Γιάννα στις 25 Μαρτίου 2017

Ἀστεροσκοπεῖο – Μίλτος Σαχτούρης

Διαρρῆχτες τοῦ ἥλιου δὲν εἶδαν ποτέ τους πράσινο κλωνάρι δὲν ἄγγιξαν φλογισμένο στόμα δὲν ξέρουν τί χρῶμα ἔχει ὁ οὐρανὸς Σὲ σκοτεινὰ δωμάτια κλεισμένοι δὲν ξέρουν ἂν θὰ πεθάνουν, παραμονεύουν μὲ μαῦρες μάσκες καὶ βαριὰ τηλεσκόπια μὲ τ᾿ ἄστρα στὴν τσέπη τους βρωμισμένα μὲ ψίχουλα μὲ τὶς πέτρες τῶν δειλῶν στὰ χέρια παραμονεύου σ᾿ ἄλλους πλανῆτες τὸ φῶς. Νὰ πεθάνουν Νὰ κριθεῖ κάθε Ἄνοιξη ἀπὸ τὴ χαρά της ἀπὸ τὸ χρῶμα του τὸ κάθε λουλούδι ἀπὸ τὸ χάδι του τὸ κάθε χέρι ἀπ᾿ τ᾿ ἀνατρίχιασμά του τὸ κάθε φιλὶ

Ἕνα ἔρημο ἄνθος – Νίκος Καροῦζος

Βαθύτερο ἀπ᾿ τὴν ἀγάπη καὶ τὴν ταραχὴ ποὺ φέρνει μέσ᾿ στὸ στῆθος ἡ ἐπιθυμία ζεῖ στὸ θαλάσσιο βράχο ἕν᾿ ἄνθος ὁλομόναχο. Ποιὰ φωνὴ τὸ κυρίεψε καὶ μοιάζει σὰν νὰ δείχνει τὴν ἄγνωστη γαλήνη μὲ μικρὰ χρώματα… Εἶναι βγαλμένο στοὺς κινδύνους τῆς χαρᾶς ἀμέριμνο σὰν ἰδέα. Όταν μιαν άνοιξη -

Μανόλης Αναγνωστάκης

Όταν μιαν άνοιξη χαμογελάσει θα ντυθείς μια καινούργια φορεσιά και θα ‘ρθεις να σφίξεις τα χέρια μου παλιέ μου φίλε Κι ίσως κανείς δε σε προσμένει να γυρίσεις μα εγώ νιώθω τους χτύπους της καρδιάς σου κι ένα άνθος φυτρωμένο στην ώριμη, πικραμένη σου μνήμη Κάποιο τρένο, τη νύχτα, σφυρίζοντας, ή ένα πλοίο, μακρινό κι απροσδόκητο θα σε φέρει μαζί με τη νιότη μας και τα όνειρά μας Κι ίσως τίποτα, αλήθεια, δεν ξέχασες μα ο γυρισμός πάντα αξίζει περισσότερο από κάθε μου αγάπη κι αγάπη σου παλιέ μου φίλε

Άνοιξη – Κώστας Καρυωτάκης

Έφτασ’ η ώρια Άνοιξη -το λεν τα χελιδόνια- κι ο σκυθρωπός Χειμώνας εκίνησε να φύγει· του στέλνει κείνη λούλουδα, αυτός της ρίχνει χιόνια, και με τ’ αθώο γέλιο της τα δάκρυά του σμίγει. Στο γαλανό παλάτι του ο Φοίβος τριγυρίζει και, χύνοντας, αφόβιστα ολόχρυσες αχτίδες, σ’ ό,τι στο δρόμο του βρεθεί το χρώμα του χαρίζει κι αφήνει πίσω του χαρά και άσβεστες ελπίδες. Τα δέντρα πρασινίσανε και γιόμισαν λουλούδια· του πιστικού ακούγεται η γέρικη φλογέρα να σιγολέει άφταστα κάθε πρωί τραγούδια, και τα πουλιά να κελαηδούν τον ύμνο τους στη μέρα. Παντού ξεχύνετ’ η χαρά. Μόνον εσύ, μικρή μου, βλέπεις τις τόσες ομορφιές με μάτια δακρυσμένα. Έλα να βρεις παρηγοριά στ’ ολόθερμο φιλί μου! Επρόβαλε η Άνοιξη! Ξέχνα τα περασμένα! Ἄνοιξη μ.Χ. -

Γιῶργος Σεφέρης

Πάλι μὲ τὴν ἄνοιξη φόρεσε χρώματα ἀνοιχτὰ καὶ μὲ περπάτημα ἀλαφρὺ πάλι μὲ τὴν ἄνοιξη πάλι τὸ καλοκαίρι χαμογελοῦσε. Μέσα στοὺς φρέσκους ροδαμούς στῆθος γυμνὸ ὡς τὶς φλέβες πέρα ἀπ᾿ τὴ νύχτα τὴ στεγνὴ πέρα ἀπ᾿ τοὺς ἄσπρους γέροντες ποὺ συζητοῦσαν σιγανὰ τί θά ῾τανε καλύτερο νὰ παραδώσουν τὰ κλειδιὰ ἢ νὰ τραβήξουν τὸ σκοινὶ νὰ κρεμαστοῦνε στὴ θηλιὰ ν᾿ ἀφήσουν ἄδεια σώματα κεῖ ποὺ οἱ ψυχὲς δὲν ἄντεχαν ἐκεῖ ποὺ ὁ νοῦς δὲν πρόφταινε καὶ λύγιζαν τὰ γόνατα. Μὲ τοὺς καινούργιους ροδαμούς οἱ γέροντες ἀστόχησαν κι ὅλα τὰ παραδώσανε ἀγγόνια καὶ δισέγγονα καὶ τὰ χωράφια τὰ βαθιὰ καὶ τὰ βουνὰ τὰ πράσινα καὶ τὴν ἀγάπη καὶ τὸ βιός τὴ σπλάχνιση καὶ τὴ σκεπὴ καὶ ποταμοὺς καὶ θάλασσα καὶ φύγαν σὰν ἀγάλματα κι ἄφησαν πίσω τους σιγὴ ποὺ δὲν τὴν ἔκοψε σπαθὶ ποὺ δὲν τὴν πῆρε καλπασμός μήτε ἡ φωνὴ τῶν ἄγουρων κι ἦρθε ἡ μεγάλη μοναξιὰ κι ἦρθε ἡ μεγάλη στέρηση μαζὶ μ᾿ αὐτὴ τὴν ἄνοιξη καὶ κάθισε κι ἀπλώθηκε ὡσὰν τὴν πάχνη τῆς αὐγῆς καὶ πιάστη ἀπ᾿ τ᾿ ἀψηλὰ κλαδιὰ μέσ᾿ ἀπ᾿ τὰ δέντρα γλίστρησε καὶ τὴν ψυχή μας τύλιξε. Μὰ ἐκείνη χαμογέλασε φορώντας χρώματα ἀνοιχτὰ σὰν ἀνθισμένη ἀμυγδαλιὰ μέσα σε φλόγες κίτρινες καὶ περπατοῦσε ἀνάλαφρα ἀνοίγοντας παράθυρα στὸν οὐρανὸ ποὺ χαίρονταν χωρὶς ἐμᾶς τοὺς ἄμοιρους. Κι εἶδα τὸ στῆθος της γυμνὸ τὴ μέση καὶ τὸ γόνατο πῶς βγαίνει ἀπὸ τὴν παιδωμὴ νὰ πάει στὰ ἐπουράνια ὁ μάρτυρας ἀνέγγιχτος ἀνέγγιχτος καὶ καθαρός, ἔξω ἀπ᾿ τὰ ψιθυρίσματα τοῦ λαοῦ τ᾿ ἀξεδιάλυτα στὸν τσίρκο τὸν ἀπέραντο ἔξω ἀπ᾿ τὸ μαῦρο μορφασμὸ τὸν ἱδρωμένο τράχηλο τοῦ δήμιου π᾿ ἀγανάχτησε χτυπώντας ἀνωφέλευτα. Ἔγινε λίμνη ἡ μοναξιὰ ἔγινε λίμνη ἡ στέρηση ἀνέγγιχτη κι ἀχάραχτη.

Γιάννα στις 19 Μαρτίου 2017

Ένα παραμύθι για μεγάλα παιδιά

Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε σε κάποια μακρινή πόλη κάπου στα έγκατα της Κεντρικής Ευρώπης μια κοπέλα όμορφη πολύ, ανεξάρτητη και κοινωνικά καταξιωμένη. Το όνομά της ήταν Νεφέλη και ζούσε φτιάχνοντας κούκλες για κουκλοθέατρο.

Τον πρώτο καιρό έφτιαχνε πολλές κούκλες πανέμορφες που τις αγαπούσαν όλοι όσοι τις αγόραζαν. Η ικανότητά της να μεταφέρει σε αυτές, κάμποση από τη γλυκύτητα της ήταν χαρακτηριστική.

Πολλοί γονείς και παιδιά σύχναζαν κάθε μέρα στο όμορφο μικρό μαγαζάκι της γυρεύοντας κάποιο δώρο, ένα φίλο, κάτι να μοιράζονται όσα δεν μπορούσαν να χωρέσουν μέσα τους και πάντα έφευγαν χαρούμενοι γιατί πάντα έβρισκαν αυτό που ζητούσαν.

Η ζωή της Νεφέλης στη μικρή της πόλη κυλούσε ήρεμα για πολλά χρόνια με αυτούς τους ρυθμούς. Τον Σεπτέμβρη όμως της χρονιάς που δεν άνθισαν οι μυγδαλιές στη χώρα εκείνη, συνέβη κάτι που άλλαξε τη ζωή όλων στη μικρή εκείνη πόλη.

Η Νεφέλη το προηγούμενο βράδυ είχε κατασκευάσει μετά από πολλή δουλειά έναν παλιάτσο κούκλο, διαφορετικό από τους άλλους. Αυτός της φαινόταν πιο άσχημος από τις άλλες κούκλες της γιατί δεν είχε το χρόνο να τον κάνει το ίδιο όμορφο.

Πρόχειρα έφτιαξε το σώμα του, γιατί νύσταζε κιόλας, έκοψε λίγο τη μύτη του γιατί άκουσε μια φωνή από το δρόμο που τη τρόμαξε, χρησιμοποίησε μάλιστα και μικρότερο κομμάτι από κάποιο ξύλο που τις είχε απομείνει από άλλη κατασκευή.

Κι έτσι τον άφησε στην άκρη από κάποιο ράφι του μαγαζιού. Οι μέρες κυλούσαν και κανείς δεν τον αγόραζε γιατί ήταν άσχημος πολύ δίπλα σε όλες τις υπόλοιπες πανέμορφες κούκλες που κάθονταν δίπλα του και στόλιζαν το μαγαζί.

Και τα χρόνια και η σκόνη πάνω του μαζεύονταν και έκρυβαν κάπως την ασχήμια του. Ήταν όμως τόσος κακοφτιαγμένος αυτός ο παλιάτσος που και πάλι κανείς δε βρισκόταν να τον προτιμήσει. Και ενώ κούκλες και κούκλες άλλαζαν και έφευγαν από τα ράφια αυτός παρέμενε πιο μόνος και σκονισμένος στην ίδια θέση.

Αφού λοιπόν πέρασαν πάνω από δεκατέσσερα χρόνια της είπε ένα βράδυ που η ίδια μόλις είχε κλείσει το μαγαζάκι της. – Εεεε Νεφέλη! Εκείνη γύρισε το κεφάλι στο μέρος του και όλο γλύκα τον ρώτησε τι θέλει.

- Χάρισε με κάπου. Δώσε με σε κάποιον που θα με θέλει μα δεν μπορεί να με αγοράσει. Σου πιάνω άδικα τόσο χώρο στο ράφι για τόσα χρόνια Αν με δώσεις κάπου θα κάνεις κάποιο παιδάκι πολύ χαρούμενο.

Εγώ είμαι τόσο άσχημος και γερασμένος που δεν θα με αγοράσει κανείς. Δεν έχεις να κερδίσεις τίποτε από μένα. Χάρισε με λοιπόν σε κάποιο φτωχό παιδάκι και θα μας κάνεις και τους δυο χαρούμενους.

- Να σε δώσω; Μα εσύ είσαι δικός μου. Εγώ σε έφτιαξα

- Δε μ’ αγαπάς όμως. Κάποιος άλλος μπορεί να με αγαπήσει. Δώρισε με λοιπόν…

- Τι είναι αυτά που λες; Εγώ δε σε αγαπώ; Αν δε σε αγαπούσα θα σε είχα πετάξει στα σκουπίδια, θα είχα βάλει άλλες κούκλες στη θέση σου, δε θα ένιωθα τίποτα για σένα.

- Δε μ’ αγαπάς Νεφέλη. Η όψη μου άλλαξε από τη σκόνη και νομίζεις πως είμαι ακόμη ίδιος. Δε μ’ άφησες να δω τη λαχτάρα ενός παιδιού για να με κρατήσει στην αγκαλιά του, να κοιμηθεί δίπλα μου, να μου πει τα μυστικά του…

- Παρόλα σου όμως τα προβλήματα εγώ με την αγάπη μου σε κράτησα τόσα χρόνια σε τούτο το ράφι δίνοντάς σου την ευκαιρία κάποιος να σε αγοράσει. Άλλος στη θέση μου θα σε είχε πουλήσει…

- Δεν είμαι προϊόν. Δεν με θέλει κανείς γιατί εσύ με έφτιαξες έτσι. Όμως έτσι είμαι. Αυτό δεν αλλάζει. Κάποιο παιδί που του λείπουν τα πιο απλά και δε τα μετρά όλα από το πόσο εμπορικό είναι αυτό που φαίνομαι μπορεί να με αγαπήσει. Χάρισέ με σε παρακαλώ…

Άσε σε κάποιον την ευθύνη να με αγαπήσει και να τον αγαπήσω. Αφού εσύ δεν μπορείς άσε με να κάνω τη δική μου και τη ζωή κάποιου άλλου ομορφότερη. Σε παρακαλώ…

- Την ευθύνη για το που θα καταλήξεις τη έχω εγώ. Κι εγώ σε αγαπώ πιο πολύ απ’ τον καθένα…

- Πιο πολύ μπορεί, πιο όμορφα όμως όχι, δεν μ’ αγαπάς.

Ο παλιάτσος κούκλος έκλεισε τα μάτια θλιμμένος μες στη σκόνη του. Δεν ένιωθε πια αγάπη για την καλή του Νεφέλη γιατί δεν ένιωθε πως την αγαπούσε κι η ίδια. Εκείνο το βράδυ δεν μίλησε με καμιά άλλη κούκλα στο ράφι.

Είχε κουραστεί πια να γνωρίζει κούκλες για μια δυο μέρες κι έπειτα να φεύγουν από τη ζωή του γιατί κάποιος πλήρωσε για να δώσει κάπου χαρά. Για πρώτη φορά στη ζωούλα του δεν είχε κάπου να ελπίσει. Ένιωθε πως η ζωή του όλη θα χαριζόταν στο σαράκι που με τα χρόνια θα πέρναγε τη σκόνη και θα επισκεπτόταν ό,τι είχε μείνει από τα σωθικά του.

Η Νεφέλη για πρώτη φορά στη ζωή της δάκρυσε. Είχε περάσει τα πιο όμορφα χρόνια της ανάμεσα σε κούκλες σε παιδιά και γονείς που την αγαπούσαν. Πρώτη φορά της έλεγαν τέτοια λόγια.

Το βράδυ όλο δεν κοιμήθηκε. Είχε την ευθύνη, ένιωθε ελεύθερη, μιλούσε για αγάπη.

Την επόμενη μέρα η θέση του άσχημου παλιάτσου κούκλου στο ράφι ήταν άδεια.

Κανείς δεν έμαθε ποτέ που κατέληξε. Σε κανέναν δεν έλειψε και κανείς δε ρώτησε τι απέγινε.

Οι μόνοι που ήξεραν ήταν η Νεφέλη, ο άσχημος παλιάτσος και το πρώτο παιδάκι που εκείνη τη μέρα πέρασε έξω από το μαγαζί.

 

 

Γιάννα στις 19 Μαρτίου 2017

«Ζαλισμένο άστρο γυροφέρνει μαύρη τρύπα 2φορές την ώρα»

Πρόκειται για έναν κοσμικό δεσμώτη του ιλίγγου: ένα μικρό, καημένο άστρο εντοπίστηκε να κινείται τόσο κοντά σε μια μαύρη τρύπα ώστε ολοκληρώνει δύο πλήρεις περιφορές κάθε περίπου μία ώρα.

Κανένα άστρο δεν έχει βρεθεί μέχρι σήμερα να επιζεί τόσο κοντά σε ένα κοσμικό τέρας, αναφέρουν οι ερευνητές στο Monthly Notices of the Royal Astronomical Society.

Το ασυνήθιστο ζευγάρι, ή δυαδικό σύστημα όπως το ονομάζουν οι αστρονόμοι, βρίσκεται εντός του Γαλαξία μας σε απόσταση 14.800 ετών φωτός. Πιστεύεται ότι αποτελείται από μια μαύρη τρύπα και έναν λευκό νάνο, ένα μικρό άστρο που έχει εξαντλήσει σχεδόν όλα τα πυρηνικά καύσιμά του.

Κοσμικός ίλιγγος

Χρησιμοποιώντας το διαστημικό τηλεσκόπιο ακτίνων Χ Chandra της NASA, η ερευνητική ομάδα κατέγραψε μεταβολές της φωτεινότητα του συστήματος με περίοδο 28 λεπτών, κάτι που υποδεικνύει ότι ο λευκός νάνος χρειάζεται 28 λεπτά για να συμπληρώσει μια τροχιά.

Η απόσταση ανάμεσα στα δύο σώματα είναι πολύ μικρή και εκτιμάται στις 2,5 φορές η απόσταση Γης-Σελήνης.

Ο λευκός νάνος είναι φυσικά ο χαμένος της υπόθεσης, αφού η τερατώδης βαρυτική έλξη της μελανής οπής τού αποσπά συνεχώς υλικό, το οποίο σχηματίζει έναν δίσκο καθώς στροβιλίζεται.

«Ευτυχώς, δεν νομίζουμε ότι το άστρο θα πέσει κι αυτό στη μαύρη τρύπα» λέει ο Άρας Μπαχράμιαν του Πανεπιστημίου της Αλμπέρτα στον Καναδά, πρώτος συγγραφέας της δημοσίευσης.

Παραμένει ωστόσο ασαφές πώς ένα άστρο κατέληξε τόσο επικίνδυνα κοντά σε μια μαύρη τρύπα. Μια πιθανότητα είναι ότι το άστρο ήταν αρχικά ένας πολύ μεγαλύτερος κόκκινος γίγαντας, ο οποίος είχε την ατυχία να πλησιάσει και έχασε μεγάλο μέρος του υλικού του.

Περισσότερες πληροφορίες θα μπορούσε να δώσει η ανίχνευση των βαρυτικών κυμάτων (ρυτιδώσεων στο χωροχρόνο που προβλέπει η Σχετικότητα του Αϊνστάιν) που εκπέμπουν τα δύο αντικείμενα καθώς στροβιλίζονται.

Δυστυχώς, όμως, η συχνότητα αυτών των κυμάτων βρίσκεται πέρα από τις δυνατότητες των σημερινών ανιχνευτών, όπως οι ανιχνευτές LIGO που επιβεβαίωσαν την ύπαρξη των βαρυτικών κυμάτων το 2016.

ΑΠΌ » ΤΟ ΒΗΜΑ»

Γιάννα στις 19 Μαρτίου 2017

Ζωγραφίστε πρώτα ένα κλουβί

με μια πόρτα ανοιχτή

ζωγραφίστε μετά

κάτι όμορφο

κάτι απλό

κάτι ωραίο

κάτι χρήσιμο

για το πουλί

βάλτε μετά το μουσαμά απάνω σ” ένα δέντρο

σ” ένα κήπο

σ” ένα πάρκο

ή σ” ένα δάσος

κρυφτείτε πίσω από το δέντρο

χωρίς μιλιά

τελείως ακίνητοι…

Κάποτε το πουλί έρχεται γρήγορα

μα μπορεί και να περιμένει χρόνια

πριν τ” αποφασίσει

Μην απογοητευτείτε

περιμένετε

περιμένετε αν χρειαστεί χρόνια ολόκληρα

το αν έρθει γρήγορα ή αργά το πουλί

δε θα “χει καμία σχέση

με την επιτυχία του πίνακα

Όταν φτάσει το πουλί

αν φτάσει

κρατήστε απόλυτη σιωπή

περιμένετε να μπει το πουλί στο κλουβί

κι όταν μπει

κλείστε απαλά την πόρτα με το πινέλο

μετά

σβήστε ένα ένα όλα τα σύρματα

προσέχοντας να μην αγγίξετε ούτε ένα φτερό του πουλιού

Ζωγραφίστε κατόπιν το δέντρο

διαλέγοντας το πιο ωραίο κλαδί του

για το πουλί

ζωγραφίστε ακόμη το πράσινο φύλλωμα και τη δροσιά του ανέμου

τη σκόνη του ήλιου

το σούρσιμο των ζώων στη χλόη μέσα στο κάμα του καλοκαιριού

και μετά περιμένετε ν” αποφασίσει το πουλί να τραγουδήσει

Αν δεν τραγουδά το πουλί

Είναι κακό σημάδι

σημάδι πως ο πίνακας είναι κακός

μ” αν τραγουδά είναι καλό σημάδι

σημάδι πως μπορείτε να υπογράψετε

Τραβάτε λοιπόν πολύ απαλά

ένα φτερό απ” το πουλί

και γράφετε τ” όνομά σας σε μια γωνία του πίνακα.

Γιάννα στις 19 Μαρτίου 2017

 

Μπροστά στην πόρτα του εργοστασίου

ο εργάτης σταματάει ξαφνικά

o ωραίος καιρός τον τράβηξε απ” το σακάκι

κι όπως γυρίζει

και τον ήλιο ατενίζει

όλον κόκκινο όλον στρογγυλό

να χαμογελάει μέσα στον ουρανό του από μόλυβδο

κλείνει το μάτι

με οικειότητα

Για πες λοιπόν σύντροφε Ήλιε

δε βρίσκεις

πως είναι μάλλον μαλακία

να δίνεις μία τέτοια ημέρα

σε ένα αφεντικό;

 

Ο ανθρώπινος μόχθος

 

Ο ανθρώπινος μόχθος

δεν είναι αυτός ο ωραίος νέος άνδρας ο χαμογελαστός

όρθιος πάνω στο πόδι του από γύψο

ή από πέτρα

που δίνει χάρη στα παιδαριώδη τεχνάσματα της γλυπτικής

στην ανόητη ψευδαίσθηση

της χαράς του χορού και της αγαλλίασης

υπενθυμίζοντας με το άλλο πόδι στον αέρα

τη γλυκύτητα του γυρισμού στο σπίτι.

Όχι

ο ανθρώπινος μόχθος δεν φέρει ένα μικρό παιδί στον δεξή ώμο

άλλο ένα στο κεφάλι

κι ένα τρίτο στον ώμο τον αριστερό

με τα εργαλεία στον αορτήρα

και τη νεαρή γυναίκα ευτυχισμένη να κρέμεται απ’ το μπράτσο του.

Ο ανθρώπινος μόχθος φέρει έναν επίδεσμο στην κήλη

και τις ουλές από τις μάχες

που ‘χουν παραδοθεί απ” την εργατική τάξη

ενάντια σ’ έναν κόσμο παράλογο και δίχως νόμους

Ο ανθρώπινος μόχθος δεν έχει σπίτι αληθινό

οσφραίνεται τη μυρωδιά της εργασίας του

και τον χτυπάει στα πνευμόνια

ο μισθός του κοκαλιάρης

τα παιδιά του επίσης,

δουλεύει σαν τον νέγρο,

κι ο νέγρος σαν αυτόν.

Ο ανθρώπινος μόχθος δεν έχει τρόπους

ο ανθρώπινος μόχθος δεν έχει την ηλικία της λογικής

ο ανθρώπινος μόχθος έχει την ηλικία των στρατώνων

την ηλικία των φυλακών και των κατέργων

την ηλικία των εκκλησιών και των εργοστασίων

την ηλικία των κανονιών

κι αυτός που έχει φυτέψει παντού όλους τους αμπελώνες

κι έχει κουρδίσει όλα τα βιολιά

τρέφεται από όνειρα άσχημα

και μεθάει με το άσχημο κρασί της παραίτησης

και σαν ένας μεγάλος σκίουρος μεθυσμένος

χωρίς σταματημό γυρνάει σε κύκλους

μες σ’ ένα σύμπαν εχθρικό

σκονισμένο και με ταβάνι χαμηλό

και ολοένα σφυρηλατεί την αλυσίδα

την αλυσίδα τη φρικτή όπου όλα είναι αλυσοδεμένα

η μιζέρια η πρόσοδος η δουλειά η θανάτωση

η θλίψη η δυστυχία η αϋπνία και η ανία

η τρομακτική αλυσίδα του χρυσού

του άνθρακα του σιδήρου και του χάλυβα

του κλίνκερ και της σκόνης

η περασμένη γύρω από τον λαιμό

ενός κόσμου σακατεμένου

η άθλια αλυσίδα

όπου έρχονται να γαντζωθούν

τα θεία γούρια

τα ιερά κειμήλια

οι σταυροί της τιμής οι σταυροί οι αγκυλωτοί

τα φυλαχτά-σκιουροπίθηκοι

τα μετάλλια των παλιών υπηρετών

τα μπιχλιμπίδια της κακοτυχίας

η μεγαλοπρεπής αίθουσα του μουσείου

το μέγα πορτρέτο του έφιππου

το μέγα πορτρέτο του βαδίζοντος

το μέγα πορτρέτο προσώπου προφίλ στο ένα πόδι

το μέγα πορτρέτο επιχρυσωμένο

το μέγα πορτρέτο του μεγάλου μάντη

το μέγα πορτρέτο του μεγάλου αυτοκράτορα

το μέγα πορτρέτο του μεγάλου στοχαστή

του μεγάλου άλτη

του μεγάλου ηθικολόγου

του αξιοπρεπούς και θλιβερού φαρσέρ

το κεφάλι του μεγάλου ταραξία

το κεφάλι του επιθετικού ειρηνοποιού

το αστυνομικό κεφάλι του μεγάλου απελευθερωτή

το κεφάλι του Αδόλφου Χίτλερ

το κεφάλι του κυρίου Θιέρσου

το κεφάλι του δικτάτορα

το κεφάλι του δημίου

όποιας και να ‘ναι χώρας

όποιου και να ‘ναι χρώματος

το απεχθές κεφάλι

το δυστυχές κεφάλι

το κεφάλι για χαστούκια

το κεφάλι για σφαγή

το επικεφαλής του φόβου.

 

 

…… «Το Ρίσκο – Αυτό είναι το Κλειδί για την Αλλαγή

Αν πλήττεις, αν φοβάσαι, αν δεν σ’ αρέσει το σκηνικό σου, άνοιξε την πόρτα και φύγε!

Ποιος είπε, ότι πρέπει να μείνεις εδώ; Όσο η καρδιά και το μυαλό σου δουλεύουν και το ηθικό είναι ακμαίο, μπορείς να μπεις σε όποιο σκηνικό θελήσεις.

Μπορείς να φτιάξεις το δικό σου. Να δημιουργήσεις ένα νέο. Από αύριο κιόλας τα πράγματα θα είναι διαφορετικά. Κάνε τα διαφορετικά γιατί μόνο η πράξη αλλάζει.

Οι κουβέντες είναι καλές μόνο στην αρχή. Η συνειδητοποίηση είναι μόνο η μισή λύση. Τα υπόλοιπα είναι πράξη…

Διάλεξε το δρόμο της ζωής.

Διάλεξε το δρόμο της αγάπης.

Διάλεξε τον δρόμο του ενδιαφέροντος.

Διάλεξε το δρόμο της ελπίδας.

Διάλεξε το δρόμο της πίστης στο αύριο.

Διάλεξε το δρόμο της εμπιστοσύνης.

Διάλεξε το δρόμο της καλοσύνης.

Από εσένα εξαρτάται. Εσύ θα διαλέξεις.

Μπορείς να διαλέξεις την απελπισία, την δυστυχία. Μπορείς να κάνεις τη ζωή δύσκολη για τους άλλους. Μπορείς να διαλέξεις την θρησκοληψία. Γιατί όμως; Δεν έχει νόημα. Είναι και πάλι αυτομαστίγωμα.

Σε προειδοποιώ όμως ότι, αν αποφασίσεις να πάρεις την πλήρη ευθύνη για τη ζωή σου, δεν πρόκειται να είναι εύκολο πράγμα και θα πρέπει να μάθεις ξανά να ρισκάρεις.

Το ρίσκο – αυτό είναι το κλειδί για την αλλαγή.

«Όταν γελάς, διακινδυνεύεις να περάσεις για ηλίθιος»

Και λοιπόν; Και λοιπόν; Συχνά λέω πως ο κόσμος βλέπει τον Μπουσκάλια σαν ένα είδος τρελού. Είναι πραγματικά τρελό! Εγώ όμως το γλεντάω αφάνταστα, ενώ χιλιάδες γνωστικοί πεθαίνουν από ανία.

«Όταν κλαις, κινδυνεύεις να περάσεις για συναισθηματικός»

Δε φοβάμαι να κλάψω. Κλαίω συχνά. Κλαίω από απελπισία. Μερικές φορές κλαίω διαβάζοντας τις εργασίες των μαθητών μου. Κλαίω όταν βλέπω ευτυχισμένους ανθρώπους. Κλαίω όταν βλέπω ανθρώπους να αγαπιούνται. Δε με νοιάζει μήπως φανώ συναισθηματικός. Δεν πειράζει. Μ’ αρέσει. Μου καθαρίζει τα μάτια.

«Όταν ανοίγεσαι στους άλλους, κινδυνεύεις να μπλεχτείς»

Και τι πιο σημαντικό υπάρχει στην ζωή; Δεν έχω καμιά διάθεση να ζήσω μόνος μου σ’ ένα νησί. Το γεγονός ότι βρισκόμαστε μαζί εσείς και εγώ, σημαίνει πως έτσι είμαστε φτιαγμένοι. Ας βρούμε τρόπους να κάνουμε την κατάσταση αυτή μια ευκαιρία χαράς.

«Όταν δείχνεις τα συναισθήματα σου, κινδυνεύεις να αποκαλύψεις την ανθρωπιά σου»

Εγώ χαίρομαι να αποκαλύπτω την ανθρωπιά μου. Μπορείς να αποκαλύψεις πολύ χειρότερα πράγματα από την ανθρωπιά σου.

«Όταν εκθέτεις τις ιδέες και τα όνειρά σου στο κόσμο, κινδυνεύεις να τα χάσεις»

Τι να γίνει. Δεν μπορείς να κερδίζεις τα πάντα. Κι ούτε είναι δυνατόν να σε αγαπούν όλοι. Πάντα θα υπάρχει κάποιος που θα πει «Είναι απατεώνας. Έλα Μέιμπελ, αρκετά ακούσαμε. Πάμε σπίτι ». Κι αυτό είναι πολύ καλό, ξέρετε, και σωστό. Δεν είναι δυνατόν να σε αγαπούν όλοι.

«Όταν αγαπάς, κινδυνεύεις να μην έχει ανταπόκριση η αγάπη σου»

Δεν είναι κακό αυτό. Αγαπάς για να αγαπάς, και όχι για να πάρεις ανταπόκριση – αυτό δεν είναι αγάπη.

«Όταν ελπίζεις, κινδυνεύεις να πονέσεις» και «’Όταν δοκιμάζεις, κινδυνεύεις να αποτύχεις»

Κι όμως πρέπει να ρισκάρεις, γιατί η μεγαλύτερη ατυχία στη ζωή είναι να μην ρισκάρεις τίποτε. Όποιος δεν ρισκάρει τίποτε δεν κάνει τίποτε, δεν έχει τίποτε και δεν είναι τίποτε. Μπορεί ν’ αποφεύγει τον πόνο και την λύπη, αλλά δεν μαθαίνει, δε νιώθει, δεν αλλάζει, δεν αναπτύσσεται, δεν ζει και δεν αγαπά.

Είναι δούλος αλυσοδεμένος με τις βεβαιότητες και τους εθισμούς του. Έχει ξεπουλήσει το μεγαλύτερο αγαθό του, την ατομική του ελευθερία. Μόνο ο άνθρωπος που ρισκάρει είναι ελεύθερος.

 

Το να κρατάς κρυμμένο τον εαυτό σου, να τον χάνεις με τις αυτομειωτικές σου ιδέες, είναι θάνατος. Μην αφήσεις να σου συμβεί αυτό.

 

Η μεγαλύτερή σου υποχρέωση είναι να γίνεις όλα όσα είσαι όχι μόνο για δικό σου όφελος, άλλα και για δικό μου..

Γιάννα στις 19 Μαρτίου 2017

…….«ΘΑ ‘ΘΕΛΑ ΝΑ ΜΠΟΡΟΥΣΑ ΝΑ ΤΡΙΓΥΡΙΣΩ σε κείνα τα πανύψηλα, αιχμηρά βουνά, όπου οι άνθρωποι πεθαίνουν από δίψα και κρύο, να γνωρίσω την «εξωχρονική ιστορία», τον απόλυτο χώρο και χρόνο, όπου δεν υπάρχουν μήτε ανθρώπινα όντα, μήτε ζώα, μήτε βλάστηση, κι όπου μπορεί κανείς να τρελαθεί απ” τη μοναξιά. Να βρεθώ εκεί όπου οι άναρθρες κραυγές έχουν αντικαταστήσει την ομιλία κι όλα είναι αδέσμευτα, απεριόριστα, ελευθερωμένα από τη συνάρτησή τους με το χρόνο.

ΛΑΧΤΑΡΩ ΕΝΑΝ ΚΟΣΜΟ ΟΠΟΥ ΟΙ ΑΝΤΡΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ, θα “ναι σιωπηλοί σαν τα δέντρα (γιατί, αλίμονο, στον κόσμο μας μιλούμε τόσο πολύ, που το πράγμα έχει καταντήσει αφόρητο). Έναν κόσμο όπου οι ποταμοί -ανώνυμοι, άγνωστοι, ελεύθεροι από κάθε μυθολογία- θα σε κουβαλούν από μέρος σε μέρος και θα σε φέρνουν σ” επαφή μ” άλλους ανθρώπους και θα σε βοηθούν να γνωρίσεις την αρχιτεκτονική, τη θρησκεία, τα φυτά και τα ζώα διάφορων τόπων

.ΠΟΘΩ ΜΕΓΑΛΟΥΣ ΚΙ ΑΔΑΜΑΣΤΟΥΣ ΠΟΤΑΜΟΥΣ, χωρίς βάρκες και πλοία, ποταμούς που μέσα τους θα πνίγονται τα ανθρώπινα όντα, βουλιάζοντας όχι πια στο μύθο, την παράδοση, τα βιβλία και την σκόνη του παρελθόντος, αλλά στο χρόνο, στο διάστημα και στην ιστορία. Ποταμούς τεράστιους, δημιουργούς απέραντων ωκεανών, όμοιων με τον Δάντη και τον Σαίξπηρ, ποταμούς που δε θα κινδυνεύουν να ξεραθούν μες στο κενό του παρελθόντος.

ΩΚΕΑΝΟΥΣ, ΝΑΙ! ΑΣ ΒΡΟΥΜΕ, ΣΤΗΝ ΑΝΑΓΚΗ ΑΣ ΕΦΕΥΡΟΥΜΕ νέους ωκεανούς, παρθένους, άγνωστους, που θα μας ξεπλύνουν απ” το παρελθόν, ωκεανούς, που θα δημιουργήσουν νέες γεωλογικές κατατάξεις και νέους γεωλογικούς ηπείρους. Ωκεανούς που θα καταστρέφουν και συνάμα θα συντηρούν, ωκεανούς που θα μπορείς να ξανοιχτείς σ” αναζήτηση νέων ανακαλύψεων και νέων οριζόντων…».

«ΠΙΣΤΕΥΩ ΠΩΣ ΣΗΜΕΡΑ, ΠΙΟΤΕΡΟ ΑΠΟ ΠΟΤΕ, είμαστε υποχρεωμένοι να σκαλίζουμε τα βιβλία, ακόμα κι αν στο καθένα απ” αυτά δεν υπάρχει παρά μονάχα μια αξιόλογη σελίδα, γιατί οφείλουμε να ψάχνουμε ακατάπαυστα για να βρούμε το κάθε κομμάτι, το κάθε ξεσκαλίδι, το κάθε θραύσμα που θα μπορούσε να περικλείει μέσα του λίγο μέταλλο, το καθετί που θα μπορούσε να βοηθήσει στην ανάσταση των ψυχών και των σωμάτων.

ΜΠΟΡΕΙ ΒΕΒΑΙΑ ΝΑ ΕΙΜΑΣΤΕ ΟΛΟΙ ΚΑΤΑΔΙΚΑΣΜΕΝΟΙ, μπορεί να μην υπάρχει ελπίδα σωτηρίας για κανένα μας, αλλά ακόμα κι αν αυτό αληθεύει, δεν είναι σωστό να παραδοθούμε και να υποκύψουμε στη μοίρα μας χωρίς μάχη»……

Γιάννα στις 19 Μαρτίου 2017

Όταν κάποιος μας φέρεται άσχημα, πρέπει να σκεφτόμαστε δύο πράγματα: πρώτον, ότι κι εμείς έχουμε ελαττώματα και, δεύτερον, ότι ο καθένας είναι, εν μέρει τουλάχιστον, προϊόν των συνθηκών της ζωής του. Αν, λόγου χάρη, κάποιος γίνει κατά συρροήν δολοφόνος, υπάρχουν πολλές πιθανότητες να έχει κακοποιηθεί στην παιδική του ηλικία, να έχει δηλαδή «κατασκευαστεί» μέσα από φρικτές καταστάσεις. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να παραβλέπουμε τις αποτρόπαιες πράξεις ή ότι πρέπει να εξισώνουμε το ηθικό βάρος όλων των πράξεων, ή να τις αφήνουμε ατιμώρητες. Όταν λοιπόν οι άνθρωποι δεν ενεργούν με τον τρόπο που θέλουμε, ας δείχνουμε επιείκεια. Ο λαός, που δεν είναι πάντα σοφός -αλλά μερικές φορές είναι- λέει: «Δώσε τόπο στην οργή». Εξάλλου, δεν έχουν όλοι οι άνθρωποι την ίδια πνευματική δύναμη ώστε να γίνονται καλύτεροι. Η βελτίωσή μας είναι μια σταδιακή διαδικασία με πολλά πισωγυρίσματα. Πρέπει να μάθουμε να συγχωρούμε τους άλλους όπως συγχωρούμε τον εαυτό μας. Κι εκτός αυτού, όπως έλεγε ο Όσκαρ Ουάιλντ, με το να συγχωρούμε τους εχθρούς μας τους εκνευρίζουμε λίγο περισσότερο -πράγμα που μπορεί να είναι διασκεδαστικό και σωτήριο. Η συνηθέστερη αντίδρασή μας στους κλέφτες, τους ψεύτες, τους κακοποιούς είναι το μίσος και η επιθυμία για εκδίκηση. Όμως το πρόβλημα δεν λύνεται έτσι. «Προτού ξεκινήσεις για ταξίδι εκδίκησης, σκάψε δύο τάφους» λέει ο Κομφούκιος. Το πρόβλημα λύνεται με την κατανόηση, με την αποδοχή του εξής απλού γεγονότος: οι άνθρωποι που σφάλλουν στερούνται των ηθικών εκείνων κριτηρίων που οδηγούν τους ενάρετους. Όταν λοιπόν κάποιος πει ή κάνει κάτι ανόητο, κάτι απεχθές, είναι άξιος οίκτου, όχι θυμού. Τέλος, είναι χρήσιμο να σκεφτόμαστε πως αν οι άνθρωποι μας ήξεραν καλύτερα, αν ήξεραν τα βαθύτερα ελαττώματα μας, ίσως να μας κακολογούσαν ακόμα περισσότερο. Πολλά από τα ελαττώματα μας τα ξέρουμε μόνον εμείς. Όλοι έχουμε μυστικά, υπό την έννοια ότι προσπαθούμε να δείχνουμε καλύτεροι απ’ ό,τι είμαστε. Αν λοιπόν κάποιος σε έχει εξοργίσει, έχε υπόψη ότι είναι η δική σου σκέψη που σε εξοργίζει (κάτι σχετικό λέει και ο Δαλάι Λάμα για τον θυμό) -μην αφήσεις τις εντυπώσεις σου να σε παρασύρουν σε υπερβολικές αντιδράσεις. Αν δώσεις λίγο χρόνο στον εαυτό σου, θα μπορέσεις να ελέγξεις τις αντιδράσεις σου: η σύγχρονη λέξη είναι anger-management. Όλοι θα συμφωνήσουμε ότι ο θυμός καταστρέφει την ικανότητά μας να παίρνουμε σωστές αποφάσεις. Γι’ αυτό, πρέπει να φερόμαστε με μετριοπάθεια και, ταυτοχρόνως, με αποφασιστικότητα. Ο Επίκτητος λέει ότι κάθε πράγμα έχει δύο λαβές: μία από την οποία μπορείς να το σηκώσεις και μία από την οποία δεν μπορείς. Δηλαδή, κάθε πράγμα έχει δύο όψεις, μία υποφερτή και μία όχι. Ο θυμός μοιάζει ανώφελος· μας εμποδίζει να διαχειριζόμαστε την κατάσταση που ουσιαστικά τον προκάλεσε και, όχι σπάνια, γίνεται εργαλείο παραλογισμού. Λέει ο Ρωμαίος ιστορικός Τάκιτος: «Οι προσβολές, όταν γίνονται δεκτές με περιφρονητική σιωπή, εξουδετερώνονται. Όταν γίνονται δεκτές με εκνευρισμό όμως, δείχνουμε ότι, σε κάποιο βαθμό, αναγνωρίζουμε την αλήθεια των προσβολών». Ο Σωκράτης δεν έχανε ποτέ την ψυχραιμία του. Στις διαφωνίες του με άλλους ανθρώπους δεν έλεγε ποτέ κάτι αλαζονικό ή υβριστικό, ανεχόταν την αλαζονεία των άλλων βάζοντας τέρμα στον διαπληκτισμό. Η αλαζονεία δεν μας αφήνει να δούμε τα ελαττώματά μας, αλλά, όπως έλεγε ο Απολλόδωρος, δεν υπάρχει ανάστημα στο ανθρώπινο γένος που να μην το συνέτριψε ο χρόνος ή ο φθόνος.

[Πηγή: www.doctv.gr]

Γιάννα στις 18 Μαρτίου 2017

 

Η ομιλία του Γ. Σεφέρη κατά την απονομή του βραβείου Νομπέλ στη Λογοτεχνία

Στοκχόλμη, 10 Δεκεμβρίου 1963

Τούτη την ώρα αισθάνομαι πως είμαι ο ίδιος μια αντίφαση. Αλήθεια, η Σουηδική Ακαδημία έκρινε πως η προσπάθειά μου σε μια γλώσσα περιλάλητη επί αιώνες, αλλά στην παρούσα μορφή της περιορισμένη, άξιζε αυτή την… υψηλή διάκριση. Θέλησε να τιμήσει τη γλώσσα μου, και να – εκφράζω τώρα τις ευχαριστίες μου σε ξένη γλώσσα. Σας παρακαλώ να μου δώσετε τη συγγνώμη που ζητώ πρώτα-πρώτα από τον εαυτό μου.

Ανήκω σε μια χώρα μικρή. Ένα πέτρινο ακρωτήρι στη Μεσόγειο, που δεν έχει άλλο αγαθό παρά τον αγώνα του λαού του, τη θάλασσα, και το φως του ήλιου. Είναι μικρός ο τόπος μας, αλλά η παράδοσή του είναι τεράστια και το πράγμα που μας χαρακτηρίζει είναι ότι μας παραδόθηκε χωρίς διακοπή. Η ελληνική γλώσσα δεν έπαψε ποτέ της να μιλιέται. Δέχτηκε τις αλλοιώσεις που δέχεται καθετί ζωντανό, αλλά δεν παρουσιάζει κανένα χάσμα. Άλλο χαρακτηριστικό αυτής της παράδοσης είναι η αγάπη της για την ανθρωπιά· κανόνας της είναι η δικαιοσύνη. Στην αρχαία τραγωδία, την οργανωμένη με τόση ακρίβεια, ο άνθρωπος που ξεπερνά το μέτρο, πρέπει να τιμωρηθεί από τις Ερινύες. Ο ίδιος νόμος ισχύει και όταν ακόμα πρόκειται για φυσικά φαινόμενα: “Ήλιος ουχ υπερβήσεται μέτρα” λέει ο Ηράκλειτος, “ει δε μη, Ερινύες μιν Δίκης επίκουροι εξευρήσουσιν”.

Συλλογίζομαι πως δεν αποκλείεται ολωσδιόλου να ωφεληθεί ένας σύγχρονος επιστήμων, αν στοχαστεί τούτο το απόφθεγμα του Ίωνα φιλοσόφου. Όσο για μένα συγκινούμαι παρατηρώντας πως η συνείδηση της δικαιοσύνης είχε τόσο πολύ διαποτίσει την ελληνική ψυχή, ώστε να γίνει κανόνας και του φυσικού κόσμου. Και ένας από τους διδασκάλους μου (εννοεί τον Μακρυγιάννη), των αρχών του περασμένου αιώνα, γράφει: “…θα χαθούμε γιατί αδικήσαμε…” Αυτός ο άνθρωπος ήταν αγράμματος· είχε μάθει να γράφει στα τριανταπέντε χρόνια της ηλικίας του. Αλλά στην Ελλάδα των ημερών μας, η προφορική παράδοση πηγαίνει μακριά στα περασμένα όσο και η γραπτή. Το ίδιο και η ποίηση. Είναι για μένα σημαντικό το γεγονός ότι η Σουηδία θέλησε να τιμήσει και τούτη την ποίηση και όλη την ποίηση γενικά, ακόμη και όταν αναβρύζει ανάμεσα σ’ ένα λαό περιορισμένο. Γιατί πιστεύω πως τούτος ο σύγχρονος κόσμος όπου ζούμε, ο τυραννισμένος από το φόβο και την ανησυχία, τη χρειάζεται την ποίηση. Η ποίηση έχει τις ρίζες της στην ανθρώπινη ανάσα, και τι θα γινόμασταν αν η πνοή μας λιγόστευε; Είναι μια πράξη εμπιστοσύνης κι ένας Θεός το ξέρει αν τα δεινά μας δεν τα χρωστάμε στη στέρηση εμπιστοσύνης.

Παρατήρησαν, τον περασμένο χρόνο γύρω από τούτο το τραπέζι, την πολύ μεγάλη διαφορά ανάμεσα στις ανακαλύψεις της σύγχρονης επιστήμης και στη λογοτεχνία· παρατήρησαν πως ανάμεσα σ’ ένα αρχαίο ελληνικό δράμα και ένα σημερινό, η διαφορά είναι λίγη. Ναι, η συμπεριφορά του ανθρώπου δε μοιάζει να έχει αλλάξει βασικά. Και πρέπει να προσθέσω πως νιώθει πάντα την ανάγκη ν’ ακούσει τούτη την ανθρώπινη φωνή που ονομάζουμε ποίηση. Αυτή τη φωνή που κινδυνεύει να σβήσει κάθε στιγμή από στέρηση αγάπης και ολοένα ξαναγεννιέται. Κυνηγημένη, ξέρει πού να βρει καταφύγιο· απαρνημένη, έχει το ένστικτο να πάει να ριζώσει στους πιο απροσδόκητους τόπους. Γι’ αυτή δεν υπάρχουν μεγάλα και μικρά μέρη του κόσμου. Το βασίλειό της είναι στις καρδιές όλων των ανθρώπων της γης.

Έχει τη χάρη να αποφεύγει πάντα τη συνήθεια, αυτή τη βιομηχανία. Χρωστώ την ευγνωμοσύνη μου στη Σουηδική Ακαδημία που ένιωσε αυτά τα πράγματα· που ένιωσε πως οι γλώσσες, οι λεγόμενες περιορισμένης χρήσης, δεν πρέπει να καταντούν φράχτες όπου πνίγεται ο παλμός της ανθρώπινης καρδιάς· που έγινε ένας Άρειος Πάγος ικανός: να κρίνει με αλήθεια επίσημη την άδικη μοίρα της ζωής, για να θυμηθώ τον Σέλεϋ, τον εμπνευστή, καθώς μας λένε, του Αλφρέδου Νόμπελ, αυτού του ανθρώπου που μπόρεσε να εξαγοράσει την αναπόφευκτη βία με τη μεγαλοσύνη της .

Σ’ αυτόν τον κόσμο, που ολοένα στενεύει, ο καθένας μας χρειάζεται όλους τους άλλους. Πρέπει ν’ αναζητήσουμε τον άνθρωπο, όπου κι αν βρίσκεται. Όταν, στο δρόμο της Θήβας, ο Οιδίπους συνάντησε τη Σφίγγα, κι αυτή του έθεσε το αίνιγμά της, η απόκρισή του ήταν: ο άνθρωπος. Τούτη η απλή λέξη χάλασε το τέρας. Έχουμε πολλά τέρατα να καταστρέψουμε. Ας συλλογιστούμε την απόκριση του Οιδίποδα.

 

_______

Γιάννα στις 11 Μαρτίου 2017
Μια φορά και έναν καιρό, πλάι σε ένα πανύψηλο υπερήφανο κυπαρίσσι, ζούσε μια ελάχιστη ταπεινή αγριάδα, που ζήλευε το μπόι του κυπαρισσιού κι ήθελε να το φτάσει, γι’ αυτό και τεντωνότανε αδιάκοπα στις μύτες των ριζών της, πασχίζοντας να σηκωθεί πιο πάνω από το χώμα. Μάταιη προσπάθεια και αρκετά οδυνηρή γιατί, κάθε φορά που έκανε αυτή τη γυμναστική, για μέρες μετά την πόναγε ανυπόφορα η μέση της.

 

Το κυπαρίσσι, που παρακολουθούσε αφ’ υψηλού τον αγώνα της αγριάδας, σειόταν και λυγιόταν καμαρωτό και της έλεγε υπεροπτικά, με προφορά σχεδόν εγγλέζικη, της Οξφόρδης: “Δεν γνωρίζετε τι χάνετε αγαπητή μου αγριάδα, εκεί στην επιφάνεια του εδάφους όπου βρίσκεσθε. Δίχως να θέλω διόλου να υπερηφανευθώ, σας πληροφορώ ότι από την κορυφή μου έχω απεριόριστη θέα του κόσμου και θα ήταν ακόμα πιο απεριόριστη, θα έβλεπα ως τη Γουατεμάλα, αν κάποια αναιδή βουνά, γύρω τριγύρω, δεν την περιόριζαν. Ωστόσο ευελπιστώ ή, μάλλον έχω τη βεβαιότητα ότι η βροχή θα λιώσει, σιγά σιγά, αυτά τα αναιδή βουνά και τότε θα δω τη Γουατεμάλα. Το σχέδιο αυτό είναι βεβαίως μακροπρόθεσμο, αλλά μπορώ να περιμένω, αφού ως γνωστόν, ζω επτακόσια χρόνια”.

Η αγριάδα αν και δεν ήξερε ούτε που βρίσκεται αυτή η Γουατεμάλα ούτε αν τα βουνά λιώνουν από τη βροχή ούτε, ακόμη, αν είναι πολλά τα επτακόσια χρόνια, ακούγοντας αυτά τα ανήκουστα λόγια, ένιωθε την καρδιά της να μαραζώνει και, τις νύχτες που κοιμόταν, έβλεπε πάντα το ίδιο όνειρο. Ψήλωνε, λέει, ψήλωνε τόσο, που ξεπερνούσε κατά πολύ στο μπόι το κυπαρίσσι, ξεπερνούσε ακόμη και τα πιο ψηλά βουνά κι έβλεπε από κει πάνω όχι μόνο τη Γουατεμάλα αλλά και το Ακαλακούμπα, χώρα ακόμα πιο μακρινή, ακόμα πιο ωραία, όπου οι άνθρωποι χόρευαν ένα γρήγορο χορό που τόνε λέγανε ρούμπα. Βέβαια όταν ξύπναγε το πρώτο πράγμα που έβλεπε μπροστά της ήταν ένα σαλιγκάρι τόσο αργοκίνητο, που έμενε στο οπτικό πεδίο της όλη τη μέρα, προκαλώντας της κατάθλιψη και κάνοντας την να μην βλέπει την ώρα πότε θα ξανανυχτώσει, για να κοιμηθεί και να ονειρευτεί το μακρινό Ακαλακούμπα και τον γρήγορο χορό που τόνε λένε ρούμπα.

Έτσι ζούσαν κυπαρίσσι και αγριάδα, πλάι πλάι, αλλά το καθένα στον κόσμο του, ώσπου μια μέρα φθινοπωρινή (χρόνια πολλά, πάρα πολλά πριν τα επτακόσια), που ο ουρανός είχε ένα χρώμα μολυβί, μια λάμψη ξαφνική, ονόματι αστροπελέκι, χτύπησε κατακέφαλα το κυπαρίσσι και το έκαψε. Η βροχή που ακολούθησε, μπόρα τρικούβερτη, αντί να λιώσει τα βουνά που του κρύβαν τη Γουατεμάλα, τη στάχτη του έλιωσε και γκρίζα λάσπη την υπερηφάνεια του έκανε.

Η αγριάδα, άναυδη στην αρχή, όταν συνήλθε κάπως, μακάρισε το ελάχιστο της μπόι και θρήνησε το κυπαρίσσι, που -πως να το κάνουμε;- αν και φλύαρο και υπερφίαλο, της είχε χαρίσει το όνειρο των μεγάλων αποστάσεων, του απέραντου κόσμου.

Μετά απ’ αυτό το θλιβερό γεγονός, σταμάτησε την έτσι κι αλλίως ανώφελη γυμναστική της και μόνο αραιά και που έβλεπε στον ύπνο της το εξωτικό Ακαλακούμπα. Κανένας όμως πια δεν χόρευε εκεί τη ρούμπα.

Ήτανε, βέβαια, ακόμα νεαρά και εστερείτο πείρας, που καν δεν γνώριζε τις φυσικές τις ιδιότητες. Έτσι, ένα ανοιξιάτικο πρωί, παραξενεύτηκε πολύ, νίωθοντας να τη φαγουρίζουνε οι ρίζες της, κι ακόμα πιο πολύ παραξενεύτηκε σαν είδε, δύο μέρες τρεις αργότερα, λίγο πιο κεί, μεσ’ απ’ το χώμα να προβάλει ένα μικρό, χλωροπράσινο βλαστάρι αγριάδας.

“Μπα, καινούργια απόχτησα γειτόνισσα!” ήταν η πρώτη σκέψη της, αλλά όταν είπε “καλωσόρισες, γειτόνισσα”, άκουσε, την ίδια ακριβώς στιγμή, να λέει και το βλαστάρι τα ίδια λόγια, να την καλοσωρίζει δηλαδή με την φωνή της. Το ίδιο έγινε, ακριβώς, άλλες δύο μέρες τρεις αργότερα, όταν καινούργιο εμφανίστηκε, πιο πέρα, βλασταράκι.

 

Μπορεί, λοιπόν, να ήταν άπειρη, αλλά κουτή δεν ήταν.Έτσι, κατάλαβε ότι στον εαυτό της μίλαγε, αφού τα νέα αυτά βλαστάρια από τις ρίζες της ξεπήδαγαν και σαρξ εκ της σαρκός της ήσαν.

Λόγια πολλά για να μην λέμε και χρόνο να μην κλέβουμε απ’ την αιωνιότητα, μέσα σε χρόνια ελάχιστα, πολύ πιο λίγα από τα επτακόσια, η αγριάδα είχε ρίζα τη ρίζα, καταβολάδα τη καταβολάδα, βλαστάρι το βλαστάρι, όλο το κάμπο καταχτήσει κι όλα τα βουνά ως τη κορφή τους και πιο πέρα. Για το πιο πέρα δεν μπορώ να πω, τα μάτια μου μονάχα ως τις βουνοκορφές την ακολούθησαν, πιο πέρα δεν άντεξαν. Έμαθα ωστόσο, από έγκυρες πηγές, πως έφτασε στο Ακαλακούμπα και πως στο δροσερό και καταπράσινο χαλί της χορεύουν τώρα γυμνοπόδαροι εραστές τη ρούμπα.

Επιμύθιο Ι: Όσο πιο κοντά στη γη βρίσκεσαι, τόσο πιο μακριά από τ’ αστροπελέκια είσαι.

Επιμύθιο ΙΙ: Δια του οριζοντίου ύψους, η απόστασις, εώς το Ακαλακούμπα, καλύπτεται εις χρόνον κατά πολύ συντομότερον των επτακοσίων ετών.

________

 Η ιστορία αυτή είναι από το βιβλίο: “Το οριζόντιο ύψος και άλλες αφύσικες ιστορίες” του Αργύρη Χιόνη, εκδόσεις Κίχλη.

Από antikleidi

Γιάννα στις 9 Μαρτίου 2017

Μια γυναίκα είδε τρεις γέρους με λευκές γενειάδες στον κήπο της. Δεν ήξερε ποιοι ήταν, αλλά τους λυπήθηκε και τους κάλεσε να μπουν στο σπίτι να τους δώσει να φάνε κάτι.
-Είναι εδώ ο άντρας του σπιτιού; τη ρώτησε κάποιος.
-Όχι, απάντησε η γυναίκα.
Το σούρουπο, όταν ο άντρας της γύρισε στο σπίτι, η γυναίκα του διηγήθηκε το συμβάν.
-Πήγαινε και πες τους ότι είμαι στο σπίτι κι ότι τους καλώ να έρθουν και οι τρεις.
Έτσι έκανε η σύζυγος, κι αυτή τη φορά η απάντηση ήταν διαφορετική:
-Δεν μπορούμε να είμαστε καλεσμένοι σ’ ένα σπίτι και οι τρεις, της είπε με αποφασιστικότητα κάποιος.
-Γιατί; ρώτησε η γυναίκα με πολλή περιέργεια. Ο γέροντας με τη λευκότερη γενειάδα της απάντησε:
-Το όνομά του είναι Πλούτος, είπε δείχνοντας τον έναν και, δείχνοντας τον άλλο, πρόσθεσε: Το όνομά του είναι Επιτυχία, και το δικό μου είναι Αγάπη… Τώρα, πήγαινε στον άντρα σου κι αποφασίστε ποιον καλείτε.
Ο άντρας της, συγκινημένος, αναφώνησε:
-Τι καταπληκτικό! Αν πρέπει να διαλέξουμε, θα καλέσουμε τον Πλούτο. Έτσι θα γεμίσουμε το σπίτι με πλούτη.
Όμως η σύζυγος σχολίασε πως ήταν καλύτερα να καλέσουν την Επιτυχία, ώστε να τους θαυμάζουν όλοι. Η κόρη , που άκουγε τη συζήτηση από το δωμάτιό της, αναφώνησε:
-Γιατί δεν καλούμε την Αγάπη; Γιατί πρέπει πάντα να σκεφτόμαστε τα πλούτη και την επιτυχία σαν να μην είναι η αγάπη τόσο σημαντική για μας;
Οι γονείς, ντροπιασμένοι, της έδωσαν δίκιο. Τότε η γυναίκα βγήκε να συναντήσει τους γέροντες και τους ρώτησε:
-Ποιος από σας είναι η Αγάπη; Παρακαλώ, να περάσει και να είναι ο καλεσμένος μας.
Ο γέροντας Αγάπη σηκώθηκε κι άρχισε να περπατάει. Σηκώθηκαν και οι άλλοι δύο. Έκπληκτη η γυναίκα κοίταξε τους γέροντες Επιτυχία και Πλούτο και τους ρώτησε:
-Αφού κάλεσα την Αγάπη, γιατί έρχεστε κι εσείς;
Οι τρεις γέροντες απάντησαν μαζί:
-Αν είχατε καλέσει την Επιτυχία ή τον Πλούτο, οι άλλοι δύο θα έμεναν έξω, αλλά όπου πάει η Αγάπη, ακολουθούν και οι άλλοι δύο. Όπου υπάρχει αγάπη, πάντα υπάρχει επιτυχία και πλούτος.

Γιάννα στις 7 Μαρτίου 2017

ΕΠΤΑ ΦΟΡΕΣ ΠΕΡΙΦΡΟΝΗΣΑ ΤΗΝ ΨΥΧΗ ΜΟΥ

Την πρώτη φορά όταν την είδα να δειλιάζει μπροστά στη λαχτάρα της να φτάσει στα ύψη.

-τη δεύτερη φορά όταν την είδα να κουτσαίνει μπροστά στους ανάπηρους.

-την τρίτη φορά όταν της δόθηκε να διαλέξει ανάμεσα στο δύσκολο και το εύκολο και εκείνη διάλεξε το εύκολο.

-την τέταρτη φορά όταν έκανε κάποιο κακό και παρηγορήθηκε ότι και οι άλλοι κάνουν κακό.

-την πέμπτη φορά όταν ανέχτηκε από αδυναμία, και δικαιολόγησε την ανοχή της σαν δύναμη.

-την έκτη φορά όταν περιφρόνησε την ασχήμια κάποιου προσώπου και δεν ήξερε ότι αυτό το πρόσωπο ήταν μια από τις δικές της μάσκες.

-και την έβδομη φορά όταν τραγούδησε τραγούδι επαίνου και το θεώρησε αρετή…»

ΤΟ ΑΓΑΛΜΑ ΚΑΙ Ο ΓΕΡΟΣ

Κάποτε, ζούσε ένας άνθρωπος ανάμεσα στους λόφους, που είχε στην ιδιοκτησία του ένα άγαλμα, σμιλεμένο από αρχαίο τεχνίτη. Κειτόταν εκεί, στην πόρτα του, με το πρόσωπο προς τα κάτω κι εκείνον ούτε που τον ένοιαζε γι΄αυτό. Μια μέρα, πέρασε απ΄το σπίτι του ένας άνθρωπος από την πόλη, ένας άνθρωπος της γνώσης, και, βλέποντας το άγαλμα, ρώτησε τον ιδιοκτήτη αν θα΄θελε να το πουλήσει.

Ο ιδιοκτήτης γέλασε και είπε: «Και ποιος παρακαλώ θα θέλει ν΄αγοράσει αυτή τη μαυρισμένη και βρώμικη πέτρα;». Ο άνθρωπος από την πόλη είπε: «Εγώ, θα σου δώσω ετούτο το νόμισμα τ΄ασημένιο, γι΄αυτή την πέτρα». Κι ο άλλος άνθρωπος έμεινε κατάπληκτος και κατενθουσιασμένος.

Το άγαλμα μεταφέρθηκε στην πόλη, στη ράχη ενός ελέφαντα. Και μετά από πολλά φεγγάρια, ο άνθρωπος απ΄τους λόφους, πήγε στην πόλη και εκεί που περπατούσε στους δρόμους, είδε πλήθος μπρος σ΄ένα μαγαζί και κάποιον που με δυνατή φωνή διαλαλούσε: «Ελάτε μέσα και δείτε τ΄ομορφότερο, το θαυμαστότερο άγαλμα όλου του κόσμου! Μόνο δυο ασημένια νομίσματα για να κοιτάξετε αυτό το θαυμάσιο έργο ενός δεξιοτέχνη του είδους!».

Μετά απ΄αυτό, ο άνθρωπος απ΄τους λόφους πλήρωσε δυο νομίσματα ασημένια και μπήκε μες στο μαγαζί να δει το άγαλμα που είχε πουληθεί από τον ίδιο για ένα νόμισμα ασημένιο.

Το παραπάνω απόσπασμα του Χαλίλ Γκιμπράν μας θυμίζει ότι πολλές φορές δεν δίνουμε σημασία σε αυτά που θεωρούμε δεδομένα μέχρι να είναι πολύ αργά. Για την ακρίβεια, από τη στιγμή που θα θεωρήσουμε κάτι ως δεδομένο, ένα αντικείμενο, έναν άνθρωπο, την υγεία μας – οτιδήποτε – ουσιαστικά μειώνουμε την αξία του. Μέχρι η ζωή να μας υπενθυμίσει ότι τίποτα δεν είναι δεδομένο. Αλλά τότε είναι αργά.

Γι αυτό, αγαπητοί φίλοι, εκτιμήστε αυτά που έχετε, τους ανθρώπους που σας αγαπούν και που αγαπάτε και μην μην αφήνετε τη ρουτίνα να μειώσει την αξία αυτών που μετράνε. Η ζωή δίνει απλόχερα, το αν μπορούμε να κρατήσουμε αυτά που μας δίνει είναι δικό μας θέμα.

 

 

Γιάννα στις 7 Μαρτίου 2017

Το πρόβλημα με την ελευθερία του ανθρώπου ξεκινάει από το σώμα του. Άμα δεν έχεις το δικαίωμα να χρησιμοποιήσεις το σώμα σου όπως σου γουστάρει, τότε μπορεί να αρνείσαι ένα ανελεύθερο σύστημα, αλλά ταυτόχρονα να αναπαραγάγεις ένα νέο σύστημα καταπίεσης.

Και η ευτυχία του ανθρώπου δε μπορεί να νοηθεί διαφορετικά, παρά μονάχα μες από την ελευθερία του σώματός του, μες από την ελευθερία της συμπεριφοράς του.

Νομίζω πως το πιο κρίσιμο πρόβλημα, για την εποχή μας τουλάχιστον, σχετικά με την ευτυχία του ανθρώπου είναι το πρόβλημα της ελευθερίας του, η ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητάς του, χωρίς εξαρτήσεις, όρους ή περιορισμούς. Η απελευθέρωσή του από κάθε μορφή εξουσίας, ιεραρχίας και αυθεντίας.

Οι άνθρωποι δε θα δουλεύουν από ανάγκη για να ζήσουν, αλλά από την ανάγκη της χαράς, της δημιουργίας. Ο καθένας στο παιχνίδι του, στο άθλημά του.

 

Το νόημα του συστήματος

Είναι πάρα πολύ εύκολο να φτιάξεις μια ιδεολογία ή μια θεωρία για την κοινωνία και να καλέσεις τους ανθρώπους να την εφαρμόσουν. Είναι όμως τρομερά δύσκολο, ως ανυπέρβλητο, να ξεπεράσεις το εμπόδιο του εαυτού σου και της κουλτούρας που σου πότισαν από τα γεννοφάσκια σου και τα δεσμά που έχει δέσει γύρω σου το σύστημα.

Δεν υπάρχει παιδεία, σήμερα. Μη γελιόμαστε. Υπάρχει εκπαίδευση. Άλλο πράγμα η παιδεία κι άλλο πράγμα η εκπαίδευση. Σήμερα, λοιπόν, τα παιδιά εκπαιδεύονται. Γιατί; Για να βρούνε τη μηχανή του κέρδους! Να εξασφαλίσουν κάποια θέση σε κάποιο επάγγελμα.

Τη μηχανή του κέρδους! Αυτό είναι το πρόβλημα. Όσο στην κοινωνία μας η κυρίαρχη αξία του συστήματος είναι το κέρδος, από κει και πέρα μην ψάχνεις να βρεις… αυτό διαποτίζει όλες τις ανθρώπινες σχέσεις και διαποτίζει όλες τις κοινωνικές δραστηριότητες όπως είναι η παιδεία και όλα τα πράγματα.

Τώρα, αν σκεφτεί κάποιος, πώς είναι δυνατόν ένας άνθρωπος και μάλιστα ιδιοφυής, ένα εξαιρετικό μυαλό, που μετέχει της παιδείας του εικοστού πρώτου αιώνα, αφού αποφοιτήσει να πάει σε μια πολυεθνική και να κάνει έρευνα για μικροβιολογικούς, χημικούς ή άλλους πολέμους; Αυτό είναι ακατανόητο!

Χρειάζεται κανένα άλλο επιχείρημα για να αποδείξει ότι αυτό που συντελείται σήμερα, στα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα, δεν έχει καμία σχέση με την παιδεία; Διότι αν αυτός ο ιδιοφυής άνθρωπος είχε αποκτήσει πραγματικά κάποια παιδεία, δεν θα πήγαινε να διαθέσει τις γνώσεις του για να κάνει έρευνες για χημικούς πολέμους ή για το πώς η εξουσία θα υποδουλώσει π.χ. στην Αφρική για μια ακόμη φορά αυτούς τους λαούς, μέσα από τους οποίους πέρασε η πρωταρχική συσσώρευση του κεφαλαίου και τους κατάπνιξε!

 

Η “κωλοεφεύρεση που τη λένε ρολόι”

Η ζωή μας μια φορά μας δίνεται, άπαξ, που λένε, σα μια μοναδική ευκαιρία. Τουλάχιστον μ’ αυτή την αυτόνομη μορφή της δεν πρόκειται να ξανα-υπάρξουμε ποτέ. Και μείς τι την κάνουμε ρε, αντί να τη ζήσουμε; Τι την κάνουμε; Τη σέρνουμε από δω κι από κει δολοφονώντας την.

Οργανωμένη κοινωνία, οργανωμένες ανθρώπινες σχέσεις. Μα αφού είναι οργανωμένες, πώς είναι σχέσεις; Σχέση σημαίνει συνάντηση, σημαίνει έκπληξη, σημαίνει γέννα συναισθήματος, πώς να οργανώσεις τα συναισθήματα.

Έτσι, μ’ αυτή την κωλοεφεύρεση που τη λένε ρολόι, σπρώχνουμε τις ώρες και τις μέρες σα να μας είναι βάρος, και μας είναι βάρος, γιατί δε ζούμε, κατάλαβες; Όλο κοιτάμε το ρολόι, να φύγει κι αυτή η ώρα, να φύγει κι αυτή η μέρα, να έρθει το αύριο, και πάλι φτου κι απ’ την αρχή.

Χωρίσαμε τη μέρα σε πτώματα στιγμών, σε σκοτωμένες ώρες που θα τις θάβουμε μέσα μας, μέσα στις σπηλιές του είναι μας, στις σπηλιές όπου γεννιέται η ελευθερία της επιθυμίας, και τις μπαζώνουμε με όλων των ειδών τα σκατά και τα σκουπίδια που μας πασάρουν σαν “αξίες”, σαν “ηθική”, σαν “πολιτισμό”.

Κάναμε το σώμα μας ένα απέραντο νεκροταφείο δολοφονημένων επιθυμιών και προσδοκιών, αφήνουμε τα πιο σημαντικά, τα πιο ουσιαστικά πράγματα, όπως να παίξουμε και να χαρούμε μεταξύ μας, να παίξουμε και να χαρούμε με τα παιδιά και τα ζώα, με τα λουλούδια και τα δέντρα, να κάνουμε έρωτα, να απολαύσουμε τη φύση, τις ομορφιές του ανθρώπινου χεριού και του πνεύματος, να κατεβούμε τρυφερά μέσα μας, να γνωρίσουμε τον εαυτό μας και τον διπλανό μας.

Όλα, όλα τα αφήνουμε για το αύριο που δε θα ‘ρθει ποτέ… Αφού ανατέλλει, δύει ο ήλιος και δεν πάμε πουθενά αλλού, παρά μόνο στο θάνατο, και εμείς οι μαλάκες, αντί να κλαίμε το δειλινό που χάθηκε άλλη μια μέρα απ’ τη ζωή μας, χαιρόμαστε.

 

Η κορυφαία πολιτική μάχη

Όταν συνειδητοποίησα ότι δε μπορώ να αλλάξω το σύστημα, άρχισα να αγωνίζομαι να μη με αλλάξει αυτό.

Αγωνίζομαι να μείνω άνθρωπος. Και αυτό είναι η κορυφαία πολιτική μάχη. Να μπορείς να αποφύγεις τη βαρβαρότητα αυτής της εποχής. Να μπορείς να παραμείνεις άνθρωπος με τρυφερότητα. Με το δικό σου βλέμμα.

Η ζωή είναι ένα δώρο που μας δίνεται μία φορά. Οι περισσότεροι άνθρωποι όταν ξημερώνει λένε “άντε να τελειώσει κι αυτή η κωλομέρα”. Και δεν καταλαβαίνουν ότι κάνουν άλλο ένα βήμα προς το θάνατο.

 

“Τολμάτε ρε!”

Τολμάτε ρε, τολμάτε! Γράψτε αυτό που θέλετε, αυτό που σκέφτεστε. Απορρίψτε τις σκοπιμότητες.

Εγώ έγραφα, κι έγραφα με την ψυχή, κι όταν με είπαν συγγραφέα πρώτη φορά τα ‘χασα! Μα, σοβαρά μιλάτε ρε παιδιά, συγγραφέας; Δεν είχα καμία τέτοια πρόθεση απλά στις παρέες, στον κήπο, τους έλεγα ιστορίες και μου έλεγαν, ρε Χρόνη γιατί δεν τα γράφεις αυτά τα πράγματα; Κι έτσι βγήκε.

Γιατί τα βιώματα ήταν ουσιαστικά. Κατάλαβες; Ζούσαμε. Είχε συνέχεια η ζωή μας, δεν ήταν αυτή η γκρίζα καθημερινότητα, αλλά ήταν μεγάλο κατόρθωμα να παραμείνεις άνθρωπος.

Ήταν πολύ σημαντικό να μπορείς να κοιτάξεις τη μάπα σου το πρωί στον καθρέφτη και να πεις, “είμαστε εντάξει ρε μάγκα, πάμε”.

 

Ο μόνος δρόμος

Εκείνο που μπορώ να υποστηρίξω το υποστηρίζω: ότι ο μόνος δρόμος, ο οποίος δεν μας οδηγεί σε κανένα λάκκο, σε καμιά λακκούβα, σε κανένα κακό συναπάντημα, είναι ο δρόμος της αγάπης, είναι ο δρόμος της τρυφερότητας, είναι ο δρόμος της κατανόησης, είναι ο δρόμος της υπεράσπισης της διαφορετικότητας του άλλου! Αυτός είναι ο μόνος δρόμος. Αν τον ακολουθήσουμε αυτόν τον δρόμο δεν κινδυνεύουμε. Ούτε εμείς ούτε οι συνάνθρωποί μας.

Να ‘σαι άνθρωπος δημιουργικός και ευαίσθητος. Και να αγαπάς. Να αγαπάς! Να μπορείς να μετατρέπεις κάθε μέρα την αγάπη σε αγαπημένο. Η φρέζα μου που είναι εκεί φυτεμένη την αγαπάω, την βλέπω κάθε πρωί, καταλαβαίνεις; Ή έναν συγκεκριμένο άνθρωπο…  Όλα τα άλλα… Παρέες, ρε, μπορείς να κάνεις παρέες; Φιλία. Έρωτα! Κάντε έρωτα, αγαπηθείτε κάντε τις παρέες σας, σκεφτείτε, αναπτύξτε την κριτική σας σκέψη.

 

Γιάννα στις 7 Μαρτίου 2017

Στα τέλη της δεκαετίας του 1980,  η κόρη του  Αϊνστάιν, Lieserl δώρισε 1.400 επιστολές, που γράφτηκαν από τον πατέρα της , στο Εβραϊκό Πανεπιστήμιο, με εντολή να μην δημοσιεύσουν το περιεχόμενό τους, μέχρι δύο δεκαετίες μετά το θάνατό του. Αυτή είναι μία από αυτές.

«Όταν πρότεινα τη θεωρία της σχετικότητας, ελάχιστοι με κατάλαβαν, και αυτό που θα αποκαλύψω  τώρα  θα συγκρουστεί με την παρανόηση και την προκατάληψη του κόσμου.

Σου ζητώ να φυλάξεις τα γράμματα για όσο διάστημα χρειαστεί, χρόνια, δεκαετίες, έως ότου η κοινωνία είναι αρκετά προηγμένη για να δεχτεί αυτό που θα εξηγήσω παρακάτω.

Υπάρχει μια εξαιρετικά ισχυρή δύναμη που, μέχρι σήμερα, η επιστήμη δεν έχει βρει επίσημη εξήγηση για αυτήν. Είναι μια δύναμη που περιλαμβάνει και διέπει όλους, είναι πίσω από κάθε φαινόμενο που λειτουργεί στο σύμπαν και δεν έχει ακόμη προσδιοριστεί από εμάς. Αυτή η παγκόσμια δύναμη είναι η ΑΓΑΠΗ.

Όταν οι επιστήμονες ερεύνησαν για μια ενοποιημένη θεωρία του σύμπαντος ξέχασαν την πιο ισχυρή αόρατη δύναμη. Η αγάπη είναι φως, που φωτίζει αυτούς που δίνουν και  λαμβάνουν. Η αγάπη είναι βαρύτητα, επειδή κάνει τους  ανθρώπους να αισθάνονται έλξη για άλλους. Η αγάπη είναι δύναμη, διότι πολλαπλασιάζει το καλύτερο που έχουμε, και επιτρέπει στην ανθρωπότητα να μην σβήσει στον τυφλό εγωισμό της. Η Αγάπη ξεδιπλώνει και αποκαλύπτει. Για την αγάπη ζούμε και πεθαίνουμε. Αγάπη είναι ο Θεός και  Θεός είναι η Αγάπη.

Η δύναμη αυτή εξηγεί τα πάντα και δίνει νόημα στη ζωή. Αυτή είναι η μεταβλητή που έχουμε αγνοήσει για πολύ καιρό, ίσως γιατί φοβόμαστε την αγάπη, γιατί είναι η μόνη ενέργεια στο σύμπαν που ο άνθρωπος δεν έχει μάθει να οδηγεί κατά βούληση.

Για να δώσω ορατότητα στην  αγάπη, έκανα μια απλή αντικατάσταση στην πιο διάσημη εξίσωση μου. Αν αντί για E = mc2, δεχθούμε ότι η ενέργεια για να θεραπεύσει τον κόσμο μπορεί να επιτευχθεί μέσα από την αγάπη όταν πολλαπλασιάζεται με την ταχύτητα του φωτός στο τετράγωνο, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι η αγάπη είναι η πιο ισχυρή δύναμη που υπάρχει, διότι δεν έχει όρια.

Μετά την αποτυχία της ανθρωπότητας στη χρήση και τον έλεγχο των άλλων δυνάμεων του σύμπαντος, που έχουν στραφεί εναντίον μας, είναι επιτακτική ανάγκη να τραφούμε με ένα άλλο είδος ενέργειας …

Αν θέλουμε το είδος μας να επιβιώσει, αν θέλουμε να βρούμε το νόημα της ζωής, αν θέλουμε να σώσουμε τον κόσμο και κάθε ον με αισθήσεις που κατοικεί σε αυτόν , η αγάπη είναι η μία και μοναδική απάντηση.

Ίσως δεν είμαστε ακόμη έτοιμοι να κάνουμε  μια βόμβα αγάπης, μια συσκευή αρκετά ισχυρή ώστε να καταστρέψει εντελώς το μίσος, τον εγωισμό και την απληστία που καταστρέφουν τον πλανήτη.

Ωστόσο, κάθε άτομο φέρει μέσα του μια μικρή αλλά ισχυρή γεννήτρια αγάπης της οποίας η ενέργεια περιμένει να απελευθερωθεί.

Όταν μάθουμε  να δίνουμε  και να λαμβάνουμε  αυτή την παγκόσμια ενέργεια, αγαπητή Lieserl, θα έχουμε επιβεβαιώσει ότι η αγάπη κατακτά τα πάντα, είναι σε θέση να ξεπεράσει τα πάντα, γιατί η αγάπη είναι η πεμπτουσία της ζωής.

Με λυπεί βαθύτατα  που δεν μπόρεσα να εκφράσω  ό, τι έχω  στην καρδιά μου, που χτυπά για σένα μια ζωή.  Ίσως είναι πολύ αργά για να ζητήσω συγγνώμη, αλλά καθώς ο χρόνος είναι σχετικός, πρέπει να σου πω ότι σ αγαπώ και πως χάρη σε εσένα έφτασα  στην τελική απάντηση! «.

 

Ο πατέρας σου,

Άλμπερτ Αϊνστάιν»

 

Γιάννα στις 5 Μαρτίου 2017

Tα περισσότερα πράγματα στον φυσικό κόσμο είναι απλά.

«Μία πεταλούδα πέταξε από το ένα λουλούδι στο άλλο, ένα ηλιόλουστο πρωινό του Αυγούστου».
Καθίσαμε και οι τρεις μας στο παγκάκι του κυλικείου και είδαμε την παραπάνω σκηνή. Είναι απλό, έτσι; Όλοι καταλάβαμε το ίδιο πράγμα. Ένα ζωντανό όν, η πεταλούδα, πραγματοποίησε μία κίνηση σύμφωνα με τους κανόνες της φυσικής, και διέγραψε μία τροχιά από ένα σημείο, το οποίο και θεωρούμε σημείο αναφοράς, σε ένα άλλο. Δεν μπορεί κανείς να το αμφισβητήσει αυτό. Είναι μία αλήθεια.
Καθήμενη λοιπόν και σκεφτόμενη αυτό, αναρωτήθηκα το εξής:
– Εάν ζητήσεις από κάποιον να σου περιγράψει κάτι, οτιδήποτε κι αν είναι αυτό, όπως λόγου χάρη η παραπάνω σκηνή, τότε όλοι οι παραβρισκόμενοι θα παρουσίαζαν μία διαφορετική σκηνή της πραγματικότητας ο ένας με τον άλλο, παρόλο που όλοι ήταν αυτόπτες μάρτυρες του ίδιου γεγονότος. Ο τάδε θα έλεγε πως το πρωινό δεν ήταν ηλιόλουστο, μάλλον συννεφιά είχε. Ο δείνα πως τα χρώματα των φτερών της πεταλούδας ήταν κοκκινωπά, χωρίς να ξέρει πως ο προλαλήσας τα περιέγραψε ως κιτρινωπά.

Δεν είναι παράξενο; Πάντα με προβλημάτιζε αυτό. Γιατί άραγε και τα πιο απλά πράγματα, οι άνθρωποι τα αντιλαμβανόμαστε τόσο διαφορετικά;

Κάποιος στην προκειμένη περίπτωση θα μπορούσε να ισχυριστεί πως δεν έχουμε όλοι τον ίδιο βαθμό παρατηρητικότητας, επομένως είναι φυσιολογικό κάποια πράγματα που κάποιος τα βλέπει πιο προσεκτικά, κάποιος άλλος να μη δίνει τόση σημασία.
Ωστόσο, δεν είναι μόνο αυτό. Αν πάμε ένα βήμα πιο πέρα, θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί πως και στις διαπροσωπικές σχέσεις, μπορεί δύο άνθρωποι να είναι αναμεμιγμένοι σε μία υπόθεση και παρόλα αυτά, αν κάποιος ρωτούσε τον καθένα ξεχωριστά τι συνέβη, πάλι θα είχε την ευκαιρία να ακούσει δύο ή και περισσότερες διαφορετικές ιστορίες για το ίδιο γεγονός.

Συνεπώς, η αλήθεια διαφέρει. Κάθε γεγονός φιλτράρεται κι ύστερα αναπαράγεται με τρόπους αρκετά πολύπλοκους και διαφορετικούς για τον καθένα. Είναι φυσιολογικό, δεν είμαστε όλοι ίδιοι.

Θα μπορούσαμε να πούμε πως είμαστε κάτοπτρα με ένα διαφορετικό δείκτη διάθλασης. Καθένας από εμάς, έχοντας διαφορετικό δείκτη διάθλασης, επιτρέπει σε περισσότερο ή λιγότερο φως να σκεδαστεί στο εσωτερικό του. Έτσι, λάμπουμε το φως που δεχόμαστε με διαφορετικό τρόπο ο καθένας.

Υπάρχουν πολλοί λόγοι που αντιλαμβανόμαστε την πραγματικότητα διαφορετικά. Κύριος αυτών είναι ότι έχουμε διαφορετική ψυχοσύνθεση ο ένας από τον άλλο. Υπάρχουν άνθρωποι αρκετά ευαίσθητοι, κι άλλοι λιγότερο. Υπάρχουν άνθρωποι υπομονετικοί, οξύθυμοι κοκ.

Σε αυτό το θέμα οι απόψεις διίστανται. Πολλοί υποστηρίζουν πως η ψυχοσύνθεσή μας είναι απόρροια της παιδείας που λάβαμε τα πρώτα χρόνια της ζωής μας και πως μέχρι την ηλικία των πέντε ετών, ο χαρακτήρας μας έχει πλέον διαμορφωθεί. Ότι γεννηθήκαμε δηλαδή ως carta blanca. Άλλοι πάλι, θα έλεγαν πως κουβαλάμε καταβολές που χρονολογούνται τουλάχιστον εννέα γενεές πίσω από τη δική μας, και πως πολλά στοιχεία της προσωπικότητάς μας είναι εγγενή, με μικρό ποσοστό επίκτητων.
Ίσως να είναι το πρώτο. Ίσως πάλι και το δεύτερο. Έχει σημασία όμως;

Τα πράγματα είναι ως είναι και είμαστε όπως είμαστε. Τα πράγματα γίνονται τραγελαφικά, όταν ο ένας προσπαθεί να πείσει τον άλλο για τη δική του αλήθεια.

Είναι σαν να κοιτάζουν το ίδιο πράγμα δύο διαφορετικοί άνθρωποι και να προσπαθούν να το περιγράψουν, αποτυγχάνοντας όμως παταγωδώς. Δεν είναι πως ο ένας είναι σωστός και ο άλλος λάθος. Η αλήθεια πάντα μία είναι. Απλά ο καθένας μας ανάλογα με τη ψυχοσύνθεσή του, έχει την τάση να εξαίρει τη μία ή την άλλη πλευρά αυτής. Διότι φυσικά είναι πολύπλευρη η αλήθεια. Απλά οι άνθρωποι προσπαθούμε πάντα εν αγωνία να πούμε πως είναι μονόπλευρη, επιλέγοντας ο καθένας μας μία πλευρά, την οποία και ονομάζει «δίκιο».

Ακριβώς διότι η αλήθεια είναι πολύπλευρη, γι’ αυτό και λέγεται πως το δίκιο βρίσκεται «στη μέση». Αποτέλεσμα αυτής της επιμονής των ανθρώπων να αντιλαμβάνονται μοναχά την πλευρά της αλήθειας που τους ταιριάζει, κατονομάζοντας τις άλλες ως ψεύτικες ή μικρότερης σημασίας, είναι οι συγκρούσεις και οι παρεξηγήσεις.

Οι άνθρωποι είναι οι ίδιοι που δημιουργούν τις διαφορές τους, από τη στιγμή που επιμένουν να είναι προσκολλημένοι και να υποστηρίζουν φανατικά τα δικά τους πιστεύω. Παρόλο βέβαια που το ξέρουν, δεν κάνουν ποτέ τίποτα για να το διορθώσουν. Είτε από εγωισμό οι μεν, είτε από απογοήτευση οι δε αφού καταλαβαίνουν πως οποιαδήποτε προσπάθεια προσπίπτει σε «τοίχο».

Έτσι υποκρινόμαστε. Προσπαθούμε να επιτύχουμε τους σκοπούς μας με τρόπους έμμεσους, διότι τελικά είναι καλύτερα έτσι για όλους μας. Εάν καταφέρεις να ξεγελάσεις και όχι να πείσεις με επιχειρήματα ή με ειλικρίνεια κάποιον, τότε όλοι είναι «ευτυχισμένοι».

Ο πρώτος διότι δεν αντιλαμβάνεται την κοροϊδία και πιστεύει πως κάθε γεγονός ή απόφαση είναι απόσταγμα της δικής του σκέψης και βούλησης – και συνεπώς ο ίδιος άλλαξε οπτική και δεν του την άλλαξαν, ενώ ο τελευταίος χαίρεται με την ικανότητα που θεωρεί πως έχει και το ταλέντο να χειρίζεται τις καταστάσεις.

Μέσα σε όλα τα αχρείαστα μέχρι τώρα, αλλά χρήσιμα στο μέλλον (ελπίζω!), πράγματα που έχω διαβάσει κατά καιρούς, ήταν και το εξής:
«Η τρέλα ενός ανθρώπου, μπορεί να αποτελεί την πραγματικότητα κάποιου άλλου».

Οπότε, μήπως τελικά δεν έχει και πολύ νόημα να ψάχνουμε την αλήθεια και το τι πραγματικά συμβαίνει κάθε φορά; Ποτέ δεν θα καταλήξουμε πουθενά. Ίσως απλά να πρέπει να ελπίζουμε πως θα συναναστρεφόμαστε ανθρώπους των οποίων η αλήθεια και η πραγματικότητα εν γένει είναι ίδιες, όσο τρελές κι ανούσιες κι αν φαίνονται σε κάποιους άλλους. Ή έστω να ελπίζουμε πως στην πλειοψηφία των θεμάτων που έχουμε να συζητήσουμε με τον ίδιο άνθρωπο, η αλήθειες μας συμφωνούν.

Μια από τις μεγαλύτερες αλήθειες που υπάρχουν σε αυτή τη ζωή είναι το γεγονός ότι δεν μπορούμε κι ότι δεν έχει και νόημα να προσπαθούμε να πείσουμε κανέναν για οτιδήποτε, εάν αυτός ο κάποιος δεν έχει τη διάθεση να το κάνει από μόνος του.

Η προσπάθεια που θα καταβάλει ένας άνθρωπος να δει τα πράγματα και τις καταστάσεις μέσα από τα μάτια κάποιου άλλου, παρόλο που μπορεί να μην συμφωνεί απόλυτα με τις σκέψεις και τις απόψεις αυτού, είναι από τα μεγαλύτερα δείγματα σεβασμού και εκτίμησης που μπορεί να δεχτεί κάποιος. Εάν κάτι τέτοιο δεν αποτελεί ούτε σκέψη στο μυαλό του, τότε απλά είναι καλύτερο να αποδέχεσαι τις καταστάσεις ως έχουν και τη διαφωνία ως μόνιμη κατάσταση.

Γράφει η Μαρία Κατσαλήρου