Ποίηση
τι της δώσαμε και τι της πήραμε;
Κουβαλάμε στις ράχες μας
ένα όνομα που δε μας ανήκει,
πελώριους δρόμους
που δεν ήτανε ποτέ δικοί μας.
Μας κοίταζαν σαν το καινούργιο πόδημα
που το φοράει κάποιος άλλος
την ώρα που εμείς ονειρευόμαστε
μεγάλες δρασκελιές πάνω στα κύματα
-αβρόχοις ποσί- σα να μας είπαν:
Κοιτάτε αλλά μην αγγίζετε.
Πώς μας ξόδεψαν έτσι, αδερφέ μου;
Δώσαμε και την τελευταία μας πεντάρα
σε κρατήσεις.
Εμείς, που τίποτα ποτέ δεν είχαμε
κι όλα μας ήταν απαρχής δοσμένα.
Απόσπασμα Α 1-50
Τη μάνητα, θεά, τραγουδά μας του ξακουστού Αχιλλέα,
ανάθεμα τη, πίκρες που ‘δωκε στους Αχαιούς περίσσιες
και πλήθος αντρειωμένες έστειλε ψυχές στον Άδη κάτω
παλικαριών, στους σκύλους ρίχνοντας να φανέ τα κορμιά τους
και στα όρνια ολούθε —έτσι το θέλησε να γίνει τότε ο Δίας—
απ᾿ τη στιγμή που πρωτοπιάστηκαν και χώρισαν οι δυο τους,
του Ατρέα ο γιος ο στρατοκράτορας κι ο μέγας Αχιλλέας.
Ποιος τάχα απ᾿ τους θεούς τους έσπρωξε να μπούνε σ᾿ έτοια αμάχη;
Του Δία και της Λητώς τους έσπρωξεν ο γιος, που με το ρήγα
χολιάζοντας κακιά εξεσήκωσεν αρρώστια και πέθαιναν
στρατός πολύς᾿ τι δε σεβάστηκεν ο γιος του Ατρέα το Χρύση,
του θεού το λειτουργό· στ᾿ Αργίτικα γοργά καράβια είχε έρθει
με λύτρα αρίφνητα, την κόρη του να ξαγοράσει πίσω,
του μακροσαγιτάρη Απόλλωνα κρατώντας τα στεφάνια
πα στο χρυσό ραβδί, και πρόσπεφτε μπρος στους Αργίτες όλους,
ξεχωριστά στους δυο πολέμαρχους υγιούς του Ατρέα γυρνώντας:
« Του Ατρέα βλαστάρια κι αποδέλοιποι καλαντρειωμένοι Αργίτες,
σε σας οι θεοί που ζουν στον Όλυμπο να δώσουν να πατήστε
του Πρίαμου το καστρί, με το καλό να γύρτε στην πατρίδα’
λυτρώστε όμως κι εμέ την κόρη μου, την ξαγορά δεχτείτε
κι ευλαβηθείτε τον Απόλλωνα το μακροσαγιτάρη.»
Οι Αργίτες οι άλλοι ευτύς με μια φωνή να σεβαστούν έκραξαν
το λειτουργό, και τα περίλαμπρα ν᾿ αποδεχτούνε δώρα·
όμως του Ατρείδη του Αγαμέμνονα δεν άρεσε η βουλή τους,
μον᾿ τον κακόδιωχνε, και του ‘ριχνε βαριά φοβέρα ακόμα:
«Το νου σου, εγώ μη σ᾿ έβρω, γέροντα, στα βαθουλά καράβια,
για τώρα εδώ να κοντοστέκεσαι για να διαγέρνεις πάλε,
μη ουδέ ραβδί κι ουδέ και στέφανα του Φοίβου σε γλιτώσουν.
Δε λευτερώνω εγώ την κόρη σου, πριν μου γεράσει πρώτα
στο Άργος, μακριά από την πατρίδα της, στο αρχοντικό μου μέσα,
στον αργαλειό τη μέρα, ταίρι μου τη νύχτα στο κρεβάτι.
Μον᾿ τράβα, μη μου ανάβεις τα αίματα, γερός αv θες να φύγεις.»
Είπε, κι ο γέροντας φοβήθηκε κι υπάκουσε στο λόγο᾿
πήρε βουβός του πολυτάραχου γιαλού τον άμμον άμμο,
κι ως μάκρυνε, το ρήγα Απόλλωνα, της ομορφομαλλούσας
Λητώς το γιο, με θέρμη ο γέροντας ν᾿ ανακαλιέται επήρε:
« Επάκουσέ μου, ασημοδόξαρε, που κυβερνάς τη Χρύσα
και την τρισάγια Κίλλα, κι άσφαλτα την Τένεδο αφεντεύεις,
Ποντικοδαίμονα, αν σου στέγασα ναό χαριτωμένο …
κάποτε ως τώρα εγώ, για αν σου ‘καψα παχιά μεριά ποτέ μου,
γιδίσια για ταυρίσια, επάκουσε, και δώσε να πλερώσουν
οι Δαναοί με τις σαγίτες σου τα δάκρυα που ‘χω χύσει!»
Είπε, και την ευκή του επάκουσεν ο Απόλλωνας ο Φοίβος,
κι απ᾿ την κορφή του Ολύμπου εχύθηκε θυμό γεμάτος, κι είχε
δοξάρι και κλειστό στις πλάτες του περάσει σαϊτολόγο’
κι αντιβροντούσαν οι σαγίτες του στις πλάτες, μανιασμένος
καθώς τραβούσε· και κατέβαινε σαν τη νυχτιά τη μαύρη.
Κάθισε αλάργα απ᾿ τα πλεούμενα κι ευτύς σαγίτα ρίχνει,
και το ασημένιο του αντιδόνησε τρομαχτικά δοξάρι …
Ω ναι! Ξέρω καλά πως δεν χρειάζεται καράβι για να ναυαγήσεις πως δεν χρειάζεται ωκεανός για να πνιγείς. Υπάρχουν πολλοί που ναυαγήσαν μέσα στο κοστούμι τους, μέσα στη βαθιά τους πολυθρόνα, πολλοί που για πάντα τους σκέπασε το πουπουλένιο τους πάπλωμα.
Πλήθος αμέτρητο πνίγηκαν μέσα στη σούπα τους, σ΄ένα κουπάκι του καφέ, σ΄ένα κουταλάκι του γλυκού.
Ας είναι γλυκός ο ύπνος τους εκεί βαθιά που κοιμούνται. Ας είναι γλυκός και ανόνειρος. Κι ας είναι ελαφρύ το νοικοκυριό που τους σκεπάζει.
από το poihtikostayrodromi.blogspot.gr
Κρέμασα τό ποίημά μου
σ’ ἕνα ψηλό κλαδί.
Κοίτα το
Ποὺ χτυπιέται μέ τόν ἄνεμο.
Ξεκρέμασέ το,
μοῦ εἶπες,
σταμάτα τό μαρτύριό του.
Ξαφνιασμένοι οἱ διαβάτες
τό βλέπουν τόση ὥρα!
Τό δέντρο χαιρετᾶ,
κινώντας τό ποίημά του.
Δέν ὑπάρχει τίποτα γιά ἀπάντηση.
Πρέπει νά φύγουμε.
-Θά τό ἀπαρνηθεῖς;
Μᾶλλον.
Μά μή φοβᾶσαι, αὔριο ἕνα ἄλλο θά ‘χει τήν ἴδια τύχη.
Θά’ πρεπε νά ξοδεύομαι σέ τέτοια παιχνίδια;
Ἕνα ποίημα δέν βαραίνει πολύ τό κλαδί ἑνός δέντρου.
Θά γράψω γιά σένανε ὅσα θελήσεις,
τόσους στίχους
ὅσα καί δέντρα ὑπάρχουν.
Κι ὕστερα τί θ’ ἀπογίνει μ’ ἐμᾶς τούς δύο;
Ἴσως ὅλα αὐτά νά τά ξεχάσουμε πολύ γρήγορα;
Ὄχι!
Λίγο νά μᾶς πιάσει ἡ κούραση στό δρόμο
καί θά μπορέσουμε νά ξαναδοῦμε
τό μέρος
ποὺ ὁλόλαμπρο
τό δέντρο
χαιρετᾶ,
κινώντας τό ποίημά του.
Τότε θά ξανά ‘ρθει τό χαμόγελό μας.
-Πᾶμε!
από το Αγία Ζώνη.gr
Τα καράβια μου καίω
τα καράβια μου καίω τα καίω
δε θα πάω πουθενά.
Μπρος στα πόδια σου κλαίω
μη μ’αφήσεις σου λέω σου λέω
να σ’αφήσω ξανά.
Κι ας μη μου ’χεις χαρίσει ποτέ
ένα χάδι ως τώρα
πάντα εδώ θα γυρνώ.
Από πείσμα και τρέλα θα ζω
σε τούτη τη χώρα
ώσπου να ’βρω νερό
γιατί ανήκω εδώ.
Τα παιδιά στην κερκίδα
είναι η μόνη σου ελπίδα ελπίδα
πρωινός ουρανός
Σταυρωμένη πατρίδα
μες στα μάτια σου είδα αχ είδα
της ανάστασης φως.
Κι ας μη μου ’χεις χαρίσει ποτέ
ένα χάδι ως τώρα
πάντα εδώ θα γυρνώ.
Από πείσμα και τρέλα θα ζω
σε τούτη τη χώρα
ώσπου να ’βρω νερό
γιατί ανήκω εδώ.
Όποιος σε δει
για μια στιγμή
δίχως του πένθους
το μαύρο μανδύα.
Θα ’σαι εσύ
θεά γυμνή
η αμαρτία του
κι η τιμωρία.
Σαν οπτασία
για μια ζωή.
Κι ας μη μου ’χεις χαρίσει ποτέ
ένα χάδι ως τώρα
πάντα εδώ θα γυρνώ.
Από πείσμα και τρέλα θα ζω
στην έρημη χώρα
ώσπου να ’βρω νερό
γιατί ανήκω εδώ.
Αργοπεθαίνει
όποιος γίνεται σκλάβος της συνήθειας,
επαναλαμβάνοντας κάθε μέρα τις ίδιες διαδρομές,
όποιος δεν αλλάζει το βήμα του,
όποιος δεν ρισκάρει να αλλάξει χρώμα στα ρούχα του,
όποιος δεν μιλάει σε όποιον δεν γνωρίζει.
Αργοπεθαίνει
όποιος έχει την τηλεόραση για μέντορα του.
Αργοπεθαίνει
όποιος αποφεύγει ένα πάθος,
όποιος προτιμά το μαύρο αντί του άσπρου
και τα διαλυτικά σημεία στο “ι” αντί τη δίνη της συγκίνησης
αυτήν ακριβώς που δίνει την λάμψη στα μάτια,
που μετατρέπει ένα χασμουρητό σε χαμόγελο,
που κάνει την καρδιά να κτυπά στα λάθη και στα συναισθήματα.
Αργοπεθαίνει
όποιος δεν “αναποδογυρίζει το τραπέζι” όταν δεν είναι ευτυχισμένος στη δουλειά του,
όποιος δεν ρισκάρει τη σιγουριά του, για την αβεβαιότητα του να τρέξεις πίσω από ένα όνειρο,
όποιος δεν επιτρέπει στον εαυτό του, έστω για μια φορά στη ζωή του, να ξεγλιστρήσει απ’ τις πάνσοφες συμβουλές.
Αργοπεθαίνει
όποιος δεν ταξιδεύει,
όποιος δεν διαβάζει,
όποιος δεν ακούει μουσική,
όποιος δεν βρίσκει το μεγαλείο μέσα του.
Αργοπεθαίνει
όποιος καταστρέφει τον έρωτά του,
όποιος δεν αφήνει να τον βοηθήσουν,
όποιος περνάει τις μέρες του παραπονούμενος για τη κακή του τύχη
ή για τη βροχή την ασταμάτητη.
Αργοπεθαίνει
όποιος εγκαταλείπει την ιδέα του πριν καν την αρχίσει,
όποιος δεν ρωτά για πράγματα που δεν γνωρίζει
ή δεν απαντά όταν τον ρωτάν για όσα ξέρει.
Αποφεύγουμε τον θάνατο σε μικρές δόσεις,
όταν θυμόμαστε πάντα πως για να ‘σαι ζωντανός
χρειάζεται μια προσπάθεια πολύ μεγαλύτερη
από το απλό αυτό δεδομένο της αναπνοής.
Μονάχα με μια φλογερή υπομονή
θα κατακτήσουμε την θαυμάσια ευτυχία.
Μου λεν αν φύγω από τον κύκλο θα χαθώ
στα όρια του μοναχά να γυροφέρνω
και πως ο κόσμος είν’ ανήμερο θεριό
κι όταν δαγκώνει εγώ καλά είναι να σωπαίνω.
Κι όταν φοβούνται πως μπορεί να τρελαθώ
μου λεν να πάω κρυφά κάπου να κλάψω
και να θυμάμαι πως αυτό το σκηνικό
είμαι μικρός, πολύ μικρός για να τ’ αλλάξω.
Μα εγώ μ’ ένα άγριο περήφανο χορό
σαν αετός πάνω απ’ τις λύπες θα πετάξω.
Σιγά μην κλάψω, σιγά μη φοβηθώ,
σιγά μην κλάψω, σιγά μη φοβηθώ.
Θα πάω να χτίσω μια φωλιά στον ουρανό,
θα κατεβαίνω μόνο αν θέλω να γελάσω
Σιγά μην κλάψω, σιγά μη φοβηθώ,
σιγά μην κλάψω, σιγά μη φοβηθώ.
Μου λεν αν φύγω πιο ψηλά θα ζαλιστώ
καλύτερα στη λάσπη εδώ μαζί τους να κυλιέμαι
και πως αν θέλω περισσότερα να δω,
σ’ ένα καθρέφτη μοναχός μου να κοιτιέμαι.
Κι όταν φοβούνται πως μπορεί να τρελαθώ
μου λεν να πάω κρυφά κάπου να κλάψω.
Και να θυμάμαι πως αυτό το σκηνικό
είμαι μικρός πολύ μικρός για να τ’ αλλάξω.
Μα εγώ μ’ένα άγριο περήφανο χορό
σαν αετός πάνω απ’ τις λύπες θα πετάξω.
Σιγά μην κλάψω, σιγά μη φοβηθώ,
σιγά μην κλάψω, σιγά μη φοβηθώ
Θα πάω να χτίσω μια φωλιά στον ουρανό,
θα κατεβαίνω μόνο αν θέλω να γελάσω
Σιγά μην κλάψω, σιγά μη φοβηθώ,
σιγά μην κλάψω, σιγά μη φοβηθώ.
Δυστυχισμένοι όσοι θρηνούν, γιατί πια απόχτησαν τη θλιβερή συνήθεια του θρήνου.
Μακάριοι όσοι ξέρουν πως ο πόνος δεν είναι στεφάνι δόξας.
Δεν αρκεί νά ’σαι ο έσχατος για νά ’σαι κάποια μέρα ο πρώτος.
Ευτυχισμένος όποιος δεν επιμένει πως έχει δίκιο, γιατί κανείς δεν έχει, ή έχουν όλοι.
Ευτυχισμένος όποιος συγχωρεί τους άλλους καθώς κι εκείνος που συγχωρεί τον ίδιο τον εαυτο του.
Ευλογημένοι οι ειρηνοποιοί, γιατί δε θα καταδεχτούν τη διχόνοια.
Ευλογημένοι όσοι δεν διψούν για δικαιοσύνη, επειδή ξέρουν πως η μοίρα μας, αντίδικη ή σπλαχνική, είναι έργο της τύχης, της ανεξιχνίαστης.
Ευλογημένοι οι ελεήμονες, γιατί η ευτυχία τους θα είναι να ελεούν κι όχι να περιμένουν ανταπόδοση.
Ευλογημένοι όσοι διώκονται για χάρη του δίκιου, γιατί τους νοιάζει περισσότερο το δίκιο απ’ ό,τι η ανθρώπινη μοίρα τους.
Κανείς δεν είναι το αλάτι της γης, μα και κανένας δεν υπάρχει που να μην ήταν σε κάποια στιγμή της ζωής του.
Οι ανθρώπινες πράξεις δεν αξίζουν ούτε για την κόλαση, ούτε για τους ουρανούς.
Να μη μισείς τον εχθρό σου, γιατί αν το κάνεις, γίνεσαι κατά κάποιον τρόπο σκλάβος του. Το μίσος σου, δε θα σε ικανοποιήσει περισσότερο από τη γαλήνη σου.
Αν σε βάλει σε πειρασμό το δεξί σου χέρι, συγχώρεσέ το· είσαι και σώμα και ψυχή και είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να καθορίσεις το όριο που τα διαχωρίζει.
Να μη μεγαλοποιείς τη λατρεία της αλήθειας· δεν υπάρχει άνθρωπος που μέσα σε μια μονάχα μέρα, να μην είπε ψέματα φορές πολλές, έχοντας κάθε δίκιο.
Να μην ορκίζεσαι, γιατί ο όρκος είναι μονάχα έμφαση.
Να αντιστέκεσαι στο κακό, αλλά χωρίς φόβο και χωρίς πάθος. Σ’ αυτόν που θα σου χτυπήσει το δεξί μάγουλο, μπορείς να του γυρίσεις και τ’ άλλο, φτάνει να μην είναι ο φόβος που στο γυρίζει.
Εγώ δε μιλώ ούτε για εκδίκηση, ούτε για συγνώμη· η λησμονιά είναι η μόνη εκδίκηση και η μοναδική συγνώμη.
Κάνοντας καλό στον εχθρό σου, έχεις βρει τον καλύτερο τρόπο να ικανοποιήσεις τη ματαιοδοξία σου.
Δώσε τα άγια στα σκυλιά και ρίξε τα μαργαριτάρια σου στους χοίρους· αυτό που έχει σημασία είναι να δίνεις.
Ψάχνε, μόνο για νά ’χεις τη χαρά να ψάχνεις και όχι για τη χαρά πως βρίσκεις…
Μην κρινεις το δέντρο από τους καρπούς του, ούτε τον άνθρωπο από τα έργα του· μπορούσαν νά ’ναι και καλύτερα ή χειρότερα.
Τίποτα δεν χτίζεται πάνω στην πέτρα, όλα πάνω στην άμμο χτίζονται, όμως το χρέος μας είναι να χτίζουμε σα νά ’τανε η άμμος πέτρα…
Από το βιβλίο: Χορχε Λουις Μπορχες, Ποιήματα
by Αντικλείδι , http://antikleidi.wordpress.com
κι ανάτελλε τα ζωντανά του,
καλούς ανθρώπους και κακούς, νυφίτσες,
αλεπούδες, μια λίμνη ως κόρην
οφθαλμού και κάστρα πατημένα.
Θα ‘ναι τα Γιάννενα, ψιθύρισα,
στο χιόνι και στον άγριο καιρό
γυάλινα και μαλαματένια.
Κι όσο πήγαινε η μέρα,
σαν το βαπόρι σε καλά νερά,
είδα και μιναρέδες κι άκουσα
τα μπακίρια να βελάζουν.
Η ΘΑΛΑΣΣΑ
Ἡ θάλασσα εἶναι σὰν τὸν ἔρωτα:
μπαίνεις καὶ δὲν ξέρεις ἂν θὰ βγεῖς.
Πόσοι δὲν ἔφαγαν τὰ νιάτα τους –
μοιραῖες βουτιές, θανατερὲς καταδύσεις,
γράμπες, πηγάδια, βράχια ἀθέατα,
ρουφῆχτρες, καρχαρίες, μέδουσες.
Ἀλίμονο ἂν κόψουμε τὰ μπάνια
Μόνο καὶ μόνο γιατί πνίγηκαν πεντέξι.
Ἀλίμονο ἂν προδώσουμε τὴ θάλασσα
Γιατὶ ἔχει τρόπους νὰ μᾶς καταπίνει.
Ἡ θάλασσα εἶναι σὰν τὸν ἔρωτα:
χίλιοι τὴ χαίρονται – ἕνας τὴν πληρώνει.
ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΠΩ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ
Ἐγκαταλείπω τὴν ποίηση δὲ θὰ πεῖ προδοσία,
δὲ θὰ πεῖ ἀνοίγω ἕνα παράθυρο γιὰ τὴ συναλλαγή.
Τέλειωσαν πιὰ τὰ πρελούδια, ᾖρθε ἡ ὥρα τοῦ κατακλυσμοῦ.
Ὅσοι δὲν εἶναι ἀρκετὰ κολασμένοι πρέπει ἐπιτέλους νὰ σωπάσουν,
νὰ δοῦν μὲ τί καινούριους τρόπους μποροῦν νὰ ἀπαυδήσουν τὴ ζωή.
Ἐγκαταλείπω τὴν ποίηση δὲ θὰ πεῖ προδοσία.
Νὰ μὴ μὲ κατηγορήσουν γιὰ εὐκολία, πὼς δὲν ἔσκαψα βαθιά,
πὼς δὲ βύθισα τὸ μαχαίρι στὰ πιὸ γυμνά μου κόκαλα.
ὅμως εἶμαι ἄνθρωπος κι ἐγώ, ἐπιτέλους κουράστηκα, πῶς τὸ λένε,
κούραση πιὸ τρομαχτικὴ ἀπὸ τὴν ποίηση ὑπάρχει;
Ἐγκαταλείπω τὴν ποίηση δὲ θὰ πεῖ προδοσία.
Βρίσκει κανεὶς τόσους τρόπους νὰ ἐπιμεληθεῖ τὴν καταστροφή του.
ΤΟ ΧΡΩΜΑ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ
Ποιο το χρώμα της αγάπης
ποιος θα μου το βρει;
Να `ναι κόκκινο σαν ήλιος
θα καίει σαν φωτιά.
Κίτρινο σαν το φεγγάρι
θα `χει μοναξιά.
Να `χει τ’ ουρανού το χρώμα
θα `ναι μακριά.
Να `ναι μαύρο σαν τη νύχτα
θα `ναι πονηρή.
Ποιο το χρώμα της αγάπης
ποιος θα μου το βρει;
Να `ναι άσπρο συννεφάκι
φεύγει και περνά.
Να `ναι άσπρο γιασεμάκι
στον ανθό χαλά.
Να `ναι άσπρο γιασεμάκι
στον ανθό χαλά.
Να `ναι το ουράνιο τόξο
που δεν πιάνεται
Όλο φαίνεται πως φτάνω
κι όλο χάνεται.
Όλο φαίνεται πως φτάνω
κι όλο χάνεται.
Ποιο το χρώμα της αγάπης
ποιος θα μου το βρει
ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
Της αγάπης το βιβλίο
απ’ τα χρόνια τα παλιά
το έγραφε ένας προφήτης
σε μια σκοτεινή σπηλιά
Στο κεφάλαιο το πρώτο
γράφει «τα ερωτικά»
οι σελίδες του μουτζούρες
κι όλο ερωτηματικά
Για της μάνας την αγάπη
λέει πως είναι φυλακή
δίχως κάγκελα και πόρτα
κι όμως μέσα μας κρατεί
Στη σελίδα δεκαοχτώ
γράφει: ενοχή ανοχή
ο όρκος υπήρξε ποτέ
απόδειξη αγάπης
και πιο κάτω
η αγάπη έχει δεν έχει αντέχει
Κείνο το ακριβό βιβλίο
δεν το τέλειωσε ποτές
του έμεινε στις σημειώσεις
κι οι σελίδες του λευκές
Κείνο το ακριβό βιβλίο
σκονισμένο και παλιό
ίσως να το τελειώσει
ΤΟ ΟΧΙ ΑΠΟΚΟΙΜΗΘΗΚΕ ΣΤΗΝ ΑΓΚΑΛΙΑ ΤΟΥ ΝΑΙ
Ανάμεσα στο όχι
και στο κρυμμένο ναι
χάθηκε η ζωή μου
μεγάλε ουρανέ.
Δεν κρύβεται στη νύχτα
το άσπρο γιασεμί.
Λύγισε η αγάπη όταν είπες μη,
λύγισε η αγάπη όταν είπες μη.
Βγαίνω στον αέρα
με χάρτινο φτερό.
Μακριά σου δεν αντέχω,
κοντά σου δεν μπορώ.
Κοντά σου δεν αντέχω,
μακριά σου δεν μπορώ.
Χαμήλωσε τα φώτα
μεγάλε ουρανέ,
το όχι αποκοιμήθηκε
στην αγκαλιά του ναι,
το όχι αποκοιμήθηκε
στην αγκαλιά του ναι.
ΤΟ ΔΑΚΡΥ ΤΗΣ ΧΑΡΑΣ
Δεν έχω τι να πω
το ξέρω σ’ αγαπώ
μα φεύγω πριν χαθείς
για να με ξαναβρείς.
Το δάκρυ της χαράς
έρχεται σαν γυρνάς
σαν σύννεφο βροχής
στη διψασμένη γη.
Ποιος θα το φανταστεί
πως η αγάπη αυτή
αγγίζει την καρδιά
μονάχα από μακριά.
ΠΟΥ ΚΑΤΟΙΚΕΙ Η ΑΓΑΠΗ
Άλφα, βήτα, γάμα, δέλτα
σκόνη γίνεται κι η πέτρα
έψιλον, ζήτα, ήττα, θήτα
μοιάζει η νίκη με την ήττα
η σιωπή δε φέρνει αμηχανία
το ναι και τ’ όχι αν το λες
με ίδια ευκολία,
εκεί η αγάπη κατοικεί.
Τα βήματα όταν ακούς
και τα γνωρίζεις
δεμένος μα ελεύθερος βαδίζεις,
εκεί η αγάπη κατοικεί.
Όταν ρωτάς πώς, πότε, πού, γιατί;
Η αγάπη εκεί δεν κατοικεί.
Αν ένα βλέμμα δίδεις
κι όμως περισσεύγει
κρυφοκοιτάς πίσω απ’ το τζάμι
όταν φεύγει,
εκεί η αγάπη κατοικεί.
Άμα ρωτάς πώς, πότε, πού, γιατί;
Η αγάπη εκεί δεν κατοικεί.
Άμα ρωτάς πώς, πότε, πού, γιατί;
ίσως και κει να κατοικεί.
Μα αν δεν μπορείς να συγχωρείς
πού μένει η αγάπη δε θα βρεις.
H AΛΦΑΒΗΤΑ
Βι, γα, δε, ζι, θι
κα, λα, μι, νι, ξι
πι, ρο, σίγμα, ταυ
φι, χι, ψι
Γιώτα, κάπα, λάμδα, μι
πόσο αξίζει μια στιγμή
νι, ξι, όμικρον, πι, ρο
φεύγω μα σε καρτερώ
Σίγμα, ταυ, ύψιλον, φι
μοναξιά στην κορυφή
με το χι, το ψι, το ωμέγα
μια παλικαριά `ναι η φεύγα
ΚΟΚΚΙΝΑ ΧΕΙΛΗ ΦΙΛΗΣΑ
Μέσα από τη θλίψη όλων των πραγμάτων
ακούω το σιγαλό τραγούδι της αιώνιας μητέρας
Εσύ είσαι η μεγάλη σταλαγματιά της δροσιάς κάτω από το φύλλο του λωτού
Εγώ είμαι η πιο μικρή στο απάνω μέρος του φύλλου
Ο καλλιτέχνης είναι ο εραστής της ζωής
γιαυτό είναι ο σκλάβος της, μαζί και ο αφέντης της
Τούτη η λαχτάρα είναι για κάτι που το αισθάνεται κάποιος στο σκοτάδι
μα δεν το βλέπει στο φως της ημέρας
Οι ρίζες είναι κλαδιά κάτω στη γη
Τα κλαδιά είναι ρίζες μες στον αέρα
Οι ανώνυμες ημέρες έχουν αφήσει το άγγιγμά τους απάνω στην καρδιά μου
σαν το μούσκλο στον κορμό του γέρικου δέντρου
Οι άνθρωποι πάνε μέσα στο πολυτάραχο πλήθος
για να πλίξουν την κραυγή της δικής τους σιωπής
Κουβαλώ στον ανθισμένο κόσμο μου
όλους τους κόσμους που δεν υπάρχουν πια
Το φύλλο γίνεται λουλούδι όταν αγαπά
Το λουλούδι γίνεται καρπός όταν η αγάπη του φτάνει στη λατρεία
Κοιτάζω τα δέντρα που σαλεύουν
και στοχάζομαι πόσο μεγάλος είναι ο κόσμος
Η μεγάλη δύναμη του Θεού
βρίσκεται μέσα στο απαλό αεράκι που φυσάει
κι όχι μέσα στην ανεμοζάλη
Ο μεγάλος περπατεί με τον μικρό χωρίς κανένα φόβο
ο μέτριος κρατιέται μακριά
Αγάπη, όταν έρχεσαι
κρατώντας στο χέρι σου το αναμμένο λυχνάρι της οδύνης
μπορώ να ξεχωρίσω το πρόσωπό σου
και να δω πόσο είσαι ευλογημένη από το Θεό
Το χαμόγελό σου ήταν τα λουλούδια από το δικό σου κήπο
τα λόγια σου ήταν το ψιθύρισμα του δικού σου δάσους
μα η καρδιά σου ήταν η γυναίκα που ξέραμε όλοι
Ο Θεός αγαπά τα λυχνάρια των ανθρώπων
περισσότερο από τα μεγάλα του αστέρια
Ότι είναι πολύ καλό
δεν έρχεται μόνο του
Στον ερχομό του το συνοδεύει το σύνολο
Η καρδιά μου σήμερα
νοσταλγεί να φτάσει στη μοναδική ευτυχισμένη ώρα
μέσα από τη θάλασσα των καιρών
Φοβισμένοι στοχασμοί, μη με φοβάστε εμένα
είμαι ποιητής
Χαμένα πᾶνε ἐντελῶς τὰ λόγια τῶν δακρύων.
Ὅταν μιλάει ἡ ἀταξία ἡ τάξη νὰ σωπαίνει
―ἔχει μεγάλη πεῖρα ὁ χαμός.
Τώρα πρέπει νὰ σταθοῦμε στὸ πλευρὸ
τοῦ ἀνώφελου.
Σιγὰ σιγὰ νὰ ξαναβρεῖ τὸ λέγειν της ἡ μνήμη
νὰ δίνει ὡραῖες συμβουλὲς μακροζωίας
σὲ ὅ,τι ἔχει πεθάνει.
Ἂς σταθοῦμε στὸ πλευρὸ ἐτούτης τῆς μικρῆς
φωτογραφίας
ποὺ εἶναι ἀκόμα στὸν ἀνθὸ τοῦ μέλλοντός της:
νέοι ἀνώφελα λιγάκι ἀγκαλιασμένοι
ἐνώπιον ἀνωνύμως εὐθυμούσης παραλίας.
Ναύπλιο Εὔβοια Σκόπελος;
Θὰ πεῖς
καὶ ποῦ δὲν ἦταν τότε θάλασσα.
να βγη απ’ το σέβας κι’ από την υποταγή.
Από τους νόμους μερικούς θα τους φυλάξει,
αλλά το περισσότερο θα παραβαίνει
και νόμους κ’ έθιμα κι’ απ’ την παραδεγμένη
και την ανεπαρκούσα ευθύτητα θα βγη.
Από ταις ηδοναίς πολλά θα διδαχθή.
Την καταστρεπτική δεν θα φοβάται πράξι·
το σπίτι το μισό πρέπει να γκρεμισθή.
Έτσι θ’ αναπτυχθή ενάρετα στην γνώσι.
Κωνσταντίνος Π. Καβάφης
Τα 100 καλύτερα βιβλία”», όπως αυτά προτάθηκαν από 100 συγγραφείς 54 χωρών, που συντάχθηκε το 2002 από τη Νορβηγική Λέσχη του Βιβλίου. Ο κατάλογος αυτός προσπαθεί να απεικονίσει την παγκόσμια λογοτεχνία με βιβλία από όλες τις χώρες, πολιτισμούς και χρονικές περιόδους. Ένδεκα από τα βιβλία αυτά έχουν γραφεί από γυναίκες και τεσσάρων οι συγγραφείς είναι άγνωστοι. Καθένας από τους προτείνοντες συγγραφείς υπέβαλε τον δικό του κατάλογο από δέκα βιβλία. Δεν υπάρχει καμιά κατηγοριοποίηση και, προ παντός, αξιολόγηση στην παρουσιάση των εκατό βιβλίων που επελέγησαν με την διαδικασία αυτή. Οι οργανωτές διεκήρυξαν ότι «όλα είναι στην ίδια σειρά», με την εξαίρεση του Δον Κιχώτη που του απονεμήθηκε η διάκριση του «καλύτερου λογοτεχνικού έργου που γράφηκε ποτέ». Ο παρών κατάλογος καταρτίστηκε βάσει της χρονολογίας συγγραφής των έργων, με μιαν ελαστικότητα προκειμένου να μη απομακρυνθούν απ’ αλλήλων έργα του ιδίου συγγραφέα (βλ. π.χ. Φλωμπέρ και Ντίκενς, Τολστόι και Ντοστογιέφσκι).
| Χρονολογία | Συγγραφέας | Τίτλος έργου | γλώσσα |
|---|---|---|---|
| 18ος–17ος αι. π.Χ. | άγνωστος | Έπος του Γκιλγκαμές | Ακκαδική |
| 850–750 π.Χ. | Όμηρος | Ιλιάς | Αρχαία Ελληνική |
| 8ος αι. π.Χ. | Όμηρος | Οδύσσεια | Αρχαία Ελληνική |
| 6ος– 4ος αι. π.Χ. | άγνωστος | Το βιβλίο του Ιώβ | Εβραϊκή |
| 431 π.Χ. | Ευριπίδης | Μήδεια | Αρχαία Ελληνική |
| 430 π.Χ. | Σοφοκλής | Οιδίπους Τύραννος | Αρχαία Ελληνική |
| 4ος αι. π.Χ.– 4ος αι. μ.Χ. | Βυάσα | Μαχαβαράτα | Σανσκριτική |
| 3ος αι. π.Χ.– 3ος αι. μ.Χ. | Βαλμίκι | Ραμαγιάνα | Σανσκριτική |
| 1ος αι. π.Χ.– 4ος αι. μ.Χ. | Καλιντάσα | Σακούνταλα | Σανσκριτική |
| 29–19 π.Χ. | Vergilius (Βιργίλιος) | Aeneis (Αινειάς) | Λατινική |
| 1ος αι. μ.Χ. | Ovidius (Οβίδιος) | Metamorphoses (Μεταμορφώσεις) | Λατινική |
| 700–1500 | άγνωστος | Χίλιες και μία νύχτες | Αραβική |
| 11ος αι. | Μουρασάκι Σικίμπου | Η ιστορία του Γκέντζι | Ιαπωνική |
| 13ος αι. | άγνωστος | Njál’s Saga (Η ιστορία του Νγιαλ) | Αρχαία Σκανδιναβική |
| 1257 | Σααντί | Μποστάν (Ο Φρουτόκηπος) | Περσική |
| 1258–73 | Ρουμί | Μασναβί | Περσική |
| 1265–1321 | Dante Alighieri (Δάντης) | Divina Commedia (Θεία κωμωδία) | Ιταλική |
| 1349–53 | Giovanni Boccaccio (Βοκάκιος | Decamerone (Το Δεκαήμερο) | Ιταλική |
| 14ος αι. | Geoffrey Chaucer (Τζέφρι Τσόσερ) | The Canterbury Tales (Οι ιστορίες του Καντέρμπουρι) | Αγγλική |
| 1532–34 | François Rabelais (Ραμπελαί) | Pantagruel (Πανταγκρυέλ) και Gargantua (Γαργαντούας) | Γαλλική |
| 1595 | Michel de Montaigne (Μισέλ ντε Μονταίν) | Essays (Δοκίμια) | Γαλλική |
| 1603 | William Shakespeare (Ουίλλιαμ Σαίξπηρ) | Hamlet (Άμλετ) | Αγγλική |
| 1608 | William Shakespeare (Ουίλλιαμ Σαίξπηρ) | King Lear (Ο βασιλιάς Ληρ) | Αγγλική |
| 1609 | William Shakespeare (Ουίλλιαμ Σαίξπηρ) | Othello (Οθέλος) | Αγγλική |
| 1605 & 1615 | Miguel de Cervantes (Μιγκέλ ντε Θερβάντες) | Don Quijote (Δον Κιχώτης) | Ισπανική |
| 1726 | Jonathan Swift (Τζόναθαν Σουϊφτ) | Gulliver’s Travels (Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ) | Αγγλική |
| 1760 | Laurence Sterne (Λώρενς Στερν) | Tristram Shandy (Τρίστραμ Σάντυ) | Αγγλική |
| 1796 | Denis Diderot (Ντενί Ντιντερό) | Jacques le fataliste (Ζακ ο μοιρολάτρης και ο αφέντης του) | Γαλλική |
| 1808 & 1832 | Johann Wolfgang von Goethe (Γκαίτε) | Faust (Φάουστ) | Γερμανική |
| 1813 | Jane Austen (Τζέιν Ώστεν) | Pride and Prejudice (Περηφάνια και Προκατάληψη) | Αγγλική |
| 1818 | Giacomo Leopardi (Τζιάκομο Λεοπάρντι) | Canti (ποιήματα) | Ιταλική |
| 1830 | Stendhal (Σταντάλ) | Le Rouge et le Noir (Το κόκκινο και το μαύρο) | Γαλλική |
| 1833-1850 | Edgar Allan Poe (Έντγκαρ Άλλαν Πόε) | διηγήματα | Αγγλική (ΗΠΑ) |
| 1835 | Honoré de Balzac (Ονορέ ντε Μπαλζάκ ) | Le Père Goriot (Ο Μπάρμπα-Γκοριό) | Γαλλική |
| 1835–37 | Hans Christian Andersen (Χανς Κρίστιαν Άντερσεν) | Eventyr (Παραμύθια) | Δανική |
| 1842 | Νικολάι Γκόγκολ | Νεκρές ψυχές | Ρωσική |
| 1847 | Emily Brontë (Έμιλι Μπροντέ) | Wuthering Heights (Ανεμοδαρμένα Ύψη) | Αγγλική |
| 1851 | Herman Melville (Χέρμαν Μέλβιλ) | Moby-Dick (Μόμπυ Ντικ) | Αγγλική (ΗΠΑ) |
| 1855 | Walt Whitman (Ουώλτ Ουίτμαν) | Leaves of Grass (Φύλλα Χλόης) [ποίηση] | Αγγλική (ΗΠΑ) |
| 1857 | Gustave Flaubert (Γκυστάβ Φλωμπέρ) | Madame Bovary (Μαντάμ Μποβαρί) | Γαλλική |
| 1869 | Gustave Flaubert | L’Éducation sentimentale (Η αισθηματική αγωγή) | Γαλλική |
| 1861 | Charles Dickens (Τσάρλς Ντίκενς) | Great Expectations (Μεγάλες Προσδοκίες) | Αγγλική |
| 1865–1869 | Λέων Τολστόι | Πόλεμος και Ειρήνη | Ρωσική |
| 1886 | Λέων Τολστόι | Ο θάνατος του Ιβάν Ιλίτς | Ρωσική |
| 1877 | Λέων Τολστόι | Άννα Καρένινα | Ρωσική |
| 1866 | Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι | Έγκλημα και τιμωρία | Ρωσική |
| 1869 | Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι | Ο ηλίθιος | Ρωσική |
| 1872 | Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι | Οι δαιμονισμένοι | Ρωσική |
| 1880 | Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι | Αδελφοί Καραμαζώφ | Ρωσική |
| 1871 | George Eliot (Τζορτζ Έλιοτ) | Middlemarch (Μίντλμαρτς) | Αγγλική |
| 1879 | Henrik Ibsen (Χένρικ Ίψεν) | Et dukkehjem [Nora] (Ένα κουκλόσπιτο [Νόρα]) | Νορβηγική |
| 1884 | Mark Twain (Μαρκ Τουαίην) | Adventures of Huckleberry Finn (Οι περιπέτειες του Χάκλμπερι Φιν) | Αγγλική (ΗΠΑ) |
| 1886 | Αντόν Τσέχωφ | διηγήματα | Ρωσική |
| 1890 | Knut Hamsun (Κνουτ Χάμσουν) | Sult (Η πείνα) | Νορβηγική |
| 1901 | Thomas Mann(Τόμας Μαν) | Buddenbrooks (Οι Μπούντενμπρόοκς) | Γερμανική |
| 1924 | Thomas Mann (Τόμας Μαν) | Der Zauberberg (Το μαγικό βουνό ) | Γερμανική |
| 1904 | Joseph Conrad (Τζόζεφ Κόνραντ) | Nostromo | Αγγλική |
| 1913–27 | Marcel Proust (Μαρσέλ Προυστ) | À la recherche du temps perdu (Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο) | Γαλλική |
| 1913 | D. H. Lawrence (Ντ. Χ. Λώρενς) | Sons and Lovers (Γιοι και εραστές) | Αγγλική |
| 1918 | Λου Σιουν | Το ημερολόγιο ενός τρελού | Κινεζική |
| 1922 | James Joyce (Τζαίημς Τζόυς) | Ulysses (Οδυσσέας) | Αγγλική (Ιρλανδία) |
| 1923 | Italo Svevo (Ίταλο Σβέβο) | La Coscienza di Zeno (Η συνείδηση του Ζήνωνα) | Ιταλική |
| 1924 | Franz Kafka (Φραντς Κάφκα) | διηγήματα | Γερμανική |
| 1925 | Franz Kafka (Φραντς Κάφκα) | Der Prozess (Η Δίκη) | Γερμανική |
| 1926 | Franz Kafka (Φραντς Κάφκα) | Das Schloss (Ο Πύργος) | Γερμανική |
| 1925 | Virginia Woolf (Βιρτζίνια Γουλφ) | Mrs Dalloway (Η κυρία Νταλογουέη) | Αγγλική |
| 1927 | Virginia Woolf (Βιρτζίνια Γουλφ) | To the Lighthouse (Στο φάρο) | Αγγλική |
| 1929 | Alfred Döblin (Άλφρεντ Ντέμπλιν) | Berlin Alexanderplatz (Μπερλίν, Αλεξάντερπλατς) | Γερμανική |
| 1928 | Federico García Lorca (Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα) | Romancero gitano (Τσιγγάνικο τραγουδιστάρι) | Ισπανική |
| 1928 | Fernando Pessoa (Φερνάντο Πεσσόα) | Livro do Desassossego (Το βιβλίο της ανησυχίας) | Πορτογαλική |
| 1929 | William Faulkner (Γουίλιαμ Φώκνερ) | The Sound and the Fury (Η βουή και η αντάρα) | Αγγλική |
| 1936 | William Faulkner (Γουίλιαμ Φώκνερ) | Absalom, Absalom! (Αβεσσαλώμ, Αβεσσαλώμ !) | Αγγλική |
| 1930–32 | Robert Musil (Ρόμπερτ Μούζιλ) | Der Mann ohne Eigenschaften (Ο άνθρωπος χωρίς ιδιότητες) | Γερμανική |
| 1932 | Louis-Ferdinand Céline (Λουί-Φερντινάντ Σελίν) | Voyage au bout de la nuit (Ταξίδι στο τέλος της νύχτας) | Γαλλική |
| 1934–35 | Halldór Laxness (Χαλντόρ Λάξνες) | Sjálfstætt fólk (Ανεξάρτητοι άνθρωποι) | Ισλανδική |
| 1942 | Albert Camus (Αλμπέρ Καμύ) | L’Étranger (Ο Ξένος) | Γαλλική |
| 1944 κ.ε. | Jorge Luis Borges (Χόρχε Λουίς Μπόρχες) | Ficciones (Ιστορίες) | Ισπανική (Αργεντινή) |
| 1945 | Astrid Lindgren (Άστριντ Λίντγκρεν) | Pippi Långstrump (Πίπη η Φακιδομύτη) | Σουηδική |
| 1946 | Νίκος Καζαντζάκης | Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά | Νεοελληνική |
| 1949 | George Orwell (Τζορτζ Όργουελ) | Nineteen Eighty-Four (Χίλια ενακόσια ογδόντα τέσσερα) | Αγγλική |
| 1951–53 | Samuel Beckett (Σάμιουελ Μπέκετ) | Molloy, Malone Meurt, L’Innommable (Μολλόυ, Ο Μαλόν πεθαίνει, Ο ακατονόμαστος –τριλογία) | Γαλλική, Αγγλική (Ιρλανδία) |
| 1951 | Marguerite Yourcenar (Μαργκερίτ Γιουρσενάρ) | Mémoires d’Hadrien (Αδριανού απομνημονεύματα) | Γαλλική |
| 1952 | Ernest Hemingway (Έρνεστ Χέμινγουεϊ) | The Old Man and the Sea (Ο Γέρος και η Θάλασσα) | Αγγλική |
| 1954 | Γιασουνάρι Καβαμπάτα | Ο ήχος του βουνού | Ιαπωνική |
| 1955 | Vladimir Nabokov (Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ) | Lolita (Λολίτα) | Αγγλική (ΗΠΑ) |
| 1955 | Juan Rulfo (Χουάν Ρούλφο) | Pedro Páramo (Πέδρο Πάραμο) | Ισπανική (Μεξικό) |
| 1956 | João Guimarães Rosa (Χοάο Γκιμαράες Ρόζα) | Grande Sertão: Veredas (Μεγάλοι δρυμοί : Μονοπάτια) | Πορτογαλική (Βραζιλία) |
| 1958 | Chinua Achebe (Τσινούα Ατσέμπε) | Things Fall Apart (Τα πράγματα καταρρέουν) | Αγγλική (Νιγηρία) |
| 1959 | Ναγκίμπ Μαχφούζ | Τα παιδιά του Γκεμπελάουι | Αραβική (Αίγυπτος) |
| 1952 | Paul Celan (Πωλ Σελάν) | Mohn und Gedächtnis (Παπαρούνα και μνήμη) [ποίηση] | Γερμανική |
| 1952 | Ralph Ellison (Ραλφ Έλλισον) | Invisible Man (Αόρατος άνθρωπος) | Αγγλική (ΗΠΑ) |
| 1959 | Günter Grass (Γκύντερ Γκρας) | Die Blechtrommel (Το τενεκεδένιο ταμπούρλο) | Γερμανική |
| 1962 | Doris Lessing (Ντόρις Λέσινγκ) | The Golden Notebook (Το χρυσό σημειωματάριο) | Αγγλική |
| 1967 | Gabriel García Márquez (Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες) | Cien años de soledad (Εκατό Χρόνια Μοναξιάς) | Ισπανική (Κολομβία) |
| 1985 | Gabriel García Márquez (Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες) | El amor en los tiempos del cólera (Ο έρωτας στα χρόνια της χολέρας) | Ισπανική (Κολομβία) |
| 1971 | Ταγέμπ Σαλίχ | Η εποχή της μετανάστευσης στο Βορρά | Αραβική (Σουδάν) |
| 1974 | Elsa Morante (Έλσα Μοράντε) | La storia (Η ιστορία) | Ιταλική |
| 1981 | Salman Rushdie (Σαλμάν Ρασντί) | Midnight’s Children (Τα παιδιά του μεσονυκτίου) | Αγγλική |
| 1987 | Toni Morrison (Τόνι Μόρρισον) | Beloved (Αγαπημένη) | Αγγλική (ΗΠΑ) |
| 1995 | José Saramago (Ζοζέ Σαραμάγκου) | Ensaio sobre a cegueira (Δοκίμιον περί της τυφλότητος) | Πορτογαλική |
a
