και με τον άλλο άνθρωπο που μοιράζονται συναισθηματικά δώρα αγάπης.

Εάν εκτιμάμε κάθε πτυχή του εαυτού μας, είναι πιο εύκολο να αναζητήσουμε στην πηγή της αγάπης τους ανθρώπους μας και να μην παρασυρθούμε από καθρεφτίσματα που αντανακλούν τα ελλείμματα μας. Όσο πιο ολοκληρωμένη μορφή έχει η εικόνα μας στο νοητό μας καθρέφτη, τα αιτήματα που απευθύνουμε στους ανθρώπους μας είναι αιτήματα αγάπης, που πηγάζουν από την επιθυμία μας να τους συναντήσουμε μέσα από μια αμοιβαιότητα εκτίμησης.

Εάν όμως η απουσία καθρεφτίσματος σκίασε την ύπαρξη μας, χρειάζεται να διαφοροποιηθούμε από μια εικόνα, θαμπή στο σύνολό της ή σε μέρη της, την οποία δανειστήκαμε, προκειμένου να επιβεβαιωθεί η ύπαρξή μας και να αποκτήσει ομοίωμα ο εαυτός μας. Χρειάζεται να προσπαθήσουμε να θωρακίσουμε την αξία μας, αγαπώντας τον εαυτό μας. Ξεφυλλίζοντας τις μνήμες μας, κατανοούμε το παιδί μέσα μας που έκανε λάθη από άγνοια.

Προστατεύουμε τα συναισθήματά του με μητρικό και πατρικό τρόπο νουθετώντας το, ώστε να συνειδητοποιήσει πως το κάθε μάθημα ζωής που έλαβε από τα βιώματά του ήταν πολύτιμο στάλαγμα στην ύπαρξή του. Οι όμορφες εμπειρίες ανθίζουν τη ζωή μας, οι δυσάρεστες, όταν επιβεβαιώσουμε τον εαυτό μας πως άξιζε να τις ζήσουμε, μας μαθαίνουν να δίνουμε αξία και να δεσμευόμαστε με ό,τι ηχεί μελωδικά στην καρδιά μας.

Αν όμως δεν επιβεβαιώσουμε εμείς τον εαυτό μας με καθησυχαστικά λόγια που θα μας κάνουν να αισθανθούμε περήφανοι για μας, η κάθε κίνησή μας θα στρέφεται απεγνωσμένα στους άλλους, ώστε να θαμπωθούμε από την αντανάκλαση που θα δούμε στο βλέμμα τους, ελπίζοντας στην εκτίμησή τους. Θα επιζητάμε μια όαση, όχι για να μοιραστούμε συναισθήματα, αλλά γιατί φανταζόμαστε πως στον αντικατοπτρισμό της θα αποκατασταθεί η εικόνα μας και θα αναστυλωθεί η αξία μας. Θα εξαρτιόμαστε από εκείνους και θα γινόμαστε πιόνια στις διαθέσεις τους γιατί ως τρεμάμενα σχήματα θα προσμένουμε την κίνηση τους, για να σταθεροποιήσουμε τη μορφή μας και να μη μείνουμε μόνο περιγράμματα.

Θα ξοδεύουμε αλόγιστα την ψυχή μας, προσπαθώντας να εξαγοράσουμε τα συναισθήματά τους, έχοντας την ψευδαίσθηση πως όσο προσφερόμαστε στο βωμό ως θυσία, τόσο οι άλλοι θα διακρίνουν το μέγεθος της αξίας μας, για να το χωρέσουμε και εμείς. Θα τρέφουμε την αυταπάτη πως χάρη στο επιβεβαιωτικό τους βλέμμα κάθε αρνητικό θα το μετατρέψουμε σε πηγή θετικής ακτινοβολίας, οπότε η δική μας ανάγκη θα μετουσιωθεί σε επιθυμία για ζωή και ο έρωτας θα αναγεννηθεί μέσα μας.

Προσαρμοσμένοι σε αιτήματα άλλων, χάνουμε τον αληθινό μας καθρέφτη. Υποταγμένοι ενός ψευδούς εαυτού, για να ικανοποιήσουμε αυτό που επιθυμούν οι άλλοι για μας, χάνουμε την αλήθεια μας και πορευόμαστε με ένα εαυτό που δεν είναι δικός μας. Εάν προσαρμοστούμε σε προσδοκίες άλλων, σε ανεκπλήρωτες ανάγκες, προκειμένου να βρούμε τον δρόμο μας στη ζωή, η πορεία μας γίνεται μονόδρομος όπου δεν υπάρχει χώρος για προσωπικές αναζητήσεις, ελευθερία, ψυχική ανάταση, εμπιστοσύνη στη ζωή και αγάπη για αυτήν και φυσικά χάνουμε την εκτίμησή μας προς εμάς.

Ακολουθούμε τυφλά μονοπάτια άλλων που υπόσχονται αντανακλάσεις, προσπαθώντας να επιβεβαιώσουμε τις δικές μας πορείες, γιατί δεν αποδεχόμαστε αυτό που είμαστε, λες και έχουμε απεγνωσμένα την ανάγκη να γίνουμε κάτι άλλο μακρινό, σχεδόν εξόριστο που δεν μπορούμε να το φτάσουμε. Η τέλεια σιλουέτα, το ιδανικό πρόσωπο, η αψεγάδιαστη συμπεριφορά, η αλάνθαστη τελειότητα, η άφθαρτη νεότητα. Πίσω από αυτήν την ατέρμονη αναζήτηση κρύβεται το αίτημά μας για αγάπη. Ένα αίτημα σιωπηλό, αθόρυβο, που πνίγεται κάθε φορά που ξεπροβάλλει, για να μας απευθυνθεί να το αποδεχτούμε, για να μπορέσουμε να το προφέρουμε.

Έχουμε ανάγκη να μας αγαπήσουμε με τις μικρές αλλά και τις μεγάλες μας αδυναμίες, με τις δυνατότητές μας που αγωνίζονται να πάρουν μια θέση για να τις αναγνωρίσουμε, με τα σημαντικά αλλά και με εκείνα που θεωρούμε ασήμαντα κομμάτια του εαυτού μας, που ζητούν δειλά- δειλά να πάρουν μια θέση στην καρδιά μας, για να εκτιμηθούν από μας.

——

Η Αγγελική Μπολουδάκη είναι ιδιώτης Κοινωνική Λειτουργός, τέως στέλεχος του Κέντρου πρόληψης της χρήσης εξαρτησιογόνων ουσιών Ν.Χανίων και τέως Εκπαιδευτικός Α.Τ.Ε.Ι. Είναι συγγραφέας του βιβλίου ‘Μαμά, μπαμπά, δε με κοιτάξατε και χάθηκα’, Εκδόσεις Αραξοβόλι

πηγή : http://enallaktikidrasi.com

Μαρία Ανδρεάδου στις 24 Αυγούστου 2016

Σάββας Ν. Σαλπιστής, Ph.D., Κλινικός Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπευτής

πηγή : http://enallaktikidrasi.com

Η συνεχής ανάγκη επιβεβαίωσης και συμπάθειας από τους άλλους είναι, στην ουσία, σαν να λέμε στον εαυτό μας πως η γνώμη των άλλων για εμάς είναι σημαντικότερη και εγκυρότερη από αυτήν που εμείς οι ίδιοι έχουμε για τον εαυτό μας. Η κατασπατάληση χρόνου και ενέργειας, στην περίπτωση αυτή, είναι τεράστια, τα δε αποτελέσματα σχεδόν πάντα ανεπαρκή καθώς μόνο προσωρινή ανακούφιση παρέχουν.

Το πρώτο σημαντικό βήμα, για όσους νιώθουν έτσι, είναι η συνειδητοποίηση πως η αναζήτηση της συμπάθειας των άλλων δεν είναι μία ανάγκη αλλά μία επιθυμία. Όλοι μας νιώθουμε ικανοποίηση όταν εισπράττουμε το θαυμασμό, το χειροκρότημα ή τα θετικά σχόλια των άλλων, και αυτό είναι κάτι το απόλυτα φυσιολογικό. Σε πρόβλημα μετατρέπεται όταν ανάγεται σε αυτοσκοπό, όταν, δηλαδή, μετατρέπεται σε ανάγκη που, αν δεν ικανοποιηθεί, μπορεί να οδηγήσει κάποιον σε απόγνωση, θλίψη και αυτοαμφισβήτηση.

Οι αποχρώσεις μιας τέτοιας ανάγκης είναι πολλές, αγγίζοντας τα όρια του τραγικού, όταν κάποιος αναζητά απεγνωσμένα τη συμπάθεια και επιβράβευση ΟΛΩΝ για οτιδήποτε κάνει. Στην περίπτωση αυτή, μιλάμε για μια πραγματική θυσία του εαυτού στο βωμό της γνώμης και των προτιμήσεων των άλλων. Πιστεύω πως, στην ομάδα αυτή, ανήκει ένα μεγάλο μέρος των πολιτικών, γενικώς. Η ανάγκη τους για αποδοχή και συμπάθεια είναι απύθμενη και, χωρίς αυτά, θα ήσαν, στην κυριολεξία, άνεργοι. Για το λόγο αυτό, δεν μιλούν, συνηθέστατα, τη γλώσσα της αλήθειας αλλά λένε και υπόσχονται πράγματα, πέραν των πεποιθήσεών τους, με μοναδικό σκοπό την απόκτηση της συμπάθειας και εύνοιας αυτών στους οποίους απευθύνονται, δηλαδή, των μελλοντικών τους ψηφοφόρων.

Αυτού του είδους η συμπεριφορά είναι πολύ εύκολα αναγνωρίσιμη στους πολιτικούς από τους περισσότερούς μας. Πόσο εύκολο είναι, όμως, να την εντοπίσουμε στους εαυτούς μας, ιδίως εάν έχει γίνει στοιχείο του χαρακτήρα μας, δυσχεραίνοντας κατά πολύ τη δυνατότητα αυτοπαρατήρησής μας; Δεν υπάρχει άλλος τρόπος απαλλαγής από αυτήν τη μέγγενη, πέραν της αυτογνωσίας και του εντοπισμού των αιτιών της, εντός μας.

Πρώιμα μηνύματα που οδηγούν το παιδί να αναζητά την επιβεβαίωση των άλλων

Πριν από λίγα χρόνια, περίμενα τη σειρά μου για να πληρώσω στο ταμείο ενός σούπερ-μάρκετ. Εμπρός μου, βρίσκονταν μία μητέρα με το πεντάχρονο, περίπου, και πολύ συμπαθητικό, φυσιογνωμικά, αγοράκι της. Η ταμίας του χαμογέλασε, λέγοντάς του πόσο γλυκό αγόρι είναι και ρωτώντας το εάν θέλει να του δώσει μία καραμέλα. Το αγοράκι στράφηκε τότε προς τη μητέρα του, ρωτώντας την: «Θέλω μια καραμέλα;» Ένιωσα ένα σφίξιμο στην καρδιά, παρόλο που έχω ξανασυναντήσει πολλές φορές ανάλογες συμπεριφορές, δηλαδή, παιδιά -ακόμα και ενήλικες- που ρωτούν τους γονείς τους -ή κάποιον άλλον ενήλικα- για το τι θα φάνε, με τι να παίξουν, με ποιους θα παίξουν, αν θα κοιμηθούν, τι θα φορέσουν κ.ά.

Υπάρχουν γονείς που βλέπουν τα παιδιά τους ως κτήμα τους, θέλοντας να τα διαμορφώσουν κατά πως οι ίδιοι επιθυμούν, ως να επρόκειτο για τους εαυτούς τους. Γίνονται αδυσώπητοι κριτές τους και μπορεί να φθάνουν ακόμα και μέχρι του σημείου να απειλούν με απόσυρση της αγάπης τους («Η μαμά δεν σ΄αγαπάει αν δεν είσαι καλό παιδάκι» ή «Αν κάνεις έτσι, η μαμά θα πάρει άλλο παιδάκι» κ.τ.λ.) -όταν το παιδί προσπαθεί, ως δικαιούται, να υπερασπιστεί τα θέλω του- και υμνητές του, όταν «συμμορφώνεται προς τας υποδείξεις»…

Ένα παιδί, με ανάλογες εμπειρίες, δεν πρόκειται να εμπιστευτεί τον εαυτό του, σε βαθμό που να νιώθει ασφάλεια και αυτοπεποίθηση. Η σπίθα αυτονομίας που διεκδικούσε με τόση λαχτάρα ο αναδυόμενός του εαυτός σβήστηκε βίαια με πυροσβεστήρες αποδοκιμασιών, μομφών και αμφισβητήσεων.

Παράδειγμα:

Το παιδί ρωτά τη μητέρα του τι ρούχα να φορέσει

Μητέρα: «Φόρεσε ότι θέλεις»

Παιδί: «Πως σου φαίνεται αυτό, μαμά;»

Μητέρα: «Όχι, παιδί μου! Θα βγεις έτσι έξω; Δεν ταιριάζει αυτή η μπλούζα με αυτό το παντελόνι. Πήγαινε και άλλαξε γρήγορα!».

Λίγες ημέρες αργότερα…

– «Τι να φορέσω μαμά;»

– «Μα σου είπα, φόρεσε ότι θέλεις! Γιατί συνέχεια πρέπει να με ρωτάς!»…

Κάπως έτσι αντιμετώπιζε την Κ. η μητέρα της. Καταξιωμένο άτομο, σήμερα, πολύ ευφυής και με μεγάλη επιστημονική και κοινωνική αναγνώριση. Ότι και αν κάνει, όσο πολύ και αν προσπαθεί, πάντα πιστεύει πως δεν είναι αρκετό, πως «δεν θα αρέσει», πως θα επικριθεί. Σχεδόν όλα της τα Σαββατοκύριακα τα αφιέρωνε στις διάφορες εργασίες της για να είναι «τέλειες» ώστε να μην μπορεί κάποιος να της προσάψει το παραμικρό, νιώθοντας ταυτόχρονα τεράστιες ενοχές για το χρόνο που σχεδόν ποτέ δεν περίσσευε για τα παιδιά της που, συνήθως, τα επέπληττε ουρλιάζοντας όταν τη διέκοπταν από τη μελέτη της, θέλοντας να ζητήσουν ή να ρωτήσουν κάτι.

Στη θεραπεία της, κάθε φορά που πρόφερε τη λέξη «μητέρα», αναφερόμενη στη μητέρα της, βούρκωνε ή έκλαιγε γοερά. Μόλις την περασμένη βδομάδα, ψέλλισε μέσα στο ασταμάτητο κλάμα της:

– «Ποτέ της δεν αναγνώρισε στο ελάχιστο ό,τι και αν έκανα, όσο σπουδαίο και αν ήταν αυτό. Ποτέ δεν ήταν αρκετό, νόμιζα πως δεν με αγαπά για αυτό που είμαι»…

Πολλοί είναι οι γονείς που λειτουργούν ως τροχονόμοι και κριτές των επιλογών και της ζωής του παιδιού τους, θεωρώντας πως οι ίδιοι γνωρίζουν πάντα καλύτερα, ακόμα και τις ανάγκες του, και στερώντας του τη δυνατότητα να δοκιμάσει, να γνωρίσει και να αρχίσει να εμπιστεύεται τον εαυτό και τις δυνάμεις του. Το να γνωρίζει ο γονιός καλύτερα δεν σημαίνει πως πρέπει να υποκαθιστά και να ακυρώνει το παιδί. Ο ρόλος του είναι να φροντίζει για το «ευ ζην» του παιδιού του, δίνοντάς του σταδιακά, από την αρχή της ζωής, ολοένα και περισσότερο χώρο ώστε να εξελίξει τον αληθινό εαυτό και τις ιδιαίτερες δυνατότητές του. Να βρίσκεται, συνήθως, ένα βήμα πίσω από το παιδί και όχι ένα ή περισσότερα μπροστά, ανοίγοντάς του το δρόμο ως μπουλντόζα…

Πολλά είναι τα παιδιά εκείνα που, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο «εκπαιδεύονται» στο να γίνουν άτομα εξαρτημένα, τουλάχιστον, από τη γνώμη, την αποδοχή, την επιβεβαίωση και το θαυμασμό των άλλων, και, αργότερα στη ζωή, ως ζωντανοί ετερόφωτοι αστέρες, να μοιάζει σαν να μην υπάρχουν αν δεν «φωτιστούν» από κάποιους άλλους…

Τα παιδιά, σχεδόν πάντα, αντιστέκονται

Τα περισσότερα παιδιά, όμως, αντιστέκονται, με το δικό τους τρόπο και τα μέσα που διαθέτουν, μπροστά σε αυτού του είδους την καλοπροαίρετη άσκηση βίας. Πόσοι είναι οι γονείς που συναινούν, για παράδειγμα, στην επιθυμία του τρίχρονου παιδιού τους να δοκιμάσει τον εαυτό του και λέει: «Μόνος», θέλοντας να βάλει χωρίς βοήθεια το μπουφάν του, το πρωί πριν την αναχώρηση για τον παιδικό σταθμό και όταν ο χρόνος πιέζει; Τα παιδιά δεν μπορούν, φυσικά, να τα βγάλουν πέρα με έναν ενήλικα που τόσο ανάγκη έχουν για τη φυσική και συναισθηματική τους επιβίωση, αντιδρούν, όμως, με τα δικά τους «όπλα» ώστε να διατηρήσουν ή να περισώσουν έστω και μια ψευδαίσθηση αυτονομίας. Έτσι, λοιπόν, μπορεί να αρνούνται να φάνε το φαγητό τους, να καθίσουν στο γιο-γιο τους για την ανάγκη τους, να μην κοιμούνται κ. ά.

Με τι εφόδια θα αντιμετωπίσει ένα τέτοιο παιδί, εκτός σπιτιού, το αναπόφευκτο κάποια στιγμή ενδεχόμενο να χρειασθεί να αντιπαρατεθεί ή να συγκρουσθεί με άλλα παιδιά, υπερασπιζόμενο τον εαυτό και την αξιοπρέπειά του; Πως θα μπορέσει να διαχειρισθεί μια σοβαρή συναισθηματική ματαίωση, φιλικής ή ερωτικής μορφής και τόσες άλλες καταστάσεις όπου ο γονιός δεν μπορεί, σε καμία περίπτωση, να είναι παρών;

Με άλλα λόγια, το πρόβλημα δεν είναι η ανάγκη του παιδιού για επιβεβαίωση, συμπάθεια, εκτίμηση και αποδοχή αλλά το να παρέχονται όλα αυτά από το γονιό ως επιβράβευση αποδεκτών σε αυτόν συμπεριφορών του παιδιού του. Σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει η αυτοεκτίμηση του παιδιού να εξαρτάται από την επιδοκιμασία των άλλων αλλά από τη θετική εικόνα που το ίδιο έχει αποκτήσει για τον εαυτό του, έχοντας ενθαρρυνθεί -και όχι υποκατασταθεί- προς την κατεύθυνση αυτή από το άμεσό του περιβάλλον.

Ο ρόλος του σχολείου

Όλη η φιλοσοφία του σημερινού εκπαιδευτικού μας συστήματος δεν ευνοεί μια πιο ελεύθερη σκέψη και διάθεση αυτονομίας, την κριτική ικανότητα και εμπιστοσύνη στις ίδιες δυνάμεις του παιδιού. Παπαγαλία, φροντιστήρια ή ιδιαίτερα, «προσαρμογή» στους κανόνες και τις απαιτήσεις της αγοράς κ.τ.λ. Μαθητές που δείχνουν τάσεις πιο αυτόνομης λειτουργίας και ελεύθερης σκέψης, που δεν λειτουργούν ενοχικά, που δεν έχουν μάθει να επιβεβαιώνονται μόνο όντας αρεστοί στους άλλους και που δεν «προσαρμόζονται» στις απαιτήσεις του σχολείου ή/και των εκπαιδευτικών, εύκολα μπορούν να χαρακτηριστούν ως «δύσκολα» «προβληματικά» ή «απροσάρμοστα» παιδιά.

Το σχολείο, ως οργανισμός, δεν αποδέχεται και δεν μπορεί να διαχειρισθεί αποτελεσματικά παιδιά που σκέφτονται πιο ελεύθερα και ανεξάρτητα. Συχνά, σε πολλά σχολεία, ο δρόμος προς την «επιτυχία» περνά μέσα από την προσπάθεια απόκτησης της συμπάθειας του εκπαιδευτικού προσωπικού. Αυτό ήταν ακόμα πιο κραυγαλέο παλαιότερα. Κάτι ανάλογο συμβαίνει συχνά και στα πανεπιστήμια…

Επίλογος

Η ανάγκη επιβεβαίωσης αποτελεί πανανθρώπινη ανάγκη και παράγοντα που μπορεί να κάνει τη διαφορά στη ζωή του καθενός μας, αρκεί να μην δίνεται με ανταλλάγματα και προϋποθέσεις ξένες προς εμάς.

Η σημασία επιβεβαίωσης διαφαίνεται πολύ ανάγλυφα από αυτό που ισχύει σε μια φυλή της Αφρικής. Στη φυλή αυτή, η χειρότερη ποινή την οποία κάποιος μπορεί να εισπράξει δεν είναι φυλάκιση, εκτέλεση ή κάτι παρόμοιο. Το άτομο που υπέπεσε σε κάποιο βαρύ παράπτωμα μπορεί να συνεχίσει να ζει στο χωριό αλλά κανένας δεν το κοιτά, δεν του μιλά ή δεν κάνει κάτι που να υποδηλοί πως το άτομο αυτό υπάρχει. Τα άτομα που καταδικάστηκαν σε αυτού του είδους την ποινή πολύ συχνά αρρώσταιναν βαριά μετά από κάποιο χρονικό διάστημα και ορισμένα πέθαιναν εξαιτίας αυτής της παντελούς έλλειψης ανθρώπινης επιβεβαίωσης.

Ο σουηδός συγγραφέας Hjalmar Söderberg λέει χαρακτηριστικά (ελεύθερη μετάφραση): «Θέλουμε να αγαπηθούμε, αλλά ελλείψει αυτού να μας φοβούνται, ελλείψει αυτού να μας απεχθάνονται και να μας περιφρονούν. Έχουμε ανάγκη να προκαλούμε κάποιου είδους συναίσθημα στους ανθρώπους. Η ψυχή παγώνει στο κενό και αναζητά την επαφή με κάθε αντίτιμο».

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 24 Αυγούστου 2016

“Τοποθετήσετε μια πέτρα κάτω από ένα μικροσκόπιο και την παρατηρήσετε προσεκτικά, θα δείτε ότι ποτέ δεν αλλάζει. Αλλά, αν τοποθετήσετε ένα κοράλλι κάτω απ’ το ίδιο μικροσκόπιο, θα διαπιστώσετε ότι μεγαλώνει κι αλλάζει. Συμπέρασμα: το κοράλλι είναι ζωντανό, η πέτρα είναι νεκρή. Πώς θα ξεχωρίσετε ένα ζωντανό λουλούδι από ένα νεκρό; Ζωντανό θα είναι αυτό που ωριμάζει κα μεγαλώνει. Η μοναδική απόδειξη ζωής είναι η ωρίμανση! Το ίδιο ισχύει και στον ψυχολογικό κόσμο. Αν ωριμάζετε, είστε ζωντανοί. Αν δεν ωριμάζετε, είναι πολύ πιθανόν να είστε νεκροί.
Μπορεί να έχετε ως κινητήρια δύναμη περισσότερο την επιθυμία να ωριμάσετε παρά την ανάγκη να διορθώσετε τα ελαττώματά σας. Αν δέχεστε ότι μπορείτε πάντα να ωριμάζετε, να βελτιώνεστε, να γίνεστε όλο και μεγαλύτεροι, τότε αυτό είναι αρκετό. Όταν αποφασίσετε ν’ ακινητοποιηθείτε ή να νιώσετε επώδυνα συναισθήματα, έχετε αποφασίσει να μην ωριμάσετε. Η κινητήρια δύναμη ωρίμανσης σημαίνει μάλλον να χρησιμοποιείτε την ενέργεια της ζωής για μεγαλύτερη ευτυχία παρά να πρέπει να βελτιώνεστε επειδή αμαρτήσατε ή επειδή είστε ελλιπείς.
Αποκορύφωμα της επιλογής της ωρίμανσης, ως κινητήριας δύναμης, είναι η προσωπική κυριαρχία σε κάθε τωρινή στιγμή της ζωής σας. Κι αυτή η κυριαρχία σημαίνει να είστε εσείς που θ’ αποφασίζετε για τη μοίρα σας· δεν είστε απλά κάποιος που τα βγάζει πέρα, αγωνίζεται ή προσαρμόζεται στον κόσμο. Αντί γι’ αυτό, διαλέξτε ποιος θα είναι για σας ο κόσμος. Ο Τζωρτζ Μπέρναρντ Σω το διατυπώνει αυτό στο έργο του Το επάγγελμα της κ. Γουώρρεν: «Οι άνθρωποι πάντα κατηγορούν τις συνθήκες ζωής τους γι’ αυτό που οι ίδιοι είναι. Δεν πιστεύω στις περιστάσεις και τις συνθήκες. Οι άνθρωποι που πετυχαίνουν σ’ αυτό τον κόσμο είναι αυτοί που προχωρούν, διαλέγουν τις συνθήκες και τις περιστάσεις που θέλουν κι όταν δεν τις βρίσκουν τις δημιουργούν».
Όμως να θυμάστε, η αλλαγή του τρόπου που σκέφτεστε, νιώθετε ή ζείτε είναι πιθανή, αλλά ποτέ εύκολη.
Αν στ’ αλήθεια θέλετε να ζείτε ολοκληρωμένα και να ελέγχετε τις προσωπικές σας επιλογές, αν στ’ αλήθεια θέλετε να φτάσετε στην ευτυχία της τωρινής στιγμής, θα πρέπει να είστε το ίδιο αυστηρά προσηλωμένοι και στην προσπάθεια να αποβάλετε τον ηττοπαθή τρόπο σκέψης και στην εκμάθηση οποιουδήποτε δύσκολου εγχειρήματος.

 «Οι περιοχές των σφαλμάτων σας»
ΓΟΥΑΙΗΝ ΝΤΥΕΡ

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 22 Αυγούστου 2016

Δάσκαλε, την ηρεμία πως την κατακτάς;

-Η ζωή παιδί μου, είναι ροή. Προχωράει αδιάκοπα και δεν νοιάζεται για τη δική σου κατάσταση.

Η ζωή ακόμα, είναι δημιουργία. Κάθε στιγμή, αναπλάθει τον εαυτό της και ξαναδημιουργείται. Όλα τα τμήματά της συμβάλλουν σε αυτό. Ακόμα και η δική σου στάση.

Μπροστά μας, βγαίνουν προβλήματα. Καλούμαστε να τα επιλύσουμε. Άλλο πράγμα το πρόβλημα, άλλο πράγμα η λύση του.

Το μπλοκάρισμα προκαλείται όταν ο νους εστιάζει στο πρόβλημα και όχι στη λύση του. Όταν το κοιτάς, το γιγαντώνεις, ενώ θα έπρεπε να διαθέτεις την ενέργειά σου στη λύση. Εκεί βρίσκεται η απάντηση που ψάχνεις. Στη λύση.

Όποτε κάνεις βήματα για τη λύση, δημιουργείς, και είσαι σύμφωνος με τη ροή.
Όποτε εστιάζεις στο πρόβλημα, κολλάς στο παρελθόν, και η ζωή σε προσπερνάει. Το πρόβλημα, κάποτε γεννήθηκε. Τώρα, είναι παρελθόν. Η εστίαση σε αυτό, φέρνει ταραχή. Η χρόνια ταραχή, σωματοποιείται, και εκφράζεται με την ασθένεια. Έτσι δημιουργείς σε αντίθεση με τη ροή, και διαμέσου του ταραγμένου νου.

Αν ξέρεις τη λύση στο πρόβλημά σου, βάδισε προς αυτή, και ξεκίνα να δημιουργείς. Έτσι ο νους ευφραίνεται, μπαίνει σε καινούργια μονοπάτια, και η δημιουργία σου έχει ξεφύγει από το πρόβλημα που γεννήθηκε στο παρελθόν, και μπαίνει στη διαδρομή της ροής, η οποία δεν κοιτάζει πίσω.

Αν δεν ξέρεις τη λύση, εμπιστεύσου λίγο περισσότερο τη δύναμη της ζωής σε αυτό. Ίσως η λογική σου να μην βλέπει όλες τις πληροφορίες, οι πεποιθήσεις σου να είναι πολύ παγιωμένες, η αντίληψή σου ελλιπής, ο φόβος σου πολύ μεγάλος. Ίσως κάνεις μεγάλο θόρυβο και δεν ακούς την απάντηση. Ίσως την απορρίπτεις χωρίς να έχεις αφήσει περιθώριο στην καρδιά σου να σου μιλήσει.

Και πάνω από όλα, μέσα στη ταραχή και τον εγκλωβισμό που δημιουργεί ένα πρόβλημα, ζήτησες ποτέ να ακούσεις κάποια λύση, δείχνοντας εμπιστοσύνη στο καινούργιο, και επιτρέποντας στο παλιό να αποχωρήσει;

Να ξέρεις, η ροή, ζητάει θυσία. Η ζωή, θα προχωρήσει αδιαφορώντας για τις πεποιθήσεις σου.

Από Awaken.gr

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 22 Αυγούστου 2016

“Μέτρησα τα χρόνια μου και συνειδητοποίησα, ότι μου υπολείπεται λιγότερος χρόνος ζωής απ” ότι έχω ζήσει ως τώρα…

Αισθάνομαι όπως αυτό το παιδάκι που κέρδισε μια σακούλα καραμέλες: τις πρώτες τις καταβρόχθισε με λαιμαργία αλλά όταν παρατήρησε ότι του απέμεναν λίγες, άρχισε να τις γεύεται με βαθιά απόλαυση.

Δεν έχω πια χρόνο για ατέρμονες συγκεντρώσεις όπου συζητούνται, καταστατικά, νόρμες, διαδικασίες και εσωτερικοί κανονισμοί, γνωρίζοντας ότι δε θα καταλήξει κανείς πουθενά.

Δεν έχω πια χρόνο για να ανέχομαι παράλογους ανθρώπους που παρά τη χρονολογική τους ηλικία, δεν έχουν μεγαλώσει.

Δε θέλω να βρίσκομαι σε συγκεντρώσεις όπου παρελαύνουν παραφουσκωμένοι εγωισμοί.

Δεν ανέχομαι τους χειριστικούς και τους καιροσκόπους.

Με ενοχλεί η ζήλια και όσοι προσπαθούν να υποτιμήσουν τους ικανότερους για να οικειοποιηθούν τη θέση τους, το ταλέντο τους και τα επιτεύγματα τους.

Μισώ, να είμαι μάρτυρας των ελαττωμάτων που γεννά η μάχη για ένα μεγαλοπρεπές αξίωμα.

Οι άνθρωποι δεν συζητούν πια για το περιεχόμενο… μετά βίας για την επικεφαλίδα.

Ο χρόνος μου είναι λίγος για να συζητώ για τους τίτλους, τις επικεφαλίδες.

Θέλω την ουσία, η ψυχή μου βιάζεται… Μου μένουν λίγες καραμέλες στη σακούλα…

Θέλω να ζήσω δίπλα σε πρόσωπα με ανθρώπινη υπόσταση.

Που μπορούν να γελούν με τα λάθη τους.

Πoυ δεν επαίρονται για το θρίαμβό τους.

Που δε θεωρούν τον εαυτό τους εκλεκτό, πριν από την ώρα τους.

Που δεν αποφεύγουν τις ευθύνες τους.

Που υπερασπίζονται την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και που το μόνο που επιθυμούν είναι να βαδίζουν μαζί με την αλήθεια και την ειλικρίνεια.

Το ουσιώδες είναι αυτό που αξίζει τον κόπο στη ζωή.

Θέλω να περιτριγυρίζομαι από πρόσωπα που ξέρουν να αγγίζουν την καρδιά των ανθρώπων…

Άνθρωποι τους οποίους τα σκληρά χτυπήματα της ζωής, τους δίδαξαν πως μεγαλώνει κανείς με απαλά αγγίγματα στην ψυχή.

Ναι, βιάζομαι, αλλά μόνο για να ζήσω με την ένταση που μόνο η ωριμότητα μπορεί να σου χαρίσει.

Σκοπεύω να μην πάει χαμένη καμιά από τις καραμέλες που μου απομένουν… Είμαι σίγουρος ότι ορισμένες θα είναι πιο νόστιμες απ΄ όσες έχω ήδη φάει.

Σκοπός μου είναι να φτάσω ως το τέλος ικανοποιημένος και σε ειρήνη με τη συνείδησή μου και τους αγαπημένους μου…»

 

Mário Pinto de Andrade, από την Αγκόλα, δοκιμιογράφος και πολιτικός ακτιβιστής στη χώρα του.

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 14 Αυγούστου 2016

Ένα μικρό ψαροκάικο είναι η ζωή μου.

Ένα μικρό φθαρμένο ψαροκάικο που έχει σμαραγδιά φεγγάρια στο κατάρτι του κι ένα ξεσκούφωτο ήλιο αληταρά για τιμονιέρη.

Ένα ψαροκάικο δίχως ρότα.

 

Που πάμε καπετάνιο; Με ρωτάει ο τιμονιέρης και μου κλείνει το μάτι.

 

Όπου πάνε τα κύματα λέω επίσημα εγώ.

 

Και τα σμαραγδιά φεγγάρια που είναι στο κατάρτι σκάνε σαν ρόδια στην κουβέρτα.

 

Κι ο ξεσκούφωτος ήλιος ο αληταράς παρατάει το τιμόνι του και χορεύει.

 

Και η νύχτα γεμίζει χιλιάδες ήλιους αληταράδες.

Και η ψυχή μου γεμίζει νύχτες πολύχρωμες. Γεμίζει σμαραγδιά φεγγάρια και θαλασσινά πουλιά. Που να χωρέσουν μέσα μου όλα αυτά; Που να στριμωχτούν π΄ ανάθεμα τα ;

 

Αν βρισκόταν τώρα κάποιος δίπλα μου να μου ζεστάνει τα χέρια… να μου πει ψιθυριστά: «Εντάξει. Μη φοβάσαι μωρό μου».

Κι εγώ να σύρω τα δάχτυλα μου στο πρόσωπο του και να πιάσω το σχήμα του χαμόγελου του.

Να πιάσω το σχήμα του κόσμου. Και να γλυκαθώ.

Κάτι τέτοιες νύχτες είναι που έχω κάνει όλες τις αγοραπωλησίες της ψυχής μου με τον πρώτο έμπορα που θα μου παρουσιαστεί.

Πουλάω τα πάντα έτσι για έναν παρά…»

Αλκυόνη Παπαδάκη

 

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 14 Αυγούστου 2016

Μια νέα έρευνα έδειξε ότι τα δελφίνια «τραγουδούν» στα μικρά τους όταν βρίσκονται στη μήτρα τους. Τα δελφίνια χρησιμοποιούν «σφυρίγματα-υπογραφές» για να εντοπίζει το ένα το άλλο και να επικοινωνούν μεταξύ τους. Όπως εμείς οι άνθρωποι χρησιμοποιούμε τα ονόματα. Οι μητέρες δελφίνια έχει παρατηρηθεί ότι  επινοούν ένα σφύριγμα-υπογραφή για το μωρό τους, μήνες πριν τη γέννηση του και έως δύο εβδομάδες μετά.

Αυτό έχει μελετηθεί στο παρελθόν, αλλά αυτή η νέα έρευνα εξέτασε τα ποσοστά αυτών των σφυριγμάτων και αν αλλάζουν μετά τη γέννηση. Η Audra Ames, καθηγήτρια Συμπεριφοράς Θαλάσσιων Θηλαστικών και επικεφαλής του εργαστηρίου Νόησης στο Πανεπιστήμιο του Southern Mississippi, παρουσίασε μερικά από τα ευρήματά της στο ετήσιο συνέδριο του American Psychological Association, όπως αναφέρει το Live Science.

«Υποτίθεται ότι αυτό είναι μέρος μιας διαδικασίας αποτύπωσης», δήλωσε η Ames στο  Live Science κατά τη διάρκεια του συνεδρίου

«Εμείς βλέπουμε ότι τα ανθρώπινα μωρά αναπτύσσουν μια προτίμηση για τη φωνή της μητέρας τους κατά το τελευταίο τρίμηνο της κύησης. Δεν ξέρω αν αυτό είναι κάτι που συμβαίνει εδώ στην περίπτωση των δελφινιών, αλλά θα μπορούσε να είναι κάτι παρόμοιο», πρόσθεσε.

Οι επιστήμονες κατέγραψαν 80 ώρες ήχου – δύο μήνες πριν και δύο μήνες μετά τον τοκετό – σε μια δεξαμενή στο Six Flags Discovery Kingdom στο Vallejo της Καλιφόρνια. Η κατασκευή ήταν η κατοικία ενός κοπαδιού δελφινιών, συμπεριλαμβανομένου ενός 9χρονου θηλυκού  που ήταν έγκυος (το μωρό της αργότερα ονομάστηκε Mira). Οι επιστήμονες ανακάλυψαν ότι η μητέρα επινόησε ένα νέο σφύριγμα που εντάθηκε γύρω από τη γέννηση και στη συνέχεια άρχισε να μειώνεται κατά τους μήνες μετά τη γέννηση. Βρήκαν επίσης ότι τα άλλα δελφίνια στην περιοχή, παρέμειναν πιο ήσυχα σε αυτό το χρονικό διάστημα, κάτι το οποίο οι επιστήμονες θεωρούν ότι ήταν μια συνειδητή προσπάθεια τους να μην μπερδέψει τους ήχους το μικρό και να διασφαλισθεί ότι «δεν θα αποτυπώσει λάθος σφύριγμα-υπογραφή».

Επιπλέον, καθώς η μητέρα άρχισε να μειώνει τις επαναλήψεις της, τα άλλα δελφίνια της ομάδας άρχισαν να αυξάνουν τα ποσοστά των δικών τους σφυριγμάτων.

 

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 14 Αυγούστου 2016

Η Οδύσσεια είναι έπος μετατρωικό, επομένως μεταπολεμικό. Από την άποψη αυτή μπορεί να θεωρηθεί έργο μεταηρωικό και, κατά κάποιον τρόπο, ειρωνικό. Υπενθυμίζεται ότι ο κεντρικός ήρωας, ο Οδυσσέας, προβάλλεται στον πρώτο στίχο του έπους ως πολύτροπος. Τούτο σημαίνει ότι εμφορείται λιγότερο από την πολεμική αρετή, η οποία χαρακτηρίζει τους κορυφαίους ιλιαδικούς ήρωες, και περισσότερο από την ευελιξία και την πολυμέρεια του μυαλού του. Η πρωτεϊκή φύση και συμπεριφορά του εκδηλώνεται άλλοτε με την απόκρυψη της πραγματικής του ταυτότητας, άλλοτε με την επικάλυψή της μέσω της σωματικής και ρητορικής μεταμόρφωσης. Γενικότερα στην περίπτωση του Οδυσσέα, και όχι μόνον, συγχέονται τα όρια προσωπείου και προσώπου, υπόκρισης και ανυπόκριτης ομολογίας, αληθοφανούς ψεύδους και αλήθειας. Με τη μέθοδο αυτή η Οδύσσεια διευρύνει και περιπλέκει τη θεολογική, ανθρωπολογική, πολιτική και ηθολογική διάσταση της Ιλιάδας όπου οι αντίθετοι όροι και στα τρία αυτά επίπεδα παραμένουν κατά κανόνα διακεκριμένοι και άμεικτοι. Στην Οδύσσεια αντίθετα συμβάλλονται συχνά παραπληρωματικές αντιθέσεις δημιουργώντας αλλεπάλληλα μείγματα, στο εσωτερικό των οποίων μπορεί να διακριθούν ακόμη και αντιφάσεις.

 

Τούτο ισχύει καταρχήν για τον μύθο του έπους, ο οποίος συντίθεται από παραμυθικά, νοβελιστικά και επικά στοιχεία, ενώ συγχρόνως φιλοξενεί φανταστικές αλλά και άκρως ρεαλιστικές μορφές και συμπεριφορές. Αναλόγως περιπλέκεται στο έπος αυτό και το κυρίαρχο μεγάθεμα του νόστου, που διχοτομείται εξαρχής στη θετική και αρνητική εκδοχή του, στο ενδιάμεσο των οποίων αναπτύσσονται τα θέματα της αναζήτησης του ήρωα και των διαδοχικών αναγνωρισμών του. Έτσι ο οδυσσειακός νόστος δοκιμάζεται απαρχής μέχρι τέλους του έπους: ο διπλός στόχος του (η επανάκτηση της βασιλικής εξουσίας και της νόμιμης συζύγου) ταλαντεύεται, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, όχι μόνον πριν αλλά και μετά τη Μνηστηροφονία· απαιτείται η παρέμβαση της Αθηνάς στην τελευταία ραψωδία της Οδύσσειας, για να αποτραπεί εμφύλια σύρραξη στην Ιθάκη. Τούτο σημαίνει ότι το happy end του έπους είναι μάλλον διφορούμενο, αν μάλιστα συνυπολογιστεί η προβλεπόμενη δεύτερη αποδημία του ήρωα, που την έχει προετοιμάσει ήδη εντός της Οδύσσειας η προφητεία του Τειρεσία.

 

Περίπλοκη ελέγχεται και η σχέση του Οδυσσέα με την Πηνελόπη. Στον κύκλο του εξωτερικού νόστου (προτού δηλαδή ο Οδυσσέας πατήσει το πόδι του στην Ιθάκη) ο ήρωας εμπλέκεται ερωτικά ή συναισθηματικά με τρεις γυναικείες μορφές: σε χρονογραφική σειρά, με την Κίρκη, την Καλυψώ και τη Ναυσικά· σε αφηγηματική διαδοχή, με την Καλυψώ, τη Ναυσικά και την Κίρκη. Και οι τρεις αυτές γυναικείες μορφές (δαιμονικές θεές οι δύο, βασιλική κόρη η άλλη) μετατρέπονται καθ’ οδόν από ανασταλτικούς σε προωθητικούς συντελεστές του νόστου, σχηματίζοντας έτσι μια τρίβαθμη κλίμακα, η οποία οδηγεί τελικώς τον Οδυσσέα στην Πηνελόπη.

 

Εξέχουσες οι τρεις γυναίκες μέσα στην Οδύσσεια, εμφανίζονται και αποσύρονται στο πρώτο μισό του έπους. Η Κίρκη ανήκει στο εγκιβωτισμένο αφηγηματικό παρελθόν· η Ναυσικά στο αφηγηματικό παρόν· η Καλυψώ μετέχει άνισα και στους δύο χρόνους. Η απομόνωση του ήρωα στο νησί της Κίρκης δεν ξεπερνά τελικώς τον ένα χρόνο· η καθήλωσή του στο νησί της Καλυψώς υπερβαίνει τα οκτώ χρόνια· η φιλοξενία του στο νησί της Ναυσικάς είναι μόλις τριήμερη. Στο νησί της Κίρκης ο Οδυσσέας φτάνει μαζί με τους εταίρους του. Στα άλλα δύο ύστερα από προηγούμενο συντριπτικό ναυάγιο: μεταξύ Θρινακίας και Ωγυγίας το ένα· μεταξύ Ωγυγίας και Σχερίας το άλλο.

Η ξωθιά Καλυψώ, η φαρμακός Κίρκη, η αδάμαστη παρθένα Ναυσικά, που ευχήθηκε στο μεταξύ να είχε ταίρι της τον Οδυσσέα, συστήνουν το τρίγωνο των παρασυζυγικών σχέσεων του ήρωα. Αν συγκριθούν οι σχέσεις αυτές με τις αντίστοιχες της Ιλιάδας (τη μακροσκοπική της Ελένης με τον Πάρη, τη μικροσκοπική του Αγαμέμνονα με τη Βρισηίδα, που η πρώτη προκαλεί τον τρωικό και η δεύτερη τον ιλιαδικό πόλεμο), αποδεικνύονται τελικώς αποδεκτές και ευάγωγες. Ο ποιητής της Οδύσσειας φαίνεται να ξεπερνά και σε τούτο το κεφάλαιο παραδοσιακού τύπου απαγορευτικές εντολές· αφήνει τον ήρωά του να πέσει στο κρεβάτι μιας νύμφης και μιας μάγισσας, να ομολογήσει το θάμβος του μπροστά στην ομορφιά μιας παρθένας, προτού φτάσει στην Ιθάκη και πλαγιάσει στην κλίνη της πιστής γυναίκας του. Η ερωτική ωστόσο αυτή ελευθεριότητα του Οδυσσέα πραγματοποιείται κάθε φορά σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης· θα έλεγε κάποιος πως είναι υποχρεωτική και, ως ένα σημείο, αναλογεί στους ελιγμούς της Πηνελόπης απέναντι στους μνηστήρες.

 

Στην επιφάνεια του έπους η Πηνελόπη παραμένει, είκοσι χρόνια ολόκληρα, αμετακίνητα πιστή· φαντάζει αντίβαρο της άπιστης Ελένης και της ανδροφονικής Κλυταιμνήστρας. Στο υπέδαφος όμως της Οδύσσειας η Πηνελόπη γίνεται κατά κάποιον τρόπο και ερωτικά διφορούμενη: ανέχεται την παρουσία των μνηστήρων στο παλάτι, γεγονός που προκαλεί και τη μομφή του Τηλεμάχου· έστω μέσα στη μαύρη απελπισία της για τον οριστικό, όπως πιστεύει, χαμό του Οδυσσέα, δεν αποκλείει δεύτερο γάμο με κάποιον από τους μνηστήρες της. Τον αναβάλλει όσο μπορεί· στο τέλος όμως, με τη συναίνεση και του αδιάγνωστου ακόμη νόμιμου άντρα της, τον προκαλεί, επινοώντας το άθλημα της τοξοθεσίας, κυριολεκτικώς στο παρά πέντε. Αυτό το άθλημα βεβαίως θα οδηγήσει στην αποκάλυψη του Οδυσσέα, στην πράξη της μνηστηροφονίας, εφεξής στον αναγνωρισμό του ήρωα από τη γυναίκα του και στην ερωτική τους συγκοίμηση.

 

Υπάρχουν και άλλα παρόμοια στοιχεία μέσα στην Οδύσσεια τα οποία καθιστούν την Πηνελόπη, αναλογικώς προς τον Οδυσσέα, πολύτροπη· και είναι πιθανό, αν όχι βέβαιο, πως το λογοτυπικό επίθετο περίφρων, που συνοδεύει σταθερά το όνομά της, παραπέμπει όχι τόσο στην αδέκαστη φρόνησή της όσο στο ευέλικτο μυαλό της.

 

Τούτο σημαίνει ότι το ζεύγος «Οδυσσέας-Πηνελόπη» δεν είναι, όπως φαίνεται σε πρώτη ματιά, τόσο ετεροβαρές: ενεργητικός και ελευθέριος ερωτικά ο άντρας· παθητική και απόλυτα έμπιστη η γυναίκα. Πρόκειται για ισόρροπη μάλλον συζυγία και σε τούτο το κεφάλαιο. Η διαφορά ανάμεσα στην Πηνελόπη και στην Ελένη, ή και στην Κλυταιμνήστρα, βρίσκεται αλλού· αυτή τιθασεύει τα διαθέσιμα πάθη της, ενώ εκείνες τα άφησαν ατιθάσευτα. Σε τούτο το σημείο λίγο πολύ συμφωνεί η Πηνελόπη με τον Οδυσσέα· ο οποίος αισθάνεται πως πρέπει να περάσει μέσα από τις ερωτικές συμπληγάδες της Κίρκης, της Καλυψώς και της Ναυσικάς για να βρεθεί στην αγκάλη της νόμιμης γυναίκας του.

 

Αν η Οδύσσεια μοιάζει με ενάρετο παραμύθι στην επιφάνειά της, στο βάθος όμως μελετά με τόλμη την ερωτική παθολογία· συμφιλιώνοντας τις παρασυζυγικές εκτροπές με τη συζυγική τροπή. Ζητούμενο είναι να βρεθεί τρόπος ευάγωγος που ευνοεί το πέρασμα από τις πρώτες στη δεύτερη. Τέλος καλό, όλα καλά.

 

Δ. Ν. ΜΑΡΩΝΙΤΗΣ

Ομότιμος καθηγητής Α.Π.Θ

 

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 14 Αυγούστου 2016

Μόνο η ασυνειδησία και η άγνοια επιτρέπουν στον άνθρωπο να είναι ευτυχής. Το πρότυπο της ευτυχίας είναι το παιδί. Η μόνη στιγμή που ένα παιδί δεν είναι ευτυχισμένο είναι όταν είναι άρρωστο. Και μια οικουμενική συνείδηση του εαυτού του συνδέεται με αυτήν την αρρώστια.

Ο άνθρωπος στην αρχή δεν έχει συνείδηση της μικρότητάς του απέναντι στο χώρο και δεν καταλαβαίνει ποτέ καθαρά την ασημαντότητά του απέναντι στο χρόνο.

Η ασυνειδησία της αδυναμίας μας συνιστά τη δύναμή μας. Η ασυνειδησία του κινδύνου συνιστά την τόλμη μας. Η ασυνειδησία του μυστηρίου και της φρίκης που αντιπροσωπεύει ο θάνατος συνιστά το θάρρος μας ενώπιόν του.

Τι μπορεί να μας δώσει απόλαυση ή μεγαλείο; Οι αισθήσεις; Τίποτε απ’ αυτά` διότι ….

Η γνώση; Η μόνη ευτυχία της γνώσης είναι η άγνοια, είναι η ασυνειδησία όσων δεν ξέρουμε και δεν θα μάθουμε ποτέ. Η απόλαυσή μας στη δράση προέρχεται από το ότι δεν υπολογίζουμε μέχρι ποίου σημείου κάθε ανθρώπινη πράξη είναι ριζικά περιορισμένη και ανώφελη.

Αλλά, μας λένε, χωρίς αυτή την ασυνειδησία, χωρίς αυτή την αμόρφωτη πίστη, τι θα κάνουμε; Τίποτα. Αλλά ό, τι είναι καμωμένο τι είναι, αν όχι τίποτα; Τι αξίζει στο σύστημα του κόσμου και των όντων η ελάχιστη δραστηριότητά μας;

Να γνωρίζουμε; Τι λοιπόν; Την εξωτερική όψη των πραγμάτων; Ο δρόμος είναι ακαθόριστος` η εξωτερική όψη είναι αστείρευτη και δεν υπάρχει παρά μία βεβαιότητα: δεν γνωρίζουμε ποτέ τα πάντα, και δεδομένου ότι για να γνωρίζουμε πραγματικά, γιατί η γνώση είναι σύνθεση, θα έπρεπε όντως να γνωρίζουμε τα πάντα, συνεπάγεται ότι η γνώση μας είναι συνθετική, κοινότοπη, απατηλή, τιποτένια.

Να γνωρίζουμε την ουσία των πραγμάτων; Κανένα τους δεν έχει ουσία. Δεν βλέπουμε παρά το εξωτερικό τους` και θα έπρεπε να γνωρίζουμε όλο τους το εξωτερικό για να μπορέσουμε να συναγάγουμε την ουσία. Ακόμη κι αν γνωρίζαμε τη σύνθεση του εξωτερικού – θα μας ανοιγόταν άραγε το πραγματικό;

Μήπως τότε καταλαβαίνουμε ενστικτωδώς την ουσία του κόσμου; Πώς; Η αλήθεια είναι μία. Αν ήταν στο χέρι μας να τη βρούμε θα την είχαμε ήδη βρει. Θα ήμασταν εντός της εξαρχής.

Τι με νοιάζει αν συσσωρεύονται επινοήσεις επί επινοήσεων, εμπειρίες επί εμπειριών, που καθιστούν πιο περίπλοκη τη ζωή και τη σκέψη… Παραμένουμε στην ίδια άπειρη απόσταση από την αλήθεια και την ευτυχία.

 

 

Ο ΕΡΗΜΙΤΗΣ ΤΟΥ ΜΑΥΡΟΥ ΒΟΥΝΟΥ

ΦΕΡΝΑΝΤΟ ΠΕΣΣΟΑ

 

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 7 Αυγούστου 2016

Όλες οι δυστυχίες του ανθρώπου απορρέουν απ’ την ανικανότητά του να καθίσει σ’ ένα δωμάτιο μόνος και σιωπηλός. ΠΑΣΚΑΛ

 

 

Στους καιρούς μας, η μοναξιά θεωρείται απειλή, ήττα. Στο όνομα τούτου του τρόμου, αποφασίζονται και οι βαρύτεροι συμβιβασμοί. Συμβιβασμοί στη συντροφιά, στη δουλειά, στους φίλους, στις ιδεολογίες, στο γάμο.

Υπάρχουν άνθρωποι που προτιμούν να κοιμούνται με τον εχθρό τους, να μοιράζονται την κάθε μέρα τους με κάποιον που περιφρονούν, που τους μειώνει, τους αποδιοργανώνει το χαρακτήρα, παρά να ζήσουν, έστω και για ένα διάστημα, μόνοι.

Λέγεται ότι «φόβος μοναξιάς είναι φόβος εαυτού» ίσως και γι’ αυτό είναι τόσο ισχυρός, ολοκληρωτικός φόβος. Όταν ο ίδιος ο εαυτός μας, μας είναι άγνωστος, απωθημένος, παραποιημένος και ξένος, τον αποφεύγουμε.

Υπάρχουν άνθρωποι που μπορείς να ζεις μέσα τους χωρίς να ζεις μαζί τους. Όπως και άνθρωποι που ενώ ζεις μαζί τους είναι αδύνατον να ζεις μέσα τους, έγραφε ο Γκαίτε.

Με άλλα λόγια, μέσα σε πολυμελή οικογένεια, μέσα σε φασαριόζικη παρέα που γλεντοκοπά, μέσα σε μια ομάδα που εκδράμει, η εσωτερική μοναξιά, η αληθινή γνήσια μοναξιά ενός μέλους μπορεί να φτάνει στην απελπισία. Δεν είναι όλοι γεννημένοι για να παντρευτούν, δεν είναι όλοι γεννημένοι για να γεννούν παιδιά. Κοινωνικός δεν είναι ο κοσμικός. Κοινωνικός είναι ο άνθρωπος που μπορεί να συμπαθήσει τον άλλο. Να τον ακούσει με βαθιά προσοχή, να του ανοίξει την καρδιά του. Την κοινωνικότητα την ορίζει η ικανότητα της συμπάθειας και της αλληλοκατανόησης, ενώ την κοσμικότητα η σωματική συνύπαρξη για κάποιου είδους υλική συνεργασία: για να φωτογραφηθούμε, για παράδειγμα, σε κάποιο κοσμικό περιοδικό ή για να ανταλλάσσουμε επισκέψεις με σκοπό να παραμείνουμε σε ένα επίπεδο μελών καλής οικονομικής τάξεως κ.λπ.

«Αν και έχω χρόνια να σε δω, δεν έλειψες ποτέ από τη ζωή μου», έγραψε κάποιος σε παλιό του δάσκαλο.

Αυτές όμως είναι εμπειρίες που μόνο οι θαρραλέοι της μοναξιάς μπορούν να χαρούν. Γιατί η μοναξιά σου ασκεί το κουράγιο, σου εκλεπτύνει τη διαίσθηση, σου στερεώνει την αυτάρκεια και τη σεμνότητα που καταλήγει να επιλέγει κάθε σοβαρός άνθρωπος. Γιατί η μοναξιά είναι το σχολειό της αυτογνωσίας. Και όπως λέει ο Λάο-Τσε: «Αν όλο τον κόσμο γνωρίσεις, γνώρισες πολλά. Αν γνωρίσεις τον εαυτό σου, τα έμαθες όλα».

Προσέξτε ότι οι μοναχικοί άνθρωποι έχουν βλέμμα βαθύ, ικανό να περιπλανηθεί συγκεκριμένο μέσα στον βαθύ τους εαυτό και μέσα στον βαθύ άλλον που κοιτάζουν. Δείχνουν να γνωρίζουν κάτι παραπάνω απ’ όλους όσοι ολημερίς τρέχουν κι ανακατώνονται σε ατελείωτες απασχολήσεις, φλυαρίες και παρέες.

Οι άνθρωποι που δεν αντέχουν τη μοναξιά, είναι εκείνοι που κάνουν τις χειρότερες σχέσεις. Με τους φίλους, με τα παιδιά τους, και κυρίως με τον ερωτικό τους σύντροφο. Αντιθέτως, εκείνοι που τα έχουν βρει με την ψυχή τους, καταφέρνουν τους πιο πλούσιους δεσμούς. Αγαπούν και είναι σε θέση να νοιάζονται.

Κάποιος ρώτησε ένα σοφό γέρο: «Μα γιατί δεν μπορώ τελικά να κρατήσω ένα φίλο κοντά μου, αφού το θέλω τόσο πολύ;» Και ο σοφός του απάντησε: «Ακριβώς επειδή το θες πάρα πολύ». Η λαχτάρα για σχέση φαρμακώνεται από τη λαχτάρα για ταύτιση, για εξάρτηση, για προβολές, για ρούφηγμα, για χρήση εντέλει. Με τέτοιες ανάγκες για στόχους, δε συνδέεσαι. Συνεργάζεσαι μόνο για να ανταλλάσσεις αρρώστιες, παθογόνους ερεθισμούς και προφάσεις. Για να αποφεύγεις την πραγματικότητά σου που τρέμεις.Τέτοιες διαθέσεις σύντομα γίνονται αντιληπτές και κάνουν τον άλλον να ασφυκτιά και να απομακρύνετα

Απόσπασμα από το βιβλίο «Ο παλιάτσος και η Άνιμα» της Μάρως Βαμβουνάκη

 

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 7 Αυγούστου 2016

Ο Λέο Μπουσκάλια μέσα από το βιβλίο του «Να ζεις, ν’ αγαπάς, να μαθαίνεις» μας δίνει 10 λέξεις οδηγό για να μας συντροφεύουν στο ταξίδι της ζωής μας.

1) Ορθή γνώση, για να μας δώσει τα απαραίτητα εργαλεία για το ταξίδι.

2) Σοφία, για να χρησιμοποιήσουμε τη συσσωρευμένη γνώση του παρελθόντος με τρόπο που θα μας βοηθήσει να ανακαλύψουμε την παρουσία μας, το «τώρα».

3) Κατανόηση, για να δεχόμαστε τους άλλους που έχουν ίσως διαφορετικό τρόπο από το δικό μας, με λεπτότητα και κατανόηση, καθώς προχωράμε μαζί τους ή αναμεσά τους ή γύρω τους στο δρόμο της ζωής μας.

4) Αρμονία, για να μπορούμε να δεχόμαστε τη φυσική ροή της ζωής.

5) Δημιουργικότητα, για να συνειδητοποιήσουμε και να αναγνωρίσουμε νέες λύσεις και άγνωστα μονοπάτια στο δρόμο μας.

6) Δύναμη, για να αντισταθούμε στο φόβο και να προχωρήσουμε μπροστά, παρά την αβεβαιότητα, χωρίς εγγυήσεις ή πληρωμή.

7) Γαλήνη, για να στεκόμαστε γερά στα πόδια μας.

8) Χαρά, για να είμαστε πάντα γεμάτοι τραγούδια, γέλια και χορούς.

9) Αγάπη, ο σίγουρος οδηγός προς το υψηλότερο επίπεδο συνειδητότητας που είναι ικανός να φτάσει ο άνθρωπος.

10) Ενότητα, κι αυτό μας ξαναφέρνει εκεί απ’όπου ξεκινήσαμε, τη θέση όπου είμαστε ένα με τον εαυτό μας και με όλα τα άλλα πράγματα