Ποίηση
” Ὅταν κάποτε φύγω ἀπὸ τοῦτο τὸ φῶς θὰ ἑλιχθῶ πρὸς τὰ πάνω ὅπως ἕνα ρυακάκι ποὺ μουρμουρίζει.Κι ἂν τυχὸν κάπου ἀνάμεσα στοὺς γαλάζιους διαδρόμους συναντήσω ἀγγέλους, θὰ τοὺς μιλήσω ἑλληνικά, ἐπειδὴ δὲν ξέρουνε γλῶσσες. Μιλᾶνε μεταξὺ τους μὲ μουσική.”
«Στις ακρογιαλιές του Ομήρου υπήρχε μια μακαριότητα, ένα μεγαλείο, που έφτασαν ως τις ημέρες μας άθιχτα. Η πατούσα μας, που ανασκαλεύει την ίδιαν άμμο, το νιώθει. Περπατάμε χιλιάδες χρόνια, ο άνεμος ολοένα λυγίζει τις καλαμιές κι ολοένα εμείς υψώνουμε το πρόσωπο. Καταπού; Ως πότε; Ποιοί κυβερνάνε;»
για τον καθένα που σωπαίνει .Για την Ελλάδα που σωπαίνει ..
εδώ η συγκλονιστική απαγγελία της Μαριέτας Ριάλδη Σώπα μη μιλάς – Αζίζ Νεσίν
Σώπα, μη μιλάς , είναι ντροπή
κόψ’ τη φωνή σου
σώπασε επιτέλους
κι αν ο λόγος είναι αργυρός
η σιωπή ειναι χρυσός.
Τα πρώτα λόγια που άκουσα από παιδί
έκλαιγα,γέλαγα,έπαιζα μου λέγανε:
“σώπα”.
Στο σχολείο μού κρύψαν την αλήθεια τη μισή,
μου λέγανε :”εσένα τι σε νοιάζει ; Σώπα!”
Με φιλούσε το πρώτο κορίτσι που ερωτεύτηκα και μου λέγανε:
“κοίτα μην πείς τίποτα, σσσσ….σώπα!”
Κόψε τη φωνή σου και μη μιλάς, σώπαινε.
Και αυτό βάσταξε μέχρι τα εικοσί μου χρόνια.
Ο λόγος του μεγάλου
η σιωπή του μικρού.
Έβλεπα αίματα στο πεζοδρόμιο,
“Τι σε νοιάζει εσένα;”, μου λέγανε,
“θα βρείς το μπελά σου, σώπα”.
Αργότερα φωνάζανε οι προϊστάμενοι
“Μη χώνεις τη μύτη σου παντού,
κάνε πως δεν καταλαβαίνεις ,σώπα”
Παντρεύτηκα , έκανα παιδιά ,
η γυναίκά μου ήταν τίμια κι εργατική και
ήξερε να σωπαίνει.
Είχε μάνα συνετή , που της έλεγε “Σώπα”.
Σε χρόνια δίσεκτα οι γονείς, οι γείτονες με συμβουλεύανε :
“Μην ανακατεύεσαι, κάνε πως δεν είδες τίποτα. Σώπα”
Μπορεί να μην είχαμε με δ’αύτους γνωριμίες ζηλευτές,
με τους γειτονες, μας ένωνε , όμως, το Σώπα.
Σώπα ο ενας,σώπα ο άλλος σώπα οι επάνω, σώπα η κάτω,
σώπα όλη η πολυκατοικία και όλο το τετράγωνο.
Σώπα οι δρόμοι οι κάθετοι και οι δρόμοι οι παράλληλοι.
Κατάπιαμε τη γλώσσά μας.
Στόμα έχουμε και μιλιά δεν έχουμε.
Φτιάξαμε το σύλλογο του “Σώπα”.
και μαζευτηκαμε πολλοι
μία πολιτεία ολόκληρη, μια δύναμη μεγάλη ,αλλά μουγκή!
Πετύχαμε πολλά,φτάσαμε ψηλά, μας δώσανε παράσημα,
τα πάντα κι όλα πολύ.
Ευκολα , μόνο με το Σώπα.
Μεγάλη τέχνη αυτό το “Σώπα”.
Μάθε το στη γυναίκα σου,στο παιδί σου,στην πεθερά σου
κι όταν νιώσεις ανάγκη να μιλήσεις ξερίζωσε τη γλώσσά σου
και κάν’την να σωπάσει.
Κόψ’την σύρριζα.
Πέτα την στα σκυλιά.
Το μόνο άχρηστο όργανο από τη στιγμή που δεν το μεταχειρίζεσαι σωστά.
Δεν θα έχεις έτσι εφιάλτες , τύψεις κι αμφιβολίες.
Δε θα ντρέπεσαι τα παιδιά σου και θα γλιτώσεις απο το βραχνά να μιλάς ,
χωρίς να μιλάς να λές “έχετε δίκιο,είμαι σαν κι εσάς”
Αχ! Πόσο θα ‘θελα να μιλήσω ο κερατάς.
και δεν θα μιλάς ,
θα γίνεις φαφλατάς ,
θα σαλιαρίζεις αντί να μιλάς .
Κόψε τη γλώσσά σου, κόψ’την αμέσως.
Δεν έχεις περιθώρια.
Γίνε μουγκός.
Αφού δε θα μιλήσεις , καλύτερα να το τολμησεις Κόψε τη γλώσσά σου.
Για να είμαι τουλάχιστον σωστός στα σχέδια και στα όνειρά μου
ανάμεσα σε λυγμούς και σε παροξυσμούς κρατώ τη γλώσσά μου,
γιατί νομίζω πως θα’ρθει η στιγμή που δεν θα αντέξω
και θα ξεσπάσω και δεν θα φοβηθώ και θα ελπίζω
και κάθε στιγμή το λαρύγγι μου θα γεμίζω με ένα φθόγγο ,
με έναν ψιθυρο , με ένα τραύλισμα , με μια κραυγή που θα μου λεει:
ΜΙΛΑ!….
Δεν ανησύχησεν ο Νέρων όταν άκουσε
του Δελφικού Μαντείου τον χρησμό.
«Τα εβδομήντα τρία χρόνια να φοβάται».
Είχε καιρόν ακόμη να χαρεί.
Τριάντα χρονώ είναι. Πολύ αρκετή
είν’ η διορία που ο θεός τον δίδει
για να φροντίσει για τους μέλλοντας κινδύνους.
Τώρα στη Ρώμη θα επιστρέψει κουρασμένος λίγο,
αλλά εξαίσια κουρασμένος από το ταξείδι αυτό,
που ήταν όλο μέρες απολαύσεως-
στα θέατρα, στους κήπους, στα γυμνάσια…
Των πόλεων της Αχαϊας εσπέρες…
Α των γυμνών σωμάτων η ηδονή προ πάντων…
Αυτά ο Νέρων. Και στην Ισπανία ο Γάλβας
κρυφά το στράτευμά του συναθροίζει και το ασκεί,
ο γέροντας ο εβδομήντα τριώ χρονώ.
|
…………
Αλλά το Κοράκι στεκόταν μοναχό σε αυτό το γαλήνιο μπούστο, λέγοντας μονάχα
|
|
|
εκείνες τις λέξεις, λες και η ψυχή του ξεχείλιζε με εκείνες τις λέξεις.
|
|
|
Τίποτε παραπέρα κατόπιν δεν εκστόμισε, και ούτε ένα πούπουλό του κατόπιν δεν πετάρισε—
|
|
|
Ώσπου, μόλις ψιθυρίζοντας, μουρμούρισα: «Κι άλλοι φίλοι μου, από πριν, πάνε, πετάξανε και φύγανε—
|
|
|
Σαν θα έρθει το πρωί και τούτο θα με αφήσει, όπως πέταξαν και πάνε οι Ελπίδες μου οι παλιές».
|
|
| 60 |
Μετά το πουλί είπε, «Ποτέ πια».
|
|
Ξαφνιασμένος με την ακινησία που μόνο η τόσο επιδέξια δοσμένη απάντηση την διέκοπτε,
|
|
|
είπα: «Δίχως αμφιβολία, αυτό που εκφέρει είναι το μόνο του εφόδιο και υλικό
|
|
|
που γράπωσε από κάποιον δυστυχισμένο αφέντη που η ανηλεής του Kαταστροφή
|
|
|
τον ζύγωνε όλο και πιο κοντά, μέχρι που τα τραγούδια του μία μοναδική επωδό να φέρουν,
|
|
| 65 |
μέχρι που οι θρήνοι της Ελπίδας του να φέρνουνε το μελαγχολικό φορτίο
|
|
του Ποτέ — Ποτέ πια».
|
|
Αλλά το Κοράκι ακόμη ξεστράτιζε την καταλυπημένη μου ψυχή στο γέλιο,
|
|
|
Ευθύς, τσούλησα ένα κάθισμα με μαξιλάρια μπροστά από το πουλί και το μπούστο και την πόρτα.
|
|
|
Κατόπιν, βουλιάζοντας πάνω στο βελούδο, επιδόθηκα σε συνδυασμούς της μιας φαντασίωσης με την άλλη,
|
|
| 70 |
Σκεπτόμενος τι είναι εκείνο το οποίο εννοεί το δυσοίωνο — του παλαιού καιρού— πουλί, 70
|
|
Τι είναι εκείνο το οποίο εννοούσε το ζοφερό, άχαρο, ειδεχθές, πένθιμο και δυσοίωνο —του παλαιού καιρού— πουλί
|
|
|
Τι εννοούσε κρώζοντας «Ποτέ πια».
|
|
Έτσι ήμουν καθισμένος, κλεισμένος σε εικασίες, χωρίς να εκφράσω ούτε συλλαβή
|
|
|
στο πουλί, του οποίου τα φλογισμένα μάτια τώρα βάζανε φωτιά στα ενδόμυχα της καρδιάς μου·
|
|
| 75 |
Για ετούτα και για άλλα, καθόμουν κι έκανα εικασίες με το κεφάλι μου αναπαυτικά πλαγιασμένο, 75
|
|
στην βελούδινη επένδυση του μαξιλαριού, όπου έπεφτε χαιρέκακα το φως της λάμπας.
|
|
|
Αλλά όμως εκείνης ακριβώς της βελούδινης μενεξεδένιας επένδυσης όπου χαιρέκακα έπεφτε το φως της λάμπας,
|
|
|
και που Εκείνη δεν θα πιέσει, αχ, ποτέ πια.
|
Απόψε στ’ όνειρό μου
είδα μια μεγάλη καταιγίδα.
Τράνταξε την οικοδομή
και ξήλωσε
τη σκαλωσιά
τη σιδερένια.
Μα ό,τι ήταν από ξύλο
λύγισε και άντεξε.
Αν δεν μπορείς να είσαι πεύκο στη κορυφή του λόφου,
χαμόδεντρο να γίνεις στην κοιλάδα-
μα να γίνεις το πιο όμορφο χαμόδεντρο
στου ρυακιού την όχθη.
Γίνε ένας θάμνος, αν δεν μπορείς δέντρο να είσαι.
Κι αν δεν μπορείς να είσαι θάμνος,
γίνε χλόη και ομόρφαινε
τις παρυφές του δρόμου.
Αν δεν μπορείς να είσαι δρυς,
γίνε μικρή φιλύρα-
αλλά η ομορφότερη
κοντά στη λίμνη.
Να γίνουμε όλοι καπετάνιοι δεν μπορούμε,
χρειάζεται και πλήρωμα, έχει δουλειά για όλους,
άφθονες δουλειές, μεγάλες και μικρές
και πρέπει ο καθένας μας ότι μπορεί να κάνει.
Αν δεν μπορείς να είσαι δρόμος γίνε μονοπάτι.
Αν δεν μπορείς να είσαι ήλιος, γίνε αστέρι,
από το μέγεθος ούτε κερδίζεις, ούτε χάνεις-
να είσαι ο καλύτερος σ’ αυτό που είσαι.
Douglas Malloch
ΑΓΑΠΗΜΕΝΟΙ ΑΓΑΠΗΜΕΝΟΙ
Το μπουφάν είναι του φίλου μου Herbert
Βουλιάζω τα χέρια στις τσέπες και
Χουφτιάζουν τα χέρια του
Ίδιες τσέπες
Το παντελόνι του Δημήτρη προσφορά
Και του κορμιού μου κάτω απ’ τη μέση
Το πουκάμισο της Λέλουσκας –ακόμα διατηρείται
Ως την καρδιά μου θρύψαλα αγαπημένοι
Τα χέρια μου ο Σταύρος η Πόπη
Τα μαλλιά μου ο Neil η Κατερίνα ο Γιώργος
Η Άρτεμη η Καίτη ο Arne η Καλλιρόη
Έτσι περιφέρομαι
Ως την καρδιά μου θρύψαλα αγαπημένοι
Ως την καρδιά μου
Κι αν το κομμάτι του κάποιος γυρέψει στα δικά μου
Γιατί κομμάτιασμα ενότητα σημαίνει
Ακέραιο θα το βρει και αιώνιο
Αγαπημένοι Αγαπημένοι
Πηγή:
http://www.zopiros.gr/index.php?option=com_content&task=view&id=57&Itemid=48
Εκπληκτικό τραγούδι στα ισπανικά όπου όλες οι λέξεις είναι ελληνικές.
Μόνο το ρεφρέν είναι στα ισπανικά, το οποίο μεταφράζεται ως εξής:
‘Αυτό είναι το τελευταίο μου ταγκό στην Αθήνα. Ταγκό δακρύβρεχτο πού τρέχει στις φλέβες μου’.
Ο Αργεντίνος συνθέτης Ντανιέλ Αρμάντο, δήλωσε σε συνέντευξη του στην ραδιοφωνική εκπομπή ‘Ελληνοφρένεια’, ότι το εμπνεύστηκε όταν είχε πάει στην Κούβα και εισερχόμενος σε ένα βιβλιοπωλείο είδε ένα βιβλίο με τίτλο ´Οι 17,000 Ελληνικές λέξεις στην Ισπανική γλώσσα’.
Έζησα δύο χρόνια στην Ισπανία και μπορώ να σας διαβεβαιώσω ότι οι ελληνικές λέξεις είναι πολύ περισσότερες. Θα μού πείτε, πού το ξέρεις, τις μέτρησες;
Δεν χρειάζεται. ΟΛΕΣ οι λέξεις πού υποδηλώνουν κάποια έννοια επιστημονική, κοινωνιολογική, ανθρωπιστική και όχι μόνο είναι ελληνικές. Αυτό βέβαια συμβαίνει σε όλες τις γλώσσες. Το απίστευτο με την ισπανική είναι ότι επειδή η προφορά τους είναι σχεδόν ίδια με την δικιά μας, οι ελληνικές λέξεις χρησιμοποιούνται σχεδόν ατόφιες και έχεις την εντύπωση ότι ακούς ελληνικά!
Αν τώρα προσθέσουμε και λέξεις πού εκ πρώτης όψεως φαίνονται ισπανικές αλλά ψάχνοντας λίγο παραπάνω την προέλευση τους διαπιστώνουμε ότι είναι ελληνικές, τότε ο κατάλογος των ελληνικώς λέξεων γίνεται πραγματικά αμέτρητος.
Π.χ το ρούχο στα ισπανικά είναι ropa. Στα ελληνικά έχουμε την λέξη Λωποδύτης. Προέρχεται από την λέξη λώπη και δύτης. Λώπη στα αρχαία είναι το ένδυμα, το ρούχο. Άρα λωποδύτης αυτός πού δύει, πού βουτά το χέρι του στο ρούχο μας για να μας κλέψει. Με απλή αλλαγή του λ σε ρ, προκύπτει η λέξη ropa πού χρησιμοποιούν οι φίλοι μας οι Ισπανοί! Η αλλαγή του λ σε ρ (είναι και τα δύο υγρά σύμφωνα) και αντίστροφα, είναι κάτι πολύ σύνηθες πού συμβαίνει καθημερινά, λέμε π.χ αδελφός αλλά και αδερφός, κοκ.
Ακολουθούν οι στίχοι του τραγουδιού. Στίχοι μουσική Daniel Armando.
“Armonia neurotica en el microcosmο de la metropoli cultura narcisista en una monarquia dogmatica simfonia cacofonica, pandemonium en la atmosfera melodia simbolo, melodrama y tragedia.
Orgasmo ideologico del barbarismο a la teoria politico dislexico en parodia onirica tirania fantasma, dilema megalomano de un metabolismο retorico sin tesis ni antitesis.
Este mi ultimo tango en Atenas tango lloron, que corre por mis venas. (X2)
Patriota heroicο, tragicο, sistematico hipocrecia paranoica sin dialogo esotericο teatro ironicο, sindicato plasticο y epicentro de la epidemia, una quimera, una utopia.
Energia hyperbole, antidotο democraticο Laberinto critico sin entusiasmo, sin rima musica epidermica en un pentagrama masoquista y la simetria toxica de un epilogo necrologico.
Este mi ultimo tango en Atenas tango lloron, que corre por mis venas. (X2)
Hay un oasis aromatico, paralelo, fisiologico profeta enigmatico, fenomeno cronico y ortodoxo sin racismos ni extremismos, sin tabues etnicos en lirica extasis sus praxis es el melodico y fantastico antropo.
Este mi ultimo tango en Atenas tango lloron, que corre por mis venas. (X2)”
Μέσα στη θλίψη της απέραντης μετριότητας, που μας πνίγει από παντού, παρηγοριέμαι ότι κάπου, σε κάποιο καμαράκι, κάποιοι πεισματάρηδες αγωνίζονται να εξουδετερώσουν τη φθορά. Μικρά έψιλον
Να γιατί γράφω. Γιατί η ποίηση αρχίζει από κει που την τελευταία λέξη δεν την έχει ο θάνατος. Πρώτα-πρώτα
Μαρία Νεφέλη
- Η Λύπη ομορφαίνει επειδή της μοιάζουμε.
- Στο χωριό της γλώσσας μου τη Λύπη τηνε λένε Λάμπουσα.
- Θέ μου τί μπλε ξοδεύεις για να μη σε βλέπουμε!
- Δυστυχώς και η γη με δικά μας έξοδα γυρίζει.
- Τρώγε την πρόοδο και με τα φλούδια και με τα κουκούτσια της.
- Δίνε δωρεάν το χρόνο αν θες να σου μείνει λίγη αξιοπρέπεια.
- Θα πρέπει να δημιουργούμε αντισώματα και για την Ευθύνη.
- Μια νομοθεσία εντελώς άχρηστη για τις Εξουσίες θά’τανε αληθινή σωτηρία.
- Στην κακή μοιρασιά πάντοτε ο Θεός ζημιώνεται.
- Οταν η συμφορά συμφέρει λογάριαζέ την για πόρνη.
- Κάνε άλμα πιο γρήγορο από την φθορά.
- Θάλασσα λανθασμένη δε γίνεται.
- Οταν ακούς “τάξη” ανθρωπινό κρέας μυρίζει.
- Αν είναι να πεθάνεις πέθανε αλλά κοίτα να γίνεις ο πρώτος πετεινός μέσα στον Αδη.
- Τί κρίμας που δε βρέθηκε το Linguaphone της ηδονής ακόμη!
- Είναι αγένεια να κάνεις του Χάρου χειροφιλήματα.
Προσανατολισμοί
- Είναι η τρελή ροδιά που μάχεται τη συννεφιά του κόσμου;
- Γύμνωσε την επιθυμία σου ως το κόκαλο.
- Ορατή και ωραία στο πλάι σου είμαι ακέραιος!
- Σε πήρα σύντροφο στην αστραπή,στο δέος,στο ένστιχτο.
- Στη ματιά σου ή στο ύψος του ήλιου της όλος μου ο βίος γίνεται μια λέξη.
- Λόγια όχι σαν τ’άλλα μα κι αυτά μ’ένα μοναδικό τους προορισμόν:Εσένα!
- Με την πρώτη σταγόνα της βροχής σκοτώθηκε το καλοκαίρι.
- Κανένα κύμα δεν κρατάει στο στήθος του κακία.
- Μπορεί να πιστέψει κανείς ως και τον εαυτό του.Να νιώσει την παρουσία της ηδονής ως μες στις κόρες των ματιών του.
- Η επιθυμία έχει μια πολύ ψηλή κορμοστασιά και στις παλάμες της καίει η απουσία.
Ήλιος ο Πρώτος
- Οτι αγαπώ γεννιέται αδιάκοπα.Οτι αγαπώ βρίσκεται στην αρχή του πάντα.
- Το τελευταίο ταξίδι μοιάζει με το πρώτο πρώτο.
- Που λέτε:ο μόνος δρόμος είναι η ανατολή!
- Οτι κοιτάω με τη ματιά με θρέφει.Οτι κρατάω με την αφή με θρέφει.
Το Άξιον Εστί
- ΑΥΤΟΣ ο κόσμος ο μικρός,ο μέγας!
- Τούτο μόνο να ξέρεις:”Οτι σώσεις μες στην αστραπή καθαρό στον αιώνα θα διαρκέσει”.
- Εκοιμήθηκα πάνω στην έγνοια της αυριανής ημέρας όπως ο στρατιώτης επάνω στο τουφέκι του.Και τα ελέη της νύχτας ερεύνησα όπως ο ασκητής το Θεό του.
- Αλλά κάτεχε ότι μονάχα κείνος που παλεύει το σκοτάδι μέσα του θά’χει μεθαύριο μερτικό δικό του στον ήλιο.
- Αυτοί πού’ναι ταγμένοι για τη ρέγγα και το χαλβά, σ’αυτά πάντοτε θα ξαναγυρίζουν.
- Ηρθαν ντυμένοι “φίλοι” αμέτρητες φορές οι εχθροί μου το παμπάλαιο χώμα πατώντας.
- Οπου και να σας βρίσκει το κακό,αδελφοί όπου και να θολώνει ο νους σας μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμό και μνημονεύετε Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη.
Το φωτόδεντρο και η Δέκατη Τέταρτη Ομορφιά
- Ωσπου τέλος ένιωσα κι ας πα’να μ’έλεγαν τρελό πώς από’να τίποτα γίνεται ο Παράδεισος.
- Πού να δώσω να το καταλάβουν οι πλειοψηφίες πως η δύναμη μόνο σκοτώνει και πως το σπουδαιότερο: H άνοιξη και αυτή προϊόν του ανθρώπου είναι.
- Το ελάχιστο θέλησα και με τιμώρησαν με το πολύ.
- Κι έχε στο νου σου έχε στο νου σου πάντοτε μ’ακούς;το άχ που βγάνει ο σκοτωμός το άχ που βγάν’η αγάπη.
Εκ του Πλησίον
- Φτάσε να συλλαμβάνεις αισθήσεις όσες και τα μουστάκια της γάτας σου.
- Οπως ο στάχυς μεταβάλλει τη σοφία του σε άρτο,έτσι κι ο ποιητής την αφροσύνη του σε πικρόν υδράργυρον,αλλ’αγάπης.
- Κοιμήσου καραμέλα μου για να σε πιπιλίσω.
- Θαυμάσια που τρέχει ο ουρανός ,αν κρίνεις απ’τα σύννεφα.
- Απο παιδιά και μόνον φτιάχνεις Ιεροσόλυμα.
- Κάποτε πρέπει και να παίρνει ανάσα ο άνεμος.
- Κατα τ’άλλα ,πραγματικά τρώω περγαμόντο για να ξημερώσει και γράφω ποιήματα ώστε να ερωτεύομαι σωστά.
- Να χαράζεσαι στη ζωή τόσο προσεκτικά,που να μη ματώνει ποτέ η ευλάβεια.
- Γρατζουνάει το πρώτο σου φιλί ,όπως το πρώτο σου ποίημα.
- Τι εύκρατη γίνεται η σκέψη όταν τα μπλε σου βγαίνουν περίπατο!
- Φανού πρίγκηπας πριν την ώρα σου.Αλλιώς θά’ναι αργά ως και για τον διωγμό σου.
- Καθ’οδόν βρίσκεις τον Οδυσσέα σου, και πάλι ζήτημα είναι.Θέλει να κοιμάσαι μ΄ανοιχτά πανιά και μ’ανεβασμένη την άγκυρά σου. “Εκ του Πλησίον”
- Πιο κοντός απ’τη λύπη του ο άνθρωπος.
- Χρειάζονται αλήθειες ,ακόμη και για να πεις ψέματα.
- Οι ιδέες είναι σαν τα φαντάσματα,περνάς ανάμεσά τους κι αυτά εξακολουθούν να υπάρχουν.Τις κλοτσάς,κι εκείνες δεν σαλεύουν!Εάν δεν τους λείψεις εσύ, δεν πρόκειται να λείψουν ποτέ.
- Η ελευθερία έχει δύο κοφτερές όψεις, όπως τα παλιά ξυραφάκια.
- Επειδή απ’ τα είκοσι στα τριάντα σου ο δρόμος είναι πολύ πιο μακρύς απ’ότι απ’τα τριάντα σου στα ενενήντα σου.
- Στο θέμα της αντιπαροχής δεν ευτύχησε η ανθρωπότητα.
- Εχει κι ο νους Λιτόχωρο.Με διαβαστές πλαγιές κι εύφορα μπλε θαλάσσης.
- Κάποτε νιώθω νά’μαι ανάμεσα σ’αυτούς που δε γνώρισα ποτέ.
- Με λίγα σπουργίτια , μία βρύση και κανέναν άνθρωπο, μ’αυτά μόνον, γίνεται να φτιάξεις το μοναστήρι πασών των θεοτήτων.
- Για να φτάσεις στον οργασμό δεν σου χρειάζεται Shakespeare.
- Στα ερείπια συχνάζουν οι μέλισσες και οι πρώην ιδέες.
- Οπως και να το κάνεις , ένα κομμάτι “πάντοτε” στον άνθρωπο θα υπάρχει.
- Τράβα μόνος σου ο ίδιος κι όσο πιο δυνατά μπορείς το σχοινί που ανεβάζει το καλαθάκι σου στα πιο εμπιστευτικά σου Μετέωρα.
- Κι ένα τέταρτο μητέρας αρκεί για δέκα ζωές, και πάλι κάτι θα περισσέψει που να το ανακράξεις σε στιγμή μεγάλου κινδύνου.
- Ο καλύτερος αγωγός θερμότητας είναι η λύπη.Γι’αυτό βλέπεις να καίνε κάθε μέρα οι καμινάδες ,χωρίς να φαίνεται πουθενά καμιά φωτιά.
- Οι κακοί ποιητές τρέφονται από τα γεγονότα,οι μέτριοι από τα αισθήματα, και οι καλοί από τη μετατροπή του τίποτε σε κάτι.
- Και διαμάντι στα δύο φτάνει να κόψει ένα μαχαίρι ,αρκεί νά’ναι από συμφέρον.
- Κι ένα άστρο που σου κρύβεται ,μην τύχει κι είσαι ο ιδιοκτήτης του.
- Το κατά λάθος λάθος μπορεί να σε οδηγήσει και σε άλλα επόμενα,δεν σε επαναφέρει όμως στο σωστό ποτέ.
- Κοίτα να κόβεις κάθε τόσο τα νύχια της Ιστορίας ,επειδή έτσι και μεγαλώσουν θα πνίξουν κι εσένα και την αλήθεια.
- Το μεγάλο μας όφελος είναι από τις πολλές μικρές καταστροφές.
- Αν δεν σου λείψει ένα κομμάτι ζωής, όνειρα μην περιμένεις.
- Ζητώ ν’αγοράσω αξιοπρέπεια σαν αυτή των ελεφάντων που απομακρύνονται για να πεθάνουν.
- Μάθε ν’αγοράζεις πάντοτε από την ίδια -όσο μεγάλη κι αν είναι -ποσότητα του ελαχίστου.
- Είναι τόσο σχετικά τα μεγέθη, που αυτοκαταργούνται.Ενα ικανό μυρμήγκι βαρύνει-σε απόλυτο αξία- περισσότερο από ένα μέτριο πρωθυπουργό.
- Την άνοιξη αν δεν την βρεις τη φτιάχνεις.
- Και στον ενεστώτα του αρέσει να ξενοπλαγιάζει ο έρωτας και στον παρακείμενο.Με λίγο παραπάνω πιπέρι κατά την περίσταση.
- Μια εξίσωση από κολοκύθια που βράζουν χωρίς κανένα προορισμό είναι η ζωή.
- Η σκέψη ξεβάφει.Ο νους ποτέ.
- Εχω πει τόσες αλήθειες , που μοιάζει με ψέματα.
- Κι έναν πόντο πιο ψηλά να πάτε, άνθρωποι,ευχαριστώ θα σας πει ο Θεός.
- Οσο πιο κακός καμαρώνεις ότι γίνεσαι τόσο περισσότερα κιλά χάνεις από το βάρος της δοσμένης ευφυίας σου.Κουτή μέλισσα που με το κεντρί σου χάνεσαι.
- Η απόσταση ανάμεσα στο τίποτε και το ελάχιστο είναι κατά πολύ μεγαλύτερη απ’ότι ανάμεσα στο ελάχιστο και το πολύ.
- Σε όλα τα δέντρα θα πρέπει να υπάρχει το όνομα κείνο που σε ένα μόνον άπαξ εχάραξες.
- Γιατί και ο έρως μία θαυματουργία είναι.
- Τον κορυδαλλό τον ακούς μόνον όταν δεν τον βλέπεις , όπως την έμπνευση τη βρίσκεις μόνον όταν δεν την κυνηγάς.
- Η ομορφιά μπορεί να πουλιέται.Στις τράπεζες όμως δεν κατατίθεται ποτέ.Ο τόκος θα ήτανε μια φθορά επιπλέον στο υποτιθέμενο κεφάλαιο.
- Στο μυαλό του καθενός περιμένει μια κότα.
Τα Ετεροθαλή
- Νικά η περήφανη καρδιά τα μαύρα σκότη.
- Είναι σπουδαίο πράγμα ο άνθρωπος και μόνο να το σκέφτεσαι.
- Παρά λίγη καρδιά θά’ταν ο κόσμος άλλος.
- Και δεν ζω και δεν έχω πεθάνει.
- Μόνος αλλ’όχι μόνος, όπως πάντα.
- Βαρύς ο κόσμος να τον ζήσεις όμως για λίγη περηφάνεια το άξιζε.
- Πολύ δεν θέλει ο κόσμος.Ενα κάτι.Ελάχιστο.Σαν τη στραβοτιμονιά πριν από το δυστύχημα.Ομως ακριβώς προς την αντίθετη κατεύθυνση.
- Αρκετά λατρέψαμε τον κίνδυνο κι είναι καιρός να μας το ανταποδώσει.
- Κι αυτός που δίνει,παίρνει.
- Χρυσωμένες έχουν τις παγίδες τους οι άνθρωποι κι είναι ανάγκη να μείνω απ’τους απέξω.
Από την Βικιπαίδεια
Δ Ε Ι Τ Ε Ε Δ Ω : BorgesPoema(g)
Έζησα τα πάθη σα μια φωτιά, τάδα ύστερα να μαραίνονται
Xρειάζονται πολλά, τον κόσμο για ν’ αλλάξεις:
Oργή κι επιμονή. Γνώση κι αγανάχτηση.
Γρήγορη απόφαση, στόχαση βαθιά.
Ψυχρή υπομονή, κι ατέλειωτη καρτερία.
Kατανόηση της λεπτομέρειας και κατανόηση του συνόλου.
Mονάχα η πραγματικότητα μπορεί να μας μάθει πώς
την πραγματικότητα ν’ αλλάξουμε.
(Aπό το θεατρικό έργο «H απόφαση» –
Die Massnahme -, 1930).
