Ποίηση
Κρατώ λουλούδι μάλλον.
Παράξενο.
Φαίνετ’ απ’ τη ζωή μου
πέρασε κήπος κάποτε.
Στο άλλο χέρι
κρατώ πέτρα.
Με χάρη και έπαρση.
Υπόνοια καμιά
ότι προειδοποιούμαι γι’ αλλοιώσεις,
προγεύομαι άμυνες.
Φαίνετ’ απ’ τη ζωή μου
πέρασε άγνοια κάποτε.
Χαμογελώ.
Η καμπύλη του χαμόγελου,
το κοίλο αυτής της διαθέσεως,
μοιάζει με τόξο καλά τεντωμένο,
έτοιμο.
Φαίνετ’ απ’ τη ζωή μου
πέρασε στόχος κάποτε.
Και προδιάθεση νίκης.
Το βλέμμα βυθισμένο
στο προπατορικό αμάρτημα:
τον απαγορευμένο καρπό
της προσδοκίας γεύεται.
Φαίνετ’ απ’ τη ζωή μου
πέρασε πίστη κάποτε.
Η σκιά μου, παιχνίδι του ήλιου μόνο.
Φοράει στολή δισταγμού.
Δεν έχει ακόμα προφθάσει να είναι
σύντροφός μου ή καταδότης.
Φαίνετ’ απ’ τη ζωή μου
πέρασ’ επάρκεια κάποτε.
Συ δεν φαίνεσαι.
Όμως για να υπάρχει γκρεμός στο τοπίο,
για να ’χω σταθεί στην άκρη του
κρατώντας λουλούδι
και χαμογελώντας,
θα πει πως όπου να ’ναι έρχεσαι.
Φαίνετ’ απ’ τη ζωή μου
ζωή πέρασε κάποτε.
Από τη συλλογή Το λίγο του κόσμου (1971)
[πηγή: Κική Δημουλά, Ποιήματα, Ίκαρος, Αθήνα 62005, σ. 155-156]
www.ebooks.edu
«Ας υποθέσουμε πως δεν έχουμε φτάσει
στο μαύρο αδιέξοδο, στην άβυσσο του νου.
Ας υποθέσουμε πως ήρθανε τα δάση
μ’ αυτοκρατορικήν εξάρτηση πρωινού
θριάμβου, με πουλιά, με το φως τ’ ουρανού,
και με τον ήλιο όπου θα τα διαπεράσει.
Ας υποθέσουμε πως είμαστε κει πέρα,
σε χώρες άγνωστες, της δύσης, του βορρά,
ενώ πετούμε το παλτό μας στον αέρα,
οι ξένοι βλέπουνε περίεργα, σοβαρά.
Για να μας δεχθεί κάποια λαίδη τρυφερά,
έδιωξε τους υπηρέτες της ολημέρα.
Ας υποθέσουμε πως του καπέλου ο γύρος
άξαφνα εφάρδυνε, μα εστένεψαν, κολλούν,
τα παντελόνια μας και, με του πτερνιστήρος
το πρόσταγμα, χιλιάδες άλογα κινούν.
Πηγαίνουμε — σημαίες στον άνεμο χτυπούν —
ήρωες σταυροφόροι, σωτήρες του Σωτήρος.
Ας υποθέσουμε πως δεν έχουμε φτάσει
από εκατό δρόμους, στα όρια της σιγής,
κι ας τραγουδήσουμε, — το τραγούδι να μοιάσει
νικητήριο σάλπισμα, ξέσπασμα κραυγής —
τους πυρρούς δαίμονες, στα έγκατα της γης,
και, ψηλά, τους ανθρώπους να διασκεδάσει.»
Οδυσσέας Ελύτης, «Ο Αύγουστος»
Ο Αύγουστος ελούζονταν μες στην αστροφεγγιά
Κι από τα γένια του έσταζαν άστρα και γιασεμιά
Αύγουστε μήνα και Θεέ σε σέναν ορκιζόμαστε
Πάλι του χρόνου να μας βρεις στο βράχο να φιλιόμαστε
Απ΄την Παρθένο στον Σκορπιό χρυσή κλωστή να ράψουμε
Κι έναν θαλασσινό σταυρό στη χάρη σου ν΄ανάψουμε
Ο Αύγουστος ελούζονταν μες στην αστροφεγγιά
Κι από τα γένια του έσταζαν άστρα και γιασεμιά.
(Τα Ρω του Έρωτα, Ο. Ελύτης, εκδ. Ίκαρος)
Γιάννης Ρίτσος, «Αύγουστος»
Το φως είναι μαύρο, καμένο απ’ τη ζέστη σαν ανθρώπινο σώμα.
Πόδια γυμνά, δυνατά, βαμμένα απ’ τη θάλασσα ή το μούστο.
Στήθια κρουστά, σφιγμένα στις παλάμες του ήλιου. Ο αγωγιάτης,
ο αμπελουργός, ο βαρκάρης, οι τρεις του θυγατέρες
κρέμονται πάνω από βαθιά, χρυσά πηγάδια. Πάνω στ’ αλώνια
λιχνίζουνε μεγάλα στάχυα. Μες στα μάτια των παιδιών
χώνονται τ’ άχυρα. Τρέχουν. Τ’ αμπέλια είναι απέραντα
σαν τη δόξα ή την άγνοια. Λίγο να κάνεις να σκύψεις
θα βουλιάξεις ακέριος στο γαλάζιο. Τα παράθυρα πνίγηκαν κιόλας
μέσα στο χώμα. Και τούτα τα κόκκινα λουλούδια του κήπου
είναι από κείνα τα πανάρχαια αγάλματα, πλαγιασμένα, σε στύση.
(Γ. Ρίτσος, Ποιήματα, 4ος τ., εκδ. Κέδρος)
Κ.Καβάφης,Μακρυα
Θαθελα αυτην την μνημη να την πω»’
Μα ετσι εσβυσθη πια»’ σαν τιποτε δεν απομενει-
γιατι μακρυα, στα πρωτα εφηβικα μου χρονια κειται.
Δερμα σαν καμωμενο απο ιασεμι»’
Εκεινη του Αυγουστου-Αυγουστος ηταν?-η βραδυα»’
Μολις θυμουμαι πια τα ματια. Ησαν, θαρρω, μαβια»’
Α ναι, μαβια, ενα σαπφειρινο μαβι.
Οδυσσέας Ελύτης, Ηλικία της γλαυκής θύμησης (απόσπασμα)
Ελαιώνες κι αμπέλια μακριά ως τη θάλασσα
Κόκκινες ψαρόβαρκες πιο μακριά ως τη θύμηση
Έλυτρα χρυσά του Αυγούστου στον μεσημεριάτικο ύπνο
Με φύκια ή όστρακα. Κι εκείνο το σκάφος
Φρεσκοβγαλμένο, πράσινο, που διαβάζει ακόμη στην ειρήνη
του κόλπου των νερών Έχει ο Θεός
Περάσανε τα χρόνια φύλλα ή βότσαλα
Θυμάμαι τα παιδόπουλα, τους ναύτες που έφευγαν
Βάφοντας τα πανιά σαν την καρδιά τους
Τραγουδούσαν τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα
Κι είχαν ζωγραφιστούς βοριάδες μες στα στήθια.
Στίχοι: Ηλίας Κατσούλης
Μουσική: Παντελής Θαλασσινός
Αύγουστος είναι το τραγούδι του Νικόλα
και κάποια νύχτα στη ζωή που τα ‘χεις όλα
μια αγκαλιά και φορητό ραδιοφωνάκι
να παίζει Μάλαμα, Περίδη και Λιδάκη
Αύγουστος είναι και του Ρίτσου η σονάτα
αλλά μπορεί κι ένα χωνάκι σοκολάτα
του σεληνόφωτος αυτή η πανδαισία
να ξεγελιέσαι πως υπάρχει αθανασία…
Αύγουστος είναι ο ρεμβασμός του Σκιαθίτη
κι οι αναμνήσεις απ’ το φως του Πανορμίτη
φλόγα κεριού σε ταπεινό προσκυνητάρι
με το σπαθί του Αρχαγγέλου στο θηκάρι.
Αύγουστος είναι και το δεύτερο φεγγάρι
προτού προλάβει ο Σεπτέμβρης να το πάρει
πέντε έξι στίχοι που αγαπάς και τους θυμάσαι
είσαι κι εσύ που ξαγρυπνάς κι όταν κοιμάσαι..
Α, υπέροχες νύχτες του Ιουλίου με τα μαντολίνα των τζιτζικιών
και των γρύλων – έλεγε, –
το φωταγωγημένο βαποράκι της κωλοφωτιάς
αγκυροβολημένο στο παλιό τζάκι της καλύβας,
η καλύβα στα καλάμια της ακροποταμιάς –
δε σου ζητούν αποδείξεις,
οι φλέβες του νερού κάτω απ’ το χώμα δίχως ερώτηση,
υπάρχουμε,
μεγάλοι κύκλοι δροσιάς στην πυρωμένη έκταση της
θερινής νύχτας,
τ’ αλώνια με τα άλογα μετέωρα,
οι θεριστάδες κοιμισμένοι στις θημωνιές,
τα κορίτσια ξύπνια,
η αψάδα του αμπελιού γλείφοντας τη γλώσσα της,
το σκυλί του κυνηγού κοιτάζοντας το φεγγάρι.
Ο μικρός ακούρευτος βοσκός
ένιωσε μονομιάς την ευγένεια των ζώων και των άστρων,
τη ζέστα του μαλλιού, τη δροσιά του νερού,
το χέρι που έλειπε απ’ τη μέση του,
τη μεγάλη απουσία εκείνου που δεν ήξερε πως περίμενε,
έφτιαξε με θυμάρι μια στρωμνή για δύο
και ξάπλωσε μόνος,
σε λίγο σηκώθηκε κ’ έκλαψε στο λαιμό του κριαριού του,
(μαζί κλάψαμε, για άλλο ο καθένας),
κλαίγανε και τα πρόβατα στην ασημένια νύχτα –
Άγνωστη γνώση
γνώση του σώματος,
άγνωστο σώμα.
Ο Αντιφωνητής λέει:)
Εδεν είναι πάντα πιο μικρό το σπίτι απ’ το βου
δεν είναι πάντα πιο μεγάλος από το λουλούδι ο άνθρωπος
λανθασμένες είναι όλες οι αποστάσεις
που μας δίνει το μάτι κι άδικα πιστεύω
καυχησιολογούμε λέγοντας
«ο κόσμος είναι αυτός»
Ο κόσμος είναι αυτός
ο καπνός που κυνηγάει τον σκύλο
το φυτό που ορθώνεται και τρέχει με τη μουσική
τα παιδιά που ζωγραφίζουν τοίχους
και ανοίγουν την ομπρέλα τους ίδιοι αρχαίοι Αιολείς
ν’ αναληφθούν συμπαρασύροντας το πιο παρθένο μέρος
των πραγμάτων. Η σύνθεση
απ’ όλα αυτά.
Μια ζωή πλήρης εντέλει.
Ο. Ελύτης, Μαρία Νεφέλη («Το μάτι της ακρίδας» – απόσπασμα)
Ἐπιστροφή
Μὲ σπαραγμὸ κρατώντας τὴ βαριὰ καρδιά μου
βρῆκα τὸ πατρικό μου σπίτι νὰ κοιτάζει,
μὲς ἀπ᾿ τὶς φυλλωσιές, σὰν ἄλλοτε, τὴ δύση.
-μὲ σπαραγμὸ κρατώντας τὴ βαριὰ καρδιά μου.
Γοργὰ τὸ νζάκι ἡ μάνα μου τρέχει ν᾿ ἀνάψει.
Κ᾿ ἐνῷ ἀπ᾿ τὴν πόρτα βλέπω τὶς γλυκές του λάμψεις,
μὲ σπαραγμὸ κρατώντας τὴ βαριὰ καρδιά μου
δὲ μπαίνω μέσα. Ἀπέξω κάθομαι καὶ κλαίω…
Πλούμιτσα
Πρόσμενες νὰ μὲ δεῖς ὅπως τὸ δέντρο
ποῦ κουνιέται ἀπὸ τ᾿ ἄνθη του!.. Ὅμως ὄχι!
Χρειάζεται πολὺς ἥλιος γιὰ ν᾿ ἀνθίσεις!
Μιὰ μυγδαλιὰ καὶ δίπλα της…
Μιὰ μυγδαλιὰ καὶ δίπλα της,
ἐσύ. Μὰ πότε ἀνθίσατε;
Στέκομαι στὸ παράθυρο
καὶ σᾶς κοιτῶ καὶ κλαίω.
Τόση χαρὰ δὲν τὴν μποροῦν
τὰ μάτια.
Δός μου, Θεέ μου,
ὅλες τὶς στέρνες τ᾿ οὐρανοῦ
νὰ στὶς γιομίσω.
uoa.gr
Τ’ όνομά σου: ψωμί στο τραπέζι.
Τ’ όνομά σου: νερό στην πηγή.
Τ’ όνομά σου: αγιόκλημα αναρριχώμενων άστρων.
Τ’ όνομά σου: παράθυρο ανοιγμένο τη νύχτα στην πρώτη του Μάη…
Καρπίζουν μέσα μου παλιά καλοκαίρια
ανάβουνε βλέμματα αλλοτινά
θροΐζουν αγγίγματα
Τίποτα, τίποτα δε χάθηκε στ’ αλήθεια
όλα είναι εδώ, όλα είναι εδώ
Μια σπίθα μόνο ανάβει πυρκαγιές
στις θημωνιές της μνήμης
πυρκαγιές στις θημωνιές της μνήμης
Κι αν η ελπίδα το μέλλον συντηρεί
η μνήμη τρέφει το παρόν
το παρελθόν μας δικαιώνοντας
Γιατί ό,τι υπήρξε μια φορά
δε γίνεται να πάψει να έχει υπάρξει
stixoi.info
Είπαν στη λέξη: τώρα είσαι ελεύθερη!
Μα η λέξη ήταν ανήμπορη να τους πει: είν’ αργά,
αφού δεν ειπώθηκα
την ώρα που έπρεπε
τι να την κάνω πια τη λευτεριά.
Δεν έχω πια φτερά,
δεν έχω ουρανό.
Είμαι όνειρο χωρίς ζωή,
ζωή δίχως όνειρο.
Είπαν στη λέξη: είσαι ελεύθερη.
Δύσκολο -είπε- να πιστέψεις κάτι τέτοιο.
Εφόσον έχεις φάει τις δικές σου συλλαβές,
εφόσον έχεις μείνει σαν κούτσουρο,
κι η λευτεριά ακόμα είναι μία απ’ τις φυλακές.
Ζει η λευτεριά – είπαν στη λέξη.
Κι είπε αυτή: Δεν είμαι Κωνσταντής
που και νεκρός ακόμα μπορεί να ταξιδέψει.
Είπαν στη λέξη:
– Εσύ ‘σαι η λευτεριά!
Και το πίστεψε η λέξη.
Κι άνοιξε το στόμα
μα αντί για φθόγγους
πετάχτηκε αίμα.
[Τρελή εποχή (Kohё e krisur, 1991)
“Από τα πολλά άτομα τα οποία είμαι, από τα οποία είμαστε, Δεν μπορώ να κατασταλάξω σε ένα μόνο. Έχουν χαθεί για μένα υπό την κάλυψη της ένδυσης Έχουν αναχωρήσει για μια άλλη πόλη.
Όταν τα πάντα φαίνεται να έχουν καθοριστεί για να με αναδείξουν ως νοήμων άνθρωπο, ο ανόητος που κρατώ μέσα μου κρυμμένο αναλαμβάνει να μιλήσει για εμένα. Σε άλλες περιπτώσεις, λαγοκοιμάμαι ανάμεσα σε ανθρώπους με κάποια διάκριση, και όταν καλώ τον θαρραλέο εαυτό μου, ένας δειλός εντελώς άγνωστος σε μένα τρέχει να καλύψει τον σκελετό μου με χίλιες καλές δικαιολογίες.
Όταν ένα αξιοπρεπές σπίτι τυλιχτεί στις φλόγες, αντί να καλέσω τον πυροσβέστη, ένας εμπρηστής εμφανίζεται στη σκηνή, και αυτός είναι εγώ. Δεν υπάρχει τίποτα που μπορώ να κάνω. Τι πρέπει να κάνω για να ξεχωρίσω τον εαυτό μου; Πώς μπορώ να συμμαζέψω τον εαυτό μου;
Όλα τα βιβλία που διάβασα είναι γεμάτα εκθαμβωτικές ηρωικές μορφές, γεμάτες αυτοπεποίθηση.
Πεθάνω με φθόνο για αυτές· και, σε ταινίες όπου σφαίρες πετούν στον άνεμο, ζηλεύω τους καουμπόηδες, θαυμάζοντας ακόμη και τα άλογα. Αλλά όταν καλώ το τολμηρό μου είναι, έρχεται ο παλιός τεμπέλης εαυτός, και έτσι ποτέ δεν ξέρω ποιος είμαι ακριβώς, ούτε πόσοι είμαι, ούτε πόσοι θα είμαστε.
Θα ήθελα να είμαι σε θέση να αγγίξω ένα κουδούνι και να προσκαλέσω τον πραγματικό εαυτό μου, γιατί αν χρειάζομαι τον πραγματικό εαυτό μου, δεν πρέπει να εξαφανιστώ.
Ενώ γράφω, βρίσκομαι μακριά· και όταν γυρίσω, έχω ήδη φύγει. Θα ήθελα να δω αν το ίδιο συμβαίνει και σε άλλους ανθρώπους όσο και σε μένα, για να δούμε αν υπάρχουν τόσοι πολλοί άνθρωποι όσοι εγώ είμαι, και αν μοιάζουν στον εαυτό τους με τον ίδιο τρόπο.
Και όταν σιγουρευτώ, μαθαίνω τόσο ωραία πράγματα που, όταν προσπαθώ να εξηγήσω τα προβλήματα μου, θα μιλάω για γεωγραφία».
Εγράφη έπειτα από ανάγνωσιν περιγραφής της ζωγραφιάς
«Ο Οιδίπους και η Σφιγξ» του Γουστάβου Μορώ.
Επάνω του η Σφιγξ είναι πεσμένη
με δόντια και με νύχια τεντωμένα
και μ’ όλην της ζωής την αγριάδα.
Ο Οιδίπους έπεσε στην πρώτη ορμή της,
τον τρόμαξεν η πρώτη εμφάνισή της —
τέτοια μορφή και τέτοιαν ομιλία
δεν είχε φαντασθή ποτέ έως τότε.
Μα μ’ όλο που ακκουμπά τα δυο του πόδια
το τέρας στου Οιδίποδος το στήθος,
συνήλθε εκείνος γρήγορα — και διόλου
τώρα δεν την φοβάται πια, γιατί έχει
την λύσιν έτοιμη και θα νικήση.
Κι’ όμως δεν χαίρεται γι’ αυτήν την νίκη.
Το βλέμμα του μελαγχολία γεμάτο
την Σφίγγα δεν κυττάζει, βλέπει πέρα
τον δρόμο τον στενό που πάει στας Θήβας,
και που στον Κολωνό θ’ αποτελειώση.
Και καθαρά προαισθάνεται η ψυχή του
που η Σφιγξ εκεί θα τον μιλήση πάλι
με δυσκολώτερα και πιο μεγάλα
αινίγματα που απάντησι δεν έχουν.
kavafis.gr
Δεν ξέρω για σας , αλλά εγώ πάντως φοβάμαι πολύ και χωρίς τους Τζιχαντιστές.
Φοβάμαι ας πούμε, να μην υπογράψω, την καινούρια σύμβαση εργασίας που μας έφερε ο εργοδότης.
Φοβάμαι να διεκδικήσω δικαστικά, τα δεδουλευμένα που μου χρωστάνε.
Φοβάμαι τη «δικαιοσύνη» τους.
Φοβάμαι τη μισθωτή σκλαβιά, αλλά φοβάμαι και την ανεργία
Φοβάμαι τις επιθέσεις εκλεκτών στο μετρό.
Φοβάμαι να πιω νερό στις Σκουριές.
Φοβάμαι το: «ζητείται νέα και εμφανίσιμη…» στις αγγελίες που διαβάζει η κόρη μου.
Φοβάμαι το δελτίο ειδήσεων και την «έγκριτη δημοσιογραφία».
Φοβάμαι τις πράξεις νομοθετικού περιεχομένου.
Φοβάμαι τις ουρές στα ΑΤΜ, τις κλειστές τράπεζες, αλλά και τις ανοιχτές τράπεζες.
Φοβάμαι τον ταχυδρόμο. Φοβάμαι να ανοίξω τον φάκελο.
Φοβάμαι τις ομοιόμορφες ντομάτες.
Φοβάμαι, όταν μου λένε στο τηλέφωνο, ότι η συνομιλία μας καταγράφεται.
Φοβάμαι την κατάργηση του ασύλου.
Φοβάμαι την κατάργηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Φοβάμαι τις πλαστικές χειροπέδες.
Φοβάμαι τη Μαριάννα Βαρδινογιάννη, τον Σάκη Ρουβά και τον μητροπολίτη Άνθιμο.
Φοβάμαι όταν ακούω τη λέξη πατρίδα.
Φοβάμαι όταν κατεβαίνουν θεατρικές παραστάσεις.
Φοβάμαι τη στιγμή, που οι ματατζήδες, βάζουν τις αντιασφυξιογόνες μάσκες τους.
Φοβάμαι τους σωτήρες και τους πολίτες που τους εμπιστεύονται.
Φοβάμαι όταν ακούω να μου λένε ότι δεν υπάρχει εναλλακτική.
Μα πιο πολύ φοβάμαι, μη συνηθίσω τους φόβους μου
Από Marios Marli
Αχ θάλασσα δώσε μας αγάπη.
Κοίτα τι μας συνέβη.
Μην στέλνεις τα κύματά σου εναντίον μας.
Είμαστε Σύριοι,
στ” ορκίζομαι η ιστορία μας είναι λυπητερή.
Αχ δεν θα το πιστέψεις, τα δάκρυά μας θα μπορούσαν και σένα να πνίξουν..
Τόσο πολύ κλάψαμε.
Δεχτήκαμε όλους τους ανθρώπους με ευγένεια και αγάπη.
Αλλά όταν πέσαμε μας πρόδωσαν,
κανείς δεν έκλαψε για μας.
Αχ, σήμερα όλος ο κόσμος μας εγκατέλειψε.
Αχ θάλασσα σταμάτα τα κύματα.
Υπάρχουν παιδιά στις βάρκες που είναι οι αναμνήσεις μας.
Είναι οι ζωές μας σε αυτές τις βάρκες
Στ” ορκίζομαι τα δάκρυά μας θα μπορούσαν
να καλύψουν τις θάλασσες όλου του κόσμου.
Τα παιδιά μας έχασαν την παιδικότητα στα κύματά σου.
Και αυτά τα κύματα σκότωσαν τα παιδιά μας.
Αχ θάλασσα άσε τα κύματά σου να μας λυπηθούν
και φρόντισε μας σαν μητέρα.
Αχ για εμάς τους Σύριους η μοίρα είναι βαριά.
Αφήστε μας να έχουμε ειρήνη. Μόνο αυτό θέλουμε
Και τώρα… Θα πορευτούμε για να βρούμε ειρήνη. Μόνο αυτό θέλουμε
Από toperiodiko.gr
Ο τόσο βίαιος Ο τόσο εύθραυστος Ο τόσο τρυφερός Ο τόσο απελπισμένος Αυτός ο έρωτας Ωραίος όπως το φως της ημέρας Και άσχημος όπως ο καιρός». «Όταν έχει άσχημο καιρό Αυτός ο έρωτας ο τόσο αληθινός Αυτός ο έρωτας ο τόσο ωραίος Ο τόσο ευτυχισμένος Ο τόσο χαρούμενος Κι ο τόσο γελοίος Που τρέμει από φόβο σαν ένα παιδί μες στο σκοτάδι Κι ο τόσο βέβαιος για τον εαυτό του Σαν ένας ήρεμος άνδρας στο μέσο της νύχτας». «Αυτός ο έρωτας που φόβιζε τους άλλους Που τους έκανε να μιλούν Που τους έκανε να χλωμιάζουν Αυτός ο έρωτας που τον παραμόνευαν Γιατί τους παραμονεύαμε Ο παγιδευμένος, ο τραυματισμένος, ο ποδοπατημένος, Ο τελειωμένος, ο εκμηδενισμένος, ο ξεχασμένος Επειδή εμείς τον παγιδεύσαμε, τον τραυματίσαμε, Τον ποδοπατήσαμε, τον τελειώσαμε, Τον εκμηδενίσαμε, τον ξεχάσαμε». «Αυτός ο έρωτας ο τόσο πλήρης Ο τόσο ζωντανός ακόμη Κι ο τόσο ηλιόλουστος Είναι ο δικός σου Είναι ο δικός μου Αυτός που υπήρξε Αυτό το κάτι, το πάντα καινούργιο Και που δεν άλλαξε Τόσο αληθινό όσο και ένα φυτό Που τρέμει όσο και ένα πουλί Που είναι τόσο ζεστό, τόσο ζωντανό όσο και το καλοκαίρι». «Μπορούμε και οι δυο να πάμε και να ξανάρθουμε Και μετά να αποκοιμηθούμε Να ξυπνήσουμε, να υποφέρουμε, να γεράσουμε Να αποκοιμηθούμε ξανά Να ονειρευτούμε το θάνατο Να ξυπνήσουμε, να χαμογελάσουμε και να γελάσουμε Και να ξανανιώσουμε». «Ο έρωτάς μας μένει εκεί Ξεροκέφαλος όπως ένας γάιδαρος Ζωντανός όπως ο πόθος Φοβερός όπως η μνήμη Ανόητος όπως οι τύψεις Τρυφερός όπως η ανάμνηση Ψυχρός όπως το μάρμαρο Ωραίος όπως το φως της μέρας Εύθραυστος όπως ένα παιδί». «Μας κοιτάζει χαμογελώντας Και μας μιλά χωρίς να λέει τίποτα Και εγώ τον ακούω τρέμοντας Και κραυγάζω Κραυγάζω για σένα Κραυγάζω για μένα Τον ικετεύω Για σένα, για μένα και για όλους όσους αγαπιούνται Και που αγαπήθηκαν Ναι του κραυγάζω Για σένα, για μένα και για όλους τους άλλους Που δε γνωρίζω». «Μείνε εκεί Εκεί όπου είσαι Εκεί όπου ήσουν άλλοτε Μείνε εκεί Μην κουνιέσαι Μη φεύγεις Εμείς που αγαπηθήκαμε Σε ξεχάσαμε Εσύ μη μας ξεχνάς Δεν είχαμε παρά μόνο εσένα πάνω στη γη Μη μας αφήσεις να γίνουμε ψυχροί Πάντα όλο και πιο μακριά Κι οπουδήποτε Δώσε μας σημάδι ζωής Πολύ πιο αργά στην άκρη ενός δάσους Μέσ’ από το δάσος της μνήμης Φανερώσου ξαφνικά Άπλωσέ μας το χέρι Και σώσε μας
