
Η Ζωή μας σήμερα
| Ξένοι γενετιστές εκτιμούν ότι η «Ιλιάδα» γράφηκε τον 8ο αιώνα π.Χ. | |||
Αμερικανοί και Βρετανοί βιολόγοι, οι οποίοι συνήθως αποκωδικοποιούν την αρχαία γενετική ιστορία των ανθρώπων, αναλύοντας τον τρόπο που τα γονίδια μεταλλάσσονται με το πέρασμα του χρόνου, εφάρμοσαν μία παρεμφερή τεχνική σε κάτι τελείως διαφορετικό από την ειδικότητά τους: στην χρονολόγηση της συγγραφής ενός από τα αρχαιότερα και διασημότερα κείμενα του Δυτικού πολιτισμού: την «Ιλιάδα» του Ομήρου. Το βασικό συμπέρασμά τους είναι, ότι γράφτηκε τον 8ο αιώνα π.Χ. Δίνουν μάλιστα ως πιθανότερη κάποια ημερομηνία μεταξύ του 710 και του 760 π.Χ. Αυτή η χρονολόγηση σε γενικές γραμμές συμφωνεί με τις εκτιμήσεις των κλασσικών μελετητών, που προέρχονται από ιστορικές και αρχαιολογικές πηγές. Η μελέτη, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό βιολογίας «Bioessays», έγινε από τους Mark Pagel, Andreea Calude και Andrew Meade της Σχολής Βιολογικών Επιστημών του βρετανικού πανεπιστημίου του Ρέντινγκ και τον γενετιστή Eric Altschuler του Ιατρικού Πανεπιστημίου του Νιου Τζέρσι. Ο Pagel, που ήταν επικεφαλής, ειδικεύεται σε στατιστικά μοντέλα που εξετάζουν τις εξελικτικές διαδικασίες στην ανθρώπινη συμπεριφορά σε κάθε πολύπλοκο σύστημα, ακόμα και στο πεδίο της κουλτούρας (εξ ου και το ενδιαφέρον για την «Ιλιάδα»). Ασχολείται ιδιαίτερα με την παράλληλη πορεία της βιολογικής και της γλωσσολογικής εξέλιξης, θεωρώντας ότι η γλώσσα ως πολιτισμικό φαινόμενο εξελίσσεται όπως περίπου και τα γονίδια. «Οι γλώσσες συμπεριφέρονται τόσο εκπληκτικά όσο και τα γονίδια.Υπάρχει μια άμεση αναλογία», δήλωσε ο Pagel. «Προσπαθήσαμε να εντοπίσουμε τα πρότυπα στη γλωσσολογική εξέλιξη και να μελετήσουμε το λεξιλόγιο του Ομήρου ως μέσο για να διαπιστώσουμε κατά πόσο η γλώσσα εξελίσσεται με τον τρόπο που νομίζουμε. Αν αυτό όντως συμβαίνει, τότε πράγματι μπορούμε να βρούμε μια συγκεκριμένη ημερομηνία για τον Όμηρο (ως συγγραφέα)». Οι ερευνητές αποδέχονται την ορθόδοξη άποψη, ότι ο Τρωικός πόλεμος όντως έλαβε χώρα και ένα συγκεκριμένο πρόσωπο, ο Όμηρος, έγραψε ένα σχετικό έπος. Πάντως είναι μάλλον απίθανο, ότι υπήρξε μόνο ένας συγγραφέας που έγραψε την Ιλιάδα. Αρκετοί ερευνητές θεωρούν ότι πρόκειται για μια συνθετική συλλογή της προϋπάρχουσας προφορικής παράδοσης, που ανάγεται ίσως έως τον 13ο αιώνα π.Χ. Αυτό το αμάλγαμα ιστοριών κάποια στιγμή υπέστη επεξεργασία και εστιάστηκε στον πόλεμο της Τροίας, που πιθανώς συνέβη κατά τον 12ο αιώνα π.Χ., ενώ το ίδιο το έπος συνετέθη πολύ αργότερα, σύμφωνα με τον καθηγητή κλασσικών σπουδών του πανεπιστημίου της Πενσιλβάνια, Μπράιαν Ρόουζ. Ο Pagel και οι συνεργάτες του αντιμετώπισαν τις λέξεις της «Ιλιάδας» ως γονίδια σε ένα γονιδίωμα. Χρησιμοποίησαν μια συγκεκριμένη τεχνική γλωσσικής ανάλυσης που εστιάζει σε περίπου 200 έννοιες κοινές σε κάθε γλώσσα (τις λέξεις για τον πατέρα, τη μητέρα, τα όργανα του σώματος, τα χρώματα κ.α.). Οι ερευνητές εντόπισαν 173 τέτοιες λέξεις (λέγονται «Swadesh» από το όνομα του αμερικανού γλωσσολόγου Morris Swadesh που συνέταξε τον σχετικό κατάλογο στις δεκαετίες του ΄40 και του ΄50) και, στη συνέχεια, μελέτησαν τον τρόπο που αυτές οι 173 λέξεις-κλειδιά μεταβλήθηκαν («μεταλλάχτηκαν») διαχρονικά. Για αυτό το σκοπό, εντόπισαν αρχικά τις εν λόγω λέξεις στη γλώσσα των Χετταίων (ενός πολιτισμού που υπήρχε στη διάρκεια του Τρωικού πολέμου) και στη συνέχεια, ανέλυσαν τις κατοπινές διαφορές που υπέστησαν οι ίδιες λέξεις στην Ομηρική γλώσσα, καθώς και στη σύγχρονη ελληνική. Δηλαδή εφάρμοσαν στη γλωσσολογία, μια μέθοδο που μοιάζει με την γενετική ανάλυση των γονιδίων με το πέρασμα του χρόνου. Η μέθοδός τους αυτή αποκαλείται εξελικτική-γλωσσολογική φυλογενετική στατιστική ανάλυση
Από την ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ |
“Ο Μπρουν, ο εφευρέτης, έζησε δύο χιλιάδες χρόνια και σήμερα φυλάσσεται σ’ ένα ψυγείο, απ’ όπου θα ξυπνήσει έπειτα από σαράντα εννιά χιλιάδες χρόνια, για να ξαναρχίσει να ζει. Από τα γεννοφάσκια του σκαρφίστηκε ένα μηχάνημα για να φτιάχνει ουράνια τόξα, που λειτουργούσε με νερό και σαπούνι, αλλά αντί για απλές φυσαλίδες, έβγαζε ουράνια τόξα σε όλα τα μεγέθη, που μπορούσαν να τεντωθούν από τη μία άκρη του ουρανού ίσαμε την άλλη, και εξυπηρετούσαν σε πολλές περιστάσεις, ακόμα και για ν’ απλώνεις την μπουγάδα σου να στεγνώσει. Στο νηπιαγωγείο, παίζοντας με δύο μπαστουνάκια, σκαρφίστηκε ένα τρυπάνι για να κάνει τρύπες στο νερό. Η εφεύρεση εκτιμήθηκε πολύ από τους ψαράδες, που τη χρησιμοποιούσαν για να περνούν την ώρα τους, όταν το ψάρι δεν τσιμπούσε.
Στην πρώτη δημοτικού σκάρωσε μία μηχανή για να γαργαλάει τα αχλάδια, μια κατσαρόλα για να τηγανίζει πάγο, μια ζυγαριά για να ζυγίζει τα σύννεφα, ένα τηλέφωνο για να μιλάει με τις πέτρες, το μουσικό σφυρί, που ενώ κάρφωνε τα καρφιά, σφύριζε κιόλας, αφού ήταν… σφυρί, και πολλά άλλα.
Θα πήγαινε πολύ να θυμηθούμε όλες τις εφευρέσεις του. Αναφέρουμε μονάχα την πιο διάσημη, δηλαδή το μηχάνημα για να λες ψέματα, που λειτουργούσε με κέρματα. Με κάθε κέρμα μπορούσε κανείς ν’ ακούσει δεκατέσσερις χιλιάδες ψέματα. Το μηχάνημα περιείχε όλα τα ψέματα του κόσμου: αυτά που είχαν ειπωθεί, αυτά που ο κόσμος σκεφτόταν εκείνη τη στιγμή κι όλα τα άλλα που θα μπορούσαν να έχουν επινοηθεί στη συνέχεια. Όταν το μηχάνημα εκφώνησε όλα τα ψέματα που μπορούσαν να υπάρχουν, ο κόσμος αναγκάστηκε πια να λέει την αλήθεια. Γι’ αυτό ο πλανήτης Μουν λέγεται και “πλανήτης της αλήθειας”.
Τζάνι Ροντάρι/ “Παραμύθια απ’ το τηλέφωνο”/ Μετάφραση : Άννα Παπασταύρου/ Εκδόσεις : Μεταίχμιο / πηγή άρθρου : http://eimaistahaimou.blogspot.gr
“Χελιδονίσματα”
Ένα ξεχασμένο έθιμο που σχετίζεται με τον ερχομό της Άνοιξης είναι τα “Χελιδονίσματα” ή “Έθιμο της Χελιδόνας”.
Έχει τις ρίζες του στα αρχαία χρόνια .Αρχές του Μάρτη λοιπόν (1η Μαρτίου) ή στις 21 Μαρτίου τα παιδιά έφιαχναν ένα ξύλικο ομοίωμα τη “Χελιδόνα” .Το στόλιζαν με ζουμπούλια και του κρεμούσαν στο λαιμό κουδουνάκια.Γυρνούσαν λοιπόν από σπίτι σε σπίτι και τραγουδούσαν τα “Χελιδονίσματα” (κάλαντα Ανοιξιάτικα).Οι νοικοκυρές έδιναν στα παιδιά λεφτά, λάδι, κρασί, αλεύρι, ή σιτάρι.
“Χελιδόνισμα” ( πατήστε εδώ για να ακούσετε : “ΧΕΛΙΔΟΝΑ” ΔΟΜΝΑ ΣΑΜΙΟΥ)
Xελιδόνα έρχεται
απ’ τη Mαύρη θάλασσα
θάλασσα ν-απέρασε
έκατσε και λάλησε.
Mώρ’ καλή νοικοκυρά
σέβα, έβγα στο κελάρι
φέρε αυγά σαρακοστιά
και σκοινιά πεντηκοστά
για να δέσομε το Mάρτη
και το τσιλιμπουρδάκι
κι αν δεν έχετε αυγά
παίρνομε την κλωσσαριά
να γεννάει, να κλωσάει
και να σέρνει τα πουλιά.
πληροφορίες από : http://blogs.sch.gr
|
Aπό « ΤΑ ΝΕΑ του Σαββατοκύριακου » ΕΛΕΝΑ ΑΚΡΙΤΑ
|
ΠΑΡΑΜΥΘΟΔΡΩΜΕΝΑ
16,17 & 23,24 Φεβρουαρίου: Δύο Σαββατοκύριακα αφιερωμένα σε αφηγήσεις παραμυθιών για παιδιά 5-7 χρονών και 8-12 χρον Η Action Art/ Εικαστική Δράση υποδέχεται τα παιδιά στα Παραμυθοδρώμενα για να ζήσουν ένα διαδραστικό πρόγραμμα αφήγησης με εικαστικά και θεατρικά δρώμενα Οι συντονιστές είναι καλλιτέχνες και αφηγητές
- ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ ΄΄ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΠΡΟΦΟΡΙΚΗ ΑΦΗΓΗΣΗ ΠΑΡΑΜΥΘΙΏΝ΄΄
Για δεύτερη συνεχή χρονιά Το σεμινάριο θα πραγματοποιηθεί σε συνεργασία με τον ο J. Porcherot, αφηγητή και ιδρυτή του Nuit des Contes & Rencontres Contees/ Loire ,στη Γαλλία Απευθύνεται σε επαγγελματίες που ασχολούνται με ομάδες του χώρου της, σε φοιτητές,σε γονείς και σε όσους απλά ενδιαφέρονται για την τέχνη της αφήγησης http://www.action-art.gr/edu
- ΝΕΟΣ ΚΥΚΛΟΣ ΕΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΩΝ ξεκινά στις 27 Φεβρουαρίου για παιδιά 5-7 χρονών και 8-12 χρονών
Κατασκευές, ζωγραφική, γραφιστικά παιχνίδια κ.α, πειραματισμός και ανακάλυψη, ατομική έκφραση και ομαδικότητα είναι η φιλοσοφία των εικαστικών συναντήσεων Οι συντονιστές είναι καλλιτέχνες http://www.action-art.gr/activities/children#8-11 Action Art / Εικαστική Δράση site: http://www.action-art.gr/
“Κάθε γλώσσα κουβαλάει ιστορική μνήμη και γι’ αυτό είναι συναισθηματικά φορτισμένη. Είναι σαν ο κάθε φθόγγος, το κάθε γράμμα να ξεκλειδώνει συρτάρια της προσωπικής ή συλλογικής μας ιστορίας και να ξαναθυμίζει στο σώμα και στην ψυχή… αισθήματα και συναισθήματα του παρελθόντος” Οδυσσέας Ελύτης

Το εργοστάσιο φωταερίου της Αθήνας ιδρύθηκε το 1857, μόλις τρία χρόνια μετά το μεταξουργείο Δουρούτη, για να καλύψει την ανάγκη της πόλης για δημόσιο φωτισμό. Οι δύο αυτές πρώτες βιομηχανίες της Αθήνας θα σημαδέψουν την πολεοδομική και οικονομική ανάπτυξη της πόλης.
Από τις δύο μονάδες πήραν το όνομά τους δύο από τις πιο πυκνοκατοικημένες συνοικίες της πρωτεύουσας, το Μεταξουργείο και το Γκαζοχώρι. Το εργοστάσιο φωταερίου υπήρξε η πρώτη μονάδα παραγωγής ενέργειας στην Ελλάδα και στην Αθήνα. Η κομβική του θέση στην αρχή της οδού Πειραιώς οδήγησε στην περαιτέρω ανάπτυξη και εξέλιξη της οδού στη μεγαλύτερη για αρκετές δεκαετίες βιομηχανική ζώνη της πόλης.
Την εποχή που ιδρύθηκε το εργοστάσιο φωταερίου, τα επιτεύγματα της βιομηχανικής επανάστασης είχαν μόλις αρχίσει να διαφαίνονται στο νεοσύστατο τότε ελληνικό κράτος. Στα τέλη του 19ου αιώνα, η χρήση του φωταερίου επεκτάθηκε, καθώς η νέα για την εποχή μορφή ενέργειας χρησιμοποιήθηκε, εκτός από το φωτισμό της πόλης, για πρώτη φορά στα νοικοκυριά και στις βιομηχανίες για την εξυπηρέτηση των ενεργειακών τους αναγκών.
Από το 1938 η διοίκηση του εργοστασίου περιέρχεται στον Δήμο Αθηναίων και το 1952 συστήνεται επίσημα η Δημοτική Επιχείρηση Φωταερίου Αθηνών (Δ.Ε.Φ.Α.), η οποία αναλαμβάνει την παραγωγή και διανομή του φωταερίου στο δίκτυο της πρωτεύουσας.
Το εργοστάσιο φωταερίου της Αθήνας παρείχε φωτισμό και ενέργεια στην πόλη για σχεδόν 130 χρόνια, μέχρι το 1984 οπότε έκλεισε οριστικά.
Η σημασία του εργοστασίου φωταερίου υπήρξε καθοριστική στην ανάπτυξη της Αθήνας. Συνέβαλε σημαντικά στον εκσυγχρονισμό της πρωτεύουσας, άλλαξε τον χαρακτήρα της οικιακής ζωής των κατοίκων της και προσέδωσε ένα γενικότερο χαρακτηριστικό στο ύφος της, αυτό μιας πόλης σύγχρονης, οικονομικά ανεξάρτητης, με βιομηχανική δραστηριότητα, κατά τα πρότυπα των μεγάλων ευρωπαϊκών πόλεων της εποχής.
Λίγα χρόνια μετά το κλείσιμο του εργοστασίου ξεκίνησαν οι πρώτες μελέτες για την αξιοποίηση και επανάχρηση των παλαιών εγκαταστάσεων. Ο χώρος κηρύχθηκε ιστορικό διατηρητέο μνημείο από το υπουργείο Πολιτισμού με την προοπτική να γίνει μουσείο και χώρος πολλαπλών εκδηλώσεων.
Επιπλέον, αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα τεχνολογίας και βιομηχανικής αρχιτεκτονικής του 19ου αιώνα, καθώς σώζεται το μεγαλύτερο μέρος των κτιριακών εγκαταστάσεων και σχεδόν ακέραιο ένα μεγάλο μέρος του μηχανολογικού του εξοπλισμού. Αυτό, σε συνδυασμό με τη συγκέντρωση αντικειμένων από το εργοστάσιο καθώς και συσκευών φωταερίου αποτελούν την πλούσια συλλογή του Βιομηχανικού Μουσείου.
Η επισκευή και αποκατάσταση των παλαιών κτιρίων, καθώς και η οργάνωση του ελευθέρου χώρου του συγκροτήματος, ολοκληρώθηκε το 2004. Ήδη από το 1999, ο χώρος λειτουργεί με την επωνυμία «Τεχνόπολις» Δήμου Αθηναίων και φιλοξενεί πολιτιστικές και άλλες εκδηλώσεις.
Το 2011 η νέα διοίκηση της Τεχνόπολης ανέλαβε το φιλόδοξο έργο της δημιουργίας Βιομηχανικού Μουσείου Φωταερίου, αναθέτοντας σε μια ομάδα σημαντικών επιστημόνων (μουσειολόγους, ιστορικούς, μηχανολόγους μηχανικούς αρχιτέκτονες, πολιτικούς μηχανικούς, συντηρητές) την υλοποίηση του μουσείου. Έναν χρόνο μετά, το παλαιό εργοστάσιο φωταερίου ανοίγει τους χώρους του στο κοινό και παρουσιάζει την ιστορία του για πρώτη φορά.
Ο επισκέπτης ακολουθώντας ένα μουσειολογικό περίπατο με συγκεκριμένες στάσεις έχει τη δυνατότητα να περιηγηθεί στις εγκαταστάσεις του εργοστασίου, να παρακολουθήσει τη γραμμή παραγωγής του φωταερίου και να ανακαλύψει ένα έως σήμερα ξεχασμένο κομμάτι της ιστορίας της Αθήνας.
Συγχρόνως, θέματα όπως η βιομηχανική κληρονομιά και η βιομηχανική αρχαιολογία, η επιχειρηματικότητα, οι βιομηχανικές συνθήκες εργασίας στο εργοστάσιο, οι παλαιές και νέες μορφές ενέργειας ξεδιπλώνονται στα μάτια του επισκέπτη μέσα από αυθεντικά αντικείμενα, μηχανήματα, πλούσιο φωτογραφικό υλικό, ηχητικά ντοκουμέντα και βιντεοπροβολές. Πρόκειται για θέματα διαχρονικά, αλλά και επίκαιρα που σχετίζονται με την ανάπτυξη της πρωτεύουσας τους δύο τελευταίους αιώνες. Η ίδρυση του Βιομηχανικού Μουσείου Φωταερίου έρχεται να εμπλουτίσει το μουσειακό χάρτη της πόλης.
Έτσι η Τεχνόπολη αποκτά διπλή λειτουργία, τόσο ως χώρος πολιτιστικών και καλλιτεχνικών εκδηλώσεων όσο και ως το πρώτο Βιομηχανικό Μουσείο Φωταερίου που αρχίζει να διηγείται την ιστορία του και παρουσιάζει την τεχνολογία μιας άλλης εποχής.
Η διαδρομή στον χρόνο, εικόνες από το παρελθόν μέχρι σήμερα, η παλιά και η νέα λειτουργία του χώρου, καθώς και η συνολική αίσθηση του επισκέπτη από το Μουσείο και την Τεχνόπολις αποτυπώνονται σε χρηστικά και διακοσμητικά αντικείμενα που θα διατίθενται στο πωλητήριο του Μουσείου.
Το Βιομηχανικό Μουσείο Φωταερίου ανοίγει για το κοινό στις 27 Ιανουαρίου και θα λειτουργεί καθημερινά από τις 10.00 έως τις 18.00 στην «Τεχνόπολις» του Δήμου Αθηναίων.
AΠΟ ΤΟ ΒΗΜΑ
Έλληνας μαθητής της Β’ Γυμνασίου, από τα Γιαννιτσά ήταν ο νικητής του διεθνούς διαγωνισμού έκθεσης της Παγκόσμιας Ταχυδρομικής Ένωσης (UPU). Το θέμα του φετινού διαγωνισμού ήταν «Γράψτε μια επιστολή σε έναν αθλητή ή μια μορφή του αθλητισμού που θαυμάζετε, για να εξηγήσετε τι σημαίνουν για εσάς οι Ολυμπιακοί Αγώνες». Στο διαγωνισμό πήραν μέρος πάνω από 1 εκατομμύριο νέοι από 55 χώρες, μέσω των ταχυδρομείων τους και νικητής αναδείχτηκε ο 14χρονος Έλληνας.
Ο νικητής βραβεύτηκε την Παγκόσμια Ημέρα Ταχυδρομείου, στις 9 Οκτωβρίου 2012, στην Ντόχα του Κατάρ, με τη συμμετοχή 149 χωρών.
Η έκθεση του Μάριου Χατζηδήμου:
«Γιαννιτσά, 25/01/12
Κύριο Ρότζερ Φέντερερ,
Tennis sport club of Bussel,
Switzerland.
Αγαπητέ Ρότζερ Φέντερερ,
Είμαι ο Μάριος, ένας από τους χιλιάδες, φαντάζομαι θαυμαστές σου. Ένας μικρός, ασήμαντος Μάριος, μπροστά σ’ έναν γίγαντα του αθλητισμού. Κι ο λόγος που σου γράφω; Για να σ’ ευχαριστήσω… να σ’ ευχαριστήσω, που ξύπνησες μέσα μου την αγάπη για τον αθλητισμό και το τένις!
Χρόνια παρακολουθώ τους αγώνες και τις προσπάθειές σου στα γήπεδα, χειροκροτώ τις νίκες σου και θαυμάζω την επιμονή σου στις δύσκολες στιγμές. Το ανέβασμα σου όμως στο βάθρο του νικητή στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Πεκίνου, ήταν το «σερβίς», για την δική μου είσοδο στο άθλημα.
Άρπαξα την παρατημένη ρακέτα του αδελφού μου και αποφασιστικά μπήκα στο γήπεδο, έτοιμος να νικήσω. Τότε συνειδητοποίησα πόσο διαφορετικό είναι, να βλέπεις την ρακέτα στα χέρια του Φέντερερ από το να προσπαθείς να την κουμαντάρεις στα δικά σου χέρια. Παιδεύτηκα, ίδρωσα, άκουσα δικαιολογημένα τις φωνές του προπονητή μου, όμως δεν τα παράτησα. Η μορφή σου στο βάθρο του Ολυμπιονίκη, με κρατούσε εκεί και συνέχιζα…
Συνέχιζα και ονειρευόμουνα… Κάποια μέρα, κτυπώντας το μπαλάκι, εκ σφενδονίστηκε μαζί και η φαντασία μου, μακριά, πολύ μακριά στον χρόνο και στον τόπο. Βρέθηκα, λέει, εκεί, στην Αρχαία Ολυμπία, στην μεγάλη γιορτή του αθλητισμού, στους πρώτους επίσημους Ολυμπιακούς Αγώνες. 776 π.Χ.- οι κήρυκες γυρνούν όλη την Ελλάδα και αναγγέλλουν το γεγονός. Οι πόλεμοι σταματούν, γιατί ο αθλητισμός ενώνει και συμφιλιώνει τους ανθρώπους, έτσι τουλάχιστον ήταν τότε! Νέοι από κάθε άκρη της χώρας, καταφθάνουν εκεί με λεβέντικη ψυχή και σώμα, για ν’ αγωνισθούν τον «καλόν αγώνα», το «Ευ αγωνίζεσθαι». Τι υπέροχες λέξεις, τι φανταστική ατμόσφαιρα!
Ήσουν κι εσύ, λέει, εκεί. Οι ιστορικές μου γνώσεις σε απορρίπτουν, όμως η φαντασία μου σε θέλει εκεί. Ν’ αγωνίζεσαι και να στεφανώνεσαι με την αγριελιά. Να ποτίζεις με τον ιδρώτα σου, το χώμα της αρχαίας Ολυμπίας και να δοξάζεσαι μαζί με τον Διαγόρα της Ρόδου, τον Πολυδάμα, τον Θεαγένη.
Ναι, είμαι περήφανος, που η δική μου πατρίδα, η Ελλάδα, έθεσε τα θεμέλια του σύγχρονου αθλητισμού. Το αθλητικό πνεύμα, σαρκώθηκε και μορφοποιήθηκε στους αγώνες της αρχαιότητας. Η Ολυμπιακή φλόγα, λαμπρυνόμενη με τις άξιες του Ελληνικού πολιτισμού, φώτισε την οικουμένη. Η αγωνιστικότητα, η ευγενής άμιλλα, ο αυτοέλεγχος, η συνεργασία, μέσ’ από τον αθλητισμό, εμπλούτισαν και όλη την στάση του ανθρώπου απέναντι στην ζωή…
…Στεκόσουν εκεί, στεφανωμένος, ακτινοβολώντας την χαρά της νίκης, όταν σε πλησίασα ντροπαλά, σου έπιασα το χέρι, σε κοίταξα στα μάτια και σε ρώτησα:
– Πως νοιώθεις, Ρότζερ; Τι σημαίνουν για σένα όλα αυτά;
– Άκου μικρέ μου, μου απάντησες με μια φωνή κρυστάλλινη, που ακόμα αντηχεί στ’ αυτιά μου. «Αγωνίζομαι» σημαίνει «νικώ», να το θυμάσαι αυτό. Η συμμετοχή, ο αγώνας, είναι ήδη μια μεγάλη νίκη, ανεξάρτητα απ’ το τρόπαιο. Νίκη ενάντια στους φόβους, τις ανασφάλειες και τις δυσκολίες του εαυτού σου, ενάντια στον εγωισμό και την φιλαυτία σου. Νίκη υπέρβασης του εαυτού σου. Και κάτι ακόμα: «Νικώ» σημαίνει «Αγαπώ». Αγαπώ τον συναγωνιστή μου, που μου έδωσε την ευκαιρία ν’ αγωνιστώ, τον προπονητή μου, που μου έμαθε τον τρόπω ν’ αγωνίζομαι και να νικώ, τον κόσμο που με στηρίζει στην προσπάθεια και στον δρόμο προς τη νίκη, τον Θεό, που μου χαρίζει την δυνατότητα ν’ αγωνίζομαι και να νικώ!
– Άουτ! Μάριε, συγκεντρώσου επιτέλους στο παιχνίδι! Ήταν η φωνή του προπονητή μου, που με έβγαλε ξαφνικά από την ονειροπόλησή μου. Όμως όχι, εκείνη την ημέρα, δεν ήταν δυνατόν να συγκεντρωθώ σε κανένα παιχνίδι. Ήθελα να διηγηθώ, όλα αυτά που έζησα, στους πρώτους Ολυμπιακούς αγώνες. Όλοι μαζί, ο προπονητής και οι συμπαίκτες μου, γίναμε μια συντροφιά κι αναβαπτισθήκαμε στο πνεύμα των Ολυμπιακών αγώνων. Μιλήσαμε για το περίφημο «Ευ αγωνίζεσθαι», αυτό που οι σύγχρονοι άνθρωποι, μπορούν τέλεια να ερμηνεύσουν ετυμολογικά, όσον όμως αφορά την πράξη, δυσκολεύονται απ ό λίγο έως τραγικά! Στοχεύοντας αποκλειστικά στον πρωταθλητισμό, λούζονται στα βρώμικα κι επικίνδυνα νερά των αναβολικών, θυσιάζοντας στον βωμό της εφήμερης δόξας, την καθαρότητα της ψυχής και του σώματος. Η εξόντωση του αθλητή και η δυσφήμιση των αγώνων, είναι το μόνο αντίτιμο που εισπράττει κανείς από τέτοιες ενέργειες.
Ε, λοιπόν για μένα οι Ολυμπιακοί Αγώνες δεν σημαίνουν, ούτε αναβολικά, ούτε πρωταθλητισμό, ούτε οικονομικά συμφέροντα, οικονομική κρίση, αντιζηλίες και μίση. Σημαίνουν χαρά για την συμμετοχή, «ευ αγωνίζεσθαι», φιλία, ειρήνη και σ’ αυτό το πνεύμα εύχομαι να σταθούν οι φετινοί Ολυμπιακοί Αγώνες.
Σταματώ εδώ την φλυαρία μου, που ίσως σε κούρασε και σου εύχομαι μέσα απ’ την ψυχή μου, σε όλη σου την ζωή, ν’ αγωνίζεσαι, να νικάς και ν’ αγαπάς, όπως ακριβώς εσύ μου δίδαξες. Σ’ ευχαριστώ για άλλη μια φορά και σε περιμένω, εκεί που πρωτοσυναντηθήκαμε… Στην αρχαία Ολυμπία, στην Ελλάδα, στην πατρίδα του πολιτισμού και του αθλητισμού. Στην πανέμορφη και πολυαγαπημένη μου πατρίδα, που όσες δυσκολίες και τρικυμίες κι αν περνά τώρα, « δεν την σκιάζει φοβέρα καμιά», γιατ’ «έχει στο κατάρτι της βιγλάτορα, παντοτινό, τον Ήλιο, τον Ηλιάτορα»!
Με αγάπη και θαυμασμό,
Μάριος Α. Χατζηδήμου»
Ι.Θ. Κακριδής
Γιατί αλήθεια διδάσκουμε τα αρχαία ελληνικά στα παιδιά που θέλουμε να μορφώσουμε, σε τόσο πολλές ώρες μάλιστα; Τρεις είναι οι κύριοι λόγοι που μας υποχρεώνουν να βοηθήσουμε τα παιδιά μας να επικοινωνήσουν όσο γίνεται περισσότερο με τον αρχαίο κόσμο.
Πρώτα απ’ όλα, γιατί είμαστε κι εμείς Έλληνες. Από τον καιρό του Ομήρου ως σήμερα έχουν περάσει κάπου δυο χιλιάδες εφτακόσια χρόνια. Στους αιώνες που κύλησαν οι Έλληνες βρεθήκαμε συχνά στο απόγειο τηςδόξας, άλλοτε πάλι στα χείλια μιας καταστροφής ανεπανόρθωτης∙ νικήσαμε και νικηθήκαμε αμέτρητες φορές∙ δοκιμάσαμε επιδρομές και σκλαβιές∙ αλλάξαμε θρησκεία∙ στους τελευταίους αιώνες η τεχνική επιστήμη μετασχημάτισε βασικά τη μορφή της ζωής μας∙ και όμως κρατηθήκαμε Έλληνες, με την ίδια γλώσσα‐φυσικά εξελιγμένη‐, με τα ίδια ιδανικά, τον ίδιο σε πολλά χαραχτήρα και με ένα πλήθος στοιχεία του πολιτισμού κληρονομημένα από τα προχριστιανικά χρόνια.
Στον πνευματικό τομέα κανένας λαός δεν μπορεί να προκόψει, αν αγνοεί την ιστορία του, γιατί άγνοια της ιστορίας θα πει άγνοια του ίδιου του ίδιου του εαυτού του. Είμαι Έλληνας, συνειδητός Έλληνας, αυτό θα πει, έχω αφομοιώσει μέσα μου την πνευματική ιστορία των Ελλήνων από τα μυκηναϊκά χρόνια ως σήμερα.
Ο δεύτερος λόγος που μας επιβάλλει να γνωρίσουμε την αρχαία πνευματική Ελλάδα είναι ότι είμαστε κι εμείς Ευρωπαίοι. Ολόκληρος ο Ευρωπαϊκός πολιτισμός στηρίζεται στον αρχαίο Ελληνικό, με συνδετικό κρίκο τον ρωμαϊκό. Με τους άλλους Ευρωπαίους μας δένει βέβαια και ο Χριστιανισμός, όσο και να μας χωρίζουν ορισμένα δόγματα. Μα και ο Χριστιανισμός έπρεπε να δουλευτεί πρώτα με την Ελληνική σκέψη, για να μπορέσει ν’ απλώσει έπειτα στον ευρωπαϊκό χώρο. Η ρίζα του πολιτισμού των Ευρωπαίων όλων είναι ο αρχαίος ελληνικός στοχασμός και η τέχνη, γι’ αυτό δεν μπορεί να τα αγνοεί κανείς, αν θέλει να αισθάνεται πως πνευματικά ανήκει στην Ευρώπη.
Μα ο κυριότερος λόγος που δεν επιτρέπεται οι νέοι μας ν’ αγνοούν την αρχαίαν Ελλάδα είναι άλλος: στην Ελλάδα για πρώτη φορά στα χρονικά του κόσμου ανακαλύφτηκε ο άνθρωπος ως αξία αυτόνομη, ο άνθρωπος που θέλει να κρατιέται ελεύθερος από κάθε λογής σκλαβιά, και υλική και πνευματική. Μέσα στους λαούς που περιβάλλουν τον ελληνικό χώρο στα παλιά εκείνα χρόνια υπάρχουν πολλοί με μεγάλο πολιτισμό, πάνω απ’ όλους οι Αιγύπτιοι και οι Πέρσες. Οι λαοί όμως αυτοί ούτε γνωρίζουν ούτε θέλουν τον ελεύθερο άνθρωπο. Το απολυταρχικό τους σύστημα επιβάλλει στα άτομα να σκύβουν αδιαμαρτύρητα το κεφάλι μπροστά στο βασιλέα και στους θρησκευτικούς αρχηγούς.
Η ελεύθερη πράξη και η ελεύθερη σκέψη είναι άγνωστα στον εξωελληνικό κόσμο. Και οι Έλληνες; Πρώτοι αυτοί, σπρωγμένοι από μια δύναμη που βγαίνει από μέσα τους και μόνο, την δεσποτεία θα την μεταλλάξουν σε δημοκρατία, και από την άβουλη, ανεύθυνη μάζα του λαού θα πλάσουν μια κοινωνία από πολίτες ελεύθερους, που καθένας τους να νιώθει τον εαυτό του υπεύθυνο και για τη δική του και για των άλλων την προκοπή. Ο στοχασμός είναι κι αυτός ελεύθερος για τα πιο τολμηρά πετάματα του νου και της φαντασίας.
Ο Έλληνας είναι ο πρώτος, που ενώ ξέρει πως δεν μπορεί ατιμώρητα να ξεπεράσει τα σύνορα του ανθρώπου και να γίνει θεός, όμως κατέχεται από μια βαθιά αισιοδοξία για τις ανθρώπινες ικανότητες και είναι γεμάτος αγάπη για τον άνθρωπο, που τον πιστεύει ικανό να περάσει τις ατέλειές του και να γίνει αυτό που πρέπει να είναι−ο τέλειος άνθρωπος. Αυτή η πίστη στον τέλειον άνθρωπο, συνδυασμένη με το βαθύ καλλιτεχνικό αίσθημα που χαρακτηρίζει την ελληνική φυλή, δίνει στον αρχαίον Έλληνα τον πόθο και την ικανότητα να πλάσει πλήθος ιδανικές μορφές σε ό,τι καταπιάνεται με το νου, με τη φαντασία και με το χέρι:
στις απέριττες μορφές που σχεδιάζουν οι τεχνίτες στα αγγεία της καθημερινής χρήσης, στη μεγάλη ζωγραφική, στην πλαστική του χαλκού και του μαρμάρου, πάνω απ’ όλα στο λόγο τους, και τον πεζό και τον ποιητικό. Αυτόν τον κόσμο θέλουμε να δώσουμε στα παιδιά μας, για να μορφωθούν∙ για να καλλιεργήσουν τη σκέψη τους αναλύοντας τη σκέψη των παλιών Ελλήνων∙ για να καλλιεργήσουν το καλλιτεχνικό τους αίσθημα μελετώντας ό,τι ωραίο έπλασε το χέρι και η φαντασία των προγόνων τους∙ για να μπορέσουν κι αυτοί να νιώσουν τον εαυτό τους αισιόδοξο, ελεύθερο και υπεύθυνο για τη μοίρα του ανθρώπου πάνω στη γη∙ προπαντός για να φουντώσει μέσα τους ο πόθος για τον τέλειον άνθρωπο.
AΠΟ YAHOO.GR
Τα ρουγκατσάρια
Η Ελλάδα είναι πλούσια σε έθιμα των Φώτων. Ρουγκατασάρια, αράπηδες, καμήλες, μπαμπόγεροι, μωμόγεροι, φωταράδες είναι κάποια από τα έθιμα που έχουν τις ρίζες τους στην αρχαιότητα και τις διονυσιακές γιορτές αλλά και στην περίοδο της Τουρκοκρατίας και αναβιώνουν κάθε χρόνο τις ημέρες των Θεοφανίων. Στη Θεσσαλία ανήμερα των Θεοφανίων αναβιώνουν τα ρουγκάτσια (ρουγκατσάρια). Αυτά αποτελούνταν από ομάδες (10 – 15 μεταμφιεσμένων ατόμων) οι οποίες περιφέρονταν από σπίτι σε σπίτι παίρνοντας την ανάλογη αμοιβή. Μερικά από τα απαραίτητα μέλη του κάθε ομίλου ήταν ο γαμπρός, η νύφη (νέος μεταμφιεσμένος), ο παπάς, ο παππούς, ο γιατρός και οι “αρκουδιάρηδες”. Εντυπωσιακός είναι ο αριθμός των τραγουδιών με τα οποία οι ρουγκατσάρηδες συνόδευαν το πέρασμά τους. Στην Καστοριά αναβιώνουν τα «Ραγκουτσάρια». Οι κάτοικοι μεταμφιέζονται και φορούν απαραιτήτως μάσκες που έχουν συμβολικό χαρακτήρα, αφού η όψη τους είναι τρομακτική και αποσκοπούν στο να ξορκίσουν το κακό από την πόλη. Οι μασκαράδες έχουν τη συνήθεια να ζητιανεύουν από τον κόσμο την ανταμοιβή τους, επειδή διώχνουν τα κακά πνεύματα. Το ίδιο έθιμο αναβιώνει και σε χωριά της Δράμας με το όνομα ροκατζάρια. Οι κάτοικοι φορούν τρομακτικές μάσκες και κάνοντας εκκωφαντικούς θορύβους με τα κουδούνια που φέρουν περιφέρονται στους δρόμους.
Τα μπαμπούγερα
Tα μπαμπούγερα είναι μία από τις πιο ενδιαφέρουσες εθιμικές παραδόσεις στην Καλή Βρύση της Δράμας. Το εθιμικό πλαισίωμα της θρησκευτικής γιορτής αρχίζει το πρωί της παραμονής. Οι γυναίκες παίρνουν στάχτη και τη σκορπίζουν με το δεξί χέρι γύρω από το σπίτι προφέροντας ξορκιστικές λέξεις για να φύγουν τα καλακάντζουρα και να μην έχει φίδια το καλοκαίρι. Μετά το τέλος της τελετής του αγιασμού των υδάτων τα μπαμπούγερα συγκεντρώνονται έξω από την εκκλησία. Η αμφίεσή τους είναι ζωόμορφη και παλιότερα κρατούσαν στα χέρια ένα μικρό σακούλι με στάχτη με το οποίο, μέχρι πριν από λίγα χρόνια, χτυπούσαν όσους συναντούσαν για να φοβερίζουν τα καλακάντζουρα. Σήμερα, για αποφυγή τυχόν παρεξηγήσεων από τους αμύητους στο τοπικό έθιμο επισκέπτες, επειδή η στάχτη λέρωνε τα ρούχα, το σακίδιο είναι κενό. Ομάδες-ομάδες τα μπαμπούγερα ή χωριστά γυρίζουν τους δρόμους του χωριού κυνηγώντας όσους συναντούν και ζητώντας συμβολικά κάποιο φιλοδώρημα.
Οι Μωμόγεροι
Οι Μωμόγεροι είναι ένα Ποντιακό έθιμο που γινόταν στον Πόντο τα αρχαία χρόνια μέχρι και τις ημέρες μας. Το έθιμο είναι σατιρικό και συνηθίζετε κατά τη διάρκεια της περιόδου των Χριστουγέννων (15 Δεκεμβρίου) μέχρι τα μέσα Ιανουαρίου, άλλα μερικές φορές μέχρι τον μήνα του Φεβρουαρίου. Λόγω της γεωγραφικής απομόνωσης των Ποντίων, το έθιμο ήταν μια μορφή αναγνώρισης της Ελληνικής προέλευσής τους, και επίσης ένας τρόπος να ξεχαστεί από την Τουρκική δουλεία, και τις βίαιες εξισλαμίσεις. Το έθιμο Μωμόγεροι είναι ζωντανό ακόμα και σήμερα ιδιαίτερα σε διάφορα μέρη της Ελλάδας όπου οι πολύ Πόντιοι κατοικούν. Στην εβδομάδα πριν από το νέο έτος, τα άτομα θα ντυθούν με διάφορα κοστούμια, όπου κάθε κοστούμι συμβολίζει ένα μέρος του πολιτισμού και της λαογραφίας των Ποντίων. Η αρκούδα συμβολίζει τη δύναμη, η ηλικιωμένη γυναίκα ένα σύμβολο του παρελθόντος, η νύφη για το μέλλον, το άλογο για την ανάπτυξη, ο γιατρός για την υγεία, ο στρατιώτης για την υπεράσπιση, την αίγα (κατσίκα) για τα τρόφιμα και ο Άγιος Βασίλης συμβολίζει το νέο έτος που θα φτάσει σε μερικές μέρες. Σήμερα το έθιμο είναι περισσότερο ψυχαγωγικό, ενώ στο παρελθόν ήταν μαγικό.
Oι φωταράδες
Στο Παλαιόκαστρο της Χαλκιδικής τηρείται το έθιμο των φωταράδων. Ο «βασιλιάς» φορώντας το ταλαγάνι και φορτωμένος με κουδούνια ανοίγει το χορό ενώ ακολουθούν οι φωταράδες κρατώντας ξύλινα σπαθιά για να ξυλοφορτώσουν εκείνους που θα επιδιώξουν να πάρουν το λουκάνικο που στήνεται στη μέση του χωριού.
Οι φούταροι
Στον Άγιο Πρόδρομο της Χαλκιδικής πρωταγωνιστές των Θεοφανίων είναι οι φούταροι. Την παραμονή των Φώτων νεαροί άντρες λένε τα κάλαντα μαζεύοντας κρέας, λουκάνικα και χρήματα και την ημέρα του Αϊ Γιαννιού χορεύουν στην πλατεία του χωριού. Όταν κάνουν διάλειμμα τρέχουν να πάρουν από ένα ρόπαλο και όταν ξαναμπαίνουν στο χορό πετούν τα ρόπαλα ψηλά σφυρίζοντας με όλη τους τη δύναμη για να σηματοδοτήσουν το τέλος του Δωδεκαημέρου.
Οι αράπηδες
Σε χωριά της Καβάλας και της Δράμας, όπως η Νικήσιανη, το Μοναστηράκι, ο Ξηροπόταμος, η Πετρούσα και ο Βώλακας αναβιώνει το έθιμο των αράπηδων. Άντρες ντύνονται με προβιές και ζώνονται κουδούνια. Λέγεται ότι οι αράπηδες ήταν πολεμιστές που μετείχαν στην εκστρατεία του Μεγαλέξανδρου και έδιωξαν με τους αλαλαγμούς τους ελέφαντες των Ινδών.
Η καμήλα
Η καμήλα που στολίζεται μετά τον αγιασμό των υδάτων είναι ένα έθιμο της Γαλάτιστας Χαλκιδικής. Συνήθως έξι άντρες μπαίνουν κάτω από το ομοίωμα μιας καμήλας βαδίζοντας ρυθμικά ή χορεύοντας, κουνώντας κουδούνια και τραγουδώντας. Πρόκειται για την αναπαράσταση ενός πραγματικού γεγονότος, την απαγωγής μιας όμορφης κοπέλας από το γιο του Τούρκου επιτρόπου που συνέβη στα τέλη του 19ου αιώνα. Ο αγαπημένος της για να την ξαναπάρει πίσω έστησε γλέντι και για να μπει στο τούρκικο σπίτι έφτιαξε ένα ομοίωμα καμήλας κάτω από το οποίο κρύφτηκαν οι φίλοι του. Αφού έκρυψαν την κοπέλα κάτω από την καμήλα την έβγαλαν έξω και την επομένη τη στεφάνωσαν με τον αγαπημένο της πριν προλάβουν να την ξαναπάρουν οι Τούρκοι.
Τα κάλαντα ψάλλονται κυρίως από παιδιά μέχρι ορισμένου ορίου ηλικίας (14-15 ετών) αλλά και από ώριμους άνδρες, είτε μεμονωμένα είτε κατά ομάδες που περιέρχονται οικίες, καταστήματα, δημόσιους χώρους κλπ με τη συνοδεία του πατροπαράδοτου σιδερένιου τριγώνου αλλά ενίοτε και άλλων μουσικών οργάνων (φυσαρμόνικας, ακορντεόν, τύμπανου κλπ).
Κύριος σκοπός των τραγουδιών αυτών είναι μετά τις αποδιδόμενες ευχές τα “Χρόνια Πολλά” το φιλοδώρημα είτε σε χρήματα (σήμερα) είτε σε προϊόντα (παλαιότερα). Σχετική με αυτό είναι και η παρασκευή “κουλούρας” ονομαζόμενη “κολλίκι” (Βέροια) ή “κουλιαντίνα” (Σιάτιστα) και εξ αυτών οι φέροντες αυτά ονομάζονται “Κουλουράδες” ή “Φωτάδες”.
Τα κάλαντα ξεκινούν κυρίως με χαιρετισμό στη συνέχεια αναγγέλλουν τη μεγάλη χριστιανική εορτή που φθάνει και καταλήγουν σε ευχές. Χαρακτηριστικό σημείο είναι η γλώσσα στην οποία αυτά ψάλλονται, στη καθαρεύουσα, καταδηλούντα την άμεση καταγωγή τους από τους Βυζαντινούς χρόνους τις Καλένδες του Ιανουαρίου που γιορτάζονταν με ιδιαίτερη λαμπρότητα.
Ο μεγάλος αριθμός των διαφόρων παραλλαγών εξανάγκασε να διακρίνονται αυτά σε εθνικά ή αστικά και στα τοπικά ή παραδοσιακά (κατά περιοχή). Στα χριστουγεννιάτικα κάλαντα έχουν καταμετρηθεί περισσότερες από τριάντα παραλλαγές μόνο στον Ελλαδικό χώρο. Σήμερα εκτός των παραπάνω έχουν εισαχθεί και διάφορα αγγλοσαξωνικά χριστουγεννιάτικα τραγούδια, μερικά των οποίων έχουν και μεταγλωττιστεί στην ελληνική που δυστυχώς τείνουν να υπερκαλύψουν τα παραδοσιακά.
Επίσης και η ημέρα που ψάλλονται τα κάλαντα σε ορισμένες περιοχές ονομάζονται “Κάλαντα” (Κόλιντα, Κόλεντας, Κόλιαντας) με εξαίρεση τη νήσο Μήλο που ψέλνονταν μόνο τη παραμονή της Πρωτοχρονιάς, συντασσόμενα κάθε φορά νέα κάλαντα, με τα οποία όμως ζητούσαν οικονομική συνδρομή για κάποιο κοινωνικό σκοπό (πχ ανέγερση ή επιδιόρθωση ναού) δίδοντας και συμβουλές προς τους άρχοντες η παρατηρήσεις με σκωπτικό χαρακτήρα. Τέτοιες είναι και οι σχετικές “μαντινάδες” της Κρήτης ή “κοτσάκια” της Νάξου με σκωπτικό επίσης χαρακτήρα που ψάλλονται ως “κάλαντα”.
Πολλές φορές όταν δεν υπήρχε φιλοδώρημα ή ήταν ευτελές τότε τα παιδιά συνέχιζαν με πολύ δυνατή φωνή έξω από την οικία δίστιχα σκωπτικά, επαναλαμβανόμενα:
«Αφέντη μου στη κάπα σου χίλιες χιλιάδες ψείρες,
άλλες γεννούν, άλλες κλωσούν κι άλλες αυγά μαζώνουν!»
ΑΠΟ ΤΗΝ ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ
Hundreds Participate In Good Riddance Day In Times Square

ΕΙΣ ΑΥΤΟ ΤΟ ΝΕΟΝ ΕΤΟΣ
Εις αυτό το νέον έτος, εις την πρώτη του μηνός
ήρθα να σας χαιρετήσω, δούλος σας ο ταπεινός.
Ο Βασίλειος ο Μέγας είναι πάντα θαυμαστός
και στην οικογένειά σας, να ’ναι πάντα βοηθός.
Τα παιδιά σας στο σχολείο να τα στέλνετε συχνά
να μαθαίνουν ιστορίες, της Ελλάδος τα καλά.
Έχω κι άλλα να σας πω, μα δεν έχω πια καιρό,
σας αφήνω καληνύχτα κι αύριο με το καλό.
Και του χρόνου.
ΑΡΧΙΝ,ΑΡΧΙΝ ΤΑ ΚΑΛΑΝΤΑ
Άρχιν, άρχιν τα κάλαντα κι άρχιν καλά χρόνια
τα πουλιά λαλούν και χερολόνια πάλι κράζνε.
Άγιον Βασίλειον καλόν ζευγάρι λάμνει
καλόν εν’ αφέντη, καλόν κι ευλο(γ)ημένον.
Έχει και τα βόδια του, παραδείσου πουλίτσι
έχει και το τσίφτσι του πανώριον παλικάρι.
Έχει και τ’ αλέτιρι τ’ σ’ άγχου βουτημένο
έχει και το γύνι του σ’ ασήμι κονωμένο
έχει και το βέρκενι τ’ κιπριγιού καλέμι
έχει και τα ζεύγολα τ’ κουκιά μαργαριτάρια
έχει και τα ζεύγολα τ’ ξανά κλωστιά μετάξια
καλόν εν’ αφέντη, καλόν κι ευλο(γ)ημένον.
Σον ξερόν τον πέτρα έσπειρα πολύ φακουδίτσι
δώκεν ο Θεός κι εγένεν, εγένεν παρουρίτσι
ήρθεν ‘να πουλίτισι το ‘κα τσακωσα το κ(ου)ίτσι τ’
ήρθεν μαυρομάνα, κλαίγ’ και καμουρίτσει
ήρθεν μαυροκάκα, κλαίγ’ και καμουρίτσει.
Άκου τα μανίτσα μ’ αν κείσαι κι αν κοιμάσαι
άρι το καλέρι σου και σέβα στο κελάρι
σέβα στο κελάρι σ’ και φώτ΄σε το φενέρι σ’
φώτ’σε το φενέρ μας κι όλην τη γενιά μας,
φώτ’σε το φενέρ μας κι ας ‘σε φωτισταίος.
Και του χρόνου.
ΑΡΧΙΜΗΝΙΑ ΚΙ ΑΡΧΙΧΡΟΝΙΑ ΚΑΙ ΠΑΙΝΕΜΑΤΑ
Παινέματα για τον αφέντη
Μα σένα πρέπει αφέντη μου καρέκλα καρυδένια
για ν’ ακουμπάς τη μέση σου τη μαργαριταρένια.
Και πάλι ξαναπρέπει σου τρικούβερτο καράβι
να ’ναι η πλώρη μάλαμα κι η πρύμνη του λουβάρι
και τα πανιά και τα σκοινιά να ’ναι μαργαριτάρι.
Παινέματα για την κυρά
Επό ’παμε τ’αφέντη σας να πούμε τσι κερά σας
κερά ψηλή, κερά λιγνή και καστανομαλλούσα
π’ όταν σε γέννα η μάνα σου όλα τα δέντρ’ ανθούσαν
κι όταν σε κοιλοπόνησε ήταν ημέρα σχόλη
και δώκανέ σου την ευχή οι δώδεκ’ αποστόλοι.
Παινέματα για τον γιό και την κόρη
Έχετε το γιό στα γράμματα και σέρνει το κοντύλι
να του τ’αξιώσει ο Θεός να βάλει πετραχήλι.
Επόπαμε τα και του γιου να πούμε και τση κόρης
έχετε κόρη όμορφη γραμματικός τη θέλει
μα αν είναι και γραμματικός πολλά προυκιά γυρεύει
γυρεύει αμπέλια ατρύγητα αμπέλια τρυγημένα
γυρεύει μύλους δώδεκα και μέσα οι μυλωνάδες
γυρεύγει και τη θάλασσα μ’ όλα τζι τα καράβια
γυρεύγει και τον κυρ Βοριά να τα καλαρμενίζει.
Έθιμα που οι ρίζες τους χάνονται στο χρόνο, αναβιώνουν κάθε χρόνο σε ολόκληρη την Ελλάδα. Άλλοτε με χορούς και τραγούδια, άλλοτε με παραδοσιακές λιχουδιές, άλλοτε με το άναμμα του τζακιού ή το σπάσιμο του ροδιού, άνθρωποι από κάθε γωνιά της χώρας κρατούν ζωντανά τα κομμάτια του πολιτισμού και της ιστορίας μας.
Έθιμα της Κεντρικής Ελλάδας:
Σε κάποιες περιοχές την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, πηγαίνουν στην πιο κοντινή βρύση “για να κλέψουν το άκραντο νερό”. Το λένε άκραντο, δηλαδή αμίλητο, γιατί δε βγάζουν λέξη σ’ όλη τη διαδρομή. Αλείφουν τις βρύσες του χωριού με βούτυρο και μέλι, με την ευχή όπως τρέχει το νερό να τρέχει και η προκοπή στο σπίτι τον καινούργιο χρόνο και όπως γλυκό είναι το μέλι, έτσι γλυκιά να είναι και η ζωή τους. Για να έχουν καλή σοδειά, όταν φτάνουν εκεί, την “ταΐζουν”, με διάφορες λιχουδιές, όπως βούτυρο, ψωμί, τυρί, όσπρια ή κλαδί ελιάς. Έλεγαν μάλιστα πως όποια θα πήγαινε πρώτη στη βρύση, αυτή θα στεκόταν και η πιο τυχερή ολόκληρο το χρόνο. Στη συνέχεια ρίχνουν στη στάμνα ένα βατόφυλλο και τρία χαλίκια, “κλέβουν νερό” και γυρίζουν στα σπίτια τους πάλι αμίλητες μέχρι να πιούνε όλοι από το άκραντο νερό. Με το ίδιο νερό ραντίζουν και τις τέσσερις γωνίες του σπιτιού, ενώ σκορπούν στο σπίτι και τα τρία χαλίκια.
Το Χριστόξυλο έθιμο από την κεντρική Μακεδονία:
Στα χωριά της βόρειας Ελλάδας, από τις παραμονές των εορτών ο νοικοκύρης ψάχνει στα χωράφια και διαλέγει το πιο όμορφο, το πιο γερό, το πιο χοντρό ξύλο από πεύκο ή ελιά και το πάει σπίτι του. Αυτό ονομάζεται Χριστόξυλο και θα καίει για όλο το δωδεκαήμερο των εορτών (από τα Χριστούγεννα μέχρι και τα Φώτα) στο τζάκι του σπιτιού. Πριν ο ιδιοκτήτης φέρει το Χριστόξυλο, κάθε νοικοκυρά φροντίζει να έχει καθαρίσει το σπίτι και με ιδιαίτερη προσοχή το τζάκι, ώστε να μη μείνει ούτε ίχνος από την παλιά στάχτη. Καθαρίζουν ακόμη και την καπνοδόχο, για να μη βρίσκουν πατήματα να κατέβουν οι καλικάντζαροι, τα κακά δαιμόνια, όπως λένε στα παραδοσιακά χριστουγεννιάτικα παραμύθια.
Έθιμο από Καστανιές Ανατολικής Θράκης
Τη Βασιλόπιτα την έκαναν φυλλωτή. Έβαζαν γόμο (γέμιση) πλιγούρι και ανάμεσα στα φύλλα τον «παρά», το νόμισμα, και άλλα σημάδια. Η νοικοκυρά με τον παρά τη σταύρωνε τρεις φορές και ύστερα τον έχωνε στο ζυμάρι, θα να βάλει πελεκούδι από την πόρτα ή κλαρί, για το σπίτι, κουκί στάρι για τα χωράφια, σταφίδα για το αμπέλι, κομματάκια τυρί για τα πρόβατα, άχερο για τα γελάδια… Στους λυπημένους που έστελναν πίτα, εκείνοι δεν την έκοβαν με το μαχαίρι αλλά ο καθένας έκοβε με το χέρι ένα κομμάτι. Την παραμονή το βράδυ έβαζαν στο τραπέζι εννιά ειδών φαγητά και πολλών ειδών οπωρικά, στη μέση τη βασιλόπιτα, τρία ψωμιά κι ένα κεράκι αναμμένο στο ένα ψωμί… Αφού έτρωγαν έκοβαν την πίτα. Σ’ όποιον έπεφτε ο παράς, έλεγαν πως εκείνος «βασίλεψε». Τον «βασιλεμένο» παρά τον έριχναν μέσα σε ποτήρι με κρασί, έπιναν από λίγο και εύχονταν : «Και του χρόνου καλύτερα!». Τον παρά τον άφηναν στα εικονίσματα και τον επόμενο χρόνο τον έβαζαν στην άλλη πίτα.
Έθιμο από την Πελοπόννησο
Το πρωί της Πρωτοχρονιάς, η οικογένεια πηγαίνει στην εκκλησία και ο νοικοκύρης κρατάει στην τσέπη του ένα ρόδι, για να το λειτουργήσει. Γυρνώντας σπίτι, πρέπει να χτυπήσει το κουδούνι της εξώπορτας -δεν κάνει να ανοίξει ο ίδιος με το κλειδί του-Έθιμα που οι ρίζες τους χάνονται στο χρόνο, αναβιώνουν κάθε χρόνο σε ολόκληρη την Ελλάδα. Άλλοτε με χορούς και τραγούδια, άλλοτε με παραδοσιακές λιχουδιές, άλλοτε με το άναμμα του τζακιού ή το σπάσιμο του ροδιού, άνθρωποι από κάθε γωνιά της χώρας κρατούν ζωντανά τα κομμάτια του πολιτισμού και της ιστορίας μας.
Έθιμα της Κεντρικής Ελλάδας:
Σε κάποιες περιοχές την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, πηγαίνουν στην πιο κοντινή βρύση “για να κλέψουν το άκραντο νερό”. Το λένε άκραντο, δηλαδή αμίλητο, γιατί δε βγάζουν λέξη σ’ όλη τη διαδρομή. Αλείφουν τις βρύσες του χωριού με βούτυρο και μέλι, με την ευχή όπως τρέχει το νερό να τρέχει και η προκοπή στο σπίτι τον καινούργιο χρόνο και όπως γλυκό είναι το μέλι, έτσι γλυκιά να είναι και η ζωή τους. Για να έχουν καλή σοδειά, όταν φτάνουν εκεί, την “ταΐζουν”, με διάφορες λιχουδιές, όπως βούτυρο, ψωμί, τυρί, όσπρια ή κλαδί ελιάς. Έλεγαν μάλιστα πως όποια θα πήγαινε πρώτη στη βρύση, αυτή θα στεκόταν και η πιο τυχερή ολόκληρο το χρόνο. Στη συνέχεια ρίχνουν στη στάμνα ένα βατόφυλλο και τρία χαλίκια, “κλέβουν νερό” και γυρίζουν στα σπίτια τους πάλι αμίλητες μέχρι να πιούνε όλοι από το άκραντο νερό. Με το ίδιο νερό ραντίζουν και τις τέσσερις γωνίες του σπιτιού, ενώ σκορπούν στο σπίτι και τα τρία χαλίκια.
Το Χριστόξυλο έθιμο από την κεντρική Μακεδονία:
Στα χωριά της βόρειας Ελλάδας, από τις παραμονές των εορτών ο νοικοκύρης ψάχνει στα χωράφια και διαλέγει το πιο όμορφο, το πιο γερό, το πιο χοντρό ξύλο από πεύκο ή ελιά και το πάει σπίτι του. Αυτό ονομάζεται Χριστόξυλο και θα καίει για όλο το δωδεκαήμερο των εορτών (από τα Χριστούγεννα μέχρι και τα Φώτα) στο τζάκι του σπιτιού. Πριν ο ιδιοκτήτης φέρει το Χριστόξυλο, κάθε νοικοκυρά φροντίζει να έχει καθαρίσει το σπίτι και με ιδιαίτερη προσοχή το τζάκι, ώστε να μη μείνει ούτε ίχνος από την παλιά στάχτη. Καθαρίζουν ακόμη και την καπνοδόχο, για να μη βρίσκουν πατήματα να κατέβουν οι καλικάντζαροι, τα κακά δαιμόνια, όπως λένε στα παραδοσιακά χριστουγεννιάτικα παραμύθια.
Έθιμο από Καστανιές Ανατολικής Θράκης
Τη Βασιλόπιτα την έκαναν φυλλωτή. Έβαζαν γόμο (γέμιση) πλιγούρι και ανάμεσα στα φύλλα τον «παρά», το νόμισμα, και άλλα σημάδια. Η νοικοκυρά με τον παρά τη σταύρωνε τρεις φορές και ύστερα τον έχωνε στο ζυμάρι, θα να βάλει πελεκούδι από την πόρτα ή κλαρί, για το σπίτι, κουκί στάρι για τα χωράφια, σταφίδα για το αμπέλι, κομματάκια τυρί για τα πρόβατα, άχερο για τα γελάδια… Στους λυπημένους που έστελναν πίτα, εκείνοι δεν την έκοβαν με το μαχαίρι αλλά ο καθένας έκοβε με το χέρι ένα κομμάτι. Την παραμονή το βράδυ έβαζαν στο τραπέζι εννιά ειδών φαγητά και πολλών ειδών οπωρικά, στη μέση τη βασιλόπιτα, τρία ψωμιά κι ένα κεράκι αναμμένο στο ένα ψωμί… Αφού έτρωγαν έκοβαν την πίτα. Σ’ όποιον έπεφτε ο παράς, έλεγαν πως εκείνος «βασίλεψε». Τον «βασιλεμένο» παρά τον έριχναν μέσα σε ποτήρι με κρασί, έπιναν από λίγο και εύχονταν : «Και του χρόνου καλύτερα!». Τον παρά τον άφηναν στα εικονίσματα και τον επόμενο χρόνο τον έβαζαν στην άλλη πίτα.
Έθιμο από την Πελοπόννησο
Το πρωί της Πρωτοχρονιάς, η οικογένεια πηγαίνει στην εκκλησία και ο νοικοκύρης κρατάει στην τσέπη του ένα ρόδι, για να το λειτουργήσει. Γυρνώντας σπίτι, πρέπει να χτυπήσει το κουδούνι της εξώπορτας -δεν κάνει να ανοίξει ο ίδιος με το κλειδί του- και έτσι να είναι ο πρώτος που θα μπει στο σπίτι για να κάνει το καλό ποδαρικό, με το ρόδι στο χέρι. Μπαίνοντας μέσα, με το δεξί, σπάει το ρόδι πίσω από την εξώπορτα, το ρίχνει δηλαδή κάτω με δύναμη για να σπάσει και να πεταχτούν οι ρώγες του παντού και ταυτόχρονα λέει: “με υγεία, ευτυχία και χαρά το νέο έτος κι όσες ρώγες έχει το ρόδι, τόσες λίρες να έχει η τσέπη μας όλη τη χρονιά”. Τα παιδιά μαζεμένα γύρω-γύρω κοιτάζουν οι ρώγες αν είναι τραγανές και κατακόκκινες. Όσο γερές κι όμορφες είναι οι ρώγες, τόσο χαρούμενες κι ευλογημένες θα είναι οι μέρες που φέρνει μαζί του ο νέος χρόνος.
Οι «κολόνιες» έθιμο από τα νησιά του Ιονίου:
Στην Κεφαλονιά, αλλά και στα άλλα νησιά των Επτανήσων, το βράδυ της παραμονής της Πρωτοχρονιάς, οι κάτοικοι γεμάτοι ενθουσιασμό για τον ερχομό του νέου χρόνου, κατεβαίνουν στους δρόμους κρατώντας μπουκάλια με κολόνιες και ραίνουν ο ένας τον άλλον τραγουδώντας: “Ήρθαμε με ρόδα και με ανθούς να σας ειπούμε χρόνους πολλούς”. Η τελευταία ευχή του χρόνου που ανταλλάσσουν είναι: “Καλή Αποκοπή”, δηλαδή με το καλό να αποχωριστούμε τον παλιό χρόνο. Το πρωί της Πρωτοχρονιάς η μπάντα του δήμου περνάει από όλα τα σπίτια και τραγουδάει καντάδες και κάλαντα.
Έθιμα από την Κρήτη και το πρωτοχρονιάτικο «ποδαρικό»:
Το ποδαρικό είναι ένα από τα παλαιότερα έθιμα και στην Κρήτη. Ο πρώτος άνθρωπος που θα πατήσει με το πόδι του στο σπίτι μετά την είσοδο του νέου χρόνου, πρέπει να είναι τυχερός. Για να φέρει γούρι στο σπίτι, πρέπει να πατήσει πρώτα με το δεξί του πόδι για να πάνε όλα δεξιά, δηλαδή καλά. Επίσης την ημέρα της Πρωτοχρονιάς μεταφέρουν νερό από τη βρύση στο σπίτι και ο νοικοκύρης λέει : «Όπως τρέχει τούτο το νερό έτσι να τρέχουν και τα καλά στο σπίτι μου». Ακόμη ο ιδιοκτήτης μεταφέρει μια πέτρα στην κατοικία του λέγοντας: «Όπως είναι γερή τούτη η πέτρα έτσι να είναι γερό και το σπίτι μου». Σε ορισμένα μέρη του Ηρακλείου, την πρωτοχρονιά συνηθίζεται η οικογένεια να πηγαίνει στην εκκλησία. Μαζί τους παίρνουν μια εικόνα του σπιτιού, η οποία αφού λειτουργηθεί θα κάνει το ποδαρικό στο σπίτι. Την πρωτοχρονιά οι παππούδες και οι στενοί συγγενείς της οικογένειας δίνουν στα παιδιά την «καλή χέρα», δηλαδή κάποιο χρήματα. Έθιμο που διατηρείται μέχρι και σήμερα. Χαρακτηριστικά είναι ακόμη και τα παραδοσιακά κάλαντα της Κρήτης… και έτσι να είναι ο πρώτος που θα μπει στο σπίτι για να κάνει το καλό ποδαρικό, με το ρόδι στο χέρι. Μπαίνοντας μέσα, με το δεξί, σπάει το ρόδι πίσω από την εξώπορτα, το ρίχνει δηλαδή κάτω με δύναμη για να σπάσει και να πεταχτούν οι ρώγες του παντού και ταυτόχρονα λέει: “με υγεία, ευτυχία και χαρά το νέο έτος κι όσες ρώγες έχει το ρόδι, τόσες λίρες να έχει η τσέπη μας όλη τη χρονιά”. Τα παιδιά μαζεμένα γύρω-γύρω κοιτάζουν οι ρώγες αν είναι τραγανές και κατακόκκινες. Όσο γερές κι όμορφες είναι οι ρώγες, τόσο χαρούμενες κι ευλογημένες θα είναι οι μέρες που φέρνει μαζί του ο νέος χρόνος. Οι «κολόνιες» έθιμο από τα νησιά του Ιονίου: Στην Κεφαλονιά, αλλά και στα άλλα νησιά των Επτανήσων, το βράδυ της παραμονής της Πρωτοχρονιάς, οι κάτοικοι γεμάτοι ενθουσιασμό για τον ερχομό του νέου χρόνου, κατεβαίνουν στους δρόμους κρατώντας μπουκάλια με κολόνιες και ραίνουν ο ένας τον άλλον τραγουδώντας: “Ήρθαμε με ρόδα και με ανθούς να σας ειπούμε χρόνους πολλούς”. Η τελευταία ευχή του χρόνου που ανταλλάσσουν είναι: “Καλή Αποκοπή”, δηλαδή με το καλό να αποχωριστούμε τον παλιό χρόνο. Το πρωί της Πρωτοχρονιάς η μπάντα του δήμου περνάει από όλα τα σπίτια και τραγουδάει καντάδες και κάλαντα.


