Η Ζωή μας σήμερα

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 31 Ιανουαρίου 2026

ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΕ ΕΜΕΝΑ ΚΑΙ ΣΕ ΕΜΕΝΑ

Σου είπα

Λύγισα.
Καὶ εἶπες:
– Μὴ θλίβεσαι.
Ἀπογοητεύσου ἥσυχα.
Ἤρεμα δέξου νὰ κοιτᾷς
σταματημένο τὸ ρολόι.
Λογικὰ ἀπελπίσου
πῶς δὲν εἶναι ξεκούρδιστο,
ὅτι ἔτσι δουλεύει ὁ δικός σου χρόνος.
Κι ἂν αἴφνης τύχει
νὰ σαλέψει κάποιος λεπτοδείκτης,
μὴ ριψοκινδυνέψεις νὰ χαρεῖς.
Ἡ κίνηση αὐτὴ δὲν θά ῾ναι χρόνος.
Θά ῾ναι κάποιων ἐλπίδων ψευδορκίες.
Κατέβα σοβαρή,
νηφάλια αὐτοεκθρονίσου
ἀπὸ τὰ χίλια σου παράθυρα..
Γιὰ ἕνα μήπως τ᾿ ἄνοιξες.
Κι αὐτοξεχάσου εὔχαρις.
Ὅ,τι εἶχες νὰ πεῖς,
γιὰ τὰ φθινόπωρα, τὰ κύκνεια,
τὶς μνῆμες, ὑδροροὲς τῶν ἐρώτων,
τὴν ἀλληλοκτονία τῶν ὠρῶν,
τῶν ἀγαλμάτων τὴν φερεγγυότητα,
ὅ,τι εἶχες νὰ πεῖς
γι᾿ ἀνθώπους ποὺ σιγὰ-σιγὰ λυγίζουν,
τὸ εἶπες.
καὶ τὴν πείθει
νὰ κουλουριάζεται πνιχτὰ
νὰ τρίβεται σὰ γάτα ἀνεπαίσθητη
πάνω στὸν διαθέσιμο ἀέρα
ποῦ ἀφήνεις προσπερνώντας.

Ἀπόλαυση πολὺ μοναχικότερη
ἀπὸ τὴ στέρησή της.

ΠΡΟΦΥΛΑΞΕΙΣ

Όταν βρέχει δεν παίρνω ομπρέλα.
To θεωρώ δειλία να προφυλάσσομαι από το ξεκάθαρο.
Όταν δε βρέχει, όσο και αν ευτυχεί ο ουρανός όσο κι αν τον πιστεύω
ανοίγω την ομπρέλα μου δεν είναι ξεκάθαρη καιρική συνθήκη η ευτυχία.

ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Μόνη, ἐντελῶς μόνη,
περπατῶ στὸ δρόμο
καὶ πέφτω πάνω σὲ μεγάλα γεγονότα:
Ὁ ἥλιος σὰν ἐπειγόντως νὰ ἐκλήθη ἀπὸ τὴ Δύση
ἀφήνοντας ἡμιτελὲς τὸ δειλινό…

Σὲ λίγο ἡ νύχτα,
κρατώντας τοὺς ἀμφορεῖς τοῦ μυστηρίου,
τῶν ἰδιοτήτων της ἐπαίρετο,
ὅταν τὸ ρεμβῶδες μάτι της, τὸ φεγγάρι,
ἕνα ἀπρόδεκτο, λαθραῖο σύννεφο, πάτησε
καὶ τὴν τύφλωσε.

Τοῦ ἀτυχήματος τούτου
ἐπωφελήθηκε
κάποιος παράξενος κατάσκοπος
-τὸ μεσονύχτιο ὑποπτεύονται-
τὸ σύμπαν πυροβόλησε
καὶ τὸ ἄφησε ἀκίνητο…

Μετὰ ἀπὸ τέτοια γεγονότα,
τὸ γεγονὸς πὼς εἶμαι πάλι μόνη
παρελείφθη.

ΓΡΑΜΜΑ

Ὁ ταχυδρόμος,
σέρνοντας στὰ βήματά του τὴν ἐλπίδα μου
μοῦ ῾φερε καὶ σήμερα ἕνα φάκελο
μὲ τὴ σιωπή σου.
Τὸ ὄνομά μου γραμμένο ἀπ᾿ ἔξω μὲ λήθη.
Ἡ διεύθυνσή μου ἕνας ἀνύπαρκτος δρόμος.
Ὅμως ὁ ταχυδρόμος
τὸν βρῆκε ἀποσυρμένο στὴ μορφή μου,
κοιτώντας τὰ παράθυρα ποὺ ἔσκυβαν μαζί μου,
διαβάζοντας τὰ χέρια μου
ποὺ ἔπλαθαν κιόλας μιὰ ἀπάντηση.
Θὰ τὸν ἀνοίξω μὲ τὴν καρτερία μου
καὶ θὰ ξεσηκώσω μὲ τὴ μελαγχολία μου
τ᾿ ἄγραφά σου.
Κι αὔριο θὰ σοῦ ἀπαντήσω
στέλνοντάς σου μιὰ φωτογραφία μου.
Στὸ πέτο θὰ ἔχω σπασμένα τριφύλλια,
στὸ στῆθος σκαμμένο
τὸ μενταγιὸν τῆς συντριβῆς.
Καὶ στ᾿ αὐτιά μου θὰ κρεμάσω-συλλογίσου-
τὴ σιωπή σου.

ΔΕΝ ΕΧΕΙΣ ΤΙ ΝΑ ΧΑΣΕΙΣ

Καλὰ τὰ βγάζει πέρα ἡ μοναξιὰ
φτωχικὰ ἀλλὰ τίμια.
Ἀλλοῦ κοιμᾶται αὐτὴ
κι ἀλλοῦ τὸ ἐγκρατὲς σκεπτικὸ ἐάν.

Μόνο καμιὰ φορὰ
σὲ πειραματισμοὺς τὴν παρασύρει
ἡ περιέργεια
– ὄφις προγενέστερος
καὶ πιὸ φανατικὸς
ἀπ᾿ τὸν νερόβραστον ἐκεῖνον τῆς μηλέας.

Δοκίμασε τῆς λέει, μὴ φοβᾶσαι
δὲν ἔχεις τί νὰ χάσεις

ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ

Ο έρωτας

ὄνομα οὐσιαστικόν,
πολὺ οὐσιαστικόν,
ἑνικοῦ ἀριθμοῦ,
γένους οὔτε θηλυκοῦ, οὔτε ἀρσενικοῦ,
γένους ἀνυπεράσπιστου.
Πληθυντικὸς ἀριθμὸς
οἱ ἀνυπεράσπιστοι ἔρωτες.

Ὁ φόβος,
ὄνομα οὐσιαστικὸν
στὴν ἀρχὴ ἑνικὸς ἀριθμὸς
καὶ μετὰ πληθυντικὸς
οἱ φόβοι.
Οἱ φόβοι
γιὰ ὅλα ἀπὸ δῶ καὶ πέρα.

Ἡ μνήμη,
κύριο ὄνομα τῶν θλίψεων,
ἑνικοῦ ἀριθμοῦ
μόνον ἑνικοῦ ἀριθμοῦ
καὶ ἄκλιτη.
Ἡ μνήμη, ἡ μνήμη, ἡ μνήμη.

Ἡ νύχτα,
Ὄνομα οὐσιαστικόν,
Γένους θηλυκοῦ,
Ἑνικὸς ἀριθμός.
Πληθυντικὸς ἀριθμὸς
Οἱ νύχτες.
Οἱ νύχτες ἀπὸ δῶ καὶ πέρα.

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 29 Ιανουαρίου 2026

Μια γυναίκα Τσερόκι μπορούσε να τερματίσει έναν γάμο με έναν μόνο τρόπο: βάζοντας τα πράγματα του άντρα της έξω από την πόρτα. Αυτό ήταν αρκετό. Ο γάμος τελείωνε εκείνη τη στιγμή. Γιατί εκείνη κατείχε το σπίτι, τη γη, σχεδόν τα πάντα — ακόμη και τη θέση στα συμβούλια, όπου ψήφιζε για το αν το έθνος θα έμπαινε σε πόλεμο.
Δεν υπήρχε καμία δικαιοσύνη, καμία θρησκευτική αρχή, κανένας πατέρας, αδερφός ή ηλικιωμένος άντρας να δώσει άδεια. Αν η γυναίκα αποφάσιζε ότι ο γάμος είχε τελειώσει, μάζευε τα πράγματά του, τα τοποθετούσε στην πόρτα, και εκείνος έφευγε. Τόσο απλά.
Στην κοινωνία των Τσερόκι, οι γυναίκες δεν κατοικούσαν απλώς στα σπίτια. Τα είχαν στην κυριότητά τους. Είχαν τη γη που τα στήριζε. Και κατείχαν σχεδόν όλα όσα υπήρχαν μέσα.
Κατά τον 17ο και 18ο αιώνα, οι Ευρωπαίοι αποικιοκράτες που έφτασαν στη Νοτιοανατολική Αμερική συνάντησαν τους Τσερόκι — μια κοινωνία που ανέτρεπε κάθε ιδέα περί του «φυσικού» ρόλου των γυναικών. Πρόκειται για μια κοινωνία με πολύπλοκη οργάνωση, όπου οι γυναίκες είχαν πραγματική δύναμη. Η εξουσία τους δεν περιοριζόταν στο τελετουργικό ή στο σπίτι· ήταν πολιτική, οικονομική και νομική.
Οι γυναίκες Τσερόκι συμμετείχαν στα συμβούλια δίπλα στους άντρες — όχι ως παρατηρήτριες, αλλά ως αποφασιστικές παρουσίες που συζητούσαν για τον πόλεμο, διαπραγματεύονταν συνθήκες και διαμόρφωναν την πολιτική του έθνους. Κάποιες απέκτησαν τον τίτλο της «Αγαπημένης Γυναίκας» ή της «Γυναίκας Πολέμου» — θέσεις τόσο ισχυρές που η γνώμη τους μπορούσε να σώσει έναν αιχμάλωτο ή να καθορίσει αν το έθνος θα πολεμήσει.
Η Νάνσι Γουορντ, μία από τις πιο γνωστές ‘Αγαπημένες Γυναίκες’, διαπραγματευόταν απευθείας με Αμερικανούς ηγέτες κατά την Αμερικανική Επανάσταση (1781), ζητώντας ειρήνη και συνεργασία μεταξύ των Τσερόκι και των λευκών εποίκων — χωρίς τη συμμετοχή ή έγκριση συζύγου ή άλλου άντρα, αφού η εξουσία ήταν αποκλειστικά δική της.
Αυτή η κοινωνία δεν βασιζόταν σε λίγες εξαιρετικές γυναίκες που ξεχώριζαν σε ένα ανδροκρατούμενο σύστημα. Το σύστημα ήταν διαφορετικό εκ θεμελίων. Οι Τσερόκι ήταν μητριαρχική κοινωνία: η ταυτότητα περνούσε από τη μητέρα, η ένταξη στη κοινότητα περνούσε από τη μητέρα, και η περιουσία μεταβιβαζόταν στις γυναίκες, γενιά μετά τη γενιά.
Όταν κάποιος παντρευόταν, ο σύζυγος μετακόμιζε στο σπίτι της γυναίκας. Αν αποδεικνυόταν ανεύθυνος ή σκληρός, δεν ήταν η δική του οικογένεια που παρενέβαινε — ήταν η δική της. Οι αδερφοί της είχαν εξουσία πάνω του. Ζούσε στη γη της, εργαζόταν για την κοινότητά της και λογοδοτούσε στον λαό της.
Ο Ιρλανδός έμπορος Τζέιμς Αντάιρ, που έζησε ανάμεσα στους Τσερόκι τη δεκαετία του 1740, αγανάκτησε με όσα είδε. Χρησιμοποίησε τη φράση «κυβέρνηση του φουστανιού» για να περιγράψει την κοινωνία όπου οι γυναίκες αποφάσιζαν πράγματι. Δεν μπορούσε να φανταστεί έναν κόσμο όπου οι γυναίκες δεν ήταν ιδιοκτησία.
Οι γυναίκες των Τσερόκι δεν ήταν μόνο πολιτικοί ηγέτες. Ήταν η οικονομική ραχοκοκαλιά του έθνους. Καλλιεργούσαν καλαμπόκι, φασόλια και κολοκύθι — τις Τρεις Αδελφές που θρέφουν τη ζωή για αιώνες. Έπλεκαν καλάθια τόσο σφιχτά που κρατούσαν νερό, μεταποιούσαν τα δέρματα ώστε να γίνουν μαλακά και ευέλικτα, έχτιζαν και συντηρούσαν σπίτια, μεγάλωναν παιδιά, διατηρούσαν τη γλώσσα, τις τελετές, τις ιστορίες και τα τραγούδια.
Οι άντρες κυνηγούσαν, ψάρευαν και πολεμούσαν — σημαντική και τιμημένη δουλειά, αλλά δεν κατείχαν αυτά που έφερναν σπίτι. Οι γυναίκες αποφάσιζαν για την τροφή, ποιος θα έτρωγε, τι θα φυλασσόταν και πώς θα μοιράζονταν οι πόροι.
Δεν ήταν κοινωνία χωρίς προβλήματα. Υπήρχαν συγκρούσεις, ιεραρχία και σύνθετα ζητήματα όπως σε κάθε κοινωνία. Όμως βασιζόταν σε μια ριζικά διαφορετική δομή από τις ευρωπαϊκές κουλτούρες: άνδρες και γυναίκες ήταν διαφορετικοί, αλλά εξίσου αναγκαίοι, με πραγματική εξουσία.
Ύστερα ήρθε η καταστροφή. Ο βίαιος διωγμός. Το «Trail of Tears» ανάγκασε τους Τσερόκι και άλλες φυλές να εγκαταλείψουν τις πατρογονικές τους περιοχές στη Νοτιοανατολική Αμερική και να μετακινηθούν στην Οκλαχόμα, δυτικά του Μισισιπή, τον 19ο αιώνα. Χιλιάδες άνθρωποι πέθαναν από πείνα, ασθένειες και εξάντληση. Η ιστορία αυτή αποτυπώνει τη βία και τον πόνο που προκάλεσε η αποικιοκρατική πολιτική των ΗΠΑ.
Τα σχολεία έσβηναν ταυτότητες. Οι ομοσπονδιακοί νόμοι αναγνώριζαν μόνο ανδρικούς ηγέτες. Οι ιεραπόστολοι κήρυτταν υποταγή. Οι νόμοι για την περιουσία μετέφεραν τη γη στους άντρες. Ένα μητριαρχικό σύστημα χιλιάδων χρόνων κατεδαφίστηκε, κομμάτι-κομμάτι.
Κι όμως, οι γυναίκες των Τσερόκι επιβίωσαν. Κράτησαν ζωντανή τη γλώσσα, μετέφεραν τις ιστορίες μυστικά, διατήρησαν τη μητρική γραμμή ακόμη και όταν το κράτος προσπάθησε να την εξαφανίσει. Σήμερα, η ιθαγένεια του Έθνους Τσερόκι εξακολουθεί να βασίζεται στη μητρική γραμμή, και πολλές οικογένειες τιμούν ακόμη τις μητρικές καταβολές.
Η δύναμη των γυναικών των Τσερόκι δεν ήταν εξαίρεση. Αποδεικνύει ότι υπήρξε μια πλήρως αναπτυγμένη κοινωνία, εναλλακτική στον πατριαρχικό κόσμο. Η ανδρική κυριαρχία δεν είναι καθολική ούτε αναπόφευκτη. Είναι μια δομή που επέλεξαν μερικές κοινωνίες — και άλλες την απέρριψαν.
Στα 1700, οι γυναίκες Τσερόκι κατείχαν περιουσία. Στις ΗΠΑ, οι περισσότερες γυναίκες απέκτησαν δικαιώματα μόνο στα τέλη του 1800. Οι Τσερόκι χώριζαν ελεύθερα ήδη από το 1600. Πολλές Αμερικανίδες δεν μπορούσαν μέχρι τη δεκαετία του 1970. Οι Τσερόκι κυβέρνησαν αιώνες πριν οι γυναίκες στις ΗΠΑ αποκτήσουν το δικαίωμα ψήφου το 1920.
Η κοινωνία που οι Ευρωπαίοι χαρακτήριζαν «άγρια» προσέφερε στις γυναίκες δικαιώματα που ο «πολιτισμένος» κόσμος τους αρνούνταν για γενιές.
Αν κάποιος ισχυριστεί ότι η ανισότητα είναι φυσική, να θυμάσαι τη γυναίκα Τσερόκι που τερμάτισε έναν γάμο με αξιοπρέπεια, στη γη που κατείχε, σε ένα έθνος όπου η φωνή της είχε σημασία.
Και ένας κόσμος όπου:
• Οι γυναίκες κατέχουν περιουσία
• Οι γυναίκες μιλούν χωρίς άδεια
• Οι γυναίκες διαχειρίζονται πόρους
• Οι γυναίκες καθορίζουν πόλεμο και ειρήνη
• Οι γυναίκες μεταδίδουν ταυτότητα
Διαφορετικοί κόσμοι υπήρξαν. Και μπορούν να υπάρξουν ξανά, αν το επιλέξουμε. Θυμήσου τες. Τίμησέ τες. Και αναρωτήσου: τι είδους κόσμο είμαστε αρκετά θαρραλέοι να ονειρευτούμε;

by Maria Pinoti

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 27 Ιανουαρίου 2026

Οι. superagers είναι ηλικιωμένα άτομα κυρίως 65-80 ετών (αλλά και μεγαλύτερα), των οποίων η εγκεφαλική δραστηριότητα είναι πανομοιότυπη με των νέων 25 ετών. Και είναι τόσο ανθεκτικοί στην απώλεια νευρώνων και στην εγκεφαλική συρρίκνωση λόγω γήρανσης, που δεν μπορούμε να ξεχωρίσουμε τον εγκέφαλό τους από έναν νεανικό.

Πρότυπα γήρανσης – Οι superagers είναι πρότυπο γήρανσης που μπορεί να μας προσφέρει πολύτιμη γνώση, υποδεικνύοντας αλλαγές τρόπου ζωής που θα παρατείνουν τη γνωστική υγεία ή θα οδηγήσουν σε νέες θεραπείες για νόσους όπως το Αλτσχάιμερ.

Πώς τους εντοπίζουμε; Αρχικά μέσω ενός ειδικού τεστ μνήμης. Τους δίνουμε έναν κατάλογο με δεκαέξι λέξεις και έπειτα από μισή ώρα τους ζητάμε να τις ανακαλέσουν. Ενα άτομο 50 ετών θα ανακαλέσει περίπου εννέα, ένας 80χρονος όχι περισσότερες από πέντε, αλλά οι υπερηλικιωμένοι και τις δεκαέξι! Στη συνέχεια, απεικονιστικά επιβεβαιώνεται ότι ο εγκέφαλός τους ουσιαστικά αρνείται να γεράσει, στις μαγνητικές τομογραφίες δεν βλέπουμε αλλαγές ούτε στο δεξί ημισφαίριο ούτε στο αριστερό. Οπως καταλαβαίνετε, αποτελούν ένα πρότυπο γήρανσης που μπορεί να μας προσφέρει πολύτιμη γνώση, υποδεικνύοντας αλλαγές τρόπου ζωής που θα παρατείνουν τη γνωστική υγεία ή θα οδηγήσουν σε νέες θεραπείες για νευροεκφυλιστικές νόσους, όπως το Αλτσχαιμερ».

«Η σταδιακή έκπτωση της μνήμης είναι φυσιολογική και αναπόφευκτη καθώς μεγαλώνουμε, συνήθως αρχίζει από την ηλικία των εξήντα ετών. Αυτό βέβαια ισχύει για τον μέσο όρο των ανθρώπων, γιατί, πάλι κατά τον Ιπποκράτη, “είναι πολύ πιο σημαντικό να γνωρίζουμε ποιο άτομο έχει την ασθένεια, παρά ποια ασθένεια έχει αυτό το άτομο”. Υπερηλικιωμένοι ανέκαθεν υπήρχαν, ο όρος είναι μεν καινούργιος, αλλά το φαινόμενο όχι. Θυμηθείτε τον Σοφοκλή. “Κι αν εγώ γέρασα, το χέρι τούτο, η δύναμή του δεν έχει γεράσει”, αναφέρει στην τραγωδία “Οιδίπους επί Κολωνώ”, την τελευταία που έγραψε σε ηλικία ενενήντα ετών. Ουσιαστικά μιλάει για τον εαυτό του, δηλαδή. Εμείς ξεκινήσαμε εξετάζοντας τη δομή του εγκεφάλου των superagers. Ο ιππόκαμπός τους έχει μεγαλύτερο όγκο από των συνομηλίκων τους, αυτό όμως από μόνο του δεν αρκούσε για να εξηγήσει γιατί η μνήμη τους είναι πιο δυνατή έπρεπε να δείξουμε πώς σχετίζεται το μέγεθός του με τις γνωστικές επιδόσεις τους. Αυτό αποδείχθηκε από τα πειραματικά δεδομένα: όσο μεγαλύτερος ο ιππόκαμπος, τόσο καλύτερες οι επιδόσεις των ηλικιωμένων στη μνήμη. Βρήκαμε ότι κοινός παρονομαστής τους είναι και η νεανική κατάσταση της έλικας του προσαγωγίου, μιας περιοχής του εγκεφάλου που κανονικά δεν εμπλέκεται στη μνήμη, αλλά έχει να κάνει με την επιμονή, την αντοχή, το πείσμα. Οι superagers είναι απίθανο να εγκαταλείψουν μια προσπάθεια αν δυσκολευτούν στην αρχή. Ακόμη κι αν αποτύχουν, θα επιμείνουν. Δεν το βάζουν κάτω, δηλαδή. Και βέβαια, οι περιοχές του εγκεφάλου μας δεν είναι απομονωμένα “νησιά” επικοινωνούν και επηρεάζουν η μία την άλλη. Οπότε στη συνέχεια μελετήσαμε ακριβώς αυτό: πόσο πιο ισχυρές είναι οι συνδέσεις στον εγκέφαλό τους, για να διαπιστώσουμε ότι, πράγματι, διαθέτουν ένα πολύ ισχυρό δίκτυο συνάψεων».

Αντοχή και πείσμα – Κοινός παρονομαστής των superagers είναι και η νεανική κατάσταση μιας περιοχής του εγκεφάλου που έχει να κάνει με την αντοχή και το πείσμα. Είναι απίθανο να εγκαταλείψουν μια προσπάθεια αν δυσκολευτούν. Δεν το
βάζουν κάτω.

Και δεν είναι μόνο η μνήμη των superagers που παρουσιάζει ασυνήθιστα υψηλές για την ηλικία τους επιδόσεις. Ταυτόχρονα έχουν καλή εκτελεστική λειτουργία, ικανότητα προγραμματισμού, επίλυσης προβλημάτων και λήψης αποφάσεων, κοινωνική και φυσική δραστηριότητα, συναισθηματική ισορροπία, ανθεκτικότητα στο στρες και πολύ χαμηλά ποσοστά κατάθλιψης, όπως επισημαίνει η κ. Τουρούτογλου.

«Επίσης, διακρίνονται από μεγάλη ανθεκτικότητα σε στρεσογόνους παράγοντες της “πραγματικής ζωής”. Πολλοί ηλικιωμένοι –ένας στους πέντε– έπειτα από σοβαρές χειρουργικές επεμβάσεις με ολική αναισθησία εμφανίζουν το λεγόμενο παραλήρημα ή οξύ οργανικό ψυχοσύνδρομο (ντελίριο), μια οξεία συγχυτική κατάσταση (ανεπάρκεια της νοητικής λειτουργίας) που δεν είναι μόνο ιδιαίτερα επώδυνη για τους ίδιους τους ασθενείς και τους συγγενείς τους, αλλά σχετίζεται και με αυξημένη θνησιμότητα. Κανείς από τους υπερηλικιωμένους που συμμετέχουν στις μελέτες μας δεν παρουσίασε μετεγχειρητικό ντελίριο».

Οσο για το υπόβαθρο πάνω στο οποίο εξελίσσεται το φαινόμενο του superaging; Είναι ένα ολόκληρο οικοσύστημα κι αυτό κάνει τη μελέτη του εξαιρετικά δύσκολη, αλλά και τόσο συναρπαστική για τους επιστήμονες. «Δεν γνωρίζουμε ακόμη πολλά, όμως σίγουρα πρόκειται για ένα συνδυασμό γενετικών, επιγενετικών και περιβαλλοντικών παραγόντων», εξηγεί η Αλεξάνδρα Τουρούτογλου.

«Ενα γονίδιο, το MAP2K3, φαίνεται να συμμετέχει στην απόκριση του εγκεφάλου σε καταστάσεις που θεωρούνται απειλητικές ή στρεσογόνες –και κατ’ επέκταση να συνδέεται με νευροεκφυλιστικές ασθένειες– αλλά χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση. Πάντως, ούτε το φύλο παίζει ρόλο, ούτε το επάγγελμα, ούτε η κοινωνική τάξη. Κάποιες έρευνες δίνουν ιδιαίτερη βαρύτητα στη φιλομάθεια των superagers και στη λαχτάρα τους για νέες εμπειρίες, σύμφωνα με άλλες έχουν υγιή επίπεδα αρτηριακής πίεσης και εύρυθμο μεταβολισμό της γλυκόζης. Δεν έχει βρεθεί συγκεκριμένος τρόπος ζωής ή διατροφής που να συνδέεται με το superaging. Ορισμένοι είχαν υγιεινές συνήθειες, άλλοι όχι· κάποιοι ίσως γυμνάζονταν περισσότερο ως μεσήλικες, ανάμεσά τους όμως υπάρχουν και καπνιστές. Σε ένα χαρακτηριστικό, πάντως, συγκλίνουν όλες οι ερευνητικές ομάδες: όλοι οι υπερηλικιωμένοι έχουν περισσότερους ατρακτοειδείς νευρώνες, οι οποίοι σχετίζονται με την αναγνώριση των συναισθημάτων των άλλων ανθρώπων, την ενσυναίσθηση δηλαδή και την κοινωνική συμπεριφορά».

Η δική της κλινική μελέτη έχει μία ακόμη ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα παράμετρο: στον εγκέφαλο ορισμένων superagers έχουν βρεθεί οι τοξικές για τα κύτταρα του εγκεφάλου πρωτεΐνες (Αμυλοειδής Β και Ταυ), οι οποίες ενοχοποιούνται για το Αλτσχάιμερ: προκαλούν φλεγμονή, οξειδωτικό στρες και διαταραχή της επικοινωνίας μεταξύ των νευρώνων. Το παράδοξο όμως είναι ότι, μολονότι αυτά τα άτομα έχουν την παθολογία της νόσου, δεν έχουν εγκεφαλική ατροφία, ούτε εμφανίζουν συμπτώματα. «Σε δύο κλινικές δοκιμές που πραγματοποιούμε επιχειρούμε να δούμε πώς αυτά τα ευρήματα μπορούν να μας βοηθήσουν να αναπτύξουμε πιο αποτελεσματικές θεραπείες για το Αλτσχάιμερ»

Η Ελληνίδα καθηγήτρια Νευρολογίας, η οποία έφτασε από την Πτολεμαΐδα στο Χάρβαρντ με πυξίδα της την πεποίθηση ότι «οι ευκαιρίες κερδίζονται, δεν χαρίζονται», είναι αισιόδοξη ότι η επιστήμη θα κερδίσει τη μάχη με το Αλτσχάιμερ. «Ο φαινότυπος των υπερηλικιωμένων συνδέεται με ένα πολύ συγκεκριμένο νευροβιολογικό προφίλ, το οποίο ευελπιστούμε ότι θα δώσει απαντήσεις σε πολλά ερωτήματα». Αν και πολύ νέα ακόμη, σκέφτεται, άραγε, η ίδια ποια θα είναι η «συμπεριφορά» του δικού της εγκεφάλου καθώς μεγαλώνει; «Οχι, δεν το σκέφτομαι και δεν φοβάμαι», απαντάει. «Προσπαθώ όμως ανά πάσα στιγμή να κάνω πράξη όσα καθημερινά διδάσκομαι από την επαφή μου με τους superagers: να θυμάμαι την τεράστια σημασία της έντονης κοινωνικότητας, των στενών δεσμών με την οικογένειά μας και της θετικής στάσης απέναντι στα πράγματα. Η ηλικία είναι απλώς ένας αριθμός. Το “κλειδί” είναι να μην τα παρατάμε. Μας το λένε όλοι όσοι συμμετέχουν στις μελέτες μας: never give up…».

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 27 Ιανουαρίου 2026

Στην περιοχή της Μεγαλόπολης, πριν από 430.000 χρόνια, ένας πρόγονος του Homo sapiens είχε την ιδέα να κατεργαστεί το ξύλο για να εξυπηρετήσει καλύτερα τις ανάγκες του. «Το Μέσο Πλειστόκαινο είναι μια ιδιαίτερα σημαντική περίοδος για την εξέλιξη του ανθρώπου. Κατ’ αρχάς, χαρακτηρίζεται από μια άνευ προηγουμένου ποικιλία ειδών ανθρωπίνων (hominin species)» μας είπε η κ. Χαρβάτη και προσέθεσε: «Επιπροσθέτως, κατά την ίδια περίοδο παρατηρήθηκε αύξηση του όγκου του εγκεφάλου και ανάπτυξη σύνθετων συμπεριφορών. Τέλος, παρατηρούνται τεχνολογικές καινοτομίες. Τα πρώτα αξιόπιστα στοιχεία για τη στοχευμένη τεχνολογική χρήση ξύλου προέρχονται από αυτή την περίοδο».

Τα δύο τέχνεργα δεν είναι τα μόνα αξιοσημείωτα ξύλινα ευρήματα από την ανασκαφή στη Μαραθούσα 1. Εντοπίσθηκε ακόμη ένα μεγαλύτερο κομμάτι από κορμό σκλήθρου «το οποίο φέρει βαθιές αυλακώσεις» μας είπε η ελληνίδα ερευνήτρια εξηγώντας ωστόσο ότι «το είδος των αυλακώσεων δε συνάδει με ανθρώπινη επεξεργασία. Εικάζουμε ότι αυτές έγιναν από κάποιο μεγάλο σαρκοφάγο ζώο, ίσως μια αρκούδα». Με άλλα λόγια, το τρίτο αυτό εύρημα «πληροφόρησε» την Κατερίνα Χαρβάτη ότι όποιος και αν ήταν αυτός ο πρόγονος του ανθρώπου που έζησε στην περιοχή πριν από 430.000 χρόνια θα έπρεπε να συμπορευτεί με μεγάλα σαρκοφάγα ζώα και «πιθανότατα υπήρχε μεγάλος ανταγωνισμός μεταξύ τους».

Αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι τα τρία παραπάνω ευρήματα που περιγράφονται στο άρθρο της ερευνητικής ομάδας δεν ήταν τα μόνα ξύλινα ευρήματα που συλλέχθηκαν από την ανασκαφή. «Συνολικά υπήρξαν 144 ξύλινα στοιχεία από τις ανασκαφικές περιόδους 2015-2019. Από την εξέταση αυτών στο εργαστήριο εντοπίσθηκαν τα δύο τέχνεργα που περιγράφουμε» μας είπε η κ. Χαρβάτη.

Προκειμένου να διερευνηθεί το σύνολο των ξύλινων ευρημάτων από την ανασκαφή της Μαραθούσας 1 για την ύπαρξη ξύλινων τεχνέργων, η κ. Χαρβάτη  και η ομάδα της συνεργάστηκαν με την ειδικό στην μελέτη και ανάλυση του ξύλου Δρα. Ανεμικε Μιλκς (Annemieke Milks) από το Πανεπιστήμιο του Ρέντιγκ.

Η ενδελεχής ανάλυση των ευρημάτων – στην οποία μεταξύ άλλων περιλαμβάνονταν και τομογραφίες σε αξονικό τομογράφο υψηλής ανάλυσης – δικαίωσε την ελληνίδα παλαιοανθρωπολόγο. «Το ζητούμενο ήταν να ερευνηθεί αν κάποια από τα ξύλινα ευρήματα είχαν υποστεί επεξεργασία και είχαν χρησιμοποιηθεί ως εργαλεία από τον άνθρωπο. Ετσι, έγινε αναλυτική μικροσκοπική εξέταση προκειμένου να εντοπιστούν ίχνη κοπής ή χρήσης σε όλα τα 144 δείγματα. Ο τομογράφος έδειξε οτι στο ένα δείγμα (ID 13) το ξύλο είχε αφαιρεθεί και από τις δύο πλευρές στην μια του άκρη, δημιουργώντας μια αιχμηρή μορφή, που δεν θα μπορούσε να έχει προκύψει από κάποια φυσική διαδικασία, αλλά ήταν αποτέλεσμα ανθρώπινης επεξεργασίας. Αλλες ενδείξεις ανθρώπινης επέμβασης ήταν τα σημάδια κοπής και στα δύο αντικείμενα»

Με δεδομένο ότι το ξύλο είναι παροιμιωδώς δύσκολο να συντηρηθεί στο πέρασμα του χρόνου –γι΄ αυτό και τα λίθινα ή οστέινα παλαιολιθικά τέχνεργα είναι πολύ περισσότερα σε σχέση με τα ξύλινα- θα έλεγε κανείς ότι στην λοταρία της παλαιοανθρωπολογίας η Κατερίνα Χαρβάτη κέρδισε τον πρώτο λαχνό! Ωστόσο, αυτό θα ήταν μια κατάφωρη αδικία για την ελληνίδα επιστήμονα και την ομάδα της, στην οποία περιλαμβάνονται επίσης ερευνητές από το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, το Υπουργείο Πολιτισμού και την Αμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών στην Αθήνα. Μακράν του να είναι τυχαία, τα ευρήματα ήρθαν στο φως έπειτα από πολυετή συστηματική εργασία, τόσο στις θέσεις ανασκαφής όσο και στο εργαστήριο. Γι’ αυτό αξίζει να πιάσουμε από την αρχή το νήμα της ερευνητικής δραστηριότητας της κ. Χαρβάτη και των συνεργατών της στην περιοχή της Μεγαλόπολης.

Στο πεδίο της παλαιοανθρωπολογίας υπάρχουν μια σειρά από ερωτήματα τα οποία χρήζουν απαντήσεων. Μεταξύ αυτών και το πότε και από ποια είδη ανθρωπίνων εποικίσθηκε η Ευρώπη καθώς και το αν τα Βαλκάνια λειτούργησαν ως καταφύγια των ανθρώπινων πληθυσμών κατά τη διάρκεια των παγετωδών περιόδων. «Το μέσο Πλειστόκαινο χαρακτηρίστηκε από σκληρές παγετώδεις περιόδους, κατά τη διάρκεια των οποίων οι βορειότερες περιοχές της Ευρασίας ήταν καλυμμένες από πάγο και οι συνθήκες δεν ευνοούσαν την επιβίωση. Θεωρείται ότι η βαλκανική χερσόνησος υπήρξε καταφύγιο των πρώιμων ειδών ανθρώπων, ωστόσο δεν είχαμε σαφείς αποδείξεις για αυτό» μας είπε η κ. Χαρβάτη η οποία θέλησε να διερευνήσει επί ελληνικού εδάφους τα παραπάνω ερωτήματα.

Το πρόβλημα όμως είναι ότι οι αποδείξεις του είδους που αναζητά η κ. Χαρβάτη δεν είναι υπέργειες!  Οσο πιο πίσω πάει κανείς στον γεωλογικό χρόνο, τόσο πιο βαθιά θα πρέπει να σκάψει αναζητώντας στοιχεία. Εξ ου και  επιλογή των λιγνιτορυχείων στη Μεγαλόπολη, όπου ήδη «η εξορυκτική διαδικασία είχε φέρει στο φως διαφορετικά γεωλογικά στρώματα» μας είπε η κ. Χαρβάτη η οποία από το 2013 πραγματοποίησε ανασκαφές στη Μαραθούσα 1 αλλά και σε άλλες γειτονικές θέσεις σε συνεργασία με την Εφορεία Παλαιοανθρωπολογίας και Σπηλαιολογίας του Υπουργείου Πολιτισμού και άλλους συνεργάτες από την Ελλάδα και το εξωτερικό. Είναι χαρακτηριστικό ότι η θέση Μαραθούσα 1 εντοπίστηκε από την ομάδα σε παλιά τομή του λιγνιτορυχείου της Μεγαλόπολης, σε βάθος περίπου 30 μέτρων κάτω από την αρχική επιφάνεια της γης!

Όπως προδίδει πληθώρα επιστημονικών δημοσιεύσεων της τελευταίας δεκαετίας η ομάδα της κ. Χαρβάτη κατάφερε με συστηματική και διεξοδική εργασία να ανασυνθέσει τις συνθήκες-κλιματικές και οικολογικές- που επικρατούσαν στην ευρύτερη περιοχή της Μεγαλόπολης κατά το Μέσο Πλειστόκαινο. Κομβικής σημασίας υπήρξε η χρονολόγηση των διαφορετικών γεωλογικών στρωμάτων στη θέση Μαραθούσα 1, πράγμα που επέτρεψε στους ερευνητές να τοποθετούν χρονικά τα τέχνεργα που ανέκυπταν από τις ανασκαφές.

Η σκαπάνη έφερε στο φως περισσότερα από 2000 λίθινα και οστέινα εργαλεία αλλά και απολιθώματα μικρών και μεγάλων θηλαστικών, πτηνών, αμφιβίων και ψαριών. Είναι χαρακτηριστικό ότι στην περιοχή εντοπίσθηκαν τα απολιθώματα τουλάχιστον δύο ελεφάντων του εξαφανισμένου σήμερα είδους Paleolodoxon antiquus. Τέλος, εντοπίσθηκαν φυτικά και άλλα οργανικά υπολείμματα –όπως πχ σπόροι, γύρη και ξύλο διαφόρων ειδών- συμπληρώνοντας το παζλ της ζωής στην περιοχή πριν από 430.000 χρόνια, δηλαδή στο αποκορύφωμα παγετώδους περιόδου.

Το σύνολο των ευρημάτων αναπαρίσταται στην κεντρική εικόνα αυτού του άρθρου –ευγενική παραχώρηση της κ. Χαρβάτη την οποία και ευχαριστούμε θερμά-. Όπως μπορεί κανείς να δει επρόκειτο για «ένα λιμναίο ή αν προτιμάτε παραλίμνιο οικοσύστημα το οποίο ικανοποιούσε την βασική ανάγκη των ζωντανών οργανισμών για νερό. Παράλληλα εξασφάλιζε και τροφή για τα σαρκοφάγα καθώς εδώ συνέρρεαν όλα τα ζώα, ενώ το εύφορο έδαφος γύρω από τη λίμνη ευνοούσε την ανάπτυξη ποικίλων ειδών φυτών».

Η ανασύνθεση του περιβάλλοντος και των εποίκων του στην Μεγαλόπολη του Μέσου Πλειστόκαινου όχι μόνο επιβεβαιώνει την άποψη ότι η Βαλκανική γενικότερα και η Ελλάδα ειδικότερα λειτούργησαν ως καταφύγια ζωικών και φυτικών ειδών κατά τη διάρκεια των παγετωδών περιόδων. Καθιστά την εικόνα των περιόδων αυτών που προσπαθούν να συνθέσουν οι παλαιοανθρωπολόγοι πολύ ευκρινέστερη. «Φαίνεται ότι υπήρξαν και «καταφύγια μέσα στα καταφύγια». Δηλαδή περιοχές με θερμοκρασίες χαμηλές μεν αλλά ανεκτές, μόνιμη παρουσία νερού και βλάστηση ικανή να υποστηρίξει την διαβίωση» μας είπε η κ. Χαρβάτη και προσέθεσε: «Αυτές λειτούργησαν ως μικρές κιβωτοί όπου ζώα, φυτά και ανθρώπινες ομάδες μπόρεσαν να επιβιώσουν και στη συνέχεια, όταν οι συνθήκες έγιναν ευνοϊκότερες, να εξαπλωθούν βορειότερα και να εποικίσουν το σύνολο της ευρωπαϊκής ηπείρου».

Με άλλα λόγια, το λεκανοπέδιο της Μεγαλόπολης, και πιθανότατα άλλες περιοχές που μένει να ανακαλυφθούν, διαφύλαξαν τη ζωή στην Ευρώπη όταν οι επικρατούσες συνθήκες ήταν περισσότερο από αντίξοες. Αυτό είναι το συμπέρασμα που προκύπτει (και) από τα δυο μικρά ξύλινα εργαλεία –τα οποία υπογραμμίζουν την προσαρμοστικότητα και ευρηματικότητα των παλαιολιθικών ανθρώπων που έζησαν στην περιοχή-.

Από ΤΟ ΒΗΜΑ

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 26 Ιανουαρίου 2026

Το Κειμπριτζ επέλεξε την λέξη της χρονιάς για το 2025, επιλέγοντας το «parasocial», δηλαδώ το «παρακοινωνικός», που χρησιμοποιείται για να περιγράψει τη σύνδεση που αισθάνονται οι άνθρωποι με κάποιον που δεν γνωρίζουν – ή ακόμα και με μια τεχνητή νοημοσύνη.

Ο ΟΡΟΣ ” ΠΑΡΑΚΟΙΝΩΝΙΚΟΣ” ΠΟΥ ΕΠΙΛΕΧΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟ. ΚΕΙΜΠΡΙΤΖ

Ο όρος επινοήθηκε το 1956 από τους κοινωνιολόγους Ντόναλντ Χόρτον και Ρίτσαρντ Γολ, οι οποίοι ήθελαν να περιγράψουν τον τρόπο με τον οποίο οι τηλεθεατές δημιουργούσαν «παρακοινωνικές» σχέσεις με τηλεοπτικές προσωπικότητες, σύμφωνα με δήλωση που δημοσίευσε το λεξικό την Τετάρτη.

Το φαινόμενο αυτό συνεχίζεται και σήμερα, καθώς οι χρήστες των κοινωνικών μέσων δημιουργούν παρακοινωνικές σχέσεις με διασημότητες, influencers και διαδικτυακές προσωπικότητες με τις οποίες δεν έχουν καμία προσωπική σχέση, τονίζει δημοσίευμα του CNN.

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα που αναφέρει το λεξικό του Κέιμπριτζ είναι η τραγουδίστρια Τέιλορ Σουίφτ, η οποία ανακοίνωσε τον αρραβώνα της με τον αστέρα του NFL Τράβις Κελς φέτος, με πολλούς θαυμαστές να εκφράζουν τα ειλικρινή τους συναισθήματα για ένα ζευγάρι που η συντριπτική πλειοψηφία δεν είχε συναντήσει ποτέ.

Μια άλλη είναι η βρετανίδα τραγουδίστρια, η Λίλυ Άλεν, της οποίας το τελευταίο άλμπουμ «West End Girl» αφηγείται την ιστορία ενός χωρισμού και προκάλεσε «παρακοινωνικό ενδιαφέρον για την ερωτική της ζωή», σύμφωνα με τη δήλωση.

Η χρήση του όρου έχει αυξηθεί κατακόρυφα φέτος, ιδίως καθώς έχουν έρθει στο προσκήνιο οι ανησυχίες για τις σχέσεις που έχουν αρχίσει να αναπτύσσουν ορισμένοι άνθρωποι με chatbots τεχνητής νοημοσύνης, όπως το ChatGPT.

Ο Κόλιν ΜάκΙντος, λεξικογράφος στο λεξικό του Κέιμπριτζ, δήλωσε ότι η λέξη «αποτυπώνει το zeitgeist (=πνεύμα των καιρών) του 2025» και δείχνει πώς αλλάζει η γλώσσα.

«Εκατομμύρια άνθρωποι έχουν παρακοινωνικές σχέσεις», πρόσθεσε ο ΜάκΙντος.

«Αυτό που κάποτε ήταν ένας εξειδικευμένος ακαδημαϊκός όρος έχει γίνει mainstream», ανέφερε στη δήλωση.

«Εκατομμύρια άνθρωποι έχουν παρακοινωνικές σχέσεις», πρόσθεσε ο ΜάκΙντος.

«Η γλώσσα γύρω από τα παρακοινωνικά φαινόμενα εξελίσσεται ραγδαία, καθώς η τεχνολογία, η κοινωνία και ο πολιτισμός μεταβάλλονται και μεταλλάσσονται: από τις διασημότητες έως τα chatbots, οι παρακοινωνικές τάσεις είναι συναρπαστικές για όσους ενδιαφέρονται για την εξέλιξη της γλώσσας», είπε.

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΤΟΥ “ΣΗΜΕΡΑ”

Η Σιμόν Σναλ, καθηγήτρια πειραματικής κοινωνικής ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ, δήλωσε ότι η λέξη «είναι μια εμπνευσμένη επιλογή».

«Η άνοδος των παρακοινωνικών σχέσεων έχει επαναπροσδιορίσει το φαινόμενο των θαυμαστών, των διασημοτήτων και, με την τεχνητή νοημοσύνη, τον τρόπο με τον οποίο οι απλοί άνθρωποι αλληλεπιδρούν στο διαδίκτυο», είπε.

«Έχουμε εισέλθει σε μια εποχή όπου πολλοί άνθρωποι δημιουργούν ανθυγιεινές και έντονες παρακοινωνικές σχέσεις με influencers», πρόσθεσε η Σναλ, σύμφωνα με το CNN.

Το λεξικό του Κέιμπριτζ υπογράμμισε επίσης μια σειρά από άλλες λέξεις που, όπως ανέφερε, είχαν «σημαντική επίδραση» φέτος.

«Αυτό οδηγεί στην αίσθηση ότι οι άνθρωποι «γνωρίζουν» εκείνους με τους οποίους δημιουργούν παρακοινωνικούς δεσμούς, μπορούν να τους εμπιστεύονται και ακόμη και να τους είναι απόλυτα πιστοί. Ωστόσο, αυτό είναι εντελώς μονόπλευρο».

Το λεξικό του Κέιμπριτζ υπογράμμισε επίσης μια σειρά από άλλες λέξεις που, όπως ανέφερε, είχαν «σημαντική επίδραση» φέτος.

Μεταξύ αυτών είναι η λέξη «slop», που ορίζεται ως «περιεχόμενο στο διαδίκτυο που είναι πολύ χαμηλής ποιότητας, ειδικά όταν δημιουργείται από τεχνητή νοημοσύνη», καθώς και η λέξη «memeify», που σημαίνει «να μετατρέψεις ένα γεγονός, μια εικόνα, ένα πρόσωπο κ.λπ. σε meme».

Το λεξικό πρόσθεσε 6.000 νέες λέξεις φέτος, με αξιοσημείωτες νέες προσθήκες όπως «delulu», «skibidi» και «tradwife».

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 21 Ιανουαρίου 2026

Ένα πρωί σε ένα χωριό λίγο πιο έξω από το Αμστερνταμ, μια ηλικιωμένη γυναίκα γέμιζε τα ράφια του τοπικού σούπερ μάρκετ. Στην πλατεία ακριβώς έξω από το κατάστημα, άνδρες κάθονταν γύρω από ένα τραπέζι και συζητούσαν.

Μοιάζει με μια τυπική ολλανδική πόλη, υπάρχει ένα εστιατόριο, ένα θέατρο, μια παμπ και μερικά γραφικά διώροφα αρχοντικά. Πολλοί από τους κατοίκους δεν αντιλαμβάνονται όμως ότι ζουν στο πρώτο «χωριό άνοιας» στον κόσμο. Οι δε επισκέπτες είναι δύσκολο να ξεχωρίσουν τους ασθενείς από το προσωπικό που φοράει κανονικά ρούχα.

Από το 2009 το Χόγκεβικ, το οποίο βρίσκεται σε ένα προάστιο του Αμστερνταμ, έχει στόχο να «χειραφετήσει τα άτομα με άνοια και να τα εντάξει στην κοινωνία», σύμφωνα με την ιστοσελίδα του. Η κοινότητα, η οποία χρηματοδοτείται από την ολλανδική κυβέρνηση και εξυπηρετεί σήμερα 188 κατοίκους σε 27 σπίτια, σηματοδότησε την εξέλιξη των παραδοσιακών γηροκομείων.

Οι κάτοικοι του Χόγκεβικ, οι οποίοι πάσχουν όλοι από άνοια, κινούνται ελεύθερα στο χωριό και αλληλεπιδρούν με άλλους ασθενείς καθώς και με το εκπαιδευμένο προσωπικό – νοσηλευτές, γιατρούς, ψυχολόγους και φυσιοθεραπευτές. Στο σούπερ μάρκετ, για παράδειγμα, οι κάτοικοι μπορούν να αγοράσουν τρόφιμα, σαμπουάν ή μια καρτ ποστάλ, αλλά δεν υπάρχουν πραγματικά χρήματα. Τα σπίτια, τα οποία φιλοξενούν έξι ή επτά κατοίκους, διαθέτουν σαλόνι, κουζίνα, ιδιωτικά υπνοδωμάτια, πλυντήριο και εξωτερικό χώρο, ενώ το υποστηρικτικό προσωπικό είναι διαθέσιμο μέρα και νύχτα.

Στη NewDirection Care οι κάτοικοι –κυρίως πάσχοντες με άνοια– ζουν σε μονοκατοικίες, έχουν σούπερ μάρκετ, καφετέριες, κομμωτήριο και κινηματογράφο. «Οι αριθμοί αυξάνονται καθώς ο πληθυσμός γερνάει», δήλωσε η δρ Ταρούν Ντούα, επικεφαλής της μονάδας Brain Health στο Τμήμα Ψυχικής Υγείας και Χρήσης Ουσιών του ΠΟΥ. Η ίδια προειδοποίησε ότι η ιατρική κοινότητα βρίσκεται «πολύ πίσω στην εξεύρεση μιας θεραπείας για την άνοια έως το 2025».

Καθώς την τελευταία δεκαετία οι περιπτώσεις άνοιας έχουν αυξηθεί παγκοσμίως, το παράδειγμα της Ολλανδίας ακολούθησαν κι άλλες χώρε φτιάχνοντας όλο και περισσότερα τέτοια χωριά ή μικροπόλεις για τους ηλικιωμένους.

Στο Μπάρουμ της Νορβηγίας, ένα δήμο στα προάστια του Οσλο, το χωριό άνοιας Carpe Diem άνοιξε το 2020. Το Carpe Diem έχει μια πλατεία, διαμορφωμένους χώρους, ένα ελικοειδές μονοπάτι και ένα «δρόμο» με μια παμπ, ένα κομμωτήριο και μια μπουτίκ. Το συγκρότημα, που σχεδιάστηκε από το Nordic Office of Architecture, περιλαμβάνει 136 κοινόχρηστες κατοικίες και 22 μονάδες υψηλής φροντίδας για άνοια.

Στην άλλη άκρη του κόσμου, στην πόλη Μπελμέρ της Αυστραλίας, στη NewDirection Care at Bellmere, οι κάτοικοι ζουν σε τυπικά μονώροφα σπίτια. Το κέντρο της πόλης διαθέτει σούπερ μάρκετ, καφετέριες, κομμωτήριο και κινηματογράφο. Σε αυτή τη «μικρόπολη» ζουν ασθενείς με άνοια μαζί με ηλικιωμένους κατοίκους που δεν έχουν διαγνωστεί με κάποια νευροεκφυλιστική ασθένεια.

Πηγή:kathimerini. gr

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 26 Δεκεμβρίου 2025

Οι Νορβηγοί έχουν το πνεύματων Χριστουγέννων όλο το χρόνο

Οι γιορτές, παρά τη λάμψη τους, συχνά συνοδεύονται από πίεση, άγχος και προσδοκίες: να τα προλάβουμε όλα, να φαινόμαστε χαρούμενοι, να ικανοποιήσουμε τους πάντες. Το πνεύμα του dugnadsånd προτείνει να εστιάσουμε λιγότερο στο «τι θα πάρω» και περισσότερο στο «τι μπορώ να προσφέρω». Όχι απαραίτητα υλικά. Μπορεί να είναι ποιοτικός χρόνος, φροντίδα, μια πράξη καλοσύνης ή απλώς η παρουσία μας.

Μελέτες του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης έχουν δείξει ότι οι άνθρωποι που συμμετέχουν τακτικά σε κοινές δραστηριότητες εμφανίζουν χαμηλότερα επίπεδα φλεγμονής, στρες και κατάθλιψης. Σύμφωνα με την κοινωνική ψυχολογία, η συμμετοχή σε κοινότητες ενεργοποιεί περιοχές του εγκεφάλου που σχετίζονται με την ανταμοιβή, την εμπιστοσύνη και την ενσυναίσθηση. Μελέτες δείχνουν ότι οι άνθρωποι που αφιερώνουν χρόνο σε συλλογικές δραστηριότητες εμφανίζουν:

  • χαμηλότερα επίπεδα μοναξιάς
  • υψηλότερη αυτοεκτίμηση
  • μεγαλύτερη ανθεκτικότητα απέναντι στις κρίσεις

Αν και η λέξη dugnadsånd δεν υπάρχει στην ελληνική γλώσσα, η ουσία της δεν μας είναι ξένη. Είναι αυτό το αίσθημα που γεννιέται όταν μαζευόμαστε για να στολίσουμε, να ετοιμάσουμε ένα γεύμα ή να βοηθήσουμε κάποιον χωρίς δεύτερη σκέψη. Την περίοδο των Χριστουγέννων το νιώθουμε πιο έντονα.

Οι γιορτές μάς υπενθυμίζουν πως η προσφορά δεν ωφελεί μόνο τους άλλους, αλλά και εμάς τους ίδιους. Δεν χρειάζεται, επομένως, να ζούμε στη Σκανδιναβία για να καλλιεργήσουμε το πνεύμα του dugnadsånd.

Μπορούμε να ξεκινήσουμε από μικρά πράγματα:

  • Προσφέρουμε χωρίς αντάλλαγμα, είτε πρόκειται για ένα τηλεφώνημα είτε μια αγκαλιά ή ένα πιάτο φαγητό σε κάποιον που το χρειάζεται.
  • Μοιραζόμαστε το χρόνο μας με τους ανθρώπους που αγαπάμε, χωρίς περισπασμούς.
  • Κάνουμε κάτι μαζί: από το στόλισμα του σπιτιού μέχρι το μαγείρεμα, ακόμα και μια βόλτα μπορεί ενισχύσουν τη μεταξύ μας σύνδεση.
  • Αφήνουμε χώρο για τους άλλους, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Μια μικρή πράξη κατανόησης είναι η πιο ουσιαστική μορφή προσφοράς.

Αν και η έννοια του dugnadsånd προέρχεται από μια μακρινή κουλτούρα, αποδεικνύεται πως έχει διαχρονική αξία και είναι παντού γύρω μας. Είναι μια υπενθύμιση ότι η συνεργασία, η αλληλοβοήθεια και η ανιδιοτελής προσφορά χτίζουν δυνατούς δεσμούς και μας κάνουν καλύτερους ανθρώπους. Είτε πρόκειται για μια γιορτή, μια εκδήλωση ή μια καθημερινή πράξη, το να δίνουμε είναι τελικά το πιο πολύτιμο δώρο.

Από vita. gr

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 12 Δεκεμβρίου 2025

Αν υπάρχει μια λέξη που αποτυπώνει το πάθος και την προσωπική σφραγίδα πίσω από κάθε ανθρώπινη δημιουργία, αυτή είναι το «μεράκι». Μια έννοια άρρηκτα συνδεδεμένη με την ελληνική καθημερινότητα, που εκφράζει όχι απλώς φροντίδα και επιμέλεια, αλλά την ψυχή που καταθέτει κανείς σε ό,τι αγαπά, από μια σπιτική συνταγή και ένα χειροποίητο αντικείμενο, μέχρι την τέχνη, τη μουσική ή ακόμη και την επιστημονική έρευνα.

Παρά την τόσο ελληνική της χροιά, η λέξη δεν έχει ελληνική καταγωγή. Η πορεία της είναι διαπολιτισμική: προέρχεται από την τουρκική λέξη merak, που δηλώνει ενδιαφέρον ή ανησυχία, ενώ οι ρίζες της φτάνουν ακόμη βαθύτερα στην αραβική maraq, που περιγράφει συναισθηματική ένταση και έγνοια. Κι όμως, στην ελληνική γλώσσα η έννοια μεταμορφώθηκε. Απέκτησε νέα διάσταση, νέα φόρτιση, έως ότου ταυτίστηκε πλήρως με τον τρόπο που οι Έλληνες αντιλαμβάνονται την εργασία και τη δημιουργία.

Σήμερα, το «μεράκι» θεωρείται αναπόσπαστο κομμάτι του ελληνικού πολιτισμού και έχει «ταξιδέψει» ως έννοια και στην ελληνική διασπορά, λειτουργώντας σχεδόν ως πολιτισμικό σήμα κατατεθέν. Δεν μεταφράζεται εύκολα σε άλλες γλώσσες· είναι από εκείνες τις λέξεις που κουβαλούν μια ολόκληρη φιλοσοφία ζωής και γι’ αυτό έχουν αποκτήσει ιδιαίτερη θέση στο συλλογικό λεξιλόγιο

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 12 Δεκεμβρίου 2025

Σουηδία, 1941. Μια μητέρα κάθεται δίπλα στο κρεβάτι της κόρης της. Το κορίτσι καίγεται από πυρετό, παραληρώντας. «Πες μου μια ιστορία», ψιθυρίζει.
«Για ποιο πράγμα;» ρωτάει η μητέρα.
«Πες μου για την Πίπη Φακιδομύτη».
Η Άστριντ Λίντγκρεν δεν είχε απολύτως καμία ιδέα τι σήμαινε αυτό. Η κόρη της, η Κάριν, είχε μόλις εφεύρει ένα όνομα από το πουθενά. Αλλά η Άστριντ άρχισε να μιλάει ούτως ή άλλως – το εφηύρε καθώς προχωρούσε.
Περιέγραψε ένα κορίτσι με έντονες κόκκινε κοτσίδες και αταίριαστες κάλτσες. Ένα κορίτσι τόσο δυνατό που μπορούσε να σηκώσει ένα άλογο. Ένα κορίτσι που ζούσε μόνο του σε ένα σπίτι που ονομαζόταν Βίλα Βιλεκούλα με μια μαϊμού και ένα άλογο, χωρίς γονείς να της λένε τι να κάνει. Ένα κορίτσι που έτρωγε γλυκά για πρωινό, κοιμόταν με τα πόδια της στο μαξιλάρι και έλεγε στους ενήλικες «όχι» όποτε ήθελε.
Η Κάριν την αγαπούσε. Η Άστριντ συνέχιζε να εφευρίσκει περισσότερες ιστορίες για την Πίπη κάθε φορά που η κόρη της ρωτούσε.
Λίγα χρόνια αργότερα, η Άστριντ γλίστρησε στον πάγο και τραυμάτισε τον αστράγαλό της. Κατάκοιτη και βαριεστημένη, αποφάσισε να γράψει όλες τις ιστορίες της Πίπης ως δώρο γενεθλίων για την Κάριν. Τότε σκέφτηκε: ίσως θα έπρεπε να προσπαθήσω να το εκδώσω αυτό.

Οι εκδότες το απέρριψαν αμέσως.
Ο χαρακτήρας ήταν πολύ άγριος. Πολύ ασεβής. Πολύ ακατάλληλος. Ήταν στη Σουηδία του 1944, όπου τα παιδικά βιβλία αφορούσαν υπάκουα αγόρια και κορίτσια που μάθαιναν ηθικά μαθήματα. Η Πίπη Φακιδομύτη ήταν απόλυτο χάος – ένα παιδί που ζούσε χωρίς την επίβλεψη ενηλίκων, ψεύδονταν όταν της ταίριαζε, αψηφούσαν τους δασκάλους, πετούσαν σωματικά αστυνομικούς από τα παράθυρα, αρνούνταν να πάει σχολείο ή να ακολουθήσει κανόνες.
Οι κριτικοί αργότερα θα χαρακτήριζαν το βιβλίο επικίνδυνο, προειδοποιώντας ότι θα μάθαινε στα παιδιά να συμπεριφέρονται άσχημα.
Αλλά το 1945, ένας εκδότης – οι Ράμπεν και Σιόγκρεν – ρίσκαραν. Εξέδωσαν την Πίπη Φακιδομύτη.
Τα παιδιά τρελάθηκαν εντελώς γι’ αυτό.
Τέλος, να ένας χαρακτήρας που αντιπροσώπευε όλα όσα δεν τους επιτρεπόταν να είναι. Θορυβώδης. Ακατάστατη. Ελεύθερη. Ανεξάρτητη. Η Πίπη είχε περιπέτειες με τους δικούς της όρους, έπαιρνε τις δικές της αποφάσεις και φερόταν στους ενήλικες ως ίσους και όχι ως αυθεντίες που έπρεπε να φοβούνται.
Μερικοί ενήλικες τρομοκρατήθηκαν. Αλλά άλλοι ενήλικες – και εκατομμύρια παιδιά – είδαν κάτι επαναστατικό: μια ιστορία που αντιμετώπιζε τα παιδιά ως έξυπνους, ικανούς ανθρώπους που άξιζαν σεβασμό και αυτονομία.
Η Άστριντ συνέχισε να γράφει. Δημιούργησε τον Κάρλσον-στη-Στέγη, τον Εμίλ του Λένεμπεργκα, τη Ρόνια την Κόρη του Ληστή. Όλοι οι χαρακτήρες της αμφισβήτησαν την εξουσία, εμπιστεύονταν την κρίση τους και είχαν πλούσια συναισθηματική ζωή. Η Άστριντ δεν έγραφε ποτέ για τα παιδιά. Δεν απλοποιούσε τα συναισθήματά τους ούτε προσποιούνταν ότι η ζωή ήταν πάντα ευτυχισμένη. Τα βιβλία της ασχολούνταν με τη μοναξιά, τον φόβο, την αδικία, ακόμη και τον θάνατο – αλλά πάντα με σεβασμό στην ικανότητα των παιδιών να κατανοούν σύνθετα συναισθήματα.
Τα βιβλία της άρχισαν να αναδιαμορφώνουν τον τρόπο με τον οποίο η σουηδική κουλτούρα αντιλαμβανόταν την παιδική ηλικία.
Μέχρι τη δεκαετία του 1970, η Άστριντ Λίντγκρεν δεν ήταν απλώς η πιο αγαπημένη συγγραφέας παιδικών βιβλίων της Σουηδίας – ήταν ένα πολιτιστικό είδωλο με πραγματική πολιτική δύναμη.
Το 1976, έγραψε ένα σατιρικό παραμύθι με τίτλο «Pomperipossa in Monismania» που δημοσιεύτηκε στη μεγαλύτερη εφημερίδα της Σουηδίας. Σαρκάζει το παράλογο φορολογικό σύστημα της χώρας χρησιμοποιώντας χιούμορ – περιγράφοντας μια συγγραφέα παιδικών βιβλίων που φορολογείται με πάνω από 100% του εισοδήματός της.
Το άρθρο εξερράγη σε εθνικό διάλογο. Πυροδότησε έντονη συζήτηση για τη φορολογική πολιτική. Η σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση, η οποία είχε κυβερνήσει τη Σουηδία για πάνω από 40 χρόνια, έχασε τις εκλογές λίγο αργότερα – εν μέρει λόγω της φορολογικής συζήτησης που είχε πυροδοτήσει η σάτιρα της Άστριντ.
Είχε αποδείξει ότι η φωνή της μπορούσε να μετακινήσει βουνά.
Και αποφάσισε να χρησιμοποιήσει αυτή τη δύναμη για κάτι που είχε σημασία ακόμη περισσότερο από τους φόρους.
Στα τέλη της δεκαετίας του 1970, η Άστριντ έστρεψε την προσοχή της σε μια σκληρή πραγματικότητα που όλοι στη Σουηδία απλώς αποδέχονταν ως φυσιολογική: το χτύπημα των παιδιών ήταν νόμιμο.
Οι γονείς ξυλοκοπούσαν. Οι δάσκαλοι χρησιμοποιούσαν χάρακες και μπαστούνια στους μαθητές. Ονομαζόταν «πειθαρχία», όχι κακοποίηση. Έτσι γίνονταν πάντα τα πράγματα.
Η Άστριντ Λίντγκρεν πίστευε ότι ήταν βία εναντίον των πιο ανυπεράσπιστων ανθρώπων στην κοινωνία. Και πίστευε ότι έπρεπε να σταματήσει.
Άρχισε να μιλάει παντού – εφημερίδες, τηλεόραση, δημόσιες ομιλίες, συνεντεύξεις. Έγραφε άρθρα. Εμφανιζόταν σε εθνικά προγράμματα. Χρησιμοποίησε κάθε ίχνος της φήμης της για να υποστηρίξει ένα απλό σημείο: το χτύπημα, διδάσκει στα παιδιά, ότι η βία είναι αποδεκτή. Η σωματική τιμωρία δεν δημιουργεί καλύτερη συμπεριφορά – δημιουργεί φόβο, ντροπή και δεν του διδάσκει τα παιδιά πως να κάνουν το σωστό.
Η Σουηδία την άκουσε.
Το 1979, η Σουηδία έγινε η πρώτη χώρα σε ολόκληρο τον κόσμο που απαγόρευσε νόμιμα τη σωματική τιμωρία των παιδιών.
Οι γονείς δεν μπορούσαν πλέον νόμιμα να χτυπούν τα παιδιά τους. Οι δάσκαλοι δεν μπορούσαν να χρησιμοποιούν σωματική τιμωρία στα σχολεία. Ο νόμος δεν ποινικοποιούσε τους γονείς, αλλά καθιέρωσε μια απόλυτη αρχή: τα παιδιά έχουν το δικαίωμα προστασίας από τη βία, ακόμη και από τους ίδιους τους γονείς τους.
Ήταν επαναστατικό. Καμία χώρα δεν το είχε κάνει ποτέ πριν.
Και η υπεράσπιση της Άστριντ Λίντγκρεν ήταν απολύτως κρίσιμη για να γίνει αυτό πραγματικότητα.
Δεν σταμάτησε εκεί. Αγωνίστηκε για τα δικαιώματα των ζώων, την προστασία του περιβάλλοντος και την ανθρώπινη μεταχείριση των ζώων εκτροφής. Χρησιμοποίησε την πλατφόρμα της για να ωθήσει την Σουηδία να γίνει μια πιο συμπονετική κοινωνία – για τα παιδιά, για τα ζώα, για οποιονδήποτε ευάλωτο.
Η Άστριντ συνέχισε να γράφει μέχρι τα ογδόντα της. Δημοσίευσε πάνω από 100 βιβλία που μεταφράστηκαν σε περισσότερες από 100 γλώσσες. Η Πίπη Φακιδομύτη έγινε παγκόσμιο σύμβολο – ένα σύμβολο ανεξαρτησίας και χαράς από την παιδική ηλικία που αναγνωρίζεται σε κάθε ήπειρο.
Όταν η Άστριντ Λίντγκρεν πέθανε το 2002 σε ηλικία 94 ετών, η Σουηδία την θρήνησε σαν αγαπημένη εθνική γιαγιά. Η σουηδική βασιλική οικογένεια παρευρέθηκε στην κηδεία της. Χιλιάδες άνθρωποι παρατάχθηκαν στους δρόμους. Η τελετή μεταδόθηκε ζωντανά σε όλη τη χώρα.
Αλλά η πραγματική της κληρονομιά ήταν αυτό που άλλαξε.
Η απαγόρευση της σωματικής τιμωρίας στη Σουηδία το 1979 επηρέασε ολόκληρο τον κόσμο. Σήμερα, περισσότερες από 60 χώρες έχουν ακολουθήσει το παράδειγμα της Σουηδίας και έχουν απαγορεύσει το χτύπημα των παιδιών. Αυτός ο αριθμός αυξάνεται κάθε χρόνο.
Και αμέτρητα εκατομμύρια παιδιά μεγάλωσαν διαβάζοντας για την Πίπη, τον Εμίλ, τη Ρόνια και τον Κάρλσον – χαρακτήρες που τους έδειξαν ότι το να είσαι παιδί δεν σήμαινε ότι είσαι ανίσχυρος, άφωνος ή λιγότερο σημαντικός από τους ενήλικες.
Σκεφτείτε τι πραγματικά κατάφερε η Άστριντ Λίντγκρεν.
Δημιούργησε την Πίπη Φακιδομύτη το 1941 για να διασκεδάσει την άρρωστη κόρη της. Αυτό το κορίτσι με τις κόκκινες κοτσίδες και την υπεράνθρωπη δύναμη έγινε ένας από τους πιο αναγνωρισμένους χαρακτήρες στην παιδική λογοτεχνία παγκοσμίως.
Αλλά το πραγματικό επίτευγμα της Άστριντ ήταν η κατανόηση ότι αν πρόκειται να γράψεις ιστορίες όπου τα παιδιά έχουν αξιοπρέπεια, πρέπει να αγωνιστείς για να χτίσεις έναν κόσμο όπου πραγματικά έχουν.
Έγραψε βιβλία που σεβόντουσαν τα παιδιά. Στη συνέχεια, βοήθησε στη δημιουργία νόμων που τα προστάτευαν.
Η Σουηδία έγινε η πρώτη χώρα που έθεσε αυτόν τον σεβασμό στο νόμο.
Επειδή μια συγγραφέας πίστευε ότι τα παιδιά άξιζαν κάτι καλύτερο – και αρνήθηκε να μείνει σιωπηλή μέχρι να συμφωνήσει ο κόσμος. Η Άστριντ Λίντγκρεν απέδειξε ότι ο σεβασμός στα παιδιά δεν ήταν απλώς μια καλή αφήγηση. Ήταν μια καλή πολιτική. Ήταν δικαιοσύνη. Ήταν απαραίτητο.
Και όλα ξεκίνησαν με ένα κοριτσάκι με πυρετό που ζητούσε από τη μητέρα της να της πει για έναν χαρακτήρα με ένα αστείο όνομα.
Έτσι ξεκινούν οι επαναστάσεις.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 22 Νοεμβρίου 2025

Η γάτα είναι ένας καθρέφτης: ο δικός μας καθρέφτης. Μας μοιάζει εκεί όπου δεν το περιμέναμε ότι θα της μοιάζαμε, και μας αποκαλύπτει πράγματα που μας αφορούν. Αν την παρατηρήσουμε αρκετά —και όλοι μας το κάνουμε κάποια στιγμή—, θα δούμε πίσω από το βλέμμα της μια μικρή, απόκρυφη αλήθεια για εμάς τους ίδιους.

Αυτή η μοναδική στιγμή της στενής βλεμματικής επαφής, ή έντονης βλεμματικής αντιπαράθεσης, ή της βλεμματικής ώσμωσης, της μονομαχίας αυτής, θα επαναληφθεί έκτοτε ξανά και ξανά. Πάντα όμως θα μας φαίνεται σαν να ’ναι η πρώτη φορά. Και ποτέ μα ποτέ δεν θα την ξεχάσουμε. Πώς γίνεται; Ε, αυτά είναι κάπως περίεργα πράγματα, και λίγο ανεξήγητα.

Και είναι μέσα σε αυτόν τον κόσμο, ακριβώς, που —με έναν τρόπο μαγικό, κάπως περίεργο, και λίγο ανεξήγητο— καθρεφτίζονται οι ιδιοτροπίες, οι διαθέσεις και οι ψυχικές αποχρώσεις… όχι της γάτας: οι δικές μας· ημών των ανθρώπων που ζούμε μαζί της, που τη φροντίζουμε και την υπηρετούμε

Η σχέση ανθρώπου και γάτας δεν είναι σχέση κυριαρχίας ούτε μαθητείας. Δεν την εκπαιδεύεις όπως εκπαιδεύεις έναν σκύλο, δεν σε βλέπει σαν αφεντικό, δεν σε βλέπει καν σαν κηδεμόνα. Σε αναγνωρίζει σαν κάποιου είδους συνθήκη: σαν μία παρουσία διά τής οποίας διαμορφώνει τον δικό της, μικρό ή μεγάλο, κόσμο. Και είναι μέσα σε αυτόν τον κόσμο, ακριβώς, που —με έναν τρόπο μαγικό, κάπως περίεργο, και λίγο ανεξήγητο— καθρεφτίζονται οι ιδιοτροπίες, οι διαθέσεις και οι ψυχικές αποχρώσεις… όχι της γάτας: οι δικές μας· ημών των ανθρώπων που ζούμε μαζί της, που τη φροντίζουμε και την υπηρετούμε. Όσο περισσότερο τη γνωρίζουμε μάλιστα, όσο περισσότερα επενδύουμε επάνω της, και πάνω στη σχέση μας μαζί της, τόσο περισσότερο καταλαβαίνουμε πως αυτό που αποκαλούμε «χαρακτήρα της γάτας» είναι ένας καθρέφτης των δικών μας επιθυμιών και των δικών μας ορίων.

Αίφνης, ο αγχώδης παρατηρεί τη γάτα του να τινάζεται στον παραμικρό ήχο· ο μοναχικός και εσωστρεφής νιώθει πως η γάτα του τρέφει την ίδια με αυτόν ευλαβική αγάπη για τη ρουτίνα και τη σιωπή· και ο νωχελικός βρίσκει την αδελφή ψυχή του σε ένα πλάσμα που μπορεί να κοιμάται δώδεκα ώρες την ημέρα χωρίς τύψεις — και να ξανακοιμάται αμέσως μετά.

Αυτός που χρειάζεται έλεγχο, θα μαγευτεί —και ταυτόχρονα θα βασανιστεί… αλλά τι να κάνουμε τώρα— από την πλήρη της ανεξαρτησία και την ακαταδεξιά της. Αυτός που δυσκολεύεται να ανοιχτεί συναισθηματικά, θα δηλώνει με περηφάνια δεξιά και αριστερά πως η γάτα του δεν είναι χαδιάρα, λες και καλείται να υπερασπιστεί την ίδια του τη φύση.

Αλλά ας μην περάσει από το μυαλό μας πως η γάτα μιμείται τον άνθρωπο. Αλίμονο. Η γάτα είναι τόσο αυτάρκης εκ φύσεως, που λειτουργεί σαν μία ζωντανή οθόνη προβολής: επάνω της, προβάλλουμε ό,τι κουβαλάμε μέσα μας. Αυτός που λαχταρά να αγαπηθεί επειδή φοβάται τον κόσμο και τη μοναξιά, θα λατρέψει μια γάτα που τον πλησιάζει για να του πει πως, it’s okay, όλα θα πάνε καλά τελικά. Αυτός που δεν αντέχει την ακαταστασία, θα γοητευτεί ανεξίτηλα από την εμμονή της με την καθαριότητα και την τάξη. Αυτός που χρειάζεται έλεγχο, θα μαγευτεί —και ταυτόχρονα θα βασανιστεί… αλλά τι να κάνουμε τώρα— από την πλήρη της ανεξαρτησία και την ακαταδεξιά της. Αυτός που δυσκολεύεται να ανοιχτεί συναισθηματικά, θα δηλώνει με περηφάνια δεξιά και αριστερά πως η γάτα του δεν είναι χαδιάρα, λες και καλείται να υπερασπιστεί την ίδια του τη φύση. Και αυτός που αποζητά αποδοχή, θα καμαρώνει όποτε η γάτα του ξαπλώνει επιτέλους στα πόδια του, δίνοντάς του την πιο μεγάλη επιβεβαίωση στον κόσμο: ότι είναι εκεί, και ότι αυτό αρκεί.

Σε όλους μας, χωρίς να το συνειδητοποιούμε, επιδιορθώνεται μέσα μας χάρη σ’ εκείνην κάτι μικρό και μια στάλα στραπατσαρισμένο.

Πώς να κρυφτείς απ’ τα γατιά· έτσι κι αλλιώς, τα ξέρουν όλα

Πολλοί άνθρωποι, από την άλλη, επιμένουν να εξηγούν τις αντιδράσεις της γάτας τους με ανθρωπομορφικούς όρους —«έχει θυμώσει», «τον ζηλεύει», «είναι κοκέτα», «μας βαριέται»—, ενώ στην πραγματικότητα περιγράφουν τις δικές τους διαθέσεις. Άλλοι, πάλι, φτάνουν στο σημείο να αποκτούν μια σχεδόν συμμετρική ρουτίνα με τη γάτα τους: φτιάχνουν τον καφέ τους την ώρα που εκείνη τρώει, κάθονται στο ίδιο σημείο του καναπέ —δίπλα της— για να διαβάσουν, παίρνουν ένα υπνάκο στον καναπέ όταν εκείνη επιλέγει να ξαπλώσει στο παράθυρο για να χαζεύει έξω, τα πουλιά. Είναι σαν να συντονίζονται σε έναν κοινό, αόρατο ρυθμό, όπου το ποιος επηρεάζει ποιον έχει πια ξεχαστεί — αν είχε και ποτέ σημασία.

Μας υποδέχονται και μας απορρίπτουν με την ίδια πάντα φυσικότητα. Και αυτή ακριβώς η φιλοσοφική τους ελευθερία, η ακριβή τους αδιαφορία, είναι ο λόγος που τις χρειαζόμαστε τόσο.

Οι ψυχολόγοι θα έλεγαν, πιθανόν, πως πρόκειται για έναν μηχανισμό προβολής, για την ανάγκη του ανθρώπου να δει τον εαυτό του σε ένα πλάσμα που δεν θα τον κρίνει ποτέ. Αλλά η αλήθεια είναι ίσως κάπως πιο «ποιητική», και σαφώς πιο γατίσια. Οι γάτες έχουν τη σπάνια ικανότητα να διατηρούν την αυθεντικότητά τους. Δεν μεταμορφώνονται για να μας ευχαριστήσουν. Μας υποδέχονται και μας απορρίπτουν με την ίδια πάντα φυσικότητα. Και αυτή ακριβώς η φιλοσοφική τους ελευθερία, η ακριβή τους αδιαφορία, είναι ο λόγος που τις χρειαζόμαστε τόσο. Γιατί εκεί όπου οι άνθρωποι αλλάζουν συμπεριφορά και συνήθειες για να μας προσεγγίσουν, η γάτα μας παραμένει ες αεί ειλικρινής. Κι έτσι, μέσα από αυτήν, βλέπουμε ίσως και πόση ειλικρίνεια μπορούμε να αντέξουμε.

Αν κάποιος παρατηρήσει αρκετές γάτες με τους ανθρώπους τους, θα διαπιστώσει ότι υπάρχει μια μυστική αντιστοιχία ανάμεσά τους. Γιατί; Γιατί ο καθένας μας, με τρόπο σχεδόν αλάνθαστο, βρίσκει τη γάτα που του ταιριάζει — ή τον βρίσκει εκείνη. Η επιλογή δεν είναι ποτέ τυχαία. Υπάρχει πάντα κάτι στο βλέμμα της, στη στάση του σώματός της, στο πώς πλησιάζει ή απομακρύνεται, που ενεργοποιεί ένα αίσθημα οικειότητας ανάμεσά τους. Κι εκεί, σε εκείνη τη στιγμιαία αναγνώριση, γεννιέται μια σχέση που θα κρατήσει μια ζωή — ή εφτά — ή εννιά. Από τότε και μετά, η ζωή μας εξελίσσεται παράλληλα, με μικρές συναινετικές μεταμορφώσεις: ο άνθρωπος μαθαίνει να σωπαίνει περισσότερο, η γάτα να δείχνει —όσο θέλει να δείξει— τρυφερότητα.

Άλλωστε, η ξινή έκφραση της γάτας είναι περισσότερο δική μας προβολή παρά πραγματική στάση

Ίσως τελικά αυτό να είναι το μυστικό της γοητείας τους: δεν μας προσφέρουν ποτέ αυτό που ζητάμε ευθέως, αλλά αυτό που έχουμε ανάγκη. Μας δείχνουν πόσο ανυπόμονοι είμαστε, πόσο εύκολα πληγωνόμαστε, πόσο επιμένουμε να πιστεύουμε πως η αγάπη πρέπει να επιστρέφεται με τον ίδιο τρόπο. Πόση σημασία έχει αυτό το δούναι και λαβείν.

Αν ζεις δίπλα σε μια γάτα, μαθαίνεις πως η αγάπη μπορεί να είναι και σιωπηλή, απρόβλεπτη, γεμάτη κενά — και, παρ’ όλα αυτά, πηγαία. Και αληθινή. Κι ας φαίνεται πως σου προσφέρεται με το σταγονόμετρο. Άλλωστε, η ξινή έκφραση της γάτας είναι περισσότερο δική μας προβολή παρά πραγματική στάση. Τα χαρακτηριστικά του προσώπου της —τα γλαρά, μισόκλειστα μάτια, το στόμα που ποτέ δεν χαμογελά, τα μουστάκια που δείχνουν πάντα αυστηρά— δημιουργούν μιαν εντύπωση επίπλαστης ή καλά εγκατεστημένης αδιαφορίας. Στην πραγματικότητα —και σε αντίθεση με τη θεοπάλαβη εκφραστικότητα του σκύλου, που χαμογελάει, γρυλίζει, κλαίει, ζητωκραυγάζει, κουνάει την ουρά του, κάνει τροχό κ.ο.κ.—, η γάτα είναι φτιαγμένη για λεπτές και ακριβείς ενδείξεις, σαν ρολόι τσέπης: της αρκεί μια μικρή κίνηση της ουράς, ένα αδιόρατο τίναγμα του αυτιού, ένα βλέμμα που κρατά μισό δευτερόλεπτο παραπάνω.

Οι γάτες δεν εξημερώθηκαν ποτέ στον βαθμό που εξημερώθηκε —ή καλύτερα: που πλάστηκε καθ’ ομοίωσίν μας— ο σκύλος. Παραμένουν αυτόνομα ζώα, με έντονο ένστικτο ανεξαρτησίας και απόλυτη ελευθερία στη συμπεριφορά τους. Δεν ζουν για να υπακούν, αλλά για να συνυπάρχουν μαζί μας υπό όρους που θέτουν οι ίδιες. Αν δεν θέλουν χάδια, δεν θα τα δεχτούν· αν αποφασίσουν πως θέλουν, θα τα ζητήσουν με τον δικό τους τρόπο. Δεν το κάνουν από καπρίτσιο· το κάνουν επειδή είναι γάτες.

Μολαταύτα, πίσω από τη συνειδητά ψηλομύτικη εικόνα τους, οι γάτες αναπτύσσουν τρομερά ισχυρούς δεσμούς. Το δε γεγονός ότι δεν παραδίδονται αμέσως —όπως οι σκύλοι ακόμη και σε αγνώστους, ακόμη και σε κλέφτες που μπαίνουν στο σπίτι— τις κάνει, όταν τελικά δείξουν τρυφερότητα, να μας φαίνονται το πιο πολύτιμο πράγμα του κόσμου. Η ξινή φάτσα μιας γάτας είναι ένα προσωπείο: η εικόνα της ανεξαρτησίας της. Στην πραγματικότητα, μας χωνεύει πολύ περισσότερο απ’ όσο αφήνει να φανεί.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 22 Νοεμβρίου 2025

Υπάρχουν μερικές στιγμές, μικρές ακτίνες φωτός, που μας δίνουν θάρρος και αισιοδοξία για να παλέψουμε για τους στόχους μας.  Είναι εκείνα τα μικρά ευχάριστα γεγονότα που φέρνουν χαρά και μας κρατούν κινητοποιημένους στην καθημερινότητά μας. Ειδικά όταν νιώθουμε την ανάγκη να τα εγκαταλείψουμε, είναι εκεί για να μας θυμίσουν την πρόοδο και τις χαρές της πορείας μας.

Τι είναι οι “Glimmers” και γιατί μας κάνουν καλό;

Οι “glimmers” ή αλλιώς «λάμψεις» είναι οι μικρές, καθημερινές στιγμές που μας γεμίζουν  ευτυχία και που συχνά περνούν απαρατήρητες. Αυτές μπορεί να είναι τόσο απλές όσο ένα χαμόγελο από έναν άγνωστο στο δρόμο, η ηρεμία που νιώθετε όταν απολαμβάνετε έναν καφέ ή το αίσθημα ολοκλήρωσης όταν τακτοποιείτε έναν χώρο στο σπίτι σας. Αυτές οι στιγμές, αν και φαινομενικά ασήμαντες, έχουν τη δύναμη να μας κάνουν να νιώσουμε γεμάτοι και ικανοποιημένοι, ακόμα και αν η ημέρα μας δεν είναι τέλεια.

Ειδικοί και φιλόσοφοι έχουν αναφερθεί στην αξία των μικρών καθημερινών στιγμών ως το πραγματικό μυστικό για μια ευτυχισμένη ζωή. Όπως υπογραμμίζουν η αληθινή ουσία της καλής ζωής δεν βρίσκεται στα μεγάλα γεγονότα, αλλά στη συσσώρευση των μικρών, σταθερών απολαύσεων. Και αυτές οι μικρές «λάμψεις» είναι τα στοιχεία που μας βοηθούν να παραμείνουμε θετικοί και προσηλωμένοι στους στόχους μας.

Πώς επηρεάζουν τους στόχους μας

Τρόποι με τους οποίους αυτές οι μικρές στιγμές ενισχύουν τη δέσμευσή μας στις αποφάσεις και την πορεία μας:

  • Ενισχύουν την πρόοδο, όσο μικρή κι αν είναι

Οι “glimmers” είναι υπενθυμίσεις ότι κάθε μικρή νίκη μετράει. Όταν επικεντρωνόμαστε στις μικρές χαρές της ζωής, αναγνωρίζουμε ότι κάθε βήμα μπροστά είναι σημαντικό, ανεξαρτήτως μεγέθους.

  • Δημιουργούν έναν θετικό κύκλο

Αν παρατηρήσουμε και εκτιμήσουμε τις μικρές χαρές της ημέρας μας, το ταξίδι μας γίνεται πιο ευχάριστο. Η συγκέντρωση στις θετικές στιγμές ενισχύει την ψυχολογία μας και μας κάνει πιο πιθανό να παραμείνουμε πιστοί στους στόχους μας.

  • Αλλάζουν την εστίαση από την τελειότητα στην παρουσία

Αντί να επικεντρωνόμαστε στην τελειότητα του τελικού αποτελέσματος, μαθαίνουμε να εκτιμούμε και να απολαμβάνουμε τη διαδικασία και το τώρα.

  • Ενισχύουν την συναισθηματική ανθεκτικότητα

Οι λάμψεις βοηθούν στο να βλέπουμε τις αποτυχίες ή τις καθυστερήσεις ως μικρές αναποδιές και όχι ως καταστροφή. Έτσι, μπορούμε να ανακάμψουμε γρηγορότερα και να συνεχίσουμε την πορεία μας με περισσότερη αυτοπεποίθηση.

  • Δημιουργούν μια πιο ευχάριστη διαδικασία στόχων

Οι μικρές χαρές της ημέρας κάνουν την πορεία προς τους στόχους μας πιο ευχάριστη. Αντί να νιώθουμε ότι πιέζουμε τον εαυτό μας για να φτάσουμε κάπου, μπορούμε να απολαύσουμε τη διαδικασία και να δούμε την πρόοδο με πιο θετική ματιά.

Η δύναμη των “glimmers” έγκειται στο γεγονός ότι συνήθως περνούν γρήγορα. Όταν παρατηρήσουμε μια μικρή λάμψη, καλό είναι να την απολαύσουμε και να τη συνειδητοποιήσουμε για λίγο περισσότερο. Μπορούμε επίσης να τις καταγράφουμε και να ανατρέχουμε σε αυτές κάθε φορά που θέλουμε λίγο παραπάνω κίνητρο, να διατηρήσουμε μια θετική προοπτική και να νιώσουμε ευγνωμοσύνη.

Από vita

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 9 Νοεμβρίου 2025

Το «6-7» εμφανίστηκε πρώτη φορά σε βίντεο στο TikTok, με φόντο ένα τραγούδι ράπερ και με μπασκετμπολίστες να χορεύουν ή να κάνουν… περίεργες κινήσεις με τα χέρια. Κάπου εκεί, ένας πιτσιρικάς φωνάζει στον φακό «six-seven» και γίνεται meme. Από εκεί, εξαπλώθηκε αστραπιαία:

  • σε σχολικές αυλές,
  • στα DMs,
  • σε βίντεο στο Instagram,
  • ακόμη και σε πανηγυρισμούς στο NFL.

Στις ΗΠΑ κάποιοι δάσκαλοι το απαγόρευσαν στην τάξη, ενώ γονείς ανεβάζουν βίντεο όπου προσπαθούν να καταλάβουν τι σημαίνει.Τ

Tι σημαίνει τελικά το «6-7»;

Εδώ είναι το plot twist: κανείς δεν ξέρει.

Το Dictionary.com παραδέχεται πως ούτε το ίδιο μπορεί να δώσει σαφή ορισμό.

Η επικρατέστερη ερμηνεία — όταν συνοδεύεται από την χαρακτηριστική κίνηση των χεριών — είναι: «έτσι κι έτσι», «ούτε ναι, ούτε όχι», «κάτι ανάμεσα»

Άλλοι το χρησιμοποιούν ως μηχανισμό… εκνευρισμού των ενηλίκων.

Το Merriam Webster το περιγράφει ως: «ανόητη έκφραση που χρησιμοποιούν κυρίως παιδιά και έφηβοι»

Και το Dictionary.com το χαρακτηρίζει: «παντού, ανούσιο, χωρίς κανένα νόημα — αλλά με κοινωνικό δέσιμο ανάμεσα σε όσους το χρησιμοποιούν».

Πολλοί προσπαθούν να αποκωδικοποιήσουν το «6-7», όμως η ιστορία του μοιάζει περισσότερο με ατύχημα του ίντερνετ παρά με συνειδητή επιλογή.

«Η Λέξη της Χρονιάς δείχνει πώς επικοινωνούμε, πώς αλλάζουμε και τι μας ενώνει — ακόμα κι αν δεν έχει νόημα»

«Doot Doot (6 7)»

Η φράση ακούγεται στο κομμάτι του Skrilla «Doot Doot (6 7)», ένα trap drill track που απλώς ρίχνει τον αριθμό μέσα στον στίχο, χωρίς καμία εξήγηση. Κάποιοι fans συνδέουν το «6-7» με τον αστυνομικό κωδικό 10-67 (αναφορά θανάτου), αλλά αυτό είναι περισσότερο θεωρία χρηστών στο διαδίκτυο παρά επίσημη πληροφορία.

Ο ίδιος ο Skrilla έχει δηλώσει σε συνέντευξή του πως δεν είχε ποτέ πρόθεση να δώσει νόημα στη φράση — και ότι δεν σκοπεύει να το κάνει ούτε τώρα. Για εκείνον, το γοητευτικό στοιχείο είναι ακριβώς το κενό: μια έκφραση που παραμένει ανοιχτή σε κάθε ερμηνεία και γι’ αυτό επαναλαμβάνεται ασταμάτητα.

Τα «inside» της Gen Alpha

Στην κοινωνιογλωσσολογία υπάρχει ο όρος shibboleth: μια λέξη, φράση ή τρόπος ομιλίας που λειτουργεί ως κρυφός «κωδικός πρόσβασης» σε μια ομάδα. Δεν έχει σημασία τι σημαίνει πραγματικά η λέξη, αλλά το ποιος καταλαβαίνει τη χρήση της. Ιστορικά, ο όρος προέρχεται από την Παλαιά Διαθήκη, όπου μια φυλή ξεχώριζε τους «ξένους» ζητώντας τους να προφέρουν τη λέξη shibboleth. Όσοι δεν μπορούσαν, αναγνωρίζονταν ως εκτός ομάδας.

Στη σύγχρονη ψηφιακή κουλτούρα, πολλά memes και viral λέξεις λειτουργούν με αυτόν τον τρόπο: Αν ξέρεις, ανήκεις. Αν ρωτάς, μένεις απ’ έξω.

Στην προκειμένη, το «6-7» είναι ένα καθαρό shibboleth της Gen Alpha. Δεν χρειάζεται ξεκάθαρο νόημα — το νόημά του είναι η ίδια η ακατανοησία.

Το «6-7» λέγεται για να δείξει ότι ‘ανήκεις στην παρέα’, ότι είσαι μέσα στο αστείο. Όπως λένε οι ερευνητές της διαδικτυακής επικοινωνίας, αυτά τα «άδεια» σύμβολα αποκτούν αξία επειδή δημιουργούν σύνδεση, όχι επειδή μεταφέρουν πληροφορία.

Το «6-7» δεν είναι λέξη — είναι σήμα αναγνώρισης.Γ

Γιατί επιλέχθηκε ως Λέξη της Χρονιάς

Το Dictionary.com δεν επιλέγει τη λέξη με βάση τη λογική, αλλά με βάση την επίδραση στην κουλτούρα.

Οι αναζητήσεις για το «6-7» αυξήθηκαν έξι φορές μέσα στο καλοκαίρι. Οι συζητήσεις γύρω από τη φράση έγιναν φαινόμενο, όπως συνέβη παλαιότερα με το ” ok boomer” ή το «yeet».

Όπως αναφέρει ο ιστότοπος: «Η Λέξη της Χρονιάς δείχνει πώς επικοινωνούμε, πώς αλλάζουμε και τι μας ενώνει — ακόμα κι αν δεν έχει νόημα».

Και κάπως έτσι, μία φράση χωρίς σημασία έγινε σύμβολο μιας ολόκληρης γενιάς που μιλάει… στη γλώσσα των memes.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 7 Νοεμβρίου 2025

Πώς θα σας φαίνονταν αν ένα κρύο βράδυ του χειμώνα, συναντούσατε στον δρόμο, σε ένα πάρκο ή μία πλατεία, μικρά καταφύγια από ξύλο και ατσάλι, ειδικά διαμορφωμένες «κάψουλες» όπου μέσα τους μπορεί να ζεσταθεί όποιος το έχει ανάγκη; Αυτή είναι η εναλλακτική και πρωτοποριακή λύση που έχει υιοθετηθεί στους κρύους δρόμους του Ουλμ στη Γερμανία, μέσα από τις κάψουλες που λειτουργούν ως μία «σανίδα σωτηρίας» για τους αστέγους που μένουν εκτός συστημάτων φιλοξενίας. Ένα ζεστό και ασφαλές καταφύγιο Οι κάψουλες ανάπαυσης ονομάζονται Ulmer Nests και έχουν σχεδιαστεί από μία ομάδα έξι επιχειρηματιών, με εξειδικευμένες γνώσεις στον σχεδιασμό και την ανάπτυξη προϊόντων. Η ομάδα συνέλαβε για πρώτη φορά την ιδέα για τις κάψουλες το 2018, με στόχο να παρέχει στους αστέγους ένα ασφαλές καταφύγιο, έτσι ώστε να μειωθούν παράλληλα και οι κίνδυνοι για υποθερμία. Οι κάψουλες είναι κατασκευασμένες από ξύλο και χάλυβα, εξασφαλίζοντας αντοχή και ανθεκτικότητα σε αντίξοες συνθήκες. Επιπλέον, διαθέτουν θερμομόνωση, η οποία βοηθά στη διατήρηση της εσωτερικής θερμοκρασίας και παρέχει έναν άνετο χώρο ακόμα και το χειμώνα. Ο σχεδιασμός περιλαμβάνει επίσης ελεγχόμενα συστήματα εξαερισμού και φωτισμό LED, εξασφαλίζοντας άνεση και ασφάλεια για όσους μείνουν μέσα τους. Χάρη στην αυτόνομη λειτουργία τους, οι κάψουλες δεν εξαρτώνται από τις παραδοσιακές υποδομές και μπορούν να τοποθετηθούν σε διαφορετικά σημεία της πόλης. Με κύρια πηγή την ηλιακή ενέργεια, τα Ulmer Nests λειτουργούν με βιώσιμο τρόπο και καταδεικνύουν πώς η τεχνολογία μπορεί να ενσωματωθεί στις κοινωνικές πολιτικές.

Τα Ulmer Nests λειτουργούν ως ένα αξιοπρεπές καταφύγιο, χωρίς να διακυβεύεται η ιδιωτικότητα ή αυτονομία όσων δεν έχουν πρόσβαση σε αυτά. Για αυτόν τον λόγο δεν υπάρχουν κάμερες στα pods – για λόγους ανωνυμίας. Τα πρώτα Ulmer Nests δοκιμάστηκαν τον χειμώνα του 2020, με τους δημιουργούς τους να προειδοποιούν ότι δεν είναι καλύτερα από ένα κατάλληλο κατάλυμα για διανυκτέρευση, όπως ένα καταφύγιο ή ένα σπίτι, επειδή οι θερμοκρασίες στο Ουλμ συγκεκριμένα μπορεί να πέσουν πολύ χαμηλά. Οι κάψουλες προστατεύουν τουλάχιστον δύο άτομα ή ένα άτομο με αποσκευές και κατοικίδιο, από τη βροχή, το χιόνι, τον παγετό και την υγρασία. Στα θαλάμους υπάρχουν αισθητήρες που παρακολουθούν τη θερμοκρασία, την υγρασία, τον καπνό και τα επίπεδα μονοξειδίου του άνθρακα. Διαθέτουν επίσης ένα ηλεκτρικό σύστημα επαλήθευσης, όπου κάποιος μέσα στο θάλαμο μπορεί να τον κλειδώσει. Τα Ulmer Nests περιλαμβάνουν ακόμη φωτισμό, σήμα συναγερμού και σύστημα εξαερισμού. Όταν ανοίγει η πόρτα, ενεργοποιείται ένας αισθητήρας κίνησης που ενημερώνει τους κοινωνικούς λειτουργούς που ελέγχουν τα pods ότι έχουν χρησιμοποιηθεί, έτσι ώστε να μπορούν να καθαριστούν και να επαναρυθμιστούν για το επόμενο άτομο.

Από την καινοτομία στην πραγματική λύση του προβλήματος:

  • Τα Ulmer Nests είναι ένα βήμα πιο κοντά προς έναν νέο τρόπο αντίληψης της κοινωνικής ένταξης. Ο συνδυασμός της τεχνολογικής καινοτομίας, των καθαρών ενεργειών και της δέσμευσης της κοινότητας δείχνει ότι είναι δυνατό να αντιμετωπιστούν οι κοινωνικές προκλήσεις, ενώ ταυτόχρονα υπάρχει μέριμνα για το περιβάλλον. Η εμπειρία του Ulm δείχνει ότι η βιωσιμότητα μπορεί να υπερβεί τη ρητορική και να υλοποιηθεί πραγματικά.  Οδοιπορικό στις γειτονιές όπου συναντιούνται οι «αόρατοι» άνθρωποι Αυτές οι κάψουλες δεν παρέχουν μόνο καταφύγιο, αλλά και ελπίδα, υποδεικνύοντας έναν δρόμο όπου η κοινωνική δικαιοσύνη και η ενεργειακή μετάβαση μπορούν να συμβαδίσουν. Το ερώτημα που τελικά γεννάται όμως, είναι αν υπάρχει αποτέλεσμα. Κατά πόσο έχει βοηθήσει η πρακτική αυτή τους αστέγους στη Γερμανία; Από τον χειμώνα του 2020 μέχρι και σήμερα η ομάδα σχεδιασμού λαμβάνει συνεχώς feedback από τους χρήστες και τους κοινωνικούς λειτουργούς για να βελτιώσει την ανθεκτικότητα, την ενεργειακή απόδοση και την ευκολία χρήσης. Η φήμη των Ulmer Nests έχει ταξιδέψει σε όλον τον κόσμο, με viral δημοσιεύσεις στα social media να αποσπούν δεκάδες χιλιάδες κολακευτικά σχόλια για τις κάψουλες και τη χρησιμότητά τους. Οι χρήστες των μέσων κοινωνικής δικτύωσης άνοιξαν δημόσιο διάλογο για τους λόγους που ένας άστεγος δεν μπορεί ή δεν θέλει να μείνει σε δομές φιλοξενίας, από την εγκληματικότητα μέχρι τον αποχωρισμό από τα κατοικίδιά τους. Δυστυχώς όμως, το κοινωνικό πρόβλημα της αστεγίας παραμένει στη Γερμανία, με πάνω από 530.000 ανθρώπους να βρίσκονται σε αυτήν την κατάσταση. Μάλιστα, ο αριθμός των αστέγων στη χώρα παρουσίασε ραγδαία αύξηση το 2023, με τη γερμανική κυβέρνηση να τονίζει ότι αυτή οφείλεται στην έλευση περίπου137.000 Ουκρανών που φιλοξενούνταν σε δομές προσωρινής στέγασης προσφύγων. Τα Ulmer Nest αποτελούν μια προσωρινή και προσιτή λύση, όμως η αστεγία παραμένει ένα δομικό και σοβαρό κοινωνικό πρόβλημα στη Γερμανία και μονάχα οι κάψουλες δεν μπορούν να το επιλύσουν. Η κρίση της στέγασης και η κοινωνική απομόνωση που ταλανίζουν ολόκληρο τον κόσμο και οδηγούν τους ανθρώπους σε έναν μεγάλο βαθμό στην αστεγία, απαιτούν πολιτικές που εστιάζουν στην πρόληψη, τη μόνιμη στέγαση και την αντιμετώπιση των βαθύτερων αιτιών του κοινωνικού αποκλεισμού, έτσι ώστε η στέγη να αρχίσει να αντιμετωπίζεται ως δικαίωμα και όχι ως είδος πολυτελείας..

Aπό parallaximag

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 1 Νοεμβρίου 2025

Μπορώ να γίνω ευτυχισμένος με τα πιο απλά πράγματα

και με τα πιο μικρά..
Και με τα καθημερινότερα των καθημερινών.
Μου φτάνει που οι εβδομάδες έχουν Κυριακές.
Μου φτάνει που τα χρόνια φυλάνε Χριστούγεννα για το τέλος τους.
Που οι χειμώνες έχουν πέτρινα, χιονισμένα σπίτια.
Που ξέρω ν’ ανακαλύπτω τα κρυμμένα πετροράδικα στις κρυψώνες τους.
Μου φτάνει που μ’ αγαπάνε τέσσερις άνθρωποι.
Πολύ..
Μου φτάνει που αγαπάω τέσσερις ανθρώπους.
Πολύ..
Που ξοδεύω τις ανάσες μου μόνο γι’ αυτούς.
Που δεν φοβάμαι να θυμάμαι.
Που δε με νοιάζει να με θυμούνται.
Που μπορώ και κλαίω ακόμα.
Και που τραγουδάω..μερικές φορές..
Που υπάρχουν μουσικές που με συναρπάζουν.
Και ευωδιές που με γοητεύουν

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 1 Νοεμβρίου 2025

 

Τα υποκοριστικά και τα παρατσούκλια αποτελούν μέρος της καθημερινότητάς μας με τα αγαπημένα μας πλάσματα, είτε στην πιο απλή μορφή τους (π.χ. με την προσθήκη της κατάληξης -λίνι στο όνομα του χαριτωμένου τετραπόδου μας) είτε στις πιο σύνθετες παραλλαγές τους, που κάνουν ακόμη κι εμάς τους ίδιους να εκπλησσόμαστε με τις λεξιπλαστικές ικανότητες που δεν γνωρίζαμε καν ότι είχαμε.

Παρότι οι περισσότεροι λέμε αυτές τις λέξεις ασυναίσθητα – συνήθως σε εκρήξεις στοργής για το χνουδωτό μας φιλαράκι – η χρήση τους φαίνεται να αντανακλά κάτι βαθύτερο σχετικά με τον τρόπο που το είδος μας δημιουργεί δεσμούς και εκφράζεται μέσα από τη γλώσσα.

Γιατί όμως νιώθουμε την ανάγκη να «βαφτίζουμε» ξανά και ξανά τον σκύλο ή τη γάτα  μας; Τι αποκαλύπτουν τα παρατσούκλια που επιλέγουμε; Αντιλαμβάνεται το τετράποδό μας το συναίσθημα πίσω από αυτά ή μήπως… μπερδεύεται από την εκτεταμένη χρήση τους;

Οι ψυχολογικοί μηχανισμοί πίσω από τα παρατσούκλια

Έρευνες έχουν δείξει ότι τα παρατσούκλια (όταν φυσικά αυτά λέγονται καλοπροαίρετα) αποτελούν έναν ισχυρό τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι εκφράζουν στοργή και ενσυναίσθηση. Η χρήση τους μπορεί επίσης να θεωρηθεί ως μια μορφή δημιουργικού λεκτικού παιχνιδιού, όπως εξηγεί στο National Geographic η Cynthia Gordon, καθηγήτρια κοινωνιογλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο Georgetown. Σύμφωνα με την ειδικό, το παιχνίδι ενισχύει τη σύνδεση μεταξύ των ανθρώπων και η επέκτασή του στα κατοικίδια εκφράζει την επιθυμία μας να τα συμπεριλάβουμε και αυτά στη διασκέδαση.

Ένας ακόμη σημαντικός παράγοντας που επηρεάζει τον τρόπο που απευθυνόμαστε στα ζωάκια μας είναι η εξέλιξη του ρόλου τους μέσα στα χρόνια. Η αυξανόμενη αστικοποίηση στα μέσα του 19ου αιώνα έφερε τους σκύλους μέσα στο σπίτι, ανοίγοντας τον δρόμο για την ανάπτυξη μικρόσωμων φυλών. Με τον ίδιο τρόπο, οι γάτες εξελίχθηκαν από χρήσιμους κυνηγούς τρωκτικών σε χαδιάρικα πλάσματα του σαλονιού. Σήμερα, τα ζώα συντροφιάς θεωρούνται μέλη της οικογένειας περισσότερο από ποτέ και αυτό το «status» αντανακλάται και στα ονόματά τους, που τα τελευταία 30 χρόνια αποκτούν ολοένα και πιο ανθρώπινο χαρακτήρα.

Για την Gordon, η συνήθεια να δίνουμε «παράξενα» ονόματα στους τετράποδους συντρόφους μας μπορεί να αποτελεί προέκταση ενός ευρύτερου φαινομένου που ονομάζεται familect – μια ιδιαίτερη διάλεκτος που αναπτύσσεται μεταξύ των μελών μιας οικογένειας και περιλαμβάνει λέξεις που ακούγονται ακαταλαβίστικες στον έξω κόσμο, αλλά έχουν το δικό τους γλυκό ή αστείο νόημα για όσους τη μοιράζονται.

Πώς προκύπτει η έμπνευσή τους

Όπως είδαμε παραπάνω, τα υποκοριστικά και τα παρατσούκλια των κατοικιδίων μας αντικατοπτρίζουν μια συναισθηματική εγγύτητα, παρόμοια με τον τρόπο που μικραίνουμε τα ονόματα ή επινοούμε τρυφερές λέξεις για τους κοντινούς μας ανθρώπους.

Για πολλούς κηδεμόνες, πηγή έμπνευσης αυτών των λέξεων είναι οι μικρές ιδιαιτερότητες του αγαπημένου τους τετραπόδου, είτε αυτές αφορούν την εμφάνιση είτε τη συμπεριφορά του. Τα μεγάλα αυτάκια ενός σκύλου, ο τρόπος με τον οποίο πέφτει με θεατρικότητα στο πάτωμα ή ζητάει συνεχώς λιχουδιές από τον κηδεμόνα του, είναι αξιαγάπητα χαρακτηριστικά που γίνονται συχνά αφορμή για τη δημιουργία στοργικών «προσφωνήσεων». Με αντίστοιχο τρόπο μπορεί να πυροδοτήσουν τη φαντασία το μοτίβο τριχώματος μιας γάτας, οι γεμάτες χάρη κινήσεις της ή τα επίμονα νιαουρίσματά της όταν θέλει κάτι από εμάς.

Συχνά, στοιχείο-κλειδί για τα παρατσούκλια που επιλέγουμε για τα κατοικίδιά μας είναι η προβολή, δηλαδή η συνήθειά μας να τους αποδίδουμε ανθρώπινες σκέψεις, συναισθήματα και προθέσεις. Μια γάτα, παραδείγματος χάριν, που «κλέβει» την αγαπημένη θέση του κηδεμόνα της στον καναπέ και κατόπιν μοιάζει να τον κοιτάζει… αφ’ υψηλού μπορεί να μετονομαστεί σε «μεγαλειοτάτη». Από την άλλη μεριά, ένας σκύλος που τρέχει πάντα στο παράθυρο όταν ακούει θόρυβο στη γειτονιά μπορεί να χαρακτηριστεί «κουτσομπόλης», αν και τα κίνητρά του είναι πιθανότατα πολύ πιο αθώα απ’ όσο νομίζουμε.

Ένα ακόμη βασικό συστατικό στη δημιουργία αυτών των λέξεων είναι το χιούμορ, ιδίως αυτό που προέρχεται από την παιδική ηλικία. Δεν είναι τυχαίο που πολλά παρατσούκλια έχουν να κάνουν με δυσώδεις σωματικές λειτουργίες των τετραπόδων μας ή κάποιες άκομψες συνήθειές τους. Το χιούμορ αυτό δεν είναι ανώριμο ή προσβλητικό· αντίθετα, αποκαλύπτει μια βαθιά οικειότητα και μας θυμίζει πώς διασκεδάζαμε όταν ήμασταν μικροί με τις «κακές λέξεις» και δενόμασταν μέσα από αυτές.

Τα κρυφά μοτίβα και ο ρόλος της χώρας

Αν και τα παρατσούκλια που χρησιμοποιούμε μοιάζουν προσωπικά και αυθόρμητα, υπάρχουν ενδείξεις ότι υπακούν σε κρυφούς κανόνες. Σύμφωνα με μια μελέτη του 1999, που εστίαζε στην αγγλική γλώσσα και τα αφρικάανς, η δημιουργία τους πηγάζει από την ευχαρίστηση που νιώθουμε όταν επινοούμε λέξεις και πειραματιζόμαστε με ηχητικά μοτίβα, όπως η παρήχηση – επανάληψη ενός φθόγγου σε διαδοχικές συλλαβές ή λέξεις – και η ομοιοκαταληξία.

Επιπλέον, οι συγγραφείς της μελέτης παρατήρησαν ότι πολλά από τα μοτίβα που χρησιμοποιούνται θυμίζουν μωρουδίστικες λέξεις και παιδικά γλωσσικά παιχνίδια, παραπέμποντας σε μια εποχή όπου η γλώσσα χρησιμοποιούνταν κατά κύριο λόγο για τη χαρά που πρόσφερε και όχι για πρακτικούς λόγους.

Εδώ αξίζει να σημειωθεί πάντως ότι ο τρόπος που απευθυνόμαστε στα κατοικίδιά μας μοιάζει να επηρεάζεται σημαντικά και από την ίδια τη δομή της γλώσσας μας. Στα αγγλικά, τα ονόματα των κατοικίδιων φαίνεται να είναι ιδιαίτερα επιρρεπή σε παραμορφώσεις και παραλλαγές. Άλλες γλώσσες, όπως τα ιταλικά ή τα ελληνικά, διαθέτουν ένα πλούσιο σύστημα υποκοριστικών που εκφράζουν μικρό μέγεθος ή τρυφερότητα. Μια πρόσφατη μελέτη έδειξε ότι οι Ιταλοί κηδεμόνες κατοικίδιων χρησιμοποιούν υποκοριστικά πολύ συχνότερα συγκριτικά με τους αγγλόφωνους, οι οποίοι χρειάζεται να αναζητήσουν άλλους τρόπους για να εκφράσουν συναισθηματική σύνδεση.

Αντιλαμβάνονται τα κατοικίδιά μας τα πολλά διαφορετικά τους ονόματα;

Τα κατοικίδια δεν καταλαβαίνουν τα υποκοριστικά και τα παρατσούκλια με τον ίδιο τρόπο που τα αντιλαμβάνονται οι άνθρωποι, ωστόσο μαθαίνουν να συνδέουν συγκεκριμένους ήχους με αποτελέσματα.

Οι σκύλοι είναι ιδιαίτερα καλοί στην αναγνώριση ηχητικών μοτίβων και τόνου. Μπορεί να μην καταλαβαίνουν κυριολεκτικά τι σημαίνει «κουτσουνάκι μου», ωστόσο ξέρουν πότε τους απευθυνόμαστε με στοργή και παιχνιδιάρικη διάθεση. Έρευνες έχουν δείξει ότι ένας μέσος σκύλος μπορεί να μάθει έως και 165 λέξεις – συμπεριλαμβανομένων ονομάτων και χαϊδευτικών – ειδικά αν υπάρχει σταθερή ενίσχυση. Οι γάτες μπορούν επίσης να αναγνωρίζουν το όνομά τους – και ναι, ακόμη και το παρατσούκλι τους – ωστόσο η αντίδρασή τους είναι συχνά πολύ πιο διακριτική.

Ερευνητές εξηγούν πώς πρέπει να μιλάτε στον σκύλο σας για να σας καταλαβαίνει

Έρευνες των τελευταίων δεκαετιών δείχνουν ότι οι σκύλοι κατανοούν την ανθρώπινη επικοινωνία σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό απ’ ότι άλλα είδη ζώων.

Η χρήση χαϊδευτικών ονομάτων μπορεί να επηρεάσει τη συμπεριφορά ενός κατοικίδιου, ειδικά όταν αυτά συνδέονται με συγκεκριμένες ενέργειες και ανταμοιβές. Ένας σκύλος που ακούει τη λέξη «αγαπουλίνι» κάθε φορά που κάθεστε αγκαλιά, θα αρχίσει να τη συνδέει με ηρεμία και τρυφερότητα. Αντίστοιχα, αν ένα παρατσούκλι λέγεται με αυστηρό τόνο λίγο πριν το μπάνιο, το τετράποδό σας μπορεί να αρχίσει να αντιδρά αρνητικά σε αυτό.

Η χρήση υπερβολικά πολλών διαφορετικών χαϊδευτικών ονομάτων πάντως, μπορεί να μπερδέψει ένα κατοικίδιο, ιδιαίτερα όταν αλλάζουν ο τόνος ή το πλαίσιο. Το κλειδί και σε αυτήν την περίπτωση είναι η συνέπεια: όταν ένα παρατσούκλι συνδυάζεται σταθερά με συγκεκριμένο τόνο και αποτέλεσμα, το χνουδωτό σας φιλαράκι μαθαίνει γρήγορα τι να περιμένει.

Με πληροφορίες από National Geographic, Petplace.com

Σχετικά άρθρα