Τα Χριστούγεννα του Τεμπέλη (1896, δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Ακρόπολις)

Το βράδυ, αφού ενύκτωσε, επήγε με τόλμην από τας πολλάς σπονδάς και από την ενθύμησιν του κούρκου και έκρουε την θύραν της οικογενείας του. Η θύρα ήτο κλεισμένη έσωθεν.
–Καλησπέρα, κυρα-Παύλαινα, εφώναξεν απ’έξω, χρόνους πολλούς. Πώς πήγε ο γάλος; Βλέπεις, εγώ πάλε;
Ουκ ην φωνή, ουδέ ακρόασις. Όλη η αυλή ήτο ήσυχος. Τα ισόγεια, αι τρώγλαι, τα κοτέτσια της κυρα-Στρατίνας, όλα εκοιμώντο. Ο σκύλος μόνον εγνώρισε τον μαστρο-Παύλον, έγρυξεν ολίγον και πάλιν ησύχασεν.
Υπήρχον εκεί εκτός από το ψυχομέτρι τριων ή τεσσάρων οικογενειών, οπού εκατοικούσαν εις τ’ ανήλια δωμάτια, δύο γίδες, δώδεκα όρνιθες, τέσσαρες γάτοι, δύο ινδιάνοι και πολλά ζεύγη περιστερών. Αι δύο γίδες ανεχάραζαν βαθιά εις το σκεπασμένο μανδράκι τους, αι όρνιθες έκλωζον υποκώφως εις το κοτέτσια τους, τα περιστέρια είχαν μαζωχθή εις τους περιστερώνας περίτρομαα από το κυνήγι, οπού ήρχιζον εναντίον των την νύκτα οι γάτοι. Όλοι αυτοί οι μικροί θόρυβοι ήσαν το ροχάλισμα της αυλής κοιμωμένης.
Πάραυτα ηκούσθη κρότος βημάτων εις το σπίτι.
–Έ, μαστρο-Παύλε, είπε πλησιάσασα η κυρα-Στρατίνα, νάχουμε και καλό ρώτημα… Τί γάλος και γαλίζεις και γυαλίζεις και καλό να μούχης, ασίκη μου; Είδαμε κι επάθαμε να σκεπάσουμε το πράμα, να μη προσβαλθή το σπίτι… Εκείνος που ήτον δικός του ο γάλος, ήλθε μεσάνυκτα κι εφώναζε, έκανε το κακό, και μας φοβέριζεν όλους, κι η φαμίλια σου, επειδής τον είχε κόψει το γάλο, μαθές, και τον είχε βάλει στο τσουκάλι, βρέθηκε στα στενά… κλειδώθηκε μες στην κάμαρα, και δεν ήξευρε τι να κάμη… Είπε και ο κουνιάδος σου.. καλό κελεπούρι ήτανε κι αυτό, μαθές… και επέρασεν η φαμίλια σου όλην την ημέραν κλειδομανταλωμένη μέσα, από φόβον μην ξαναέλθη εκείνος πούχε το γάλο και μας φέρη και την αστυνομία… ήτον φόβος να μην προσβαλθή κι εμένα το σπίτι μου. Άλλη φορά, τέτοιαα αστεία να μην τα κάνης, μαστρο-Παυλάκη. Τέτοια προσβολή να λείπη από το σπίτι μου, εμένα, τ’ ακουσες;
Ο μαστρο-Παύλος ηρώτησε δειλά·
–Τώρα… είναι μέσα η φαμίλια μου;
–Είναι μέσα όλοι τους, κι έχουνε κλειδωμένα καλά, και το φως κατεβασμένο, δια τον φόβο των Ιουδαίων. Κοίταξε, μη σε νοιώση από πουθενά, κείνος ο σκιάς ο κουνιάδος σου, πάλε…
–Είναι μέσα;
–Ή μέσα είναι, ή όπου είναι έφθασε… να, κάπου ακούω τη φωνή του.
Ηκούσθη, τω όντι, μία φωνή εκεί πλησίον, ήτις δεν υπέσχετο καλά δια τον νυκτερινόν επισκέπτην.
–Έ, μαστρο-Παυλίνε, έλεγε, καλός ήταν ο γάλος…
Ποίος ήτον ο ομιλήσας, άδηλον. Ίσως να ήτο ο μαστρο-Δημήτρης ο γείτων. Δυνατόν να ήτο και ο φοβερός γυναικάδελφος του μαστρο–Παύλου.
–Και να μην πάρω κι εγώ ένα μεζέ; παρεπονέθη ως τόσον ο άνθρωπός μας.
Τι σου χρειάζεται ο μεζές, μαστρο-Παυλάκη μου; επανέλαβεν η Στρατίνα. Τα πράματα είναι πολύ σκούρα. Άφσε τα αυτά. Δουλειά, δουλειά! Η δουλειά βγάζει παλληκάρια. Ό,τι έγινε–έγινε, να πας να δουλέψης, να μου φέρης εμένα τα νοίκια μου. Τ’ ακούς;
–Τ’ ακούω.

Χριστούγεννα

Εάν το Πάσχα είναι η λαμπρότατη του Χριστιανισμού εορτή, τα Χριστούγεννα βεβαίως είναι η γλυκύτατη και συγκινητικωτάτη, και δια τούτο ανέκαθεν εθεωρήθη ως οικογενειακή κατ’ εξοχήν εορτή.
Εν τη Εσπερία δε τα κατ’ αυτήν ανεπτύχθησαν και διετυπώθησαν όντως, ώστε προσέλαβεν ιδιόρρυθμόν τινα τύπον, και ήθη, έθιμα και παραδόσεις ιδιαίτεραι προς αυτήν συνεκροτήθησαν και επ’ αυτής αντεπέδρασαν.
Ολόκληρον φιλολογίαν αποτελούσι τα λεγόμενα Contes de Noël, τα χριστούγεννιάτικα δηλ. παραμύθια, ών τινα εξόχων συγγραφέων έργα είναι ωραιότατα, βιβλιοθήκην δε ολόκληρον δύνανται να γεμίσωσι τα κατ’ έτος εκδιδόμενα Christmas Numbers, τα έκτακτα δηλ. φυλλάδια των εικονογραφημένων περιοδικών, τα δημοσιευόμενα επί τη εορτή των Χριστουγέννων, μετά καλών εικόνων και ποικιλωτάτης τερπνής ύλης.
Ουδέν δε άπορον αν εν τη Δύσει ιδίως ανεπτύχθη η εορτή αύτη, διότι εκ της Δύσεως έχει αν όχι την αρχήν, τουλάχιστον την τάξιν και την σύστασιν.
Γνωστόν ότι πρώτος ο θείος Χρυσόστομος, «ελθόντων τινών από της Δύσεως και απαγγειλάντων», εκανόνισε την εορτήν ταύτην εν τη Ανατολική Εκκλησία, ότε, κατ’ αυτόν τον μήνα Δεκέμβριον τη ιε’, εχειροτονήθη πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, περί τα τέλη του δ’ αιώνος.
Διότι, φαίνεται, έως τότε επεκράτει σύγχυσις, και εωρτάζετο μεν κατά τόπους η Χριστού Γέννησις, αλλ’ ετέλουν την εορτήν άλλοι άλλοτε και δεν συνεφώνουν περί της ημέρας. Η Δυτική Εκκλησία είχεν ορίσει απ’ αρχής την κε’ του Δεκεμβρίου και την ημέραν ταύτην έταξεν εν τη Ανατολή ο ιερός Χρυσόστομος.
Ουχ ήττον όμως η Χριστού Γέννησις ετιμάτο έκπαλαι εν τη Ανατολική Εκκλησία, οι μέγιστοι δε των Πατέρων, οίτινες έζησαν κατά την Δ’ εκατονταετηρίδα, τον χρυσούν εκείνον αιώνα της χριστιανικής Εκκλησίας, ων πολλοί είναι κατά τι αρχαιότεροι του Χρυσορρήμονος διδασκάλου, συνέθεσαν πανηγυρικούς και εγκωμιαστικούς λόγους προς τιμήν της ημέρας. Το δημοτικώτατον εκείνο άσμα, το «Χριστός γεννάται, δοξάσατε, Χριστός εξ ουρανών, απαντήσατε, Χριστός επί γης, υψώθητε», είναι κατά λέξιν ηρανισμένον εκ του πανηγυρικού του ιερού Γρηγορίου του Ναζιανζηνού, του και Θεολόγου επικαλουμένου. Εκ πανηγυρικού λόγου ελήφθη επίσης και το εξαποστειλάριον της εορτής. «Επεσκέψατο ημάς εξ ύψους ο Σωτήρ ημών, ανατολή ανατολών…» Η τελευταία αυτή φράσις, έχει το προνόμιον, ως ήκουσα, να εμπνέη μέγαν ενθουσιασμόν εις τους ατυχήσαντας μεν περί την γλώσσαν, Έλληνας δε την καρδίαν και το φρόνημα αδελφούς ημών της Καισαρείας και Καππαδοκίας, ευλόγως καυχωμένους και λέγοντας ότι «εξ Ανατολής το φως»

Γιάννα στις 26 Δεκεμβρίου 2019

ΚΑΘΕ ΓΙΟΡΤΗ Η ΜΟΝΑΞΙΑ
ΝΤΥΝΕΤΑΙ ΤΑ ΚΑΛΑ ΤΗΣ
ΤΑ ΜΑΥΡΑ ΤΑ ΜΕΤΑΞΩΤΑ
Τ ΑΡΑΧΝΟΥΦΑΝΤΑ ΤΗΣ

ΚΑΘΕΤΑΙ ΜΕΣΑ ΣΤΟΥΣ
ΠΟΛΛΟΥΣ
ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΤΗ ΘΩΡΟΥΝΕ ΔΙΑΛΕΓΕΙ ΕΚΕΙΝΟΥΣ ΤΟΥΣ ΚΑΛΟΥΣ
ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΜΙΛΟΥΝΕ!

ΚΑΙ ΟΤΑΝ ΤΕΛΕΙΩΣΕΙ

Ο ΧΟΡΟΣ

ΤΟ ΠΕΠΛΟ ΤΗΣ ΦΟΡΑΕΟ

ΤΟΥΣ ΛΕΕΙ ΚΑΤΙ ΤΙΣ ΣΤΟ ΑΥΤΙ

ΚΑΙ ΠΑΕΙ ..

Γιάννα στις 26 Δεκεμβρίου 2019

Από τον Μανώλη Μπαρδάνη

Το μαερειό με την θολωτή καμινάδα, τα μπακίρια γυαλισμένα να κρέμονται από πάνω, ένα μικρό τραπεζάκι που το τραβούσαμε στην μέση και στριμωχνόμαστε για να φάμε όλοι μαζί πάντα, και ο αργαλειός στην άκρη. Μια μικρή κρεβατοκάμαρα για τους γονείς και η σάλα μετά. Το σαλόνι μας, αλλά και η κρεβατοκάμαρά μας. Ένας καναπές για τον μικρό μου αδελφό, ένα μπαουλοντίβανο κολλητά στο παράθυρο για μένα κι ένα ντιβάνι στον απέναντι τοίχο για την αδελφή μου, σχηματίζανε ένα μεγάλο Π. Στη μέση της σάλας ένα μεγάλο ξύλινο τετράγωνο τραπέζι από μασίφ ξύλο και τέσσερις καρέκλες.
Στο παράθυρο που κοιμόμουν κρεμόταν ένα υφαντό στόρι, φτιαγμένο στον αργαλειό της μάνας. Στο τελείωμά του σχηματιζόταν οχτώ γωνίες. Στην άκρη τους υπήρχε ραμμένη και από μια μεγάλη κάτασπρη φούντα. Ωσότου κοιμηθώ, μου άρεσε μία-μία να τις κρατάω και να τις χαϊδεύω. Κάποια στιγμή, την ώρα που με έπαιρνε ο ύπνος, τράβηξα μία φούντα. Κόπηκε. Η αίσθηση μαγική. Ηδονική. Σε ελάχιστο χρόνο ξεριζώνω και τις υπόλοιπες, τις κρατάω για λίγο στις χούφτες μου και μετά τις χώνω μέσα στο μπαουλοντίβανο. Η χαρά και η ηδονή ξεπερνούσαν εκείνη την ώρα το φόβο που θα έβγαινε απ την οργή της μάνας, μόλις θα έβλεπε το κατόρθωμά μου. Ήταν χειμώνας. Τα παράθυρα στο χωριό τα έφτιαχναν με το τζαμιλίκι απ έξω και τα παραθυρόφυλλα να κλείνουν από μέσα. Για να μπαίνει φως χωρίς να μπαίνει το κρύο. Τις καθημερινές ξυπνούσαμε αξημέρωτα για να πάμε σχολείο. Η μάνα ήδη είχε ανάψει το τζάκι, είχε αρμέξει τις κατσίκες, είχε κάνει το πρωινό του πατέρα της και το δικό μας και μετά θα μας ξυπνούσε. Δεν άνοιγε το πατζούρι και έτσι τις μέρες που είχαμε σχολείο, δεν είχε πάρει είδηση τη φουντοκαταστροφή που της είχα κάνει. Έλα όμως που ξημέρωσε Σάββατο. Χορτάτος από ύπνο χουζουρεύω γερμένος πλάγια προς το παράθυρο. Ξαφνικά νιώθω τα χέρια της μάνας να τεντώνονται κάθετα με το σώμα μου και να τραβούν το παραθυρόφυλλο. Ξέρω πως έρχεται η καταστροφή. Πως η παντόφλα που θα πέσει στον πισινό μου θα πάει σύννεφο και ψάχνω απεγνωσμένα τρόπους σωτηρίας.
Στο χωριό μου όταν απευθύνεσαι σε κάποιον με το όνομά του, βάζεις μπροστά πάντα το κλητικό άρθρο ώ. Ανάλογα τον λόγο που του απευθύνεσαι, αλλάζει και η προφορά του. Η έντασή και η διάρκεια της εκφοράς του αυξάνονται, όσο αυξάνεται η σοβαρότητα της πράξης που έχει γίνει. Και η δική μου πρέπει να ήταν αρκετά σοβαρή.
- Ω Μανώλη, φώναξε η μάνα μου δύο φορές.
Η πρώτη κράτησε λίγο, με τις συλλαβές ισομερώς μοιρασμένες χρονικά και με τον χαρακτήρα της μεγάλης έκπληξης στην εκφορά, γι αυτό που μόλις είχε δει. Στη δεύτερη όμως το Ω με ξεκούφανε και η διάρκειά του κράτησε έναν αιώνα. Ακόμα και οι συλλαβές του ονόματός μου, μου φάνηκε πως δεν τελείωναν. Συγχρόνως ακούω και το σύρσιμο της παντόφλας στο πάτωμα. Μ ένα απίστευτο πήδημα σηκώνομαι και αρχίζω να γυρίζω γύρω από το τραπέζι. Η μάνα με την παντόφλα υψωμένη στο αριστερό χέρι –ήταν αριστερόχειρας, με κυνηγάει με μανία. Καθ όλη τη διάρκεια του κυνηγητού άκουγα τις κατάρες που έβγαιναν με θυμό απ το στόμα της και οι οποίες όλες απευθυνόταν στην ίδια.
- Καμοχείλη που να μη χαρείς τη μάνα σου
- Που να κοπούν τα χέρια μου που σου ‘στρωσα να κοιμηθείς από κάτω τους.
- Καμοδαύλη που να με νεκροφιλήσεις
- Μα ήντα σου κάνανε οι φούντες και τσοι ξήλωσες εεεεεεεεεεεε;
- Άλι που να με δεις αύριο να με πααίνουνε οι τέσσερις
- Που να ‘θελε μα μη σε κάμω
Συγχρόνως άρχισε να μου βάζει για οδόφραγμα τις καρέκλες και να μου εκσφενδονίζει τις δύο παντόφλες της στο κεφάλι μου και οτιδήποτε άλλο έβρισκε μπροστά της. Όσο ο θυμός της και η μανία της δεν υποχωρούσαν, τόσο καταλάβαινα το τεράστιο μέγεθος της αταξίας που είχα κάνει. Στο τέλος αφού απόειδε πως δεν μπορεί να με πιάσει, εξαντλημένη κάθεται πάνω σε μια καρέκλα. Άρχισε να κλαίει γοερά. Έκλαιγε για την ατυχία της να με έχει παιδί της, για την ώρα που με γέννησε και για το πώς δεν υπάρχει λόγος η ίδια να ζει, μετά απ αυτή την καταστροφή που έκανα. Η αλήθεια είναι πως ένιωσα λίγες ενοχές, αλλά η χαρά μου ήταν μεγάλη που γλίτωνα το ξύλο. Ποτέ μου όμως δεν κατάλαβα ότι πραγματικά είχα διαπράξει ένα έγκλημα, αφού πίστευα πως πολύ εύκολα οι φούντες θα μπορούσαν να ξαναμπούν στη θέση τους.

Γιάννα στις 21 Δεκεμβρίου 2019

Από την Κυριακή

 

ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΤΗΣ ΚΟΚΚΙΝΟΣΚΟΥΦΊΤΣΑΣ.Η ΕΚΔΟΧΉ ΤΟΥ ΛΎΚΟΥ

Το δάσος ήταν το σπιτικό μου. Ζούσα εκεί και νοιαζόμουν γι’ αυτό.
Προσπαθούσα να το διατηρώ τακτικό και καθαρό.

Κάποτε, μια ηλιόλουστη μέρα, ενώ προσπαθούσα να συμμαζέψω κάτι σκουπίδια που κλασικά παράτησαν δυο εκδρομείς, άκουσα βήματα.
Πήδηξα πίσω από ένα δέντρο και είδα μια μικρή κοπέλα να έρχεται, κρατώντας ένα καλάθι.
Μου φάνηκε ύποπτη από την αρχή, γιατί φορούσε αστεία κατακκόκινα ρούχα και το κεφάλι της ήταν καλυμμένο με κουκούλα σαν να μην ήθελε να την αναγνωρίσουν.

Φυσικά τη σταμάτησα για να ερευνήσω το ζήτημα.
Τη ρώτησα ποια ήταν, από πού ερχόταν κ.τ.λ.
Μου είπε μια ιστορία για κάποια γιαγιά που έμενε λίγο πιο κάτω και της πήγαινε φαγητό.
Βασικά, μπορεί να ήταν και έντιμο άτομο, αλλά βρισκόταν στο δάσος μου και έδειχνε πολύ ύποπτη μ’ αυτά τα ρούχα.
Έτσι αποφάσισα να της δείξω πόσο σοβαρό ήταν να εισβάλλει χωρίς ειδοποίηση, ντυμένη περίεργα.

Την άφησα να συνεχίσει, αλλά έτρεξα πριν από αυτήν στο σπίτι της γιαγιάς της.
Όταν συνάντησα τη συμπαθητική γριούλα της εξήγησα το πρόβλημα μου και συμφώνησε ότι η εγγονή της χρειαζόταν ένα μάθημα.
Η γριούλα δέχτηκε να κρυφτεί ώσπου να τη φωνάξω. Έτσι, κρύφτηκε κάτω από το κρεβάτι.

Όταν έφτασε η Κοκκινοσκουφίτσα, την κάλεσα να μπει στην κρεβατοκάμαρα όπου βρισκόμουν ήδη στο κρεβάτι, ντυμένος γιαγιά.
Το κορίτσι ήρθε και μόλις με είδε είπε κάτι άσχημο για τα μεγάλα μου αυτιά.
Με είχαν προσβάλλει κι άλλοτε, αλλά προσπάθησα να είμαι ευγενικός.
Είπα ότι, ίσως, τα μεγάλα μου αυτιά, μου επέτρεπαν να την ακούω καλύτερα.
Δηλαδή έδειχνα ότι τη συμπαθούσα και ήθελα να πιάνω καλά αυτά που λέει.

Αλλά έκανε άλλο ένα καλαμπούρι, για τα γουρλωτά μου μάτια.
Τώρα καταλαβαίνετε πώς άρχισα να αισθάνομαι γι’ αυτή τη μικρή, που ενώ ήταν γλυκιά ήταν και τόσο κακοήθης.
Παρ’ όλα αυτά, έχω την τακτική να γυρίζω και το άλλο μάγουλο και της είπα ότι τα γουρλωτά μου μάτια με βοηθούν να τη βλέπω καλύτερα.

Η επόμενη προσβολή στ’ αλήθεια με νευρίασε.
Έχω κάποιο κόμπλεξ για τα μεγάλα μου δόντια κι αυτό το κορίτσι έκανε μία προσβλητική παρατήρηση.
Με ρώτησε γιατί έχω τόσο μεγάλα δόντια.
Ξέρω ότι θα έπρεπε να μη χάσω την ψυχραιμία μου, αλλά πήδηξα από το κρεβάτι και της φώναξα πως τα μεγάλα μου δόντια ήταν χρήσιμα για να τη φάω.

Τώρα ας είμαστε ειλικρινείς, κανείς λύκος δεν θα έτρωγε ποτέ ένα κορίτσι, όλοι το ξέρουν αυτό, αλλά αυτό το τρελοκόριτσο άρχισε να τρέχει γύρω-γύρω ουρλιάζοντας κι εγώ προσπαθούσα να το φτάσω για να το ηρεμήσω.
Έβγαλα και τα ρούχα της γιαγιάς, αλλά αυτό φάνηκε να χειροτερεύει τα πράγματα.

Ξαφνικά όμως ανοίγει η πόρτα με δυνατό κρότο και ένας μεγαλόσωμος τύπος στεκόταν μπροστά μου με το τσεκούρι του.
Τον κοίταξα και κατάλαβα ότι είχα βρει το μπελά μου.
Υπήρχε ένα ανοιχτό παράθυρο πίσω μου και την κοπάνησα σφαίρα.

Θα ήθελα να μπορούσα να πω πως εδώ τελειώνει η ιστορία.
Όμως αυτή η γιαγιά ποτέ δεν είπε την αλήθεια.
Σύντομα κυκλοφόρησε η φήμη ότι ήμουν κακός και μοχθηρός.
Όλοι άρχισαν να με αποφεύγουν.
Δεν ξέρω τι έγινε το κακοήθες κοριτσάκι με τα αστεία κόκκινα ρούχα, όμως εγώ δεν πέρασα καλά από τότε.
Έτσι, αποφάσισα να σας γράψω την ιστορία μου, μήπως και σώσω τη φήμη μου, έστω και τώρα.
Και να θυμάστε: μην πιστεύετε κανέναν, αν δεν ακούσετε και την άλλη πλευρά.
Μπορεί να είναι παραμύθι.

Γιάννα στις 21 Δεκεμβρίου 2019

Από τον Πέτρο

 

Οι Φιλανδοί, σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat, πρόκειται για έναν από τους πιο χαρούμενους λαούς του κόσμου.

Ωστόσο, μια πόλη που βρίσκεται στο κέντρο της χώρα, η Puolanka, είναι γνωστή για την απαισιοδοξία της.

Η συρρίκνωση του πληθυσμού της πόλης, το χαμηλό βιοτικό επίπεδο σε σύγκριση με άλλες περιοχές της χώρας, αλλά και η έλλειψη πολλών δραστηριοτήτων βρίσκονται στο επίκεντρο των συζητήσεων.

Οι κάτοικοι ξεκίνησαν να εκφράζουν τη δυσαρέσκεια τους με την κατάσταση πριν από μερικά χρόνια, καθώς η πόλη δεν διέθετε κάποια δική της εκδήλωση – ορόσημο, όπως άλλες περιοχές της χώρας.

«Αρχίσαμε να ζηλεύουμε όλες τις άλλες χώρες που είχαν τις δικές τους εκδηλώσεις, κι εμείς δεν είχαμε τίποτα», ανέφερε η κάτοικος της πόλης Ρίτα Νίκανεν μιλώντας στο BBC.

«Κάποιος είπε ότι τίποτα δεν λειτουργεί εδώ, ούτε η απαισιοδοξία. Τότε είπαμε να κάνουμε μία εκδήλωση απαισιοδοξίας», συνέχισε η ίδια.

Συνεταιρισμός απαισιοδοξίας

Οι κάτοικοι λοιπόν αποφάσισαν πριν δέκα χρόνια να φτιάξουν τον δικό τους συνεταιρισμό απαισιοδοξίας, ώστε να συζητούν για τα ζητήματα που τους απασχολούν.

Ένας από τους κατοίκους ανέφερε στο BBC ότι ένα από τα βασικά επιχειρήματα ενάντια στον πεσιμισμό, είναι πως η Puolanka θα χάσει τη φήμη της.

«Μα η απαραίτητη ερώτηση είναι: ποια φήμη;», διερωτήθηκε. Σύμφωνα με τον ίδιο, όποτε η πόλη βρίσκεται στο επίκεντρο, είναι για αρνητικούς λόγους, καθώς η Puolanka βρίσκεται στις τελευταίες θέσεις της κατάταξης στη Φινλανδία σε διάφορους στατιστικούς πίνακες.

«Μπορεί να είμαστε οι χειρότεροι, αλλά είμαστε οι καλύτεροι στη Φιλανδία στο να είμαστε οι χειρότεροι», δήλωσε.

«Όπως είχε πει κάποιος, το χειρότερο πράγμα είναι να πεθάνει κάποιος, χωρίς κανείς να το καταλάβει. Στη Φινλανδία, πολλές πόλεις έχουν πεθάνει και κανείς δεν τις θυμάται πια. Τουλάχιστον εμείς με την απαισιοδοξία κάνουμε τόση φασαρία, που θα μας θυμούνται», σημείωσε.

Σύμφωνα με στοιχεία που συνέλεξε ο Δημήτρης Σταθακόπουλος, δρ. Κοινωνιολογίας της Ιστορίας του Πάντειου Πανεπιστημίου, η ρίζα του ονόματος του κουραμπιέ είναι η εξής:

Qurabiya στα Αζέρικα, kurabiye, στα τούρκικα και φυσικά κουραμπιές στα ελληνικά, που στην κυριολεξία σημαίνει kuru = ξηρό, biye = μπισκότο. Όμως, η ονομασία μπισκότο καθιερώθηκε τον Mεσαίωνα, ετυμολογικά προερχόμενη από το λατινογενές bis-cuit, που σημαίνει ψημένο δύο φορές (στα αρχαία ελληνικά λεγόταν δί-πυρον), ως τεχνική ψησίματος για να μην «χαλάει» εύκολα ο άρτος, κυρίως των στρατιωτών και των ναυτικών.

Στα σύγχρονα ιταλικά, η λέξη είναι biscotto (τo cookies έχει φλαμανδική/ολλανδική προέλευση που πέρασε στην αγγλική γλώσσα). Το λατινικό bis-cuit διαδόθηκε μέσω των Βενετών εμπόρων και στην Ασία, όπου καθιερώθηκε ως παραφθορά της λατινικής λέξης, σε biya/biye, οπότε συνδέθηκε με το δικό τους qura /kuru (ξηρό) και έδωσε τη νέα μικτή (λατινο-ανατολίτικη) λέξη qurabiya/kurabiye, η οποία με αντιδάνεια ξαναγύρισε στη δύση και ελληνοποιημένη πλέον έδωσε το «κουραμπιές» με την έννοια του ξηρού μπισκότου, που διανθίστηκε με αμύγδαλα, ζάχαρη άχνη κ.λπ.

Θεωρείται ότι πρωτοεμφανίστηκε στην Περσία, τον 7ο αιώνα, όταν η ζάχαρη διαδόθηκε στην περιοχή. Την πατρότητα του κουραμπιέ διεκδικεί και ο Λίβανος. Το γλύκισμα είναι διαδεδομένο στην Ελλάδα, την Τουρκία και τις Βαλκανικές χώρες. Ένα είδος κουραμπιέ με την ονομασία Πολβορόν (Polvorón) είναι διαδεδομένο στις ισπανόφωνες χώρες και το νότιο Τέξας.

Τα μελιμακάρονα έχουν ετυμολογικά αρχαιοελληνική προέλευση όσο και αν το μυαλό πάει στο «ιταλικό» μακαρόνι. Στα λεξικά αναφέρεται ότι η λέξη «μακαρόνι» παράγεται από τη μεσαιωνική ελληνική λέξη «μακαρωνία» (επρόκειτο για νεκρώσιμο δείπνο με βάση τα ζυμαρικά, όπου μακάριζαν το νεκρό). Η μακαρωνία με τη σειρά της έρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη «μακαρία», που δεν ήταν άλλο από την ψυχόπιτα, δηλαδή, ένα κομμάτι άρτου, στο σχήμα του σύγχρονου μελομακάρονου, το οποίο το προσέφεραν μετά την κηδεία.

Αργότερα, όταν η μακαρία περιλούστηκε με σιρόπι μελιού ονομάστηκε: μέλι+μακαρία = μελομακάρονο και καθιερώθηκε ως γλύκισμα του 12ημέρου, κυρίως από τους Μικρασιάτες Έλληνες και με το όνομα «φοινίκια». Οι Λατίνοι και αργότερα οι Ιταλοί χρησιμοποιούσαν τη λέξη μακαρωνία ως maccarone που τελικά κατέληξε να σημαίνει το σπαγγέτι. Τέλος, από το μεσαίωνα και μετά στη Γαλλία και την Αγγλία, ένα είδος αμυγδαλωτού μπισκότου ονομάστηκε «macaroon» (το γνωστό σε όλους σήμερα «μακαρόν»).

 

Γιάννα στις 21 Δεκεμβρίου 2019
Η πρώτη εικόνα μιας μαύρης τρύπας, που τράβηξε το διεθνές Τηλεσκόπιο Ορίζοντα Γεγονότων (Event Horizon Telescope-ΕΗΤ), υπήρξε το πιο σημαντικό επιστημονικό επίτευγμα της φετινής χρονιάς, σύμφωνα με το κορυφαίο περιοδικό «Science».
Το «Science», που κάθε χρόνο παραδοσιακά απονέμει διεθνώς τον επίζηλο τίτλο της σπουδαιότερης επιστημονικής ανακάλυψης, τονίζει ότι πρόκειται για «πραγματικά εντυπωσιακό κατόρθωμα ομαδικής εργασίας και τεχνολογίας». Όπως επισημαίνει, κάποτε θεωρείτο αδιανόητο να φωτογραφηθεί άμεσα μια μαύρη τρύπα, καθώς μόνο έμμεσα οι επιστήμονες ήσαν σε θέση να εικάσουν την παρουσία της, μέσω των επιδράσεων στο περιβάλλον της..

Για τους πολυπληθείς αναγνώστες όμως του «Science» η φωτογράφηση της μαύρης τρύπας ήταν το τρίτο σημαντικότερο γεγονός του 2019.

Η «ετυμηγορία του λαού» (πάνω από 34.000 ψήφοι) ήταν ότι το πιο σημαντικό -με διαφορά μάλιστα – ήταν η ανακάλυψη στο Θιβέτ ενός απολιθωμένου κρανίου από ένα κορίτσι Ντενίσοβα, ένα μυστηριώδη πρόγονο του ανθρώπου, του οποίου έως τώρα είχε βρεθεί το 2010 μόνο ένα οστό σε σπήλαιο της Σιβηρίας. Μετά την ανακάλυψη και στο Θιβέτ, που επιβεβαιώθηκε μέσω γενετικής ανάλυσης, φαίνεται πως οι Ντενίσοβα ήσαν αρκετά εξαπλωμένοι στην Ασία πριν περίπου 50.000 χρόνια, παράλληλα με τους Νεάντερταλ.

Στη δεύτερη θέση των προτιμήσεων των αναγνωστών βρέθηκε η ανάπτυξη δύο ελπιδοφόρων φαρμάκων για τον ιό Έμπολα.

Όσον αφορά το ίδιο το «Science», πέρα από την εικόνα της μαύρης τρύπας, αναδεικνύει ως άλλα σημαντικά επιστημονικά επιτεύγματα του 2019 την ανακάλυψη νέων στοιχείων για την κατακλυσμική πτώση του μετεωρίτη στο Γιουκατάν του Μεξικού που εξαφάνισε τους δεινόσαυρους από τη Γη, τη δημιουργία του πρώτου κβαντικού υπολογιστή που είναι πιο ικανός από κάθε συμβατικό υπερ-υπολογιστή (το ορόσημο της λεγόμενης «κβαντικής υπεροχής»), τη φωτογράφιση από το σκάφος New Horizons της NASA του μακρινού ουράνιου σώματος MU69 που βαφτίστηκε πλέον «’Αροκοθ», το πρώτο αποτελεσματικό φάρμακο για τις περισσότερες περιπτώσεις κυστικής ίνωσης, την επικράτηση ενός προγράμματος τεχνητής νοημοσύνης στο πόκερ με αντίπαλους τους καλύτερους επαγγελματίες παίκτες κ.α.

Από το in.gr

Γιάννα στις 14 Δεκεμβρίου 2019

Οι άνθρωποι όταν φοβόμαστε για τη ζωή μας, ουρλιάζουμε συνήθως, καλώντας σε βοήθεια. Επιστήμονες απέδειξαν ότι και τα φυτά, όταν βιώνουν στρες, εκπέμπουν υπερηχητικές κραυγές, οι οποίες όμως δεν γίνονται αντιληπτές από εμάς.

Πιο συγκεκριμένα, Ισραηλινοί επιστήμονες δημοσίευσαν μια νέα μελέτη, σύμφωνα με την οποία τα φυτά έχουν αισθήσεις, δηλαδή μυρίζουν, βλέπουν και ακούνε. Αν και σε εμάς φαίνονται σιωπηλά, αυτά έχουν έναν δικό τους κώδικα επικοινωνίας, μια δική τους γλώσσα.

Η έρευνα έγινε από το Πανεπιστήμιο του Τελ Αβίβ με επικεφαλής τον Ιτζάκ Καΐτ. Η ερευνητική ομάδα τοποθέτησε ευαίσθητα μικρόφωνα κοντά σε φυτά και συγκεκριμένα σε ντοματιές και φυτά καπνού, τα οποία βίωναν συνθήκες στρες. Τα μικρόφωνά τους κατέγραψαν ξεκάθαρα υπερηχητικά ουρλιαχτά από απόσταση περίπου 10 εκατοστών.

Ο Ιτζάκ Καΐτ δήλωσε ότι τα ευρήματα της ομάδας του μπορούν να αλλάξουν ριζικά τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο των φυτών, έναν κόσμο σιωπηλό για εμάς.

Οι ήχοι (οι οποίοι βρίσκονται στη γκάμα των 20 έως 100 kilohertz) μπορούν να γίνουν αντιληπτοί σε μερικούς οργανισμούς σε απόσταση έως 5 μέτρα από τα φυτά. Έτσι, οι επιστήμονες θεωρούν ότι οι «φωνές» των φυτών γίνονται αντιληπτές από έντομα, ζώα και φυτά, αλλά όχι από εμάς. Οι άνθρωποι μπορούν να τις ακούσουν μέσω κατάλληλων οργάνων.

Όμως, δεν είναι όλες οι κραυγές ίδιες. Οι ισραηλινοί επιστήμονες διαπίστωσαν ότι διαφορετικά είδη φυτών βγάζουν διαφορετικούς ήχους και ότι μάλιστα το ίδιο το φυτό «φωνάζει» με διαφορετικό τρόπο ανάλογα τον λόγο που έχει προκαλέσει το στρες, δηλαδή λόγω λειψυδρίας, κόψιμο φύλλου, φωτιάς κ.λπ. Για παράδειγμα, τα φυτά καπνού που διψούν «κραυγάζουν» σε υψηλότερο τόνο από τα φυτά που τους κόβουν τα φύλλα.

Οι επιστήμονες αναφέρουν ότι οι γεωργοί μπορούν μελλοντικά να χρησιμοποιήσουν μια ανάλογη τεχνολογία, μέσω της οποίας θα μπορούν να «ακούνε» τις καλλιέργειες στα χωράφια τους, κατά πόσο χρειάζονται περισσότερο νερό, κάτι το οποίο είναι ολοένα και πιο αναγκαίο λόγω της κλιματικής αλλαγής.

Άλλοι επιστήμονες και θεωρητικοί αναδεικνύουν πιθανούς περιορισμούς της εκπληκτικής αυτής έρευνας, όπως ότι τα μικρόφωνα μπορεί να κατέγραψαν ήχους άλλης προέλευσης επίσης (όπως του χώματος), κάτι που επηρεάζει τα αποτελέσματα. Σε κάθε περίπτωση, αναμένονται εκ νέου μελέτες και έρευνες πάνω σε αυτή την ανακάλυψη.

enallaktikidrasi

Γιάννα στις 14 Δεκεμβρίου 2019

Στὸ Δροσίνη, ποὺ τὸ πρωτάκουσε.

Mέσα σ᾿ ἕνα περιβόλι, γύρω στὸν ἴσκιο μιᾶς φοινικιᾶς,
κάποια γαλανὰ λουλουδάκια, ἐδῶ κατάβαθα,
καὶ κεῖ πιὸ ἀνοιχτά, μιλούσανε.
Πέρασ᾿ ἕνας ποιητής, (ποὺ πέθανε τώρα),
καὶ ρύθμισε τὸ μίλημά τους ἔτσι:

Ὦ Φοινικιά, μᾶς ἔρριξεν ἐδῶ ἕνα χέρι·
τὸ χέρι τό ῾βαλε καταραμένη Μοῖρα;
τὸ πῆγε νοῦς καλοπροαίρετος; Ποιὸς ξέρει!
Ἀπὸ ἑνὸς ὕπνου κάτου τὸν καταποτήρα
ποιὰ ὁρμὴ μᾶς ἄδραξε καὶ ποιὸς μᾶς ἔχει φέρει;
Τάχ᾿ ἀπὸ χαλαστῆ γιὰ τάχ᾿ ἀπὸ Σωτῆρα;
Νά μας ἀσάλευτα στὸν ἴσκιο σου ἀποκάτου·
ὁ ἴσκιος σου εἶναι τῆς ζωῆς ἢ τοῦ θανάτου;

Τὰ καταχώνιαζε ὅλα γύρω τὸ λιοπύρι,
ἐδῶ κ᾿ ἐκεῖ ψάχνανε λαίμαργες ἀκρίδες,
κ᾿ ἦρθε βροχή· καὶ τ᾿ ἄνθια, ποὺ εἶχαν ἀχνογύρει,
ξυπνοῦνε καὶ ποτίζονται δροσοσταλίδες·
κ᾿ ὕστερ᾿ ἀκόμα πιὸ γλαυκὸ τὸ πανηγύρι
τοῦ ξάστερου οὐρανοῦ ξαναρχισμένο τὸ εἶδες·
τρικυμιστὴ μόνο ἡ κορφή σου ἀνάρια ἀνάρια
σταλοβολάει ἁδρὰ βροχομαργαριτάρια.

Λαμποκοπάει ἀνάσταση τὸ περιβόλι,
κάθε πουλὶ ὀνειρεύεται πὼς εἶναι ἀηδόνι,
μονάχα πέφτει ἀπὸ τὰ ὕψη σου σὰ βόλι
τὸ μαργαριταρένιο στάλαμα, καὶ ―ὢ πόνοι―!
ὅλων κορῶνα τοὺς φορεῖ τὸ δροσοβόλι,
ὅλα τὸ γάργαρο νερὸ τὰ μπαλσαμώνει·
γιατί σ᾿ ἐμᾶς ἡ θεία τῶν ὅλων καλωσύνη
γίνεται λάβωμα κι ἀρρώστια καὶ καμίνι;

Πόσο σκληρὰ χτυπάει τὸ βόλι τὸ δικό σου!
Κανέν᾿ αὐτὶ ψηλά, κανένα μάτι ἐμπρός μας.
Ζοῦμε στὸν ἴσκιο σου, ἕνας κόσμος ὁ κορμός σου,
τὸ στέμμα σου οὐρανὸς μὲ τ᾿ ἄστρα· ὁ οὐρανός μας.
Θεὸς ἀλύπητος ἂν εἶσαι, φανερώσου.
Ἂν ὄχι, γνέψε μας, καὶ μία γαλήνη δός μας,
καὶ μὴ σκοτώνῃς μας ἀγάλια ἀγάλια, ἢ δρᾶμε
καὶ ρῖξε μας νεροποντὴ μὲ μιᾶς νὰ πᾶμε!

Σὰν πληρωμὴ εἶν᾿ ὁ πόνος μας καὶ σὰ βρετήκι,
τῆς ἁρμονίας μας σφράγισεν ἡ χρυσὴ βούλλα,
ἐνῷ μᾶς ῾γγίζει ὁ Χάρος, μᾶς θεριεύει ἡ Νίκη,
τρέμομε, χαῖρε, τοῦ ρυθμοῦ ἱερὴ τρεμούλα!
Καταχωμένο ἀνήλιαγο ζῇ τὸ σκουλῆκι
γιὰ νὰ χαρῇ μεταξοφτέρουγη ψυχούλα
μίαν ὥρα τὴν ὡραία ζωή, καὶ νὰ πεθάνῃ.―
―Τὸ χάσμα τῆς πληγῆς γίνεται συντριβάνι.

Τὰ σταχτερά, τὰ διάφανα, τὰ χίλια μύρια
πράσινα, τ᾿ ἀναβρύσματα· καὶ τὰ μαμούδια
καὶ τὰ δετὰ τῆς γῆς· τ᾿ ἀνάερα τρεχαντήρια,
τὰ σκουληκάκια, οἱ μέλισσες, τὰ πεταλούδια,
λουλούδια, ὦ δισκοπότηρα καὶ θυμιατήρια!
Χάιδια τῆς χλόης, παντοῦ φιλιά, τοῦ μούσκλου χνούδια,
τοῦ κάτου κόσμου ἀχός, αἰθέρια μαντολίνα·
στὰ φύλλα μία λαχτάρα, λίγωμα στὰ κρίνα!

Ἄνθια, ὅσα ξέρετε, δὲν ξέρουν τὰ τρυγόνια,
ὡραίων ἐρώτων εἶστ᾿ ἐσεῖς τὰ διαλεμένα,
σαλέματα, φιλιά, ταιριάσματα στὰ κλώνια,
μιᾶς πλάσης εἶναι αὐγὴ τοῦ καθενὸς ἡ γέννα·
τῆς ἡδονῆς καὶ τῆς χαρᾶς τὰ παναιώνια
τὰ ξέρετε, ὦ λιγόζωα σεῖς καὶ ὦ δακρυσμένα!
Ἐμεῖς, ―ὢ τὰ χρυσά της ρίζας σου πλεμάτια!―
μοιάσαμε τὰ στοχαστικὰ καὶ τ᾿ ἄυλα μάτια.

Ἂς εἶστ᾿ ἐσεῖς, ἄπλεροι ἀνθοί, μεστὰ ἀνθοκλάδια,
ἀπὸ τὰ χρυσολούλουδα ὡς τὰ χαμομήλια,
σὰν ἀναμμένα κάρβουνα καὶ σὰν πετράδια,
σὰν τὰ παρθένα μάγουλα καὶ σὰν τὰ χείλια,
σὰ χέρια ἂς γλυκανοίγεστε, γιομάτα ἢ ἄδεια,
χαράματα κι ἂς εἶστε αὐγῆς, βραδιοῦ καντήλια,
τῆς νεράιδας δροσιᾶς ἂς εἶστε τὰ παλάτια·
τὰ μάτια εἴμαστ᾿ ἐμεῖς, εἴμαστ᾿ ἐμεῖς τὰ μάτια.

Σ᾿ ἐμᾶς, μικρά, κόσμο ξανοίγετε μεγάλο,
καὶ σύγνεφ᾿ ἀπὸ ἔγνοιες καὶ καημοὺς λαγκάδια,
καὶ τ᾿ οὐρανοῦ τ᾿ ἀσάλευτο σ᾿ ἐμᾶς, τὸ σάλο
τοῦ πέλαου γύρω στὰ καράβια πρὸς τὰ βράδια,
τὸ δάκρυ ἀκύλιστο, κι ἀξήγητο κάτι ἄλλο…
Ποιᾶς φυλακῆς νά ῾μαστ᾿ ἐμεῖς τὰ συγγενάδια;
Ἦρθε καὶ κλείστη μέσα μας, ―ποιὸς νὰ πιστέψῃ!―
μιὰ κολασμένη καὶ μία θεία· ἡ Σκέψη, ἡ Σκέψη!

T᾿ ἀνάστημα ἔχετε, τὸ παίξιμο, τὸ νάζι,
καὶ κάποιο ἀμίλητο περήφανο καμάρι,
καὶ κάποιο μάγεμα ποὺ ρίχνεται κι ἁρπάζει,
κι ἀπ᾿ τὴν πρωτόπλαστη ὀμορφάδα ἔχετε πάρει.
Σὰν εἴδωλα χλωμὰ σᾶς δείχνει τὸ μαράζι,
καὶ τὸ πουλὶ σᾶς δίνει κάποτε τὴ χάρη,
καὶ τὸν ἀέρα μία νεράϊδα ἀνεμοπόδα,
ὢ μὲ τὰ μύρια θεία χαμογέλια, ὢ ρόδα!

Τὸ πρόσταξε θεὸς Ἀπρίλης ἀνθομάλλης·
―ὦ μοσκοβόλισμα, ἄλλαξε καὶ λάμψη γίνε!
Γιὰ τοῦτο ἀμύριστα εἶστε, ρόδα τῆς Βεγγάλης,
ὅλων τῶν ἄλλων ἡ εὐωδιὰ σ᾿ ἐσᾶς φῶς εἶναι.
K᾿ ἐσὺ ποὺ στέκεις, τῶν ἀνθὼν ὡς νὰ εἶσαι ὁ κράλης,
ἀπὸ ποιὸν κόσμο παραστράτισες, ὦ κρῖνε;
Ἀπὸ τῆς εὐωδιᾶς τὴ μάννα, ἀπὸ τ᾿ ἀστέρι
τὸ πιὸ λευκόν;
Ὦ Φοινικιά, κ᾿ ἐμεῖς; Ποιὸς ξέρει!

Τῆς εὐωδιᾶς αἰθεροπόταμο, κρατήσου·
δὲν ἔτρεξες, δὲν πότισες τὴν ἄνθησή μας·
τῆς εὐωδιᾶς εἴπαμε: πάψε τὴν ὁρμή σου,
μὴ χύνεσαι ἀπὸ μᾶς, μὴ γίνεσαι πνοή μας,
βυθίσου μὲς στὰ φυλλοκάρδια μας, καὶ κλείσου
ἀκάτεχη ἀπ᾿ τὸ μύρισμα, μὲς στὴν ψυχή μας·
ψάξε νὰ βρῇς τὴ σκέψη μας, καὶ ὁμάδι ζῆσε.
Ἂς εἶναι ἡ μέλισσα, κ᾿ ἐσὺ τὸ μέλι ἂς εἶσαι!

Ἀπὸ τὸ βιὸς τοῦ ἥλιου ὅλα ἀραδιάστε τὰ ὄξω,
λουλούδια, ὅλα τὰ χρώματα, καὶ στολιστῆτε.
K᾿ εἴπαμε στ᾿ ἀδερφάκια μας: τὸ οὐράνιο τόξο
φορεματάκια κάμετέ το, καὶ ντυθῆτε!
K᾿ εἴπαμε τὸ καθένα μας: «Ψυχή, θὰ διώξω
κάθε λαμπράδα, μήτ᾿ ἡ αὐγή, καὶ ἡ δύση μήτε·
μοῦ φτάνει κάτι ἀπὸ τὴ θάλασσα, κι ἀκόμα
κάτι σὰ γέλιο, ποὺ γελᾷ τὸ οὐράνιο στόμα!»

Σύγνεφο γίνε, μίλα μὲ τ᾿ ἀστραποβόλι,
κορυδαλλός, καὶ λάλησε, Πόθε μεγάλε,
καὶ ὑψώσου πρὸς ἀστέρινο ἄλλο περιβόλι.
Ὅλη τη μουσικὴ μὲς στὴν ἀγάπη βάλε,
καὶ βάλε τῶν παιδιῶν τὴν ἀθῳότητα ὅλη,
καὶ βάλε κι ὅλη σου τὴν ὀμορφιά, καὶ πάλε
θά ῾χῃς τὸν ἴσκιο τῆς ἀγάπης· ὄχι ἐκείνη·
ἐκείνη λάμπει, καίει, φωτίζει καὶ δὲ σβήνει!

Ἀπὸ μία τρίδιπλη ψυχὴ τὸ περιβόλι,
συρτὴ καὶ ριζωτὴ καὶ φτερωμένη, πλέκει
τὸ εἶναι· ἡ κάμπια ὁλόβαθα χτίζει μία πόλη,
καὶ τὸ πουλὶ χτίζει ἕναν ἔρωτα παρέκει
πρὸς τὸν αἰθέρα· καὶ ἡ χλωράδα γύρω σου ὅλη
δὲν ἔχει νόημα, δὲν ὑπάρχει, ἢ γιὰ νὰ στέκῃ
καὶ νὰ εἶναι, ἀκροπρεπίδι σου, στὴ δούλεψή σου·
ὤ! πῶς ὑψώνεται στὸν ἥλιο τὸ κορμί σου!

Δὲ σταματάει κισσός, δὲν κόβει παρακλάδι
τοῦ κορμιοῦ σου χυτὴ κ᾿ ἐλεύτερη τὴ γύμνια·
ὅμως, γυμνή, μὲ ὀνειροΰφαντο μαγνάδι
σκεπάζεις τὰ χλωρὰ τοῦ κήπου στενορρύμια.
Λαμποκοπάει τῆς βασιλείας σου σημάδι
κορῶνα ἀχτίδων ἀπὸ σμάραγδα κι ἀσήμια
κρεμάμενη, τρεμάμενη ἀπὸ τὴν κορφή σου·
ὤ! τί ρυθμὸς ποὺ κυβερνάει τὸ θεῖο κορμί σου!

Ἔτσι δὲν εἶναι ὡραῖο τὸ νέο κυπαρίσσι
λιγώντας αὐροσάλευτο πρὸς τὸν αἰθέρα,
ἔτσι δὲν εἶναι ὡραία ἡ χλοϊσμένη βρύση
ποὺ ψέλνει σὰν ποιητὴς καὶ θρέφει σὰ μητέρα,
ἔτσι δὲν εἶν᾿ ἡ ἀνατολή, δὲν εἶναι ἡ δύση·
ἀπ᾿ τὴν κορφή σου κρέμεται ἄλλου κόσμου μέρα·
ἔτσι ὄμορφη δὲν εἶν᾿ ἡ ἀναπαμένη λίμνη·
στὰ πόδια σου οἱ θεοὶ κ᾿ οἱ θεολάλητοι ὕμνοι!

Ἀγγέλου φάντασμα στὴ σκήτη τοῦ ἐρημίτη,
στῆς νύχτας τὴ σιωπὴ τῆς ἁρμονίας τὸ στόμα,
ἡ σκέψη, ἐκεῖ ποὺ πρωτοστράφτει στοῦ τεχνίτη
τὸν πλατυμέτωπο οὐρανό, καὶ πρὶν ἀκόμα,
ὄνειρο ἀσκλάβωτο κι ἀπάρθενο, εὕρῃ σπίτι
καὶ γίνῃ λόγος, μουσική, μάρμαρο, χρῶμα,
σὰν τὴν ἰδέα σου δὲν εἶναι, καθὼς πέφτει
κι ἀντιχτυπάει στοῦ λογισμοῦ μας τὸν καθρέφτη.

Μέσα σου ρέει τὸ διάφανο, τ᾿ ἀθάνατο αἷμα,
ἢ ὁ χυμὸς ὁ ἀνήμπορος νὰ σὲ ξυπνήσῃ
ἀπό ῾ναν ὕπνο δίχως μίλημα καὶ βλέμμα
σὲ μιᾶς ἀθόλωτης ζωῆς τ᾿ ὡραῖο μεθύσι;
Τὸ στέμμα τῆς κορφῆς σου εἶν᾿ ἕνα ξένο ψέμα
ἢ τὰ μαλλιά σου, ποὺ ἡ πνοὴ σὰν τὰ χτυπήσῃ,
γίνονται λύρες γιὰ νὰ εἰποῦν ὁλόγυρά σου
τὴ συμφωνία τῶν ὅλων καὶ τῆς ὀμορφιᾶς σου;

Μήτε κλαδιά, μήτε μαλλιά. Φτερὰ εἶν᾿ ἐκεῖνα,
καὶ δοκιμάζεις τα καὶ τὰ τρεμοσαλεύεις.
Φτερά; δὲν εἶναι, γίνονται· σὲ τρώει μία πεῖνα,
καὶ σὲ μία πλάση ἀνώτερη νά ῾μπῃς παλεύεις.
Μιὰ πολιτεία, μίαν ἠλιοστάλαχτην Ἀθήνα
δεξιά, ζερβά, μακριά, στὰ ὕψη, ὅλο γυρεύεις,
καὶ στέκεσαι νὰ φύγῃς πρὸς τὰ μισουράνια
πετώντας μὲ τοὺς κύκνους καὶ μὲ τὰ γεράνια.

Λείψανο εἶσαι ἀπὸ νεκρὸ μεγάλο αἰῶνα,
ζωῆς, ποῦ γίνεται, εἶσαι ἡ πρώτη δροσεράδα;
Πότε ἀπὸ μέσα σου κοιτάει, τραβάει ἀγῶνα
γιὰ νὰ χυθῇ στὸ φῶς μία νύφη Ἀμαδρυάδα,
πότε σὰν τελευταῖα ὑψώνεσαι κολῶνα
ναοῦ, ποὺ κάποτ᾿ ἔστεκε σὲ μίαν Ἑλλάδα.
Τέλος ἢ ἀρχή, βραδιὰ ἢ πρωί, σὲ δένει κάτι
μὲ τοὺς ὁρίζοντες ποὺ χάνεται τὸ μάτι.

Ὡσαννὰ χύνουν οἱ βλαστοί σου καὶ τὰ βάγια
καὶ τὸ βασιλικὸ ὡσαννὰ τ᾿ ἀνάστημά σου
πρὸς ἄγνωστου θεοῦ διαβατικοῦ τὰ μάγια,
φανερωμένου πρῶτα πρῶτα στὴ ματιά σου.
Ἐσὺ ὡσαννά, ὡσαννὰ ἀποκρίνονται τὰ πλάγια.
Ὤ! ποιὰ τὰ ὁράματα καὶ ποιὰ τὰ μυστικά σου;
Σφάζει τὰ λυγερὰ λουλούδια καὶ τὰ φύλλα
ἀπὸ καινούργιους οὐρανοὺς ἀνατριχίλα.

K᾿ ἐμεῖς; Ἦρθε ὡς ἐμᾶς τὸ μακρινὸ πουλάκι,
τ᾿ ἀγεράκι μας ἄγγιξε μὲ τὰ φτερά του,
καὶ κονταστάθηκε τὸ βιαστικὸ τὸ ρυάκι,
καὶ τὸ παιδί μας ἔρριξε τ᾿ ἀνάβλεμμά του,
καὶ τὸ περήφανό μας ἔγνεψε ζαμπάκι,
καὶ τὸ φεγγάρι ἦρθε γιὰ μᾶς ὡς ἐδῶ κάτου,
κ᾿ εἶδε καθεὶς τ᾿ ἀπόξω μας, κανεὶς τὰ βάθη·
ὁ κόσμος γλίστρησεν ἀπάνω μας κ᾿ ἐχάθη.

Πορτοκαλλάνθια, τί σᾶς ρώτησαν τ᾿ ἀηδόνια;
Ὁ τζίτζικας τί θέλει ἀπὸ τὰ μεσημέρια;
Κι ὅσα βογγοῦνε σὰν ἀπὸ τὰ καταχθόνια,
κι ὅσα ἀνεβαίνουνε τραγούδια πρὸς τ᾿ ἀστέρια,
τοῦ σαρακιοῦ ἡ φωνή, τ᾿ ἀνήσυχα τριζόνια,
τ᾿ ἀρώματα, οἱ πνοές, τὰ ἕρμα καὶ τὰ ταίρια,
ὅσα πετοῦνε, σέρνονται, λιγιένται, σκύβουν,
κάτι γνωρίζουνε γιὰ σὲ καὶ μᾶς τὸ κρύβουν.

Μέσα μας μιὰ ψυχὴ ἀπὸ μπόρα κι ἀπὸ πίσσα
τὸ πονηρὸ γιὰ σὲ στὸ λογισμό μας βάζει.
Στὴ νυχτερίδα ὅλο γιὰ σὲ μιλοῦσε ἡ κίσσα
κ᾿ ἡ ἀκρίδα τὸ παινεύτηκε μ᾿ ἐσὲ πὼς μοιάζει,
κ᾿ ἡ σφῆκα ηὗρε χαρὰ στὴ σκέπη σου περίσσα,
κι ὁ νυχτοκόρακας μ᾿ ἐσένα ἀναγαλλιάζει·
μιὰ πλάση ―Ἐσὺ ποὺ ἀτάραχη τραβᾶς πρὸς τ᾿ ἄστρα,
παραμονεύει σὲ κακὴ κι ἀναγελάστρα!

Ὦ φυσημένη ἀπ᾿ τὴν καρδιὰ τοῦ πεύκου, Ὑγεία!
Πατᾷς, παντοῦ οἱ καρποὶ στ᾿ ἀγκάθια, στὰ τριφύλλια,
κυλᾷς μὲ τὰ νερά, καὶ λάμπουν τὰ στοιχεῖα,
γιὰ τ᾿ ἄδολο κρασὶ τρυγᾷς τὰ ὡραῖα σταφύλια,
ὅπου σταθῇς, θ᾿ ἀναστηθῇ μία πολιτεία,
πάντα ὁ μαστός σου γάλα ρέει, δροσιὰ τὰ χείλια.
Ὦ μάννα στρογγυλὴ καὶ καρπερὴ καὶ ἀκέρια,
μᾶς λυών᾿ ἡ ἀρρώστια· μοιάσαμε τὰ νεκροκέρια.

Κλαδιά, μαλλιά, φτερά. Ἴσκιοι, ποὺ ἡ θεία της χάρη
παίζει κι ἁπλώνει, πρῶτε, δεύτερε καὶ τρίτε,
ἀπὸ τὸ στοιχειωμένο τὸ σκληρὸ φεγγάρι
―μήτε κλαδιά, μήτε μαλλιά, καὶ φτερὰ μήτε!―
Προψὲς μίαν ὄψη τέταρτην εἴχατε πάρει·
σπαθιά! καὶ καρτερούσατε γιὰ νὰ χυθῆτε.
Νυχτοπετοῦσα πεταλούδα, ἔλεος κᾶμε·
ἀπάνω στὰ φτερά σου πᾶρε μας νὰ πᾶμε!

Ἡ ἀρρώστια μᾶς τυράγνησε μὲ τὴν ἀγρύπνια,
ὦ Φοινικιά, καὶ σὲ εἴδαμε νὰ κρυφογέρνῃς,
οἱ δρακοντιές, τὰ σκυλοβότανα, ὅλα ξύπνια,
νύχτα εἴταν, ἄμοιαστο χορὸ μ᾿ αὐτὰ νὰ σέρνῃς,
καὶ σ᾿ εἴδαμε ὄνειρο βαρὺ στὰ πρωτοΰπνια
μὲ φλόμους καὶ μὲ χαμαιλιοὺς νὰ παραδέρνῃς,
καὶ γύρω σ᾿ ἔπνιγαν ἀζώηρων περιβόλια,
κι ἀπὸ σκληρὲς ἀλόες λαὸς κι ἀπὸ τριβόλια.

K᾿ εἴσουνα, τῆς ζωῆς ὡς νὰ ζητοῦσες φόρο
αἱματοπότιστο, κι ὀλάγρια ἀντιχτύπα
πεῖνα στὸ εἶναι σου, καὶ κάποιο σαρκοβόρο
ηὗρε σ᾿ ἐσὲ καὶ φώλιασε, κ᾿ ἔσκαψε τρῦπα,
κ᾿ ἔγινε σπήλαιο τὸ κορμὶ τὸ φτεροφόρο,
καὶ τῆς κορφῆς σου γιὰ κορφὴ φόρεσες γύπα·
σὰ φλόγες καὶ σὰν κύματα καὶ σὰ λεπίδια
συρμένα ἀπὸ τὴ ρίζα ὡς τὴν κορφή σου φίδια.

Ποιὸς τὸ στοχάστηκε, ποιᾶς Μοίρας εἶναι τάμα,
ἀπὸ τὰ κακομύριστα καὶ τ᾿ ἀπορρίμια
νὰ ὑψώνωνται τὰ ὁλόχλωρα, καὶ ἁγνὸ τὸ θάμα
τοῦ Μάη κι Ἀπρίλη ἀπ᾿ τὴν ἀκάθαρτην ἀσκήμια;
Γι᾿ αὐτὸ γαλάζια μέσα μας καὶ μαῦρα ἀντάμα,
καὶ στὴν ψυχή μας ὠκεανοὶ καὶ στενορρύμια,
κ᾿ ἐκεῖ ποὺ ὁ νοῦς μὲ τὰ ὑπέρτατα παλεύει,
κάτι πανάθλιο μᾶς κρατεῖ καὶ μᾶς μολεύει.

Ἥλιε, τὰ μαῦρα ὀνείρατα πάρ᾿ τα καὶ πνίχ᾿ τα,
θολοὶ εἶν᾿ ἀχνοί, κ᾿ εἶναι κακόπραγα τελώνια.
Θρέψε τὰ ὡραῖα καὶ τ᾿ ἀγαθά, τὰ πάντα δεῖχ᾿ τα,
σὰν ἀχτιδοπαιξίματα καὶ σὰν ἀηδόνια.
K᾿ ἐσύ, φεγγάρι ξάπλωσε στὴν ἄγρια νύχτα
διάφανη σκέπη ἀπὸ καρδιὰ καὶ ψυχοπόνια,
τῆς Καλλονῆς παντοῦ κυμάτισε, ὢ πορφύρα,
κ᾿ ἡ πλάση ἂς γίνῃ ἀγάπη κι ἂς χτυπάῃ σὰ λύρα!

Ξημέρωσε. Τὸ φῶς χίλια σου σπέρνει μάτια,
γιὰ ν᾿ ἀγκαλιάζεις τὰ βουνὰ καὶ τὰ ρουμάνια,
στὰ δέντρα τὶς φωλιές, στὶς χῶρες τὰ παλάτια,
καὶ τὰ καράβια στ᾿ ἀνοιχτὰ καὶ στὰ λιμάνια.
Τὴ νύχτα ὡραῖα ξωτικὰ σὲ ἀχτίδων ἄτια
νὰ σὲ δουλέψουν ἔρχονται ἀπὸ τὰ οὐράνια.
Χέρια φυτρώνει ἡ λεῦκα καὶ στ᾿ ἁπλώνει πλείσια
σὲ νανουρίζουν ἥσυχα τὰ κυπαρίσσια.

Μιλᾷς μὲ τὸν ἀϊτὸ καὶ μὲ τὸν πελεκάνο,
ρουφᾷς τὴ μουσικὴ τοῦ κόσμου στάλα στάλα,
βλέπεις τὰ μακρινά, τὰ γύρω καὶ τ᾿ ἀπάνω,
τ᾿ ἀπέραντα καὶ τ᾿ ἄπιαστα καὶ τὰ μεγάλα,
ἀνταποκρίνεσαι μὲ κάθε ἀεροπλάνο,
μὲ ἀχτίδες, μὲ φτερά, μὲ τὴν παγκόσμια σκάλα.
K᾿ ἐμεῖς γυρτὰ στὴ γῆ, δαρμέν᾿ ἀπὸ μία λύπη,
ἀκούσαμε τῆς γῆς τὸ μέγα καρδιοχτύπι.

Ἀκούσαμε τῆς γῆς τὸ μέγα καρδιοχτύπι.
Νέο τραγούδι ἀφάνταστο ποὺ δὲν εἰπώθῃ,
ἦχος ποὺ τίποτ᾿ ἀπὸ μέσα του δὲ λείπει·
μέσα του ρυάζεται ἄγγελος ποὺ κεραυνώθη,
κι ὅλοι γλυκανασαίνουνε τ᾿ Ἀπρίλη οἱ κῆποι·
κρυφοὶ ἀναπάντεχοι μέσα του κλαῖνε πόθοι,
καὶ τρίζει μία φωτιά, ποὺ κόσμους θὰ χαλάῃ·
κάτι ποὺ μένει ἀξήγητο καὶ σὲ περνάει!

Πές μας τὴ φωτερὴ τ᾿ ἀέρινου ἱστορία,
τοῦ μαύρου θὰ σοῦ ποῦμ᾿ ἐμεῖς τὸ συναξάρι,
κ᾿ ἔλα νὰ τὰ ταιριάσουμε τὰ δυὸ στοιχεῖα,
τὴ δύναμή σου ἐσὺ μὲ τὴ δική μας χάρη.
Στ᾿ ἄφαντα, στὰ μικρά, στ᾿ ἀνήλιαγα, στὰ κρύα
ζοῦν ἕνας κόσμος δουλευτάδες καὶ κουρσάροι,
κ᾿ ἔχουν οἱ δρόμοι καὶ τὰ ἔργα τους καὶ οἱ μέρες
κι ὅσα δὲν ἔχουν τῶν ἀπέραντων οἱ αἰθέρες.

Τὴ ζωή του μᾶς εἶπε τὸ μελισσολόι
κι ἄστραψαν ὡς ἐμᾶς καινούργια νιάτα·
θάματ᾿ ἀνυποψίαστα σκεπάζ᾿ ἡ χλόη,
στὸ πλάϊ μας τὸ μυρμῆγκι ἀνοίγει βαθιὰ στράτα,
μιὰ σαύρα ἀργοσυρμένη μέσ᾿ ἀπὸ κατώι,
χωρῶν, ἐθνῶν, τεχνῶν ἔφερ᾿ ἐδῶ μαντάτα.
Μιὰ πεταλούδα, ποὺ ἔτρεχε γιὰ νὰ παντρέψη
τὰ λουλουδάκια, μᾶς ἐπλάτυνε τὴ σκέψη.

Ἀπάντρευτη, ἄκαρπη, κι ἀξήγητη καὶ ὡραῖα!
Παράξενη εἴταν ὥρα, ποιὸς θὰ τὸ πιστέψη;
Βουλήθη ὁ θεῖος κόσμος, κ᾿ ἔγινεν Ἰδέα,
καὶ στὴ δική μας φανερώθηκε τὴ σκέψη.
Τώρα σ᾿ αἰνίγματα καὶ σὲ σκοτάδια νέα
εἶν᾿ ἕτοιμη ἡ ζωούλα μας γιὰ νὰ μισέψῃ.
―Ὦ Φοινικιά, ἀποκρίσου· νά! φυλάει καρτέρι,
πρὶν πῇς τὸ λόγο τὸν ὑπέρτατο, ἕνα χέρι.

Ὦ Φοινικιά, μᾶς ἔσπειρεν ἐδῶ ἕνα χέρι,
καὶ θὰ ξαναπλωθῇ, καὶ θὰ μᾶς ξερριζώσῃ,
καὶ θὰ πεθάνουμε· τὸ κῦμα καὶ τ᾿ ἀγέρι
καὶ τὸ νερὸ ἀνελεήμονα θὰ μᾶς σαρώσῃ,
καὶ δὲ θὰ κλάψῃ μας τ᾿ ὁλόανθο καλοκαῖρι,
κ᾿ ἡ πλατιὰ πλάση τὸ χαμό μας δὲ θὰ νιώσῃ,
καὶ κάτου ἀπὸ τοῦ ἴσκιου σου τὰ μάγια πάλι
θ᾿ ἀναστηθῇ μοσκόπνοη μιὰ βλάστηση ἄλλη.
Καὶ μήτε θὰ βρεθῇ γιὰ μᾶς κανένα μνῆμα
τοῦ διάβα μας τὸ φάντασμα νὰ συγκρατήσῃ·
μονάχα ὁλόφωτο τριγύρω σου ἕνα ντύμα
μὲ νέα μία λάμψη ἀχάλαστη θὰ σὲ στολίσῃ,
καὶ θὰ εἶναι ἡ σκέψη μας κι ὁ λόγος μας καὶ ἡ ρίμα.
Καὶ θὰ φανῆς ἐσὺ στὴν ξαφνισμένη χτίση
σὰν ἕνα χρυσοπράσινο καινούργιο ἀστέρι.
Καὶ μήτ᾿ ἐσύ, μήτε κανεὶς δὲ θὰ μᾶς ξέρῃ

Γιάννα στις 14 Δεκεμβρίου 2019

Από την ΚΥΡΙΑΚΗ

 

..κι ειδε καθεὶς τἀ απόξω μας, κανεὶς τὰ βάθη·

ὁ κόσμος εγλίστρησεν απάνω μας κι εχάθη.

Κ . Παλαμας, Φοινικιά

Γιάννα στις 14 Δεκεμβρίου 2019

 

Από την ΚΥΡΙΑΚΗ

 

Η πιο έντονη ανάμνηση της ζωής μου, είναι η μάνα μου.

Με ρωτάνε διαρκώς για τη σημαία. Εγώ όμως, ακόμα κι από την ιστορία της σημαίας, θυμάμαι τη μάνα μου. Όταν γυρίζαμε εκείνη την ημέρα στα σπίτια μας, η ώρα ήταν περασμένη, μετά τα μεσάνυχτα. Πάω στο σπίτι και βλέπω τη μάνα μου ένα κουβάρι στα σκαλοπάτια απ” έξω.

Με περίμενε. Την πλησιάζω και της λέω, «Μάνα!»

Σηκώνεται απότομα, με πιάνει από τον λαιμό, με πάει στην κουζίνα για να μην ακούσουν οι άλλοι και ξυπνήσουν και μου λέει, «Πού ήσουν;»

Τότε εγώ ανοίγω το σακάκι και της δείχνω το κομμάτι της σβάστικας που είχαμε κόψει. Με αγκαλιάζει, με φιλάει και μου λέει, «Πήγαινε κοιμήσου».

Την άλλη μέρα το πρωί, ακούω τον εξής διάλογο: Ο πατριός μου τη ρωτάει, «Πού ήταν χθες το βράδυ ο μεγάλος σου γιος;».

Του απαντάει,
«Ανέβα στην ταράτσα και κοίταξε στην Ακρόπολη».

Ποτέ μου δεν τη ρώτησα πώς το κατάλαβε. Θα το θεωρούσα προσβολή στη νοημοσύνη της.

Αλλά για μένα αυτό ήταν το πιο συγκινητικό συμβάν στην ιστορία μου. Η μάνα μου.

~ Μανώλης Γλέζος

#φιλότιμο #philotimo #filotimo

Γιάννα στις 14 Δεκεμβρίου 2019

Aπό την Κυριακή

Επάνω του η Σφιγξ είναι πεσμένη
με δόντια και με νύχια τεντωμένα
και μ’ όλην της ζωής την αγριάδα.
Ο Οιδίπους έπεσε στην πρώτη ορμή της,
τον τρόμαξεν η πρώτη εμφάνισή της —
τέτοια μορφή και τέτοιαν ομιλία
δεν είχε φαντασθή ποτέ έως τότε.
Μα μ’ όλο που ακκουμπά τα δυο του πόδια
το τέρας στου Οιδίποδος το στήθος,
συνήλθε εκείνος γρήγορα — και διόλου
τώρα δεν την φοβάται πια, γιατί έχει
την λύσιν έτοιμη και θα νικήση.
Κι’ όμως δεν χαίρεται γι’ αυτήν την νίκη.
Το βλέμμα του μελαγχολία γεμάτο
την Σφίγγα δεν κυττάζει, βλέπει πέρα
τον δρόμο τον στενό που πάει στας Θήβας,
και που στον Κολωνό θ’ αποτελειώση.
Και καθαρά προαισθάνεται η ψυχή του
που η Σφιγξ εκεί θα τον μιλήση πάλι
με δυσκολώτερα και πιο μεγάλα
αινίγματα που απάντησι δεν έχουν.

 

Γιάννα στις 13 Δεκεμβρίου 2019

Από την Μαρία

ΤΟ ΧΑΜΕΝΟ ΧΑΔΙ

Φεύγει απ’ τα δάχτυλά μου το χάδι χωρίς λόγο
απ’ τα δάχτυλα μού γλιστρά. Στον άνεμο, καθώς περνά,
το χάδι που πλανιέται χωρίς λόγο και προορισμό,
το χαμένο χάδι… Ποιος θα το μαζέψει;

Μπορούσα ν’ αγαπήσω απόψε με ατέλειωτη ζέση,
μπορούσα ν’ αγαπήσω τον πρώτο που θα τύχαινε να ‘ρθει.
Κανείς δεν έρχεται. Μόνα μένουν τ’ ανθισμένα μονοπάτια.
Το χαμένο χάδι. θα κυλήσει… θα κυλήσει…

Αν στα μάτια σε φιλούν απόψε, ταξιδιώτη,
αν συνταράζει τα κλαδιά ένας γλυκός στεναγμός,
αν σου σφίγγει τα δάχτυλα ένα μικρό χεράκι
που σε πιάνει και σ’ αφήνει, σε κατακτά και φεύγει

Αν δε βλέπεις αυτό το χέρι και το στόμα που σε φιλά
αν είναι το αγέρι που υφαίνει την ψευδαίσθηση του φιλιού
ω. ταξιδιώτη, που το βλέμμα σου. βαθιά μες στον άνεμο,
είναι σαν ουρανός… θα μ’ αναγνωρίσεις;

*Από το βιβλίο “Alfonsina Storni Ποιήματα”, δίγλωσση έκδοση, σε επιλογή και μετάφραση Στέργιου Ντέρτσα, Εκδόσεις Θράκα, 2014.

Γιάννα στις 1 Δεκεμβρίου 2019

Οι άνθρωποι είμαστε όντα κοινωνικά, γεγονός που σημαίνει πως έχουμε ανάγκη την αλληλεπίδραση με τους άλλους ανθρώπους. Μέσα στη δίνη της καθημερινότητας, ξεχνάμε πόσο μεγάλη αξία έχουν για όλους εμάς οι απλές καθημερινές ενέργειες, οι οποίες όμως περικλείουν μέσα τους την αγάπη για τη ζωή και τους ανθρώπους.

Η ανθρώπινη επαφή, το ίδιο το άγγιγμα, μας απελευθερώνει από το άγχος καθώς όπως έχει διαπιστωθεί, ‘’χτυπάει’’ εκείνο το μέρος του εγκεφάλου το οποίο ευθύνεται για το άγχος εκκρίνοντας ενδορφίνες οι οποίες δρουν αποτρεπτικά απέναντι σε αυτό. Η ευεργετική επίδραση του χαδιού αγγίζει και εκείνο το λεπτό θέμα που αφορά την ίδια την εμπιστοσύνη μας απέναντι στους ανθρώπους, τροφοδοτώντας παράλληλα το ίδιο μας το δέρμα, το οποίο αποτελεί το μεγαλύτερο όργανο του σώματός μας.

Το χάδι, η αγκαλιά, αποβάλλουν από μέσα μας το άγχος, μειώνουν τους παλμούς της καρδιάς και την υψηλή πίεση, καλλιεργούν στον άνθρωπο το αίσθημα της αλληλοβοήθειας και της εμπιστοσύνης στους άλλους ανθρώπους. Πολλοί γονείς δεν προσφέρουν πολλές αγκαλιές στο παιδί τους, διότι θεωρούν πως εκείνο θα εξελιχθεί σε έναν μαλθακό ενήλικα και δε θα αποκτήσει συναισθηματική αντοχή.

Αυτή όμως, είναι μία λανθασμένη συμπεριφορά διότι το παιδί έχει απόλυτη ανάγκη να αισθάνεται ασφάλεια και προστασία, όπως και τη δημιουργία της αίσθησης πως είναι αγαπητό. Γι’ αυτό όσοι είναι γονείς, να αγκαλιάζουν όσο περισσότερο γίνεται τα παιδιά τους. Το χάδι είναι απαραίτητο για την υγιή ανάπτυξη του ανθρώπου, διότι μειώνει μέσα του την εσωτερική ένταση, το θυμό και την έντονη νευρικότητα, επιδρώντας θετικά στην αμυγδαλή που είναι το μέρος του εγκεφάλου το οποίο είναι υπεύθυνο για τα συναισθήματα.

Το χάδι δεν είναι μόνο το ερωτικό. Ακόμα και η πλατωνική αγάπη, τα φιλικά συναισθήματα, μπορούν να εκφραστούν με μία αγκαλιά, ακόμα και ένα απαλό χτύπημα στην πλάτη μπορεί να είναι ιδιαίτερα τονωτικό για την αυτοπεποίθηση και το χτίσιμο της εμπιστοσύνης του ίδιου του ανθρώπου. Δεν είναι τυχαίο πως σε όλες τις μεγάλες αθλητικές και καλλιτεχνικές διοργανώσεις παγκοσμίως, υπάρχει χειραψία μεταξύ των συμμετεχόντων. Παράλληλα, έχει διαπιστωθεί πως σε όσα σχολεία οι εκπαιδευτικοί ενθάρρυναν τα παιδιά στο να αγγίζουν το ένα το άλλο, εκείνα εμφάνιζαν καλύτερες επιδόσεις στα σχολικά μαθήματα.

Όμως, το χάδι δεν περιορίζεται μεταξύ ανθρώπων. Ειδικοί ψυχικής υγείας συνιστούν σε πολλούς θεραπευόμενους, την απόκτηση ενός κατοικίδιου. Το χάδι σε μία γάτα, λειτουργεί εξαιρετικά αγχολυτικά και πολλές φορές η ίδια η άδολη και αληθινή αγάπη που μας παρέχει ένα αθώο πλάσμα, μας ενισχύει την εμπιστοσύνη στον εαυτό και την αξία μας, αποβάλλοντας από μέσα μας την αρνητικότητα.

Το χάδι έρχεται φυσικά και σε συνάρτηση με διάφορες πολιτιστικές, πολιτισμικές, θρησκευτικές και κοινωνικές αντιλήψεις. Ας γνωρίζουμε τα προσωπικά όρια το εκάστοτε ανθρώπου, ώστε να μην αισθανθεί και ο ίδιος παραβίαση του προσωπικού του χώρου – ειδικότερα, αν είναι άτομο το οποίο δε γνωρίζουμε καλά. Ας βάλουμε περισσότερο το άγγιγμα στη ζωή μας. Δεν είναι μέρος της ζωής, αλλά η ίδια η ζωή.

Aπό emallaktikidrasi

Γιάννα στις 1 Δεκεμβρίου 2019