Άρθρα

Μαράκι στις 8 Σεπτεμβρίου 2016
«Δεν φταίνε οι άνθρωποι σήμερα όταν δεν μπορούν να ερωτευθούν, όταν ταυτίζουν τον έρωτα μόνο με τη χρήση του άλλου»
«ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ ἔχουμε δύο λέξεις γιὰ νὰ σημάνουμε τὰ ἀντι-κείμενα τῆς ἐμπειρικῆς μας πιστοποίησης: τὴ λέξη «πράγματα» καὶ τὴ λέξη «χρήματα». «Πράγματα» εἶναι τὰ παράγωγα τοῦ πράττειν, τὰ ἀποτελέσματα μιᾶς ποιητικῆς ἐνέργειας, τὰ πεπραγμένα ἑνὸς δημιουργοῦ προσώπου. «Χρήματα» εἶναι ἐκεῖνα ἀπὸ τὰ πράγματα ποὺ καθορίζονται κυρίως ἀπὸ τὴ χρήση τους, ἐξυπηρετοῦν χρηστικὲς ἀνάγκες, εἶναι χρήσιμα στὴν πρακτικὴ τοῦ βίου. Τὰ πράγματα ἐνδέχεται νὰ διασώζουν τὴν ἑτερότητα (μοναδικότητα καὶ ἀνομοιότητα) ἑνὸς προσωπικοῦ δημιουργικοῦ λόγου, νὰ παραπέμπουν στὸ πρόσωπο τοῦ δημιουργοῦ τους (ὅπως ἡ ζωγραφιὰ στὸν ζωγράφο καὶ τὸ ποίημα στὸν ποιητή). Τὰ χρήματα ταυτίζονται ἁπλῶς μὲ τὴ χρηστική τους σκοπιμότητα, παραπέμπουν στὴν ἴδια γιὰ ὅλους ὠφέλιμη διευκόλυνση.
EΧΟΥΜΕ ΚΑΙ ΜΙΑ ΤΡΙΤΗ ΛΕΞΗ ΣΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ: τὴ λέξη «νομίσματα». Εἶναι ἐκεῖνα ἀπὸ τὰ χρήματα ποὺ τὴ χρήση τους τὴν καθορίζουμε ἐμεῖς (κάθε ἀνθρώπινη κοινωνία) μὲ κοινὴ συμφωνία-σύμβαση. Ἀντιπροσωπεύουν τὴ σύμβαση (τὸν δικό μας «νόμο»), δὲν ἔχουν δική τους «φύση-οὐσία», γι” αὐτὸ καὶ τὰ λέμε «νομίσματα»: εἶναι τὰ νομιζόμενα, «ὅτι οὐ φύσει, ἀλλὰ νόμῳ κεῖνται», καθὼς ὅρισε ὁ Ἀριστοτέλης. Μὲ τὰ νομίσματα κατορθώνουμε οἱ ἄνθρωποι νὰ «ἰσάζωμεν» τὶς ἀνταλλακτικές μας σχέσεις, νὰ κοινωνοῦμε τὶς ἀνάγκες μας «κατὰ λόγον», μὲ τρόπο λογικό: τὸν τρόπο τῆς συμπαντικῆς ἁρμονίας καὶ κοσμιότητας. Στόχος εἶναι οἱ ἁρμονικές, κόσμιες σχέσεις μας (στόχος ὑπαρκτικῆς ἀλήθειας καὶ γνησιότητας τόσο γιὰ τοὺς ἀρχαίους Ἕλληνες ὅσο —ὡς ἐλευθερία ἀγάπης— καὶ γιὰ τοὺς Χριστιανούς).
ΤΟ ΝΟΜΙΣΜΑ ΕΙΝΑΙ ΑΠΛΩΣ ΤΟ ΜΕΣΟ, τὸ ἐργαλεῖο ποὺ ὑπηρετεῖ τὴ λογικότητα τῶν σχέσεών μας. Γι” αὐτὸ καὶ μοιάζει ἀδιανόητο (τουλάχιστον γιὰ τὸν Ἀριστοτέλη) νὰ αὐτονομεῖται τὸ νόμισμα, νὰ λειτουργεῖ ἄσχετα ἀπὸ τὶς σχέσεις, γιὰ παράδειγμα νὰ αὐτοπολλαπλασιάζεται μὲ τὸν «τόκο»: ὁ τόκος, τὸ νὰ «τίκτει» τὸ νόμισμα, «παρὰ φύσιν τῶν χρηματισμῶν ἐστι». Τὰ «πράγματα» προσφέρονται στὴ σχέση, τὰ «χρήματα» καὶ τὰ «νομίσματα» στὴ χρήση ποὺ ὑπηρετεῖ τὴ σχέση (ὅταν ἀποβλέπει ἡ χρήση στὴν «κοινωνία τῆς χρείας»).
ΟΜΩΣ ΣΗΜΕΡΑ ΖΟΥΜΕ ΣΕ ΚΟΙΝΟ ΤΡΟΠΟ ΒΙΟΥ (δηλαδὴ πολιτισμό) ποὺ μειώνει συνεχῶς τὸ πεδίο τῶν σχέσεων, τὸ ἐνδιαφέρον ἢ τὴν ἀνάγκη τῆς σχέσης, γιὰ χάρη τῆς προτεραιότητας τῶν χρήσεων. Στὸν πολιτισμό μας ἡ χρήση αὐτονομεῖται ἀπὸ τὴ σχέση, τείνει νὰ ὑποκαταστήσει τὴν κοινωνία τῆς χρείας μὲ παράλληλες ἄπληστες χρήσεις. Διαμορφώνει ἀνεπαίσθητα τὸν ψυχισμό μας αὐτὸς ὁ πολιτισμός, μᾶς μπολιάζει μὲ ἀντανακλαστικὰ κυρίως χρησιμοθηρικά, μὲ προϊούσα ἀνικανότητα σχέσης, ἀνέραστη συμπεριφορά.
ΔΕΝ ΦΤΑΙΝΕ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΣΗΜΕΡΑ ΟΤΑΝ ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΕΡΩΤΕΥΘΟΥΝ, ὅταν ταυτίζουν τὸν ἔρωτα μόνο μὲ τὴ χρήση τοῦ ἄλλου. Δὲν φταῖνε, γιατὶ δὲν ἀσκήθηκαν ποτὲ στὴ σχέση, δὲν ξέρουν νὰ σχετίζονται, κάθε ἐπιθυμία τους ἐκπληρώνεται πατώντας ἕνα κουμπί. Δὲν ἔμαθαν νὰ μοιράζονται τὸ θέλημά τους, νὰ βγαίνουν ἀπὸ τὸ ἐγώ τους. Ξέρουν μόνο τὴ χρήση, ὄχι τὴ σχέση, μόνο τὰ χρήματα, ὄχι τὰ πράγματα.
Ο Χρήστος Γιανναράς (10 Απριλίου 1935) είναι σύγχρονος Έλληνας καθηγητής φιλοσοφίας και συγγραφέας. Σπούδασε θεολογία στην Αθήνα και φιλοσοφία στη Βόννη και στο Παρίσι (Σορβόνη). Το συγγραφικό του έργο σχετίζεται πολύ με την έρευνα των διαφορών ανάμεσα στην ελληνική και στη δυτικοευρωπαϊκή φιλοσοφία και ορθόδοξη χριστιανική παράδοση. Πολλά από τα έργα του έχουν μεταφραστεί σε πάνω από 10 γλώσσες.
[Πηγή: www.doctv.gr]

Η τέχνη της μουσικής θεωρήθηκε ιδιαιτέρως θεία, επειδή είναι το ακριβές αντίγραφο του νόμου που λειτουργεί στο σύμπαν. Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι η μουσική είναι η γλώσσα της ομορφιάς του Ενός, το οποίον κάθε ψυχή αγαπάει.

Πολλοί την θεωρούν πηγή διασκέδασης, χόμπι ή μια τέχνη όμως για εκείνους που ακολουθούν την εσωτερική ατραπό, η μουσική υπερβαίνει όλες τις τέχνες γιατί μπορεί να εξυψώσει την ψυχή πάνω από τη μορφή. Η αληθινή χρήση της είναι να γίνει κανείς μουσικός στις σκέψεις, στα λόγια και στις πράξεις του.

Θα πρέπει να είμαστε ικανοί να προσφέρουμε την αρμονία την οποία ποθεί η ψυχή και την οποία επιθυμεί κάθε στιγμή…

Πολλούς αιώνες πριν η ΝΑΣΑ αποδείξει την ύπαρξη μουσικής στο Σύμπαν ο Πλάτωνας την ονόμαζε ως «ομορφιά του Σύμπαντος» κι έλεγε ότι «Η Μουσική είναι ένας ηθικός κανόνας. Δίνει ψυχή στο Σύμπαν, φτερά στη σκέψη, απογειώνει τη φαντασία, χαρίζει χαρά στη λύπη και ζωή στα πάντα».

Η μουσική για τους Πυθαγόρειους ήταν η εικόνα της ουράνιας αρμονίας. Η μουσική ήταν πάνω από όλα μαθηματικά γιατί οι αρμονικές σχέσεις των αριθμών μεταφέρονταν στους πλανήτες. Ο μεγάλος φιλόσοφος δίδασκε ότι οι πλανήτες καθώς περιστρέφονται  παράγουν διάφορους μουσικούς ήχους τους οποίους δεν ακούμε. Επίσης πίστευαν ότι όλη η ύλη προήλθε από μουσικές αποχρώσεις, ωστόσο ήταν σε ένα επίπεδο όπου κανείς δεν μπορούσε να ακούσει παρά μόνο ο πραγματικός Θεουργός.

Αν σταθούμε για λίγο στη γεωμετρική και μαθηματική πλευρά του θέματος θα παρατηρήσουμε ότι υπάρχουν πέντε συμμετρικά πολύεδρα. Ο Πλάτων έλεγε ότι αυτά τα πολύεδρα είναι οι βασικοί δομικοί κρίκοι, τα πλέον σημαντικά δομικά στοιχεία στην δημιουργία του σύμπαντος.

Ο Κέπλερ που μελέτησε τα έργα των αρχαίων Ελλήνων και ιδιαίτερα του Πλάτωνα παρατήρησε με τις έρευνές του ότι οι τροχιές των πλανητών, και φυσικά της Γης, σχηματίζουν την περιφέρεια συγκεκριμένων πολύεδρων.

Για παράδειγμα η τροχιά του Αρη σχηματίζει την περιφέρεια ενός τετράεδρου  που συμβολίζει το Πυρ. Η τροχιά του Διός σχηματίζει την περιφέρεια ενός κύβου που συμβολίζει τη γη. Η τροχιά της Αφροδίτης σχηματίζει την περιφέρεια ενός οκτάεδρου που συμβολίζει τον Αέρα, ενώ η τροχιά της Γης σχηματίζει την περιφέρεια ενός εικοσάεδρου που συμβολίζει το Νερό.

Και οι αποκαλύψεις δεν σταματούν εδώ.

Οι Πυθαγόρειοι ταύτιζαν τους πλανήτες με τις νότες της μουσικής ΝΤΟ, ΡΕ ΜΙ, ΦΑ, ΣΟΛ, ΛΑ, ΣΙ, ΝΤΟ, δηλαδή με τους νόμους της μουσικής. Κάτι που έχει επαληθευτεί και από σύγχρονους επιστήμονες, δηλαδή ότι οι συγκεκριμένες νότες αποδίδουν συγκεκριμένα γεωμετρικά σχήματα – στερεά.

Επίσης η φιλοσοφία της Τετρακτύος πρέσβευε ότι οι ήχοι των ουρανίων σωμάτων συνθέτουν μια κοσμική μουσική, γιατί οι αποστάσεις και οι ταχύτητες των πλανητών και των απλανών αστέρων διέπονται από αριθμητικούς λόγους που παράγουν και τη συμφωνία των ήχων. Οι συμφωνίες των ήχων παράγουν αρμονικό αποτέλεσμα και έχουν μορφή απλών αριθμητικών σχέσεων όπως μας διδάσκουν: 2/1 (οκτάβα), 3/2 (Πέμπτη), 4/3 (τέταρτη).

Επομένως για τους Πυθαγόρειους το μυστικό της μουσικής και της κοσμικής Αρμονίας κρύβεται στις σχέσεις των τεσσάρων πρώτων φυσικών αριθμών (1, 2, 3, 4).

Με τη θεωρία της αρμονίας των σφαιρών, που συνδυάζει την κοσμική αρμονία με τη μουσική αρμονία, ο μεγάλος φιλόσοφος επιχείρησε να εξηγήσει τη θέση και την κίνηση των πλανητών στον ουράνιο θόλο. Χρησιμοποιώντας μουσικούς όρους, δηλαδή τα μουσικά διαστήματα που ανέφερα πιο πάνω, καθόρισε υπό μορφή κλίμακας τις μεσοπλανητικές αποστάσεις.

Για τους Πυθαγόρειους η μουσική κλίμακα είναι ένα κοσμολογικό πρόβλημα και η αστρονομία η θεωρία της ουράνιας μουσικής.

Ο Βοήθιος (σημαντικός Ρωμαίος φιλόσοφος, θεολόγος και πολιτικός που έζησε στα τέλη του 5ου αιώνα) αντιστοιχούσε συγκεκριμένη μουσική νότα σε κάθε έναν από τους επτά πλανήτες καθώς και με τις ηλικίες του ανθρώπου όπως και με συγκεκριμένα φωνήεντα.

Ετσι:

Η Σελήνη αντιστοιχεί στην παιδική ηλικία, το φωνήεν Α και τη νότα ΛΑ

Ο Ερμής αντιστοιχεί στην παιδική ηλικία, το φωνήεν Ε και τη νότα ΣΟΛ

Η Αφροδίτη αντιστοιχεί στην νεότητα, στο φωνήεν Η και στη νότα ΦΑ

Ο Ηλιος αντιστοιχεί στην ενηλικίωση, στο φωνήεν Ι και στη νότα ΜΙ

Ο Αρης αντιστοιχεί στην Πλήρη Ισχύ, στο φωνήεν Ο και στη νότα ΡΕ

Ο Δίας αντιστοιχεί στην Ωριμότητα, στο φωνήεν Υ και στη νότα ΝΤΟ, ενώ

Ο Κρόνος αντιστοιχεί στα γηρατεία, στο φωνήεν Ω και στη νότα ΣΙ.

Δικαιολογημένα λοιπόν η τέχνη της Μουσικής δεν μπορεί να είναι τίποτε άλλο παρά μια ανώτερη εσωτερική έκφραση. Γίνεται λοιπόν ένα είδος καθολικής γλώσσας, η οποία έχει τη δυνατότητα να εξωτερικεύσει όλα όσα συντελούνται στον εσωτερικό κόσμο κάθε έλλογου όντος. Οι αρχαίοι θεωρούσαν ότι ήταν η μόνη τέχνη η οποία μπορούσε να επηρεάσει θνητούς και Θεούς. Η συμβολική αναφορά του μύθου του Ορφέα, ο οποίος με τη μουσική κατόρθωσε να περάσει τα σύνορα του Αδη, δείχνει τη δύναμη της Τέχνης των Ήχων αλλά και τη φύση της στην τέρψη των αισθήσεων, στην εσωτερική μεταμόρφωση του ατόμου.

Ο γερμανός φιλόσοφος, θεολόγος και ποιητής Γιόχαν Χέρντερέλεγε πως «η μουσική αποκαλύπτει σχέσεις προς τα σύμπαντα, τον κύκλο του Όντος, μας κάνει να αισθανόμαστε τις κινήσεις και τις δονήσεις του παγκόσμιου πνεύματος, του Σύμπαντος».

Πράγματι, όταν  δημιουργούμε ή ακούμε μουσική γινόμαστε εν δυνάμει μάρτυρες της δημιουργίας του κόσμου. Γιατί ο ήχος έχει γεννηθεί από το άπειρο δυναμικό του κενού.Και ξαφνικά τι γίνεται; Εξαφανίζεται! Πού πάει; Επιστρέφειπίσω στο κενό της σιωπής, στο μη-Ον. Μπορεί να διαρκεί γιαμια στιγμή στη μνήμη όπως η φευγαλέα παρουσία του αγγίζειτη φευγαλέα παρουσία των ήχων που ακολουθούν, αλλάπάντα η σιωπή είναι αυτή που προηγείται και πάντα σε σιωπήθα τελειώνει.

Κάθε κίνηση που ξεπηδά από αυτή την Απόλυτη σιωπηλή Ζωή είναι μια δόνηση και ένας δημιουργός δονήσεων. Όπως η κίνηση προκαλεί κίνηση έτσι και η σιωπηλή ζωή γίνεται ενεργός σε ένα ορισμένο μέρος και δημιουργεί κάθε στιγμή όλο και περισσότερες δονήσεις που ευθύνονται για τα διάφορα πεδία ύπαρξης. Αυτά τα πεδία φανταζόμαστε ότι διαφέρουν μεταξύ τους αλλά στην πραγματικότητα δεν είναι χωριστά το ένα από το άλλο.

Το ορυκτό, το φυτικό το ζωικό και το ανθρώπινο βασίλειο είναι βαθμιαίες αλλαγές δονήσεων, που διαφέρουν μεταξύ τους σε βαρύτητα, πλάτος, μήκος, χρώμα, επίδραση, ήχο και ρυθμό.

Ο άνθρωπος όχι μόνο σχηματίζεται από δονήσεις αλλά ζει και κινείται μέσα σε αυτές. Οι διάφορες διαθέσεις του, οι τάσεις, οι ασχολίες, οι επιτυχίες και οι αποτυχίες του καθώς και όλες οι συνθήκες της ζωής του εξαρτώνται από ορισμένη δράση δονήσεων, είτε αυτές είναι σκέψεις, συναισθήματα ή αισθήματα.

Υπάρχουν δύο όψεις της δόνησης: λεπτή και χονδροειδής.

Μερικές γίνονται αντιληπτές από την ψυχή, άλλες από το νου, και μερικές από τα μάτια. Εκείνα που αντιλαμβάνεται η ψυχή είναι οι δονήσεις των αισθημάτων, εκείνα που αντιλαμβάνεται ο νους είναι οι δονήσεις των σκέψεων, ενώ εκείνα που βλέπει το μάτι  είναι οι δονήσεις που έχουν στερεοποιηθεί από την αιθερική τους κατάσταση και αποτελούν τα στοιχεία αιθέρα, αέρα, πυρ, νερό και γη, ενώ οι πιο λεπτές δονήσεις είναι ασύλληπτες ακόμη και από την ψυχή.

Αν δεν υπήρχε δόνηση οι πολύτιμοι λίθοι δεν θα μας έδειχναν το χρώμα και τη λάμψη τους, τα δέντρα δεν θα αναπτύσσονταν δεν θα υπήρχαν λουλούδια και καρποί.  Οι δονήσεις μπορούν να κατανοηθούν σαν αιτία και αποτέλεσμα. Το αν ένα πράγμα είναι ορατό ή ακουστό, αντιληπτό ή ασύλληπτο, εξαρτάται από την ταχύτητα των δονήσεων. Το καθετί έχει τον ήχο και τη μορφή του.

Ακόμη και τα πράγματα που δεν μπορούμε να αντιληφθούμε. Αυτό που ονομάζουμε ζωή και θάνατο είναι στην ουσία διαφορετικοί ρυθμοί δονήσεων. Για παράδειγμα όταν ένας καρπός σαπίσει, όταν ένα λουλούδι μαραθεί υφίσταται μια αλλαγή στις δονήσεις του. Αν προσπαθήσουμε να δούμε τη ζωή μέσα από αυτή τη σκοπιά, ίσως συνειδητοποιήσουμε ότι η γέννηση και ο θάνατος είναι μόνο δικές μας ιδέες για τη ζωή, ότι δεν υπάρχει θάνατος και ότι τα πάντα είναι ζώντα γιατί η διαφορά στις δονήσεις νεκρών και ζώντων σωμάτων είναι η διαφορά του ρυθμού των δονήσεων.

Ο νόμος του ρυθμού κρύβεται πίσω από τη φύση. Η ανατολή και η δύση του Ήλιου, η αύξηση και η μείωση της σελήνης, η ρυθμική αλλαγή της πλημμύριδας στη θάλασσα και οι αλλαγές των εποχών δείχνουν έναν ρυθμό. Για ποιο λόγο άραγε η μουσική που τονίζει το ρυθμό μας δημιουργεί  την επιθυμία για χορό;

Το μωρό ηρεμεί όταν η μητέρα του το κτυπά  απαλά στην πλάτη, γιατί ενστικτωδώς δίνει ένα ρυθμό στο σώμα του.

Ένα άτομο είναι ρυθμικό και η επιρροή του είναι ηρεμιστική, άλλο είναι άρρυθμο και μας αναστατώνει. Γιατί ο ρυθμός να έχει τέτοια επίδραση πάνω μας; Γιατί οι ίδιοι είμαστε ρυθμός. Ο κτύπος της καρδιάς, ο σφυγμός, η κυκλοφορία του αίματος είναι ρυθμική. Όταν ο ρυθμός αυτός παρεμποδίζεται προκύπτει αταξία, ασθένεια, ενόχληση, απελπισία.

Ο νόμος του ρυθμού μπορεί να θεωρηθεί ότι κυβερνά τέσσερις τομείς στον άνθρωπο:

Α) τον ορθό ή λαθεμένο ρυθμό στο αίσθημα,

Β) τον ορθό ή λαθεμένο ρυθμό στη σκέψη,

Γ) τον ορθό ή λαθεμένο ρυθμό στην ομιλία, και

Δ) τον ορθό ή λαθεμένο ρυθμό στη δράση.

Για παράδειγμα, αν το σώμα χάσει το ρυθμό του, κάτι πάει στραβά στο νου, αν ο νους χάσει το ρυθμό του το σώμα μπερδεύεται, αν η καρδιά χάσει το ρυθμό της ο νους ταράζεται, και αν ο ρυθμός της ψυχής χαθεί τότε όλα πηγαίνουν στραβά.

Επιστημονικές έρευνες που έγιναν πρόσφατα στο νοσοκομείο Piedmont στην  Ατλάντα, απέδειξαν ότι νεογέννητα – κυρίως πρόωρα – που εκτίθενται σε μουσική ακρόαση ειδικά επεξεργασμένων ενδομήτριων ήχων και σε νανουρίσματα με την φωνή της μητέρας, κερδίζουν πολύ γρηγορότερα βάρος και εξέρχονται από τη μονάδα εντατικής θεραπείας νεογνών ταχύτερα σε σχέση με νεογνά που δεν έχουν εκτεθεί σε μουσική.

Ακόμη, έδειξαν ότι η ακρόαση της Κ.448 σονάτας για πιάνο του W.A. Mozart μπορεί να βελτιώνει την ικανότητα επίλυσης περίπλοκων μαθηματικών προβλημάτων. Η ίδια σονάτα επίσης χρησιμοποιήθηκε σαν φάρμακο για την καταστολή κρίσεων σε επιληπτικούς ασθενείς.

Σύμφωνα με τα μέχρι τώρα επιστημονικά δεδομένα η μουσική επηρεάζει:

τον καρδιακό ρυθμό και το σφυγμό, το ρυθμό της αναπνοής, την αρτηριακή πίεση, τον όγκο του αίματος, τη θερμοκρασία του δέρματος, τη γαστρική κίνηση, τα ανακλαστικά της κόρης του ματιού, την οξυγόνωση του αίματος, τις ορμόνες, την αντιμετώπιση του στρες, του άγχους, του πόνου, των συνεπειών των εγκεφαλικών επεισοδίων, του καρκίνου και της κατάθλιψης.

Μετά από σύγχρονες έρευνες νευροεπιστημόνων γνωρίζουμε ότι:

1) υπάρχει ένας ξεχωριστός μηχανισμός στον εγκέφαλο ο οποίος διαχωρίζει τη μουσική από άλλους ήχους συμπεριλαμβανομένης της γλώσσας.

2) ότι παρόλο που το δεξί είναι το κυρίαρχο ημισφαίριο της μουσικής η επεξεργασία των διαφόρων μουσικών στοιχείων πραγματοποιούνται ξεχωριστά στον εγκέφαλο.

3) ότι ο άνθρωπος διατηρεί την ικανότητά του να αισθάνεται και να απολαμβάνει τη μουσική πέρα από τις όποιες εγκεφαλικές βλάβες και

4) ότι η μουσική, εκτός από τέχνη των ήχων, αποτελεί πολύπλοκη εκδήλωση της συμπεριφοράς όχι μόνο του ανθρώπου.

Για παράδειγμα, ο Χανς Τζένυ (Ελβετός) πειραματίστηκε με διάφορους ήχους και μουσικές και μελέτησε την επίδρασή τους σε ρινίσματα σιδήρου και σε υδράργυρο. Το πλήθος σχημάτων έδειξε, ότι ο ήχος είναι ο κρυμμένος δημιουργικός παράγων πίσω από τον κόσμο των ορατών μορφών. Οι δονήσεις, οι συχνότητες, η περιοδικότητα και τα ρυθμικά μοτίβα ίσως είναι η γενεσιουργός αιτία της ύλης, αποτελώντας ταυτόχρονα μια γιγάντια μουσική ορχήστρα ηχοχρωμάτων, που αέναα εκτελεί ένα μουσικό έργο εν αγνοία μας.

Ετσι λοιπόν όταν η φιλοσοφία, η επιστήμη, ο μυστικισμός αγγίζουν την κορυφή της γνώσης τους όλα συμφωνούν σε ένα σημείο και αυτό είναι η κίνηση, είναι ο κραδασμός, είναι η δόνηση.

Αυτή η κίνηση έχει δύο όψεις γιατί έχουμε αναπτύξει δύο βασικές ιδιότητες: την όραση και την ακοή. Η όψη που απευθύνεται στην ακοή μας είναι αυτή που ονομάζουμε ήχο, ενώ η άλλη που απευθύνεται στην όραση την αποκαλούμε φως ή χρώμα. Το αποτέλεσμα της σχέσης των ήχων, της σχέσης των χρωμάτων και της σχέσης ήχου και χρώματος είναι η αρμονία.

Καθώς αναπτύσσεται κανείς πνευματικά μέσα στη ζωή αλλάζουν οι προτιμήσεις του για τα χρώματα. Σε κάποιους αρέσουν τα έντονα χρώματα ενώ σε άλλους τα απαλά. Ο λόγος είναι ότι τα έντονα χρώματα έχουν έντονες δονήσεις ενώ τα απαλά έχουν απαλές αρμονικές δονήσεις. Οπότε ανάλογα με τη συναισθηματική κατάσταση προτιμά διαφορετικά χρώματα.

Ετσι:

Το κόκκινο αντιστοιχεί στη νότα ΝΤΟ

Το πορτοκαλί στη νότα ΡΕ

Το κίτρινο στη νότα ΜΙ

Το πράσινο στη νότα ΦΑ

Το μπλε στη νότα ΣΟΛ

Το ίντιγκο στη νότα ΛΑ

Το βιολετί στη νότα ΣΙ και

Το σκούρο κόκκινο πάλι στη νότα ΝΤΟ

Το ίδιο ισχύει και για τον ήχο. Κάθε άτομο έχει τη δική του νότα και έναν ήχο που συγγενεύει με την δική του ιδιαίτερη εξέλιξη. Για άλλη μια φορά έρχεται η φιλοσοφία των Πυθαγόρειων να μας πει πως «Όλα τα όντα τραγουδούν τον Δημιουργό. Ο άνθρωπος όμως αδυνατεί να ακούσει αυτές τις θείες μελωδίες επειδή η ψυχή του είναι εγκλωβισμένη στην ψευδαίσθηση της ύλης. Οταν λοιπόν η ανθρώπινη ψυχή ξανακερδίσει την πραγματική της υπόσταση τότε όχι μόνο θα ακούει την ουράνια χορωδία αλλά θα συμμετέχει και η ίδια στην δοξολογία του Αιώνιου Θεού γιατί η Αρμονία αναγνωρίζει την Αρμονία».

Αντίστοιχα σε χιλιάδες χρόνια αργότερα ένας Σούφι ποιητής και φιλόσοφος (Ιναγιάτ Χαν) αναφέρει σε βιβλίο του:«Η καρδιά ενός ανθρώπου από τη στιγμή που θα διευρυνθεί γίνεται πιο μεγάλη από όλους τους ουρανούς. Δεν είναι πόσο γνωστό πόσο μακρινό είναι το τέρμα, αλλά μια μουσική από μακριά φθάνει στα αυτιά μου. Η μουσική των σφαιρών μοιάζει με τον φάρο στο λιμάνι που φαίνεται από τη θάλασσα και ο οποίος μου δείχνει ότι πλησιάζω στον προορισμό μου.

Τι είδους μουσική θα μπορούσε να ήταν αυτή; Αν δεν υπήρχε αρμονία στην ουσία της ζωής, η ζωή δεν θα μπορούσε να δημιουργήσει αρμονία σε αυτό τον κόσμο της ποικιλίας. Επομένως η μουσική των σφαιρών είναι η μουσική που αποτελεί την πηγή της δημιουργίας, η μουσική που γίνεται ακουστή όταν ταξιδεύουμε προς το σκοπό όλης της δημιουργίας. Και αυτή την ακούν και την απολαμβάνουν εκείνοι που αγγίζουν τα ίδια τα βάθη της ζωής τους. Γιατί εκείνο που υπήρχε πριν από την δημιουργία ήταν η Τέλεια Ύπαρξη.

Το πνεύμα της έννοιας της τελειότητας που βρίσκεται πέρα από λόγια. Είναι η τελειότητα του κάλλους, της σοφίας, της δύναμης, η τελειότητας της αγάπης και της γαλήνης. Αλλά εκεί που υπάρχουν μάτια πρέπει να υπάρχει και ένα αντικείμενο να το δουν, να το θαυμάσουν, έτσι εκπληρώνεται ο σκοπός των ματιών.

Εκεί όπου υπάρχουν αυτιά, πρέπει να υπάρχει ένας ήχος για να ακουστεί προκειμένου να απολαύσουν την ομορφιά, εκεί βρίσκεται η τελείωση των αυτιών. Έτσι η Τέλεια Ύπαρξη ήταν αναγκαία προκειμένου να αντιληφθεί την ίδια της την τελειότητα, να δημιουργήσει μια περιορισμένη τελειότητα της δικής της Ύπαρξης και έτσι χωρίστηκε σε τρεις όψεις. Αυτή η ιδέα κρύβεται πίσω από την Τριάδα. Ο θεατής, η θέαση και το θέαμα».

Ο ίδιος φιλόσοφος συνεχίζει: «Η μουσική μας βοηθά να εκπαιδευθούμε στην αρμονία. Όταν ακούμε τη μουσική που μας αρέσει, μας συντονίζει σε αρμονία με τη ζωή. Εκείνο που στερεί τον άνθρωπο από όλη την ομορφιά γύρω του είναι η βαρύτητα του σώματος ή η βαρύτητα της καρδιάς. Έλκεται προς τη γη και καθετί γίνεται περιορισμένο.

Μόνο όταν διώξει αυτή τη βαρύτητα γίνεται ανάλαφρος και αποκτά όλες τις καλές τάσεις όπως ευγένεια, ανεκτικότητα, μεγαλοψυχία, αγάπη και εκτίμηση. Η ζωή είναι όπως ο ωκεανός. Όταν δεν υπάρχει εκτίμηση, δεν υπάρχει δεκτικότητα, ο άνθρωπος βυθίζεται σαν ένα κομμάτι σίδερο ή μια πέτρα στο βυθό της θάλασσας.

Δεν μπορεί να επιπλεύσει όπως η βάρκα, που είναι κοίλη και δεκτική.  Τα δύσκολα στην πνευματική ατραπό είναι πάντα εκείνα που έρχονται από τον εαυτό μας. Αυτός που μαθαίνει να βαδίζει την πνευματική ατραπό, πρέπει να γίνει σαν ένα άδειο κύπελλο, προκειμένου ο οίνος της μουσικής και της αρμονίας να χυθεί μέσα στην καρδιά του».

Εργασία Σίσης Γαλανοπούλου

Βιβλιογραφία

  1. Ο Μυστικισμός του Ήχου,
  2. Η εσωτερική διάσταση της Μουσικής,
  3. Η θεραπευτική δύναμη του ήχου,
  4. Το μικρό βιβλίο της θεωρίας των χορδών,
  5. Ο Πυθαγόρας και η μυστική διδασκαλία του Πυθαγορισμό

theosophy-ult.blogspot.gr / http://www.awakengr.com

Μαράκι στις 24 Αυγούστου 2016

Της Αγγελικής Μπολουδάκη

«Για να καταλάβεις την καρδιά και το μυαλό ενός ανθρώπου, δες τι σε εμπνέει να κάνεις» – Χαλίλ Γκιμπράν

Η σχέση ανθίζει στην αμοιβαιότητα των συναισθημάτων, στην αποδοχή και στην επιθυμία και χάρη σε αυτά ριζώνει, γίνεται ένα πλατύφυλλο δέντρο, όπου εμείς στην σκιά του χαιρόμαστε την δροσιά του και τη μοιραζόμαστε γενναιόδωρα μεταξύ μας. Για να μπορούμε όμως να χαρούμε με την μέθεξη που δημιουργεί η σχέση, χρειάζεται ο ψυχισμός μας να διακρίνεται από συναισθηματική επάρκεια, ώστε να μπορέσουμε να αναγνωρίσουμε και να εκτιμήσουμε αυτό που μας προσφέρεται, για να αποδεχτούμε την προσφορά.

Ο ψυχικός μας ιστός χρειάζεται να διακρίνεται από πυκνότητα και συνοχή, ώστε οποιοδήποτε συναισθηματικό ερέθισμα νιώθουμε, να το καλοδεχόμαστε ακουμπώντας το στη σχέση αν είναι ωφέλιμο, ενώ, αν αντηχεί δυσάρεστα συναισθήματα, να το φιλτράρουμε προσεκτικά. Αν η ψυχική δυσκολία προέρχεται από δικά μας δύσκολα κομμάτια, που εμποδίζουν την χαρά, να το επεξεργαζόμαστε, ενώ, αν προέρχεται από νοσηρές συμπεριφορές άλλων, να αποσυρόμαστε από εκείνους, ώστε να διαφυλάξουμε την ψυχική μας υγεία.

Εάν είμαστε ώριμοι συναισθηματικά, είναι εύκολο να διακρίνουμε την επιβεβαίωση από την εκτίμηση. Η εκτίμηση σχετίζεται με την ικανότητά μας να αγαπάμε, ενώ η επιβεβαίωση αφορά στην ανάγκη μας να αισθανθούμε αξία. Την επιβεβαίωση την εισπράττουμε στις κοινωνικές σχέσεις μας μέσα από την εργασία μας, τη δημιουργικότητά μας, τα ιδιαίτερά μας χαρίσματα τα οποία τα μοιραζόμαστε με τους άλλους και εκείνοι τα θαυμάζουν. Την εκτιμάμε όταν μας προσφέρεται, αλλά είναι σημαντικό να γνωρίζουμε ότι εστιάζεται στα σημεία μας, τα οποία με κάποιο τρόπο εξελίσσουν τους άλλους, αλλά και εμάς γιατί τα αποδεχόμαστε περισσότερο.

Η εκτίμηση αφορά στις προσωπικές μας σχέσεις, όπου αισθανόμαστε ευγνωμοσύνη για τη συναισθηματική ανταπόκριση των ανθρώπων μας και θαυμάζουμε ο ένας τον άλλον για την προσωπικότητά του και τα επιτεύγματά του. Νοιαζόμαστε για τον άνθρωπο που εκτιμάμε και έχουμε επίγνωση της αξίας που έχει ο καθένας στη ζωή μας, αλλά και στην επιθυμία μας για ζωή. Στην εκτίμηση υπάρχει η ελευθερία να καλλιεργεί ο καθένας τον εαυτό του, ενώ κάθε φορά που εξελισσόμαστε εμπεριέχουμε και τον άνθρωπό μας, επειδή υπάρχει σεβασμός μεταξύ μας.

Η επιβεβαίωση στοχεύει στο σημείο, που θαυμάζει κάποιος, όσο διαρκεί, όπου ωφελείται από αυτό, χωρίς όμως απαραίτητα να γίνεται καλύτερος ο εαυτός του, γιατί για αυτό χρειάζεται δέσμευση. Η εκτίμηση εστιάζει στην προσωπικότητα των ανθρώπων που ενδιαφέρονται ο ένας για τον άλλον και ο θαυμασμός που νιώθουν παραμένει ανεπηρέαστος από επιτυχίες ή αποτυχίες, γιατί αισθάνονται πιο όμορφα με τον εαυτό τους αλλά και με τον άλλο άνθρωπο που μοιράζονται συναισθηματικά δώρα αγάπης.

Εάν εκτιμάμε κάθε πτυχή του εαυτού μας, είναι πιο εύκολο να αναζητήσουμε στην πηγή της αγάπης τους ανθρώπους μας και να μην παρασυρθούμε από καθρεφτίσματα που αντανακλούν τα ελλείμματα μας. Όσο πιο ολοκληρωμένη μορφή έχει η εικόνα μας στο νοητό μας καθρέφτη, τα αιτήματα που απευθύνουμε στους ανθρώπους μας είναι αιτήματα αγάπης, που πηγάζουν από την επιθυμία μας να τους συναντήσουμε μέσα από μια αμοιβαιότητα εκτίμησης.

Εάν όμως η απουσία καθρεφτίσματος σκίασε την ύπαρξη μας, χρειάζεται να διαφοροποιηθούμε από μια εικόνα, θαμπή στο σύνολό της ή σε μέρη της, την οποία δανειστήκαμε, προκειμένου να επιβεβαιωθεί η ύπαρξή μας και να αποκτήσει ομοίωμα ο εαυτός μας. Χρειάζεται να προσπαθήσουμε να θωρακίσουμε την αξία μας, αγαπώντας τον εαυτό μας. Ξεφυλλίζοντας τις μνήμες μας, κατανοούμε το παιδί μέσα μας που έκανε λάθη από άγνοια.

Προστατεύουμε τα συναισθήματά του με μητρικό και πατρικό τρόπο νουθετώντας το, ώστε να συνειδητοποιήσει πως το κάθε μάθημα ζωής που έλαβε από τα βιώματά του ήταν πολύτιμο στάλαγμα στην ύπαρξή του. Οι όμορφες εμπειρίες ανθίζουν τη ζωή μας, οι δυσάρεστες, όταν επιβεβαιώσουμε τον εαυτό μας πως άξιζε να τις ζήσουμε, μας μαθαίνουν να δίνουμε αξία και να δεσμευόμαστε με ό,τι ηχεί μελωδικά στην καρδιά μας.

Αν όμως δεν επιβεβαιώσουμε εμείς τον εαυτό μας με καθησυχαστικά λόγια που θα μας κάνουν να αισθανθούμε περήφανοι για μας, η κάθε κίνησή μας θα στρέφεται απεγνωσμένα στους άλλους, ώστε να θαμπωθούμε από την αντανάκλαση που θα δούμε στο βλέμμα τους, ελπίζοντας στην εκτίμησή τους. Θα επιζητάμε μια όαση, όχι για να μοιραστούμε συναισθήματα, αλλά γιατί φανταζόμαστε πως στον αντικατοπτρισμό της θα αποκατασταθεί η εικόνα μας και θα αναστυλωθεί η αξία μας. Θα εξαρτιόμαστε από εκείνους και θα γινόμαστε πιόνια στις διαθέσεις τους γιατί ως τρεμάμενα σχήματα θα προσμένουμε την κίνηση τους, για να σταθεροποιήσουμε τη μορφή μας και να μη μείνουμε μόνο περιγράμματα.

Θα ξοδεύουμε αλόγιστα την ψυχή μας, προσπαθώντας να εξαγοράσουμε τα συναισθήματά τους, έχοντας την ψευδαίσθηση πως όσο προσφερόμαστε στο βωμό ως θυσία, τόσο οι άλλοι θα διακρίνουν το μέγεθος της αξίας μας, για να το χωρέσουμε και εμείς. Θα τρέφουμε την αυταπάτη πως χάρη στο επιβεβαιωτικό τους βλέμμα κάθε αρνητικό θα το μετατρέψουμε σε πηγή θετικής ακτινοβολίας, οπότε η δική μας ανάγκη θα μετουσιωθεί σε επιθυμία για ζωή και ο έρωτας θα αναγεννηθεί μέσα μας.

Προσαρμοσμένοι σε αιτήματα άλλων, χάνουμε τον αληθινό μας καθρέφτη. Υποταγμένοι ενός ψευδούς εαυτού, για να ικανοποιήσουμε αυτό που επιθυμούν οι άλλοι για μας, χάνουμε την αλήθεια μας και πορευόμαστε με ένα εαυτό που δεν είναι δικός μας. Εάν προσαρμοστούμε σε προσδοκίες άλλων, σε ανεκπλήρωτες ανάγκες, προκειμένου να βρούμε τον δρόμο μας στη ζωή, η πορεία μας γίνεται μονόδρομος όπου δεν υπάρχει χώρος για προσωπικές αναζητήσεις, ελευθερία, ψυχική ανάταση, εμπιστοσύνη στη ζωή και αγάπη για αυτήν και φυσικά χάνουμε την εκτίμησή μας προς εμάς.

Ακολουθούμε τυφλά μονοπάτια άλλων που υπόσχονται αντανακλάσεις, προσπαθώντας να επιβεβαιώσουμε τις δικές μας πορείες, γιατί δεν αποδεχόμαστε αυτό που είμαστε, λες και έχουμε απεγνωσμένα την ανάγκη να γίνουμε κάτι άλλο μακρινό, σχεδόν εξόριστο που δεν μπορούμε να το φτάσουμε. Η τέλεια σιλουέτα, το ιδανικό πρόσωπο, η αψεγάδιαστη συμπεριφορά, η αλάνθαστη τελειότητα, η άφθαρτη νεότητα. Πίσω από αυτήν την ατέρμονη αναζήτηση κρύβεται το αίτημά μας για αγάπη. Ένα αίτημα σιωπηλό, αθόρυβο, που πνίγεται κάθε φορά που ξεπροβάλλει, για να μας απευθυνθεί να το αποδεχτούμε, για να μπορέσουμε να το προφέρουμε.

Έχουμε ανάγκη να μας αγαπήσουμε με τις μικρές αλλά και τις μεγάλες μας αδυναμίες, με τις δυνατότητές μας που αγωνίζονται να πάρουν μια θέση για να τις αναγνωρίσουμε, με τα σημαντικά αλλά και με εκείνα που θεωρούμε ασήμαντα κομμάτια του εαυτού μας, που ζητούν δειλά- δειλά να πάρουν μια θέση στην καρδιά μας, για να εκτιμηθούν από μας.

——

Η Αγγελική Μπολουδάκη είναι ιδιώτης Κοινωνική Λειτουργός, τέως στέλεχος του Κέντρου πρόληψης της χρήσης εξαρτησιογόνων ουσιών Ν.Χανίων και τέως Εκπαιδευτικός Α.Τ.Ε.Ι. Είναι συγγραφέας του βιβλίου ‘Μαμά, μπαμπά, δε με κοιτάξατε και χάθηκα’, Εκδόσεις Αραξοβόλι

πηγή : http://enallaktikidrasi.com

Σάββας Ν. Σαλπιστής, Ph.D., Κλινικός Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπευτής

πηγή : http://enallaktikidrasi.com

Η συνεχής ανάγκη επιβεβαίωσης και συμπάθειας από τους άλλους είναι, στην ουσία, σαν να λέμε στον εαυτό μας πως η γνώμη των άλλων για εμάς είναι σημαντικότερη και εγκυρότερη από αυτήν που εμείς οι ίδιοι έχουμε για τον εαυτό μας. Η κατασπατάληση χρόνου και ενέργειας, στην περίπτωση αυτή, είναι τεράστια, τα δε αποτελέσματα σχεδόν πάντα ανεπαρκή καθώς μόνο προσωρινή ανακούφιση παρέχουν.

Το πρώτο σημαντικό βήμα, για όσους νιώθουν έτσι, είναι η συνειδητοποίηση πως η αναζήτηση της συμπάθειας των άλλων δεν είναι μία ανάγκη αλλά μία επιθυμία. Όλοι μας νιώθουμε ικανοποίηση όταν εισπράττουμε το θαυμασμό, το χειροκρότημα ή τα θετικά σχόλια των άλλων, και αυτό είναι κάτι το απόλυτα φυσιολογικό. Σε πρόβλημα μετατρέπεται όταν ανάγεται σε αυτοσκοπό, όταν, δηλαδή, μετατρέπεται σε ανάγκη που, αν δεν ικανοποιηθεί, μπορεί να οδηγήσει κάποιον σε απόγνωση, θλίψη και αυτοαμφισβήτηση.

Οι αποχρώσεις μιας τέτοιας ανάγκης είναι πολλές, αγγίζοντας τα όρια του τραγικού, όταν κάποιος αναζητά απεγνωσμένα τη συμπάθεια και επιβράβευση ΟΛΩΝ για οτιδήποτε κάνει. Στην περίπτωση αυτή, μιλάμε για μια πραγματική θυσία του εαυτού στο βωμό της γνώμης και των προτιμήσεων των άλλων. Πιστεύω πως, στην ομάδα αυτή, ανήκει ένα μεγάλο μέρος των πολιτικών, γενικώς. Η ανάγκη τους για αποδοχή και συμπάθεια είναι απύθμενη και, χωρίς αυτά, θα ήσαν, στην κυριολεξία, άνεργοι. Για το λόγο αυτό, δεν μιλούν, συνηθέστατα, τη γλώσσα της αλήθειας αλλά λένε και υπόσχονται πράγματα, πέραν των πεποιθήσεών τους, με μοναδικό σκοπό την απόκτηση της συμπάθειας και εύνοιας αυτών στους οποίους απευθύνονται, δηλαδή, των μελλοντικών τους ψηφοφόρων.

Αυτού του είδους η συμπεριφορά είναι πολύ εύκολα αναγνωρίσιμη στους πολιτικούς από τους περισσότερούς μας. Πόσο εύκολο είναι, όμως, να την εντοπίσουμε στους εαυτούς μας, ιδίως εάν έχει γίνει στοιχείο του χαρακτήρα μας, δυσχεραίνοντας κατά πολύ τη δυνατότητα αυτοπαρατήρησής μας; Δεν υπάρχει άλλος τρόπος απαλλαγής από αυτήν τη μέγγενη, πέραν της αυτογνωσίας και του εντοπισμού των αιτιών της, εντός μας.

Πρώιμα μηνύματα που οδηγούν το παιδί να αναζητά την επιβεβαίωση των άλλων

Πριν από λίγα χρόνια, περίμενα τη σειρά μου για να πληρώσω στο ταμείο ενός σούπερ-μάρκετ. Εμπρός μου, βρίσκονταν μία μητέρα με το πεντάχρονο, περίπου, και πολύ συμπαθητικό, φυσιογνωμικά, αγοράκι της. Η ταμίας του χαμογέλασε, λέγοντάς του πόσο γλυκό αγόρι είναι και ρωτώντας το εάν θέλει να του δώσει μία καραμέλα. Το αγοράκι στράφηκε τότε προς τη μητέρα του, ρωτώντας την: «Θέλω μια καραμέλα;» Ένιωσα ένα σφίξιμο στην καρδιά, παρόλο που έχω ξανασυναντήσει πολλές φορές ανάλογες συμπεριφορές, δηλαδή, παιδιά -ακόμα και ενήλικες- που ρωτούν τους γονείς τους -ή κάποιον άλλον ενήλικα- για το τι θα φάνε, με τι να παίξουν, με ποιους θα παίξουν, αν θα κοιμηθούν, τι θα φορέσουν κ.ά.

Υπάρχουν γονείς που βλέπουν τα παιδιά τους ως κτήμα τους, θέλοντας να τα διαμορφώσουν κατά πως οι ίδιοι επιθυμούν, ως να επρόκειτο για τους εαυτούς τους. Γίνονται αδυσώπητοι κριτές τους και μπορεί να φθάνουν ακόμα και μέχρι του σημείου να απειλούν με απόσυρση της αγάπης τους («Η μαμά δεν σ΄αγαπάει αν δεν είσαι καλό παιδάκι» ή «Αν κάνεις έτσι, η μαμά θα πάρει άλλο παιδάκι» κ.τ.λ.) -όταν το παιδί προσπαθεί, ως δικαιούται, να υπερασπιστεί τα θέλω του- και υμνητές του, όταν «συμμορφώνεται προς τας υποδείξεις»…

Ένα παιδί, με ανάλογες εμπειρίες, δεν πρόκειται να εμπιστευτεί τον εαυτό του, σε βαθμό που να νιώθει ασφάλεια και αυτοπεποίθηση. Η σπίθα αυτονομίας που διεκδικούσε με τόση λαχτάρα ο αναδυόμενός του εαυτός σβήστηκε βίαια με πυροσβεστήρες αποδοκιμασιών, μομφών και αμφισβητήσεων.

Παράδειγμα:

Το παιδί ρωτά τη μητέρα του τι ρούχα να φορέσει

Μητέρα: «Φόρεσε ότι θέλεις»

Παιδί: «Πως σου φαίνεται αυτό, μαμά;»

Μητέρα: «Όχι, παιδί μου! Θα βγεις έτσι έξω; Δεν ταιριάζει αυτή η μπλούζα με αυτό το παντελόνι. Πήγαινε και άλλαξε γρήγορα!».

Λίγες ημέρες αργότερα…

– «Τι να φορέσω μαμά;»

– «Μα σου είπα, φόρεσε ότι θέλεις! Γιατί συνέχεια πρέπει να με ρωτάς!»…

Κάπως έτσι αντιμετώπιζε την Κ. η μητέρα της. Καταξιωμένο άτομο, σήμερα, πολύ ευφυής και με μεγάλη επιστημονική και κοινωνική αναγνώριση. Ότι και αν κάνει, όσο πολύ και αν προσπαθεί, πάντα πιστεύει πως δεν είναι αρκετό, πως «δεν θα αρέσει», πως θα επικριθεί. Σχεδόν όλα της τα Σαββατοκύριακα τα αφιέρωνε στις διάφορες εργασίες της για να είναι «τέλειες» ώστε να μην μπορεί κάποιος να της προσάψει το παραμικρό, νιώθοντας ταυτόχρονα τεράστιες ενοχές για το χρόνο που σχεδόν ποτέ δεν περίσσευε για τα παιδιά της που, συνήθως, τα επέπληττε ουρλιάζοντας όταν τη διέκοπταν από τη μελέτη της, θέλοντας να ζητήσουν ή να ρωτήσουν κάτι.

Στη θεραπεία της, κάθε φορά που πρόφερε τη λέξη «μητέρα», αναφερόμενη στη μητέρα της, βούρκωνε ή έκλαιγε γοερά. Μόλις την περασμένη βδομάδα, ψέλλισε μέσα στο ασταμάτητο κλάμα της:

– «Ποτέ της δεν αναγνώρισε στο ελάχιστο ό,τι και αν έκανα, όσο σπουδαίο και αν ήταν αυτό. Ποτέ δεν ήταν αρκετό, νόμιζα πως δεν με αγαπά για αυτό που είμαι»…

Πολλοί είναι οι γονείς που λειτουργούν ως τροχονόμοι και κριτές των επιλογών και της ζωής του παιδιού τους, θεωρώντας πως οι ίδιοι γνωρίζουν πάντα καλύτερα, ακόμα και τις ανάγκες του, και στερώντας του τη δυνατότητα να δοκιμάσει, να γνωρίσει και να αρχίσει να εμπιστεύεται τον εαυτό και τις δυνάμεις του. Το να γνωρίζει ο γονιός καλύτερα δεν σημαίνει πως πρέπει να υποκαθιστά και να ακυρώνει το παιδί. Ο ρόλος του είναι να φροντίζει για το «ευ ζην» του παιδιού του, δίνοντάς του σταδιακά, από την αρχή της ζωής, ολοένα και περισσότερο χώρο ώστε να εξελίξει τον αληθινό εαυτό και τις ιδιαίτερες δυνατότητές του. Να βρίσκεται, συνήθως, ένα βήμα πίσω από το παιδί και όχι ένα ή περισσότερα μπροστά, ανοίγοντάς του το δρόμο ως μπουλντόζα…

Πολλά είναι τα παιδιά εκείνα που, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο «εκπαιδεύονται» στο να γίνουν άτομα εξαρτημένα, τουλάχιστον, από τη γνώμη, την αποδοχή, την επιβεβαίωση και το θαυμασμό των άλλων, και, αργότερα στη ζωή, ως ζωντανοί ετερόφωτοι αστέρες, να μοιάζει σαν να μην υπάρχουν αν δεν «φωτιστούν» από κάποιους άλλους…

Τα παιδιά, σχεδόν πάντα, αντιστέκονται

Τα περισσότερα παιδιά, όμως, αντιστέκονται, με το δικό τους τρόπο και τα μέσα που διαθέτουν, μπροστά σε αυτού του είδους την καλοπροαίρετη άσκηση βίας. Πόσοι είναι οι γονείς που συναινούν, για παράδειγμα, στην επιθυμία του τρίχρονου παιδιού τους να δοκιμάσει τον εαυτό του και λέει: «Μόνος», θέλοντας να βάλει χωρίς βοήθεια το μπουφάν του, το πρωί πριν την αναχώρηση για τον παιδικό σταθμό και όταν ο χρόνος πιέζει; Τα παιδιά δεν μπορούν, φυσικά, να τα βγάλουν πέρα με έναν ενήλικα που τόσο ανάγκη έχουν για τη φυσική και συναισθηματική τους επιβίωση, αντιδρούν, όμως, με τα δικά τους «όπλα» ώστε να διατηρήσουν ή να περισώσουν έστω και μια ψευδαίσθηση αυτονομίας. Έτσι, λοιπόν, μπορεί να αρνούνται να φάνε το φαγητό τους, να καθίσουν στο γιο-γιο τους για την ανάγκη τους, να μην κοιμούνται κ. ά.

Με τι εφόδια θα αντιμετωπίσει ένα τέτοιο παιδί, εκτός σπιτιού, το αναπόφευκτο κάποια στιγμή ενδεχόμενο να χρειασθεί να αντιπαρατεθεί ή να συγκρουσθεί με άλλα παιδιά, υπερασπιζόμενο τον εαυτό και την αξιοπρέπειά του; Πως θα μπορέσει να διαχειρισθεί μια σοβαρή συναισθηματική ματαίωση, φιλικής ή ερωτικής μορφής και τόσες άλλες καταστάσεις όπου ο γονιός δεν μπορεί, σε καμία περίπτωση, να είναι παρών;

Με άλλα λόγια, το πρόβλημα δεν είναι η ανάγκη του παιδιού για επιβεβαίωση, συμπάθεια, εκτίμηση και αποδοχή αλλά το να παρέχονται όλα αυτά από το γονιό ως επιβράβευση αποδεκτών σε αυτόν συμπεριφορών του παιδιού του. Σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει η αυτοεκτίμηση του παιδιού να εξαρτάται από την επιδοκιμασία των άλλων αλλά από τη θετική εικόνα που το ίδιο έχει αποκτήσει για τον εαυτό του, έχοντας ενθαρρυνθεί -και όχι υποκατασταθεί- προς την κατεύθυνση αυτή από το άμεσό του περιβάλλον.

Ο ρόλος του σχολείου

Όλη η φιλοσοφία του σημερινού εκπαιδευτικού μας συστήματος δεν ευνοεί μια πιο ελεύθερη σκέψη και διάθεση αυτονομίας, την κριτική ικανότητα και εμπιστοσύνη στις ίδιες δυνάμεις του παιδιού. Παπαγαλία, φροντιστήρια ή ιδιαίτερα, «προσαρμογή» στους κανόνες και τις απαιτήσεις της αγοράς κ.τ.λ. Μαθητές που δείχνουν τάσεις πιο αυτόνομης λειτουργίας και ελεύθερης σκέψης, που δεν λειτουργούν ενοχικά, που δεν έχουν μάθει να επιβεβαιώνονται μόνο όντας αρεστοί στους άλλους και που δεν «προσαρμόζονται» στις απαιτήσεις του σχολείου ή/και των εκπαιδευτικών, εύκολα μπορούν να χαρακτηριστούν ως «δύσκολα» «προβληματικά» ή «απροσάρμοστα» παιδιά.

Το σχολείο, ως οργανισμός, δεν αποδέχεται και δεν μπορεί να διαχειρισθεί αποτελεσματικά παιδιά που σκέφτονται πιο ελεύθερα και ανεξάρτητα. Συχνά, σε πολλά σχολεία, ο δρόμος προς την «επιτυχία» περνά μέσα από την προσπάθεια απόκτησης της συμπάθειας του εκπαιδευτικού προσωπικού. Αυτό ήταν ακόμα πιο κραυγαλέο παλαιότερα. Κάτι ανάλογο συμβαίνει συχνά και στα πανεπιστήμια…

Επίλογος

Η ανάγκη επιβεβαίωσης αποτελεί πανανθρώπινη ανάγκη και παράγοντα που μπορεί να κάνει τη διαφορά στη ζωή του καθενός μας, αρκεί να μην δίνεται με ανταλλάγματα και προϋποθέσεις ξένες προς εμάς.

Η σημασία επιβεβαίωσης διαφαίνεται πολύ ανάγλυφα από αυτό που ισχύει σε μια φυλή της Αφρικής. Στη φυλή αυτή, η χειρότερη ποινή την οποία κάποιος μπορεί να εισπράξει δεν είναι φυλάκιση, εκτέλεση ή κάτι παρόμοιο. Το άτομο που υπέπεσε σε κάποιο βαρύ παράπτωμα μπορεί να συνεχίσει να ζει στο χωριό αλλά κανένας δεν το κοιτά, δεν του μιλά ή δεν κάνει κάτι που να υποδηλοί πως το άτομο αυτό υπάρχει. Τα άτομα που καταδικάστηκαν σε αυτού του είδους την ποινή πολύ συχνά αρρώσταιναν βαριά μετά από κάποιο χρονικό διάστημα και ορισμένα πέθαιναν εξαιτίας αυτής της παντελούς έλλειψης ανθρώπινης επιβεβαίωσης.

Ο σουηδός συγγραφέας Hjalmar Söderberg λέει χαρακτηριστικά (ελεύθερη μετάφραση): «Θέλουμε να αγαπηθούμε, αλλά ελλείψει αυτού να μας φοβούνται, ελλείψει αυτού να μας απεχθάνονται και να μας περιφρονούν. Έχουμε ανάγκη να προκαλούμε κάποιου είδους συναίσθημα στους ανθρώπους. Η ψυχή παγώνει στο κενό και αναζητά την επαφή με κάθε αντίτιμο».

Γιάννα στις 14 Αυγούστου 2016

Η Οδύσσεια είναι έπος μετατρωικό, επομένως μεταπολεμικό. Από την άποψη αυτή μπορεί να θεωρηθεί έργο μεταηρωικό και, κατά κάποιον τρόπο, ειρωνικό. Υπενθυμίζεται ότι ο κεντρικός ήρωας, ο Οδυσσέας, προβάλλεται στον πρώτο στίχο του έπους ως πολύτροπος. Τούτο σημαίνει ότι εμφορείται λιγότερο από την πολεμική αρετή, η οποία χαρακτηρίζει τους κορυφαίους ιλιαδικούς ήρωες, και περισσότερο από την ευελιξία και την πολυμέρεια του μυαλού του. Η πρωτεϊκή φύση και συμπεριφορά του εκδηλώνεται άλλοτε με την απόκρυψη της πραγματικής του ταυτότητας, άλλοτε με την επικάλυψή της μέσω της σωματικής και ρητορικής μεταμόρφωσης. Γενικότερα στην περίπτωση του Οδυσσέα, και όχι μόνον, συγχέονται τα όρια προσωπείου και προσώπου, υπόκρισης και ανυπόκριτης ομολογίας, αληθοφανούς ψεύδους και αλήθειας. Με τη μέθοδο αυτή η Οδύσσεια διευρύνει και περιπλέκει τη θεολογική, ανθρωπολογική, πολιτική και ηθολογική διάσταση της Ιλιάδας όπου οι αντίθετοι όροι και στα τρία αυτά επίπεδα παραμένουν κατά κανόνα διακεκριμένοι και άμεικτοι. Στην Οδύσσεια αντίθετα συμβάλλονται συχνά παραπληρωματικές αντιθέσεις δημιουργώντας αλλεπάλληλα μείγματα, στο εσωτερικό των οποίων μπορεί να διακριθούν ακόμη και αντιφάσεις.

 

Τούτο ισχύει καταρχήν για τον μύθο του έπους, ο οποίος συντίθεται από παραμυθικά, νοβελιστικά και επικά στοιχεία, ενώ συγχρόνως φιλοξενεί φανταστικές αλλά και άκρως ρεαλιστικές μορφές και συμπεριφορές. Αναλόγως περιπλέκεται στο έπος αυτό και το κυρίαρχο μεγάθεμα του νόστου, που διχοτομείται εξαρχής στη θετική και αρνητική εκδοχή του, στο ενδιάμεσο των οποίων αναπτύσσονται τα θέματα της αναζήτησης του ήρωα και των διαδοχικών αναγνωρισμών του. Έτσι ο οδυσσειακός νόστος δοκιμάζεται απαρχής μέχρι τέλους του έπους: ο διπλός στόχος του (η επανάκτηση της βασιλικής εξουσίας και της νόμιμης συζύγου) ταλαντεύεται, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, όχι μόνον πριν αλλά και μετά τη Μνηστηροφονία· απαιτείται η παρέμβαση της Αθηνάς στην τελευταία ραψωδία της Οδύσσειας, για να αποτραπεί εμφύλια σύρραξη στην Ιθάκη. Τούτο σημαίνει ότι το happy end του έπους είναι μάλλον διφορούμενο, αν μάλιστα συνυπολογιστεί η προβλεπόμενη δεύτερη αποδημία του ήρωα, που την έχει προετοιμάσει ήδη εντός της Οδύσσειας η προφητεία του Τειρεσία.

 

Περίπλοκη ελέγχεται και η σχέση του Οδυσσέα με την Πηνελόπη. Στον κύκλο του εξωτερικού νόστου (προτού δηλαδή ο Οδυσσέας πατήσει το πόδι του στην Ιθάκη) ο ήρωας εμπλέκεται ερωτικά ή συναισθηματικά με τρεις γυναικείες μορφές: σε χρονογραφική σειρά, με την Κίρκη, την Καλυψώ και τη Ναυσικά· σε αφηγηματική διαδοχή, με την Καλυψώ, τη Ναυσικά και την Κίρκη. Και οι τρεις αυτές γυναικείες μορφές (δαιμονικές θεές οι δύο, βασιλική κόρη η άλλη) μετατρέπονται καθ’ οδόν από ανασταλτικούς σε προωθητικούς συντελεστές του νόστου, σχηματίζοντας έτσι μια τρίβαθμη κλίμακα, η οποία οδηγεί τελικώς τον Οδυσσέα στην Πηνελόπη.

 

Εξέχουσες οι τρεις γυναίκες μέσα στην Οδύσσεια, εμφανίζονται και αποσύρονται στο πρώτο μισό του έπους. Η Κίρκη ανήκει στο εγκιβωτισμένο αφηγηματικό παρελθόν· η Ναυσικά στο αφηγηματικό παρόν· η Καλυψώ μετέχει άνισα και στους δύο χρόνους. Η απομόνωση του ήρωα στο νησί της Κίρκης δεν ξεπερνά τελικώς τον ένα χρόνο· η καθήλωσή του στο νησί της Καλυψώς υπερβαίνει τα οκτώ χρόνια· η φιλοξενία του στο νησί της Ναυσικάς είναι μόλις τριήμερη. Στο νησί της Κίρκης ο Οδυσσέας φτάνει μαζί με τους εταίρους του. Στα άλλα δύο ύστερα από προηγούμενο συντριπτικό ναυάγιο: μεταξύ Θρινακίας και Ωγυγίας το ένα· μεταξύ Ωγυγίας και Σχερίας το άλλο.

Η ξωθιά Καλυψώ, η φαρμακός Κίρκη, η αδάμαστη παρθένα Ναυσικά, που ευχήθηκε στο μεταξύ να είχε ταίρι της τον Οδυσσέα, συστήνουν το τρίγωνο των παρασυζυγικών σχέσεων του ήρωα. Αν συγκριθούν οι σχέσεις αυτές με τις αντίστοιχες της Ιλιάδας (τη μακροσκοπική της Ελένης με τον Πάρη, τη μικροσκοπική του Αγαμέμνονα με τη Βρισηίδα, που η πρώτη προκαλεί τον τρωικό και η δεύτερη τον ιλιαδικό πόλεμο), αποδεικνύονται τελικώς αποδεκτές και ευάγωγες. Ο ποιητής της Οδύσσειας φαίνεται να ξεπερνά και σε τούτο το κεφάλαιο παραδοσιακού τύπου απαγορευτικές εντολές· αφήνει τον ήρωά του να πέσει στο κρεβάτι μιας νύμφης και μιας μάγισσας, να ομολογήσει το θάμβος του μπροστά στην ομορφιά μιας παρθένας, προτού φτάσει στην Ιθάκη και πλαγιάσει στην κλίνη της πιστής γυναίκας του. Η ερωτική ωστόσο αυτή ελευθεριότητα του Οδυσσέα πραγματοποιείται κάθε φορά σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης· θα έλεγε κάποιος πως είναι υποχρεωτική και, ως ένα σημείο, αναλογεί στους ελιγμούς της Πηνελόπης απέναντι στους μνηστήρες.

 

Στην επιφάνεια του έπους η Πηνελόπη παραμένει, είκοσι χρόνια ολόκληρα, αμετακίνητα πιστή· φαντάζει αντίβαρο της άπιστης Ελένης και της ανδροφονικής Κλυταιμνήστρας. Στο υπέδαφος όμως της Οδύσσειας η Πηνελόπη γίνεται κατά κάποιον τρόπο και ερωτικά διφορούμενη: ανέχεται την παρουσία των μνηστήρων στο παλάτι, γεγονός που προκαλεί και τη μομφή του Τηλεμάχου· έστω μέσα στη μαύρη απελπισία της για τον οριστικό, όπως πιστεύει, χαμό του Οδυσσέα, δεν αποκλείει δεύτερο γάμο με κάποιον από τους μνηστήρες της. Τον αναβάλλει όσο μπορεί· στο τέλος όμως, με τη συναίνεση και του αδιάγνωστου ακόμη νόμιμου άντρα της, τον προκαλεί, επινοώντας το άθλημα της τοξοθεσίας, κυριολεκτικώς στο παρά πέντε. Αυτό το άθλημα βεβαίως θα οδηγήσει στην αποκάλυψη του Οδυσσέα, στην πράξη της μνηστηροφονίας, εφεξής στον αναγνωρισμό του ήρωα από τη γυναίκα του και στην ερωτική τους συγκοίμηση.

 

Υπάρχουν και άλλα παρόμοια στοιχεία μέσα στην Οδύσσεια τα οποία καθιστούν την Πηνελόπη, αναλογικώς προς τον Οδυσσέα, πολύτροπη· και είναι πιθανό, αν όχι βέβαιο, πως το λογοτυπικό επίθετο περίφρων, που συνοδεύει σταθερά το όνομά της, παραπέμπει όχι τόσο στην αδέκαστη φρόνησή της όσο στο ευέλικτο μυαλό της.

 

Τούτο σημαίνει ότι το ζεύγος «Οδυσσέας-Πηνελόπη» δεν είναι, όπως φαίνεται σε πρώτη ματιά, τόσο ετεροβαρές: ενεργητικός και ελευθέριος ερωτικά ο άντρας· παθητική και απόλυτα έμπιστη η γυναίκα. Πρόκειται για ισόρροπη μάλλον συζυγία και σε τούτο το κεφάλαιο. Η διαφορά ανάμεσα στην Πηνελόπη και στην Ελένη, ή και στην Κλυταιμνήστρα, βρίσκεται αλλού· αυτή τιθασεύει τα διαθέσιμα πάθη της, ενώ εκείνες τα άφησαν ατιθάσευτα. Σε τούτο το σημείο λίγο πολύ συμφωνεί η Πηνελόπη με τον Οδυσσέα· ο οποίος αισθάνεται πως πρέπει να περάσει μέσα από τις ερωτικές συμπληγάδες της Κίρκης, της Καλυψώς και της Ναυσικάς για να βρεθεί στην αγκάλη της νόμιμης γυναίκας του.

 

Αν η Οδύσσεια μοιάζει με ενάρετο παραμύθι στην επιφάνειά της, στο βάθος όμως μελετά με τόλμη την ερωτική παθολογία· συμφιλιώνοντας τις παρασυζυγικές εκτροπές με τη συζυγική τροπή. Ζητούμενο είναι να βρεθεί τρόπος ευάγωγος που ευνοεί το πέρασμα από τις πρώτες στη δεύτερη. Τέλος καλό, όλα καλά.

 

Δ. Ν. ΜΑΡΩΝΙΤΗΣ

Ομότιμος καθηγητής Α.Π.Θ

 

 

Μαράκι στις 28 Ιουλίου 2016

Η σύγκριση είναι μια ύπουλη μολυσματική νόσος που διαβρώνει την προσωπικότητα. Ξεκινά από την παιδική ηλικία. Οι γονείς προκειμένου να παραδειγματίσουν και να κινητοποιήσουν τα παιδιά τους, διαρκώς τα συγκρίνουν με άλλα παιδιά.

Το παιδί, ακόμη κι αν πετύχει τον στόχο, νιώθει ευάλωτο. Ο γονιός δεν συνειδητοποιεί τον πόνο που δημιουργεί στο παιδί του. Μπορεί άραγε η αγάπη του γονιού να στηρίζεται σε αντικειμενικά κριτήρια συμμόρφωσης και απόδοσης;

Η σύγκριση αποτελεί μια μόνιμη διαρροή της χαράς και της ικανοποίησης από κάθε επιτυχία. Παραμένει μόνο η κούραση και η πίκρα. Ζητάει να καλύψει κενά του παρελθόντος και έτσι δεν επιτρέπει την ευτυχία στις μικρές πολύτιμες στιγμές του παρόντος.

Η σύγκριση απαγορεύει την ισότιμη λειτουργική σχέση. Αναζητεί κατώτερους, για να καθησυχάζονται και να επιβεβαιώνονται εκείνοι που την οικειοποιούνται.

Η σύγκριση ζει ισόβια με το άγχος των εξετάσεων. Είναι ισόβιος πόλεμος με έναν αόρατο εχθρό. Η χαρά της επιτυχίας χάνεται την αμέσως επόμενη στιγμή, καθώς επικρέμαται διαρκώς η επιβουλή κάποιου αντιπάλου.

Η σύγκριση αρρωσταίνει τους υγιείς. Δημιουργεί ντοπαρισμένους άρρωστους πρωταθλητές. Όταν κανείς μετρά τη ζωή του με γνώμονα την σύγκριση, τότε το βλέμμα του είναι μόνιμα στραμμένο προς τους άλλους. Δεν ικανοποιείται από τα όποια δικά του επιτεύγματα, καθώς το σημαντικό δεν είναι το ίδιο το γεγονός, αλλά η επικράτηση.

Το νερό της όποιας επιτυχίας δεν τον ξεδιψά , γιατί είναι γλυφό. Τελικά ο ανταγωνισμός που δημιουργεί η σύγκριση λειτουργεί ως εθισμός. Ως ναρκωτικό προσωρινά προσφέρει ικανοποίηση, αλλά αμέσως μετά δημιουργεί στερητικά συμπτώματα.

Η αίσθηση αδικίας είναι μονίμως παρούσα στις συγκρίσεις. Από την βαθμολογία και την κατάταξη των παιδιών στο σχολείο, μέχρι την κατάληψη μιας ανώτατης επαγγελματικής θέσης. Η γενικευμένη αυτή στάση βασίζεται στην αντίληψη που ορίζει ότι αν δέχεσαι την καλύτερη αξιολόγηση, το αξίζεις. Αν είναι κάποιος άλλος που αναγνωρίζεται, τότε αδικείσαι, αφού κάτι ύποπτο συνέβη.

Αυτοί που διψούν για αναγνώριση δεν νιώθουν ότι κρίνεται ένα έργο τους, αλλά εισπράττουν την αξιολόγηση ως κρίση του ίδιου του εαυτού τους. Επομένως μια δυσμενής κρίση τους καταρρακώνει και θα πρέπει υποχρεωτικά να την αρνηθούν για ν’ αντέξουν.

Είναι σαν τα μικρά παιδιά που πηγαίνουν χαρούμενα να αναγγείλουν τον καλό βαθμό στους γονείς τους και αυτοί ρωτούν για τους βαθμούς των συμμαθητών, για να κρίνουν αν θα πρέπει να επαινέσουν τα παιδιά τους. Είναι οι ανασφαλείς γονείς που φοβούνται να εκφράσουν απλόχερα τα θετικά τους συναισθήματα προς τα παιδιά τους, με τον φόβο μήπως εκείνα εφησυχάσουν και δεν συνεχίσουν να προσπαθούν.

Πίσω από τις συγκρίσεις μεταξύ αδελφών, ξαδελφών και γνωστών εκφράζονται οι προσωπικές άλυτες εμπλοκές των γονιών. Ο στόχος μπορεί να είναι καλοπροαίρετος, αλλά η μέθοδος απάνθρωπη και τις περισσότερες φορές αναποτελεσματική.

Αν η σύγκριση γίνει στοιχείο της ζωής του παιδιού, τότε μπορεί να του διασφαλίσει σημαντικές διακρίσεις, αλλά και μια βασανιστική ζωή. Η ένταξη των παιδιών στον ανηλεή ανταγωνισμό και επαχθή πρωταθλητισμό δημιουργεί στρέβλωση στην διαμορφούμενη προσωπικότητά τους.

Πολλοί γονείς φορτώνουν τα παιδιά τους. Τα θέλουν πρώτα. Ίσως γιατί αυτοί δεν έγιναν πρώτοι. Τα πιέζουν διαρκώς να διαβάζουν για να πετύχουν. Αλλά όχι μόνο στα μαθήματα. (…………)

Όταν το παιδί δέχεται να παίξει τον ρόλο του κυνηγού της πρωτιάς, υφίσταται τέτοια εσωτερική πίεση που πολλές φορές το καταβάλλει. Θυμάμαι τις έντονες φοβίες και τους τρομερούς νυχτερινούς εφιάλτες κάποιου νεαρού πρωταθλητή γυμναστικής, που κάθε βράδυ έβλεπε ότι έπεφτε από την δοκό.

Ακόμα κι αν τα παιδιά πετυχαίνουν να γίνουν πρωταθλητές, αναπτύσσονται μονομερώς, όπως πχ. συμβαίνει με τις παγκόσμιες πρωταθλήτριες γυμναστικής , που δεν προλαβαίνουν να χαρούν σαν παιδιά, αφού ζουν σε μια ατσάλινη απάνθρωπη πειθαρχία, όπου κάθε επιπλέον θερμίδα είναι απαγορευμένη και το παγωτό ή η σοκολάτα ένα άπιαστο όνειρο.

«Η ισότητα της διαφοράς» ήταν ο τίτλος ενός σημαντικού δοκιμίου, που αναφερόταν στους ισότιμους μα διακριτούς ρόλους της γυναίκας και του άντρα. Αυτό θα μπορούσε να αποτελέσει στόχο της ανατροφής των παιδιών. Όχι μόνο ως προς το φύλο , αλλά και ως προς ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και τις διαφορετικές ικανότητες. Κάθε παιδί δικαιούται αναγνώριση και εκτίμηση κι αυτό δεν προϋποθέτει σε καμία περίπτωση την ύπαρξη κάποιων μετρήσιμων αντικειμενικών επιτυχιών.

Αυτός που κάνει συγκρίσεις για να νιώσει καλά, δεν συνειδητοποιεί ότι θέτει τον εαυτό του σε διαρκή ανασφάλεια. Η σύγκριση είναι μια πληγή διαρκώς ανοιχτή και δεν επουλώνεται. Ανεξάρτητα από το όποιο  αποτέλεσμα, αξιολογείται ως βλαπτική.

Το να είσαι καλύτερος από κάποιον άλλο δεν σημαίνει αναγκαστικά ότι είσαι και όντως καλός. Το να είσαι ο καλύτερος όλων δεν σημαίνει ότι αυτή την ιδιότητα θα την έχεις και την αμέσως επόμενη στιγμή.

Ο στόχος είναι να είσαι καλός σύμφωνα με τον εαυτό σου. Αυτό είναι κάτι που δεν μπορεί να σου το αμφισβητήσει κανείς. Η αίσθηση αδικίας και η διαμάχη είναι άμεσα συνδεδεμένες με την σύγκριση. Αντιλήψεις για τον μοναδικό περιούσιο λαό ή για την μία εκλεκτή φυλή προκάλεσαν καταστροφικούς πολέμους και δημιούργησαν μεγάλες δυστυχίες και αφόρητους πόνους.

Οι οδυνηρές συνέπειες της σύγκρισης δεν περιορίζονται μόνο στο κοινωνικό πεδίο, αλλά δηλητηριάζουν και τις προσωπικές σχέσεις. Όταν η σύγκριση παρεισδύει στις συντροφικές σχέσεις, αυτές μεταβάλλονται σε πεδία άγονων αντιπαραθέσεων και πολεμικών συγκρούσεων. Ο σύντροφος γίνεται ανταγωνιστής, αντίπαλος, εχθρός. Αναλώνονται τεράστια ποσά ενέργειας και επιχειρημάτων προκειμένου να μειωθεί το όποιο χάρισμα, η όποια ικανότητα ή επιτυχία του συντρόφου.

Το πεδίο συγκρούσεων τότε περιλαμβάνει τα πάντα. Την πατρική οικογένεια, τον τόπο καταγωγής, την οικονομική κατάσταση, την εργασία, την εμφάνιση, την ενδυμασία, τη διατροφή, το είδος διασκέδασης, τον τρόπο ανατροφής των παιδιών, το κοσμοείδωλο του άλλου, που ξαφνικά κρίνεται ως ελλιπές κι ανεπαρκές.

«Υπάρχουν και χειρότερα…».  Η μίζερη αμήχανη συμπαράσταση στις δύσκολες στιγμές ενός ανθρώπου, που προτείνει την παρηγοριά βάσει του ότι κάποιος άλλος μπορεί να υποφέρει περισσότερο, είναι μία αντίστροφη σύγκριση που περικλείει όμως όλη τη δυναμική της ανταγωνιστικότητας.

Ένας αυθεντικά ώριμος άνθρωπος που βρίσκεται σε δύσκολες στιγμές, δεν αποζητάει να δυσκολεύονται κι οι άλλοι. Προτιμά να πληροφορείται ευτυχή γεγονότα από τη ζωή τους. Δεν αποζητάει μια ροζ πλασματική πραγματικότητα, όπως σε κάποιες χολιγουντιανές ταινίες, αλλά αυθεντικές στιγμές χαράς που του υπενθυμίζουν αντίστοιχες δικές του.

Η υγιής άρνηση της σύγκρισης δεν αντιστοιχεί στον εφησυχασμό και την μετριότητα. Δεν στοχεύει στην ισοπέδωση και στην απουσία φιλοδοξιών. Δεν κολακεύει τους ράθυμους διεκδικητές της διαρκούς ευχαρίστησης. Δεν ευνοεί την άκοπη απολαβή, την απουσία της αξιοκρατικής κρίσης, την διαρκή αναζήτηση της αλήθειας, την δημιουργική εργασία.

Η υγιής άρνηση της σύγκρισης αντιστοιχεί στην επίτευξη υγιούς άμιλλας σε συνεργατικές σχέσεις. Τα πρόσωπα είναι ανοιχτά να κερδίσουν από τον άλλο. Διαπνέονται από την επιθυμία και την τρυφερή ζήλεια που λαχταρά, δίχως να επιζητεί το κακό του άλλου. Η διαρκής αμοιβαία ανατροφοδότηση με την έκφραση των θετικών συναισθημάτων επιτρέπει το άνοιγμα προς τον άλλο, τη θαυμαστή ευρυχωρία που μόνο κέρδος δύναται να αποφέρει.

Η σύγκριση απαγορεύει την ανάδειξη των διαφορετικοτήτων, καθώς υπάρχει μόνο μια θέση. Τελικά κάθε φορά που υπεισερχόμαστε σε συγκρίσεις, χάνουμε το θεϊκό στοιχείο της μοναδικότητας του προσώπου μας.

Οι εγκλωβιστικοί ρόλοι

Στα πλαίσια μιας ομάδας είναι αναγκαίο να εκχωρούνται στα μέλη ρόλοι, που να συμβάλλουν στη λειτουργία της. Η κατανομή των ρόλων είναι μια σημαντική λειτουργία για την επιβίωση της ομάδας και την εύρυθμη λειτουργία της.

Οι διακριτοί ρόλοι επιτρέπουν την ανάληψη υπευθυνότητας στην ολότητα της ομάδας, αλλά και στις επιμέρους λειτουργίες της.

Ένας ικανός άνθρωπος γνωρίζει να αφουγκράζεται τη διαφορετικότητα κάθε ομάδας στην οποία μετέχει. Αναλόγως καταλαμβάνει άλλοτε την ηγετική θέση και άλλοτε του απλού μέλους.

Τα κλειστά άκαμπτα συστήματα και οι δυσλειτουργικές οικογένειες δεν επιτρέπουν διαφοροποίηση των ρόλων. Αναθέτουν ένα ρόλο σε κάθε μέλος τον οποίο θα πρέπει να το φέρει πάντα, σε βαθμό που να ταυτίζεται με αυτόν.

Η ανάθεση ρόλου δεν σχετίζεται τόσο με την προσωπικότητα του παιδιού, όπως δικαιολογείται εκ των υστέρων, αλλά κυρίως με την φάση της οικογένειας ή της γονικές ανάγκες. Ο ρόλος του μικρού ή του μεγάλου, του αδύνατου ή του δυνατού, του ικανού ή του ανίκανου, του ευαίσθητου ή του αναίσθητου, του αποδιοπομπαίου τράγου ή του διαιτητή.

Η δυσλειτουργία της συντροφικής σχέσης μπορεί να παράγει το παιδί σύντροφο, το παιδί υπεργονιό ή το παιδί εκδικητή. Τότε οι ρόλοι γίνονται έναν καλούπι που σε εγκλωβίζει και σου απαγορεύει να διαφοροποιηθείς και να αναπτυχθείς.

Η ανάθεση ρόλου στο οικογενειακό σύστημα γίνεται με ασυνείδητους μηχανισμούς και επομένως δεν κατανοείται. Ως εκ τούτου ενεργοποιείται η σύγκριση και η υποτίμηση των μελών που έχουν αναλάβει τους πιο δυσλειτουργικούς ρόλους, που θεωρούνται ως δική τους επιλογή.

Οι ταμπέλες καταγράφονται με ανεξίτηλο μελάνι. Παιδιά που έχουν προσλάβει τις φανερές και τις αφανείς αγωνίες της οικογένειας, καταγράφονται ως φοβικά. Παιδιά που έχουν εξαφανίσει τις επιθυμίες τους, προκειμένου να μη δυσκολεύουν τους γονείς τους κατακρίνονται ως δειλά ή ψυχαναγκαστικά. Παιδιά που έχουν απορροφήσει τις οικογενειακές εντάσεις, κατατάσσονται ως διαταρχτικά.

Είναι άδικο κάποιος να παραμένει για πάντα μικρός και ανώριμος για τους δικούς του, ενώ εξίσου άδικο είναι κάποιος άλλος να έχει αναλάβει να είναι μεγάλος από τη νηπιακή του ηλικία.

Είναι άδικο κάποιος να καταγράφεται ως αδιάφορος και να το αποδέχεται, ενώ είναι επίσης άδικο κάποιος άλλος να χρεώνεται το ευαίσθητος.

Η αδικία από την ταύτιση με τους άκαμπτους ρόλους είναι συγκλονιστική, καθώς , αν δεν αμφισβητηθούν, θα οδηγήσουν σε ισόβια δεσμά.

Καθοριστικό στοιχείο μιας ψυχοθεραπείας αποτελεί η κατανόηση του ρόλου που το πρόσωπο είχε αναλάβει στα πλαίσια του οικογενειακού του συστήματος και η απελευθέρωσή του από αυτόν.

Αντίθετα, η μη αναγνώριση του ρόλου οδηγεί στην αναπαραγωγή του και εκτός οικογενειακού πλαισίου. Επομένως τείνει να ταυτίζεται με την προσωπικότητα. Το προσωπείο δηλαδή απορροφά το πρόσωπο. Η μονομερής ταύτιση με ένα ρόλο αποτελεί αδικία, γιατί ταυτίζεσαι μόνο με κάποιες πλευρές σου, ενώ οι άλλες παραμένουν απαγορευμένες.

Α-δυναμίες

Η αδυναμία σε κάποιο αγαπημένο πρόσωπο συνιστά μια ξεχωριστή σχέση που το διακρίνει από τους άλλους. Η αδυναμία εκφράζεται με μια ειδική μεταχείριση και με την παροχή ιδιαίτερης φροντίδας.

Οι λόγοι που ένας γονιός έλκεται από κάποιο παιδί ιδιαίτερα και το ξεχωρίζει από τα άλλα, αφορούν ασυνείδητες εμπλοκές που δεν έχει επιτύχει να επιλύσει στην προσωπική του ζωή.

Η επιλογή μπορεί να έχει να κάνει με το φύλο. Με την αισθητική. Με την εξυπνάδα. Με την ομοιότητα με κάποιο συγγενικό ή άλλο πρόσωπο. Με προσωπικές ταυτίσεις. Με κάποιο χαρακτηριστικό της προσωπικότητας.

Τα στοιχεία που οδηγούν στην αίσθηση αδυναμίας ποικίλλουν, αλλά η εμπλοκή είναι πάντα παρούσα, καθώς περιέχει ταυτίσεις που απαγορεύουν την διαφοροποίηση του παιδιού.

Η αδυναμία κατανοείται ως μια ιδιαίτερη προστασία, ώστε το παιδί να διευκολυνθεί, να μην έλθει σε επαφή με τα δύσκολα. Πρόκειται για μια καλοπροαίρετη αλλά μυωπική θεώρηση, που δεν αντιλαμβάνεται το μέγεθος της βλάβης που προκαλεί στο αντικείμενο της αγάπης. Η στάση αυτή είναι οφθαλμοφανώς αντιληπτή από τους τρίτους , αλλά δύσκολα αναστρέψιμη.

Ο γονιός , για δικούς του ασυνείδητους λόγους, μεγαλώνει το παιδί του κατά τρόπο που να μη δυσκολευτεί, με αποτέλεσμα να δυσκολεύεται όταν είναι ενήλικος.

Μια πιο προσεκτική μελέτη αποδεικνύει ότι ο γονιός που υπερπροστατεύει, είναι ο ίδιος που δυσκολεύεται σε αντίστοιχες καταστάσεις και επομένως προστατεύει ένα δικό του ανασφαλές στοιχείο. Ο γονιός που συμπεριφέρεται με αυτόν τον τρόπο είναι πεπεισμένος ότι μια διαφορετική στάση, πιο ισορροπημένη, ισοδυναμεί με συναισθηματική εγκατάλειψη του παιδιού του.

Στην προσπάθειά μου να εξηγήσω σε κάποιους γονείς την αναγκαιότητα να αναπτύξει το παιδί τις δεξιότητες, ώστε να αντιπαρέρχεται μόνο του, από μικρό, τις δύσκολες καταστάσεις, τους παραθέτω το παράδειγμα του εμβολιασμού.

Τους ρωτώ αν έκαναν εμβόλια στα παιδιά τους από την βρεφική ηλικία. Οι γονείς απαντούν, βεβαίως, καταφατικά. Στη συνέχεια τους ρωτώ ποια στοιχεία περιέχει το εμβόλιο με κοιτούν με βεβαιότητα κι απαντούν ‘’αντισώματα’’. Άνθρωποι με καλή μόρφωση, παρασυρμένοι από το συναίσθημά τους, ξεχνούν την στοιχειώδη γνώση ότι τα εμβόλια περιέχουν εξασθενημένα μικρόβια. Οι γονείς οφείλουν να συνειδητοποιήσουν ότι σημαντικός στόχος στην ανατροφή του παιδιού τους είναι ή ανάπτυξη ενός ικανού ψυχικού ανοσοποιητικού συστήματος.

Την ίδια ώρα που κάποιοι γονείς παιδιών με σωματική ή νοητική αναπηρία τα ασκούν ασταμάτητα, ώστε να αναπτύξουν τις όποιες ικανότητες τους και να μπορέσουν να αντεπεξέλθουν στη ζωή, κάποιοι άλλοι γονείς υπερπροστατεύουν ένα υγιές παιδί με αποτέλεσμα να το μεταλλάσσουν σε ένα τραγικά ανάπηρο άτομο.

Το παιδί τελικά πληρώνει την αδυναμία των γονιών του προς αυτό, με το να αδυνατεί να σχετισθεί ισότιμα με συμμαθητές, φίλους και αδέλφια. Αυτή η αδυναμία επεκτείνεται αργότερα στη σχέση με τον σύντροφο και με τους συναδέλφους. Τελικά, μη μπορώντας να κατανοήσει την δική του ανεπάρκεια, κατηγορεί όλους τους άλλους ότι δήθεν τον αδικούν.

Είναι εκπληκτικά εντυπωσιακός ο τρόπος, με τον οποίο κάποιος που έχει βιώσει αυτή τη χαριστική στάση, τη θεωρεί ως δεδομένη και αυτονόητη. Θεωρεί ότι όλοι θα πρέπει να του συμπεριφέρονται όπως η μαμά του και να του χαρίζονται. Επομένως απαιτεί την ίδια χαριστική συμπεριφορά απ’ όσους σχετίζονται μαζί του. Διαφορετικά, νιώθει ριγμένος, αδικημένος και αγανακτισμένος με τους άλλους που δεν καταλαβαίνουν.

Η στάση αυτή είναι ένα μαρτύριο για τα αδέλφια τους. Αφενός μεν υπέστησαν την στέρηση και την αδικία από τους γονείς τους στο παρελθόν, αφετέρου θα πρέπει να ανέχονται τις απαιτήσεις των αδελφών τους, όταν οι γονείς τους δεν θα είναι στη ζωή. Τότε ωθούνται είτε στην επανάληψη της γονικής στάσης με το να βρίσκονται στην διαρκή υπηρεσία του αδελφού τους, είτε στη διακοπή της ανυπόφορης αδελφικής σχέσης.

Οι εκφράσεις «καλομαθημένο» και «κακομαθημένο» παιδί αντιστοιχούν ακριβώς στο ίδιο περιεχόμενο, αλλά σε διαφορετική χρονική περίοδο.

Το παιδί της γονικής αδυναμίας είναι αυτός που τελικά θα πάρει τα περισσότερα στην κληρονομιά, αλλά επίσης αυτό που θα έχει εφοδιαστεί με τις λιγότερες δεξιότητες για να μπορεί να διαχειριστεί τη ζωή του. Του έχουν κλέψει τα παιδικά του χρόνια. Έχει μάθει να υπάρχει στο περιβάλλον του προστατευμένου θερμοκηπίου. Όταν έρχεται κάποια στιγμή που εκείνοι που το προσέφεραν παύουν να υφίστανται, νιώθει ανίκανος να αντεπεξέλθει στις νέες καταστάσεις.

Είναι η κατηγορία των τραγικών ξεπεσμένων ευγενών. Έχουν απολέσει τις περιουσίες τους, αλλά περιφέρονται στις δεξιώσεις με επιτηδευμένο ύφος που προσπαθεί να περισώσει τα ράκη της τραγικής τους ανεπάρκειας. Αντίστοιχοι ξεπεσμένοι πρίγκιπες μπορεί να προέρχονται από χαμηλότερες οικονομικά τάξεις.

Η υπαρξιακή προσέγγιση που καταγράφει την ανθρώπινη πορεία στο βάθος του χρόνου σημειώνει ότι τραγικά χαμένος δεν είναι αυτός που οι γονείς και η ζωή δεν του χαρίστηκαν στο ξεκίνημά του, αλλά το αντίθετο.

Στη διάρκεια της ψυχοθεραπείας με μια αντιστροφή της συνήθους αντίληψης φανερώνεται ότι ο δήθεν ευνοημένος έχει ουσιαστικά αδικηθεί. Αντίθετα, ο αδικημένος από τους γονείς –αν ο ίδιος δεν αδικήσει τον εαυτό του με το να επιτρέψει το παράσιτο του παράπονου να του στερήσει τη ζωή- θα είναι ο ικανός για το όμορφο, αλλά απαιτητικό παιγνίδι της ζωής.

 

Δημήτρης Καραγιάννης, Παιδοψυχίατρος-Ψυχοθεραπευτής

«Η αδικία που πληγώνει», εκδόσεις Αρμός

φωτ.: Νέκτη Σταμέλου

Πηγή: omada-aerostato /http://www.o-klooun.com

Γιάννα στις 12 Ιουνίου 2016

Κύριε Καφάτο, τι είναι η συνειδητότητα; Πώς μπορούμε να μετρήσουμε, να ποσοτικοποιήσουμε και να εξηγήσουμε τη σχέση ανάμεσα στη συνειδητότητα και στην πραγματικότητα; «Η συνειδητότητα είναι μια άλλη λέξη για την πραγματικότητα. Η συνειδητότητα είναι η θεμελιακή πραγματικότητα, η βάση κάθε ύπαρξης. Αυτή η προσέγγιση είναι συμβατή με τις πνευματικές παραδόσεις της Ανατολής και της Δύσης, αλλά και με τα ευρήματα της κβαντικής θεωρίας. Καθώς, όμως, αποτελεί τη θεμελιακή πραγματικότητα, δεν μπορεί να μετρηθεί ως ένα εξωτερικό αντικείμενο. Συνάγουμε ότι υπάρχει από τη συνολική ανθρώπινη εμπειρία, η οποία περιλαμβάνει και την επιστήμη».

Το Μέγαρο Μουσικής μάς πληροφορεί πως θα μιλήσετε για τη «βαθιά πραγματικότητα» (deep reality) που βρίσκεται πίσω από τους νόμους της φύσης. Ποια είναι αυτή η «βαθιά πραγματικότητα»; «Η λεγόμενη «βαθιά πραγματικότητα» και η συνειδητότητα είναι το ίδιο πράγμα. Στη διάλεξη θα παρουσιαστούν επιχειρήματα που θα πείθουν πως όχι μόνο το παραπάνω είναι ένα λογικό συμπέρασμα, αλλά και ότι είναι ο μόνος τρόπος για να «συνειδητοποιήσουμε» τη συνειδητότητα στο πλαίσιο της ανθρώπινης εμπειρίας».

Θα λέγατε ότι θραύσματα αυτής της «βαθιάς πραγματικότητας» έχουν κωδικοποιηθεί μέσα σε πανάρχαιους κώδικες γνώσης όπως είναι οι γλώσσες και οι θρησκείες; «Οι θρησκείες και οι γλώσσες δεν αντιπροσωπεύουν μόνο θραύσματα, αλλά ολόκληρο τον κώδικα. Ολόκληρος ο κώδικας είναι αυτή η πραγματικότητα. Ωστόσο, το ανθρώπινο μυαλό, για διάφορους λόγους, προσλαμβάνει μόνο μια μερική εικόνα και αυτό είναι γνωστό ως «μερική κατανόηση»».

Εάν η συνειδητότητα είναι ένα αιώνιο και άφθαρτο πεδίο που αλλάζει εκδηλώσεις, αλλάζει μορφές εις το διηνεκές, τότε δεν υπάρχει θάνατος, αλλά μια αδιάκοπη μεταβολή της συνειδητότητας από μορφή σε μορφή και από εκδήλωση σε εκδήλωση, μέσα στο Σύμπαν των πολλών διαστάσεων… «Υπάρχει ο θάνατος για το φυσικό σώμα. Εάν τα πάντα σχετίζονται με το φυσικό σώμα, τότε οι συνέπειες είναι μάλλον θλιβερές. Αλλά εάν η συνειδητότητα βρίσκεται μέσα, αλλά και πέρα από το φυσικό σώμα, τότε, ναι, δεν υπάρχει θάνατος. Υπάρχουν μόνο, όπως σωστά λέτε, μεταμορφώσεις του υπαρκτού σε μια πολυεπίπεδη πραγματικότητα μέσα στο πολυδιάστατο Σύμπαν…».

Από τη «βαθιά πραγματικότητα» ας μετακινηθούμε για λίγο στη «βαθιά μάθηση» (σ.σ.: αναφερόμαστε στο «deep learning» - πρόκειται ουσιαστικά για την επαναστατική τεχνολογία ενεργοποίησης και αυτόνομης διαρκούς ενίσχυσης της νοημοσύνης μηχανών προικισμένων με τεχνητή νοημοσύνη, που έχει εγείρει ανησυχίες για τη δημιουργία ενός γένους μηχανών οι οποίες θα εξελιχθούν σε ανεξέλεγκτες διάνοιες ικανές να εξαφανίσουν τον άνθρωπο). Πιστεύετε ότι η εκθετική αύξηση της νοημοσύνης των μηχανών μπορεί να μας οδηγήσει σε μια εποχή στην οποία έξυπνα ρομπότ θα μπορούν να εκμεταλλευτούν τους «ανέμους της συνειδητότητας», θα μπορούν δηλαδή να σκεφτούν και να διαμορφώσουν «κβαντικά» το μέλλον με βάση τις δικές τους αναμονές και παρατηρήσεις και μάλιστα πολύ καλύτερα από εμάς, με αποτέλεσμα να καταλήξουν σε έναν κόσμο που δεν θα μας περιλαμβάνει; «Οι μηχανές στις οποίες αναφέρεστε είναι απολήξεις του εαυτού μας και, συγκεκριμένα, απολήξεις των αισθήσεών μας. Δεν είναι ανεξάρτητες. Δεν πρέπει να ανησυχούμε μήπως κάποια μορφή έξυπνων μηχανών καταλάβει τη Γη. Εκτός, βεβαίως, αν αυτό είναι που θέλουμε…».

Στο βιβλίο σας «Το μη τοπικό Σύμπαν» («The Non-Local Universe») έχετε υποστηρίξει την άποψη ότι η φυσική πραγματικότητα δεν είναι «τοπική» (σ.σ.: με την επιστημονική φράση «μη τοπική πραγματικότητα» ο συγγραφέας εννοεί πως σύμφωνα με την κβαντική θεωρία η πραγματικότητα, η οποία περιλαμβάνει το σώμα, όπως και τις σκέψεις μας, έχει τις «ρίζες» της σε άλλες διαστάσεις που μπορεί να εκτείνονται ακόμη και ως την άκρη του Σύμπαντος). Εάν αυτή η μη τοπική πραγματικότητα είναι η περίφημη «συνειδητότητα» και αν, όπως είπατε, όλα έχουν τις ρίζες τους στη λεγόμενη «συνειδητότητα», τότε η κατοχή των κλειδιών της συνειδητότητας μπορεί να επηρεάσει τα πάντα, από τις θεραπείες των ασθενειών, έως τη συγχρονικότητα ή την τύχη στην καθημερινή ζωή. Ποια είναι, λοιπόν, αυτά τα «κλειδιά»; «Θα συζητήσουμε στο Μέγαρο για αυτά τα «κλειδιά». Ουσιαστικά, δεν πρόκειται για κάτι σπάνιο και εξεζητημένο, αλλά για πράγματα πολύ συγκεκριμένα και παρόντα στην καθημερινή ζωή, στην πνευματικότητα, αλλά και στην επιστημονική πρακτική. Δεν είναι μυστηριώδη. Απλώς δεν τους δίνουμε σημασία».

Διάβασα, τέλος, ότι θα συνεργαστείτε με τον διάσημο συγγραφέα βιβλίων αυτοβοήθειας και πνευματικής αφύπνισης Ντίπακ Τσόπρα στη συγγραφή ενός νέου βιβλίου που θα έχει τον τίτλο «Creative Cosmos». Ποιο θα είναι το βασικό μήνυμα αυτού του βιβλίου; «Το μήνυμά μας θα είναι «Εσύ είσαι το Σύμπαν». Τόσο απλά!».

 

Η διάλεξη του καθηγητή Μηνά Καφάτου, με τίτλο «Επιστήμη, συνειδητότητα και άνθρωπος: Πώς η σύγχρονη επιστήμη συναντά την αρχαία φιλοσοφία», θα γίνει την Πέμπτη 9 Ιουνίου στις 19.00, στο Megaron Plus. Θα μιλήσουν ακόμη ο αναπληρωτής καθηγητής Αστροφυσικής του Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Μάνος Δανέζης και ο πρόεδρος της Ενωσης Ελλήνων Φυσικών κ. Στράτος Θεοδοσίου. Συντονίζει ο ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Πατρών κ. Ηλίας Κούβελας. Είσοδος ελεύθερη με δελτία προτεραιότητας, η διανομή των οποίων αρχίζει στις 17.30.

 

* Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino την Κυριακή 5 Ιουνίου 2016

 

 

 

 

Διαβάστε το υπέροχο κείμενο του κορυφαίου ψυχίατρου Καρλ Γιούνγκ, στο οποίο αναλύει πώς ο γονεϊκός ρόλος επηρεάζει τη δημιουργία της προσωπικότητας του παιδιού, αλλά και την ψυχοσύνθεσή του.

«Για να κατανοήσουμε την προστατευτική ενέργεια των δύο γονέων, ας χρησιμοποιήσουμε την αναλογία της φωλιάς των πουλιών.

Η φωλιά των πουλιών αποτελείται από δύο μέρη:

  • Το έξω στρώμα είναι σκληρό, συμπαγές, δομημένο από πιο σκληρά υλικά, κομμάτια ξύλο, πετρούλες, λάσπη κλπ., που αποτελούν ένα συγκεκριμένο οικοδόμημα που επιτρέπει στη φωλιά να αντέχει στις καιρικές συνθήκες, να είναι στερεή και ασφαλής. Μηχανισμός που φέρνει δομή στο αδόμητο.
  • Το εσωτερικό στρώμα είναι πιο μαλακό, φτιαγμένο από πούπουλα κι άλλα μαλακά υλικά. Είναι το μητρικό πλαίσιο.

Το έξω είναι ο πατέρας, το μέσα η μητέρα.

Ένα παιδί μεγαλώνει και αναπτύσσεται μέσα στη μήτρα της μητέρας και εκεί προστατεύεται από τις απαιτήσεις και ιδιαιτερότητες του έξω κόσμου. Μετά τη γέννα, μέχρι να αυτονομηθεί το παιδί χρειάζεται ακόμα την προστασία της μητέρας.

Εδώ έρχεται ο πατέρας, μέσα από την καλή σχέση μεταξύ τους, να βοηθήσει το παιδί να χαλαρώσει τους δεσμούς του με την μητέρα και να αρχίσει τα δικά του βήματα στον κόσμο, να αναπτύξει την αυτοεκτίμησή του, την εμπιστοσύνη στις δυνάμεις του και να αυτονομηθεί από την μητέρα. Υπό την προστασία του πατέρα το παιδί εξερευνά τον έξω κόσμο, έτσι ώστε να μην παλινδρομήσει στην ενδομήτρια εμπειρία.

Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΕΝΕΡΓΟΠΟΙΕΙ ΣΤΟΝ ΓΙΟ ΤΗΝ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΕΙΔΟΥΣ ΤΟΥ

Ανεξάρτητα από το φύλο του παιδιού, ο πατέρας στην αρχή της ζωής του παιδιού, είναι η πηγή της προστασίας από τις δυνάμεις της παλινδρόμησης. Βοηθά να δομήσει το παιδί τα όριά του, την ταυτότητά του, λύνοντας το συμβιωτικό στάδιο με την μητέρα, να έχει αίσθηση του εαυτού του, να λέει ναι ή όχι, τόσο στον έξω κόσμο, όσο και στον κόσμο των ενστίκτων και των επιθυμιών.

Η αρσενική αρχή είναι αυτή που βοηθά τον άνθρωπο να εδραιώσει τα όριά του, να βρεί την ταυτότητά του και αυτή η αρσενική δύναμη επίσης, (animus), φέρει τη θηλυκή αρχή έξω στον κόσμο, για να εκφραστεί. Ο γάμος αυτών των δύο αρχών επιφέρει την ισορροπία και την αρμονία.

Ο πατέρας δημιουργεί ένα ασφαλές μέρος για το παιδί που έχει γεννηθεί, στη θέση της ασφάλειας που το παιδί βίωνε στην μήτρα. Μεγαλώνοντας το παιδί, το βοηθά να διαπραγματευθεί με τον έξω κόσμο και να δομήσει την δική του Persona.

Η δημιουργία της Persona γίνεται σιγά σιγά από τα υλικά των γονεϊκών αξιών. Το πρώτο πρότυπο της διαμόρφωσης του εγώ είναι να συμπεριφερθώ με τον τρόπο που προσδοκούν οι γονείς μου.

Έτσι, η πρώτη persona, είναι οι συλλογικοί πολιτιστικοί κώδικες συμπεριφοράς και κρίσεων αξιών που εκφράζονται και μεταδίδονται από τους γονείς.

Στην πορεία της φυσιολογικής ψυχολογικής ανάπτυξης, πρέπει να υπάρξει μια διαφοροποίηση ανάμεσα στο εγώ και στην persona. Το παιδί χρειάζεται να συνειδητοποιήσει ποιο είναι ξέχωρα από τις εξωτερικές συλλογικές απαιτήσεις της κοινωνίας. Να γίνει ένα άτομο που έχει τις δικές του ιδέες και τον δικό του κώδικα συμπεριφοράς και ταυτόχρονα να ζει στον κόσμο και να προσαρμόζεται στις συλλογικές νόρμες. Αν δεν επιτευχθεί κάτι τέτοιο, εμφανίζεται ένα ψευδο-εγώ και ο άνθρωπος ταυτίζεται με τον ρόλο του.

Η persona δεν πρέπει να είναι υπερβολικά άκαμπτη ή λαμπρή γιατί αυτή η υπερβολή θα οδηγήσει στην δημιουργία μιας πιο σκοτεινής σκιάς.

Αν λοιπόν είμαστε μόνο persona, τότε δεν είμαστε γνήσιοι, γιατί δεν έχουμε επαφή με τον εσωτερικό, πραγματικό εαυτό μας. «Ο άνθρωπος -persona είναι τυφλός και δεν βλέπει την εσωτερική του πραγματικότητα, ακριβώς όπως ο άνθρωπος που δεν έχει καθόλου persona είναι τυφλός και δεν βλέπει την πραγματικότητα του κόσμου.»

C. Jung

πηγή : http://yolife.gr

Μαράκι στις 26 Μαΐου 2016

TERRI APTER
Δύσκολες μητέρες
μτφρ. – πρόλογος: Ευαγγελία Ανδριτσάνου
εκδ. Αρμός

«Θέλω τη μαμά μου», ακούγεται ένα συνεχές κλάμα παιδιού από το απέναντι μπαλκόνι. Η ώρα κυλάει και κανείς δεν φαίνεται να μπορεί να ανακόψει το εναγώνιο κλάμα του μικρού παιδιού που έχει εντοπίσει τι θέλει για να ηρεμήσει.

Αυτό το κλάμα μπορεί να στοιχειώσει για πάντα τις ζωές των ανθρώπων. Οι ιστορίες αυτών που πόνεσαν διότι έχασαν σε έναν βαθμό ή ολοκληρωτικά τη μητρική αγάπη είναι δυστυχώς πολλές. Τα γραφεία των κάθε λογής «ψυ» είναι γεμάτα από αφηγήσεις που τσακίζουν κόκαλα. Ενας παλιότερος ασθενής μου όταν ταξίδευε στο παρελθόν του έλεγε ότι «9 στις 10 στιγμές θυμάμαι μόνο κακά πράγματα από τη μητέρα μου. Επινε, μας χτυπούσε, φώναζε. Για πολλά χρόνια κατηγορούσα το αλκοόλ ότι κατέστρεφε μια άγια γυναίκα». Μια άλλη γυναίκα περιέγραφε τον φόβο της, «δεν μας χτυπούσε ποτέ, αλλά το βλέμμα της έβγαζε φωτιές». Ενας τρίτος ένιωθε ότι η μητέρα του ήθελε να τον καταβροχθίσει. Αρκετές είναι και οι περιπτώσεις των παιδιών «αξεσουάρ». «Η μητέρα μου με επιδείκνυε, με έβγαζε σε διαφημίσεις, ήμουν τόσο όμορφο κοριτσάκι. Η μητέρα μου πρέπει να με αγαπούσε πολύ. Απλώς δεν με άφηνε να κάνω ποτέ κάτι δικό μου ή δεν της άρεσα όταν άρχισα να παχαίνω και με απέρριπταν οι διαφημιστικές», ισχυρίζεται μια πενηντάχρονη γυναίκα με διατροφικές διαταραχές.

Ο μύθος της μάνας

Αυτό το δύσκολο θέμα πραγματεύεται το βιβλίο της ψυχολόγου Terri Apter, που κυκλοφόρησε πριν από λίγους μήνες από τις εκδόσεις Αρμός, σε μετάφραση της Ευαγγελίας Ανδριτσάνου. Η συγγραφέας εκτός από την επιστημονική σκευή και την πολυετή έρευνα που έχει κάνει γύρω από τη μητρότητα και τις δύσκολες όψεις της έχει ως αφετηρία τη δική της δύσκολη παιδική ηλικία. Οπως πολύ θαρραλέα καταθέτει η ίδια στο τρίτο κεφάλαιο, εμπνευσμένη από τη δύσκολη σχέση που είχε και ο Irvin Yalom με τη μητέρα του, υπήρξε παιδί μιας πολύ θυμωμένης μητέρας όπου τα πάντα ήταν εύθραυστα και αβέβαια στη σχέση. Μεγαλώνοντας και κάνοντας τα δικά της παιδιά, η Apter συνειδητοποίησε ότι υπάρχουν μερικές μαμάδες που δεν είναι σαν τις άλλες. Δεν ανήκουν στην κατηγορία των προσαρμοστικών, ανοιχτών, ενσυναισθητικών μητέρων. Δεν ανήκουν στην κατηγορία των «good enough mothers», έναν όρο που περιέγραψε ο Βρετανός ψυχαναλυτής Donald Winnicott, θέλοντας να ορίσει την επάρκεια της μητρικής φροντίδας, που δεν χρειάζεται να έχει χαρακτηριστικά τελειότητας αλλά ουσιαστικές ποιότητες.

Πέντε κατηγορίες

Η Terri Apter συγκέντρωσε σε πέντε μεγάλες κατηγορίες τις δυσλειτουργικές μαμάδες. Τις μαμάδες που χωρίς να το θέλουν πολλές φορές παράγουν στρεβλώσεις, δημιουργούν προσωπικότητες ανασφαλείς και φοβισμένες, άδειες ψυχικά, χειριστικά παιδιά ή μεγαλωμένα πριν την ώρα τους. Δίνει ένα συγκεκριμένο ορισμό του τι σημαίνει να είσαι δύσκολη μητέρα, προς αποφυγή κάθε παρεξήγησης με το πλαίσιο του φυσιολογικού. «Δύσκολη μητέρα είναι αυτή που φέρνει αντιμέτωπο το παιδί της με το εξής δίλημμα: ή θα αναπτύξεις σύνθετους και περιοριστικούς μηχανισμούς αντιμετώπισης, για να διατηρήσεις μια σχέση μαζί μου με τους δικούς μου όρους ή θα υποστείς γελοιοποίηση, απαξίωση ή απόρριψη». Περιγράφει νευρολογικά πώς η μητρική συμπεριφορά επηρεάζει τον φλοιό του εγκεφάλου, αλλάζοντας το εμπειρικό αποτύπωμα, αλλάζοντας τις σκέψεις για τον εαυτό και για τον κόσμο. Δυστυχώς ή ευτυχώς, η μητέρα ασκεί τεράστια επιρροή. Δεν είναι ένα απλό πρόσωπο στην οικογένεια, είναι επιφορτισμένη με πλείστες συνειδητές και ασυνείδητες λειτουργίες, χρέη, ευθύνες. Είναι το πιο φορτισμένο συγκινησιακά πρόσωπο. Είναι αυτό που καθορίζει τη ματιά που έχουμε για τον κόσμο. Γι’ αυτό όταν είναι επαρκής, οι άνθρωποι πατάνε πάνω της και πορεύονται, όταν αυτή η σχέση πάσχει, τότε το υποκείμενο παλεύει με αρκετές δυσκολίες.

Η πρώτη κατηγορία είναι η θυμωμένη μητέρα. Η δεύτερη είναι η εξουσιαστική, η τρίτη, η ναρκισσιστική μητέρα, τέταρτη, η μητέρα που φθονεί. Και τέλος, η συναισθηματικά μη διαθέσιμη μητέρα. Μπορεί κάποια μητέρα να έχει περισσότερα από ένα χαρακτηριστικά ή οι κατηγορίες να αλληλοδιαπλέκονται. Οι ταξινομήσεις πάντα χρειάζονται για να βάλουν μια αρχική τάξη σε ζητήματα σκιώδη και επώδυνα όπως είναι αυτό της μητρικής αποστέρησης.

Πολύ συχνά ακούω νέες γυναίκες να παραπονιούνται ότι πέφτουν τα βάρη όλα πάνω τους άπαξ και κάνουν παιδιά. Είναι γεγονός ότι ο μητρικός ρόλος είναι βαρύς και δύσκολος, καμιά φορά και άδικος, ρόλος αλλά και τόσο γεμάτος από ζωή. Είναι ο μόνος ρόλος που μεγαλώνεις παιδιά και μεγαλώνουν αυτά εσένα. Η μητρότητα, όμως, για κάποιες γυναίκες δεν είναι περίπατος. Είναι μια επώδυνη λειτουργία. Γιατί είναι γεγονός ότι όσο και να διαβάσουμε, όσο και να μορφωθούμε, γινόμαστε οι μητέρες που είχαμε. Και τι μάνα είχε ο καθένας από εμάς, εναπόκειται στη σφαίρα του τυχαίου. Η συνειδητοποίηση, όμως, αυτών που μας δυσκολεύουν καθώς και η θεραπεία είναι οι μόνοι τρόποι που μπορούν να κάνουν αυτόν το δρόμο τον λιγότερο ταξιδεμένο, έναν δρόμο που στο τέλος μας γυρίζει με ασφάλεια σπίτι.

Στον πλανήτη των διεθνών σταρ

Madonna. Ο γιος της Rocco δεν θέλει να μείνει μαζί της, ενώ με την κόρη της Lourdes αντιμετωπίζει διάφορα προβλήματα, παρόλο που δείχνει πιο κοντά στη σφαίρα της επιρροής της. Και τα δύο παιδιά ομολογούν πως βαρέθηκαν τα «διπλά» μηνύματα της μάνας τους.

Kris Jenner. Η μαμά των περιβόητων Καρντάσιανς. Την έχουν κατηγορήσει πολλές φορές για την απληστία της αλλά και την κατάντια της οικογένειάς της.

Dina Lohan. Η μαμά της Lindshay έχει πολλές ομοιότητες με την Jenner. Τα αποτελέσματα δυστυχώς είναι ορατά στην κόρη της.

Kate Moss. Το γοητευτικό μοντέλο συνεχίζει την πάρτι ζωή, με sex, drugs & rock ’n’ roll, ενώ είναι η μητέρα ενός κοριτσιού.

Courtney Love. Η χήρα του Cobain, σύμφωνα με τις ομολογίες της ίδιας της κόρης της Frances Bean, ήταν μια ανεπαρκής εξαρτημένη από ναρκωτικές ουσίες μητέρα.

Nancy Aniston. Η μαμά της Jennifer από ιδιοτέλεια έβγαλε τα άπλυτα της κόρης της στη φόρα, ενώ η ίδια η ηθοποιός ομολόγησε ότι «η μητέρα μου είναι το τελευταίο κομμάτι αρρώστιας στη ζωή μου».

 

πηγή : http://www.kathimerini.gr

 

Από τηνΙωάννα

Ο​​ι λέξεις ζωή και θάνατος, πριν από κάθε άλλη παράπλευρη σημασία, παραπέμπουν στη βιολογική φαινομενικότητα: Διαστέλλουν το έμβιο υπαρκτό από την άβια ύλη.

Bέβαια, η πρωταρχική αυτή διαστολή προϋποθέτει νόηση και κρίση: είναι δυνατή μόνο στο λογικό υποκείμενο. Tο λογικό υποκείμενο έχει συν-είδηση (ενιαία «είδηση», συμπεριληπτική όλων των ειδητικών του παραστάσεων, αλλά και των νοητικά-κριτικά επεξεργασμένων εικόνων – ιδεών – εννοιών) της πραγματικότητας τόσο των έμβιων όσο και των άβιων υπαρκτών. Mπορεί να ξεχωρίσει το λογικό υποκείμενο και να δηλώσει (με τη γλωσσική σημαντική) το υπαρκτό από το ανύπαρκτο – το υπαρκτό από το όχι πια ή όχι ακόμα υπαρκτό.

Mπορεί επομένως το υποκείμενο να διαστείλει το ζωντανό από το άζωο, τη ζωή από τον θάνατο. Λέμε ζωή την ενεργό ύπαρξη, το γίγνεσθαι (τη μορφική –τουλάχιστον– μεταβλητότητα) της ύπαρξης, παθητική ή ενεργητική μεταβλητότητα. Kαι λέμε θάνατο την απόσβεση των ενεργών δυνατοτήτων ύπαρξης του βιολογικού ατόμου, τον υπαρκτικό μηδενισμό του, την οργανική του διάλυση και οριστική εξαφάνιση.

Mια τρίτη διάκριση που επιβάλλει η συνείδηση της ζωής και του θανάτου, είναι να διαστέλλουμε το είναι από το φαίνεσθαι. O Mότσαρτ δεν ζει πια, όμως είναι ενεργά υπαρκτός (παραμένει ενεργός υπαρκτική ετερότητα) στη μουσική του δημιουργία. Oποιος ξεχωρίζει (σχετίζεται, αγαπάει) τη μοναδικότητα της μουσικής του, γνωρίζει τον Mότσαρτ (την ύπαρξή του, το είναι του), ασυγκρίτως πληρέστερα και εναργέστερα από κάποιον σύγχρονό του, άσχετο γείτονα, που ίσως κάθε πρωί απλώς πιστοποιούσε το φαίνεσθαι της αισθητής παρουσίας του.

Tο λογικό υποκείμενο μπορεί συνειδητά να ξεχωρίζει τη ζωή από τον θάνατο, όμως δεν έχει συνειδητή γνώση ούτε της υπαρκτικής του έναρξης ούτε του υπαρκτικού του τέλους. H επιστήμη της Ψυχολογίας ανιχνεύει εμβρυακές εμπειρίες, αλλά ασυνείδητες: πριν από τη γένεση του λογικού υποκειμένου. Aνιχνεύει και την προοδευτική (βαθμιαία) διαδικασία γένεσης του λογικού υποκειμένου σπουδάζοντας το πρωτογενές δεδομένο της επιθυμίας ως libido: επιθυμία τροφής-ζωής, αλλά ζωής ως σχέσης, πληρωματικής υπαρκτικής κοινωνίας.

Φώτισε αποκαλυπτικά το ανθρωπολογικό πρόβλημα η πιστοποίηση ότι «το λογικό υποκείμενο γεννιέται στον τόπο του Aλλου» (Λακάν) – γεννιέται «εφόσον στο πεδίο του Aλλου εμφανίζεται το σημαίνον»: το σημάδι ανταπόκρισης στην πρωτογενή επιθυμία ζωής ως σχέσης. Aυτό που είναι ο άνθρωπος, ως ενεργούμενη υπαρκτική μοναδικότητα, το συνιστά η σχέση, όχι η φύση. H σχέση συγκροτεί τον λόγο, όχι ο λόγος τη σχέση. Mιλώντας για σχέση αναφερόμαστε σε πρωτογενή δυνατότητα ελευθερίας από τη νομοτέλεια – αναγκαιότητα της φύσης (αύξηση και φθίση).

Eπειδή είναι προοδευτική (βαθμιαία) η διαδικασία γένεσης του λογικού υποκειμένου (της σκέψης – κρίσης – αυτοσυνειδησίας), δεν μπορούμε να πούμε (να αρθρώσουμε σε λόγο) το τι ζήσαμε ως έμβρυα και στις πολύ πρώτες φάσεις του νηπιακού μας βίου. Aδυνατούμε και να γυρίσουμε πίσω: να σκεφτόμαστε, να αισθανόμαστε, να ενεργούμε, όπως σκεφτόμασταν, αισθανόμασταν, ενεργούσαμε ως νήπια. Aυτό που αλλάζει από τη νηπιότητα στην ενηλικίωση είναι αποτέλεσμα σχέσεων, όχι νομοτέλεια – αναγκαιότητα φυσικής αύξησης.

Tο πέρασμα από την εμβρυακή αλογία – ασυνειδησία στη νηπιακή λογικότητα – συνείδηση το σημαδεύει η κοπή του ομφάλιου λώρου, δηλαδή η μετάβαση από τη δεδομένη σχέση στην κατορθούμενη σχέση – από τη φυσική ζωική εξάρτηση (μέσω του λώρου από τον μητρικό πλακούντα) στην αναζήτηση ζωτικής σχέσης (πρόσβασης στον μητρικό μαστό). Πέρασμα από τη φυσική νομοτέλεια στην περιπέτεια της ελευθερίας.

***

Θα τολμούσε να ισχυριστεί κανείς ότι αυτή η γλώσσα της ρεαλιστικής ανθρωπολογίας είναι και γλώσσα της εκκλησιαστικής εμπειρίας, όταν μαρτυρεί την ανάσταση εκ νεκρών του Xριστού ως προοίμιο και ανοιχτή (ελευθερίας) δυνατότητα αναστημένης ύπαρξης του ανθρώπου. O θάνατος στη γλώσσα της Eκκλησίας είναι η κοπή του δεύτερου ομφάλιου λώρου (ενσυνείδητη πια, γι’ αυτό βιώνεται με πανικό και τρόμο), προκειμένου να πραγματωθεί το «πάσχα» – πέρασμα του ανθρώπου από την ύπαρξη ως φυσική αναγκαιότητα, στην ύπαρξη ως ελεύθερη επιλογή, δηλαδή ως αγαπητική – ερωτική αυτοπαράδοση και αυτοπροσφορά.

Ξέρουμε για την ενδεχόμενη μεταθανάτια ύπαρξή μας τόσα όσα ξέρουμε και για την εμβρυακή: «Tα όρια της γλώσσας μας είναι τα όρια του κόσμου μας», επομένως μόνο «ως δι’ εσόπτρου εν αινίγματι» μπορούμε να σημάνουμε υποτυπωδώς τον τρόπο της αγαπητικής ελευθερίας – την ύπαρξη που πραγματώνεται μόνο ως ελευθερία και καθόλου ως αναγκαιότητα. Tην ύπαρξη έξω από τα όρια του κόσμου μας.

Δεν έχουμε εμπειρικές προσλαμβάνουσες, ούτε αναλογικές, για να φτιάξουμε γλωσσικά σημαίνοντα που να παραπέμπουν σε μεταθανάτια υπαρκτική ελευθερία – ελευθερία από χώρο, χρόνο, φθορά, αποσπασματικότητα. Για σημαινόμενα που «οφθαλμός ουκ οίδε και ους ουκ ήκουσε και επί καρδίαν ανθρώπου ουκ ανέβη», τα σημαίνοντα θα ήταν «άρρητα ρήματα, α ουκ εξόν ανθρώπω λαλήσαι».

Για τη «γνώση» της υπαρκτικής πραγματικότητας του αναστημένου εκ νεκρών Xριστού και της δυνατότητας για αναστημένη ύπαρξη του ανθρώπου μετά τον θάνατο, η εκκλησιαστική εμπειρία προτείνει τον τρόπο του έρωτα: τρόπο «πίστης», δηλαδή εμπιστοσύνης, αυτοπαράδοσης, αυτοπροσφοράς. Oχι ατομικές «πεποιθήσεις», όχι ψυχαναγκαστικές ιδεοληψίες. Oι «πεποιθήσεις» και τα αισθήματα είναι γεννήματα της φύσης, της αναγκαιότητας – η αυθυπερβατική πίστη είναι ελευθερία, η εμπιστοσύνη που γεννάει ο έρωτας.

«Σημείο» αυτής της αυθυπέρβασης, που μεταποιεί τον θάνατο της φυσικής ατομικότητας σε ζωτική προσωπική σχέση με τον Πατέρα, τον Aίτιο της κλήσης «εκ του μη όντος στο είναι», προβάλλεται ο σταυρός. Tο ναι, το «αμήν» του ανθρώπου, χειρονομία τόσο ερωτική όσο και ο ασπασμός: «επί μετώπου και θώρακος η σφραγίς, εν εισόδοις και εξόδοις», επί άρτων βιβρωσκομένων και ποτηρίων πινομένων, κοιταζομένοις και ανισταμένοις». Tο σταυροκόπημα είναι η γλώσσα του σώματος για να πει το ασώματο. Nα γιορτάσει η ελευθερία την ανάσταση.

Από ΤΟ ΕΘΝΟΣ

 

 

freire

[Αποσπάσματα από το βιβλίο του Paulo Freire «Δέκα Επιστολές προς εκείνους που τολμούν να διδάσκουν» εκδ. Επίκεντρο, Αθήνα, 2006]

«Η εκπαίδευση δεν αλλάζει τον κόσμο. Η εκπαίδευση αλλάζει τους ανθρώπους. Αυτοί αλλάζουν τον κόσμο.»

Θα ήθελα να ξεκαθαρίσω ότι τα προσόντα για τα οποία θα μιλήσω, τα οποία θεωρώ απαραίτητα για τον προοδευτικό δάσκαλο, είναι προσόντα που αποκτώνται σταδιακά, μέσα από την καθημερινή πρακτική. Επιπλέον, αναπτύσσονται μέσα από την πρακτική, παράλληλα με την πολιτική απόφαση ότι ο ρόλος του εκπαιδευτικού είναι εξαιρετικής σημασίας. Έτσι, τα προσόντα για τα οποία θα μιλήσω δεν μπορούμε να τα έχουμε εκ γενετής ούτε μπορούν να μας δοθούν με διάταγμα ή ως δώρο. Επίσης, η σειρά με την οποία τα παρουσιάζω εδώ δεν αφορά την αξία τους. Είναι όλα εξίσου αναγκαία για μια προοδευτική εκπαιδευτική πράξη.

Θα αρχίσω με την ταπεινοφροσύνη, χωρία να υπονοείται με κανένα τρόπο η έλλειψη αυτοσεβασμού, η μοιρολατρία ή η δειλία. Αντίθετα, η ταπεινοφροσύνη προϋποθέτει θάρρος, αυτοπεποίθηση, αυτοσεβασμό και σεβασμό για τους άλλους.
Η ταπεινοφροσύνη μας βοηθά να καταλάβουμε μια προφανή αλήθεια: κανείς δεν τα ξέρει όλα. Κανείς δεν τα αγνοεί όλα. Όλοι ξέρουμε κάτι. Όλοι αγνοούμε κάτι. Κάποιος χωρίς ταπεινοφροσύνη δεν μπορεί καν να ακούσει με σεβασμό εκείνους που θεωρεί πολύ κατώτερους του δικού του επιπέδου ικανοτήτων […]

Μια από τις ελλείψεις που μπορεί να έχει ο εκπαιδευτικός είναι η ανικανότητα να παίρνει αποφάσεις. Μια τέτοια αναποφαστικότητα εκλαμβάνεται από τους μαθητές είτε ως ηθική αδυναμία είτε ως επαγγελματική ανικανότητα. Οι δημοκρατικοί εκπαιδευτικοί δεν πρέπει να ακυρώνουν τον εαυτό τους στο όνομα της δημοκρατικότητάς τους. Αντίθετα, μολονότι δεν μπορούν να πάρουν την αποκλειστική ευθύνη για τη ζωή των μαθητών τους, δεν πρέπει στο όνομα της δημοκρατίας να αποφύγουν την ευθύνη της λήψης αποφάσεων. Παράλληλα, δεν πρέπει να αυθαιρετούν στις αποφάσεις τους […]

Μολονότι αναγνωρίζω ότι αυτές οι σκέψεις περί προσόντων είναι ανολοκλήρωτες, θα ήθελα επίσης να αναφέρω με συντομία τη χαρά της ζωής, που τη θεωρώ θεμελιώδη αρετή για τη δημοκρατική εκπαιδευτική πρακτική.

Είτε είμαστε πρόθυμοι να ξεπεράσουμε παραλείψεις ή ασυνέπειες είτε όχι, με ταπεινοφροσύνη, με στοργική αγάπη, με θάρρος, ανοχή, ικανότητα, αποφαστικότητα, υπομονή – ανυπομονησία και λεκτική φειδώ, συμβάλλουμε στη δημιουργία ενός ευτυχισμένου, χαρούμενου σχολείου. Εργαζόμαστε για ένα σχολείο – περιπέτεια, ένα σχολείο που πάει μπροστά, που δεν φοβάται να ριψοκινδυνεύει, που απορρίπτει τη στασιμότητα. Είναι ένα σχολείο που σκέφτεται, συμμετέχει, δημιουργεί, μιλά, αγαπά, φαντάζεται, αγκαλιάζει με πάθος και λέει ναι στη ζωή. Δεν είναι ένα σχολείο που σιωπά και παραιτείται.

Πράγματι, ο εύκολος τρόπος να αντιμετωπίσουμε τα εμπόδια που ορθώνονται από την κυβερνητική περιφρόνηση και την αυθαιρεσία των αντιδημοκρατικών αρχών είναι η μοιρολατρική παραίτηση, στην οποία πολλοί από εμας καταφεύγουμε.

«Και τι μπορώ να κάνω; Είτε με αποκαλούν δάσκαλο είτε στοργική μητέρα, εγώ πάλι είμαι κακοπληρωμένος, αγνοημένος και παραμελημένος. Ας είναι, λοιπόν». Στην πραγματικότητα αυτή είναι η πιο βολική θέση, αλλά είναι και η θέση αυτού που παραιτείται από τον αγώνα, που παραιτείται από την ιστορία. Είναι η θέση εκείνων που αποκηρύσσουν τη σύγκρουση, η έλλειψη της οποίας υπονομεύει την αξιοπρέπεια της ζωής. Δεν μπορεί να υπάρξει ζωή ή ανθρώπινη ύπαρξη χωρίς αγώνα και σύγκρουση. Η σύγκρουση ενυπάρχει στη συνείδησή μας. Αν αρνηθούμε τη σύγκρουση παραβλέπουμε τις πιο θεμελιακές όψεις της φυσικής και της κοινωνικής μας εμπειρίας. Προσπαθώντας να αποφύγουμε τη σύγκρουση, συντηρούμε το στάτους κβο.

Δεν βλέπω, συνεπώς, άλλη εναλλακτική λύση για τους εκπαιδευτικούς από την ενότητα μέσα στην ποικιλομορφία των ενδιαφερόντων τους για να υπερασπίσουν τα δικαιώματά τους. Αυτά τα δικαιώματα περιλαμβάνουν το δικαίωμα της ελευθερίας στη διδασκαλία, το δικαίωμα να λένε τη γνώμη τους. Το δικαίωμα για καλύτερες συνθήκες στην άσκηση του παιδαγωγικού τους έργου, το δικαίωμα να παίρνουν πληρωμένες ετήσιες άδειες για επιμόρφωση, το δικαίωμα να είναι συγκροτημένοι. Το δικαίωμα να κρίνουν τις αρχές χωρίς το φόβο αντίποινων (που συνεπάγεται το καθήκον να κρίνουμε ειλικρινά). Το δικαίωμα στο καθήκον να είναι σοβαροί και σαφείς και να μην ψεύδονται για να επιβιώσουν.

Πρέπει να αγωνιζόμαστε ώστε αυτά τα δικαιώματα όχι μόνο να αναγνωριστούν, αλλά και να γίνουν σεβαστά και να εφαρμοστούν. Κάποιες φορές μπορεί να χρειαστεί να αγωνιστούμε στο πλευρό των συνδικαλιστικών οργανώσεων κι άλλες φορές εναντίον τους, αν η ηγεσία τους είναι σεχταριστική, είτε είναι αριστερή είτε δεξιά. Άλλες φορές πάλι μπορεί να πρέπει να αγωνιστούμε ως προοδευτική διοίκηση ενάντια στην οργισμένη αντίδραση της συντήρησης, των προσηλωμένων στις παραδόσεις και εναντίον των νεοφιλελεύθερων που βλέπουν τον εαυτό τους ως το απαύγασμα της ιστορίας […]

Οι προοδευτικοί εκπαιδευτικοί πρέπει να πείσουν τον εαυτό τους ότι δεν είναι μόνο δάσκαλοι – κάτι τέτοιο δεν ευσταθεί – δεν είναι μόνο ειδικοί της διδασκαλίας. Είμαστε πολιτικοί αγωνιστές, επειδή είμαστε δάσκαλοι. Η δουλειά μας δεν τελειώνει στη διδασκαλία των μαθηματικών, της γεωγραφίας, του συντακτικού, της ιστορίας. Η δουλειά μας είναι να διδάξουμε αυτά τα πράγματα με σοβαρότητα και επιδεξιότητα, αλλά και να συμμετέχουμε, να αφιερωθούμε στον αγώνα για να νικηθεί η κοινωνική αδικία.

Πηγή: Λόγια Εκπαιδευτικών / http://www.nostimonimar.gr

Γιάννα στις 3 Μαΐου 2016

Τα παλικάρια του Βυζαντίου: Άγιος Γεώργιος

Ένας βαθιά ελληνικός ορθόδοξος άγιος με «ρίζες» και «κλαδιά» πέρα από την ορθοδοξία

Υπάρχουν άγιοι στην ορθοδοξία που οι θρύλοι οι οποίοι τους συνοδεύουν φανερώνουν την ιδιαίτερη σχέση και αγάπη των πιστών προς αυτούς, σχέση που τους εκτείνει πέρα από τα όρια του δόγματος και της θρησκείας, τους καθιστά περισσότερο οικείους και οικουμενικούς.Ένας από τους κυριότερους τέτοιους αγίους είναι ο Καππαδόκης άγιος Γεώργιος, ο οποίος στη λαϊκή ψυχή έχει στοιχεία αγιοσύνης και ηρωισμού ταυτόχρονα, όπως και ο άλλος έφιππος άγιος, ο άγιος Δημήτριος. Στην Καππαδοκία, μάλιστα, πιστεύουν ότι τα άλογα του Άι-Γιώργη, του Άι-Δημήτρη, των αγίων Θεοδώρων και του αγίου Μηνά τρέχουν στον ουρανό και ότι είναι αυτά που προκαλούν τις βροντές και τις αστραπές με τα πέταλά τους.

Το βασικό χαρακτηριστικό όμως του αγίου Γεωργίου σύμφωνα με τους θρύλους που σχετίζονται μ’ αυτόν, το φανερώνει το επίθετο «δρακοντοκτόνος», επειδή ο άγιος σκότωσε έναν δράκο που φρουρούσε όλο το νερό της περιοχής και δεν άφηνε τους κατοίκους να υδρευτούν, αν δεν του έδιναν βορά κάθε φορά από έναν συντοπίτη τους. Αυτό συνεχιζόταν επί πολλά χρόνια, μέχρι που ήρθε η σειρά της μονάκριβης κόρης του τοπικού άρχοντα να θυσιαστεί στον δράκο. Τότε, ο άγιος, καβαλάρης, με το κοντάρι του σκότωσε τον δράκο, έσωσε την κοπέλα και ελευθέρωσε και την πόλη.

Το αξιοσημείωτο στην όλη ιστορία είναι ότι την ιδιότητα του δρακοντοκτόνου ο άγιος την αποκτά μόλις τον εντέκατο αιώνα, και όχι ενωρίτερα. Οι παλαιότερες παραστάσεις του αγίου τον εικονίζουν ως αξιωματούχο. Γράφει σχετικά η αναπληρώτρια καθηγήτρια Βυζαντινής Τέχνης, Μαρία Βασιλάκη: «Οι κατ’ εξοχήν δρακοντοκτόνοι άγιοι στην Ανατολική Εκκλησία ήταν οι δυο Θεόδωροι, ο Τήρων και ο Στρατηλάτης. Η παλαιότερη παράσταση με τον Γεώργιο του έκτου αιώνα τον δείχνει ως αξιωματούχο, δηλαδή με την επίσημη και όχι με τη στρατιωτική του στολή. Δεν γνωρίζω για παράσταση του ένατου αιώνα. Πάντως, μόλις τον εντέκατο εμφανίζεται ως δρακοντοκτόνος. Πως και γιατί αντικαταστάθηκαν οι Θεόδωροι από τον Γεώργιο είναι ένα ζητούμενο». Το γεγονός πάντως δεν είναι άσχετο και με το ότι τον εντέκατο αιώνα το Βυζάντιο βρίσκεται πλέον σε εξαιρετικά δυσχερή θέση.

Ως δρακοντοκτόνο, τον άγιο τον διεκδίκησε και το Ισλάμ, κατά τον δέκατο τρίτο και δέκατο τέταρτο αιώνα, ονομάζοντας τον Σαρί Σαλτίκ. Σύμφωνα με τον δικό τους θρύλο, ο Σαρί Σαλτίκ, πιστός σύντροφος του Χατζί Μπεκτάς (ιδρυτή του τάγματος των Μπεκτασήδων) έφθασε στη Βουλγαρία, σκότωσε έναν δράκοντα με επτά κεφάλια, απελευθέρωσε τη βασιλοπούλα και οι χριστιανοί (οι «άλλοι») ασπάστηκαν τον Μωάμεθ. Ο ίδιος θρύλος είναι πολύ ισχυρός στην Κρόια της Αλβανίας, αλλά και στη Βοσνία.

Αρχαιοελληνικές καταβολές…

Στην ελληνική παράδοση, δρακοντοκτόνους ήρωες έχουμε και στα προ Χριστού χρόνια, ο θρύλος των οποίων επέζησε στους μετά Χριστόν αγίους. Έτσι, ο Άι-Γιώργης αποτελεί συνέχεια του ηλιακού θεού Απόλλωνα, ο οποίος σκότωσε τον πύθωνα στους Δελφούς.

Ο πύθωνας ήταν ένα μεγάλο σαυροειδές τέρας που γέννησε η Γη. Ζούσε στις μεγάλες βραχώδεις σχισμές των νοτίων παρυφών του Παρνασσού και προστάτευε τις πηγές Μάνα και Κασταλία, ενώ καταδίωκε τις Νύμφες, προκαλούσε ανέμους και έφερνε καταστροφές. Το θηρίο αυτό σκότωσε με το τόξο του ο Απόλλων και στη συνέχεια έφυγε από τους Δελφούς για να εξαγνισθεί. Αφού εξαγνίστηκε, επέστρεψε και έτσι καθιερώθηκε η λατρεία του στους Δελφούς. Από το γεγονός αυτό πήρε την επωνυμία Πύθιος, και η ιέρειά του ονομάστηκε Πυθία. Στον μύθο αυτόν βασίζεται και το άγαλμα του Απόλλωνα του Σαυροκτόνου, που αποδίδεται στον Πραξιτέλη. Σχετικός επίσης μπορεί να θεωρηθεί και ο αρχαιοελληνικός μύθος του Περσέα, ήρωα των Μυκηνών, ο οποίος επίσης σκότωσε έναν δράκοντα.

Η απολλώνια λατρεία λοιπόν πέρασε στους θρύλους του αγίου Γεωργίου, ο οποίος όμως συνδέεται με τον ηλιακό θεό και με άλλον τρόπο: πριν από τη θανατική καταδίκη του, ο άγιος είχε μεταφερθεί από τον Διοκλητιανό στον ναό του Απόλλωνα, με τον όρο να δεχτεί τη θεότητά του και να θυσιάσει στα είδωλα. Ο άγιος Γεώργιος όμως αρνήθηκε, μεσούντος του πλέον αιματηρού διωγμού των Χριστιανών.

 

Ο άγιος Γεώργιος των Μπεκτασήδων

Ο σύγχρονος ελληνισμός έχει συνδέσει με πλήθος εθίμων τη γιορτή του αγίου Γεωργίου. Τόσα πολλά είναι τα έθιμα πού συνοδεύουν τις γιορτές του, ώστε είναι αδύνατον να καταγραφούν όλα και από όλα τα μέρη του ελληνισμού. Κοινό χαρακτηριστικό των περισσοτέρων είναι ότι ανήμερα της γιορτής του τρώνε αρνί, ενώ το ζώο αυτό, σε πολλά κτηνοτροφικά μέρη, κατά τη σχετική πανήγυρη, το περιφέρουν γύρω από την εκκλησία του αγίου, ενώ κολλούσαν κεριά στα κέρατά του και τα άναβαν, καθώς πήγαιναν να προσκυνήσουν.

Ο άγιος Γεώργιος όμως είναι αγαπημένος άγιος και των μουσουλμάνων Μπεκτασήδων ή Αλεβιτών (αίρεση του Ισλάμ, κατά πολλούς όμως θεωρούνται κρυπτοχριστιανοί). Ιδιαίτερα σε περιοχές της Θράκης, ο άγιος Γεώργιος τιμάται σε πολλούς τεκέδες (αλεβίτικα μοναστήρια), αλλά και στις πολλές ορθόδοξες εκκλησιές και παρεκκλήσια του αγίου που υπάρχουν στην περιοχή πολλές φορές απαντώνται μουσουλμάνοι που πηγαίνουν να προσευχηθούν ή να αφήσουν κάποιο τάμα! Κυρίως όμως προσφέρουν θυσίες ζώων, τα λεγόμενα Κουρμπάνια, κατά την ημέρα της γιορτής του αγίου, με το παλαιό ημερολόγιο, στις 6 Μαΐου. Τα κυριότερα παρεκκλήσια στη θρακική περιοχή που επισκέπτονται οι Αλεβίτες-Μπεκτασήδες είναι τα έξης:

Ο Άγιος Γεώργιος Δρυμιάς: Βρίσκεται βορειοδυτικά της Ξάνθης, στην Κοινότητα Πασχαλιάς. Οι μουσουλμάνοι ονομάζουν το παρεκκλήσι αυτό Bayramli j Paskalya Ay Yorgi. Όταν επισκέπτονται το παρεκκλήσι, αποσύρονται σε κελιά που υπάρχουν στο πίσω μέρος του ναού για να προσευχηθούν. Ο χώρος είναι γεμάτος με αφιερώματα από μουσουλμάνους, κυρίως Πομάκους (αφιερωματικές πλάκες με αραβικές επιγραφές, τερλίκια πομακικά, μικρές στάμνες, κομπολόγια κ.α.).

Ο Άγιος Γεώργιος Πόταμου: Απέχει 4 χιλιόμετρα από την Αλεξανδρούπολη, και βρίθει αφιερωμάτων από μουσουλμάνους.

Ο Άγιος Γεώργιος Λουτρού: Απέχει13 χιλιόμετρααπό την Αλεξανδρούπολη, προς Φέρρες, μετά από τα ερείπια της αρχαίας Τραϊανουπόλεως. Εδώ οι επισκέψεις των μουσουλμάνων γίνονται το καλοκαίρι, και συνδυάζονται με τη λουτροθεραπεία στις ιαματικές πηγές της Τραϊανουπόλεως.

Ο Άγιος Γεώργιος Πετρωτών: Απέχει 32 χιλιόμετρα, νοτιοανατολικά της Κομοτηνής. Εκεί συμπροσεύχονται οι μουσουλμάνοι στις 6 Μαΐου, και μιλούν για πολλά θαύματα του αγίου που οι ίδιοι έχουν βιώσει.Στον Έβρο, στις Καστανιές

Ας παραμείνουμε λίγο περισσότερο στο γεωγραφικό αυτό κομμάτι της Ελλάδας, πηγαίνοντας στις Καστανιές του Έβρου, όπου γιορτάζουν τον άγιο Γεώργιο επί τρεις μέρες. Την παραμονή της γιορτής οι γυναίκες ζυμώνουν 6 άρτους και τους πηγαίνουν στην εκκλησία, ενώ τα κορίτσια σηκώνονται χαράματα (ανήμερα της γιορτής) και κόβουν πρασινάδες και λουλούδια, με τα όποια στολίζουν το σπίτι τους, ενώ τα μεγάλα στάχυα τα χαρίζουν στον άγιο, για να χαρίσει καλή καρποφορία.

Τα νεαρά αγόρια κόβουν ένα κλαδί μελιάς με φύλλα και το κάνουν λάβαρο (μπαϊράκι). Όταν τελειώσει η λειτουργία στην εκκλησία, γυρνούν με νταούλια σε ζουρνάδες σε όλο το χωριό ενώ με τα λάβαρα χτυπούν τα παράθυρα των σπιτιών. Μετά από τον ηχηρό αυτόν γύρο του χωριού, τα παλικάρια μαζεύονται στην εκκλησία, όπου υπάρχουν δυο πρόβατα, ως προσφορά στον άγιο. Όποιος σφάξει το πρώτο παίρνει την προβιά και το συκώτι, ενώ ο παπάς την πλάτη. Το υπόλοιπο το μαγειρεύουν με ρύζι και το τρώνε όλοι μαζί. Το δεύτερο πρόβατο είναι το έπαθλο των αγώνων πάλης μεταξύ των αγοριών που ακολουθεί. Η επόμενη (τελευταία) ημέρα κυλά με χορούς τραγούδια και μεγάλο γλέντι με κάθε είδους πειράγματα μεταξύ των εορταζόντων.

Ο Σκυριανός Άι-Γιώργης

Από τον Έβρο πλέουμε προς τη Σκύρο, όπου ο Άι-Γιώργης είναι ο πολιούχος του νησιού, με μεγάλη φήμη ως θαυματουργού. Η εκκλησία του ανεγέρθη γύρω στο 1600, αλλά η μονή είναι πολύ παλαιότερη, πριν από το 1494. Η εικόνα του πήγε εκεί από την Κωνσταντινούπολη, επί εικονομαχίας, και εξαιτίας αυτού οι Ενετοί ονόμαζαν την Σκύρο Isola San Giorgio (το νησί του αγίου Γεωργίου). Στη γιορτή του κάθε χρόνο συνέρεαν εκεί πιστοί από τη Σμύρνη και από τους Αγίους Τόπους, φέρνοντας μύρο, εξ ου και η φράση: «για συγγνώμη και για μύρο, κίνησε να πας στη Σκύρο», ενώ οι ντόπιοι τραγουδούσαν: «άγιε μου Γιώργη Σκυριανέ, μεγάλε και θαυματουργέ».

Το τραγούδι του Άργους

Μιλώντας όμως για τραγούδια, δεν μπορούμε να μην αναφερθούμε σε μία παραλλαγή του τραγουδιού του αγίου, που τραγουδιέται στο Άργος, κατά την πανήγυρη προς τιμήν του αγίου, τραγούδι το οποίο αρχίζει να περνάει στην λήθη από το 1913 και έπειτα. Αυτό που κάνει το τραγούδι ιδιαίτερο είναι ότι έχει δομηθεί ως λαϊκό δημιούργημα που εκφράζει την έντονη θρησκευτικότητα του λαού πάνω στον θρύλο της συνάντησης του αγίου με τον δράκοντα και τη νίκη του αγίου στην αναμέτρησή του με το κακό. Κάτι ανάλογο με την νίκη του Ιησού επί του διαβόλου, που καταδεικνύει την αγαθότητα, την αποτελεσματικότητα και τα θαυματουργά χαρακτηριστικά του αγίου.

Άγιος Γεώργιος

Στην Αράχοβα, από τον Καραϊσκάκη στον Άι- Γιώργη…

Συνεχίζοντας το «αγιωργίτικο» ταξίδι μας στην Ελλάδα, κάνουμε οπωσδήποτε μία στάση στην Αράχοβα, όπου ο άγιος γιορτάζεται με μεγάλη επισημότητα, λιτάνευση της εικόνας του, καθώς μουσικά όργανα τη συνοδεύουν όπως και τιμητική ακολουθία με γυναίκες και άνδρες που φορούν παραδοσιακές φορεσιές. Μετά από τη λιτάνευση ακολουθεί πολύς χορός και γλέντι, όπου, κατά τα σύγχρονα χρόνια, η μουσική και τα όργανα έχουν αντικαταστήσει πλήρως το τραγούδι.

Σημειώνουμε ότι και εδώ η γιορτή κρατά τρεις ήμερες. Την πρώτη ημέρα μάλιστα γίνεται αγώνας δρόμου μεταξύ των γερόντων της περιοχής, κατά τον οποίο τρέχουν στο στάδιο και ανεβαίνουν έναν δύσκολο ανήφορο με κροκάλες (στρογγυλές πέτρες) γονατιστοί! Ο πρώτος παίρνει ως έπαθλο ένα αρνί, το όποιο ψήνει και το μοιράζεται με όλους όσοι αγωνίστηκαν μαζί του. Ουσιαστικά, το πραγματικό έπαθλο είναι η ηθική ικανοποίηση της πρωτιάς.

Κάνοντας μία παρένθεση, οφείλουμε να πούμε ότι παρόμοιοι αγώνες γίνονται και στη Λοκρίδα, αλλά και σε άλλα χωριά της Ρούμελης, με ανάλογο έπαθλο. Εκεί, ανήμερα του Άι-Γιώργη έκαναν και το ρόγισμα: αυτό ήταν η συμφωνία (ρόγα) που έκλεινε κάθε βοσκός που ήθελε βοηθό, και που κρατούσε (η συμφωνία) μέχρι του αγίου Δημητρίου. Επανερχόμαστε στην Αράχοβα, για να επισημάνουμε ότι οι γέροντες έχουν μία ιδιαίτερη θέση στις σχετικές με τον άγιο Γεώργιο γιορτές, χωρίς όμως να είναι γνωστός ο λόγος για τον οποίο επικράτησε αυτός ο ρόλος των γερόντων.

Σήμερα βέβαια, κατά τον εορτασμό δεν υπάρχει κανένας διαχωρισμός ρόλων και όλοι μαζί (από πολύ μικρά παιδιά μέχρι πολύ ηλικιωμένοι) γλεντούν και συμμετέχουν στις εκδηλώσεις. Παλαιότερα όμως, οι γέροι ήταν αυτοί που ξεκινούσαν τον χορό και ο καθένας τους τραγουδούσε το τραγούδι του αγίου μόνος του. Αυτό έχει εκλείψει πια. Το τραγούδι του αγίου σχετίζεται και εδώ με τον δράκοντα και το νερό που φυλάει και δεν αφήνει κανέναν να το χρησιμοποιήσει, ενώ τρεις λυγερές κοπέλες τον παρακαλούν να αφήσει το νερό ελεύθερο. Το τραγούδι αυτό είναι πολύ πιθανό να έχει τις ρίζες του στο 1826, στη μεγάλη μάχη της Αράχοβας.

Κατά πολλούς, αποτελεί έναν συμβολισμό του θριάμβου του Καραϊσκάκη στη μάχη (ο οποίος σχετίζεται με τον Άι-Γιώργη), ενώ ο Τούρκος είναι ο δράκοντας που έκοψε το νερό (πράγματι, οι Τούρκοι στερούσαν το νερό από τους κατοίκους της περιοχής), ενώ στις τρεις λυγερές «βλέπουν» τις δυνάμεις της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Ρωσίας, που υποτίθεται ότι ενεργούν προς το συμφέρον της Ελλάδος.

Για άλλη μία φορά λοιπόν μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι λαογραφία και ιστορία, μύθοι, θρύλοι και γεγονότα «μπερδεύονται γλυκά», απεικονίζοντας την ιδιαίτερη πραγματικότητα και στοιχεία της ίδιας της διαχρονικής ψυχής των λαών.

 

Μαρία Σταματιάδου

Νομικός – Αρθρογράφος

 

 

 

 Ζεις πια με μόνιμο αξεσουάρ μια κοτρόνα που σου πλακώνει το στήθος. Ζεις με μόνιμες κρίσεις πανικού μακιγιαρισμένες πίσω από ένα παγωμένο χαμόγελο. Ξυπνάς το πρωί και το μόνο που θέλεις είναι να σκεπαστείς με το πάπλωμα και να μην ανοίξεις τα παντζούρια. Όλα μοιάζουν μάταια, όλα μοιάζουν δύσκολα – άλλα αδιάφορα κι άλλα ανυπέρβλητα. Νιώθεις διαλυμένος πριν ξεκινήσεις να κάνεις το παραμικρό. Πράγματα απλά, καθημερινά, ρουτινιάρικα – τώρα υψώνονται μπροστά σου βουνά δύσβατα: Δεν μπορείς, δεν αντέχεις να σκαρφαλώσεις. Πονάει το κεφάλι, πονάει το σώμα, τα βήματα σέρνονται, το κορμί σκύβει. Σαν να χάνεις την μνήμη σου… Ξεχνάς πρόσωπα, ονόματα, καταστάσεις. Δε σε νοιάζει η εμφάνιση σου. Αποτραβιέσαι από τους φίλους, αδιαφορείς για τους αγαπημένους, διεκπεραιώνεις οριακά τη δουλειά. Και τίποτα να μην κάνεις, αισθάνεσαι σαν να «έσκαβες όλη μέρα». Είσαι «λίγος». Όλοι οι άλλοι είναι καλύτεροι από σένα. Νιώθεις μόνος. Αλλά δεν είσαι ο μόνος. Όλοι, λίγο πολύ, μοιραζόμαστε το ίδιο κοινό μυστικό. Η κατάθλιψη είναι το κομμάτι της ζωή μας που κρύβουμε στον κόρφο μας. Το φέρουμε εντός μας ως στίγμα. Υποφέρω. Λυγίζω. Γονατίζω. Δεν είμαι αρκετά δυνατός. Ντρέπομαι. Κρύβομαι. Νιώθω μόνος. Νιώθουμε μόνοι. Αλλά δεν είμαστε οι μόνοι. Στην διάλεξή του ο θεωρητικός φυσικός Stephen Hawking –που στα 21 του χρόνια νόσησε από ALS (Αμυοτροφική Πλάγια Σκλήρυνση)- συγκρίνει τις μαύρες τρύπες του σύμπαντος με «μαύρες τρύπες της απόγνωσης». Στα 75 του χρόνια (όταν διαγνώστηκε, οι γιατροί του είχαν δώσει μάξιμουμ δύο χρόνια ζωής) ο Hawking απευθύνεται στα άτομα που υποφέρουν από κατάθλιψη και περνάει ένα μήνυμα ελπίδας: «Οι μαύρες τρύπες δεν είναι ούτε αιώνιες φυλακές, ούτε τόσο μαύρες όσο εμείς τις έχουμε ζωγραφίσει. Πράγματα μπορούν να βγουν από μια μαύρη τρύπα τόσο προς τα έξω, όσο και ενδεχομένως σε κάποιο άλλο σύμπαν. Οπότε, αν αισθάνεστε ότι βρίσκεστε μέσα στη μαύρη τρύπα, μην το βάζετε κάτω. Υπάρχει δρόμος διαφυγής. Μην ξεχνάτε να κοιτάζετε πάντα ψηλά στα αστέρια κι όχι κάτω από τα πόδια σας. Μην σταματήσετε ποτέ να εργάζεστε. Η δουλειά μας δίνει νόημα, μας δίνει σκοπό κι η ζωή μας είναι άδεια χωρίς αυτήν». (Σημείωση συντάκτριας: ΑΝ υπάρχει δουλειά και δεν έχει βαρέσει ταβάνια η ανεργία, όπως σε μας). «Αν έχετε την μεγάλη τύχη να ανακαλύψετε την αγάπη, τότε να θυμάστε ότι είναι πάντα εκεί και να μην την καταστρέψετε». Για την αυτοκτονία: «Αυτός που υποφέρει πολύ, έχει κάθε δικαίωμα να τερματίσει την ζωή του, αν αυτό πραγματικά θέλει. Όμως, προσωπικά πιστεύω ότι θα ήταν πολύ μεγάλο σφάλμα. Όσο άσχημη κι αν μας φαίνεται η ζωή, πάντα υπάρχει κάτι που μπορούμε να κάνουμε και να πετύχουμε σε αυτό. Όσο υπάρχει ζωή, υπάρχει ελπίδα». Και καταλήγει: «Εγώ τα κατάφερα στη ζωή μου, μόνο επειδή πήρα τόση πολλή αγάπη από την γυναίκα μου, τα παιδιά μου, τους συναδέλφους μου και τους φοιτητές μου. Η άποψή μου είναι ότι, σε γενικές γραμμές, οι άνθρωποι είναι πρόθυμοι να μας βοηθήσουν. Όμως, πρέπει κι εμείς να τους ενθαρρύνουμε. Να εισπράξουν από μας ότι οι προσπάθειες να μας βοηθήσουν θα πιάσουν τόπο. Και να δουλέψουμε προς αυτή την κατεύθυνση, όσο καλύτερα μπορούμε». Stephen Hawking στο Royal Institution of London Είσαι μόνος. Αλλά δεν είσαι ο μόνος. Γιατί τελικά: «Κατάθλιψη είναι να ζεις εγκλωβισμένος σε ένα σώμα που επιδιώκει να ζήσει κι ένα μυαλό που επιδιώκει να πεθάνει». [Πηγή: www.doctv.gr]
Σταυρούλα στις 20 Απριλίου 2016

Να αγαπάς τον εαυτό σου. Να του χαρίζεις αγκαλιές και χάδια και να τον φροντίζεις. Για να ξέρει τι επιτρέπεται στους άλλους , όχι λιγότερα, και σε αυτούς να δίνει τα πιο πολλά, τα πιο ιδιαίτερα και τα πιο ξεχωριστά.

Να αγαπάς τον εαυτό σου. Να του προσφέρεις ταξίδια, από αυτά που κάνεις με κλειστά μάτια. Να τον αφήνεις να ταξιδεύει με όλες του τις αισθήσεις. Να μυρίζει μυρωδιές, να γεύεται γεύσεις, να βλέπει εικόνες, να αγγίζει σώματα και να ακούει μελωδίες που κανείς δεν μύρισε, δεν γεύτηκε, δεν είδε, δεν άγγιξε και δεν άκουσε… γιατί είναι ο μόνος που κατάφερε να ταξιδέψει ως εκεί.
Να αγαπάς τον εαυτό σου. Να μην τον σκορπίζεις στα χθες και τα αύριο. Να τον αφήνεις να απολαμβάνει το τώρα. Μην δίνεις χώρο σε κανένα νοσταλγικό παρελθόν και σε κανένα φοβισμένο μέλλον. Να τον αγαπάς για το «εδώ» του και το «τώρα».
Να αγαπάς τον εαυτό σου. Να του δίνεις ευκαιρίες και ανάσες . Ευκαιρίες ακατόρθωτες για τους άλλους και ανάσες βαθιές, κοφτές, της έκπληξης και του θάρρους.
Να αγαπάς τον εαυτό σου. Να τον αφήνεις να παίζει σε γειτονιές με άλλα παιδιά και αν δεν βρίσκεις παιδιά να ψάχνεις να του βρεις για νέες γειτονιές .
Να αγαπάς τον εαυτό σου. Να του επιτρέπεις να ονειρεύεται και όταν τα όνειρα του παύουν να έχουν χρώμα να του αλλάζεις βλέμματα και όψεις.

Να αγαπάς τον εαυτό σου. Να μην τον χαραμίζεις σε αγκαλιές που είναι αλλού από το «εκεί» του. Ευκαιριακές και επιφανειακές αγκαλιές να μην του προσφέρεις.
Να αγαπάς τον εαυτό σου. Να του μαθαίνεις συναισθήματα. Να ξέρει τι είναι πόνος, τι είναι γέλιο, τι είναι ερωτάς και δάκρυ. Και να μάθαίνει να επιλέγει από μόνος του τι θέλει και για τι ψάχνει.
Να αγαπάς τον εαυτό σου. Να μην τον κουράζεις στις σκέψεις και τα ενδεχόμενα. Να του χαρίζεις αυθόρμητες στιγμές χωρίς δεύτερες και τρίτες σκέψεις.
Να αγαπάς τον εαυτό σου. Να μην του σβήνεις τα σημάδια, τις πληγές και τις ρυτίδες. Γιατί αυτά είναι οι αναμνήσεις που έζησε, οι χαρές και τα πάθη που ένιωσε, οι άνθρωποι που συνάντησε. Όλα αυτά τον έφεραν στο «σήμερα» του. Μην του τα σβήνεις.
Να αγαπάς τον εαυτό σου. Να μην του κρατάς μυστικά. Μοιράσου μαζί του την δική σου «αλήθεια». Να του λες τους φόβους σου, τις σκέψεις σου, τους στόχους σου, όλα όσα η καρδιά θα ακούσει και θα σε πάει εκεί που θες.
Να αγαπάς τον εαυτό σου. Να μην τον βολεύεις σε στριμωγμένες γωνιές και σε καλούπια. Να τον περπατείς σε αλάνες και σε δρόμους που ο αέρας είναι καθαρός και οι άνθρωποι αλητεύουν κάτω από αστέρια και ήλιους.
Να αγαπάς τον εαυτό σου, να του το λες κάθε μέρα πόσο πολύ τον αγαπάς. Να τα ακούει, να το θυμάται για να μπορείς και εσύ να θυμάσαι πως αν δεν αγαπήσεις εσύ τον εαυτό σου, κανένας δε θα βρεθεί να το κάνει για εσένα.

______________
Πηγή: maroverli.com
by Αντικλείδι , http://antikleidi.com

Γιάννα στις 19 Απριλίου 2016

Aπό τον Πέτρο

Η ιστορία περιγράφεται στα τέλη φθινοπώρου του 1896 στο μικρό χωριό Κρόουθορν της κομητείας του Μπέρκσαϊρ. Ο δόκτορας Τζέϊμς Μάρεϊ, ο επιμελητής έκδοσης του Αγγλικού Λεξικού της Οξφόρδης, ταξίδεψε πενήντα μίλια με το τρένο από την Οξφόρδη για να συναντήσει ένα αινιγματικό άτομο με το όνομα δόκτορας Γ. Τ. Μαϊνορ, ο οποίος ήταν ένας από τους πιο παραγωγικούς των χιλιάδων εθελοντών συνεργατών της δημιουργίας του λεξικού. Επί σχεδόν είκοσι χρόνια αυτοί οι δύο άντρες αλληλογραφούσαν για τα πιο λεπτά σημεία της Αγγλικής Λεξικογραφίας, αλλά δεν είχαν συναντηθεί ποτέ. Ο δόκτορας Μαϊνορ δεν ήθελε να αφήσει το σπίτι του στο Κρόουθορν για να πάει στην Οξφόρδη. Δεν έδινε καμία εξήγηση, αλλά έλεγε ότι λυπόταν. Ο δόκτορας Μάρεϊ, που ήταν πλήρως αφοσιωμένος στα καθήκοντά του στην έδρα σύνταξης του λεξικού, στο περίφημο Σκρηπτόριο της Οξφόρδης, ήθελε από καιρό να δει και να ευχαριστήσει τον μυστηριώδη και παράξενο βοηθό του. Προς τα τέλη της δεκαετίας του 1890, όταν κόντευε να ολοκληρωθεί το μισό λεξικό, ο Μάρεϊ αποφάσισε να επισκευθεί τον Μαϊνορ για να αναγνωριστεί κι αυτός για το πολύτιμο έργο τους. Ο Μάρεϊ πήρε την απόφαση και έστειλε ένα τηλεγράφημα· ο δόκτορας Μαϊνορ, αφού το παρέλαβε, έστειλε ο ίδιος τηλεγράφημα με το επόμενο ταχυδρομείο λέγοντας ότι τον περίμενε. ‘Εξω από τον σιδηροδρομικό σταθμό περίμεναν τον Μάρεϊ μια κλειστή τετράτροχη άμαξα (Λαντό) και ένας αμαξάς με στολή και κίνησαν πρός τα μονοπάτια της εξοχής του Μπέρκσαϊρ. Ύστερα από είκοσι λεπτά η άμαξα κατέληξε σε μια τεράστια και αποκλεισμένη έπαυλη. Ένας σοβαρός υπηρέτης οδήγησε τον λεξικογράφο στον πάνω όροφο σ’ ένα αναγνωστήριο με βιβλία όπου, πίσω από ένα τεράστιο γραφείο, καθόταν ένας επιβλητικός άντρας. Ο δόκτορας Μάρεϊ υποκλήθηκε με σοβαρότητα λέγοντας: «Είμαι ο δόκτορας Τζέϊμς Μάρεϊ, από την φιλολογική Εταιρεία του Λονδίνου, επιμελητής της έκδοσης του Αγγλικού Λεξικού της Οξφόρδης και είναι μεγάλη τιμή και χαρά μου που σας γνωρίζω… Υποθέτω ότι πρέπει να είστε ο πιο επιμελής συνεργάτης μου, ο δόκτωρας Γ. Τ. Μαϊνορ.» Ακολούθησε σύντομη παύση. Βήματα ακούστηκαν στο διάδρομο. Ένας απόμακρος κρότος κλειδιών και μετά ο άντρας πίσω από το γραφείο μίλησε: «Λυπάμαι, κύριε, αλλά σφάλλετε. Εγώ είμαι ο διευθυντής του Μπρόντμουρ, του Ασύλου Φρενοβλαβών Εγκληματιών. Ο δόκτορας Μαϊνορ βρίσκεται εδώ και είναι τρόφιμος, είναι ασθενής μας εδώ και είκοσι χρόνια. Είναι ο παλαιότερος φιλοξενούμενός μας…» Μολονότι τα επίσημα κυβερνητικά έγγραφα που σχετίζονται με την υπόθεση αυτή είναι απόρρητα, έμειναν κλειδωμένα για περισσότερο από έναν αιώνα. Η ιστορία φόνου και παραφροσύνης που παρακολουθεί τη δημιουργία του Αγγλικού Λεξικού της Οξφόρδης ξεδιπλώνεται στο βιβλίο του Σαϊμον Γουιντσέστερ (Simon Winchester) «ο Καθηγητής και ο Τρελός» από τις εκδόσεις ΛΙΒΑΝΗ.

 

Του Δημήτρη Παναγιωτάκου, στο Ορόγραμμα αρ. 136 Ιανουάριος – Φεβρουάριος 2016