Πεζογραφία
«Τα δάση κατατρώγουσιν αι αίγες ή ερημούσιν αι ανά παν έτος αναπτόμενοαι προς αύξησιν της βοσκησίμου εκτάσεως πυρκαϊαί, των οποίων αδύνατον είναι να ευρεθώσιν και να τιμωρηθώσιν οι πασίγνωστοι αυτουργοί, δια τον λόγον ότι δεν έχουν ψήφους τα δέντρα και έχουσι ψήφους οι αιγοβοσκοί».
«Επιμένω να θεωρώ [το πολιτικόν μας πρόβλημα] ως εγκείμενον εις την ανικανότητα πάσης ελληνικής κυβερνήσεως να συμβιβάση την διατήρησιν της πλειονοψηφίας μετά της εκτελέσεως των όσα πανθομολογουμένως επιβάλλει το κοινόν καλόν. Η προφανής και ανοικονόμητος αντίθεσις, η υφισταμένη μεταξύ του συμφέροντος της χώρας και του των αντιπροσώπων αυτής είναι η πηγή και τούτου όπως παντός άλλου κακού».
«Καθ’ ημάς η υδρόγειος σφαίρα επλάσθη χάριν του ελληνικού πνεύματος, ως κατά τους οπαδούς των τελικών αιτίων το σύμπαν δια τον άνθρωπον, η ρις δια τα ομματοϋάλια και αι τρίχες της κεφαλής δια τους φθείρας».
«Οι Άγγλοι έχουσι δύο βουλάς, την άνω και την κάτω, ημείς μίαν μόνην ανωκάτω».
Εμμανουήλ Ροΐδης, Τα «ανθελληνικά». Αφορισμοί και σκαλαθύρματα, [microMEGA], 2η έκδ., Ροές: Αθήνα 2006, 128
- Από τους ανθρώπους δεν λείπει η δύναμη, λείπει η θέληση Ουγκώ
- Για να πετύχεις, πρέπει να έχεις τρομερή επιμονή, τρομερή θέληση. “Θα πετάξω πάνω από τις θάλασσες”, λέει μια επίμονη ψυχή, ή “θα ανοίξω τα βουνά στα δύο”. Με τέτοια ενέργεια, με τέτοια θέληση και με σκληρή δουλειά, θα φτάσεις σίγουρα στο στόχο σου Σβάμι Βιβεκαναντα
- Δεν υπάρχει μεγάλο ταλέντο χωρίς μεγάλη δύναμη θέλησης Μπαλζάκ Ο.
- Εκείνον που επιθυμεί να προχωρεί η μοίρα τον συνοδεύει, εκείνον που δεν επιθυμεί τον σέρνει Κλεάνθους
- Εκείνος που θεωρεί την έλλειψη χρημάτων ως χειρότερο κακό, κάνει λάθος, υπάρχει πιο αφόρητο κακό: η έλλειψη επιθυμιών Σερμπιουλέ Α.
- Ενας άνθρωπος με θέληση, κάνει περισσότερα πράγματα, παρά δέκα με τη βία Γερμανική Παροιμία
- Εργάζου κτητά (Να εργάζεσαι με θέληση) Ξενοφών
- Η αγάπη είναι η αρχή της θελήσεως Ράβναλης Δ.
- Η απαισιοδοξία είναι διάθεση, αλλά η αισιοδοξία: θέληση Άγνωστος
- Η βούληση, όταν τη φωτίζει η γνώση, γνωρίζει πάντοτε τι ακριβώς θέλει Άγνωστος
- Η δύναμή σου πέλαγο, κι η θέλησή μου βράχος Σολωμός Διονύσιος
- Η νεότητα είναι η εικόνα της θέλησης
- Η προσωπικότητά μας είναι κήπος, ενώ η θέλησή μας είναι ο κηπουρός Μπέικον Φρ.
- Θέληση: εκείνο που σε υποχρεώνει να νικάς, όταν το λογικό σου, σου λέει ότι έχασες Καστανέντα Κ.
- Θέλω σημαίνει μπορώ Φραγκλίνος
- Θέλω σημαίνει μπορώ (Vouloir c’est pouvoir) Γαλλική Παροιμία
- Κάτω από τα δυνατά πάθη συνήθως κρύβεται μόνο μια αδύναμη θέληση Κλιουτσέφσκι Β.
- Με τη δύναμη της βούλησης ο άνθρωπος αλλάζει τον εαυτό του. Με τη δύναμη της αγάπης αλλάζει τους άλλους. Με τη δύναμη της σκέψης αλλάζει τον κόσμο Ταγκόρ Ρ.
- Μπορείς, αρκεί μόνο να θελήσεις Γκαίτε
- Να είσαι το αφεντικό της θέλησής σου και ο δούλος της συνείδησής σου Έμπνερ-Έσεμπαχ Μ.
- Ο Βάκων έλεγε ότι στον άνθρωπο η δύναμη είναι ίση προς τη γνώση του. Αλλά μπορεί κάποιος να προσθέσει, εξίσου εύλογα, ότι και η γνώση του είναι ίση προς τη θέλησή του Gioberti
- Ο χαρακτήρας είναι τέλεια εκπαιδευμένη θέληση Νοβάλις
- Οι μεγάλοι άνδρες έχουν θέληση, οι μικροί πόθους
- Όποιος νίκησε τον εαυτό του, δεν φοβάται τους άλλους
- Όσες πλευρές της ανθρώπινης ζωής κι αν αναλύσουμε, πάντα στη βάση τους θα συναντήσουμε την παρουσία ή την απουσία της ηθικής δύναμης, που λέγεται θέληση Ζολί Μ.
- Όταν υπάρχει θέληση, τρόπος βρίσκεται (Where there’s a will, there’s a way) Αγγλική Παροιμία
- Πονηριά: η θηλυκότητα της θέλησης, η ειρωνεία της δύναμης Ταράνοφ Π.
- Πόσο εύκολα είναι τα δύσκολα πράγματα, όταν υπάρχει θέληση
- Σε όλες τις κρίσιμες καταστάσεις, στον πόλεμο, σε μια συγκέντρωση, η θέληση κάποιων ανθρώπων παρασύρει και τους υπόλοιπους Ζολί Μ.
- Τίποτα δεν είναι αδύνατο στον άνθρωπο που έχει θέληση
- Το ευκολότερο πράγμα γίνεται δύσκολο, όταν προσπαθεί κανείς να το κάνει με δυσφορία Ντίκενς
- Το μυστικό της δύναμης είναι η θέληση Άγνωστος
- Το παν στην τέχνη είναι η θέληση
ΑΠΟ ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ
Κάποτε ήμασταν τόσο κοντά ο ένας στον άλλο μέσα στη ζωή που τίποτα δε φαινόταν να εμποδίζει τη φιλία και την αδερφοσύνη μας, και μόνο ένα γεφυράκι υπήρχε ανάμεσα μας. Ακριβώς τη στιγμή που πήγαινες να ανέβεις σε αυτό σε ρώτησα: «Θέλεις να περάσεις το γεφυράκι για να με συναντήσεις;» – και τότε έπαψες πια να το θέλεις• κι όταν σε παρακάλεσα ξανά έμεινες σιωπηλός. Από τότε βουνά κι ορμητικοί ποταμοί κι ό,τι άλλο χωρίζει κι αποξενώνει μπήκαν ανάμεσά μας• κι ακόμα κι όταν το θέλαμε, δεν ήταν μπορετό να συναντηθούμε! Μα όταν θυμάσαι τώρα εκείνο το μικρό γεφυράκι δεν έχεις πια λόγια – μόνο λυγμούς και απορία. (Πρώτο βιβλίο, 16)
- Λίγες χιλιετίες ακόμη στο δρόμο του τελευταίου αιώνα! – και καθετί που θα κάνει ο άνθρωπος θα εκφράζει την ανώτερη εξυπνάδα• γι’ αυτό όμως η εξυπνάδα θα χάσει όλη την αξιοπρέπειά της. Τότε θα είναι σίγουρα αναγκαίο να είναι κανείς έξυπνος: αυτό όμως θα είναι τόσο κοινό και συνηθισμένο πράγμα, που ένα ευγενέστερο γούστο θα θεωρεί αυτή την αναγκαιότητα χυδαιότητα. Κι όπως ακριβώς μια τυραννία ασκούμενη από την αλήθεια και την επιστήμη μπορεί να ανεβάσει ψηλά την τιμή του ψέματος, έτσι και μια τυραννία της εξυπνάδας μπορεί να προκαλέσει την εμφάνιση ενός είδους ευγένειας. Το να είσαι ευγενής – αυτό μπορεί ίσως τότε να σημαίνει: να έχεις τρέλες μέσα στο κεφάλι σου. (Πρώτο βιβλίο, 20)
- Οι λόγοι και οι προθέσεις που υπάρχουν πίσω από τη συνήθεια προστίθενται σε αυτήν μέσω ενός ψέματος, μόλις κάποιοι αρχίσουν να αμφισβητούν τη συνήθεια και να ρωτούν για τις προθέσεις και τους σκοπούς της. Εδώ έγκειται η μεγάλη ανεντιμότητα των συντηρητικών όλων των εποχών: είναι αυτοί που προσθέτουν ψέματα. (Πρώτο βιβλίο, 29)
- Ο άνθρωπος εκπαιδεύτηκε από τις πλάνες του: Πρώτον, πάντα έβλεπε τον εαυτό του ως ατελή• δεύτερον, προίκιζε τον εαυτό του με φανταστικές ιδιότητες• τρίτον, έβαζε τον εαυτό του στην ιεραρχία των όντων σε λάθος βαθμίδα ανάμεσα στο ζώο και τη φύση• τέταρτον, επινοούσε συνεχώς καινούριους πίνακες των καλών και τους δεχόταν για ένα διάστημα ως αιώνιους και μη εξαρτώμενους από όρους: το αποτέλεσμα ήταν πως άλλοτε η μια και άλλοτε η άλλη ανθρώπινη ενόρμηση και κατάσταση έπαιρνε την πρώτη θέση και εξευγενιζόταν λόγω αυτής της εκτίμησης. Αν αγνοήσουμε αυτές τις τέσσερις πλάνες, θα αγνοήσουμε και την ιδιότητα του να είσαι άνθρωπος, την ανθρωπιά και την «ανθρώπινη αξιοπρέπεια». (Τρίτο βιβλίο, 115)
- Κανένας νικητής δεν πιστεύει στην τύχη. (Τρίτο βιβλίο, 258)
- Τι λέει η συνείδησή σου; «Πρέπει να γίνεις αυτός που είσαι.» (Τρίτο βιβλίο, 270)
- Έδωσα ένα όνομα στον πόνο μου και τον φωνάζω «σκύλο». Είναι το ίδιο πιστός, το ίδιο φορτικός και αδιάντροπος, το ίδιο διασκεδαστικός και έξυπνος όσο κάθε άλλος σκύλος – και μπορώ να τον μαλώνω και να ξεσπώ πάνω του, όταν έχω τις κακές μου: όπως κάνουν άλλοι με τους σκύλους, τους υπηρέτες και τις γυναίκες τους. (Τέταρτο βιβλίο, 312)
- Είναι αλήθεια ότι υπάρχουν άνθρωποι που ακούν ακριβώς την αντίθετη διαταγή όταν πλησιάζει ένας μεγάλος πόνος: ποτέ άλλοτε δε δείχνουν πιο περήφανοι, πιο φιλοπόλεμοι και πιο ευτυχισμένοι• ναι, ο ίδιος ο πόνος τούς χαρίζει τις μεγαλύτερες στιγμές τους! Αυτοί είναι οι ηρωικοί άνθρωποι, οι μεγάλοι προμηθευτές πόνου της ανθρωπότητας: αυτοί οι λίγοι ή σπάνιοι άνθρωποι που χρειάζονται την ίδια απολογία που χρειάζεται γενικά και ο ίδιος ο πόνος – και πράγματι! δεν πρέπει να τους την αρνηθούμε! Είναι οι πρωταρχικές δυνάμεις διατήρησης και ανάπτυξης του είδους, έστω και μόνον επειδή αντιστέκονται στο βόλεμα και δεν κρύβουν ότι αποστρέφονται αυτό το είδος ευτυχίας. (Τέταρτο βιβλίο, 318)
ΑΠΟ ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ
Έτσι ζούμε, χρόνο με το χρόνο, χωρίς να πραγματοποιούμε πλήρως και τελειωτικά, χωρίς να ολοκληρώνουμε αυτό που θα μπορούσαμε να κάνουμε, διότι «έχουμε καιρό μπροστά μας», αργότερα θα πετύχουμε κάτι, αργότερα θα γίνει ότι μπορεί να γίνει, κάποια μέρα αργότερα θα αρχίσουμε να «καθαρογράφουμε». Τα χρόνια περνούν και ποτέ δεν το κάνουμε. Δεν τα κάνουμε όχι μόνο επειδή έρχεται ο θάνατος και μας αφανίζει, αλλά και επειδή σε κάθε περίοδο του βίου μας δεν έχουμε τη δυνατότητα να κάνουμε αυτό που η προγενέστερη περίοδος θα μας είχε επιτρέψει: δεν μπορούμε στα χρόνια της ωριμότητάς μας να πετύχουμε μια όμορφη και νοηματοδοτημένη νεότητα, δεν μπορούμε στα γεράματά μας να αποκαλύψουμε στο Θεό και στον κόσμο αυτό που θα μπορούσαμε να ήμασταν στα χρόνια της ωριμότητάς μας. υπάρχει ένας καιρός για όλα τα πράγματα, άπαξ και παρέλθει, αυτά δεν μπορούν πλέον να πραγματοποιηθούν.
Από το imverias.blogspot.gr
Tι ευτυχία να μπορούσε ο Έλληνας να σεριανίζει στην Ελλάδα χωρίς ν’ ακούει φωνές, θυμωμένες, αυστηρές, από τα χώματα! Για έναν Έλληνα όμως το ταξίδι στην Ελλάδα καταντάει γοητευτικό κι εξαντλητικό μαρτύριο. Στέκεσαι σε μια πατημασιά ελληνικής γης και σε κυριεύει αγωνία: Μνήμα βαθύ, πατωσιές πατωσιές οι νεκροί, κι ανεβαίνουν παράταιρες φωνές και σε κράζουν, γιατί ό, τι μένει από το νεκρό, αθάνατο, είναι η φωνή του. Ποια απ’ όλες τις φωνές να διαλέξεις; Κάθε φωνή και ψυχή, κάθε ψυχή λαχταρίζει ένα σώμα δικό της, κι η καρδιά σου ακούει, ταράζεται και διστάζει να πάρει απόφαση, γιατί συχνά οι πιο αγαπημένες ψυχές δεν είναι πάντα κι οι πιο άξιες.
Όταν ένας Έλληνας ταξιδεύει στην Ελλάδα, το ταξίδι του μοιραία μετατρέπεται σ’ επίπονη αναζήτηση του χρέους. Πώς να γίνουμε κι εμείς άξιοι των προγόνων, πώς να τη συνεχίσουμε, χωρίς να την ντροπιάσουμε, την παράδοση της ράτσας μας; Μια αυστηρή ασίγαστη ευθύνη βαραίνει τους ώμους σου, βαραίνει τους ώμους όλων των ζωντανών Ελλήνων. Ακαταμάχητη μαγική δύναμη έχει το όνομα. Όποιος γεννήθηκε στην Ελλάδα έχει το χρέος να συνεχίσει τον αιώνιο ελληνικό θρύλο.
Ένα ελληνικό τοπίο δε δίνει σ’ εμάς τους Έλληνες μιαν αφιλόκερδη ανατριχίλα ωραιότητας. Έχει ένα όνομα το τοπίο – το λένε Μαραθώνα, Σαλαμίνα, Ολυμπία, Θερμοπύλες, Μυστρά – συνδέεται με μιαν ανάμνηση, εδώ ντροπιαστήκαμε, εκεί δοξαστήκαμε, και μονομιάς το τοπίο μετουσιώνεται σε πολυδάκρυτη, πολυπλάνητη ιστορία. Κι όλη η ψυχή του Έλληνα προσκυνητή αναστατώνεται. Το κάθε ελληνικό τοπίο είναι τόσο ποτισμένο από ευτυχίες και δυστυχίες με παγκόσμιο αντίχτυπο, τόσο γεμάτο ανθρώπινο αγώνα, που υψώνεται σε μάθημα αυστηρό και δεν μπορείς να του ξεφύγεις. Γίνεται κραυγή, και χρέος έχεις να την ακούσεις.
Αληθινά τραγική είναι η θέση της Ελλάδας. Βαριά πολύ η ευθύνη του σημερινού Έλληνα. Απιθώνει στους ώμους μας επικίνδυνο, δυσκολοεκτέλεστο χρέος. Καινούριες δυνάμεις ανεβαίνουν από την Ανατολή, καινούριες από τη Δύση, κι η Ελλάδα, ανάμεσα πάντα στις δυο συγκρουόμενες ορμές, γίνεται πάλι στρόβιλος.
Η Δύση, ακολουθώντας την παράδοση της λογικής και της έρευνας, ορμάει να καταχτήσει τον κόσμο, κι η Ελλάδα, ανάμεσά τους, γεωγραφικό και ψυχικό σταυροδρόμι του κόσμου, χρέος έχει πάλι να φιλιώσει τις δυο τούτες τεράστιες ορμές, βρίσκοντας τη σύνθεση. Θα μπορέσει;
Ιερή, πικρότατη μοίρα. Το τέλος της περιοδείας μου στην Ελλάδα γέμισε τραγικά αναπάντητα ρωτήματα. Από την ομορφιά φτάσαμε στις σύγχρονες αγωνίες και στο σημερινό χρέος της Ελλάδας. Ένας ζωντανός άνθρωπος σήμερα που νοεί κι αγαπάει κι αγωνίζεται δεν μπορεί να σεριανίζει πια και να χαίρεται αμέριμνα την ωραιότητα. Σήμερα η αγωνία μεταδίδεται σαν πυρκαγιά, και καμιά πυρασφαλιστική εταιρεία δεν μπορεί να σε ασφαλίσει. Αγωνίζεσαι και καίγεσαι μαζί με όλη την ανθρωπότητα. Κι απάνω απ’ όλους αγωνίζεται και καίγεται η Ελλάδα, αυτή είναι η μοίρα της.
Έκλεισε ο κύκλος. Γέμισαν τα μάτια μου Ελλάδα. Ωρίμασε, μου φαίνεται, μέσα στους τρεις μήνες αυτούς ο νους. Ποια είναι τα πιο πολύτιμα λάφυρα της πνευματικής μου ετούτης εκστρατείας; Τούτα θαρρώ: Είδα καθαρότερα την ιστορική αποστολή της Ελλάδας ανάμεσα Ανατολής και Δύσης. Είδα πως ο ανώτατος άθλος της είναι όχι η ομορφιά παρά ο αγώνας για την ελευθερία. Ένιωσα βαθύτερα την τραγική μοίρα της Ελλάδας και πόσο βαρύ το χρέος του Έλληνα.
Θαρρώ, ευτύς μετά το προσκύνημά μου στην Ελλάδα, ήμουν ώριμος να μπω στην αντρική ηλικία.
Και δεν ήταν η Ομορφιά που πήγαινε μπροστά και μ’ έμπαζε στον αντρωνίτη.
Ήταν η Ευθύνη.
Τον πικρό αυτό καρπό κρατούσα όταν γύρισα, ύστερα από την τρίμηνη πορεία, και μπήκα στο πατρικό σπίτι.
ΒΡΑΒΕΙΟ ΠΑΙΔΙΚΟΥ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ
Φραγκεσκάκη Χριστίνα για το έργο της με τίτλο «Η Ορτανσία φυλάει τα μυστικά» εκδόσεις Κέδρος.
ΒΡΑΒΕΙΟ ΕΦΗΒΙΚΟΥ-ΝΕΑΝΙΚΟΥ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ
Κατσαμά Ελένη για το έργο της με τίτλο «Κοσμοδρόμιο» εκδόσεις Πατάκης.
ΒΡΑΒΕΙΟ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΟΥ ΠΑΙΔΙΚΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ
Eξ ημισίας στονΠαπατσαρούχα Βασίλη (εικονογράφο) – Τριβιζά Ευγένιο (συγγραφέα) για το έργο με τίτλο « Ο Ιπτάμενος δίσκος» εκδόσεις Μεταίχμιο και στην Σαμαρτζή Ίριδα (εικονογράφο) – Παπαθεοδούλου Αντώνη (συγγραφέα) για το έργο με τίτλο « Οι καλοί και οι κακοί πειρατές» εκδόσεις Παπαδόπουλος.
ΒΡΑΒΕΙΟ ΒΙΒΛΙΟΥ ΓΝΩΣΕΩΝ ΓΙΑ ΠΑΙΔΙΑ
Μπουλώτης Χρήστος για το έργο του με τίτλο « Ένα κορίτσι φτερουγίζει στον Κεραμεικό: μία αντιπολεμική ιστορία στην Αθήνα των κλασικών χρόνων», εκδόσεις Πολιτιστικό Ίδρυμα Ομίλου Πειραιώς.
Ο βραχύς κατάλογος υποψήφιων προς βράβευση έργων (δημοσιευμένων το έτος 2011), από τον οποίο επελέγησαν οι ανωτέρω βραβευθέντες είναι ο ακόλουθος (αλφαβητικά):
Υποψήφιοι για το βραβείο παιδικού λογοτεχνικού βιβλίου:
1. Εύη Γεροκώστα, «Αστέρια στον πάτο της λίμνης» (Μεταίχμιο)
2. Φίλιππος Μανδηλαράς, «Οι μύγες, τα χελιδόνια κι εγώ» (Πατάκης)
3. Ιωάννα Μπαμπέτα, «Ένα τριαντάφυλλο για τη δασκάλα μου» (Λιβάνης)
4. Χρήστος Μπουλώτης, «Ουφ! Οι απίθανες ιστορίες του Άρη» (Πατάκης)
5. Ναννίνα Σακκά-Νικολοπούλου, «Το ζωντανό ρομπότ» (Πατάκης)
6. Σάκης Σερέφας, «Πωλούνται σκιές» (Πατάκης)
7. Χριστίνα Φραγκεσκάκη, «Η Ορτανσία φυλάει τα μυστικά» (Κέδρος)
Υποψήφιοι για το βραβείο εφηβικού-νεανικού λογοτεχνικού βιβλίου
1. Ελένη Κατσαμά, «Κοσμοδρόμιο» (Πατάκης)
2. Μαρούλα Κλιάφα, «Μία μπαλάντα για τη Ρεβέκκα» (Μεταίχμιο)
3. Μάνος Κοντολέων «Δε με λένε Ρεγγίνα…Άλεχ με λένε» (Πατάκης)
4. Λίνα Λυχναρά, «Το κλεμμένο βιολί» (Πατάκης)
5. Φίλιππος Μανδηλαράς, «Ύαινες» (Πατάκης)
6. Κυριάκος Μαργαρίτης, «Τα τρύπια τείχη» (Ψυχογιός)
7. Γιώργος Παναγιωτάκης, «Μικρόκοσμος» (Κέδρος)
8. Βασίλης Παπαθεοδώρου, «Ιπτάμενες σελίδες» (Καστανιώτης)
9. Δημήτρης Σπύρου, «Η μουσική που σταμάτησε τον πετροπόλεμο» (Πατάκης)
10. Λίτσα Ψαραύτη, «Οι δραπέτες του Καστρόπυργου» (Πατάκης)
Υποψήφιοι για το βραβείο εικονογραφημένου παιδικού βιβλίου
1. Βασίλης Παπατσαρούχας (εικονογράφος), Ευγένιος Τριβιζάς (συγγραφέας), «Ιπτάμενος δίσκος» (Μεταίχμιο)
2. Ίρις Σαμαρτζή (εικονογράφος), Αντώνης Παπαθεοδούλου (συγγραφέας), Οι καλοί και οι κακοί πειρατές (Παπαδόπουλος)
3. Ντανιέλα Σταματιάδη (εικονογράφος), Σώτη Τριανταφύλλου (συγγραφέας) «Η Μιλένα και το φρικτό ψάρι» (Πατάκης)
4. Ντανιέλα Σταματίδη (εικονογράφος), Μαριλένα Καββαδά (συγγραφέας) «Το μαγικό κοχύλι της γοργόνας» (Διάπλαση)
5. Φωτεινή Στεφανίδη (εικονογράφος), Διονύσης Σαββόπουλος (συγγραφέας), «Μυθολογία Νο 1.» (Καθημερινή)
6. Σοφία Τουλιάτου (εικονογράφος), Αμάντα Μιχαλοπούλου (συγγραφέας), «Τ + Υ = Αγάπη για πάντα» (Πατάκης)
Υποψήφιοι για το βραβείο βιβλίου γνώσεων για παιδιά
1. Μαρία Αγγελίδου, «Μύρτις – Οι ζωές της» (Παπαδόπουλος)
2. Σοφία Ζαραμπούκα, «Τα αδέσποτα» (Μεταίχμιο)
3.Βαγγέλης Ηλιόπουλος, «Delete στον ηλεκτρονικό εκφοβισμό» (Ε.ΨΥ.ΠΕ.)
4. Χρήστος Μπουλώτης, «Ένα κορίτσι φτερουγίζει στον Κεραμεικό: Μια αντιπολεμική ιστορία στην Αθήνα των κλασικών χρόνων» (Πολιτιστικό Ίδρυμα Ομίλου Πειραιώς)
5. Μαρίζα Ντεκάστρο, «Περπατώντας στις εποχές του Βυζαντίου» (Μεταίχμιο)
6. Ναννίνα Σακκά – Νικολακοπούλου, «Τα οικογενειακά των τεράτων» ( Λιβάνης)
7. Ελένη Τσαλδίρη, «Κώστας Τσόκλης και το αλλόκοτο μπέρδεμα» (Λιβάνης)
8. Αλκήστη Χαλικιά, «Στα χρώματα της θάλασσας» (Καλειδοσκόπιο)
Την Επιτροπή Κρατικών Βραβείων Παιδικού Βιβλίου αποτελούν:
Πρόεδρος: Η καθηγήτρια του ΕΚΠΑ, Αναστασία Κατσίκη – Γκίβαλου.
Αντιπρόεδρος: Η καθηγήτρια του ΑΠΘ, Μελπομένη Κανατσούλη.
Μέλη: Οι Ανδρέας Καρακίτσιος / κριτικός παιδικής λογοτεχνίας – καθηγητής ΑΠΘ, Ευαγγελία Καλισκάμη / κριτικός – μεταφράστρια, Αναστασία Οικονομίδου / επίκουρη καθηγήτρια ΔΠΘ, Σοφία Μαντούβαλου / συγγραφέας, Αριστοτέλης Δημοκίδης / συγγραφέας, Ευσταθία Λαδά / εικονογράφος και Πέτρος Μπουλούμπασης / εικονογράφος.
Σύμφωνα με το σκεπτικό της επιλογής των έργων:
Το βραβείο παιδικού λογοτεχνικού βιβλίου απονέμεται στο βιβλίο της Χριστίνας Φραγκεσκάκη «Η Ορτανσία φυλάει τα μυστικά», καθώς «κινείται σε μια ευαίσθητη θεματική που αφορά τον ξένο και τον σεβασμό προς τον διαφορετικό. Ταυτόχρονα δείχνει τη μοναξιά της τρίτης ηλικίας. Οι δύο αυτές θεματικές, αν και υπάρχουν ήδη και σε παλαιότερα βιβλία, δένονται μεταξύ τους σε ένα μίγμα πρωτοτυπίας και ευαισθησίας».
Το βραβείο εφηβικού – νεανικού λογοτεχνικού βιβλίου απονέμεται στο «Κοσμοδρόμιο» της Ελένης Κατσαμά, που αποτελεί μια ξεχωριστή στο είδος της συλλογή διηγημάτων επίκαιρου οικουμενικού χαρακτήρα, την οποία εύκολα θα μπορούσε κανείς να κατατάξει στον χώρο της σύγχρονης λογοτεχνίας – ντοκουμέντο για εφηβικό αναγνωστικό κοινό. «Χωρίς διδακτισμό, με έντονο τον πολιτικό χαρακτήρα, η συγγραφέας θίγει σύγχρονα προβλήματα ορμώμενη από αληθινά περιστατικά καταγεγραμμένα σε έρευνες, μελέτες ή δημοσιευμένα στον τύπο, αποσπάσματα των οποίων παραθέτει στο τέλος κάθε διηγήματος» σημειώνεται στο σκεπτικό.
Το βραβείο εικονογραφημένου παιδικού βιβλίου απονέμεται στα δύο βιβλία -«Ο ιπτάμενος δίσκος» και «Οι καλοί και οι κακοί πειρατές»– τα οποία «αποτελούν δύο εξαιρετικές, αν και υφολογικά διαφορετικές εκφάνσεις του σύγχρονου εικονογραφημένου βιβλίου για παιδιά». Όπως τονίζεται στο σκεπτικό της βράβευσης, «η ποιότητα των δύο βιβλίων που τα κάνουν εφάμιλλα των αντίστοιχων εικονογραφημένων βιβλίων της διεθνούς παραγωγής οδήγησε την επιτροπή στην απόφασή της να απονείμει και στα δύο το βραβείο εικονογραφημένου βιβλίου».
Τέλος, το βραβείο βιβλίου γνώσεων για παιδιά απονέμεται στο «Ένα κορίτσι φτερουγίζει στον Κεραμεικό: Μια αντιπολεμική ιστορία στην Αθήνα των κλασικών χρόνων», του Χρήστου Μπουλώτη, καθώς είναι ένα βιβλίο γνώσεων που όμως χρησιμοποιεί στοιχεία λογοτεχνικής αφήγησης, όπως ακριβώς συμβαίνει με πολλά σύγχρονα βιβλία γνώσεων, αλλά «το ενδιαφέρον είναι ότι συνδέεται και με τη σύγχρονη εποχή και την αρχαιολογική πρόοδο, καθώς βασίζεται η ιδέα του στην ανασύσταση της Μύρτιδος».
Υπενθυμίζεται ότι η Μύρτις αποτελεί ένα επιστημονικό επίτευγμα, καθώς αναπαραστάθηκε βάσει του σκελετού ενός εντεκάχρονου κοριτσιού, που βρέθηκε στον Κεραμεικό.
Μία εξαιρετική ιδέα !! Η Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών Ιδρύματος Ωνάση ( http://www.sgt.gr ) σε συνεργασία με το βιβλιοπωλείο Παπασωτηρίου ( Πανεπιστημίου 37 ) ,διοργανώνει Ανταλλακτική Βιβλιοθήκη για μία εβδομάδα !!
Κάποτε ήταν ένα νέο ζευγάρι που μετακόμισε σε καινούργια γειτονιά. Καθώς έτρωγαν το πρώτο τους πρωινό στο νέο τους σπίτι, η γυναίκα κοίταξε έξω από το παράθυρο και είδε τη γειτόνισσα που εκείνη την ώρα άπλωνε την μπουγάδα της.
“Ά, τα ρούχα δεν είναι και πολύ καθαρά”, σχολίασε, “η γειτόνισσα δεν ξέρει να πλένει καλά. Μάλλον χρειάζεται να χρησιμοποιεί περισσότερο σαπούνι”.
Ο σύζυγος κοίταξε την μπουγάδα αλλά δε είπε τίποτα.
Κάθε φορά που η γειτόνισσα άπλωνε την μπουγάδα της, η γυναίκα έκανε τα ίδια σχόλια. Ένα μήνα αργότερα, ένιωσε μεγάλη έκπληξη, όταν είδε ότι τα ρούχα που είχε απλώσει η γειτόνισσα ήταν πιο καθαρά και είπε στον άντρα της :
“Για δες! Η γειτόνισσα έμαθε επιτέλους να πλένει! Αναρωτιέμαι ποιος την έμαθε”.
“Ξέρεις ξύπνησα νωρίς σήμερα το πρωί και καθάρισα τα τζάμια μας!” γύρισε και της είπε ο άντρας της.
(από το βιβλίο Ιστορίες για να ονειρεύεσαι… Παιχνίδια για να μεγαλώνεις..Εκδόσεις Καστανιώτη)
….Ἀλλὰ στὴν Ἑλλάδα τῶν ἡμερῶν μας, ἡ προφορικὴ παράδοση πηγαίνει μακριὰ στὰ περασμένα ὅσο καὶ ἡ γραπτή. Τὸ ἴδιο καὶ ἡ ποίηση. Εἶναι γιὰ μένα σημαντικὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ Σουηδία θέλησε νὰ τιμήσει καὶ τούτη τὴν ποίηση καὶ ὅλη τὴν ποίηση γενικά, ἀκόμη καὶ ὅταν ἀναβρύζει ἀνάμεσα σ᾿ ἕνα λαὸ περιορισμένο. Γιατί πιστεύω πὼς τοῦτος ὁ σύγχρονος κόσμος ὅπου ζοῦμε, ὁ τυραννισμένος ἀπὸ τὸ φόβο καὶ τὴν ἀνησυχία, τὴ χρειάζεται τὴν ποίηση. Ἡ ποίηση ἔχει τὶς ρίζες της στὴν ἀνθρώπινη ἀνάσα – καὶ τί θὰ γινόμασταν ἂν ἡ πνοή μας λιγόστευε; Εἶναι μία πράξη ἐμπιστοσύνης – κι ἕνας Θεὸς τὸ ξέρει ἂν τὰ δεινά μας δὲν τὰ χρωστᾶμε στὴ στέρηση ἐμπιστοσύνης.
Παρατήρησαν, τὸν περασμένο χρόνο γύρω ἀπὸ τοῦτο τὸ τραπέζι, τὴν πολὺ μεγάλη διαφορὰ ἀνάμεσα στὶς ἀνακαλύψεις τῆς σύγχρονης ἐπιστήμης καὶ στὴ λογοτεχνία. Παρατήρησαν πὼς ἀνάμεσα σ᾿ ἕνα ἀρχαῖο ἑλληνικὸ δράμα καὶ ἕνα σημερινό, ἡ διαφορὰ εἶναι λίγη. Ναί, ἡ συμπεριφορὰ τοῦ ἀνθρώπου δὲ μοιάζει νὰ ἔχει ἀλλάξει βασικά. Καὶ πρέπει νὰ προσθέσω πὼς νιώθει πάντα τὴν ἀνάγκη ν᾿ ἀκούσει τούτη τὴν ἀνθρώπινη φωνὴ ποὺ ὀνομάζουμε ποίηση. Αὐτὴ ἡ φωνὴ ποὺ κινδυνεύει νὰ σβήσει κάθε στιγμὴ ἀπὸ στέρηση ἀγάπης καὶ ὁλοένα ξαναγεννιέται. Κυνηγημένη, ξέρει ποὺ νἄ ῾βρει καταφύγιο, ἀπαρνημένη, ἔχει τὸ ἔνστικτο νὰ πάει νὰ ριζώσει στοὺς πιὸ ἀπροσδόκητους τόπους. Γι᾿ αὐτὴ δὲν ὑπάρχουν μεγάλα καὶ μικρὰ μέρη τοῦ κόσμου. Τὸ βασίλειό της εἶναι στὶς καρδιὲς ὅλων τῶν ἀνθρώπων τῆς γῆς. Ἔχει τὴ χάρη ν᾿ ἀποφεύγει πάντα τὴ συνήθεια, αὐτὴ τὴ βιομηχανία. Χρωστῶ τὴν εὐγνωμοσύνη μου στὴ Σουηδικὴ Ἀκαδημία ποὺ ἔνιωσε αὐτὰ τὰ πράγματα, ποὺ ἔνιωσε πὼς οἱ γλῶσσες, οἱ λεγόμενες περιορισμένης χρήσης, δὲν πρέπει νὰ καταντοῦν φράχτες ὅπου πνίγεται ὁ παλμὸς τῆς ἀνθρώπινης καρδιᾶς, ποὺ ἔγινε ἕνας Ἄρειος Πάγος ἱκανὸς νὰ κρίνει μὲ ἀλήθεια ἐπίσημη τὴν ἄδικη μοίρα τῆς ζωῆς, γιὰ νὰ θυμηθῶ τὸν Σέλλεϋ, τὸν ἐμπνευστή, καθὼς μᾶς λένε, τοῦ Ἀλφρέδου Νομπέλ, αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου ποὺ μπόρεσε νὰ ἐξαγοράσει τὴν ἀναπόφευκτη βία μὲ τὴ μεγαλοσύνη τῆς καρδιᾶς του.
Σ᾿ αὐτὸ τὸν κόσμο, ποὺ ὁλοένα στενεύει, ὁ καθένας μας χρειάζεται ὅλους τοὺς ἄλλους. Πρέπει ν᾿ ἀναζητήσουμε τὸν ἄνθρωπο, ὅπου καὶ νὰ βρίσκεται.
Ὅταν στὸ δρόμο τῆς Θήβας, ὁ Οἰδίπους συνάντησε τὴ Σφίγγα, κι αὐτὴ τοῦ ἔθεσε τὸ αἴνιγμά της, ἡ ἀπόκρισή του ἦταν: ὁ ἄνθρωπος. Τούτη ἡ ἁπλὴ λέξη χάλασε τὸ τέρας. Ἔχουμε πολλὰ τέρατα νὰ καταστρέψουμε. Ἂς συλλογιστοῦμε τὴν ἀπόκριση τοῦ Οἰδίποδα.
Φιλόσοφος: Βαρκάρη, ξέρεις από Ιστορία;
Βαρκάρης: όχι
Βαρκάρης: τότε έχεις χαραμίσει τη μισή σου ζωή. Γνωρίζεις μαθηματικά;
Βαρκάρης: όχι
Φιλόσοφος: τότε έχεις χαραμίσει πάνω από τη μισή σου ζωή
Σε λίγο ένα δυνατός άνεμος αναποδογυρίζει τη βάρκα και ρίχνει το βαρκάρη και το φιλόσοφο στη θάλασσα
Βαρκάρης: Φιλόσοφε, ξέρεις κολύμπι
Φιλόσοφος: όχι
Βαρκάρης: Τότε έχεις χαραμίσει όλη σου τη ζωή.
Δυο παιδιά, στην ησυχία της αυλής, παίζανε φτιάχνοντας μιαν ειδική γλώσσα για να μπορούν να μιλούν μεταξύ τους, χωρίς οι άλλοι να καταλαβαίνουν τίποτα.
-Μπριφ, μπραφ, είπε το πρώτο.
-Μπραφ, μπροφ, απ
Σ’ ένα μπαλκόνι του πρώτου ορόφου ήταν ένας ηλικιωμένος καλός κύριος που διάβαζε εφημερίδα, και στο απέναντι παράθυρο καθόταν μια ηλικιωμένη κυρία, ούτε καλή, ούτε κακιά.
-Τι ανόητα είναι αυτά τα παιδιά! είπε η κυρία.
Αλλά ο καλός κύριος δεν ήταν σύμφωνος:
-Εγώ δε βρίσκω! είπε.
-Μη μου πείτε ότι καταλάβατε τι είπαν.
-Κι όμως τα κατάλαβα όλα. Το πρώτο είπε: Τι ωραία μέρα! Το δεύτερο απάντησε: Αύριο θα’ναι ακόμα ωραιότερη!
Η κυρία ζάρωσε τη μύτη της αλλά δεν είπε τίποτα, γιατί τα παιδιά είχαν ξαναρχίσει να μιλάνε τη γλώσσα τους.
-Μαράσκι, μπαραμπάσκι, πιπιριμόσκι, είπε το πρώτο.
-Μπρουφ, απάντησε το δεύτερο. Και να πάλι γέλια και τα δύο.
-Μη μου πείτε ότι καταλάβατε και τώρα, φώναξε αγανακτισμένη η ηλικιωμένη κυρία.
-Κι όμως τα κατάλαβα όλα, απάντησε χαμογελώντας ο ηλικιωμένος κύριος. Το πρώτο είπε: πόσο είμαστε ευχαριστημένα που βρισκόμαστε στον κόσμο. Και το δεύτερο απάντησε: Ο κόσμος είναι πολύ ωραίος.
-Μα είναι ωραίος στ’ αλήθεια; επέμεινε η ηλικιωμένη κυρία. -Μπριφ, μπρουφ, μπραφ, απάντησε ο ηλικιωμένος κύριος !!
Μικρός Μύθος ~ Franz Kafka
“Αχ” είπε το ποντίκι , ”ο κόσμος στενεύει κάθε μέρα. Στην αρχή ήταν τόσο πλατύς που φοβόμουν, συνέχισα να τρέχω, και χάρηκα όταν είδα τελικά στο βάθος δεξιά και αριστερά τοίχους, αλλά οι μακρινοί αυτοί τοίχοι συγκλίνουν με τόση ταχύτητα που έφτασα ήδη στο τελευταίο δωμάτιο και εκεί στη γωνία στέκει η παγίδα και τρέχω καταπάνω της”.
“Δεν έχεις παρά να αλλάξεις κατεύθυνση” είπε η γάτα και το έφαγε.
Μπ. Μπρεχτ, «Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι»…
«”Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι”, ρώτησε τον κύριο Κ., η κόρη της σπιτονοικοκυράς του, “θα φερόντουσαν τότε καλύτερα στα μικρά ψαράκια;”.
“Βέβαια”, απάντησε αυτός, “αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι, θα έκτιζαν στη θάλασσα γερά κουτιά για τα μικρά ψαράκια. Εκεί μέσα θα έβαζαν όλων των ειδών τις τροφές, φυτά και μικρά ζωάκια. Θα πρόσεχαν ώστε τα κουτιά να έχουν πάντα φρέσκο νερό, και θα έπαιρναν κάθε απαραίτητο μέτρο υγιεινής. Όταν, για παράδειγμα, κανένα ψαράκι θα πληγωνόταν στα πτερύγιά του, θα του τα έδεναν αμέσως, ώστε να μην πεθάνει μέσα στους καρχαρίες προτού να έρθει η ώρα του. Για να μην είναι τα ψαράκια ποτέ λυπημένα θα γίνονταν μεγάλα πάρτυ στο νερό. Γιατί τα ευτυχισμένα ψαράκια είναι πιο νόστιμα από τα λυπημένα. Και, φυσικά, θα υπήρχαν και σχολεία στα μεγάλα κουτιά. Εκεί τα μικρά ψαράκια θα μάθαιναν πώς να μπαίνουν κολυμπώντας στο στόμα των καρχαριών. Θα χρειάζονταν, για παράδειγμα, γεωγραφία για για να μπορούν να βρουν τους καρχαρίες που θα τεμπέλιαζαν κάπου εκεί. Το κύριο μάθημα θα ήταν, φυσικά, η ηθική μόρφωση των μικρών ψαριών. Θα διδάσκονταν πως το σπουδαιότερο και το ωραιότερο πράγμα για ένα μικρό ψαράκι είναι να προσφέρει τον εαυτό του χαρούμενα, και πως όλα πρέπει να πιστεύουν στους καρχαρίες, και πάνω απ’ όλα όταν λένε πως θα φτιάξουν ένα ωραίο μέλλον. Θα τα μάθαιναν ότι το μέλλον τους είναι σίγουρο μόνο εφόσον μάθουν να υπακούουν. Και πως όλα πρέπει να αποφεύγουν όλες τις ταπεινές, υλιστικές και μαρξιστικές τάσεις και να πληροφορούν αμέσως τους καρχαρίες, αν κάποιο απ’ αυτά θα είχε τέτοιες τάσεις….
Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι, θα υπήρχε, βέβαια, και τέχνη. Θα υπήρχαν ωραίες εικόνες με δόντια καρχαριών, σε υπέροχα χρώματα, με τα στόματά τους και τους λαιμούς τους σα γνήσια γήπεδα όπου κανείς μπορεί να κυλιστεί και να παίξει. Τα θέατρα στο βυθό της θάλασσας θα έδειχναν έργα με ηρωικά μικρά ψαράκια να κολυμπούν ενθουσιασμένα μέσα στο λαιμό των καρχαριών, και η μουσική θα ήταν τόσο όμορφη που θα οδηγούσε τα ψαράκια σαν σε όνειρο, και αυτά κάνοντας τις πιο όμορφες σκέψεις θα κυλούσαν μέσα στο λαιμό των καρχαριών. Και θα υπήρχε, βέβαια, και θρησκεία…που θα δίδασκε ότι η αληθινή ζωή αρχίζει ουσιαστικά μέσα στα στομάχια των καρχαριών. Και αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι, τότε τα μικρά ψάρια θα έπαυαν να είναι ίσα μεταξύ τους, όπως τώρα. Μερικά θα είχαν θέσεις και θα ήταν πιο πάνω από τα άλλα. Και τα μεγαλύτερα ψάρια θα είχαν δικαίωμα να τρώνε τα μικρότερα. Και αυτό θα ήταν υπέροχο για τους καρχαρίες, γιατί τότε θα μπορούσαν να καταβροχθίζουν ακόμα μεγαλύτερες μπουκιές. Και τα πιο σπουδαία από τα μικρά ψάρια, αυτά που θα είχαν θέσεις, θα διάταζαν τα άλλα. Και θα γινόντουσαν δάσκαλοι, αξιωματικοί και μηχανικοί που φτιάχνουν κουτιά. Με λίγα λόγια, θα μπορούσε να υπάρξει πολιτισμός στη θάλασσα μόνο αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι”.
(«Μπέρτολτ Μπρεχτ, Kalendergescichten”, παρμένο από το «Έβερετ Ρέιμερ, Το σχολείο είναι νεκρό, εκδ. Νεφέλη)
“Αυτό είναι το δύσκολο μ’ αυτή την εποχή. Ιδανικά, όνειρα, ωραίες προσδοκίες, όλα αυτά δεν μπορούν να κρατήσουν. Χτυπιούνται και καταρρίπτονται από την τρομερή πραγματικότητα και καταστρέφονται τελείως. Είναι θαύμα ότι δεν έχω χάσει τελείως τις ελπίδες μου, παρόλο που φαίνονται παράδοξες και ανεκπλήρωτες. Αλλά εγώ συγκρατούμαι, τις κρατώ με δύναμη, γιατί θέλω να πιστέψω παντού και πάντα στο καλό του ανθρώπου!
Βλέπω ότι ο κόσμος σιγά-σιγά καταρρέει όσο πάει και περισσότερο και γίνεται μια έρημος, κι όλο δυνατότερα πλησιάζει η βροντή που θα σκοτώσει κι εμάς. Νιώθω τον πόνο των χιλιάδων, και όμως άμα κοιτάξω προς τον ουρανό σκέφτομαι ότι όλα αυτά κάποτε θα γυρίσουν στο καλό, δε γίνεται”!
Αποσπάσματα από το ημερολόγιο της Άννας Φρανκ
Εὗρεν εὐκαιρίαν νὰ βάλῃ εἰς τὸ στόμα τοῦ Ἕκτορος ὅλην τὴν ἀηδίαν, ὅσην τοῦ ἐνέπνεον κατὰ βάθος οἰωνοὶ καὶ οἰωνοσκόποι, καίτοι, λόγῳ τοῦ ἐπικοῦ ἀξιώματος, ἦτο ἠναγκασμένος, ὁ θεσπέσιος, νὰ περιγράφῃ μετὰ μεγάλης σοβαρότητος ὅλας τὰς τελετὰς καὶ τὰς ἀσκήσεις τῶν θυσιῶν, καὶ τῶν οἰωνῶν, καὶ τῶν μαντευμάτων.
Καὶ ὁ Κάτων, ὁ ἄκαμπτος Ρωμαῖος, εἶπε, χίλια ἔτη ὕστερον: Si augur augurem…
Δηλαδή, ἐὰν οἰωνοσκόπος συναντήσῃ οἰωνοσκόπον, δὲν ἠμπορεῖ νὰ κράτησῃ τὰ γέλια. . .
Οἱ μόνοι ἀληθεῖς οἰωνοὶ εἶναι τὰ πράγματα. Πλήν, ἂν ὑπάρχωσιν ἄλλοι συμβολικοί, ἐναέριοι ἢ ἐπίγειοι οἰωνοί, ἔρχονται ἐπικουρικῶς μόνον, διὰ ν’ ἀνοίξουν τὰ ὄμματα τῶν τυφλῶν, ὅσοι δὲν βλέπουν τὰ πράγματα.
Ἀφοῦ αἰτήσω συγγνώμην ἀπὸ τὸν ἀναγνώστην διὰ τὸ βάναυσον καὶ ὄχι πολὺ κόσμιον ἴσως τοῦ συμβόλου ἐνταῦθα, θὰ διηγηθῶ ἕνα οἰωνόν.
Ἕνα καιρόν, δύο νέοι, ἐκ τῶν ὁποίων ὁ εἷς μοὶ ἐτύγχανε, διὰ νὰ εἴπω κατὰ Πλάτωνα, ἐγγύτατα γένους ὤν καὶ ἐν τῷ αὐτῷ οἰκῶν, ἔκαμναν τὸν ἔρωτα εἰς μίαν νέαν, ἥτις δὲν εἶχεν εἴδησιν τοῦ πράγματος. Διότι εἶχεν ἴσως τόσους λατρευτάς, ὅσας χιλιάδας προῖκα. Δὲν εἶχε καιρὸν ἡ ἰδία, μὲ τὰς ἁβρὰς καὶ τρυφερὰς χεῖράς της, καὶ μὲ τοὺς μεγάλους τακεροὺς ὀφθαλμούς της, νὰ μετρήσῃ οὔτε τὸν σωρὸν τῆς μιᾶς οὔτε τὴν ἄγελην τῶν ἄλλων.
Ἴσως οἱ δύο, περὶ ὧν ὁ λόγος, δὲν ἦσαν τόσον ὑγιῶς προικοθῆραι, ὅσον νοσηρῶς αἰσθηματικοί. Ἡ κόρη ἦτο χαριεστάτη. Μετεῖχε καλῶν αἰσθημάτων καὶ δὲν ἦτο ἄμοιρος καλῆς ἀγωγῆς. Ἐξαιρέσει τῆς οἰήσεως καὶ τοῦ ἐξιππασμοῦ τῶν νεοπλούτων, κατὰ τὰ ἄλλα ἦτο ἄμεμπτος. Ἀδιάφορον ὅμως.
Ἓν δειλινόν, ἢ μίαν ἑσπέραν, δὲν ἐνθυμοῦμαι καλά, φθινοπώρου ἀρχομένου, οἱ δύο νέοι ἐκάθηντο ὑπαίθριοι, χωριστὰ ὁ καθείς, ἔξωθεν ζυθοπωλείου, καὶ ἐκοίταζαν ἀντικρὺ τὸν ἐξώστην της. Ἐπερίμεναν πότε νὰ φανῇ. Ἤλπιζον νὰ πέση ἐπ’ αὐτοὺς ἡ ματιά της ἢ ποθεινή.
Τὸ ἐλάχιστον τυχαῖον βλέμμα της ἦσαν ἱκανοὶ νὰ τὸ ἐκλάβουν ὡς σκόπιμον καὶ σημαντικόν, καὶ πλάττον εὐτυχίαν δι’ αὐτούς. Μωρότεροι τοῦ Ναρκίσσου, κατωπτρίζοντο ὄχι εἰς τὸ φεῦγον ρεῦμα τοῦ ρύακος, ἀλλ’ εἰς τὸ ἀεικίνητον βλέμμα τῆς κόρης.
Ἡ κόρη ἐξῆλθεν. Ἐκοίταξεν ἐδῶ, ἐκοίταξεν ἐκεῖ, ἴσαξε τὰ μαλλιά της, ἔρριψε βλέμμα εἰς τοὺς δύο νέους, τοὺς ἀφῆκε νὰ τὴν κοιτάζουν καὶ νὰ χάσκουν, καὶ προσήλωσε τὸ ὄμμα εἰς ἕν ἀόριστον ὑψηλὸν σημεῖον τῆς πόλεως ἢ τοῦ ὁρίζοντος, εἰς ἓν κωδωνοστάσιον ἢ ἓν νέφος. Ποῦ ἀλλοῦ;
Ἐντοσούτῳ ἐκεῖνοι τὴν ἐθώπευον, τὴν ἔτρωγον, τὴν ἔλειχον, τὴν ἐπιπίλιζον, ἐνετρύφων μὲ τὸ βλέμμα, καὶ ἦσαν οἰκτρῶς εὐτυχεῖς.
Ὅσον καὶ οἱ ἔγκλειστοι τῶν ὑγιεινῶν οἴκων.
Τέλος ὁ εἷς ἀπέσπασε τὸ ὄμμα.
Ἴσως τοῦ ἦλθεν ἀμυδρὰ ἡ συναίσθησις τοῦ κωμικοῦ.
Τὸ βλέμμα του ἔπεσε χαμαί, εἰς τὴν γῆν. Τὴν στιγμὴν ἐκείνην ὑπῆρχεν ἐκεῖ, ὑπὸ τὸν ἐξώστην, μία μεγάλη, λευκή, ὑπερήφανος σκύλα. Ὡραία σκύλα, γένους ἐκλεκτοῦ.
Ἡ σκύλα ἐχαμήλωνε κάτω τὴν κεφαλὴν καὶ ἔψαχνε καὶ ἐζήτει τροφήν.
Ὄπισθεν τῆς οὐρᾶς της ἵσταντο δύο μικρά, οἰκτρὰ κυνάρια. Τὰ δύο κυνάρια ἐμάχοντο μεταξὺ των, ἔγρυζον, ἔτριζον τοὺς ὀδόντας, καὶ ἐζήτουν, πότε τὸ ἕν, πότε τὸ ἄλλο (καὶ πάλιν αἰτῶ συγγνώμην), νὰ ἐπιβῶσι τῆς σκύλας.
Ἀλλὰ δὲν ἔφθαναν.
Τὰ νῶτα τῆς σκύλας ἦσαν πολὺ ὑψηλά.
Θὰ τοὺς ἐχρειάζετο σκαλωσιὰ διὰ ν’ ἀναβῶσιν.
Ἡ μεγάλη, εὔμορφη σκύλα, οὔτε ἐγύριζε νὰ τὰ ἰδῇ, τὰ δύο κυνάρια. Ἔκυπτε χαμαί, ἐξηκολούθει νὰ ψάχνῃ, καὶ δὲν ἠνωχλεῖτο ποσῶς ἀπὸ τὰς παιδιὰς οὔτε ἀπὸ τὰς ἐπιχειρήσεις των.
Οὔτε τὰ ἐνεθάρρυνε, οὔτε τὰ ἀπεθάρρυνε. Προφανῶς, εἶχε πεποίθησιν εἰς τὰ ὑψηλὰ νῶτα της.
Τὰ δύο κυνάρια ἐξηκολούθουν νὰ μάχωνται, νὰ γρύζουν καὶ νὰ δαγκάνονται, ἑωσότου, τὴν ἰδίαν στιγμὴν ἔφθασε μέγας, μαῦρος σκύλος.
Ὁ μαῦρος σκύλος ἐγαύγισε μεγαλοπρεπῶς, ἔδειξε τοὺς ὀδόντας, ἐφυγάδευσε τὰ δύο κυνάρια, καὶ ἔμεινε κύριος τοῦ πεδίου, ἐκρέμασε τὴν γλῶσσαν, ὠργίασεν, ἐγαύγισε. . . καὶ γαυγίζει ἀκόμη.
Τὸ σύμβολον ἦτο εὔγλωττον. Ὁ οἰωνὸς ὡμίλει ἀφ’ ἑαυτοῦ.
Ὁ νέος ὁ εἷς, «ὁ ἐγγύτατα καὶ ἐν τῷ αὐτῷ οἰκῶν», τὸ ἐνόησεν, ἔφυγε, καὶ ἀκόμη φεύγει, διότι δὲν ἦτο ἱκανὸς νὰ τὰ βγάλῃ πέρα μὲ τὸν μαῦρον σκύλον. Ὁ ἄλλος δὲν ἐβράδυνε νὰ τὸν ἀκολούθησῃ.
Ἀλλὰ τί ἐχρειάζετο ὁ οἰωνός;
Μήπως δὲν ἦσαν τὰ πράγματα; Μήπως δὲν ἦτο ἡ δυσαναλογία τοῦ πλούτου καὶ τῆς κοινωνικῆς θέσεως, καὶ τὸ ὕψος τῶν νώτων;
Ὁμοίως, καὶ παντοῦ ἀλλοῦ.
Τί χρειάζεται ὁ οἰωνός;
Μήπως δὲν εἶναι τὰ πράγματα;
Εἷς οἰωνὸς ἄριστος. Ἀλλὰ τίς ἔβαλεν εἰς πρᾶξιν τὴν συμβουλὴν τοῦ θειοτάτου ἀρχαίου ποιητοῦ; Ἐκ τῆς παρούσης ἡμῶν γενεὰς τὶς ἠμύνθη περὶ πάτρης;
Ἠμύνθησαν περὶ πάτρης οἱ ἄστοργοι πολιτικοί, οἱ ἐκ περιτροπῆς μητρυιοὶ τοῦ ταλαιπώρου ὠρφανισμένου Γένους, τοῦ «στειρεύοντος πρὶν καὶ ἠτεκνωμένου δεινῶς σήμερον»;
Ἄμυνα περὶ πάτρης δὲν εἶναι αἱ σπασμωδικαί, κακομελέτητοι καὶ κακοσύντακτοι ἐπιστρατεῖαι, οὐδὲ τὰ σκωριασμένης ἐπιδεικτικότητος θωρηκτά. Ἄμυνα περὶ πάτρης θὰ ἦτο ἡ εὐσυνείδητος λειτουργία τῶν θεσμῶν, ἡ ἐθνικὴ ἀγωγή, ἡ χρηστὴ διοίκησις, ἡ καταπολέμησις τοῦ ξένου ὑλισμοῦ καὶ τοῦ πιθηκισμοῦ, τοῦ διαφθείραντος τὸ φρόνημα καὶ ἐκφυλίσαντος σήμερον τὸ ἔθνος, καὶ ἡ πρόληψις τῆς χρεοκοπίας.
Τίς ἠμύνθη περὶ πάτρης;
Καὶ τί πταίει ἡ γλαῦξ, ἡ θρηνοῦσα ἐπὶ ἐρειπίων; Πταίουν οἱ πλάσαντες τὰ ἐρείπια. Καὶ τὰ ἐρείπια τὰ ἔπλασαν οἱ ἀνίκανοι κυβερνῆται τῆς Ἑλλάδος.
Καὶ σήμερον, νέον ἔτος ἄρχεται. Καὶ πάλιν τί χρειάζονται οἱ οἰωνοί;
Οἰωνοὶ εἶναι τὰ πράγματα.
Μόνον ὁ λαὸς λέγει: «Κάθε πέρσι καλύτερα».
Ἂς εὐχηθῶμεν τὸ ἀρχόμενον ἔτος νὰ μὴ εἶναι χειρότερον ἀπὸ τὸ ἔτος τὸ φεῦγον.
(1896)


