Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 5 Ιουλίου 2020

Από  τον Μανόλη Μπαρδάνη

“Ο Κλειδός είναι ο τόπος των παιδικών καλοκαιρινών αναμνήσεων. Με το που έμπαινε ο Ιούλης – ο (Γ)Υαλιστής που τον έλεγαν στο χωριό μου, ξεκινούσαμε για τη δίμηνη παραμονή μας στον μαγευτικό Τόπο.
Από την επομένη που έκλειναν τα σχολεία, άρχιζαν οι ετοιμασίες για την μετακόμισή μας στον Κλειδό. Η λαχτάρα και των τριών αδελφιών δεν μπορούσε να κρυφτεί. Το λεωφορειάκι του Τζιγκοϊώργη έφευγε στις 7 το πρωί. Ο πατέρας έχει έρθει από βραδύς για να βοηθήσει στην μεταφορά μέχρι την Παναγία. Εννοείται πως το λεωφορείο ήταν αποκλειστικά μόνο για την οικογένειά μου. Δύο καφάσια μεγάλα, σκεπασμένα και δεμένα με σεντόνι στο πάνω μέρος, που περιείχαν τις κότες μας. Δύο γουρούνια, δύο κατσίκες γκριβίτσες με τα δυό τους ριφάκια. Τρία στρώματα και ένα ράντζο. Κατσαρόλες, τηγάνια και άπειρα τσουμπλέκια. Και μαζί μ αυτά έπρεπε να πάρουμε και τον πάππο μας μαζί. Τον αφέντη της μάνας. Ένας γίγαντας 90 χρόνων, υγιέστατος, ακμαιότατος. Μυλωνάς στο επάγγελμα και καλός τεχνίτης. Δεν του άρεσε ο Κλειδός. Δεν άντεχε την ζέστη. Φορούσε τη βράκα του με το μεγάλο κάτασπρο σώβρακο από μέσα, το πουκάμισο το ντρίλινο με τον μπιρίκο από πάνω του σταυρωτά. Την μάλλινη ζώνη του σφιχτά δεμένη στη μέση. Το φέσι με το γκρι μαντήλι στο κεφάλι του. Τα παπούτσια του τα βρακαδίστηκα με τις χοντρές μάλλινες κάλτσες και τους κεντητούς καλτσοδέτες σφιχτά δεμένους στην κάλτσα, κάτω απ το γόνατο. Καθόταν στην πρώτη θέση πάντα του λεωφορείου με τα χέρια του ανοιχτά να πιάνει όλο το κάθισμα. Οι δύο κατσίκες με τα ρίφια ήταν στην καμπίνα του λεωφορείου. Τα στρώματα με το ράντζο και τα καφάσια με τις κότες φορτωνόταν στην οροφή. Οι χοίροι στους πλαϊνούς χώρους. Οι μάνα, με την ρόμπα της, με το μαντήλι περασμένο στο κεφάλι και δεμένο κάτω από το σαγόνι, έδειχνε με την έκφραση στο πρόσωπό της, πως, για ακόμα μια φορά τα κατάφερε.
Και να που ξεκινήσαμε, με τον πατέρα ν ανάβει τσιγάρο και την μάνα να σταυροκοπιέται ψιθυρίζοντας διάφορες προσευχές μέχρι το πέταλο. Ο Τζιγκοιώργης, ο οδηγός, εβδομηντάχρονος σχεδόν, ασπρομάλλης, με την τραγιάσκα σηκωμένη ψηλά και πλάγια στο κεφάλι, είχε πιάσει συζήτηση με τον πάππο μου. Χαρακτηριστικό του και ελάττωμά του για μας τα παιδιά, η μικρή ταχύτητα που οδηγούσε το αμάξι του. Εμείς λαχταρούσαμε να φθάσουμε γρήγορα στον τόπο μας, να δούμε τους φίλους μας, να κάνουμε το πρώτο μας μπάνιο. Μετά από μιάμιση ώρα εποχούμενοι, ζαλισμένοι και ταλαιπωρημένοι από τον επικίνδυνο και γεμάτο στροφές δρόμο, φθάνουμε στην Μουτσούνα. Πάντα την υπολογίζαμε ως το μέσο της διαδρομής.
Αρχίζει ο κουραστικός χωματόδρομος. Το λεωφορείο πάει εκνευριστικά σιγά. Αλμυρό νερό, στροφή στα Λιαρίδια, περνάμε στ Αμοργινοπέτρου το μαζωμό και λίγο πριν τελειώσει η ευθεία, ο Τζιγκοιώργης στρίβει το όχημά του δεξιά, εκτός του κύριου δρόμου. Σε καμιά εκατοσταριά μέτρα σταματάει. Κατεβαίνει απ τη θέση του και αρχίζει να σφυρίζει βοσκήστικα. Σε λίγο μαζεύονται καμιά τριανταριά προβατίνες, τις μαντρίζει κι αρχίζει να τις αρμέγει. Μία ώρα καθυστέρηση και φυσικά το πρωινό μπάνιο κινδυνεύει να χαθεί. Ξεκινάμε πάλι. Αρχίζει να μυρίζει ο Τόπος θυμάρι και θάλασσα. Η ζέστη αφόρητη στην καμπίνα.
Μεσημέρι επιτέλους, φθάνουμε στον προορισμό μας. Θυμάμαι δεν υπήρχε ούτε νερό να κεράσουμε το Τζιγκοιώργη. Το νερό στον Κλειδό το κουβαλούσαμε απ το πηγάδι που ήταν στο λιμανάκι κάτω. Τετρακόσια μέτρα απόσταση σχεδόν. Από δύο πεντόκιλα μπιτόνια άδεια, για μένα και την αδελφή μου, μας περίμεναν πάντα πριν ξεκινήσουμε για το πρωϊνό και το απογευματινό μας μπάνιο. Ποτέ δεν κατεβήκαμε στην παραλία χωρίς τα μπιτόνια μας. Έπρεπε να τα γυρίσουμε γεμάτα. Ένιωθα σαν το Σίσυφο. Ειδικά την μέρα που φθάναμε, η τιμωρία ήταν σκληρή. Έπρεπε να κατεβούμε με τα μπιτόνια μας στην παραλία, εκεί που οι φίλοι μας οι Αθηναίοι ανέμελοι θα κολυμπούσαν, κι εμείς, ούτε να τους χαιρετήσουμε δεν είχαμε χρόνο. Έπρεπε να τα γεμίσουμε και να τα πάμε σπίτι. Να μαγειρέψει η μάνα, να πλύνει και να καθαρίσει, να ποτίσει τις δύο κατσίκες, τα ριφάκια, τους χοίρους. Κουβαλούσε κι ο πατέρας νερό. Πως θα γινόταν αλλιώς; Η μάνα όμως τραβούσε το μεγάλο ζόρι.”

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 28 Ιουνίου 2020

Από τον Πέτρο

Τη γέννηση μιας νέας ηπείρου στο νότιο τμήμα του Ινδικού ωκεανού προανήγγειλαν γάλλοι και αυστραλοί γεωλόγοι, που εξερεύνησαν το αρχιπέλαγος Κεργκελέν κοντά στην Ανταρκτική και κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι εκεί αναδύεται μια νέα ήπειρος.

Οι ωκεάνιες λιθοσφαιρικές πλάκες βυθίζονται στο μανδύα αυξάνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τον ηπειρωτικό φλοιό του πλανήτη.

Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας αυτής εμφανίζεται το γρανιτικό μάγμα, δημιουργώντας το ανώτερο στρώμα των ηπείρων.

Το εξωτερικό μέρος του βυθού των ωκεανών αποτελείται κυρίως από βασάλτη και αυτό διαφέρει από τις ηπείρους.

Αν και βρέθηκε ένα μάγμα από γρανίτη, υποτίθεται πως τα νησιά του αρχιπελάγους Κεργκελέν είναι οι κορυφές ηφαιστείων, από τους κρατήρες των οποίων αναδύθηκε βασάλτης που σχημάτισε αυτές τις περιοχές της Γης, ενώ μαζί με αυτό το είδος βρέθηκαν περισσότεροι όξινοι σενίτες που εντοπίζονται αποκλειστικά στις ηπείρους.

Λόγω του μίγματος πετρωμάτων ο φλοιός στην περιοχή των νήσων Κεργκελέν είναι πολύ παχύς, όπως στις ηπείρους.

Αφού μελετήθηκε η εσωτερική δομή των σενιτών, οι γεωλόγοι διαπίστωσαν ότι ως αποτέλεσμα της συγκεκριμένης διαδικασίας σχηματίζονται διάφορα στρώματα.

Καθένας από τους σενίτες βρέθηκε τελικά κάτω από τα πετρώματα, αυξάνοντας το επίπεδό τους.

Θεωρείται ότι οι σενίτες σχηματίστηκαν πριν από περίπου 3,7 εκατομμύρια χρόνια.

Οι ειδικοί επιστήμονες κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η περιοχή των νήσων Κεργκελέν είναι μια αναδυόμενη ήπειρος.

Στο μακρινό μέλλον, σε μερικά εκατομμύρια χρόνια, το αρχιπέλαγος Κεργκελέν θα μετατραπεί σε ηπειρωτική χώρα.

Οι γεωλόγοι σκοπεύουν να μελετήσουν προσεκτικά τη δομή των σενιτών, προκειμένου να κατανοήσουν την εμφάνιση του μάγματος και την αλλαγή του.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 24 Ιουνίου 2020

Βιτωροκωστας εντεκα παιδια εκπροσωπος της πατρότητας μερα που ειναι

Γραφει στο γιο του που ηταν Αμερική αλλα αργούσε να στειλει γραμμα :

Από το μπαλκόνι μια βραδιά
Κοίταζα το φεγγάρι

και φάνηκε μου μια στιγμή
πως περπατάτε ομάδι

καθόρισε μια στιγμή
πες μου ακριβώς πιο βράδυ

να το κοιτάζομε και οι δυό
ομάδι το φεγγάρι

που ίσως αντανάκλαση
κείνη την ώρα γίνει
να δούμε ο γείς τον άλλο μας

Απάνω στη σελήνη

Από τον Λουδοβίκο

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 20 Ιουνίου 2020

Να βρεις ανθρώπους που σου κάνουν χώρο στη ζωή τους και δε σε βάζουν να στριμωχτείς.

Να βρεις ανθρώπους που δεν προσπαθούν να σε αλλάξουν για να μοιάσεις σε αυτό που εκείνοι έχουν ονειρευτεί.

Να βρεις ανθρώπους που σε κοιτάνε λες και είσαι κάτι το μαγικό.

Να βρεις ανθρώπους που στις σχέσεις τους έχουν μόνο σκηνή και ποτέ παρασκήνιο.

Να βρεις ανθρώπους διάφανους. Που λένε αυτό που νιώθουν και που νιώθουν αυτό ακριβώς που λένε.

Να βρεις ανθρώπους που προσπαθούν να κερδίσουν την εμπιστοσύνη σου και τα καταφέρνουν.

Να βρεις ανθρώπους που προσπαθούν ακόμα να κάνουν τον κόσμο και τον εαυτό τους καλύτερο.

Να βρεις ανθρώπους που δε σταματάνε να ονειρεύονται και δε συμβιβάζονται με το άσχημο και το άδικο.

Να βρεις ανθρώπους που δεν τους αρέσει να κρίνουν και να λογοκρίνουν του άλλους.

Να βρεις ανθρώπους με τους οποίους μπορείς να παραμένεις σιωπηλός, χωρίς να νιώθει κανείς αμηχανία.

Να βρεις ανθρώπους που επιμένουν να βλέπουν πάντα το καλό στους άλλους. Πάντα. Ακόμα και αν θα έπρεπε να ξέρουν πια καλύτερα.

Να βρεις ανθρώπους που ποτέ δε θα σε πληγώσουν επίτηδες.

Να βρεις ανθρώπους που σε κάνουν να νιώθεις πως βρίσκεσαι σπίτι σου.

Να βρεις ανθρώπους που σε κάνουν να νιώθεις μέσα σου ζέστη.

Να βρεις ανθρώπους όμορφους. Από μέσα. Αν δεν τους έχεις βρει, συνέχισε να ψάχνεις. Βρίσκονται ανάμεσά μας. Ναι.

Να βρεις ανθρώπους που σε κάνουν να νιώθεις πως βρίσκεσαι σπίτι σου

Και, όταν τους βρεις, να κάνεις τα πάντα για να τους κρατήσεις στη ζωή σου και για να είναι ευτυχισμένοι. Και να μην τους αφήσεις ποτέ να νιώσουν μόνοι. (Ξέρεις, οι άνθρωποι που περιγράφω νιώθουν εύκολα μόνοι).

Να τους θαυμάζεις- γιατί το αξίζουν. Όχι, όμως, μόνο αυτό. Από σκέτο θαυμασμό δεν ευτύχησε ποτέ κανείς.

Όταν τους βρεις, να τους αγαπάς και να τους το δείχνεις κάθε στιγμή. Να τους το δείχνεις, γιατί δεν το θεωρούν δεδομένο, γιατί δεν το ξέρουν. Να τους το λες αλλά, κυρίως, να τους το δείχνεις.

Και πάντα να θυμάσαι τι έχουν περάσει οι άνθρωποι αυτοί: Οι άνθρωποι αυτοί είναι μειονότητα. Και είναι δύσκολο να ζεις πάντα ως μειονότητα.

Το κείμενο δημοσιεύθηκε στο The Chronicle of A Sociopath

Πηγή: www.doctv.gr

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 20 Ιουνίου 2020

Ας πούμε τώρα ποιους αγαπούν οι άνθρωποι και θέλουν να τους έχουν φίλους τους και ποιους μισούν, καθώς και για ποιον λόγο –αφού όμως πρώτα δώσουμε τον ορισμό της φιλίας και της αγάπης…

Ας δεχθούμε, λοιπόν, ότι αγαπώ κάποιον και θέλω να τον έχω φίλο μου θα πει θέλω γι’ αυτόν καθετί που το θεωρώ καλό, όχι για να κερδίσω κάτι ο ίδιος, αλλά αποκλειστικά για χάρη εκείνου· κάνω μάλιστα και ό,τι μπορώ για να αποκτήσει αυτά τα καλά εκείνος.

Φίλος είναι το πρόσωπο που αγαπά με τον ίδιο τρόπο που είπαμε και αγαπιέται με τον ίδιο τρόπο: όσοι πιστεύουν ότι η σχέση τους είναι αυτού του είδους, θεωρούν ότι είναι φίλοι. Με όλα αυτά να τα έχουμε δεχτεί, καταλήγουμε πια –υποχρεωτικά– στο ότι φίλος είναι αυτός που χαίρεται με τα καλά και λυπάται με τα δυσάρεστα που συμβαίνουν στον φίλο του – και αυτό όχι για κανένα άλλο λόγο παρά μόνο για χάρη εκείνου.

Η φιλία είναι αρετή ή προϋποθέτει την αρετή, και επιπλέον είναι εντελώς απαραίτητη για τη ζωή. Πραγματικά, κανένας δεν θα επέλεγε να ζει δίχως φίλους, κι ας είχε όλα τα υπόλοιπα αγαθά. Ακόμη και οι πλούσιοι άνθρωποι, όπως και αυτοί που έχουν αξιώματα και εξουσία, έχουν – όλος ο κόσμος το πιστεύει– ιδιαίτερα μεγάλη ανάγκη από φίλους.

Αλήθεια, ποιο το όφελος όλης αυτής της καλής τους κατάστασης, αν δεν υπάρχει η δυνατότητα της ευεργεσίας, η οποία γίνεται κατά κύριο λόγο και στην πιο αξιέπαινη μορφή της προς τους φίλους; Και από την άλλη, πώς θα μπορούσε όλη αυτή η καλή κατάσταση να διατηρηθεί και να διαφυλαχθεί δίχως τους φίλους; Γιατί όσο μεγαλύτερη είναι, τόσο επισφαλέστερη είναι. Αλλά και στη φτώχεια και στις άλλες δυστυχίες της ζωής οι άνθρωποι θεωρούν τους φίλους ως το μόνο καταφύγιο.

Ίσως όμως τα πράγματα θα γίνονταν σαφέστερα σε σχέση με το θέμα αυτό, αν πρώτα γνωρίζαμε ποιο είναι ακριβώς το αντικείμενο της αγάπης, αυτό που γεννάει τη φιλία. Γιατί δεν φαίνεται να κινεί την αγάπη και να γεννάει τη φιλία το καθετί, παρά μόνο αυτό που είναι άξιο να αγαπηθεί και να προκαλέσει τη φιλία, και τέτοιο θεωρείται πως είναι το αγαθό, το ευχάριστο, και το χρήσιμο.

Αυτοί λοιπόν που αγαπούν ο ένας τον άλλον και γίνονται φίλοι για τη χρησιμότητα, δεν αγαπούν τον άλλον καθεαυτόν, αλλά για το αγαθό που μπορεί να πάρουν από αυτόν. Το ίδιο και στην περίπτωση που οι άνθρωποι αγαπούν ο ένας τον άλλον και γίνονται φίλοι για χάρη της ευχαρίστησης· πραγματικά, οι άνθρωποι αγαπούν τους χαριτολόγους όχι για τον χαρακτήρα τους, αλλά γιατί τους είναι ευχάριστοι […]

Αυτές, λοιπόν, οι φιλίες είναι φιλίες για έναν λόγο συμπτωματικό, αφού το πρόσωπο που αγαπιέται δεν αγαπιέται επειδή είναι αυτό που είναι, αλλά επειδή εξασφαλίζει σ’ αυτόν που το αγαπάει κάποιο αγαθό ή κάποια ευχαρίστηση. Ε, αυτού του είδους οι φιλίες διαλύονται εύκολα, αν τα δύο μέρη δεν παραμένουν αυτό που ήταν· πραγματικά, αν ο ένας δεν είναι πια ευχάριστος χρήσιμος στον άλλον, ο άλλος παύει να τον αγαπάει.

Αριστοτέλης, Ρητορική, Βιβλίο Πρώτο

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 20 Ιουνίου 2020

……διάβασα πρόσφατα ότι :

Η κατάθλιψη είναι μικρότερη από εσένα. Πάντα, ακόμα κι όταν μοιάζει τεράστια, είναι μικρότερη από εσένα.

Λειτουργεί μέσα σου, όχι εσύ μέσα σ’αυτή. Μπορεί να είναι σαν μαύρο σύννεφο που διασχίζει τον ουρανό, αλλά -με βάση αυτή την μεταφορά-εσύ είσαι ο ουρανός. Υπήρχες πριν αυτή. Και το σύννεφο δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς τον ουρανό, ενώ ο ουρανός συνεχίζει να υπάρχει και δίχως το σύννεφο.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 19 Ιουνίου 2020

Πώς είναι ο έρωτας γραμμένος στο πετσί μας.
Με γράμματα άραγε ή μαύρους αριθμούς;
Αίμα θηλάζει κι η Ελλάδα κι η ζωή μας
Και οι εχθροί είναι εραστές με εκβιασμούς.
Των δράκων γάλα πίνουν μόνο και φαρμάκι.
Κρίμα. Δεν γνώρισες τον Κώστα Καρυωτάκη.

Στους ουρανούς θ’ αναγνωρίσουνε ποιος ήσουν.
Ξέρουν αυτοί. Το φωτοστέφανο χρυσό.
Φώτιζες νύχτες των ανθρώπων που θα ζήσουν
κι έχουν και θάνατο και φως μισό μισό.
Όχι τσεκούρι και μπαλτάς. Μήτε και σφαίρα.
Μ’ ένα σουγιά που κόβει φλέβες στον αέρα.

Με του Μακμπέθ πήγες τις μάγισσες, κοντά τους
να βρεις πώς σμίγει το χρυσάφι με χαλκό
κυνηγημένος απ΄ το σώμα σου στους βάλτους
βρήκες ποιός δαίμονας ξορκίζει το κακό.
Δεν παραστάθηκαν Απόστολοι εκ περάτων
Κι ας πήραν όψη τα μυστήρια των πραγμάτων.

Τι συζητούσες στον Αγρό του Κεραμέως (1)
στους κήπους του αίματος σαν μια σταλαγματιά.
Για στρατηλάτης δεν σου πήγαινε γενναίος
μήτε τσιράκι στων τραμπούκων τη στρατιά.
Ω επαρχία, επαρχία, όλα τα σφάζεις.
Τα μαχαιρώνεις και λυσσάς κι όλο σπαράζεις.

Ο Γκρέκο εδώ, ο Λόρκα εκεί. Ποιος θα κερδίσει;
Τους ξέρεις άραγε να ρίξεις μια ματιά;
Και τώρα ποιος από τους δυο θα ζωγραφίσει
την ομορφιά σου, σαν την άγρια νυχτιά.
Σ’ άγγιξαν άραγε τα φίδια κι οι αράχνες.
Τι μυστικά σού είπε το φως μέσα στις πάχνες.

Αθώοι όλοι. Σε μια χώρα των αθώων.
Δεν σε γνωρίσαμε να πιούμε έναν καφέ,
δυο τρεις κουβέντες για τους άθλους των ηρώων
γι’ αυτούς που ζούνε συντροφιά μ’ έναν χαφιέ.
Λυσσούν να σ’ εύρουν τα σκυλιά. Λυσσούν οι σκύλοι.
Κι η ομερτά (2) στις καφετέριες καντήλι.

Πώς να σου γράψω, το λοιπόν, βιογραφία
αφού οι λέξεις μου είναι μόνο της βροχής.
Ποτέ το μπλε δεν το χωρά δικογραφία.
Θυμίζει σύλληψη κι εκτέλεση εποχής.
Είμαστε άρρωστοι βαριά από νοσταλγία.
Μας περιμένουν τα τσιγκέλια στα σφαγεία.

Στη μνήμη του Βαγγέλη Γιακουμάκη

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 8 Ιουνίου 2020

” Grandma how do you deal with pain?”

” With your hands, dear. When you do it with your mind, the pain hardens even more.”

“With your hands, grandma?”

” Yes, yes. Our hands are the antennas of our soul. When you move them by sewing, cooking, painting, touching the earth or sinking it into the earth, they send signals of caring to the deepest part of you and your soul calms down.
This way she doesn’t have to send pain anymore to show it.

” Are hands really that important?”

” Yes my girl. Thinking of babies: they get to know the world thanks to their touches. When you look at the hands of older people, they tell more about their lives than any other part of the body. Everything that is made by hand, so is said, is made with the heart because it really is like this: hands and heart are connected. Masseuses know this: When they touch another person’s body with their hands, they create a deep connection. Thinking of lovers: When their hands touch, they love each other in the most sublime way.”

” My hands grandma… how long haven’t I used them like that!”

” Move them my girl, start creating with them and everything in you will move. The pain will not pass away. But it will be the best masterpiece. And it won’t hurt anymore. Because you managed to embroider your essence.”

  • ~ Elena Barnabé

Διαβάστε τη συνέχεια »

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 31 Μαΐου 2020

.Φόβος ότι θα με πάρει ο ύπνος τη νύχτα.

Φόβος ότι δεν θα με πάρει ο ύπνος.

Φόβος ότι θα ξυπνήσει το παρελθόν.

Φόβος ότι θα χαθεί το παρόν.

Φόβος για το τηλέφωνο που χτυπάει μες στα μαύρα μεσάνυχτα.

Φόβος για τις καταιγίδες και τις αστραπές.

Φόβος για την καθαρίστρια που έχει ένα σημάδι στο μάγουλο!

Φόβος για τα σκυλιά για τα οποία μου λένε πως δεν δαγκώνουν.

Φόβος αγωνίας!

Φόβος ότι θα πρέπει να αναγνωρίσω το πτώμα ενός φίλου.

Φόβος ότι θα ξεμείνω από λεφτά.

Φόβος ότι θα έχω πάρα πολλά, παρόλο που κανείς δεν θα το πιστεύει αυτό.

Φόβος για τα ψυχολογικά προφίλ.

Φόβος μην αργήσω και φόβος μη φτάσω πριν απ’ όλους.

Φόβος για τον γραφικό χαρακτήρα των παιδιών μου στους φακέλους.

Φόβος ότι θα πεθάνουν πριν από μένα και ότι θα νιώθω ένοχος γι’ αυτό.

Φόβος ότι θα πρέπει να ζήσω με τη μάνα μου στα γεράματά της, και στα δικά μου. Φόβος σύγχυσης.

Φόβος ότι η μέρα σήμερα θα τελειώσει μ’ ένα άσχημο νέο.

Φόβος ότι θα ξυπνήσω και θα έχεις φύγει.

Φόβος ότι δεν αγαπάω και φόβος ότι δεν αγαπάω αρκετά.

Φόβος ότι αυτό που αγαπάω θα αποβεί ολέθριο για αυτούς που αγαπώ.

Φόβος για τον θάνατο.

Φόβος ότι θα ζήσω υπερβολικά πολύ.

Φόβος για τον θάνατο. Το είπα όμως αυτό.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 31 Μαΐου 2020

Πρέπει να το καταλάβουμε ότι ο ποιητής π ο ι ε ί. Εάν θέλει να βγάζει από μαύρο, μαύρο – λογαριασμός δικός του. Αναλαμβάνει το βάρος της ευθύνης που αναλογεί στην ψυχή του. Εμένα, όπως σας είπα και στην αρχή, μου αναλογεί το λ ε υ κ ό. Και σας εξομολογούμαι πως η κατεργασία του λευκού μέρους της ψυχής είναι πιο σκληρή κι από του μαρμάρου. Αλλά πώς να κάνω αλλιώς; Σε τι θα ωφελούσε να γίνω ένας απλός αναμεταδότης της ασχήμιας, με το δικαιολογητικό ότι υπάρχει στην πραγματικότητα; Είναι κάτι που το ξέρουμε και δεν υπάρχει λόγος να το επαναλαμβάνουμε. Τουλάχιστον εγώ αποβλέπω στην μεταμόρφωση.

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ, «Η ΥΠΕΡΒΑΣΗ ΚΑΙ Η ΓΕΩΜΕΤΡΗΣΗ»
περιοδικό «η λέξη», τ. 27

Ημέρα ένατη. Το αγαπημένο μου.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 31 Μαΐου 2020

Από τον Λουδοβίκο των Ανωγείων

Ένα Μυρμήγκι ανεβηκε την αγγινάρα

και περπάτησε πάνω στα φύλλα της .

μήπως σε ενοχλώ ;

ρώτησε την αγκινάρα

Καθόλου

ίσα-ίσα σε συμπαθώ

μπορείς να κάνεις όσες βόλτες θέλεις

εγώ έχω μεγάλο πρόβλημα με τον άνθρωπο !!!

Είπε η αγκινάρα με θυμο…

οπότε σηκώσω το κεφάλι μου ψηλά

έρχεται και το κόβει

τι να πω ;

Συγνώμη λεει Το μυρμήγκι

αλλά εσύ φταις!!!

Εγω;;;

ο άνθρωπος είναι περίεργος

βλέπει τόσα αγκάθια που βάζεις γύρω
από το κεφάλι σου

και σκέφτεται

κάτι σπουδαίο θα κρύβει μέσα

Το κοβει και ψαχνει

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 28 Μαΐου 2020

«Mπορώ να γίνω ευτυχισμένος με τα πιο απλά πράγματα
και με τα πιο μικρά..
Και με τα καθημερινότερα των καθημερινών.
Μου φτάνει που οι εβδομάδες έχουν Κυριακές
Που οι χειμώνες έχουν πέτρινα, χιονισμένα σπίτια.
Που ξέρω ν’ ανακαλύπτω τα κρυμμένα πετροράδικα στις κρυψώνες τους.
Μου φτάνει που μ’ αγαπάνε τέσσερις άνθρωποι.
Πολύ…
Μου φτάνει που αγαπάω τέσσερις ανθρώπους.
Πολύ…
Που ξοδεύω τις ανάσες μου μόνο γι’ αυτούς.
Που δεν φοβάμαι να θυμάμαι.
Που δε με νοιάζει να με θυμούνται.
Που μπορώ και κλαίω ακόμα.
Και που τραγουδάω… μερικές φορές…
Που υπάρχουν μουσικές που με συναρπάζουν.
Και ευωδιές που με γοητεύουν…»

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 16 Μαΐου 2020

Από την Κυριακή

….”Αγαπημένε Πατ,

Με πέτυχες να σκαλίζω μια μικρή φιγούρα σε ξύλο και είπες, «Γιατί δε φτιάχνεις κάτι για μένα;» Σε ρώτησα τι ήθελες κι εσύ είπες, «Ένα κουτί». «Γιατί το θες;» «Για να βάζω πράγματα μέσα». «Τι πράγματα;» «Ό,τι έχεις» είπες. Ορίστε λοιπόν το κουτί σου. Σχεδόν ό,τι έχω υπάρχει μέσα, και δεν είναι γεμάτο. Πόνος και έξαψη υπάρχουν μέσα του, και ευφορία και δυσφορία και κακές και καλές σκέψεις η απόλαυση που ένας στόχος χαρίζει, και λίγη απόγνωση και η απερίγραπτη χαρά της δημιουργίας. Και πάνω από τούτα υπάρχει όλη η ευγνωμοσύνη και η αγάπη μου για σένα. Και το κουτί ακόμα δεν είναι γεμάτο.
ΤΖΟΝ

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 16 Μαΐου 2020

Διαβάστε τη συνέχεια »

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 10 Μαΐου 2020

Το χωριό μου η Απείρανθος ή τ’ Απεράθου όπως το λένε οι κάτοικοί του, είναι ορεινό, σχεδόν στα 700μ υψόμετρο, χτισμένο στην πλαγιά του βουνού Φανάρι. Πετρόχτιστο όλο, με τα στενά σοκάκια του, τα στιαστά του, τα σπίτια του με τις αυλές και την κληματαριά από πάνω, την πλάτσα του με τα έξι καφενεία που πρόφθασα τριγύρω της. Οι κάτοικοί του ξεχωριστοί απ τους υπόλοιπους Ναξιώτες. Με ιδιαίτερη ντοπιολαλιά, φερμένη απ ότι ισχυρίζονται απ την ορεινή Κρήτη, με αξιοθαύμαστη ευκολία στο να φτιάχνουν κοτσάκια και πατινάδες, με ετυμολογία στο λόγο τους και πειράγματα στ αστεία τους. Συγχρόνως ανέδειξε σπουδαίους επιστήμονες, καλλιτέχνες, λογοτέχνες, ποιητές και σημαντικούς πολιτικούς.
Ναι. Οι Απεραθίτες «έπαιρναν» τα γράμματα όπως λένε. Δεν ξέρω αν ήταν το υψόμετρο, οι δάσκαλοι ή κάτι άλλο. Ξέρω όμως πως σαφώς στη μόρφωση και στην διαμόρφωση του πνεύματος του παιδιού προς την κλίση και την αγάπη στα γράμματα, σημαντικότατο ρόλο έπαιξε η Απεραθίτισσα μάνα.
Υπήρχε μητριαρχία στο χωριό. Και πώς να μην υπάρχει, όταν οι μισοί άντρες ήταν βοσκοί που έλειπαν απ τα σπίτια τους μέρες, εβδομάδες και μήνα ορισμένες φορές; Οι υπόλοιποι ήταν σμυριδεργάτες που έφευγαν αξημέρωτα και γύριζαν βράδυ αποκαμωμένοι απ τη δύσκολη δουλειά τους. Υπήρχαν και κάποιοι που έμεναν στο χωριό όπως ο οι δάσκαλοι, οι παππάδες (ναι, πρόφθασα τρεις), οι μαγαζάτορες, οι καφετζήδες, οι βιοτέχνες κ.α.
Χαρακτηριστικό είναι το δεύτερο συνθετικό που συνόδευε τα ονόματα των παιδιών. Εγώ ήμουν ο Μανώλης τς Αννεζάρας –λόγω σωματικού μεγέθους της μάνας-, ο φίλος και γείτονας ο Ιώργης τση Βούλας του Νικόλαου, οι άλλοι φίλοι ο Ντώνης τση Χάρκας, ο Ιάννης τση Φιλίππας, ο Κώστας τση Ρουδιάς κλπ. Αλλά υπήρχαν και ο Μιχάλης του Λαφαζανοϊάννη, ο Νικόλας του Φρατζεσκάκη, ο Ιώργης του Φραγκιά, ο Ιάννης του Γλεζολοθέτη. Ο Φραγκιάς ήταν ο Χασάπης, ο Φρατζεσκάκης ο μπακάλης, ο Γλεζολοθέτης ο καφετζής και ο Λαφαζανοϊάννης ο Φούρναρης. Αυτοί και καμιά δεκαριά ακόμα, ήταν οι άντρες που έμεναν καθημερινά στο χωριό.
Κάτω απ αυτές τις συνθήκες, ο ρόλος της μάνας μέσα στο σπίτι ήταν καθοριστικός, με σημαντικότερο, τη βοήθεια στο διάβασμα του παιδιού. Μανάδες που δεν είχαν τελειώσει ούτε το δημοτικό σχολείο, μιλούσαν λατινικά, για την μάχη των Θερμοπυλών και τη στάση του Νίκα, για λίμνες, όρη και πρωτεύουσες κρατών, για εξισώσεις και εμβαδά. Το πάθος τους για να μάθει το παιδί τους, τις έκανε να διαβάζουν το μάθημα του πρώτα αυτές, να το αποστηθίζουν και στη συνέχεια να προσπαθούν να του το εμπεδώσουν. Ήθελαν το παιδί τους να είναι ο καλύτερος μαθητής και αυτό του το είχαν μεταδώσει. Ο συναγωνισμός ήταν μεγάλος και διαρκής. Πολλές φορές χρησιμοποιούσαν και αθέμιτα μέσα για να πετύχουν τον σκοπό τους. Σπίτια δασκάλων και καθηγητών είχαν γεμίσει από τυριά κάθε είδους, υφαντά και ότι καλό και ακριβό είχε μια μάνα να διαθέσει, για να πάρει το παιδί της έναν βαθμό παραπάνω.
Η μάνα ήταν ο διαχειριστής του Νοικοκυριού. Θυμάμαι τον πατέρα μου, όταν ερχόταν, να της ζητάει χαρτζιλίκι για να πάει στο καφενείο. Για όλες τις σημαντικές αποφάσεις που έπρεπε να παρθούν, ο λόγος της μάνας έπαιζε καθοριστικό ρόλο. Ειδικά σ αυτές που διακυβευόταν οι σπουδές των παιδιών και δη του γιου. Πάντα υπήρχε ένα μικρό οιδιπόδειο σύμπλεγμα. Ο γιος ήταν το καμάρι της. Για τον γιο η μάνα έκανε τα πάντα, μέχρι να τον δει επιστήμονα. Γιατρό, καθηγητή ή δάσκαλο. Άντε και πολιτικό μηχανικό ή δικηγόρο. Αν τύχαινε δε και σπούδαζε στην Αθήνα, το πιο πιθανόν ήταν να ξεσηκωθεί όλη η οικογένεια να μετακομίσει. Να αναγκάσει τον πατέρα να πουλήσει το κοπάδι του ή ότι άλλο είχε, να αγοράσουν ένα μικρό διαμέρισμα στο Γαλάτσι, ο πατέρας να δουλεύει στην οικοδομή ή θυρωρός σε πολυκατοικία και η μάνα να προσέχει τον γιο. Να τον νταντεύει. Να τον κανακεύει. Να τον ευνουχίζει. Αρκετές οικογένειες εκεί, στην δεκαετία του ’70, μετακόμισαν στην Αθήνα γι αυτό το λόγο. Και ήταν αρκετές γιατί τα Απεραθιτόπουλα τα έπαιρναν τα γράμματα και πετύχαιναν στις σχολές, κάνοντας κατά κύριο λόγο το χατίρι της μάνας τους.
Ο ρόλος της κόρης προδιαγεγραμμένος. Να τελειώσει το δημοτικό, αν σκάμπαζε στα γράμματα, άντε να τελειώσει και το (εξατάξιο) γυμνάσιο. Μετά η μάνα θα ήθελε να βρει έναν καλό γαμπρό να την παντρέψει. Να της δώσει προίκα το σπίτι της. Η κόρη έπαιρνε την περιουσία της μάνας και ο γιος του πατέρα. Η κόρη αυστηρά στο πρώτο της κορίτσι θα του έδινε το όνομα της μάνας της. Ένα οικογενειακό πρωτόκολλο, κατάλοιπο μητριαρχικό, που συντηρείται ακόμη και σήμερα. Θυμάμαι την αδελφή μου όταν γέννησε το πρώτο της παιδί που ήταν κορίτσι. Ο άντρας της ήταν απ την Μάνη. Βρέθηκα μπροστά σε μια λογομαχία για την επιλογή του ονόματος του παιδιού. Πριν η λογομαχία γίνει καυγάς, θέλοντας να ηρεμήσω τα πνεύματα ρωτάω:
– Βρε Κυριάκο, εμείς στο χωριό μας έχουμε σαν έθιμο, το πρώτο κορίτσι που κάνει η Απεραθίτισσα, να είναι δικό της. Εννοώ το όνομα που θα πάρει να είναι της μάνας της το όνομα. Εσείς στη Μάνη τι έθιμο έχετε;
– Τα οχτώ πρώτα παιδιά είναι του πατέρα.
Κι όμως, το όνομα της ανιψιάς μου βγήκε Αννέζα.

Από τον Μανόλη Μπαρδάνη