Ποίηση
Τ’ αστέρια κρατούν έναν κόσμο δικό τους
στο πέλαγο σέρνουν φωτιές τα καράβια*
ψυχή μου λυτρώσου απ’ τον κρίκο του σκότους
πικρή, φλογισμένη που δέεσαι με ευλάβεια.
Στο πέλαγο σέρνουν φωτιές τα καράβια
η νύχτα στενεύει και στέκει σαν ξένη*
πικρή, φλογισμένη που δέεσαι με ευλάβεια
ψυχή μου γνωρίζεις ποιός νόμος σε δένει.
Η νύχτα στενεύει και στέκει σαν ξένη
στο μαύρο μετάξι τα φώτα έχουν σβήσει*
ψυχή μου γνωρίζεις ποιός νόμος σε δένει
και τι θα σου μείνει και τι θα σ’ αφήσει.
Στο μαύρο μετάξι τα φώτα έχουν σβήσει
ακούγουνται μόνο του χρόνου τα σείστρα*
και τι θα σου μείνει και τι θα σ’ αφήσει
αν τύχει κι αστράψει βουβή πολεμίστρα.
Ακούγονται μόνο του χρόνου τα σείστρα
μετάλλινη στήλη στου πόνου την άκρη*
αν τύχει κι αστράψει η βουβή πολεμίστρα
ούτε όνειρο θα ‘βρεις να δώσει ένα δάκρυ.
Μετάλλινη στήλη στου πόνου την άκρη
ψηλώνει η στιγμή σα μετέωρο λεπίδι*
ούτε όνειρο θα ‘βρεις να δώσει ένα δάκρυ
στο πλήθος σου το άυλο που σφίγγει σα φίδι.
Ψηλώνει η στιγμή σα μετέωρο λεπίδι
σαν τι να προσμένει να πέσει η γαλήνη;*
στο πλήθος σου το άϋλο που σφίγγει σαν φίδι
δεν είναι ο ουρανός μηδέ αγγέλου ευφροσύνη.
Σαν τι να προσμένει να πέσει η γαλήνη;
Σ’ ανθρώπους κλειστούς που μετρούν τον καημό τους
δεν είναι ουρανός μηδέ αγγέλου ευφροσύνη
τ’ αστέρια κρατούν έναν κόσμο δικό τους.
« Το παντούμ είναι στιχουργική μορφή που ξεκίνησε από την Μαλαισία και καθιερώθηκε στην Ευρώπη από τον Ουγκώ. Αποτελείται από τετράστιχες στροφές με σταυρωτή ομοιοκαταληξία, ο δεύτερος και ο τέταρτος στίχος κάθε στροφής γίνονται ο πρώτος και ο τρίτος της επομένης. Ο αριθμός των στροφών είναι ακαθόριστος, όμως ο τέταρτος στίχος της τελευταίας στροφής οφείλει να είναι ο ίδιος με τον πρώτο στίχο της αρχικής.» (Γιωργος Σεφερης)
Πάνω στα τετράδια του σχολείου
Στα θρανία μου και τα δένδρα
Πάνω στην άμμο και το χιόνι
Γράφω τ’ όνομά σου
Πάνω σ΄ όλες τις διαβασμένες σελίδες
Πάνω σ΄ όλες τις λευκές σελίδες
Στην πέτρα το αίμα το χαρτί τη στάχτη
Γράφω τ’ όνομά σου
Πάνω στις χρυσωμένες εικόνες
Στ΄ άρματα των πολεμιστών
Στην κορώνα των βασιλιάδων
Γράφω τ’ όνομά σου
Στη ζούγκλα και την έρημο
Στις φωλιές και τα σπαρτά
Στην ηχώ των παιδικών μου χρόνων
Γράφω τ’ όνομά σου
Πάνω στα θαύματα της νύχτας
Στο άσπρο ψωμί των ημερών
Στις μνηστευμένες εποχέςΓράφω τ’ όνομά σου
Πάνω σ΄ όλα τα γαλάζια κουρέλια μου
Στο μουχλιασμένο έλος του ήλιου
Στη ζωντανή λίμνη σελήνη
Γράφω τ’ όνομά σου
Στους αγρούς στον ορίζοντα
Στις φτερούγες των πουλιών
και στο μύλο των ίσκιων
Γράφω τ’ όνομά σου
Σε κάθε φύσημα της αυγής
Στη θάλασσα και τα πλοία
Πάνω στο τρελό βουνό
Γράφω τ’ όνομά σου
Στον αφρό απ΄ τα σύννεφα
Στους ιδρώτες της καταιγίδας
Στην βροχή την πυκνή και ανούσια
Γράφω τ’ όνομά σου
Πάνω στα σχήματα που σπιθίζουν
Στις καμπάνες των χρωμάτων
Πάνω στη φυσική αλήθεια
Γράφω τ’ όνομά σου
Στα μονοπάτια που ξύπνησαν
Στους δρόμους που ξεδιπλώθηκαν
Στις πλατείες που ξεχείλισαν
Γράφω τ’ όνομά σου
Στη λάμπα που ανάβει
Στη λάμπα που σβήνει
Στα ενωμένα μου σπίτια
Γράφω τ’ όνομά σου
Στο φρούτο το κομμένο στα δύο
Του καθρέφτη και της κάμαράς μου
Στο κρεβάτι μου άδειο κοχύλι
Γράφω τ’ όνομά σου
Στο λαίμαργο και τρυφερό σκύλο μου
Στα ορθωμένα αυτιά του
Στο αδέξιο πόδι του
Γράφω τ’ όνομά σου
Στο σκαλοπάτι της πόρτας μου
Στα γνώριμά μου αντικείμενα
στο κύμα της ευλογημένης φωτιάς
Γράφω τ’ όνομά σου
Σε κάθε σάρκα σύμφωνη
Στο μέτωπο των φίλων μου
Σε κάθε χέρι που προσφέρεται
Γράφω τ’ όνομά σου
Στο κρύσταλλο των εκπλήξεων
Στα προσεκτικά χείλια
Πολύ πιο πάνω απ΄ τη σιωπή
Γράφω τ’ όνομά σου
Στα χαλασμένα καταφύγιά μου
Στους γκρεμισμένους μου φάρους
Στους τοίχους της ανίας μου
Γράφω τ’ όνομά σου
Στην απουσία χωρίς πόθο
Στη γυμνή μοναξιά
Στα σκαλιά του θανάτου
Γράφω τ’ όνομά σου
Στην υγεία που ξανάρθε
Στον κίνδυνο που εξαφανίστηκε
Στην ελπίδα χωρίς ανάμνηση
Γράφω τ’ όνομά σου
Και με τη δύναμη της λέξης
Ξαναρχίζω τη ζωή μου
Γεννήθηκα για να σε γνωρίσω
Για να πω τ΄ όνομά σου
Ελευθερία!
Παιδί, το περιβόλι μου που θα κληρονομήσεις,
όπως το βρεις κι όπως το δεις να μη το παρατήσεις.
Σκάψε το ακόμα πιο βαθιά και φράξε το πιο στέρεα,
και πλούτισε τη χλώρη του και πλάτυνε τη γη του,
κι ακλάδευτο όπου μπλέκεται να το βεργολογήσεις,
και να του φέρεις το νερό το αγνό της βρυσομάνας.Κι αν αγαπάς τ’ ανθρώπινα κι όσα άρρωστα δεν είναι,
ρίξε αγιασμό και ξόρκισε τα ξωτικά, να φύγουν,
και τη ζωντάνια σπείρε του μ’ όσα γερά, δροσάτα.
Γίνε οργοτόμος, φυτευτής, (γίνε) διαφεντευτής.Κι αν είναι κι έρθουνε χρόνια δίσεχτα,
πέσουν καιροί οργισμένοι,
κι όσα πουλιά μισέψουνε σκιασμένα, κι όσα δέντρα,
για τίποτ’ άλλο δε φελάν παρά για μετερίζια.Μη φοβηθείς το χαλασμό. Φωτιά! Τσεκούρι! Τράβα,
ξεσπέρμεψέ το, χέρσωσε το περιβόλι, κόφτο,
και χτίσε κάστρο απάνω του και ταμπουρώσου μέσα,
για πάλεμα, για μάτωμα, για την καινούργια γέννα.Π’ όλο την περιμένουμε κι όλο κινάει για να ‘ρθει,
κι όλο συντρίμμι χάνεται στο γύρισμα των κύκλων.
Φτάνει μια ιδέα να στο πει, μια ιδέα να στο προστάξει,
κορώνα ιδέα, ιδέα σπαθί, που θα είναι απάνου απ’ όλα.
Μια αστραπή η ζωή μας…μα προλαβαίνουμε…
Μην κλαις επειδή τελείωσε.
Χαμογέλα επειδή συνέβη.
Αν δεν μπορείς να χτίσεις, μπορείς να σκάψεις…
Αν δεν μπορείς να γίνεις, μπορείς να είσαι…
Κι όμως….κάτι φυσάει ακατάπαυστα μες στην καρδιά μου.. Κάτι σαν ένας αμετανόητος άνεμος.. Κάτι σαν μια τρέλα ήλιου!!…
Υπάρχει μέσα μου ένας κόσμος, που δε γίνεται χθες.. Πάντοτε έχει το σήμερά του.. Εκεί που δεν το περιμένω, ξημερώνει μέσα μου…
……….Έχει υπάρξει πιο θαυμάσια περιγραφή του ανθρώπου από το παρακάτω χορικό;
Του κόσμου από τα θάματα
δεν είναι τίποτ’ άλλο,
που νάναι σαν τον άνθρωπο
περήφανο, μεγάλο.
Σε φουσκωμένα κύματα,
σε θάλασσα αφρισμένη,
αυτός ξέρει και μπαίνει
και φύσαγε, νοτιά!
Και τη θεά την υπέρτατη,
τη Γη, τη φαρδειοπλάτα,
π’ ακούραστα τα χαίρεται
τ’ αθάνατά της νιάτα,
ζέβει στ’ αλέτρι τ’ άλογα
και την περικυκλώνει,
βαθιά τήνε πληγώνει
και την καταπονεί.
Πιάνει πουλιά γοργόφτερα,
βουνίσια αγρίμια πιάνει,
τα ψάρια από τη θάλασσαν
αυτός με δίχτυα βγάνει.
Αυτός τον ταύρο, τ’ άλογο
ξέρει να μεταπείσει,
τη λευτεριά ν’ αφήσει
και στο ζυγό να μπει.
Αυτός και γλώσσαν έμαθε,
και σπίτια να σκεπάζει
και κόσμους εστερέωσε,
και φρόνημα σπουδάζει.
Με χίλιους τρόπους έρχεται
και χίλιους τρόπους ξέρει
και μόνο δε θα φέρει
θανάτου αποφυγή!
Αυτός το κάθε ανέλπιστο
με τέχνη μηχανεύει.
Πότε κακόν ορέγεται,
πότε καλό γυρεύει!
Και κείνος όπου χαίρεται
ψηλά την εξουσία
των νόμων την ουσία
συχνά παρεξηγά.
Μα πολιτείας ανάξιος
εκείνος που τολμάει
γιατί έτσι το φαντάστηκε,
τ’ άδικο ν’ αγαπάει.
Και δεν τον θέλω σύμμαχο,
φίλο μου δεν τον πιάνω,
στο σπίτι δεν τον βάνω,
όπου τα κάνει αυτά!
ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ “ΑΝΤΙΓΟΝΗ”
Μετάφραση: Κωνσταντίνος Μάνος
από το logomnimon.wordpress.com
Δωρεάν διετής κύκλος μαθημάτων στην ελληνική και στην ευρωπαϊκή ποίηση, για νέους ηλικίας 18-35 ετών. Επιμέλεια: Τ. Καραγεωργίου, ποιήτρια-φιλόλογος, και Λ. Σακελλίου, ποιήτρια-πανεπιστημιακός. Τα μαθήματα θα γίνονται στο Ίδρυμα «Τάκης Σινόπουλος» (Τάκη Σινόπουλου 22, Περισσός).
Δήλωση συμμετοχής έως 30/9, ταχυδρομικά και στο elpenor@otenet.gr.
πηγή: athinorama.gr (http://www.athinorama.gr/daylife/event.aspx?eid=10039306&cid=300…)
Οι άγγελοι τραγουδάνε. Και οι ερωτευμένοι επίσης. Πίσω από κάθε ανάταση, από κάθε μεράκι, μια κιθάρα περιμένει έτοιμη να πάρει τα λόγια και να τα ταξιδέψει από χείλη σε χείλη. Δεν είναι λίγο αυτό. Είναι η χαρά να δίνεις χαρά στους άλλους, είναι αυτό που μας βαστάει στη ζωή. Γι’ αυτό, κοντά στα ποιήματά μου, δοκίμασα να γράψω και μερικά τραγούδια, χωρίς να τα υποτιμώ καθόλου. Έτσι ή αλλιώς, μιλά κανείς για τα ίδια πράγματα που αγαπά, και από κει και πέρα το λόγο έχουν αυτοί που θα τ’ ακούσουν. Λένε πως το είδος έχει ορισμένους κανόνες. Δεν τους ξέρω και, πάντως, δεν ενδιαφέρθηκα ή δεν μπορούσα ίσως να τους ακολουθήσω. Δουλεύει ο καθένας όπως νιώθει. Και η θάλασσα είναι απέραντη, τα πουλιά μυριάδες, οι ψυχές όσες και οι συνδυασμοί που μπορούν να γεννήσουν οι ήχοι και τα λόγια, όταν ο έρωτας και το όνειρο συμβασιλεύουν» γράφει ο Οδυσσέας Ελύτης – ως εισαγωγικό σημείωμα – στη Συλλογή του «Τα ρω του έρωτα»
Η Συλλογή περιλαμβάνει τις εξής ενότητες: Μικρές Κυκλάδες,
Το θαλασσινό τριφύλλι, Η Παναγία των κοιμητηριών, Τα ρω του έρωτα, Τραγούδια από τον Brecht
Στην χώρα που ανθούν στις αμμουδιές οι κόρες
Τ’ άστρα ξυπνούν και φέγγουν άναυδα τη νύχτα
Στιλπνά σαν μουσαμάδες των ψαράδων
Ενώ τ’ αστέρια της θαλάσσης πλησιάζουν
Πρώτα λευκά και σχεδόν άχρωμα
Έπειτα κόκκινα και ζωηρά
Με τα πλοκάμια των σφαδάζοντα
Για το εφήβαιον και για τα στήθηΤων νεανίδων.
Οι αμμουδιές είναι διάστικτες από κοχύλια
Μ’ ένα φιλί λησμονημένο μες στα βότσαλα
Μ’ ένα πουλί που κούρνιασε στα στήθη Κόρης γλυκιάς
που του μιλάει και λέγει
Πουλί καλό πουλί χρυσό πουλί λαμπρό μαντάτο
Χαϊδεύοντας το στα βυζιά της με λαχτάρα
Σαν χαϊμαλί της ηδονής ή σαν αγόρι
Ο ουρανός είναι διάστικτος από πετράδια
Βάρκες με δίχτυα και ψαράδες πλησιάζουν
Για να ψαρέψουν πριν ο ήλιος τους προφτάσει
Τις κόρες της Ανατολής και της Ευρώπης
Άσπρα κορίτσια ή μελαμψά
Κορίτσια έτοιμα για τα ταξίδια.
Κορίτσια έτοιμα για τους λωτούς
Κορίτσια έτοιμα για τις παλάμες
Και για τα βέλη των ανδρών
Και για τα βέλη του ήλιου
Τώρα που αρχίζει κι ανατέλλει
Ροδίζοντας τα κορφοβούνια
Χρυσίζοντας τις αμμουδιές
Ενώ βουίζουν οι σπηλιάδες
Κ’ η θάλασσα βαθιά στενάζει
Και ψιθυρίζουνε τα φύλλα
Και τιτιβίζουν οι κορυδαλλοί
Ραμφίζοντας μαστούς και ρώγες
Τώρα που ο ήλιος ξεπροβάλλει
Και ντύνει τις κόρες με άσπρα ρίγη
Τώρα που αρχίζουν τα τζιτζίκια
Και γδύνονται οι λογισμοί
Και βάφονται όλα τα λουλούδια
Με πράσινο με κρεμεζί.
Κοίτα πως χάνονται οι δρόμοι
μες τους ανθρώπους…
τα περίπτερα πως κρυώνουνε
απ΄τις βρεγμένες εφημερίδες
ο ουρανός
πως τρυπιέται στα καλώδια
και το τέλος της θάλασσας
από το βάρος των πλοίων
πόσο λυπημένες είναι οι ξεχασμένες ομπρέλες
στο τελευταίο δρομολόγιο
και το λάθος εκείνου που κατέβηκε
στην πιό πρίν στάση
τα αφημένα ρούχα στο καθαριστήριο
και τη ντροπή σου
ύστερα από δύο χρόνια που βρήκες λεφτά
πως να τα ζητήσεις
πως τσούκου τσούκου
αργά μεθοδικά
μας αλλοιώνουνε
να καθορίζουμε τη στάση μας στη ζωή
από το στύλ της καρέκλας…
Η μοναξιά…
δεν έχει το θλιμμένο χρώμα στα μάτια
της συννεφένιας γκόμενας.
Δεν περιφέρεται νωχελικά κι αόριστα
κουνώντας τα γοφιά της στις αίθουσες συναυλιών
και στα παγωμένα μουσεία.
Δεν είναι κίτρινα κάδρα παλαιών “καλών” καιρών
και ναφθαλίνη στα μπαούλα της γιαγιάς
μενεξελιές κορδέλες και ψάθινα πλατύγυρα.
Δεν ανοίγει τα πόδια της με πνιχτά γελάκια
βοιδίσο βλέμμα κοφτούς αναστεναγμούς
κι ασορτί εσώρουχα.
Η μοναξιά.
Έχει το χρώμα των Πακιστανών η μοναξιά
και μετριέται πιάτο-πιάτο
μαζί με τα κομμάτια τους
στον πάτο του φωταγωγού.
Στέκεται υπομονετικά όρθια στην ουρά
Μπουρνάζι – Αγ. Βαρβάρα – Κοκκινιά
Τούμπα – Σταυρούπολη – Καλαμαριά
Κάτω από όλους τους καιρούς
με ιδρωμένο κεφάλι.
Εκσπερματώνει ουρλιάζοντας κατεβάζει μ΄ αλυσίδες τα τζάμια
κάνει κατάληψη στα μέσα παραγωγής
βάζει μπουρλότο στην ιδιοχτησία
είναι επισκεπτήριο τις Κυριακές στις φυλακές
ίδιο βήμα στο προαύλιο ποινικοί κι επαναστάτες
πουλιέται κι αγοράζεται λεφτό λεφτό ανάσα ανάσα
στα σκλαβοπάζαρα της γής – εδώ κοντά είναι η Κοτζιά-
ξυπνήστε πρωί.
Ξυπνήστε να τη δείτε.
Είναι πουτάνα στα παλιόσπιτα
το γερμανικό νούμερο στους φαντάρους
και τα τελευταία
ατελείωτα χιλιόμετρα ΕΘΝΙΚΗ ΟΔΟΣ-ΚΕΝΤΡΟΝ
στα γαντζωμένα κρέατα από τη Βουλγαρία.
Κι όταν σφίγγει το αίμα της και δεν κρατάει άλλο
που ξεπουλάν τη φάρα της
χορεύει στα τραπέζια ξυπόλυτη ζεμπέκικο
κρατώντας στα μπλαβιασμένα χέρια της
ένα καλά ακονισμένο τσεκούρι.
Η μοναξιά
η μοναξιά μας λέω. Για τη δική μας λέω
είναι τσεκούρι στα χέρια μας
που πάνω από τα κεφάλια σας γυρίζει γυρίζει γυρίζει γυρίζει
Πάει. Αυτό ήταν.
Χάθηκε η ζωή μου φίλε
μέσα σε κίτρινους ανθρώπους
βρώμικα τζάμια
κι ανιστόρητους συμβιβασμούς.
Άρχισα να γέρνω
σαν εκείνη την ιτιούλα
που σου ‘χα δείξει στη στροφή του δρόμου.
Και δεν είναι που δεν θέλω να ζήσω.
Είναι το γαμώτο που δεν έζησα.
κι ούτε που θα σε ξαναδώ.
Η εποχή των σκιών
Είμαστε εδώ
Χωρίς να είμαστε
Αναπνέουμε
Περπατάμε
Μισούμε
Αγαπάμε
Αγοράζουμε
Πουλάμε
Μόνο και μόνο
Για να δικαιολογούμε
Την απουσία μας
Πώς μπορεί να ονομάζεται
Ένας κόσμος
Φτιαγμένος από σκιές
Ανύπαρκτων σωμάτων
Οι καθρέφτες αποτυπώνουν
Εντυπώσεις δυνατών ψευδαισθήσεων πόνου
Είμαστε όλοι
Ασθενικά αιμορραγούντα φαντάσματα
Μάταια προσπαθούμε ν’ αφήσουμε τα χνάρια μας
Για την εποχή των πραγμάτων
Που θα ακολουθήσει
Τη δικιά μας εποχή των σκιών
*
Ο χαμένος καιρός δε χάνεται
Οι ώρες που σκοτώνουμε επιζούν
Κάποιος θεός τις συμμαζεύει
Ζητά πίστη για λύτρα
Και μεις πληρώνουμε
Όλα τελικά
Επιστρέφουν σε μας
Τα δάκρυα σαν εξατμίζονται δε χάνονται
Η θλίψη που σκορπάμε επιζεί
Κάποιος θεός τη συγκεντρώνει
Ζητά δύναμη για λύτρα
Και μεις πληρώνουμε
Όλα τελικά
Επιστρέφουν σε μας
Τα όνειρα που εγκαταλείψαμε
Τα λόγια που δεν είπαμε
Τα απραγματοποίητα θαύματα
Οι γιορτές που αναβλήθηκαν
Οι αστερισμοί που αγνοήθηκαν
Τα ταξίδια που ακυρώθηκαν
Δεν χάθηκαν
Κάποιος θεός τα φροντίζει
Όλα τελικά
ΘΑΛΑΜΟΣ Δ
Με κατατρώγει αυτό το ανώδυνο ξεπέρασμα των αρχικών μου πόθων.Ω! Η πρώτη ιδέα έχει κιόλας αντικατασταθεί με μια άλλη πιότερο ευπρόβλεπτη, ευέλικτη, πρακτική. Ή μάλλον όχι. Εδώ έχουμε να κάνουμε με υποκατάσταση. Παλεύω με το υποκατάστατο της μέρας και όχι με την ίδια τη μέρα. Ερωτοτροπώ με το υποκατάστατο της νύχτας και όχι με την ίδια τη νύχτα. Ούτε καν αυτό τον ίδιο το θάνατο δεν ανέχομαι, πρέπει να βρεθεί κάτι άλλο.Αρχίζω και νιώθω περισσότερο άνθρωπος μέσα σ’ αυτή τη φτηνή και απόκοσμη φαντασμαγορία της ματαιότητας, θέλω να παρουσιάσω το δικό μου νούμερο.Στριμώχνομαι στη σειρά με υπερτροφικές μπαλαρίνες, σταφιδιασμένες πριμαντόνες, καυλωμένους στρατοκράτες, βιαστές λαχανικών, ορχήστρες δολοφόνων, φυματικούς μεσσίες, πυρηνικούς επιβήτορες. Έρχεται η σειρά μου, έρχεται η σειρά μου και δεν έχω τίποτα αξιόλογο να επιδείξω, κάποιο τρικ να γοητεύσω έστω μερικούς. Τρέμω. Τα έχω χαμένα. Αυτό θα κάνω. Θα ουρλιάξω πως είμαι πάμφτωχος κι αδέξιος κι ανίκανος και κενός και ίσως γι’ αυτό ν’ αξίζω μια στιγμή την προσοχή σας. Θα τρομάξουν. Δεν μπορεί, θα με χειροκροτήσουν.Α! Ξημερώνει για τα καλά, πρέπει να βρω κάποιον να του πω μια καλημέρα. Αρκεί βέβαια αυτός ο κάποιος να μην οπλοφορεί.
ΛΑΘΟΣ ΚΙΝΗΣΗ
Καθισμένος ένα ολόκληρο απόγευμαΣτην παλιά μπαλωμένη μου πολυθρόνα
Μην περιμένοντας κανέναν να μου χτυπήσει την πόρτα
και κανέναν να με χαϊδέψει
και κανέναν να με μαστιγώσει
και κανέναν να με δεχτεί
και κανέναν να με απορρίψει
Ένιωσα να με πλησιάζει κάτιπου θα μπορούσε να ‘ταν η ευτυχία
Τότε σηκώθηκα να σημειώσω αυτές τις λέξεις
Και όλα πήγανε στράφι
Θέλω να γνωρίσω όλους αυτούς που σκύβουν
Πάνω από ένα καθαρό κομμάτι χαρτί
Μέσα σε βρόμικες διαλυμένες κάμαρες
Γεμάτοι οργή κι απόγνωση
Αποφασισμένοι ωστόσο
Να το λεκιάσουν με λέξεις
βρόμικες λέξεις
άγιες λέξεις
λέξεις κλειδιά
ιδέες φαντάσματα
λυτρωτικές φράσεις
Θέλω να γνωρίσω όλους αυτούς τους μανιακούς του λόγου
Να γλείψω το μελάνι από τα δάχτυλα τους
Να φιλήσω τα παραμορφωμένα τους μέτωπα
Να συμμαζέψω τις τσαλακωμένες τους ονειρώξεις
Να διορθώσω τα ορθογραφικά λάθη του έρωτα τους
Να τους καθησυχάσω
Να τους πείσω πως δε χρειαζόμαστε άλλο αίμα γι’ απόψε
Πως χορτάσαμε
Κι ύστερα να τους βάλω στο κρεβάτι
Και να τους νανουρίσω
1
Νὰ γυρίζεις — αὐτὸ εἶναι τὸ θαῦμα -—
μὲ κουρελιασμένα μάτια
μὲ φλογωμένους κροτάφους ἀπ᾿ τὴν πτώση
νὰ γυρίζεις
στὴν καλὴ πλευρά σου.
Πεσμένος αἰσθάνεσαι
τὴν κόλαση ποὺ εἶναι ἡ αἰτιότητα
τὸ στῆθος ὡσὰν συστατικὸ τοῦ ἀέρα
τὰ βήματα χωρὶς προοπτική.
Κι ὅμως στὴ χειμωνιάτικη γωνία ὁ καστανᾶς
περιβάλλεται ἀπὸ σένα.
Κόψε ἕνα τραγούδι ἀπ᾿ τ᾿ ἄνθη
μὲ δάχτυλα νοσταλγικά.
Νὰ γυρίζεις — αὐτὸ εἶναι τὸ θαῦμα.
2
Θὰ περάσουν ἀποπάνω μας ὅλοι οἱ τροχοὶ
στὸ τέλος
τὰ ἴδια τὰ ὄνειρά μας θὰ μᾶς σώσουν.
Ἀγάπη μεῖνε στὴν καρδιὰ —
αὐτὸς ἂς εἶναι ὁ κανὼν τοῦ τραγουδιοῦ σου.
Μὲ τὴν ἀγάπη
Θὰ σηκώσουμε τὴν ἀπελπισία μας
Ἀπ᾿ τὸ ἀμπάρι τοῦ κορμιοῦ.
Δὲν εἶναι φορτίο γιὰ τὴ χώρα τῶν ἀγγέλων
ἡ ἀπελπισία.
Καὶ προπαντὸς
ἂς μὴν ἀφήσουμε τὴν ἀγάπη
νὰ συνωστίζεται μὲ τόσα αἰσθήματα…
από το uoa.gr
ΙΘΑΚΗ
Δεν ξέρω αν έφυγα από συνέπεια
ή από ανάγκη να ξεφύγω τον εαυτό μου,
τη στενή και μικρόχαρη Ιθάκη
με τα χριστιανικά της σωματεία
και την ασφυχτική της ηθική.
Πάντως, δεν ήταν λύση, ήταν ημίμετρο.
Κι από τότε κυλιέμαι από δρόμο σε δρόμο
αποχτώντας πληγές κι εμπειρίες.
Οι φίλοι που αγάπησα έχουνε πια χαθεί
κι έμεινα μόνος τρέμοντας μήπως με δει κανένας
που κάποτε του μίλησα για ιδανικά…
Τώρα επιστρέφω με μιαν ύποπτη προσπάθεια
να φανώ άψογος, ακέραιος, επιστρέφω
κι είμαι, Θεέ μου, σαν τον άσωτο που αφήνει
την αλητεία, πικραμένος, και γυρνάει
στον πατέρα τον καλόκαρδο, να ζήσει
στους κόλπους του μιαν ασωτία ιδιωτική.
Τον Ποσειδώνα μέσα μου τον φέρνω,
που με κρατάει πάντα μακριά.
Μα κι αν ακόμα δυνηθώ να προσεγγίσω,
τάχα η Ιθάκη θα μου βρει τη λύση;
