Ποίηση
Στο πλακόστρωτο του πίσω δρόμου το φεγγάρι λιμνάζει
σιωπηλό κι ο φίλος μας τα περασμένα αναπολεί.
Τότε που του αρκούσε μια τυχαία συνάντηση
για να μη νιώθει πλέον μόνος.
Τότε, που του άρεσε ν’ αγναντεύει το φεγγάρι
και να ρουφάει της νύχτας τ’ αρώματα.
Μα πιο γλυκό, θυμάται, ήταν το άρωμα της γυναίκας
Που θα συναντούσε, η σύντομη περιπέτεια στην ετοιμόρροπη σκάλα.
Η γαλήνια κάμαρη και η επιθυμία να ζήσει εκεί για πάντα
Γέμιζαν την καρδιά του. Ύστερα, κάτω από το φως του φεγγαριού,
με μεγάλες αργόσυρτες δρασκελιές θα επέστρεφε, ευτυχισμένος.
Εκείνο τον καιρό ήταν ο καλύτερος φίλος του εαυτού του.
Ξυπνούσε το πρωί και σηκωνόταν απ’ το κρεβάτι
ξανασμίγοντας με το κορμί του και τις αναμνήσεις του.
Του άρεσε να βγαίνει έξω στη βροχή ή να την αράζει στον ήλιο
να χαζεύει την κίνηση του δρόμου
και να πιάνει κουβέντα με τους περαστικούς.
Ήταν πεπεισμένος ότι μπορούσε ν’ αλλάζει επάγγελμα κάθε πρωί,
μέχρι την τελευταία ημέρα της ζωής του.
Μετά, αποκαμωμένος, άραζε κάπου για να κάνει το τσιγάρο του.
Τότε, θυμάται, η μεγαλύτερη ικανοποίηση ήταν να είναι μόνος.
Πάει, γέρασε ο φίλος μας, και θα ’θελε ένα σπίτι ζεστό,
θα ’θελε να βγαίνει τις βόλτες του το βραδάκι
και να την αράζει στο πλακόστρωτο χαζεύοντας το φεγγάρι,
αλλά, σα γυρνάει σπίτι, να βρίσκει μια γυναίκα αφοσιωμένη,
μια γυναίκα γαλήνια, να τον περιμένει υπομονετικά.
Πάει, γέρασε ο φίλος μας, και η μοναξιά του ’γινε βάρος.
Οι περαστικοί διαβάτες είναι πάντα οι ίδιοι· ο ήλιος
και η βροχή, απαράλλακτοι· και το χάραμα, έρημος.
Δεν αξίζει τον κόπο να παιδεύεται κανείς πλέον,
και να βγαίνει έξω στη φεγγαράδα, άμα κανείς δεν τον περιμένει,
αλήθεια σας λέω, δεν αξίζει τον κόπο.
(μετάφραση : Σπύρος Δόικας) / πηγή : http://yannisstavrou.blogspot.gr
photo Maria Andreadou
Μανόλης Αναγνωστάκης, «Όταν σφυρίζουν τα πλοία…»
Θυμάσαι που σου’λεγα : όταν σφυρίζουν τα πλοία μην είσαι στο λιμάνι .
Μα η μέρα που έφευγε ήτανε δικιά μας και δεν θέλαμε ποτέ να την αφήσουμε .
Ενα μαντήλι πικρό θα χαιρετά την ανία του γυρισμού
Κι’έβρεχε αλήθεια πολύ κι’ήτανε έρημοι οι δρόμοι
Με μιά λεπτήν ακαθόριση χινοπωριάτικη γεύση
Κλεισμένα παράθυρα κι’οι άνθρωποι τόσο λημονησμένοι
-Γιατί μας άφησαν όλοι ; Γιατί μας άφησαν όλοι ; Κι’έσφιγγα τα χέρια σου
Δεν είχε τίποτα τ’αλλόκοτο η κραυγή μου .
… Θα φύγουμε κάποτε αθόρυβα και θα πλανηθούμε
Μες στις πολύβοες πολιτείες και στις έρημες θάλασσες
Με μιά επιθυμία φλογισμένη στα χείλια μας
Είναι η αγάπη που γυρέψαμε και μας την αρνήθηκαν
Ξεχνούσες τα δάκρυα , τη χαρά και τη μνήμη μας
Χαιρετώντας λευκά πανιά π’ανεμίζονται .
Ισως δε μένει τίποτ’άλλο παρά αυτό να θυμόμαστε .
Μες στην ψυχή μου σκιρτά το εναγώνιο . Γιατί .
Ρουφώ τον αγέρα της μοναξιάς και της εγκατάλειψης
Χτυπώ τους τοίχους της υγρής φυλακής μου και προσμένω απάντηση
Κανείς δεν θ’αγγίξει την έκταση της στοργής και της θλίψης μου .
Κι’εσύ περιμένεις ένα γράμμα που δεν έρχεται :
Μιά μακρινή φωνή γυρνά στη μνήμη συ και σβήνει
Κι’ένας καθρέφτης μετρά σκυθρωπός τη μορφή σου
Τη χαμένη μας άγνοια , τα χαμένα φτερά .
-Οδυσσέας Ελύτης, «Το τρελοβάπορο»
«Βαπόρι στoλισμένo βγαίνει στα βουνά
κι αρχίζει τις μανούβρες «βίρα-μάινα»
Την άγκυρα φουντάρει στις κουκουναριές
φορτώνει φρέσκο αέρα κι απ’ τις δυο μεριές
Είναι από μαύρη πέτρα κι είναι απ’ όνειρο
κι έχει λοστρόμο αθώο ναύτη πονηρό
Από τα βάθη φτάνει τους παλιούς καιρούς
βάσανα ξεφορτώνει κι αναστεναγμούς
Έλα Χριστέ και Κύριε λέω κι απορώ
τέτοιο τρελό βαπόρι τρελοβάπορο
Χρόνους μας ταξιδεύει δε βουλιάξαμε
χίλιους καπεταναίους τους αλλάξαμε
Κατακλυσμούς ποτέ δε λογαριάσαμε
μπήκαμε μεσ’ στα όλα και περάσαμε
Κι έχουμε στο κατάρτι μας βιγλάτορα
παντοτινό τον Ήλιο τον Ηλιάτορα!»
(Ο Ήλιος ο Ηλιάτορας, «Το τρελοβάπορο»)
ARTUR RIMBAUD. «ΤΟ ΜΕΘΥΣΜΕΝΟ ΚΑΡΑΒΙ»
Σε Ποταμούς ατάραχους καθώς αργοκατέβαινα,
μ’ αφήκαν αρυμούλκητο οι αγγαρεμένοι ανθρώποι:
Κάποιοι έξαλλοι Ερυθρόδερμοι, γυμνούς αφού τους κάρφωσαν
στα παρδαλά τους ξόανα, τους τόξευαν κατόπι.
Έγνοια καμμιά για πλήρωμα δεν είχα εγώ, γεννήματα
φλαμανδικά κι εγγλέζικα μπαμπάκια είχα φορτίο.
Μιά και με τους ανθρώπους μου τελειώσαν τα καθέκαστα,
όπου ’θελα κι οι Ποταμοί μ’ αφήκανε να φύγω.
Παιδί εγώ κακοτράχαλο, του κεφαλιού μου κάνοντας,
πέρσυ το μισοχείμωνο ρίχτηκα μες στο σάλο
τον άγριο των παλιρροιών! Και του έκπλου μου οι Χερρσόνησες
δε θα θυμούνται αναβρασμό ποτέ τους πιο μεγάλο.
Η καταιγίδα ευλόγησε τις ναυτικές αγρύπνιες μου.
Δέκα νυχτιές, λαφρή φελλό, χωρίς ν’ αποθυμήσω
το ηλίθιο μάτι των φανών, με χόρεψαν τα κύματα
που μοίρα τους ν’ αργοκυλάν από πνιγμένους πίσω.
Πράσινο αφρόν ερούφηξεν η πλώρη μου η ελάτινη,
σαν το χυμό ξυνόμηλου παιδί όταν το δαγκώνει,
από κρασιά κι απ’ έμετους μ’ εξέπλυνεν η θάλασσα,
σκορπώντας μου στη μάνητα κι αρπάγες και τιμόνι.
Και τότε ήταν που λούστηκα στο γαλατένιο αστρόχυτο
θαλάσσιο ποίημα, τους βυθούς ρουφώντας, που συμβαίνει
κάποτε εκεί, κατάχλωμο κι εκστατικό ναυάγιο,
ένας πνιγμένος σκεφτικός να σιγοκατεβαίνει,
όπου τις κυανότητες αιφνίδια χρωματίζοντας,
ντελίρια κι αργοί ρυθμοί, φωτός χρυσοπλημμύρες,
οι πικραμένες του έρωτος εξάψεις συφλογίζονται,
δριμύτερες κι από τ’ αλκοόλ κι απ’ τις πλατιές σας λύρες!
Οι ξεσκισμένοι απ’ αστραπές γνωστοί μού είν’ ουρανόθολοι
τα ρέματα κι οι σίφουνες, γνωστό μου και το βράδι
κι η αυγή που σα φτερούγισμα περιστερών είν έξαλλη,
κι είδα όσα νόμισε γνωστά τ’ ανθρώπινο κοπάδι.
Την πράσινη ονειρεύτηκα νυχτιά, τα έκθαμβα χιόνια της,
στα μάτια του νερού φιλιών μετάδοση αργοπόρων,
τον κυκλισμό των άρρητων χυμών και την εγρήγορση
τη γαλανή και κίτρινη των ωδικών φωσφόρων.
Τον ήλιο είδα κατάστιχτο με φρίκες υπερκόσμιες
ν’ αλλάζει νέφη δυσμικά σε πάγους ιοχρόους,
τα κύματα να στέλνουνε κατάμακρα τα ρίγη τους
καθώς οι αρχαίοι ερμηνευτές της τραγωδίας τους γόους.
Μήνες οι φουσκοθαλασσιές να τρων το βράχο αγνάντεψα,
δαμάλινες αφρίζουσες μεγάλες υστερίες,
ξέροντας πως του Ωκεανού το ρύγχος δεν θα δάμαζαν
οι φωτοβηματίζουσες θαλασσινές Μαρίες.
Σ’ αφάνταστες εξόκειλα Φλωρίδες που συνταίριαζαν
άνθη με μάτια πάνθηρων, δέρματα των αγρίων
μ’ ουράνια τόξα, χαλινούς που ώς κάτω στον ορίζοντα
τεντώνανε να συγκρατούν πλήθη γλαυκών ποιμνίων.
Βρώμικα είδα βαλτόνερα, τεράστια καλαμόκλουβα,
μέσα τους ένα ολάκερο Λεβιάθαν να σαπίζουν,
σφοδρά νεροποντίσματα μέσα σε αγέλες βόνασων,
σ’ αβύσσους καταρραχτικά τα μάκρη να γκρεμίζουν.
Ήλιους θαμπούς, πάγους, νερά μαργάρινα, διάπυρους
ουρανούς και ξεβράσματα σε μυχούς κόλπων όπου
τ’ αφανισμένα από κοριούς γιγάντια φίδια πέφτουνε
δυσώδη πάν’ απ’ τα ραιβά ξερόδεντρα του τόπου.
Θ’ αποθυμούσα νά ’δειχνα στα παιδιά τα χρυσόψαρα,
τα ωραία τα ψάρια τα ωδικά του γαλανού αυτού πλάτους.
Άνθινοι αφροί κυλήσανε και με κατευοδώσανε
κι άρρητοι ανέμοι κάποτες μού εδώσαν τα φτερά τους.
Κι άλλοτε πάλι η θάλασσα, ζωνών και πόλων μάρτυρας,
με του λυγμού της το ρυθμό καθώς γλυκοκυλούσα,
μου ανέβαζεν ανθούς σκιών τίς κίτρινές της μέδουσες
και σα γυναίκα που έπεσε στα γόνατα ηρεμούσα.
Χερσόνησος λικνίζοντας στις όχθες μου τις έριδες,
την κόπρο κιτρινόφθαλμων πουλιών που εθορυβούσαν,
κι έλαμνα ενώ κατέβαιναν απ’ τα σχοινιά μου ανάμεσα
πνιγμένοι που το λίκνο τους στα βάθη αποζητούσαν…
Λοιπόν, ναυάγιο τέτοιο εγώ, κάτ’ απ’ ορμίσκων πλόκαμους,
σε μοναξιές που εχάθηκεν άπτερου αιθέρα ερήμου,
εγώ που των Χανσεατών τα πλοία κι οι Μονίτορες
το μεθυσμένο από νερό θ’ απόφευγαν σκαρί μου,
λεύτερο πια, μενεξελιά φορώντας ομιχλώματα,
εγώ που τους πλινθόχρωμους τρυπούσα ουρανοθόλους,
ήλιου λειχήνες έμπλεο και βλέννες κυανότητας,
είδη πολύ επιθυμητά στους ποιητές σας όλους,
πού ’φευγα με μηνοειδείς ηλεχτρικές κατάστιχτο,
τρελή σανίδα ιππόκαμποι που την ακολουθούσαν,
ενώ τους πόντιους ουρανούς, χοάνες φλογερότατες,
οι Ιούλιοι με χτυπήματα ροπάλων εγκρεμούσαν,
εγώ, πού ’τρεμα ακούοντας μίλια μακριά να οργάζουνε
τ’ αβυσσαλέα Μάελστρομ κι οι Βεεμώθ κατόπι,
εγώ, ο πολύς ταξιδευτής των γαλανών εκτάσεων,
κατάβαθά μου λαχταρώ τη γηραιάν Ευρώπη.
Είδα αστρικά αρχιπέλαγα, νησιά με στερεώματα
παροξυσμών που είν’ ανοιχτοί για κάθε ναύτη δρόμοι:
Σ’ απύθμενες τέτοιες νυχτιές κοιμάσαι κι εξορίζεσαι,
ω σμάρι από χρυσά πουλιά, μελλοντική εσύ ρώμη;
Μ’ αλήθεια, εθρήνησα πολύ. Όλες οι αυγές αφόρητες,
πικρός ο ήλιος και φριχτό το κάθε είναι φεγγάρι.
Σε νάρκωση μεθυστική ο αψύς με βύθισε έρωτας.
Να σπάσει πια η καρίνα μου! Το κύμα να με πάρει!
Αν της Ευρώπης λαχταρώ κάποια νερά, τα στάσιμα
θαμπά νερά αποθύμησα που ενώ γλυκοβραδιάζει,
με θλίψη αφήνει ένα παιδί σ’ αυτά το καραβάκι του,
τόσο λεπτό, που ωσάν Μαγιού πεταλουδούλα μοιάζει.
Δεν το μπορώ πιά, ω κύματα, λουσμένο μες στα θάλπη σας,
τα μπάρκα εγώ του μπαμπακιού να παραβγώ κι ακόμα
σημαίες αλαζονικές ν’ αντιπερνάω και φλάμπουρα
και κάτω από των ποντονιών να κολυμπάω το σκώμμα!
(Μετάφραση: Αλέξανδρος Μπάρας)
Γιάννης Σκαρίμπας, «Το πλοίο»
(Ο Τιτανικός)
«Εκεί, προς τις γραμμές του Νότιου απείρου
περήφανο ως λικνίζονταν το πλοίο
με δυο γλαρά φουγάρα και ονείρου
φώτα χρυσά – η Κυρία μ’ ένα βιβλίο,
στο χέρι εμελαγχόλει… Τι θεία ώρα
στο βαλς που η σάλα αντήχει κι είχεν έβγει
μισή φωτιά η σελήνη!… Και τι φιόρα
οι έξωμες μηλαΐδες και τα ζεύγη,
που ωραία στροβιλίζονταν. Η μπάντα
που ανύποπτους σε μέθη αιθέρια αιώρει!
Και η Κυρία – ωωω!… – που εκράτει πάντα
εκείνο το βιβλίο… Το βαπόρι
στο πέλαο που αγάλι έκανε κ ρ ά τ ε ι …
Ω η Κυρία, η Κυρία αυτή η μοιραία
με πάντα το βιβλίο – τώρα – ω νάτη –
κρυφά το σκα απ’ την πόρτα κι είν’ ωραία,
μα ωχρή… Ενώ το πλοίο πλέει (ή δεν πλέει;)
τον πλοίαρχο κρατεί κι αχνή και κρύα:
«Γροίκησα σαν κάποιο τίναγμα…», του λέει.
– Μα, βέβαια, βυθιζόμεθα Κυρία!…»
(«Ουλαλούμ», εκδ. Νεφέλη, Αθήνα, 2010)
Κώστας Καρυωτάκης, [Αλαργινό καράβι]
«Καλό ταξίδι, αλαργινό καράβι μου, στου απείρου
και στης νυχτός την αγκαλιά, με τα χρυσά σου φώτα!
Νάμουν στην πλώρη σου ήθελα, για να κοιτάζω γύρου
σε λιτανεία να περνούν τα ονείρατα τα πρώτα.
Η τρικυμία στο πέλαγος και στη ζωή να παύη,
μακριά μαζί σου φεύγοντας πέτρα να ρίχνω πίσω,
να μου λικνίζης την αιώνια θλίψη μου, καράβι,
δίχως να ξέρω πού με πας και δίχως να γυρίσω !»
(Κ. Καρυωτάκης, «Τελευταίο ταξίδι»)
ΕΦΕΡΑ ΤΗ ΖΩΗ ΜΟΥ ΩΣ ΕΔΩ στο σημάδι ετούτο που παλεύει πάντα κοντά στη θάλασσα νιάτα στα βράχια επάνω, στήθος Με στήθος προς τον άνεμο Πού να πηγαίνει ένας άνθρωπος Που δεν είναι άλλο από άνθρωπος ΛΟΓΑΡΙΑΖΟΝΤΑΣ ΜΕ ΤΙΣ ΔΡΟΣΙΕΣ ΤΙΣ ΠΡΑΣΙΝΕΣ Στιγμές του, με νερά τα οράματα Της ακοής του, με φτερά τις τύψεις του Α! Ζωή Παιδιού που γίνεται άντρας Πάντα κοντά στην θάλασσα όταν ο ήλιος Τον μαθαίνει ν’ ανασαίνει κατά εκεί που σβήνεται Η σκιά ενός γλάρου ΕΦΕΡΑ ΤΗΝ ΖΩΗ ΜΟΥ ΩΣ ΕΔΩ Άσπρο μέτρημα μελανό άθροισμα Λίγα δέντρα και λίγα Βρεγμένα χαλίκια Δάχτυλα ελαφρά για να χαϊδέψουν ένα μέτωπο Ποιο μέτωπο Κλάψαν όλη νύχτα οι προσδοκίες και δεν είναι πια Κανείς δεν είναι Ν ακουστεί ένα βήμα ελεύθερο Ν ανατείλει μια φωνή ξεκούραστη Στο μουράγιο οι μνήμες να παφλάσουν γράφοντας Όνομα πιο γλαυκό μες στον ορίζοντά τους Λίγα χρόνια λίγα κύματα Κωπηλασία ευαίσθητη Στους όρμους γύρω από την αγάπη ΕΦΕΡΑ ΤΗ ΖΩΗ ΜΟΥ ΩΣ ΕΔΩ Χαρακιά πικρή στην άμμο που θα σβήσει όποιος είδε δύο μάτια ν’ αγγίζουν τη σιωπή του Κι έσμιξε τη λιακάδα τους κλείνοντας χίλιους κόσμους Ας θυμίσει το αίμα του στους άλλους ήλιους Πιο κοντά στο φως Υπάρχει ένα χαμόγελο που πληρώνει τη φλόγα Μα εδώ στο ανήξερο τοπίο που χάνεται Σε μια θάλασσα ανοιχτή κι ανέλεη Μαδά η επιτυχία Στρόβιλοι φτερών Και στιγμών που δέθηκαν στο χώμα χώμα σκληρό κάτω από τ’ ανυπόμονα Πέλματα, χώμα καμώμενο για ίλιγγο Ηφαίστειο νεκρό ΕΦΕΡΑ ΤΗ ΖΩΗ ΜΟΥ ΩΣ ΕΔΩ Πέτρα ταμένη στο υγρό μου στοιχείο Πιο πέρα από τα νησιά Πιο χαμηλά από το κύμα Γειτονιά στις άγκυρες όταν περνάν καρίνες σκίζοντας με πάθος ένα καινούργιο εμπόδιο και το νικάνε και μόλα τα δελφίνια της αυγάζ’ η ελπίδα Κέρδος του ήλιου σε μι ανθρώπινη καρδιά Τα δίχτυα της αμφιβολίας τραβάνε Μια μορφή από αλάτι λαξεμένη με κόπο Αδιάφορη άσπρη Που να γυρνάει προς το πέλαγος τα κενά των ματιών της Στηρίζοντας το άπειρο. ΔΩΡΟ ΑΣΗΜΕΝΙΟ ΠΟΙΗΜΑ ΞΕΡΩ ΠΩΣ ΕΙΝΑΙ ΤΙΠΟΤΕ ΟΛ’ ΑΥΤΑ και πως η γλώσσα που μιλώ δεν έχει αλφάβητο. Αφού και ο ήλιος και τα κύματα είναι μια γραφή συλλαβική που την αποκρυπτογραφείς μονάχα στους καιρούς της λύπης και της εξορίας. KΙ Η ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΙΑ ΤΟΙΧΟΓΡΑΦΙΑ Μ’ ΕΠΙΣΤΡΩΣΕΙΣ ΔΙΑΔΟΧΙΚΕΣ, φράγκικες ή σλαβικές, που αν τύχει και βαλθείς για να την αποκαταστήσεις, πας αμέσως φυλακή και δίνεις λόγο. Σ’ ΕΝΑ ΠΛΗΘΟΣ. Εξουσίες ξένες μέσω της δικής σου πάντοτε. Όπως γίνεται για τις συμφορές. ΟΜΩΣ ΑΝ ΦΑΝΤΑΣΤΟΥΜΕ Σ’ ΕΝΑ ΠΑΛΑΙΩΝ ΚΑΙΡΩΝ ΑΛΩΝΙ, που μπορεί να ‘ναι και σε πολυκατοικία, ότι παίζουνε παιδιά και ότι αυτός που χάνει. Πρέπει σύμφωνα με τους κανονισμούς να πει στους άλλους και να δώσει μιαν αλήθεια. OΠΟΤΑΝ ΒΡΙΣΚΟΝΤΑΙ ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΟΛΟΙ να κρατούν στο χέρι τους ένα μικρό δώρο ασημένιο ποίημα.
[…] Θέλω να φύγω μαζί μας, θέλω να φύγω μαζί σας,
Με όλους εσάς μαζί,
Παντού όπου πηγαίνετε!
Τους κινδύνους σας θέλω μπροστά μου να βρω,
Στο πρόσωπό μου, τους ανέμους να νιώσω,
Αυτούς, που το δικό σας γέμισαν ρυτίδες,
Το αλάτι της θάλασσας, που τα χείλη σας φίλησε, να φιλήσω
Στη δουλειά σας το χέρι μου να βάλω,
Τις καταιγίδες σας να μοιραστώ,
Και σαν κι εσάς, σε πανέμορφα λιμάνια να φτάσω!
Τον πολιτισμό, όπως κι εσείς, πίσω μου να αφήσω!
Μαζί σας κάθε ίχνος ηθικής να χάσω!
Στ’ ανοιχτά να νιώσω την ανθρωπιά μου ν’ αλλάζει!
Τις θάλασσες του Νότου μαζί σας να πιω,
Άγρια πράγματα νέα, νέες της ψυχής επαναστάσεις,
Νέες φωτιές πυρηνικές στο ηφαιστειακό μου πνεύμα!
Να φύγω μαζί σας, ν’ απογυμνωθώ-εμπρός, ουστ!-
Απ’ τα πολιτισμένα ρούχα μου, τα ήθη τα χρηστά,
Τον έμφυτό μου φόβο για τις φυλακές,
Την ήσυχη ζωή μου,
Την καθιστική, τη στατική, την προσεγμένη, την κανονική!
Στη θάλασσα, στη θάλασσα, στη θάλασσα, στη θάλασσα,
Αχ!Στη θάλασσα, στον άνεμο, στα κύματα, τη ζωή μου
Να πετάξω!
Ο Γκύντερ Γκρας αποτελεί εδώ και 50 χρόνια, πρότυπο «ηθικής συνείδησης» της Γερμανίας, αφού με το σύνολο του λογοτεχνικού του έργου αλλά και τις δημόσιες παρεμβάσεις του προσπάθησε να εμποδίσει τον εφησυχασμό των συμπατριωτών του, που μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο ήθελαν να κλείσουν τους λογαριασμούς τους με το παρελθόν, ξεχνώντας τα ναζιστικά εγκλήματα. Συμμετείχε στην Ομάδα 47 με τον Χάινριχ Μπελ, την Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν και άλλους διανοούμενους που αναζήτησαν στα γραπτά τους τη νέα συνείδηση της μεταπολεμικής Γερμανίας.
Το ποίημα του Γερμανού συγγραφέα με τίτλο «Η ντροπή της Ευρώπης» γράφτηκε το 2012, περίοδο οικονομικής κρίσης για τη χώρα μας. Με το ποίημά του αυτό, ο συγγραφέας καλούσε τις ηγεσίες της Ευρώπης να αποτρέψουν τη θυσία της Ελλάδας στον βωμό της κερδοσκοπίας των αγορών. Παράλληλα επικοινωνούσε με την κοινωνία και τους λαούς της Ευρώπης θυμίζοντάς τους τον ρόλο της Ελλάδας στο χτίσιμο της Ευρώπης του μέλλοντος. Το ποίημα έχει φόρμα αρχαιοελληνικής ωδής και διατρέχει την ελληνική ιστορία από την αρχαιότητα ως τη χούντα των συνταγματαρχών. Εδώ ο νομπελίστας προειδοποιεί ότι δίχως την Ελλάδα, η Ευρώπη θα είναι φτωχότερη, μία ήπειρος φθαρμένη και στερημένη από οποιαδήποτε πνευματικότητα.
Η ντροπή της Ευρώπης
Στο χάος κοντά, γιατί δεν συμμορφώθηκε στις αγορές· κι Εσύ μακριά από τη Χώρα, που Σου χάρισε το λίκνο
Όσα Εσύ με την ψυχή ζήτησες και νόμισες πως βρήκες, τώρα θα καταλυθούν, και θα εκτιμηθούν σαν σκουριασμένα παλιοσίδερα.
Σαν οφειλέτης διαπομπευμένος και γυμνός, υποφέρει μια Χώρα· κι Εσύ, αντί για το ευχαριστώ που της οφείλεις, προσφέρεις λόγια κενά.
Καταδικασμένη σε φτώχεια η Χώρα αυτή, που ο πλούτος της κοσμεί Μουσεία: η λεία που Εσύ φυλάττεις.
Αυτοί που με τη δύναμη των όπλων είχαν επιτεθεί στη Χώρα την ευλογημένη με νησιά, στον στρατιωτικό τους σάκο κουβαλούσαν τον Χέλντερλιν.
Ελάχιστα αποδεκτή Χώρα, όμως οι πραξικοπηματίες της, κάποτε, από Εσένα, ως σύμμαχοι έγιναν αποδεκτοί.
Χώρα χωρίς δικαιώματα, που η ισχυρογνώμονη εξουσία ολοένα και περισσότερο της σφίγγει το ζωνάρι.
Σ’ Εσένα αντιστέκεται φορώντας μαύρα η Αντιγόνη, και σ’ όλη τη Χώρα πένθος ντύνεται ο λαός, που Εσένα φιλοξένησε.
Όμως, έξω από τη Χώρα, του Κροίσου οι ακόλουθοι και οι όμοιοί του όλα όσα έχουν τη λάμψη του χρυσού στοιβάζουν στο δικό Σου θησαυροφυλάκιο.
Πιες επιτέλους, πιες! κραυγάζουν οι εγκάθετοι των Επιτρόπων· όμως ο Σωκράτης, με οργή Σου επιστρέφει το κύπελλο γεμάτο ώς επάνω.
Θα καταραστούν εν χορώ, ό,τι είναι δικό Σου οι θεοί, που τον Όλυμπο τους η δική Σου θέληση ζητάει ν’ απαλλοτριώσει.
Στερημένη από πνεύμα, Εσύ θα φθαρείς χωρίς τη Χώρα, που το πνεύμα της, Εσένα, Ευρώπη, εδημιούργησε.
(Μετάφραση: Πατρίτσια Αδαμοπούλου) Πηγή: Καθημερινή
Ήρθαν ντυμένοι «φίλοι»
αμέτρητες φορές οι εχθροί μου το παμπάλαιο χώμα πατώντας.
Και το χώμα δεν έδεσε ποτέ με τη φτέρνα τους.
Έφεραν
τον Σοφό, τον Οικιστή και τον Γεωμέτρη Βίβλους γραμμάτων και αριθμών την πάσα Υποταγή και Δύναμη το παμπάλαιο φως εξουσιάζοντας.
Και το φως δεν έδεσε ποτέ με τη σκέπη τους.
Ούτε μέλισσα καν δε γελάστηκε το χρυσό ν’ αρχινίσει παιχνίδι
ούτε ζέφυρος καν, τις λευκές να φουσκώσει ποδιές.
‘Έστησαν και θεμελίωσαν
στις κορφές, στις κοιλάδες, στα πόρτα πύργους κραταιούς κι επαύλεις ξύλα και άλλα πλεούμενα
τούς Νόμους, τούς θεσπίζοντας το καλά και συμφέροντα στο παμπάλαιο μέτρο εφαρμόζοντας.
Και το μέτρο δεν έδεσε ποτέ με τη σκέψη τους.
Ούτε καν ένα χνάρι θεού στην ψυχή τους σημάδι δεν άφησε
ούτε καν ένα βλέμμα ξωθιάς τη μιλιά τους δεν είπε να πάρει.
Έφτασαν ντυμένοι «φίλοι»
αμέτρητες φορές οι εχθροί μου το παμπάλαια δώρα προσφέροντας.
Και το δώρα τους άλλα δεν ήτανε παρά μόνο σίδερο και φωτιά.
Στ ’ανοιχτά πού καρτέραγαν δάχτυλα μόνον όπλα και σίδερο και φωτιά.
Μόνον όπλα και σίδερο και φωτιά.
Οδυσσέας Ελύτης
byantikleidi.com
|
Στίχοι:
Μουσική:
Δε θέλω να σου πω λόγια μεγάλα Δεν έχω να σου πω λόγια μεγάλα Άνθρωπε ανθρωπάκι μου μικρό Από το διπλανό κελί Άνθρωπε ανθρωπάκι μου μικρό Ένα μονάχα θα σου πω Δεν έχω να σου πω λόγια μεγάλα
stixoi.info |
Στέκω Ακόμα
Μας θέλουν να λυγίσουμε – να φτάσουμε στον πάτο
Μπροστά να προχωρήσουμε – με το κεφάλι κάτω
Μας λένε πως ξοφλήσαμε – ψηλώσαμε τα χέρια
Πως όλα πια τελειώσανε – θα ζούμε στη μιζέρια
Όταν κάτι τελειώνε κάτι νέο αρχίζει
Κι ότι δεν σε σκοτώνει τη ζωή σου γεμίζει
Κι αν δεν τέλειωσα πια κι αν δεν κλείνω το στόμα
Ρίξε κι άλλη γροθιά – Στέκω ακόμα
Τόσες φορές το δείξαμε – ότι μαζί μπορούμε
Φτάνει να το θελήσουμε – κι όλοι να ενωθούμε
Μόνος σου βρες το στη ζωή – εκεί είναι γραμμένο
Μαζί αν το θελήσουμε – δεν έχει πεπρωμένο
Όταν κάτι τελειώνε κάτι νέο αρχίζει
Κι ότι δεν σε σκοτώνει τη ζωή σου γεμίζει
Κι αν δεν τέλειωσα πια κι αν δεν κλείνω το στόμα
Ρίξε κι άλλη γροθιά – Στέκω ακόμα
Only united we move on
Only united we move strong
Only united we won’t fail
Only Love the only way
Όταν κάτι τελειώνει κάτι νέο αρχίζει
Κι ό,τι δε σε σκοτώνει – ειν” η ζωή σου
Όχι δεν τέλειωσα πια δεν θα κλείσω το στόμα
Ρίξε κι άλλες γροθιές – Στέκω ακόμα
Στέκω ακόμα – Στέκω ακόμα!
Είπες· «Θα πάγω σ’ άλλη γη, θα πάγω σ’ άλλη θάλασσα.
Μια πόλις άλλη θα βρεθεί καλλίτερη από αυτή.
Κάθε προσπάθεια μου μια καταδίκη είναι γραφτή·
κ’ είν’ η καρδιά μου — σαν νεκρός — θαμένη.
Ο νους μου ως πότε μες στον μαρασμόν αυτόν θα μένει.
Όπου το μάτι μου γυρίσω, όπου κι αν δω
ερείπια μαύρα της ζωής μου βλέπω εδώ,
που τόσα χρόνια πέρασα και ρήμαξα και χάλασα.»
Καινούριους τόπους δεν θα βρεις, δεν θάβρεις άλλες θάλασσες.
Η πόλις θα σε ακολουθεί. Στους δρόμους θα γυρνάς
τους ίδιους. Και στες γειτονιές τες ίδιες θα γερνάς·
και μες στα ίδια σπίτια αυτά θ’ ασπρίζεις.
Πάντα στην πόλι αυτή θα φθάνεις. Για τα αλλού — μη ελπίζεις—
δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό.
Έτσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ
στην κώχη τούτη την μικρή, σ’ όλην την γη την χάλασες.
Ο Ήλιος ο Ηλιάτορας
ο πετροπαιχνιδιάτορας
από την άκρη των ακρώ
κατηφοράει στο Ταίναρο
Φωτιά ‘ναι το πηγούνι του
χρυσάφι το πιρούνι του.
Ο ΗΛΙΟΣ
Εσείς στεριές και θάλασσες
τ’ αμπέλια κι οι χρυσές ελιές
ακούτε τα χαμπέρια μου
μέσα στα μεσημέρια μου
«Σ’ όλους τους τόπους κι αν γυρνώ
μόνον ετούτον αγαπώ!»
Από τη μέση του εγκρεμού
στη μέση του αλλού πελάγου
κόκκινα κίτρινα σπαρτά
νερά πράσινα κι άπατα
«Σ’ όλους τους τόπους κι αν γυρνώ
μόνον ετούτον αγαπώ!»
Με τα μικρά χαμίνια του
καβάλα στα δελφίνια του
με τις κοπέλες τις γυμνές
που καίγονται στις αμμουδιές
με τους λοξάτους πετεινούς
και με τα κουκουρίκου τους!
………
Βαπόρι στολισμένο βγαίνει στα βουνά
κι αρχίζει τις μανούβρες «βίρα μάινα»
Την άγκυρα φουντάρει στις κουκουναριές
φορτώνει φρέσκο αέρα κι απ’ τις δυο μεριές
Είναι από μαύρη πέτρα κι είναι απ’ όνειρο
κι έχει λοστρόμο αθώο ναύτη πονηρό
Από τα βάθη φτάνει τους παλιούς καιρούς
βάσανα ξεφορτώνει κι αναστεναγμό
Έλα Χριστέ και Κύριε λέω κι απορώ
τέτοιο τρελό βαπόρι τρελοβάπορο
Χρόνους μας ταξιδεύει δε βουλιάξαμε
χίλιους καπεταναίους τους αλλάξαμε
Κατακλυσμούς ποτέ δε λογαριάσαμε
μπήκαμε μες στα όλα και περάσαμε
Κι έχουμε στο κατάρτι μας βιγλάτορα
παντοτινό τον Ήλιο τον Ηλιάτορα!
Γιατί πιστεύετε ότι η θάλασσα αλλά και η έννοια του ταξιδιού αποτελούν σταθερή πηγή έμπνευσης για την ποίηση και την Τέχνη γενικότερα;
” Γιατί υπάρχει το χάος. Οταν είσαι σε μια ανοιχτή θάλασσα χωρίς στεριά και ταξιδεύεις αισθάνεσαι ότι είσαι στο διάστημα. Βρίσκεσαι μεταξύ νερού, αέρα και ουρανού κι εκεί αλλάζει ο ψυχισμός σου. Αλλοι φοβούνται και δεν μπορούν να το κάνουν αυτό καθόλου, πανικοβάλλονται. Αλλοι αγαλλιάζουν. Θέλει μια δύναμη για να το κάνεις αυτό και η δύναμη έρχεται από την ίδια τη θάλασσα, από αυτό τον ανοιχτό ορίζοντα κι από την αίσθηση ότι είσαι ένας άνθρωπος που μπορεί να σταθεί στην απεραντοσύνη.
Αυτό εμένα μου δίνει μεγάλη ενέργεια πληρότητα και διαύγεια. Είναι το καλύτερο ναρκωτικό…”
Αρμονία
Η τέχνη και η εργασία μου, η αρχιτεκτονική
Μπολιάστικε με αυτή την ευτυχισμένη εμμονή
Εμπλουτίστηκε από τη θάλασσα και από τα ξύλινα καϊκια που πέρασαν από τα χέρια μου.
Ψυχανεμιζόμουν και διαχειριζόμουν
Τον πλούτο των γνώσεών μου γύρω και μέσα από τα ξύλινα σκάφη
Τον τρόπο που χτίζονται
Τον τρόπο που συντηρούνται
Την εξαιρετική γλυπτική που χρειάζονται για να πραγματοποιηθούν
Τον ρόλο των υλικών
Τις απόλυτες αρμονίες που δίχως αυτές βουλιάζεις
Την ομορφιά και τη λυγεράδα που μπορεί να έχει ένα ανθρώπινο δημιούργημα
Την ημιθεϊκή ικανότητα, να φτιάχνεις έναν κόσμο
Μια μετακινούμενη κιβωτό που μπορεί να γυρίζει τη γη, κόβοντας σωστά μερικά ξύλα.
Κι ὅμως δὲν αὐτοκτόνησα.
Εἴδατε ποτὲ κανέναν ἔλατο νὰ κατεβαίνει μονάχος του στὸ πριονιστήριο;
Ἡ θέση μας εἶναι μέσα δῶ σ’ αὐτὸ τὸ δάσος
μὲ τὰ κλαδιὰ κομμένα, μισοκαμένους τοὺς κορμοὺς
μὲ τὶς ρίζες σφηνωμένες μέσ’ στὶς πέτρες.
Τρέχει μέσ’ στὰ χαράματα τὸ ἐλάφι
ποὺ εἶναι ἡ χαρά μου τόσος ἀντίλαλος
ἐδῶ ποὺ κατοικῶ
ἕνα πουλὶ ἀπὸ καπνὸ ἀνέρχεται στὸ ξημέρωμα.
Ἰδοὺ ὁ Τρέχων
ἔχει σφάξει τὸ ἀρνὶ στὶς πηγὲς τῶν ὑδάτων.
Θριαμβικὴ νεφέλη ὄχημα παλαιὸ ἰδοὺ ὁ Τρέχων
καὶ τὸ σύρουν
ἄλογα τρυπημένα στὰ λάμποντα πλευρά.
Μέσα στὸ ὄχημα βρίσκομαι καὶ πηγαίνω
πρὸς τὸν ἄγνωστο προορισμό μου.
agiazoni.gr
Για να ανέβει ο κισσός, να διπλωθεί, να σκαρφαλώσει, να δεθεί, να δοθεί, να πάρει, να αγκαλιάσει, να φτιάξει το σχήμα του, πόσο χρόνο θέλει;
Το Κυπαρίσσι στο προαύλιο; Πόσος άνεμος χρειάζεται για να ανέβει ψηλά, να πάρει τη χάρη, την ευλογία, την ευτυχία και να τη σκύψει επάνω σου;
Η πέτρα στη γωνία, πόσο νερό, πόσο χιόνι, πόσος ήλιος, πόσο χοντρό αλάτι;
Έτσι φτιάχνονται, έτσι χτίζονται οι εκκλησίες. Τι νόμισες;
πηγη : http://www.paschalis.gr
Το μικρό μου παιδί
Το μικρό μου παιδί
σοβαρή αταξία έκανε πάλι.
Στο πεζούλι του σύμπαντος σκαρφάλωσε
σκούντηξε με το χέρι του
το κρεμασμένο
στον τοίχο τ’ ουρανού
κόκκινο πιάτο,
κι έχυσε όλο το φως επάνω του.
Ο Θεός απόρησε
που είδε τον ήλιο
ντυμένο με ρούχα παιδικά
να κατεβαίνει τρέχοντας
της φαντασίας μου τη σκάλα
και να έρχεται σ’ εμένα.
Κι εγώ κάθομαι τώρα
και μαλώνω αυστηρά
το μικρό μου παιδί
ενώ κλέβω κρυφά
τον χυμένο επάνω του ήλιο.
Κική Δημουλά
—


