Η Ζωή μας σήμερα

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 25 Σεπτεμβρίου 2016

Τα χαρακτηριστικά του χειριστικού γονιού και της χειριστικής σχέσης

 

Χειριστικός μπορεί να θεωρηθεί ένας άνθρωπος, ο οποίος ξέρει πολύ καλά να οδηγεί έτσι τις καταστάσεις, ώστε να επωφεληθεί ο ίδιος.

Όταν το χαρακτηριστικό αυτό αποδίδεται σε ένα γονέα είναι αρκετά οξύμωρο, καθώς ο γονικός ρόλος προϋποθέτει την υπέρβαση του εαυτού και της ατομικότητας. Πώς λοιπόν γίνεται ένας γονιός να είναι χειριστικός; Να χειρίζεται καταστάσεις που αφορούν το παιδί του – ανήλικο ή ενήλικο –προς δικός του όφελος;

 

Όλα ξεκινούν όταν στη βάση της σχέσης υπάρχει η θυσία. Ένας άνθρωπος, ο οποίος θεωρεί ότι θυσιάζει στοιχεία του εαυτού του ή της ζωής του, κάποια στιγμή θα το ζητήσει πίσω. Στην περίπτωση λοιπόν ενός χειριστικού γονιού, υπάρχει η αίσθηση του «χρέους» ή της «υποχρέωσης» ή της «οφειλής» από το παιδί προς το γονιό, στο όνομα της θυσίας που ταυτίζεται με την αγάπη. Ως αποτέλεσμα, το παιδί οφείλει στο γονιό του να ζήσει μια ζωή όπως ο γονιός τη φαντάζεται για το ίδιο. Οποιαδήποτε απόκλιση από αυτό το σενάριο θα καταγραφεί ως αχαριστία, ως λάθος, ως αδιαφορία.

Αυτό συμβαίνει, όταν οι γονείς βιώνουν απουσία χαράς από το γάμος τους. Έτσι, ασυνείδητα ζητούν από τα παιδιά τους να τους φροντίσουν συναισθηματικά και να έχουν για πάντα κυρίαρχο ρόλο στη ζωή τους: με το να φροντίζουν το εγγόνι όχι ως παππούδες αλλά ως γονείς, να έχουν λόγο στο γάμο τους παιδιού τους, να εμπλέκονται στη δουλειά, τις επιλογές, τις αποφάσεις του. Κι αν το παιδί δυσανασχετήσει, ο γονιός θυμώνει παιδιάστικα, δίνει διπλά μηνύματα «εσύ να είσαι καλά και άσε με εμένα» και φέρεται σαν να νοιώθει προδομένος και εγκαταλελειμμένος.

 

Τι κακό μπορεί να κάνει ένας χειριστικός γονιός στο παιδί του;

 

Για να μπορέσει να υπάρξει μια τέτοιου είδους σχέσης που ζητάει ο γονιός αυτός, σημαίνει ότι το παιδί δεν έχει αυτονομηθεί. Και αυτό είναι το τίμημα που πληρώνει το παιδί ως ενήλικας: δεν μπορεί να σταθεί στα πόδια του και αναρωτιέται συνεχώς για τα λάθος επιλογές που κάνει.

Ένας γονιός που ζητά φροντίδα από το παιδί του και θέλει να έχει ενεργό ρόλο στην ενήλικη πια ζωή του, στην πραγματικότητα του ζητά να μην μπορέσει να αυτονομηθεί, να διαφοροποιηθεί, να ενηλικιωθεί, να ζήσει με ευθύνη ζωής. Κι ενώ το παιδί – ενήλικας θα καταγραφεί ως ανεπαρκής, στην πραγματικότητα η ανεπάρκεια του γονιού είναι που δεν επιτρέπει στο παιδί να ωριμάσει.

Η κατάσταση αυτή δεν γίνεται αμέσως αντιληπτή, καθώς το κύριο χαρακτηριστικό ενός χειριστικό γονιού είναι η συνεχής παροχή και η φροντίδα με τη μορφή εξυπηρέτησης. Και αυτό ακριβώς είναι που δημιουργεί τύψεις στο παιδί – ενήλικα. «πώς γίνεται να δυσανασχετώ και να θυμώνω με τον άνθρωπο που μου προσφέρει τόσα;» Η παγίδα είναι πως αυτή η εξυπηρέτηση βολεύει και το παιδί – ενήλικας στερεί τον εαυτό του από το παράγει άλλες λύσεις και προτιμά την έτοιμη παροχή.,

Www.healingefect.gr

 

 

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 20 Σεπτεμβρίου 2016

Ζούμε την εποχή της παντοδυναμίας του σώματος. Το σώμα μοιάζει από μόνο του ένας Θεός, ένα τοτέμ για λατρευτικές δοξασίες αλλά και ένα ταμπού τη στιγμή που γερνάει ή όταν δεν μας αρέσει. Στις παραλίες, κάθε καλοκαίρι, φαίνεται εκκεντρικός αυτός που δεν έχει ζωγραφίσει το σώμα του. Το τατουάζ, από συνήθειο της φυλακής και του ποντοπόρου ναυτικού, έχει μετατραπεί σε στολίδι, αφήγηση, υπερβολή ή και τρόμο, ανάλογα με την ποσότητα και τις εικόνες που αυτό αναπαριστά. Αλλά και τα σκουλαρίκια, οι τρύπες στα αυτιά, στον αφαλό, στο στήθος, στη γλώσσα ή και οι συνεχείς αισθητικές επεμβάσεις, μικρές, εμφανείς ή και μεγαλύτερες, παραμορφωτικές ή ακόμη τα μικρά «ανώδυνα» bottox αναδεικνύουν την επιθυμία του υποκειμένου να επέμβει στο σώμα του, να το οικειοποιηθεί, να το αλλάξει, να το βελτιώσει και ίσως τελικά να το αγαπήσει. Τι δηλώνουν οι άνθρωποι μέσα από τις παρεμβάσεις στο σώμα τους; Τι θέλει να πει η ψυχή που δεν μπορεί να το αφηγηθεί με άλλον τρόπο και μεταθέτει στο σώμα τη μοίρα της αφήγησης; Η Ιταλίδα ψυχαναλύτρια Alessandra Lemma καταθέτει με την ψυχαναλυτική της μελέτη, που κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Αρμός, με τίτλο «Κάτω από το δέρμα», μια πολύ ενδιαφέρουσα τοποθέτηση πάνω σε αυτά τα επίκαιρα ζητήματα. Εχοντας διατρέξει τη διεθνή βιβλιογραφία και έχοντας εστιάσει στις ελλείψεις και τις ανεπάρκειες αυτής, ανοίγει μια συζήτηση και από το δικό της κλινικό υλικό για να κατανοηθούν τα αίτια της σωματικής παρέμβασης –που είναι πολλά και διαφορετικά για τον καθένα- καθώς και για τη δυνατότητα που μπορεί να έχουν όσοι δουλεύουν ψυχικά με τέτοιους ασθενείς, προκειμένου να συνυπολογίσουν τον παράγοντα «σώμα» ως εκφραστή ενός ασυνείδητου ψυχικού νοήματος που δεν ρηματοποιείται.

Ψυχή, σώμα: αδιαχώριστα

Τι είναι το Εγώ του ανθρώπου αν όχι ένας ψυχικός χάρτης, μια προβολή της επιφάνειας του σώματος. Από την πρώτη στιγμή της γέννησης ενός ανθρώπου δύο είναι οι ενστικτώδεις κινήσεις: λήψη της τροφής και φτύσιμο ή κένωση αυτής. Κάτι μπαίνει στο σώμα του παιδιού και κάτι αυτόματα βγαίνει, καθορίζοντας αυτό που λέμε αργότερα στην ψυχική ζωή προβολή και ενδοβολή. Και κάπως έτσι χτίζεται όλη η ζωή μας. Τα πρώτα θεμέλια έβαλε ο Φρόιντ και μετέπειτα σημαντικοί συνεχιστές, όπως ο Winnicott, οι οποίοι ορίζουν ότι ο σωματικός εαυτός είναι το περιέχον και η θεμελίωση για την αίσθηση του εαυτού. Η μητέρα είναι φυσικά σε όλα αυτά παρούσα, περιέχουσα και θεμελιωτής της αίσθησης του εαυτού για το μωρό της, πριν αυτό γίνει αυτόνομο, ανεξάρτητο, διαφορετική ύπαρξη από εκείνη.

Με το άγγιγμα, την αγκαλιά, την τρυφερότητα, την επαφή και με το βλέμμα –εμπεριέχον όλο τον συμβολισμό της ψυχικής μεταβίβασης– ο άνθρωπος ξεκινά το ταξίδι του στη ζωή, με όσα του δίνονται και όσα του λείπουν. Το σώμα, δηλαδή, δεν είναι απλώς μια επιφανειακή οντότητα, αλλά η ίδια η προβολή μιας επιφάνειας. Σώμα και ψυχή, άλλωστε, είναι άρρηκτα δεμένα και στοχεύουν σε μια διπλή διεργασία, η πρώτη αφορά τον μετασχηματισμό των ερεθισμάτων τα οποία γεννιούνται στο σώμα και φθάνουν στον ψυχισμό και πρέπει να μετατραπούν από σωματικές διεγέρσεις σε ψυχικούς αντιπροσώπους. Και η δεύτερη διεργασία αφορά το πώς διαχειρίζεται ο ψυχισμός τις ματαιώσεις, τις ελλείψεις και πώς φτιάχνει τη δυνατότητα να μεταφερθούν οι αναπαραστάσεις στον άλλον. Τι συμβαίνει, όμως, με μερικούς ανθρώπους που επιλέγουν να ξαναγεννηθούν μέσω της πλαστικής χειρουργικής; Ή τι συμβαίνει με όσους παραμορφώνουν το σώμα τους; Ή με αυτούς που αφηγούνται ολόκληρες ιστορίες μέσα από τα τατουάζ τους, καλύπτοντας όλη την επιφάνεια του σώματός τους; Γιατί δεν μπορούν να τις αφηγηθούν διαφορετικά;

Αφετηρία ή εγκλωβισμός;

Στη Νέα Υόρκη, μας πληροφορεί η Lemma, κάποιοι γονείς ανταμείβουν τις κόρες τους για την αποφοίτησή τους από το κολέγιο δωρίζοντάς τους μια πλαστική επέμβαση στο στήθος. Στην Κίνα υπάρχει ειδικό νοσοκομείο πλαστικής με τον ευφάνταστο τίτλο «Η φαντασίωση του ονειροπόλου κοριτσιού». Από την άλλη, σε παραδοσιακές κουλτούρες, τα τατουάζ και οι σκαριφισμοί είναι ενταγμένα μέσα σε προφυλακτικές ή θεραπευτικές λειτουργίες.

Ολοι οι άνθρωποι, λίγο ή πολύ, επεμβαίνουμε στο σώμα μας. Η χρήση μιας αντιγηραντικής κρέμας βρίσκεται στο ίδιο συνεχές με το bottox, η ανάγκη είναι ίδια, σημειώνει η συγγραφέας. Δεν είναι όμως το ίδιο ένας νέος που κάνει ένα μικρό τατουάζ με τους φίλους του ως επιστέγασμα μιας φιλίας με αυτόν που δεν αφήνει ίχνος δέρματος χωρίς τατουάζ.

Ολοι θέλουμε να μας βλέπουν και να μας αγαπούν. Για όλους η ομορφιά –όπως την αντιλαμβάνεται ο καθένας– είναι επιθυμητή. Το ζήτημα είναι, όμως, εάν κατοικούμε σε ένα μονήρες ή σε ένα δυαδικό σώμα.

Εάν το σώμα μας, πληγωμένο από την παρουσία του Αλλου, διεκδικεί τη φαντασίωση της αυθυπαρξίας ή της νέας γέννησης ή εάν το σώμα μας είναι ανοικτό στην ψυχική επέμβαση του Αλλου, τον έχει εγγράψει μέσα του, τον κουβαλά, οπότε δεν έχει ανάγκη από τόσες πολλές άλλες ναρκισσιστικές ή παθολογικές εγγραφές πάνω στο σώμα.

Από την ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 20 Σεπτεμβρίου 2016

Η ποντιακή διάλεκτος αποτελεί μία από τις τέσσερις διαλέκτους της νέας ελληνικής γλώσσας και είναι άμεση απόγονος της ιωνικής διαλέκτου της αρχαίας ελληνικής, καθώς Ίωνες από τη Μίλητο αποίκησαν τα παράλια του Εύξεινου Πόντου ξεκινώντας από τη Σινώπη και συνεχίζοντας με τα Κοτύωρα, την Κερασούντα και την Τραπεζούντα. Υπολογίζεται, λοιπόν, πως η αρχαία ιωνική διάλεκτος πρωτοακούστηκε στα παράλια του Εύξεινου Πόντου το 785 π.Χ., όταν κατοικήθηκε η Σινώπη. Η ελληνική ταυτότητα, τουλάχιστον για την Τραπεζούντα, επιβεβαιώνεται από τη μαρτυρία του Ξενοφώντα στην «Κύρου Ανάβαση», όπου περιγράφει την Τραπεζούντα ως «πόλιν ελληνίδα, οικουμένην εν τω Ευξείνω Πόντω, Σινωπέων αποικία». Η περιοχή του Πόντου αποτέλεσε το βορειοανατολικό άκρο, στο οποίο ομιλήθηκε η ελληνική γλώσσα. Και, χάρη στη γεωγραφική απόσταση του Πόντου από τη μητροπολιτική Ελλάδα, δεν επηρεάστηκε η ποντιακή από την κοινή νεοελληνική, διασώζοντας έτσι πολλούς τύπους της αρχαίας ελληνικής είτε ατόφιους είτε ελαφρά παραλλαγμένους.

Παρατηρούμε π.χ. πως αντίθετα με τη λατινική λέξη «τσεκούρι», που χρησιμοποιείται στη νέα ελληνική, η ποντιακή χρησιμοποιεί τη λέξη «αξινάριν», η οποία προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη «αξίνη». Επίσης, για τη λέξη κόσα, που σημαίνει το μεγάλο δρεπάνι με το οποίο θερίζει κανείς όρθιος και είναι λέξη σλαβικής προέλευσης, η ποντιακή χρησιμοποιεί τη λέξη «κερεντή», η οποία βγαίνει από το ρήμα «κείρω» (κουρεύω). Η ποντιακή κρατώντας τη λέξη «μακέλιν», αντί για τη λέξη κασμάς, που χρησιμοποιούμε σήμερα, διατηρεί την αρχαία ελληνική λέξη «μακέλη», κι όχι τη λέξη «κασμάς» που είναι τουρκικής προέλευσης.

Το ίδιο συμβαίνει και με τη λέξη «ρούχο». Ενώ, δηλαδή, η ποντιακή χρησιμοποιεί τη λέξη «λώμα», που προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη «λώπη» (ένδυμα), η νεοελληνική χρησιμοποιεί τη σλαβική λέξη «ρούχο». Τέλος, για τη λέξη «τσουκνίδα», η οποία δεν είναι σίγουρο πώς προέκυψε ετυμολογικά στη νέα ελληνική, η ποντιακή χρησιμοποιεί τη λέξη «κνιδέα» και «κιντέα», διατηρώντας την αρχαία ελληνική ονομασία «κνίδη».

Ανάλογες σκέψεις προκαλούν και αρκετά ρήματα που διασώθηκαν στην ποντιακή, τα οποία η νέα ελληνική δεν τα κράτησε ή τα αντικατέστησε με άλλα. Π.χ. το ρήμα «κλοτσώ» αντικατέστησε το αρχαίο «λακτίζω», ενώ στην ποντιακή υπάρχει ως «λαχτίζω». Το «ριγώ», που παρέμεινε αυτούσιο στην ποντιακή από την αρχαία, στη νέα ελληνική αντικαταστάθηκε από το «κρυώνω». Ακόμη, το «κρούω» διατηρήθηκε ακέραιο στην ποντιακή, ενώ στη νέα ελληνική χρησιμοποιείται κυρίως το «χτυπάω».

Επιπλέον, τα ρήματα «φιλέω-ω» και «πονέω-ω» στη νέα ελληνική πήραν την κατάληξη «-άω-ώ», ενώ στην ποντιακή διατηρήθηκε η αρχαία κατάληξη «-έω-ώ». Το ρήμα «ικανέω-ώ» και «ικανέομαι-ούμαι», που δεν διατηρήθηκε στη νέα ελληνική, διατηρήθηκε στην ποντιακή και είναι το πολύ γνωστό μας «κανείται» (=φτάνει, είναι αρκετό). Το ίδιο συμβαίνει και με την Ευκτική Αορίστου β΄ του ρήματος «λαγχάνω», η οποία διατηρείται στην ποντιακή στο γ΄ ενικό για να εκφράζει πιθανότητα κι ευχή (π.χ. λάχ’ επορούν κι έρχουνταν), ενώ στη νέα ελληνική δεν διατηρήθηκε το ρήμα αυτό, παρά μόνο τα παράγωγά του, όπως: «λαχνός», «λαχείο», «λαχειοφόρος» κτλ.

Εκτός από πολλά ρήματα της αρχαίας ελληνικής, που διατηρήθηκαν ακέραια στην ποντιακή, υπάρχουν και αρκετά ουσιαστικά της αρχαίας που βρίσκονται εγγύτερα στην ποντιακή, απ’ ότι στη νέα ελληνική. Για παράδειγμα, η λέξη «φέγγος» (=φως στην αρχαία και φεγγάρι στην ποντιακή), καθώς και λέξεις: «ψύχος», «στέγος» «γέλος» (γέλως στην αρχαία). Εγγύτερα στην ποντιακή διάλεκτο είναι και οι λέξεις: «ωβόν» (αρχ. το ωόν, το αβγό) και «ωτίν» (αρχ. ο ους, του ωτός, το αυτί). Η διατήρηση όλων αυτών των αρχαϊκών στοιχείων στη γλώσσα των Ποντίων διατρανώνει πως η ελληνική συνείδηση παρέμεινε ακλόνητη κι επαυξημένη στον Πόντο, παρόλες τις εχθρικές επιθέσεις και τις προσπάθειες αφομοίωσης που δέχτηκε για πολλούς αιώνες από ξένους λαούς.

Πέρα, όμως, κι από αυτό, φανερώνει τον πλούτο και τη δύναμη που έχουν τα ιδιώματα της ελληνικής, τα οποία, δυστυχώς, σε προηγούμενες δεκαετίες αντιμετωπίστηκαν με περιφρόνηση και αδιαφορία, καθώς υπήρχε ο φόβος ότι οι ομιλητές τους θα αντιμετώπιζαν δυσκολίες επικοινωνίας κι ένταξης στο κοινωνικό σύνολο.

Ήδη μία πρώτη επιστημονική και οργανωμένη προσπάθεια για τη διδασκαλία της Ποντιακής διαλέκτου έχει ξεκινήσει από τον Σύνδεσμο Ποντίων Εκπαιδευτικών και τα πρώτα αποτελέσματα είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντικά κι ελπιδοφόρα για το μέλλον της ποντιακής. Ευχόμαστε κάτι ανάλογο να γίνει και για τις άλλες διαλέκτους και τα ιδιώματα της ελληνικής, γιατί το κάθε ένα από αυτά είναι πολύτιμο και η απώλεια, έστω και ενός, καθιστά την ελληνική γλώσσα φτωχότερη.

Της Αρχοντούλας Κωνσταντινίδη

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 15 Σεπτεμβρίου 2016

Δεν μπορείτε να κάνετε τα πάντα, για τους πάντες και συνέχεια.

Μία ζωή όπου δεν θέτει κάποιος τα προσωπικά του όρια, είναι μία ζωή στην οποία δεν μπορεί να πει «όχι». Οι άνθρωποι εκείνοι που βάζουν πάντα τους άλλους πριν από τους ίδιους τους τους εαυτούς, εξαντλούνται προσπαθώντας να ικανοποιήσουν τους γύρω τους, κάτι που τους προκαλεί άγχος και δεν τους αφήνει να ευχαριστηθούν τη ζωή. Εκεί είναι που έρχονται τα όρια για να μας βοηθήσουν. Είναι ο τρόπος που μπορεί να μας βοηθήσει να κάνουμε τη ζωή μας πιο ευχάριστη, τόσο για εσάς τους ίδιους, όσο και για τους γύρω σας.

Ζητήσαμε από τον Chad Buck, Κλινικό Ψυχολόγο, να μας πει τι συμβαίνει στη ζωή κάποιου μόλις αποφασίσει να θέσει διακριτά όρια στη ζωή και τις σχέσεις του.

1. Θα αρχίσετε να αντιλαμβάνεστε καλύτερα τον εαυτό σας

Το να γνωρίζει κανείς καλά τον εαυτό του σημαίνει να αναγνωρίζει καλύτερα τα συναισθήματα και τις ανάγκες του και να εξαρτάται από άλλους ανθρώπους ή το περιβάλλον του. Θέτοντας όρια, βοηθάτε τον εαυτό σας να διαχωρίσει τις σκέψεις του από τις σκέψεις των γύρω του και να κατανοήσει καλύτερα τον εαυτό του.

2. Θα γίνετε καλύτερος φίλος και σύντροφος

Τα όρια σας βοηθούν να γεμίσετε τις μπαταρίες σας και να έχετε περισσότερη ενέργεια που μπορείτε να αφιερώσετε στα αγαπημένα σας πρόσωπα.

3. Θα φροντίζετε περισσότερο τον εαυτό σας

Τα όριο θα σας βοηθήσουν να βάζετε πρώτο τον εαυτό σας και το να είστε εσείς καλά. Δεν είναι εγωιστικό να θέλετε να φροντίσετε τον εαυτό σας και να ικανοποιήσετε τις ανάγκες σας.

4. Θα έχετε λιγότερο άγχος
Επιτρέποντας συνέχεια στους άλλους να καθορίζουν την συμπεριφορά σας είναι εξουθενωτικό. Άλλωστε, όλοι έχουν προβλήματα και άγχος και δεν χρειάζεται να επιβαρύνονται και με τα θέματα που έχουν οι άλλοι.

5. Θα επικοινωνείτε καλύτερα
Εάν θέλετε να θέσετε πραγματικά όριο πρέπει να δηλώσετε πρώτα τι είναι αυτό που δεν ανέχεστε. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να είστε ξεκάθαροι και να μπορείτε να εκφράσετε τις ανάγκες σας. Όλα αυτά τα παραπάνω είναι στοιχεία της καλής επικοινωνίας.

6. Θα ξεκινήσετε να εμπιστεύεστε περισσότερο τους ανθρώπους
Πολλοί άνθρωποι ανησυχούν ότι θα στεναχωρήσουν ή θα εκνευρίσουν τους γύρω τους, αν αρχίσουν να θέτουν όρια. Για πολλούς η αποδοχή και η αγάπη των γύρω τους είναι συνδεδεμένη με το κατά πόσο ευχαριστούν τους άλλους και θέτοντας όρια ρισκάρουν αυτή την αγάπη και την αποδοχή. Καμία σχέση, όμως, δεν πρέπει να εξαρτάται από τον φόβο και τον έλεγχο. Θέτοντας όρια στις σχέσεις σας, σημαίνει ότι έχετε εμπιστοσύνη σε αυτούς. Και η εμπιστοσύνη ισοδυναμεί με καλύτερες σχέσεις.

7. Θα είστε λιγότερο θυμωμένοι

Όταν δεν έχετε θέσει τα όριά σας δίνεται την ευκαιρία στους γύρω σας να ελέγχουν την ζωή σας, κάτι που μπορεί να σας οδηγήσει στον θυμό.

8. Μαθαίνετε πώς να λέτε «όχι»

Το «όχι» μπορεί να είναι μία μικρή λέξη, αλλά είναι και ισχυρή. Ταυτόχρονα, είναι και ο πιο αποτελεσματικός τρόπος για να θέσει κανείς όρια.

9. Θα κάνετε πράγματα που πραγματικά θέλετε

Φανταστείτε την ζωή σας χωρίς αχρείαστες υποχρεώσεις. Τα όρια θα σας βοηθήσουν να κάνετε αυτά που πραγματικά θέλετε, είτε πρόκειται για δουλειά, είτε για δραστηριότητες.

10. Θα ξεκινήσετε να κατανοείτε περισσότερο τους ανθρώπους

Ακούγεται περίεργο αλλά αν το καλοσκεφτείτε, όσοι δείχνουν αγάπη και κατανόηση προς τον εαυτό τους, είναι πιο ανεκτικοί και προς τους γύρω τους.

Το άρθρο αυτό δημοσιεύτηκε αρχικά στην αμερικάνικη έκδοση της HuffPost.

huffingtonpost.gr

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 15 Σεπτεμβρίου 2016

Πόσες φορές δεν έχετε «ζηλέψει» κάποιον γνωστό σας που γεμίζει τον ελεύθερο χρόνο του με χόμπι και ασχολίες οι οποίες όχι μόνο τον ξεκουράζουν, αλλά τον εξελίσσουν και σαν άνθρωπο;  Ε λοιπόν, ήρθε η ώρα να κάνετε και εσείς κάτι για τον εαυτό σας! Και το καλύτερο; Για να ξεκινήσετε ένα δημιουργικό χόμπι δε χρειάζεται να υπερβείτε εαυτό, αφού μπορείτε να βρείτε το ιδανικό χόμπι για εσάς αντλώντας έμπνευση από τα πράγματα που ήδη κάνετε.

Περνάτε πολλές ώρες στο Instagram; Δοκιμάστε να κάνετε μαθήματα φωτογραφίας!

Παραδεχτείτε το! Το Instagram έχει ξυπνήσει μέσα σας το φωτογραφικό πνεύμα με αποτέλεσμα να θέλετε να απαθανατίζετε με το φακό του smartphone σας ακόμα και την πιο μικρή λεπτομέρεια; Εάν η απάντηση είναι θετική τότε θα μπορούσατε να ξεκινήσετε άμεσα μαθήματα φωτογραφίας!

Σε αντίθεση με τα περισσότερα δημιουργικά χόμπι, η φωτογραφία εστιάζει στην απεικόνιση των πραγμάτων που βρίσκονται γύρω μας, όπως για παράδειγμα η φύση, οι άνθρωποι, τα αντικείμενα του σπιτιού κλπ. Οπότε δεν χρειάζεται να δημιουργήσετε κάτι από το μηδέν αλλά να αναδείξετε τα πράγματα που ήδη υπάρχουν γύρω σας μέσα από το φωτογραφικό φακό σας.
Μπορείτε λοιπόν να ξεκινήσετε την ενασχόλησή σας με τη φωτογραφία μέσα από τους διάφορους δωρεάν οδηγούς που βρίσκονται στο Internet αλλά και στο YouTube ή ακόμα και να παρακολουθήσετε κάποιο σχετικό σεμινάριο.

Σας αρέσουν οι χειροτεχνίες. Μήπως να ασχοληθείτε με τη ζωγραφική;

Πόσες φορές δεν έχετε συλλάβει τον εαυτό σας να ζωγραφίζει ενώ μιλάτε στο τηλέφωνο ή βρίσκεστε σε meeting; Αυτά τα εκ πρώτης όψεως ορνιθοσκαλίσματα μπορούν να γίνουν πρώτης τάξεως πίνακες αρκεί να ασχοληθείτε λίγο παραπάνω!

Από πινέλα και καμβά μέχρι μαρκαδόρους, μπορείτε να βγάλετε από μέσα σας τον καλλιτέχνη που κρύβατε τόσα χρόνια και να το ευχαριστηθείτε κιόλας. Σε αντίθεση με τη φωτογραφία, η ζωγραφική σας επιτρέπει να πειραματιστείτε μόνοι σας και να δημιουργήσετε κάτι από την αρχή. Επίσης, η ζωγραφική είναι ένα χόμπι το οποίο μπορείτε να το κάνετε και από το σπίτι, ότι ώρα το επιθυμήσετε. Εναλλακτικά, το internet έχει πολλά σεμινάρια και tutorials, τα οποία θα σας βοηθήσουν να εξελίξετε την τεχνική σας και να απολαύσετε τη διαδικασία.

Αγαπάτε το φαγητό; Η μαγειρική μπορεί να είναι η λύση που ψάχνετε!

Η μαγειρική και η ζαχαροπλαστική μπορούν πραγματικά να αποτελέσουν δημιουργικό χόμπι για τους περισσότερους. Αντί λοιπόν να επαναπαύεστε στα γεμιστά της μαμάς μπορείτε να σηκώσετε τα μανίκια, να δέσετε την ποδιά σας και να δώσετε σε αυτό το κατά τα άλλα παραδοσιακό πιάτο μια πιο φρέσκια πινελιά. Αν δεν θέλετε να πειραματιστείτε με τα γεμιστά μπορείτε να δημιουργήσετε τις δικές σας ευφάνταστες συνταγές ενώ παράλληλα ενεργοποιείτε όλες τις αισθήσεις σας.

Αυτή η διαδικασία θα σας ξεκουράσει και θα απομακρύνει το στρες που πιθανό να έχετε! Επίσης, θα κάνετε ακόμα ένα καλό στον εαυτό σας αφού θα σταματήσετε να παραγγέλνετε απέξω κάθε δεύτερη μέρα και θα τρέφεστε πιο υγιεινά. Για να μην ξεχάσουμε και την οικονομία που θα κάνετε ακολουθώντας αυτήν την τακτική!

Αγαπάτε τα βιβλία; Μήπως ήρθε η ώρα να γράψετε το δικό σας; Ψάξτε για μαθήματα δημιουργικής γραφής!

Πριν απορρίψετε την ιδέα σκεφτείτε πόσο θα σας βοηθήσει να αποτυπώσετε μερικές σκέψεις στο χαρτί. Και πού ξέρετε; Μπορεί πριν το καταλάβετε να έχετε γράψει το επόμενο best seller. Το μόνο που χρειάζεστε είναι μολύβι και χαρτί (για τους παραδοσιακούς) ή τον υπολογιστή σας και ένα κεντρικό θέμα. Αν θέλετε να κάνετε το χόμπι σας πιο ολοκληρωμένα μπορείτε να παρακολουθήσετε μαθήματα δημιουργικής γραφής και να αποκτήσετε μια άποψη για το πώς μπορείτε να προσεγγίσετε το γραπτό λόγο.

Ασχολείστε με το σπίτι; Η κηπουρική μπορεί να είναι το hobby που θα σας αναζωογονήσει!

Μετά από τόσες ώρες στο γραφείο είναι λογικό να βρίσκετε καταφύγιο στη θαλπωρή του σπιτιού σας. Γιατί λοιπόν να μην ομορφύνετε το περιβάλλον στο οποίο περνάτε ένα σημαντικό μέρος του χρόνου σας και παράλληλα να αποκτήσετε ένα νέο χόμπι;

Η κηπουρική είναι από τα δημιουργικά χόμπι που δεν θέλουν πολύ κόπο αλλά τρόπο. Θα επαναφέρετε στη μνήμη σας λοιπόν το κλασικό πείραμα του νηπιαγωγείου με τις φακές που φύτρωναν, αλλά και τις ακριβείς οδηγίες της μαμάς σας όταν λείπει διακοπές και σας στέλνει να ποτίσετε τα φυτά και θα είστε μια χαρά! Εναλλακτικά μπορείτε να απευθυνθείτε στη σχετική βιβλιογραφία, σε sites και blogs αλλά και στο φυτώριο απ’ όπου θα προμηθευτείτε τα φυτά σας.

Άλλωστε όπως είπε και ο Οβίδιος «στον ελεύθερο χρόνο μας φανερώνουμε τι είδους άνθρωποι είμαστε». Γι΄αυτό μη χάνετε χρόνο! Ξεκινήστε σήμερα ένα δημιουργικό χόμπι και ανακαλύψτε τις κρυμμένες πτυχές του εαυτού σας.

www.in.gr

Μαρία Ανδρεάδου στις 12 Σεπτεμβρίου 2016

– “Και πώς τα καταφέρατε ;”  με ρώτησε ο μικρός μαθητής σε ένα απο τα δημοτικά σχολεία τα οποία επισκεπτόμουν.

Του απάντησα με την εξής φράση : “τα κατάφερα με την αγάπη”.

Την αγάπη που έχω για μένα.Το να θέλω να είμαι καλά.

 

Αντώνης Τσαπατάκης , Παραολυμπιονίκης κολυμβητής.  [http://www.characters.gr]

antonis-tsapatakis-people-122-1 tsapatakissurf

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Μαρία Ανδρεάδου στις 8 Σεπτεμβρίου 2016
«Δεν φταίνε οι άνθρωποι σήμερα όταν δεν μπορούν να ερωτευθούν, όταν ταυτίζουν τον έρωτα μόνο με τη χρήση του άλλου»
«ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ ἔχουμε δύο λέξεις γιὰ νὰ σημάνουμε τὰ ἀντι-κείμενα τῆς ἐμπειρικῆς μας πιστοποίησης: τὴ λέξη «πράγματα» καὶ τὴ λέξη «χρήματα». «Πράγματα» εἶναι τὰ παράγωγα τοῦ πράττειν, τὰ ἀποτελέσματα μιᾶς ποιητικῆς ἐνέργειας, τὰ πεπραγμένα ἑνὸς δημιουργοῦ προσώπου. «Χρήματα» εἶναι ἐκεῖνα ἀπὸ τὰ πράγματα ποὺ καθορίζονται κυρίως ἀπὸ τὴ χρήση τους, ἐξυπηρετοῦν χρηστικὲς ἀνάγκες, εἶναι χρήσιμα στὴν πρακτικὴ τοῦ βίου. Τὰ πράγματα ἐνδέχεται νὰ διασώζουν τὴν ἑτερότητα (μοναδικότητα καὶ ἀνομοιότητα) ἑνὸς προσωπικοῦ δημιουργικοῦ λόγου, νὰ παραπέμπουν στὸ πρόσωπο τοῦ δημιουργοῦ τους (ὅπως ἡ ζωγραφιὰ στὸν ζωγράφο καὶ τὸ ποίημα στὸν ποιητή). Τὰ χρήματα ταυτίζονται ἁπλῶς μὲ τὴ χρηστική τους σκοπιμότητα, παραπέμπουν στὴν ἴδια γιὰ ὅλους ὠφέλιμη διευκόλυνση.
EΧΟΥΜΕ ΚΑΙ ΜΙΑ ΤΡΙΤΗ ΛΕΞΗ ΣΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ: τὴ λέξη «νομίσματα». Εἶναι ἐκεῖνα ἀπὸ τὰ χρήματα ποὺ τὴ χρήση τους τὴν καθορίζουμε ἐμεῖς (κάθε ἀνθρώπινη κοινωνία) μὲ κοινὴ συμφωνία-σύμβαση. Ἀντιπροσωπεύουν τὴ σύμβαση (τὸν δικό μας «νόμο»), δὲν ἔχουν δική τους «φύση-οὐσία», γι’ αὐτὸ καὶ τὰ λέμε «νομίσματα»: εἶναι τὰ νομιζόμενα, «ὅτι οὐ φύσει, ἀλλὰ νόμῳ κεῖνται», καθὼς ὅρισε ὁ Ἀριστοτέλης. Μὲ τὰ νομίσματα κατορθώνουμε οἱ ἄνθρωποι νὰ «ἰσάζωμεν» τὶς ἀνταλλακτικές μας σχέσεις, νὰ κοινωνοῦμε τὶς ἀνάγκες μας «κατὰ λόγον», μὲ τρόπο λογικό: τὸν τρόπο τῆς συμπαντικῆς ἁρμονίας καὶ κοσμιότητας. Στόχος εἶναι οἱ ἁρμονικές, κόσμιες σχέσεις μας (στόχος ὑπαρκτικῆς ἀλήθειας καὶ γνησιότητας τόσο γιὰ τοὺς ἀρχαίους Ἕλληνες ὅσο —ὡς ἐλευθερία ἀγάπης— καὶ γιὰ τοὺς Χριστιανούς).
ΤΟ ΝΟΜΙΣΜΑ ΕΙΝΑΙ ΑΠΛΩΣ ΤΟ ΜΕΣΟ, τὸ ἐργαλεῖο ποὺ ὑπηρετεῖ τὴ λογικότητα τῶν σχέσεών μας. Γι’ αὐτὸ καὶ μοιάζει ἀδιανόητο (τουλάχιστον γιὰ τὸν Ἀριστοτέλη) νὰ αὐτονομεῖται τὸ νόμισμα, νὰ λειτουργεῖ ἄσχετα ἀπὸ τὶς σχέσεις, γιὰ παράδειγμα νὰ αὐτοπολλαπλασιάζεται μὲ τὸν «τόκο»: ὁ τόκος, τὸ νὰ «τίκτει» τὸ νόμισμα, «παρὰ φύσιν τῶν χρηματισμῶν ἐστι». Τὰ «πράγματα» προσφέρονται στὴ σχέση, τὰ «χρήματα» καὶ τὰ «νομίσματα» στὴ χρήση ποὺ ὑπηρετεῖ τὴ σχέση (ὅταν ἀποβλέπει ἡ χρήση στὴν «κοινωνία τῆς χρείας»).
ΟΜΩΣ ΣΗΜΕΡΑ ΖΟΥΜΕ ΣΕ ΚΟΙΝΟ ΤΡΟΠΟ ΒΙΟΥ (δηλαδὴ πολιτισμό) ποὺ μειώνει συνεχῶς τὸ πεδίο τῶν σχέσεων, τὸ ἐνδιαφέρον ἢ τὴν ἀνάγκη τῆς σχέσης, γιὰ χάρη τῆς προτεραιότητας τῶν χρήσεων. Στὸν πολιτισμό μας ἡ χρήση αὐτονομεῖται ἀπὸ τὴ σχέση, τείνει νὰ ὑποκαταστήσει τὴν κοινωνία τῆς χρείας μὲ παράλληλες ἄπληστες χρήσεις. Διαμορφώνει ἀνεπαίσθητα τὸν ψυχισμό μας αὐτὸς ὁ πολιτισμός, μᾶς μπολιάζει μὲ ἀντανακλαστικὰ κυρίως χρησιμοθηρικά, μὲ προϊούσα ἀνικανότητα σχέσης, ἀνέραστη συμπεριφορά.
ΔΕΝ ΦΤΑΙΝΕ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΣΗΜΕΡΑ ΟΤΑΝ ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΕΡΩΤΕΥΘΟΥΝ, ὅταν ταυτίζουν τὸν ἔρωτα μόνο μὲ τὴ χρήση τοῦ ἄλλου. Δὲν φταῖνε, γιατὶ δὲν ἀσκήθηκαν ποτὲ στὴ σχέση, δὲν ξέρουν νὰ σχετίζονται, κάθε ἐπιθυμία τους ἐκπληρώνεται πατώντας ἕνα κουμπί. Δὲν ἔμαθαν νὰ μοιράζονται τὸ θέλημά τους, νὰ βγαίνουν ἀπὸ τὸ ἐγώ τους. Ξέρουν μόνο τὴ χρήση, ὄχι τὴ σχέση, μόνο τὰ χρήματα, ὄχι τὰ πράγματα.
Ο Χρήστος Γιανναράς (10 Απριλίου 1935) είναι σύγχρονος Έλληνας καθηγητής φιλοσοφίας και συγγραφέας. Σπούδασε θεολογία στην Αθήνα και φιλοσοφία στη Βόννη και στο Παρίσι (Σορβόνη). Το συγγραφικό του έργο σχετίζεται πολύ με την έρευνα των διαφορών ανάμεσα στην ελληνική και στη δυτικοευρωπαϊκή φιλοσοφία και ορθόδοξη χριστιανική παράδοση. Πολλά από τα έργα του έχουν μεταφραστεί σε πάνω από 10 γλώσσες.
[Πηγή: www.doctv.gr]
Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 7 Σεπτεμβρίου 2016

Ο άνθρωπος όταν μένει πολύ καιρό μόνος του αγριεύει…
Αγριεύει και ξεχνάει…
Ξεχνάει πως είναι να μοιράζεσαι στιγμές…
Ξεχνάει το μαγικό άγγιγμα μιας αγκαλιάς τη νύχτα…
Ξεχνάει πως είναι  να παραγγέλνεις φαγητό για δύο…
Ξεχνάει πως είναι να σε περιμένει κάποιος στο σπίτι μετά τη δουλειά…
Ξεχνάει πώς είναι να μαλώνεις γιατί δεν ήταν η σειρά σου να πλύνεις τα πιάτα…
Ξεχνάει πως είναι να βλέπεις ταινίες με τον άνθρωπο σου και να σχολιάζεις τα κενά στο σενάριο…
Ξεχνάει πως είναι να κάνεις υποχωρήσεις και να προσπαθείς…
Ξεχνάει πως είναι να παίρνεις τα χούγια του και τις εκφράσεις του άλλου και μετά από καιρό να σας περνάνε γι’αδέρφια…
Ξεχνάει πως είναι να μην σε παίρνει ο ύπνος γιατί μαλώσατε σήμερα…
Ξεχνάει πως είναι να σχεδιάζετε διακοπές μαζί και να μαλώνετε σε ποιό νησί θα πάτε…
Ξεχνάει πως είναι να σου φέρνουν το αγαπημένο σου γλυκό για να σου φτιάξουν τη μέρα…
Ξεχνάει πως είναι να ψιθυρίζεις σ’αγαπώ κάτω απ’τα σεντόνια…
Ξεχνάει να νιώθει…
Κι όσο ο χρόνος περνάει… ξεχνάει όλο και περισσότερο… ξεχνάει γιατί συνήθισε πιά…
Συνήθισε να είναι μόνος,να περπατάει μόνος,να τρώει μόνος,να παλεύει μόνος,να γελάει μόνος,να βλέπει ταινίες μόνος,να πορεύεται μόνος,να σχεδιάζει τη ζωή του μόνος,να κοιμάται και να ξυπνάει μόνος…
Συνήθισε…
Γι’αυτό μην τον παρεξηγείς…έμεινε πολύ καιρό μόνος και συνήθισε…
Κάποτε ήταν εξημερωμένος… μα τώρα πια είναι αγρίμι στο κλουβί της μοναξιάς του κι ακόμη κι αν σπάσεις τις κλειδαριές και του ανοίξεις την πόρτα είναι δεμένος μ’αόρατες αλυσίδες… κι όσο κι αν θέλει να ελευθερωθεί δεν θα προσπαθήσει να το σκάσει…
Θέλει πολύ χρόνο και υπομονή για να εξημερωθεί ξανά…
κι αν δεν είσαι διατεθειμένος να του τα προσφέρεις άφησέ τον ήσυχο μες το κλουβί του.
Μην απορείς μαζί του.
Μην τον λυπάσαι.
Είναι πολύ πιο δυνατός απ’όλους εσάς τους ”εξημερωμένους”.
Κρύβει μια δύναμη που όμοια της δεν έχεις συναντήσει.Τη φυλάει καλά κρυμμένη.Κι όταν έρθει ο κατάλληλος άνθρωπος θα την απελευθερώσει και θα ελευθερωθεί..μα μέχρι τότε άφησε τον..αγάπα τον από μακρυά..θα’ρθει εκείνος σ’εσένα…
Μην ξεχνάς ότι είναι αγρίμμι… και τ’αγρίμμια παλεύουν για κάτι μόνο όταν υπάρχει λόγος…

Γράφει η Luna Sirano, anapnoes.gr

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 7 Σεπτεμβρίου 2016

H Σουηδία έβαλε τέλος στο 8ώρο και προχώρησε σε μια προοδευτική κίνηση να εισάγει ένα νέο μοντέλο, που θέλει τους εργαζομένους να δουλεύουν μόνο 6 ώρες την ημέρα.

Πέρυσι, η σουηδική κυβέρνηση επέλεξε να χρηματοδοτήσει τη διεξαγωγή πειράματος σε γηροκομείο, με τους νοσηλευτές να εργάζονται έξι ώρες την ημέρα. Σε σύγκριση με την ομάδα ελέγχου τα αποτελέσματα ήταν υπέρ του 6ώρου.

Ενας από τους τρόπους μελέτης ήταν η μέτρηση της παραγωγικότητας σε σύγκριση με την ποιότητα φροντίδας των ασθενών.

Τα ευρήματα έδειξαν πως στη διάρκεια του έτους, η συντριπτική πλειοψηφία των νοσηλευτών, που εργάζονταν για 6 ώρες ήταν πιο παραγωγικοί σε σύγκριση με εκείνους που δούλευαν περισσότερο.

Αναλύοντας τα αποτελέσματα, οι μελετητές ανέφεραν πως υπήρξαν και άλλα πλεονεκτήματα. Οσοι δούλευαν 6ώρο ήταν σχεδόν τρεις φορές λιγότερο πιθανό να πάρουν άδεια δύο εβδομάδων, ενώ μειώθηκε κατά το ήμισυ το ποσοστό που ζητούσε αναρρωτική.

Μάλιστα, οι εργαζόμενοι φάνηκαν να είναι και πιο υγιείς και πιο ευτυχισμένοι.

Πολλές επιχειρήσεις στην σκανδιναβική χώρα έχουν εφαρμόσει το συγκεκριμένο εργασιακό μοντέλο, του οποίου τα οφέλη ήταν γνωστά ήδη πριν από χρόνια. Η Toyota το εφήρμοσε πριν από 14 χρόνια στα κέντρα, που κάνει σέρβις στο Γκέντεμποργκ. Οπως διαπιστώθηκε και τότε, το προσωπικό ήταν πιο χαρούμενο, ενώ τα κέρδη αυξήθηκαν κατά 25%.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 4 Σεπτεμβρίου 2016

Αλλά τι σημαίνει να δίνεις; Όσο και αν η απάντηση σε αυτό το ερώτημα φαίνεται αρχικά απλή, στην πραγματικότητα είναι γεμάτη αμφισημίες και πολυπλοκότητες. Η πιο διαδεδομένη παρανόηση είναι εκείνη σύμφωνα με την οποία όταν δίνεις σημαίνει «ότι παραιτείσαι» εσύ από κάτι, ότι στερείσαι κάτι, ότι το θυσιάζεις. Το άτομο, του οποίου ο χαρακτήρας δεν αναπτύχθηκε πέρα από το στάδιο τού να προσανατολίζεται στο πώς θα επωφεληθεί, θα εκμεταλλευτεί και θα αποθησαυρίσει και μόνο με αυτό τον τρόπο μπορεί να νιώσει το δόσιμο. Ο εμπορικός αυτός ανθρώπινος τύπος είναι πρόθυμος να δώσει, αλλά μόνο με το αντάλλαγμα ότι θα λάβει κάτι` το να δώσει χωρίς να πάρει είναι για αυτόν ισοδύναμο με εξαπάτηση. Οι άνθρωποι, των οποίων ο κύριος προσανατολισμός είναι μη δημιουργικός, νιώθουν το δόσιμο σαν κάτι που τους κάνει πιο φτωχούς. Για αυτό ακριβώς οι περισσότεροι άνθρωποι αυτού του τύπου είναι τόσο αρνητικοί στο να δίνουν. Μερικοί ανάγουν το δόσιμο σε θυσία και το αποκαλούν αρετή. Νιώθουν ότι απλώς και μόνο επειδή το να δίνεις είναι οδυνηρό, ο άνθρωπος πρέπει να δίνει` η αρετή τού να δίνεις έγκειται για αυτούς ακριβώς στην αποδοχή της θυσίας. Για αυτούς δηλαδή, το στερεότυπο ότι είναι προτιμότερο να δίνεις παρά να παίρνεις σημαίνει ότι είναι προτιμότερο να υποφέρεις από τη στέρηση παρά να βιώνεις χαρά.

Για τον δημιουργικό χαρακτήρα, το να δίνεις αποκτά μία εντελώς διαφορετική σημασία. Το να δίνεις είναι η υψηλότερη έκφραση της ανθρώπινης δυνατότητας. Στην ίδια την πράξη της προσφοράς βιώνω τη δύναμή μου, τον πλούτο μου, την ικανότητά μου. Αυτή η εμπειρία της αυξημένης ζωτικότητας και δυνατότητας με γεμίζει ευδαιμονία. Αισθάνομαι τον εαυτό μου να πλημμυρίζει, να προσφέρει, είμαι γεμάτος ζωή και επομένως ευτυχισμένος. Το να δίνω με γεμίζει με περισσότερη χαρά από ό, τι το να παίρνω όχι επειδή είναι μία πράξη με την οποία στερούμαι κάτι, αλλά επειδή μέσα στην ίδια την πράξη του δοσίματος έγκειται η εκδήλωση της ζωντάνιάς μου.

…

Στη σφαίρα των υλικών πραγμάτων, το να δίνει κανείς σημαίνει και ότι είναι πλούσιος. Δεν είναι πλούσιος αυτός ο οποίος έχει πολλά, αλλά αυτός ο οποίος δίνει πολλά. Ο άνθρωπος ο οποίος απλώς αποθησαυρίζει γεμάτος άγχος μήπως χάσει και το παραμικρό, είναι από ψυχολογικής άποψης φτωχός, εξαθλιωμένος, ανεξάρτητα από το πόσα πολλά έχει. Πλούσιος είναι όποιος είναι ταυτόχρονα ικανός να δίνει κάτι από τον εαυτό του. Αυτός νιώθει τον εαυτό του ως κάποιον που μπορεί να προσφέρει στους άλλους κάτι από αυτόν ακριβώς τον εαυτό. Μόνο ο άνθρωπος που είναι στερημένος ακόμη και των βασικών μέσων για να ικανοποιήσει τις στοιχειώδεις ανάγκες επιβίωσης θα ήταν ανίκανος να απολαύσει την πράξη τού να δίνει υλικά πράγματα. Όμως, η καθημερινή εμπειρία μας δείχνει ότι αυτό το οποίο ο κάθε άνθρωπος θεωρεί και αντιλαμβάνεται ως στοιχειώδεις ανάγκες εξαρτάται τόσο από το τι έχει πραγματικά στην κατοχή του όσο και από το χαρακτήρα του. Είναι ευρέως γνωστό ότι οι φτωχοί είναι πολύ περισσότερο πρόθυμοι από τους πλούσιους να δώσουν. Ωστόσο, η φτώχεια η οποία υπερβαίνει κάποιο όριο, μπορεί να καταστήσει αδύνατη την πράξη της προσφοράς, και είναι τόσο ταπεινωτική όχι μόνο εξαιτίας των βασάνων που άμεσα προκαλεί αλλά και εξαιτίας του γεγονότος ότι στερεί από τον άνθρωπο τη χαρά της προσφοράς.

Όμως ο πιο σημαντικός τομέας της προσφοράς δεν αφορά τα υλικά πράγματα, αλλά την πολύ ιδιαίτερη επικράτεια του ανθρώπου. Τι δίνει λοιπόν ένας άνθρωπος σ’ έναν άλλο άνθρωπο; Του δίνει κάτι από τον εαυτό του, από το πιο πολύτιμο που έχει, από τη ζωή του. Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι θυσιάζει τη ζωή του για τον άλλο – αλλά ότι του δίνει από ό, τι πιο ζωντανό υπάρχει μέσα του` του δίνει από τη χαρά του, από το ενδιαφέρον, από την κατανόησή του, από τη γνώση του, από το χιούμορ του, από τη θλίψη του – από όλες τις εκφάνσεις και εκδηλώσεις του ζωντανού πυρήνα της ύπαρξής του. Και με αυτού του είδους την προσφορά από την ίδια του τη ζωή εμπλουτίζει τους άλλους, ενδυναμώνει μέσα τους την επίγνωσή τους ότι είναι ζωντανοί, ενδυναμώνοντας έτσι και μέσα στον εαυτό του την ίδια αυτή επίγνωση. Δεν δίνει με σκοπό να πάρει` η προσφορά του είναι από μόνη της μία πηγαία χαρά. Παρ’ όλα αυτά, δίνοντας δεν μπορεί παρά να κάνει να γεννηθεί κάτι μέσα στον άλλο άνθρωπο, και αυτό το οποίο γεννιέται αντανακλάται πάλι σε αυτόν. Το να δίνεις αληθινά σημαίνει και πως δεν μπορεί παρά να λάβεις αυτό που θα σου ξαναδοθεί. Το να δίνεις σημαίνει με άλλα λόγια ότι θα κάνεις και τον άλλο άνθρωπο να δώσει, κι έτσι δύο άτομα πια θα μοιράζονται τη χαρά για αυτό που έκαναν να γεννηθεί. Μέσα στην ίδια την πράξη της προσφοράς, πάντοτε κάτι γεννιέται ώστε και οι δύο άνθρωποι που εμπλέκονται να νιώθουν ευγνωμοσύνη για τη νέα αυτή ζωντανή κατάσταση η οποία γεννήθηκε και για τους δυο τους. Ειδικότερα όσον αφορά την αγάπη, αυτό σημαίνει: η αγάπη είναι μία δύναμη που παράγει αγάπη` η αδυναμία είναι η ανικανότητα να γεννήσεις αγάπη.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 4 Σεπτεμβρίου 2016

Ονόματα αντρών

 

Αγαθοκλής (αγαθός+κλέος) ο έχων καλή φήμη. Αγησίλαος ( άγω+λαός) ο ικανός ηγέτης. Αθηναγόρας (Αθήναι+αγορά) ο σοφός αγορητής Αθηνόδωρος (Αθηνά+δώρο) δώρο της Αθηνάς, ο σοφός. Αλέξανδρος (αλέξω:απομακρύνω+ανήρ) ο απωθών τους άνδρες, ο ανδρείος. Αλκιβιάδης (αλκή+βία) ο τολμηρότατος. Ανδροκλής (ανήρ+κλέος) ο ένδοξος. Αριστογένης (άριστος+γένος) ο ευγενής. Αριστόβουλος (άριστος+βουλή) ο άριστος σύμβουλος. Αριστοκλής (άριστος+κλέος) ο έχων άριστη δόξα. Αριστομένης (άριστος+μένος) ο ανδρειότατος. Δημοσθένης (δήμος+σθένος) η δύναμη του λαού. Διογένης (Ζευς+γένος) ο Θεογένητος Διομήδης (Διός+μέδων:άρχων) ο άρχων με θεία δύναμη. Επαμεινώνδας (επί+άμεινον) ο προοδευτικός. Ετεοκλής (ετεός:αληθής+κλέος) ο έχων αληθινή δόξα. Ευαγόρας (ευ+αγορεύω) ο καλός ομιλητής. Ευρυβιάδης (ευρύς+βία) ο πολύ αυταρχικός. Ευρυσθένης (ευρύς+σθένος) ο καρτερικότατος. Θεμιστοκλής (θέμις+κλέος) ο ένδοξος υπερασπιστής του δικαίου. Θουκυδίδης (Θεού+κύδος:δόξα) ο δοξάζων τον θεό. Θρασύβουλος (θρασύς+βουλεύομαι) ο τολμηρά σκεπτόμενος. Ιάσων (ίασις:θεραπεία) ο θεραπευτής. Ίων (ίον:άνθος) ο μενεξεδένιος. Κίμων (χίμων:χειμών) ο θυελλώδης. Κλέαρχος (κλέος+άρχω) ο ένδοξος άρχων. Κλεόβουλος (κλέος+βουλή) ο επινοητικότατος. Κλεομένης (κλέος+μένος) ο ένδοξος για τη γενναιότητά του. Κρίτων (κρίνω) ο ευφυής. Λέανδρος (λαός+ανήρ) ο ανδρείος του λαού. Μενέλαος (μένος+λαός) η ορμή του λαού. Μιλτιάδης (μίλτος:ερυθρά βαφή) ο αιματώδης, ο ανδρείος. Νεοκλής (νέος+κλέος) η νέα δόξα. Ξενοφών : ο ανδρείος ηγέτης των ξένων Οδυσσεύς (οδύσσομαι:διώκομαι) ο διωκόμενος υπό των θεών. Ορέστης (όρος+ίσταμαι) ο ορεσίβιος. Πάτροκλος (πατρίς+κλέος) η δόξα της πατρίδος Περικλής (περί+κλέος) ο ένδοξος Πολυδεύκης (πολύ+δεύκος:γλεύκος) ο πολύ γλυκός Πύρρος (εκ του πυρρός) ο ξανθοκόκκινος Σόλων (πιθανώς από το ρ. σέλλω:σείω) ο διασείσας το παλαιό, ριζοσπάστης Σοφοκλής (σοφός+κλέος) ο έχων δόξα σοφού Σωκράτης (σώζω+κράτος) ο σωτήρ του κράτους Τηλέμαχος (τηλέ: μακριά+μάχομαι) ο αγωνιζόμενος μακράν της πατρίδος Τιμολέων (τιμή+λέων) ο ισχυρός ως λέων Φαίδων (φως) ο λαμπρός καθ όλα Φίλιππος (φιλώ+ίππος) ο αγαπών τους ίππους Φοίβος (φάος:φως) ο ακτινοβόλος Φρίξος (φρίττω) ο τρομακτικός.

 

Ονόματα γυναικών

 

Αγαθόκλεια (αγαθή+κλέος) η έχουσα καλή φήμη Αγαθονίκη (αγαθή+νίκη) η νικήτρια ένδοξης νίκης. Aλκηστις (αλκή+εστία) η χάρη της οικογενείας Αλκμήνη (αλκή+μήνη:σελήνη) η ακτινοβολούσα. Ανδρομάχη (ανήρ+μάχομαι) η πρόμαχος. Αριάδνη (άρι:πολύ+αγνή) η αγνότατη Αρσινόη (άρσις < αίρω+νους) η υψηλόφρων. Αφροδίτη (αφρός+αναδύω) η αφρογενής, η ωραιοτάτη. Δηϊδάμεια (δήϊος:εχθρός+δαμάζω) η νικήτρια των εχθρών. Διώνη (εκ του Διός) η θεϊκή. Ερατώ (ερώ:αγαπώ) η αξιολάτρευτη, Μούσα Εριφύλη (έρι:πολύ+φύλον) η έξοχη των γυναικών. Ευδοξία (ευ+δόξα) η έχουσα καλή φήμη. Ευνομία (ευ+νέμω:διανέμω) η δίκαιη χορηγός των αγαθών. Ευρυδίκη (ευρύς+δίκη) η πολύ δίκαιη. Ευρύκλεια (ευρύς+κλέος) η πολυένδοξη. Ευτέρπη (ευ+τέρπω) η πολύ ευχάριστη, Μούσα. Ήβη (ήβη:ακμή) η πάντοτε θαλερή, νέα Ηλέκτρα (ηλέκτωρ:ο ακτινοβολών ήλιος) η ακτινοβολούσα από χάρη Ηρώ (Ήρα) η προσωποποίηση της Θεάς Ήρας Θάλεια (θάλλω) η δροσερή, η ωραία, Μούσα Θέμις (τίθημι>θεσμός) η θεά του Δικαίου, η άκρως δίκαιη. Ιοκάστη (ίον+κάζω:στολίζω) η ωραία ως μενεξές. Ιππολύτη (ίππος+λύω) η αρματιλάτις. Ίρις (είρω:αγγέλω) η αγγελιοφόρος των θεών. Ιφιγένεια (ίφι:ισχυρά+γίγνομαι) η πολύ ισχυρή. Καλλιόπη (κάλλος+ωψ:οφθαλμός) η έχουσα ωραία μάτια. Καλλιρρόη ( καλώς+ρέω) η δροσερή ως καθαρό νερό. Κλειώ (κλέος) Η ένδοξη, Μούσα. Κλεονίκη (κλέος+νίκη) η ένδοξη νικήτρια. Κλεοπάτρα (κλέος+πάτρη) η δόξα της πατρίδος. Λητώ (λανθάνω) η μυστηριώδης. Μελπομένη (μέλπω) η ευφραίνουσα με το άσμα της. Μυρτώ (μύρτον) η ευχάριστη ως μυρτιά. Ναυσικά (ναυς+καίνυμαι:υμνούμαι) η υμνούμενη από τους ναυτικούς. Νεφέλη (νέφω:χύνω ύδωρ) η προσφέρουσα ζωογόνον ύδωρ. Ξανθίππη η ξανθή ιππεύτρια. Πηνελόπη (πήνη:υφάδι+λέπω:εκτυλίσσω) η καλλιτέχνις υφάντρια. Πολυξένη (πολύ+ξενία) η πολύ φιλόξενη. Πολύμνια (πολύς+ύμνος) η θεία τραγουδίστρια, Μούσα. Τερψιχόρη (τέρπω+χορός) η τέρπουσα με το χορό της, Μούσα. Φαίδρα (φαιδρός < φως) η φωτεινή, η λάμπουσα από χάρη. Φερενίκη (φέρω+νίκη) η νικηφόρος Φιλομήλα (φιλώ+μέλος) η φιλόμουσος, η φίλη της αρμονίας. Χρυσηϊς (χρυσός) η πολύτιμη, η χρυσαφένεια.

 

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 4 Σεπτεμβρίου 2016

Σύμφωνα με τον ανθρωπολόγο Μαρσέλ Μάους, μέσω του παιχνιδιού καθίσταται δυνατή η ανάγνωση μιας κοινωνίας. Η θέση μας σήμερα ως ενήλικες απέναντι στο παιχνίδι των παιδιών, καθρεφτίζει την κοινωνίας μας, η οποία μοιάζει να το αντιστρατεύεται. Κατά τον Φρόιντ, «Το αντίθετο του παιχνιδιού δεν είναι η σοβαρότητα, αλλά η πραγματικότητα», με τον σημερινό άνθρωπο να προσαρμόζεται εύκολα, πεπεισμένος ότι δεν μπορεί να κάνει και πολλά για να την αλλάξει. Ο μεταβατικός χώρος του παιχνιδιού είναι το σημείο όπου το παιδί διερευνά το άγνωστο, βιώνοντας την ελευθερία της ύπαρξής του, αναδημιουργώντας τον εαυτό του και τον κόσμο του. Παίζοντας έτσι ως παιδί, είναι πιο πιθανό ως ενήλικας να είναι σε θέση να βιώνει τις επερχόμενες μεταβολές ως προκλήσεις και όχι ως μείζονα προσωπική αμφισβήτηση και να συμβάλλει στην δημιουργία του κόσμου του αύριο, απαρνούμενος τη θέση του παθητικού υποκειμένου. Δυστυχώς σήμερα η διάθεση για παιχνίδι, αν και πρωταρχική ιδιότητα του παιδιού, μοιάζει να μην του επιτρέπεται από τους ενήλικες. Ως εκπρόσωποι του καταναλωτισμού τείνουμε να συγχέουμε τα υλικά παιχνίδια με την πράξη του παιχνιδιού. Παρέχουμε στα παιδιά πληθώρα παιχνιδιών που τελούν στην υπηρεσία ενός μετρήσιμου γνωστικού στόχου, στομώνοντας έτσι την δημιουργικότητά τους. Ξεχνάμε πως «παίζω δεν σημαίνει τείνω προς ένα συγκεκριμένο στόχο αλλά είμαι δεκτικός στο απρόσμενο». Ξεχνάμε πως η λειτουργία του παιχνιδιού δεν αφορά την εξάρτηση του «έχω» μα την ελευθερία του «είναι». Μια χαρτοπετσέτα, ένα κουρελάκι μπορεί να «είναι» καπέλο, πουλί, αέρας, σύννεφο..ένας ολόκληρος κόσμος εν τη γενέσει του. Αυτή η δυνητικότητα συνιστά την συναρπαστικότητα του παιχνιδιού, την περιέργεια για το τι θα συμβεί μετά, την έκπληξη μπρος στο απρόσμενο, την δυναμική -του τι μπορώ να κάνω, την εξερεύνηση- του πώς μπορώ να είμαι. Πόσο φοβόμαστε τελικά το παιχνίδι; Πόσο τρέμουμε την ελευθερία της αταξίας που δημιουργεί, των αναπόφευκτων αμφισβητήσεων που προκύπτουν από αυτό, ώστε να αισθανόμαστε την ανάγκη να το υποτάξουμε στους νόμους της αγοράς και της ζήτησης, να το καθηλώσουμε σε ένα ακόμη προϊόν ή και παρεχόμενη υπηρεσία μέσω των εργαστηρίων παιχνιδιού για παιδιά και γονείς που εμφανίζονται τα τελευταία χρόνια. Γιατί προωθούνται τα παιχνίδια –games εις βάρος του ελεύθερου παιχνιδιού– play; Με τα games, διασφαλίζεται εκ των προτέρων, το σημείο λήξης του παιχνιδιού: νίκη, ήττα, ισοπαλία, σκορ. Αυτό που ορίζει τα games, δεν είναι η αυτοδιάθεση του παιδιού μα η φύση του αποτελέσματος. Με την αυστηρή δομή τους το ωθούν να δομεί με τη σειρά του, μια άμυνα απέναντι στο μη προβλέψιμο που προσφέρει το συμβολικό ελεύθερο παιχνίδι (play). Κι επειδή, «χωρίς καμία αμφιβολία θα ζήσουμε όπως παίξαμε»[1], μεγαλώνοντας εξακολουθούμε να παίζουμε με αφάνταστη σοβαρότητα παρόμοια παιχνίδια με τον εαυτό μας και τους άλλους. Χρειάζονται και τα games-παιχνίδια. Μα στον καιρό μας μοιάζει να υπερκαλύπτουν το μεταβατικό χώρο του συμβολικού παιχνιδιού. Κι έχει σημασία αυτό να το δούμε. Γιατί, ό,τι μας κρατά ως παιδιά περιορισμένους μέσα σε ένα συγκεκριμένο εύρος αλληλεπιδράσεων, χρησιμοποιώντας ένα επιβεβλημένο σύνολο κανόνων, εξακολουθεί και στη ζωή μας να μας κινεί και να θέτει όρια στο τι μπορούμε να κάνουμε, «φυλακίζοντάς» μας, σε ένα ανταγωνιστικό πλαίσιο συμμόρφωσης κι εξάρτησης. Σίγουρα έτσι νοιώθουμε ασφαλείς. Κάθε ιδέα ενός μεγαλύτερου ή και διαφορετικού εύρους αλληλεπίδρασης μοιάζει τρομακτική ακόμη και για να την φανταστεί κανείς. Εύκολα μπορούμε να κάνουμε τις αναγωγές σε σχέση με την λειτουργία μας στην κοινωνία και τις αντιστάσεις μας στη δημιουργικότητα και την αλλαγή που οδηγούν σε νέους τρόπους ύπαρξης, συνοχής και αλληλεπίδρασης. Στο ελεύθερο συμβολικό παιχνίδι, το παιδί ακολουθεί την εσωτερική του παρώθηση. Αφήνεται σε μια περιπέτεια, εξερευνώντας το άγνωστο μέσα κι έξω από τον εαυτό του, εμπιστευόμενο τη διαδικασία του παιχνιδιού. Αν αφιερώναμε λίγο χρόνο να το παρατηρήσουμε χωρίς να επεμβαίνουμε, θα ανακαλούσαμε την φράση του Σίλο: «Σου μιλώ για απελευθέρωση, για κίνηση, για διαδικασία». Παίζοντας μοιράζονται πράγματα και εμπειρίες, συναισθήματα, νέες αισθήσεις, δημιουργούνται αναφορές. Κι όλα αυτά τα γεννήματα της στιγμής τα υποδέχονται με χαρά και πνεύμα ανοίγματος. Μη προσδοκώντας κανένα όφελος, παρά μόνο ελπίζοντας στην επόμενη στιγμή. Ο Λάο Τσε είχε πει: «Του τροχού τον άξονα μοιράζονται τριάντα ακτίνες. Χρήσιμος όμως γίνεται από την κεντρική του τρύπα. Πλάσε κανάτι με πηλό. Χρήσιμο γίνεται από τον εσωτερικό του άδειο χώρο. Το όφελος λοιπόν έρχεται από τούτο που υπάρχει. Το χρήσιμο προκύπτει από εκείνο που λείπει». Είναι ανάγκη να αφήνουμε κενό χώρο στα παιδιά να παίζουν ελεύθερα, χωρίς σκοπό. Αυτό μόνο αρκεί! Σήμερα αποτιμάται ως χάσιμο χρόνου το να μην κάνουμε τίποτα άλλο εκτός από το να παίζουμε, το να μην έχουμε άλλο σκοπό εκτός από το να γνωριστούμε. Κι όμως μέσω αυτού που παραχωρούμε οι ενήλικες στον εαυτό μας ως ευκαιρία για απόλαυση και παιχνίδι, μεταβιβάζουμε στα παιδιά το πιο ουσιώδες, την επιθυμία και την χαρά για ζωή.

[Πηγή: www.doctv.gr]

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 30 Αυγούστου 2016

 

Αθήνα
Δεκαπέντε λεπτά: τόσος είναι ο μέγιστος χρόνος που μπορεί να περάσει σήμερα κανείς στα περισσότερα σημεία του πλανήτη χωρίς να ακούσει κάποιον ήχο που να είναι προϊόν της ανθρώπινης δραστηριότητας. Κι αν λάβει υπόψη του, ότι πριν από είκοσι χρόνια αυτό το χρονικό διάστημα ήταν μερικές ώρες, δεν μπορεί παρά να καταλήξει σε ένα συμπέρασμα: η σιωπή είναι είδος προς εξαφάνιση. 

Τα μέρη όπου μπορεί κανείς να ξεπεράσει αυτό το τέταρτο της σιωπής δεν είναι περισσότερα από δεκαπέντε σε ολόκληρο τον κόσμο. Τουλάχιστον, σε τόσα τα υπολογίζει ο Γκόρντον Χέμπτον, ο άνθρωπος που έχει κάνει τρεις φορές τον γύρο του κόσμου για να καταγράψει τους ήχους και τη σιωπή της φύσης. Ο Χέμπτον έχει καταρτίσει τη λίστα της σιωπής, η οποία όπως λέει σε συνέντευξή του στην ιταλική εφημερίδα La Repubblica, μικραίνει συνεχώς. 

Αυτή η μοναδική περιήγηση του ανθρώπου που έχει αφιερωθεί στην υπεράσπιση της σιωπής αποτυπώθηκε στο βραβευμένο με Emmy ντοκιμαντέρ «Vanishing Dawn Chorus» («Η χορωδία της αυγής που σβήνει»). Η κάμερα τον ακολουθεί ενώ εκείνος ηχογραφεί σε διάφορα σημεία του πλανήτη τους ήχους της φύσης καθώς ανατέλλει ο ήλιος. Σήμερα ο Γκόρντον Χέμπτον ζει παράγοντας ηχητικά εφέ για βιντεοπαιχνίδια από τους ήχους που έχει συγκεντρώσει από τη φύση. Ο στόχος του, ωστόσο, παραμένει ένας: Η προστασία της σιωπής. Ή – από την άλλη πλευρά – η καταπολέμηση της ηχορύπανσης. 

Μάχη κατά των θορύβων 

Είναι ένα στοίχημα που ξεκίνησε το 2005 όταν ο Χέμπτον ανέκτησε την ακοή του έπειτα από 18 μήνες ενόχλησης στο εσωτερικό του αυτιού του. Ήταν ένα συνεχές βουητό. Εκείνον τον ενάμιση χρόνο ο Χέμπτον ένιωσε ότι έζησε τον μικρόκοσμό του, αυτό που θα ζήσει η ανθρωπότητα στο μέλλον εάν η ηχορύπανση συνεχιστεί σε αυτούς τους ρυθμούς. Έναν εφιάλτη, με άλλα λόγια. «Ο ακουστικός ορίζοντας – λέει στη Ρεπούμπλικα – σε μέρη όπου υπάρχει σιωπή φτάνει τα 30 χιλιόμετρα. Επομένως, εάν προστατεύσω τη σιωπή σε ένα και μόνο σημείο, προστατεύω μία περιοχή από τον θόρυβο σε ακτίνα τριάντα χιλιομέτρων. Αυτό μεταφράζεται σε μία έκταση 2.800 τετραγωνικών χιλιομέτρων». Είναι μία έκταση, περίπου, όσο ο νομός Ηλείας. Στην περίπτωση του Γκόρντον Χέμπτον είναι το Ολυμπιακό Εθνικό Πάρκο, κοντά στο Σιάτλ. Σε ένα σημείο εκεί έχει τοποθετήσει ο αμερικανός ερευνητής μία κόκκινη πέτρα, ως κέντρο ενός κύκλου ακτίνας τριάντα χιλιομέτρων τον οποίο πρέπει να υπερασπιστεί από τον θόρυβο. 

Με ποιον τρόπο; Ο Χέμπτον επιστρέφει περιοδικά στο σημείο που έχει τοποθετήσει την κόκκινη πέτρα και καταγράφει τους ήχους τους περιβάλλοντος. Εάν διαπιστώσει ότι υπάρχουν οχλήσεις εξαιτίας της ανθρώπινης δραστηριότητας, ψάχνει την πηγή τους. Το επόμενο βήμα είναι να γράψει στους υπεύθυνους επισυνάπτοντας πάντα ένα ηχητικό αρχείο με τους φυσικούς ήχους του πάρκου, οι οποίοι διακόπτονται από τον θόρυβο.

Το τζουκμπόξ του πλανήτη 

Ακούγεται πολύ δονκιχωτικό, αλλά δεν είναι και τόσο: Τρεις αεροπορικές εταιρείες άλλαξαν τις πορείες των πτήσεών τους, ενώ η δραστηριότητά τους έχει προσελκύσει το ενδιαφέρον του Κογκρέσου. Μα δεν αρκούν τα διπλά τζάμια και οι ωτοασπίδες για να προστατευτούμε από τον θόρυβο; «Η σιωπή που πρέπει να προστατεύσουμε – απαντά – δεν είναι απλώς η απουσία των ήχων και των θορύβων. Είναι η φωνή της φύσης. Τα ποτάμια, τα δάση, η θάλασσα εκπέμπουν με διαφορετικό τρόπο και σε διαφορικές συχνότητες τα ηχητικά τους κύματα. Έτσι, ένα σύνολο στατικών ήχων μετατρέπεται σε μια ροή». 

Η Γη – συνεχίζει ο Γκόρντον Χέμπτον – είναι ένα τζουκμπόξ που λειτουργεί με ηλιακή ενέργεια, με το μέγιστο των ήχων στον Ισημερινό και με το ελάχιστο στους δύο πόλους. Η ηχορύπανση διαταράσσει αυτή τη συνεχή ανταλλαγή μουσικής, στίχων, βουητών και ψιθύρων που είναι απαραίτητη στα ζώα για την επιβίωσή τους και σε εμάς τους ανθρώπους για να διατηρούμε τα επίπεδα τους στρες μας σε χαμηλά επίπεδα. Γιατί το σώμα μας δεν σταματάει να ακούει ποτέ.

 
news.in.gr/sciences
Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 27 Αυγούστου 2016

Αυτό που έχουμε μέσα μας, αυτό που μας συντροφεύει ακόμα και στην άκρα μοναξιά, αυτό που κανείς δεν μπορεί να μας το πάρει αλλά ούτε και να μας το δώσει, είναι πολύ πιο ουσιαστικό απ’ όλα τα αγαθά που μπορεί να διαθέτουμε, απ’ όλες τις εντυπώσεις που μπορεί να δίνουμε στους άλλους.

Ο πλούσιος πνευματικά άνθρωπος απασχολείται και διασκεδάζει έξοχα, ακόμα και σε απόλυτη μοναξιά με τις δικές του σκέψεις και φαντασιώσεις: ενώ ο περιορισμένος, παρά τη συνεχή εναλλαγή έργων, εορτών και ταξιδιών, νιώθει αγιάτρευτη πλήξη. – Ένας καλός, ολιγαρκής, ελαφρός χαρακτήρας μπορεί να νιώθει ικανοποιημένος ακόμα και σε συνθήκες στέρησης, ενώ ένας κακός, άπληστος, ζηλόφθονος χαρακτήρας δε νιώθει ευτυχία όσα πλούτη κι αν κατέχει. (Λέει πολύ σωστά ο Γκαίτε στο Ντιβάν: «Η μεγαλύτερη ευτυχία είναι η προσωπικότητα». Ο άνθρωπος μπορεί ν’ αφομοιώσει από έξω πολύ λιγότερα πράγματα απ’ ό,τι συνήθως νομίζουμε). – Πόσες και πόσες απολαύσεις δεν είναι περιττές, ίσως μάλιστα ενοχλητικές και επαχθείς για τον άνθρωπο που διαθέτει τη μόνιμη απόλαυση μιας εξαίρετης ατομικότητας.

 

*Σωκράτης, Οράτιος [εδώ ο Σοπενχάουερ παραπέμπει στην πρόταση του Σωκράτη σε σχέση με μια έκθεση ειδών πολυτελείας: «Πόσα πράγματα υπάρχουν λοιπόν που αν δεν τα’χω δε θα μου λείψουν καθόλου» και στο στίχο του Οράτιου: «Φίλντισι, μάρμαρο, κοσμήματα, τυρρηνικά αγάλματα, πίνακες, ασημικά, λουσάτα ρούχα βαμμένα στην πορφύρα. Τα λιμπίζονται πολλοί, αλλά υπάρχουν μερικοί που ούτε καν ρωτούν γι’ αυτά». (Οράτιος, Επιστολές, II, 2,180-182.)]

Πηγή Lecture bureau

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 26 Αυγούστου 2016

Για τη φιλοσοφία δεν υπάρχουν διακοπές. Κυριολεκτικά! Αυτό γιατί για τον φιλοσοφικό στοχασμό η δραστηριότητα που ονομάζουμε «διακοπές» είναι κάτι ουσιαστικά ξένο. Ενώ υπάρχουν αναλύσεις και θεωρίες για την εργασία, τη σημασία της κτλ., κάτι αντίστοιχο για τις διακοπές απουσιάζει.

Η αλήθεια, βέβαια, είναι ότι η δραστηριότητα «διακοπές» εμφανίστηκε μάλλον αργά (με τη μορφή που έχουν σήμερα διαμορφώθηκε τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα). Για παράδειγμα, στην Αμερική οι διακοπές αποτελούσαν προνόμιο της ελίτ των αρχών του 19ου αιώνα, ενώ σταδιακά η μεσοαστική τάξη (όρος που περιλαμβάνει ένα ευρύτατο φάσμα επαγγελματιών) άρχισε και αυτή να κάνει διακοπές. Στις αρχές του 20ού αιώνα η πρακτική των διακοπών επεκτάθηκε σημαντικά, ακόμα και στην εργατική τάξη. Μάλιστα, ήταν την περίοδο του Κραχ, όταν η πλειοψηφία της εργατικής τάξης κέρδισε το δικαίωμα στις διακοπές.

Με μια πρώτη ματιά, οι διακοπές φαίνεται να μην έχουν τίποτα το άξιο προσοχής, από φιλοσοφικής άποψης πάντα. Διότι, τι άλλο είναι παρά διασκέδαση, ξεκούραση, χαλάρωση και ευκαιρία για να κάνει κανείς κάτι διαφορετικό; Με άλλα λόγια, περιλαμβάνει δραστηριότητες που κάνουμε κατά τη διάρκεια του έτους – τα Σαββατοκύριακα, τις γιορτές και τις αργίες ή και κάποια απογεύματα μέσα στην εβδομάδα.

Ωστόσο, οι διακοπές δεν ταυτίζονται με τον ελεύθερο χρόνο, τη διασκέδαση ή την ψυχαγωγία. Αυτά υπήρχαν από παλιά και βρίσκουμε, για παράδειγμα, σχετικές αναφορές για τη σημασία του παιχνιδιού, της ψυχαγωγίας, ακόμα και στον Πλάτωνα. Στις διακοπές κάποιος ενδέχεται να μην κάνει απολύτως τίποτα, ενώ όλο τον υπόλοιπο καιρό να πηγαίνει θέατρο, κινηματογράφο, να συναντιέται με φίλους κτλ.

Οι διακοπές διαφέρουν από τις μέρες της αργίας σε ορισμένα σημαντικά σημεία. Κατ’ αρχάς από άποψη χρόνου. Καλύπτουν ένα πολύ μεγαλύτερο χρονικό εύρος απ’ ό,τι οι ημέρες αργίας (γιορτές, Σαββατοκύριακα κτλ.). Η χρονική αυτή διάρκεια τις διαχωρίζει από την καθημερινότητα της παραγωγικής διαδικασίας, κάτι που δεν συμβαίνει με τις μέρες αργίας. Έστω κι αν δίνονται (και δίνονταν) ως μέσο για τη βελτίωση της παραγωγικότητας, η περίοδος των διακοπών αποδεσμεύει το πρόσωπο από την παραγωγή, από την εργασία.

Αυτό έχει ως συνέπεια τη διαμόρφωση μιας νέας καθημερινότητας. Η απουσία από την εργασία από μόνη της συνιστά ανατροπή της καθημερινότητας. Επειδή όμως δεν μπορούμε να ζήσουμε χωρίς συνήθειες (μικρές ή μεγάλες), καθώς μας παρέχουν την απαραίτητη αίσθηση σταθερότητας (ό,τι κι αν αυτή περιλαμβάνει για τον καθένα), φτιάχνουμε νέες συνήθειες. Η καθημερινότητα των διακοπών αντλεί την ελκυστικότητά της όχι τόσο επειδή κάνουμε αυτά που μας αρέσουν και είναι διαφορετικά από εκείνα των υπόλοιπων ημερών, αλλά κυρίως επειδή αυτή η καθημερινότητα έχει περιορισμένη διάρκεια, δηλαδή είναι μια συνήθεια που δεν διαρκεί τόσο ώστε να μεταβληθεί σε κάτι το κουραστικό, το βαρετό ή να προκαλέσει άλλα αρνητικά συναισθήματα.

Μέσα στην καθημερινότητα αυτή εντάσσονται και οι σχέσεις με τους άλλους. Η αλλαγή της καθημερινής ρουτίνας συνεπάγεται και μεταβολή των σχέσεων τόσο με τους οικείους όσο και με τους γνωστούς και, κατ’ επέκταση, με τους ξένους. Ο λόγος είναι ότι αλλάζει η συχνότητα επαφής, ο τρόπος, ενώ και ορισμένοι σκοποί μεταβάλλονται. Με άλλα λόγια, οι διακοπές είναι μια περίοδος όπου έχουμε μια σύντομη (σε σχέση με τον υπόλοιπο καιρό) νέα πραγματικότητα, η οποία καλύπτει ολόκληρο το φάσμα της ζωής μας, χωρίς φυσικά να μεταβάλλονται τα πάντα. Το βασικό είναι ότι έχει αλλάξει ο δικός μας τρόπος που βλέπουμε τη ζωή μας.

Επιπλέον, η περίοδος των διακοπών επιλέγεται, δεν είναι σταθερή, όπως συμβαίνει με τις γιορτές και τις αργίες. Μπορεί οι καλοκαιρινοί μήνες να προτιμώνται από την πλειοψηφία των ανθρώπων σήμερα, αλλά όπως και να ’χει, καθένας ορίζει από μόνος του το πότε θα κάνει διακοπές – έστω κι αν ορισμένες φορές δεν έχει τις επιλογές που θα ήθελε. Αυτό σημαίνει ότι, σε αντίθεση με όλες τις άλλες περιπτώσεις ανάπαυλας, οι διακοπές είναι αποκλειστικά προσωπική υπόθεση.

Βέβαια, θα πρέπει να σημειωθεί ότι, όπως συμβαίνει σε όλα, έτσι και οι αποφάσεις για τις διακοπές λαμβάνονται μέσα στο κοινωνικο-πολιτιστικό πλαίσιο, όπου ζούμε. Κατά συνέπεια η ίδια η αντίληψη περί διακοπών, όπως και οι παρεχόμενες επιλογές επηρεάζονται από τις τρέχουσες αντιλήψεις για το τι είναι και πώς θα πρέπει να ζήσει κανείς τις διακοπές.

Πέρα από αυτά, οι διακοπές είναι μια περίοδος με τη δική τους ξεχωριστή «μυθολογία». Αυτό σημαίνει ότι έχουν ένα ιδιαίτερο νοηματικό πλαίσιο και περιεχόμενο σε σχέση με κάθε άλλη δραστηριότητα, ακόμα κι αν είναι συναφής (π.χ. γιορτές, αργίες). Όσο διαφορετικός κι αν είναι ο τρόπος με τον οποίο καθένας μας κάνει διακοπές, το ευρύτερο πλαίσιο, οι έννοιες και τα συναισθήματα που προκαλούν είναι κοινά. Είναι η κοινότητα μιας ετερότητας.

Εξεταζόμενες ακόμα και στο ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο, οι διακοπές έχουν την ιδιαιτερότητά τους. Για να γίνει αυτό κατανοητό, ας ανατρέξουμε στον Georges Bataille και στη θεώρησή του της δαπάνης. Για τον γάλλο στοχαστή, οι δαπάνες χωρίζονται στις παραγωγικές και στη μη-παραγωγικές. Στις πρώτες περιλαμβάνονται οι δαπάνες που γίνονται προκειμένου να διατηρείται η ζωή και να συνεχίζει η παραγωγικότητα (εδώ περιλαμβάνεται και ο καταναλωτισμός), ενώ στις δεύτερες εντάσσονται δραστηριότητες που είναι αυτοσκοποί, όπως η πολυτέλεια, το πένθος, τα θεάματα, η τέχνη, η σεξουαλική πράξη που δεν αποσκοπεί στη διαιώνιση του είδους κτλ.

Με βάση λοιπόν αυτόν το διαχωρισμό, οι διακοπές φαίνεται να ανήκουν στη δεύτερη κατηγορία δαπανών. Κι αυτό γιατί είναι ένας μη-παραγωγικός αυτοσκοπός (από την πλευρά, βέβαια, εκείνων που κάνουν διακοπές και όχι αυτών που εργάζονται στη βιομηχανία του τουρισμού). Η συμβολή τους στην παραγωγική διαδικασία (αν θέλουμε να ακολουθήσουμε τον Bataille) είναι έμμεση, καθώς η παραγωγή μπορεί να συνεχιστεί και χωρίς να υπάρξουν οι οποιεσδήποτε διακοπές. Ωστόσο, δεν μπορούν να ταυτιστούν με τις υπόλοιπες περιπτώσεις δαπανών, λόγω της διάρκειάς τους (πέρα από οτιδήποτε άλλο), για την οποία έγινε λόγος παραπάνω.

Πέρα από αυτά, ξεχωριστό ενδιαφέρον παρουσιάζει διερεύνηση των διακοπών σε σχέση με το πρόσωπο. Με άλλα λόγια, τι σημαίνει για τον καθένα από εμάς η περίοδος των διακοπών;

Κατ’ αρχάς, υπάρχει απελευθέρωση (ελευθερίας). Οι διακοπές είναι μια περίοδος, όπου αποδεσμευόμαστε από ό,τι κάνουμε κατά τρόπο καθημερινό και επιτακτικό, όπως η δουλειά. Έτσι έχουμε περισσότερο ελεύθερο χρόνο για να κάνουμε αυτό που θέλουμε, πάντα στο πλαίσιο των υπαρχουσών δυνατοτήτων. Η απελευθέρωση αυτή είναι πηγή χαράς.

Επίσης, υπάρχει το άγχος των διακοπών. Στην περίπτωση αυτή βρισκόμαστε μπροστά στο εξής παράδοξο: από τη μια, υπάρχει η ανάγκη για διακοπές και, από την άλλη, η ανάγκη αυτή προκαλεί ορισμένες φορές άγχος σχετικά με την πορεία της δουλειάς, ότι για παράδειγμα κάτι μπορεί να πάει στραβά και να μην προλάβουμε να το διορθώσουμε. Αυτό δεν είναι κάτι το σύγχρονο, αντιθέτως ισχύει σχεδόν από τότε που άρχισαν να εφαρμόζονται οι διακοπές.

Τρίτο, οι διακοπές είναι η περίοδος των προσωπικών ψευδαισθήσεων. Όχι ότι τον υπόλοιπο χρόνο αυτές δεν υπάρχουν, αλλά η απελευθέρωση που συνεπάγεται η περίοδος των διακοπών είναι η ορμή για την προσπάθεια υλοποίησης των ψευδαισθήσεων που συνδέονται με τις διακοπές. Ψευδαισθήσεων που είναι σημαντικές γιατί συνδέονται με έναν χαλαρό και ήρεμο τρόπο ζωής. Ωστόσο, οι ψευδαισθήσεις διατηρούνται ως ψευδαισθήσεις. Αυτό μπορεί να συμβεί είτε επειδή δεν υπάρχει η δυνατότητα πραγματοποίησής τους, είτε επειδή τελικά δεν επιφέρουν το επιθυμητό αποτέλεσμα, π.χ. μια πολυτελής διαβίωση σε ένα νησί δεν επιφέρει την ψυχοσυναισθηματική πληρότητα που περίμενε αυτός που την κάνει ή, ενώ δεν νιώθει αυτή την πληρότητα ή γαλήνη, δημιουργεί την ψευδαίσθηση ότι τη νιώθει, επειδή έτσι θα πρέπει να νιώθει. Οι περιπτώσεις είναι πολλές. Αυτό όμως που έχει σημασία είναι ότι με αυτόν τον τρόπο χάνεται η βιωματική πληρότητα που συνεπάγεται η γνήσια βίωση των διακοπών.

Τέταρτο, και σημαντικότερο, στις διακοπές παραμένουμε ο εαυτός μας. Η μεγαλύτερη ψευδαίσθηση είναι ότι «ξεφεύγουμε» και από τον ίδιο μας τον εαυτό, γιατί έχουμε τη δυνατότητα να κάνουμε πράγματα που συνήθως δεν κάνουμε (π.χ. ξέφρενα πάρτι). Στην πραγματικότητα, μπορεί όντως να κάνουμε πράγματα που δεν κάνουμε τον υπόλοιπο χρόνο, αλλά ό,τι κάνουμε εκφράζει τον εαυτό μας και μόνο αυτόν. Ακόμα κι αν αποφασίσουμε να κάνουμε πράγματα εντελώς αντίθετα από αυτά που κάνουμε τον υπόλοιπο χρόνο, η απόφαση αυτή είναι μια προσωπική απόφαση και εκφράζει την προσωπικότητά μας, η οποία έτσι αποκαλύπτει μια διαφορετική διάστασή της. Με άλλα λόγια, όσο και να προσπαθήσουμε, ποτέ δεν γινόμαστε κάποιος άλλος. Πάντα είμαστε ο εαυτός μας που κινείται σε διαφορετικό περιβάλλον, με άλλους στόχους κ.ο.κ.

Οι παραπάνω σύντομες παρατηρήσεις καθιστούν αντιληπτό ότι οι διακοπές δεν αποτελούν απλώς μια ανάπαυλα χωρίς ιδιαίτερη σημασία, αλλά είναι μια σημαντική δραστηριότητα, η οποία μπορεί να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε διάφορες πτυχές του εαυτού μας, αλλά και της κοινωνίας όπου ζούμε.

 Mιχάλης Κατσιμίτσης www.indeepanalysis.gr