Η Ζωή μας σήμερα

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 11 Μαΐου 2017

Η οικογένεια ως βατήρας

Το σπίτι όπου έζησε το παιδάκι που ήμουν κάποτε, και τα πρόσωπα με τα οποία μοιράστηκα την οικογενειακή μου ζωή υπήρξαν ο βατήρας πάνω στον οποίο πάτησα για να εκτελέσω το άλμα προς την ενήλικη ζωή μου.

Η οικογένεια αποτελεί πάντοτε τον βατήρα, και κάποια στιγμή πρέπει να σταθούμε στην άκρη του και να πραγματοποιήσουμε το άλμα προς τον κόσμο και τη μετέπειτα ζωή.

Αν, καθώς πάω να πηδήξω από τον βατήρα, πιαστώ από κάπου και κρεμαστώ, θα μείνω εκεί να κρέμομαι και δεν θα πραγματοποιήσω το ταξίδι μου ποτέ.

Τι καλά που θα ήταν αν βρίσκαμε το θάρρος να πηδήξουμε από τον βατήρα μ” έναν θεαματικό τρόπο! Αυτό μπορεί να γίνει αν ο βατήρας είναι υγιής. Αν η οικογενειακή σχέση είναι υγιής. Αν το ζευγάρι των γονιών είναι υποστηρικτικό.

Ο βατήρας αυτός πατάει πάνω σε τέσσερα βασικά στηρίγματα, τόσο σημαντικά, που αν δεν είναι στέρεα κανένα παιδάκι δεν μπορεί να περπατήσει πάνω του χωρίς να πέσει.

Το πρώτο στήριγμα είναι η αγάπη

Ένα παιδί που δεν ένιωσε ότι το αγάπησαν οι γονείς του, έχει μια θλιβερή ιστορία: θα του είναι πολύ δύσκολο να αγαπήσει τον εαυτό του. Η αγάπη για τον εαυτό μας μαθαίνεται μέσα από την αγάπη που δεχόμαστε από τους γονείς μας. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορούμε να διδαχτούμε και αλλιώς, λέω απλώς ότι αυτός είναι ο καλύτερος τόπος και τρόπος για να το μάθουμε. Και βέβαια, ένα παιδί που δεν αγαπήθηκε δεν μπορεί ούτε το ίδιο να αγαπήσει, κι αν έτσι έχει συμβεί στη ζωή του, τι μπορεί να κάνει αργότερα στις σχέσεις του με τους άλλους;

Ο βατήρας που δεν έχει αυτό το στήριγμα είναι επικίνδυνος. Είναι δύσκολο να βαδίσει κανείς πάνω του. Είναι ένας βατήρας χωρίς ισορροπία.

Το δεύτερο στήριγμα είναι η εκτίμηση

Αν η οικογένεια δεν έχει ένα καλό απόθεμα αυτοεκτίμησης, αν οι γονείς θεωρούν ότι οι ίδιοι είναι ένα τίποτα, τότε και το παιδί θα αισθάνεται ένα τίποτα. Αν προέρχεται κανείς από ένα σπίτι όπου δεν τον εκτιμούν και δεν θεωρούν ότι αξίζει, δυσκολεύεται να πιστέψει ο ίδιος για τον εαυτό του ότι αξίζει. Τα σπίτια με ένα καλό επίπεδο αυτοεκτίμησης διαθέτουν κατάλληλους βατήρες.

Η Βιρτζίνια Σατίρ λέει: «Στις καλές οικογένειες, η χύτρα της αυτοεκτίμησης του σπιτιού είναι γεμάτη». Που σημαίνει: οι γονείς πιστεύουν ότι είναι αξιόλογοι άνθρωποι, πιστεύουν ότι τα παιδιά τους αξίζουν, ο μπαμπάς πιστεύει ότι η μαμά αξίζει, η μαμά πιστεύει ότι ο μπαμπάς αξίζει, ο μπαμπάς και η μαμά πιστεύουν ότι έχουν μια οικογένεια που αξίζει, και είναι κι οι δύο υπερήφανοι για την ομάδα που έχουν φτιάξει.

Όταν έρχεται σπίτι το παιδί και λέει: «Τι ωραία που είναι αυτή η οικογένεια!» τότε ξέρουμε πως ο βατήρας είναι γερός.

Όταν έρχεται το παιδί σπίτι και λέει: «Μπορώ να πάω να μείνω στο σπίτι της θείας Μαργαρίτας;»… τότε έχουμε πρόβλημα.

Όταν λέει ο πατέρας στο παιδί: «Γιατί τότε δεν πας να μείνεις με τη θεία σου τη Μαργαρίτα;» πάλι κάτι συμβαίνει.

Το τρίτο στήριγμα είναι οι κανόνες

Στην οικογένεια πρέπει να υπάρχουν κανόνες, με τη μόνη προϋπόθεση ότι δεν θα είναι αυστηροί. Οι κανόνες πρέπει να είναι ευέλικτοι, ελαστικοί, αμφισβητήσιμοι, συζητήσιμοι και διαπραγματεύσιμοι. Πάντως, πρέπει να υπάρχουν. Ακριβώς όπως πιστεύω ότι οι κανόνες στην οικογένεια υπάρχουν για να μπορεί κανείς να τους παραβεί και είναι δική μας υποχρέωση να βάζουμε καινούργιους, πιστεύω και ότι η διαδικασία αυτή πρέπει να βασίζεται σε μια χρονική στιγμή που τα παιδιά έχουν μάθει να μεγαλώνουν και να ωριμάζουν σ” ένα περιβάλλον με ασφάλεια και προστασία.

Αυτό είναι το περιβάλλον της οικογένειας. Οι κανόνες αποτελούν το πλαίσιο ασφάλειας και πρόβλεψης που είναι αναγκαίο για την ανάπτυξη μου. Ένα σπίτι χωρίς κανόνες δημιουργεί έναν βατήρα πάνω στον οποίο το παιδί δεν μπορεί να σταθεί για να κάνει το άλμα του στον κόσμο…

Το τελευταίο στήριγμα είναι η επικοινωνία

Για να μπορέσει να πραγματοποιηθεί το άλμα, είναι αναγκαίο να υπάρχει διαρκής και έντιμη επικοινωνία. Με κανένα άλλο θέμα δεν έχουν ασχοληθεί τόσο πολύ τα εγχειρίδια ψυχολογίας, όσο με αυτό της επικοινωνίας. Να διαβάζετε μαζί σαν ζευγάρι, να κουβεντιάζετε με τα παιδιά σας, να συζητάτε όλοι μεταξύ σας με την τηλεόραση κλειστή… Αυτός είναι ένας τρόπος για να ενισχυθεί η επικοινωνία, όχι όμως ο πιο σημαντικός.

Ουσιαστικό είναι αυτό που ξεκινάει με ερωτήσεις που κάνει κανείς με αληθινό ενδιαφέρον, μέσα από την καρδιά του: Πώς είσαι; Πώς τα πέρασες σήμερα; Θέλεις να κουβεντιάσουμε;

Και σ” αυτό το στήριγμα —αποκλειστικά σ” αυτό το στήριγμα—, στηρίζεται η δυνατότητα επανόρθωσης των υπολοίπων.

Αγάπη, εκτίμηση, κανόνες και επικοινωνία: πάνω σ” αυτόν τον βατήρα στέκεται το παιδί νια να κάνει το άλμα του στη ζωή. Για να βαδίσει, καταρχάς, τον δρόμο της αυτοεξάρτησης και, στη συνέχεια, τον δρόμο της συνάντησης με

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 10 Μαΐου 2017

hessaloniki Likes χρησιμοποιεί cookies για την καλύτερη παροχή των υπηρεσιών του. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των ι

ΘΕΛΩ…

Θέλω να με ακούς χωρίς να με κρίνεις

Θέλω τη γνώμη σου χωρίς συμβουλές

Θέλω να με εμπιστεύεσαι χωρίς απαιτήσεις…

Θέλω τη βοήθειά σου και όχι να αποφασίζεις για μένα…

Θέλω να με προσέχεις χωρίς να με ακυρώνεις…

Θέλω να με κοιτάς χωρίς να προβάλλεις τον εαυτό σου σε μένα..

Θέλω να με αγκαλιάζεις χωρίς να με κάνεις να ασφυκτιώ…

Θέλω να μου δίνεις ζωντάνια χωρίς να με σπρώχνεις…

Θέλω να με υποστηρίζεις χωρίς να με φορτώνεσαι…

Θέλω να με προστατεύεις χωρίς ψέματα…

Θέλω να με πλησιάζεις χωρίς να εισβάλλεις…

Θέλω να ξέρεις τις πλευρές μου που πιο πολύ σε ενοχλούν..

Να τις αποδέχεσαι και να μην προσπαθείς να τις αλλάξεις…

Θέλω να ξέρεις… πως σήμερα μπορείς να βασίζεσαι πάνω μου…

 

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 5 Μαΐου 2017

Ν’ αγαπάς τους ανθρώπους που κρατούν γεμάτα ποτήρια στα χέρια τους. Εκείνους που για να ξεδιψάσουν πρέπει να πιουν ολόκληρο το ποτήρι, μέχρι την τελευταία σταγόνα, κι ας αδειάσει. Εκείνους που δεν αφήνουν τα ποτήρια τους μισά από φόβο μήπως και δεν καταφέρουν να τα ξαναγεμίσουν. Εκείνους που αν χρειαζόταν, θα έσκαβαν τη γη με τα χέρια τους για να βρουν νερό και να ξαναγεμίσουν το ποτήρι. Εκείνους που ο μόνος τρόπος για να πιουν μισό ποτήρι νερό, είναι γιατί θέλησαν να το μοιραστούν με κάποιον άλλο. Εκείνους που κάθε φορά που αδειάζουν το ποτήρι τους χαμογελούν με ευχαρίστηση. Εκείνους που ακόμα κι όταν ξέρουν πως πίνουν το τελευταίο τους ποτήρι, αναφωνούν άσπρο πάτο.

Ν’ αγαπάς κι εκείνους που σου λένε καλημέρα με την καρδιά τους, όχι με το μυαλό τους. Εκείνους που αν η ζωή ήταν ρουλέτα θα πόνταραν όλα τους τα λεφτά στην επόμενη μέρα, γιατί πάντα θα νιώθουν πως θα είναι η καλύτερη . Εκείνους που σε παρασύρουν στη χαρά, όχι στη θλίψη. Εκείνους που λένε δεν πειράζει, όχι δε με νοιάζει. Εκείνους που χορεύουν στη βροχή, χωρίς να τους νοιάζει αν θα βραχούν. Εκείνους που ονειρεύονται, χωρίς να χρειάζεται να κλείσουν τα μάτια. Εκείνους που όταν θέλουν κάτι, επιμένουν πως γίνεται. Εκείνους που όταν χαμογελούν, λάμπουν τα μάτια τους. Εκείνους που περπατούν προς τα πίσω μόνο για να πάρουν φόρα. Εκείνους που φτιάχνουν σχέδια στην άμμο κι όταν τα χαλάει το κύμα χαμογελούν, γιατί εκείνοι βλέπουν το σχήμα τους ν’ αλλάζει, όχι να χαλάει.

Ν’ αγαπάς εκείνους που χαμογελούν λίγο παραπάνω. Εκείνους που γίνονται φίλοι με τον ήλιο και φωτίζουν τις μέρες σου. Εκείνους που πιστεύουν πως ο κόσμος μπορεί να γίνει καλύτερος. Εκείνους που ξέρουν πως η ζωή είναι πρεμιέρα, χωρίς πρόβες και δίνουν καθημερινά τον καλύτερο εαυτό τους. Εκείνους που αν τους ρωτήσεις αν είναι ευτυχισμένοι θα απαντήσουν ναι χωρίς δισταγμό. Εκείνους που δεν θεωρούν την υγεία δεδομένη αλλά πολύτιμο δώρο χωρίς εγγύηση και με δυνατότητα επιστροφής. Εκείνους που φτιάχνουν ονειροπαγίδες για να φυλακίζουν τους εφιάλτες. Εκείνους που ανοίγουν διάπλατα τα χέρια για να σ’ αγκαλιάσουν. Εκείνους που βγάζουν τη γλώσσα τους στις δυσκολίες και προχωράνε.

Ο χρόνος που μένει δεν είναι απεριόριστος μα ούτε και αμελητέος. Για κάποιους είναι τρομακτικός. Για κάποιους άλλους απλά σημαντικός. Αυτοί οι άλλοι τον απολαμβάνουν, τον σέβονται, του χαμογελούν, του κλείνουν το μάτι και τον εκμεταλλεύονται. Αυτούς ν’ αγαπάς.

Από dinfo.gr

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 5 Μαΐου 2017

…”Η ζωή μας μια φορά μας δίνεται, άπαξ, που λένε, σα μια μοναδική ευκαιρία. Τουλάχιστον μ’ αυτή την αυτόνομη μορφή της δεν πρόκειται να ξανα-υπάρξουμε ποτέ. Και μείς τι την κάνουμε ρε, αντί να τη ζήσουμε; Τι την κάνουμε; Τη σέρνουμε από δω κι από κει δολοφονώντας την.

Οργανωμένη κοινωνία, οργανωμένες ανθρώπινες σχέσεις. Μα αφού είναι οργανωμένες, πώς είναι σχέσεις; Σχέση σημαίνει συνάντηση, σημαίνει έκπληξη, σημαίνει γέννα συναισθήματος, πώς να οργανώσεις τα συναισθήματα.

Έτσι, μ’ αυτή την κωλοεφεύρεση που τη λένε ρολόι, σπρώχνουμε τις ώρες και τις μέρες σα να μας είναι βάρος, και μας είναι βάρος, γιατί δε ζούμε, κατάλαβες; Όλο κοιτάμε το ρολόι, να φύγει κι αυτή η ώρα, να φύγει κι αυτή η μέρα, να έρθει το αύριο, και πάλι φτου κι απ’ την αρχή.

Χωρίσαμε τη μέρα σε πτώματα στιγμών, σε σκοτωμένες ώρες που θα τις θάβουμε μέσα μας, μέσα στις σπηλιές του είναι μας, στις σπηλιές όπου γεννιέται η ελευθερία της επιθυμίας, και τις μπαζώνουμε με όλων των ειδών τα σκατά και τα σκουπίδια που μας πασάρουν σαν “αξίες”, σαν “ηθική”, σαν “πολιτισμό”.

Κάναμε το σώμα μας ένα απέραντο νεκροταφείο δολοφονημένων επιθυμιών και προσδοκιών, αφήνουμε τα πιο σημαντικά, τα πιο ουσιαστικά πράγματα, όπως να παίξουμε και να χαρούμε μεταξύ μας, να παίξουμε και να χαρούμε με τα παιδιά και τα ζώα, με τα λουλούδια και τα δέντρα, να κάνουμε έρωτα, να απολαύσουμε τη φύση, τις ομορφιές του ανθρώπινου χεριού και του πνεύματος, να κατεβούμε τρυφερά μέσα μας, να γνωρίσουμε τον εαυτό μας και τον διπλανό μας.

Όλα, όλα τα αφήνουμε για το αύριο που δε θα ‘ρθει ποτέ… Αφού ανατέλλει, δύει ο ήλιος και δεν πάμε πουθενά αλλού, παρά μόνο στο θάνατο, και εμείς οι μαλάκες, αντί να κλαίμε το δειλινό που χάθηκε άλλη μια μέρα απ’ τη ζωή μας, χαιρόμαστε.

Η κορυφαία πολιτική μάχη

Όταν συνειδητοποίησα ότι δε μπορώ να αλλάξω το σύστημα, άρχισα να αγωνίζομαι να μη με αλλάξει αυτό.

Αγωνίζομαι να μείνω άνθρωπος. Και αυτό είναι η κορυφαία πολιτική μάχη. Να μπορείς να αποφύγεις τη βαρβαρότητα αυτής της εποχής. Να μπορείς να παραμείνεις άνθρωπος με τρυφερότητα. Με το δικό σου βλέμμα.

Η ζωή είναι ένα δώρο που μας δίνεται μία φορά. Οι περισσότεροι άνθρωποι όταν ξημερώνει λένε “άντε να τελειώσει κι αυτή η κωλομέρα”. Και δεν καταλαβαίνουν ότι κάνουν άλλο ένα βήμα προς το θάνατο.

“Τολμάτε ρε!”

Τολμάτε ρε, τολμάτε! Γράψτε αυτό που θέλετε, αυτό που σκέφτεστε. Απορρίψτε τις σκοπιμότητες.

Εγώ έγραφα, κι έγραφα με την ψυχή, κι όταν με είπαν συγγραφέα πρώτη φορά τα ‘χασα! Μα, σοβαρά μιλάτε ρε παιδιά, συγγραφέας; Δεν είχα καμία τέτοια πρόθεση απλά στις παρέες, στον κήπο, τους έλεγα ιστορίες και μου έλεγαν, ρε Χρόνη γιατί δεν τα γράφεις αυτά τα πράγματα; Κι έτσι βγήκε.

Γιατί τα βιώματα ήταν ουσιαστικά. Κατάλαβες; Ζούσαμε. Είχε συνέχεια η ζωή μας, δεν ήταν αυτή η γκρίζα καθημερινότητα, αλλά ήταν μεγάλο κατόρθωμα να παραμείνεις άνθρωπος.

Ήταν πολύ σημαντικό να μπορείς να κοιτάξεις τη μάπα σου το πρωί στον καθρέφτη και να πεις, “είμαστε εντάξει ρε μάγκα, πάμε”.

Ο μόνος δρόμος

Εκείνο που μπορώ να υποστηρίξω το υποστηρίζω: ότι ο μόνος δρόμος, ο οποίος δεν μας οδηγεί σε κανένα λάκκο, σε καμιά λακκούβα, σε κανένα κακό συναπάντημα, είναι ο δρόμος της αγάπης, είναι ο δρόμος της τρυφερότητας, είναι ο δρόμος της κατανόησης, είναι ο δρόμος της υπεράσπισης της διαφορετικότητας του άλλου! Αυτός είναι ο μόνος δρόμος. Αν τον ακολουθήσουμε αυτόν τον δρόμο δεν κινδυνεύουμε. Ούτε εμείς ούτε οι συνάνθρωποί μας.

Να ‘σαι άνθρωπος δημιουργικός και ευαίσθητος. Και να αγαπάς. Να αγαπάς! Να μπορείς να μετατρέπεις κάθε μέρα την αγάπη σε αγαπημένο. Η φρέζα μου που είναι εκεί φυτεμένη την αγαπάω, την βλέπω κάθε πρωί, καταλαβαίνεις; Ή έναν συγκεκριμένο άνθρωπο… Όλα τα άλλα… Παρέες, ρε, μπορείς να κάνεις παρέες; Φιλία. Έρωτα! Κάντε έρωτα, αγαπηθείτε κάντε τις παρέες σας, σκεφτείτε, αναπτύξτε την κριτική σας σκέψη”…

 

 

 

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 29 Απριλίου 2017

” Ξεκινάς αυτό το ταξίδι μόνο όταν έχεις δει πραγματικά αυτή την αλήθεια: ότι πρέπει να βαδίσεις ολομόναχος. Και τότε είσαι μόνος. Και βαδίζεις χωρίς πίκρα ή κυνισμό, χωρίς απελπισία, αλλά επειδή βλέπεις το γεγονός ότι η μοναξιά είναι απόλυτα απαραίτητη. Το γεγονός αυτό και η αντίληψη αυτού του γεγονότος κάνουν κάποιον ελεύθερο να βαδίσει μόνος. Το βιβλίο, ο σωτήρας, ο δάσκαλος, όλα αυτά είσαι ΕΣΥ. Πρέπει, λοιπόν, να ερευνήσεις μέσα σου, πρέπει να μάθεις τον εαυτό σου. Κι αυτό δεν σημαίνει να συσσωρεύσεις γνώση για τον εαυτό σου και ύσtερα με αυτή τη γνώση να κοιτάζεις την κίνηση της ίδιας σου της σκέψης. Για να μάθεις τον εαυτό σου, για να γνωρίζεις τον εαυτό σου, πρέπει να παρατηρείς με φρεσκάδα, με ελευθερία. Δεν μπορείς να μάθεις κάτι για τον εαυτό σου αν απλώς χρησιμοποιείς κάποια γνώση που έχεις πάρει, δηλαδή αν κοιτάς τον εαυτό σου με γνώμονα όσα έχεις μάθει από κάποιο καθοδηγητή, κάποιο βιβλίο ή κι από την ίδια σου την εμπειρία. Το “εγώ” είναι μια εξαιρετική οντότητα, είναι κάτι περίπλοκο, ζωτικό, εκπληκτικά ζωντανό, που αλλάζει αδιάκοπα και περνάει από όλων των ειδών τις εμπειρίες. Είναι ένας στρόβιλος τεράστιας ενέργειας και δεν υπάρχει κανείς να σου διδάξει τίποτα για αυτό-ΚΑΝΕΙΣ! Τούτο είναι το πρώτο που πρέπει να καταλάβει κανείς! Όταν το καταλάβεις μία και καλή αυτό, όταν δεις πραγματικά την αλήθεια του, τότε έχεις ήδη απελευθερωθεί από ένα βαρύ φορτίο: έχεις πάψει να περιμένεις από κάποιον άλλο να σου πει τι να κάνεις. Υπάρχει ήδη η αρχή του εκπληκτικού αρώματος της ελευθερίας».

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 19 Απριλίου 2017

O Nους και η Ψυχή ενώθηκαν κι έδιωξαν το Χάος, έδιωξαν την έλλειψη και την απουσία, έδιωξαν τον πόνο κι έγινε το δάκρυ φωτεινό αστέρι να θυμίζει τις ζωές πριν το Φως. Και γεννήθηκαν γενιές ευτυχισμένες που χόρταιναν το χάδι και τις αγκαλιές, που τα πρωινά τους γέμιζαν φιλιά κι οι νύχτες τους αναστεναγμούς.

Και κάποτε ο Νους και η Ψυχή θυμήθηκαν τα πρώτα τους τα λόγια, που ο Νους την προστάτευε και δεν την άφηνε να ελευθερωθεί και να μάθει από τα παθήματά της. Και της μιλούσε για όρκους που δεν κρατήθηκαν, για αδύναμους όρκους των θνητών που θα έκαναν την Ψυχή να ματώσει, να αλλάξει και να πάρει την παγωμένη μά

Κι ο Νους πάσχιζε να κρατήσει την Ψυχή να μην αγαπήσει. «Όσα δεν είσαι σε μένα θα τα βρεις, όσα σου λείπουν πάρε μου για να ολοκληρωθείς, δανείσου από την πίστη μου μέχρι να στερεωθείς» ψιθύριζε ο Νους ξανά και ξανά.

Μα η Ψυχή δεν τον άκουσε και δοκίμασε… κι έγινε ένα με το φως του έρωτα το άλικο, το κόκκινο, ξαναγεννήθηκε κι έζησε, γεύτηκε το βέλος του Έρωτα, τις γητειές και την ύπουλη μαγεία του. Κι ο Νους κρυφά τη θαύμαζε που γινόταν με κάθε χάδι πιο λαμπερή, με κάθε φιλί πιο γαλήνια, με κάθε ανατριχίλα του κορμιού πιο θεϊκή.

Και σαν αντάμωσαν του είπε: «Μη μου ζητάς τις πιο κρυφές σκέψεις μου, μη βασανίζεσαι αν ζω χωρίς εσένα. Εσύ μου έμαθες ελεύθερα να ζω μα εγώ κατάλαβα πως ζω για να αγαπώ. Μη με ρωτάς πώς θέλω πια να ζήσω. Μόνο με έρωτα κι αγάπη… κι ας μου πεις πως θα χαθώ».

Κι ο Νους στα λόγια της Ψυχής λύγισε, έγειρε, χάρισε το πρώτο του φιλί και υποσχέθηκε πως δεν θα τη σταματήσει ποτέ ξανά να αγαπήσει.

Γιατί έτσι και μόνο έτσι μπορεί να υπάρξει ζωή. Πώς μπορεί το κορμί να σταματήσει να νιώθει από το Νου; Πώς μπορεί ο χείμαρρος του έρωτα να στερέψει; Ο Νους το ξέρει πια καλά κι αφήνει την Ψυχή να πετάει

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 26 Μαρτίου 2017

 

«Δεν φταίνε οι άνθρωποι σήμερα όταν δεν μπορούν να ερωτευθούν, όταν ταυτίζουν τον έρωτα μόνο με τη χρήση του άλλου»

ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ ἔχουμε δύο λέξεις γιὰ νὰ σημάνουμε τὰ ἀντι-κείμενα τῆς ἐμπειρικῆς μας πιστοποίησης: τὴ λέξη «πράγματα» καὶ τὴ λέξη «χρήματα».

«Πράγματα» εἶναι τὰ παράγωγα τοῦ πράττειν, τὰ ἀποτελέσματα μιᾶς ποιητικῆς ἐνέργειας, τὰ πεπραγμένα ἑνὸς δημιουργοῦ προσώπου. «Χρήματα» εἶναι ἐκεῖνα ἀπὸ τὰ πράγματα ποὺ καθορίζονται κυρίως ἀπὸ τὴ χρήση τους, ἐξυπηρετοῦν χρηστικὲς ἀνάγκες, εἶναι χρήσιμα στὴν πρακτικὴ τοῦ βίου.

Τὰ πράγματα ἐνδέχεται νὰ διασώζουν τὴν ἑτερότητα (μοναδικότητα καὶ ἀνομοιότητα) ἑνὸς προσωπικοῦ δημιουργικοῦ λόγου, νὰ παραπέμπουν στὸ πρόσωπο τοῦ δημιουργοῦ τους (ὅπως ἡ ζωγραφιὰ στὸν ζωγράφο καὶ τὸ ποίημα στὸν ποιητή).

Τὰ χρήματα ταυτίζονται ἁπλῶς μὲ τὴ χρηστική τους σκοπιμότητα, παραπέμπουν στὴν ἴδια γιὰ ὅλους ὠφέλιμη διευκόλυνση.

EΧΟΥΜΕ ΚΑΙ ΜΙΑ ΤΡΙΤΗ ΛΕΞΗ ΣΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ: τὴ λέξη «νομίσματα». Εἶναι ἐκεῖνα ἀπὸ τὰ χρήματα ποὺ τὴ χρήση τους τὴν καθορίζουμε ἐμεῖς (κάθε ἀνθρώπινη κοινωνία) μὲ κοινὴ συμφωνία-σύμβαση. Ἀντιπροσωπεύουν τὴ σύμβαση (τὸν δικό μας «νόμο»), δὲν ἔχουν δική τους «φύση-οὐσία», γι’ αὐτὸ καὶ τὰ λέμε «νομίσματα»: εἶναι τὰ νομιζόμενα, «ὅτι οὐ φύσει, ἀλλὰ νόμῳ κεῖνται», καθὼς ὅρισε ὁ Ἀριστοτέλης.

Μὲ τὰ νομίσματα κατορθώνουμε οἱ ἄνθρωποι νὰ «ἰσάζωμεν» τὶς ἀνταλλακτικές μας σχέσεις, νὰ κοινωνοῦμε τὶς ἀνάγκες μας «κατὰ λόγον», μὲ τρόπο λογικό: τὸν τρόπο τῆς συμπαντικῆς ἁρμονίας καὶ κοσμιότητας. Στόχος εἶναι οἱ ἁρμονικές, κόσμιες σχέσεις μας (στόχος ὑπαρκτικῆς ἀλήθειας καὶ γνησιότητας τόσο γιὰ τοὺς ἀρχαίους Ἕλληνες ὅσο —ὡς ἐλευθερία ἀγάπης— καὶ γιὰ τοὺς Χριστιανούς).

ΤΟ ΝΟΜΙΣΜΑ ΕΙΝΑΙ ΑΠΛΩΣ ΤΟ ΜΕΣΟ, τὸ ἐργαλεῖο ποὺ ὑπηρετεῖ τὴ λογικότητα τῶν σχέσεών μας. Γι’ αὐτὸ καὶ μοιάζει ἀδιανόητο (τουλάχιστον γιὰ τὸν Ἀριστοτέλη) νὰ αὐτονομεῖται τὸ νόμισμα, νὰ λειτουργεῖ ἄσχετα ἀπὸ τὶς σχέσεις, γιὰ παράδειγμα νὰ αὐτοπολλαπλασιάζεται μὲ τὸν «τόκο»: ὁ τόκος, τὸ νὰ «τίκτει» τὸ νόμισμα, «παρὰ φύσιν τῶν χρηματισμῶν ἐστι».

Τὰ «πράγματα» προσφέρονται στὴ σχέση, τὰ «χρήματα» καὶ τὰ «νομίσματα» στὴ χρήση ποὺ ὑπηρετεῖ τὴ σχέση (ὅταν ἀποβλέπει ἡ χρήση στὴν «κοινωνία τῆς χρείας»).

ΟΜΩΣ ΣΗΜΕΡΑ ΖΟΥΜΕ ΣΕ ΚΟΙΝΟ ΤΡΟΠΟ ΒΙΟΥ (δηλαδὴ πολιτισμό) ποὺ μειώνει συνεχῶς τὸ πεδίο τῶν σχέσεων, τὸ ἐνδιαφέρον ἢ τὴν ἀνάγκη τῆς σχέσης, γιὰ χάρη τῆς προτεραιότητας τῶν χρήσεων.

 

Στὸν πολιτισμό μας ἡ χρήση αὐτονομεῖται ἀπὸ τὴ σχέση, τείνει νὰ ὑποκαταστήσει τὴν κοινωνία τῆς χρείας μὲ παράλληλες ἄπληστες χρήσεις. Διαμορφώνει ἀνεπαίσθητα τὸν ψυχισμό μας αὐτὸς ὁ πολιτισμός, μᾶς μπολιάζει μὲ ἀντανακλαστικὰ κυρίως χρησιμοθηρικά, μὲ προϊούσα ἀνικανότητα σχέσης, ἀνέραστη συμπεριφορά.

 

ΔΕΝ ΦΤΑΙΝΕ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΣΗΜΕΡΑ ΟΤΑΝ ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΕΡΩΤΕΥΘΟΥΝ, ὅταν ταυτίζουν τὸν ἔρωτα μόνο μὲ τὴ χρήση τοῦ ἄλλου. Δὲν φταῖνε, γιατὶ δὲν ἀσκήθηκαν ποτὲ στὴ σχέση, δὲν ξέρουν νὰ σχετίζονται, κάθε ἐπιθυμία τους ἐκπληρώνεται πατώντας ἕνα κουμπί. Δὲν ἔμαθαν νὰ μοιράζονται τὸ θέλημά τους, νὰ βγαίνουν ἀπὸ τὸ ἐγώ τους. Ξέρουν μόνο τὴ χρήση, ὄχι τὴ σχέση, μόνο τὰ χρήματα, ὄχι τὰ πράγματα.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 25 Μαρτίου 2017

. Εάν αποσυνθέσεις την Ελλάδα, στο τέλος θα δεις να σου απομένουν μια ελιά, ένα αμπέλι κι ένα καράβι. Που σημαίνει: με άλλα τόσα την ξαναφτιάχνεις.

2. Τα τρία Τ της επιτυχίας: Ταλέντο, Τόλμη, Τύχη.

3. Πιάσε το ΠΡΕΠΕΙ από το ιώτα και γδάρε το ίσαμε το πι.

4. Είναι διγαμία ν’ αγαπάς και να ονειρεύεσαι.

5. Την αλήθεια την φτιάχνει κανείς ακριβώς όπως φτιάχνει και το ψέμα.

6. Η λύπη ομορφαίνει επειδή της μοιάζουμε.

7. Το κενό υπάρχει όσο δεν πέφτεις μέσα του.

8. Κάνε άλμα πιο γρήγορο από τη φθορά.

9. Όταν ακούς τάξη, ανθρωπινό κρέας μυρίζει.

10. Βαρύς ο κόσμος να τον ζήσεις, όμως για λίγη περηφάνια το άξιζε.

11. Χαράξου κάπου με οποιονδήποτε τρόπο και μετά πάλι σβήσου με γενναιοδωρία…

12. Και η Ποίηση πάντοτε είναι μία όπως ένας είναι ο ουρανός. Το ζήτημα είναι από πού βλέπει κανείς τον ουρανό. Εγώ τον έχω δει από καταμεσίς της θάλασσας.

13. Για να πατάς στέρεα στη γη, πρέπει το ένα πόδι σου να είναι έξω από τη γη.

14. Όταν η συμφορά συμφέρει, λογάριαζέ την για πόρνη.

15. Αλλά με τις ξόβεργες μπορεί να πιάνεις πουλιά, δεν πιάνεις ποτέ το κελαηδητό τους. Χρειάζεται η άλλη βέργα, της μαγείας, και ποιος μπορεί να την κατασκευάσει αν δεν του ’χει από μιας αρχής δοθεί;

16. Από τον Θεό τραβιέται ο άνθρωπος όπως ο καρχαρίας από το αίμα.

17. Το άπειρο υπάρχει για μας όπως η γλώσσα για τον κωφάλαλο.

18. Αρκετά λατρέψαμε τον κίνδυνο κι είναι καιρός να μας το ανταποδώσει.

19. Μια νομοθεσία εντελώς άχρηστη για τις Εξουσίες θα ‘τανε αληθινή σωτηρία.

20. Τη μαγεία δεν την πιάνεις με την ερμηνεία της μαγείας, πόσο μάλλον με την περιγραφή της ερμηνείας της μαγείας. Ή κελαηδάς ή σωπαίνεις. Δε λες: αυτό που κάνω είναι κελαηδητό!

21. Δυστυχώς και η Γη με δικά μας έξοδα γυρίζει.

22. Η αλήθεια βγαίνει χυτή σαν το νιόκοπο άγαλμα, μόνον μέσ’ από τα καθάρια νερά της μοναξιάς· κι η μοναξιά της πένας είναι από τις πιο μεγάλες.

23. Ο Νόμος που είμαι δεν θα με υποτάξει.

24. Ένας Αναχωρητής για τους μισούς είναι, αναγκαστικά, για τους άλλους μισούς, ένας Ερχόμενος.

25. Φτασμένες οι προλήψεις σε μια καθαρότητα μαθηματική, μας οδηγούν στη βαθύτερη γνώση του κόσμου.

26. Αλλά κάτεχε ότι μονάχα κείνος που παλεύει το σκοτάδι μέσα του θα ‘χει μεθαύριο μερτικό δικό του στον ήλιο.

27. Ήρθαν ντυμένοι φίλοι αμέτρητες φορές οι εχθροί μου το παμπάλαιο χώμα πατώντας.

28. Ναι, ο Παράδεισος δεν ήταν μια νοσταλγία. Ούτε, πολύ περισσότερο, μια ανταμοιβή. Ήταν ένα δικαίωμα.

29. Κι έναν πόντο πιο ψηλά να πάτε, άνθρωποι, ευχαριστώ θα σας πει ο Θεός.

30. Τρώγε την πρόοδο και με τα φλούδια και με τα κουκούτσια της.

31. Ο ήλιος σκάει μέσα μας κι εμείς κρατάμε την παλάμη στο στόμα έντρομοι.

32. Στην κακή μοιρασιά πάντοτε ο Θεός ζημιώνεται.

33. Όπου ακούς αέρα είναι η γαλήνη που βρυκολάκιασε.

34. Ψαρεύοντας έρχεται η θάλασσα.

35. Θεέ μου τι μπλε ξοδεύεις για να μη σε βλέπουμε.

36. Τη γλώσσα μου έδωσαν Ελληνική. Το σπίτι φτωχικό στις αμμουδιές του Ομήρου.

37. Πριν απ’ τα μάτια μου ήσουν φως. Πριν απ’ τον Έρωτα έρωτας Κι όταν σε πήρε το φιλί, Γυναίκα.

38. Μέσα στη θλίψη της απέραντης μετριότητας, που μας πνίγει από παντού, παρηγοριέμαι ότι κάπου, σε κάποιο καμαράκι, κάποιοι πεισματάρηδες αγωνίζονται να εξουδετερώσουν τη φθορά.

39. Το ελάχιστο θέλησα και με τιμώρησαν με το πολύ.

40. Κείνο που σου προσάπτουνε τα χελιδόνια είναι η άνοιξη που δεν έφερες.

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 19 Μαρτίου 2017

…… “Το Ρίσκο – Αυτό είναι το Κλειδί για την Αλλαγή

Αν πλήττεις, αν φοβάσαι, αν δεν σ’ αρέσει το σκηνικό σου, άνοιξε την πόρτα και φύγε!

Ποιος είπε, ότι πρέπει να μείνεις εδώ; Όσο η καρδιά και το μυαλό σου δουλεύουν και το ηθικό είναι ακμαίο, μπορείς να μπεις σε όποιο σκηνικό θελήσεις.

Μπορείς να φτιάξεις το δικό σου. Να δημιουργήσεις ένα νέο. Από αύριο κιόλας τα πράγματα θα είναι διαφορετικά. Κάνε τα διαφορετικά γιατί μόνο η πράξη αλλάζει.

Οι κουβέντες είναι καλές μόνο στην αρχή. Η συνειδητοποίηση είναι μόνο η μισή λύση. Τα υπόλοιπα είναι πράξη…

Διάλεξε το δρόμο της ζωής.

Διάλεξε το δρόμο της αγάπης.

Διάλεξε τον δρόμο του ενδιαφέροντος.

Διάλεξε το δρόμο της ελπίδας.

Διάλεξε το δρόμο της πίστης στο αύριο.

Διάλεξε το δρόμο της εμπιστοσύνης.

Διάλεξε το δρόμο της καλοσύνης.

Από εσένα εξαρτάται. Εσύ θα διαλέξεις.

Μπορείς να διαλέξεις την απελπισία, την δυστυχία. Μπορείς να κάνεις τη ζωή δύσκολη για τους άλλους. Μπορείς να διαλέξεις την θρησκοληψία. Γιατί όμως; Δεν έχει νόημα. Είναι και πάλι αυτομαστίγωμα.

Σε προειδοποιώ όμως ότι, αν αποφασίσεις να πάρεις την πλήρη ευθύνη για τη ζωή σου, δεν πρόκειται να είναι εύκολο πράγμα και θα πρέπει να μάθεις ξανά να ρισκάρεις.

Το ρίσκο – αυτό είναι το κλειδί για την αλλαγή.

«Όταν γελάς, διακινδυνεύεις να περάσεις για ηλίθιος»

Και λοιπόν; Και λοιπόν; Συχνά λέω πως ο κόσμος βλέπει τον Μπουσκάλια σαν ένα είδος τρελού. Είναι πραγματικά τρελό! Εγώ όμως το γλεντάω αφάνταστα, ενώ χιλιάδες γνωστικοί πεθαίνουν από ανία.

«Όταν κλαις, κινδυνεύεις να περάσεις για συναισθηματικός»

Δε φοβάμαι να κλάψω. Κλαίω συχνά. Κλαίω από απελπισία. Μερικές φορές κλαίω διαβάζοντας τις εργασίες των μαθητών μου. Κλαίω όταν βλέπω ευτυχισμένους ανθρώπους. Κλαίω όταν βλέπω ανθρώπους να αγαπιούνται. Δε με νοιάζει μήπως φανώ συναισθηματικός. Δεν πειράζει. Μ’ αρέσει. Μου καθαρίζει τα μάτια.

«Όταν ανοίγεσαι στους άλλους, κινδυνεύεις να μπλεχτείς»

Και τι πιο σημαντικό υπάρχει στην ζωή; Δεν έχω καμιά διάθεση να ζήσω μόνος μου σ’ ένα νησί. Το γεγονός ότι βρισκόμαστε μαζί εσείς και εγώ, σημαίνει πως έτσι είμαστε φτιαγμένοι. Ας βρούμε τρόπους να κάνουμε την κατάσταση αυτή μια ευκαιρία χαράς.

«Όταν δείχνεις τα συναισθήματα σου, κινδυνεύεις να αποκαλύψεις την ανθρωπιά σου»

Εγώ χαίρομαι να αποκαλύπτω την ανθρωπιά μου. Μπορείς να αποκαλύψεις πολύ χειρότερα πράγματα από την ανθρωπιά σου.

«Όταν εκθέτεις τις ιδέες και τα όνειρά σου στο κόσμο, κινδυνεύεις να τα χάσεις»

Τι να γίνει. Δεν μπορείς να κερδίζεις τα πάντα. Κι ούτε είναι δυνατόν να σε αγαπούν όλοι. Πάντα θα υπάρχει κάποιος που θα πει «Είναι απατεώνας. Έλα Μέιμπελ, αρκετά ακούσαμε. Πάμε σπίτι ». Κι αυτό είναι πολύ καλό, ξέρετε, και σωστό. Δεν είναι δυνατόν να σε αγαπούν όλοι.

«Όταν αγαπάς, κινδυνεύεις να μην έχει ανταπόκριση η αγάπη σου»

Δεν είναι κακό αυτό. Αγαπάς για να αγαπάς, και όχι για να πάρεις ανταπόκριση – αυτό δεν είναι αγάπη.

«Όταν ελπίζεις, κινδυνεύεις να πονέσεις» και «’Όταν δοκιμάζεις, κινδυνεύεις να αποτύχεις»

Κι όμως πρέπει να ρισκάρεις, γιατί η μεγαλύτερη ατυχία στη ζωή είναι να μην ρισκάρεις τίποτε. Όποιος δεν ρισκάρει τίποτε δεν κάνει τίποτε, δεν έχει τίποτε και δεν είναι τίποτε. Μπορεί ν’ αποφεύγει τον πόνο και την λύπη, αλλά δεν μαθαίνει, δε νιώθει, δεν αλλάζει, δεν αναπτύσσεται, δεν ζει και δεν αγαπά.

Είναι δούλος αλυσοδεμένος με τις βεβαιότητες και τους εθισμούς του. Έχει ξεπουλήσει το μεγαλύτερο αγαθό του, την ατομική του ελευθερία. Μόνο ο άνθρωπος που ρισκάρει είναι ελεύθερος.

 

Το να κρατάς κρυμμένο τον εαυτό σου, να τον χάνεις με τις αυτομειωτικές σου ιδέες, είναι θάνατος. Μην αφήσεις να σου συμβεί αυτό.

 

Η μεγαλύτερή σου υποχρέωση είναι να γίνεις όλα όσα είσαι όχι μόνο για δικό σου όφελος, άλλα και για δικό μου..

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 19 Μαρτίου 2017

Όταν κάποιος μας φέρεται άσχημα, πρέπει να σκεφτόμαστε δύο πράγματα: πρώτον, ότι κι εμείς έχουμε ελαττώματα και, δεύτερον, ότι ο καθένας είναι, εν μέρει τουλάχιστον, προϊόν των συνθηκών της ζωής του. Αν, λόγου χάρη, κάποιος γίνει κατά συρροήν δολοφόνος, υπάρχουν πολλές πιθανότητες να έχει κακοποιηθεί στην παιδική του ηλικία, να έχει δηλαδή «κατασκευαστεί» μέσα από φρικτές καταστάσεις. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να παραβλέπουμε τις αποτρόπαιες πράξεις ή ότι πρέπει να εξισώνουμε το ηθικό βάρος όλων των πράξεων, ή να τις αφήνουμε ατιμώρητες. Όταν λοιπόν οι άνθρωποι δεν ενεργούν με τον τρόπο που θέλουμε, ας δείχνουμε επιείκεια. Ο λαός, που δεν είναι πάντα σοφός -αλλά μερικές φορές είναι- λέει: «Δώσε τόπο στην οργή». Εξάλλου, δεν έχουν όλοι οι άνθρωποι την ίδια πνευματική δύναμη ώστε να γίνονται καλύτεροι. Η βελτίωσή μας είναι μια σταδιακή διαδικασία με πολλά πισωγυρίσματα. Πρέπει να μάθουμε να συγχωρούμε τους άλλους όπως συγχωρούμε τον εαυτό μας. Κι εκτός αυτού, όπως έλεγε ο Όσκαρ Ουάιλντ, με το να συγχωρούμε τους εχθρούς μας τους εκνευρίζουμε λίγο περισσότερο -πράγμα που μπορεί να είναι διασκεδαστικό και σωτήριο. Η συνηθέστερη αντίδρασή μας στους κλέφτες, τους ψεύτες, τους κακοποιούς είναι το μίσος και η επιθυμία για εκδίκηση. Όμως το πρόβλημα δεν λύνεται έτσι. «Προτού ξεκινήσεις για ταξίδι εκδίκησης, σκάψε δύο τάφους» λέει ο Κομφούκιος. Το πρόβλημα λύνεται με την κατανόηση, με την αποδοχή του εξής απλού γεγονότος: οι άνθρωποι που σφάλλουν στερούνται των ηθικών εκείνων κριτηρίων που οδηγούν τους ενάρετους. Όταν λοιπόν κάποιος πει ή κάνει κάτι ανόητο, κάτι απεχθές, είναι άξιος οίκτου, όχι θυμού. Τέλος, είναι χρήσιμο να σκεφτόμαστε πως αν οι άνθρωποι μας ήξεραν καλύτερα, αν ήξεραν τα βαθύτερα ελαττώματα μας, ίσως να μας κακολογούσαν ακόμα περισσότερο. Πολλά από τα ελαττώματα μας τα ξέρουμε μόνον εμείς. Όλοι έχουμε μυστικά, υπό την έννοια ότι προσπαθούμε να δείχνουμε καλύτεροι απ’ ό,τι είμαστε. Αν λοιπόν κάποιος σε έχει εξοργίσει, έχε υπόψη ότι είναι η δική σου σκέψη που σε εξοργίζει (κάτι σχετικό λέει και ο Δαλάι Λάμα για τον θυμό) -μην αφήσεις τις εντυπώσεις σου να σε παρασύρουν σε υπερβολικές αντιδράσεις. Αν δώσεις λίγο χρόνο στον εαυτό σου, θα μπορέσεις να ελέγξεις τις αντιδράσεις σου: η σύγχρονη λέξη είναι anger-management. Όλοι θα συμφωνήσουμε ότι ο θυμός καταστρέφει την ικανότητά μας να παίρνουμε σωστές αποφάσεις. Γι’ αυτό, πρέπει να φερόμαστε με μετριοπάθεια και, ταυτοχρόνως, με αποφασιστικότητα. Ο Επίκτητος λέει ότι κάθε πράγμα έχει δύο λαβές: μία από την οποία μπορείς να το σηκώσεις και μία από την οποία δεν μπορείς. Δηλαδή, κάθε πράγμα έχει δύο όψεις, μία υποφερτή και μία όχι. Ο θυμός μοιάζει ανώφελος· μας εμποδίζει να διαχειριζόμαστε την κατάσταση που ουσιαστικά τον προκάλεσε και, όχι σπάνια, γίνεται εργαλείο παραλογισμού. Λέει ο Ρωμαίος ιστορικός Τάκιτος: «Οι προσβολές, όταν γίνονται δεκτές με περιφρονητική σιωπή, εξουδετερώνονται. Όταν γίνονται δεκτές με εκνευρισμό όμως, δείχνουμε ότι, σε κάποιο βαθμό, αναγνωρίζουμε την αλήθεια των προσβολών». Ο Σωκράτης δεν έχανε ποτέ την ψυχραιμία του. Στις διαφωνίες του με άλλους ανθρώπους δεν έλεγε ποτέ κάτι αλαζονικό ή υβριστικό, ανεχόταν την αλαζονεία των άλλων βάζοντας τέρμα στον διαπληκτισμό. Η αλαζονεία δεν μας αφήνει να δούμε τα ελαττώματά μας, αλλά, όπως έλεγε ο Απολλόδωρος, δεν υπάρχει ανάστημα στο ανθρώπινο γένος που να μην το συνέτριψε ο χρόνος ή ο φθόνος.

[Πηγή: www.doctv.gr]

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 11 Μαρτίου 2017
Μια φορά και έναν καιρό, πλάι σε ένα πανύψηλο υπερήφανο κυπαρίσσι, ζούσε μια ελάχιστη ταπεινή αγριάδα, που ζήλευε το μπόι του κυπαρισσιού κι ήθελε να το φτάσει, γι’ αυτό και τεντωνότανε αδιάκοπα στις μύτες των ριζών της, πασχίζοντας να σηκωθεί πιο πάνω από το χώμα. Μάταιη προσπάθεια και αρκετά οδυνηρή γιατί, κάθε φορά που έκανε αυτή τη γυμναστική, για μέρες μετά την πόναγε ανυπόφορα η μέση της.

 

Το κυπαρίσσι, που παρακολουθούσε αφ’ υψηλού τον αγώνα της αγριάδας, σειόταν και λυγιόταν καμαρωτό και της έλεγε υπεροπτικά, με προφορά σχεδόν εγγλέζικη, της Οξφόρδης: “Δεν γνωρίζετε τι χάνετε αγαπητή μου αγριάδα, εκεί στην επιφάνεια του εδάφους όπου βρίσκεσθε. Δίχως να θέλω διόλου να υπερηφανευθώ, σας πληροφορώ ότι από την κορυφή μου έχω απεριόριστη θέα του κόσμου και θα ήταν ακόμα πιο απεριόριστη, θα έβλεπα ως τη Γουατεμάλα, αν κάποια αναιδή βουνά, γύρω τριγύρω, δεν την περιόριζαν. Ωστόσο ευελπιστώ ή, μάλλον έχω τη βεβαιότητα ότι η βροχή θα λιώσει, σιγά σιγά, αυτά τα αναιδή βουνά και τότε θα δω τη Γουατεμάλα. Το σχέδιο αυτό είναι βεβαίως μακροπρόθεσμο, αλλά μπορώ να περιμένω, αφού ως γνωστόν, ζω επτακόσια χρόνια”.

Η αγριάδα αν και δεν ήξερε ούτε που βρίσκεται αυτή η Γουατεμάλα ούτε αν τα βουνά λιώνουν από τη βροχή ούτε, ακόμη, αν είναι πολλά τα επτακόσια χρόνια, ακούγοντας αυτά τα ανήκουστα λόγια, ένιωθε την καρδιά της να μαραζώνει και, τις νύχτες που κοιμόταν, έβλεπε πάντα το ίδιο όνειρο. Ψήλωνε, λέει, ψήλωνε τόσο, που ξεπερνούσε κατά πολύ στο μπόι το κυπαρίσσι, ξεπερνούσε ακόμη και τα πιο ψηλά βουνά κι έβλεπε από κει πάνω όχι μόνο τη Γουατεμάλα αλλά και το Ακαλακούμπα, χώρα ακόμα πιο μακρινή, ακόμα πιο ωραία, όπου οι άνθρωποι χόρευαν ένα γρήγορο χορό που τόνε λέγανε ρούμπα. Βέβαια όταν ξύπναγε το πρώτο πράγμα που έβλεπε μπροστά της ήταν ένα σαλιγκάρι τόσο αργοκίνητο, που έμενε στο οπτικό πεδίο της όλη τη μέρα, προκαλώντας της κατάθλιψη και κάνοντας την να μην βλέπει την ώρα πότε θα ξανανυχτώσει, για να κοιμηθεί και να ονειρευτεί το μακρινό Ακαλακούμπα και τον γρήγορο χορό που τόνε λένε ρούμπα.

Έτσι ζούσαν κυπαρίσσι και αγριάδα, πλάι πλάι, αλλά το καθένα στον κόσμο του, ώσπου μια μέρα φθινοπωρινή (χρόνια πολλά, πάρα πολλά πριν τα επτακόσια), που ο ουρανός είχε ένα χρώμα μολυβί, μια λάμψη ξαφνική, ονόματι αστροπελέκι, χτύπησε κατακέφαλα το κυπαρίσσι και το έκαψε. Η βροχή που ακολούθησε, μπόρα τρικούβερτη, αντί να λιώσει τα βουνά που του κρύβαν τη Γουατεμάλα, τη στάχτη του έλιωσε και γκρίζα λάσπη την υπερηφάνεια του έκανε.

Η αγριάδα, άναυδη στην αρχή, όταν συνήλθε κάπως, μακάρισε το ελάχιστο της μπόι και θρήνησε το κυπαρίσσι, που -πως να το κάνουμε;- αν και φλύαρο και υπερφίαλο, της είχε χαρίσει το όνειρο των μεγάλων αποστάσεων, του απέραντου κόσμου.

Μετά απ’ αυτό το θλιβερό γεγονός, σταμάτησε την έτσι κι αλλίως ανώφελη γυμναστική της και μόνο αραιά και που έβλεπε στον ύπνο της το εξωτικό Ακαλακούμπα. Κανένας όμως πια δεν χόρευε εκεί τη ρούμπα.

Ήτανε, βέβαια, ακόμα νεαρά και εστερείτο πείρας, που καν δεν γνώριζε τις φυσικές τις ιδιότητες. Έτσι, ένα ανοιξιάτικο πρωί, παραξενεύτηκε πολύ, νίωθοντας να τη φαγουρίζουνε οι ρίζες της, κι ακόμα πιο πολύ παραξενεύτηκε σαν είδε, δύο μέρες τρεις αργότερα, λίγο πιο κεί, μεσ’ απ’ το χώμα να προβάλει ένα μικρό, χλωροπράσινο βλαστάρι αγριάδας.

“Μπα, καινούργια απόχτησα γειτόνισσα!” ήταν η πρώτη σκέψη της, αλλά όταν είπε “καλωσόρισες, γειτόνισσα”, άκουσε, την ίδια ακριβώς στιγμή, να λέει και το βλαστάρι τα ίδια λόγια, να την καλοσωρίζει δηλαδή με την φωνή της. Το ίδιο έγινε, ακριβώς, άλλες δύο μέρες τρεις αργότερα, όταν καινούργιο εμφανίστηκε, πιο πέρα, βλασταράκι.

 

Μπορεί, λοιπόν, να ήταν άπειρη, αλλά κουτή δεν ήταν.Έτσι, κατάλαβε ότι στον εαυτό της μίλαγε, αφού τα νέα αυτά βλαστάρια από τις ρίζες της ξεπήδαγαν και σαρξ εκ της σαρκός της ήσαν.

Λόγια πολλά για να μην λέμε και χρόνο να μην κλέβουμε απ’ την αιωνιότητα, μέσα σε χρόνια ελάχιστα, πολύ πιο λίγα από τα επτακόσια, η αγριάδα είχε ρίζα τη ρίζα, καταβολάδα τη καταβολάδα, βλαστάρι το βλαστάρι, όλο το κάμπο καταχτήσει κι όλα τα βουνά ως τη κορφή τους και πιο πέρα. Για το πιο πέρα δεν μπορώ να πω, τα μάτια μου μονάχα ως τις βουνοκορφές την ακολούθησαν, πιο πέρα δεν άντεξαν. Έμαθα ωστόσο, από έγκυρες πηγές, πως έφτασε στο Ακαλακούμπα και πως στο δροσερό και καταπράσινο χαλί της χορεύουν τώρα γυμνοπόδαροι εραστές τη ρούμπα.

Επιμύθιο Ι: Όσο πιο κοντά στη γη βρίσκεσαι, τόσο πιο μακριά από τ’ αστροπελέκια είσαι.

Επιμύθιο ΙΙ: Δια του οριζοντίου ύψους, η απόστασις, εώς το Ακαλακούμπα, καλύπτεται εις χρόνον κατά πολύ συντομότερον των επτακοσίων ετών.

________

 Η ιστορία αυτή είναι από το βιβλίο: “Το οριζόντιο ύψος και άλλες αφύσικες ιστορίες” του Αργύρη Χιόνη, εκδόσεις Κίχλη.

Από antikleidi

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 9 Μαρτίου 2017

Μια γυναίκα είδε τρεις γέρους με λευκές γενειάδες στον κήπο της. Δεν ήξερε ποιοι ήταν, αλλά τους λυπήθηκε και τους κάλεσε να μπουν στο σπίτι να τους δώσει να φάνε κάτι.
-Είναι εδώ ο άντρας του σπιτιού; τη ρώτησε κάποιος.
-Όχι, απάντησε η γυναίκα.
Το σούρουπο, όταν ο άντρας της γύρισε στο σπίτι, η γυναίκα του διηγήθηκε το συμβάν.
-Πήγαινε και πες τους ότι είμαι στο σπίτι κι ότι τους καλώ να έρθουν και οι τρεις.
Έτσι έκανε η σύζυγος, κι αυτή τη φορά η απάντηση ήταν διαφορετική:
-Δεν μπορούμε να είμαστε καλεσμένοι σ’ ένα σπίτι και οι τρεις, της είπε με αποφασιστικότητα κάποιος.
-Γιατί; ρώτησε η γυναίκα με πολλή περιέργεια. Ο γέροντας με τη λευκότερη γενειάδα της απάντησε:
-Το όνομά του είναι Πλούτος, είπε δείχνοντας τον έναν και, δείχνοντας τον άλλο, πρόσθεσε: Το όνομά του είναι Επιτυχία, και το δικό μου είναι Αγάπη… Τώρα, πήγαινε στον άντρα σου κι αποφασίστε ποιον καλείτε.
Ο άντρας της, συγκινημένος, αναφώνησε:
-Τι καταπληκτικό! Αν πρέπει να διαλέξουμε, θα καλέσουμε τον Πλούτο. Έτσι θα γεμίσουμε το σπίτι με πλούτη.
Όμως η σύζυγος σχολίασε πως ήταν καλύτερα να καλέσουν την Επιτυχία, ώστε να τους θαυμάζουν όλοι. Η κόρη , που άκουγε τη συζήτηση από το δωμάτιό της, αναφώνησε:
-Γιατί δεν καλούμε την Αγάπη; Γιατί πρέπει πάντα να σκεφτόμαστε τα πλούτη και την επιτυχία σαν να μην είναι η αγάπη τόσο σημαντική για μας;
Οι γονείς, ντροπιασμένοι, της έδωσαν δίκιο. Τότε η γυναίκα βγήκε να συναντήσει τους γέροντες και τους ρώτησε:
-Ποιος από σας είναι η Αγάπη; Παρακαλώ, να περάσει και να είναι ο καλεσμένος μας.
Ο γέροντας Αγάπη σηκώθηκε κι άρχισε να περπατάει. Σηκώθηκαν και οι άλλοι δύο. Έκπληκτη η γυναίκα κοίταξε τους γέροντες Επιτυχία και Πλούτο και τους ρώτησε:
-Αφού κάλεσα την Αγάπη, γιατί έρχεστε κι εσείς;
Οι τρεις γέροντες απάντησαν μαζί:
-Αν είχατε καλέσει την Επιτυχία ή τον Πλούτο, οι άλλοι δύο θα έμεναν έξω, αλλά όπου πάει η Αγάπη, ακολουθούν και οι άλλοι δύο. Όπου υπάρχει αγάπη, πάντα υπάρχει επιτυχία και πλούτος.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 7 Μαρτίου 2017

Το πρόβλημα με την ελευθερία του ανθρώπου ξεκινάει από το σώμα του. Άμα δεν έχεις το δικαίωμα να χρησιμοποιήσεις το σώμα σου όπως σου γουστάρει, τότε μπορεί να αρνείσαι ένα ανελεύθερο σύστημα, αλλά ταυτόχρονα να αναπαραγάγεις ένα νέο σύστημα καταπίεσης.

Και η ευτυχία του ανθρώπου δε μπορεί να νοηθεί διαφορετικά, παρά μονάχα μες από την ελευθερία του σώματός του, μες από την ελευθερία της συμπεριφοράς του.

Νομίζω πως το πιο κρίσιμο πρόβλημα, για την εποχή μας τουλάχιστον, σχετικά με την ευτυχία του ανθρώπου είναι το πρόβλημα της ελευθερίας του, η ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητάς του, χωρίς εξαρτήσεις, όρους ή περιορισμούς. Η απελευθέρωσή του από κάθε μορφή εξουσίας, ιεραρχίας και αυθεντίας.

Οι άνθρωποι δε θα δουλεύουν από ανάγκη για να ζήσουν, αλλά από την ανάγκη της χαράς, της δημιουργίας. Ο καθένας στο παιχνίδι του, στο άθλημά του.

 

Το νόημα του συστήματος

Είναι πάρα πολύ εύκολο να φτιάξεις μια ιδεολογία ή μια θεωρία για την κοινωνία και να καλέσεις τους ανθρώπους να την εφαρμόσουν. Είναι όμως τρομερά δύσκολο, ως ανυπέρβλητο, να ξεπεράσεις το εμπόδιο του εαυτού σου και της κουλτούρας που σου πότισαν από τα γεννοφάσκια σου και τα δεσμά που έχει δέσει γύρω σου το σύστημα.

Δεν υπάρχει παιδεία, σήμερα. Μη γελιόμαστε. Υπάρχει εκπαίδευση. Άλλο πράγμα η παιδεία κι άλλο πράγμα η εκπαίδευση. Σήμερα, λοιπόν, τα παιδιά εκπαιδεύονται. Γιατί; Για να βρούνε τη μηχανή του κέρδους! Να εξασφαλίσουν κάποια θέση σε κάποιο επάγγελμα.

Τη μηχανή του κέρδους! Αυτό είναι το πρόβλημα. Όσο στην κοινωνία μας η κυρίαρχη αξία του συστήματος είναι το κέρδος, από κει και πέρα μην ψάχνεις να βρεις… αυτό διαποτίζει όλες τις ανθρώπινες σχέσεις και διαποτίζει όλες τις κοινωνικές δραστηριότητες όπως είναι η παιδεία και όλα τα πράγματα.

Τώρα, αν σκεφτεί κάποιος, πώς είναι δυνατόν ένας άνθρωπος και μάλιστα ιδιοφυής, ένα εξαιρετικό μυαλό, που μετέχει της παιδείας του εικοστού πρώτου αιώνα, αφού αποφοιτήσει να πάει σε μια πολυεθνική και να κάνει έρευνα για μικροβιολογικούς, χημικούς ή άλλους πολέμους; Αυτό είναι ακατανόητο!

Χρειάζεται κανένα άλλο επιχείρημα για να αποδείξει ότι αυτό που συντελείται σήμερα, στα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα, δεν έχει καμία σχέση με την παιδεία; Διότι αν αυτός ο ιδιοφυής άνθρωπος είχε αποκτήσει πραγματικά κάποια παιδεία, δεν θα πήγαινε να διαθέσει τις γνώσεις του για να κάνει έρευνες για χημικούς πολέμους ή για το πώς η εξουσία θα υποδουλώσει π.χ. στην Αφρική για μια ακόμη φορά αυτούς τους λαούς, μέσα από τους οποίους πέρασε η πρωταρχική συσσώρευση του κεφαλαίου και τους κατάπνιξε!

 

Η “κωλοεφεύρεση που τη λένε ρολόι”

Η ζωή μας μια φορά μας δίνεται, άπαξ, που λένε, σα μια μοναδική ευκαιρία. Τουλάχιστον μ’ αυτή την αυτόνομη μορφή της δεν πρόκειται να ξανα-υπάρξουμε ποτέ. Και μείς τι την κάνουμε ρε, αντί να τη ζήσουμε; Τι την κάνουμε; Τη σέρνουμε από δω κι από κει δολοφονώντας την.

Οργανωμένη κοινωνία, οργανωμένες ανθρώπινες σχέσεις. Μα αφού είναι οργανωμένες, πώς είναι σχέσεις; Σχέση σημαίνει συνάντηση, σημαίνει έκπληξη, σημαίνει γέννα συναισθήματος, πώς να οργανώσεις τα συναισθήματα.

Έτσι, μ’ αυτή την κωλοεφεύρεση που τη λένε ρολόι, σπρώχνουμε τις ώρες και τις μέρες σα να μας είναι βάρος, και μας είναι βάρος, γιατί δε ζούμε, κατάλαβες; Όλο κοιτάμε το ρολόι, να φύγει κι αυτή η ώρα, να φύγει κι αυτή η μέρα, να έρθει το αύριο, και πάλι φτου κι απ’ την αρχή.

Χωρίσαμε τη μέρα σε πτώματα στιγμών, σε σκοτωμένες ώρες που θα τις θάβουμε μέσα μας, μέσα στις σπηλιές του είναι μας, στις σπηλιές όπου γεννιέται η ελευθερία της επιθυμίας, και τις μπαζώνουμε με όλων των ειδών τα σκατά και τα σκουπίδια που μας πασάρουν σαν “αξίες”, σαν “ηθική”, σαν “πολιτισμό”.

Κάναμε το σώμα μας ένα απέραντο νεκροταφείο δολοφονημένων επιθυμιών και προσδοκιών, αφήνουμε τα πιο σημαντικά, τα πιο ουσιαστικά πράγματα, όπως να παίξουμε και να χαρούμε μεταξύ μας, να παίξουμε και να χαρούμε με τα παιδιά και τα ζώα, με τα λουλούδια και τα δέντρα, να κάνουμε έρωτα, να απολαύσουμε τη φύση, τις ομορφιές του ανθρώπινου χεριού και του πνεύματος, να κατεβούμε τρυφερά μέσα μας, να γνωρίσουμε τον εαυτό μας και τον διπλανό μας.

Όλα, όλα τα αφήνουμε για το αύριο που δε θα ‘ρθει ποτέ… Αφού ανατέλλει, δύει ο ήλιος και δεν πάμε πουθενά αλλού, παρά μόνο στο θάνατο, και εμείς οι μαλάκες, αντί να κλαίμε το δειλινό που χάθηκε άλλη μια μέρα απ’ τη ζωή μας, χαιρόμαστε.

 

Η κορυφαία πολιτική μάχη

Όταν συνειδητοποίησα ότι δε μπορώ να αλλάξω το σύστημα, άρχισα να αγωνίζομαι να μη με αλλάξει αυτό.

Αγωνίζομαι να μείνω άνθρωπος. Και αυτό είναι η κορυφαία πολιτική μάχη. Να μπορείς να αποφύγεις τη βαρβαρότητα αυτής της εποχής. Να μπορείς να παραμείνεις άνθρωπος με τρυφερότητα. Με το δικό σου βλέμμα.

Η ζωή είναι ένα δώρο που μας δίνεται μία φορά. Οι περισσότεροι άνθρωποι όταν ξημερώνει λένε “άντε να τελειώσει κι αυτή η κωλομέρα”. Και δεν καταλαβαίνουν ότι κάνουν άλλο ένα βήμα προς το θάνατο.

 

“Τολμάτε ρε!”

Τολμάτε ρε, τολμάτε! Γράψτε αυτό που θέλετε, αυτό που σκέφτεστε. Απορρίψτε τις σκοπιμότητες.

Εγώ έγραφα, κι έγραφα με την ψυχή, κι όταν με είπαν συγγραφέα πρώτη φορά τα ‘χασα! Μα, σοβαρά μιλάτε ρε παιδιά, συγγραφέας; Δεν είχα καμία τέτοια πρόθεση απλά στις παρέες, στον κήπο, τους έλεγα ιστορίες και μου έλεγαν, ρε Χρόνη γιατί δεν τα γράφεις αυτά τα πράγματα; Κι έτσι βγήκε.

Γιατί τα βιώματα ήταν ουσιαστικά. Κατάλαβες; Ζούσαμε. Είχε συνέχεια η ζωή μας, δεν ήταν αυτή η γκρίζα καθημερινότητα, αλλά ήταν μεγάλο κατόρθωμα να παραμείνεις άνθρωπος.

Ήταν πολύ σημαντικό να μπορείς να κοιτάξεις τη μάπα σου το πρωί στον καθρέφτη και να πεις, “είμαστε εντάξει ρε μάγκα, πάμε”.

 

Ο μόνος δρόμος

Εκείνο που μπορώ να υποστηρίξω το υποστηρίζω: ότι ο μόνος δρόμος, ο οποίος δεν μας οδηγεί σε κανένα λάκκο, σε καμιά λακκούβα, σε κανένα κακό συναπάντημα, είναι ο δρόμος της αγάπης, είναι ο δρόμος της τρυφερότητας, είναι ο δρόμος της κατανόησης, είναι ο δρόμος της υπεράσπισης της διαφορετικότητας του άλλου! Αυτός είναι ο μόνος δρόμος. Αν τον ακολουθήσουμε αυτόν τον δρόμο δεν κινδυνεύουμε. Ούτε εμείς ούτε οι συνάνθρωποί μας.

Να ‘σαι άνθρωπος δημιουργικός και ευαίσθητος. Και να αγαπάς. Να αγαπάς! Να μπορείς να μετατρέπεις κάθε μέρα την αγάπη σε αγαπημένο. Η φρέζα μου που είναι εκεί φυτεμένη την αγαπάω, την βλέπω κάθε πρωί, καταλαβαίνεις; Ή έναν συγκεκριμένο άνθρωπο…  Όλα τα άλλα… Παρέες, ρε, μπορείς να κάνεις παρέες; Φιλία. Έρωτα! Κάντε έρωτα, αγαπηθείτε κάντε τις παρέες σας, σκεφτείτε, αναπτύξτε την κριτική σας σκέψη.

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 7 Μαρτίου 2017

Στα τέλη της δεκαετίας του 1980,  η κόρη του  Αϊνστάιν, Lieserl δώρισε 1.400 επιστολές, που γράφτηκαν από τον πατέρα της , στο Εβραϊκό Πανεπιστήμιο, με εντολή να μην δημοσιεύσουν το περιεχόμενό τους, μέχρι δύο δεκαετίες μετά το θάνατό του. Αυτή είναι μία από αυτές.

«Όταν πρότεινα τη θεωρία της σχετικότητας, ελάχιστοι με κατάλαβαν, και αυτό που θα αποκαλύψω  τώρα  θα συγκρουστεί με την παρανόηση και την προκατάληψη του κόσμου.

Σου ζητώ να φυλάξεις τα γράμματα για όσο διάστημα χρειαστεί, χρόνια, δεκαετίες, έως ότου η κοινωνία είναι αρκετά προηγμένη για να δεχτεί αυτό που θα εξηγήσω παρακάτω.

Υπάρχει μια εξαιρετικά ισχυρή δύναμη που, μέχρι σήμερα, η επιστήμη δεν έχει βρει επίσημη εξήγηση για αυτήν. Είναι μια δύναμη που περιλαμβάνει και διέπει όλους, είναι πίσω από κάθε φαινόμενο που λειτουργεί στο σύμπαν και δεν έχει ακόμη προσδιοριστεί από εμάς. Αυτή η παγκόσμια δύναμη είναι η ΑΓΑΠΗ.

Όταν οι επιστήμονες ερεύνησαν για μια ενοποιημένη θεωρία του σύμπαντος ξέχασαν την πιο ισχυρή αόρατη δύναμη. Η αγάπη είναι φως, που φωτίζει αυτούς που δίνουν και  λαμβάνουν. Η αγάπη είναι βαρύτητα, επειδή κάνει τους  ανθρώπους να αισθάνονται έλξη για άλλους. Η αγάπη είναι δύναμη, διότι πολλαπλασιάζει το καλύτερο που έχουμε, και επιτρέπει στην ανθρωπότητα να μην σβήσει στον τυφλό εγωισμό της. Η Αγάπη ξεδιπλώνει και αποκαλύπτει. Για την αγάπη ζούμε και πεθαίνουμε. Αγάπη είναι ο Θεός και  Θεός είναι η Αγάπη.

Η δύναμη αυτή εξηγεί τα πάντα και δίνει νόημα στη ζωή. Αυτή είναι η μεταβλητή που έχουμε αγνοήσει για πολύ καιρό, ίσως γιατί φοβόμαστε την αγάπη, γιατί είναι η μόνη ενέργεια στο σύμπαν που ο άνθρωπος δεν έχει μάθει να οδηγεί κατά βούληση.

Για να δώσω ορατότητα στην  αγάπη, έκανα μια απλή αντικατάσταση στην πιο διάσημη εξίσωση μου. Αν αντί για E = mc2, δεχθούμε ότι η ενέργεια για να θεραπεύσει τον κόσμο μπορεί να επιτευχθεί μέσα από την αγάπη όταν πολλαπλασιάζεται με την ταχύτητα του φωτός στο τετράγωνο, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι η αγάπη είναι η πιο ισχυρή δύναμη που υπάρχει, διότι δεν έχει όρια.

Μετά την αποτυχία της ανθρωπότητας στη χρήση και τον έλεγχο των άλλων δυνάμεων του σύμπαντος, που έχουν στραφεί εναντίον μας, είναι επιτακτική ανάγκη να τραφούμε με ένα άλλο είδος ενέργειας …

Αν θέλουμε το είδος μας να επιβιώσει, αν θέλουμε να βρούμε το νόημα της ζωής, αν θέλουμε να σώσουμε τον κόσμο και κάθε ον με αισθήσεις που κατοικεί σε αυτόν , η αγάπη είναι η μία και μοναδική απάντηση.

Ίσως δεν είμαστε ακόμη έτοιμοι να κάνουμε  μια βόμβα αγάπης, μια συσκευή αρκετά ισχυρή ώστε να καταστρέψει εντελώς το μίσος, τον εγωισμό και την απληστία που καταστρέφουν τον πλανήτη.

Ωστόσο, κάθε άτομο φέρει μέσα του μια μικρή αλλά ισχυρή γεννήτρια αγάπης της οποίας η ενέργεια περιμένει να απελευθερωθεί.

Όταν μάθουμε  να δίνουμε  και να λαμβάνουμε  αυτή την παγκόσμια ενέργεια, αγαπητή Lieserl, θα έχουμε επιβεβαιώσει ότι η αγάπη κατακτά τα πάντα, είναι σε θέση να ξεπεράσει τα πάντα, γιατί η αγάπη είναι η πεμπτουσία της ζωής.

Με λυπεί βαθύτατα  που δεν μπόρεσα να εκφράσω  ό, τι έχω  στην καρδιά μου, που χτυπά για σένα μια ζωή.  Ίσως είναι πολύ αργά για να ζητήσω συγγνώμη, αλλά καθώς ο χρόνος είναι σχετικός, πρέπει να σου πω ότι σ αγαπώ και πως χάρη σε εσένα έφτασα  στην τελική απάντηση! “.

 

Ο πατέρας σου,

Άλμπερτ Αϊνστάιν”

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 5 Μαρτίου 2017

Tα περισσότερα πράγματα στον φυσικό κόσμο είναι απλά.

«Μία πεταλούδα πέταξε από το ένα λουλούδι στο άλλο, ένα ηλιόλουστο πρωινό του Αυγούστου».
Καθίσαμε και οι τρεις μας στο παγκάκι του κυλικείου και είδαμε την παραπάνω σκηνή. Είναι απλό, έτσι; Όλοι καταλάβαμε το ίδιο πράγμα. Ένα ζωντανό όν, η πεταλούδα, πραγματοποίησε μία κίνηση σύμφωνα με τους κανόνες της φυσικής, και διέγραψε μία τροχιά από ένα σημείο, το οποίο και θεωρούμε σημείο αναφοράς, σε ένα άλλο. Δεν μπορεί κανείς να το αμφισβητήσει αυτό. Είναι μία αλήθεια.
Καθήμενη λοιπόν και σκεφτόμενη αυτό, αναρωτήθηκα το εξής:
– Εάν ζητήσεις από κάποιον να σου περιγράψει κάτι, οτιδήποτε κι αν είναι αυτό, όπως λόγου χάρη η παραπάνω σκηνή, τότε όλοι οι παραβρισκόμενοι θα παρουσίαζαν μία διαφορετική σκηνή της πραγματικότητας ο ένας με τον άλλο, παρόλο που όλοι ήταν αυτόπτες μάρτυρες του ίδιου γεγονότος. Ο τάδε θα έλεγε πως το πρωινό δεν ήταν ηλιόλουστο, μάλλον συννεφιά είχε. Ο δείνα πως τα χρώματα των φτερών της πεταλούδας ήταν κοκκινωπά, χωρίς να ξέρει πως ο προλαλήσας τα περιέγραψε ως κιτρινωπά.

Δεν είναι παράξενο; Πάντα με προβλημάτιζε αυτό. Γιατί άραγε και τα πιο απλά πράγματα, οι άνθρωποι τα αντιλαμβανόμαστε τόσο διαφορετικά;

Κάποιος στην προκειμένη περίπτωση θα μπορούσε να ισχυριστεί πως δεν έχουμε όλοι τον ίδιο βαθμό παρατηρητικότητας, επομένως είναι φυσιολογικό κάποια πράγματα που κάποιος τα βλέπει πιο προσεκτικά, κάποιος άλλος να μη δίνει τόση σημασία.
Ωστόσο, δεν είναι μόνο αυτό. Αν πάμε ένα βήμα πιο πέρα, θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί πως και στις διαπροσωπικές σχέσεις, μπορεί δύο άνθρωποι να είναι αναμεμιγμένοι σε μία υπόθεση και παρόλα αυτά, αν κάποιος ρωτούσε τον καθένα ξεχωριστά τι συνέβη, πάλι θα είχε την ευκαιρία να ακούσει δύο ή και περισσότερες διαφορετικές ιστορίες για το ίδιο γεγονός.

Συνεπώς, η αλήθεια διαφέρει. Κάθε γεγονός φιλτράρεται κι ύστερα αναπαράγεται με τρόπους αρκετά πολύπλοκους και διαφορετικούς για τον καθένα. Είναι φυσιολογικό, δεν είμαστε όλοι ίδιοι.

Θα μπορούσαμε να πούμε πως είμαστε κάτοπτρα με ένα διαφορετικό δείκτη διάθλασης. Καθένας από εμάς, έχοντας διαφορετικό δείκτη διάθλασης, επιτρέπει σε περισσότερο ή λιγότερο φως να σκεδαστεί στο εσωτερικό του. Έτσι, λάμπουμε το φως που δεχόμαστε με διαφορετικό τρόπο ο καθένας.

Υπάρχουν πολλοί λόγοι που αντιλαμβανόμαστε την πραγματικότητα διαφορετικά. Κύριος αυτών είναι ότι έχουμε διαφορετική ψυχοσύνθεση ο ένας από τον άλλο. Υπάρχουν άνθρωποι αρκετά ευαίσθητοι, κι άλλοι λιγότερο. Υπάρχουν άνθρωποι υπομονετικοί, οξύθυμοι κοκ.

Σε αυτό το θέμα οι απόψεις διίστανται. Πολλοί υποστηρίζουν πως η ψυχοσύνθεσή μας είναι απόρροια της παιδείας που λάβαμε τα πρώτα χρόνια της ζωής μας και πως μέχρι την ηλικία των πέντε ετών, ο χαρακτήρας μας έχει πλέον διαμορφωθεί. Ότι γεννηθήκαμε δηλαδή ως carta blanca. Άλλοι πάλι, θα έλεγαν πως κουβαλάμε καταβολές που χρονολογούνται τουλάχιστον εννέα γενεές πίσω από τη δική μας, και πως πολλά στοιχεία της προσωπικότητάς μας είναι εγγενή, με μικρό ποσοστό επίκτητων.
Ίσως να είναι το πρώτο. Ίσως πάλι και το δεύτερο. Έχει σημασία όμως;

Τα πράγματα είναι ως είναι και είμαστε όπως είμαστε. Τα πράγματα γίνονται τραγελαφικά, όταν ο ένας προσπαθεί να πείσει τον άλλο για τη δική του αλήθεια.

Είναι σαν να κοιτάζουν το ίδιο πράγμα δύο διαφορετικοί άνθρωποι και να προσπαθούν να το περιγράψουν, αποτυγχάνοντας όμως παταγωδώς. Δεν είναι πως ο ένας είναι σωστός και ο άλλος λάθος. Η αλήθεια πάντα μία είναι. Απλά ο καθένας μας ανάλογα με τη ψυχοσύνθεσή του, έχει την τάση να εξαίρει τη μία ή την άλλη πλευρά αυτής. Διότι φυσικά είναι πολύπλευρη η αλήθεια. Απλά οι άνθρωποι προσπαθούμε πάντα εν αγωνία να πούμε πως είναι μονόπλευρη, επιλέγοντας ο καθένας μας μία πλευρά, την οποία και ονομάζει «δίκιο».

Ακριβώς διότι η αλήθεια είναι πολύπλευρη, γι’ αυτό και λέγεται πως το δίκιο βρίσκεται «στη μέση». Αποτέλεσμα αυτής της επιμονής των ανθρώπων να αντιλαμβάνονται μοναχά την πλευρά της αλήθειας που τους ταιριάζει, κατονομάζοντας τις άλλες ως ψεύτικες ή μικρότερης σημασίας, είναι οι συγκρούσεις και οι παρεξηγήσεις.

Οι άνθρωποι είναι οι ίδιοι που δημιουργούν τις διαφορές τους, από τη στιγμή που επιμένουν να είναι προσκολλημένοι και να υποστηρίζουν φανατικά τα δικά τους πιστεύω. Παρόλο βέβαια που το ξέρουν, δεν κάνουν ποτέ τίποτα για να το διορθώσουν. Είτε από εγωισμό οι μεν, είτε από απογοήτευση οι δε αφού καταλαβαίνουν πως οποιαδήποτε προσπάθεια προσπίπτει σε «τοίχο».

Έτσι υποκρινόμαστε. Προσπαθούμε να επιτύχουμε τους σκοπούς μας με τρόπους έμμεσους, διότι τελικά είναι καλύτερα έτσι για όλους μας. Εάν καταφέρεις να ξεγελάσεις και όχι να πείσεις με επιχειρήματα ή με ειλικρίνεια κάποιον, τότε όλοι είναι «ευτυχισμένοι».

Ο πρώτος διότι δεν αντιλαμβάνεται την κοροϊδία και πιστεύει πως κάθε γεγονός ή απόφαση είναι απόσταγμα της δικής του σκέψης και βούλησης – και συνεπώς ο ίδιος άλλαξε οπτική και δεν του την άλλαξαν, ενώ ο τελευταίος χαίρεται με την ικανότητα που θεωρεί πως έχει και το ταλέντο να χειρίζεται τις καταστάσεις.

Μέσα σε όλα τα αχρείαστα μέχρι τώρα, αλλά χρήσιμα στο μέλλον (ελπίζω!), πράγματα που έχω διαβάσει κατά καιρούς, ήταν και το εξής:
«Η τρέλα ενός ανθρώπου, μπορεί να αποτελεί την πραγματικότητα κάποιου άλλου».

Οπότε, μήπως τελικά δεν έχει και πολύ νόημα να ψάχνουμε την αλήθεια και το τι πραγματικά συμβαίνει κάθε φορά; Ποτέ δεν θα καταλήξουμε πουθενά. Ίσως απλά να πρέπει να ελπίζουμε πως θα συναναστρεφόμαστε ανθρώπους των οποίων η αλήθεια και η πραγματικότητα εν γένει είναι ίδιες, όσο τρελές κι ανούσιες κι αν φαίνονται σε κάποιους άλλους. Ή έστω να ελπίζουμε πως στην πλειοψηφία των θεμάτων που έχουμε να συζητήσουμε με τον ίδιο άνθρωπο, η αλήθειες μας συμφωνούν.

Μια από τις μεγαλύτερες αλήθειες που υπάρχουν σε αυτή τη ζωή είναι το γεγονός ότι δεν μπορούμε κι ότι δεν έχει και νόημα να προσπαθούμε να πείσουμε κανέναν για οτιδήποτε, εάν αυτός ο κάποιος δεν έχει τη διάθεση να το κάνει από μόνος του.

Η προσπάθεια που θα καταβάλει ένας άνθρωπος να δει τα πράγματα και τις καταστάσεις μέσα από τα μάτια κάποιου άλλου, παρόλο που μπορεί να μην συμφωνεί απόλυτα με τις σκέψεις και τις απόψεις αυτού, είναι από τα μεγαλύτερα δείγματα σεβασμού και εκτίμησης που μπορεί να δεχτεί κάποιος. Εάν κάτι τέτοιο δεν αποτελεί ούτε σκέψη στο μυαλό του, τότε απλά είναι καλύτερο να αποδέχεσαι τις καταστάσεις ως έχουν και τη διαφωνία ως μόνιμη κατάσταση.

Γράφει η Μαρία Κατσαλήρου